Front matter (continued 3)
Reading edition
ΕΙΣ ΜΑΡΚΟ ΜΠΟΤΣΑΡΗ
Η Δόξα δεξιά συντροφεύει Τον άντρα, που τρέχει με κόπους Της Φήμης τους δύσβατους τόπους, Και ο Φθόνος του στέκει ζερβιά, Με μάτια με χείλη πικρά·
Αλλ' όποτε η μοίρα του γράψη, Τον δρόμον του κόσμου να πάψη, Η Δόξα καθίζει μονάχη 'Σ την πλάκα του τάφου λαμπρή, Και ο Φθόνος αλλού περπατεί.
'Σ την πλάκα του Μάρκου καθίζει Η Δόξα λαμπράδες γιομάτη· Κλεισμένο για πάντα το μάτι, Οπού χε πολέμου φωτιά Ελάτε ν' ακούστε παιδιά!
Σοφοί λεξιθήραις μακρύα, Μη λάχη σας βλάψω τ' αυτία· Τρεχάτε 'ς τα μνήματα μέσα, Και ψάλτε με λόγια τρελλά· Ελάτε ν' ακούστε, παιδιά!
Και συ ακολούθα το στίχο, . . . . . . για να ιδής, Αν γνωρίζη τη φωνή σου Ο τυφλός ο ποιητής.
Ο Πολυλάς εσφήνωσε τους στίχους τούτους 'ς τα Προλεγόμενά του (Σ. Ε. Κ. 1859) με την εξής παρατήρηση: «Ο ποιητής φαντάζεται ότι εις τη μονάξια θ' ακούση τη φωνή του Ομήρου, ο οποίος με την παρουσία του διά μιας εμψυχώνει την αναίσθητη φύση.»
Το λείψανο, πού χε γλυτώση Ο Πρίαμος με θρήνους, με δώρα, Εγύριζε οπίσω την ώρα Που πέφτει 'ς την όψη της γης Το φως το γλυκό της αυγής.
Εβγήκαν μαζί της θλιμμένης Τρωάδας απ' όλα τα μέρη Γυναίκες, παιδάκια και γέροι, Θρηνώντας, να ιδούν το κορμί Που χάνει γι' αυτούς την ψυχή.
Κλεισμένο δεν έμεινε στόμα Απάνου 'ς του Μάρκου το σώμα· Απέθαν', απέθαν' ο Μάρκος· Μια θλίψη μια άκρα βοή, Και θρήνος και κλάψα πολλή.
. . . . . . . . . . . . . . . . .
Παρόμοια ηχώ θα λαλήση, Του κόσμου την ύστερη 'μέρα, Παντού 'ς τον καινούριον αέρα· Παρόμοια 'ς τους τάφους θα εμβή, Να κάμη καθένας να εβγή.
ΝΕΚΡΙΚΗ ΩΔΗ
Απ' αυτά, που σου εχύσαν απάνου, Ένα παίρνω θανάτου λουλούδι, Και πικρά το στερνό σου τραγούδι, Γλυκέ υιέ του αδελφού μου, αρχινώ, Έχει απείραχτο χρώμα το φύλλο, Όπως ήτανε ζώντας το χείλο, Που της νιότης γλυκά το λουλούδι Εγελούσε δροσάτο, λαμπρό· Τώρα εσβύσθη, κι' αργά το τραγούδι Το στερνό σου με κάνει να πω.
Του Μαϊού ροδοφαίνεται η μέρα, Που ωραιότερη η φύση ξυπνάει, Και την κάνουν λαμπρά και γελάει Πρασινάδες, αχτίνες, νερά· Άνθη κι άνθη βαστούνε 'ς το χέρι Παιδιά κι' άντρες, γυναίκες και γέροι· Ασπροεντύματα, γέλια, και κρότοι, Όλοι οι δρόμοι γιομάτοι χαρά Ναι, χαρήτε του χρόνου τη νιότη, Άντρες, γέροι, γυναίκες, παιδιά.
Πλέκει ο δύστυχος ένα στεφάνι Και από πάνου του η μάννα του γέρνει· «Πάντα η τύχη απ' αυτά να σου σπέρνη, »Και για σε να ναι ο χάρος αργός.» Πώς με λύπη θωρεί το στεφάνι; Ξάφνου ιδού 'ς το κεφάλι το βάνει, Και πηδώντας τη μάννα του κράζει, Και χορεύει 'ς τη μάννα του ομπρός· «Βγάλ' το, μάτια μου,» η μάννα φωνάζει, »Δε μ' αρέσει, όχι, εκειός ο χορός.»
Αλλά ανήσυχα υψώνει τα μάτια, Λες και κάτι 'ς τα Ουράνια γυρεύει, Όμως πάντα χορεύει, χορεύει, Με θυμό, με λαχτάρα πολλή·
(Τα μουγκρίσματα του θανάτου αγροικόντανε μακρόθεν)
Φύσα, φύσα, και σκόρπησε, αέρα, Τα μουγκρίσματα αυτά τα βαθιά· Δεν ακούει· 'ς τον άστρωδην αιθέρα Βασιλεύει γλαυκή σιγαλιά.
Η ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΗ ΣΤΟΝ ΑΔΗ
«Άδη μαύρε, χαιρετώ σε! Δεν εχάρηκε ποτέ Μάτι ανθρώπου για τον ήλιο Καθώς τώρα εγώ για σε.» [97]
»Από κει, που λίγη αγάπη, Κ' είναι πλάνεμα πολύ, Σε λιγάκι θα κατέβη Ο έρωτάς μου να μ' ευρή.» [98]
«Χωρίς . . . . . Τ' όμορφ' άστρο της αυγής, Άδεια κι' άφωνη και μαύρη [99] Η Παράδεισω της γης.»
»Μ' έχει σημέρα μηνύση· Λίγην ώρα ακόμα ζω, Κ' εκατάπια το φαρμάκι Σαν αθάνατο νερό.»
«Όνειρο κοντό για μένα Νιότη, αγάπη και ζωή· Όλα ονείρατα 'ς τον κόσμο· Ναι, και ο θάνατος τα λυεί.»
»Πώς ευθύς δεν κατεβαίνεις; Πώς αργείς, γλυκειά ψυχή; Αχ! το ψυχομαχητό σου Θέλ' είν' άγριο και βαρύ.»
Τέτοια, ομπρός 'ς τους ήσκιους, όλους Εξυπνούσε τους ηχούς Το τραγούδι ερωτεμένο, Και τους έκανε γλυκούς [100].
Εκυττούσανε τα χέρια Και το μέτωπο της νιας, Οπού ετρέμαν τα λουλούδια Τα λαμπρά της παρθενιάς.
Ξάφνου ο Άδης μουρμουρίζει· Έπαψ' η γλυκειά φωνή· Πέφτει τ' όμορφο κοράσι 'Σ την αγκάλη του εραστή [101].
1833
ΝΕΚΡΙΚΗ ΩΔΗ
Το δώμα τ' ολομόναχο Βροντούσε από τραγούδια· 'Σ τα χέρια και 'ς το μέτωπο Ετρέμαν τα λουλούδια [102] Της κορασιάς οπ' έλαμπε Σαν τ' άστρο της αυγής
Είναι αλαφρό το χώμα σου 'Σαν της ελιάς το φύλλο, 'Σαν της δροσιάς το στάλαμα· Μη σου βαρύνη αν χείλο Ανθρώπου δώση φίλημα 'Σ την πέτρα, που κρατείς.
Κι' αυτός γελάει που σ' έβαλε Τέτοια λαλιά 'ς το στόμα, Κι' ο κόσμος, οπού ετίμησες, Πατώντας του το χώμα, Αναγαλλιάζει η σπίθα του Και κατά σε πηδά.
ΟΧΤΑΣΤΙΧΑ Αγνώστων ποιημάτων.
Η ΕΛΛΑΔΑ
Η Ευρώπη την κυττάει πώς θε να πράξη· Της Ευρώπης κυττάει κατά τα μέρη· Χωρίς όψη το πρόσωπο ν' αλλάξη, Απάνου εις τη ρομφαία βάνει το χέρι Βασιλικά, και με πολέμιαν τάξη Έκαμε νεύμα, οπού έλεγε· Ακαρτέρει. Και κατά την Ασία φριχτογυρίζει, Το δάχτυλο κινάει, και φοβερίζει.
ΤΑ ΔΥΟ ΜΝΗΜΑΤΑ
Τρεις φοραίς πολεμάει, και με την τρίτη Τα εγκάρδια προμηνύματα ακλουθάει· Σταίνει δύο κυπαρίσσια ομπρός 'ς το σπίτι. Και δύο μνήματα μαύρα οικοδομάει· Το φως του λαμπροτάτου αποσπερίτη 'Σ τα επιτύμβια κλαδιά λαμποκοπάει· 'Σ το ένα λαμποκοπάει και 'ς τ' άλλο μνήμα, Και γλυκά σέρνει κάτου ο ρύαξ το κύμα.
ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ
Στέκουν τα προβατάκια, — οπού το μάτι Για δαιδάλεα τα παίρνει από μακρύα, Και, αγκαλά και κανένα επεριπάτει, Έλεγες ότι σφάλλει η φαντασία· Έως οπού 'ς την κοιλάδα, άνθια γεμάτη, Τρέχουνε, δύο με δύο, και τρία με τρία, Και 'ς όλα της κοιλάδας τα περάσματα Λαλούν κουδούνια, αντιλαλούν βελάσματα.
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ [103]
Η Κρήτη, λέγει, . . . . η γη ναι της Αντρείας. Για ξαναπές το, αντίλαλε ιερέ της εκκλησίας.
Αίμα ας γένη το κρασί 'ς του γάμου το ποτήρι. [104]. . . . . Ω παλληκάρι, φεύγα· Πάρε μια φούχτα από τη γη την ποθητή σου κ' έβγα.
Ο ΑΝΑΤΟΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Τρεις κόσμοι σφόδρα πολεμούν, κ' οι τρεις αντρειωμένοι· Ο τέταρτος, νά, φαίνεται 'ς τα μάτια, και δεν είναι [105].
ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΚΥΡΙΑΣ ΑΓΓΛΙΔΑΣ
1
(Μία φωνή 'ς ένα vnσάκι)
Με τάνθη μας εμίσεψε· Ναύρ' άνθη σα γυρίση· Ετοίμασέ τε, κ' έφθασε· Δεν ημπορεί ν' αργήση· Μην είναι κείνη πώρχεται Με κάτασπρα πανιά;
2
(Ένα Πνεύμα)
Αθάνατε Φύλακα, οπού ο ουρανός κ' η θάλασσα σε βλέπουν και μένεις σιμά
Της όμορφης βασίλισσας της αποκοιμισμένης,
άφησέ με να κλείσω μέσα 'ς τα χέρια της το στεφάνι της κεφαλής μου, για να δοκιμάση αυτή, όταν ξυπνήση, όση χαρά εγώ αισθάνθηκα κυτταζοντάς την.
(Άλλο Πνεύμα)
Περίσσια γλυκομίλητο νέο πνεύμα της θαλάσσης [106], Τ' όμορφο πλάσμα δεν είναι 'ς τον ύπνο βυθισμένο.
3
Το χάσμα π' άνοιξ' ο σεισμός κ' ευθύς εγιόμισ' άνθη.
ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΑΝΕΨΙΑΣ ΤΟΥ
'Σ τον καθρέφτη, π' ακέριαν εδέχτη [107] Τη γλυκεία της παρθένας εικόνα, Με του γάμου στολαίς και κορώνα, Ρήχνει τρεις η παρθένα ματιαίς. Τρεις κινώντας τριγύρου φοραίς.
ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΑΙΜΙΛΙΑΣ ΡΟΔΟΣΤΑΜΟ
1
Και είδανε το ξόδι σου με την κεροδοσιά του.
2
Στη θύρα την ολόχρυση της Παντοδυναμίας, Πνεύματα μύρια παλαιά, πνεύματα μύρια νέα, Σ' ακαρτερούν για να σου πουν πως άργησες να φθάσης.
3
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . της ημέρας, Π' ο τρίτος άνθιζε 'ς εσέ θεοτικός Απρίλης [108], Με την ψυχή τρεμάμενη μέσ' 'ς τη χαρά του πόθου, Αχ! σ' έσταινα βασίλισσα 'ς της γης ταις ευτυχίαις, Ενώ 'λαις ταις δοκίμαζα κυττώντας τη θωριά σου. Στην πλάκα πέφτω [109], και θαρρώ πως δε θα σου βαρύνη, Παρθέν', από τα χείλη μου, κι' από τα γόνατά μου [110].
ΑΓΝΩΣΤΩΝ ΠΟΙΗΜΑΤΩΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ
1
Όξω ανεβοκατέβαινε το στήθος, άλλα μέσα Ανθίζει με τους κρίνους του παρθενικός ο κόσμος. Αυγή ναι κι' άστραφτε γλυκά σα 'ς την αρχή της πλάσης, Κ' εκράτουνε τα κάτασπρα ποδάρια 'ς τη δροσιά της [111].
2
Κρατεί 'ς το χόρτο τα κεριά, κεριά κομματιασμένα· Ουρανός δένεται και γη 'ς την όμορφη ματιά της.
3
Δεν είναι χόρτο ταπεινό, χαμόδεντρο δεν είναι· Βρύσαις απλώνει τα κλαδιά το δέντρο 'ς τον αέρα· Μην καρτερής εδώ πουλί, και μη προσμένης χλόη· Γιατί τα φύλλ' αν είν' πολλά, σε κάθε φύλλο πνεύμα. Το ψηλό δέντρ' ολόκληρο κ' ηχολογά κι' αστράφτει Μ' όλους της τέχνης τους ηχούς, με τ' ουρανού τα φώτα. Σαστίζ' η γη κ' η θάλασσα κι' ο ουρανός το τέρας, Το μέγα πολυκάντηλο μέσ' 'ς το ναό της φύσης [112],
Κι' αρμόζουν διάφορο το φως χίλιαις χιλιάδες άστρα, Χίλιαις χιλιάδες άσματα μιλούν και κάνουν ένα. 'Σ το δέντρο κάτου δέησιν έκαμ' η βοσκοπούλα· Τ' άστρα γοργά τη δέχτηκαν καθώς η γη τον ήλιο. Τα Σεραφείμ εγνώρισαν το βάθος της αγάπης, Κι' ολόκληρ' η Παράδεισω διπλή Παράδεισώ ναι. Ποιος είχε πη που σου μέλλε, πέτρα, να βγάλης ρόδο;
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αλλά πού τώρα βρίσκονται τα κάτασπρα ποδάρια; Πού ναι το στήθος τ' όμορφο, που τέτοιους κόσμους έχει; 'Σ τ' αμπέλ' η κόρη κάθεται και παίζει με τ' αρνί της [113].
4
Γιατ' η ψυχή μου μώλεγε συχνά 'ς το στήθος μέσα· 'Σ τον κόσμο την αγάπη σου παρά πολύ μη βάνης, Και τ' άστρα μ' όλο τους το φως κυττούν μ' ερωτεμένα, Και ρόδο μέσα μου πολύ, κρίνος πολύς, ανθίζει.
5
Πολλαίς φοραίς σ' αγκάλιασα . . . . . . Πολλαίς με την αγάπη μου και με το πέταμά μου.
6
Πέταμα και κειλαϊδισμό . . . . . . 'Σ τον πολυαγαπημένο τους ήλιο που βασιλεύει.
7
Τα διάφορα χρώματα του δειλινού, Οπού δεν έχουν όνομα κ' έχουν περίσσια κάλλη.
8
Όσαις μακρυά παίρνουν μορφαίς οι στρούνοι 'ς τον αέρα
9
Εδώ δεν έλειψε ποτέ λουλούδι και πουλάκι.
10
Μακρύς ο λάκκος π' άνοιξε και κλει το γίγαντά μου [114].
ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ Ο ΒΡΥΕΝΝΙΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ [115]
1
Ο Βρυέννιος άγρυπνος ενώ ο εχθρός του κοιμάται·
«Και συ, ανθισμένο κλαδί, οπού αυτός εκρέμασε το σπαθί του,
Η παρατήρηση του σοφού της Γερμανίας, και η σκέψις ότι εις εκείνον τον ανήθικον αιώνα έτυχε να ανθίση, κατά την ιστορική μαρτυρία, τούτο το υψηλό φρόνημα, επαρακίνησαν τον Σολωμό να σχεδιάση ένα ποίημα, εις το οποίον ιδανοποιούσε τον Βρυέννιο, τον επαράσταινε ότι αισθάνεται όλη τη διαφθορά της εποχής του, και ότι ενταυτώ προαισθάνεται λαμπρότατα το μέλλον αυτού του ξεπεσμένου Ελληνικού Έθνους. Θα κλείσω (μου έλεγε ο ποιητής) εις την ψυχή του το μέλλον της Ελλάδας.
Του συνθέματος τούτου, το οποίον αγνοώ αν ο ποιητής ετελείωσε, δεν σώζονται εις τα ευρισκόμενα χειρόγραφα ειμή τα εξής ολίγα, και αυτά ήθελε μείνουν ακατανόητα, αν δεν εγνώριζα κάτι του σχεδίου.» (Σ. Ε. Κ. 1859).
του κάκου με προσκαλείς εις τη ζωή και μου δείχνεις τον τρόπο να τη γλυτρώσω. Αν ποτέ . . . . κάνω γλήγορα να τον ξυπνήσω.»
2
Έβλεπε εις πόση ματαιότητα είχε βυθισθή το Έθνος, και χαρακτηρίζει τον Έλληνα του καιρού του με τα ακόλουθα λόγια·
«Και το θείον αίσθημα, με το οποίο πλησιάζει τη θεότητα, ως και αυτός με όλους τους ναούς του, είναι, καθώς όλα τα άλλα,
Απάνου 'ς τ' άδειο της ψυχής πολύτιμο στολίδι».
3
Ο νους του εβυθίζετο εις το μέλλον, κ' έλεγε προς την Ελλάδα.
«Εγώ σε ασπάζομαι εις το μέλλον εντυμένην με άπειρη δόξα· . . . . . . . . . . . . . . . η ψυχή μου εδέχτη Τον ήλιο της ελπίδας μου, ήλιο με δίχως γνέφι. Και με τους ήχους τ' αηδονιού θεοτικά τη θρέφει».
4
Στενός ο τόπος, σκοτεινός, κ' εβρόντουνε από γέλια.
5
Μ' αρέσει, δρυ, να σε θωρώ μέσ' 'ς τουρανού τ'ς αγκάλαις.
Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ
XVIII
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Εκύτταα, κ' ήτανε μακρυά ακόμη τ' ακρογιάλι· Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι! Τρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπίσω 'ς τ' άλλο, Πολύ κοντά 'ς την κορασιά με βρόντημα μεγάλο· Τα πέλαγα 'ς την αστραπή κι' ο ουρανός αντήχαν [116] Οι ακρογιαλιαίς και τα βουνά μ' όσαις φωναίς κι' αν είχαν.
XIX
Πιστέψετε π' ό,τι θα πω είν' ακριβή αλήθεια, Μα ταις πολλαίς λαβωματιαίς, που μώφαγαν τα στήθια [117], Μα τους συντρόφους, πώπεσαν 'ς την Κρήτη πολεμώντας, Μα την ψυχή, που μ' έκαψε τον κόσμο απαρατώντας (Λάλησε, Σάλπιγγα! κ' εγώ το σάβανο τινάζω, Και σχίζω δρόμο και τ'ς αχνούς αναστημένους κράζω [118]· «Μην είδετε την ομορφιά, που την κοιλάδα αγιάζει; »Πέστε, να ιδήτε το καλό εσείς κι' ό,τι σας μοιάζει. »Καπνός δε μένει από τη γη νιος ουρανός εγίνη·
»Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ, και θα κριθώ μ' αυτήνη.» — «Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια [119] »'Σ τη θύρα της Παράδεισως που εβγήκε με τραγούδια· »Έψαλλε την Ανάσταση χαροποιά η φωνή της, [120] »Κ' έδειχνεν ανυπομονιά για νά μπη 'ς το κορμί της· »Ο Ουρανός ολόκληρος αγροίκαε σαστισμένος, »Το κάψιμο αργοπόρουνε ο κόσμος ο αναμμένος [121] »Και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει· »Όμως κυττάζει εδώ κ' εκεί, και κάποιονε γυρεύει.»)
XX
Ακόμη εβάστουνε η βροντή . . . . . . . . . . . . Κ' η θάλασσα, που σκίρτησε σαν το χοχλό που βράζει, Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα, Σαν περιβόλι ευώδησε κ' εδέχτηκε όλα τ' άστρα [122]· Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση Κάθε ομορφιά να στολιστή και το θυμό ν' αφήση [123]. Δεν είν' πνοή 'ς τον ουρανό, 'ς τη θάλασσα, φυσώντας Ούτε όσο κάνει 'ς τον ανθό η μέλισσα περνώντας [124] Όμως κοντά 'ς την κορασιά, που μ' έσφιξε κ' εχάρη,
Εσειότουν τ' ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι [125] Και ξετυλίζει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει, Κι' ομπρός μου ιδού που βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη. Έτρεμε το δροσάτο φως 'ς τη θεϊκιά θωριά της, 'Σ τα μάτια της τα ολόμαυρα και 'ς τα χρυσά μαλλιά της.
XXI
Εκύτταξε τ' αστέρια, κ' εκείνα αναγαλλιάσαν, Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν· Κι' από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνη, Κυπαρισσένιο ανάερα τ' ανάστημα σηκώνει, Κι' ανεί τ'ς αγκάλαις μ' έρωτα και με ταπεινοσύνη, Κ' έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλωσύνη. Τότε από φως μεσημερνό η νύχτα πλημμυρίζει, Κ' η χτίσις έγεινε ναός που ολούθε λαμπυρίζει. Τέλος 'ς εμέ που βρισκόμουν ομπρός της μέσ' 'ς 'τα ρείθρα, Καταπώς στέκει 'ς το Βοριά η πετροκαλαμήθρα, [126]
Όχι 'ς την κόρη, αλλά 'ς εμέ την κεφαλή της κλίνει· Την κύτταζα ο βαρυόμοιρος, με κύτταζε κ' εκείνη. Έλεγα πως την είχα ιδή πολύν καιρόν οπίσω, Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο, Κάνε την είχε ερωτικά ποιήση ο λογισμός μου [127], Καν τ' όνειρο, όταν μ' έθρεφε το γάλα της μητρός μου· Ήτανε μνήμη παλαιή [128], γλυκειά, κι' αστοχισμένη, Που ομπρός μου τώρα μ' όλη της τη δύναμη προβαίνει· Σαν το νερό, που το θωρεί το μάτι ν' αναβρύζη Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι' ο ήλιος το στολίζει [129] Βρύση έγινε το μάτι μου, κι' ομπρός του δεν εθώρα, Κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα, Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα 'ς τα σωθικά μου, Που ετρέμαν και δε μ' άφιναν να βγάλω τη μιλιά μου· Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ' όπου Βλέπουνε μέσ' 'ςτην άβυσσο [130] και 'ς την καρδιά τ' ανθρώπου, Κ' ένοιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου· «Κύττα με μέσ' 'ςτα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι [131] . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
»Όμως εξέχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου· »Τ' αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μου τ' αδράξαν, »Την αδελφή μου ατίμησαν, κι' αμέσως την εσφάξαν, »Τον γέροντα τον κύρην μου εκάψανε το βράδυ, »Και την αυγή μου ρήξανε τη μάννα 'ς το πηγάδι »'Σ την Κρήτη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . »Μακρυά πο κείθ' εγιόμισα ταις φούχταις μου κ' εβγήκα [132] »Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να χω· »Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι' αυτό βαστώ μονάχο [133].
XXII
Εχαμογέλασε γλυκά 'ς τον πόνο της ψυχής μου, Κ' εδάκρυσαν τα μάτια της, κ' έμοιαζαν της καλής μου Εχάθη, αλιά μου! αλλ' άκουσα του δάκρυου της ραντίδα 'Σ το χέρι, πού χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα — [134] Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι, Π' αγνάντευεν Αγαρηνό κ' εγύρευε μαχαίρι. Χαρά δεν τού 'ναι ο πόλεμος· τ' απλώνω του διαβάτη Ψωμοζητώντας, κ' έρχεται με δακρυσμένο μάτι Κι' όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν, Αργά, κι' ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν, Και μέσα 'ς τ' άγρο πέλαγο τ' αστροπελέκι σκάη,
Κ' η θάλασσα να καταπιή την κόρη αναζητάη, [135] Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι' ο νους μου κινδυνεύει, Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει· Τα κύματα έσχιζα μ' αυτό, τ' άγρια και μυρωδάτα, [136] Με δύναμη, που δεν είχα μήτε ς τα πρώτα νιάτα, Μήτε όταν εκρατούσαμε, πετώντας τα θηκάρια, Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια, Μήτε όταν τον μπομπο-Ισούφ και τ'ς άλλους δύο βαρούσα Σύρριζα ς τη Λαβύρινθο π' αλαίμαργα πατούσα. 'Σ το πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου Κ' αυτό μου τ' αύξαιν', — έκρουζε 'ς τη πλεύρα της κυράς μου. [137] . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Αλλά το πλέξιμ' άγουε, και μου τ' αποκοιμούσε, [138] Ήχος, γλυκύτατος ήχος, οπού με προβοδούσε Δεν είναι κορασιάς φωνή 'ς τα δάση που φουντώνουν, Και βγαίνει τ' άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν, Και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει, Του δένδρου, και του λουλουδιού, που ανοίγει και λυγάει· Δεν είν' αηδόνι κρητικό, που παίρνει τη λαλιά του Σε ψηλούς βράχους κι' άγριους, όπ' έχει τη φωλιά του, Κι' αντιβουύζει ολονυχτής από πολλή γλυκάδα Η θάλασσα πολύ μακρυά, πολύ μακρυά η πεδιάδα, Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλυωσαν τ' αστέρια,
Κι' ακούει κι' αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια [139] Δεν είν' φιαμπόλι το γλυκό, οπού τ' αγροίκαα μόνος 'Σ τον Ψηλορίτη, οπού συχνά μ' ετράβουνεν ο πόνος, Κ' έβλεπα τ' άστρο τ' ουρανού μεσουρανίς να λάμπη, Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κ' οι κάμποι [140] Κ' ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθεριάς ελπίδα, Κ' εφώναζα ω θεϊκιά, κι' όλη αίματα Πατρίδα! Κι' άπλωνα, κλαίοντας, κατ' αυτή τα χέρια με καμάρι [141] Καλή ν' η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι. Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζη, Ίσως δε σώζεται 'ς τη γη ήχος, που να του μοιάζη [142] Δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός . . . . . . . . . . . . . Δεν ήθελε τον ξαναπή ο αντίλαλος κοντά του. Αν είν' δεν ήξερα κοντά, αν έρχωνται από πέρα· Σαν του Μαϊού ταις ευωδιαίς γιομίζαν τον αέρα, Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι . . . . . . . . . . . . . . .
Μόλις είν έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος. Μ' άδραχνεν όλη την ψυχή, και νά μπη δεν ημπόρει Ο ουρανός, κ' η θάλασσα, κ' η ακρογιαλιά, κ' η κόρη Με άδραχνε, και μ' έκανε συχνά ν' αναζητήσω Τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω. Έπαψε τέλος, κι' άδειασεν η φύσις κ' η ψυχή μου, Που εστέναξε, κ' εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου· Και τέλος φθάνω 'ς το γιαλό την αρραβωνιασμένη, Την απιθώνω με χαρά, κ' ήτανε πεθαμένη [143].
1833
Ο ΠΟΡΦΥΡΑΣ [144]
1
Η Κόλαση πάντ' άγρυπνη σου στήθηκε τριγύρου [145]· Αλλά δεν έχει δύναμη πάρεξ μακρυά, και πέρα Μακρυά πο την Παράδεισω, και συ 'ς εσέ χεις μέρος Μέσα 'ς τα στήθια σου τ' ακούς, Καλέ, να λαχταρίζη;
2
Κυττάς του ρόδου τη λαμπρή πρώτη χαρά του ήλιου, Ναι πρώτη, αλλ' όμως δεύτερη από το πρόσωπό σου! [146]
3
«Χιλιάδες άστρα 'ς το λουτρό μ' εμέ να στείλ' η νύχτα!» [147]
4
«Γελάς και συ 'ς τα λούλουδα, χάσμα του βράχου μαύρο.»
5
«Κοντά ναι το χρυσόφτερο, και κατά δω γυρμένο, Π' άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα, Και κει γροικά της θάλασσας και τ' ουρανού τα κάλλη [148], Και κει τραυά τον ήχο του μ' όλα τα μάγια πώχει Γλυκά δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου, Και τ' άστρο κράζει πάρωρα, και πρέπει να προβάλη. [149] Πουλί, πουλάκι, που σκορπάς το θαύμα της φωνής σου, Ευτυχισμός ά' δεν είναι το θαύμα της φωνής σου, Καλό ς τη γη δεν άνθισε, 'ς τον ουρανό, κανένα. Αλλ' αχ! να δώσω μία πλεξιά, και νά μαι κει φθασμένος, Ακόμ', αφρέ μου, να βαστάς, και νά μαι γυρισμένος, Με δυο φιλιά της μάννας μου, με φούχτα γη της γης μου» [150]
6
«Φιλώ τα χέρια μ' και γλυκά το στήθος μ' αγκαλιάζω Ανοιχτά πάντα κι' άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου. Ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση;»
7
Φύση, χαμόγελ' άστραψες κ' εγίνηκες δική του· Ελπίδα, τώδεσες το νου μ' όλα τα μάγια πώχεις· Νιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλωσύνης. Γύρου κυττά να τον ιδή . . . . . . . . . . . . Κοντά ναι κει 'ς τον νιον ομπρός ο τίγρις του πελάγου [151] Κι' αλιά! μακρυά ναι το σπαθί, μακρυά ναι το τουφέκι! Αλλ' όπως έσχισ' εύκολα βάθος τρανό, κ' εβγήκε, Κι' ώρμησε . . . . . . . . . . . . . . . . . . Κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο, Κατά το στήθος το πλατύ, και το ξανθό κεφάλι, Κατά τη μεγαλόψυχη γλυκειά πνοή της νιότης, Έτσι κι' ο νιος . . . . . . . . . . . . . . Της φύσης από τ'ς όμορφες και δυναταίς αγκάλαις, Οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε. Κ' ευθύς ξυπνά 'ς τ' ελεύθερο γυμνό κορμί π' αστράφτει, Την τέχνη του κολυμπιστή μ' αυτήν του πολεμάρχου. [152]
8
Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει.
Άστραψε φως, κ' εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του. [153] Οι κόσμοι γύρου ν' άνοιγαν κορώναις να του ρήξουν, . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου, Όμορφε ξένε και καλέ και 'ς τον ανθό της νιότης, Άμε και δέξου 'ς το γιαλό του δυνατού την κλάψα
1849
ΟΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΙ ΠΟΛΙΟΡΚΗΜΕΝΟΙ
ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ [154]
Εφάρμοσε εις την πνευματική μορφή την ιστορία του φυτού το οποίον αρχινάει από το σπόρο, και γυρίζει εις αυτόν, αφού περιέλθη, ως βαθμούς ξετυλιγμού, όλαις ταις φυτικαίς μορφαίς, δηλαδή, τη ρίζα, τον κορμό, τα φύλλα, τ' άνθη, και τους καρπούς. Εφάρμοσέ την, και σκέψου βαθιά την υπόσταση του υποκειμένου, και τη μορφή της τέχνης. Πρόσεξε ώςτε τούτο το έργο να γένεται δίχως ποσώς να διακόπτεται.
Μία μεστή και ωραία δημοκρατία ιδεών, οι οποίαις να παρασταίνουν ουσιαστικά τον εις ταις αίσθησαις αόρατο Μονάρχη. Τότε είναι αληθινό ποίημα. Ο Μονάρχης, οπού μένει κρυμμένος για ταις αίσθησαις, και γνωρίζεται μόνον από το πνεύμα, μέσα εις το οποίον εγεννήθηκε, είναι έξω από την περιφέρεια του Καιρού· αλλά μία δημοκρατία ιδεών ενεργεί αισθητά μέσα εις τα όρια του Καιρού.
Σκέψου βαθιά, και σταθερά, (μία φορά για πάντα) τη φύση της Ιδέας, πριν πραγματοποιήσης το ποίημα. Εις αυτό θα ενσαρκωθή το ουσιαστικώτερο και υψηλότερο περιεχόμενο της αληθινής ανθρώπινης φύσης, η Πατρίδα και η Πίστις.
Ο θεμελιώδης ρυθμός του ποιήματος ας είναι, από την αρχή ως το τέλος, το Κοινό και το Κύριο (Proprio), συρριζωμένα και ταυτισμένα με τη γλώσσα· ας εργάζεται (το ποίημα) αδιάκοπα για την αληθινήν ουσία, αλλά εις τρόπον ώστε να μη το καταλάβουν ειμή οι νόες οι γυμνασμένοι και βαθείς. Εις τούτο θα φθάση τινάς με τρόπον απλό, πλούσιον όμως από δεσίματα, θρέφοντας τη Μορφή με τύπους δημοτικούς· λ. χ. ετοιμοθάνατος, — χρυσοπηγή, — χρυσοπράσινα, κ. ά.
Ο θεμελιώδης ρυθμός ας στυλωθή εις το κέντρο της Εθνικότητος, και ας υψώνεται κάθετα, ενώ το νόημα, από το οποίο πηγάζει η Ποίηση, και το οποίο αυτή υπηρετεί, απλώνει βαθμηδόν τους κύκλους του.
Όλο το Ποίημα ας εκφράζη το Νόημα, ωσάν ένας αυτοΰπαρχτος κόσμος, μαθηματικά βαθμολογημένος, πλούσιος και βαθύς. Μέσα εις αυτό το δρόμο μοναχά συγχωρείται να προξενήση τινάς, με τα διάφορα ακόλουθα εφευρήματα, ταις πλέον μεγάλαις και φοβεραίς εντύπωσαις. Αυτό δεν έγινε ποτέ αρκετά καλά. Όσοι εδοκίμασαν να το κάμουν (ως ο Ευριπίδης, και μ' αυτόν οι περισσότεροι των νεωτέρων, οι οποίοι είναι παιδιά του), έμειναν έξω από την Ιδέα, και όποιος έχει νου δεν το υποφέρει.
Εις το ποίημα του Χρέους [155] μακρινή πρέπει να είναι η φριχτή αγωνία μέσα εις τη δυστυχία και εις τους πόνους, όπως εκείθε φανερωθή απείραχτη και άγια η διανοητική και ηθική Παράδεισος.
Πραγματοποίησε τούτη την ιδέα· όλοι οι ανθρώπινοι δεσμοί, — πατρός, — αδελφού, — γυναικός, — ριζωμένοι εις τη γη, και με αυτούς ο ενθουσιασμός της δόξας· — τους αρπάζεται η γη, και τοιουτοτρόπως αναγκάζονται να ξεσκεπάσουν εις τα βάθη τους την αγιωσύνη της ψυχής τους. Εις τον πάτο της εικόνας πάντα η Ελλάδα με το μέλλον της. Από την αρχή ως το τέλος περνάνε από πόνον εις πόνον έως τον άκρον πόνο τότε έτρεξε η θάλασσα, και η ψυχή τους έπλεε εις την πίκρα, και ετρέκλιζαν ωσάν μεθυσμένοι. Τότε ο εχθρός τους ζητεί ν' αλλαξοπιστήσουν. Ο Άγιος Αυγουστίνος λέγει, ότι ο Σταυρός είναι η καθέδρα της αληθινής σοφίας επειδή όσα ο Ιησούς εις τρεις χρόνους εδίδαξε με το Ευαγγέλιο, όλα τα ανακεφαλαίωσε εις τρεις ώραις απάνου εις το Σταυρό.
Έντοναις δύναμαις, οι οποίαις ξετυλίζονται εις φυσικοεθνικά όργανα, εις μία μικρή γη· δύναμαις μεγάλαις κάθε λογής, οι οποίαις εμψυχώνουν το ξετύλιγμα, οπού ακατάπαυτα προχωρεί μεγαλύτερο. Ενώ αυξαίνει, κάμε ώστε ανάμεσα εις ταις νικηφόραις ενάντιαις δύναμαις να ευρίσκεται η ενθύμηση της περασμένης δόξας. — Οι Αδελφοποιτοί. — Μελέτησε καλά τη φύση της Ιδέας, και το υπερφυσικό και γεννητικό βάθος της ας πετάξη έξω το φυσικό μέρος, και τούτο ας τεθή αβίαστα εις όργανα εθνικά.
Αλλά όπως φθάση τινάς εις τούτο, ανάγκη να μελετήση τον υποστατικόν ήσκιον, οπού θα βγάλη έξω τα σώματα, μέσ' από τα οποία αυτός θα φανερωθή με εκείνα ενοποιημένος. Και μέσα εις αυτά τα σώματα ας εκφρασθή, εις όλα τα μέρη του έργου, η εθνικότης όσο το δυνατό πλέον εκτεταμένη. Τοιουτοτρόπως η Μεταφυσική έγινε Φυσική.
Πάρε και σύμπηξε δυνατά μίαν πνευματική δύναμη, και καταμέρισε την εις τόσους χαραχτήρες, ανδρών και γυναικών, εις τους οποίους ν' ανταποκρίνωνται εμπράκτως τα πάντα. Σκέψου καλά αν τούτο θα γένη ρωμαντικά, ή, αν είναι δυνατό, κλασσικά ή εις είδος μιχτό, αλλά νόμιμο. Του δευτέρου είδους άκρο παράδειγμα είναι ο Όμηρος· του πρώτου ο Σέϊκσπηρ· του τρίτου, δεν γνωρίζω.
Η απόλυτη ύπαρξη του ποιήματος ας είναι πολυσήμαντη· — μία από ταις σημασίαις· η μικρή γη, έως τότε δίχως δόξα, δίχως όνομα, διά μιας υψώνεται εις το άκρο της δόξας, πρώτα με το να σηκωθή, και έπειτα με το να βασταχθή, αποκρούοντας πολλαίς δύναμαις, και από εκεί πέφτει εις τη βαθύτατη δυστυχία. Τοιουτοτρόπως μία ενότης πολλών δυνάμεων φανερώνεται εις την ισοζυγία των μορφών. Το νόημα είναι πάντα το αυτό από την αρχήν ως το τέλος, όπου είναι η λέξι αιματοτσακισμένα· — κ' έτσι τωόντι κάθε λέξη εβγήκε μεστή από το νόημα, και το έργο δείχνεται ατομικό, σύμφωνο με το πνεύμα της Γενικότητος, που το εγέννησε.
Το ποίημα ας έχη ασώματη ψυχή, η οποία απορρέει από τον Θεό, και αφού σωματοποιηθή εις τα όργανα καιρού, τόπου, εθνικότητος, γλώσσας, με τους διαφορετικούς στοχασμούς, αισθήματα, κλίσαις κ. ά. (ας γένη ένας μικρός σωματικός κόσμος ικανός να τη φανερώση), τέλος επιστρέφει εις τον Θεό·
'Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος, Εκείθ' εβγήκε ανίκητος·
Κύτταξε να σχηματίσης βαθμηδόν ωσάν μίαν Αναβάθρα από δυσκολίαις, ταις οποίαις θα υπερβούν εκείνοι οι Μεγάλοι, με όσα οι αίσθησαις απορρουφούν από τα εξωτερικά, τα οποία ή τους τραυούν με τα κάλλη τους, ή τους βιάζουν με την ανάγκη και με τον πόνο, έως εις τη βεβαιότητα του θανάτου, αλλά εξαιρέτως με την ενθύμηση της περασμένης δόξας. Όλα αυτά, όσο μεγαλύτερα είναι και πλέον διάφορα, εις τόσο υψηλότερο στυλοπόδι σταίνουν την Ελευθερία μεστήν από το Χρέος, δηλαδή, απ' όσα περιέχει η Ηθική, η Θρησκεία, η Πατρίδα, η Πολιτική κ. ά.
Κάμε ώστε ο μικρός Κύκλος μέσα εις τον οποίο κινειέται η πολιορκημένη πόλη, να ξεσκεπάζη εις την ατμοσφαίρα του τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ελλάδας, για την υλική θέση οπού αξίζει τόσο για εκείνους οπού θέλουν να τη βαστάξουν, όσο για εκείνους, οπού θέλουν να την αρπάξουν, — και για την ηθική θέση, τα μεγαλύτερα συμφέροντα της Ανθρωπότητος. Τοιουτοτρόπως η υπόθεση δένεται με το παγκόσμιο σύστημα. — Ιδές τον Προμηθέα και εν γένει τα συγγράμματα του Αισχύλου. — Ας φανή καθαρά η μικρότης του τόπου, και ο σιδερένιος και ασύντριφτος κύκλος οπού την έχει κλεισμένη. Τοιουτοτρόπως από τη μικρότητα του τόπου, ο οποίος παλεύει με μεγάλαις ενάντιαις δύναμαις, θέλει έβγουν οι Μεγάλαις Ουσίαις.
Μείνε σταθερός εις τούτη την υψηλή θέση. Η θλίψη τους στέκεται εις το να θυμούνται την ευτυχισμένη κατάσταση τους, όθεν έπρεπε να βλαστήση το καλό της πατρίδας. Τώρα αισθάνονται ότι θα χάσουν τα πάντα· το αισθάνονται βαθμηδόν, και επομένως ολικώς. Η πείνα δε μπαίνει εις τον κύκλον ειμή μόνον ως εξωτερική δύναμη, την οποίαν υπερνικούν καθώς όλαις ταις άλλαις.
Σκέψου την ισοζυγία των δυνάμεων, μεταξύ ανδρών και γυναικών. Εκείνοι ας αισθάνωνται όλα, και ας νικάνε όλα, με την ουσίαν έξυπνη· τούταις ας νικάνε και αυταίς, αλλ' ωσάν γυναίκες [156].
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ A'.
Τότες εταραχτήκανε τα σωθικά μου, και έλεγα πως ήρθε ώρα να ξεψυχήσω· κ' ευρέθηκα σε σκοτεινό τόπο και βροντερό, που εσκιρτούσε σαν κλωνί στάρι 'ς το μύλο που αλέθει ογλήγορα, ωσάν το χόχλο 'ς το νερό που αναβράζει· ετότες εκατάλαβα πως εκείνο ήτανε το Μεσολόγγι [157]· αλλά δεν έβλεπα μήτε το κάστρο, μήτε το στρατόπεδο, μήτε τη λίμνη, μήτε τη θάλασσα, μήτε τη γη που επάτουνα, μήτε τον ουρανό· εκατασκέπαζε όλα τα πάντα μαυρίλα και πίσσα, γιομάτη λάμψι, βροντή, και αστροπελέκι· και ύψωσα τα χέρια μου και τα μάτια μου να κάνω δέηση, και ιδού μέσ' 'στη καπνίλα μία μεγάλη γυναίκα με φόρεμα μαύρο σαν του λαγού το αίμα, οπού η σπίθα έγγιζε κ' εσβενότουνε· και με φωνή, που μου εφαίνονταν πως νικάει την ταραχή του πολέμου, άρχισε·
Το χάραμα επήρα Του Ήλιου το δρόμο, Κρεμώντας τη λύρα Τη δίκαιη 'ς τον ώμο, [158] Κι' απ' όπου χαράζει Ως όπου βυθά,
Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.»
2
Παράμερα στέκει Ο άντρας, και κλαίει· [159] Αργά το τουφέκι Σηκώνει, και λέει· «Σε τούτο το χέρι »Τι κάνεις εσύ; »Ο εχθρός μου το ξέρει »Πως μου είσαι βαρύ.» Της μάννας ω λαύρα! Τα τέκνα τριγύρου Φθαρμένα και μαύρα, 'Σαν ήσκιους ονείρου· Λαλεί το πουλάκι 'Σ του πόνου τη γη, Και βρίσκει σπειράκι, Και μάννα φθονεί.
3
Γροικούν να ταράζη Του εχθρού τον αέρα Μιαν άλλη, που μοιάζει [160] Τ' αντίλαλου πέρα· Και ξάφνου πετειέται Με τρόμου λαλιά· Πολληώρα γροικειέται, Κι' ο κόσμος βροντά.
4
Αμέριμνον όντας Τ' Αράπη το στόμα Σφυρίζει, περνώντας 'Σ του Μάρκου το χώμα· Διαβαίνει, κι' αγάλι Ξαπλώνετ' εκεί, Που εβγήκ' η μεγάλη Του Μπάιρον ψυχή.
5
Προβαίνει και κράζει Τα έθνη σκιασμένα.
6
Και ω πείνα και φρίκη! Δε σκούζει σκυλί!
7
Και η μέρα προβαίνει, Τα νέφια συντρίβει· Να, η νύχτα που βγαίνει, Κι' αστέρι δεν κρύβει.
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Β'.
1
Άκρα του τάφου σιωπή 'ς τον κάμπο βασιλεύει· Λαλεί πουλί, παίρνει σπειρί, κ' η μάννα το ζηλεύει [161] Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· 'ς τα μάτια η μάννα μνέει·
Στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα, και κλαίει· «Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ' έχω γω 'ς το χέρι; Οπού συ μου γινες βαρύ, κι' ο Αγαρηνός το ξέρει.» [162]
2
Το Μεσολόγγι έπεσε την Άνοιξη· ο ποιητής παρασταίνει την Φύση, εις τη στιγμή που είναι ωραιότερη ως μία δύναμη, η οποία, με όλα τ' άλλα και υλικά και ηθικά ενάντια, προσπαθεί να δειλιάση τους πολιορκημένους· ιδού οι Στοχασμοί του ποιητή·
Η ζωή που ανασταίνεται με όλαις της ταις χαραίς, αναβρύζοντας ολούθε, νέα, λαχταριστή, περιχυνόμενη εις όλα τα όντα· η ζωή ακέραιη, απ' όλα της φύσης τα μέρη, θέλει να καταβάλη την ανθρώπινη ψυχή· θάλασσα, γη, ουρανός, συγχωνευμένα, τα οποία πάλι πολιορκούν την ανθρώπινη φύση 'ς την επιφάνεια και εις το βάθος της.
Η ωραιότης της φύσης, που τους περιτριγυρίζει, αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν τη χαριτωμένη γη, και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε, Κι' όσ' άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ' άρματα σε κλειούνε. Λευκό βουνάκι πρόβατα κινούμενο βελάζει, Και μέσ' 'στη θάλασσα βαθιά ξαναπετειέται πάλι, Κι' ολόλευκο εσύσμιξε με τ' ουρανού τα κάλλη.
Και μέσ' 'ςτης λίμνης τα νερά, όπ' έφθασε μ' ασπούδα, Έπαιξε με τον ήσκιο της γαλάζια πεταλούδα, Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα 'ς τον άγριο κρίνο·
Το σκουληκάκι βρίσκεται 'ς ώρα γλυκεία κ' εκείνο [163]. Μάγεμα η φύσις κι' όνειρο 'ς την ομορφιά και χάρη [164], Η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι· Με χίλιαις βρύσαις χύνεται, με χίλιαις γλώσσαις κρένει [165]· Όποιος πεθάνη σημέρα χίλιαις φοραίς πεθαίνει. Τρέμ' η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της.
3
Ενώ ακούεται το μαγευτικό τραγούδι της άνοιξης, οπού κινδυνεύει να ξυπνήσει εις τους πολιορκημένους την αγάπη της ζωής τόσον, ώστε να ολιγοστέψη η αντρεία τους, ένας των Ελλήνων πολεμάρχων σαλπίζει κράζοντας τους άλλους εις συμβούλιο, και η σβυσμένη κλαγγή, οπού βγαίνει μέσ' από το αδυνατισμένο στήθος του, φθάνοντας εις το εχθρικό στρατόπεδο παρακινεί έναν Αράπη να κάμη ό,τι περιγράφουν οι στίχοι 4-12.
«Σάλπιγγα, κόψ' του τραγουδιού τα μάγια με βία, Γυναικός, γέροντος, παιδιού, μη κόψουν την αντρεία.» Χαμένη, αλίμονον! κι' οκνή τη σάλπιγγα γροικάει· Αλλά πώς φθάνει 'ς τον εχθρό και καθ' ηχή ξυπνάει; Γέλιο 'ςτο σκόρπιο στράτευμα σφοδρό γεννοβολειέται, Κ' η περιπαίχτρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετειέται·
Και με χαρούμενη πνοή το στήθος το χορτάτο, Τ' αράθυμο, το δυνατό, κι' όλο ψυχαίς γιομάτο, Βαρώντας γύρου ολόγυρα, ολόγυρα και πέρα, Τον όμορφο τρικύμισε και ξάστερον αέρα· Τέλος μακρειά σέρνει λαλιά, σαν το πεσούμεν' άστρο, Τρανή λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο. [166]
4.
Μόλις έπαυσε το σάλπισμα ο Αράπης, μία μυριόφωνη βοή ακούεται εις το εχθρικό στρατόπεδο, και η βίγλα του κάστρου, αχνή σαν το Χάρο, λέει των Ελλήνων· «Μπαίνει ο εχθρικός στόλος.» Το πυκνό δάσος έμεινε ακίνητο εις τα νερά, οπού η ελπίδα απάντεχε να ιδή τα φιλικά καράβια. Τότε ο εχθρός εξανανέωσε την κραυγή, και εις αυτήν αντιβόησαν οι νεόφθαστοι μέσ' από τα καράβια. Μετά ταύτα μία ακατάπαυτη βροντή έκανε τον αέρα να τρέμη πολλή ώρα, και εις αυτή την τρικυμία
Η μαύρη γη σκιρτά ως χοχλό μέσ' 'ςτο νερό που βράζει.
— Έως εκείνη τη στιγμή οι πολιορκημένοι είχαν υπομείνη πολλούς αγώνες με κάποιαν ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, και να συντρίψη ίσως τον σιδερένιο κύκλο οπού τους περιζώνει· τώρα οπού έχασαν κάθε ελπίδα, και ο εχθρός τους τάζει να τους χαρίση τη ζωή αν αλλαξοπιστήσουν, η υστερινή τους αντίσταση τους αποδείχνει Μάρτυρες.
5
. . . . . . . . . . . . 'Σ τη πεισμωμένη μάχη Σφόδρα σκιρτούν μακριά πολύ τα πέλαγα κ' οι βράχοι, [167] Και τα γλυκοχαράματα, και μέσ' 'ςτα μεσημέρια, [168] Κι' όταν θολώσουν τα νερά, κι' όταν εβγούν τ' αστέρια. Φοβούνται γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε, [169] Κ' οι ξένοι ναύκληροι μακριά πικραίνονται και λένε· «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, σπαθί Τουρκιάς μολίβι, Πέλαγο μέγα βράζ' ο εχθρός προς το φτωχό καλύβι.» [170]
6
Ένας πολέμαρχος ξάφνου απομακραίνεται από τον κύκλο, όπου είναι συναγμένοι εις συμβούλιο για το γιουρούσι, γιατί τον επλάκωσε η ενθύμηση, τρομερή εις εκείνην την ώρα της άκρας δυστυχίας, ότι εις εκείνο το ίδιο μέρος, εις ταις λαμπραίς ημέραις της νίκης, είχε πέση κοπιασμένος από τον πολεμικόν αγώνα, και αυτού επρωτάκουσε, από τα χείλη της αγαπημένης του, τον αντίλαλο της δόξας του, η οποία έως τότε είχε μείνη άγνωστη εις την απλή και ταπεινή ψυχή του.
Μακριά απ' όπ' ήτα' αντίστροφος κι' ακίνητος εστήθη· Μόνε σφοδρά βροντοκοπούν τ' αρματωμένα στήθη· «Εκεί ήρθε το χρυσότερο από τα ονείρατά μου· Με τ' άρματ' όλα βρόντησα τυφλός του κόπου χάμου. Φωνή πε· Ο δρόμος σου γλυκός και μοσχοβολισμένος [171]· 'Σ την κεφαλή σου κρέμεται ο ήλιος μαγεμένος [172]· Παλληκαρά, και μορφονιέ, γεια σου, καλέ, χαρά σου! Άκου! νησιά, στεριαίς της γης, εμάθαν τ' όνομά σου [173]· Τούτος, αχ! που ν' ο δοξαστός, κ' η θεϊκιά θωριά του;
Η αγκάλη μ' έτρεμ' ανοιχτή κατά τα γόνατα του [174], Έρρηξε χάμου τα χαρτιά με τ'ς είδησαις του κόσμου Η κορασιά τρεμάμενη . . . . . . . . . . . . . . . . Χαρά της έσβυε τη φωνή, που ν' τώρα αποσβυμένη Άμε, χρυσ' όνειρο, και συ με τη σαβανωμένη [175]. Εδώ ναι χρεία να κατεβώ, να σφίξω το σπαθί μου, Πριν όλοι χάσουν τη ζωή, κ' εγ' όλη τη πνοή μου· Τα λίγα απομεινάρια της πείνας και τ'ς αντρείας, . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Γκόλφι να τα χω 'ς το πλευρό, και να τα βγάλω πέρα, Που μ' έκραξαν μ' απαντοχή, φίλο, αδελφό, πατέρα· Δρόμ' αστραφτά να σχίσω τους 'ς εχθρούς καλά θρεμμένους, 'Σ εχθρούς πολλούς, πολλ' άξιους, πολλά φαρμακωμένους [176] Να μείνης, χώμα πατρικό, για μισητό ποδάρι· Η μαύρη πέτρα σου χρυσή και το ξερό χορτάρι.»
«Θύραις ανοίξτ' ολόχρυσαις για την γλυκειάν ελπίδα.»
7
Κρυφή χαρά στραψε 'ς εσέ· κάτι καλό χει ο νους σου· Πες, να το ξεμυστηρευτής θες τ' αδελφοποιτού σου; [177] Ψυχή μεγάλη και γλυκειά, μετά χαράς σ' το λέω· Θαυμάζω ταις γυναίκες μας, και 'ς τ' όνομά τους μνέω.
Εφοβήθηκα κάποτε μη δειλιάσουν, και ταις επαρατήρησα αδιάκοπα,
Για η δύναμη δεν είν' 'ς αυταίς ίσια με τ' άλλα δώρα.
Απόψε, ενώ είχαν τα παράθυρα ανοιχτά για τη δροσιά, μία απ' αυταίς, η νεώτερη, επήγε να τα κλείση, αλλά μία άλλη της είπε· «Όχι, παιδί μου· άφησε να μπη η μυρωδιά από τα φαγητά· είναι χρεία να συνειθίσουμε·
Μεγάλο πράμα η υπομονή!. . . . . . . . .
Αχ! μας την έπεμψε ο Θεός· κλει θησαυρούς κ' εκείνη. Εμείς πρέπει να έχουμε υπομονή, αν και έρχονταν οι μυρωδιαίς.
Απ' όσα δίν' η θάλασσα, απ' όσ' η γη, ο αέρας.»
Κ' έτσι λέγοντας εματάνοιξε το παράθυρο, και η πολλή μυρωδιά των αρωμάτων εχυνότουν μέσα, κ' εγιόμισε το δωμάτιο. Και η πρώτη είπε· «Και το αεράκι μας πολεμάει.» — Μία άλλη έστεκε σιμά εις το ετοιμοθάνατο παιδί της.
Κι' άφσε το χέρι του παιδιού, κ' εσώπασε λιγάκι, Και ξάφνου της εφάνηκε 'ς το στόμα το βαμπάκι.
Και άλλη είπε χαμογελώντας, να διηγηθή καθεμία τ' όνειρο της,
Κι' όλαις εφώναξαν μαζί, κ' είπαν πως είδαν ένα·
Κι' ότι αποφάσισαν μαζί να πουν τα ονείρατά τους,
Είπα, να ιδώ τη γνώμη τους 'ς την υπνοφαντασιά τους [178].
Και μία είπε· «Μου εφαινότουν ότι όλοι εμείς, άντρες και γυναίκες, παιδιά και γέροι, ήμαστε ποτάμια, ποια μικρά, ποια μεγάλα, κ' ετρέχαμε ανάμεσα εις τόπους φωτεινούς, εις τόπους σκοτεινούς, σε λαγκάδια, σε γκρεμούς, απάνου κάτου, κ' έπειτα εφθάναμε μαζί 'ς τη θάλασσα με πολλή ορμή,
Και μέσ' 'στη θάλασσα γλυκά βαστούσαν τα νερά μας.»
Και μία δεύτερη είπε·
«Εγώ δα δάφναις. — Κ' εγώ φως . . . . . . . . . . . . .
— Κ' εγώ 'ς φωτιά μια όμορφη π' αστράφταν τα μαλλιά της.»
Και αφού όλαις εδιηγήθηκαν τα ονείρατά τους, εκείνη, πού χε το παίδι ετοιμοθάνατο, είπε· «Ιδές, και εις τα ονείρατα ομογνωμούμε, καθώς εις τη θέληση και εις όλα τ' άλλα έργα.» Και όλαις οι άλλαις εσυμφώνησαν, κ' ετριγύρισαν με αγάπη το παιδί της, πού χε ξεψυχήση.
Ιδού, αυταίς οι γυναίκες φέρνονται θαυμαστά· αυταίς είναι μεγαλόψυχαις, και λένε ότι μαθαίνουν από μας· δε δειλιάζουν, μ' όλον ότι τους επάρθηκε η ελπίδα, που είχαν, να γεννήσουν τέκνα για τη δόξα και για την ευτυχία. Εμείς λοιπόν μπορούμε να μάθουμε απ' αυταίς και να ταις λατρεύουμε έως την ύστερην ώρα — Πες μου και συ τώρα γιατί εχθές, ύστερ' από το συμβούλιο, ενώ εστεκόμαστε σιωπηλοί, απομακρύθηκες ταραγμένος·
Να μου το πής να το χω γω γκολφισταυρό 'ς τον άδη. [179] Εχαμογέλασε πικρά, κι' ολούθενε κυττάζει· Κι' ανεί πολύ τα βλέφαρα τα δάκρυα να βαστάξουν.
8
Παρασταίνεται ο Ιμπραΐμ Πασάς συλλογιζόμενος τη σημαντικότητα της γης, την οποία θέλει να κυριέψη, και τον πόνο και την εντροπή τον αν δεv το κατορθώση.
Καθώς εκεί 'ς την Αραπιά . . . . . . . . . . . . . Χύνεται ανάερα το σκυλί της δίψας λυσσιασμένο. Μέσ' 'ςτην ψυχή την αγροικά σα σπίθα 'ς τη φωτιά της, Και συχνά τού π' η αράθυμη και τρίσβαθη ψυχή του· «Κάμποι, βουνά καρπόφορα, και λίμνη ωραία και πλούσια.» «'Σ τουφέκι αλλάξαν και σπαθί το δίχτυ και τ' αγκίστρι.» «Μάννα καλή παλληκαριών, και κάμε τη δική σου [180].» «Αιώνια ήθελ' ήτανε ο πόνος κ' η ντροπή μου»
9
Ετούτ' είν' ύστερη νυχτιά· όλα τ' αστέρια βγάνει· ολονυχτίς ανέβαινε η δέηση, το λιβάνι.
Ο Αράπης, τραυηγμένος από τη μυρωδιά που εσκορπούσε το θυμίαμα, περίεργος και ανυπόμονος, με βιαστικά πατήματα πλησιάζει εις το τείχος,
Και απάνου, ανάγκη φοβερή! σκυλί δεν του λυχτάει.
Και ακροάζεται· αλλά τη νυχτική γαλήνη δεν αντίσκοβε μήτε φωνή, μήτε κλάψα, μήτε αναστεναγμός· ήθελε πης ότι είχε παύση η ζωή· οι ήρωες είναι ενωμένοι και μέσα τους, λόγια λένε
Για την αιωνιότητα, που μόλις τα χωράει· 'Σ τα μάτια και 'ς το πρόσωπο φαίνοντ' οι στοχασμοί τους Τους λέει μεγάλα και πολλά η τρίσβαθη ψυχή τους. Αγάπη κ' έρωτας καλού τα σπλάχνα τους τινάζουν· Τα σπλάχνα τους κ' η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν· Γλυκειά κ' ελεύθερ' η ψυχή σα να τανε βγαλμένη, Κ' υψώναν με χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη [181].
10
Αφού έκαψαν τα κρεβάτια, οι γυναίκες παρακαλούν τους άντρες να ταις αφήσουν να κάμουνε αντάμα, εις το σπήλαιο, την υστερινή δέηση. Μί' απ' αυταίς, η γεροντότερη, μιλεί για ταις άλλαις· «Άκουσε, παιδί μου, και τούτο από το στόμα μου,
Που είμ' όλη κάτου από τη γη κ' ένα μπουτσούνι απ' έξω. Ορκίζουν σε 'ς τη στάχτ' αυτή Και 'ς τα κρεβάτια τ' άτυχα με το σεμνό στεφάνι· Ν' αφήστε σας παρακαλούν να τρέξουμε 'ς εκείνο, Να κάμουμ' άμα το στερνό χαιρετισμό και θρήνο.» Κ' επειδή εκείνος αργούσε ολίγο να δώση την απόκριση, Όλαις 'ς τη γη τα γόνατα εχτύπησαν ομπρός του, Κ' εβάστααν όλαις κατ' αυτόν τη χούφτα σηκωμένη, Και με πικρό χαμόγελο την όψη τη φθαρμένη, Σα να θελ' έσπλαχνα ο Θεός βρέξη ψωμί 'ς εκείναις.
11
Οι γυναίκες, εις ταις οποίαις έως τότε είχε φανή όμοια μεγαλοψυχία με τους άντρες, όταν δέωνται και αυταίς, δειλιάζουν λιγάκι και κλαίνε· όθεν προχωρεί η Πράξη· διότι όλα τα φερσίματα των γυναικών αντιχτυπούν εις την καρδιά των πολεμιστάδων, και αυτή είναι η υστερινή εξωτερική δύναμη, που τους καταπολεμάει, από την οποίαν, ως απ' όλαις ταις άλλαις, αυτοί βγαίνουν ελεύθεροι.
12
Είναι προσωποποιημένη η Πατρίδα, η Μεγάλη Μητέρα, θεάνθρωπη, ώστε να αισθάνεται όλα τα παθήματα, και καθαρίζοντάς τα εις τη μεγάλη ψυχή της να αναπνέη την Παράδεισο·
Πολλαίς πληγαίς κ' εγλύκαναν γιατ' έσταξ' αγιομύρος.
Μένει άγρυπνη μέρα και νύχτα, καρτερώντας το τέλος του αγώνος· δεν τα φοβάται τα παιδιά της μη δειλιάσουν· εις τα μάτια της είναι φανερά τα πλέον απόκρυφα της ψυχής τους·
'Σ του τέκνου σύρριζα του νου, Θεού της μάννας μάτι· Λόγο, έργο, νόημα . . . . . . . . . . . . . . . . . Από το πρώτο μίλημα 'ς τον αγγελοκρουμό του.
Για τούτο αυτή είναι
Ήσυχη για τη γνώμη τους, αλλ όχι για τη Μοίρα, Και μέσ' 'ςτην τρίσβαθη ψυχή ο πόνος της πλημμύρα,
επειδή βλέπει τον εχθρόν άσπονδον, άπονον από το πολύ πείσμα, και καταλαβαίνει ότι αν το Έλεος έχυνε μέσ' 'ςτα σπλάχνα του όλους τους θησαυρούς του, τούτοι
Τριαντάφυλλα ναι θεϊκά 'ς την κόλαση πεσμένα.
13
Μένουν οι Μάρτυρες με τα μάτια προσηλωμένα εις την ανατολή, να φέξη για να βγούνε 'ς το γιουρούσι, και η φοβερή αυγή,
Μνήσθητι, Κύριε, — είναι κοντά· Μνήσθητι, Κύριε, — εφάνη!
Επάψαν τα φιλιά 'ς τη γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . 'Σ τα στήθια και 'ς το πρόσωπο, 'ς τα χέρια και 'ς τα πόδια.
Μία φούχτα χώμα να κρατώ και να σωθώ μ' εκείνο.
Ιδού, σεισμός και βροντισμός, κ' εβάστουναν ακόμα, Που ο κύκλος φθάνει ο φοβερός με τον αφρό 'ς το στόμα, Κ' εσχίσθη αμέσως, κ' έβαλε 'ς της Μάννας τα ποδάρια Της πείνας και του . . . τα λίγα απομεινάρια· Τ' απομεινάρια ανέγγιαγα και κατατρομασμένα, Τα γόνατα και τα σπαθιά τα ματοκυλισμένα.
14
Το μάτι μου έτρεχε ρονιά, κι' ομπρός του δεν εθώρα, Κ' έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα, Π' άστραψε γέλιο αθάνατο, παιγνίδι της χαράς του, 'Σ το φως της καλωσύνης του, 'ς το φως της ομορφιάς του.
15
Έχε όσαις έχ' η Ανατολή κι' όσαις ευχαίς η Δύση.
16
Μ' όλον που τότ' ασάλευτος 'ς το νου μ' ο νιος εστήθη, Κ' είχε τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι στήθη [182].
17
Κι' άνθιζε μέσα μου η ζωή μ' όλα τα πλούτια πώχει.
18
Συχνά τα στήθια εκούρασα, ποτέ την καλωσύνη.
19
Ο υιός σου κρίνος με δροσιά φεγγαροστολισμένος.
20
'Σ τον ύπνο της μουρμούριζε την κλάψα της τρυγόνας.
21
Ανάξιε δούλε του Χριστού, κάτου τα γόνατά σου.
22
Για κύττα κει χάσμα σεισμού βαθιά 'ς τον τοίχο πέρα [183] Και βγαίνουν άνθια πλουμιστά, και τρέμουν 'ς τον αέρα· Λούλουδα μύρια, που καλούν χρυσό μελισσολόι, Άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, και κρύβουνε τη χλόη.
23
Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά 'ς τη χτίση [184]· Η Ανατολή τ' αρχίναγε κ' ετέλειωνέ το η Δύση. Κάποι από την Ανατολή, κι' από τη Δύση κάποι· Κάθ' ήχος είχε και χαρά, κάθε χαρά κι' αγάπη.
24
Κάνε σιμά κ' είναι ψιλαίς, κάνε βαρειαίς και πέρα, Σαν του Μαϊού ταις ευωδιαίς γιομόζαν τον αέρα.
25
Η όψη ομπρός μου φαίνεται, και μέσ' 'ς τη θάλασσ' όχι Όμορφη ως είναι τ' όνειρο μ' όλα τα μάγια πώχει·
26
Χρυσ' όνειρο ηθέλησε το πέλαγο ν' αφήση, Το πέλαγο, που πάτουνε χωρίς να το συγχύση.
27
Κ' έφυγε το χρυσ' όνειρο ως φεύγουν όλα τ' άλλα.
28
Ήταν με σένα τρεις χαραίς 'ς την πίκρα φυτρωμέναις, Όμως για μένα 'ς τη χαρά τρεις πίκραις ριζωμέναις.
29
Όλοι σαν ένας, ναι, χτυπούν, όμως εσύ σαν όλους.
30
Του πόνου έστρεψαν οι πηγαίς από το σωθικό μου, Έστρωσ' ο νους, κι' ανέβηκα πάλι 'ς τον εαυτό μου [185]
31
Το γλυκό σπίτι της ζωής, που χε χαρά και δόξα.
32
Παράπονο χαμός καιρού 'ς ό,τι κανείς κι' α χάση.
33
Χαρά 'ς τα μάτια μου να ιδώ τα πολυαγαπημένα, Που μώδειξε σκληρ' όνειρο 'ς το σάβανο κλεισμένα.
34
Και μετά βίας Τι μώστειλες, χρυσοπηγή της Παντοδυναμίας;
35
Έστρωσ', εδέχθ' η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους, Κ' εδέχθηκε 'ς τα βάθη τους τον ουρανό κ' εκείνους.
36
Πάντ' ανοιχτά, πάντ' άγρυπνα, τα μάτια της ψυχής μου.
37
Οπού ν' ερμιά και σκοτεινιά και του θανάτου σπίτι [186].
38
Το πολιορκούμενο Μεσολόγγι έχει τριγύρου χάντακα, Πώφαγε κόκκαλο πολύ του Τούρκου και τ' Αράπη [187].
39
Χθες πρωτοχάρηκε το φως και τον γλυκόν αέρα.
40
Πάλι μου ξίππασε τ' αυτί γλυκειάς φωνής αγέρας, Κ' έπλασε τ' άστρο της νυχτός και τ' άστρο της ημέρας.
41
Ολίγο φως και μακρινό σε μέγα σκότος κ' έρμο.
42
Κι' οπού η βουλή τους συφορά, κι' οπού το πόδι χάρος.
43
Σε βυθό πέφτει από βυθό ως που δεν ήταν άλλος. Εκείθ' εβγήκε ανίκητος.
44
Φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και το Χάρο.
45
Ο αριθμός του εχθρού, Τόσ' άστρα δεν εγνώρισεν ο τρίσβαθος αιθέρας.
46
Η Ελπίδα περνάει από φριχτήν ερημία με Τα χρυσοπράσινα φτερά γιομάτα λουλουδάκια.
47
Χάνονται τ' άνθη τα πολλά, πούχ' άσπρα με τα φύλλα.
48
Για να μου ξεμυστηρευθή τα αινίγματα τα θεία.
49
Σ' ελέγχ' η πέτρα που κρατείς, και κλει φωνή κι' αυτήνη.
50
Μέσ' ς' τ' Άγιο Βήμα της ψυχής.
51
Η δύναμή σου πέλαγο, κ' η θέλησή μου βράχος.
52
'Σ τον κόσμο τούτον χύνεται και 'ς άλλους κόσμους φθάνει.
53
Με φουσκωμένα τα πανιά περήφανα κι' ωραία.
54
Πολλοί ν' οι δρόμοι πώχει ο νους.
55 Η βοή του εχθρικού στρατόπεδου παρομοιάζεται με τον άνεμο, Οπού περνάει το πέλαγο και κόβεται 'ς το βράχο.
56
Και το τριφύλλι εχόρτασε και το περιπλοκάδι, Κ' εχόρευε, κ' εβέλαζε, 'ς το φουντωτό λιβάδι.
57
Ω γη . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Ο Ουρανός σε προσκαλεί, κ' η Κόλαση βρυχίζει.
58
Και με το ρούχο ολόμαυρο σαν του λαγού το αίμα.
59
Και ταις ατάραχαις πνοαίς ταις πολυαγαπημέναις.
60
Οι Έλληνες, με την ελπίδα να φθάση ο φιλικός στόλος, κυττάζουν τον μακρυνό ξάστερον ορίζοντα κ' εύχονται
Να θόλωνε 'ς τα μάτια τους με κάτι, που προβαίνει.
61
Κ' επότισέ μου την ψυχή που χόρτασεν αμέσως.
ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Γ'.
1
Μητέρα, μεγαλόψυχη 'ς τον πόνο και 'ς τη δόξα, Κι' αν 'ς το κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου Με λογισμό και μ' όνειρο [188], τι χάρ' έχουν τα μάτια, Τα μάτια τούτα, να σ' ιδούν μέσ' 'ς το πανέρμο δάσος, Που ξάφνου σου τριγύρισε τ' αθάνατα ποδάρια (Κύττα) με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα του Βαϊώνε! Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα, Ατάραχη σαν ουρανός μ' όλα τα κάλλη πώχει, Που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ναι κρυμμένα· Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν' ακούσω τη φωνή σου, Κ' ευθύς εγώ τ' Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω; Δόξα χ' η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.
(Η Θεά απαντάει εις τον ποιητή, και τον προστάζει να ψάλη την πολιορκία του Μεσολογγιού).
2
Έργα και λόγια, στοχασμοί, — στέκομαι και κυττάζω —, Λούλουδα μύρια, πούλουδα, που κρύβουν το χορτάρι, Κι' άσπρα, γαλάζια, κόκκινα, καλούν χρυσό μελίσσι. Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο. — Μέσ' 'ς τα χαράματα συχνά, και μέσ' 'ς τα μεσημέρια, Και σα θολώσουν τα νερά, και τ' άστρα σα πληθύνουν, Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιαίς, τα πέλαγα κ' οι βράχοι. «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τόπ' Άγγλου! «Πέλαγο μέγα πολεμά, βαρεί το καλυβάκι. »Κι' αλιά! σε λίγο ξέσκεπα τα λίγα στήθια μένουν· »Αθάνατή σαι, που ποτέ, βροντή, δεν ησυχάζεις;» [189] 'Σ την πλώρη, που σκιρτά, γυρτός, τούτα π' ο ξένος ναύτης. Δειλιάζουν γύρου τα νησιά, παρακαλούν και κλαίνε,
Και με λιβάνια δέχεται, [190] και φώτα τον καϊμό τους Ο σταυροθόλωτος ναός και το φτωχό ξωκκλήσι. Το μίσος όμως έβγαλε και κείνο τη φωνή του [191]· «Ψαρού, τ' αγκίστρι π' άφησες, αλλού να ρήξης άμε.» Μέσ' 'ς τα χαράματα συχνά, και μέσ' 'ς τα μεσημέρια, Κι' όταν θολώσουν τα νερά, κι' όταν πληθύνουν τ' άστρα, Ξάφνου σκιρτούν οι ακρογιαλιαίς, τα πέλαγα κ' οι βράχοι. Γέρος μακριά, π' απίθωσε 'ς τ' αγκίστρι τη ζωή του, Το πέταξε, τ' αστόχησε, και περιτριγυρνώντας [192]· «Αραπιάς άτι, Γάλλου νους, βόλι Τουρκιάς, τοπ' Άγγλου! «Πέλαγο μέγ', αλίμονον! βαρεί το καλυβάκι· »Σε λίγην ώρα ξέσκεπα τα λίγα στήθη μένουν »Αθάνατή σαι, που, βροντή, ποτέ δεν ησυχάζεις; »Πανερημιά της γνώρας μου, θέλω μ' εμέ να κλάψης.
3
Δεν τους βαραίν' ο πόλεμος, αλλ' έγινε πνοή τους, . . . . . . . . . . · . . κ' εμπόδισμα δεν είναι 'Σ ταις κορασιαίς να τραγουδούν, και 'ς τα παιδιά να παίζουν.
4
Από το μαύρο σύγνεφο κι' από τη μαύρη πίσσα, . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Αλλ' ήλιος, αλλ' αόρατος αιθέρας κοσμοφόρος
Ο στύλος φανερώνεται, με κάτου μαζωμένα Τα παλληκάρια τα καλά, μ' απάνου τη σημαία, Που μουρμουρίζει και μιλεί και το Σταυρόν απλώνει Παντόγυρα 'ς τον όμορφον αέρα της αντρείας, Κι' ο ουρανός καμάρωνε, κ' η γη χεροκροτούσε· Κάθε φωνή κινούμενη κατά το φως μιλούσε, Κ' εσκόρπα τα τρισεύγενα λουλούδια της αγάπης· «Όμορφη, πλούσια, κι' άπαρτη, και σεβαστή, κι' αγία!» [193]
5
Από την άπειρην ερμιά τα μάτια μαθημένα Χαμογελάσαν κι' άστραψαν, κ' είπαν τα μαύρα χείλη· «Παιδί, 'ς την πόρτα χαίρεσαι με τη βοή, που στέρνεις· 'Μπροστά, λαγέ, 'ς τον κυνηγό, κατακαμπίς καπνίζεις· Γλάρε, στρειδόφλουντσα ξερνάς, αφρό, σαλιγκοκαύκι.» Και τώρα δα, τ' αράθυμο πάτημ' αργοπορώντας,
Κατά το κάστρο το μικρό πάλι κυττά, και σφίγγει, Σφίγγει στενά τη σπάθη του 'ς το λαβωμένο στήθος, Π' αγροίκα μέσα την καρδιά μεγάλη και τη θλίψη [194].
6
Ο Πειρασμός
Έστησ' ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη, Κ' η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα, Και μέσ' 'ς τη σκιά, που φούντωσε και κλει δροσιαίς και μόσχους, Ανάκουστος κηλαϊδισμός και λιποθυμισμένος [195].
Νερά καθάρια και γλυκά, νερά χαριτωμένα, Χύνονται μέσ' 'ς την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη, Και παίρνουνε το μόσχο της, κι' αφίνουν τη δροσιά τους, Κι' ούλα 'ς τον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους, Τρέχουν εδώ, τρέχουν εκεί, και κάνουν σαν αηδόνια [196]. Εξ' αναβρύζει κ' η ζωή 'ς γη, 'ς ουρανό, σε κύμα. Αλλά 'ς της λίμνης το νερό, π' ακίνητό ναι κι' άσπρο, Ακίνητ' όπου κι' αν ιδής, και κάτασπρ' ως τον πάτο, Με μικρόν ήσκιον άγνωρον έπαιξ' η πεταλούδα, Που χ' ευωδίση τ'ς ύπνους της μέσα 'ς τον άγριο κρίνο [197].
Αλαφροήσκιωτε καλέ, για πες απόψε τι δες· Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη μάγια! Χωρίς ποσώς γης, ουρανός, και θάλασσα να πνένε, Ουδ' όσο κάν' η μέλισσα κοντά 'ς το λουλουδάκι, Γύρου σε κάτι ατάραχο, π' ασπρίζει μέσ' 'ς τη λίμνη, Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι, Κι' όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του [198].
7
Έρμα ν' τα μάτια, που καλείς, χρυσέ ζωής αέρα [199]
8
Εις το ποίημα έν' από τα σημαντικώτερα πρόσωπα ήταν μία κόρη, ορφανή, την οποίαν οι άλλαις πλέον ηλικιωμέναις γυναίκες είχαν αναθρέψη, και την αγαπούσαν όλαις ως θυγατέρα τους. Πέφτει εις τον πόλεμο ένας των ενδοξοτέρων αγωνιστάδων, τον οποίον αυτή είχε αγαπήση εις τον καιρό της ευτυχίας· ώςτε από το άκρο της ελπίδας η καρδιά της βυθίζεται εις την λύπη· ευρίσκει παρηγοριά κυττάζοντας τ' αγαπημένα πρόσωπα και το υψηλό παράδειγμα των άλλων γυναικών. Αυτά αρκούν να διαφωτίσουν οπωσδήποτε τούτο το κομμάτι, εις το οποίον η ενθουσιασμένη νέα στρέφεται νοερώς προς τον Άγγελο, τον οποίον είδε 'ς τ όνειρό της να της προσφέρη τα φτερά του· γυρίζει έπειτα προς τοις γυναίκες να τους ειπή, ότι αυτή τα θέλει τα φτερά πραγματικώς, αλλ' όχι για να φύγη, αλλά για να τα κρατή κλεισμένα εκεί κοντά τους, και να περιμείνη μαζί τους την ώρα τον θανάτου. Μετά ταύτα ανατρέχει η φαντασία της εις άλλα περασμένα· πώς την επαρηγορούσαν, ενώ εκείτετο άρρωστη, «οι ατάραχαις πνοαίς οι πολυαγαπημέναις» των άλλων γυναικών οπού εκοιμούνταν κοντά της· και τέλος πως είχε ιδή τον νέον να χορεύη, εις τη χαρμόσυνη ημέρα της νίκης.
Άγγελε, μόνον 'ς τ όνειρο μου δίνεις τα φτερά σου; 'Στ' όνομ' Αυτού, που σ' τα πλάσε, τ' αγγειό τ'ς ερμιάς τα θέλει. Ιδού, που τα σφυροκοπώ 'ς τον ανοιχτόν αέρα, Χωρίς φιλί, χαιρετισμό, ματιά, βασίλισσαίς μου! Τα θέλω γω, να τα χω γω, να τα κρατώ κλεισμένα, Εδώ π' αγάπης τρέχουνε βρύσαις χαριτωμέναις. [200]
Κι' άκουα που λέγετε· «Πουλί, γλυκειά που ν' η φωνή σου Αηδονολάλειε στήθος μου, πριν το σπαθί σε σχίση· Καλαίς πνοαίς παρηγοριά 'ς τη βαρειά νύχτα κ' έρμη [201]· Με σας να πέσω 'ς το σπαθί, κι' άμποτε να μαι πρώτη! Το στραβό φέσι 'ς το χορό τ' άνθια 'ς τ' αυτί στολίζει, Τα μάτια δείχνουν έρωτα για τον απάνου κόσμο, Και 'ς τη θωριά τον είν' όμορφο το φως και μαγεμένο! [202]
9
Τα σπλάχνα μου κ' η θάλασσα ποτέ δεν ησυχάζουν, Κι' όσ' άνθια θρέφει και καρπούς τόσ' άρματα σε κλειούνε.
10
Φεύγω τ' αλόγου την ορμή και του σπαθιού τον τρόμο. Τ' ονείρου μάταια πιθυμιά, κι' όνειρο αυτή ν' η ίδια! Εγύρισε η παράξενη του κόσμου ταξειδεύτρα, Μου πε με θείο χαμόγελο βρεμένο μ' ένα δάκρυ [203]· Κόψ' το νερό 'ς τη μάννα του, μπάσ' το 'ς το περιβόλι, 'Σ το περιβόλι της ψυχής το μοσχαναθρεμμένο [204].
11
Mία των γυναικών προσφεύγει εις το στοχασμό του θανάτου, ως μόνη σωτηρία της με τη χαρά, την οποίαν αισθάνεται το πουλάκι,
Οπού δε σκιάς παράδεισο, και τήνε χαιρετάει Με του φτερού το σάλαγο και με κανέναν ήχο,
εις τη στιγμήν οπού είναι κοπιασμένο από μακρινό ταξίδι, εις τη φλόγα καλοκαιρινού ήλιου.
12
Και βλέπω πέρα τα παιδιά και ταις αντρογυναίκες Γύρου 'ς τη φλόγα π' άναψαν, και θλιβερά τη θρέψαν Μ' αγαπημένα πράματα, και με σεμνά κρεβάτια, Ακίνηταις, αστέναχταις, δίχως να ρήξουν δάκρυ· Και γγίζ' η σπίθα τα μαλλιά και τα λειωμένα ρούχα· Γλήγορα, στάχτη, να φανής, οι φούχταις να γιομίσουν [205]
13
Είν' έτοιμα 'ς την άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων Δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά, κ' ελεύθεροι να μείνουν, Εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το Χάρο.
14
(Μία γυναίκα εις το γιουρούσι·) Τουφέκια τουρκικά σπαθιά! Το ξεροκάλαμο περνά.
15
Σαν ήλιος, οπού ξάφνου σκει πυκνά και μαύρα νέφη, Τ' όρος βαρεί κατάραχα και σπίτια ιδές 'ς τη χλόη [206].
1844
Γ
Η ΩΔΗ ΤΟΥ ΠΕΤΡΑΡΧΗ Chiare, fresche e dolci acque
Νερά καθαροφλοίσβιστα, Γλυκύτατα και κρύα, Που μέσα αναγαλλιάζετο Η ασύγκριτη ομορφία· Χλωρόκλαδα, όπου ακούμπησε Τ' ωραίο της το πλευρό (Μ' ανοίγεται η ενθυμούμενη Καρδιά με στεναγμό)·
Κ' εσείς, που από το μόσχο σας, Δροσόχορτα, δροσάνθη, Ο κόλπος του φορέματος Ο αγγελικός ευφράνθη· Αέρα ιερέ, που μ' έσφαξαν Τα μάτια τα λαμπρά Ακούστε τα παράπονα, Που κάνω υστερινά.
Αν να κλεισθούν οι μέραις μου Δακρύζοντας μου μέλλη Από το πάθος το άπειρο, Κι' ο Ουρανός το θέλη, Μια χάρην η βαρειόμοιρη Ψυχή μου επιθυμεί, Να λάβη εδώ τον τάφο της, Κι' ολόγυμνη να βγη.
— Πικρός, πικρός ο θάνατος! Αλλά δεν είναι τόσο, Αν τέτοια ελπίδα της ψυχής Εγώ μπορώ να δώσω· Γιατί πού ναύρη η δύστυχη Περσότερη ησυχιά, Για να γδυθή τα κόκκαλα, Τα μέλη τ' αχαμινά;
Ίσως καιροί θε νάλθουνε Που δε θα με μισήση Η ωραιότης η άσπλαχνη· Και θα ξαναγυρίση 'Σ τον τόπο, που μ' απάντησε Τη μέρα την ιερά, Και να με ιδούν τα μάτια της Θα δείξη επιθυμιά·
Αλλά, 'ς ταις πέτραις βλέποντας Το υστερινό μου χώμα, Θ' ανοίξη αναστενάζοντας Έτσι γλυκά το στόμα, Οπού για κάθε αμάρτημα Θε να συγχωρεθώ, — Στενεύοντας με δάκρυα Ωραία τον Ουρανό. Άνθια, θυμούμαι, επέφτανε Απ' τα κλωνάρια πλήθος, Συρμένα από τον Έρωτα 'Σ το μαλακό το στήθος· Κ' έστεκε με ταπείνωση Σε τόσην δόξα αυτή, Ολόλαμπρη, ολοστόλιστη, Απ' την ανθοβολή.
Και ποιο από τ' άνθια ησύχαζε Απάνου 'ς την ποδιά της, Ποιο 'ς τα μαργαριτόπλεχτα Λαμπρόξανθα μαλλιά της· 'Σ την όψη ποιο του ρεύματος Του λιβαδιού, και ποιο Λες κ' έλεε αεροπλέοντας· Ο Έρως είν' εδώ.
Πόσαις φοραίς το πνεύμα μου Από τρομάρα επιάσθη, Και, τούτη, τούτη, εφώναξα 'Σ τον Ουρανόν επλάσθη! Γιατί όλα τότε μού καναν Τα φρένα εκστατικά, — Το σώμα, το γλυκόγελο, Το πρόσωπο, η λαλιά·
Και τόσο αυτά μου κρύβανε 'Σ τα μάτια την αλήθεια, Πού λεα· Και πότε ανέβηκα, Ποιος μου δωκε βοήθεια; — Θαρρώντας οπώς έλαβα Οικιά 'ς τον Ουρανό· Κ' εγώ από τότε ανάπαψη Δε βρίσκω παρά δω
Και συ, και συ, τραγούδι μου, Αν είχε ο νους μου φθάση Να σε στολίση ως ήθελα, Τώρ' άφινες τα δάση, Κ' επρόβανες τα λόγια σου 'Σ τον κόσμο θαρρετά· Αλλά μην πας, κι' απόμεινε Μ' εμέ 'ς την ερημιά.
ΜΙΜΗΣΗ TOΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΟΥ ΤΗΣ ΔΕΣΔΕΜΟΝΑΣ
The poor soul sat etc. Shakesp. Othel. Act IV. Se III.
Η αθλία ψυχή καθήμενη Σε χόρτο, σε λουλούδι, Με μία φωνή νεκρώσιμη Αρχίναε το τραγούδι· «Ελάτε, τραγουδήσετε »Την πράσινην ετιά».
Ακίνητο το χέρι της Εις την καρδιά βαστάει, Την κεφαλή 'ς τα γόνατα Τ' αδύνατα ακουμπάει, Κι' ο ρύαξ εκεί 'ς τα πόδια της Εφλοίσβιζε τερπνά. «Όλοι, όλοι, τραγουδήσετε» »Ετιά, ετιά, ετιά.»
Πικρά αντάμα εβγαίνανε Τα δάκρυα με τα λόγια, Κ' έτσι έλεγε ακατάπαυτα Βαριά τα μοιρολόγια, Οπού την ελυπιόντανε Λαγκάδια και βουνά. «Ετιά να τραγουδήσετε, »Ετιά και πάντα ετιά.»
»Δε φταίει· — ψεύτη τον Έρωτα »Κανείς ας μην τον κράζη· »Έως που μιλεί τ' αχείλι μου, »Δε φταίει, θε να φωνάζη· »Γιατί μου το φανέρωσε »Πως πλέον δε μ' αγαπά, »Κι' αμέσως εγώ αρχίνησα »Να τραγουδήσω ετιά.
»Μια μέρα εγώ του κλαύθηκα »Πως πέφτει 'ς άλλα στήθη, »Κ' εμένα μ' απαράτησε, — »Κ' εκείνος μ' αποκρίθη· » — Μιμήσου με κι' αγάπησε »Άλλη κ' εσύ αγκαλιά. — »Τι ν' αγαπήσω η δύστυχη »Πάρεξ θανάτου ετιά!
»Δε θέλω να μου βάλουνε »Εις το στερνό κλινάρι »Μυρτιαίς, ούτε τριαντάφυλλα, »Πάρεξ ετιάς κλωνάρι, »Κι' απάνου από το μνήμα μου »Άλλη δε θέλω ησκιά· »Όλοι, όλοι, τραγουδήσετε »Την πράσινην ετιά.»
Η ΑΝΟΙΞΙ TOT METAΣTAΣIΟΥ
Già riede primavera Col suo fiorito aspeto
Απ' την άνοιξη, που εγύρισε, Ουρανός και γης ευφράνθη, Με το χόρτο και με τ' άνθι Παίζει ο ζέφυρος τερπνά.
. . . . . . . . . . . . . Και το χόρτο πρασινίζει, Μον' 'ς εμένα δε γυρίζει Της καρδιάς η σιγαλιά.
Ήλιου αχτίνα καθαρώτατη Του βουνού τα χιόνια λειώνει, Που το νέο του ξεφυτρώνει Πράσιν' έντυμα λαμπρό·
Το σιγό το κυματάκι Εις ταις άκραις του φλοισβίζει, Και το ανθοδροσοστολίζει Με τ' ακοίμητα νερά.
Το ισχυρό το δέντρο, που είδανε Σταθερό καιροί και χρόνοι, Τα κλωνάρια ξελαφρώνει Απ' τα χιόνια τα οκνηρά.
Παντού, ιδού, ξυπνούν και τρέμουν Άνθια χίλια από το χώμα, Που είν' απείραχτα εις το χρώμα Απ' τ' αλέτρια τα σκληρά,
Νά, το χειλιδόνι εγύρισε, Που το πέλαο περνάει, Κ' εδώ πάλι οικοδομάει Τη γλυκειά του τη φωλιά.
Κ' εκεί που με τη φτερούγα Τρέχει ογλήγορα και λάμνει, Προσοχή καμμιά δεν κάμνει Εις οποίον τον κυνηγά.
Η βοσκούλα ερωτεμένη Πάει 'ς το ρεύμα να κυττάξη, Για να βάλη ωραία σε τάξη Τα ξανθά της τα μαλλιά.
Να βοσκούν βγαίνουν τα πρόβατα· Τώρα πλέον δε μνέσκουν άλλοι, Ή ψαράδες 'ς τ' ακρογιάλι, Ή διαβάταις 'ς την οικιά.
Ως και ο ναύτης, που γυμνότατος 'Σ την πατρίδα του εσυνάχθη, Γιατί ο μαύρος εταράχθη Από φουσκοθαλασσιά,
Βλέποντας σιγό το κύμα, Λύει το πλοίον, και δε φοβάται Και ουδέ πλέον ξαναθυμάται Πώς εφούσκωσε φριχτά.
ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ ΤΟΥ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΟΥ
Or che niega i doni suoi La stagion dei fiori amica.
Τώρα η άνοιξη μας έκρυψε Τ' ανθηρά, τα ωραία της δώρα, Και προβαίνει ασταχοφόρα Του καλοκαιριού η αυγή.
Και αποκάτου από τον ήλιο Τόσο του άμμου η λαύρα αυξήνει, Που εις τη βάρβαρη Κυρήνη Μόλις είναι η λαύρα αυτή.
Τώρα πλέον το γλυκοχάραμα Η δροσιά δε συντροφεύει, Χόρτο ούτ' άνθι θεραπεύει Μήτε μία σταλαματιά.
Πλέον δε σέρνει ο ρύαξ το ρεύμα Εις την γην, οπού διψάει, Και σκασμένη αναζητάει Τα καρπόφορα νερά.
Τη φαγό κυττάζει ο ήλιος Μπουχωμένη, χλωμιασμένη, Που είδε ο Μάης ξανανιωμένη, Εις τα φύλλα, εις τη μορφή.
Και εις την γην την μητρικήν της Σκιάν ολίγη δεν αφίνει, Μήτε σκιά του ρύακος δίνει, Που της έδωσε θροφή.
Ιδρωμένος στήθια, πρόσωπο, Πάνω εκεί 'ς τα θερισμένα, Με τα μέλη ξαπλωμένα, Νά, κοιμάται ο θεριστής·
Πάει, και τ'ς ίδρωτες, που τρέχουν, Αποπάνου του γυρμένη, Η βοσκούλα ερωτεμένη Του σφουγγίζει παρευθύς.
Κείτεται 'ς την γη την άκαρπη Το σκυλί, κι' αδυναμίζει, Και ποτέ του δε γαυγίζει 'Σ τον αυθέντη του κοντά.
Αλλά το ξερό λαρύγγι Πολεμάει να ξανασάνη, Παίρνει αέρηδες, και βγάνει Λαχανιάσματα συχνά
Κειος ο ταύρος, που ποιμένες, Νύμφαις, τού χανε καμάρι, Με τα κέρατα αντιβάρει Εις τα δέντρα δυνατά, —
Τώρα αργός κυττάει, μουγκρίζει, 'Σ του αυλακιού την πρασινάδα, Και με μούγκρισμα η γελάδα Αποκρειέται ερωτικά.
Τα πετούμενα ησυχάζουν Μελωδίαις δεν ασηκώνει Το γλυκόφωνο τ' αηδόνι, Αλλ' ο τσίτσικας λαλεί.
Και τα εντύματα τα νέα Δείχνουν τα παλαιά τα φίδια· Διπλωμένα 'ς τα φραξίδια Προς τον ήλιο έχουν στολή.
Της ημέρας της μακρύας Εις την κάψα, ως και τα μαύρα Και τα ψάρια από τη λαύρα Έχουν κύματα ζεστά·
Και από τ' άντρα τους δε βγαίνουν Μέσ 'ς το πέλαο να τρέχουν, Αλλ' οικιά 'ς ταις πέτραις έχουν, Και εις τα φύκια τα πικρά.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΟΥ ΤΕΜΑΧΙΟΥ ΤΟΥ ΜΕΤΑΣΤΑΣΙΟΥ
Vo solcando un mar crudele
Σε σκληρότατη θάλασσα τρέχω, Και πανάκι και ξάρτι δεν έχω, Και το πέλαο μουγκρίζει φριχτά
Η γλαυκότη του αιθέρος μαυρίζει, Η φωνή των ανέμων σφουρίζει, Λείπει η τέχνη και δε με βοηθά
Μέ τον άθλιον η Τύχη με παίρνει, Κι' όθε θέλει η προδότρα με σέρνει, Καθώς φεύγει, και δε με κυττά.
Η αθωότη μ' απόμεινε μόνη, Την αισθάνομαι μέσα 'ς τα στήθια, Αλλ' αντί να μου φέρη βοήθεια, Με συντρίβει, με πνίγει σκληρά.
ΑΜΟΥΣΙΑ Του Σίλλερ
Der allein besitzt die Musen
Έχεις τη Μούσα, αν τη δεχθής εις το θερμό σου στήθος. Για του βαρβάρου την ψυχή δεν είναι παρά λίθος.
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ Της μετάφρασης της Σ' Ραψωδίας της Ιλιάδος.
(Στίχ. 1-7).
Επολεμούσαν έτσι ωσάν τη φλόγα· Μηνυτής ήλθε ο Αντίλοχος ωστόσο Γλήγορα εκεί 'ς τον Αχιλλέα· τον ηύρε Οπού ομπρός εις τα ορθόπρυμνα καράβια Με το νου του ό,τι εστάθη εμελετούσε Κ' έλεε πικρώς η μεγάλη ψυχή του· Συφορά! γιατί τάχα όλοι σκορπιούνται Με αντάρα εις το πεδίον, και φεύγουν όλοι Τρομασμένοι οι Αχαιοί κατά τα πλοία;
(Στίχ. 319-322).
Ο κυνηγός που κυνηγάει τα λάφια . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Απελπισμένος πως ύστερος ήλθε Γιατί ο θυμός του κατακαίει τα σπλάχνα.
(Στίχ. 464-467).
Έτσι γω να μπορούσα από τη Μοίρα Να τον πάρω, όταν θε νάλθη κοντά του, Καθώς όπλ' από μένα ωραία θα λάβη, Όποιο μάτι τα ιδή να τα θαυμάση.
(Στίχ. 470-471).
Είκοσ' είν' τα φυσούνια ευκολοφούσκωτα
(Στίχ. 531-32).
Εις τ' ανεμόποδ' άλογ' ανεβαίνουν.
(Στίχ. 535-537). . . . . . . και τρέχει άσπλαχνη η Μοίρα . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . Και γυμνό 'ς τη σφαγή τον ποδοσέρνει.
(Στίχ. 596).
Που γλυκολαμπυρίζει ωσάν το λάδι.
Δ
ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ [207]
Εις την ώρα, που σκιασμένος, Και παράξενα ντυμένος, Βγαίν' ο κλέφτης για να κλέψη, Κι' ο φονιάς για να φονέψη, — 'Σ άλλους τόπους εννοώ Κλεψιαίς, φόνους, κι' όχι εδώ, — Είδα έν' όνειρο μουρλό Και θα το διηγηθώ. Μέσ' 'ς το νου μου η ψεσινή, Η περίφημη θανή, Μίαν εντύπωση είχε αφήση, Π' ο καιρός δε θα τη σβύση· Και 'ς τον ύπν' ο λογισμός μου Την ξανάφερεν ομπρός μου. 'Σ τ' όνειρό μου αγροίκαα πάλι Τον παπά Τσετσέ να ψάλλη, Με την τάξιν τ'ς Εκκλησίας· Όμως έκαν', εξ αιτίας Τ' όνειρού μου του μουρλού, Τη φωνή του κουνουπιού. Πλήθος έβλεπα λαμπάδες, Και καπίτολα (1)· οι παπάδες, Τα φελόνια φορεμένα, Ποιος καινούρια, ποιος σχισμένα, Σοβαρά περιπατώντας, Τη λιρώνα (2) μελετώντας, Ξαστοχούν τον πεθαμένο, Κ' έχουν το κερί σβυμένο. Έκαναν φωναίς και γέλια Τα παιδιά με τα βατσέλια (3). Κι' ο καπνός του μοσχολίβανου φως τα λιβανιστήρια Έμπαινε 'ς τα παρεθύρια. Πολλοί ανθρώποι ακολουθούσαν, Και περίλυπα ετηρούσαν, Γέρνοντας ταις κεφαλαίς τους, Και μιλώντας για δουλειαίς τους, Αλλά 'ς τα καμπαναρεία Δεν είν' τέτοια αδιαφορία· Οι καμπάναις πλερωμέναις, Έκαναν σα βουρλισμέναις. Κι αφού είδα, ένα προς ένα, Ούλα εκειά, που χα ιδωμένα, Τρέχει τ' όνειρο και μπαίνει Μέσα 'ς τη Φανερωμένη. Ήτανε 'ς την εκκλησία Λίγο φως και πολλή ερμία· Και κοντά 'ς το ξυλοκρέβατο Ξάφνου αγροίκησα να βγη Ένα σκούξιμο μακρύ. Ότι ελόγιασα πως θα ναι Από τόσους ένας κάνε, Που ελυπήθηκε και σκούζει . . . Νά σου ο ίσκιος του Κουτούζη! (6) Καθώς πάντα εσυνηθούσε, Όμορφα ρούχα φορούσε, Κ' έδειχνε καμαρωτά Το καπέλλο του στραβά. Εις το πονηρό του χείλο, Πώσκιαζεν οχθρό και φίλο, Έβλεπα με θαυμασμό Που χε ακόμα το πικρό, Το συνειθισμένο γέλιο, Ξαστοχώντας το Βαγγέλιο· Ετριγύρισε κομμάτι Εις του Χάρου το κρεβάτι· Αλλά βλέποντας εκεί Το καπέλλο, το σπαθί, Που ν' σημεία της αρχοντιάς, Εσταμάτησ' ο παπάς· Και καλά κυττάζοντάς τα, Κι' όμορφα σηκώνοντάς τα, Εις την κάσσα τα χτυπάει, Και τ' ακόλουθ' αρχινάει, Το κορμί του συχνοσειώντας, Και τα λόγια αργοπορώντας· — Καλά κάμαν και σ' τα βάλανε Εδώ πάνου, όταν σ' εβγάλανε! Μα το ναις, οπού σου πρέπει, Εις την ύστερή σου σκέπη, Μπρος 'ς τον κόσμο να κρατής Τα σημάδια της τιμής! Μ' αυτά τα ίδια εγώ σε είδα Που κυρίευες την πατρίδα· Το θυμούμαι (ωιμένανε!) . . . Επειδή δε μ' απομένανε, Εκαθόμουνα ο φτωχός Εις την γάτα μου (5) ομπρός, Κάνοντάς της χάιδια χίλια, Και σαν ν' άκουε της εμίλεια· Μωρή γάτα, τι σου φαίνουνται Τέτοια πράματα; υπομένουνται; Να ν' ο Γιάννης (6) εις το σπίτι, Με τον άλλο ξεκληρίτη, 'Σ την καθίγλα να προσμένουν Ούλους τ'ς άρχοντες, που μπαίνουν, Και ξανοίγουν, ενώ σκύφτουνε Με τα ταπεινά κεφάλια, Πλεζονιαίς (7) και κατρογυάλια; Νιάι μου, να σε χαρώ, Έχω πίκρα και κα μό Να τους βλέπω, τσου καμένους, Κυριακάτικα ντυμένους, 'Σ ταις καθίγλαις να καθίζουν, Και τα ρούχα τους να χρίζουν!» Τέτοια τσή λεγα· αλλά τώρα, Οπού σ' εύρηκε η κακηώρα, Πες, ποια στόματα σ' εκράξαν, Και ποια στήθη αναστενάξαν; Α δε σ' έκλαψαν, εγώ Σαν παπάς τσου συχωρώ. Ω! φωνάξετε, Καιροί, Πού τον είδετε κριτή, Τι καλό χει γεναμένο, Κ' ευθύς φεύγω και σωπαίνω! Έτσι λέοντας μεγαλώνει Τη φωνή του και θυμώνει· Μα καλό ναι πλούσιος να σαι, Και ποτέ να μη θυμάσαι, Πώς 'ς τους δρόμους αϊλογάνε Κάποιοι μαύροι που πεινάνε; Όταν έπλασαν τα χέρια, Που σκορπήσανε τ' αστέρια, Του θνητού τα σωθικά, (Και τα πλάσανε καλά), Πρώτ' απ' όλα τ' άλλα πάθια Τσου έχουν βάλη τη Συμπάθεια· Και την έδιωξες εσύ, Σαν τη χήρα τη φτωχή, Απ' τη νιότη σου την πρώτη, Για να βάλης τη Σκληρότη· Αυτή σώλεε να ζητάς Το ψωμί της φτωχουλιάς, Και το διάφορο να θες Τρεις και τέσσαρες φοραίς. Κι' ο φτωχός, απορημένος, 'Σ εσ' ερχότουν τρομασμένος, Για να πη με το θλιμμένο Χείλο· Το χω πλερωμένο! Και 'ς τα πόδια σου να ρήξη Κλάψαις μύριαις, και να δείξη Τ' αχαμνά τα γερατειά του, Τη γυναίκα, τα παιδιά του, Και του ρούχου τα ξεσκλίδια· Και του αμόλαες κερατίδια! Κ' έτσι δα, με τέτοιους φόνους, Για σαράντα πέντε χρόνους, Παντελώς δεν είναι θάμα, Μήτε αλλόκοτο το πράμα, Αν εσύφθασες να κρύψης, Απ' τους φόβους για να λείψης, Το σωρό του χρυσαφιού σου Και 'ς ταις τράβαις του σπιτιού σου. Μα της φτώχειας η κατάρα, Δυστυχώτατη τρομάρα, Θα πλακώση την ψυχή σου Σαν η πλάκα το κορμί σου. Κύττα αν είν' Δικαιοσύνη Εκεί πάνου, για να κρίνη! Δεν ηθέλησε ν' αφήση (8) Το κορμί σου να ψοφήση Εισέ δρόμο ή σε καλύβα, Μα 'ς την κάμαρη του Σκλίβα! Εκεί σώμενε να φθάσης, Και το λογικό να χάσης, — Το παλιό το σπίτι αφίνοντας, Εις τ' οποίο κάποιος εμπήκε, Που πουλιό του δεν εβγήκε. (Σκάψε, Ρώμα, για να ιδής Μη τα κόκκαλά του βρης). — Εκεί, ενώ 'ς αυτό το σπίτι Εκοπίαζες με τη μύτη, (9) Κάνοντας σαν τα παιδάκια, Όταν φκειάνουν φυσουνάκια, Σου σηκώναν κάποιοι τσάφοι (10) Το κλεμμένο το χρυσάφι· Εκεί εστέκαν, ενώ σώβγαινε Του θανάτου ο γογγυσμός, Τον αγροίκουναν, κ' ετρέμανε Μη δεν ήτανε ο στερνός. Κάνε εμπόρειες απ το βιο σου, Έπειτ' απ' το θάνατό σου Και της φτωχουλιάς ν' αφήσης, Και τα στόματα να κλείσης. Αλλά ο Διάολος εφάνηκε 'Σ το πλευρό σου αδερφικάτα, Όταν έγραφες τη διάτα· Και το χέρι σου τηρώντας, Και σκληρά χαμογελώντας, Ετραγούδουνε· Ω φτωχοί, Που γυρεύετε ψωμί, Κάθε λύπη τώρα αφήστε, Και σε λίγο θα πλουτήστε· Γραικοί σκλάβοι, ακαρτερείτε· Γιατ' ευθύς θα λυτρωθήτε· Ταις καδήναις θα πετάξτε, Εις τη Ζάκυνθο ν' αράξτε, Εις το μνήμα του να ορμήστε, Και την πλάκα να φιλήστε. — Κ' έτσι μ' όλο σου τ' ασήμι, Μνέσκεις άκλαφτο ψοφίμι· Όπως έζησες πεθαίνεις, Κ' εκεί μέσα ο ίδιος μένεις, Με ξεμυτερά τα νύχια, Μαθημένα 'ς τα προστύχια· Θέλω να σε ιδώ, σκυλί! Κ' έτσι λέοντας, το σπαθί, Το καπέλλο, του πετάει, Και 'ς την κάσσα ευθύς χουμάει· Ο παπάς εκεί γυρμένος, Και 'ς τα χείλα του αφρισμένος, Πολεμάει να την ανοίξη· Κι' ότι αρχίνησε να τρίξη, Εγώ πώλεα μην ορμήση, Και το λείψανο χτυπήση, Τρέχω γλήγορα κοντά, Για να πω· μωρέ παπά! Είναι ο μαύρος πεθαμένος! Αλλά εξύπνησα ιδρωμένος.
Η ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ (1)
Έντονε! μαμουριασμένος, 'Σ τα γραψίματα γυρμένος . . . . (2) Βρ' άφησέ τα, τ' άχερα! Κάμε στρόμπαις (3). Έλα δα! Σπούδαξε, να σε στιμάρουνε! Βλέπω γω πώς με τρατάρουνε! Τρέχα λάουραις να πάρης, — Να πετειέται ο Ταβουλάρης (4) 'Σ τα πλιο όμορφα, που λες, Να σου κάνη δυσκολιαίς, Ή να κάνη, χα, χα, χα, Το παιδί του Μεσαλά! Μοναχό να τ' απαντήξω! 'Σ τον ακούτη θα του σφίξω, Να του πω την κακή μέρα του· Ας γελάη με τον πατέρα του· Χα, χα, χα . . . . Ανανοήθηκα· Νά 'ς την ώρα που εγεννήθηκα Έσμπλαξα και το Τερτσέττη (5) Να κυττάζη το Γρασσέτη, (6) Τόμου σπάω το λάρυγγά μου Λέοντας τα σπροπόζιτά μου· Το Γρασσέττη να κυττάη, Και να του χαμογελάη. Νά τσου φίλους, που εγκαινιάστηκα! Και πουρ δεν εξεκουτιάστηκα Γιατί, πίστεψέ μου, εγώ, Τόμου ιδώ γέλιο κρυφό, Τόμου ιδώ κρυφή ματία, Μπαίνω πάντα 'ς υποψία. Αγκαλά μου, εγώ τα φταίω «Πες μας βέρσα.» Κ' εγώ λέω. »Ε Dottore! Μπρε, να ζης, »Πες μας πρόζαις. »Κ' εγώ ευθύς. »Πες μας κι' άλλα, Dottor caro.» Μπρε, χω κάψα και κατάρρο. «Θα μας πης, δεν είν' το caso.» Και λέω τόσο, που βραχνιάζω, Και ξυπνάω μέσ' 'ς την αυγή . . . Α! Α! γύρευε φωνή! Όρσε, με το ρετσιτάρισμα, 'Σ το λαρύγγι τέτοιο χάρισμα! Χου, χου, ακούς; Απομονή! . . . (7) Και για μήνες. Μα πες τι Για φωτίκι εις πλερωμή μου, Τι μου δίνουνε οι νουνοί μου; Με φορτώνουνται οι sciocconi, Και παινούνε το Μαρώνη! (8) Τι παινέσματα! Μαχαίρι, Να παινάς τέτοιο χρυσάφι! (Αγκαλά μου ο Θεός το ξέρει Και για κείνους πόσα γράφει.) Ε! αποφάσισα· θα σκάψω, Όσα έχω να τα θάψω, Καμμιά νύχτα σκοτεινή. Να μη λάχη και τα ιδή Ο Αντώνης, (9) ή με σμπλάξη Il mio Nume (10) και τ' αδράξη· Κι' ας γυρεύη 'ς το ταυλί μου, Όποιος θέλη, ή 'ς την αυλή μου! Τα τρουπόνω! Κι' ας του πη Του Τερτσέττη, αν είν' καλή Της αυλής μου τα κρυφά Του κοκκόρου η κουτσουλιά, Μα το Θεό, Τούρκος θα γένω· Με τσιμπούκι θε να βγαίνω, Θα φορέσω και σαρίχι, Για να ιδώ αν αλλάξω τύχη. Που πουλιό μου εγώ να ρήχνω Βέρσα ολούθε, και να δείχνω Κάθε μέρα το hic, hoc, haec! (11) Θε να λέω· Σελάμ Αλέκ! Είναι αδειανοί 'ς το φόρο Να μου λένε· Σιορ Δοτόρο· Είμαι ο Ισούφ· Μπέη παιδί· Δε το ξέρεις; του Μουφτή. Είμαι Μπέης, να σε χαρώ· Δε με βλέπεις τι φορώ; Από εννιά χρονών και πρίχου Ξέρω το Αλκοράν ξεστίχου· Και φαρσί το ξέρω· νά, Θες να ιδής; Αμάν Αλλά· Κι' άλλα κι' άλλα, ένα σωρό, Που βαρειούμαι να σ' τα πω. Δε μπορούνε να με ιδούνε· Και τι τ'σώκαμ' ας το πούνε. Τι να κάμω; Δίκιο έχουνε . . . . Ούλοι ξέρουν τα κακά μου· Ποιος δε ξέρει τη γενιά μου; Κειο το ξέρει κάθε μπάμπαλο. Που εγώ είμαι ένα σκυλί· Είμαι με τον Eliogabalo Πάντα μου φιλί κλειδί. Ο Τιμπέριος ξάδερφός μου Τόμου έρχεται ομπρός μου Μ' αγκαλιάζει αδερφικά, Και λιγώνει από χαρά. Κάθε νύχτα μήπως πέφτω; Πάντα προβατώ και κλέφτω· Έχω ψεύτικα κλειδία Για να γδένω μαγαζεία, Και πετάω, πριν πάω σπίτι, Ένα αυτί ή καμμιά μύτη· Ω έχω πάθος, έχω λύσσαις, Για ν' αβελενάρω βρύσαις. Γιαμά ρώτα το Nerone (Buon compagno e buon padrone) Ρώτα τόνε αν ποτέ Έμεινε χωρίς εμέ! Να χε λείψω έμνεσκε in aria· A! με τάιζε κουκουνάρια! Θέλει το χετε ακουστά, — Εγώ τού πα, τού πα· Α! Πρέπει, Νέρωνα, τση μάννας σου Τα μυαλά να τση πετάξης, Και το Σένεκα να σφάξης . . . . Ας τ' αφήσουμε, γιατί Είναι η μέρα η σημερνή. Σού πανε πολλοί τα κάλαντα; Ώρα δείπνου επήα 'ς την Κλάδαινα, — Ό,τι έφερναν την απλάδαινα, — Και γυρίζοντας απάντησα Ταμπουράδες, μαντολιά, Και κιτάραις, και βιολιά· Κάπου, κάπου, άκουα per via, Και καμμία σιδεροστία· Μ' ένα σίδερο σονάρουνε, Τα βρωμόπαιδα το ζάρουνε· Παίρνουν όβολα ωστόσο, Κ' εγώ παίρνω un catriosso.
Εγώ πάω να κάμω βίζιταις; Να χω φτώχεια να χω πόνους, Και ν' ακούω· Σε πολλούς χρόνους. Vale a dir: Dottor, να ζήσης, Κι' από πείνα να ψοφήσης. Ξέρω γω εκείνοι οι Άρχοντες Το τι θέλανε να κάνω· Το γιατρό το τσαρλατάνο! Τσαρλατάνος; α! δε γένουμαι Ξέρεις τι του αποκραίνουμαι, Οποιανού με κονσουλτάρη; «Έχω tormini.» — Χαμπάρι. «Έχω βάρος 'ς το κεφάλι.» Εκειό το χουν άλλοι κι' άλλοι «Σιορ Dottore, έχω θέρμη· »Τι να κάμω; γιατί σκιάζομαι.» — Τι να κάμης; σε θιαμάζομαι! Με την κάψα ξεθυμαίνεις· Θα περάση, κ' έτσι γιαίνεις. »Μου πεσε και ο Κωσταντής.» — Τον εσήκωσες ευθύς; «Μου έρχεται να πέσω χάμου· »Έχω μέσ' 'ς τα σωθικά μου, »Έχω σαν ένα σουγλί.» — Μη σου καίεται καρφί. «Αμμή τούτ' η λουλαμάρα, »Που με φέρνει, 'ς το ταβλί μου «Να κοιμούμαι πάντα;» — Κοίμου· Ας περάση οπότε θέλη· Κοίμου ως αύριο τι σε μέλει; — Alle corte, — η γιατρική Είναι semplice πολύ· Σου το λέω χωρίς μπαρμπούτα· Αν σου σκαρφιστή, σε τούτα Μέτρα αλλιώτικα να πάρης, Δεν είσαι γιατρός, μα Τσάρης. (12) Όποιος θέλη τα μυστήρια Να ξαγγλίση, έχει ντελίρια. Εδώ ας έλθουνε οι γιατροί Να μου πούνε, αν είν' καλοί, Τι ναι κειο, 'π' ακούω μέσα μου, Πάντα τόμου κομπονέρω· Γιατί ακόμα δεν το ξέρω. Ένα Βζιτ μέσ' 'ς τα μυαλά, (13) Κι' όξω επίθετα . . . από κεια! (14) Βζιτ, και βγαίνει λέξη, γιε μου, Που δεν άκουσα ποτέ μου· Βζιτ, και πράματα καινούρια Που μερτάρουνε κουλούρια· Βζιτ, κ' η πέννα πράμα ρέει, Που κάνει άνθρωπο και κλαίει· Βζιτ, κ' η πέννα ομπρός, ομπρός, Και τελειώνεται ο χορός. Στέκω λίγο . . . . γιαμά παίρνω Στουμπωμένο το κουϊντέρνο Από Βζιτ, και το κυττάζω, Και πατόκορφα θαυμάζω· Μπρε, τι είν' τούτ' η μπατόστα; Ετρελλάθηκα de posta! Τι μπαράκα βλέπω δω, Που δεν έχει τελειωμό! Πρέπει εδώ, για ν' αγροικήσουνε, Εξ αρχής, να ξενυχτήσουνε! Πρίχου γράψω, εγώ δεν είχα Εις το νου μου μία τρίχα! Όξω ένα ανεμοστρόφουλο Από Βζιτ μέσ' 'ς τα μυαλά, Γιαμά βλέπω εδώ ολοστρόγγυλα (15) Τούτα τα πολλά κακά! — Τα ξαναδιαβάζω πάλι, Και με gorga έτσι μεγάλη, Που ξανακουφαίνω δα Ούλη μου τη γειτονιά! Κι' αφού είδα και ξαναείδα Που δε λείπει μία κουκκίδα, Τα μπουρσώνω, αντιποδάω Για το Νιόνιο (16), κι' ας πεινάω. Ούλοι οι γιατροί του κόσμου Τώρα ας έλθουνε, — μα ομπρός μου! — Νάλθουνε να μ' ονοράρουνε, Και το Βζιτ ν' αναλυτσάρουνε. Να εκουνιόντανε για νάρθουνε! Και να μη ξημερωθώ, Α δεν ήθελα τσου πω· Πριν τσοι σκάλαις ανεβήτε, Να μου προβεντεριστήτε Για ν' ακούστε . . . τι τηράζετε; — Tromba acustica χρειάζεται. Έτσοι γε . . . . Sior Cullen, στρώσου Sior Morgagni, ανασκουμπώσου· Signor Scarpa, Βζιτ che è ? Quando sentesi, e perch6e ? Μίλειε, δεν είσαι μαρμόττα· Και, αν ορίζης, βήξε πρώτα Sior Cottugno; Signor Valles; Signor Zimmerman; Sior Wit; Signor Cali, μέσ 'ς τση καρκάλαις Έσμπλαξες κανένα Βζιτ; Όρσε τώρα! . . . . η γιατρική Μαζωμένους έχει εκεί Ούλουτση τσου διαλεχτούτση· Τι αποκρένουνται; Παπούτσι. Παίρνουν τα σαράντα όρατα, Φεύγουνε με τα μετσίλια Ούλοι, σαν να μη τσου μίλεια· Concludiamo: η φλυαρία Per gli effetti μοναχά, — Sulle cause, — τσιμουτία, — Ούτε λίγα, ούτε πολλά. Μη γυρεύης τι ναι Βζιτ Oh! gli effetti, Signor sì. Από Βζιτ, το Passio βγαίνει, (17) Που το τύμπανο, κουφαίνει· Βζιτ, και βγαίνει η Mottoneide (18), Μ' ένα φάσκελο all' Eneide; Από Βζιτ, με τσοι κορώναις Βγαίνουν οι ντισερτατσιόναις, Κ' ευθύς πάνε και κουρνιάζουνε, Σείου, σείου, καμαρωτά, 'Σ το Demostene κοντά. Με το Βζιτ πετιέται tutto Il sonetto 'ς το χαρτί, Ξάφνου ξάφνου come un rutto, (19) Που για να βγη δεν αργεί. Το Βζιτ τα χει γεναμένα Όσα έχω καμωμένα· Ούλα μου είν' του Βζιτ παιδία, Ούλα, μα την Παναγία! Μη le cause, — γιατί χάνεσαι· Σου τα λέω, γιατί τα αισθάνεσαι· Τέτοια ας λένε, αν ορίζουνε· Γιατί αλλιώς, μου φλυαρίζουνε. Μα σε σκότισα· σηκώνου Κάπου, κάπου. Και του χρόνου.
ΤΟ ΙΑΤΡΟΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Τέλος πάντων ήρθε η ώρα, Οπού εσπάρθηκε 'ς τη χώρα Πως πεθαίνει τ' ανεψίδι Του Δοτόρου του Ροΐδη· Και ο Δοτόρος δεν αργεί, Αμπονώρα την αυγή, Το μπαστούνι του να βάλη Αποκάτου απ' τη μασκάλη, Και κουνώντας το κεφάλι Και τα φρύδια, ευθύς αρπάζει Το καπέλλο, και φωνάζει· Ah! non voglio più aspettar; Θε να ιδώ, costè sto affar. Δυο — τρεις — τέσσερης — πέντε — έξη· Αμπονώρα, και θα βρέξη· Cosi par . . . . Μωρή κοπέλλα, Να μου φέρης την ομπρέλλα· Είναι ινκόμοδο πολύ Για το χέρι να κρατή »Την ομπρέλλα . . Μα θα πης· »Θέλεις κάλλιο να βραχής; »Νιάνκα τούτο δε μου μπαίνει.» Κ' έτσι λέοντας κατεβαίνει, Κι' απανταίχνει, εκεί που βγαίνει, Ένα του σκολειταρούδι· »Μωρέ, συ σαι ένα λουλούδι· »Κ' εγώ εγίνηκα κουκκούδι. »Πόσα βάσανα! χιλιάδες »Τρεμουλιό, θέρμη, σοχάδες· »Ma zà κάνω ogni sproposito »Μέρα νύχτα Μπα! a proposito »Vostra madre τι μου κάνει; »Με τον μπάρπα πώς τα βγάνει; »Πόσο πώχω να τη δω! »Μωρέ, α δεν έχω καιρό· »Έχω εκείνο τ' ανεψίδι, »Που θα λέη· Μπρε το Ροΐδη »Κάποιος θα τον αποκοίμισε· »Ναι! — και θέλει μ' απεθύμησε! »Πες τση pur πως τόμου αδειάσω »Θάρθω εκεί να ολημεριάσω, »Και να βράση ένα κοττόπουλο, »Και να ψήση ένα γαλλόπουλο· »Αγκαλά μου, — πίστεψέ μου, — »Δεν έχω όρεξη ποτέ μου, — »Με χορταίνει η μυρωδία· »Μα σας κάνω συντροφία· »Κ' έπειτα από το γιόμα, »Απ' το ίδιο μου το στόμα »Θε ν' ακούσης, για να κλαις, »Ούλαις μου τσοι συφοραίς! »Αγκαλά μου, μισοξέρει »Ο Σιορ πάρες κάποια μέρη· »Μα ούλαις, ούλαις, θα τσοι πω, »Και θε να τσοι ξαναειπώ, »Να τ'ς ακούση η Σιόρα μάρε· »Είναι gravida, mi pare: »Ας γεννήση alla buon' ora: »Rispettabile Signora! »Είναι αρχόντισσα graziosa, »Είναι poi και generosa: »Vera dama! — Tι γελάς; »Να μου τήνε προσκυνάς. — »Να τση πης τση Σιόρα μάρες, »(Μα να μην είναι ο Σιορ πάρες) »Να μου στείλη εκειά τα κλήματα· »Addio caro: προσκυνήματα.» — Και τη ρούγα του ότι αρχίζει, Πάλι οπίσω του γυρίζει· »Ε! κατ' ήθελα να πω· »Α! . . για πες, να σε χαρώ, »Κείνη, η μωραϊτοπούλα, »Οπού είχετε για δούλα, »Είναι zà ακόμη εκεί — »Ben! την έχω για πιστή. »Γεια σου, μάτια· προσκυνήματα· »Και θυμήσου για τα κλήματα.» Με τα κλήματα 'ς το νου του, Πάει 'ς το σπίτι τ' ανεψιού του, Κ' ευθύς πέφτει 'ς το σοφά Λέγοντας· «Είμαι κακά! »Είσε ούλα μου τα μέλη »Έχω σαν ένα τρουβέλι· »Μου σφυρίζουνε τ' αυτία, — »Κ' εδώ πάντα μία χτυπία, »'Σ τσου μηλίγγους μαρτελλάδες, »E, per giunta, έχω σοχάδες· »Κάλλιο να ήμουνα μαμούνι! —
(Στρέφεται προς ένα παιδί οπού γελάει, ενώ αυτός ομιλεί)
»Τι γελάς, εσύ, γουρούνι; »Σου μετράω με το μπαστούνι »Όσαις σέρνει ο Κουτσοφλέβαρος, »Σου μετράω 'ς τη ράχη εσένανε! »Τι σου φαίνεται! μ' εμένανε »Δε γελάει κάνεις ποτέ! —
(Προς την αδελφή του)
»Ζαχαρένια μου, ένα τέ. »Έλα δα! σε σκουτελούλα· »Μπα! και ρούμ' μα μία σταλούλα. — (Προς το παιδί)
»Σου την τρίβω εγώ τη μούρη· «Perch6e no?
(Προς την αδελφή του)
Κ' ένα κουλούρι. (Προς το παιδί)
»Σίγα, bestia, έβγα απ' εδώ.
(Προς την αδελφή του)
«Presto, cara. Θε να ιδώ »Αν μπορώ να ζεσταθώ.» »Μα τι γλήγορα που βγάνεις »Ούλαις τσοι δουλειαίς που πιάνεις! »Μώρχονται συχνά λιγούραις — »Μυρωδιά από τσιπούραις· »Ουφ!
(Προς το παιδί)
»Καλά, μωρέ, καλά!
(Προς την αδελφή του)
»Έβαλες το ρουμ σωστά. »Αχ! να μου είχε την υγειά του! »Πες μου, επήε ποτέ από κάτου;
Ζαχ. Όχι, από τα ψες το βράδυ
Ροΐδ. Vi dirò; καλό σημάδι. Τίγαρης εις το κρεβάτι Εγώ απόψε έκλεισα μάτι; Κάθε λίγο είχα 'ς το νου μου Την αρρώστια του ανιψιού μου. Τόμου χάσω εγώ τον ύπνο, Δε βασταίνω. — Μέγα δείπνο Αύριο βράδυ 'ς του Reggente; Dà la festa il Residente; Μ' εκαλέσανε κ' εμένα Μα τσου βούρλισε η Νοβένα! (1) Πες μου, απόψε πως επέρα Με το γιατρικό;
Ζαχ. Το ξέρασε.
Ροΐδ. Μωρή, τώλπιζα, και το πα Με το νου μου . . . . Σώπα . . σώπα . . . Ο γιατρός ο Ταγιαπιέρρας· Μα το ναις, οπού ναι τέρας· Είναι χάρισμα Θεού Ταγιαπιέρρας (2) του κακού!
Ταγιαπ. Σιορ Δοτόρο, καλή μέρα.
Ροΐδ. Μωρέ, γεια σου, Ταγιαπιέρρα· Καρτερούμε τσου γιατρούς· Μπρε, σαν ψύχρα, — την ακούς;
Ταγιαπ. Maintenant je ne sens rien; (3) Il faut faire en medecin: Il est temps de la finir.
Ροΐδ. Κάνει ψύχρα, vengo a dir. (Πιαίνει έναν κούνουπα)
Αχ! τον ηύρηκα per Bacco! . . . Αρρωστία!. . . δο μου ταμπάκο. Μωρέ, γεια σου· είναι καλός· Είναι zà ξενοτικός· Και ποτάζεις και μπερκέτι· Μωρέ, νά· και γιόμισέ τη· Αγκαλά μου, είναι μικρή. Να σου δώσω και χαρτί. Μπρε, δεν έχω· — Ζαχαρένια, — (Δε μου κάμανε τα γένεια) Πένναις, πένναις, και χαρτί, Φέρ' εδώ φέρε πολύ· Βλέπεις κιόλης, καρτερούμε Τσου γιατρούς, και θε να ιδούμε Ριτσετούλαις!. . . Ευτυχία, Πώχουνε τα σπετσαρία! Και τι έρχουνται να πούνε; Ζαχαρένια, - θε να ιδούνε! . . Τι κονσούλτο που θε να ναι! Και τα σίσκλα θα γελάνε! Μα για να γενή σωστό Κράχτε και το Μαυριανό· Κράχτε τόνε τι μου κάνει; Και το Ζέππο το Ζαυλάνη· Ναίσκε, ας έλθουνε, να ιδής, Καρβελάς και Πανταζής· Αμμή ο Βούτος πώς σου φαίνεται; Δεν ηξέρει τι του γένεται· Και κορδώνεται, — κοσπέττο! E quel fatuo di Zorzetto? Ο Μπερέττας . . .ναι . . . κ' εκειός, Struca, strucca, είναι γιατρός.
Ταγιαπ. Les voilà qui viennent; Silence: Il faut avoir prudence. Cher ami, vous êtes un fou.
Ροΐδ. Τσαμπουνίζεις του κακού.»
Ήρθαν όλοι κ' εκαθήσανε, Και με τρόπο εχαιρετήσανε, Μα εκειός δεν αναδεύτηκε, Μα τσου κύτταξε, κ' ερεύτηκε. Τέλος βάνει τα γυαλιά του.
Ροΐδ. Ναι· σα τώρα απάνου κάτου, Ήρθε επέρσυ quel Signore, — Quell' Inglese viaggiatore Io l' andavo a salutar, Era ricco e singolar. Ha viaggiato quanto Cook; Ma venir bisogna ad hoc. Prima già voglio informar: È imbrogliato questo affar; Questo affar è imbrogliatissimo» Και ο Καντιότος· va benissimo. (4)
Ροΐδ. Vengo, caro: Τα συμπτώματα· Περνάει πάντα τ' απογιόματα Με μια σα λιμοκαψούλα, — Πάντα,. . . αλήθεια λέω, Φιορούλα; Κι' ακούει πόνο εδώ, και κλαίει.» Και ο Δικόπουλος του λέει·
Δικόπ. Και πότε έπεσε;
Ροΐδ. A ponto: Vengo questo è un altro conto; Voglio andare colle serie, Non confondo le materie. Τον κυττάζω εκεί κ' εδώ· Δεν ηξέρω τι να πω. Και για τούταις τσοι σκινέλλαις Του έβαλα δύο τρεις αβδέλλαις· Και του δίνω ένα πουργάντε, Και του μπήχνω un vescicante.» Και ο Δικόπουλος με γέλιο·
Δικόπ. (Μωρέ, ακούς, Μπερέττα;) Meglio!
Ροΐδ. Meglio; ναι, να σε χαρώ· Grazie! io so quel che mi fo. Κ' εγιατρεύτηκε, κ' εμίλησε, Μα δελόγκου εξανακύλησε· Είπα μέσα μου· Son stufo; Sto ragazzo è già un martufo. Κάνω, κάνω, ma un costrutto Non lo vedo, e qui sta il tutto» Οι γιατροί οπού αγροικήσανε Τέτοια κούρα, κ' εσαστίσανε, Κάνουνε να σηκωθούνε, Ως για να συμβουλευθούνε·
Ροΐδ. Alto là, Conprofessori! Ragguardevoli signori, Tra voi l'infimo già son; Pur con vostra permission . . . .
Κ' έτσι λέοντας πάει να πάρη Το χαρτί, το καλαμάρι, Για να κάμη τη ριτσέττα.
Ροΐδ. Ecco qui: l' ho fatta in fretta. Κ' έτσι αρχίνησε να λέη· Drachmas duas recipe rhei Optimi pulverizzati, Atque lapides, innati Animalibus, addantur; Citri semina adjungantur In decoctum viperarum, Atque Hoffman juventarum. Et alteae et camomillae, Tormentillae et potentillae. Pillulas Calomelani Atque guttas Hoffemani, Et radices erbao Paeoniae, Atque feculum Laponiae, Virginiana serpentaria; Misce et fiant electuaria. Εδώ είναι δύο ριτσέτταις· Ή τη μία ή την άλλη, Πες του Ρήγα (6) να τη βγάλη· Πες του απ' όνομά μου, μάτια.» Κι' ότι εγκρύλωνε τα μάτια, Ευθύς φεύγουνε οι γιατροί Σκοτισμένοι και κουτοί, Κόκκινοι 'ς το πρόσωπό τους, Κάνοντας και το σταυρό τους· Κι' ο Ροΐδης θυμωμένος, Κι' από δόξα μεθυσμένος, Κοκκινίζει σαν το γάλλο, Και φουνιάζει· «Δε θέλω άλλο! Τούτα είν' εκειά που τσοι σαστίζουνε! Μα μ' εμέ δε τσαμπουνίζουνε· Δε μου δίνουνε αμπόδιο, — Μα πεθαίνει . . . καταυόδιο! Ma per altro, in conclusion, Ebbi la soddisfazion, Να τσου κάμω μία ριτσέττα, Που δεν είναι για σεκέττα· Νόστιμα την εφορμάρισα, Κι' ούλους τση ντεσκαπριτσιάρισα!
ΕΙΣ ΜΕΓΙΣΤΑΝΑ [208]
Δος μουτε άδεια να πατήσω Το παλάτι το χρυσό· Κάποιον ήρθα ναπαντήσω — «Μέγα Γιώργο προσκυνώ,
»Σπάθα, πάντα 'ς στο πλευρό σου »Να βαστάς, παρακαλώ, »Και σα να τανε δικός σου »Να κυττάς τον ουρανό.
»Σε ζητούν Γραικοί και Ιγγλέζοι »Σαν αθάνατο νερό, »Και το φως βαρεί και παίζει, »Στο κορμί σου μοναχό —
»Πέφτω, λέει καθένας, χάμου· »Και τη φτέρνα σου φιλώ: «Κλώτσησέ με, βασιλιά μου, »Αν επιθυμάς να ζω.»
ΕΠΙΓΡΑΜΜΑΤΑ ΕΙΣ ΨΕΥΤΗ
1
Η Μούσ' αλαφροπάτησε, κ' εστήθηκ' ομπροστά μου, Και μώδειξε τη μύτη του για τη σκορδομυτιά μου.
2
Μούσα, και πώς να τονε πω για να βαλθή σε μέτρο Βάλε του κάλπικ' όνομα, και πες τονε Κυρ Πέτρο.
3
Στρέψε, Σιρ Πίτερ, κατά με το γαληνό σου βλέμμα, Κι' αν ημπορής βγάλε πνοή, που να μην είναι ψέμα
ΕΙΣ ΑΡΠΑΓΑ
Τέτοιο φίλο γω να χάσω! Για τρεις μέραις θα περάσω Με ψωμάκι, με τυρί. Και συ, κόκκορε τ'ς αυλής μου, Για το φίλο της ψυχής μου Μαύρο βάψε το λειρί.
ΣΧΕΣΙΣ ΠΟΛΥΠΛΟΚΗ
Αργά πάει πέρα Να βρη το φως του, Τη θυγατέρα Της γυναικός του, Που χε δικό της Φως το γαμπρό της.
ΤΟ ΨΙΧΑΛΟ
Σε βλέπω πάντα που κυλάς· Για πες μου, ψίχαλο, πού πας; Πού πας ομπρός οπίσω; — Τον κόσμο να φωτίσω.
ΞΕΡΗ ΠΟΛΥΜΑΘΕΙΑ
Δω μια φορά ήταν άνθρωπος, κ' εκεί ταν ένας τόπος.
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΥΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Δυστυχισμένε μου λαέ, καλέ και ηγαπημένε, Πάντοτ' ευκολοπίστευτε και πάντα προδομένε.
ΕΙΣ ΤΑ ΣΑΤΙΡΙΚΑ ΣΗΜΕΙΩΣΕΣ TOT ΕΚΔΟΤΗ
Το όνειρο.
(1) Καπίτολα) Οι εις Κέρκυρα, μ' άλλο όνομα ομοίως ιταλικό, λεγόμεναις σκόλαις. Είναι στύλος οπού βαστάει ένα παννί αγιογραφισμένο και εις ταις δύο μεριαίς.
(2) Λιρώνα) Βενετικό νόμισμα· εδώ σημαίνει την πλερωμή των Ιερέων.
(3) Βατσέλια) Συνειθίζεται εις τη Ζάκυνθο, εις τα ξόδια να προπορεύωνται παιδιά με δίσκους (βατσέλια), και εις τη μέθη του δίσκου ένα λιβανιστήρι αναμμένο.
(4) Κουτούζης) Παπάς, ποιητής σατιρικός, και ζωγράφος. Η μεγάλη πικρία και αισχρότης της ομιλίας του και των σατιρικών του ποιημάτων τον έχθρεψαν με πολλούς, όθεν αυτός έλεγεν ότι μόνος του φίλος και σύντροφος ήταν η γάτα του. Η αγαπημένη του γάτα εφαίνετο και εις ταις σάτιραις και εις τα ζωγραφήματά του, κάποτε και εις τα εικονίσματα. Κοντά εις τα άλλα πράγματα ανάρμοστα εις τον ιερό χαραχτήρα του είχε και τη συνήθεια να δείχνεται κοσμικός λεβέντης· ράσα μακρινά ως ταις φτέρναις· σκαλτσούνια κόκκινα μεταξωτά· παπούτσια με γάζους· στραβό εβαστούσε το χαμηλό και πλατύγυρο καπέλλο, το οποίον εσυνειθούσαν να φορούν εις τη Ζάκυνθο οι παπάδες. — Εθάφτηκε εις τον ναό της Φανερωμένης, οπού μετά ταύτα και ο σατιριζόμενος.
(5) Ίδε την προηγούμενη σημείωση.
(6) Ο σατιριζόμενος με τον αδελφό του· άτεκνοι και οι δύο.
(7) Πλεζονιαίς). Τα εις πολλά μέρη της Ελλάδας ονομαζόμενα χειμωνικά, ή καρπούζια.
(8) Εις την κάμαρη του Σκλίβα). Ο Σκλίβας, πλούσιος έμπορος, ήταν στενός συγγενής του σατιριζομένου. Λέγεται ότι τούτος τον εγύμνωσε, ώςτε ο Σκλίβας από την απελπισία έχασε το λογικό. Εννοεί ο ποιητής, ότι η Θεία Δίκη εφύλαε εις τον απάνθρωπον άρπαγα κάτι χειρότερο παρά τη φτώχεψη· να πεθάνη, δηλαδή, και αυτός τρελλός εις το σπίτι του ανθρώπου τον οποίον αδίκησε. — Το παλιό το σπίτι αφίνοντας). Ο σατιριζόμενος, πριν κληρονομήση τον Σκλίδα, εκατοικούσε εις την οικία Καπνίση· αυτού, λέγεται, εδέχτηκε έναν πλούσιον ξένον, τον έκλεψε, τον εφόνεψε και τον έθαψε εις την αυλή του σπιτιού. Το σπίτι αυτό του Καπνίση το εκληρονόμησε ο Κόμης Ρώμας. Εις τούτο αποβλέπουν οι στίχοι, Σκάψε, Ρώμα κτλ.
(9) Ο σατιριζόμενος εις την τρέλλα του εφυσούσε με τη μύτη.
(10) Τσάφοι) Κλέφταις· δηλαδή, όσοι τον ετριγύριζαν να τον κληρονομήσουν.
Η πρωτοχρονιά.
(1) Διονύσιος ο Ροΐδης, τον οποίον πιστά ζωγραφίζουν τα εξής δύο σατιρικά αυτοχεδιάσματα, ήταν Ζακύνθιος καλά γεννημένος. Είχε σπουδάξη εις το Παταύιον, οπού ακολούθησε τα φιλολογικά μαθήματα του Καισαρώττη, και έλαβε και τον στέφανο της Ιατρικής. Το πολύ το διάβασμα έκαμεν ώςτε εις το μικρό του κεφάλι εγεννήθηκε η ιδέα ότι ήταν ένας μέγας νους, και εβάλθηκε να συγγράφη επιστημονικά και ποιητικά κάθε λογής. Με τούτο το φρόνημα εγύρισε εις την πατρίδα του, οπού η οικονομική του κατάσταση τον ανάγκασε να κάμη το δάσκαλο· επειδή, ως ιατρός, δεν επιτύχαινε εις καμμία θεραπεία, εις τρόπον ώςτε εγελούσεν ο ίδιος για την ιατρικήν επιστήμη. Εις την πατρίδα του επερνούσε ως σοφός, αλλά ιδιότροπος, άνθρωπος. Άμα ο Σολωμός επέστρεψε εις τη Ζάκυνθο και επρωτογνώρισε τον Ροΐδη, εκατάλαβε ότι ήταν ένα άτομο μοναδικό εις το είδος του, και ότι έως τότε του είχε λείψη μόνον η αφορμή να φανερώση όλα τα αξιογέλαστα ιδιώματά του. Ο Σολωμός άρχισε να του δείχνεται άκρος θαυμαστής του, και να του ανάβη τη δοξομανία του με τους πλέον κολακευτικούς τρόπους μ' όλον ότι δεν ημπορούσε, ούτε τον έμελε, να βαστάξη τα γέλοια όταν ο Ροΐδης του εδιάβαζε τα συγγράμματά του· αλλά τούτος τυφλωμένος από τη φιλαυτία ελογάριαζε μοναχά τα παινέσματα. Αυτά, και η γενναιότης του Σολωμού, ο οποίος τον εβοηθούσε αδιάκοπα εις ταις χρείαις του, [209] έκαμαν ώςτε ο Ροΐδης εμακάριζε τον εαυτό του ότι ευρήκε τέλος τον άνθρωπον, οπού εννόησε το πνεύμα του και την προκοπή του· τον έλεγε it mio Nume (ο Θεός μου). Σιμά εις την αναποδιά του λογικού ο Ροΐδης είχε μίαν άκρα ηθική αναισθησία· δεν ήταν όμως όλως δι' όλου γυμνός από κάθε χάρισμα· ήταν καρδιογνώστης και είχε ζωντανή, αν και παράξενη, φαντασία. -Η φιλία και οι κολακείαις του Σολωμού τον έκαμαν να ξεσκεπάση τολμηρά όλη τη φιλαυτία του και την καταφρόνεση, την οποίαν αισθάνετο κατάκαρδα για τους πλέον πνευματώδεις και προκομμένους συμπολίταις του, και να πεθάνη με την πεποίθηση, ότι ήταν ο πρώτος άνθρωπος της εποχής του.
(2) Ο Ροΐδης πηγαίνει να εύρη τον ποιητή την πρώτη του χρόνου 1824· τον βλέπει οπού γράφει, και απ' αυτό παίρνει αφορμή να μιλήση, καθώς έκανε πάντα, για τον εαυτό του. Φαίνεται ότι εκείνη την ημέρα ο Ροΐδης εις την ομιλία του εσυγκεφαλαίωσε όλα του τα παράξενα ιδιώματα· όθεν η φαντασία του Σολωμού έλαβε ζωντανήν εντύπωση, κ' εμόρφωσε τούτη τη σάτυρα, η οποία είναι μία συνοπτική εικόνα του Ροΐδη.
(3) Χαρτί με μπαρούτι οπού φτειάνουν τα παιδιά 'ς ταις εορταίς.
(4) Νέος Ζακύνθιος στιχουργός.
(5) Ο γνωστός ποιητής Κυρ. Γεώργιος Τερτσέττης, συμπολίτης και φίλος του Σολωμού· ο τώρα Βιβλιοφύλακας της Βουλής εις Αθήνας· Όταν εις τη συναναστροφή του Σολωμού ο Ροΐδης εκφωνώντας τα συγγράμματά του εκαλοκάρδιζε τους πλέον σοβαρούς, τα δυνατά γέλια δεν τον επείραζαν παρά πολύ· αγαπούσε να πάρη ως αταξίαις της νεότητος· έλεγε· «Μωρές διαολόπουλα, ησυχάστε, για ν' αδράξετε το νόημα.» Αλλά το κρυφό γέλιο, η κρυφή ματιά τον έκαναν να βγη από τα όρια, να βρίζη με βρισιαίς παράξεναις, πρωτότυπα γεννήματα της φαντασίας του. λ. χ. Λέρα του παντός.
(6) Γαετάνος Γρασσέττης ιταλός. Διδάσκαλος της Λατινικής και Ιταλικής Φιλολογίας. Είχε νυμφευθή γυναίκα Ζακυθινή. Εγνώριζε καλά την ομιλουμένη μας γλώσσα, κ' εμετάφρασεν ιταλικά τον Ύμνον εις την Ελευθερία· εις τα σημειώματά του έδειξε κρίσιν ορθή, και γνώση της ποιητικής. Μετά τον θάνατό του ετυπώθηκε μία απλοελληνική Γραμματική του. Ο Γρασσέτης δεν εγελούσε εύκολα· κάπου κάπου όμως, ενώ ο Ροΐδης εδιάβαζε τα συνθέματά του, έβγαινε από το σοβαρό του ήθος με ένα μισόγελο, οπού επείσμωνε πολύ τον Ροΐδη.
(7) Ήταν η αλήθεια· οι διατριβαίς του Ροΐδη ήταν απέρανταις, και ταις ερετζιτάριζε μεγαλοφώνως· εις τούτο ήταν ακούραστος, καθώς δεν εβαρειότουν ποτέ να αντιγράφη και να ξαναντιγράφη τα συγγράμματά του. Ο Ροΐδης εξερόβηχε συχνά, αλλά ταις περισσότεραις φοραίς δίχως καμμίαν ανάγκη, ειμή για να σύρη την προσοχή των άλλων εις τον εαυτό του
(8) Ένας Ιταλός ιερέας οπού ευρίσκετο τότε εις τη Ζάκυνθο. Ο Σολωμός έκανε εναντίον του Ροΐδη σάτιραις ιταλικαίς και ταις έδινε του Μαρώνη για να ταις περνάη για δικαίς του. Ο Ροΐδης απαντούσε με άλλαις σάτιραις. Τότε ο Σολωμός υπερεπαινούσε τους στίχους του Ροΐδη, και έψεγε την αυθάδεια του Μαρώνη.
(9) Αδελφός του Ροΐδη.
(10) Ίδ. την Σημ. 1.
(11) Έδειχνε και τη λατινική γλώσσα· αλλά είχε και εις αυτό μέθοδο τόσον αλλόκοτη, ώςτε κανένας δεν εμάθαινε τίποτε από αυτόν. Ιδού ο ορισμός της Γραμματικής, με τον οποίον επροοιμίαζε το μάθημά του· «Παιδί μου, η Γραμματική είναι ωσάν ένα αρμάρι με πολλά παρακάσελα· σημέρα τραβούμε το παρακάσελο, οπού ευρίσκεται το ρήμα.»
(12) Τσάρης) Όνομα κύριο, το οποίον, από το ιδίωμα του ανθρώπου οπού το έφερνε, εκατάντησε, εις τη Ζάκυνθο, συνώνυμο του μωρού.
(13) Το Βζιτ· δηλαδή μία, ωσάν σφουριξιά, την οποίαν άκουε, καθώς έλεγε ο ίδιος, μέσ' 'ς τα μυαλά του, ήταν η Μούσα του Ροΐδη.
(14) Επίθετα . . . από κεια!) Δηλαδή τα πλέον παράξενα, τα πλέον ανάρμοστα, τα πλέον ασυνήθιστα, οπού ημπορεί νους ανθρώπου να φαντασθή· με αυτά ο Ροΐδης εστοχάζετο να ξαφνίση τον κόσμο.
(15) Ολοστρόγγυλα) Είχε γράψιμο στρογγυλό.
(16) Νιόνιος). Χαϊδευτικό του «Διονύσιος»· εννοεί τον Σολωμό.
(17) Λόγος εις τα πάθη του Χριστού το κυριώτερο από τα πεζά του συγγράμματα. Εις αυτό είχε σωρεύση ό,τι και αν ήξερε, φιλολογικά, μαθηματικά, ιστορικά, ιατρικά, με ένα πλήθος ονόματα συγγραφέων, στρατηγών κ.τ.λ.
(18) Ένα επικό ποίημά του.
(19) Όλο το ενάντιο· μάλιστα εδυσκολεύετο πολύ εις τη στιχουργία, μ' όλον ότι είχε κάμη χιλιάδες κακούς στίχους. Κάποτε όμως του ετύχαινε να κάμη δύο τρεις καλούς. Αυτοί δεν εξέφευγαν του Σολωμού· και μόλις τους άκουε, έπαυε τα γέλοια κ' έτρεχε και τον εφίλειε.