Note 166 — Front matter (continued 3)
Reading edition
Σάλπιγγα, ιδού, χωρίς πνοή αυτούς τους ήσκιους κράζει· Κινούν ανάκατα κι' ακούν μια άλλη που της μοιάζει, Γέλιο σφοδρό το τούρκικο στράτευμα συνεπαίρνει, Κ' η αναγελάστρα σάλπιγγα τρόμου λαλιά ξεσέρνει. Χαμένη σάλπιγγα, τι θες κι' αυτούς τους ήσκιους κράζεις; Και συ τι θες αντίπερα που σαν ηχώ της μοιάζεις; Σώπαινε, σάλπιγγα οκνηρή, π' αυτούς τους ήσκιους κράζεις, Και συ, σκληρή, π' αντίπερα ώσαν ηχώ της μοιάζεις. Ανακατώνονται, κινούν αργοί, συλλογισμένοι. Που σάλπιγγα τους έκραξε λεπτή, μικρή, χαμένη· Και γροικούν πέρ' αντίπερα μίαν άλλη που της μοιάζει. Σήκω, καλή μου σάλπιγγα! και βρόντα χέρι χέρι· Εδώ ναι κόραις άβγαλταις, κι' άπραγοι νέοι, και γέροι.» Χαμένη, αλίμονον! κι' οκνή τη σάλπιγγα γροικάει· Αλλά πώς φθάνει αντίπερα και την ηχώ ξυπνάει; Γέλιο 'ς το σκόρπιο στράτευμα τ' εχθρού γεννοβολειέται, Κ' η αναγελάστρα σάλπιγγα μεσουρανίς πετειέται· Κ' ελεύθερη, χαρούμενη, γύρου βαρεί, και πέρα Ηχοποντεί 'ς τον άπειρο και καθαρόν αέρα. Και τέλος πάντων μακρινή σέρνει λαλιά, σαν άστρο, Μίσους λαλιά, τρόμου λαλιά, ρητή κατά το κάστρο. «Σάλπιγγα, βάρει γλήγορα . . . . . . Τα μάγια κόψ' του τραγουδιού, μη κόψουν την αντρεία,» Γέλιο 'ς τ' εχθρού το στράτευμα σφοδρό γεννοβολειέται, Άσβεστο γέλιο 'ς το πλατύ στρατόπεδο γροικειέται, Και βαρεί γύρου ελεύθερα τον καθαρόν αέρα, Μ' ήχους πολλούς πολλώ λογιώ κι' ώρα πολλή και πέρα· Κ' ελεύθερη και πρόσχαρη γύρου βαρείς και πέρα Τρικύμισε κόσμος ηχοί τον ξάστερον αέρα. Πλημμύρα ηχοί τρικύμισαν τον ξάστερον αέρα. Λογιών ηχοί πλημμύρισαν τον ξάστερον αέρα. Κόσμος ηχοί 'ς τον καθαρό, 'ς τον άπειρον αέρα. Τέλος βαρεί τρόμου λαλιά και χύνεται, σαν άστρο, Του μάκρου τέλος n σκληρή σέρνει λαλιά, σαν τάστρο. Τρόμου ψηλή χύνει λαλιά και βγάν' ήχους πολλή ώρα. Χύνει κλαγγή χαρούμενη μακριά παντού, σαν άστρο, Τέλος βαρεί τρόμου λαλιά ρητή κατά το κάστρο. Κ' ηχοβολάει βροντόφωνα κατά το μαύρο κάστρο. Κ' ηχολογάει βροντόφωνα κατά το μαύρο κάστρο.↩