Note 161 — Front matter (continued 3)
Reading edition
Εκάθησε εκηλάιδησε γλυκόφωνο πουλάκι. Η μαύρη μάννα το φθονεί πως ηύρ' ένα σπειράκι. Ήρθε, εκηλάιδησε γλυκά πουλί που ταξιδεύει, Ηύρε σπειρί κ' επήρε το, κ' η μάννα το ζηλεύει. «Μόνε ξανοίγω και φθονώ πουλί 'ς το πέταμά του, Και 'ςτο σπειράκι πώβρηκε, και 'ς τη γλυκειά χαρά του.» Πολύν καιρό το βάσταξα μέσα 'ςτην έρμη αγκάλη, «Κ' εφθόνεσα μικρό πουλί, που βρε σπειρί κ' ελάλει.↩