← Table of contents
Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα

Front matter (continued 2)

Reading edition

Και μου έρχεται 'ς το νου κάποιος άλλος ποιητής· το έργο του δε μοιάζει απάνω κάτω σε τίποτε με το έργο του Σολωμού· όμως η ψυχή του ενός συγγενεύει κάπως με την ψυχή του άλλου, και μοιάζουν αρκετά των δύο έργων οι μοίρες. Ο άλλος αυτός ποιητής είναι ο Αντρέας Chenier, Ανδρείας ο Θραξ, καθώς αυτονομάζεται 'ς ένα στίχο του ελληνικόν· ο ποιητής — καθώς άλλου εκφράζεται ο ίδιος — «που μια ωραία Ελληνίδα 'ς της νιότης το άνθος τον εγέννησε Γάλλο μέσα 'ς το Βυζάντιο.» [36] Ο Chenier τελειώνει περίλαμπρα δύο αιώνων φιλολογική περίοδο, την περίοδο του κλασσικισμού. Η κλασσική ιδέα, ξεπεσμένη άθλια, αναδίνει με τους στίχους του υστερνό πλουσιοπάροχο άνθισμα, προτού χαθή μια για πάντα· ενώ ο Σολωμός αρχίζει ολόφωτα καινούργιαν εποχή, και είναι πιο πολύ ρωμαντικός και μουσικός, και είναι γεννημένος από το δημοτικό τραγούδι, και ζυμωμένος είναι με τον Ιταλικό πολιτισμό, καθώς είναι ο άλλος θρεμμένος με όλη την αρχαίαν ελληνολατινική σοφία, κλασσικός πάντα και ζωγραφικός. Ο ένας ιταλικά σημειώνει τους στοχασμούς του, όπως ο άλλος, πολλές φορές, ελληνικά· όμως πάντα φράγκος ο ένας, όπως ο άλλος ρωμιός. Μα και οι δυο κρατούνε κλεισμένη μέσα τους κι από μιαν Ελλάδα. Και οι δυο, τεχνίτες αντικειμενικοί, ζητούν τον κόσμο τους να πλάσουν έξω από το εγώ τους το ατομικό. Και του ενός και του άλλου, τα πιο σπουδαιότερα που φιλοδόξησαν ποιήματα (μια φιλοσοφική σύνθεση από τις μεγάλες ιδέες του καιρού σε σκαλιστούς στίχους), απόμειναν και τα πιο μισά. Και το γάλλο και τον έλληνα δεν τους μέλει 'ς το φως να δώσουν τα έργα τους. «Φύλαττε για τον εαυτό του, λέγει ο ίδιος εγκωμιαστής του Chenier που παραπάνω εσημείωσα, και για τους πιο στενούς του φίλους το πάθος που του σκλάβωνε τη ζωή.» Όμοια, μόνο σε κάποιους φίλους εμπιστευόταν τους στίχους του. Όμοια και ο γάλλος άφησε κομμάτια μονάχα σε όλα τα είδη του ποιητικού λόγου, «συντρίμματ' από μελωδίες, από στοχασμούς, κι από μελέτες», καθώς τα είπεν ο Sainte-Beuve. Σαν τον Έλληνα, και ο γάλλος εσχεδίαζε λίγο λίγο και υπομονετικά τα έργα του, τάγραφε πρώτα πεζά, και μέσα 'ς το στίχο ακόμα, όταν τη φράση δεν την εύρισκε με μιας, σφήνωνε τον πεζό λόγο. Και του Chenier 'ς την αρχήν εθρήνησαν οι φίλοι χαμένα, κατά τρόπον αξήγητο, ποιήματα. Κ' εκείνου, καθώς του Σολωμού, θυμούνταν, οι φίλοι τετράδια με ωρισμένα νούμερα, σχήματα, χρώματα. Εδώ κ' εξήντα χρόνια ο Sainte-Beuve [37] φαντάζονταν μια έκδοση των έργων του Σενιέρου ειδυλλιακή, καθώς την έλεγεν. Έκδοση σαν εκείνες των αρχαίων, που είναι λίγα γνωστά γι' αυτούς και που ταιριάζονται με τα έργα τους, βασανισμένα, λεπτολογημένα, και με θρησκευτικήν ευλάβεια, κάθε γνώμη, κρίση, μαρτύριο, κάθε τι που σχετίζεται μ' εκείνους. Από τότε κριτικοί και εκδότες προχωρήσανε σημαντικά και δούλεψαν αποτελεσματικώτατα για το έργο του Chenier. Τόνειρο του μεγάλου κριτικού έστρεξε με το παραπάνω. Λίγο λίγο βγήκανε 'ς το φως πλήθος από τους χαμένους στίχους του Chenier, ξεδιαλύθηκαν όλα τα σκοτεινά της ζωής του και τα περίπλοκα της τέχνης του, κ' ένας πολυγνώστης γάλλος, ο Becq de Fouquiéres δοξάστηκε μόνο και μόνον ως εκδότης, σχολιαστής και βιογράφος του ποιητή. Η γοητεία του αρχαίου ακόμα και πάντα θα σφραγίζη τον ποιητή του «Τυφλού»· αλλ' από τότε που πιο πολλά για κείνον είναι γνωστά, σιμώτερα ήρθε. Στην κριτική εργασία του Πολυλά χρωστάει βέβαια πολλά πολλά η δόξα του Σολωμού. Όμως ακόμα περιμένομεν ένα εκδότη, κ' ένα εξηγητή του Σολωμού, όμοια σοφό, μα λιγώτερο αισθηματικόν, αντικειμενικώτερο κριτή του διδασκάλου. [38] Ανάγκη, αργά ή γλήγορα, να φανή, ακόμα κι αν έτρεχε κίνδυνο νάβγη από τα χέρια του σμικρυμένη κάπως η δόξα του ποιητή. Πρώτα η αλήθεια. Για την αλήθεια πολεμούσε κι ο Σολωμός, όταν εγύρευε την απόλυτη ομορφιά 'ς την ποίηση, και της ζωής την ομορφιά 'ς τη γλώσσα. Δεν είν' εκείνος που είπε «το έθνος πρέπει να μάθη να θεωρή εθνικόν ότι είναι αληθινό [39];»

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Η αγνώριστη
Η αγνώριστη

Η αγνώριστη Κατά Σχεδιογράφημα Γ. ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ

ΣΟΛΩΜΟΥ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

Α

ΕΙΣ ΚΟΡΗΝ Η ΟΠΟΙΑ ΑΝΑΘΡΕΦΕΤΟ ΜΕΣΑ ΕΙΣ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ

Μοναστηρήσια μου όμορφη, εδώ είμαι και κυττάω. Πρόβαλε κει 'ς τα κάγκελα να ιδής που τραγουδάω. Βγαίνει για σε γλυκύτατος απ' την καρδιά μου ο στίχος Ας τον αφίνη να περνά, και ας μην ζηλεύη, ο τοίχος. Κάμε να φύγης, αν μπορής· έλα να σε φιλήσω. Με το φιλάκι μοναχά τη φλόγα μου θα σβύσω. Μοναστηρήσια μου ώμορφη, εδώ έλα και στοχάσου Πως δε θα κάμω να χαθή, αθώα μου, η παρθενιά σου.

ΑΝΘΟΥΛΑ [40]

Αγάπησέ με, Ανθούλα μου, γλυκειά χρυσή μου ελπίδα Καθώς κ' εγώ σ' αγάπησα την ώρα που σε είδα. Είχες τα μάτια σου γυρτά 'ς τα πράσινα χορτάρια, Κ' η λύπη σου τα στόλιζε με δυο μαργαριτάρια. Τη μάνα σου θυμούμενη εδάκρυζες, Ανθούλα, Γιατί 'ς τον κόσμο σ' άφησε μονάχη κι' ορφανούλα. Α, ναι, φυλάξου, αγάπη μου, του κόσμου από την πλάνη, Οπού με λόγια δολερά τόσα κοράσια χάνει. Πού πας μονάχη κ' έρημη, αθώα περιστερούλα; Βρόχια πολλά σου σταίνουνε· έλα μαζί μου, Ανθούλα.

ΑΝΑΜΝΗΣΙΣ [41]

Τώρα ας παύση της κιθάρας Η γλυκόφωνη χορδή, 'Σ την καρδιά μου τη θλιμένη Τη νεότητα ενθυμεί.

Τη νεότητα που απέρασε Έτσι ογλήγορα από μας Χωρίς καν να μας αφήση Στοχασμό παρηγοριάς.

Μόνο μ' άφησε η προδότρα Έναν άθλιο στοχασμό Που σφιχτά μου ζωγραφίζει Του θανάτου τον καιρό.

Νά το μάτι που τον ήλιο Πολεμάει να ματαϊδή, Και το στόμα να βαστάξη Την στερνή του αναπνοή.

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ

Άκου έν' όνειρο, ψυχή μου, Και της ομορφιάς θεά· Μου εφαινότουν όπως ήμουν Μετ' εσένα μία νυχτιά.

'Σ ένα ωραίο περιβολάκι Περπατούσαμε μαζί, Όλα ελάμπανε τ' αστέρια, Και τα κύτταζες εσύ.

Εγώ τσώλεα· πέστε, αστέρια, Είν' κανέν' από τ' εσάς, Πού να λάμπη από κει απάνου Σαν τα μάτια της κυράς;

Πέστε αν είδετε ποτέ σας 'Σ άλλη, τέτοια ωραία μαλλιά, Τέτοιο χέρι, τέτοιο πόδι, Τέτοια αγγελική θωριά;

Τέτοιο σώμα ωραίον οπ' όποιος Το κυττάζει ευθύς ρωτά· Αν είν' άγγελος εκείνος, Πώς δεν έχει τα φτερά; [42]

Κάθε φίλημα, ψυχή μου, Οπού μώδινες γλυκά, Εξεφύτρωνε άλλο ρόδο Από την τρανταφυλλιά.

Όλη νύχτα εξεφυτρώσαν, Ως οπού λαμψεν η αυγή, Που μας ηύρε και τους δυο μας Με την όψη μας χλωμή.

Τούτο είν' τ' όνειρο, ψυχή μου· Τώρα στέκεται εις εσέ, Να το κάμης ν' αληθέψη, Και να θυμηθής για με.

Η ΑΓΝΩΡΙΣΤΗ

Ποια είναι τούτη Που κατεβαίνει Ασπροεντυμένη Οχ το βουνό;

Τώρα που τούτη Η κόρη φαίνεται, Το χόρτο γένεται Άνθι απαλό·

Κ' ευθύς ανοίγει Τα ωραία του κάλλη, Και το κεφάλι Συχνοκουνεί·

Κ' ερωτεμένο, Να μη το αφήση, Να το πατήση, Παρακαλεί.

Κόκκινα κι' όμορφα Έχει τα χείλα, Ωσάν τα φύλλα Της ροδαριάς,

Όταν χαράζη, Και η αυγούλα Λεπτή βροχούλα Στέρνει δροσιάς.

ΔΕ Μ' ΑΓΑΠΑΣ

Όσα λούλουδα είν' το Μάη Μαδημένα ερωτηθήκαν, Κι' όλα αυτά μ' αποκριθήκαν, Πως εσύ δε μ' αγαπάς.

Και των μαλλιώνε της Τ' ωραίο πλήθος Πάνου 'ς το στήθος Λάμπει ξανθό.

Έχουν τα μάτια της, Οπού γελούνε, Το χρώμα πού ναι 'Σ τον ουρανό.

Ποια είναι τούτη Που καταβαίνει Ασπροεντυμένη Οχ το βουνό;

Η ΞΑΝΘΟΥΛΑ

Την είδα την Ξανθούλα, Την είδα ψες αργά, Που εμπήκε 'ς τη βαρκούλα Να πάη 'ς την ξενιτειά.

Εφούσκωνε τ' αέρι Λευκότατα πανιά, Ωσάν το περιστέρι, Που απλώνει τα φτερά.

Εστέκονταν οι φίλοι Με λύπη, με χαρά, Και αυτή με το μαντήλι Τους αποχαιρετά.

Και το χαιρετισμό της Εστάθηκα να ιδώ, Ως που η πολλή μακρότης Μου το κρυψε και αυτό.

'Σ ολίγο, 'ς ολιγάκι Δεν ήξερα να πω, Αν έβλεπα πανάκι, Ή του πελάγου αφρό.

Και αφού πανί, μαντήλι, Εχάθη 'ς το νερό, Εδάκρυσαν οι φίλοι, Εδάκρυσα κ' εγώ. [43]

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΛΟΔΟΒΙΚΟΝ ΣΤΡΑΝΗ

Λίγα γιούλια εγώ σου στέρνω, Και 'ς το σπίτι σου τα σπέρνω, Εις το οποίον ήλθε η Θεά, Οπού ωνόμασαν Υγειά. Ροδοδάχτυλα τα χέρια, Και τα μάτια ωσάν αστέρια· Έχει μάγουλο ωσάν μήλο· Με χαμόγελο το χείλο, Οπού δίνει ένα φιλί, Και ξανάρχεται η ζωή Αλλά πώς συχνά συχνά Η ομορφότατη Θεά Με το μάτι το γλυκό Κυττάει θάλασσα, ουρανό; Εκατάλαβα γιατί· A! την ώρα καρτερεί Να σε πιάση από το χέρι, Να σε πάη και να σε φέρη.

ΚΑΚΙΩΜΑ

Πλέον δεν έρχομαι 'ς το βρέφος Ωραιότητες γεμάτο, Σαν τραντάφυλλο δροσάτο, Οπού ανοίγει αυγερινό.

Όχι, πλέον δε θέλω νάλθω, Ούτε αν έξαφνα αρχινήση Λυπηρά να τραγουδήση Τη βοσκούλα 'ς το βουνό·

Ούτε αν ψάλλοντας το ιδούνε Τον πατέρα του να δείξη, Και τα δάκρυα να σφουγγίξη Με το χέρι το μικρό.

Μόνον αν το πάρη η μοίρα. Και στενέψη εμέ να κλίνω, Τότες έρχομαι και δίνω Ένα φίλημα κ' εγώ.

ΕΙΣ ΦΙΛΟΝ ΨΥΧΟΡΡΑΓΟΥΝΤΑ [44]

Ήλθε η ώρα να σ' αφήσω, Νά! το θάνατο θωρώ, Ήθελα να σε φιλήσω, Ήθελα, μα δε μπορώ!

Μόνο σ' αποχαιρετάω, Γιατί πλιο δε θα σε ιδώ, Να σε σφίξω απεθυμάω, Μα το χέρι είναι νεκρό!

Πιάσ' το, ιδές πώς είναι κρύο, Πιάσ' το, ιδές πώς είναι αχνό, Ταις ελπίδες μου απολύω, Και το Χάρο ακαρτερώ.

Ήλθε η ώρα να σ' αφήσω, Του θανάτου νά η μορφή! Δε μπορώ να σε φιλήσω, Νά, μου σβύνεται η πνοή.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΗΣ ΟΡΦΑΝΗΣ

Πες μου, θυμάσαι, αγάπη μου, εκείνη την παιδούλα, Οπού χε 'ς τα ξανθά μαλλιά νεοθέριστη μυρτούλα; Οπού χε σαν παρθενικό τραντάφυλλο το στόμα, Που χε τα μάτια γαλανά σαν τ' ουρανού το χρώμα; Που προς το βράδυ πάντοτε μονάχη επερπατούσε, Κ' είχε κοντά της έν' αρνί που την ακολουθούσε; Που καθισμένη ευρίσκαμε 'ς το έρμο περιγιάλι, Και λυπηρά ετραγούδαε της άνοιξης τα κάλλη; Αχ! το τραγούδι ακλούθαε, κυττάζοντας το κύμα Με τόση λύπη, που έλεγες όπως εκύτταε μνήμα. Τη μαύρη! την απάντησα το χάραμα 'ς το δρόμο, Αλλά την κόρη τέσσεροι την είχανε 'ς τον ώμο· Χυμένα ήταν 'ς όλο της το λείψανο, που ευώδα, Γιούλια, μοσκούλαις και γαντσιαίς, τραντάφυλλα και ρόδα Σβυμένα ήταν τα μάτια της, που φέγγαν σαν αστέρια, Και με κορδέλλαις κόκκιναις δεμένα είχε τα χέρια. Αχ! καταιβάζοντάς τηνε οι τέσσεροι απ' το βράχο, Κανείς δε την ακλούθαε πάρεξ το αρνί μονάχο, Και μαραμμένα ήτανε τα ανθηρά στολίδα, Που κάθε αυγή του εμάζωνε και του έπλεκεν η ίδια [45]. Τ' αρνί μόνον ακλούθαε, μπε μπε, μπε μπε, φωνάζει, Πάντα μπε μπε, πάντα μπε μπε, και την παιδούλα κράζει. Με το κουδούνι 'ς το λαιμό εις τους γκρεμούς περπάτει

Nτιv, ντιν, κουδούνιζε κοντά εις το στερνό κρεβάτι [46]. Ετούτη είναι κόρη μου, η όμορφη παιδούλα, Οπού χε 'ς τα ξανθά μαλλιά νεοθέριστη μυρτούλα.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ

Νά, μία βοσκούλα 'ς το βουνό που κάθεται και κλαίει, Και τα παράπονα η σπηλιά γλυκά τα ματαλέει. Εψές μου απέθανε ο βοσκός, και τέσσεροι 'ς τον ώμο Μου τον επήραν τέσσεροι 'ς τον ύστερό του δρόμο. Βραχνόφωνα ο καλόγερος ανάδευε τα χείλα· Του νεκροκρέβατου συχνά ετρίζανε τα ξύλα. Θυμούμαι που εκαθόμαστε αντάμα εκεί 'ς τη βρύση· Ποιος απ' εμάς, ελέγαμε, περσότερο θα ζήση; Και λέγοντας· Ποιος απ' εμάς περσότερο θα ζήση; Φθυς κατ' εμάς εβούυξε φριχτά το Ποιος θα ζήση [47]. Τότε ο αγαπημένος μου εστέναξε απ' τα στήθη, Και του πα· Τι έχεις 'ς την καρδιά; Κι' αυτός δεν μ' απεκρίθη. Φθυς κατ' εμάς εβούυξε φριχτά το κυπαρίσσι. Δυστυχισμένη συντροφιά! Που το χαρούμεν' άνθι Της νιότης μας της τρυφερής ογλήγορα εμαράνθη Ω Θάνατε, λυπήσου με, λυπήσου με, και φθάσε· Ένα αναστέναγμα γλυκό μου φαίνεται πως θα σαι. Μού πανε πως μεσάνυχτα τον βάνουνε 'ς το μνήμα, Κ' εξέδωκα το ρούχο μου για το στερνό του εντύμα. Φωνάζω, σκούζω δυνατά, 'ς τον τάφο του γυρμένη, Μα δεν ακούνε ταις φωναίς 'ς τον τάφο οι πεθαμένοι. Κείνοι που θα με θάψουνε, ακόμη αν μ' αγαπούνε, Ας βάλουνε τα χέρια μας νεκρά ν' αγκαλιασθούνε.

Η ΕΥΡΥΚΟΜΗ

Θάλασσα, πότε θέλ' ιδώ την όμορφη Ευρυκόμη; » Πολύς καιρός επέρασε, και δεν την είδα ακόμη. » Πόσαις φοραίς κυττάζοντας από το βράχο γέρνω, » Και τον αφρό της θάλασσας για τα πανιά της παίρνω! » Φέρ' τηνε, τέλος, φέρ' τηνε». Αυτά ο Θύρσης λέει, Και παίρνει από τη θάλασσα, και τη φιλεί, και κλαίει. Και δεν ηξέρει ο δύστυχος όπου φιλεί το κύμα Εκείνο, που της έδωσε και θάνατο και μνήμα.

Η ΨΥΧΟΥΛΑ

Ωσάν γλυκόπνοο Δροσάτ' αεράκι Μέσα σε ανθότοπο, Κειο το παιδάκι Την ύστερη έβγαλε Αναπνοή

Και η ψυχούλα του Εις τον αέρα Γλήγορα ανέβαινε Προς τον αιθέρα, Σαν λιανοτρέμουλη Σπίθα μικρή.

Όλα την έκραζαν, Όλα τ' αστέρια, Κ' εκείνη εξάπλωνε Δειλή τα χέρια, Γιατί δεν ήξευρε Σε ποίο να μπη·

Αλλά, νά, τού δωσε Ένα Αγγελάκι Το φιλί αθάνατο 'Σ το μαγουλάκι Πού έξαφνα έλαμψε Σαν την αυγή.

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΚΥΡΙΟΝ ΓΕΩΡΓΙΟΝ ΔΕ ΡΩΣΣΗ ΕΥΡΙΣΚΟΜΕΝΟΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΓΓΛΙΑ.

Του πατέρα σου, όταν έλθης, Δε θα ιδής παρά τον τάφο· Είμαι ομπρός του, και σου γράφω, Μέρα πρώτη του Μαϊού.

Θα σκορπήσουμε το Μάη Πάνου 'ς τ' άκακα τα στήθη, Γιατί απόψε αποκοιμήθη Εις τον ύπνο του Χριστού.

Ήταν ήσυχος κι' ακίνητος Ως την ύστερη την ώρα, Καθώς φαίνεται και τώρα Που τον άφησε η ψυχή.

Μόνον, μία στιγμή πριν φύγη Τ' ουρανού κατά τα μέρη, Αργοκίνησε το χέρι, Ίσως για να σ' ευχηθή.

ΤΟ ΚΟΙΜΗΤΗΡΙ

«Μάννα μου, σκιάζομαι πολύ Μη πεθαμένοι βγούνε. — Σώπα, παιδάκι μου, οι νεκροί Την πλάκα τους βαστούνε».

Η ΦΑΡΜΑΚΩΜΕΝΗ

Τα τραγούδια μου τα λεγες όλα, Τούτο μόνον δεν θέλει το πης, Τούτο μόνον δεν θέλει τ' ακούσης, Αχ! την πλάκα του τάφου κρατείς!

Ω παρθένα! αν ημπόρειαν οι κλάψαις Πεθαμένου να δώσουν ζωή, Τόσαις έκαμα κλάψαις για σένα, Που θέλ' έχης την πρώτη πνοή.

Συφορά! σε θυμούμ' εκαθόσουν 'Σ το πλευρό μου με πρόσωπο αχνό· «Τι έχεις;» σου πα, και συ μ' αποκρίθης· «Θα πεθάνω, φαρμάκι θα πιω» [48].

Με σκληρότατο χέρι το πήρες, Ωραία κόρη, κι αυτό το κορμί, Που του έπρεπε φόρεμα γάμου, Πικρό σάβανο τώρα φορεί.

Το κορμί σου εκεί μέσα 'ς τον τάφο Το στολίζει σεμνή παρθενιά· Του κακού σ' αδικούσεν ο κόσμος, Και σου φώναξε λόγια κακά.

Τέτοια λόγια αν ημπόρειες ν' ακούσης, Οχ το στόμα σου τ' ήθελε βγη; «Το φαρμάκι, που επήρα, και οι πόνοι, »Δεν εστάθηκαν τόσο σκληροί».

Κόσμε ψεύτη! ταις κόραις ταις μαύραις Κατατρέχεις όσο είν' ζωνταναίς, Σκληρέ κόσμε! και δεν τους λυπάσαι Την τιμήν, όταν είναι νεκραίς.

Σώπα, σώπα! θυμήσου πως έχεις Θυγατέρα, γυναίκα, αδελφή Σώπα, η μαύρη κοιμάται 'ς το μνήμα, Και κοιμάται παρθένα σεμνή.

Θα ξυπνήση την ύστερη ημέρα, Εις τον κόσμον ομπρός να κριθή, Και 'ς τον Πλάστη κινώντας με σέβας Τα λευκά της τα χέρια, θα πη·

«Κύττα μέσα 'ς τα σπλάχνα μου, Πλάστη! »Τα φαρμάκωσα, αλήθεια, η πικρή, »Και μου βγήκε οχ το νου μου, Πατέρα, »Που πλασμένα μου τα χες Εσύ·

»Όμως κύττα 'ς τα σπλάχνα μου μέσα, »Που το κρίμα τους κλαίνε, και πες, »Πες του κόσμου, που φώναξε τόσα, »Εδώ μέσα αν ήν' άλλαις πληγαίς».

Τέτοια, ομπρός εις τον Πλάστη κινώντας Τα λευκά της τα χέρια, θα πη. Σώπα, κόσμε! κοιμάται 'ς το μνήμα, Και κοιμάται παρθένα σεμνή.

1826

ΣΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΑΝΕΨΙΑΣ [49]

Καθώς μένεις εις το νου μου Όσο ζω και εις την καρδιά, Μείνε, τέκνο του αδελφού μου, Εις τα μάτια μου ομπροστά.

Μείνε — επάλευε το σώμα Η ψυχή σου, για να βγη, Και συχνάνοιγες το στόμα Και δεν ήξερες γιατί.

Λίγο εχάρηκες το φως σου, Αφού επέρασες γλυκά Απ' τα σπλάχνα της μητρός σου Στου πατρός την αγκαλιά.

Γλυκοί εστάθηκαν και πλάνοι Των γονιών σου οι στόχασμοί Γάμου εβλέπανε στεφάνι, Κι' άλλο φόρεσες εσύ!

ΕΙΣ ΜΟΝΑΧΗΝ

Προς την κυρά Άννα Μαρία Αναστασία Γουράτο Γεωργομίλα.

Όταν εντύθηκε το αγγελικό σχήμα εις το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρου και Γεωργίου εις Κέρκυρα, την 18 Απριλίου 1829.

Από τον θρόνο τ' Άπλαστου Οι Αγγέλοι εκατεβήκαν, Και μέσ' 'ς του μοσχολίβανου Το σύγνεφον εμπήκαν, Να ιδούν που το κοράσιο Κινάει 'ς την εκκλησιά.

Χριστός ανέστη, εψάλλανε Με τα χρυσά τους χείλη, Χριστός ανέστη, εκάνανε, Κι' αστράφτανε σαν ήλιοι, Και λόγια ετραγουδούσανε Εγκάρδια και θερμά.

Ένας Άγγελος. Χαίρε, αδελφή! Μ' αρέσουνε Της όψης σου οι χλωμάδαις· Εις τα περίσσια ανάμεσα Κεριά και 'ς ταις λαμπάδες, Κάλλιο από ρόδα πιάνουνε Της Νύμφης του Χριστού.

Άλλος. Αφού τον θάνατο έκλαψες Της δόλιας σου μητέρας Και του πατρός, — σου απόμεινε Μόνος Αυτός πατέρας.

Άλλος. Πάντα περνάει τα σπλάχνα του Το δάκρυ του ορφανού.

Άλλος. Γλυκό ναι της Παράδεισος Να μελετάς τα κάλλη·

Άλλος. Πικρή ναι η φοβερώτατη Του κόσμου ανεμοζάλη· Μον' εδώ φθάνει ο αντίλαλος, Δε φθάνει η τρικυμιά.

Άλλος. Εδώ ο Χριστός 'ς τα ονείρατα Σε σένα καταιβαίνει·

Άλλος. Εκεί ταράζουν άρματα, Και θρόνοι αιματωμένοι·

Άλλος. Εδώ ευτυχία και θρίαμβος·

Άλλος. Εκεί ναι συφορά!

Άλλος. Ο κόσμος ερωτεύτηκε 'Σ τα μάτια, 'ς τη φωνή σου, Τα μελετάει συχνότατα, Κ' η αγγελική ψυχή σου Φωνή και μάτια εγύρισε Κατά τον ουρανό.

Άλλος. Ο Πλάστης κατ' εικόνα του Τον άνθρωπο εποιούσε.

Άλλος. Μέσ' 'ς κρυφία της γνώσης του Τη Χτίση εμελετούσε, Για να 'ναι του λιγόζωου Ανθρώπου η κατοικιά.

Απάνου απάνου εχύθηκε 'Σ την Άβυσσο, που εσειότουν Και με τρομάρα εμούγκριζε, Κι' αυτί δεν εσωζότουν, — [50] Ο Πλάστης ολομόναχος Αγροίκαε με χαρά.

Άλλος. Έρως και Χάρος πάντοτε Δουλεύουν εδώ κάτου, Ως που ο Καιρός ο γέροντας Να χάση τα φτερά του.

Άλλος. Φριχτή ναι η ώρα που άνθρωπος Βαριά ψυχομαχά.

Άλλος. Μη φοβηθής να 'σ' έρημη Τότε από κάθε μάτι· Ιδού, ο Χριστός, που γέρνοντας 'Στου πόνου το κρεβάτι, Σου σιάζει το προσκέφαλο [51], Και σε παρηγορά.

Άλλος. Ευτυχισμένο λείψανο. Θέλει σου δώση πάλι Τον αρραβώνα ο ίδιος, Οπού σου πήρε αγάλι, Την ώρα που απομείνανε Τα στήθια σου νεκρά [52].

Άλλος. Τα κόκκαλα εβαρέθηκαν 'Σ το μνήμα καρτερώντας. Και τρίζουνε ακατάπαυτα Την Κρίση αναζητώντας [53].

Άλλος. Ξύπνα, αδελφή! τη σάλπιγγα Την ύστερη αγροικώ.

Άλλος. Τα μάτια της αστράψανε Του τάφου από την κλίνη· Κύττα! πετειέται ολόχαρη [54], Και μέσ' ς' το λάκκο αφίνει Τους μόσχους του Μαϊάπριλου, Που δεν υπάρχει πλιο.

Μη φοβηθής να 'σ' έρημη 'Σ του πόνου το κρεβάτι· Γιατί σ' εσένα γέρνοντας Ρήχνει ο Χριστός το μάτι.

Όλοι oι Άγγελοι. Τα μάτια της αστράψανε Του τάφου από την κλίνη· Κύττα! πετιέται ολόχαρη, Και μέσ' ς' το λάκκο αφίνει Τους μόσχους του Μαϊάπριλου, Που δεν υπάρχει πλιο.

1829

ΓΑΛΗΝΗ

Δεν ακούεται ούτ' ένα κύμα Εις την έρμη ακρογιαλιά· Λες και η θάλασσα κοιμάται Μέσ' 'ς της γης την αγκαλιά.

ΥΜΝΟΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ

Libertà [ vο cantando, ch' è si cara Come sa chi per lei vita ritiuta. DANTE

1

Σε γνωρίζω από την κόψη Του σπαθιού την τρομερή, Σε γνωρίζω από την όψη, Που με βία μετράει την γη.

2

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

3

Εκεί μέσα εκατοικούσες Πικραμένη, εντροπαλή, Κ' ένα στόμα ακαρτερούσες, Έλα πάλι, να σου πη.

4

Άργειε νάλθη εκείνη η μέρα, Και ήταν όλα σιωπηλά, Γιατί τα σκιαζε η φοβέρα, Και τα πλάκωνε η σκλαβιά.

5

Δυστυχής! παρηγορία Μόνη σου έμενε, να λες Περασμένα μεγαλεία, Και διηγώντας τα να κλαις·

6

Και ακαρτέρει, και ακαρτέρει Φιλελεύθερη λαλιά, Ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι Από την απελπισιά,

7

Κ' έλεες· πότε, α! πότε βγάνω Το κεφάλι από τ'ς ερμιαίς; Και αποκρίνοντο από πάνω Κλάψαις, άλυσαις, φωναίς!

8

Τότ' εσήκωνες το βλέμμα Μέσ' 'ς τα κλάιματα θολό, Και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα, Πλήθος αίμα Ελληνικό.

9

Με τα ρούχα αιματωμένα, Ξέρω ότι έβγαινες κρυφά, Να γυρεύης εις τα ξένα Αλλά χέρια δυνατά.

10

Μοναχή τον δρόμο επήρες, Εξανάλθες μοναχή· Δεν είν' εύκολαις οι θύραις, Εάν η χρεία ταις κουρταλή.

11

Άλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, Αλλ' ανάσαση καμμιά· Άλλος σου έταξε βοήθεια, Και σε γέλασε φρικτά!

12

Άλλοι, ωιμέ! 'ς τη συφορά σου Οπού εχαίροντο πολύ, Σύρε νάβρης τα παιδιά σου, Σύρε, ελέγαν οι σκληροί.

13

Φεύγει οπίσω το ποδάρι, Και ολογλήγορο πατεί Ή την πέτρα, ή το χορτάρι, Που την δόξα σου ενθυμεί

14

Ταπεινότατη σου γέρνει Η τρισάθλια κεφαλή, Σαν φτωχού που θυροδέρνει, Κ' είναι βάρος του η ζωή.

15

Ναι· αλλά τώρα αντιπαλεύει Κάθε τέκνο σου με ορμή, Που ακατάπαυστα γυρεύει Ή την νίκη, ή την θανή.

16

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

17

Μόλις είδε την ορμή σου Ο ουρανός, που για τ'ς εχθρούς, Εις την γη την μητρική σου Έτρεφ' άνθια και καρπούς,

18

Εγαλήνευσε· και εχύθη Καταχθόνια μία βοή, Και του Ρήγα σου απεκρίθη Πολεμόκραχτη η φωνή (1)·

19

Όλοι οι τόποι σου σ' εκράξαν, Χαιρετώντας σε θερμά, Και τα στόματα εφωνάξαν Όσα αισθάνετο η καρδιά.

20

Εφωνάξανε ως τ' αστέρια Του Ιονίου και τα νησιά, Και εσηκώσανε τα χέρια Για να δείξουνε χαρά,

21

Μ' όλον που ναι αλυσωμένο Το καθένα τεχνικά, Και εις το μέτωπο γραμμένο Έχει· Ψεύτρα Ελευθεριά.

22

Γκαρδιακά χαροποιήθη Και του Βάσιγκτων η γη, Και τα σίδερα ενθυμήθη Που την έδεναν και αυτή.

23

Απ' τον Πύργο του φωνάζει, Σα να λέη σε χαιρετώ, Και την χήτη του τινάζει Το Λιοντάρι το Ισπανό.

24

Ελαφιάσθη της Αγγλίας Το θηρίο, και σέρνει ευθύς Κατά τ' άκρα της Ρουσίας Τα μουγκρίσματα τ'ς οργής.

25

Εις το κίνημά του δείχνει, Πώς τα μέλη είν' δυνατά· Και 'ς του Αιγαίου το κύμα ρήχνει Μία σπιθόβολη ματιά [55].

26

Σε ξανοίγει από τα νέφη Και το μάτι του Αετού, Που φτερά και νύχια θρέφει Με τα σπλάχνα του Ιταλού·

27

Και 'ς εσέ καταγυρμένος, Γιατί πάντα σε μισεί! Έκρωζ', έκρωζε ο σκασμένος, Να σε βλάψη, αν ημπορή.

28

Άλλο εσύ δεν συλλογειέσαι Πάρεξ πού θα πρωτοπάς· Δεν μιλείς, και δεν κουνιέσαι 'Σ ταις βρισιαίς οπού αγροικάς·

29

Σαν τον βράχον οπού αφίνει Κάθε ακάθαρτο νερό Εις τα πόδια του να χύνη Ευκολόσβυστον αφρό,

30

Οπού αφίνει ανεμοζάλη, Και χαλάζι, και βροχή, Να του δέρνουν την μεγάλη, Την αιώνιαν κορυφή

31

Δυστυχιά του, ω δυστυχιά του, Οποιανού θέλει βρεθή 'Σ το μαχαίρι σου αποκάτου, Και 'ς εκείνο αντισταθή.

32

Το θηρίο π' ανανογιέται, Πως του λείπουν τα μικρά, Περιορίζεται, πετειέται, Αίμα ανθρώπινο διψά.

33

Τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, Τα λαγκάδια, τα βουνά, Και όπου φθάση, όπου περάση, Φρίκη, θάνατος, ερμιά·

34

Ερμιά, θάνατος, και φρίκη, Οπού επέρασες κ' εσύ· Ξίφος έξω από την θήκη, Πλέον ανδρείαν σου προξενεί.

35

Ιδού εμπρός σου ο τοίχος στέκει Της αθλίας Τριπολιτσάς· Τώρα τρόμου αστροπελέκι Να της ρήξης πιθυμάς.

36

Μεγαλόψυχο το μάτι Δείχνει πάντα οπώς νικεί, Και ας είν' άρματα γεμάτη, Και πολέμια χλαλοή.

Η Ελευθερία
Η Ελευθερία

Η Ελευθερία Κατά Σχεδιογράφημα Γ. ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ

37

Σου προβαίνουνε και τρίζουν, Για να ιδής πως είν' πολλά. Δεν ακούς που φοβερίζουν Άνδρες μύριοι και παιδιά; (2)

38

Λίγα μάτια, λίγα στόματα Θα σας μείνουνε ανοιχτά, Για να κλαύσετε τα σώματα, Που θα να βρη η συμφορά.

39

Κατεβαίνουνε, και ανάφτει Του πολέμου αναλαμπή· Το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, Λάμπει, κόφτει το σπαθί.

40

Γιατί η μάχη εστάθη ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί; Τον εχθρόν θωρώ να φύγη, Και 'ς το κάστρο ν' ανεβή. (3)

41

Μέτρα . . . είν' άπειροι οι φευγάτοι, Οπού φεύγοντας δειλιούν Τα λαβώματα 'ς την πλάτη Δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.

42

Εκεί μέσα ακαρτερείτε Την αφεύγατη φθορά· Νά, σας φθάνει· αποκριθήτε 'Σ της νυκτός τη σκοτεινιά. (4)

43

Αποκρίνονται, και η μάχη Έτσι αρχίζει, οπού μακριά Από ράχη εκεί 'σε ράχη Αντιβούυζε φοβερά.

44

Ακούω κούφια τα τουφέκια, Ακούω σμίξιμο σπαθιών, Ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, Ακούω τρίξιμο δοντιών.

45

Α! τι νύκτα ήταν εκείνη, Που την τρέμει ο λογισμός; Άλλος ύπνος δεν εγίνη Πάρεξ θάνατου πικρός.

46

Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, Οι κραυγαίς, η ταραχή, Ο σκληρόψυχος ο τρόπος Του πολέμου, και οι καπνοί,

47

Και οι βρονταίς, και το σκοτάδι, Οπού αντίσκοφτε η φωτιά, Επαράσταιναν τον άδη Που ακαρτέρειε τα σκυλιά.

48

Τ' ακαρτέρειε. — Εφαίνοντ' ήσκιοι Αναρίθμητοι γυμνοί, Κόραις, γέροντες, νεανίσκοι, Βρέφη ακόμη εις το βυζί.

49

Όλη μαύρη μυρμηγκιάζει, Μαύρη η εντάφια συντροφιά, Σαν το ρούχο οπού σκεπάζει Τα κρεβάτια τα στερνά.

50

Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι Επετειούντο από την γη, Όσοι είν' άδικα σφαγμένοι Από τούρκικην οργή.

51

Τόσα πέφτουνε τα θερι- σμένα αστάχια εις τους αγρούς· Σχεδόν όλα εκειά τα μέρη Εσκεπάζοντο απ' αυτούς.

52

Θαμποφέγγει κανέν' άστρο, Και αναδεύοντο μαζί, Αναβαίνοντας το κάστρο Με νεκρώσιμη σιωπή.

53

Έτσι χάμου εις την πεδιάδα, Μέσ' 'ςτο δάσος το πυκνό, Όταν στέλνη μίαν αχνάδα Μισοφέγγαρο χλωμό,

54

Εάν οι άνεμοι μέσ' 'ς τ' άδεια Τα κλαδιά μουγκοφυσούν, Σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, Οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.

55

Με τα μάτια τους γυρεύουν, Όπου είν' αίματα πηχτά, Και μέσ' 'ς τ' αίματα χορεύουν Με βρυχίσματα βραχνά,

56

Και χορεύοντας μανίζουν Εις τους Ελληνας κοντά, Και τα στήθια τους εγγίζουν Με τα χέρια τα ψυχρά.

57

Εκειό το έγγισμα πηγαίνει Βαθιά μέσ' 'ς τα σωθικά, Όθεν όλη η λύπη βγαίνει, Και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.

58

Τότε αυξαίνει του πολέμου Ο χορός τρομακτικά, Σαν το σκόρπισμα του ανέμου 'Σ του πελάου την μοναξιά.

59

Κτυπούν όλοι απάνου κάτου Κάθε κτύπημα που εβγή Είνε κτύπημα θανάτου, Χωρίς να δευτερωθή·

60

Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει· Λες και εκείθεν η ψυχή, Απ' το μίσος που την καίει, Πολεμάει να πεταχθή.

61

Της καρδίας κτυπιαίς βροντάνε Μέσ' 'ς τα στήθια τους αργά, Και τα χέρια όπου χουμάνε Περισότερο είν' γοργά.

62

Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι, Ουδέ πέλαγο, ουδέ γη· Γι' αυτούς όλους, το παν είναι Μαζωμένο αντάμα εκεί.

63

Τόση η μάνητα και η ζάλη, Που στοχάζεσαι, μη πως Από μία μεριά και απ' άλλη Δεν μείνη ένας ζωντανός·

64

Κύττα χέρια απελπισμένα Πώς θερίζουνε ζωαίς! Χάμου πέφτουνε κομμένα Χέρια, πόδια, κεφαλαίς,

65

Και παλλάσκαις, και σπαθία, Με ολοσκόρπιστα μυαλά, Και με ολόσχιστα κρανία Σωθικά λαχταριστά,

66

Προσοχή καμμιά δεν κάνει Κανείς, όχι, εις την σφαγή. Πάνε πάντα εμπρός! Ω! φθάνει, Φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;

67

Ποίος αφίνει εκεί τον τόπο, Πάρεξ όταν ξαπλωθή; Δεν αισθάνονται τον κόπο, Και λες κ' είναι εις την αρχή.

68

Ωλιγόστευαν οι σκύλοι, Και Αλλά εφώναζαν, Αλλά· Και των Χριστιανών τα χείλη Φωτιά εφώναζαν, φωτιά.

69

Λεονταρόψυχα εκτυπιούντο, Πάντα εφώναζαν φωτιά, Και οι μιαροί κατασκορπιούντο, Πάντα σκούζοντας Αλλά.

70

Παντού φόβος, και τρομάρα, Και φωναίς, και στεναγμοί· Παντού κλάψα, παντού αντάρα, Και παντού ξεψυχισμοί.

71

Ήταν τόσοι! πλέον το βόλι Εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί· Όλοι χάμου εκείτοντ' όλοι Εις την τέταρτην αυγή.

72

Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη, Και κυλάει 'ς την λαγκαδιά, Και τ' αθώο χόρτο πίνει, Αίμα αντίς για την δροσιά.

73

Της αυγής δροσάτο αέρι, Δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο 'Σ των ψευδόπιστων το αστέρι (5)· Φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ.

74

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη Των Ελλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

75

Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι· Δεν λάμπ' ήλιος μοναχά Εις τους πλατάνους, δεν λάμπει Εις τ' αμπέλια, εις τα νερά·

76

Εις τον ήσυχον αιθέρα Τώρα αθώα δεν αντηχεί Τα λαλήματα η φλογέρα, Τα βελάσματα το αρνί.

77

Τρέχουν άρματα χιλιάδες, Σαν το κύμα εις το γιαλό· Αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες Δεν ψηφούν τον αριθμό.

78

Ω τρακόσιοι! σηκωθήτε Και ξανάλθετε 'ς εμάς· Τα παιδιά σας θέλ' ιδήτε Πόσο μοιάζουνε με σας.

79

Όλοι εκείνοι τα φοβούνται, Και με πάτημα τυφλό Εις την Κόρινθο αποκλειούνται, Κι' όλοι χάνονται απ' εδώ.

80

Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου Πείνα και Θανατικό, Που με σχήμα ενός σκελέθρου Περπατούν αντάμα οι δυο·

81

Και πεσμένα εις τα χορτάρια Απεθαίνανε παντού Τα θλιμμένα απομεινάρια Της φυγής και του χαμού.

82

Και εσύ αθάνατη, εσύ θεία, Που ότι θέλεις ημπορείς, Εις τον κάμπο, Ελευθερία, Ματωμένη περπατείς!

83

'Σ την σκιά χεροπιασμέναις, 'Σ την σκιά βλέπω κ' εγώ Κρινοδάχτυλαις παρθέναις, Όπου κάνουνε χορό· (6)

84

'Στον χορό γλυκογυρίζουν Ωραία μάτια ερωτικά, Και εις την αύρα κυματίζουν Μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.

85

Η ψυχή μου αναγαλλιάζει, Πως ο κόρφος καθεμιάς Γλυκοβύζαστο ετοιμάζει Γάλα ανδρείας, και ελευθεριάς.

86

Μέσ' 'ς τα χόρτα 'ς τα λουλούδια Το ποτήρι δεν βαστώ. Φιλελεύθερα τραγούδια Σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.

87

Απ' τα κόκκαλα βγαλμένη Των Ελλλήνων τα ιερά, Και σαν πρώτα ανδρειωμένη, Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

88

Πήγες εις το Μεσολόγγι Την ημέρα του Χριστού, Μέρα που άνθισαν οι λόγγοι, (7) Για το τέκνο του Θεού

89

Σου ήλθε εμπρός λαμποκοπώντας Η Θρησκεία μ' ένα σταυρό, Και το δάκτυλο κινώντας Όπου ανεί' τον ουρανό,

90

'Σ αυτό, εφώναξε, το χώμα Στάσου ολόρθη, Ελευθεριά· Και φιλώντας σου το στόμα Μπαίνει μέσ' 'ς την εκκλησιά. (8)

91

Εις την τράπεζα σιμώνει, Και το σύγνεφο το αχνό Γύρω γύρω της πυκνώνει Που σκορπάει το θυμιατό.

92

Αγροικάει την ψαλμωδία, Οπού εδίδαξεν αυτή· Βλέπει την φωταγωγία 'Σ τους Αγίους εμπρός χυτή.

93

Ποιοί είν' αυτοί 'που πλησιάζουν Με πολλή ποδοβολή, Κι' άρματ' άρματα ταράζουν; Επετάχτηκες Εσύ.

94

Α! το φως που σε στολίζει, Σαν ηλίου φεγγοβολή, Και μακρόθεν σπινθηρίζει, Δεν είναι, όχι, από την γη·

95

Λάμψιν έχει όλη φλογώδη Χείλος, μέτωπο, οφθαλμός· Φως το χέρι, φως το πόδι, Κι' όλα γύρω σου είναι φως.

96

Το σπαθί σου αντισηκώνεις, Τρία πατήματα πατάς, Σαν τον πύργο μεγαλώνεις, Και εις το τέταρτο κτυπάς·

97

Με φωνή που καταπείθει, Προχωρώντας ομιλείς· «Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη, »Ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.

98

»Αυτός λέγει . . . Αφογκρασθήτε· »Εγώ είμ' Άλφα, Ωμέγα εγώ. Πέστε, που θ' αποκρυφθήτε «Εσείς όλοι, αν οργισθώ; (9)

99

»Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, »Που μ' αυτήν αν συγκριθή »Κείνη η κάτω οπού σας έχω «Σαν δροσιά θέλει βρεθή·

100

»Κατατρώγει, ωσάν την σχίζα, »Τόπους άμετρα υψηλούς, »Χώραις, όρη, από την ρίζα, »Ζώα, και δένδρα, και θνητούς,

101

»Και το παν το κατακαίει, »Και δεν σώζεται πνοή, »Πάρεξ του άνεμου που πνέει »Μέσ' 'ς τη στάχτη τη λεπτή».

102

Κάποιος ήθελε ερωτήση· Του θυμού του είσαι αδελφή; Ποίος είν' άξιος να νικήση, Ή με σε να μετρηθή;

103

Η γη αισθάνεται την τόση Του χεριού σου ανδραγαθιά, Που όλη θέλει θανατώση Την μισόχριστη σπορά.

104

Την αισθάνονται, και αφρίζουν Τα νερά, και τ' αγροικώ Δυνατά να μουρμουρίζουν, 'Σαν να ρυάζετο θηριό.

105

Κακορίζικοι, που πάτε Του Αχελώου μέσ' 'ς την ροή, (10) Και πιδέξια πολεμάτε Από την καταδρομή

106

Να αποφύγετε! το κύμα Έγεινε όλο φουσκωτό· Εκεί ευρήκατε το μνήμα, Πριν να ευρήτε αφανισμό.

107

Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει Κάθε λάρυγγας εχθρού, Και το ρεύμα γαργαρίζει Ταις βλασφήμιαις του θυμού.

108

Σφαλερά τετραποδίζουν Πλήθος άλογα, και ορθά Τρομασμένα χλιμιτρίζουν, Και πατούν εις τα κορμιά.

109

Ποίος 'ς τον σύντροφον απλώνει Χέρι, ωσάν να βοηθηθή· Ποίος την σάρκα του δαγκώνει, Όσο οπού να νεκρωθή·

110

Κεφαλαίς απελπισμέναις, Με τα μάτια πεταχτά, Κατά τ' άστρα σηκωμέναις Για την ύστερη φορά.

111

Σβυέται, — αυξαίνοντας η πρώτη Του Αχελώου νεροσυρμή, — Το χλιμίτρισμα, και οι κρότοι, Και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.

112

Έτσι ν' άκουα να βουύξη Τον βαθύν Ωκεανό, Και 'ς το κύμα του να πνίξη Κάθε σπέρμα Αγαρηνό·

113

Και εκεί που ναι η Αγία Σοφία, Μέσ' 'ς τους λόφους τους επτά, Όλα τ' άψυχα κορμία, Βραχοσύντριφτα, γυμνά,

114

Σωρισμένα να τα σπρώξη Η κατάρα του Θεού, Κι' απ' εκεί να τα μαζώξη Ο αδελφός του Φεγγαριού (11)

115

Κάθε πέτρα μνήμα ας γένη· Και η Θρησκεία, κ' η Ελευθεριά Μ' αργοπάτημα ας πηγαίνη Μεταξύ τους, και ας μετρά.

116

Ένα λείψανο ανεβαίνει Τεντωτό, πιστομητό, Κι' άλλο ξάφνου κατεβαίνει, Και δεν φαίνεται και πλιο.

117

Και χειρότερ' αγριεύει Και φουσκώνει ο ποταμός· Πάντα, πάντα περισσεύει Πολυφλοίσβισμα και αφρός.

118

Α! γιατί δεν έχω τώρα Την φωνή του Μωϋσή; Μεγαλόφωνα, την ώρα Όπου εσβυούντο οι μισητοί,

119

Τον Θεόν ευχαριστούσε 'Σ του πελάου την λύσσα εμπρός, Και τα λόγια ηχολογούσε Αναρίθμητος λαός.

120

Ακλουθάει την αρμονία Η αδελφή του Ααρών, Η προφήτισσα Μαρία, Μ' ένα τύμπανο τερπνόν, (12)

121

Και πηδούν όλαις οι κόραις Με τ'ς αγκάλαις ανοικταίς, Τραγουδώντας, ανθοφόραις, Με τα τύμπανα κ' εκειαίς.

122

Σε γνωρίζω από την κόψη Του σπαθιού την τρομερή, Σε γνωρίζω από την όψη Που με βία μετράει την γη.

123

Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο Δεν νικειέσαι εσύ ποτέ· Όμως, όχι, δεν είν' ξένο Και το πέλαγο για σε.

124

Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει Κύματ' άπειρα εις την γη, Με τα οποία την περιζώνει, Κ' είναι εικόνα σου λαμπρή.

125

Με βρυχίσματα σαλεύει Που τρομάζει η ακοή· Κάθε ξύλο κινδυνεύει Και λιμιώνα αναζητεί.

126

Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη Και το λάμψιμο του ηλιού, Και τα χρώματα αναδίνει Του γλαυκότατου ουρανού.

127

Δεν νικειέσαι, είν' ξακουσμένο, 'Σ την ξηράν εσύ ποτέ· Όμως, όχι, δεν είν' ξένο Και το πέλαγο για σε.

128

Περνούν άπειρα τα ξάρτια, Και σαν λόγγος στρυμωχτά Τα τρεχούμενα κατάρτια, Τα ολοφούσκωτα πανιά.

129

Συ ταις δύναμαίς σου σπρώχνεις, Και αγκαλά δεν είν' πολλαίς, Πολεμώντας, άλλα διώχνεις, Άλλα παίρνεις, άλλα καις.

130

Με επιθύμια να τηράζης Δύο μεγάλα σε θωρώ, (13) Και θανάσιμον τινάζεις Εναντίον τους κεραυνό.

131

Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει, Και σηκώνει μια βροντή, Και το πέλαο χρωματίζει Με αιματόχροη βαφή.

132

Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι, Και δεν μνέσκει ένα κορμί Χάρου, σκιά του Πατριάρχη, Που σε πέταξαν εκεί.

133

Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι Με τ'ς εχθρούς τους τη Λαμπρή, Και τους έτρεμαν τα χείλη, Δίνοντάς τα εις το φιλί.

134

Κειαίς ταις δάφναις, που εσκορπήστε, (14) Τώρα πλέον δεν ταις πατεί, Και το χέρι, όπου εφιλήστε, Πλέον, α! πλέον δεν ευλογεί.

135

Όλοι κλαύστε· αποθαμένος Ο αρχηγός της Εκκλησιάς Κλαύστε, κλαύστε· κρεμασμένος Ωσάν νά τανε φονηάς.

136

Έχει ολάνοικτο το στόμα Π' ώραις πρώτα είχε γευθή Τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα· Λες πως θε να ξαναβγή

137

Η κατάρα που είχε αφήση Λίγο πριν να αδικηθή Εις όποιον δεν πολεμήση, Και ημπορεί να πολεμή.

138

Την ακούω, βροντάει, δεν παύει Εις το πέλαγο, εις την γη, Και μουγκρίζοντας ανάβει Την αιωνίαν αστραπή.

139

Η καρδιά συχνοσπαράζει . . . Πλην τι βλέπω; σοβαρά Να σωπάσω με προστάζει Με το δάχτυλο η θεά.

140

Κυττάει γύρω εις την Ευρώπη Τρεις φοραίς μ' ανησυχιά· Προσηλώνεται κατόπι 'Σ την Ελλάδα, και αρχινά.

141

«Παλληκάρια μου! οι πολέμοι» »Για σας όλοι είναι χαρά, »Και το γόνα σας δεν τρέμει »'Σ τους κινδύνους εμπροστά.

142

»Απ' εσάς απομακραίνει »Κάθε δύναμη εχθρική· »Αλλ' ανίκητη μια μένει »Που ταις δάφναις σας μαδεί·

143

«Μία, που όταν ωσάν λύκοι »Ξαναρχόστενε ζεστοί, »Κουρασμένοι από την νίκη »Αχ! τον νουν σας τυραννεί.

144

«Η Διχόνοια που βαστάει »Ένα σκήπτρο η δολερή· »Καθενός χαμογελάει, »Πάρ το, λέγοντας, και συ.

145

»Κειο το σκήπτρο, που σας δείχνει, »Έχει αλήθεια ωραία θωριά. »Μην το πιάστε, γιατί ρήχνει »Εισέ δάκρυα θλιβερά.

146

»Από στόμα οπού φθονάει, »Παλληκάρια, ας μην πωθή, »Πως το χέρι σας κτυπάει »Του αδελφού την κεφαλή.

147

»Μην ειπούν 'ς τον στοχασμό τους »Τα ξένα έθνη αληθινά· »Εάν μισούνται ανάμεσό τους, »Δ ε ν τ ο υ ς π ρ έ π ε ι ε λ ε υ θ ε ρ ι ά.

148

»Τέτοια αφήστενε φροντίδα »Όλο το αίμα οπού χυθή »Για θρησκεία, και για πατρίδα, »Όμοιαν έχει την τιμή.

149

»'Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε »Για πατρίδα, για θρησκειά, »Σας ορκίζω, αγκαλιασθήτε, »Σαν αδέλφια γκαρδιακά.

150

«Πόσον λείπει, στοχασθήτε, »Πόσο ακόμη να παρθή· »Πάντα η νίκη, αν ενωθήτε, »Πάντα εσάς θ' ακολουθή.

151

»Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία! »Καταστήστε ένα σταυρό, »Και φωνάξετε με μία, »Βασιλείς, κυττάξτ' εδώ.

152

»Το σημείο που προσκυνάτε »Είνε τούτο, και γι' αυτό »Ματωμένους μας κυττάτε »'Σ τον αγώνα τον σκληρό.

153

»Ακατάπαυστα το βρίζουν »Τα σκυλιά, και το πατούν »Και τα τέκνα του αφανίζουν, »Και την πίστη αναγελούν.

154

»Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη »Αίμα αθώο χριστιανικό, »Που φωνάζει από τα βάθη «Της νυκτός· Να κδικηθώ.

155

»Δεν ακούτε, εσείς εικόνες »Του Θεού, τέτοια φωνή; »Τώρα επέρασαν αιώνες, »Και δεν έπαψε στιγμή.

156

»Δεν ακούτε; εις κάθε μέρος «Σαν του Αβέλ καταβοά· »Δεν είν' φύσημα του αέρος, »Που σφυρίζει εις τα μαλλιά.

157

»Τι θα κάμετε; θ' αφήστε »Να αποκτήσωμεν εμείς »Λευθερίαν, ή θα την λύστε »Εξ αιτίας πολιτικής;

158

»Τούτο ανίσως μελετάτε, »Ιδού, εμπρός σας τον Σταυρό· »Βασιλείς! ελάτε, ελάτε, »Και κτυπήσετε κ' εδώ.»

Μάιος 1823.

ΣΗΜΕΙΩΣΑΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

1) Δεύτε, παίδες των Ελλήνων . . .

2) Αρματώθηκαν τότε όλοι από δεκατέσσερους χρόνους και απάνου.

3) Η περιτειχισμένη Τριπολιτσά δεν έχει κάστρον, και εις τον τόπον του κάστρου, εννοεί ο ποιητής την μεγάλη Τάπια της πόλης.

4) Αγκαλά και ήτον ημέρα όταν επάρθηκεν η Τριπολιτσά, ο ποιητής ακολούθησε την κοινήν φήμην, οπού τότε εσκορπίστηκεν, ότι το πάρσιμό της εσυνέβηκε τρεις ώραις έπειτα από τα μεσάνυκτα.

5) Είναι γνωστόν ότι το φεγγάρι ευρίσκεται τυπωμένον εις ταις τούρκικαις σημαίαις.

6) Ο Λορδ Μπάιρον, εις την τρίτην ωδήν του Don Juan, παρασταίνει ένα ποιητήν Έλληνα, οπού απελπισμένος και παραπονεμένος διά την σκλαβιά της πατρίδος του, έχει εμπρός του ένα κρασοπότηρον, και κοντά εις άλλα λέγει και τα ακόλουθα λόγια· «. . . οι γυναίκες μας χορεύουν αποκάτου από τον ήσκιο· βλέπω τα θέλγητρα των ματιών τους· αλλά όταν συλλογίζομαι ότι θα γεννήσουν σκλάβους, γεμίζουν τα μάτια μου δάκρυα». Επέρασε ένας χρόνος αφού εγράφθηκε τούτος ο ύμνος· ολοένα ο ποιητής ετοιμάζει ένα ποίημα για τον θάνατον του Λορδ Μπάιρον.

7) Αγαλλιάσθω έρημος, και ανθείτω ως κρίνον. Ησαΐας. Κεφ. λε'.

8) Είναι αληθινόν ότι οι Τούρκοι ώρμησαν εναντίον του Μεσολογγίου τα ξημερώματα αυτής της αγίας ημέρας· δεν είναι όμως αληθινόν, καθώς τότε εκοινολογήθηκεν, ότι ήταν ανοικταίς και οι εκκλησίαις· μάλιστα εκλείσθηκαν επιταυτού διά να έχουν οι Έλληνες όλη την προσοχή, τους εις τον πόλεμον.

9) Και ειπέ μοι· γέγονε· εγώ είμι το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος. Αποκάλ. Ιωάννου. Κεφ. κα'.

10) Τα περιστατικά του περάσματος του ποταμού, της μάχης των Χριστουγέννων και της πολιορκίας του Μεσολογγίου, ευρίσκονται καταστρωμένα εις την ιστορία του Σπυρίδωνος Τρικούπη, εγκαρδίου φίλου του ποιητή. Αυτή η ιστορία γλήγορα θέλει πλουτίση και την γλώσσαν μας και την φιλολογίαν μας.

11) Είναι ένας από τους τίτλους του Σουλτάνου.

12) Έξοδος. Κεφ. ιε'.

13) Το κάψιμο της καραβέλλας του Καπετάν Πασά και ενός άλλου καραβιού κοντά εις την Τένεδον, ταις 29 Οκτωβρίου.

14) Οι Χριστιανοί της Ανατολικής Εκκλησίας συνειθίζουν να σπέρνουν δάφναις εις ταις Εκκλησίαις την ημέραν του Πάσχα.

Όταν επρωτοδιαβάσθηκε το ποίημα, κάποιοι είπαν. Κρίμα! υψηλά νοήματα και στίχοι σφαλμένοι! Για να δεχθώ την πρώτη, ακαρτερώ να δικαιολογηθούν την δεύτερη παρατήρηση. Μα τον Δία που εσάστισα! Αύριο θέλει έρθη και κανένας να μου δείξη τ' αλφαβητάρι με το κονδύλι 'ς το χέρι· αλλά εγώ του το παίρνω, και απιθώνω την άκρη του εις τα μεγάλα ονόματα του Δάντη και του Πετράρχη, του Αριόστου και του Τάσσου, και εις τα ονόματα όσων στιχουργώντας τους ακολούθησαν, και του λέγω· Λάβε την καλωσύνη, Διδάσκαλε, να γύρης τ' αυτιά σου εδώ πάνου, και μέτρα. Κάθε συλλαβή είναι ένα πόδι, και για μας και για αυτούς, όποιος και αν είναι ο στίχος· όμως εσύ δεν ηξεύρεις να τα μετράς. Το φωνήεν, με το όποιον τελειώνει η λέξη, χάνεται εις το φωνήεν με το οποίον η ακόλουθη αρχινά· όμως το προφέρω, επειδή έτσι με συμβουλεύει η τέχνη της αληθινής αρμονίας. Το ια (βία) το εει (ρέει), το αϊ (Μάη) και τα εξής, όταν δεν είναι εις το τέλος του στίχου, δεν κάνουν παρά μία συλλαβή. Το τιμή είναι ομοιοτέλευτο με το πολλοί, το κακός με το τυφλός, το εχθές με το πολλαίς. Τούτοι οι κανόνες έχουν κάποιαις εξαίρεσαις, ταις οποίαις όποιος έχει καλά θρεμμένη με τους κλασσικούς την ψυχήν του βάνει εις έργον, χωρίς τόσο να συλλογίζεται, εις την ίδια στιγμή εις την οποίαν μορφώνει την ύλη. Πίστευσέ μου, Διδάσκαλε, η αρμονία του στίχου δεν είναι πράγμα όλο μηχανικό, αλλά είναι ξεχείλισμα της ψυχής· μ' όλον τούτο αν φθάσης να μου αποδείξης ότι σφάλλω τους στίχους, θέλει γράψω των Ιταλών και των Ισπανών, να τους δώσω την είδησιν, ότι τους έσφαλαν έως τώρα και αυτοί, και μη φοβάσαι να σου πάρω για την εφεύρεσιν το βραβείον, γιατί θέλει σε μελετήσω. Αλλά ποίος σου είπε να τσακίσης την λέξη θερισμένα; (στρ. 51) — Ποίος μου το πε; το απόκρυφο της τέχνης μου, και το παράδειγμα των μεγάλων. Άμετρα είναι τα παραδείγματα τέτοιας λογής, και θέλει σου τα αναφέρω όλα ένα ένα, όταν ανανοηθώ πως έχω καιρό να χάσω. Ο Πίνδαρος έχει τσακισμέναις καμμία χιλιάδα λέξαις· οι τραγικοί 'ς τους χορούς ετσάκισαν αρκεταίς και αυτοί, και ο Οράτσιος τους εμιμήθηκε. Το παράδειγμα του Αριόστου

Nè men ti raccomando la mia Fiordi . . . Ma dir non potè ligi; e qui finio. [Canto XLII, 14]

αναλεί την εικόνα, και περιέχει πάθος λύπης. Το παράδειγμα του Πινδάρου

Ιδοίσα δ' οξεί· Ερινύς πέφνεν εοί συν αλλαλο φονίη γένος αρήιον (Ολύμπ. Ειδ. β', στίχ. 73)

αναλεί την εικόνα, και περιέχει πάθος τρομάρας. Το παράδειγμα του Δάντη

Cosi quelle coròle differente- mente danzando, della sua ricchezza Mi si facean stimar veloci e lente. [Parad. Canto 24]

είναι τέτοιο, οπού αν το διαβάσης με εκείναις ταις άλλαις θείαις ζωγραφίαις, και καταλάβης ότι τέτοιαις δεν ταις κάνει κανένας, ίσως ημπορεί Διδάσκαλε, να φιλιωθούμε· και η φιλία θέλει βαστάξη, όσο να σου κάμω μία παρατήρηση εις τον Πίνδαρο. Η λέξη όλον (Ολύμπ. Ειδ. β' στίχ. 55) βρίσκεται τσακισμένη· για όποιο δίκαιο, ή μουσικής, ή άλλο, επαρακινήθηκεν ο Πίνδαρος να την τσακίση, το πρώτο δίκαιο το είχε η φύση της λέξης, η οποία, αν τσακισθή, εναντιώνεται με την ιδέαν, που παρασταίνει. Σε βλέπω και φρίττεις, και ετοιμάζεσαι να μαδήσης τα μαλλιά σου ωσάν το Θ του Λουκιανού (Δίκη φωνηέντων)· αλλά ησύχασε γιατί ο Πίνδαρος μ' όλον τούτο μένει πάντα ο ίδιος για καθέναν· ο ίδιος για με, οπού βρίσκω την τέχνην οπού είναι, ο ίδιος για σε, οπού ξανοίγεις ταις οξείαις οπού δεν λείπουν . . . βλέπω ένα χαμόγελο εις τα χείλα των ξένων αλλά δεν το κάνουν τόσο πικρό, γιατί βέβαια θυμούνται και τα δικά τους.

Ως προς την έννοια των στροφών 24 και 25 (του Ύμνου), μέσα στην Κερκυραϊκήν έκδοση (ΣΕ. Κ. 1859) βρίσκεται και η εξής αυτόγραφη σημείωση του ποιητή:

«Για να μη με ξανασκοτίσουν οι φλύαροι, οι οποίοι μη γνωρίζοντας τη φύση της Τέχνης δεν ημπορούν να κρίνουν σωστά τα μέσα οπού μεταχειρίζεται, φανερώνω, ότι όχι μόνον η Μεγάλη Βρεταννία δεν είναι χτυπημένη από τούτη τη στροφή, αλλά παρασταίνεται δυνατή, και άγρυπνη εις τα μεγάλα συμβεβηκά του κόσμου. Νά, γυμνός ο στοχασμός, οπού επαράστησα με μίαν εικόνα. Η Μεγάλη Βρεταννία αλαφιάζεται εκείνη τη στιγμή μήπως τα κινήματά μας επροέρχονταν(!) από τη Ρωσσία, και της λέει· θέλεις να πάρης εσύ 'ς τη στεριά, δύνουμαι να πάρω κ' εγώ 'ς το πέλαγο, κ' ετοιμάζομαι. — Η αλήθεια είναι που επήρε λάθος, και χαίρομαι.»

ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΟΡΔ ΜΠΑΙΡΟΝ Ποίημα λυρικό.

1

Λευθεριά, για λίγο πάψε Να χτυπάς με το σπαθί. Τώρα σίμωσε και κλάψε Εις του Μπάιρον το κορμί·

2

Και κατόπι ας ακλουθούνε Όσοι επράξανε λαμπρά· Αποπάνου του ας χτυπούνε Μόνον στήθια ηρωικά.

3

Πρώτοι ας έλθουνε οι Σουλιώταις, Και απ' το Λείψανον αυτό Ας μακραίνουνε οι προδόταις, Και απ' τα λόγια οπού θα πω.

4

Φλάμπουρα, όπλα τιμημένα, Ας γυρθούν κατά τη γη, Καθώς ήτανε γυρμένα Εις του Μάρκου τη θανή,

5

Που 'βαστούσε το μαχαίρι, Όταν του λειψε η ζωή, Μέσ' 'ς το ανδρόφονο το χέρι, Και δεν τ' άφινε να βγη. [56]

6

Αναθράφηκε ο γενναίος 'Σ των αρμάτων την κλαγγή· Τούτον έμπνευσε, όντας νέος, Μία θεά μελωδική. —

7

Με ταις θείαις της αδελφάδες Εστεκότουν σιωπηλή, Ενώ αυξαίνανε οι λαμπράδαις 'Σ του Θεού την κεφαλή,

8

Που εμελέτουνε τη Χτίση· Και ότι εβγήκε η προσταγή, Οπού εστένεψε τη Φύση Αιφνιδίως να φωτιστή,

9

Με τα μάτια ακολουθώντας Το νεογέννητο το φως, Και 'σε δαύτο αναφτερώντας, Της εξέβγαινε ο ψαλμός

10

Απ' τ' αθάνατο το στόμα, Και απομάκραινε η βροντή, Που το Χάος έκανε ακόμα 'Σ την ογλήγορη φυγή,

11

Έως που ολόκληρον εχάθη 'Στου Ερέβου τη φυλακή, Οπού απλώθηκε και εστάθη Σα 'ς την πρώτη του πηγή.

12

— Ψάλλε, Μπάιρον, του λαλούσε, Όσαις βλέπεις ομορφιαίς· Και κειος, που εκρυφαγροικούσε Ανταπόκριση μ' αυταίς,

13

Βάνεται, ταις τραγουδάει Μ' ένα χείλο αρμονικό, Και τα πάθη έτσι σου 'γγιάει, Που τραγούδι πλέον ψηλό

14

Δεν ακούστηκεν, απ' ότα (2) Έψαλ' ο Άγγλος ο τυφλός Τ' αγκαλιάσματα τα πρώτα Που έδωσ' άντρας γυναικός.

15

Συχνά εβράχνιασε η μιλιά του Τραγουδώντας λυπηρά, Πώς 'ς τον ήλιον αποκάτου Είναι λίγη ελευθεριά.

16

«Κάθε γη» παραπονειέται, (3) »Έσκλαβώθηκε, — είνε μια, »Οπού ο άνθρωπος τιμειέται, »Από δώθενε μακριά,

17

»Την οποία χτυπάει το νάμα »Σύνορα τ' Ατλαντικό· »Μετανόνει εν τω άμα »Όποιος πάει με στοχασμό

18

»Τη γλυκειάν Ελευθερία »Να της βλάψη από κοντά· »Το δοκίμασεν η Αγγλία! »Κάνεις πλέον ας μην κοτά.»

19

Και ότι βούλεται να φύγη (4) Εκεί πέρα ο Ποιητής, Ανεπόλπιστα ξανοίγει Εσέ εδώ να πεταχτής.

20 Επετάχτηκες! Μονάχη· Χωρίς άλλος να σου πη· Τώρα αρχίνησε τη μάχη, Και γω πλάκωσα μαζί.

21

Να σ' το πη, και να σε ρήξη 'Στων Τουρκών ταις τουφεκιαίς Ασυντρόφιαστη, αν ξανοίξη Ταις περίστασαις δειναίς,

22

Κι' αν ταις εύρη ευτυχισμέναις, Νάλθη αντίς για τον εχθρό, Μ' άλλαις άλυσαις φτειασμέναις Αποκάτου απ' το Σταυρό,

23 [57]

Πούχε λάβη 'ς ταις αγκάλαις Από μας, κ' είχε θεούς Αστραπαίς, ανεμοζάλαις, Και βρονταίς και ποταμούς.

24

Μόνον τ' αδικοσφαμένα Τα παιδιά σου, στρυμωχτά, Με τα χέρια τσακισμένα Σε εσπρώξανε ομπροστά,

25

Και Συ εχύθηκες, πετώντας Μία ματιά 'ς τον Ουρανό, Που τα δίκια σου θωρώντας, Απεκρίθηκε· Είμαι δω.

26 [58]

Και χτυπώντας ξεθυμαίνει Εις το πέλαγο, εις τη γη, Η ρομφαία σου πυρωμένη Οχ την Άπλαστη Φωνή,

27

Και θαυμάσια τόσα πράχτει, Οπού οι Τύραννοι της γης 'Σ εσέ κίνησαν με άχτι, Όμως έστρεψαν ευθύς.

28.

Χαίρε! Κι' όποιος σε μισάει, Και πικρά σε λοιδορεί, Ευτυχία να πιθυμάη, Και ποτέ να μη την δη·

29

Και να κλαίη πως ήλθε η ώρα Η πατρίς του να δεθή Με τα σίδερα, που τώρα Πας συντρίβοντας Εσύ.

30

Χαίρου ωστόσο όλους τους τόπους, Που εξανάλαβαν γοργά Πάλι ελεύθερους ανθρώπους· Και του Μπάιρον τη χαρά

31

Χαίρου, ανάμεσα 'ς τα άλλα Πράγματα που σε τιμούν, Οι Μεγάλοι τα μεγάλα, Που τους μοιάζουνε, αγαπούν.

32

Βλέποντάς σε αναγαλλιάζει Η θλιμμένη του ψυχή, Και του λέγει· Όπλα φωνάζει Τώρα η Ελλάδα· πάμε εκεί.

33

Και κινάει να σ' απαντήση· Και η Φήμη του Ποιητού, Που τον κόσμο είχε γυρίση, Και τη δέχτηκαν παντού,

34

Μπροστοπάταε, να σε κράξη Με όνομα τόσο γλυκύ, Που όποιο μάτι σε κυττάξη Σε ξανοίγει πλέον σεμνή.

35

Τον ακλούθησεν ο πλούτος, Θείος 'ς τα χέρια του καλού, Και κακόπραχτος, αν ούτως Και είν' 'ς τα χέρια του κακού.

36

Μ' ένα βλέμμα οπού φονεύει Τα φρονήματα τα αισχρά, Τρομερή τον συντροφεύει, Στέκοντάς του εις τη δεξιά,

37

Και όντας άφαντη 'ς τους άλλους, Του Αλκαίου η σκιά, Και τους ώμους τους μεγάλους Λίγο γέρνοντας, κρυφά

38

Λόγια αθάνατα του λέει, Με τα οποία 'ς τα σωθικά Το θυμό του ξανακαίει Εναντίον 'ς την αδικιά·

39

Θυμόν, τρόμο όλον γεμάτον, Που νικάει την ταραχή Των βροντοκραυγών αρμάτων, Και πετειέται ολού με ορμή,

40

Και του τύραννου χτυπάει Τη βουλή, και την ξυπνά, 'Σ τη στιγμή που μελετάει Των λαών τη συφορά.

41

Μόνον άκουε του Κοράκου (5) Της Αυστρίας το κραυγητό, Που δεν έκρωξε του κάκου, Και επεθύμαε το κακό. —

42

Ομοίως έστρεφεν η Μοίρα, (6) Που είχε πάντοτε· σταθή Μέσ' 'ς της Κόλασης τη θύρα Με το Κρίμα ανταμωτή,

43

Έστρεφε κατά τη Χτίση, Γιατί εμύριζε νεκρή Μυρωδία, που χε σκορπίση Η πικρή μεταβολή·

44

Και από τ' άπειρο διάστημα Αντισήκωνε ψηλά Το μιαρό της το ανάστημα, Να χαρή τη μυρωδιά.

45

— 'Σ την Ελλάδα χαροκόπι Γιατί Εκείνον, που ζητεί, Βλέπει νάρχεται, και οι τόποι Που η σκλαβιά καταπατεί,

46

Χαμηλή την κεφαλή τους, Αγροικώντας τη βουή, Εδακρύζαν, και οι δεσμοί τους Τους εφάνηκαν διπλοί.

47

Αλλά αμέσως όλοι οι άλλοι Που είχαν ελευθερωθή, Και έχουν δάφνη 'ς το κεφάλι Που δε θέλει μαραθή,

48.

Ταις σημαίαις τους ξεδιπλώνουν, Και ταις δάφναις που φορούν Χαιρετώντας τον σηκώνουν, Και μ' αυταίς τον προσκαλούν.

49

Πού θα πάη; Βουνά και λόγγοι Και λαγκάδια αϊλογούν. Που θα πάη; — 'Σ το Μεσολόγγι, Και άλλοι ας μη ζηλοφθονούν.

50

Τέτοιο χώμα, απ' την ημέρα (7) Τη μεγάλη του Χριστού, Που είχε φέρη απ' τον αιθέρα Τιμή εμάς και δόξα Αυτού,

51

Είν' ιερό προσκυνητάρι, Και δε θέλει πατηθή Από βάρβαρο ποδάρι, Πάρεξ όταν χαλαστή.

52

Δεν ήταν τη μέρα τούτη Μοσχολίβανα, ψαλμοί. Νά, μολίβια, νά, μπαρούτι, Νά, σπαθιών λαμποκοπή.

53

'Σ τον αέρα ανακατώνονται Οι σπιθόβολοι καπνοί, Και από πάνου φανερώνονται Ήσκιοι θείοι πολεμικοί·

54

Και είναι αυτοί, που πολεμώντας Εσκεπάσανε τη γη, Πάνου εις τ' άρματα βροντώντας Με το ελεύθερο κορμί

55 [59]

Και αγκαλιάσματα εκεί πλήθια, Δάφναις έλαβαν, φιλιά, Όσα ελάβανε εις τα στήθια Βόλια τούρκικα σπαθιά.

56

Όλοι εκείνοι οι πολεμάρχοι Περιζώνουνε πυκνοί Την ψυχή του Πατριάρχη, Που τον πόλεμο ευλογεί·

57

Και αναδεύονται, και γέρνουν, Και εις το πρόσωπο ιλαροί, Χεραπλώνουνε και παίρνουν Από τη σπιθοβολή.

58

Εδώ βλέπει αντρειωμένα Να φρονούν παρά ποτέ· Και όλος έρωτα για σένα Προσηλώνεται 'ς εσέ·

59

Το πουλί, που βασιλεύει Πάνου εις τ' άλλα τα πουλιά, Γληγορώτατα αναδεύει Τα αιθερόλαμνα φτερά,

60

Τρέχει, χάνεται, και πίνει Τόλμην πίνει ο οφθαλμός φως τ' άστρον, οπού χύνει Κύματα άφθαρτα φωτός.

61

Πλανημένη η φαντασιά του Μέσ' 'ς το μέλλον το αργό, Που προσμένει τ' όνομά του Να το κάμη πλέον λαμπρό,

62

Ολοφλόγιστη πηδάει Εισέ μία ματιού ροπή Στρέφει απέκει και κυττάει· — Ανεκδιήγητη αντηχεί

63

Απ' του κόσμου όλου τα πέρατα Του Καιρού η χλαλοή, Και διηγώντας του τα τέρατα Του χτυπάει την ακοή·

64

Έθνη που άλλα φοβερίζουν, Φωναίς, θρόνοι δυνατοί· Άλλοι πέφτουνε, άλλοι τρίζουν, Και άλλοι ατάραχτοι και ορθοί·

65

Από φόβο και από τρόμο, Από βάρβαρους δεσμούς, Που ναι σκόρπιοι εις κάθε δρόμο, Και από μύριους υβρισμούς,

66

Βγαίνει, ανάμεσα 'ς τους κρότους Των γενναίων που την παινούν, Και κυττούνται ανάμεσό τους Για το θαύμα που θωρούν,

67

Μία Γυναίκα, που χε βάλη Μέσ' 'ς τα βάσανα ο καιρός, Ξαναδείχνοντας τα κάλλη Που της έσβυσε ο ζυγός,

68

Μόνον έχοντας για σκέπη Τα τουφέκια τα εθνικά, Και το χαίρεται να βλέπη Πώς και Αυτός την ακλουθά.

69

Αχ! συνέρχεται . . . ξανοίγει Ερινύαν φαρμακερή, Οπού αγιάτρευτην ανοίγει Της Ελλάδας μίαν πληγή·

70

Ερινύαν από τα χθόνια Που η Ελπίδα απαρατά· Η θεομίσητη Διχόνοια Που τον άνθρωπο χαλνά.

71

Αφού εδιώχτηκε από τ' άστρα Οπού ετόλμησε να πα, Πάει 'ς τους κάμπους, πάει 'ς τα κάστρα, Χωρίς ναύρη δυσκολιά.

72

Και κρατώντας κάτι φίδια Που είχε βγάλη απ' την καρδιά, Και χτυπώντας τα πιτήδεια Εις τους Ελληνας, περνά·

73

Και όχι πλέον τραγούδια νίκης Ωσάν πρώτα, ενώ τυφλά, Με το τρέξιμο της φρίκης, Τουρκικά άλογα πολλά

74

Ετσακίζανε τα χνάρια 'Σ την απέλπιστη φυγή, Και εγκρεμίζαν παλληκάρια Του γκρεμνού από την κορφή

75

Όχι πλέον, όχι τα δυνα- τά στοιχεία να μας θωρούν, Και να οργίζωνται και εκείνα Και για μας να πολεμούν· (8)

76

Αλλά πάει 'ς τους νόας μία θέρμη, Που είναι αλλιώτικη απ' αυτή, Οπού εσκόρπησε 'ς την έρμη Χιο του Τούρκου η πιβουλή, (9)

77

Όταν τόσοι επέφταν χάμου, Και με λόγια απελπισιάς, Κόψε με, έλεγαν, Αγά μου, Και τους έκοβεν ο Αγάς.

78

Όμως θέρμη ποίος υβρίζει Τον καλύτερο, και ποιος Λόγια ανόητα ψιθυρίζει· Άλλος στέκεται οκνηρός·

79

Άλλος παίρνει το ποτήρι Αποκάτου απ' την ελιά, Ωσάν νά τουν πανηγύρι, Με τα πόδια διπλωτά·

80

Και άλλοι, αλίτηροι! χτυπώντας Πέφτουνε 'ς τον αδελφό, Και παινεύονται, θαρρώντας Πως εχτύπησαν εχθρό.

81

Και τους φώναξε· «Φευγάτε Τ'ς Ερινύας την τρικυμιά· Ω! τι κάνετε; Πού πάτε; Για φερθήτε ειρηνικά·

82

»Γιατί αλλιώς θε να βρεθήτε »Ή με ξένο βασιλιά, »Ή θα καταφανισθήτε »Από χέρια αγαρηνά.»(10)

83

Αφού εδώ 'ς την παλαιά σου Κατοικία και άλλη φορά Με διχόνοιαις τα παιδιά σου Σου ετοιμάσανε εξοριά,

84

Από τότες οπού εσώθη 'Σ την Ελλάδα ο Στρατηγός, Οπού ο Έλληνας ειπώθη (Και τώρα όχι) ο στερινός,

85

Έως που ο κόσμος εβαστούσε Τον απάνθρωπον Αλή, Που όσον αίμα και αν ρουφούσε Τόσο εγύρευε να πιή,

86 [60]

Επερνούσαν οι αιώνες Ή σε ξένη υποταγή, Ή με ψεύτικαις κορώναις, Ή με σίδερα και οργή·

87

Και ήλθε τότες και επερπάτει (11) Όπου επάταγες Εσύ, Και του δάκρυζε το μάτι, Και επιθύμαε να Σε ιδή,

88

Κ' έλεε· Πότε έρχεσαι πάλι Και δεν είναι αληθινό, Πως μας είχε άδικο βάλη Με βρισιαίς και με θυμό. (12)

89

Εζωγράφιζαν οι στίχοι Τον γαλάζιον ουρανό, Και εκλαιόνταν με την τύχη, Και με τ' άστρο το κακό,

90

Εις το οποίον έχει να σκύψη Κάθε δύναμη θνητή, Και η πατρίδα του να στρίψη Παντελώς δεν ημπορεί.

91

Τώρα αθάμπωτη έχει δόξα, Και με φέρσιμο τερπνόν Βλέπει αδύνατα τα τόξα Των αντίζηλων εθνών

92

Και λαούς αλυσοδένει, Και εις τα πόδια τους πατεί, Και το πέλαγο σωπαίνει Αν του σύρη μία φωνή·

93

Τέχναις, άρματα, σοφία, Τήνε κάνουν δοξαστή, Όμως θα βρούνε ευκαιρία Να τη φθείρουνε οι καιροί,

94

Και να ιδή το ριζικό της Καθώς είναι η καταχνιά, Που εις το κλίμα το δικό της Κρύβει την αστροφεγγιά.

95

«Πού είν'» θα λένε σαστισμένοι »Το Λεοντάρι το Αγγλικό; »Είναι η χήτη του πεσμένη, »Και το μούγκρισμα βουβό.»

96

Αλλ' η Ελλάς να ξαναζήση Ήταν άξια, και να ιδή Ο ερχομός να την τιμήση Του υψηλότατου Ποιητή.

97

Έστεκε 'ς το μισημένο Το ζυγό μ' αραθυμιά· Το ποδάρι είχε δεμένο, Αλλά ελεύθερη καρδιά.

98

Εκαθότουνε εις τα όρη Ο Σουλιώτης ξακουστός· Να τον διώξη δεν ημπόρει Πείνα, δίψα, και αριθμός. (13)

99

Συχνά σπώντας τα θηκάρια Με τα χέρια τα λιγνά, Ορμούν 'ς άπειρα κοντάρια Ταις γυναίκες των συχνά

100

Μεγαλόψυχα τραβάει Το ίδιον αίσθημα τιμής, Που κυττώντας τον Κομβάυ Είχε ο ανδρείος Τραγουδιστής. (14)

101

Ταις εμάζωξε εις το μέρος Του Τσαλόγγου το ακρινό Της ελευθεριάς ο έρως, Και ταις έμπνευσε χορό· (15)

102

Τέτοιο πήδημα δεν το είδαν Ούτε γάμοι, ούτε χαραίς, Και άλλαις μέσα τους επήδαν Αθωότεραις ζωαίς·

103

Τα φορέματα εσφυρίζαν Και τα ξέπλεκα μαλλιά, Κάθε γύρο που εγυρίζαν Από πάνου έλειπε μια·

104

Χθες γόγγυσμα κι' αντάρα Παρά εκείνη μοναχά, Οπού έκαναν με την κάρα, Με τα στήθια, 'ς τα γκρεμά.

105

'Σ τα ίδια όρη εγεννηθήκαν Και τα αδάμαστα παιδιά, Που την σήμερο εχυθήκαν Πάντα οι πρώτοι 'ς τη φωτιά.

106

Γιατί, αλίμονον! γυρίζοντας Τ'ς ηύρε ο Μπάιρον σκυθρωπούς; Εγυρεύανε δακρύζοντας Τον πλέον ένδοξο απ' αυτούς. (16)

107

Όταν 'ς της νυχτός τα βάθη Τα πάντα όλα σιωπούν. Και εις τον άνθρωπο τα πάθη, Πούναι ανίκητα, αγρυπνούν,

108

Και γυρμένοι εις το πλευρό τους Οι στρατιώταις του Χριστού, Μύρια βλέπουν 'ς τ' όνειρό τους Ξεψυχίσματα του εχθρού·

109

Αυτός άγρυπνος στενάζει, Και εις την πλάκα την πικρή, Που τον Μπότσαρη σκεπάζει, Για πολλή ώρα αργοπορεί·

110

Έχει πλάγιασμα θανάτου Και άλλος άντρας φοβερός (17) Εις τα πόδια του αποκάτου, Και είναι αντίκρυ του ο ναός.

111

Ακριβό σαν την ελπίδα Που έχει πάντοτε ο θνητός. Γλυκοφέγγει απ' τη θυρίδα Τ'ς Άγιας Τράπεζας το φως·

112

Μέσαθε έπαιρνε ο αέρας Με δροσόβολη πνοή Το λιβάνι της ημέρας, Και του τό φερνε ως εκεί.

113

Δεν ακούς γύρου πατήματα· Mόν' τον ήσκιο του θωρείς, Οπού απλώνεται 'ς τα μνήματα, Έρμος, άσειστος, μακρύς,

114

Καθώς βλέπεις και μαυρίζει Ήσκιος νέου κυπαρισσιού, Αν την άκρη του δε 'γγίζει Αύρα ζέφυρου λεπτού.

115

Πες μου, Ανδρείε, τι μελετούνε Οι γενναίοι σου στοχασμοί, Που πολληώρα αργοπορούνε Εις του Μάρκου την ταφή;

116

Σκιάζεσαι ίσως μη χουμήσουν Ξάφνου οι Τούρκοι το πρωί, (18) Και το στράτευμα νικήσουν, Που έχει ανίκητην ορμή;

117

Σκιάζεσαι τους Βασιλιάδες, Που έχουν Ένωσιν Ιερή, Μη φερθούνε ωσάν Πασάδες 'Σ τον Μαχμούτ εμπιστευτοί;

118

Ή σου λέει 'ς τα σπλάχνα η φύσις Μ' ένα κίνημα κρυφό, — »Την Ελλάδα θε ν' αφήσης, »Για να πας 'ς τον Ουρανό» — ;

119

Βγαίνει μάγεμα απ' τη στάχτη Των Ηρώων, και τον βαστά, Και τη θέληση του αδράχτει· Τότε αισθάνεται με μια

120

Την αράθυμη ψυχή του, Που με φλόγα αναζητεί Να του σύρη το κορμί του Σε φωτιά πολεμική. —

121

Του πολέμου ένδοξοι οι κάμποι! Είδ' η Ελλάδα τολμηρά Και το Σοφοκλή να λάμπη Μέσα 'ς την αρματωσιά·

122

Και είδε Αυτόν, που παρασταίνει Μαζωμένους τους Εφτά 'Σ την ασπίδα αιματωμένη, Οπού ωρκόνονταν φριχτά·

123

Ετραγούδααν προθυμότερα Ταις ωδαίς του τα παιδιά, Και αισθανόντανε, αντρειότερα 'Στην ανήλικη καρδιά·

124

Και τα μάτια τους γελούσαν, Μάτια μαύρα ως την ελιά Των μερτιών, οπού βαστούσαν Τραγουδώντας ταις γλυκά.

125

— 'Σ τη φωτιά! και θρέφει ελπίδα Να νικήση να ημπορή Να επιστρέψη 'ς την Πατρίδα, Το κοράσιο του να ευρή·

126

Να του λέγη μ' ένα δάκρυ· «Χαίρου, τέκνο μου ακριβό, »Εις του στήθους μου την άκρη «Ελαβώθηκα και εγώ.

127

«Βάλε, φως μου, την παλάμη »Εις τα στήθια του πατρός· »Νά, την ζώνη που είχε κάμη »Κόρη τούρκισσα του αντρός.»

128

Και το πέλαγο αγναντεύει Ίσως τώρα η κορασιά, Και ξεφάντωση γυρεύει Με τραγούδια τρυφερά.

129

«Τον γονιό μου, Πρόνοια Θεία, »Κάμε τόνε νικητή, »Εις τα χώματα, 'ς τα οποία »Η γυναίκα απαρατεί

130

»Τα στολίδια, τον καθρέφτη, »Και αποκάτου απ' το βυζί »Ζώνεται άρματα, και πέφτει »Όπου κίνδυνο θωρεί·

131

»Κάμε Εσύ με την μητέρα »Τη γλυκειά μου να ενωθή· (19) »Έλα γλήγορα, πατέρα, »Όλη η Αγγλία σε καρτερεί.

132

»Το καράβι πότε αράχνει »Εισέ θάλασσα αγγλική; »Μου σπαράζουνε τα σπλάχνη, »Οπού μου έκαμες εσύ.

133

»Πες, πότ' έρχεσαι;» . . . Ολοένα Είν' το πλοίο του 'ς τα νερά, Που φλοισβίζουνε σχισμένα, Και ποσώς δε τ' αγροικά.

134

Ποίος αλίμονον! μας δίνει Μίαν αρχή παρηγοριάς; Απ' αυτόν δε θε να μείνη Μήτε η στάχτη του με μας·

135

Θα την έχουν άλλοι! . . . Ω! σύρε, Σύρε, Μπάιρον, 'ς το καλό· Ύπνος έξαφνα σ' επήρε, Που δεν έχει ξυπνημό·

136

Είναι αδιάφορο, δε βλάβει, Αν εκεί σιμοτινό Πλέξη ή τούρκικο καράβι, Ή καράβι ελληνικό.

137

Άκου, Μπάιρον, πόσον θρήνον Κάνει, ενώ σε χαιρετά, Η Πατρίδα των Ελλήνων Κλαίγε, κλαίγε, Ελευθεριά.

138

Γιατί εκείτεταν 'ς την κλίνη, Και του εβάραινε πολύ Πως για πάντα είχε να μείνη, Και από Σε να χωριστή·

139 [61]

Αρχινάει του ξεσκεπάζει Άλλον κόσμο ο λογισμός, Και κάθε άλλο σκοταδιάζει, Και του κρύβεται απ' εμπρός.

140

Αλλά αντίκρυ από τα πλάσματα Του νοός τα αληθινά, Του προβαίνουν δυο φαντάσματα ολοζώντανα και ορθά·

141

Η ακριβή του θυγατέρα, Καθώς έμεινε μικρή, (20) Ενώ η τύχη τον πατέρα Εκαλούσε αλλού, και Εσύ.

142

Εσύ, θεία του ανθρώπου εικόνα, Με τα φέγγη σου, και αυτή Οπού σ' έφθανε 'ς το γόνα Με την ώρια κεφαλή,

143 [62]

Για λίγη ώρα του σηκώνετε Του άλλου κόσμου τη θωριά, Και 'ς εσάς αντισηκώνεται Με την πρόθυμη αγκαλιά.

144

Έτσι ο Άνθρωπος του Αιώνος, (21) Όταν έπαυε να ζη, Καθώς ήθελεν ο φθόνος, 'Σ ένα αγνώριστο νησί,

145

Και είχε μάρτυρα εις το βράχο Του Θεού τον οφθαλμό, Και τριγύρω του μονάχο Του πελάου το γογγυτό·

146

Ενώ ανάδινε η ψυχή του Μόνους άφησε να ελθούν Η Γαλλία και το παιδί του (22) Προς τα μάτια, πριν σβυσθούν

147

Και όχι η μοίρα, οπού σαράντα (23) Νίκαις του άδραξε η σκληρή, Και βαρύτερη είναι πάντα 'Σε καρδιά βασιλική·

148

Όχι η δόξα η περασμένη, Που με βία πολεμική Του έδειχνε την Οικουμένη, Λέγοντάς του· Ακαρτερεί.

149 [63]

'Σ την ταφή του με την πάχνη Χύν' η βρύση το νερό, Που του δρόσισε τα σπλάχνη, Εις το ψυχομαχητό.

150

Ταις ημέραις, οπού αν μόνο Τ' όνομά του ήθελε 'πής, Ωλιγόστευαν 'ς το θρόνο Την αυθάδεια οι βασιλείς,

151

Κατά μας και Αυτός ακόμη Είχε ρήξη μία ματιά·(24) Είναι η δάφνη ωραία 'ς την κόμη. Όταν φέρνη ελευθεριά.

152

Ω! να μάθαινε ο Μεγάλος Πόσην έδειξε χαρά Αγροικώντας ένας Γάλλος· Εχαθήκαν τα Ψαρά. (25)

153

Φωνήν τρόμου η Ελλάδα σύρνει, Σύρνει, και έπειτα σιωπεί· Όμως κρότους μέσ' 'ς τη Σμύρνη Όλη η νύχτα ηχολογεί.

154

Νά, ανθοστόλιστο τραπέζι· Δεν είν' γέννημα Τούρκων, Οπού τρώοντας περιπαίζει Την αντρεία των Ψαριανών·

155

Μύρια λόγια, γέλια μύρια, Και χτυπούν τα φωτερά 'Σ τα ολογέμιστα ποτήρια, Και 'ς τα γέλια τα τρελλά.

156

Με αρμονίαις τους κράζει η λύρα, Και επετάχτηκαν ομού, Λυσσιασμένοι από την πύρα Της χαράς και του κρασιού.

157

Και χορεύουνε τριγύρου . . . Γεια σας, Γάλλοι ευγενικοί! (26) Είν' τα χώματα του Ομήρου Που το πόδι σας πατεί!

158 [64]

Γιατί μέσ' 'ς τ' αχρεία τους σπλάχνη Το φαγεί και το πιοτό 'Σε φαρμάκι δεν αλλάχνει, Να τους φάη το σωθικό;

159

Και απ' τη μάνητα ν' ανάψη Αρμοδιώτερος χορός, Τον οποίον μόνος να πάψη Σκληρός θάνατος και αργός,

160

Για ν' αρχίσουν τη χαρά τους, Όντας φάσματα ελαφρά, Εμπροστά 'ς το βασιλιά τους, Και 'ς το Μπάιρον εμπροστά,

161

Οπού φθάνοντας κει κάτου Ίσως τού μεινε ως εκεί Η αέρινη αγκαλιά του, 'Σαν προτύτερα, ανοιχτή!

162 [65]

Τόνε βλέπω! Του προβαίνουν Άλλα φάσματα γοργά, Που ακατάπαυστα πληθαίνουν Σφόδρα, και είναι Ελληνικά.

163

Για την ποθητήν Ελλάδα Τόσο πρόθυμα ρωτούν, Σαν να εζήτααν τη γλυκάδα Του φωτός να ξαναϊδούν.

164

Κλάψαις άμετρα χυμέναις, Χέρια απλότρεμα, κραυγαίς, Που απ' τ'ς αντίλαλους πωμέναις Είναι πλέον τρομαχτικαίς.

165

Κειος σεβάσμια προχωρώντας, Και με ανήσυχαις ματιαίς, Τα προσώπατα κυττώντας, Και κυττώντας ταις πληγαίς·

166

«Η Διχόνοια κατατρέχει »Την Ελλάδα· αν νικηθή, »ΜΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΜΑΣ ΕΧΕΙ, »Τ' όνομά σας ξαναζή.»

1824

ΣΗΜΕΙΩΣΑΙΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

1) Λέγουν πως εύρηκαν δυσκολία να του εβγάλουν το σπαθί από το χέρι, τόσο ήταν πρησμένο από τη σφαγή εκείνων τους οποίους

Ce héros a forcés d'accorapagner son ombre. [66]

2) Ο Μπάιρον επαρόμοιαζε εις διάφορα πράγματα τον Μίλτον — εις το πάθος του για την ελευθερίαν, εις την προθυμία του να γυμνάζεται εις τ' άρματα, εις ταις διχόνοιαίς του με τη γυναίκα του, εις το να είναι δυστυχισμένος (όταν κανείς στοχασθή ότι ευρίσκονται και άλλαις δυστυχίαις έξω από το να είναι ο άνθρωπος φτωχός και τυφλός)· και τέλος πάντων εις τον τρόπον οπού εσχημάτισε τα καλύτερά του ποιήματα. Εις το Paradise Lost, η αντίθεση ανάμεσα εις ταις πρωτόπλασταις ευμορφιαίς της Κτίσης, και τους τρόμους της Κόλασης, θέλει βέβαια έκαμε μεγάλη εντύπωσιν εις τον νου του Μπάιρον. Η μελαγχολική του φύση αγριεμένη από δυσαρέσκειας εσύντρεξε εις το να τον κάμη να ξετυλίση εις τα Ποιήματά του αυτή την αντίθεσιν εις άλλον τρόπον. Αλλά ετούτο το μοιάσιμο δεν το ευρίσκεις παρά οπού ο Μπάιρον το ηθέλησε, γιατί ο Μίλτον εμελετούσε πολύ τους στίχους του. Η δυσκολία την οποίαν αισθάνεται ο συγγραφέας (ομιλώ για τον μεγάλον συγγραφέα) δεν στέκει εις το να δείξη φαντασία και πάθος, αλλά εις το να υποτάξη αυτά τα δύο πράγματα, με καιρό και με κόπο, εις το νόημα της τέχνης.

3) Ίδε ταις ωδαίς του ταις λυρικαίς.

4) Ο Λορδ Μπάιρον είχε γνώμη να περάση εις την Αμερική.

5) Μεταξύ εις τ' άλλα εδιαβάσθηκαν εις μία από ταις εφημερίδες ταις Αυστριακαίς και τα ακόλουθα λόγια· Ελπίζομεν πως τα πολιτικά κατορθώματα του Λορδ Μπάιρον θε να έχουν την ιδία τύχη των ποιητικών· και τούτη τάχατε ήταν ειρωνεία! Αν δεν ήθελε διαβασθή εις Αυστριακήν Εφημερίδα κανένας βέβαια δεν ήθελε την καταλάβη.

6) Ιδέ την δεκάτην Ωδή του Paradise Lost.

7) Οι δικοί μας έλαβαν είδηση πως οι Τούρκοι είχαν απόφασιν να τους πλακώσουν ξάφνου το ξημέρωμα του Χριστού, νομίζοντας να τους εύρουν μαζωμένους εις ταις Εκκλησίαις. Αλλά οι δικοί μας ταις εσφάλισαν, ετοιμάσθηκαν, και έκαμαν θρήνο εις τον εχθρό.

8) Το φούσκωμα του Αχελώου — η βόμβα οπού άνοιξε νερό εις τους διψασμένους διαφεντευτάς του Ανατολικού — το αστροπελέκι οπού εις μίαν από ταις καθαρώτεραις νυκτιαίς του Ιουνίου έκαψε τα πολεμοφόδια του στρατεύματος του Δερβίς Πασά εις Λιανοκλάδι· ήταν τριακόσιαις κάσαις φουσέκια, και εκατόν ογδοήντα Τούρκοι που εφύλαγαν.

9) Oι Τούρκοι είχαν δώση το λόγο τους, αν οι Χιώταις έδιναν τ' άρματα να μην τους πειράξουν. Έγειναν εγγυηταί όλοι οι Πρόξενοι οι Ευρωπαίοι οπού ήταν εκεί. Αφού οι Χιώταις έδωσαν τ' άρματα, οι Τούρκοι άρχισαν να τους κόφτουν, και τότες τη αληθεία πολλοί έλεγαν τα λόγια οπού τους βάνω εις το στόμα εις την ακόλουθη στροφή.

10) Όταν επρωτοκατέβη εις την Ελλάδα ο Λορδ Μπάιρον έγραφε τα ακόλουθα·

La Grecia ora è posta fra questi tre partiti, ο riconquistare la libertà, ο divenire una dipendenza de' Sovrani Europei, ο tornare una provincia turca. Non le rimane che una scelta fra questi Ire. Ma la guerra civile non mi sembra che una strada agli ultimi due.

11) Ήλθε ο Μπάιρον την πρώτη φορά εις την Ελλάδα τους 1809.

12) Είναι γνωστό ότι κάποιοι εκατηγόρησαν τον Λορδ Μπάιρον πως μας είπε σκλάβους.

13) Ιδέ την Ιστορία του Περαιβού, και τα προλεγόμενα του αξιωτάτου Κυρίου Φωριέλ, Chansons populaires.

14) Ιδέ την Ιστορίαν του Υούμ, και την περίφημη ωδή του Γράυ The Bard.

15) Ανάμεσα εις όσα εγράφθηκαν θεώρησε κατ' εξοχήν την περιγραφή του Κυρίου Φωριέλ, Chansons populaires.

16) Ο Μάρκος ο Μπότσαρης είχε αποθάνη ολίγον καιρό πριν έλθη ο Μπάιρον.

17) Ο ανδρείος Κυριακούλης οπού εσκοτώθηκε εις το Φανάρι. Κοίτονται ο Μάρκος και αυτός εμπρός εις το Άγιον Βήμα του Ναού της Παναγίας, απ' έξω.

18) Ιδέ τη σημείωση αρ. 7.

19) Είναι γνωστό πως ο Μπάιρον ήταν συγχυσμένος με τη γυναίκα του.

20) Τα υστερινά λόγια του Λορδ Μπάιρον εστάθηκαν τούτα· ω θυγατέρα μου]! ω μαύρη Ελλάδα!

21) Les personnes mêmes qui détestèrent ce grand homme ont reconnu, que depuis dix siècles il n'avait point paru sur la terre un caractère plus extraordinaire. L' Europe entière a porté le deuil du Héros, et ceux qui ont contribué à ce grand forfait sont voués au mépris des générations présentes aussi bien qu' à ceux de la postérité.

(Discours de Lord Holland au Parlement. Pilote du 3 Aoùt 1822).

22) Τα υστερινά λόγια του Ναπολέοντος εστάθηκαν τούτα· ω Γαλλία! ω παιδί μου!

23) Οι μεγαλύτεραις νίκαις του Ναπολέοντος λογαριάζονται σαράντα έως πενήντα. Ο αριθμός τους, έλεγεν αυτός ο ίδιος, κρέμεται από τον τρόπον οπού θέλει τινάς να ταις θεωρήση.

24) Et après s'être arêté sur ce pays (la Grèce) il (Napoléon) a repris:

La Grèce attend un liberateur! . . . Ce serait une belle couronne de gloire! . . . Il inscrirait son nom à jamais avec ceux d' Homère, Platon, Epaminondas! . . . Je n'en ai peut-être pas été loin! . . .

Mémorial de S. te Hélène par Las-Cases. Journal du 10 au 12 Mars 1816. Tom. 11. p. 366.

25) Παράρτημα του αριθμού 34ου του Φίλου του Νόμου· class="poem"Σμύρνη 2 Ιουλίου.

Ο ενταύθα Κύριος Αρνώδ Γάλλος (Arnaud) ευθύς ως έμαθε την καταστροφήν των Ψαρών ευθύμησε με μεγάλην φαιδρότητα, και συγκαλέσας εις λαμπρόν συμπόσιον όλους τους φίλους του, συνεκρότησε χορόν και μουσικήν, και έδειξε την ευφροσύνην της ψυχής του με το πλέον ζωηρά αισθήματα. Ο αξιέπαινος και λαμπρός Πρόξενος της Γαλλίας κύριος Π. Δαβίδ, του οποίου η προς την πατρίδα μας φιλοτιμία γνωρίζεται και κηρύττεται από όλους, εμέμφθη κατά πολλά και ήλεγξε το χαιρέκακον τούτο κίνημα. Όλοι οι εις ταύτην την πόλιν ευρεθέντες Άγγλοι και Αμερικανοί, και πολλοί των Ευρωπαίων, ελυπήθησαν διά των Ψαρών το δυστύχημα και έδειξαν μεγάλην κατήφειαν.

26) Στοχάζομαι ότι κάνεις δεν θέλει αμφιβάλη πως τούτο αναφέρεται εις εκείνους μόνον, οπού εις αυτήν την περίστασιν έκαμαν χορό και δείπνο, και όχι εις όσους εγεννήθηκαν εις τη γη της σοφίας και της ευγένειας.

Η Δόξα
Η Δόξα

Η Δόξα Κατά Σχεδιογράφημα Ν. ΓΥΖΗ

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΨΑΡΩΝ

Στων Ψαρών την ολόμαυρη ράχη Περπατώντας η Δόξα μονάχη, Μελετά τα λαμπρά παλληκάρια, Και 'ς την κόμη στεφάνι φορεί [67] Γινομένο από λίγα χορτάρια Που είχαν μείνη 'ς την έρημη γη.

1825

ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΕΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

Εν ώ εδιάβαινε τα νερά της Κερκύρας.

Μέσ' 'ς το γιαλό της Κέρκυρας μαύρ' είμαι πέτρα κ' έρμη Κ' είναι δικό σου δόξασμα, δικός σου πλούτος είναι [68], Πνεύμα καλό, που σ' άρεσε φωνή να μου χαρίσης· Κι αν με πατήσης, Βασιλιά, βγάνω βαγί και δάφνη [69].

ΕΙΣ ΦΡΑΓΚΙΣΚΑ ΦΡΑΙΖΕΡ

Μικρός προφήτης έρρηξε σε κορασιά τα μάτια, Και 'ς τους κρυφούς του λογισμούς χαρά γιομάτους είπε· «Κι' αν για τα πόδια σου, καλή, κι' αν για την κεφαλή σου, Κρίνους ο λίθος έβγανε, χρυσό στεφάνι ο ήλιος, Δώρο δεν έχουνε για Σε, και για το μέσα πλούτος. Όμορφος κόσμος ηθικός αγγελικά πλασμένος!»

1849

Β

Ο Λάμπρος με την Θυγατέρα του
Ο Λάμπρος με την Θυγατέρα του

Ο Λάμπρος με την Θυγατέρα του Κατά Σχεδιογράφημα Γ. ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ

Ο ΛΑΜΠΡΟΣ [70]

Υ Π Ο Θ Ε Σ Η

Ο Λάμπρος απάτησε τη Μαρία, δεκαπέντε χρονών κόρη, τάζοντάς της να τη στεφανωθή, κ' έλαβε μ' αυτή τέσσερα τέκνα, μία θυγατέρα, και τρία αρσενικά, και τα έρρηξε εις ορφανοτροφείο. Δεκαπέντε χρόνοι είχαν περάση, κ' εζούσε η Μαρία εις το σπίτι του Λάμπρου αστεφάνωτη, και την εμάραινε η ατιμία της και, ακοίμητη μέριμνα, η άγνωστη τύχη των παιδιών της. Εις αυτό εφαίνετο αδιάφορος ο Λάμπρος, και αναίσθητος εις τον πόνο της δυστυχισμένης μητρός· και εις εκείναις ταις ημέραις, τούτος ο κακοήθης, αλλά μεγαλόψυχος άνδρας, ενωμένος με τους Έλληνες επολεμούσε τον Αλή Πασά, παρακινούμενος και από τα δίκαια των Ελλήνων, και από την επιθυμία να εκδικήση τον θάνατο ενός ιερομονάχου, αδελφού της Μαρίας, τον οποίον είχε κάψη ζωντανόν ο τύραννος της Ηπείρου. (Εδώθεν ο ποιητής ελάβαινε αφορμή, — είτε επεισοδικώς, είτε αλλέως, αγνοώ, — να παραστήση τον άγιον άνδρα, οπού μέσα εις το μαρτύριο έβλεπε θεία οράματα, κ' επροφήτευε την αναγέννηση της Ελλάδας.) Εις το στρατοπεδο, οπού ήταν ο Λάμπρος, κ' ενώ αυτός με τη φυσική δύναμη του λόγου του ενθουσίαζε τους συντρόφους του, παρουσιάζεται ένας νέος, Τούρκος, και τους ειδοποιεί ότι οι Τούρκοι ετοιμάζονται, εις έναν διωρισμένον καιρό και τόπο να τους στήσουν καρτέρι για να τους καταστρέψουν. Μετά ταύτα ο νέος δείχνει ότι κάτι άλλο έχει να φανερώση μυστικά του Λάμπρου, του οποίου μιλεί άφοβα, επειδή εκείνος τον εφύλαξε από την οργή των άλλων πολεμιστάδων όταν επαρουσιάσθηκε εις το στρατόπεδο· του ξεσκεπάζεται ότι είναι κόρη, και ότι εμίσησε τους ομογενείς της αφού τους είδε να θυσιάσουν μία Χριστιανή φιλενάδα της, αγάπησε τους Χριστιανούς μόλις είδε πόσον ήσυχα εκείνη η νέα επήγαινε εις τον θάνατο, και ενθυμούμενη πόσα αυτή της έλεγε για τη δύναμη του Σταυρού, παρακαλεί τον Λάμπρο, για το καλό που τους έκαμε την ημέρα, να τη βαφτίση. Η ωραιότης της κόρης, και η ευαισθησία της, εμπνέουν του Λάμπρου σφοδρότατον έρωτα· και γλήγορα κατορθώνει να πλανέση το αδύνατο και αισθαντικό κοράσι, καθώς είχε απατήση πολλαίς άλλαις η μαγευτική χάρη του τρόπου και της ομιλίας του. Ποτέ όμως, μέσα εις καμμίαν άλλη αγκαλιά, δεν είχε αισθανθή ο Λάμπρος τόσο βαθιά να ταραχθή η συνείδησή του· και μίαν ημέρα, ενώ εκύτταζε τα χαριτωμένα κινήματα της κόρης οπού εμιλούσε, ξανοίγει εις τη δεξιά της παλάμη αιματώδη σταυρό, και εις το λαιμό της πλεξίδα, τα ίδια γνωρίσματα τα οποία είχε κάμη της θυγατρός της η Μαρία, όταν αυτός έμελλε να την αρπάξη για πάντα από την μητρικήν αγκάλη. Σέρνει ο Λάμπρος φωνή φρίκης, και η δυστυχισμένη νέα από το στόμα του πατρός της μαθαίνει την ανέκφραστη συμφορά της.

Ευρίσκεται ο Λάμπρος μόνος με τη θυγατέρα του εις μία βάρκα εις τη μέση της λίμνης· είναι φεγγάρι· αυτή, καθισμένη εις τη πρύμνη, μακριά από τον πατέρα της, μη λάχη και τον εγγίξη, και με ξέπλεκα τα μαλλιά αφημένα εις το πρόσωπό της, να φυλαχθή από το φως, όλη μαζωμένη μελετάει τη συμφορά της. Λάμνει ο Λάμπρος, και δεν την κυττάζει· έξαφνα ακούει βρόντο· γυρίζει — η κόρη ερρίχθηκε εις τη λίμνη. Θα πάη να τη γλυτώση; ή καλύτερα, θα την αφήση; Ενίκησε εις τη ψυχή του το δεύτερο. Απομακραίνεται με βία, να έβγη από τη λίμνη, οπού σκεπάζει το κορμί της θυγατρός του. Εις αυτή την ίδια νυχτιά, παραμονή του Πάσχα, η Μαρία, της οποίας ήταν άγνωστα τα πάντα, έστεκε μονάχη εις το παραθύρι, περιμένοντας τον Λάμπρο, και μ' όλον ότι εκόντευε να ξημερώση η Λαμπρή, όμως αυτή ετραγουδούσε λυπηρά τραγούδια. Φθάνει εκείνος, και την ξαφνίζει με την τρομασμένην όψη του· και στενεμένος από ταις ερώτησαις της γυναικός, ζαλισμένος από τον τρόμο, της ξεμυστηρεύεται ό,τι του συνέβηκε.

Το εσπέρας της Λαμπρής η δυστυχής Μαρία δέεται με συντριβή καρδίας και με άκρα ταπείνωση· ο Λάμπρος ευρισκόμενος εις την εκκλησία, όπου είχε προσφύγη να εύρη παρηγοριά εις την απελπισία του, απιστεί τελοσπάντων εις τη δύναμη της μετάνοιας, και ενώ προσπαθεί να πνίξη, καθώς είχε κάμη πάντοτε, τη φωνή της συνείδησης, και να φύγη από την εκκλησία, ιδού, η Θεία Δίκη του στέλνει από το μνήμα τα τρία αρσενικά παιδιά του, οπού τον κυνηγούν, και δεν τον αφίνουν να φύγη από τον ναό του Θεού πριν του φιλήσουν στανικώς το στόμα.

Της Μαρίας επάρθη ο νους, αδύνατος να υπομείνη το βάρος τόσης συμφοράς και εις την τρέλλα της η δύστυχη, μεταξύ εις τ' άλλα, ζητάει να στεφανωθή με τον Λάμπρο· και τούτος για να την ησυχάση διορίζει να ετοιμασθή τάχα ο γάμος.

Ο Λάμπρος απελπισμένος γκρεμίζεται από ένα βράχο, και πέφτει εκεί οπού είχε καταποντισθή η θυγατέρα του. Τέλος αυτού φθάνει και η Μαρία, τρελλή, και θαρρώντας ότι τα βάθη της λίμνης, οπού μέσα έβλεπε απαράλλακτα τον ουρανό, τα δέντρα, και την πρασινάδα, ήταν άλλος κόσμος, και ελπίζοντας να ζήση εις εκείνον ησυχώτερα, ρήχνεται με χαρά εκεί μέσα και πνίγεται.

ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

1

«Εκειός, που ακούει και τη δροσιά που στάει, »Βλέπει τα βάσανά μου, και βογγάει.

2

»Βλέπεις τούτους τους τάφους; καμμιά μέρα »Εδώ μέσα και συ θε να κοιμάσαι, »Έως όπου ψηλά θέλει βουίση »Η σάλπιγγα η στερνή να σε ξυπνήση.»

3

«Και δε σε είδα ποτέ δάκρυα να χύσης, »Παρά λίγη στιγμή πριν μ' ατιμήσης.»

4

«Τρέχω και κάνω 'ς το δεξί της χέρι »Αιματώδη σταυρό μ' ένα μαχαίρι.»

5

«Κι' όταν ακούω ξένο παιδί κοντά μου, »Μάννα, να λέη, μου σχίζεται η καρδιά μου.»

6

«Να γελά, και να κλαίη, και να κοιμάται. »

7

«Αλλά πάντα 'ς την έρημη την κλίνη, »Πάντα θάνατοι, δυστυχιαίς, και θρήνοι.»

8

«Τραυάω συλλογισμένη όλη τη μέρα, »Κ', έπειτ' απ' το φαρμακισμένο δείπνο, »Γιομάτο μαύρα ονείρατα τον ύπνο.»

ΤΟ ΟΝΕΙΡΟ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ

9

Μου φαίνεται πως πάω και ταξειδεύω 'Στην ερμιά του πελάγου εις τ' όνειρό μου· Με το κύμα, με τ'ς ανέμους, παλεύω Μοναχή, και δεν είσαι εις το πλευρό μου· Δε βλέπω με το μάτι όσο γυρεύω Πάρεξ τον ουρανό 'ς τον κίνδυνό μου· Τόνε τηράω, βόηθα, του λέω, δεν έχω Πανί, τιμόνι, και το πέλαο τρέχω.

Κι' ό,τι τέτοια του λέω, μέσα με θάρρος Νά σου τα τρία τ' αρσενικά πετειούνται· Του καραβιού τα ξύλα από το βάρος Τρίζουν τόσο, που φαίνεται και σκιούνται· Τότε προβαίνει αφεύγατος ο χάρος, Και στρυμωμένα αυτά κρυφομιλειούνται, Κι' αφού έχουν τα κρυφά λόγια πωμένα, Λάμνουν με κάτι κουπιά τσακισμένα [71].

Μ' ένα πικρό χαμόγελο 'ς το στόμα Έρχεται η κόρη εκεί και με σιμώνει [72]. Της τυλίζει ένα σάβανο το σώμα, Που 'ς τον αέρα ολόασπρο φουσκώνει.

Αλλά πλια χλωμιασμένο είναι το χρώμα Του χεριού που ομπροστά μου αντισηκώνει, Και της τρέμει, όπως τρέμει το καλάμι, Δείχνοντας το σταυρό 'ς την απαλάμη [73].

Και βλέπω απ' το σταυρό και βγαίνει αίμα Μαύρο μαύρο, και τρέχει ωσάν τη βρύση· Μου δείχνει η κόρη ανήσυχο το βλέμμα, Τάχα πως δε μπορεί να με βοηθήση. Όσο εκειά τα κουπιά σχίζουν το ρέμα, Τόσο το κάνουν γύρω μου ν'αυξήση· Συχνοφέγγει αστραπή, σχίζει το σκότος, Και της βροντής πολυβουίζει ο κρότος.

Και τα κύματα πότε μας πηδίζουν, Που 'ς τα νέφη σου φαίνεται πως να σαι, Και πότε τόσο ανέλπιστα βυθίζουν, Που μην ανοίξη η κόλαση φοβάσαι· Οι κουπηλάταις κατά με γυρίζουν, Βλασφημούν, και μου λένε Ανάθεμά σε. Η θάλασσα αποπάνου μας πηδάει, Και το καράβι σύψυχο βουλιάει.

Με χέρια και με πόδια ενώ 'ς εκείνη Την τρικυμιά, που μ' άνοιξε το μνήμα, Τινάζομαι με βία, και δε μ' αφίνει Να βγάλω το κεφάλι από το κύμα [74], Βρίσκομαι η έρμη ανάποδα 'ς την κλίνη, Που άλλαις φοραίς τη ζέσταινε το κρίμα, Και πικρότατα κλαίω πως είναι δίχως Το στεφάνι, που μώταξες, ο τοίχος.

Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ

Καθώς εσημείωσα εις την υπόθεση, έμπαινε εις το σχέδιο του ποιήματος ένας Ιερέας θυσιασμένος από τον Αλή Πασά.

10

Έψεναν τον ιερέα, και ο Αλής εφώναζε των δούλων του,

Τα κάρβουνα του σκύλου ανάρια ανάρια.

Είχε μίαν απίστευτη ιλαρότητα. Πώς; τάχα αναπαύεται εις δροσερή χλωρασιά; Και ο Αλής περιπαίζοντάς τον «Τι σου φαίνεται, άγιε άνθρωπε; βλέπω καλά ότι είσαι συνειθισμένος να θαυματουργής· ολοένα γυρίζεις, δίχως να κινάς μήτε χέρι, μήτε πόδι, κ' είσαι όλος ένα κομμάτι. Εύγε σου· Παρακάλει τον Ιησού να σε σώση το γληγορότερο.» Τότε ο ιερέας κινώντας τα χείλη του πλέον φλογερά από τ' ανθράκια, έλεγε· «Ευλογημένη τούτη η φλόγα! Ακούω φτερούγιασμα που έρχεται μακρόθε, και μου φέρνει την ευωδία του κρίνου. Α! σε θωρώ, άγιε Άγγελε! Βέβαια εσύ θα έβρεξες δροσιά απάνου εις τούτα τα κάρβουνα, όμοια μ' εκείνη των παιδιών εις την κάμινο. Τι κάνει αυτός; Τεντώνει τ' αθάνατο δάχτυλο, και γράφει γράφει εις τον αέρα, ωσάν εις μάρμαρο, με πύριναις γραμμαίς πράματα τα οποία δεν εννοώ.»

Εις το όραμα του ιερέα εφαίνετο ο Θάνατος του Πατριάρχη, και οι Βασιλείς της ιεράς Ενώσεως που εκαταπολεμούσαν την Ελευθερία. Έβλεπε και Τούρκων κεφαλαίς οπού εροβολούσαν μέσα εις τον λάκκο που ετριγύριζε το πολιορκημένο Μεσολόγγι, και ο ενθουσιασμένος μάρτυρας τους εφώναζε·

Σταθήτ' εκεί· δε σας ξυπνάει 'ς τον λάκκον Η κραυγή των σκυλιών και των κοράκων.

Ο ΛΑΜΠΡΟΣ ΜΕ ΤΗ ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΤΟΥ

11

«Επήγαινε με βία και δεν αργούσε· »Κύτταξέ με να ιδής πώς εκυττούσε.»

12

«Ετέλειωσες της θλίψης τον αγώνα· «Έλα κοντά μου, ερωτική τρυγόνα.»

13

Γυναίκα, ωιμέ, την εδική του κόρη!

14

Και τριγύρου τ' αυτί δεν αγροικάει Πάρεξ το ρεύμα οχ το κουπί πού στάει.

15

Τρέμει 'ς την πρύμνη η κόρη καθισμένη, Ξέπλεκα ομπρός ως κάτου τα μαλλιά της Να μη δη το φεγγάρι που προβαίνει.

16

Λογιάζει . . . . . . . . . . . . Κάθε εμπόδιο που βρίσκει 'ς το κουπί του, Πώς το κορμί της θυγατρός του αμπώχνει.

17

Και μήπως, 'ς τη στιγμή που θε ν' αράξη, Το κύμα 'ς τη στεριά του την πετάξη.

ΔΥΟ ΑΣΜΑΤΑ

Οπού τραγουδάει η Μαρία

Η Μαρία στέκει 'ς το παραθύρι, οπού αγναντεύει τη θάλασσα, περιμένοντας τον Λάμπρο· τραγουδάει η απαρηγόρητη μάννα, πρώτα «Τα δύο Αδέλφια», και ύστερ' από μικρή παύση την «Τρελλή Μάννα».

Οι δυστυχείς, σημειώνει ο ποιητής, συνειθούν να τραγουδούν άσματα ανάλογα με την κατάστασή τους.

17 ΤΑ ΔΥΟ ΑΔΕΛΦΙΑ

Ομοίως τ' αγγελούδια, Ανέσπερα αστέρια, Του Πλάστη απ' τα χέρια, Εβγαίναν λαμπρά

Κ' εφώναξαν· χαίρε, Νεοφώτιστο θάμα! Κ' εδένοντο αντάμα Με την αγκαλιά.

Και τ' άνθη απ' τα δέντρα Ξεπέφτουν, ιδές τα, Παράπολυ η ζέστα Του ηλιού τα βαρεί·

Ξεπέφτουν ανάμεσα 'Σ τα χόρτα του τόπου, Ως πέφτει του ανθρώπου Του μαύρου η ζωή.

Η Αυγούλα πού να 'ναι; Κοντεύει το βράδυ, Που μαύρο σκοτάδι Ξαπλώνει 'ς τη γη.

Πηγαίνει εκεί που ναι Ψηλό κυπαρίσσι, Πηγαίνει 'ς τη βρύση· Δεν είναι ούδ' εκεί . .

'Σ τ' αλώνι, 'ς τ' αμπέλι, 'Στο δρόμο κυττάζει, Και τέλος φωνάζει· «Αυγούλα μου, Αυγή!

«Αυγή μου» συχνότατα Του βγήκε απ' τα στήθη, Και «Αυγή μου», απεκρίθη Μία άλλη φωνή.

Πως είν' της Αυγούλας Ο Ανθός εστοχάσθη, Και πρόθυμα εβιάσθη Κατά την Αυγή.

Εγύρευε ανήσυχος, Ωσάν περιστέρι, Για νάβρη το ταίρι, Και δεν του βολεί·

Και τρέχει και τρέχει Παντού να κυττάξη, Και δίχως να κράξη Δε μνέσκει στιγμή.

'Στο μάτι μακρόθεν Ο τοίχος ασπρίζει, Και γύρω του ανθίζει Η δάφνη, η μυρτιά·

Αλλά άνανθη κλαίει, Ομπρός εις τη θύρα, Του ανθρώπου τη μοίρα Κλωνόγυρτη ετιά.

Την είδε προβαίνοντας 'Σ τη μέση, κ' εφώναξε· «Αυγούλα μου, ετρόμαξε »Ο Ανθός σου πολύ.»

Ετούτα λαλώντας, Κοντά της πηγαίνει· Η Αυγούλα σωπαίνει, Και δεν του μιλεί.

Προσκέφαλο κόκκινο Της κείται αποκάτου, Κρεβάτι θανάτου Στενό και πικρό·

Θανάτου στεφάνι Τριγύρου 'ς την κόμη· Είν' όμορφη ακόμη 'Σ την όψη πολύ.

Ο Άγγελος ίσως, Που παίρνει το μίλημα, Της πήρε με φίλημα Γλυκό την ψυχή·

Γιατί έχει χαμόγελο Ακόμη 'ς το στόμα, Που λες και 'ς το χώμα Δεν πρέπει να μπη.

Δεν είν' πεθαμένη· Την όψη τηράτε Κοιμάται, κοιμάται, Εις ύπνο βαθύ.

Ανήσυχου ονείρου Τρομάρα, μαυρίλα, 'Σ τα χέρια, 'ς τα χείλα, Τα χρώματα σβυεί.

Τη γυρεύε τόσο, Και τέλος την βρέσκει Ακίνητος μνέσκει Για να τη θωρή.

(Καθίζει εις το προσκέφαλο σιμά 'ς την Αυγούλα)

Αθώα πεταλούδα, 'Σ της κάψας την λαύρα, Γυρεύει μιαν αύρα Για να δροσισθή·

Κ' εκεί κατά τύχη Σε μνήμα ακουμπάει, Που ξάφνου φυσάει Μία αύρα γλυκή·

Το φύσημα αισθάνεται, Που στέλνει τ' αέρι, Κ' η αθώα δεν ηξέρει Πού κάθεται, πού.

«Ψυχή μου» την κράζει Το ανήλικο στόμα· Δεν ξέρει το σώμα Πως είναι νεκρό·

Πως είναι 'ς τον τόπο, Που δρόμο δεν έχει Λαμπρά να μην τρέχη Λευκότατο φως.

Γλυκόφωνο σήμαντρο, Που κράζει απ' το σπίτι Τον γέρον ερμίτη Να πη το σπερνό·

Ω σήμαντρο, οπότε Καλείς εις το μυρι- στικό πανηγύρι, Η ηχώ σου τερπνή·

Αλλ' όποτε, ω σήμαντρο, Πεθαίνουν αθώοι, Κι' αργό μυρολόι Αρχίζεις, — πικρή·

Τον ήχο που τώρα Συ κάνεις, μην πάψης· Αλλ' άργειε να κλάψης Ανθρώπου θανή·

Κ' εγώ θέλει παρα- καλέσω την φύση, Να μη σε γκρεμίση Σεισμού ταραχή.

Του Εσπέρου την λάμψη, Θωρώ να προβάλη 'Σ την έρμην αγκάλη Ψηλά τ' ουρανού.

Κ' εκεί 'ς του θανάτου Τ'ς Αυγούλας κρεβάτι, Συρίζει δροσάτη Πνοή του βραδιού,

Και τ' άνθη απ' το σώμα Τ'ς Αυγής εσκορπούσε, Την κόμη κινούσε Τ'ς Αυγής και τ' Ανθού [75].

Της παίρνει με χέρι Αργό το στεφάνι, Το βάνει, το βγάνει Απ' την κεφαλή,

«Η μέρα βραδυάζει· »Αυγούλα, πηγαίνω· »Κοντά σου πεθαίνω »Αν μείνω μ' εσέ·

«Αυγούλα, αν δεν έλθης, »Για πάντα σε αρνούμαι· »Φοβούμαι, φοβούμαι, »Μην έβγουν νεκροί.

«Αυγούλα, για ξύπνα, «Για ξύπνα, κι' αν λάχη »Και σ' εύρουν μονάχη, »Πεθαίνεις και συ.»

'Στη μάννα παγαίνει Τη βρέσκει που κλαίει, Και «Μάννα» της λέει, Μην κλαις, που 'μαι εδώ.

Η Αυγούλα κοιμάται, »Αλήθεια σου λέω· »Μην κλαις, γιατί κλαίω, »Μαννούλα, κ' εγώ·

«Ιδού το στεφάνι· »Μην γέρνης 'ς την άλλη »Μεριά το κεφάλι, »Τα μάτια μην κλειής·

«Σ' τ' αφίνω 'ς τα γόνατα, »Κι' ακόμη αν αργήση »Η Αυγή να ξυπνήση, »Εμέ το φορείς».

Η ΤΡΕΛΛΗ ΜΑΝΝΑ Ή το κοιμητήριο. ΤΡΑΓΟΥΔΙ 19

Τώρα που η ξάστερη Νύχτα μονάχους Μας ηύρε απάντεχα, Και εκεί 'ς τους βράχους Σχίζεται η θάλασσα Σιγαλινά·

Τώρα που ανοίγεται Κάθε καρδία 'Σ την λύπη, ακούσετε Μίαν ιστορία, Που την αισθάνονται Τα σωθικά.

Σε κοιμητήριο Είναι στημένα Δύο κυπαρίσσια Αδελφωμένα, Που πρασινίζουνε Μέσ' 'ς τους σταυρούς.

Όταν μεσάνυχτα Καταβουΐζουν Οι άνεμοι, αν τά βλεπες Πώς κυματίζουν, Έλεες πως κράζουνε Τους ζωντανούς.

Δύο αδέλφια δύστυχα Κοιμούνται κάτου Τον ανεξύπνητον Ύπνον θανάτου, Κ' έχασε η μάννα τους Τα λογικά [76].

Τα μαύρα! επαίζανε Εκεί οπού στέκει Ο πύργος· κ' έπεσε Τ' αστροπελέκι, Κι' άψυχα τ' άφησε, Τα θλιβερά [77]

Ροδοστεφάνωτα Ασπροεντυμένα Τα κατεβάσανε Αγκαλιασμένα Μέσα εις την ύστερη Αλησμονιά [78].

Δεν άκουες βάβυσμα Χαμένου σκύλου·

Πουλιού δεν άκουες Λάλημα, ή χείλου, Η κλωνοφλίφλισμα Να πνέη τερπνά·

Νερομουρμούρισμα, Οπού αναβρύζει, Και τ'ς επιτύμβιαις Πέτραις δροσίζει, Μόλις αντίσκοβε Τη σιγαλιά.

Θανής δεν έμνεσκαν Άλλα σημεία, Πάρεξ του λίβανου Η μυρωδία, Οπού εχυνότουνε 'Σ την ερημιά.

(Η δύστυχη μητέρα έρχεται εκεί τρέχοντας).

Στέκει, μυρίζεται Εις τον αέρα, Και συλλογίζεται, — Μαύρη μητέρα! — Σαν κάτι να θελε Να θυμηθή.

'Σ τον τοίχο σύρριζα Σκύφτει, κυττάει, Γλυκολυπούμενη Χαμογελάει Κατά τα εντάφια Χόρτα πικρά.

Κατά τα σύγνεφα, Κατά τ' αστέρια, Τρεμομανιάζοντας Ρίχτει τα χέρια, Και κλαίει και ρυάζεται Τρομαχτικά.

Της πέφτουν έπειτα, Και ληθαργίζει, Και πάλε αρχίναε Να τριγυρίζη Το περιτείχισμα Πασπατευτά. [79].

Γύριζε, γύριζε, Τέλος εμπαίνει 'Σ το σημαντρήριο, Και τ' αναιβαίνει, Τα ίχνη αλλάζοντας Σπουδαχτικά.

Ήτον 'ς την άλαλη Τη μοναξία Στρογγυλοφέγγαρη Φωτοχυσία, Σαν τη λαμπρόπλαστη Πρωτονυχτιά·

Όμως η δύστυχη, Ξεφρενωμένη, [80] Κυττάζει ολόγυρα Τετρομασμένη, Πράχνει τα σήμαντρα, Κράζει σφιχτά.

«Γλήγορα ας φύγουνε »Απ' τα λαγκάδια »Κεια τα φριχτότατα »Πυκνά σκοτάδια· »Αχ! με πλακώνουνε »Μέσ' 'ς την καρδιά.»

»Γλήγορα ας φύγουνε, »Δεν τα πομένω, »Μοιάζουνε, μοιάζουνε. »Με το σχισμένο »Ρούχο, που σκέπασε »Τα δυο παιδιά.»

Γκλαν, γκλαν, τα σήμαντρα Της εκκλησίας, Γκλαν, γκλαν, οι αντίλαλοι Της ερημίας Αποκρινόντανε Φριχτά φριχτά.

»Από την έρημη »Αναφωνήτρα, »Που ναι εις τους δύστυχους »Παρηγορήτρα, »Είχαν δυο ξέμετρα »Τα δυο παιδιά·»

«Τα χω 'ς τον κόρφο μου, »Και τα φυλάω· »Με αυτά τα ξέμετρα »Θε να μετράω »Τα δυο τους μνήματα »Καθημερνά».

Γκλαν, γκλαν, τα σήμαντρα Της εκκλησίας, Γκλαν, γκλαν, οι αντίλαλοι Της ερημίας Αποκρινόντανε Φριχτά φριχτά.

«Βραχνό το ψάλσιμο· »Τα κεριά αχνίζουν »Του νεκροκρέβατου »Τα ξύλα τρίζουν [81] »Αργά τα σήμαντρα, »Και τρομερά».

«Ναι, ναι, απεθάνανε· »Μέσα 'ς το σκότο »Τα κατεβάσανε, — »Ακούω τον κρότο, — »Τα κατεβάσανε »Βαθιά βαθιά».

Γκλαν, γκλαν, τα σήμαντρα Της εκκλησίας, Γκλαν, γκλαν, οι αντίλαλοι Της ερημίας Αποκρινόντανε Φριχτά φριχτά

«Γιατί τινάζετε »Πάνω τους χώματα; »Μη, μη σκεπάζετε »Τα μικρά σώματα »Που αποκοιμήθηκαν »Γλυκά, γλυκά».

«Αύριο θα κόψουμε »Κάτι λουλούδια. »Αύριο θα ψάλουμε »Κάτι τραγούδια, »Εις την πολύανθη »Πρωτομαγιά».

Γκλαν, γκλαν, τα σήμαντρα Της εκκλησίας Γκλαν, γκλαν, οι αντίλαλοι Της ερημίας Αποκρινόντανε Φριχτά φριχτά·

Γκλαν, γκλαν, παράδερνε Με τα γλωσσίδια, Κ' εματαρχίναε, Κ' έλεε τα ίδια, Ως οπού εβράχνιασε Θανατερά.

Νά, που δροσόβολη Αύρα ξυπνάει, Και ψιθυρίζοντας Μοσχοβολάει Από τα αρώματα Τα αυγερινά·

'Σ τα φύλλα επέρναε Και της καρδίας, Σαν τα κινήματα Της φαντασίας Που ζωγραφίζουνε Την ευτυχιά·

Εκείν' η δύστυχη Τραυάει την άχνα, Βαθιά τα αισθάνθηκε Μέσα 'ς τα σπλάχνα, Αχ! κ' εκατέβηκε 'Σ την ερημιά.

Με λύπη εγκάρδια Εθεωρούσε Όλα τα μνήματα, Και τα μετρούσε Με τ' αργό κίνημα Της κεφαλής.

ΤΟ ΞΕΜΥΣΤΗΡΕΥΜΑ 20

Αφού έπαυσε η Μαρία να τραγουδήση, επιστρέφει ο Λάμπρος από τη λίμνη, όπου είχε καταποντισθή η θυγατέρα τους. Η Μαρία του λέγει·

Λάμπρε, δεν εστοχαζόμουν να έρθης τόσο γλήγορα· εγώ ετραγουδούσα· αλλά τι έχεις;

Η μιλιά σου βραχνή, θαμπό το βλέμμα, Κ' έχεις θωριά σαν να μην είχες αίμα [82].

Ο Λάμπρος, δίχως να προφέρη λόγο, της ρήχνει την πλεξίδα, και εκείνη παίρνοντάς την από χάμου «Α!» φωνάζει «Τι; την ηύρες απεθαμένη εις εκείνη την ερμιά τη θιγατέρα μας; Ή της είδες να της κυματίζη εις το λαιμό τούτη η πλεξίδα, ενώ σου άπλωνε το χέρι ψωμοζητώντας; Της είδες το σταυρό εις την παλάμη;

«Α! μα τη σημερνή πες μου τα όλα [83].»

Και ο Λάμπρος·

»Συφορά και μαυρίλα! Άκου τρομάρα, »Που του ανθρώπου η ψυχή δεν απομένει· »Ω! του Θεού μ' εχτύπησε η κατάρα [84] »'Σ έναν τρόπο!» Και μία στιγμή σωπαίνει·

Κ' έπειτα αργά, και με φωνής τρομάρα, «Άκου,» πάλι της λέει «δυστυχισμένη, «Πράμα φριχτό, που κανενού δεν το πα· »Να σου το πω;» Κ' εκείνη του λέει· «Σώπα».

Αλλά ο Λάμπρος της φανερώνει ότι είχε κάμη, χωρίς να τη γνωρίζη, γυναίκα την εδική του κόρη. Τότε μένουν άφωνοι και οι δύο· τέλος τους ετάραξε ο ήχος των σημάντρων, επειδή χαράζει η ημέρα της Λαμπράς· και τότε εσίμωσαν τα χείλη να δώσουν το φιλί του Πάσχα, και δεν το έδωσαν.

Η ΗΜΕΡΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ 21

Καθαρώτατατον ήλιο επρομηνούσε Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι, Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε Τ' ουρανού σε κανένα από τα μέρη· Και από κει κινημένο αργοφυσούσε Τόσο γλυκό 'ς το πρόσωπο τ' αέρι [85], Που λες και λέει μέσ' 'ς της καρδιάς τα φύλλα· Γλυκειά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα.

Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι, και κόραις Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστήτε· Μέσα 'ς ταις εκκλησίαις ταις δαφνοφόραις Με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε· Ανοίξατε αγκαλιαίς ειρηνοφόραις Ομπροστά 'ς τους Αγίους, και φιληθήτε· Φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη, Πέστε Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι.

Δάφναις εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι, Και βρέφη ωραία 'ς την αγκαλιά οι μαννάδες· Γλυκόφωνα, κυττώντας ταις ζωγραφι- σμέναις εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες· Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι, Από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες· Κάθε πρόσωπο λάμπει απ' τ' αγιοκέρι, Οπού κρατούνε οι Χριστιανοί 'ς το χέρι.

22

Βγαίνει, γιατί 'ς τα σωθικά του ανάφτει, Και για πρώτο απαντά τον νεκροθάφτη.

23

Κανείς δε του μιλεί, και δε του δίνει Το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη.

24

Πάντα χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω Ν' αγροικηθή 'ς της κόλασης τον πάτο.

Η ΔΕΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ Και το όραμα του Λάμπρου ΤΟ ΕΣΠΕΡΑΣ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ 25

Και προβαίνει η Μαρία λίγη να πάρη [86] Δροσιά 'ς τα σωθικά τα μαραμμένα Είναι νύκτα γλυκειά, και το φεγγάρι Δε βγαίνει να σκεπάση άστρο κανένα· Περίσσια, μύρια, 'ς όλη τους τη χάρη Λάμπουν άλλα μονάχα, άλλα δεμένα· Κάνουν και κείνα Ανάσταση που πέφτει Του ολόστρωτου πελάου μες 'ς τον καθρέφτη. [87]

«Τα μαλλιά σέρνω 'ς τα λιγνά μου στήθη »Δένω σταυρό τα χέρια· Ουράνια, θεία! »Πέστε Εκεινού, που σημέρα αναστήθη, »Να ελεηθή τη μαύρη τη Μαρία. »Μέρα είναι Αγάπης· Άδης ενικήθη· »Καίονται τα σπλάχνα, καίονται τα στοιχεία· »Και η πυρκαϊά του Κόσμου αναγαλλιάζει, »Και κατ' Αυτόν τη σπίθα της τινάζει [88].

«Ο Ουρανός Αλληλούια ηχολογάει· »Κατά την γην ερωτεμένος κλίνει· »Ζη του νερού και η στάλα οπού κολλάει »'Σ το ποτήρι· Αλληλούια εγώ κ' εκείνη. »Όταν η Πύλη ακούστηκε να σπάη, »Τι χλαλοή 'ς τον κάτου κόσμο εγίνη; »Χαίρεται μέσα η άβυσσο και ασπρίζει· »Ο περασμός του Λυτρωτή σφυρίζει.»

'Στην εκκλησίαν ωστόσο ο Λάμπρος μένει, Όπου ανθρώπου πνοή δεν αγροικειέται. Απ' ένα εις άλλο στοχασμό πηγαίνει. Είναι ο νους του έρμος κόσμος που χαλειέται. Μέσ' από το στασίδι αγάλι βγαίνει, Και οχ τη ψυχή του ο στεναγμός πετειέται· Μόνον οι σκόρπιαις δάφναις, που εμυρίζαν, Εκεί που αυτός επερπατούσε ετρίζαν.

Και το πρόσωπο γέρνει ωσάν τη δειάφη, Και χαμηλά τούτα τα λόγια ρίχτει· «Κουφοί, ακίνητ' οι Αγίοι, καθώς και οι τάφοι· »Είπα κ' έκραξα ως τ' άγριο μεσανύχτι. »Άντρας (κ' η μοίρα ό,τι κι' α θέλη ας γράφη) »Του εαυτού του είναι Θεός, και δείχτει »'Στην άκρα δυστυχία μέσ' 'ς την ψυχή μου »Κάθου κρυμμένη, απελπισιά, και κοίμου.»

Πάει για να βγη 'ς τη θύρα αργά, και ανοίγει, Λεπτή φωνή του λέει, Χριστός ανέστη. Εις την άλλη πηδάει, και φωνή ολίγη, Και παρόμοια, του λέει, Χριστός ανέστη. Από την τρίτα πολεμάει να φύγη, Και μία τρίτα του λέει, Χριστός ανέστη.

Αυτοκίνηταις πάντα ανοιγοκλειούνε Οι τρεις θύραις, και αχό δεν προξενούνε [89].

Και ιδού τρία σαν αδέλφια έρμα και ξένα, Που έν' αγιοκέρι σβυμένο βαστούσαν, Όπου στρίψη, όπου πάη, τ' απελπισμένα Γοργά πατήματά του ακολουθούσαν. Λυγδερά και πλατιά κι' όλα σχισμένα Τα λαμπριάτικα ρούχα οπού φορούσαν. 'Στα μπροστινά, 'ς τα πισινά στασίδια, Όλο σιμά του σειούνται τα ξεσκλίδια.

Ποτέ δεν τάχει εις τη φυγή του ανάρια· Εδώ εκεί, μπρος οπίσω, απάνου κάτου. Βαρούν όμοια την πλάκα οχτώ ποδάρια, Τρέχουν ίσια, κι' ακούονται τα δικά του.

Να φύγη μία στιγμή τ' Άδη τα χνάρια Σπρώχνει μάταια μακρύο το πήδημά του, 'Σαν τ' άστρο που γοργά το καλοκαίρι Χύνεται πέντε δέκα οργυιαίς αστέρι.

Έτσι ενωμένοι εκάμανε τριάντα Φοραίς την εκκλησιά που βοή στέρνει. Σα να χε μέσα θυμιατά σαράντα, Μυρωδιά λιβανιού τη συνεπαίρνει. Πάντα με βία το τρέξιμο, και πάντα Ο ζωντανός τ' αραχνιασμένα σέρνει. Σκύφτουν, πολύ κρυφομιλούν, και σειέται Το βαμπάκι που λες και ξεκολλειέται [90].

Αχ! ποίος είδε τα χέρια να σηκώνη Η Παναγία, τα μάτια της να κλείση; Αχ! ποίος είδε το Πάσχα αίμα να ιδρώνη Ο Χριστός, και παντού να κοκκινίση; Τι συφορά την εκκλησιά πλακώνει, Οπού την ίδια μέρα είχε βροντήση Από τόσαις χαραίς και ψαλμωδίαις, Που χε αντιλάμψη από φωτοχυσίαις!

Βρίσκεται 'ς τ' Άγιο Βήμα, ανατριχιάζει, Και πέφτει ομπρός τους γονατιστός χάμου. Με τρομάρα κυττάει και τους φωνάζει· «Σας γνωρίζω· τι θέλτε; Είστε δικά μου.

«Του καθενός το πρόσωπο μου μοιάζει· »Αλλά πέστε τι θέλτε έτσι κοντά μου; »Συχωράτε, και πάψτε. — Αμέτε πέρα. »Δεν είναι ακόμα Παρουσία Δευτέρα.»

«Ω κολασμένα, αφήτε μου τα χέρια.» Χείλη με χείλη τότε εκολληθήκαν· Όσα εδώσαν φιλιά, τόσα μαχαίρια 'Σ του δυστυχή τα φυλλοκάρδια εμπήκαν. Αφού 'ς τον κόσμο ελάμψανε τ' αστέρια, Τέτοιου τρόμου φιλιά δεν εδοθήκαν Φτυούνε τα χείλη σαν από φαρμάκι· Μέσα του επήε το νεκρικό βαμπάκι.

Στέκει σα μάρμαρο ως που ξημερώνει. Κ' είναι φευγάτοι οι πεθαμένοι νέοι. Την τρομασμένη κεφαλή ψηλώνει, Και βαριά νεκρολίβανα αναπνέει. Τέλος πάντων τα μάτια άγρια καρφώνει 'Σ ταις δάφναις, και πολληώρα έπειτα λέει, «Σύρε, σημείο χαράς,» και φουχτωμένο Με τα δυο, το χτυπάει 'ς το Σταυρωμένο.

«Κόλαση; την πιστεύω· είναι τη· αυξάνει, »Κι' όλη φλογοβολάει 'ς τα σωθικά μου. »Απόψε Κάποιος, που ό,τι θέλει κάνει, »Μώστειλε από το μνήμα τα παιδιά μου. »Χωρίς να τη γνωρίζω εχθές μου βάνει »Τη θυγατέρα αισχρά 'ς την αγκαλιά μου. »Δε λείπει τώρα πάρεξ να χαλάση »Τον Εαυτό του, γιατί μ' έχει πλάση.»

Σηκώνεται και παίρνει την πεδιάδα, Σχίζει κάμπους και δάση, όρη, λαγκάδια· 'Σ τα μάτια του είναι μαύρη η πρασινάδα, Τα νερά και τα δέντρα είναι μαυράδια· Χύνεται με μεγάλη ογληγοράδα, Και γύρου ας είναι, ό,τι θωρεί, σκοτάδια. Κι' ακόμη λέει πως κυνηγειέται, ακόμα Τα βαμπάκια του χάρου ακούει 'ς το στόμα.

Έτσι ο φονιάς που κρίματα έχει πλήθια, Εάν φθάση να του κλείση ύπνος το μάτι, Βγαίνουν μαζί και του πατούν τα στήθια Οι κρυφά σκοτωμένοι, αίμα γιομάτοι. Μεγαλόφωνα κράζοντας βοήθεια Γυμνός πετιέται οχ το ζεστό κρεβάτι, Κ' έχει τόση μαυρίλα ο λογισμός του, Που με μάτια ανοιχτά τους βλέπει ομπρός του [91].

1834

Η ΤΡΕΛΛΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ 26

Ο παπάς για το γάμο όλα ετοιμάζει, Κ' είναι αναμμένα τα κεριά του γάμου· Ο Λάμπρος τρομασμένος τήνε κράζει· «Σήκω, δυστυχισμένη, έλα κοντά μου.» Εις τη φωνή του Λάμπρου ανατριχιάζει, Και παρευθύς σηκώνεται από χάμου, Και τραγουδάει, και τραγουδώντας κλαίει· Και αυτός, «Μην κλαις, μην τραγουδάς,» της λέει.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΛΑΜΠΡΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ 27

Και εξεψύχησε ο Λάμπρος με το στόμα ολάνοιχτο, όχι εις την ανάπαψη του Κυρίου. Αλλά ποίος θα του κλείση τα μάτια; Πού είναι η Μαρία, η δύστυχη Μαρία; Αυτή λείπει από τα χαράματα. Επεριπλανάτο εις τον κάμπο μονάχη χαμογελώντας, και οι αχτίνες του ηλίου, οπού ανατέλλοντας εκαλούσε τους θνητούς να χαρούν τη ζωή, αναγάλλιαζαν μέσα εις όλα τα ησυχώτατα νερά της ερημίας· ολόστρωτη ακίνητη ήταν η μέση της λίμνης ωσάν γαλάζια κόρη οφθαλμού, που μένει ατάραχη, όταν του μέλλοντος μέριμνα δεν έρχεται να την πειράξη. Αλλά εις την άκρη της λίμνης εδώ και εκεί σκόρπια τα δέντρα, που την ετριγύριζαν, εξαναφαίνονταν εις το μάτι απαράλλαχτα όπως είναι. Η μαύρη Μαρία επλησίασε αυτού, αφού εγύρισε όλα εκείνα τα μέρη, και βλέποντας τα αντικείμενα εκεί μέσα να αντανακλώνται, εις το τυφλωμένο λογικό της εφαντάσθηκε ότι εκείνος ήταν άλλος κόσμος· εκοντοστάθηκε, και υψώνοντας τα μακρυά της χέρια, και δείχνοντας εις την όψη της το χαμόγελο της τρέλλας, εμουρμούρισε εις τα χείλη της· «Εκείνος βέβαια θε να είναι κόσμος καλύτερος από τούτον, κ' εγώ θα ετοιμασθώ να πάω εκεί. Θα ιδώ, τάχα, θα ιδώ αν κ' εκεί πέρα δεν θα ευρεθή ούτ' ένα χέρι ελεημονητικό να απλωθή προς εμένα. Γιατί εις τη γη τούτη έχω τόσους καιρούς οπού διαβαίνω ξιππασμένη ανάμεσα εις τόσα προσώπατα ξένα, ως να είχα πρωτοφανή τώρα ομπροστά τους. Θα πάω εκεί πέρα· ας στολισθώ λοιπόν όσο μπορέσω καλύτερα, μη με καταφρονέσουν οι νέοι ξένοι εκεί κάτω.»

Έτσι λέγοντας άπλωσε τα λιγνά δάχτυλα εις κάτι αγριόχορτα, οπού εφύτρωναν εις την ερημία, έπλεξε με αυτά ένα στεφάνι εις την τρισάθλια κεφαλή της, έβαλε εις το λαιμό της την πολυστέναχτη πλεξίδα,

Και εις το κύμα, που βλέπει ως τον καθρέφτη, Ξανακυττάει, χαμογελάει, και πέφτει.

28

Και βλέπει μέσα 'ς τα νερά καθάρια Άλλος λάμπει ουρανός, άλλα κλωνάρια.

29

«Σκύφτω εδώ μέσα, και ξανοίγω ομπρός μου »Αναπάντεχα μέρη αλλουνού κόσμου.»

30

Η Μαρία, ενώ πηγαίνει να καταποντισθή, κυττάζει κατά γης και βλέποντας τον ήσκιο της λέει· Εσύ λοιπόν θέλεις να με ακολουθήσης; σου εβάρυνε λοιπόν η ζωή εις τούτο τον κόσμο. Ποία είσαι συ; Δε θυμούμαι να σ' έχω ιδή ποτέ μου· και είναι πολύ παράξενο να με ακολουθάς τώρα οπού είμαι τόσο δυστυχισμένη· φαίνεσαι ωσάν μία τρελλή αυτού κατά γης· φυλάξου από τους άντρες, από τα ευωδισμένα λούλουδα οπού αυτοί βαστούν εις τον κόρφο τους για να μαγεύουν, από τα ψιθυρίσματά τους, από ταις κρυφαίς ματιαίς . . . . .

31

Έμελλε να τελειώση το ποίημα με την ακόλουθη παρομοίωση εις την οποίαν επαρασταίνετο η τύχη του Λάμπρου, της γυναικός του, και των τέκνων τους.

Ήταν αδύνατο δέντρο εις ένα δάσος, κι' άπλωσε τα κλωνάρια του εις άλλο δέντρο· τέσσερα βλαστάρια εβγήκαν από τον κορμό του· επέρασε το αστροπελέκι και δεν άφησε άλλο ειμή τα χώμα, οπού είχαν ριζώση.

Και δεν έμεινε μήτε ένα κλωνάρι, Φιλέρημο πουλάκι να καθήση, Το βράδυ, την αυγή, να κηλαϊδήση.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΔΙΑΦΟΡΑ

32

'Σ την κορυφή της θάλασσας πατώντας Στέκει, και δε συγχίζει τα νερά της, Που 'ς τα βάθη τους μέσα ολόστρωτα όντας Δεν έδειχναν το θείον ανάστημά της. Δίχως αύρα να πνέη, φεγγοβολώντας Η αναλαμπή του φεγγαριού κοντά της Συχνότρεμε, σα να χε επιθυμήση Τα ποδάρια τα θεία να της φιλήση.

33

Κείθενε με το μάτι όποιος γυρεύει Για να ιδή τη θωριά μιακρυσμένη, Της Αφρικής τη θάλασσα αγναντεύει Πάντα αφράτη και πάντα αγριωμένη.

34

Θανάτου ετιά, που τα κλωνάρια γέρνεις 'Σ την κατοικιά την ύστερη τ' ανθρώπου.

35

Εάν την άκρην του ο ζέφυρος δε γγίζει, Στέλνει ακίνητον ήσκιο οπού μαυρίζει.

36

Εις την άρπα γλυκά γέρνει το στήθος.

37

Και φωνάζει· «Ω Παρθένα, ω Ψυχοσώστρα!»

ΠΟΘΟΣ [92]

Αχ! νάσουνα μαζί μου, Αγάπη μου Μερτούλα, Σε τούτη τη βαρκούλα Με τάσπρο το πανί.

Αχ! νάσουνα μαζί μου! Με σε να φύγω από δω, Που η νιότη μου σα ρόδο Για σε θα μαραθή.

Μονάχα τότε οι δυο μας, Μέσ' 'ς του πελάου τ'ς αγκάλαις, Χωρίς μαρτύριαις άλλαις, Πάρεξ τον ουρανό.

Ελεύθερο ένα δάκρυ Με σένα ήθελε χύσω, Στο πέλαο ήθελ' αφήσω, Με σε ένα στεναγμό.

Και τα κακά του ψεύτη Θυμούμενοι του κόσμου, Ταις δυστυχιαίς μας, φως μου, Και κάθε συφορά,

Αποσταμένοι ναύταις, Μακρυά ν' αναπαυθούμε, 'Στου πέλαγου να βρούμε Την έρμη αγκαλιά

ΩΔΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΕΛΗΝΗ

Γλυκύτατη φωνή βγάν' η κιθάρα, Και σε τούτη την άφραστη αρμονία Της καρδιάς μου αποκρίνεται η λαχτάρα·

Γλυκέ φίλε, είσαι συ, που με τη θεία Έκσταση του Οσσιάνου, εις τ' ακρογιάλι Της νυχτός εμψυχοίς την ησυχία. [93]

Κάθισε για να πούμε ύμνον 'ς τα κάλλη Της Σελήνης· αυτήν εσυνηθούσε Ο τυφλός ποιητής συχνά να ψάλλη.

Μου φαίνεται τον βλέπω, που ακουμβούσε 'Σε μίαν ετιά, και το φεγγάρι ωστόσο 'Σ τα γένεια τα ιερά λαμποκοπούσε

Απ' το Σκοπό, νάτο, προβαίνει· ω πόσο Συ την νύχτα τερπνά παρηγορίζεις! Ύμνο παθητικό θε να σου υψώσω.

Παθητικό σα εσένα, όταν λαμπίζης Στρογγυλό, μεσουράνιο, και το φως σου Σε ταφόπετρα ολόασπρη αποκοιμίζης.

Η ΣΚΙΑ ΤΟΥ ΟΜΗΡΟΥ [94]

Έλαμπε αχνά το φεγγαράκι, ειρήνη Όλην, όλη την φύση ακινητούσε, Και μέσα από την έρημη την κλίνη Τ' αηδόνι τα παράπονα αρχινούσε· Τριγύρω γύρω η νυχτική γαλήνη Την γλυκύτατη κλάψα ηχολογούσε· Απάντεχα βαθύς ύπνος με πιάνει. Κι' ομπροστά μου ένας γέροντας μου εφάνη.

Στο ακρογιάλι αναπαύοτουν ο γέρος· 'Σ τα παλαιά τα ρούχα τα σχισμένα Γλυκά γλυκά το φύσημα του αέρος Τ' αριά μαλλιά του εσκόρπαε τ' ασπρισμένα [95], Κι' αυτός εις το πολύαστρον του αιθέρος Τα μάτια εστριφογύριζε σβυσμένα· Αγάλι γάλι εσηκώθη από χάμου, Και ωσάν να χε το φως του ήλθε κοντά μου. [96]

Notes in this chapter

Note 1 · Oeuvres Poétiques de Α. Cheunier. Edit. Moland. Paris 1883.↩Note 2 · Βλέπε την έκδοση του Chenier που ανάφερα.↩Note 3 · Ο ίδιος ο Πολυλάς την αυτήν, απάνω κάτω, ιδέα μου παράστησεν άλλοτε.↩Note 4 · Μου χρησίμευσαν, από ταρχαιότερα τυπωμένα βιβλία των στίχων του Σολωμού, τα εξής: — Ποιήματα Σολωμού και Ωδή εις τον θάνατον του· εν ΑθήναιςNote 5 · Α. Σ. Ζ. 1880.↩Note 6 · Α. Σ. Ζ. 1880.↩Note 7 · Α. Σ. Ζ. 1880. Ύστερ' από το στίχο «Πώς δεν έχει τα φτερά;» ακολουθούν τα εξής έξι τετράστιχα: Ότι είπα αυτά τα λόγια, Μου εφανήκανε ομπρός Note 8 · Στην πρώτη έκδοση των Απάντων του Σολωμού (Σ. Ε. Κ. 1859) ακολουθούν τελειώνοντας το ποίημα οι εξής δυο στροφές: Δεν κλαίγω τη βαρκούλα, ΔενNote 9 · Σ. Π. Σ. 1857.↩Note 10 · Άσπρα λουλούδια, κίτρινα, του κάνανε στολίδια, Λουλούδι' άσπρα και κίτρινα που τάχε μάση η ίδια↩Note 11 · Με το κουδούνι στο λαιμό τα γρέμπανα επερπάτει Ντιν ντιν ντιν ντιν, κουδούνιζε 'ςτο νεκρικό κρεβάτι· Έσκουζε κ' έκραζε σφιχτά . . . Έτσι τηνNote 12 · Αλίμονο! πόσαις φοραίς εκάτσαμε 'στη βρύση, Λέγοντας ποιος από τ' εμάς περσότερο θα ζήση, Βούυζ' εδώθε η καλαμιά, κείθε το κυπαρίσσι.↩Note 13 · «Τούτο είναι αληθινόν· μου το είπε χαμογελώντας, όμως ήτο στοχαστική». (Σ. Π. Σ, 1857).↩Note 14 · Πρώτη φορά τυπώθηκε 'ς την «Εστία» (1886, τ. ΚΑ', σ. 416)↩Note 15 · Και αυτή δεν εσωζότουν.↩Note 16 · Σου κοινωνεί τη χάρη του, Και σε παρηγορά.↩Note 17 · Γλυκά κοιμήσου, λείψανο, Και θέλει λάβης πάλι Τον αρραβώνα που ο Χριστός Σου πήρε αγάλι γάλι, Την ώρα οπού το δάχτυλο Απόμεινε νεκρό.↩Note 18 · Και τρίζουνε της Κρίσεως Την ώρα αναζητώντας.↩Note 19 · Πηδάει, κινάει χαρούμενη.↩Note 20 · Στροφ. 25. Και 'ς το πέλαο μια ματία Ρίχνει που σπιθοβολά, Και τα νύχια τα μακρύα Σφίγγει απλώνει αρπαχτικά. Έτσι ο ποιητής είχε πρωτογράψη Note 21 · Στρ. 6. «Φανερώνονται εις τη φύση κάποια υψηλά πνεύματα τα οποία ο Άπλαστος ηθέλησε να εντύση με θαυμάσιο φως, Και, τόσο ένδοξα κινούνε Εις Note 22 · Στρ. 23. Που είν' σημείο της κεφαλής του, Σημείον έλεου σωτηριάς, Που δεν τό χανε οι γονείς του, Και το λάβανε από μας Εις ταις έρμαις τους Note 23 · Στρ. 26. Και η ρομφαία σου πυρωμένη Απ' την Άπλαστη Φωνή Εις τα εμπόδια ξεθυμαίνει Το θυμό τόσο βαρύ, Και αχαλίνωτη παγαίνει Προς τα εμπόδιαNote 24 · Στρ. 55. Κ' εκεί απάνου έλαβαν πλήθια Αγκαλιάσματα, φιλιά.↩Note 25 · Στρ. 86. Εβασίλευεν η βία, Η αρπαγή και ο σκοτωμός. Και η τούρκικη τυραννία έφθασε εις το άκρον· τότε οι ερμιαίς και τα βουνά έγειναν προσκυNote 26 · Στρ. 139. Αρχινά και ξεσκεπάζεται Άλλος κόσμος φανερός, Και κάθε άλλο σκοταδιάζεται Και του κρύβεται απ' εμπρός. Όθε της αιωνιότης Του ηχολόNote 27 · Στρ. 143. Με την τρέμουσα αγκαλιά.↩Note 28 · Στρ. 149. 'Σ την ταφή του χύνει η έρμη Βρυσομάννα το νερό, Που του δρόσισε τη θέρμη, Εις το ψυχομαχητό. Εις την πέτρα του τρεχάτο, Και καθάρNote 29 · Στρ. 158. Γιατί ξάφνου 'σε λιγάκι Το φαγεί και το πιοτό Δε τους έγινε φαρμάκι, Να τους φάη το σωθικό;↩Note 30 · Στρ. 162. 163. Κάθε αδέξιο παλληκάρι, Που εις της μάχης τη σφαγή Είχε πέση ωσάν λιοντάρι, Που αποθαίνοντας ξεσκλεί· Κάθε γέρος, κάθε κόρη, ΚNote 31 · Racine Bajazet↩Note 32 · Και 'ς το χέρι στεφάνι κρατεί↩Note 33 · Εγώ μαι πέτρα του γιαλού, μαύρ' είμαι πέτρα κ' έρμη Κι' αν για λίγη ώρα μοναχά, πλούτον δικό σου δίνω.↩Note 34 · Εις το χειρόγραφο του ίδιου ποιήματος ευρέθηκαν σημειωμένοι και οι εξής δύο στίχοι: . . . . . Δένει σταυρό 'ς το στήθος Που γροικά μέσα τη χNote 35 · Του «Λάμπρου» τ' αποσπάσματα δημοσιεύοντ' εδώ καθώς επρωτοφάνηκαν 'ς την έκδοση της Κερκύρας (Σ. Ε. Κ. 1859), τακτοποιημένα μέσ' από τα χειρNote 36 · Κ' έπειτ' απ' τα κρυφά λόγια που κάμνουν, Παίρνουν κουπί τσακισμένο και λάμνουν.↩Note 37 · Με το μπαμπάκι του Χάρου 'ς το στόμα Να σου και η κορασιά και με σιμώνει·↩Note 38 · Κ' ενώ φουσκώνει αισθάνομαι τη βρώμα Του λιβανιού που την καρδιά πλακώνει, Και το χέρι που τρέμει ωσάν καλάμι Μου δείχνει το σταυρό 'ς την αNote 39 · Να σηκώσω κεφάλι από το κύμα.↩Note 40 · 'Σ του αιθέρος την έρημη γαλάζιαν αγκάλη Τη λάμψη του Έσπερου θωρώ να προβάλη, Και βγαίνει η δροσόβολη πνοή του βραδιού· Κ' εκεί μέσ' 'ς το Note 41 · Κ' έμεινε η μάννα τους Σ τη συφορά.↩Note 42 · Ελεεινά.↩Note 43 · «Κατόπι αυτής της στροφής ευρίσκεται σβυμένη η εξής· Σιωπή τα σήμαντρα Οπού τα κλάψαν, Σιωπή τα σύνεργα Οπού τα θάψαν, Σιωπή τα ψάλματα Τα λNote 44 · Νά μπη, αλλά μάταια, — Πισθοδρομίζει, Και παίρνει απ' έξωθε, Και τριγυρίζει Το περιτείχισμα Πασπατευτά.↩Note 45 · Και αυτή από λύπησι Τετυφλωμένη↩Note 46 · Βραχνό το ψάλσιμο Του καλογήρου, Αχνά τα εντάφια Κεριά τριγύρου.↩Note 47 · Θαμπογυρίζει εδώ κ' εκεί το βλέμμα, Και την όψη θωρώ σαν δίχως αίμα.↩Note 48 · Μίλειε, Λάμπρε, και πες μου ό,τι κι αν ήναι.↩Note 49 · Α! του Θεού μ' επλάκωσε η κατάρα.↩Note 50 · Τόσο λεπτό.↩Note 51 · Στέκει 'ς το παραθύρι ως για να πάρη↩Note 52 · Και τάστρα τουρανού εις τη γαλήνη Το πέλαο καθαρόστρωτο αναδίνει.↩Note 53 · «Η Ιόνιος Ανθολογία (1834) και κατόπι της όσοι εξανατύπωσαν τούτο το κομμάτι, έχουν Και κατ' ΑΥΤΩΝ τη σπίθα της τινάζει. Είναι όμως βέβαιον Note 54 · «Θέτω εδώ, όχι ως άλλη γραφή, αλλά δυσκολευόμενος πού αλλού να ταις θέσω αρμοδιώτερα, ταις εξής στροφαίς, αι οποίαις ίσως δεν εγράφθηκαν ειμNote 55 · «Εις το χειρόγραφο του Λάμπρου ευρίσκεται n εξής στροφή. Κ' ενώ το στόμα ανοιγοκλεί Πoυ μου έσταξε φαρμάκι, 'Σ τα χείλη του αναδεύεται Tο νεNote 56 · «Τούτης της στροφής η εικόνα ευρίσκεται διαφορετικά παραστημένη εις τους εξής στίχους. Γιατί ενώ περπατεί και παραδέρνει Όπου δεν είν' παρά Note 57 · Α. Σ. Ζ. 1880.↩Note 58 · Εμψυχώνεις τερπνά την ησυχία↩Note 59 · «Σκοπός του ποιήματος ήταν να παραστήση τη σκιά του Ομήρου οπού επρόσταζε τον ποιητή να γράφη τη δημοτική γλώσσα.» (Σ. Ε. Κ. 1859).↩Note 60 · Εκινούσε το φύσημα του αέρος Τ' αριά τα μαλλιά του όλ' ασπρισμένα.↩Note 61 · Εδώ ίσως είναι κατάλληλος τόπος για να βαλθή το ακόλουθο κομμάτι, από τα πρώτα του ποιητή: Κάθε ρείθρο ερωτεμένο, Κάθε αύρα καθαρή, Κάθε δέν
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings