Note 63 — Front matter (continued 2)
Reading edition
Στρ. 149. 'Σ την ταφή του χύνει η έρμη Βρυσομάννα το νερό, Που του δρόσισε τη θέρμη, Εις το ψυχομαχητό. Εις την πέτρα του τρεχάτο, Και καθάριο το νερό, Που το αισθάνθηκε δροσάτο, Εις το ψυχομαχητό. Χύν' η βρύση τα νερά της Εις την πλάκα, που κρατεί, Κ' είχε στείλη τη δροσιά της, Εις την ύστερη στιγμή. Χύν' η βρύση με την πάχνη Το καθάριο της νερό, Που του δρόσισε τα σπλάχνη, Εις το ψυχομαχητό. Στην ταφή του δροσισμένο Μουρμουρίζει το νερό, Μέσ' 'ς το στήθος το καημένο Οχ το ψυχομαχητό. Γέρνει ετιά μυρολοΐστρα Εις την πλάκα που τον κλει· Ούτε σάλπιγγες και σείστρα Αν λαλήσουνε αγροικεί.↩