← Table of contents
Διονυσίου Σολωμού - Άπαντα τα Ευρισκόμενα

Front matter (continued 4)

Reading edition

Το ιατροσυμβούλιο.

(1) Η Νοβένα) Ένα ποίημά του.

(2) Παίζει με το όνομα Tagliapietra = πετροκόπος. Ταγιαπιέρρας του κακού = πελεκητής της αρρώστιας.

(3) Ο Ταγιαπιέρρας είχεν αναθραφή εις τη Γαλλία, και εσυνειθούσε να ομιλή γαλλικά.

(4) Ο ιατρός Καντιότος έλεγε εις όλα· Va benissimo = πολύ καλά.

(5) Ρήγας Φαρμακοπώλης.

E

ΔΙΑΛΟΓΟΣ

A voce più ch' al ver drizzan li volti; E cosi ferman loro opinione, Prima ch' arte ο ragion per lor s' ascolti. Dante Purg. C. XXVI.

ΠΟΙΗΤΗΣ — ΦΙΛΟΣ — ΣΟΦΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ

ΦΙΛ.

Έπειτα από τόσαις ομιλίαις, εξέχασες κυττάζοντας κατά το Μοριά.

ΠΟΙΗΤ.

Αλλά πρέπει να εξέχασες και συ, γιατί δε μου ωμιλούσες παντελώς· είναι πιθανό να εστοχαζόμασθε τα ίδια πράγματα και οι δύο· ημπορεί να επέρασαν τρεις ώραις αφού ο ήλιος εμεσουράνησε, θέλουν ακόμη τέσσερες για να θολώσουν τα νερά, και αν θέλης, ημπορούμε να καθίσουμε εις τούτη την πέτρα, και να ξαναρχινήσουμε.

ΦΙΛ.

Ας καθίσουμε· γλυκειά η μυρωδία του πελάγου, γλυκός ο αέρας, και ο ουρανός ασυγνέφιαστος.

ΠΟΙΗΤ.

Το πέλαγο είναι όλο στρωτό, και ο αέρας λεπτότατος, και όποιος ήθελε να κινήση για το Μοριά, δεν ημπορούσε να κάμη ταξίδι χωρίς να δουλέψουν ακατάπαυτα τα κουπιά.

ΦΙΛ.

Τι σου αρέσει περσότερο η ησυχία της θάλασσας, ή η ταραχή;

ΠΟΙΗΤ.

Να σου πω την αλήθεια, μου άρεσε πάντα η γαλήνη, οπού απλώνεται καθαρώτατη· την εθεωρούσα σαν την εικόνα του ανθρώπου, οπού απομακρένει από ταις ανησυχίαις του κόσμου, και με ειλικρίνεια φανερώνει όσα έχει μέσα του. Αλλ' αφού επέρασαν τα καράβια μας για να πάνε 'ς το Μεσολόγγι, μ' αρέσει περσότερο η ταραχή· εφαίνονταν δύο δύο, τρία τρία και εξάνοιγες λευκά τα κατάρτια από τα φουσκωμένα πανιά, λευκά από τους διασκορπισμένους αφρούς τα κύματα, τα οποία με μία βουή, οπού λες και ήταν χαράς, αναγάλλιαζαν εις το πέλαγο του Ιονίου, και εσυντρίβονταν εις το γιαλό της Ζακύνθου.

ΦΙΛ.

Το θυμούμαι καλά· και τόσος ήταν ο κρότος, και τόση η ανακάτωση του πελάγου, οπού σε επαραμέρισα, για ν' αποφύγουμε το ράντισμα, οπού αποπάνου μας σταλοβολούσε η θάλασσα.

ΠΟΙΗΤ.

Φαίνεται ότι εκεί πέρα οι δικοί μας δεν έχουν τόση δυσκολία να βρέχωνται με το αίμα τους, όσην έχουμε εμείς να νοτισθούμε από ολίγαις σταλαγματιαίς θαλασσιναίς.

ΦΙΛ.

Ετοιμάζεσαι πάλι να ξανακυττάξης κατά το Μοριά, και να ξανασωπάσης . . . αγκαλά εγώ έχω τον τρόπο να σε κάμω να ομιλής όποτε θέλω.

ΠΟΙΗΤ.

Εκατάλαβα θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο 'ς το νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατή τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήση ογλήγορα τα σοφολογιωτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμέναις και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιώτατος κρώζη, ή κανένας Τούρκος βαυίζη· γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο.

ΦΙΛ.

Βέβαια είναι εχθροί μας και οι δύο· με κάνεις να θυμηθώ τα λόγια του Λοκ. Η γλώσσα είναι ένα μεγάλο ποτάμι, εις το οποίον έχουν ανταπόκριση τα όσα γνωρίζει ο άνθρωπος, και όποιος δεν την μεταχειρίζεται καθώς πρέπει, κάνει ό,τι του βολέση, για να κόψη ή να εμποδίση τους δρόμους, με το μέσον των οποίων τρέχει η πολυμάθεια. Όποιος κάνει λοιπόν αυτό με απόφαση θεληματική, πρέπει οι άλλοι να τον στοχάζωνται εχθρόν της αλήθειας και της πολυμάθειας.

ΠΟΙΗΤ.

Τι λες; ως πότε θα πηγαίνη ομπρός αυτή η υπόθεση; ένας λαός από το ένα μέρος να ομιλή 'ς έναν τρόπο, ολίγοι άνθρωποι από το άλλο να ελπίζουν να κάμουν τον λαόν να ομιλή μίαν γλώσσαν δικήν τους!

ΦΙΛ.

Για κάποιον καιρό η υπόθεση θέλει ακολουθήση· η αλήθεια είναι καλή Θεά, αλλά τα πάθη του ανθρώπου συχνότατα την νομίζουν εχθρήν. Κάποιοι γνωρίζουν την αλήθεια, αλλ' επειδή γράφοντας εις εκείνον τον τρόπον τον σκοτεινόν απόχτησαν κάποια φήμη σοφίας, τον ακολουθούν, και ας είναι και σφαλερός.

ΠΟΙΗΤ.

Λοιπόν είναι αξιοπαρόμοιαστοι με τους ανθρώπους, οι οποίοι για να ζήσουν πουλούν φαρμάκι.

ΦΙΛ.

Περιγράφει το εργαστήρι ενός απ' αυτούς ο Σέϊκσπηρ εξαίρετα, και θέλω να σου ξαναθυμήσω τα λόγια του, γιατί, τη αληθεία, μου ξαναθυμούν τον τρόπον, εις τον οποίον είναι γραμμένα τα βιβλία των Σοφολογιώτατων. — Εκρέμονταν από το πατερό του φτωχότατου εργαστηριού μία ξεροχελώνα, ένας κροκόδειλος αχερωμένος, και άλλα δερμάτια άσχημων ψαριών· ήταν τριγύρου πολλά συρτάρια αδειανά με επιγραφαίς, αγγειά από χοντρόπηλο πράσινο, ήταν φούσκαις, ήταν βρωμόχορτα παλιωμένα, κακομοιριασμένα δεμάτια βούρλα, παλιά κομμάτια από διαφόρων λογιών ιατρικά, αριά σπαρμένα εδώ κ' εκεί, για να προσκαλέσουν τον αγοραστή.

ΠΟΙΗΤ.

Βλέπω από μακριά έναν Σοφολογιώτατον· επιθυμώ για την ησυχία μου και για τη δική σου, και για τη δική του, να μην έλθη κοντά μας.

ΦΙΛ.

Το επιθυμώ πολύ· εσύ θυμώνεις παρά πολύ.

ΠΟΙΗΤ.

Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγματα, οπού είπαν τόσαις φοραίς τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι Γάλλοι έλαβαν φιλονεικία για τη γλώσσα, και ετέλειωσε εις την εποχή του Δαλαμβέρτ την έλαβαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε το παράδειγμα της αλήθειας· την έλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε φθάση για τότε να τους καταπείση. Ησύχασαν τέλος πάντων, γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους, τα σοφά έθνη, και αντί εκείναις οι ελεειναίς ανησυχίαις να μας είναι παράδειγμα για να ταις αποφύγουμε, επέσαμε εις χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οι Σοφολογιότατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία γλώσσα, οπού ήταν μία φορά ζωντανή εις τα χείλη των ανθρώπων· κακό πράγμα βέβαια, και αν ήταν αληθινά δυνατόν γιατί δυσκολεύει την εξάπλωση της σοφίας· αλλ' οι δικοί μας θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η οποία μήτε ομιλειέται, μήτε άλλαις φοραίς ωμιλήθηκε, μήτε θέλει ποτέ ομιληθή.

ΦΙΛ.

Ο Σοφολογιώτατος έρχεται κατά μας.

ΠΟΙΗΤ.

Καλώς τα δέχθηκε με την υπομονή σου! εγώ δεν θέλω λόγια μ' αυτόν. Κύττα πώς τρέχει! Το πηγούνι του σηκώνει την άκρη, ωσάν να ήθελε να ενωθή με τη μύτη. Ω να εγένονταν η ένωση, και τόσο σφιχτή, που να μην μπορή πλέον ν' ανοίξη το στόμα του, για να φωτίση το γένος!

ΣΟΦ.

Έφαγα τον κόσμο, φίλτατε, για να σ' εύρω· έτρεχα, όπως είναι το χρέος ενός καλού πατριώτη να τρέχη, όταν είναι εις κίνδυνον η δόξα του γένους· ένα βιβλίο θέλει τυπωθή γλήγορα, γραμμένο εις τη γλώσσα του λαού της Ελλάδας, οπού λέγει κακό για μας τους σοφούς, και μου κακοφαίνεται.

ΦΙΛ.

Γιατί σου κακοφαίνεται;

ΣΟΦ.

Γιατί πολλά μυαλά είναι σωστά, και πολλά όχι· και όσα δεν είναι σωστά, ημπορεί να απατηθούν. Είναι τόσοι χρόνοι οπού σπουδάζω για το κοινόν όφελος της πατρίδας μου, και δεν επιθυμούσα να έβγουν άλλοι να μου τυφλώσουν τους ανθρώπους. Ήλθα 'ς εσέ, οπού είσαι σοφός και συ, για να ενωθούμε με όσους συλλογίζονται καλά, και να καταπλακώσουμεν αυτόν τον βάρβαρον συγγραφέα.

ΦΙΛ.

Και ποίος είναι ο συγγραφέας;

ΣΟΦ.

Δεν μου είπαν τ' όνομά του· μου είπαν, πως είναι ένας νέος ο οποίος για την κοινή γλώσσα βαστάει πάντα το σπαθί 'ς το χέρι, και από τη μάνητα τη μεγάλη, ημπορούμε να πούμε πως εκαταστήθηκε άλλος Αίας μαστιγοφόρος.

ΠΟΙΗΤ.

Λοιπόν πάρε τα μέτρα σου, μη λάχη και 'ς τον θυμό του σκοτώση πρόβατα και αυτός, και εντροπιασθή.

ΣΟΦ.

Ας εντροπιασθή· γι' αυτόν δεν με μέλει· για το κοινόν όφελος.

ΠΟΙΗΤ.

Και τι όφελος;

ΣΟΦ.

Η γλώσσα σου φαίνεται λίγη ωφέλεια; με την γλώσσα θα διδάξης το κάθε πράγμα· λοιπόν πρέπει να διδάξης πρώτα ταις ορθαίς λέξαις.

ΠΟΙΗΤ.

Σοφολογιώτατε, ταις λέξαις ο συγγραφέας δεν ταις διδάσκει, μάλιστα ταις μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το ξέρουν και τα παιδιά.

ΣΟΦ. (Με μεγάλη φωνή)

Γνωρίζεις τα Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από μικρός;

ΠΟΙΗΤ. (Με μεγαλύτερη)

Γνωρίζεις τους Έλληνας, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους εσπούδαξες από μικρός;

ΦΙΛ.

Αδέλφια, μην αρχινάτε να φωνάζετε, γιατί βρισκόμασθε εις το δρόμο, και η αληθινή σοφία λέει το δίκαιόν της με μεγαλοπρέπεια, και χωρίς θυμούς.

ΣΟΦ. (Χαμηλώνοντας τη φωνή και προσπαθώντας να φανή μεγαλόπρεπος)

Αλήθεια, φίλε έτσι έκανε και ο Σωκράτης.

ΠΟΙΗΤ.

Απαράλλαχτα! Θυμήσου το όνομα, γιατί ημπορεί να χρειασθή. Ωστόσο σου ξαναλέγω ότι ο διδάσκαλος των λέξεων είναι ο λαός.

ΣΟΦ.

Τούτο μου φαίνεται πολύ παράξενο· ένας από τους σοφώτερους του έθνους μας έγραψε ότι, για να γράφουμε με τα λόγια του λαού, πρέπει και με τους στοχασμούς του λαού να συλλογιζώμασθε.

ΠΟΙΗΤ.

Αυτά είναι τέκνα στραβόκορμα ενός πατέρα ευμορφότατου. Ο Κονδιλλιάκ είχε πη πως η λέξη είναι το σημείο της ιδέας· δεν εφαντάσθηκε όμως ποτέ πως όσοι έχουν ταις ίδιαις λέξαις έχουν τους ίδιους στοχασμούς. Τα νομίσματα εις τον τόπον, εις τον οποίον ζης, έχουν την ίδια τιμή· μ' όλον τούτο εις τα χέρια μου δεν αξίζουν, γιατί δεν ηξέρω να τα ξοδιάζω, εις τα χέρια σου αξίζουν ολίγο περισσότερο, γιατί ηξέρεις και τα οικονομείς, και εις τα χέρια ενός τρίτου εις ολίγον καιρό πληθαίνουν. Αν ήταν αυτό αληθινό, όλοι οι άνθρωποι ενός τόπου έπρεπε να έχουν τους ίδιους στοχασμούς· διαφέρουν όμως εις αυτούς, όπως διαφέρουν εις ταις φυσιογνωμίαις· και αν κατά δυστυχίαν του γένους κανένας Σοφολογιώτατος ετρελλαινότουν, είναι πιθανό να εξεθύμαινε την τρέλλα του με τα ίδια λόγια, οπού ήταν συνειθισμένος να λαλή· και για τούτο είναι σωστό πράγμα να πω, ότι συλλογίζεται ωσάν κ' εσένα;

ΣΟΦ.

'Σ τούτο το στερνό, φρόνιμα ωμίλησες· ταις λέξαις όμως του λαού να μεταχειριζόμασθε είναι άγνωστο πράγμα.

ΠΟΙΗΤ.

Το ενάντιο είναι άγνωστο. Εις τι περίστασαις βρισκόμασθε, εις τι περίστασαις βρίσκεται η γλώσσα μας; Εβγήκε ακόμα κανένας μεγάλος συγγραφέας να μας είναι παράδειγμα, ο οποίος να ευγένισε αληθινά τα λόγια της, ζωγραφίζοντας με αυτά εικόνες και πάθη;

ΣΟΦ

. . . . . . σαν τον Όμηρο, όχι βέβαια.

ΠΟΙΗΤ.

Πολύ ψηλά επήδησες, φίλε. Πες μου λοιπόν πώς πρέπει να πορευθούμε;

ΣΟΦ.

Πρέπει να τρέξουμε εις ταις μορφαίς των ελληνικών λέξεων, και να πάρουμε όσαις ημπορούμε, και κάποιαις από ταις δικαίς μας, οπού δεν είχαν οι Παλαιοί, να ταις σύρουμε 'ς την παλαιά μορφή.

ΠΟΙΗΤ.

Γιατί;

ΣΟΦ. Γιατί αυταίς οι λέξαις είναι ευγενικώτεραις.

ΠΟΙΗΤ.

Πες την αλήθεια, είναι άβλαβη η συνείδησή σου, ενώ μου λες τέτοια;

ΣΟΦ.

Άβλαβη, μα την αγάπη του Ελικώνος!

ΠΟΙΗΤ.

Φριχτότατος όρκος! και βεβαιώσου πως μου ταράζει τα σωθικά. Εγώ σου λέγω ωστόσο, πως έχεις πλακωμένην την κρίσιν από τον κόπον, οπού έκαμες, για να ταις μάθης, και επειδή παρατηρώ πως εσείς όλοι ελπίζετε να φωτίστε το γένος με το αλφαβητάρι 'ς το χέρι, σ' ερωτώ ποίο αλφαβητάρι είναι ευγενικώτερο· το δικό μας, ή το Ιταλικό;

ΣΟΦ.

Όσο για . . . . τα γράμματα κάθε αλφαβηταρίου έχουν την ίδιαν ευγένειαν.

ΠΟΙΗΤ.

Ήγουν δεν έχουν καμμίαν αφ' εαυτού τους. Όταν είναι σκόρπια και ανακατωμένα, τι δηλούν; έρχεται ο τυπογράφος, τα διαλέει, τα βάνει εις τάξη, και το μάτι διαβάζει· Ουρανός, Μάρκος Μπότσαρης, Σοφολογιώτατος. Εις την πρώτη λέξη, σκύφτω το κεφάλι μου, αναδακρύζω 'ς τη δεύτερη, και εις την τρίτη, γελώ για χρόνους. Το ίδιο πες για ταις λέξαις· η ευγένεια τους κρέμεται από την τέχνη, με την οποίαν ταις μεταχειρίζεσαι.

ΣΟΦ.

Όποιαν τέχνην και αν μεταχειρισθής, οι λέξαις της τωρινής Ελλάδας είναι διεφθαρμέναις . . . . . Τι με κυττάζεις χωρίς να ομιλής;

ΠΟΙΗΤ.

Κυττάζω ταις άσπραις τρίχες της κεφαλής σου.

ΣΟΦ.

Αμμή τι έχουν να κάμουν με ταις λέξαις;

ΠΟΙΗΤ.

Έχουν να κάμουν με τον καιρό. Ο καιρός, οπού άρχισε να σου κάνη σεβάσμια τα μαλλιά, διαφθείρει όλα τα πράγματα του κόσμου, και ταις γλώσσαις ακόμα, και ησύχασε.

ΣΟΦ.

Τι ευγένεια ημπορούν να έχουν οι λέξαις μας, αν ήναι διεφθαρμέναις;

ΠΟΙΗΤ.

Την ευγένειαν, οπού είχαν οι αγγλικαίς, πριν γράψη ο Σέικσπηρ, οπού είχαν οι γαλλικαίς, πριν γράψη ο Ρασίν, οπού είχαν οι ελληνικαίς, πριν γράψη ο Όμηρος, και όλοι τους έγραψαν ταις λέξαις του καιρού τους. Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ανάγκης να έχη λέξαις από άλλαις γλώσσαις· και η ευγένεια των γλωσσών είναι ωσάν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας σου, ο πάππος σου ευγενής, αλλά παγαίνοντας εμπρός βρίσκεις βέβαια τον άνθρωπον, οπού έπαιζε τη φλογέρα βόσκοντας πρόβατα.

ΣΟΦ.

Εγώ δεν λέγω να γράφουμε καθαυτό ελληνικά, αγκαλά έπρεπε να κάνουμε χίλιαις ευχαίς για να ξαναζήσουν εκείνα τα λόγια.

ΠΟΙΗΤ.

Εγώ δεν κάνω καμμία, για να μην χάνω καιρό και τη ζωή του Ματουσάλα να ήμουν βέβαιος πως θα ζήσω, δεν άνοιγα στόμα για τέτοιαις ευχαίς, οι οποίαις φέρνουν το ίδιο όφελος, οπού φέρνουν τα κλάιματα 'ς τα σώματα των νεκρών. Οι ευχαίς, οπού κάνω είναι για να ξαναζήση η σοφία, και η σοφία δεν θέλει ξαναζήση ποτέ, όσο γράφετε με τον τρόπον τον εδικόν σας. Έλαβα πάντα τη δυστυχία να στοχάζωμαι με τον Σωκράτη ταις λέξαις ωσάν ταις σφυριαίς· το αντί σου πυθαγορίζει 'ς ταις παλαιαίς, το δικό μου και του γένους 'ς ταις τωριναίς.

ΣΟΦ.

Και ποίος ημπορεί να μου εμποδίση να διορθώσω, καθώς θέλει ο Κοραής, ταις λέξαις μας με τα σχήματα της παλαιάς;

ΠΟΙΗΤ.

Για ποίο δίκαιο θέλεις να κάμης τέτοια διόρθωση;

ΣΟΦ.

Γιατί η διόρθωση μιας γλώσσας νέας πρέπει να γίνη με την οδηγία της μητρός της· όλη η Ελλάδα λέγει μάτι, εμείς πρέπει να διορθώσουμε, και να που με ομμάτιον· λέγει κρεβάτι, πρέπει να πούμε κρεβάτιον.

ΠΟΙΗΤ.

Η πρόταση αυτή ομοιάζει την τρέλλα κάποιων ανθρώπων, οπού έχουν τα φαινόμενα της φρονιμάδας.

ΣΟΦ.

Τι εννοείς να πης;

ΠΟΙΗΤ.

Εννοώ να ειπώ, ότι μ' όλον που η πρόταση φαίνεται πως περιέχει κάποιο δικαίωμα, αν την ξετάξης καλά, δεν περιέχει κανένα, και είναι ενάντια εις τα παραδείγματα των άλλων εθνών.

ΣΟΦ.

Τούτο επιθυμώ να μου αποδείξης.

ΠΟΙΗΤ.

Μετά χαράς· και τόσο προθυμότερα σου το αποδείχνω, όσο συλλογίζομαι πως τούτο είναι το πρώτο θεμέλιο, εις το οποίο υψώνεται το μεγάλο χτίριο της γλώσσας σας, η οποία, με το θέλημά σου, είναι βαρβαρώτατη, όπως θέλει σου το αποδείξω εις το εξής. Η διαφθορά της μορφής των λέξεων, λέγει ο Γιβελέν, είναι τριών λογιών· η αλλάχνουν τα φωνήεντα, ή αλλάχνουν τα σύμφωνα, ή αλλάχνουν τοποθεσία τα ψηφία, οπού συνθέτουν μίαν λέξη. Τούτο γίνεται εις κάθε γλώσσα, οπού γενειέται από άλλην. Παρατήρησε τη γλώσσα των Λατίνων, τη γλώσσα των Ισπανών, τη γλώσσα των Γάλλων, τη γλώσσα των Ιταλών. Σύγκρινέ ταις με τη γλώσσα που ταις εγέννησε, και θέλει ιδής φανερώτατην την αλήθειαν, οπού σου λέγω. Τώρα ας πάρουμε τον πρώτο στίχο του Δάντη, και ας τον διορθώσουμε κατά τον τρόπο, οπού σεις αποφασίσετε να μεταχειρισθήτε· Nel mezzo, del cammin di nostra vita. Η ιταλική γλώσσα δεν είναι καθαυτό θυγατέρα της Λατινικής, είναι εγγονή της· ας κάμουμε τη διόρθωση με την ίδιαν επιδεξιότητα, με την οποία την κάνετε εσείς εις τη γλώσσα σας· Nel, είναι βάρβαρο, πρέπει να πούμε in. mezzo, κείνα τα δύο zz είναι βάρβαρα, πρέπει να πούμε medio. — Del, τίποτες. Cammin, κάθου γύρευε πόθεν έρχεται! αλλά θέλει μεγαλοψυχία· ας το λατινίσουμε cammini. — nostra, πρέπει να πούμε· nostrae· — vita, πρέπει να πούμε· vitae. Νά, διορθωμένος ο στίχος και φωτισμένο το γένος! In medio cammini nostrae vitae.

ΣΟΦ.

Τούτο είναι γελοίον.

ΠΟΙΗΤ.

Και τα δικά σας τάχα αλλιώτικα είναι; Είναι απαράλλαχτα τα ίδια. Και τόσον ανόητος ήταν ο Δάντης να μην ηξεύρη και αυτός κατ' αναλογία να κάμη 'ς τη γλώσσα του τέτοια διόρθωση; Οι στίχοι του οι λατινικοί δεν είναι βέβαια εύμορφοι, όμως με τον Βιργίλιο, οπού όλον τον είχε 'ς το νου του, δεν ήθελε πολύ τέτοιαις διόρθωσαις να ταις κάμη. Γιατί δεν ταις έκαμαν οι Γάλλοι; γιατί δεν ταις έκαμαν οι Λατίνοι; Και πώς ημπορούσαν να ταις κάμουν; Ας πάρουμε την ύστερη λέξη, και ας ιδούμε αν ημπορή ποτέ να ξεβαρβαρωθή. Είπαμε vitae, αντί για vita· αλλά εξεβαρβαρώθηκε εις τέτοιον τρόπο; Όχι, Σοφολογιώτατε· η μορφή της λέξης έπεσε από μίαν βαρβαρότητα εις άλλην· το vitae είναι διεφθαρμένο και αυτό από το θαυμαστό σου το βίος, το ελληνικό· το βίος λοιπόν είναι η πρωτότυπη μορφή, και η αληθινά ευγενική; Ποίος το είπε; Ποίος ξεύρει να σου το πη; Το όφις, το οποίο βέβαια το στοχάζεσαι ευγενικώτερο από το φίδι, το όφις λέγω, με τόσαις άλλαις λέξαις, δεν είναι μήτε ελληνικό, γιατί το οφ είναι ξένο, και μοναχά η κατάληξη του είναι ελληνική και έτσι καθώς βλέπεις, Σοφολογιώτατε, αγάλια, αγάλια, εγώ σε στενεύω να ομιλήσης του Αδάμ τη γλώσσα, και ημπορείς να μου ψάλης με τον Δάντη· La lingua ch' ei parlo fu tutta spenta· γιατί εγώ σου αποκραίνομαι· Ομίλειε με τα νοήματα, για να μη βαρβαρίζης!

ΣΟΦ.

. . . λοιπόν;

ΠΟΙΗΤ.

Λοιπόν του λαού της Ελλάδας όλαις ταις λέξαις. . . .

ΣΟΦ. (κοκκινίζοντας)

Πάντα τον λαό μου βγάνεις έξω για διδάσκαλο! ποίος το είπε ποτέ!

ΠΟΙΗΤ.

Πολλοί το είπαν, πολλοί. Ο Βάκων λέγει, δεν θυμούμαι εις τι μέρος, ότι είναι κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται πως τα πράγματα ειπώθηκαν όλα, και εσύ στοχάζεσαι πως δεν ειπώθηκε τίποτε.

ΣΟΦ.

Σε παρακαλώ να μου πης ποίος το είπε;

ΠΟΙΗΤ.

Άκουε, Σοφολογιώτατε, και τρόμαξε Is qui, omnium eruditorum testimonio, totiusque judicio Graeciae, cum prudentia et acumine et venustate et subtìlitate, tum vero eloquentiae (ακούς, Σοφολογιώτατε; eloquentiae) varietate, copia, quam se cumque in partem dedisset, omnium fuit facile princeps

ΣΟΦ.

Ποίος; πες μου ποίος, να ησυχάσουμε.

ΠΟΙΗΤ.

Θυμήσου το όνομα, οπού εμελέτησες προτύτερα, γιατί τώρα χρειάζεται.

ΣΟΦ.

Ποίος; ο Σωκράτης;

ΠΟΙΗΤ.

Ο ίδιος· και επειδή σε βλέπω και αχνίζεις εις τ' όνομά του, να σε θερίσω και με τα λόγια του·

«Αλκ. Οίμαι έγωγε· αλλά γουν πολλά οιοί τ' εισίν (οι πολλοί διδάσκειν σπουδαιότερα του πεττεύειν. — Σωκ. Ποία ταύτα; — Αλκ. Οίον και το ελληνίζειν παρά τούτων έγωγε έμαθον και ουκ αν έχοιμι εμαυτού ειπείν διδάσκαλον, αλλ' εις αυτούς αναφέρω, ούς συ φης ου σπουδαίους είναι διδασκάλους. — Σωκ. Αλλ', ω γενναίε, τούτου μεν αγαθοί διδάσκαλοι οι πολλοί, και δικαίως επαινοίντ' αν αυτών εις διδασκαλίαν. — Αλκ. Τι δη; — Σωκ. Ότι έχουσι περί αυτά, ά χρη τους αγαθούς διδασκάλους έχειν.»

ΣΟΦ.

. . . . . . Μη λάχη και εννοεί τίποτε άλλο;

ΠΟΙΗΤ.

Εσύ, οπού είσαι ελληνιστής, μου κάνεις εμέ τέτοια ερωτήματα; είναι δουλειά δική σου.

ΣΟΦ.

Δεν σου λέγω το εναντίο . . . Ευμορφότατα λόγια!

ΠΟΙΗΤ.

Ευμορφότατο νόημα! Ναι, ευμορφότατο νόημα! Αμμή τι ήθελες; να γράφη ταις λέξαις της κεφαλής του καθένας; με ποίο δικαίωμα; με το δικαίωμα, που δίνει το πνεύμα και η μάθηση; Καλό, λοιπόν ένας, οπού έχει πνεύμα και μάθηση, φτειάνει μορφαίς λέξεων καθώς θελήση, ένας άλλος κάνει το ίδιο, ένας τρίτος κάνει χειρότερα, και εις ολίγον καιρό δεν έχουμε παρά σκοτάδια πυκνότατα. Για τούτο η φύση των πραγμάτων ηθέλησε να γεννιούνται τα λόγια από το στόμα όχι δύο και τριών ανθρώπων, αλλά από του λαού το στόμα και η φιλοσοφία αγροίκησε αυτήν την θέληση της, και την εκήρυξε 'ς τους ανθρώπους. Όσο μεν γι' αυτό, που υποπτεύεσαι, πως να είναι άλλο τι απ' ό,τι σημαίνουν τα λόγια, για ν' αφήσης κάθε αμφιβολία, να σου πω πόσοι Κλασσικοί εξαναείπαν το ίδιο πράγμα.

ΣΟΦ.

Όχι, όχι, μη μελετήσης κανέναν, γιατί ο Πλάτων αξίζει για όλους τους, και για όσους γεννηθούν.

ΠΟΙΗΤ.

Δίκαια κρίση· αλλά η προφητεία την υπερβαίνει.

ΣΟΦ.

Εγώ πιστεύω του Πλάτωνος, περσότερο από όσα δικαιώματα ημπορεί κανείς να προβάλη· παρά να αμφιβάλλω 'ς τα λόγια του κάλλιο να τρελλαθώ, και ήθελε τωόντι τρελλαθώ, αν αμφίβαλλα. Αγκαλά . . . τέτοιο πράγμα μου κάνει μεγάλην αγανάχτηση 'ς την ψυχή μου . . Είσαι γενναίος;

ΠΟΙΗΤ.

Και αν δεν είμαι, — ακολουθώντας τα παραδείγματα τόσων άλλων, προσπαθώ να φαίνωμαι τέτοιος.

ΣΟΦ.

Ω! είσαι τέτοιος βέβαια, είσαι τέτοιος!

ΠΟΙΗΤ.

Ευχαριστώ, και ας είναι η πρώτη φορά που με βλέπεις.

ΣΟΦ. (ομιλώντας αγαλινά).

Πιστεύεις πως ο Πλάτων (Θεέ μου, συγχώρεσέ με!) ο Πλάτων, λέγω, ο ίδιος, οπού το είπε, πιστεύεις πως έγραφε καθώς ομιλεί ο λαός;

ΠΟΙΗΤ.

Δεν το πιστεύω· και ποιος το πιστεύει;

ΣΟΦ.

Το πιστεύουν όσοι είναι της χυδαϊκής φατρίας.

ΠΟΙΗΤ.

Στρεβλό πράγμα.

ΣΟΦ.

Τι έλεγες έως τώρα συ ο ίδιος;

ΠΟΙΗΤ.

Τίποτε από αυτά. Εμείς δεν είπαμεν ακόμη πως πρέπει να γράφουμε τη γλώσσα· έως τώρα είπα, και σου απόδειξα, πως οι μορφαίς των λέξεων, όταν είναι κοιναίς, δεν είναι υποκείμεναις να αλλάζωνται από κανέναν, με πρόφαση διόρθωσης· και τίποτε άλλο.

ΣΟΦ.

Και τα λόγια του Πλάτωνος γιατί μου τα ανάφερες;

ΠΟΙΗΤ.

Για να καταπεισθής πως τη σημασία των λέξεων ο λαός την διδάσκει του συγγραφέα.

ΣΟΦ.

Το σύγγραμμα λοιπόν θα είναι κάθε άλλο πράγμα από του λαού την ομιλία.

ΠΟΙΗΤ.

Όχι κάθε άλλο πράγμα· εκείνο, οπού λέγει ο Βάκων για τη φύση, δηλαδή, πως ο φιλόσοφος, για να την κυριέψη, πρέπει πρώτα να της υποταχθή, ημπορεί, κάνεις να το πη για τη γλώσσα· υποτάξου πρώτα 'ς τη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψέ την.

ΣΟΦ.

Αυτό δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται.

ΠΟΙΗΤ.

Νά, πώς γίνεται. Από τα παραδείγματα, που θέλει σου αναφέρω, θέλει φανερωθή πως ο συγγραφέας πότε 'ς ταις φράσαις του ακολουθάει τον λαό, πότε όχι· πως η μορφή των λέξεων, οπού μεταχειρίζεται ο λαός, δεν αλλάζεται από τον συγγραφέα· πώς κάθε λέξη για να λάβη ευγένεια, δεν χρειάζεται άλλο παρά η τέχνη του συγγραφέα· αν παίρνω τα παραδείγματα από τους ξένους, μη με ελέγχης· γιατί το φταίξιμο δεν είναι δικό μου· Quandi io fui desto innanzi la dimane — Pianger sentii fra 'l sonno i miei figliuoli — Ch' eran con meco, e domandar del pane. Παρατήρησε, σε παρακαλώ· — το θυμάσαι όλο εκείνο το μεγάλο θαύμα της Τέχνης, τον Οyγολίνο; τούτα τα λόγια σου εγγίζουν την ψυχή;

ΣΟΦ.

Μάλιστα.

ΠΟIHT.

Εδώ δεν είναι μεταφορά καμμία, εδώ δεν είναι καμμία φράση δεινή, και εις τούτους τους τρεις στίχους ο Ποιητής ακολούθησε τον λαό· μάλιστα είναι καλό να παρατηρήσουμε πως εκείνο το con meco, οπού οι Ιταλοί το βρίσκουν σωστότατο, δεν ημπορεί να προέρχεται παρά από τον κοινό λαό, γιατί ο συγγραφέας αφ' εαυτού του δεν τολμάει να το κάμη και ως προς τούτο, θυμήσου, το δω του Ομήρου, το ca' του Δάντη, και άλλα τέτοια πλήθος, και για να πληροφορηθής πως ο συγγραφέας δεν είναι εκείνος οπού τα πλάττει, βάλε και εσύ, κατά μίμησιν, αντί για ψωμί, ψώ>, να ιδούμε τι απόκριση λαβαίνεις από τους άλλους.

ΣΟΦ.

Εις ποίαις περίστασαις ο ποιητής δεν ακολουθάει 'ς ταις φράσαις του τον λαό;

ΠΟΙΗΤ.

Εις πολλαίς όμως και εις αυταίς πρέπει οι φράσαις του να έχουν κάποιαν αναλογία με ταις άλλαις, οπού υπάρχουν E questa e l' altre mossero a sua danza — Ε quasi velocissime faville· Mi si velàr di subita distanza> — 'Σ τους πρώτους δύο στίχους οι φράσαις του ποιητή είναι φράσαις του λαού, 'ς τον τρίτον όχι, και έχει τέχνην καλήν η μορφή των λέξεων, μ' όλον τούτο είναι πάντοτε η ίδια. I' venni in loco d' ogni luce muto· αυτή η φράση δεν είναι του λαού, τα λόγια όμως τα καταλαβαίνει, γιατί είναι δικά του.

ΣΟΦ.

Δoς μου κανένα παράδειγμα, για να καταλάβω εις τι τρόπον οι λέξαις, οπού φαίνονται χυδαϊκαίς, ημπορούν να ευγενισθούν.

ΠΟΙΗΤ.

Ευθύς· όχι ποτέ αλλάζοντας μορφή. Αλλά πες μου εσύ πρώτα, — sollevò, peccator, capo, pasto, forbendo, capelli, αυτά τα λόγια σου φαίνονται ευγενικά;

ΣΟΦ.

Τα τρία τα στερνά μου φαίνονται πολύ χυδαία.

ΠΟΙΗΤ.

La bocca sollevò dal fiero pasto· Quel peccator, forbendola a' capelli — Del capo ch' egli avea diretro guasto. Τώρα εκείνο το forbendo, εκείνο το pasto σου φέρνουν φρίκη ή όχι;

ΣΟΦ.

—

ΠΟΙΗΤ.

Νά, λοιπόν, αν έχης ψυχή, αισθάνεσαι πως έτσι μεταχειρισμένα τα λόγια δεν είναι χυδαϊκά· αν δεν έχης, μήτε τα φαντάσματα της ποιήσεως βλέπεις, μήτε τα πάθη αισθάνεσαι, και με την πρόληψη, που έχεις, τα λόγια σου φαίνονται χυδαϊκά.

ΣΟΦ.

Η βάση λοιπόν, εις την οποίαν πρέπει να καλλωπίσουμε τη γλώσσα μας, αντί να είναι η ελληνική, θέλεις να είναι η τωρινή;

ΠΟΙΗΤ.

Εξ αποφάσεως.

ΣΟΦ.

Και πώς ημπορεί να γίνη αυτό; Είναι τόσαις διάλεκτοι 'ς την Ελλάδα, και δεν ακουόμασθε ανάμεσό μας.

ΠΟΙΗΤ.

Πόσαις διάλεκτοι; πόσαις; Κύττα καλά, μη σε απατήση η διαφορά της προφοράς, ενώ κρίνεις ταις διαλέκτους της Ελλάδας· δέκα λόγια, οπού εμείς έχουμε αλλιώτικα από κείνα, οπού έχουν εις το Μοριά, τι πειράζουν; Έπειτα, ποίαις είναι τούταις οι μεγάλαις διαφοραίς; Εμείς λέμε πατερό, και αλλού λένε πάτερο, εμείς λέμε ματία, και αλλού λένε ματιά, εμείς λέμε αέρας, και άλλου λένε αγέρας, εμείς ημπορούνε, και αλλού λένε ημπορούν· τι διαφοραίς είναι τούταις; δεν ακουόμασθε ανάμεσό μας; άφησε να το λέγουν οι Ιταλοί, οι οποίοι αληθινά δεν ακούονται. Έλαβες ξένον δούλον ποτέ;

ΣΟΦ.

Τους δούλους μου βγάνεις έξω;

ΠΟΙΗΤ.

Αποκρίσου, γιατί δεν ηξέρεις πού αποβλέπει η ερώτησή μου.

ΣΟΦ.

Έλαβα.

ΠΟΙΗΤ.

Όταν ωμιλούσαν, τους εκαταλάβαινες;

ΣΟΦ.

—

ΠΟΙΗΤ.

Αποκρίνομαι εγώ· εγώ έλαβα δούλους ξένους, έναν από τη Μάνη, και τον εκαταλάβαινα εξαίρετα, έναν από το Γαστούνι, έναν από τον Όλυμπο, έναν από τη Χιο, έναν από τη Φιλιππούπολη, και τους εκαταλάβαινα εξαίρετα· άκουσα να ομιλούν ανθρώπους από το Μεσολόγγι, από την Κωνσταντινούπολη, και τα λοιπά, και τους εκαταλάβαινα τόσο, οπού σχεδόν έλεγα όπως είναι από τον τόπο μου.

ΣΟΦ.

Αμμή αυτοί ήταν αμαθέστατοι όλοι.

ΠΟΙΗΤ.

Ήταν και ο Χριστόπουλος, οπού είναι κάθε άλλο παρά αμαθέστατος, γράφει με ταις λέξαις αυτών.

ΣΟΦ.

Και αυταίς οι λέξαις . . . .

ΠΟΙΗΤ.

Και αυταίς οι λέξαις είναι οι ίδιαις, με ταις οποίαις βρίσκεις γραμμένη τη Βοσκοπούλα, ποίημα, οπού δεν είναι γυναίκα να μη γνωρίζη, και έχει 'ς τη ράχη του χρόνους διακόσιους. Είδαμε τα Κλέφτικα τυπωμένα, και γνωρίζουμε και άλλα απ' αυτά, και επαρατηρήσαμε πως δεν έχουν μία λέξη, που να μη σώζεται 'ς τη Ζάκυνθο.

ΣΟΦ.

Και η φτώχεια της γλώσσας δεν σου φέρνει σύγχυση καμμία;

ΠΟΙΗΤ.

Πρώτον μεν, δεν άκουσα ποτέ πως η φτώχεια μιας γλώσσας είναι αρκετό δικαιολόγημα, για να την αλλάξουν οι σπουδαίοι· δεύτερον δε, ποίος αποφάσισε πως είναι φτωχή;

ΣΟΦ.

Όλοι οι σοφοί του έθνους.

ΠΟΙΗΤ.

Σοφοί; ας είναι· και οι σοφοί δεν σου φαίνονται πως ημπορούν να πάρουν λάθος;

ΣΟΦ.

Είναι ευκολώτερο να λανθάνεσθε εσείς.

ΠΟΙΗΤ.

Να ήταν τούτο ζήτημα σκοτεινό και καινούριο, ίσως· αλλά είναι καινούριο; εις την εποχή του Δάντη δεν εκινήθηκε κάτι παρόμοιο; όλοι οι σοφοί, καθώς τους κράζεις εσύ, εκείνου του καιρού, δεν εκατάτρεξαν τον Δάντη; δεν του έλεγαν πως η γλώσσα είναι διεφθαρμένη, δυστυχισμένη, φτωχή, και πως δεν είναι άξια να τη γράφη άνθρωπος, οπού έχει σοφία; Δεν αυθάδιασαν να φωνάξουν πως έπρεπε να διπλώσουν με τα συγγράμματά του το πιπέρι; Τι λοιπόν μου φέρνεις έξω τους σοφούς, για να με τρομάξης; Δεν είχαν εις τούτο περισσότερη γνώση από τους φιλοσόφους οι χυδαίοι άνθρωποι, οι οποίοι ετραγουδούσαν 'ς τους δρόμους τους στίχους του; Είναι τώρα ένας 'ς την Ιταλία που να μη σπουδάζη, για να μάθη τη γλώσσα, τον Δάντη;

* [210] * *

ΣΟΦ.

Εγώ σε βεβαιώνω ότι πολεμώ για την αλήθεια, και όχι για τίποτε άλλο.

ΠΟΙΗΤ. (Πιάνοντας φιλικά το χέρι του Σοφ.)

Τίμια λόγια σου εβγήκαν από το στόμα· και εγώ και εσύ πολεμούμε για την αλήθεια· αλλά συλλογίσου καλά, μήπως κυνηγώντας την αλήθειαν εις εκείνον τον τρόπο, απατηθής, σφίγγοντας εις τον κόρφο σου το φάντασμά της· Έλα 'ς ο νου σου, στοχάσου πόσο κακό κάνει η γλώσσα που γράφετε· ως πότε θα ακολουθούν να μας κλαίγουν οι ξένοι, και να μας ξαναθυμούν ταις δόξαις των παλαιών μας, για να μας αυξήσουν την εντροπή; Η δάφνη κατεμαράνθη, εφώναξε ο γενναίος· πικρότατα και αληθινά λόγια! Ναι! Αλίμονον! η δάφνη κατεμαράνθη! Έρχεται ο ξένος και βρίσκει ακόμη ζωνταναίς πολλαίς συνήθειαις της Ιλιάδος· ακόμη οι γυναίκες λέγουν τα μυρολόγια εις τα λείψανα, και τα φιλούν· ακόμη ο γέρος 'ς τη δυστυχία του, χτυπάει το μέτωπό του με τα δύο του χέρια, και τα σηκώνει 'ς τον ουρανό, σαν να ήθελε να τον ερωτήση, γιατί έπεσε τέτοια συμφορά 'ς το κεφάλι του· ακόμη γυμνώνει το βυζί της η μάννα και ξαναθυμάει του παιδιού της το γάλα, που του έδωσε· ακόμη ο δούλος κάνει όρκον εις το ψωμί, που τον έθρεψε. Όμως ο ξένος δεν έχει άλλα δικά μας να μουρμουρίση 'ς τα χείλα του παρά Μήνιν άειδε, Θεά, γιατί η δάφνη κατεμαράνθη. Και τώρα, που ξαναγίνεται νίκη 'ς το Μαραθώνα, δεν σώζεται φωνή ανθρώπου να ξανακάμη 'ς τη γλωσσά μας όρκον. Μα ταις ψυχαίς, που εχάθηκαν πολεμώντας! γιατί η δάφνη κατεμαράνθη (ο ποιητής κλαίει).

ΣΟΦ. (γελάει)

Σε παρακαλώ να θυμηθής τα λόγια τα πικρά που μου είπες.

ΠΟΙΗΤ.

Συγχώρεσέ με· έχω εύκολο το χείλο και δεν έχω κακή την καρδιά· συγχώρεσέ με, σου λέγω.

ΣΟΦ.

Πες πως τα ξαστόησα όλα.

ΠΟΙΗΤ.

Όχι όλα, αδελφέ ηγαπημένε, μα τη μνήμη του Μπότσαρη, μη τα ξαστοχήσης όλα! Τόσοι πατέρες έχουν εις τη διδασκαλία σου τα παιδιά τους, και ελπίζουν να τα κάμης ασπίδες της πατρίδας, και μην θέλης να πάρης το κρίμα 'ς το λαιμό σου. Δεν είναι εντροπή να φανερώση άνθρωπος πως έσφαλε, μάλιστα θέλει σ' επαινέση κάθε γενναίος, και εγώ σου δίνω 'ς το μέτωπο το φιλί της ειρήνης.

ΣΟΦ.

Εμείς, εμείς, θέλει σηκώσουμε τους στύλους της γλώσσας τώρα που η ελευθερία. .

ΠΟΙΗΤ.

Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσείς εσείς θέλει σηκώσετε τους ίδιους στύλους, οπού έστησε περνώντας από την Παλαιστίνην ο Σέσωστρις! Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσύ ομιλείς για ελευθερία; εσύ, οπού έχεις αλυσωμένον τον νουν σου από όσαις περισπωμέναις εγράφθηκαν από την εφεύρεση της ορθογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς για ελευθερία; Είδαμε το όφελος, οπού εκάμετε με τα φώτα σας εις την επανάσταση της Ελλάδας· ακούσαμε ποιητάδες ανόητους, που ήθελαν να αθανατίσουν τους Ήρωες και οι παινεμένοι Ήρωες δεν εκαταλάβαιναν λέξη· ακούσαμε πεζούς σκοτεινόμυαλους, οι οποίοι επροσπαθούσαν να ανάψουν φλόγα πολέμου εις τον λαό, και αρχινούσαν με τη λέξη Προτροπή. Και πώς; ο λαός της Ρώμης έτρεχε ν' ακούση τον Κικέρωνα, γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε; γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε, εδιόρθωνε ο λαός τον Δημοσθένη, ο οποίος έπαιξε επιταυτού με τη λέξη σφαλμένη; γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε εθαύμασε, όταν εδιάβασε την ιστορία του ο Ηρόδοτος, και έκλαιγε ωστόσο ακούοντάς την ο Θουκυδίδης, οπού ήταν δεκατριών χρονών; και γιατί δεν εκαταλάβαιναν τίποτε, εκφωνούσαν οι Σπαρτιάταις, τρέχοντας εις τη μάχη, τα πολεμικά τραγούδια του Τυρταίου, και αισθάνονταν τραγουδώντας και άλλην ψυχή μέσ 'ς τα στήθια τους; Ω νέοι συμαθητάδες μου, πώς ημπορείτε να λάβετε ποτέ ελπίδα να τραγουδήσουν και τα δικά σας, εάν σας τρυπούν τ' αυτιά οι διδάσκαλοί σας με βρώματα, με θούριον, και με παρόμοια; Ω Σοφολογιώτατοι! αυτά είναι τα μαθήματα, οπού τους δίνετε, και θέλετε να τους φωτίσετε! τόσο κάνει να τους φωτίσετε και με μία φούχτα στάχτη 'ς τα μάτια! Σας δίνω όμως την είδηση ότι ετέλειωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα με των Τούρκων το βασίλειο. Ετέλειωσε, και ίσως αναθεματίστε την ώρα της Επαναστάσεως· όχι, όχι, η Ευρώπη, οπού έχει προσηλωμένα εις εμάς τα μάτια της, για να ιδή τι κάνουμε τώρα, οπού συντρίβουμε ταις άλυσαις της σκλαβιάς, δεν θέλει μας ιδή ποτέ να υποταχθούμε εις τριάντα τυράννους ξύλινους!

ΦΙΛ.

Σώπα, γιατί μαζώνεται ο λαός.

ΠΟΙΗΤ.

Δεν με μέλει, ας μαζωχθή· μάλιστα ας μαζωχθή ο λαός της Ελλάδας όλης, για να τον ακούση ο Σοφολογιώτατος πώς ομιλεί· ας μαζωχθή, για να τον φωνάξω όσο δύναμαι δυνατώτερα πόσο είναι αδικημένος εις το σκήπτρο της γλώσσας, το οποίον του έδωκε η φύση. Εγνώρισε τη δύναμη αυτού του σκήπτρου ο Σωκράτης, την εγνώρισε ο Κικέρων, την εγνώρισε ο Σπερόνης, την εγνώρισαν όλοι οι σοφοί κάθε έθνους, και κάθε καιρού, και τούτος θέλει να το αδράξη από τα χέρια του, να το τσακίση, και να του δώση άλλο βρικολακίστικο!

ΣΟΦ.

Αλλά, Κύριε. . . .

ΠΟΙΗΤ.

Αλλά, Κύριε, δεν θέλει το τσακίστε ποτέ· οι ανδρείοι θέλει το μεταχειρισθούν εις την πλάτη σας, καθώς ο Οδυσσέας εμεταχειρίσθηκε το δικό του εις την πλάτη του Θερσίτη.

ΣΟΦ.

Αλλά, Κύριε . . . . .

ΠΟΙΗΤ.

Αλλά, Κύριε, δεν ηξέρεις τι συλλογίζεσαι. Να αλλάξης τη γλώσσα ενός λαού! Σύρε, λοιπόν, τριγύρισε την Ελλάδα, σύρε νάβρης την κόρη, και πες της με τι λόγια πρέπει να λέγη ότι η ευμορφότερη ευμορφιά του κορμιού της είναι η τιμή· άμε να βρης τους πολεμάρχους, ψηλάφησέ τους ταις λαβωματιαίς, και πες τους ότι πρέπει να ταις λεν τραύματα· άμε να βρης τον ασπρομάλλη, ο οποίος θυμάται πόσον αίμα μας ερούφηξεν ο Αλής, και πες του με τι λόγια πρέπει να παρασταίνη βρέφη, παρθέναις, γέροντες αδικοσκοτωμένους εξήντα χιλιάδες· άμε να βρης τους δυστυχέστατους Χιώταις, οι οποίοι παραδέρνουν εδώ κ' εκεί, και όταν κουρασθούν κάθονται, ίσως, εις κανένα έρημο ακρογιάλι, και ψάλλουν με λόγια δικά τους, επί τον ποταμόν Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμε και εκλαύσαμε.

ΣΟΦ.

Αλλά, Κύριε . . . .

ΠΟΙΗΤ.

Αλλά, Κύριε, δεν σ' αφίνω να ομιλής πλέον. Άλλην έγνοια δεν έχετε παρά να διακονεύετε λέξαις με τα κεφάλια σας· και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά, ωσάν τα κρανία, που κοιμούνται 'ς τα χώματα. Θέλει άλλο παρά λέξαις διακονεμέναις για να ωφελήσης έναν λαό, ο οποίος πολεμάει για την ελευθερία, οπού έχασε από αιώνες, και κάνει τέρατα! Είναι δύο φλόγες, διδάσκαλε, μία 'ς το νου, άλλη 'ς την καρδιά, αναμμέναις από τη φύση εις κάποιους ανθρώπους, οι οποίοι εις διάφοραις εποχαίς διαφορετικά μέσα μεταχειρίζονται για ν' απολαύσουν τα ίδια αποτελέσματα· και από τη γη πετειούνται 'ς τον ουρανό, και από τον ουρανό πετειούνται 'ςτον Άδη, και ζωγραφίζουν εικόνες και πάθη, παρόμοια μ' εκείνα, οπού είναι σπαρμένα από τη φύση 'ς τον κόσμο και αγαπούν και σέβονται, και λατρεύουν την τέχνη τους, ωσάν το πλέον ακριβό πράγμα της ζωής, και ομοιώνονται με τα συμβεβηκότα, που περιγράφουν, και κάνουν τους άλλους και γελούν, και κλαίουν, και ελπίζουν, και φοβούνται, και δειλιάζουν, και ανατριχιάζουν, και δεν αφίνουν αναίσθηταις παρά ταις πέτραις και σε.

ΣΟΦ. (Ομιλώντας γλήγορα)

Καλά, καλά, αλλά λίγοι γνωρίζουν την παλαιάν ορθογραφία.

ΠΟΙΗΤ.

Χαίρετε, λοιπόν, θείοι τόνοι, οξείαις, βαρείαις, περισπωμέναις! χαίρετε ψιλαίς, δασείαις, στιγμαίς, μεσοστιγμαίς, ερωτηματικαίς, χαίρετε! Ο κόσμος τρέμει τη δύναμή σας, και ουδέ ποιητής, ουδέ λογογράφος ημπορεί να γράψη λέξη, χωρίς πρώτα να σας υποταχθή. Εσείς εμπνεύσετε, πριν γεννηθήτε, τον Όμηρο, όταν ετραγουδούσε την Ιλιάδα, την Οδύσσεια, τους Ύμνους, και ο λαός της Ελλάδας τον επερικύκλωνε και τον εκαταλάβαινε· εσείς τον εμπνεύσετε, όταν περιγράφη τον αποχαιρετισμό του Έκτορος εις την Ανδρομάχη, και το τέκνο του τον φοβάται και κρύβεται· εσείς τον εμπνεύσετε, όταν περιγράφη τον δυστυχισμένον βασιλέα της Τρωάδας, που παγαίνει 'ς τον Αχιλλέα, και πέφτει 'ς τα πόδια του, και του φιλεί τα χέρια, οπού του είχαν ολίγο προτύτερα σκοτώση το ακριβώτερό του παιδί· εσείς εμπνεύσετε τον Δάντη, όταν ετραγουδούσε τον Ουγολίνο με μίαν δύναμη, που δεν βρίσκω παρόμοιαν εις όλη την ποίηση των παλαιών· εσείς τον Σέικσπηρ, όταν επαράσταινε τον Λέαρ, τον Άμλετ, τον Οτέλλο, τον Μάκβεθ, και ανατρίχιαζεν όλος ο κόσμος της Αγγλίας· εσείς τον Γόεθ, εσείς τον Πίνδαρο, οπού ήταν στενοχωρεμένος από τους σοφολογιώτατους του καιρού του να τους κράζη κοράκους. Κοράκοι, όλοι κοράκοι αληθινοί, και χειρότεροι από τον κόρακα, οπού εβγήκε από την Κιβωτό, και εθρεφότουν από τα λείψανα, οπού είχε αφήση ο κατακλυσμός του Κόσμου.

ΣΟΦ.

. . . (κυττάζει 'ς τα μάτια τον ποιητή και φεύγει.)

ΦΙΛ.

Είμαι βέβαιος ότι του φαίνεται πως σ' εχαιρέτησε, τόσο είναι καταζαλισμένος! Δεν ηξέρει τι ν' αποκριθή, όμως δεν τον εκατάπεισες. Τρέχει να ξαναπή αλλού ότι είναι γλώσσα διεφθαρμένη.

ΠΟΙΗΤ. (Κυττάζοντας κατά το Μοριά)

Ο ήλιος έχει συναγμέναις ταις υστεριναίς του αχτίνες εκεί.

ΦΙΛ.

Θυμήσου τα λόγια της Θείας Γραφής· να μη σ' εύρη θυμωμένον ο ήλιος οπού πέφτει.

ΠΟΙΗΤ.

Αγιώτατα λόγια! και προσπαθώ, 'ς τη ζωή μου, να τα θυμούμαι, όσον δυνατόν περισσότερο· αλλά κάθε φορά, που φιλονεικήσω με τους Σοφολογιώτατους, οι οποίοι προσπαθούν να τυφλώσουν το γένος, τέτοια λόγια μου βγαίνουν ολότελα από το νου

ΦΙΛ.

Έχεις προσηλωμένα τα μάτια σου εκεί, και τόσο αναμμένος είσαι 'ς το πρόσωπο, και τόσο σου τρέμουν τα μέλη, οπού φαίνεται πως ετοιμάζεσαι να πας εκεί πέρα να πολεμήσης.

ΠΟΙΗΤ.

Μου πονεί η ψυχή μου οι δικοί μας χύνουν το αίμα τους αποκάτου από το Σταυρό, για να μας κάμουν ελεύθερους, και τούτος, και όσοι του ομοιάζουν, πολεμούν, γι' ανταμοιβή, να τους σηκώσουν τη γλώσσα.

ΣΤ RIΜΕ IMPROVISATE [211]

I

Per noctes quaesivi quem diligit anima mea, quaesivi illum et non inveni. Cant. Cap. 3.

Sorge la notte· è tenebrìa profonda: Alto regna silenzio — esco dal tetto, Esco presta cercando il mio diletto, E lo chiamo — e non è chi mi risponda. Ad ogni auretta, a ogni sommòssa fronda Di speme il cor mi palpita nel petto; Ma son delusa, e tremo di sospetto, Perch6e notte deserta mi circonda. Vò correndo ogni piazza, et ogni via: Oh chi il diletto mio, chi l'ha veduto, Ch'è conforto alla mesta anima mia! E le inchieste, e le grida anco rinnovo; Ma ciascun labbro alla risposta ê muto, E non è chi m' insegni ove lo trovo.

II

Indica mihi quem diligit anima mea, etc. Cant. Cap. 3.

Dove sei, dove giaci? arde la vampa Del meriggio, e squallor n'ha la campagna. Molta nube infocata in Cielo accampa, E deserto n'è il piano, e la montagna. Dove giaci, ove sei ? di te si stampa L'alma che in non vederti ora si lagna; Tutto è silenzio, dal timor mi scampa, Vieni, e l'anima mia fà che non piangna. Oh dove giaci, oh dove sei? dell'onde D'ogni rivolo nostro il suono è muto, E il susurro obbliàr, l'aure, e la fronde Finalmente io ti trovo, io tua già sono, E sempre ti darò d'amor tributo; Io ti trovo, e più mai non t' abbandono.

III

Si ignoras te, e pulcherrima inter mulieres, etc Cant. Cap. 1.

Se non conosci te, frà tutte bella, Esci, e dietro de' greggi alle pedate Vanne al brillar dell' aurora novella, Donna vestita di tutta beltate. Seguiranti ogni agnello, ed ogni agnella Tutte quante belando innamorate, Fino che sorga d'Espero la stella, Che le richiami ai chiusi, in che son nate. Seguiranti i pastori, e a te da lato Alle innocenti inspireran carole Dando più dolce alle sampogne il fiato. Tutta leggiadra è la pupilla, e in essa Lume brilla più bello assai del sol: Esci, ed allor conoscerai te stessa.

IV

Consurge, consurge, induere fortitudine tua Sion, etc. ISAIA.

Sorgi, sorgi, ο Siòn, voce risuona, Che ti toglie al furor de combattenti; Poni di nuovo sulla tua persona Della gloria perduta i vestimenti. Rimetti al capo ancor quella corona I cui splendori il tuo nemico ha spenti, Risorgi in atto di Regina, e tuona Che venga ognun de' popoli credenti. E a te intorno si vada radunando Con tripudio di canto, attento il core Al cenno augusto del Divin comando. E là locata nell' antica sede Il rio tiranno che t' avea livore Ο fuggirassi, ο bacieratti il piede.

V PER UNA FONTANA CHE SOVRASTA IL MARE IN DAVIA

E la voce ascoltar della fontana Giova quando del mar l' onda è quïeta, E sù del Cielo nell' azzurra meta Appar la prima striscia antelucana. Qui allor non s' ode alcuna voce umana, Ed appena l' orecchio avido allieta Vagabonda tra i rami aura secreta, Ο lamento di lodola lontana. Salve, ο di monte figliuola felice, E delle linfe coi trepidi umori Di poetica mente imitatrice. Io verrò sul tuo margo a coricarmi Al luccicàr de' mattutini albori, E il dolce suon t' intuonerò dei carmi.

VI PEP UN LUOGO AMENO PURE IN DAVIA OVE L' AUTORE SOLEVA ANDARE DA FANCIULLO

E questo è il loco, in cui traea ridente Di trastullo il desio me giovinetto; Qui rapiva gli aromi il Zifiretto Molle all' arancio, ed al cedro fiorente Qui la stessa olezzante aura si sente, Che la mesta rallegra alma nel petto; La stessa la verzura è nell' aspetto Vivida, tremolante, rilucente. U' se' ito degli anni, ο fior gentile! Quanto diverso da quel tempo antico Ritorno in questo suol sparso d' Aprile! E qual cagion tal mutamento apporta? Non la ignoro, e piangendo la ridico; Crebbero gli anni, ed innocenza han morta.

VII

Ego dilecto meo, si dilectus meus mihi qui pascitur inter lilia. Cant Cap 6

In questi di sciagura orridi, e bui Sentieri, ove per se l' uom non iscorge, Solo il diletto mio nel cuor mi sorge, E non vedo, e non sento altro che lui. Tieni, ο mondo per te, tienili i tui Piaceri, egli è che all' anima mi porge Tal contento che d' altro non se accorge Ragionando con meco, ed io con lui. Egli si pasce sol di virginale Bel candore di gigli immaculati Non tocchi da veruna aura mortale; Ed io lo sò, che sua diletta io sono. Finch6e morte questi occhi abbia gelati Non fia ch' io mai lo lasci in abbandono.

VIII

Surge ora, amica mea . . . jam enim biems transit, etc. Caul. Gap. 2

Sorgi ora, amica mia, cara colomba, Sorgi amica leggiarda, e vieni presta; Or si tacque il fragor della tempesta, E fuor dell' aura pura altra non romba. Or più di verno l' aere non rimbomba, E splende il Cielo di cerulea vesta; Sorgi, amica leggiadra, e vieni presta; Sorgi ora, amica mia, cara colomba Le terre nostre ecco si fan gioconde Del dolcissimo fremito, che fanno Mille fior, mille linfe, e mille fronde. Sorgi, cara colomba, odi per l' aria Tutta fragranza, che agitando il vanno Canta la Tortorella solitaria.

IX SULLO STESSO ARGOMENTO

Presta, colomba mia, presta t' avanza, Ve' che spingendo i vanni alti per l' aria Insolita spirante alma fraganza Canta la tortorella solitaria. Vedi quanta onde l' occhio ha dilettanza Quanta verzura, e nei colori varia; Presta colomba mia; presta t' avanza, Non più spira invernale aura contraria Ve' come tutto il Ciel, ride d' azzurro, Odi d' aura prolifica garrito, E di linfe, e di fronde odi susurro. Sorgi, amica mia dolce, or più non romba La tempesta, ed il verno è già sparito, Sorgi ora, amica mia, cara colomba.

X

Aperi mihi, soror mea . . . quia caput meum plenum est ore etc. Cant. Cap. 5.

Apri suora amorosa — ermo, il cammino Ho smarrito — alma dolce apri la porta, Apri; lontana è l' ora del mattino, Notte è buia, e veruno astro conforta. E s' aggira errabondo il pie tapino Per gli error del deserto, e nulla ha scorta. Odi il vento che fischia, odi il canino Ulular lungo: e ogni altra voce è morta. Tutta molle la chioma ho di rugiade, Che và piovendo la notte squallente; L' alma mi trema, e di terror mi cade. Odi più sempre, e più di lito in lito Fremere i venti: e che farò, dolente! Se di fiero leon scoppia il ruggito!

XI

Quae est ista, quae progreditur quasi aurora consurgens pulchra ut Luna; etc. Cant. Cap. 6.

Chi è costei che muove al par d' aurora, Che di rose vestita al inondo sorge, E di limpide stille i campi irrora; Si che in vita ogni morta erba risorge ? Bella come la luna che ristora, Con quel candido suo lume che porge, Lo squallor della notte, onde si scorge Tal notturna bellezza che innamora; Eletta come il Sol, che mentre bea Il Cielo, della terra li deserti Scalda, avviva, rallegra, anima, crea; Terribil come esercito che stei Per battagliar ne' vasti campi aperti, Minacciando terror — Chi è costei?

XII SULLO STESSO ARGOMENTO

Chi è costei, che muove il piede allegra, E come il mattutino astro scintilla, Che perpetua versando eterea stilla I fiori, e le appassite erbe rintegra? Bella come la luna onde la negra Squallida notte è consolata, e brilla Della luce bellissima tranquilla Che tutto il taciturno orbe rallegra Eletta come il Sol, che solo incede Pei deserti del Cielo aerei campi, E di notte all' orror vita succede; TerribiI come esercito che accampi Pronto alla pugna; ognun ne teme, e crede Che terribil la morte orma vi stampi.

XIII

Veni dilecte mi, egrediamur in agrum, commoremur in villis etc. Cant. Cap. 7.

Vieni, diletto mio, scendiamo al campo, Scendiamo tosto, e abiterem le ville; Troppo è l' amor di che nell' alma avvampo, Sicch6e anche il viso avvien che ne sfaville. Dell' aurora novella al roseo lampo Andrem della rugiada infra le stille Per li vigneti floridi; ed al vampo Del meriggio ci avran l' ombre tranquille. Alla vigna d' intorno guaterai Se il bel frutto che attendi è fatto molle, E di tua propria man lo coglierai. I freschi fiori, e l' erbe pur mò sorte Ci saranno di letto in su quel colle; Sai che forte è l' amor come la morte.

XIV

Anima mia liquefacta est ut dilectus locutus est, etc. Cant. Cap. 5

Suon di limpido rivolo che casca Dalla molle di fresce erbe collina, Aura che và parlando colla frasca, Che novella s' aperse e mattutina; Serenità che dopo la burrasca Pura in Cielo si spiega ed azzurrina; Vigile capinera che s' infrasca, E previene col canto la mattina; Ο qualunque altra sia cosa mortale, Che sull' umana tempra abbia più possa In confronto alla tua voce non vale. Poich6e quando sentire a me si fece Tutta l' anima mia tanto fu scossa, Che nel sentirla il cuor si liquefece.

XV

Fulcile me floribus, stipate me malis quia amore langueo, etc. Cant. Cap. 2.

Deh folcetemi intorno di que fiori Che più puro, e fragrante hanno l' olezzo E solo accarezzati da un olezzo Sul lucicar de' mattutini albori; E molli ancor de' rugiadosi umori, Voi di cui il cuore a puntate è avvezzo, Deh li portate, e sia la rosa in mezzo Immago di virginei splendori. Ve' che d' amor mi langue la pupilla, Langue la bocca, e il viso tutto, e il core Nel profondo d' amor mi disfavilla. Stipatemi di poma; or che vi miro Tutta l' alma d' amor mi langue; è amore Tutto quanto ond' io parlo, ond' io respiro.

XVI

Surge Aquilo, et veni Auster . . . perfia hortum meum, etc Cant. Cap. 4.

Il vol veloce apportator di gelo Ora Aquilone furibondo acqueta. Sorga soave sibilo dal cielo, Che le campagne al mistic' orto allieta. Piova da lui fecondatore il velo Della rugiada che tutto disseta, E dà eteree fraganze ad ogni stelo Col dolce raggio del divo pianeta. Piovano stille e sieno mattutine, E seròtine sien, che allora al mondo Ogni squallor scomparirà di spine; E tolte queste alle create cose, Il mistic' orto apparirà fecondo D' intatti gigli, e di virginee rose.

XVII AL NOB. SIG. CAVALIERE PAOLO CONTE MERCATI AMICO DELL' AUTORE

Lieve fischiar di giovinetta frasca Che di bel tempio protegge le mura, Gorgoglio di ruscel che dall' altura Di collinetta a rinfrescarla casca, Sembra, che la pensosa anima pasca Di sacre cose, e che dalla verzura, E dal ruscello trepido la fura, E in ciel la porta, onde salute nasca. E questo loco, ove silenzio ha regno Forse perch6e religion s' aggira, Fà meditar ogni mortale ingegno. Sciogli tu dunque il labbro al nuovo tema; Ch' io non sento, se qui l' occhio rimira, Ο ingegno che paventa, ο man che trema

XVIII UN GIOVINE MORIBONDO AL SUO AMICO

Ecco mio dolce amico, apresi l' urna Che mi deve albergar frà le tenebre, Già la bella per me lampa diurna Si nasconde per sempre alle latebre. Parvenze omai d' oscurità notturna Alle pupille mie si fanno crebre, E mi par di veder la taciturna Sacra schiera intuonar l' inno funebre. Addio! Sò che amistà mi serberai, Perocch6e nelle care alme sincere Dura oltre morte, e non si estingue mai. Vieni allor che sarò sopra il feretro A porgere per me calde preghiere, E vieni allor che diverrò scheletro.

XIX Lamenti della Nob Sig. GIOVANNA MARTINENGO CARRER nel vedere presso la Chiesa vicina alla sua casa alcuni giovani dell' età del suo figlio Nicolò di cui poco tempo prima era stata priva

Ο giovinetti, pàr simili siate Al dolce figlio che mi tolse morte! Ahi, che stando del tempio in su le porte Voi la doglia materna esacerbate Or voi leggiadri giovinetti andate Alla madre che fia che si conforte. Non così il mio; che giacciono di morte Le reliquie del figlio addormentate. Ah ben presto avanìo la mia speranza! Com' oggi ei ritornava dalla festa Col tripudio del canto e della danza. E or basso in faccia ad ogni madre ho il ciglio, E a lei mia doglia appar si manifesta, Che non s' attenta a ragionar del figlio.

XX IL GIUDIZIO FINALE (Con rime obbligate)

Sorgon trombe del mondo ai quattro termini, Che fanno rimbombar gli spazi eterei, E fan col squillo che ne' regni aerei D' un Dio lo sdegno inferocito germini. Vedi che sbucan dal letto dei vermini Mille crin rabbuffati e visi cerei Quasi volendo ai silenzi funerei Trattenersi, onde il Cielo non li stermini. Tutto il mondo si fè fornace torrida Al perpetuo fischiar d' irato fulmine, Poscia caverna silenziosa ed orrida. Qua piomban corpi nell' inferno lividi, Là volan corpi nel celeste culmine D' eterea gioia immortalmente vividi.

XXI L' AURORA (Colle stesse rime del precedente)

Spunta l' Alba del Ciel dai bianchi termini E và incedendo per gli spazi eterei, Al divino alternar dei passi aerei Quelia via di ligustri avvien che germini. Tutti la senton già, perfino i vermini; Tutti allegransi già, perfino i cerei Visi attristati di pensier funerei; Nè più l' alma di doglia è che si stermini. Par che prometta il Ciel non più la torrida Vampa scagliar dell' adirato fulmine, 'Che fà la terra silenziosa ed orrida. Ve mille fior fatti dal nembo lividi Verso del rilucente azzurro culmine Sullo stelo rizzarsi e farsi vividi.

ΧΧΙΙ SULLO STESSO ARGOMENTO (Con rime obbligate)

Sorge l' Aurora; odi d' augelli un gemito, Vedi d' ale amorose un dolce tremito, Odi aurette vaganti eccitar tremito Nel bosco di bei fiori, e fronde gremito. Fà le strade del Ciel tutte sorridere, E và col lume ogni alta stella a uccidere Vedi Ninfe in bei cori si dividere, E con mano innocente i fior succidere, Chi raccoglie gesmino, e chi filliride, E si van sollazzando al suon di cetere, E a lor ride dei rai più bella l' Iride. Deh perch6e i' ali il mio pensiero ha gelide! Vorrei l' Aurora incoronar nell' etere Cogl' Inni che volar sì belli in Elide.

ΧΧΙΙΙ LA MORTE

Giaceva immerso in sonno alto, e scorgea Smilzi fandasmi, e udia bisbigli e voci, Quando repente all' ultima vallea Mi portaro i pensier foschi e feroci. Tutta piena la luna in Ciel splendea, Ed io là delle fosse in su le foci Forsennato correva, e mi parea Legger gli anni ed i nomi in sulle croci Morte sbalzò, che d' ossa avea ghirlanda, E le gravi alternava orme tremende Per lo squallor della funerea landa.

E stendendo il suo braccio ischeletrito, Ve' il loco, ove convien che tu discenda, Disse la fiera, e mi svegliai smarrito.

XXIV LA GASΤIΤA (Con rime obbligate)

Sorge nel mistic' orto alta una Rosa Verso l' alba ondeggiante in su lo stelo, E dalle frondi sue tutta è nascosa, Che le fanno al pudor virgineo velo. D' esse a traverso appena scende; e posa Rugiada candidissima di cielo, E appena quelle foglie a baciar osa Il più puro d'amor — Zeffiro anelo. Colui che d' Ella il casto crine infiora Tutto adombrato apparirà nel viso Del candor che sì piace al primo amore. D' Ella serto dagli Angeli si fea Quando giunse la Donna in Paradiso, Di che il Ciel dopo Dio tutto si bea.

XXV LA CONCEZIONE DELLA BEATA VERGINE (Con rime obbligate)

Sorse in cielo improvvisa un' armonia, Ch' iva cantando il bel virgineo Giglio, Da cui nascer doveva il divin Figlio, E circondava Iddio la melodia. Brillava al canto che dicea «Maria» Ogni fronte celeste ed ogni ciglio, E pel Ciel si spandea tale un vermiglio, Che il vermiglio mortai smorto saria. Al nome augusto della Veneranda, D' etereo fior da nulla macchia inciso Ognuno al crine si facea ghirlanda. Un abbracciarsi, ed un baciarsi, e un riso Dappertutto in mirar par che si spanda Raddoppiato il gioir del Paradiso

XXVI L' ANNUNZIAZIONE (Con rime obbligate)

Scende Gabriel lucente al par d' Aurora, E sull' omero ha sparso il crime in onda, Che biondeggia ricinto d' una fronda, Di che pianta mortai non si colora. E il labbro suo, cui fulgor divo indora, Di tal suono a Maria l' orecchio inonda· Salve, salve ο Maria, da cui ridonda. Ogni grazia che il seme uman ristora. Il Signor è con teco eterea Ninfa. Che sperderà del rio peccato il nembo Della grazia lustrale colla linfa. Sono ancella di Dio, disse, e le ingombra La mente il gran pensier che ha un Nume in grembo, E il bel pallor dell' umiltà l' adombra.

XXVII LA MORTE DEL GIUSTO (Con rime obbligate.)

Giace il giusto al suo letto, e in aria dolce Il labbro moribondo a Dio dà lode, Il languido gli s' apre occhio, e ne gode, Che speranza del Cielo il cor gli folce. Col perpetuo pregar la mente addolce Onde Satano a lui non faccia frode, Quand' ecco che improvvisa una melode La sua divina farfalletta molce. Vien, dicea· della luce entro la fonte, Nè ti sarà più mai tolto 1' ameno Etereo giogo del divino monte. Dopo un lieve affannarsi alfine uscio La bell' alma dal carcere terreno A guisa di sospir caldo di Dio

XXVIII LA MORTE DELL' EMPIO (Con rime obbligate)

Ecco l' empio al suo letto, alto di morte Nell' orecchio suonar sente le tube, Ei sente che non fia che più si rube Della temuta eternità alle porte. Ruota le luci comma l' Orsa torte Che sovra i figli minacciati cube, Invan quell' empio, invan si sforza, e jube All' anima di sostenersi forte. Egli smania deliro, e nell' interno Del mal vissuto scellerato petto Già già si sente anticipar l' inferno. Ei vi piomba alla fin laggiù confitto, Ed allegro il Demonio maledetto Cli die' l' abbraccio ch' ei dava al delitto.

XXIX L' INFERNO (Con rime obbligate)

Fiamma infinita perpetua balestra, E n' è pieno ogni piano ed ogni soglia, Là nella casa dell' eterna doglia In alto, in basso, ed a sinistra, e a destra. Della bocca de' rei si fa fenestra E degli occhi; e penètra entro la spoglia, E fremendo feroce vi gorgoglia L' alto sdegno di Dio che li sequestra. Come per aiutarsi entro quei chiostri Spesso fansi de' bracci al collo ceppi Quei lordi di peccate infami mostri! Vampeggiando dagli occhi e dalla bocca Sta sovra igniti adamandini greppi Di Dio lo sdegno inferocito, e scocca.

XXX LA LUNA (Con rime obbligate)

Ecco pei regni candidi siderei Incoronata il crin di bianche rose Appar la luna, e per quei spazi aerei Le stelle inanzi a lei restano ascose Ecco che dai silenzi escon funerei Guatandola abbracciate ombre amorose, Hanno crini scomposti, han visi cerei, Hanno guance di pianto rugiadose. E ciascuna dicea: bel astro vergine Che là sù qual ruscel cinto di fiori Vai scherzando coi raggi, e i raggi aspergine, Eri tu testimon da quell' ampiezza Celeste, il dì che candavam gli amori Coi cari oggetti di mortai bellezza

A SAN DIONISIO [212]

(Sonetto Improvvisato nel tempo dei terremoti, succesi in Zante nel dicembre 1820 e gennaio 1821).

Ο Dionisio, che, augusta anima pura Tieni di cantade i primi seggi, Questa isoletta misera proteggi Onde non la colpisca altra sciagura. Popolata di pianti e di paura Vedi ogni casa ed ogni via: sorreggi La nostra mente, perch6e non vaneggi Nel timor che si solva la natura. Deh! tu t' accosta dell' eterno al trono E lo prega onde l' isola non resti Dell' ultima rovina in abbandono. E se nulla risponde il tuo Signore, Gli rammenta l' asilo che tu desti Del tuo fratello al barbaro uccisore

ZACINTO

Rise natura e surta ecco Zacinto, Dal bel seno dell' onde; ecco di mirti Il crin incoronati eterei spirti Scendon fuggiti dal venereo cinto.

Par di bellezza ogni suo loco avvinto; Che non sursero quà squallidi ed irti Colli a quel bel sorriso anche le sirti D' erbe l' arduo dirupo hanno dipinto. Giacquer le valli, alzar le teste i monti, E su strati di rose, e d' amaranto Mormorando spignean le linfe i fonti. Elato surse alfin, che dall altura L' occhio scorrendo pel campestre ammanto Possa veder quanto può far natura.

IL PENTIMENTO

E verranno a purgar le vergognose Tante brutture i pentimenti ond' ardo? L' apre alfin il mio core all' amorose Voci di Cristo, a cui la colpa è dardo. Spesso chiuso nel manto, che gli pose Già per ischerno il popolo bugiardo, In vision m' appare, e le nascose Macchie antiche dell alma spia col guardo E dolce si lamenta a me con molta Tenerezza e mi dice: e perch6e figlio. E perch6e mi traffiggi un· altra volta ? Indi col braccio di pietade stanco Mi rivela le piaghe onde vermiglio E tutto quanto il benedetto fianco.

A MARIA

Chi è Costei che à piè del duro tronco Trema, come al soffiar d' aura la frasca, E dimostra che in cuor tanta ha burrasca Che dolce dir puoi d' altra doglia il bronco? Ahi! ch' ogni accento al labbro smorto è monco, Ond' è che il duol più fiero in sen le casca, E l' occhio aspetta d' ogni lume cionco Che morte nella faccia a Gesù nasca. Questa è Maria, che guarda il Divin duca Il Figlio suo, che la languida testa Piega a mirare ove non è che luca. Perch6e piegolla, e non la tenne forte ? Che in quell' atto in mirar la madre mesta Sentissi in cuore raddoppiar la morte.

SOPRA BONAPARTE

Vidi l' umanità che in seno stecca Sentia di doglia, e si batteva l' anca. Spesso al Tiranno alza la faccia bianca Perch6e non trova alle ferite becca. La midolle all' afflitta assai rimbecca La doglia ed erge a lui la mano stanca Poi gli mostra le piaghe ed ei la branca Nelle piaghe le caccia e il sangue lecca. Il cuor di febbre ardente gli tentenna Di far del mondo di rovine massa E spinge al mar dell' empietà l' antenna. Rimorso l' indurata alma non ange Che lo precede, ed il cimiero squassa Il crudo re dell' infernal falange.

INCORONAZIONE DELLA BEATISSIMA VERGINE

L' almo figlio a Maria una corona Pose sull' immortai fronte sereno E sentissi improvviso un inno ameno Che le volte del ciel tutto rintrona. Mentre di Dio la Madre s' incorona Vivissimo da lui parte un baleno Che ogni angelico viso arde, ogni seno Sicch6e l' inno più estatico risuona. Mentre Ella incede uscian tali splendori E sì forti da Lei che de' superni Più vaghi se ne fean gl' immensi cori. Sul trono umile la vergine ascende, Stan muti di stupor i colli eterni E ogni pupilla in lui s' affisa e pende.

A LORD GUILFORD

Addio se parti, et mentre in mar tu sali Tu vera speme della nostra gente Spesso rivolgerai nella tua mente I disegni per noi, magni e regali. Veggio innanzi volar sull' immortali Penne di Grecia il genio rilucente E andar nella tua nave obbediente Di retro al guidator fischio dell' ali. Ecco intanto del mar l' onda imbrunirsi E a te intorno allegre tutte in volto Tutte dell Odissea l' ombre affollarsi. E innanzi a tutte collo sguardo arguto Il Re, da cui non so se fia rivolto Al gran genio od a Te primo il saluto.

Sub umbra ilius quem desideraveram vedi etc.

All' ombra alfin della bramata frasca E lunge io son dalle mondane mura Dalla cui perigliosa e negra altura L' alma alla strada del peccato casca. Sento l' aura onde avvien che il cuor si pasca Neil intatto splendor della verzura Che alla terrestre tenebria lo fura E fa che in esso eterna luce nasca. Il so che Cristo in su quest' ombra a regno Che invisibile intorno mi s aggira E mi dà forza di non basso ingegno Sempre quest' ombra avrà il pensier per tema Mentre questa il pensoso occhio rimira Non mi piange, più il cuor,e non mi trema.

LA CADUTA DI LUCIFERO

Cade il superbo, ed apre spesso e serra L' ala annerita e nel calar giù romba, Cade alfine e gli fa perpetua tomba Il rio squallor della dannata terra. Appena giunse il demone sotterra Col fragor di che spinge il vol la bomba Surse e cantò fra gl' angeli una tromba L' accadimento dell' infame guerra. Giace quell' empio e i suoi pensieri a frotta Del passato gioir gli parlano forte E accrescono l' orror della sua rotta. Fra l' eterno tacer grida con tutta La possa, chiama la seconda morte Ma invan che il ciel gli eternerà la lutta.

SULLA MORTE DI PIO VII (Con rime obbligate)

Correa luce e infinita una melode Dalla parte de cielo ond' ei salia; Ma da quella onde mosse altro non s' ode Che di grida lugubri un' armonia Die pietosa uno sguardo a queste prode Per lo trono che vaca; or che s' india E vede un coro e della vista gode D' ogni santa virtù che lo seguia. Ma vieni al bacio mio, dicean ripieni Di dolcezza immortai tre suoni in uno, E mille voci ripeteano «Vieni» E l' ebbe e al par di mattutina stella Brillò, ne v' era infra i Mitrati alcuno Che mostrasse di rai luce più bella.

IL PARADISO

Il sole eterno vidi, ed in lui fiso L' occhio tenean di spirti immensi cori Tanti quanti non ha la terra fiori, Ea baciare si gian viso con viso. Dal sole eterno partiva un sorriso, Che fea cresser agli angioli gli ardori, Che abbracciati cantavano gli amori Onde tutto è ripieno il Paradiso. Cominciavano danza i cherubini A guisa delle dolci anime amanti E danze rispondeano i serafini, Ed io cogli occhi del pensiero intenti A quei mi stava abbracciamenti santi, E pe' miei versi ne traea concenti

SONETTO

Ecce lu pulcher et dilecte mi et decurus etc.

Quanto bello se' tu! di qual celeste Ineffabile lume ardono gli occhi, Onde i miei si fan chiusi alle tempeste Di questo mondo e da piacer son tocchi Oh! quanto sante hai tu le labbra, e preste A verità che al core avvien che scocchi; E' immacolata la corporea veste Al par di neve che candida fiocchi. Su fiori, figli dell' eterno aprile; Giaceremo, cui nutre zeffiretto D' odor di vita eccitator sottile E l' innocenza a nostri giorni intenta Sieda a custodia del florido letto, Ne di serpe giammai fischio si senta.

LA NATIVITA DEL SIGNORE

A riparar dell' uom la colpa ria L' aspettato ecco già figlio Divino. La guancia accesa d' eterno rubino, Dolce lo stava a contemplar Maria. Oh ineffabil portento! Egli vagia Per fare d' ogni lupo un agnellino, Onde il mortal più non si pieghi a inchino Al serpente infernal che lo lambia Come raggio di sol limpido e dolce, Che trapassa pel vitreo sereno Di conca cristallina, e non la molce, Tal spuntò della verga il divin fiore, Che forte trasse a riposar sul fieno Il suo da noi mal conosciuto amore.

SULLA MORTE DIGESU CRISTO

Gesù appena il superno alzò lamento Tutto il creato di doglia si scosse, Ed ogni estinto allor non sonnolento, Ma atterrito negli occhi in pie rizzosse. Tosto un angel dal ciel ratto si mosse, E gridava in un suon pien di spavento, Gridava all' atterrito orbe chi fosse Colui che sovra il legno era già spento. A tutti i Divi i crin rizzarsi in fronte. E le guance immortali apparian smorte, E i rai chiudean per non veder quell' onte. Tutto il mondo a quel duolo era consorte E par che si lamenti il piano, e il monte Di servir di teatro a quella morte.

LA RISURREZIONE DEL SIGNORE

Cristo vestito di superno lume Surse dall' urna e diede a morte assalto. Pien del potere onnipotente ed alto Stette qual pianta di monte al cacume. Angiol vestito di superne piume E rivolto gridava altero, ed alto Acceso il viso di fulmineo smalto, E la pupilla accesa d' igneo fiume. In ciel si fe più rilucente l' onda, Si fe allegra fra i spirti ogni pupilla Ed ogni crin si ceronò di fronda. Di Dio la grazia non surge di vena. Ed oltre il nostro dir profonda stilla, Ed è profonda sì quanto è serena.

L' ASSUNZIONE

V è la vergine assunta; ivan redivano Mille d' intorno a Lei spirti, e splendeano E quanti raggi il sol vibra all' oceano Tanti dal cielo ad incontrarla escivano, E innanzi il Figlio suo, nè fia che scrivano I versi miei quale tra lor si feano Accoglienze divine, onde si beano Tutti gli angeli in ciel che le sentivano. Steser le mani ad un abbraccio; e un giolito Doppio si sparse, e un rituonar di cetere, E un suono, e un canto, ed un splendore insolito A quegli amplessi nella terra stillano Tali rugiade di piacer dall' etere Che a guisa di lucenti astri scintillano.

SONETTO

Fuge dilecte mi etc.

Fuggi diletto mio di quà lontano E cerca aura miglior che si console; Perocch6e questa terra è un oceano Di colpe, e lorda è la mortale prole. Deh! fuggi presto per l' etereo vano. Sotto i piè rotear vedrai lo sole, Nè colassù sarà ascoltato invano Il suon celeste delle tue parole. Ma deh! non ci lasciar soli, che forte La lusinga del mondo ingannatrice Ci porterà l' eterna ombra di morte. Deh! fa la melodia della tua voce Risentir a noi gente peccatrice: Resta, e per te trionferà la Croce.

SONETTO

Una est Columba mia etc, (Cant. 6. v. 8)

Una è la mia colomba, una; ed alberga In campo aperto ove non è squallore, E ove avvien che la pura aura la asperga; E il sole le innocenti ale le indore Deh! nessuno augeletto il volo verga Dal di lei canto che langue d' amore, Che chi a quel canto suo volge le terga In un momento illanguidisce e muore, Le si vadano intorno radunando Tutti i dipinti albergator dell' aria Baciandosi d' amore, e sussurando Senza timor le stiano sempre insieme Perch6e la colombella solitaria Dell' artiglio del nibbio unqua non teme.

SONETTO

Veni de libano, sponsa mea.

Fra già l' ora in cui stellatto è l' etere E il primo sonno i sensi miei delibano Quando voce sentii che al suon di cetere Vieni Donna, dicea, vieni dal Libano. Vieni il ciel tutto quanto udii ripetere In suon che i versi miei non fia che scribano, E le strade s' empian tutte dell' etere, Di viva luce e d' odoroso olibano. Quando apparve improvviso un sol fra gli angeli, E spingo i bracci in alto, e disintricoli, Che amor delle bellezze eterne tangeli. Ahi! perch6e sparve e perch6e questi labili Sensi invece di star infra i cellcoli Son qui tra il vizio, e la virtude instabili?

SONETTO

Mentre vanno con altri a competere Cantor bugiardi e fiori ascrei delibano. Io vo ispirarmi infra l' eteree cetere, Ispirarmi fra i cedri alti del Libano. Quei che Dante godea carmi ripetere Fia che grado stil da me si scribano, E saliranno al Creator dell' etere Fragranti al par di vaporoso olibano. Sempre i miei versi parleranno d' Angeli, E degli uomini guasti io disintricoli, Che fuor che la melode altro non tangeli E così fia che i miei pensieri labili Spesso ergendosi caldi infra i cilicoli Non sien tra i vizio e la virtude instabili.

SQUARCI DI POEMETTO (in lode di un suo amico)

Alla Diva del campo è consacrato Un bosco di Zacinto, in sulle arene Semplice altare in mezzo è collocato Che '1 simulacro della Dea sostiene Sempre al bosco d' intorno l'infiorato Odorifero maggio si mantiene Ed al ruscello il mormorio risponde Degli augelli, dell' aure e delle fronde. Salve ο Diva del ciel bella fra quante Albergano lassù dive leggiadre Tu coll' inno subblime risonante I cuor tu bei delle celeste squadre, Forse ad immago sua quel tuo sembiante Di sua mano ha formato il sommo padre, Prima che fra il seren cielo notturno Rispledesse di Cericia il riso eburno. Tutto, ο Diva, tu puoi, per te fur votte Del gran fato le leggi inesorate, Quando fra il buio delle inferno grotte Di cetra armato andò l' Adrisio vate, Sentì il Re crudo dell' eterna notte I palpiti d' amore e di pietate, E ogni alma in mezzo al suo tormento atroce Si restò senza moto e senza voce. In cupo tenebroso orror profondo Tutte giaceano di quaggiù le cose, Tu sentisti pietate, e l' inno al mondo Mandasti con le corde armoniose, Toccò la cetra, ed a quel suon giocondo Sputarono fragrante erbette e rose, Spuntar vive le chiome agli arbuscelli E per l' aure correa canto d' augelli A quel magico incanto al cangiamento Di natura totale ed improvviso Tutti i mortali ad ascoltare intento Fermano il mesto rabbussato viso; Ognuno il cuor d' insolito contento E di dolcezza si senti conquiso, E i volti ov' era pria mestizia accolta, Di sorrisi brillar la prima volta. D' amoretti seguito da un bel coro Sciolse amore dal cielo il vol non tardo Sulla terra quetò le penne d' oro, E volse intorno dolcemente il guardo, Poi sulla molle scorza d' un alloro Con l' ancor innocente aurato dardo Incise, aprendo un sorriso giocondo: Incise, aprendo un sorriso giocondo: Io farò sempre avventuroso il mondo. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . E oltre quelle virtù, figlie del cielo, Che in esso riconosco, egli avrà accolta Forse qualche altra entro il suo core e un velo L' asconde ai grandi, e in se la tiene avvolta Così nascose nel materno stelo La regina dei fior giace talvolta E bench6e ignota al guardo sia, l' aurora La conosce la nutre e la colora.

SQUARCI D' UN POEMETTO (in morte di un giovane Poeta)

E quinci tutto esterefatto in faccia Col pensier mi spingea sopra la dura Tenaria porta e protendea le braccia.

E d' averno (vedrei) il custode inesorato Fra le bramose fauci viarse Gorgogliar lo tergemino latrato. E il fioco pianto e il duro lamentarse Gli urli feroci e le vampe sanguigne La frà il cupo indeggiante acre quetarse. . . . . . E cauto incederla per l' aer tetro Pensando ai desiati abbracciamenti E allor ma no che volgeriami indietro. Sì dicendo dell' alma i marimenti Fremean cosi che indietro gli occhi torsi Di desiderio che di temenza ardenti. E una fiammella rilucente io scorsi A me venir che lieve approsimando Uno spirto in suo grembo aver m' accorsi. . . . . . E dell' aure portato in sulle penne L' innalzava quel nuvolo celeste E la giunto tra gli astri astro divenne . . . . . E ogni astro pel sereno aere s' udia Salutar il compagno astro novello Gareggiando di luce e d' armonia. . . . . . Saliano lente al ciel nuvole inteste Di freschissime rose, e fuor gli amori Sporgean le bionde ricciutelle teste . . . . . E per l' ampia degli astri aurea famiglia Spirto amante t' aggiri, e del tuo verso Altre labbra coroni ed altre ciglia. . . . . . Si fermò di quell' onda annunciatrice Fra il tremulo degli astri aureo sorriso La silente dei cieli imperatrice. . . . . . Fisse in cielo i sereni occhi ridenti E dal volto la vaga ombra mettea D' amoroso desir fiammeggiamenti. . . . . . Indi chi è costei che move il piede Leggiadra al par dell' amorosa stella Che solinga tra il puro etere incede? . . . . . E geme a guisa d' agnelletto quanto In fra i mesti silenzi della notte La perduta compagna va belando. . . . . . Le squille che pareano in lontananza Pianger flebile il giorno che moria Di quel dì . . . . . . la rimembranza. . . . . . In che l' amico infelice sentia L' estrema approsimarsi ora, ed estrema Ad Elivira cantò la melodia. . . . . . E tu quel grande imiterai che seco Neil' ultima vallea pennelleggiando Ritrasse il di cui sarà muto ogni eco . . . . . Torna spesso alla terra ov' ei riposa La prima volta che cade la neve La prima volta che s' apre la rosa . . . . . Io lo veggo sull' ale, e pari a lento Bisbigliamento di funerea fronda Lungo per l' aere il sibilo ne sento. . . . . . Forse là, mentre a lui dentro le vene Bollia l' estro ond' è Italia emula a Roma Il fragor lo scuotea delle catene. . . . . . Ed oggi ancor mi trema nella mente Qual la madre alla sponda accelerava Tutta cogli occhi alla nave fuggente . . . . . E giunge e tutto il pelago guatava Pallida, e colla mano n' attignea Deprecandone l' ira e lo baciava . . . . . Misero la suprema ora sentia Appressarglisi, e gli occhî amor di fama Gli affaticava al sol che gli fuggia . . . . . Giammai gleba giammai te di verdura Il bell' anno ristori ma ti porti

Su qualche abbandonata sepoltura . . . . . Dolce a quisa di flauto che frange I lontani silenzi della notte Balzò la donna innamorata e piange. . . . . .

O D E SQUARCIO

La luna più lucente Dentro l' onda rincrespasi, Che della Dea nascente Alle forme virginee Sterati animando avvolgimenti Di purissimo lume uscir lucenti, Che rugiadoso e tremulo All' alternar dei bei passi divini Lampia degli occhi di cerulo, L' aureo lambia dei crini E della gioia il fremito correa Per tutto il mare a salutar la Dea.

LA NAVICELLA GRECA [213].

Dalle piccole navi, ove s' assise La vittoria, scendeano i nostri prodi, Risonanti nell' armi, su la ferma Terra, che poco pria tanto balzava. Nel saluto che adiano, eran le voci Come mar burrascoso, e di repente

Diveniva la terra e la sua polve Un Olimpo di gioie; e in pianti e in grida, Verso la testa degli eroi divina, Stendean le braccia a modular parole Degne dei vati, perocch6e ciascuno L' anima si sentia d' anime piena. E i fanciulletti, e le pudiche, e schive Degli sguardi e del sol, greche matrone, Le fenestre occupàr fiori gittando, Con mani che parean quelle dell' alba. La vittoria così, Vate, talvolta Coronar si solea; ma or tu col canto Offri ad altra vittoria altra corona.

Grande e bella, ο Cantor, l' alma dell' uomo. Sotto il riso d' un ciel che non ha nube, Stan soffermate a ragionar fra loro, Quinci un Anglica prua, quindi una Greca. La gran donna del mar chiese: Ove vai ? E a lei la disarmata navicella: Vo camminando dall' un mare all' altro — Cessa tosto e mi segui ov' io ti tragga, Tu che dall' uno all' altro mar cammini. — Un istante fu quello, un solo istante; Ma allor terra non più, nè mar, nè cieli, Nè presente alcun dio: ma Libertade In que' petti ponea tutta sè stessa, Ed in pensieri onnipotenti e molti Ragionava là dentro, ed esultava Siccome in mezzo all' oceàno il sole. Nè tra lor fu più moto altro che un solo. In breve spazio strinsersi concordi, Tutti silenziosi e tutti fisi. Cogli sguardi lucenti, all' erta face, E all' ampio mar, che accoglierà fra poco I devoti ad onor corpi distrutti. E già è presso alla polve la favilla, Ma corse l' Anglo e l' impedì col grido.

Or se tu canterai la nobiltate Di chi fermõ ebbe il cor, la nobiltate Dell' Anglo che l' cor volse al suo bel segno, Godendo come suo l' atto divino, Fia che sorga una voce e fia che dica: Salve, d' eterna terra inclito figlio, Ove grande fu sempre il canto e l' opra, Nelle prospere sorti e nell' avverse; Ove la pietra e l' arid' erba è buona; Ove barbaro giunsi e tal non sono.

SAFFO

Figlio d' inclita terra, u' lo straniero Trova la patria, e il barbaro gli Dei, Deh! in questa fragorosa, in questa breve Sponda del tempo, ove sem noi, m' ascolta Dalla sfera dei canti, ove tu regni.

Questa notte m' apparve la fanciulla, Che fu Musa di Lesbo. Avea la mente Nell' abisso dei fati, e mai non guarda Ai mari, ai monti, alle campagne intorno, Come fosse il creato a lei straniero. Ma dai cieli propinqui e dai remoti, Le stelle tutte, in tutta leggiadria, Vedean por l'orma un' altra volta in terra La divina infelice; e da que' mondi, E dall' etere tutto, un riso piove D' ineffabile amor sul coronato Capo pensoso, e sul virgineo petto, Che fu rotto dal duolo, e a cui rimase Unica speme, unica dea, la rupe. Di repente a me visto la fanciulla Volse il guardo, e la mano e la parola.

Ahi, che la terra è piena di misteri, Nè tutti il loco, onde vegn' io, li svela! Un di, nel fiore del mio terzo Aprile, Nel talamo ove nacqui alla sventura, Mentr' io maravigliava al tempestoso Balzar del cuore, e vi tenea la mano, Mi stette innanzi una femminea larva, E in suon profondo e a nostre voci ignoto: «Prendi, e vivi brev' ora e desolata »Su l' attonita terra,» e sì dicendo Mi posò l' immortai fronda sul crine. Fosse ciò in sogno, in visïone, ο fuori, La mente non obblia quella figura, Ch' era tremenda, eppur serbava in volto L' alta beltà, che poi die' Fidia al marmo. Or quando fia, chi sarà mai, che alfine Mi sveli il ver, che tante volte io chiesi A tanti spirti, in tante sfere, invano! Così disse, e a me aggiunse altro ch' io taccio

Ma tu, che suoli aprir la mente, ο Vate, Come dîa nube d' or piena di Numi, Tu rivela il tuo senno e fia gran dono, E fia conforto all' immortale afflitta, Che magnanima al vero erge la mente Dalla casa dei morti, e rivelati Chiede gli arcani all' altro mondo e a questo.

FRAMMENTO L' ALBERO MISTICO

S' erge il valido tronco alto su questo Nostro suol, che alla vita è culla e tomba; Alto sul tronco il frondeggiar, che tanta Parte abbraccia di dolce aria serena; Ma scoperta non è la sua verdura: Gaio posa uno spirto in ogni foglia, Sì che l' albero immane intero tutto Splende, e canta, lontano assai vibrando Gli astri del cielo, e i fremiti dell' arte.

ODE A V E N E R E (Con rime obbligate).

Aura diva in su i zaffiri Del mar queto i vanni tremula, In bei teneri deliri Carolando, ond' esca l' emula Di natura, che fecondo E leggiadro farà il mondo.

Esce; e uscendo per incanto L' onda intorno a lei s' intumida, E si fa, per darle ammanto, Nuvoletta azzurra ed umida; Tal si mostra in su lo stelo Rosa a cui rugiada è velo.

Tosto ascende in sulla conca Sua marina, e tutti gli animi, Ch' eran usi alla spelonca, Dal piacer fur quasi esanimi; Splende l' onda in tutti i fonti, L' erba infiorasi sui monti,

Mormorii, sospiri, accenti, E di lagrime un diluvio, Non son altro in tai momenti, Che di gioia un dolce effluvio; L' uno all' altra i baci rende; L' altra all' un le braccia tende.

Van d' un antro nel ritiro Il fior vergine ad offendere, Col dolcissimo martiro, Di che suolsi ogni alma accendere; E piacer eterno fiocca Dalle ciglia, dalla bocca.

Scese Giove, or che nell' arca Dell' obblio fuggì Perfidia, E amoroso il ciglio inarca, E non come il trasse Fidia; E del mar correa le linfe Co' suoi Numi e le sue Ninfe.

Vede Venere i portenti Che sorgean al suo bel nascere; Nè più il duolo di lamenti L' alme umane andar a pascere, E quaggiù, d' amore in pegno, Tripudiar l' etereo regno

Vede e ride, e' l riso ogni alma Va di gioia eterna a tangere; Era tal, che data calma Dell' Averno avrebbe al piangere; Ogni loco orrendo e tristo Fronde e fiori a dar fu visto.

Al prolifico sorriso, Eccitando all' ali il tremito, Scende Amor dal Paradiso, E raddoppia all' alme il fremito; Che sul viso egli ha colori Di Venerei furori.

Leva il serto, al crin, di mirto, E alla madre lo va a porgere, Poscia vola ovunque, e spirto Ve' di vita ovunque sorgere, E de' rai con le scintille L' aria accende di faville.

Coronati d' amaranti, Disciogliean il dolce turgido Labbricciuolo a molli canti, E il seguian, fendenti il fulgido Vivid' aere, immensi cori Di ricciuti allegri amori.

Di piacer nettaree stille Vedi piover giù dall' etere Crepitante di faville; E quegl' inni odi ripetere Dal bel tremito dell' onde, Che si rompono alle sponde

ODE PER PRIMA MESSA

Disse dall' alto il Nume Dell' orbe infra 'l silenzio: Sia fatto il Sole; ed inondò di lume Gli spazi interminabili, Caldo del cenno onnipotente, il Sol. Qual, da che 'l mondo irradia, Vide portento mai, che a quello assimile Di tue parole? I secoli E l' universo a interrogar, per l' aere Rapido ï slancio a immenso tratto il vol.

Ve' l' orbe; agli occhi intenti Oh quanti obietti m' offrono Alti, delle trascorse età, portenti Che insiem raccolti parlano Voce di maraviglia al mio pensier! L' acque alla verga mistica Là obbedïenti in due mura s'alzarono, E incorati dagli ululi Di Faraone, in mezzo si spingeano A mille i fanti, a mille i cavalier.

Poi le improvvise mura Al furibondo popolo, Pria di morte, recàr la sepoltura, Mentre al fragore ondisono Alto intonava i cantici Mosè. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . (mancano) . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Mirande opre, che a nui, Oltre l' ombre de' secoli, Cantano la possanza alta di Lui, Che, ove il pensier non penetra, In profondo di luce abisso sta. Sta: ma all' accento mistico Sciogli, puro Ministro, il labbro fervido, E dai seggi siderei, Senza lasciarli, dell' Eterno il Figlio Nel pane sacrosanto a te verrà.

Oh! chi del gran mistero Il nodo incomprensibile Fia che sciolga all' attonito pensiero! Lui, del verso sugli aurei Vanni, cinto di luce, eternerò.

Ma d' addensate tenebre Veggo tale oceàn che non ha termini. Adora, e taci. Tacquersi Riverenti, e adoraro, anche gli Apostoli, Quando Cristo sè stesso a lor donò.

Tutto il sidereo vano Ecco repente ascondere Di luce irrequïeta un oceàno; E incessante uno strepito, Oual di marea contro gli scogli, uscir. Schiere infinite angeliche Pei deserti del cielo in giù scendeano, Negli atti rallegrantisi, E la terra deserta, ove riposano Que' che a noi di sciagura il varco aprir,

Tutte quante accorrenti, E dense, popolarono, E di celeste zelo in faccia ardenti, Concordi alto narrarono Quale il Figlio di Dio portento oprò

Per l' uman seme; e fervido Più sempre e più si propagava un fremito, E i cieli l' iteravano, E della tomba per entro i silenzii, De' primi padri il cenere esultò.

Dunque, Ministro pio, Sciogli l' accento mistico; Offri l' umanità di Cristo a Dio, Per cui Pietade al soglio Poteo del Sempiterno approssimar; E non poteo, quand' invidi I rubelli del ciel di maggior gloria, Taciti meditavano D' appressarsi al gran trono e coll' Altissimo Di fulgore e di possa gareggiar.

Muto per essi è ora II tripudio perpetuo; É muto, e più la luna, e più l' aurora Non fia più mei che mirino Sotto i piedi immortali fiammeggiar. Vide il Signor dei secoli, Immobile nel trono inaccessibile, Il reo pensier degli Angeli, Lo vide appena, e dalle sedi eteree Rapidissimamente inabissàr.

SONETTO SU LO STESSO SOGGETTO

Sciogliesti il labbro ai misteriosi accenti, Che chiamano quaggiù l'Eterna Prole, Li replicò meravigliando il Sole, E ruotò i raggi oltre l'usato ardenti. Beveano gli astri taciturni, intenti, Il suono delle mistiche parole, Indi anch' ei gl' infiniti orbi lucenti Tutti affidàrli alla Superna Mole.

Del ciel l'interminato arco profondo Di vergine sereno era ridente, Tal, che mai così vivo apparve al mondo;

E solo allor, che nell' immenso vòto, Alla voce di Dio, sentì repente Delle stelle e del Sole il peso ignoto.

SONETTO SU LO STESSO SOGGETTO

Stava presso all' altar l' eterno Amore, Di siderea dolcezza adorno il guardo; Seco avea la faretra, avea quel dardo, Onde ha colpito al nuovo Aronne il core.

Stava intento ora al volto, in cui l'ardore Della fè trasparia puro e gagliardo, Or degli accenti al grave suono e tardo, Che annunziava dell' alma il bel candore.

Quando al bacio il Ministro il labbro sciolse, E fu sì caldo in su l'altare impresso, Che Amor dolce sorrise e lo raccolse.

Poi: Come avrai deposto il mortai velo, Fia che tel renda in sulle gote io stesso, Disse, scomparve, e portò il bacio in cielo.

SONETTO IN MORTE DI UGO FOSCOLO

Pianse Tua patria, ο splendidissim' alma, Il dì che 'l Tuo partir de lei le spiacque; E pianse poscia, e invidïò la palma, Che italica, e non sua, tanto Ti piacque.

Ed or più piange, e batte palma a palma, E nullo accento di dolor si tacque, Gridando: Ahi che m' è tolta anche la salma, Che già famosa in terre stranie, e giacque!

Deh! per quei, che Tu avesti, incliti fregi D' ingegno e di virtù, che fur di tempre Che intellette saran sol dagli egregi,

Se non vuoi che Tua patria si consigli Col dolor del suo danno, e pianga sempre, Fa che nasca per lei chi Ti somigli.

SONETTO IN LODE D'UN FABBRICATORE D' ORGANI

Te appena Urania vide allorch6e, pria Del lavor, protendevi a lei l'amplesso, Dai raggi immensi, ov' ella ha trono, uscia A traverso del puro ampio convesso.

Gareggiavan di luce e d' armonia Le stelle, al noto della Diva incesso, E il più sublime armonizzar, che udia, Nella molle accoglieva anima impresso.

Indi a te scesa la sovrana Dea Col bacio ambrosio all' alma ti scolpio L' archetipa degli astri eterna idea:

E tu il grave formasti organo, e ascende Tale il concento maëstoso a Dio, Che ogn' astro ascolta e l' armonia sospende.

SONETTO PER NOZZE

Die' 'l giuro Eurilla, e della gota ascose I ligustri la porpora più viva; Aura, che udisti, su l'ali festose Rapida il reca all' Acidalia Diva;

Ti raggerà, pensando alle vezzose Labbra innocenti onde 'l bel giuro esciva, Faville lucidissime amorose Dallo sguardo immortal che l' orbe avviva.

Fulgida volatrice, indi ritorna Fra i zeffiri compagni, e orgogliosetta Di' lor perch6e così ne vieni adorna;

E vedrai, fortunata annunziatrice, Partirne invidïosa anche l' auretta, Che recò l'aureo crin di Berenice.

SONETTO LA ROSA (Improvvisato con rime obbligate).

Quando sorgeva in ciel, madre pietosa Di pensieri e di casti amor, la sera, In chiusa chiostra entrai, tutta odorosa Di fior, che giace presso alla riviera.

E lì mi pongo a contemplar la rosa, Dei fior fra le beltà beltà primiera, E del seno la porpora amorosa Aperta al cupid' occhio ancor non era.

Zeffiro con la molle ala vezzeggia Il vergine suo stelo, ed essa ch' ama Aprirsi, e teme, il capo incerto ondeggia.

S' apre alfin come labbro innamorato La prima volta, e dolce, dalla brama Di scoprirsi, il suo fuoco è colorato.

SONETTO (Improvvisato) AL CONTE PAOLO MERCATI

Il primo giorno che limpido il sole Si vedrà comparir dall' orïente, Surger farem le quete voci e sole, Là sopra infra l' usata erba nascente.

Volerà molle 'l ischio, come suole, Della mite amo sa aura dolente, E scorrerà il ruscel puro, che vuole Dolce accordarsi al zeffiro ch' e' sente.

Deh! sia ratto esto sole; assai si tacque; Deh! ritorniam fra l'aura sibilante, E fra il trepido murmure dell' acque.

Là ce n'andremo, e là, seduti insieme, Intoneremo il carme simigliante All' auretta che spira, e al rio che geme.

SONETTO LA CADUTA DI LUCIFERO (Improvvisato con rime obbligate)

Cadde il superbo, e ne ridea natura, Colà dove non mai tremola stella; La faccia alza malnata e non più bella, Che gli è tolta del ciel la vòlta pura

La faccia dell' Eterno gli si fura, Ch6e così conveniva all' opra fella, E questo il tristo demone arrandella, Più assai che dell' Inferno la paura.

La divina Pietà, che di zaffiro Immortale è vestita, iva d'un velo Ricoperta i bei rai pensosa in giro;

E già dicendo, per chiarir l' interno Dolore che sentiva a tutto il cielo: Ahi! si comincia a popolar I Inferno!

SONETTO IN MORTE DI STELIO MARCORAN

Ieri mostrasti a me, Fortuna, e al mondo Il giovine, e dicesti in tua favella: Drizza alquanto lo sguardo al verecondo, Se altra forma esser può sotto la stella.

Mira il volto pensoso, ove giocondo Sorride il fior di gioventù novella; Cerca l'anima sua nel suo profondo, E, se puoi, trova dentro orma non bella.

Mira inconscio a sè intorno a trar tesoro Di grande amore, e, allo spirar d' un Dio, Vèr lui chinarsi e bisbigliar l'alloro.

Di tanta speme a te, Fortuna avara, Solo, e misero molto, un ben degg'io: Vivea lontano, e non vid'io la bara.

SONETTO ORFEO

Cantor, che vuoi la Sposa, e corri al cieco Carcere della notte e del' obblio, Non t' incresca se, innanzi a quello speco, Giunsi con questi incliti spirti anch' io·

Tormentoso ne trae fin qui con teco, Di saper del tremendo aere, desio: L' Erebo tutto, e quanto arcano ha seco, Fia schiuso al canto, ove ragiona un Dio.

Vanne, e in dono il Ver porta alle affannate Anime nostre; e tu ben sai che ai cuori Sposa prima e divina è Ventate.

E intanto, sino al tornar tuo felice, Starem la terra a ricoprir d' allori, Per l' orme tue, per l'orme d'Euridice.

SONETTO ATLA S.ra STELLA MAGRì CO ' SOLOMOS IN MORTE DEL FRATELLO SUO SIGNOR DIONISIO ΜACRÌ

Giaceva immoto il fratel tuo diletto, Bianco il viso dell' ultimo pallore, E tu piangendo gli baciavi il petto, Che per te, poco innanzi, ardea d' amore.

Tutto intanto quïete nell' aspetto, Giva in grembo a posar del Creatore, E seguiano lo spirto benedetto Le Virtù, che vivendo ebbe nel core

Corsero tosto dall' eterno lido Ad incontrarlo i pargoli tuoi figli. Che di gioia infantil diedero un grido;

Ei li accoglieva colle braccia espanse Tutti, ma ravvisando nei vermigli Volti il tuo volto, intenerissi e pianse.

EPIGRAMMA AD ALICE WARD

Queste rose, ο Gentil, deh! con aspetto Seren tu mira a' piedi tuoi cadute; Ma come le produsse a tuo diletto Di mia patria la terra in sua virtute, Non altrimenti il mio gioioso petto Dà fuor la speme della tua Salute, E April vegg' io che, mentre a te la scorta, Lascia un bacio fragrante alla tua porta.

EPIGRAMMA AL SIG. CAV. GIOVANNI FRASER

Pien dell' animo mio, del mio pensiero, Vola all' Anglica terra, ο sogno d' oro; Giungi del mio Giovanni in casa, ù vero Ricetto ha Fede e delle Muse il coro; E di: colui, che te vorria primiero Delle sorti terrestri entro il tesoro, Vuol che qui scuota i vanni, e siati dato Quant' ei sentia quando m' avea creato.

LA MADRE GRECA.

Sospesa presso la culla, ο mio dormiente, è la spada; ma la mano che la strinse per la vittoria non è più qui. Lunga è la fossa ehe mi coperse l' amato gigante Senz' esso, per valli e per monti, veleggiano i fumi delle pugne incessanti. Ma l' indifferenza del corpicciuolo, che dondola sotto la mia mano, domani diverrà forza diretta dalla mente, e così il petto sarà pienamente agguerrito per offrirsi ai dardi del destino. Inesauribile è la sua faretra, ma non la vuota su tutti. Ls pioggia de' suoi colpi è diretta verso le altezze dei forti che, fermi in queste, mostrano nella pugna d' essere di progenie divina. La perdita d' ogni cosa, della gioia, della fortuna, dei regni; la perdita di tutto, è nulla, se l' anima resta in piedi. Essa mira d' intorno a sè tutte le rovine terrestri e sorride, e le rovine s'infiorano, lentamente s' infiorano da per tutto, fino al sepolcro. Ma anch' ivi nella polvere tenebrosa pullula il fioretto d' Eliso. Fa presto, amato peso del seno e delle braccia, a farti peso tremendo là dove i torrenti dell' inimico ruggiscono. Ma non è intorno al mio collo che s' avvolgerà la tua mano, ma a quel brando sterminatore. Così le forze del destino, bench6e grandi, anche se cadi, restano come i moti della culla che or ti conciliano il sonno. Fa presto a crescere, altrimenti resterai senza madre. Essa cingerà la spada sotto la poppa. Bandiera e spada, anima e vittoria. Io mi sento dentro l' anima di tuo padre. Io mi veggo cinta da cento Amazzoni. Uomini ο donne, nessuno nella pugna domanderà. Guarda le fosse — ma che mai puoi tu guardare! Infinite fosse sono piene dei nostri morti; cadono i corpi, ma resta l' opera per la patria. Tutti i petti hanno questo solo respiro, che si solve in una universale vampa di guerra, che avvolge le terre e i mari, che ti cinconda e ti fa balzare la culla. Balza, ο culla, con lieto augurio per l' avvenire. Benignamente la fortuna mi arride, perch6e è in questo istante che s' alzano le cortine delle care palpebre, e lasciano apparire il sorriso dello sguardo incerto e tremante su tutto, fuor che su me. Vieni, caro germoglio delle mie viscere; io voglio allontanarmi a lunghi passi da questa casa per un momento, affinch6e ti tocchi la fronte il fumo della pugna, e tu respiri largamente, profondamente, l' accesa polve dell' esterminio

LA DONNA VELATA

Un sogno pieno d' intensa vita mi offerse, nel suo etere mistrerioso, una Figura la quale, bench6e velata, si manifestava divina in tutto, ed anche nel modo di stare immobile.

Dimmi, ospite sovrano di mondo vero, se l' amica del mio cuore è salva, e la più splendida fra le corone del cielo ti stia sul capo, ed il mio bacio, il mio bacio sui piedi Sii tuoi. Più grande di una festa celeste che di rose coprisse i mari, più ricca di essa è una breve parola superna, che penetra nell' orecchio dell' uomo. Dimmi se essa è salva, poich6e udii dire da bocche create sante, che agli occhi increati la neve è lorda. Dal momento che il sepolcro nascose il suo volto al mondo, il quale vedeva con gaudio e con amore la sua orma, e vi spargea la lode, inclito fiore dell' umana loquela, m'angosciava questo dubbio, e più l' impossibilità di solverlo. Allora ogni cosa valida della vita stava incerta dinanzi agli occhi miei, come nel tempio notturno, al muoversi della lampada eterna vicina a spegnersi, tremolano vacillanti le immagini dei Santi, e le pietre dei sepolcri, e tutto all' intorno sembra pronto a sparire allo sguardo. Ma ora che tanta divinità mi sta dinanzi, potrà piantare nel petto mio il Paradiso ο l' Inferno, perch6e essa era, ed è, nella mia anima, quello che è l' anima nel mio corpo. Conobbero la purità del nostro amore i giorni pieni di sole, ugualmente che le lunghe notti passate fra noi. Nessuno mai lo seppe, nessuno mai lo saprà. Fu fonte che corse senza suono, secretamente. La beltà dei pensieri e de' sentimenti, dei movimenti e delle parole, era melodia concorde a quella della figura, e, in tanta dovizia chiaro vedevi il fondo, come in fondo alle acque chiare e profonde del mare, vedi l' immoto sasso vestito di verdura. Da lei emanava la vita, e mi circondava colla forza invincibile, con cui ora la circonda la morte. Nel mio petto pulsava il cielo con tutte le sue voci; ma quando la polvere della tomba diventò tempio al tocco della sua salma, la morte la quotidiana morte, apparve al mondo cosa incredibile e nuova; la beltà delle donne fu per lungo tempo pallida e mesta, e l' uomo pianse, ed apparve fiacco come la donna. Forse resteranno là attorno a lei santificate le ossa incognite; forse i vermi non nasceranno; forse non si corromperà mai essa stessa; forse sarà sempre bella anche là dentro; forse (deliro io?) forse domani risorgerà. Ma perch6e così parlo? Perch6e se tutte le grandezze fossero scese a' miei piedi, anche allora avrei cercato il bene solo negli occhi suoi.

In quell' istante la Figura svelossi, ed apparì l' amica glorificata e ridente.

L' USIGNOLO E LO SPARVIERE

Ascolta, ο Sparviere, il povero Usignoletto. La mia vita è nel tuo potere, com' è ora questo volar sulle nubi, alle quali non giunsi mai. Ma ascoltami. Dalle soovi fonti secrete della natura pioveva uno spirito mite, e toccava un altro mite del pari dentro il mio petto. Or questo si risolveva in canto, come le fronde dell' ospite pianta, come le stelle che al di sopra splendevano. La beltà di quanto mi circondava mi toccava, e diventava armonia. Io ti guardava venirmi incontro, e la paura fu vinta dalla maraviglia del tuo volo rapido e maestoso, nel quale ammirava il dono degli Dei. Ma in queir istante, da inesauribile profondità, voleano sgorgarmi icantici, dal dolore d' una rosa strappata dal vento. Io li cominciava, io, che allo scoppiare del fulmine, sentiami palpitare il seno, accovacciato nella fronda appena nata Lasciami vivere un momento finch6e almeno getti nell' etere sereno, e nel tuo orecchio, il tesoro che sento. Non uccidere quello che deve nascere. Sì dicendo, lo Sparviere allentava l' ugna affamata, e dell' altro artiglio faceva mano umana ed amorevole all' Usignolo, che in quell' istante spirò.

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings