← Table of contents
Ο Βίος του Χριστού

ΚΕΦΑΛΑIOΝ ΣΤ'. (continued 9)

Alexandros Papadiamantes translation

Οι αρχισυνωμόται, εν τη ιεροψευδεί λεπτολογία των, δεν ηθέλησαν να ρίψωσι τα τριάκοντα αργύρια εις τον Κορβανάν ή το ιερόν ταμείον, επειδή ήσαν τιμή αίματος. Συμβούλιον δε λαβόντες, ηγόρασαν τον Αγρόν του Κεραμέως, εις ταφήν τοις ξένοις. Διό εκλήθη ο Αγρός εκείνος Ακελδαμά, ήτοι αγρός Αίματος, έως της σήμερον· μέρος ρυπαρόν, απαίσιον και φρικώδες.

ΚΕΦΑΛΑ10Ν Ξ'. Ο Ιησούς ενώπιον του Πιλάτου

«Επί Ποντίου Πιλάτου». — Ο Ιησούς ενώπιον του Πιλάτου. — Το αόρατον της κατηγορίας. — «Συ ει ο Βασιλεύς των Ιουδαίων;» — «Τι εστιν αλήθεια;» — Πρώτη αθώωσις. — Αγριότης των Ιουδαίων. — Ο Ιησούς ενώπιον του Ηρώδου. — Ιησούν ή τον Βαραββάν; — «Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν». — Η μαστίγωσις. — Ο Αγκάθινος Στέφανος. — «Ίδε ο Άνθρωπος». — «Ουκ έχομεν Βασιλέα ειμί Καίσαρα». — Ο φόβος του Πιλάτου. — Απονίπτει τας χείρας. — «Το αίμα Αυτού εφ' ημάς και επί τα τέκνα ημών». — Η πλήρωσις της αράς.

«Σταυρωθέντα υπέρ ημών επί Ποντίου Πιλάτου». — Ούτω εν τω Συμβόλω της Χριστιανικής Πίστεως φέρεται απαίσιον το όνομα του Ρωμαίου Πραίτωρος, το παραδεδομένον εις αιωνίαν αράν και μίσος. Και όμως ο σκοπός της εισαγωγής του ονόματος τούτου δεν ήτο να υποδειχθή ηθικόν τι συμπέρασμα, αλλά μόνον να προσδιορισθή εποχή τις· και, πράγματι, εξ όλων των πολιτικών και θρησκευτικών αρχόντων ενώπιον των οποίων ο Ιησούς προσήχθη εις δίκην, ο Πιλάτος ήτο ο ολιγώτερον ένοχος επί πονηρία ή έχθρα, ο προθυμότερος δε, αν όχι να φεισθή της αγωνίας Του, τουλάχιστον να σώση την ζωήν Του.

Ποίος τις άνθρωπος ήτο εκείνος, εις τας χείρας του οποίου ετέθη, ως ήτο δεδομένον άνωθεν, η ζωή του Σωτήρος; Περί της περιελεύσεώς του και περί των προηγουμένων του προς του 26 μ. Χ. έτους, ότε κατέστη ο έκτος πραίτωρ της Ιουδαίας, ολίγα είνε γνωστά. Κατά τον βαθμόν ανήκε εις την ιππικήν τάξιν και ώφειλε τον διορισμόν του εις την επιρροήν του Σεϊανού. Το όνομά του Πόντιος φαίνεται να υποδεικνύη Σαμνιτικήν καταγωγήν· το επώνυμόν του Πιλάτος υπεμφαίνει στρατιωτικήν γενεαλογίαν. Προωνύμιον, εάν είχε, δεν διεσώθη. Εν Ιουδαία είχεν ενεργήσει μεθ' όλης της αλαζονικής σκληρότητος του τυπικού Ρωμαίου διοικητού. Μόλις είχεν εγκαθιδρυθή ως Προκουράτωρ, όταν, επιτρέψας εις τους στρατιώτας του να φέρωσι μεθ' εαυτών διά νυκτός τους αργυρούς αετούς και άλλα σήματα των λεγεωνών από Καισαρείας εις την Αγίαν Πόλιν, προυκάλεσε μανιώδη την έκρηξιν του ιουδαϊκού αισθήματος εναντίον μιας πράξεως την οποίαν εθεώρουν ως ειδολολατρικήν βεβήλωσιν. Επί πέντε ημέρας και νύκτας, πολλαχού κείμενοι πρηνείς επί του εδάφους του γυμνού, περιεκύκλουν και σχεδόν εφώρμων κατά του καταλύματός του εν Καισαρεία, με θορυβώδεις και απειλητικάς διαμαρτυρίας και δεν επείσθησαν ν' απόσχωσι κατά την έκτην, ουδέ προ του κινδύνου αδιακρίτου σφαγής υπό των στρατιωτών τους οποίους είχε στείλη να τους περικυκλώσωσι. Τότε κατηφής υπεχώρησε, και η πρώτη αύτη πείρα της φανατικής διαθέσεως του λαού με τον οποίον είχε να πράξη μεγάλως συνετέλεσε να δηλητηριάση την όλην διοίκησίν του δι' αισθήματος υπερβαλλούσης αηδίας.

Η στάσις των Ιουδαίων κατά τινα δευτέραν ευκαιρίαν ήτο ίσως ολιγώτερον δικαιολογημένη, αλλά θα ηδύνατο ευκόλως ν' αποτραπή, εάν ο Πιλάτος είχεν εκμελετήσει τον χαρακτήρα των ολίγω προσεκτικώτερον, και έτρεφε περισσότερον σέβας εις την δεσπόζουσαν τούτων δεισιδαιμονίαν. Επειδή η Ιερουσαλήμ έπασχε πάντοτε εκ λειψυδρίας, ο Πιλάτος επεχείρησε να κτίση υδραγωγείον, από των Λάκκων του Σολομώντος. Επειδή δε εθεώρει τούτο ως δημοσίας ευεργεσίας υπόθεσιν, μετεχειρίσθη τινά των χρημάτων των από του Κορβανά ή του ιερού θησαυροφυλακείου· πλην ο λαός εξηγέρθη μανιώδης εναντίον του επί τη καταχρήσει ταύτη του ιερού θησαυρού. Ο Πιλάτος τότε μετημφίεσε πληθύν τινα στρατιωτών εν ιουδαϊκώ σχήματι, και έπεμψε τούτους μεταξύ του όχλου, μετά μαχαιρών και ροπάλων κεκρυμμένων υπό τα ενδύματά των, διά να τιμωρήσωσι τους αρχιστασιώτας. Τότε εφόνευσαν ουκ ολίγους εκ των ενόχων και των αθώων, εν δε τη συγχύσει και τη ταραχή πολλοί κατεπατήθησαν και απέθανον υπό τους πόδας του τρομάξαντος όχλου. Ούτω ο Πιλάτος έδωκεν επισήμως εις τους στρατιώτας το παράδειγμα της πολιτικής δολοφονίας. Εκτός των δύο τούτων στάσεων του λαού, και άλλης τρίτης, την οποίαν διηγείται ο Φίλων, ακούομεν εκ των Ευαγγελίων περί τινος στάσεως, καθ' ην ο Πιλάτος ανέμιξε το αίμα των Γαλιλαίων με τας θυσίας των.

Τοιούτος ήτο ο Πόντιος Πιλάτος, τον οποίον αι πομπαί και οι κίνδυνοι της μεγάλης ενιαυσίου εορτής είχον καλέσει από της συνήθους του έδρας εν Καισαρεία τη Φιλίππου εις την πρωτεύουσαν του έθνους το οποίον απεστρέφετο, και εις το κέντρον του φανατισμού τον οποίον περιεφρόνει. Εν Ιερουσαλήμ κατείχεν έν των δύο παλατίων τα οποία είχον εγερθή αυτόθε υπό της αρχιτεκτονικής ασωτίας του πρώτου Ηρώδου. Έκειτο εν τη Άνω Πόλει, νοτιοδυτικώς του Λόφου του Ναού, και εκαλείτο το Πραιτώριον του Ηρώδου, ήτο δε πολυτελέστατον, και άξιον του εκστατικού θαυμασμού του Ιωσήπου. Αλλ' όμως ούτε ο Πιλάτος ούτε οι προκάτοχοι του το εχαίροντο διά πολύν καιρόν. Ο φανατισμός του λαού καθίστα την εν Ιερουσαλήμ διαμονήν πολύ ανιαράν δι' αυτούς. Μόνον κατά τας μεγάλας Ιουδαϊκάς εορτάς ότε ήτο πιθανόν να διαταραχθή η τάξις, ήσαν ηναγκασμένοι να διατρίβωσιν επ' ολίγας ημέρας εν Ιερουσαλήμ, το δε μεγαλοπρεπές παλάτιον ήτο κτισμένον ως επί σωρευμένης λάβας υφαιστείου.

Εντός του παλατίου τούτου, επί ομοίου του οποίου εις τας ημέρας της ελευθερίας Του δεν είχε πατήσει ο Θεάνθρωπος, ήρχισεν, εις τρεις διακεκριμένας πράξεις, το τέταρτον στάδιον της ταραχώδους εκείνης σκηνής, ήτις προηγήθη της τελευταίας αγωνίας του Χριστού. Ήτο διάφορον παρά την ματαίαν εξέτασιν του Άννα, την προς ομολογίαν εκβίασιν του Καϊάφα, την έκνομον του Συνεδρίου απόφασιν· διότι εδώ ο δικαστής Του ήτο εύνους προς Αυτόν, και με όλην την δύναμιν ασθενούς υπερηφανείας, με όλην την τόλμην ενόχου ανανδρίας, με όλον τον έλεον του οποίου αιμοχαρής φύσις είνε δεκτική, προσεπάθησε να Τον απαλλάξη. Η τελευταία αύτη δίκη είνε πλήρης πάθους και κινήσεως· εμπεριέχει τριπλήν μεταβολήν σκηνής, τριπλήν κατηγορίαν, τριπλήν αθώωσιν υπό των Ρωμαίων, τριττάς διαμαρτυρίας και επιμονήν των Ιουδαίων και νουθεσίαν προς τον Πιλάτον, και τριττάς προσπαθείας εκ μέρους του υπέρ απαλλαγής του θύματος.

Ήτο πιθανώς περί την πρώτην ώραν της ημέρας (7 π. μ), ότε, φρονούντος ότι εκπτοούσι τον Πραίτωρα διά του αριθμού και της αξιοπρεπείας των, η επιβάλλουσα πομπή των Συνέδρων και Ιερέων, ηγουμένου αναμφιβόλως του Καϊάφα αυτού, ωδήγησαν τον Ιησούν, με σχοινίον περί τον λαιμόν (τοιαύτη είνε η αρχαία παράδοσις της Εκκλησίας, και ο Μέγας Βασίλειος αποδίδει εις τούτο την αρχήν του φαιλονίου διά τους επισκόπους και ιερείς) από της αιθούσης των συνελεύσεών των, διά της μακράς οδού, ενώπιον πάσης της πόλεως, θέαμα αγγέλοις και ανθρώποις.

Ταραχθείς εκ του εωθινού της ώρας, και υποπτεύων ίσως Πασχάλιόν τινα αταξίαν σοβαρωτέραν του συνήθους, ο Πιλάτος εισήλθεν εις το Κριτήριον, όπου ο Ιησούς είχε προσαχθή, εν συντροφία, ως φαίνεται πρόδηλον, τινών εκ των κατηγόρων Του, και των βαθύτερον ενδιαφερομένων εν τη δίκη Του. Επειδή κατά τον βαθμόν ήτο Προκουράτωρ, ο Πιλάτος δεν είχε καίστωρα ή ανακριτήν, και διά τούτο ήτο υποχρεωμένος να κρίνη όλας τας δίκας μόνος του. Εν τη περιστάσει ταύτη ευλόγως ηρνήθη ν' αναλάβη την ευθύνην της θανατώσεως χωρίς να συμμετάσχη της δίκης, ότε μη θέλων να γείνη τυφλόν όργανον της δεισιδαιμονίας της Ιουδαϊκής.

Αλλ' οι μεγάλοι Ιουδαίοι ιεράρχαι, απέχοντες από του λειτουργικού μιάσματος, αλλ' όχι από του αίματος — φοβούμενοι διά την ζύμην, αλλ' όχι το αθώον αίμα — δεν ηθέλησαν να εισέλθωσιν εις την αίθουσαν του Εθνικού, «ίνα μη μιανθώσιν, αλλ' ίνα φάγωσι το Πάσχα». Μετά τινος δυσθυμίας, αλλ' εν συγκαταβάσει προς ό,τι εθεώρει ως ευτελή δεισιδαιμονίαν υποδεεστέρας φυλής, ο Πιλάτος εξέρχεται προς αυτούς υπό τον φλέγοντα πρωινόν ήλιον του έαρος της Παλαιστίνης. Δι' ενός βλέμματος ο Πιλάτος ενόησε τα άγρια πάθη των κατηγόρων, εθαύμασε το πράον άφατον μεγαλείον του θύματος, και η ερώτησίς του είνε αυστηρώς βραχεία: «Τίνα κατηγορίαν φέρετε κατά του ανθρώπου τούτου;» Η ερώτησις τους εξάφνισε, και έδειξεν αυτοίς ότι οφείλουσι να παρασκευασθώσι προς απροκάλυπτον ανταγωνισμόν. Ο Πιλάτος προφανώς εσκόπει δικαστικήν εξέτασιν· εκείνοι επερίμενον μόνον άδειαν να φονεύσωσι, και να φονεύσωσιν ουχί δι' ιουδαϊκής μεθόδου εκτελέσεως, αλλά δι' άλλης την οποίαν εθεώρουν ως φρικωδεστέραν και μάλλον επάρατον.

Εντεύθεν το μισητόν όνομα «ο Κρεμασμένος», το οποίον προσάπτεται εις τον Χριστόν υπό του βδελυρού και ανοήτου βιβλίου, του Ταλμούδ· και οι Χριστιανοί καλούνται «οι δούλοι του Κρεμασμένου». Οι λόγοι ους είχον όπως επιθυμώσι την σταύρωσίν Του δυνατόν να υπήρξαν πολλαπλοί, εκτός των συμφωνών αφορμών του μίσους και του φθόνου. Πρώτον, η σταύρωσις θα ητίμαζε διά πάντοτε το όνομα και την μνήμην του Ιησού· δεύτερον, θα καθίστα τας Ρωμαϊκάς αρχάς συνενόχους εν τη ευθύνη του φόνου· τρίτον, μεγάλως θα εμείου πάσαν δυνατήν πιθανότητα οχλαγωγίας υπέρ του καταδίκου.

«Ειμή ην ούτος κακοποιός, ουκ αν σοι παρεδώκαμεν Αυτόν». Αύτη υπήρξεν η αόριστος και δολία απάντησίς των. Αλλ' ο Πιλάτος δεν θα κατεδέχετο να γείνη εκτελεστής, χωρίς να γείνη δικαστής πρώτον. «Λάβετε, είπεν, Αυτόν υμείς και κατά τον Νόμον υμών κρίνατε Αυτόν». Αλλά τώρα ούτοι βιάζονται εις την ταπεινωτικήν ομολογίαν, ότι δεν επιτρέπεται εις αυτούς δικαστικώς να θανατώσωσι· διότι ήτο γεγραμμένον εις τας αιωνίους βουλάς ότι ο Χριστός έμελλε ν' αποθάνη, ουχί δι' ιουδαϊκής λιθοβολήσεως ή στραγγαλισμού, αλλά διά της Ρωμαϊκής εκείνης ποινής, ήτις ενεποίει εις τους Ιουδαίους ανέκφραστον φρίκην, ήτοι διά σταυρώσεως· ότι έμελλε να βασιλεύση από του Σταυρού Του· ν' αποθάνη τον φοβερώτατον εκείνον θάνατον, τον δημόσιον, τον βραδύν, τον ευσυνείδητον, τον επάρατον, τον εν αγωνία· τον χείριστον των δυνατών θανάτων, και το χείριστον αποτέλεσμα της αράς εκείνης, ην έμελλε να καταργήση διά πάντοτε. Παραλείποντες άρα προς το παρόν την κατηγορίαν της βλασφημίας, ήτις δεν ήρμοζεν εις τον σκοπόν των, ερράγησαν εις τρικυμίαν προπηλακισμών εναντίον Του, εν ή ευδιάκριτοι είνε αι τριτταί κατηγορίαι ότι διαστρέφει το έθνος, ότι κωλύει την πληρωμήν των φόρων, ότι αποκαλεί Βασιλέα Εαυτόν. Και αι τρεις κατηγορίαι ήσαν καταφώρως ψευδείς, και η τρίτη ήτο τόσω ψευδεστέρα όσω εμπεριέκλειε κόκκον αληθείας. Αλλ' αφού δεν έφερον κατά του Ιησού αποδείξεις ή μαρτυρίας, ο Πιλάτος, εις ου όλην την γλώσσαν και την συμπεριφοράν είνε καταφανής η αηδία, φαρμακευομένη διά του φόβου τον οποίον οι Ιουδαίοι ενέπνεον αυτώ, καταδέχεται να λάβη υπ' όψιν την τρίτην κατηγορίαν μόνον, και θέλει να δοκιμάση αν ο υπόδικος θα ομολογήση τίποτε. Αφήσας το ανυπόμονον Συνέδριον και τον λυσσώντα όχλον επέστρεψεν εις την αίθουσαν του Κριτηρίου. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μόνος μας διετήρησε την συμβάσαν τότε σκηνήν. Εκεί, ο Πιλάτος, αισθανόμενος ήδη παρά τω δεσμώτη ευγένειάν τινα ήτις συνεκίνει την ρωμαϊκήν φύσιν του, ηρώτησεν αυτόν μετ' οικτίρμονος θαυμασμού, «Συ ει ο Βασιλεύς των Ιουδαίων;» Συ, ο ωχρός, ο έρημος, ο άφιλος, ο κεκμηκώς και οδυνώμενος με την πενιχράν περιβολήν, με τας δεμένας χείρας και τα άτιμα ίχνη των ύβρεων των εχθρών Σου επί του προσώπου Σου και επί των ενδυμάτων Σου, &Συ ει ο βασιλεύς των Ιουδαίων;& Υπάρχει μία βασιλεία την οποίαν ο Πιλάτος και οι όμοιοι αυτώ δεν δύνανται να εννοήσωσι, βασιλεία αγιότητος, υπεροχής και αυτοθυσίας. Να είπη όχι θα εσήμαινε να νοθεύση την αλήθειαν· να είπη Ναι θα εσήμαινε ν' αποπλανήση τον ερωτώντα· «Αφ' εαυτού συ λέγεις τούτο, απαντά μετ' ευγενούς αξιοπρεπείας, ή άλλοι σοι είπον περί Εμού;» «Μήτι εγώ Ιουδαίος ειμι; απαντά μετά περιφρονήσεως ο Πιλάτος. Το έθνος το Σον και αρχιερείς παρέδωκάν Σε εμοί. Τι εποίησας;»

Τι εποίησεν; έργα θαύματος, και ελέους, και δυνάμεως, και αθωότητος, και μόνα ταύτα. Αλλ' ο Ιησούς επανέρχεται εις το πρώτον ερώτημα νυν ότε παρεσκεύασε τον Πιλάτον όπως εννοήση την απόκρισιν· Ναι, είνε Βασιλεύς· αλλ' όχι εκ του κόσμου τούτου· όχι εντεύθεν· όχι Βασιλεύς υπέρ ου οι υπηρέται Του θα πολεμήσωσιν. Ουκούν Βασιλεύς ει Συ;» είπεν ο Πιλάτος προς Αυτόν εν απορία· Ναι, αλλ' όχι Βασιλεύς εις την χώραν ταύτην του ψεύδους και της σκιάς, αλλ' Είς όστις εγεννήθη ίνα μαρτυρήση υπέρ της αληθείας, και Είς τον οποίον όλοι οι όντες εκ της αληθείας οφείλουσι ν' ακούσωσι. «Τι εστιν αληθεία;» ηρώτησεν ανυπομόνως ο Πιλάτος. Τι είχε να κάμη αυτός, είς πολυάσχολος πρακτικός ρωμαίος διοικητής, με τοιαύτας αφηρημένας ιδέας; ποίαν ροπήν είχον αύται επί του ζητήματος της ζωής και του θανάτου; τι φρεναπάτη, τι φαντασία ήτον αυτή; Αλλ' όμως, καίτοι υπεροπτικώς έβαλε το ζήτημα κατά μέρος, συνεκινήθη και αυτός. Η πείρα, η γνώσις της ανθρωπίνης φύσεως, ήτις τον έκαμε να εισδύη κάπως εις τους χαρακτήρας των ανθρώπων, έδειξεν αυτώ ότι ο Ιησούς ήτο όχι μόνον αθώος, αλλ' ασυγκρίτως ευγενέστερος και καλλίτερος από τους λυσσώντας κατηγόρους Του. Εθεώρησε τον ενώπιόν του δεσμώτην ως αθώον και υψίφρονα ονειροπόλον, τίποτε περισσότερον, Και αφήσας τον Ιησούν εκεί, εξήλθε πάλιν προς τους Ιουδαίους, και απήγγειλε την πρώτην εμφαντικήν και ανενδοίαστον αθώωσιν: «Εγώ ουδεμίαν ευρίσκω εν Αυτώ αιτίαν».

Αλλ' η δημοσία και αποφασιστική αύτη απόλυσις μόνον ανερρίπισε την μανίαν των εχθρών Εκείνου εις αγριωτέραν ακόμη φλόγα. Έπρεπε το Θύμα τούτο, το οποίον μετά τόσου κόπου έβαλαν εις τους όνυχάς των, να σωθή από της μανίας των Αρχιερέων και αρχόντων, διά της υπερφροσύνης ή του οίκτου ενός ειδωλολάτρου υβριστού; Ήτο αφόρητον. Αι φωναί των υψώθησαν εις διαβολικώτερον ακόμη θόρυβον. Είνε πλάνος! ανεστάτωσε τον λαόν διά της διδασκαλίας Του, κατά μήκος και πλάτος της χώρας, αρξάμενος από της Γαλιλαίας μέχρις ενταύθα.

Μεταξύ των συγκεχυμένων και εμπαθών τούτων κραυγών, το πρακτικόν ους του Πιλάτου συνέλαβε το όνομα της Γαλιλαίας, και ενόησεν ότι η Γαλιλαία υπήρξεν η πρώτη σκηνή της διδασκαλίας του Ιησού. Ανυπομονών να εύρη ευκαιρίαν όπως διεξαγάγη το ταχύτερον υπόθεσιν εξ ης επεθύμει να είνε ελεύθερος, εσκέφθη, μετά πολιτικής δεξιότητος, ν' απαλλαγή οχληρού και δυσμηχάνου δεσμώτου, να σωθή από δυσχερούς αποφάσεως, και να φανή περιποιητικώς προς τον μη φίλα φρονούντα τετράρχην της Γαλιλαίας, όστις ως συνήθως, είχεν έλθη εις Ιεροσόλυμα· ονόματι μεν διά να τηρήση το Πάσχα, πράγματι δε διά ν' αρέση εις τους υπηκόους του, και να χαρή τας απολαύσεις και τας εορτάς τας προσφερομένας κατά την ώραν ταύτην υπό της κοσμοπλημμυρισμένης πρωτευούσης. Κατ' ακολουθίαν ο Πιλάτος, χαίρων κρυφίως διότι απένιπτε τας χείρας από δυσχερεστάτης ευθύνης, έπεμψε τον Ιησούν προς Ηρώδην τον Αντίπαν, και ούτω, διά των πολυανθρώπων, στενών οδών, εν μέσω της χλεύης και των μυκτηρισμών του πλήθους, ο Πάσχων, ο εν πληγή ων και δυνάμενος φέρειν μώλωπας, εσύρθη και πάλιν.

Είπομεν ήδη περί Ηρώδου του Αντίπα αρκετά, και αγνοώ αν η Ιστορία, εν τη μεγάλη πινακοθήκη των εικόνων της, περιέχει μυσαρωτέραν μορφήν της του φαύλου τούτου και παναθλίου Σαδδουκαίου, του τυραννίσκου του πεπνιγμένου εις την ακολασίαν και το αίμα. Προς αυτόν απηυθύνθη η μόνη καθαρώς ονειδιστική έκφρασις την οποίαν ο Ιησούς μετεχειρίσθη ποτέ («Είπατε τη α λ ώ π ε κ ι ταύτη.»). Δεισιδαιμονία και απιστία συνήθως συμβαδίζουσι· κεκηρυγμένοι άθεοι επίστευον εις τας οιωνοσκοπίας, και οι μη πιστεύοντες εις Θεόν πιστεύουσιν εις φαντάσματα. Ο Αντίπας εχάρη να ίδη τον Ιησούν. Από πολλού επεθύμει να Τον ίδη ένεκα των φημών τας οποίας είχεν ακούσει· και ο φονεύς ούτος των προφητών ήλπιζεν ότι ο Ιησούς, χάριν φιλοφροσύνης προς την Βασιλείαν, θα ετέλει θαύμα τι όπως τέρψη την χάσκουσαν περιέργειάν του. Προσεφώνησε και ηρώτησε τον Ιησούν διά πολλών λόγων, αλλά δεν εκέρδισεν ουδέ συλλαβήν εις απάντησιν. Ο Κύριος ημών αντεμετώπισεν όλας τας μικροπρεπείς ερωτήσεις του διά του μεγαλείου της σιωπής. Προς τοιούτον άνθρωπον, ο λόγος θα ήτο βεβήλωσις. Τότε όλη η αγρία χυδαιότης του ανθρώπου εξήλθεν εις την επιφάνειαν άνω του επιχρίσματος της επιπολαίου μορφώσεως. Κατεγέλασαν τον Ιησούν, αυτός και οι νόθοι οι αυλικοί του, Τον κατεγέλασαν ως Ιερέα και ως Προφήτην. Εμπαίξας την πτωχείαν Του και την αθωότητά Του διά «λαμπράς εσθήτος» (πιθανώς λευκής), ο άνομος ηγεμονίσκος τον έπεμψεν οπίσω προς τον Πιλάτον, προς ον σχεδόν συνδιηλλάγη ήδη κατόπιν μακράς έχθρας. Πλην ηρκέσθη εις τας σκληράς ταύτας ύβρεις. Δεν έδειξεν ότι τον εθεώρει ως πταίστην, αλλ' ως πρόσωπον περιγελασμού άξιον. Απεδύθη δε επισήμως πάσαν ευθύνην ως προς την έκβασιν της δίκης. Καίτοι οι Αρχιερείς και οι Γραμματείς ίσταντο περί τον θρόνον του ομοθύμως παροτρύνοντες αυτόν εις νέον και στυγερώτερον φόνον διά των κατηγοριών των, εκείνος κατ' ουσίαν έδειξεν ότι ενόμιζε τας κατηγορίας των ασυστάτους, μεταχειρισθείς ταύτας μετ' ευτραπελίας. Αύτη υπήρξεν η πέμπτη δοκιμασία του Ιησού, και η δευτέρα δημοσία αθώωσίς Του.

Και τώρα, καθώς εστάθη πάλιν ενώπιόν του αμηχανούντος και ενδοιάζοντος Πραίτωρος, ήρχισεν η έκτη, η τελευταία, η ταραχωδεστέρα και πλέον εναγώνιος φάσις της τρομεράς ταύτης εξετάξεως. Τώρα ήτο καιρός διά τον Πιλάτον να πράξη εν καθαρά πεποιθήσει, σώζων εαυτόν διά πάντοτε από της αμαρτίας του αθώου αίματος. Εξήλθε πάλιν έξω, και καθίσας επί μεγαλοπρεπούς βήματος, ίσως επί του χρυσού θρόνου του Αρχελάου, όστις ετέθη επί του υψηλού λιθοστρώτου των πολυχρόων μαρμάρων, του Γαββαθά — εκάλεσε τους Ιερείς, τους εκ του Συνεδρίου, και τον λαόν έμπροσθέν του, και σοβαρώς είπεν αυτοίς ότι είχον φέρει τον Ιησούν εις το δικαστηριόν του ως αρχηγόν στάσεως και ταραχής· ότι μετά πλήρη και ακριβή εξέτασιν, αυτός, ο ρωμαίος διοικητής των, είχεν εύρει τον δεσμώτην των απολύτως αθώον των κατηγοριών τούτων· ότι είχε πέμψει Αυτόν προς τον Ηρώδην, τον ομαίμονα βασιλέα των, και ότι κ' εκείνος ωσαύτως είχε φθάσει εις το συμπέρασμα ότι ο Ιησούς δεν είχε πράξει έγκλημα άξιον θανάτου. Και τώρα ήλθε δι' αυτόν η χρυσή ευκαιρία να διεκδικήση το μέγεθος της δικαιοσύνης της πατρίδος του, και επειδή Τον είχε κηρύξει απολύτως αθώον, να Τον αφήση απολύτως ελεύθερον. Αλλ' ακριβώς εις το σημείον τούτον αμφεταλαντεύθη και εσυνθηκολόγησεν. Ο φόβος νέας επαναστάσεως τον εβάρυνεν ως εφιάλτης. Εφάνη πρόθυμος να υποχωρήση κατά το ήμισυ διά ν' αρέση εις τους επικινδύνους τούτους σκευωρούς. Διά να τους δικαιολογήση, οιονεί, εις την κατηγορίαν των, θα επαίδευε τον Ιησούν — θα Τον εμαστίγωνε δημοσία, ως διά να καταστήση τας αξιώσεις Του γελοίας θα Τον εξηυτέλιζε, και είτα θα Τον απέλυε. Και η ιδέα αύτη του να τον απολύση τον έκαμε να ενθυμηθή έν άλλο μέσον ελικοειδούς πολιτικής. Αυτός τε και ο λαός ανελογίσθησαν ότι το είχον ως πασχάλιον έθιμον ίνα απολύη προς χάριν των ένα κατάδικον κατά την εορτήν. Προσεφέρθη άρα ν' απολύση τον Ιησούν, ως πράξιν όχι δικαιοσύνης, αλλά χάριτος.

Τοιαύτην πρότασιν εισηγούμενος, και παραιτηθείς ούτω άκων την αρίστην των προνομιών του, έπραττεν εναντίον νουθεσίας την οποίαν είχε λάβη. Η νουθεσία αύτη συνίστατο εις την βαθείαν υποψίαν, το ισχυρόν προαίσθημα, το οποίον εδέσποζεν αυτού, καθώς προσέβλεπεν εις τον κύπτοντα και σιωπώντα δεσμώτην. Αλλά τώρα ήλθε και δευτέρα νουθεσία, ήτις εις συνήθη Ρωμαίον, και Ρωμαίον ενθυμούμενον τον φόνον του Καίσαρος και το όνειρον της Καλαυορνίας, θα ηδύνατο να φανή απαισία άμα και θεόπεμπτος. Η σύζυγός του, Κλαυδία Πρόκλα, έπεμψε δημοσία μήνυμα προς αυτόν, εκεί ως εκάθητο εις το πραιτώριον, ότι εις τας πρωινάς ώρας, ότε τα όνειρα είνε αληθή, είδε τρομερόν όνειρον εν σχέσει προς τον Δίκαιον εκείνον. «Μηδέν σοι και τω δικαίω εκείνω· πολλά γαρ έπαθον σήμερον κατ' όναρ δι' Αυτόν».

Προθύμως, λίαν προθύμως, θα ενέδιδεν ο Πιλάτος εις τα ίδια αυτού προαισθήματα, και προθυμότερον ακόμη θα υπήκουεν εις τον μυστηριώδη τούτον οιωνόν. Το ότι πολλοί εκ των φανατικών εκείνων, δι' ους η στάσις ήτο αυτή η πνοή της ζωής των, θα ήσαν ειλικρινώς κατηγορούντες επί στάσει τον Ιησού ήτο, ως εγίνωσκε παράλογον. Η διαφανής υποκρισία των εις το ζήτημα τούτο επηύξανε μόνον την απροκάλυπτον κατάφρόνησίν του. Εάν ετόλμα να δείξη τα αληθή αισθήματά του, θα τους απήλαυνεν εκ του δικαστηρίου μεθ' υψηλόφρονος αδιαφορίας. Αλλ' ο Πιλάτος ήτο ένοχος, και η ενοχή είνε ανανδρία, και η ανανδρία είνε αδυναμία. Αι ίδιαι παλαιαί σκληρότητές του, τον έκαμαν να καταστείλη την ορμήν του οίκτου, και να προσθέση εις τας παλαιάς σκληρότητάς του μίαν ασυγκρίτως στυγερωτέραν. Εγνώριζεν ότι σοβαρά παράπονα υπήρχον εκκρεμή κατ' αυτού. Εκείνοι οι Σαμαρείται, τους οποίους είχεν υβρίσει και πατάξει, εκείνοι οι Ιουδαίοι, τους οποίους είχε μαχαιρώσει εν μέσω του συνωθισμού του όχλου διά των χειρών των μεταμφιεσμένων στρατιωτών του, εκείνοι οι Γαλιλαίοι, των οποίων τα αίματα είχεν αναμίξει με τας θυσίας — όλων αυτών το αίμα δεν εβόα εκδίκησιν; Δεν υπήρχε πρεσβεία παραπόνων κατ' αυτού και τώρα ακόμη;

Το σκολιόν της πολιτικής του έπιπτε κατά της ιδίας κεφαλής του, και καθίστα αδυνάτους τας ιδίας επιθυμίας του. Η νέμεσις των παρελθουσών κακουργιών του ήτο ότι δεν ηδύνατο πλέον αγαθόν να πράξη. Οι Ιερείς και οι εκ του Συνεδρίου «ανέπεισαν» τον όχλον (ή α ν έ π ε ι σ α ν), και ο όχλος παραφόρως απήτει την Πασχάλιον χάριν την οποίαν τους είχεν υπομνήσει· αλλά πράττοντες ούτω έρριψαν αποφασιστικώτερον το προσωπείον της απαισίας φύσεως του μίσους των κατά του Λυτρωτού. Διότι, ενώ φανερά εφρύαττον κατά της αποστασίας δήθεν Ενός όστις ήτο εντελώς υπήκοος και ειρηνικός, εκραύγαζον υπέρ της απελευθερώσεως ανθρώπου του οποίου η εγνωσμένη αποστασία είχε κηλιδωθή προσέτι διά ληστείας και φόνου. Μισήσαντες τον αθώον, ηγάπησαν τον ένοχον, και απήτουν την χάριν του Πραίτωρος ουχί διά τον Ιησούν, αλλά διά τον Βαραββάν, όστις ου μόνον ήτο ό,τι ψευδώς ισχυρίζοντο περί του Ιησού, αρχιστασιώτης, αλλά ληστής και φονεύς! Ήτο αρμόζον ίνα αυτοί, οίτινες είχον προκρίνει ένα ευτελή Σαδδουκαίον του αληθούς Αρχιερέως των, και ένα αιμομίκτην Ιδουμαίον του Κυρίου και Βασιλέως των, εσκεμμένως προκρίνωσι του Μεσσίου των ένα φονέα.

Δυνατόν ο Βαραββάς να προσήχθη και αυτός εκεί, και ούτω ο ανθρωποκτόνος και ο Ζωοδότης ίσταντο ομού εις το δικαστήριον εκείνο. Ο λαός, πεισθείς υπό των ιερέων του, εκραύγαζεν υπέρ της απολύσεως του στασιαστού και του ληστού. Προς τούτον πάσα χειρ ωρέγετο, και υπέρ τούτου πάσα φωνή υψούτο, υπέρ του Αγίου, του Ακάκου, του Αμώμου, υπέρ εκείνου ον μύρια Ωσαννά είχον προσαγορεύσει πέντε ημέρας πρότερον, ουδέ λέξις ελέους ή συνηγορίας εύρεν έκφρασιν. «Το είδος Αυτού άτιμον και εκλείπον προς πάντας τους υιούς ανθρώπων».

Ο Πιλάτος ήκουσε μετά περιφρονητικής αγανακτήσεως την εκλογήν των. «Τι ουν θέλετε ποιήσω (ηρώτησε) τον Βασιλέα των Ιουδαίων;» Τότε πρώτον εξερράγη μανιώδης η κραυγή, Σταύρωσον! σταύρωσον Αυτόν!» Μάτην και πάλιν, κατά τα διαλείμματα του θορύβου, ο Πιλάτος επέμενε, μετ' αυξούσης επί μάλλον και μάλλον αδυναμίας βουλήσεως, «Τι γαρ κακόν εποίησεν; — Ουχ ευρίσκω εν Αυτώ αιτίαν. — Παιδεύσας Αυτόν απολύσω». Τοιαύτη ασθενής αντίστασις επρόδιδε μόνον εις τους Ιουδαίους τους ενδομύχους φόβους του Πραίτωρος, και καθίστα αυτούς κατ' ουσίαν κυρίους των πραγμάτων. Εκείνοι εξηκολούθουν μανιωδώς να κραυγάζωσιν; «Αίρε τούτον! Απόλυσον ημίν τον Βαραββάν! Σταύρωσον, σταύρωσον!»

Προς στιγμήν ο Πιλάτος ενέδωκεν εις την καταιγίδα. Απέλυσε τον Βαραββάν· παρέδωκε τον Ιησούν ίνα μαστιγωθή. Η λέξις του Ευαγγελιστού (φραγγελώσας) δεικνύει το όργανον ου εγένετο χρήσις ήτο το «φρικώδες φραγγέλιον», ως ονομάζει τούτο ο Οράτιος, και του οποίου το ρωσικόν κνούτον είνε το μόνον νεώτερον λείψανον. Η φραγγέλωσις αύτη ήτο το σύνηθες προοίμιον της σταυρώσεως και άλλων κεφαλικών ποινών. Ήτο δε τιμωρία τόσον φοβερά αληθώς, ώστε το πνεύμα την αποτροπιάζεται· και προ πολλού κατηργήθη διά της συμπαθείας εκείνης της ανθρωπότητος, ήτις τόσον μεγάλως ανεπτύχθη, και κατά πολύ επλάσθη μάλιστα, διά της βαθμιαίας κατανοήσεως της χριστιανικής αληθείας. Ο κατάδικος, εγυμνούτο, εδεσμεύετο κυπτός προς κίονα, και επί των γυμνών νώτων του κατεφέροντο τα δερμάτινα λωρία της μάστιγος, με προσηρτημένα τεμάχια οστών και μολύβδου (εκαλείτο αύτη μάστιξ αστραγαλωτή), πολλάκις τα λωρία κατεφέροντο κατά του προσώπου και των οφθαλμών. Ήτο τιμωρία τόσον βδελυρά και απαισία, ώστε συνήθως ο δεσμώτης ελιποθύμει, πολλάκις δε και απέθνησκεν υπό του άλγους. Και μετά την φοβεράν ταύτην ωμότητα, επηκολούθησεν αμέσως ο τρίτος και πικρότερος προπηλακισμός, ο εμπαιγμός του Χριστού ως Βασιλέως.

Μεταξύ των πεπολιτισμένων εθνών ό,τι δυνατόν γίνεται προς απαλλαγήν του καταδίκου από πάσης ματαίας κακοπαθείας· αλλά παρά τοις Ρωμαίοις η ύβρις και ο περίγελως ήσαν τα συνήθη προανακρούσματα της εσχάτης αγωνίας. Απλώς το θέαμα της αγωνίας είν' ευάρεστον εις ψυχάς πεπωρωμένας. Οι απάνθρωποι στρατιώται του Πραιτωρίου, όχι Ρωμαίοι μόνον, οίτινες δυνατόν να είχον το αίσθημα της εμφύτου αξιοπρεπείας του εν σιωπή πάσχοντος, αλλά τα μίσθαρνα περιτρίμματα των Ρωμαϊκών Επαρχιών, απήγαγον Εκείνον εις τον στρατώνα των, κ' εκεί ενέπαιξαν, εν τω αγρίω μίσει των, τον Βασιλέα ον είχον βασανίσει. Μεγάλως έχαιρον να έχωσιν εις την εξουσίαν των Ένα όστις ήτο Ιουδαϊκής καταγωγής, είχε δε άσπιλον τον βίον και μεγαλοπρεπές το ήθος. Η ευκαιρία διέκοπτε τόσον ευαρέστως την βάναυσον μονοτονίαν του βίου των, ώστε εκάλεσαν όλους τους συστρατιώτας των, όσοι δεν είχον υπηρεσίαν, να παραστώσιν εις το θέαμα. Προέβησαν δε εις την παρωδίαν όλης της βασιλικής εθιμοταξίας, διά σκωπτικής στέψεως, σκωπτικής περιβολής, σκωπτικού προσκυνήματος. Στέφανον εξ ακανθών περιέβαλον περί την αιμάσσουσαν κεφαλήν Αυτού· εις τας δεσμίας και αιμασσούσας χείρας Του έθεσαν κάλαμον ως σκήπτρον· τους ώμους Του περιέβαλον με παλαιάν τινα και εφθαρμένην κοκκίνην χλαμύδα, ως πορφύραν. Ταύτην ενεπόρπησαν περί τον δεξιόν ωμόν Του μετά προσποιητής σοβαρότητος, και είτα, έκαστος το γόνυ κάμπτων ειρωνικώς, εμπτύων ατίμως, τύπτων διά του καλάμου την κεφαλήν Εκείνου, διήρχοντο έμπροσθεν Αυτού γονυπιτούντες και εμπαικτικώς προσαγορεύοντες, «Χαίρε, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων!»

Και τώρα ακόμη, ο Πιλάτος ήλπιζε και προσεπάθει να Τον σώση. Θα ηδύνατο να παραστήση την φοβεράν εκείνην μαστίγωσιν όχι ως προοίμιον της σταυρώσεως, αλλ' ως εξέτασιν διά βασάνου, ήτις απέτυχε ν' αποσπάση περαιτέρω ομολογίαν. Και καθώς εξήλθεν ο Ιησούς, καθώς εστάθη παρ' αυτόν με τον ακάνθινον στέφανον, με την χλαμύδα και τον κάλαμον, με το αίμα και τους μώλωπας και την θανάσιμον αγωνίαν και την ωχρότητα της όψεως και των αΰπνων οφθαλμών, και τότε ακόμη, κατά την ώραν της εσχάτης ταπεινώσεώς Του, καθώς εστάθη εν τω μεγαλείω της αγίας γαλήνης Του επί του δικαστηρίου εκείνου υπεράνω του ωρυομένου πλήθους, επεφάνη επ' Αυτού τόσον θεοπρεπής υπεροχή, ώστε ο Πιλάτος αφήκε την ακουσίαν εκείνην επιφώνησιν, ήτις εδόνησεν έκτοτε εν βαθεία συγκινήσει τόσας χιλιάδας μυριάδων καρδίων.

&«Ίδε ο άνθρωπος!»&

Αλλ' η έκκλησις αύτη εξήγειρε μόνον αγρίαν έκρηξιν κραυγών, «Σταύρωσον, σταύρωσον Αυτόν!» Απλή η θέα Εκείνου, και εν τη ανεκλαλήτω αισχύνη και τη λύπη Του, εφαίνετο να προσθέτη νέαν χολήν εις το μίσος των. Μάτην ο εθνικός στρατιώτης επικαλείται φιλανθρωπίαν παρά του Ιουδαίου Ιερέως· ουδέ καρδία εδονήθη ελέους παλμόν· ουδέ φωνή διέκοψε τον μονότονον ωρυγμόν εκείνον, «Αρον! άρον! Σταύρωσον Αυτόν!» Ο Ρωμαίος όστις είχε χύσει το αίμα ως ύδωρ, επί του πεδίου των μαχών, εν φανερά σφαγή, εν κρυφία δολοφονία, ευλόγως θα ηδύνατο να υποτεθή ότι είχε παγωμένην και λιθίνην καρδίαν αλλά παγερωτέρα και λιθοειδεστέρα ήτο η καρδία των λεπτολόγων εκείνων υποκριτών και φιλοκόσμων ιερέων. «Λάβετε Αυτόν υμείς και σταυρώσατε», είπεν ο Πιλάτος εν άκρα αηδεία, «ότι ουχ ευρίσκω εν Αυτώ αιτίαν». Οποία αποδοχή εκ μέρους Ρωμαίου δικαστού! «Εφ' όσον δύναμαι να κρίνω, είνε εντελώς αθώος· αλλ’ όμως αν πρέπει να Τον σταυρώσητε, λάβετέ Τον και σταυρώσατε. Δεν δύναμαι να εγκρίνω, αλλά προθύμως θα συνεπινεύσω, εις την παρ' υμών αθέτησιν του νόμου». Αλλά και αυτή η αθλία, ένοχος υπεκφυγή δεν συγχωρείται εις αυτόν. Ο Σατανάς θέλει να έχη από τους υπηρέτας του την πλήρη ολότητα των εγκλημάτων των, και την ιδιόχειρον υπογραφήν της ιδίας συγκαταθέσεώς των μέχρι τέλους. Ό,τι οι Ιουδαίοι επιθυμούσιν, ότι θέλουσι να λάβωσιν, είνε όχι σιωπηλή επίνευσις, αλλ' απόλυτος κύρωσις. Συνοίδασι την ισχύν των. Βλέπουσιν ότι Πραίτωρ ούτος με τας χείρας τας αιμοβαφείς δεν τολμά να μείνη ακλόνητος· γνωρίζουσιν ότι η ρωμαϊκή πολιτική είνε ανεκτική παραχωρήσεων προς τας επιχωρίους δεισιδαιμονίας. Τολμηρώς άρα αποσκορακίζουσι παν ζήτημα περί πολιτικού εγκλήματος, και με όλα τα υποκριτικά προσχήματά των πεπυρακτωμένα εις το καίον πάθος των, κραυγάζουσιν, «Ημείς νόμον έχομεν και κατά τον νόμον ημών οφείλει αποθανείν, ότι Εαυτόν Υιόν Θεού εποίησεν».

Υιόν Θεού! Η ιδέα ήτο πολύ ολιγώτερον παράδοξος και απεχθής εις εθνικόν ή εις Ιουδαίον· και η λέξις αύτη, ανήκουστος πριν, εξέπληξε τον Πιλάτον. Και πάλιν, αφήσας το μυκώμενον πλήθος έξω, λαμβάνει τον Ιησούν έσω εις το Κριτήριον, και Τον ερωτά έμφοβος, «Πόθεν ει Συ;» Δι' αυτόν ο Ιησούς είχεν ομιλήσει αρκετά ήδη. Δεν απήντησε. Τότε σχεδόν οργίλως ο Πιλάτος, «Εμοί ου λαλείς; Ουκ οίδας ότι εξουσίαν έχω σταυρώσαί Σε, και εξουσίαν έχω απολύσαι Σε;» εξουσίαν, πώς τούτο; Λοιπόν η δικαιοσύνη δεν είνε τίποτε; η αλήθεια τίποτε; η αθωότης τίποτε; η συνείδησις τίποτε; Εν τη αληθεία των πραγμάτων ο Πιλάτος δεν [είχε] τοιαύτην εξουσίαν· και εν τη αυθαιρέτω εννοία του τυράννου ήτο μάταιος κόμπος, διότι κατ' αυτήν την στιγμήν εκυμαίνετο μεταξύ ατολμίας και αβουλησίας. Και ο Ιησούς ώκτειρε την έξαλλον απόγνωσιν του ανθρώπου, τον οποίον η αμαρτία είχε μετατρέψει από άρχοντος εις δούλον, ελαφρύνων δε μάλλον το αμάρτημά του απήντησε, «Ουκ είχες εξουσίαν κατ’ Εμού ει μη ην σοι δεδομένον άνωθεν· διά τούτο ο παραδιδούς Με σοι μείζονα αμαρτίαν έχει». Ναι μεν, πράττεις μέγα έγκλημα, αλλ' ο Ιούδας, ο Άννας, ο Καϊάφας οι ιερείς ούτοι και οι Ιουδαίοι, είνε πλέον ένοχοι ή συ. Ούτω μετά πραότητος έκρινεν ο Ιησούς τον κριτήν Του. Εις τα βάθη της ψυχής του ο Πιλάτος ησθάνθη την αλήθειαν των λόγων, σιωπηλώς ανεγνώρισε την υπεροχήν του δεσμίου και του μεμωλωπισμένου θύματος. Παν ό,τι ανθρώπων έμενεν εν αυτώ ερρίγησεν ασύνηθες ρίγος προς τας ολίγας ταύτας αταράχους λέξεις του Υιού του Θεού. Η κρίσις ηύξησε μόνον τον φόβον του προς το μυστηριώδες εκείνο Ον, του οποίου η άκρα αδυναμία εφαίνετο μεγαλειοτέρα και φοβερωτέρα ή όσον η υπερτάτη δύναμις. Από της ώρας εκείνης ο Πιλάτος ήτο προθυμότερος, να Τον σώση. Με τεταραγμένην την συνείδησιν διά τρίτην και τελευταίαν φοράν ανέβη εις το δικαστήριόν του και κατέβαλε μίαν έτι απηλπισμένην προσπάθειαν. Ήγαγε τον Ιησούν έξω, και αποβλέψας προς Αυτόν, εστώτα εν σιωπή και αγωνία, αλλ' ατάραχον, επί του λαμπρού εκείνου λιθοστρώτου, του Γαββαθά, υπεράνω των θηριωδών ωρυγμών του πλήθους, είπε προς τους ταραξίας, «Ίδε ο Βασιλεύς υμών». Αλλ' εις τους Ιουδαίους ήτο ως αισχρόν όνειδος το να ονομάζη Βασιλέα των τον μαστιγωμένον εκείνον Δεσμώτην. Μεταξύ των απαισίων κραυγών «Σταυρωθήτω», δυσοίωνοι απειλαί ήρχισαν πρώτην φοράν ν' αναμιγνύωνται. Ήτο ήδη τρίτη ώρα της ημέρας, και επί τρεις ώρας ούτοι εμαίνοντο εκεί και ήφριζον εκ λύσσης. Το όνομα του Καίσαρος ήρχισε ν' ακούηται με οργίλους ψιθυρισμούς. «Τον Βασιλέα υμών σταυρώσω;» είχεν ερωτήσει ο Πιλάτος, εκσπών την οργήν και την λύπην της καρδίας του εις ονειδισμούς κατ' αυτών. «Ουκ έχομεν Βασιλέα ειμή Καίσαρα!» εφώνησαν οι ιερείς και οι Σαδδουκαίοι, ρίπτοντες εις κόρακας πάσαν εθνικήν φιλοδοξίαν και πάσαν περί Μεσσίου ελπίδα. «Εάν τούτον απολύσης, έκραζε πάλιν και κατ' επανάληψιν ο λαός, ουκ ει φίλος του Καίσαρος: Πας ο βασιλέα εαυτόν ποιών αντιλέγει τω Καίσαρι». Και εις το σκοτεινόν και τρομερόν εκείνο όνομα του Καίσαρος ο Πιλάτος έτρεμεν. Ανελογίσθη το τρομερόν εκείνο μορμολύκειον της τυραννίας, το έγκλημα καθοσιώσεως, εις το οποίον όλα τα εγκλήματα συλλήβδην περιλαμβάνονται, κατά τον Τάκιτον, το οποίον είχε κάμη το αίμα να ρεύση ως ύδωρ εις τας οδούς της Ρώμης.

Ανελογίσθη τον Τιβέριον, τον γηραιόν κακούργον αυτοκράτωρα, «τον πλήρη ελκών και πυρετών, και έχοντα εννέα είδη λέπρας». Περί τον χρόνον τούτον είχε καταντήσει είπερ ποτέ μισάνθρωπος και θηριώδης κατόπιν της ανακαλύψεως της προδοσίας του μόνου φίλου του, του Σεϊανού, και εις τον Σεϊανόν ώφειλεν ο Πιλάτος την θέσιν του. Δυνατόν να υπήρχον κρύφιοι καταγγελείς μεταξύ αυτού του μαινομένου πλήθους. Κυριευθείς υπό πανικού ο άδικος δικαστής, υπείκων εις τον ενδόμυχον τρόμον του, εν γνώσει επρόδωκε το αθώον θύμα. Ο τοσάκις εκπορνεύσας την δικαιοσύνην, δεν ίσχυσε νυν να εκτελέση την μόνην δικαίαν πράξιν ην επεθύμει. Ο τοσάκις φονεύσας τον οίκτον, περιήλθε νυν εις απαγόρευσιν να γευθή την γλυκύτητα του οίκτου την οποίαν επόθει. Ο τοσάκις καταχρασθείς την εξουσίαν, ευρέθη νυν εις αδυναμίαν να την εξασκήση εφάπαξ υπέρ του δικαίου. Αληθώς δι' αυτόν, η αμαρτία κατέστη εριννύς, και αι ίδιαι κακίαι του κατέστησαν όργανον της τιμωρίας του. Κατά την περίοδον ταύτην, η κατ' άλλην πρωιμωτέραν, της δίκης, παρέστησε την επίσημον κωμωδίαν του να προσπαθήση ν' αποπλύνη την συνείδησίν του από πάσης ενοχής. «Λαβών ύδωρ, απενίψατο τας χείρας απέναντι του όχλου, λέγων Αθώος ειμι από του αίματος του δικαίου τούτου· υμείς όψεσθε». Εφρόνει ούτω ότι απέπλυνε την συνείδησίν του; Ηδύνατο να νίψη τας χείρας του· αλλ' ηδύνατε να νίψη την καρδίαν του; Αλλ' η φωνή του επνίγη εντός του μυκηθμού, του φοβερωτέρου, του βδελυρωτέρου, του μάλλον αξιομνημονεύτου ον η ιστορία αναφέρει. «Τ ο α ί μ α Α υ τ ο ύ ε φ' η μ ά ς κ α ι ε π ί τ α τ έ κ ν α η μ ώ ν». Τότε ο Πιλάτος οριστικώς ενέδωσε. «&Τότε ουν παρέδωκεν Αυτόν αυτοίς ίνα σταυρωθή&».

Και τώρα παρατηρήσατε επί στιγμήν τας εκδικήσεις της ιστορίας. Τ ο α ί μ α Τ ο υ δ ε ν ε ί ν ε ε π' α υ τ ο ύ κ α ι ε π ί τ α τ έ κ ν α τ ω ν; Δεν έπεσε προ πάντων επί εκείνους οίτινες έλαβον πρωτεύον μέρος εις την βαθείαν τραγωδίαν; Πριν ή συντελεσθή η φοβερά θυσία, ο Ιούδας απέθανεν εν τη φρίκη στυγεράς αυτοκτονίας. Ο Καϊάφας καθηρέθη το επιόν έτος. Ο Ηρώδης εν ατιμία και υπερορία απέθανεν. Ο Πιλάτος παυθείς από του αξιώματός του, κατέστρεψεν εαυτόν εν αυτοκτονία και εξορία, αφήσας όνομα μισητόν. Η οικία του Άννα κατεστράφη μίαν γενεάν ύστερον υπό όχλου εμμανούς, ο δε υιός του εμαστιγώθη εις τας οδούς και εσφάγη. Τινές των μετασχόντων και παραστάντων εις τας σκηνάς της ημέρας εκείνης, και χιλιάδες εκ των τέκνων των, ομοίως μετέσχον και παρέστησαν εις τας μακράς φρικαλεότητας της πολιορκίας εκείνης της Ιερουσαλήμ, ήτις μένει απαραδειγμάτιστος εν τη ιστορία. Είχον κραυγάσει, «Ουκ έχομεν βασιλέα ειμή Καίσαρα!» και δεν έσχον βασιλέα ειμή τον Καίσαρα· και Καίσαρ μετά Καίσαρα ύβρισε και ετυράννησε και διήρπασε και κατεπίεσεν αυτούς, εωσού τέλος ηγέρθησαν εις αγρίαν αποστασίαν κατά του Καίσαρος τον οποίον είχον ζητήσει, και είς Καίσαρ έσβεσεν εις το αίμα των την φλέγουσαν τέφραν του καέντος και βεδηλωθέντος ναού των. Είχον βιάσει τους Ρωμαίους να σταυρώσωσι τον Χριστόν τον Κύριόν των, και, οι αποτροπιαζόμενοι τον σταυρικόν θάνατον, αυτοί και τα τέκνα των εσταυρώθησαν υπό των Ρωμαίων κατά μυριάδας έξω των ιδίων τειχών των, εωσότου επέλιπεν ο χώρος και τα ξύλα εξέλιπον. «Προσήλουν οι στρατιώται (γράφει ο Ιουδαίος Ιώσηπος) άλλον άλλω σχήματι προς χλεύην, και διά το πλήθος χώρας τε ενελείπετο τοις σταυροίς και σταυροί τοις σώμασιν». Όθεν εκείνοι οίτινες μόνον το «Σταυρωθήτω!» είχον εις τα στόματά των, διά του σταυρού αντημείφθησαν εις τα σώματά των. Είχον δώσει τριάκοντα αργύρια διά το αίμα του Σωτήρος των, και αυτοί επωλούντο αντί δηναρίου κατά χιλιάδας. Είχον προκρίνει τον Βαραββάν του Μεσσίου, και Μεσσίαν δεν είδον πλέον ειμή ψευδομεσσίας παραιτίους δεινών συμφορών εις το έθνος των. Απεδέχθησαν την ενοχήν του αίματος, και αι τελευταίαι σελίδες της ιστορίας των συνεκολλήθησαν ομού από τους ποταμούς του αίματός των, και το αίμα τούτο εξηκολούθησε να χύνεται εις αλογίστους σκληρότητας από γενεάς εις γενεάν. Δεν υπάρχει εν τη ιστορία τίποτε άνευ εννοίας εις τον θεωρούντα ταύτην ως την φωνήν του Θεού λαλούσαν διά μέσου του προρισμού των εθνών· και πρέπει να είνε τυφλός τις διά να μη βλέπη ότι, ότε ο φόνος του Χριστού συνετελέσθη, η αξίνη ετέθη παρά την ρίζαν του δένδρου της Ιουδαϊκής φυλής. Από της ημέρας εκείνης η Ιερουσαλήμ και τα πέριξ αυτής, κατέστη μέγα και αχανές νεκροταφείον, Ακελδαμά, αίματος αγρός, αγρός κεραμέως εις ταφήν τοις ξένοις. Καθώς το στίγμα του Κάιν, το οποίον προσεκολλάτο εις τον φονέα, η ενοχή του αίματος εκείνου εφάνη προσκολληθείσα εις αυτούς, ως πάντοτε θα γίνεται, μέχρις ου το Αυτό Αίμα την εξαλείψη. Διότι, κατά θείον έλεος, το αίμα το χυθέν υπ' εκείνων ομοίως εχύθη και δι' εκείνους· η φωνή την οποίαν ηγωνίσθησαν να πνίξωσι διά του θανάτου, υψώθη εν τη τελευταία προσευχή της επικαλουμένη έλεος διά τους φονείς Του. Είθε το αίμα εκείνο να εξαλείψη την ανομίαν των! είθε η προσευχή εκείνη να εισακουσθή!

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'. Η Σταύρωσις

Ο Σταυρός. — Οι δύο Κακούργοι. — Εις Γολγοθάν. — Θυγατέρες Ιερουσαλήμ! — «Πάτερ άφες αυτοίς», — Αγωνία της Σταυρώσεως. — Ο Τίτλος επί του Σταυρού. — Η λύσσα των Ιουδαίων. — «Διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου» — Ο Μετανοών Ληστής. — Αι γυναίκες από της Γαλιλαίας. — «Γύναι, ιδού ο Υιός Σου» — Το μεσημβριανόν σκότος. — «Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;» — «Διψώ». — Όξος πιείν. — «Εις χείρας Σου». — Τετέλεσται. — Ο Εκατόνταρχος. — Τι κατώρθωσεν ο Σταυρός του Χριστού. — Αίμα και ύδωρ.

«Τότε ο Πιλάτος παρέδωκεν Αυτόν αυτοίς ίνα σταυρωθή». Ο χρόνος ο απαιτούμενος προς την αναγκαίαν προπαρασκευήν δεν θα ήτο μακρός, και οι στρατιώται εξέδυσαν τον Ιησούν την χλαμύδα, και ενέδυσαν Αυτόν τα ιμάτια τα ίδια. Όταν ητοιμάσθη ο Σταυρός, έθεσαν τούτον επί των ώμων Του, και Τον απήγαγον εις τον τόπον της τιμωρίας. Το εγγύς της μεγάλης εορτής, αι μυριάδες αίτινες παρευρίσκοντο εν Ιερουσαλήμ, κατέστησεν επιθυμητόν να επιληφθώσι της ευκαιρίας όπως ενσπείρωσι τρόμον εις όλους τους Ιουδαίους κακοποιούς. Δύο λοιπόν εξελέχθησαν προς θανατικήν εκτέλεσιν συγχρόνως με τον Ιησούν, δύο λησταί και στασιασταί εκ των χειρίστων. Οι σταυροί εφορτώθησαν επί των ώμων των, και συνοδευόμενοι υπό πολυαρίθμου κουστωδίας υπό τας διαταγάς του εκατοντάρχου, εν μέσω χιλιάδων θεατών περιέργων ή δυσμενών, η πομπή εξεκίνησεν εις τον δρόμον της.

Ο σταυρός, διά να βαστάση το σώμα ενός ανθρώπου, έπρεπε να έχη μέγεθος και βάρος τι. Η παράδοσις λέγει ότι ο Σταυρός του Κυρίου κατεσκευάσθη εκ τριπλού ξύλου, σύμφωνα με την προφητείαν του Ησαΐου, «Εν τη κυπαρίσσω και τη πεύκη και κέδρω». Αλλ' ο Ιησούς είχε λίαν εξασθενήσει. Τα βήματά Του εκλονούντο και έπιπτε καθ' οδόν, μη δυνάμενος να τον φέρη. Μόλις είχον προχωρήσει μέχρι της πύλης της πόλεως, και συναντώσιν άνθρωπον τινα, Σίμωνα τον Κυρηναίον, ερχόμενον εξ αγρού. Τούτον ηγγάρευσαν, καθώς συνείθιζον πολλάκις οι Ρωμαίοι ν' αγγαρεύωσι τους διαβάτας, ίνα άρη τον Σταυρόν Αυτού.

Εν τη Ευαγγελική ιστορία έν μόνον συμβεβηκώς μνημονεύεται κατά την πορείαν. Ο Λουκάς διηγείται, ότι μεταξύ του απείρου πλήθους του ακολουθούντος τον Ιησούν ήσαν πολλαί γυναίκες. Από τους άνδρας τους εν τω κυμαινομένω εκείνω πλήθει δεν φαίνεται να έλαβεν ένδειξίν τινα συμπαθείας. Δυνατόν βεβαίως να υπήρξάν τινες οίτινες είχον ιδεί τα θαύματά Του, και είχον ακούσει τους λόγους Του· ένιοι εκείνων οίτινες σχεδόν, αν όχι εξ ολοκλήρου, επείσθησαν ότι Αυτός ήτο ο Μεσσίας, καθώς εκρέμαντο από των χειλέων Του ενώ εξέφερε τας μεγάλας διδασκαλίας Του εν τω Ναώ· τινές εκ του απλήστου πλήθους οίτινες Τον είχον συνοδεύσει από της Βηθανίας πέντε ημέρας πρότερον μετά μεγαλοφώνων Ωσαννά και σειομένων βαΐων. Άπιστος δειλία ή βαθεία υποψία, ίσως και απεριόριστος λύπη, κατέστησεν αφώνους όλους τους άνδρας. Αλλ' αι γυναίκες αύται, ταχυτέραι εις τον οίκτον, δυσηνιώτεραι προς τον χαλινόν των πολιτικών επιδράσεων, δεν ηδύναντο και δεν ήθελον να κρύψωσι την λύπην και την κατάπληξιν ης το θέαμα ενέπλησεν αυτάς. Έτυπτον τα στήθη των, και έπληττον τον αέρα με τους θρήνους των, εωσότου ο Ιησούς Αυτός κατεσίγασε τας οξείας κραυγάς των διά λόγων πανδήμου νουθεσίας. Στραφείς προς αυτάς, είπε, «Θυγατέρες Ιερουσαλήμ, μη κλαίετε επ' Εμοί, κλαίετε δε μάλλον εφ' εαυταίς και επί τοις τέκνοις υμών. Ότι ιδού, ημέραι έρχονται εν αις ερούσι, Μακάριαι αι στείραι και γαστέρες αι ουκ έτεκον, και μαζοί οι ουκ εθήλασαν. Τότε άρξονται λέγειν τοις όρεσι, Πέσετε εφ' ημάς, και τοις βουνοίς, Καλύψατε ημάς· ότι ει ταύτα ποιούσι τω ξύλω τω χλωρώ, τι ποιήσουσι τω ξηρώ;» Εκείναι δεν ηδυνήθησαν να καταστείλωσι την έκρηξιν της γυναικείας τρυφερότητος, ως είδον τον μέγαν Προφήτην της ανθρωπότητος εν τη ώρα της αισχύνης και της ασθενείας Του, με τον κήρυκα προ Αυτού κηρύττοντα τα εγκλήματα τα οποία προσήπτοντο επ' Αυτόν, και τους Ρωμαίους στρατιώτας φέροντας τον τίτλον της χλεύης, και τον Σίμωνα κύπτοντα υπό το βάρος του Σταυρού εφ' ου ο Σωτήρ έμελλε να προσηλωθή. Αλλ’ Αυτός τας ενουθέτησεν ότι πολύ πικροτέραι αφορμαί λύπης ανέμενον αυτάς, και τα τέκνα των, και την φυλήν των. Πολλαί τούτων, και η πλειονότης των τέκνων των, θα επέζων να ίδωσι τοσούτους ποταμούς αίματος, τοιαύτας επιπλοκάς αγωνίας, οίας ο κόσμος δεν είχε γνωρίσει ποτέ πρότερον. Εάν τοιαύται πράξεις σκότους ήσαν δυναταί τώρα, τι έμελλε να γείνη εις το μέλλον; Εάν εις τας ημέρας της ελπίδος και της ευκοσμίας ηδυνήθησαν να μισήσωσι τον αμώμητον Ελευθερωτήν των, τι θα συνέβαινεν εις τας ημέρας της βλασφημίας και της απονοίας; Εάν, εν τω φωτί της ημέρας, Ιερείς και Γραμματείς ηδύναντο να σταυρώσωσι τον Άκακον, τι έμελλε να συμβή εν τοις μεσονυκτίοις οργίοις της γενεάς της παρούσης και της ερχομένης; Η πάνδημος νουθεσία, η τελευταία διδαχή του Χριστού επί της γης, απηυθύνετο εν πρώτοις προς τους ακούσαντας· αλλ' όπως όλοι οι λόγοι του Χριστού, έχει βαθυτέραν και ευρυτέραν έννοιαν δι' όλην την ανθρωπότητα. Οι λόγοι εκείνοι πληροφορούσι πάντας τους υιούς των ανθρώπων ότι η ημέρα της αμερίμνου ηδονής και της βλασφήμου απιστίας θα έχη παρομαρτυρούσαν την ημέραν της καταδίκης· η μακροθυμία του Θεού υπομένει, η σιωπή Του μένει αδιάρρηκτος, αλλ' ημέραι έρχονται ότε Εκείνος θα λαλήσει διά βροντής, και θα εκκαυθή ως πυρ η οργή Του.

Και ούτω, με μόνον το θλιβερόν τούτο επεισόδιον ήλθεν εις τον Γολγοθάν, τον λεγόμενον Κρανίου τόπον. Εκεί, κατά την παράδοσιν, έκειτο τεθαμμένον το κρανίον του Αδάμ, αι δε σταγόνες αι πεσούσαι από του αίματος του Χριστού, έκαμαν τον Αδάμ ν' αναστή εκ νεκρών. Προς τούτο σχετίζεται το απαντών εν τη προς Εφεσίους του Παύλου, «Έγειραι, ο καθεύδων, και ανάστα από των νεκρών, και επιψαύσει σοι ο Χριστός». Μυριάδες παραδόσεων συνήφθησαν πέριξ της καταπληκτικωτάτης και συγκινητικωτάτης σκηνής εν τη ιστορία του κόσμου. Διότι η βασιλεία του Θεού ήρχετο, και είχεν έλθη.

Όσον φοβερά και αποτρόπαιος και αν ήτο η διά του σταυρού τιμωρία, ήτις κατηργήθη ήδη από 15 αιώνων (υπό του Μεγάλου Κωνσταντίνου) υπήρχεν έθιμόν τι το οποίον μαρτυρεί σκιάν τινα φιλανθρωπίας. Τούτο συννίστατο εις το μεταδιδόναι εις τον κατάδικον, ευθύς προ της εκτελέσεως, δόσιν τινά οίνου μετά ναρκωτικού, οίνον εσμυρνισμένον, ως λέγει ο Ευαγγελιστής Μάρκος. Οι δύο κακούργοι έπιον εξ αυτού πιθανώς, αλλ' όταν προσέφεραν τούτο εις τον Ιησούν, δεν ηθέλησε να πίη. Ήτο δε η αποποίησις πράξις υψίστου ηρωισμού. Οι τρεις σταυροί ετέθησαν επί του εδάφους· ο του Ιησού, όστις ήτο αναμφιβόλως υψηλότερος των άλλων δύο, ετέθη εις το μέσον εν πικρώ σαρκασμώ. Τώρα ο τίλος εκαρφώθη επί της κορυφής του σταυρού. Είτα, απογυμνωθέντα των ενδυμάτων Του («περιζώσαντες Αυτόν λέντιον», κατά το βιβλίον των «Πράξεων Πιλάτου»), έτειναν τους βραχίονας Αυτού επί της οριζοντίου κεραίας του Σταυρού, και διά σφυρίου τύπτοντες προσήλωσαν τας αχράντους παλάμους Του δι' ήλων. Είτα διεπέρασαν τους δύο πόδας Του επί των ταρσών διά τεραστίου ήλου («ξύλον τρίσηλον» ονομάζει τον Σταυρόν ο Άγ. Γρηγόριος ο Θεολόγος, και ο μ ο π λ ο κ έ α ς περιγράφει τους πόδας ο Νόννος). Ήτο πιθανώς κατ' αυτήν την στιγμήν της αφάτου αγωνίας ότε η φωνή του Υιού του Ανθρώπου ηκούσθη υψουμένη, όχι εις κραυγήν φυσικής αγωνίας προς την φοβεράν εκείνην βάσανον, αλλ' εις ατάραχον προσευχήν εν θειοτάτη συμπαθεία υπέρ των ακάρδων και ανηλεών φονέων Του, προσέτι δε, και υπέρ πάντων όσοι εν τη αμαρτωλή αμαθεία των εκ νέου Τον σταυρούσι διά πάντοτε, — &«Πάτερ, άφες αυτοίς, ου γαρ οίδασι τι ποιούσι».&

Και τότε, το επάρατον δένδρον, με το ζων ανθρώπινον φορτίον του κρεμάμενον επ' αυτού εν ανηκούστω βασάνω, βραδέως ανυψώθη υπό βραχιόνων στιβαρών, και η βάσις τούτου ενεπάγη στερρώς εις οπήν βαθείαν εις το έδαφος εσκαμμένην. Οι πόδες μικρόν μόνον ανείχον από της γης. Θα ηδύνατο να κρέμαται επί ώρας όπως υβρίζηται υπό του αεικίνητου πλήθους, το οποίον, με την φιλοθεαμοσύνην εκείνην του φρικώδους ήτις πάντοτε χαρακτηρίζει τας βαναύσους καρδίας, είχε συρρεύσει διά να ίδη θέαμα, το οποίον έπρεπε μάλλον να τους κάμη να κλαύσωσι δάκρυα αίματος.

Τοιούτος υπήρξεν ο Θάνατος εις ον ο Χριστός κατεδικάσθη. Η Αγία Γραφή δεν διατρίβει επί των φυσικών αλγηδόνων. Ο λόγος τούτου είνε ότι το Άγιον Πνεύμα δεν επιτρέπει να υποθάλπηται παρά τοις Χριστιανοίς η νοσηρά εκείνη θεωρία των σωματικών αλγηδόνων, ήτις εγέννησε και γεννά πολλάς πλάνας, οποία φέρ' ειπείν, παρά Λατίνους, η λατρεία της Αγίας Καρδίας του Ιησού. Η επί του Σταυρού δε αγωνία, κατόπιν της άλλης φοβεράς αγωνίας την οποίαν είχεν υπομείνη, εβραχύνθη και διήρκεσε μόνον τρεις ώρας, πριν ή «παραδώ την ψυχήν Αυτού εις θάνατον».

Όταν ο Σταυρός ωρθώθη και ενεπάγη, οι άρχοντες των Ιουδαίων διά πρώτην φοράν παρετήρησαν την θανάσιμον ύβριν δι' ης ο Πιλάτος εξέσπασε την αγανάκτησίν του. Πρότερον, εν τη τυφλή λύσση των, είχον φαντασθή ότι ο τρόπος της σταυρώσεώς Του ήτο ύβρις σκοπουμένη κατά του Ιησού· αλλά τώρα, ότε τον είδον κρεμάμενον μεταξύ δύο ληστών, επί σταυρού υψηλοτέρου, αιφνιδίως επήλθεν εις αυτούς η ιδέα ότι ήτο δημοσία ύβρις εγκολαπτομένη κατ' αυτών. Διότι επί του λευκού ξυλίνου πίνακος, του ηλειμμένου με γύψον, υπεράνω της κεφαλής του Εσταυρωμένου, εφέρετο διά μελανών γραμμάτων επιγραφή εις τας τρεις πεπολιτισμένας γλώσσας του αρχαίου κόσμου, τας τρεις γλώσσας εκ των οποίων μίαν τουλάχιστον ήτο βέβαιον ότι θα εγνώριζεν πας άνθρωπος εκ του συνηθροισμένου εν τη πόλει πλήθους· εις την επιχώριον Εβραϊκήν ή Αραμαϊκήν, εις την Ελληνικήν την κυκλοφορούσαν και επικρατούσαν, και εις την Λατινικήν, την επίσημον επιγραφή δι' ης επληροφορούντο οι πάντες ότι ο Άνθρωπος ούτος, όστις υφίστατο ούτω επονείδιστον δουλοπρεπή θάνατον, ο Άνθρωπος ούτος ο Εσταυρωμένος μεταξύ δύο ληστών ήτο

&«Ιησούς ο Ναζωραίος, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων».&

Δι' Εκείνον τον Σταυρωθέντα η κακεντρέχεια αύτη εφαίνετο μη έχουσα εν εαυτή τίποτε εμπαικτικόν. Και επί του Σταυρού Του εβασίλευε· κ' εκεί ακόμη εφαίνετο θείως εξηρμένος υπεράνω των ιερέων των επενεγκόντων τον θάνατόν Του, και υπεράνω του βαναύσου, του ραθύμου, του χυδαίου πλήθους το οποίον είχε συρρεύσει διά να χορτάση επί των παθημάτων Του άπληστα όμματα. Η κακοβουλία ήτο ανίσχυρος εναντίον Εκείνου, του οποίου η πνευματική και ηθική μεγαλωσύνη ενέσπειρε δέος εις θνήσκοντας κακούργους και απίστους δημίους, και εν τη βαθυτάτη αβύσσω της σωματικής καταπτώσεώς Του. Εν τη εμπαθεί δυσθυμία του Ρωμαίου πραίτωρος ίσως ελάνθανε και νύξις τις σοβαρότητος. Ενώ έχαιρεν εκδικούμενος τους μισητούς υποτελείς του δι' υβριστικής πράξεως, πιθανώς υπενόει ότι ούτος ήτο, κατά τινα έννοιαν, ο Βασιλεύς των Ιουδαίων — ο μέγιστος, ο ευγενέστατος, ο αληθέστατος της φυλής Του, τον οποίον διά τούτο η φυλή Του εσταύρωσεν. Ο Βασιλεύς δεν ήτο ανάξιος του βασιλείου Του, αλλά το βασίλειον ανάξιον του βασιλέως. Οι Ιουδαίοι ησθάνθησαν την δριμύτητα του σκώμματος το οποίον ενέτριβεν επ' αυτούς ο Πιλάτος. Τόσον δε εντελώς εδηλητηρίαζεν αύτη την ώραν του θριάμβου των, ώστε έπεμψαν τους αρχιερείς των εις πρεσβείαν, παρακαλούντες τον Πραίτωρα ν' αλλοιώση τον υβριστικόν τίτλον. «Μη γράφε ο Βασιλεύς των Ιουδαίων, αλλ' ότι Εκείνος είπε, Βασιλεύς ειμι των Ιουδαίων». Αλλά του Πιλάτου το θάρσος, το οποίον είχεν εκλίπει τόσον ταχέως εις το όνομα του Καίσαρος, ανεζωπυρήθη τώρα. Έχαιρε να ταπεινώση τους ανθρώπους, των οποίων ο στασιαστικός θόρυβος τον εβίασε να πράξη παρά την θέλησί του. Ολίγοι άνθρωποι είχον την δύναμιν να εκφράσωσιν υπεροπτικήν περιφρόνησιν τελεσφορώτερον των Ρωμαίων. Χωρίς να αξιώση να κατέλθη εις δικαιολογίαν δι’ ό,τι είχε πράξει, ο Πιλάτος τελειωτικώς απέπεμψε τους σεμνοπροσώπους αρχιερείς διά της βραχείας απαντήσεως, «Ο γέγραφα, γέγραφα».

Διά να προληφθή το δυνατόν πάσης απελευθερώσεως και κατά την τελευταίαν στιγμήν, επειδή παραδείγματα εγνώσθησαν ανθρώπων αποσπασθέντων απ’ του σταυρού και επανελθόντων εις την ζωήν, απόσπασμα στρατού μετά του εκατοντάρχου είχε μείνη επί τόπου διά να φυλάττη τον σταυρόν.

Τα ενδύματα των καταδίκων πάντοτε έπιπτον ως λεία εις τους δημίους και τους φρουρούντας. Ουδόλως υποπτεύοντες πόσον ακριβώς επλήρωνε τας μυστικάς προρρήσεις της ιουδαϊκής προφητείας, ήρχισαν να μοιράζωνται τα ενδύματα του Ιησού. Το ιμάτιον έκοψαν εις τέσσαρα μέρη, ίσως εξηλώσαντες τας ραφάς. Αλλ' ο χιτών ήτο υφαντός όλος, άρραφος, και σχίζοντες αυτόν θα τον έφθειρον, όθεν ηρκέσθησαν να ρίψωσι κλήρον περί τούτου, εις όντινα ήθελε πέσει. Και καθίσαντες, εφύλλατον εκεί.

Ήτο δε σκηνή θορύβου. Το πολύ του λαού φαίνετο ότι ίστατο σιωπηλώς θεώμενον. Αλλ' ολίγοι τινές εκ του πλήθους, καθώς διήρχοντο παρά τον Σταυρόν — ίσως ένιοι εκ των πολλών ψευδομαρτύρων και των συνωμοτών — ενέπαιζον τον Ιησούν δι' υβριστικών επιφωνημάτων (ουά!) και μανιωδών κραυγών, προκαλούντες Αυτόν να καταβή από του Σταυρού, αφού ηδύνατο να καταλύση τον Ναόν και εις τρεις ημέρας να τον ανοικοδομήση. «Ο καταλύων τον Ναόν, και εν τρισίν ημέραις οικοδομών, σώσον Σεαυτόν· ει Υιός ει του Θεού, κατάβηθι νυν από του Σταυρού». Και οι αρχιερείς και οι γραμματείς και οι πρεσβύτεροι, ολιγώτερον περιδεείς, ολιγώτερον συμπαθείς από το πλήθος, δεν εντρέποντο να καταισχύνωσι την πολιάν αξιοπρέπειάν των προσθέτοντες τα σκώμματά των εις τα των ολίγων εκ του χύδων λαού. Άτεγκτοι, αμάλακτοι, άσπλαγχνοι προς το θέαμα της τοσαύτης αγωνίας και προς την όψιν των οφθαλμών οίτινες ήρχισαν ν' αμαυρώνται εις θάνατον, συνέχαιρον αλλήλους παρ' αυτόν τον Σταυρόν Του, γαυριώντες και υβρίζοντες — «Άλλους έσωσεν, Εαυτόν ου δύναται σώσαι. Ο Χριστός, ο Βασιλεύς του Ισραήλ καταβάτω νυν από του Σταυρού, ίνα ίδωμεν και πιστεύσωμεν Αυτώ». Ουδέν άπορον τότε, αν οι αμαθείς στρατιώται εμιμήθησαν το παράδειγμα των αναιδεστάτων αρχιερέων· ουδέν θαύμα αν κατά το γεύμα των ενέπαιξαν τον θνήσκοντα, τείνοντες, την κύλικα του όξους ή του οξινού οίνου προς τα καίοντα χείλη του Εσταυρωμένου, και απηχούντες τους ιουδαϊκούς χλευσμούς εναντίον της αδυναμίας του Βασιλέως, του θρόνον έχοντος τον Σταυρόν και διάδημα τας ακάνθας. Αλλά και οι κακούργοι οίτινες είχον σταυρωθή μετ' Αυτού, σύντροφοι ίσως του απολυθέντος Βαραββά, ειθισμένοι ν' αναγνωρίζωσιν ως Μεσσίαν τον Μεσσίαν του ξίφους, μετά μομφής τον επροκάλουν, αν αι αξιώσεις Του ήσαν αληθείς, να σώση Εαυτόν και αυτούς. Ούτω όλαι αι φωναί πέριξ του ήχουν εν οργή και βλασφημία, και εν τη μακρά εκείνη βραδεία αγωνία το θνήσκον Ους Του ουδαμόθεν ήκουε φωνήν ευγνωμοσύνης ή ελέους ή αγάπης. Χαμέρπεια, κιβδηλεία, αγριότης, μωρία, τοιαύτα ήταν τα χαρακτηριστικά του κόσμου όστις έλαβε γνώριμον μέρος εις το καταπληκτικόν εκείνο δράμα ενώπιον της τελευταίας αυτοσυνειδησίας του Σωτήρος· τοιούτον το βορβορώδες και πανάθλιον ρεύμα το οποίον έρρευσε πέριξ του Σταυρού ενώπιον των θνησκόντων οφθαλμών Του.

Αλλ' εν μέσω του χορού τούτου της ατιμίας ο Ιησούς δεν ωμίλει. Αι αλγηδόνες της σταυρώσεως δεν συνέχεον την διάνοιαν ουδέ παρέλυον την δύναμιν του ομιλείν. Αναγινώσκομεν εις τους αρχαίους ιστορικούς περί σταυρωθέντων οίτινες επί ώρας ωμίλουν από του Σταυρού, και άλλοι μεν ικέτευον, άλλοι δε ύβριζον και εβλασφήμουν, καί τινες ηγόρευον πολιτικώς από του σταυρού των. Αλλ' ο Ιησούς δεν ωμίλησεν ειμή προς ευλογίαν και εγκαρδίωσιν και προς ελπίδα. Όσον απέβλεπε την μοχθηρίαν των αρχιερέων και πρεσβυτέρων, καί τινων εκ του λαού, και των στρατιωτών, και των ταλαιπώρων εκείνων ληστών των συσταυρωθέντων Αυτώ, όπως εν τη δίκη, ούτω και επί του Σταυρού, ετήρησεν αδιάρρηκτον την βασιλικήν σιωπήν Του.

Αλλ' η σιωπή εκείνη, συνδυαζομένη προς το παθητικόν μεγαλείον Του και προς την θεϊκήν αγιότητα και αθωότητα την ακτινοβολούσαν απ' Αυτού, ως στεφάνου δόξης, ήτο ευγλωττοτέρα παντός λόγου. Πρώτον δε πάντων επέδρασεν επί του ενός των σταυρωθέντων ληστών. Κατ' αρχάς ο «ευγνώμων ληστής» φαίνεται ότι συμμετέσχεν ασθενώς των μέμψεων των εκφερομένων υπό του συντρόφου του. Αλλ' όταν αι μέμψεις εκείναι εδεινώθησαν μέχρι βλασφημίας, τότε αυτός εξέφερε την ενδόμυχον σκέψιν του. Είνε πιθανόν ότι είχε συναντήσει τον Ιησούν πρότερον και είχεν ακούσει Αυτού, και ίσως υπήρξεν εις των χιλιάδων εκείνων οίτινες είχον παραστή εις τα θαύματά Του. Αρχαία παράδοσις αποδίδει εις αυτόν το όνομα Δυσμάς, και λέγει ότι ούτος είχε σώσει την ζωήν της Παρθένου και του Βρέφους Της κατά την εις Αίγυπτον φυγήν. Αλλ' εις τας κοιλάδας της Γεννησαρέτ, ίσως από του άντρου ληστού τινος εις αγρίας φάραγγας της Κοιλάδος των Περιστερών, δυνατόν να είχε πλησιάσει εις την Παρουσίαν του Κυρίου, δυνατόν να υπήρξεν είς εκ των τελωνών εκείνων και αμαρτωλών οίτινες προσήχοντο διά να Τον ακούωσι. Και οι λόγοι του Ιησού είχον εύρη χώρόν τινα εις το αγαθόν έδαφος της καρδίας του· δεν είχον πέσει όλοι επί πετρώδους γης. Και κατά την ώραν ταύτην της αισχύνης και του θανάτου, όταν ελάμβανε τ' αντίποινα των κακών του πράξεων, η πίστις εθριάμβευσε. Υπό τας διαβολικάς κραυγάς, αίτινες είχον εκραγή περί τον Σταυρόν του Ιησού, βαθεία τις υποψία ελάνθανε. Μέγα μέρος τούτων φαίνεται να επήγασεν εξ αμφιβολίας και φόβου. Και εις τας μεγαλαύχους ύβρεις των ιερέων βλέπομεν υπόκωφον τον φόβον. Υποθέσατε ότι και τώρα επιβάλλον τι θαύμα ηδύνατο να συμβή; Υποθέσατε ότι και τώρα η μαρτυρική μορφή ηδύνατο να μεταβληθή διά μιας εις λαμπρότητα Μεσσίου, και ο Βασιλεύς, όστις εφαίνετο να είνε εν πληγή, και εν κακώσει και ταλαιπωρία θανάτου, θα εκάλει αίφνης μεγάλη τη φωνή τας λεγεώνας των αγγέλων Του, και αναπηδών από του Σταυρού Του εις τας συστρεφομένας νεφέλας του ουρανού, θα ήρχετο εν πυρί φλέγοντι να πατάξη τους εχθρούς Του; Και ο αήρ εφαίνετο να είνε πλήρης σημείων. Ζόφος συναγομένου σκότους υπήρχεν εις το στερέωμα, σεισμός και τρόμος εις την έμπεδον χθόνα, επιφοιτώσα παρουσία φοβερών σημείων εμποιούντων ρίγος εις την καρδίαν. Ο θνήσκων ληστής συνείδε παραχρήμα ότι η ήττα εφαίνετο μεγαλειτέρα πάσης νίκης, και η ασθένεια επιβλητικοτέρα πάσης ισχύος. Καθώς προσέβλεπεν, η πίστις εις την καρδίαν του επί μάλλον και μάλλον έλαμπεν εις πλήρη φωτισμόν γνώσεως. Και ήρχισε να επιπλήττη τον βλάσφημον σύντροφόν του. «Ουδέ φοβή συ τον Θεόν, ότι εν τω αυτώ κρίματι ει; Και ημείς μεν δικαίως, άξια γαρ ων επράξαμεν απολαμβάνομεν· ούτος δε ουδέν άτοπον έπραξε». Και στρέψας την κεφαλήν του προς τον Ιησούν, έκραξε, Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία Σου». Τότε Εκείνος όστις, ως αμνός άμωμος, δεν ήνοιγε το στόμα Αυτού προς τας ύβραις και τας λοιδορίας, ωμίλησε πάραυτα, υπερθεματίζων διά της αποκρίσεώς Του την ταπεινήν εκείνην δέησιν &«Αμήν, λέγω σοι, σήμερον μετ' εμού έση εν τω παραδείσω».&

Ο είς των ληστών, λέγει ο ιερός Αυγουστίνος, εβλασφήμει τον Χριστόν! Ο έτερος, εξομολογηθείς τας αμαρτίας του, παρέδωκεν εαυτόν εις το έλεος του Χριστού. Ο Σταυρός του Χριστού δεν ήτο τιμωρία, αλλά θρόνος κρίσεως· από του Σταυρού Του κατεδίκασε τον υβρίζοντα, ηλευθέρωσε τον πιστεύοντα. Φοββού, ο υβρίζων! Χαίρε, ο πιστεύων! Εκείνο όπερ έπραξεν εν τη ταπεινώσει Του, θα πράξη εν τη δόξη Του!

Καίτοι ουδείς ωμίλει ίνα παρηγορήσει τον Ιησούν, καίτοι βαθεία λύπη και τρόμος και κατάπληξις τους ετήρει αφώνους, όμως υπήρχον καρδίαι μεταξύ του πλήθους πάλλουσαι εν συμπαθεία προς τον φοβερόν Πάσχοντα. Μακρόθεν ίσταντο γυναίκές τινες θεωρούσαι, και ίσως εν τη φοβερά ώρα, περιμένουσαι την άμεσον απελευθέρωσίν Του. Πολλαί τούτων ήσαν γυναίκες διακονήσασαι Αυτώ εν τη Γαλιλαία, και ελθούσαι εκείθεν εν τη μεγάλη συνοδία των Γαλιλαίων προσκυνητών. Επιφανέστεραι μεταξύ των καταπλήκτων και πενθουσών τούτων γυναικών ήσαν τέσσαρες· η Παρθένος Μαρία η Μήτηρ Του, Μαρία η Μαγδαληνή, Μαρία η του Κλωπά, μήτηρ του Ιακώβου και του Ιωσή, και Σαλώμη, η σύμβιος του Ζεβεδαίου. Τινές τούτων, καθώς αι ώραι προέβαινον, ήρχοντο εγγύτερον προς τον Σταυρόν, και τέλος το θολούμενον όμμα του Σωτήρος έπεσεν επί της ιδίας Μητρός Του, καθώς εκείνη με την ρομφαίαν σπαράσσουσαν την καρδίαν της ίστατο με του Μαθητού ον Εκείνος ηγάπα. Τρυφερώς και θλιβερώς ανελογίσθη το μέλλον το οποίον την περιέμενε κατά την βραχείαν επί της γης ζωήν της, μέλλουσαν να ταραχθή εκ των δοκιμασιών και των διωγμών των κατά της γεννώμενης και στρατευομένης πίστεως. Εκείνος εκ των Αποστόλων ον μάλιστα ηγάπα, ο πλησιέστατος προς Αυτόν τη καρδία και τη ζωή, εφαίνετο ο προσφορώτατος όπως λάβη την φροντίδα εκείνης της Μητρός. Εις τον Ιωάννην άρα ον υπέρ πάντας τους οικείους Του και τους μαθητάς του ηγάπα, εις τον Ιωάννην αφήκεν αυτήν ως κληρονομίαν και παρακαταθήκην ιεράν. «Γ ύ ν α ι, είπε προς αυτήν με ολίγας λέξεις, αλλά λέξεις αποπνεούσας την βαθυτάτην τρυφερότητα, λέξεις προς ας εκατοντάδες μυριάδων καρδιών εις γενεάς και γενεάς γενεών ερρίγησαν και ριγούσιν, εδάκρυσαν και δακρύουσι — «&Γύναι, ιδού ο υιός σου&». Και είτα λέγει προς τον Ιωάννην, «&Ιδού η μήτηρ σου&». Δεν ηδύνατο να κάμη χειρονομίαν με τας διατρήτους και καθηλωμένας χείρας Του, αλλ' ηδύνατο να νεύση διά της δεσποτικής και θείας κεφαλής Του. Εκείνοι ήκουσαν εν αφώνω συγκινήσει, αλλ' απ' εκείνης της ώρας, οδηγήσας αυτήν μακράν θεάματος το οποίον κατεβασάνιζε την ψυχήν της με τρομεράν αγωνίαν, «έλαβεν αυτήν εις τα ίδια», ήτοι την προσέλαβεν εις την ιδίαν οικίαν Του.

Ήτο ήδη μεσημβρία, και σκότος ασύνηθες, σκότος το οποίον μαρτυρούσι και αρχαίοι εθνικοί συγγραφείς, επέπεσεν επί την γην. Τούτο δε ενέπλησε τρόμου τα πνεύματα όλων των ιδόντων. Οι χλευασμοί και οι μυκτηρισμοί των Ιουδαίων ιερέων και των εθνικών στρατιωτών είχον περιορισθή εις το πρώτον μέρος της Σταυρώσεως. Τα τελευταία στάδιά της φαίνονται να επροξένησαν ρίγος τρόμου και φρίκης εις τους ενόχους και τους αθώους. Περί των συμβεβηκότων των τελευταίων εκείνων ωρών ουδέν λέγουσιν ημίν οι Ευαγγελισταί, και η φοβερά εκείνη επισκότισις του μεσημβρινού ηλίου πρέπει να κατετρόμαξε πάσαν καρδίαν ης αδράνειαν, περί ης ουδέν υπήρχε το οποίον ν' αναφέρωσιν. Ό,τι υπέφερε τότε δι' ημάς Εκείνος όστις «ετραυματίσθη διά τας αμαρτίας ημών, και μεμωλώπισται διά τας ανομίας ημών», ό,τι υπέμεινε δι' ημάς τους ανθρώπους και διά την σωτηρίαν την ημετέραν, δεν δυνάμεθα να γνωρίζωμεν, διότι κατά τας ώρας εκείνας εν σιωπή εκρέματο επί του Σταυρού Του. Αλλά περί το τέλος, όταν η αγωνία Του εκορυφώθη, και, κενωθείς μέχρι των εσχάτων της δόξης εκείνης, την οποίαν είχε προ καταβολής κόσμου, πιών μέχρι βαθυτάτης τρυγός την κύλακα της ταπεινώσεως και της πικρίας, υπομείνας, όχι μόνον δούλου μορφήν ν' αναλάβη, αλλά να υποφέρη την εσχάτην ατιμίαν την οποίαν η έχθρα του όφεως ηδύνατο να επιβάλη εις την εσχάτην αδυναμίαν, εξέφερε την μυστηριώδη εκείνην κραυγήν, ης η πλήρης σημασία ουδέποτε θα κατανοηθή υπ' ανθρώπου.

&«Ηλί, Ηλί, λαμά σαβαχθανί;»& («Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τι Με εγκατέλιπες;»)

Εις τας λέξεις ταύτας, αναφέρων εκ του 21ου ψαλμού όστις είνε όλος προφητεία περί του Πάθους Του («Ο Θεός, ο Θεός μου, πρόσχες μοι, ινατί εγκατέλιπές με», κτλ.) εδανείσθη εκ της αγωνίας του Δαυίδ, ήτις ήτο όλη εικών και προτύπωσις της μεγάλης Αγωνίας της ιδικής Του. Κατά την ώραν εκείνην ήτο μόνος. Κατεδύετο από βάθους εις βάθος ανεξερευνήτου δεινοπαθείας, μέχρις ου, εις την εγγύς προσπέλασιν του θανάτου όστις επειδή ήτο Θεός, και όμως είχε γείνη άνθρωπος ήτο φοβερώτερος προς Αυτόν! ότι ηδύνατο να είνε εις πάντα υιόν ανθρώπου, εφάνη ως εάν η θεία ανθρωπότης Του δεν θα ηδύνατο πλέον να υποφέρη.

Αναμφιβόλως η φωνή του Πάσχοντος, καίτοι μεγαλοφώνως εξενεχθείσα εν τω παραξυσμώ εκείνω της συγκινήσεως όστις παρ' άλλω θα ήτο απόγνωσις, αβεβαιοτέρα και δυσδιακριτωτέρα καθίστατο εκ της εκλύσεως και αδυναμίας εν ή εκρέματο επί του ξύλου· και ούτω μεταξύ του σκότους και του συγκεχυμένου θορύβου, και των υποκώφων βημάτων του κινουμένου πλήθους, υπήρξάν τινες οίτινες δεν ήκουσαν τι έλεγεν. Αντελήφθησαν μόνον την πρώτην συλλαβήν, και έλεγον προς αλλήλους ότι είχεν επικαλεσθή το όνομα του Ηλία. Η ετοιμότης μεθ' ης προσέλαβον την σφαλεράν ταύτην εντύπωσιν είνε άλλο τεκμήριον της εξάψεως και του τρόμου του ακουσίου φόβου απροόπτου τινός και τρομερού, εις ον είχον μεταπέσει από της προτέρας αγρίας ιταμότητός των. Διότι ο Ηλίας, ο μέγας προφήτης της Παλαιάς Διαθήκης, ήτο αχωρίστως αναμεμιγμένος με όλας τας Ιουδαϊκάς προσδοκίας περί Μεσσίου, και αι προσδοκίαι εκείναι ήσαν πλήρεις οργής. Η έλευσις του Ηλία θα ήτο έλευσις ημέρας πυρός, εν ή ο ήλιος θα μετεστρέφετο εις σκότος και η σελήνη εις αίμα, και αι δυνάμεις των ουρανών θα εσείοντο. Ήδη ο ήλιος της μεσημβρίας είχε συσκοτασθή εις ασυνήθη έκλειψιν· δεν ήτο δυνατόν φοβερόν τι σημείον, να σχίση τους ουρανούς και να κατέλθη, να επιψαύση τα όρη και να καπνισθώσι;

Πλην τώρα το τέλος ραγδαίον επέκειτο, και ο Ιησούς, κρεμάμενος επί ώρας επί του Σταυρού, υπέφερε από την βάσανον εκείνην της δίψης, ήτις είνε η δυσανεκτοτάτη πασών διά την ανθρωπίνην φύσιν. Ευτυχώς διά την ανθρωπότητα ο Ιησούς ουδέποτε εκύρωσε την αφύσικον επιτήδευσιν της στωικής απαθείας. Και ούτω εξέφερε την μόνην λέξιν σωματικής κακοπαθείας ήτις απεσπάσθη απ' Αυτού δι' όλων των ωρών καθ’ ας υπέφερε τας ακράτητας του άλγους και των βασάνων. Έκραξε μεγαλοφώνως, &«Διψώ.»& Εκεί πλησίον έκειτο αγγείον πλήρες όξους, ή π ό σ κ α ς (οξινού οίνου) οποίον ήτο το σύνηθες ποτόν των ρωμαίων στρατιωτών. Είς λοιπόν εξ αυτών γεμίσας σπόγγον όξους, και περιθεύς καλάμω, επότιζεν Αυτόν! Και η απλή αύτη πράξις της συμπαθείας, την οποίαν ο Ιησούς δεν απέρριψε, προυκάλεσεν έκφρασιν νευρικής εξάψεως εκ μέρους τινών από του πλήθους. «Άφες ίδωμεν (είπον ούτοι) ει έρχεται Ηλίας σώσων Αυτόν.» Αλλ' ο Ηλίας δεν ήλθεν, ούτε ανθρώπινος παρήγορος, ούτε άγγελος ελευθερωτής. Ήτο το θέλημα του Θεού, ήτο το θέλημα του Υιού του Θεού όπως «τελειωθή διά παθημάτων,» όπως, εις αιώνιον παράδειγμα όλων των τέκνων Του, εφ' όσον θα διαρκέση ο κόσμος, «υπομείνη εις τέλος».

Και τώρα το τέλος είχεν έλθη. Και πάλιν διά των λόγων του ηδυλάλου ψαλμωδού του Ισραήλ αλλά προσθείς τον τίτλον εκείνον της πιστής αγάπης όστις, δι' Αυτού και μόνου, επετράπη εις όλην την ανθρωπότητα, &«Πάτερ,»& είπεν, &«εις χείρας Σου παραθήσομαι το πνεύμα Μου.»& Είτε, μετά μείζονος αγώνος, εξεφώνησε την μίαν νικητήριον λέξιν, &«Τετέλεσται!»& Και ως είπεν, έκλινε την κεφαλήν επί του στήθους, και παρέδωκε την ψυχήν Του «λύτρον αντί πολλών», εκούσιον θυσίαν εις τον Ουράνιον Πατέρα Του. Είνε άξιον σημειώσεως ότι πάντες οι Ευαγγελισταί, περιγράφοντες τον θάνατον του Χριστού, δεν μεταχειρίζονται το ρήμα α π έ θ α ν ε ν, αλλ' ο μεν Ματθαίος λέγει, α φ ή κ ε τ ο π ν ε ύ μ α, ο δε Μάρκος και ο Λουκάς, ε ξ έ π ν ε υ σ ε, και ο Ιωάννης π α ρ έ δ ω κ ε τ ο π ν ε ύ μ α· ως θέλοντες να νοήσωσι μετά του Αγίου Αυγουστίνου ότι παρέδωκε την ζωήν Του, επειδή ηθέλησεν, ότε ηθέλησε, και όπως ηθέλησε».

Κατ' εκείνην την στιγμήν, το καταπέτασμα του Ναού εσχίσθη εις δύο από άνωθεν έως κάτω. Σεισμός εκλόνησε την γην και διέρρηξε τους βράχους, και ήνοιξε τα μνημεία των νεκρών. Η κατάβασις δε του Χριστού εις τον Άδην «μετά ψυχής ως Θεού» ήγειρε τους νεκρούς τους απ' αιώνος, και μετά την έγερσιν Αυτού «εισήλθον εις την Αγίαν Πόλιν και ενεφανίσθησαν πολλοίς». Εκ των φοβερών τούτων σημείων κατεπλάγη και αυτή η σκληρά αδιαφορία των ρωμαίων στρατιωτών. Ο εκατόνταρχος και οι μετ' αυτού, οι τηρούντες τον Ιησούν, ιδόντες τον σεισμόν και τα γενόμενα, εφοβήθησαν σφόδρα λέγοντες, «Αληθώς Θεού Υιός ην ούτος!» Και οι όχλοι οι παρευριθέντες, επιστρέφοντες εις την πόλιν, έτυπτον αυτών τα στήθη και έκλαιον.

Αληθώς η σκηνή εκείνη ήτο πολύ φοβερωτέρα ή όσον εκείνοι, και ημείς ακόμη, δυνάμεθα να γνωρίσωμεν. Ο θύραθεν ιστορικός, όσον δύσπιστος και αν είνε, δεν δύναται να μη ίδη εν τούτω το κεντρικόν σημείον της ιστορίας του κόσμου. Είτε πιστεύει εις Χριστόν είτε όχι, δεν δύναται ν' αρνηθή ότι η καινή αύτη θρησκεία ηυξήθη από του σμικροτάτου σπέρματος εις μέγα δένδρον, ώστε τα πετεινά του ουρανού να κατασκηνώσιν εν τοις κλάδοις αυτού· ότι ήτο ο λίθος ο άνευ χειρών τμηθείς όστις κατεκερμάτισε το κολοσσιαίον είδωλον της εθνικής δαιμονολατρίας, και εμεγαλύνθη εις τεράστιον όρος και επλήρωσε την γην. Και διά τον άπιστον και διά τον πιστεύοντα, η Σταύρωσις είνε το μεθόριον συμβεβηκός μεταξύ των αρχαίων και των νέων ημερών. Ηθικώς άμα και φυσικώς, όσον και πνευματικώς η πίστις του Χριστού ήτο η Παλλιγγενεσία του κόσμου. Η πάλη υπήρξε μακρά και κοπιώδης, αλλ' από της ώρας καθ' ην ο Χριστός απέθανεν ήρχισεν ο επιθανάτιος κώδων κατά πάσης παθητικής τυραννίας και πάσης ανασχετής βδελυγμίας. Από της ώρας εκείνης η Αγιότης κατέστη το παγκόσμιον ιδεώδες πάντων όσοι ονομάζουσι το όνομα του Χριστού ως Κυρίου των, και η επίτευξις του ιδεώδους εκείνου η κοινή κληρονομιά των ψυχών εν αις παραμένει το Πνεύμα Του.

Τα αποτελέσματα άρα του έργου του Χριστού είνε και διά τον άπιστον ιστορικά και αναμφήριστα. Κατήργησε την ωμότητα, εδάμασε τα πάθη, εστιγμάτισε την αυτοχειρίαν, εκόλασε την παιδοκτονίαν, απήλασε τας επαισχύντους ακαθαρσίας της ειδωλολατρίας εις το εξώτερον σκότος. Δεν υπήρξε τάξις κοινωνική της οποίας τας κακίας να μη διώρθωσεν. Απήλλαξε τον θηριομάχον, ηλευθέρωσε τον δούλον, επροστάτευσε τον αιχμάλωτον, ενοσήλευσε τον ασθενή, εστέγασε το ορφανόν· ανύψωσε την γυναίκα, περιέβαλε με ακτίνας στεφάνου την αθώαν ηλικίαν του παιδίου.

Κατά τον φιλόσοφον Σενέκαν, η ευσπλαγχνία είνε ελάττωμα της ψυχής, και η πτωχεία είνε το μεγαλείτερον όνειδος. Κατά τον Χριστόν, η ελεημοσύνη είνε αρετή, και η πτωχεία είνε μακαριότης. Εξηυγένισε την εργασίαν από χυδαιότητος εις αξιοπρέπειαν και εις καθήκον. Ηγίασε τον νόμον από εμπορίας και από δουλείας εις ευλογημένην ένωσιν. Απεκάλυψε την αγγελικήν καλλονήν της καθαρότητος και της πραότατος. Κατέστησε την αγάπην καθολικήν και υποχρεωτικήν αρετήν. Εξήγνισε την ζωήν και εξήρε την ψυχήν παντός ανθρώπου. Έκτισε καρδίας τόσον καθαράς, και βίους τόσον ειρηνικούς, και εστίας τόσον γλυκείας, ώστε οι άγγελοι οίτινες εκήρυξαν την έλευσιν του Σωτήρος, φαίνεται ότι εψιθύρισαν προς τους υιούς των ανθρώπων: «Έσεσθε ως πτέρυγες της περιστέρας αι περιηργυρωμέναι, και τα μετάφρενα αυτής χρυσαυγίζοντα».

Άλλοι, εάν θέλωσι και δύνανται, ας μη βλέπωσιν εις το τοιούτον έργον την θείαν Πρόνοιαν. Ημείς δεν τους καταδειώκομεν, δεν τους καταγγέλλομεν, δεν τους κρίνομεν· αλλά λέγομεν ότι η μαρτυρία της ιστορίας περί του Χριστού είνε μαρτυρία ήτις εδόθη εν ακαταμαχήτω πειστικότητι και εις ουδένα άλλον εδόθη τοιαύτη ειμή εις Αυτόν.

Εις δε τον πιστεύοντα, η ζωή και ο θάνατος του Ιησού Χριστού είνε τι πολύ βαθύτερον ακόμη· δι' αυτόν είνε ανάστασις εκ νεκρών. Ούτος Βλέπει εν τω Σταυρώ του Χριστού κάτι υπέρτερον της ιστορικής σημασίας. Βλέπει εν Αυτώ το πλήρωμα πάσης προφητείας ως και το κεφάλαιον όλης της ιστορίας· βλέπει την εξήγησιν του μυστηρίου της γεννήσεως και την κατάκτησιν επί του μυστηρίου του τάφου. Εν τη Ζωή εκείνη ευρίσκει τέλειον παράδειγμα· εν τω θανάτω εκείνω, άπειρον λύτρωσιν. Καθώς θεωρεί την Σάρκωσιν και την Σταύρωσιν, δεν αισθάνεται πλέον ότι ο Θεός απέχει μακράν, αλλ' ανακράζει εν πίστει και ελπίδι και αγάπη, «Υμείς ναός εστι του Θεού του Ζώντος· ως είπεν ο Θεός, Κατοικήσω εν αυτοίς και εμπεριπατήσω εν αυτοίς».

Ο ήλιος έκλινε προς την δύσιν, καθώς το σκότος ήρχισε να διασκεδάζηται από της συντελεσθείσης θυσίας. Εκείνοι οίτινες δεν ενόμισαν μολυσμόν το ν' αρχίσωσι την εορτήν των διά της σφαγής του Μεσσίου των, μεγάλως ανησύχησαν μήπως η αγιότης της επιούσης, ήτις ήρχιζεν από της δύσεως του ηλίου, εκτεθή εις κίνδυνον διά των σωμάτων κρεμαμένων επί του σταυρού. Παρεκάλεσαν τον Πιλάτον ίνα συντριβώσιν αυτών τα σκέλη, και αρθώσι τα σώματα. Η θραύσις αύτη των μελών συνίστατο εις την τύψιν των σκελών διά βαρείας σφύρας, όπερ μεγάλως επετάχυνε τον θάνατον. Τότε οι στρατιώται κατέαξαν τα σκέλη των δύο κακούργων πρώτον, και είτα, ελθόντες προς τον Ιησούν, εύρον ότι η μεγάλη κραυγή υπήρξεν η τελευταία Του, και ότι είχεν αποθάνη ήδη. «Ου κατέαξαν Αυτού τα σκέλη». Και ούτω επληρώθη η Γραφή, η περί του πασχαλίου εκείνου αμνού, όστις ήτο μόνον τύπος και προεικόνισμα του Αμνού του Θεού του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου, ότι — «Οστούν ου συντριβήσεται αυτού». Είνε δε καταπληκτική περίστασις ότι ο αμνός ο πασχάλιος παρά τοις Εβραίοις εσταυρούντο πράγματι επί δύο οβελών, ορθού και εγκαρσίου. Αλλ' είς των στρατιωτών, διά να βεβαιωθή περί του θανάτου, διά της λόγχης εκέντησε την πλευρά του Νεκρού, και «ευθέως,» λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, «εξήλθεν αίμα και ύδωρ.» Ο Ηγαπημένος μαθητής προσθέτει, «Και ο εωρακώς μεμαρτύρηκε, και αληθινή εστιν η μαρτυρία αυτού». Και ως επείσθησαν τότε οι στρατιώται, ούτω πρέπει να πεισθώσι πάντες, ότι, Εκείνος όστις τη τρίτη ημέρα έμελλε ν' αναστή εκ νεκρών, πράγματι εσταυρώθη, απέθανε και ετάφη, και η ψυχή του μετέβη εις τον κόσμον τον αόρατον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'. Η Ανάστασις του Κυρίου

Ιωσήφ ο από Αριμαθείας. — Ο Νικόδημος. — Ο Κήπος και το Μνημείον. — Αι Μυροφόροι γυναίκες. — Η σφράγισις του Τάφου και η Κουστωδία — «Τη Μια των Σαββάτων, όρθρου βαθέος.» — Αι Μυροφόροι παρά τον Τάφον — Ο Τάφος κενός. — Πέτρος και Ιωάννης. — Πρώτη εμφάνισις εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν. — Εμφάνισις εις τας Γυναίκας. — Ο μύθος των Ιουδαίων. — Εμφάνισις εις τον Πέτρον. — Εις Εμμαούς. — Εις τους Αποστόλους συνηγμένους. — Η ψιλάφησις του Θωμά — Παρά την θάλασσαν της Γαλιλαίας. — «Σίμων Ιωνά, φιλείς με;» — Ποίμαινε τα πρόβατά μου.» — «Ούτος δε τι;» — Η Ανάληψις του Χριστού. — «Εκ δεξιών του Πατρός».

Καθ' ην στιγμήν ο Χριστός απέθνησκε, τίποτε δεν ηδύνατο να φανή ασθενέστερον, οικτρότερον, καταδικασμένον εις όνειδος και απώλειαν ή η Εκκλησία την οποίαν είχεν ιδρύσει. Είχεν αύτη δράκα ασθενών οπαδών, εκ των οποίων ο τολμηρότερος είχεν αρνηθή τον Κύριόν του μετά βλασφημίας, και ο πλέον αφωσιωμένος Τον είχεν εγκαταλίπει και είχε φύγει. Ήσαν πτωχοί, ήσαν αμαθείς, απέλπιδες. Δεν είχον ούτε Συναγωγήν ούτε ρομφαίαν. Εάν ωμίλουν την ιδίαν γλώσσαν των, αύτη τους επρόδιδε διά της ιδιωματικής διαλέκτου· εάν ωμίλουν την διαδεδομένην ελληνικήν, εφαίνετο εις το στόμα των ως χυδαϊκή παρεφθαρμένη. Τόσον ασθενείς ήσαν και άσημοι, ώστε μεγάλη τόλμη θα ήτο να προείπη τις δι' αυτούς το πολύ Γαλιλαϊκήν τινα παρασυναγωγήν. Πως συνέβη ώστε οι αμβλείς ούτοι και αμαθείς άνθρωποι, με τον ξύλινον Σταυρόν των, κατεθριάμβευσαν των θανασίμων γοητειών σαρκικής μυθολογίας, κατέκτησαν Βασιλείς και στρατούς, και υπέταξαν τον κόσμον;

Τι ήτο το ποιήσαν την δύναμιν να εξέλθη τελέα εκ της εξουθενωμένης αδυμίας; Μία υπάρχει και μόνον μία δυνατή απάντησις, η Ανάστασις εκ νεκρών. Όλη αύτη η μεγάλη επανάστασις ωφείλετο εις την δύναμιν της του Χριστού αναστάσεως.

Ο ήλιος κατήρχετο ήδη εις την δύσιν, και η ημέρα του Σαββάτου επέκειτο. «Ην δε μεγάλη η ημέρα εκείνη του Σαββάτου», Σάββατον συνάμα και Πάσχα. Οι Ιουδαίοι είχον λάβη πάσαν προφύλαξιν όπως προλάβωσι την βεβήλωσιν ημέρας τόσον ιεράς, κ' εφρόντισαν ευθύς μετά τον θάνατον περί της αποκαθηλώσεως των θυμάτων. Διά το σώμα του Ιησού είχε παρουσιασθή άνθρωπος όπως λάβη άδειαν παρά του Πιλάτου να το θάψη.

Ούτος ήτο Ιωσήφ ο από Αριμαθείας πλούσιος και αμέμπτου βίου ανήρ και μέλος του Συνεδρίου (ευσχήμων Βουλευτής). Καίτοι εκ δειλίας ή εξ αδυναμίας δεν είχε κηρύξει αναφανδόν μέχρι τούδε την πίστιν εις τον Ιησούν, αλλ' όμως δεν μετέσχε της ψήφου του Συνεδρίου ούτε συνήνεσε εις την πράξιν των. Και η λύπη και η αγανάκτησις ενέπνευσαν αυτώ θάρρος. Αφού ήτο πολύ αργά να εκδηλώση την συμπάθειάν του εις τον Ιησούν ως ζώντα Προφήτην, θα έδιδε τουλάχιστον σημείον της αφοσιώσεώς του προς Αυτόν ως Μάρτυρα και θύμα ανόμου συνωμοσίας. Ούτος προσήλθεν εις τον Πιλάτον κατ' αυτήν την εσπέραν της Παρασκευής, και παρεκάλεσεν ίνα δοθή αυτώ το νεκρόν σώμα. Καίτοι οι Ρωμαίοι άφινον τους εσταυρωμένους δούλους των εις βοράν κοράκων και κυνών, ο Πιλάτος δεν εδυσκολεύθη να κυρώση φιλανθρωπότερον και ευσεβέστερον ιουδαϊκόν έθιμον, το οποίον απήτει αείποτε την ταφήν των νεκρών. Ο δε Πιλάτος ηπόρησεν αν ήδη απέθανε, και έστειλε να ερωτήση τον εκατόνταρχον, πληροφορηθείς δε, διέταξε να δοθή το σώμα. Χωρίς να χάση στιγμήν, επειδή το Σάββατον επέκειτο, ο Ιωσήφ ηγόρασε καθαράν σινδόνα, και αποκαθήλωσε το σώμα από του Σταυρού. Εν τω μεταξύ το παράδειγμά του προσείλκυσε και τον άδολον αλλά δειλόν Νικόδημον, του οποίου η καρδία ενεπλήσθη συμπαθείας και τύψεως, και έτρεξε προς τον Σταυρόν Εκείνου με προσφοράν μεγαλοδωρίας βασιλικής. Χάρις εις την έλλαμψιν ταύτην της λύπης και συμπαθείας εις τας καρδίας των δύο τούτων ευγενών και πλουσίων μαθητών, Εκείνος όστις εθανατώθη ως κακούργος ετάφη ως βασιλεύς. Η καθαρά σινδών, την οποίαν ο Ιωσήφ είχεν αγοράσει, ερραντίσθη πλουσίως διά της εκατονταλίτρου σμύρνης και αλόης, την οποίαν είχε φέρη ο Νικόδημος, και το μεμωλωπισμένον και τετραυματισμένον σώμα, του οποίου το θεϊκώς ανθρώπινον πνεύμα ευρίσκετο νυν εν τη αναπαύσει του Σαββάτου, εν τω Παραδείσω του Θεού, εκομίσθη ούτω εις τον αγαπητόν και ειρηνικόν τάφον Του. «Αναπεσών, κεκοίμηται ως λέων και ως σκύμνος· τις εγερεί Αυτόν;»

Παρά τον τάφον της Σταυρώσεως υπήρχε κήπος ανήκων εις τον Ιωσήφ τον Αριμαθαίον, και εντός του περιβόλου του ούτος είχε κατασκευάσει λαξευτόν τάφον καινόν, διά τον εαυτόν του. Εν τω τάφω ουδείς είχε τεθή ακόμη, ο δε Ιωσήφ, παρά πάσας τας ιουδαϊκάς προλήψεις, δεν εδίστασε να δώση διά το σώμα του Ιησού το δι' εαυτόν προωρισμένον μνημείον, το λελατομημένον εν τη πέτρα. Ώφειλον δε να σπεύσωσι, διότι άμα της δύσει του ηλίου το Σάββατον θα ήρχιζε. Ηρωμάτισαν τον νεκρόν, ετύλιξαν την κεφαλήν με σουδάριον, περιέβαλαν όλον το σώμα με την σινδόνα, και απέθηκαν αυτό εν τω μνημείω τω καινώ, είτα προσεκύλισαν μέγαν λίθον επί της θύρας του μνημείου. Μόλις συνετέλεσαν την ταφήν, ο ήλιος εκρύβη όπισθεν των ορέων της Ιερουσαλήμ, και το νέον Σάββατον επέφωσκε.

Μαρία η Μαγδαληνή και Μαρία Ιακώβου και Ιωσή μήτηρ, είχον καθίσει εν τω κήπω επιτηρούσαι, και άλλαι εκ της Γαλιλαίας γυναίκες είχον σημειώσει το μέρος, και είχον σπεύσει οίκαδε να ετοιμάσωσι νέα αρώματα πριν το Σάββατον αρχίση, όπως δυνηθώσι να τρέξωσιν οπίσω την πρωίαν της Μιας Σαββάτων, και συμπληρώσωσι τον αρωματισμόν του σώματος, τον οποίον ο Ιωσήφ και ο Νικόδημος εν σπουδή είχον αρχίσει. Διήλθον εν ησυχία το Σάββατον εκείνο, το οποίον, διά τας συντετριμμένας καρδίας όλων όσοι ηγάπων τον Ιησούν, ήτο Σάββατον αγωνίας και θλίψεως.

Αλλ' οι εχθροί του Χριστού δεν έμειναν τόσον αδρανείς. Η φοβερά ανησυχία των ενόχων συνειδήσεων δεν είχε καταπραϋνθή ούτε διά του θανάτου Του επί του Σταυρού. Ανεμνήσθησαν μετά τρόμου τας περιαδομένας προφητείας, περί αναστάσεώς Του, το σημείον Ιωνά του Προφήτου, όπερ Εκείνος έλεγε μόνον θα εδίδετο αυτοίς, την μεγάλην έκφρασιν περί καταλύσεως του Ναού, τον οποίον εις τρεις ημέρας θα ήγειρε. Προσποιούμενοι άρα ότι φοβούνται «μήποτε οι μαθηταί Αυτού ελθόντες διά νυκτός κλέψωσιν Αυτόν, και είπωσι τω λαώ, Ηγέρθη από των νεκρών·» και τότε θα ήτο, κατ' αυτούς, η εσχάτη πλάνη χείρων της πρώτης, παρεκάλεσαν τον Πιλάτον, ίνα έως της τρίτης ημέρας, ασφαλισθή ο τάφος. Ο Πιλάτος έδωκεν αυτοίς βραχείαν και αλαζονικήν άδειαν να πράξωσιν ως ήθελον· προφανώς δε την εσπέραν, όταν το Πασχάλιον Σάββατον παρήλθεν, απήλθον μετά των στρατιωτών και εσφράγισαν τον λίθον του μνημείου, και αφήκαν τους στρατιώτας φύλακας εκεί.

Το «έχετε κουστωδίαν» δεν δύναται να ληφθή ως προστακτική, αλλά μάλλον ως οριστική. Υποτίθεται εν γένει ότι η κουστωδία αύτη ήτο απόσπασμα ρωμαίων στρατιωτών παραχωρημένων ήδη εις τους Ιουδαίους αρχιερείς όπως φρουρώσι την τάξιν κατά την εορτήν.

Η νυξ παρήλθε, και πριν το λυκαυγές αρχίση να υποφώσκη εν τη πρώτη εκείνη μεγάλη ημέρα του Χριστιανικού Πάσχα, η περιπαθής αγάπη των γυναικών εκείνων αίτινες προσεκαρτέρησαν τελευταίαι παρά τον Σταυρόν, τας έκαμε και πρωινωτάτας παρά τον τάφον. Φέρουσαι μεθ' εαυτών τα πολύτιμα αρώματά των, αλλ' ουδέν γνωρίζουσαι περί κουστωδίας και σφραγίσεως, εναγωνίως ηρώτων αλλήλας, καθώς έτρεχον με δειλά και θλιβερά βήματα εις το σκότος και εις το ωχρόν φέγγος της σελήνης και του λυκαυγούς, «Τις αποκυλίσει ημίν τον λίθον εκ της θύρας του μνημείου». Αι δύο Μαρίαι έτρεχον πρώται εις την πορείαν ταύτην της αφοσιώσεως, μετ' αυτάς δε ήρχοντο η Σαλώμη και η Ιωάννα. Κατ' άλλους η «Μαρία η Ιακώβου και Ιωσή μήτηρ» ήτο αυτή η Θεοτόκος Μαρία, λαμβάνουσα τον προσδιορισμόν τούτον ως έχουσα οιονεί προγόνους και τον Ιάκωβον και τον Ιωσήν, αν ούτοι ήσαν υιοί του Ιωσήφ του Μνήστορος. Εύρον δε την δυσχέρειαν λυθείσαν δι' αυτάς. Αγγελική οπτασία με λευκήν και απαστράπτουσαν εσθήτα είχε κατατρομάξει τους φύλακας του τάφου, και είχεν αποκυλίσει τον λίθον από της θύρας του μνήματος εν μέσω των κλονισμών μεγάλου σεισμού. Και καθως εκείναι έφθασαν εις τον τάφον, βλέπουσιν αγγέλους λευχειμονούντας, οίτινες εκέλευσαν αυτάς, να τρέξωσιν οπίσω προς τους μαθητάς και να είπωσιν αυτοίς, και ιδίως τω Πέτρω, ότι ο Χριστός, συμφώνως προς το ίδιον ρήμα Του, ηγέρθη από των νεκρών, και θα προηγηθή αυτών, ως Ποιμήν, εις την αγαπητήν πατρίδα των, την Γαλιλαίαν. «Ιησούν ζητείτε, τον Ναζαρηνόν, τον Εσταυρωμένον; Ηγέρθη· ουκ έστιν ώδε· ίδε ο τόπος όπου έθηκαν Αυτόν. Αλλ' υπάγετε, είπατε τοις μαθηταίς Αυτού και τω Πέτρω ότι προάγει υμάς εις την Γαλιλαίαν. Εκεί Αυτόν όψεσθε, καθώς είπεν υμίν».

Αι γυναίκες έτρεξαν οπίσω εν εκστάσει και εν τρόμω, και εις ουδένα είπον ειμή εις τους μαθητάς· και εις τους μαθητάς εφάνησαν οι λόγοι των «ωσεί λήρος·» και όχι μόνον «ουκ επίστευσαν,» αλλ' «ηπίστησαν». Αλλ' η Μαγδαληνή Μαρία, ήτις είχε λάβη χωριστήν και ιδιαιτέραν πληροφορίαν, έδραμε πάραυτα προς τον Πέτρον και Ιωάννην. Τότε οι δύο μαθηταί έτρεξαν. Ο Ιωάννης προέδραμε ταχύτερον του Πέτρου, και πρώτος φθάσας, έκυψε, και εθεώρησε μετά σιωπηλού θαυμασμού τον ανοικτόν τάφον. Ο τάφος ήτο κενός, και τα οθόνια του Νεκρού έκειντο μόνα, χωριστά η σινδών, και χωριστά το σουδάριον το επί της κεφαλής. Είτα έφθασεν ο Πέτρος, και με την συνήθη ορμητικότητά του, απροσεκτών προς τας περί μολυσμού διατάξεις και προς πάσαν άλλην σκέψιν, ειμή την αγάπην και την έκπληξίν του, εισήλθεν εις τον τάφον. Ο Ιωάννης τον ακολούθησε, και είδε, και επίστευσε· και οι δύο Απόστολοι έφεραν οπίσω την αναμφίβολον βεβαιότητα προς τους θαυμάζοντας αδελφούς των. Με όλον τον φόβον, και την αγωνίαν, και την αμβλύτητα της διανοίας, ήτις, κατά την ιδίαν ομολογίαν των, ήτο τόσον βραδεία εις το συνιέναι, επέλαμψεν επ' αυτούς τότε η τρέμουσα και αμυδρά ελπίς, ήτις έμελλε ταχέως να γείνη ακλόνητος πεποίθησις, ότι ο Ιησούς όντως ηγέρθη εκ νεκρών. Ότι κατά την πρωίαν εκείνην ο τάφος του Χριστού ήτο κενός, ότι το σώμα Του δεν είχεν αποκομισθή υπό των εχθρών Του, ότι η απουσία του επροξένησεν εις τους μαθητάς βαθυτάτην έκπληξιν, ουχί άμικτον παρά τισιν αυτών, με λύπην και ταραχήν, ότι ακολούθως επείσθησαν, διά πολλών τεκμηρίων, ότι όντως είχεν αναστή εκ νεκρών, ότι υπέρ του αληθούς της πίστεως ταύτης ήταν έτοιμοι εν παντί καιρώ ν' αποθάνωσιν, ότι η πίστις αύτη επήνεγκε βαθείαν και ολοσχερή μεταβολήν εις τον χαρακτήρα των, πονήσασα αυτούς εκ δειλών θαρραλέους και εξ ασθενών ακαταμαχήτους, ότι ήσαν ανίκανοι προς ψεύδος εκούσιον, και, αν ούτω δεν είχε, το ψεύδος το εκούσιον ουδέποτε θα είχε δύναμιν να πείση την απιστίαν και ν' αναγεννήσει την ηθικότητα του κόσμου, ότι επί της πίστεως ταύτης της Αναστάσεως ωκοδομήθη η παγκόσμιος εισέτι τήρησις της πρώτης ημέρας της εβδομάδος και όλον το θεμέλιον της χριστιανικής εκκλησίας, ταύτα τουλάχιστον είνε γεγονότα τα οποία και η απιστία αυτή, εάν θέλη να είνε ειλικρινής, δεν δύναται να μη αναγνωρίση.

Την φαινομένην δήθεν ασυμφωνίαν μεταξύ των Ευαγγελιστών, ως προς τα γεγονότα της Μιας των Σαββάτων, νεώτερος ερμηνευτής (ο Άγγλος επίσκοπος Ουέσκοτ) επιχειρεί ως εξής να συμβιβάση. Ώρα 11 της νυκτός (5 π. μ.). Μαρία η Μαγδαληνή μετ' άλλων γυναικών έρχεται εις τον τάφον. Επιστρέφει να εύρη τον Πέτρον και Ιωάννην. Ώρα 11 και ημισεία. Αι άλλαι γυναίκες βλέπουσιν Άγγελον και επιστρέφουσιν εις την πόλιν. Ώρα 12. Η Ιωάννα και άλλαι επισκέπτονται τον τάφον, και βλέπουσι δύο Αγγέλους, οίτινες πληροφορούσιν αυτάς. Ώρα ημισεία της ημέρας (6 και ημισία). Ο Πέτρος και Ιωάννης έρχονται εις τον τάφον. Ολίγω ύστερον ο Ιησούς εμφανίζεται εις Μαρίαν την Μαγδαληνήν, και ύστερον εις τας άλλας γυναίκας, καθώς επιστρέφουσιν εις τον τάφον.

Εις την Μαγδαληνήν Μαρίαν, εις εκείνην ήτις πολύ ηγάπησε διότι πολύ εσυγχωρήθη, και εκ της ψυχής της οποίας, της διαπύρου νυν ως η φλοξ και διαυγούς ως κρύσταλλος, είχεν εκβάλη επτά δαιμόνια, απέκειτο η ένδοξος τιμή να ίδη πρώτη τον αναστάντα Σωτήρα. (Κατ' άλλους ερμηνευτάς, ο Κύριος αναστάς ώφθη πρώτον εις την πάναγνον Αυτού Μητέρα, καίτοι τούτο απεσιωπήθη υπό των Ευαγγελιστών). Και η οπτασία των Αγγέλων, δεν είχε καταπραΰνει την έξαψιν και την ταραχήν εν τη καρδία της Μαγδαληνής, όταν, επιστρέψασα και πάλιν εις το μνημείον, εύρεν ότι δεν ήτο πλέον δυνατόν να προσφέρη τον τελευταίον φόρον της αφοσιώσεως και της στοργής εις το κατατραυματισμένον σώμα του Κυρίου της. Από της περιπαθούς ψυχής της, ουδέν αι λευκαί οπτασίαι και αι αγγελικαί φωναί ηδυνήθησαν να εξώσωσι την αγωνίαν την οποίαν ησθάνετο εις την επίμονον σκέψιν, «Ήραν τον Κύριόν μου εκ του μνημείου, και ουκ οίδα πού έθηκαν Αυτόν». Μεθ' όλης της ψυχής της απερροφημένης εις την σκέψιν ταύτην, εστράφη, και ιδού, ο Ιησούς Αυτός ίστατο παρ' αυτήν. Ήτο ο Ιησούς, αλλ' όχι όπως τον είχε γνωρίσει. Υπήρχε τι το πνευματικόν, το υπερκόσμιον, εις το εγηγερμένον εκείνο και δεδοξασμένον σώμα. Εκείνη εφαντάσθη ότι ήτο ο κηπουρός, και εν τη απλήστω ελπίδι ότι ούτος δύναται να εξηγήση προς αυτήν το μυστήριον του κενωθέντος εκείνου και αγγελοφοντήτου τάφου, ανακράζει προς Αυτόν εν αγωνιώδη εκπλήσει, αποστρέφουσα την κεφαλήν, ίσως διά να κρύψη τα ρέοντα δάκρυά της — «Κύριε, ει συ εβάστασας Αυτόν, είπε μοι πού έθηκας Αυτόν, καγώ Αυτόν αρώ».

Τότε ο Ιησούς λέγει προς αυτήν, «Μαρία!»

Η λέξις εκείνη, με τον καταπληκτικόν εκείνον αλλά και τρυφερόν τόνον της θείας φωνής, εισέδυ εις την καρδίαν της. Στραφείσα προς Αυτόν, αποπειραθείσα, ως φαίνεται, να θίξη τους πόδας Του ή το κράσπεδον του ιματίου Του, έκραξε προς αυτόν εν τη μητρική γλώσση της, «Ραββουνί!» (όπερ ήτο πολύ εμφαντικώτερον και τιμητικώτερον του Ρ α β β ί), και είτα έμεινεν άφωνος εν τη παραφορά της. Ο Ιησούς Αυτός μετά πραότητος περιέστειλε το πάθος του ενθουσιασμού της. «Μη μου άπτου, είπεν, ούπω γαρ αναβέβηκα προς τον Πατέρα Μου». Πιθανόν τούτο να σημαίνη, «επειδή τούτο είνε μόνον βραχύ διάλειμμα μεταξύ της προτέρας ανθρωπίνης αναστροφής Μου προς υμάς και της μελλούσης πνευματικής ενώσεως». Είτα προσέθηκε, «Πορεύου δε προς τους αδελφούς Μου και ειπέ αυτοίς, Αναβαίνω προς τον Πατέρα Μου και πατέρα υμών, και Θεόν Μου και Θεόν υμών». Οι αρχαίοι Έλληνες Πατέρες εσχολίασαν το αξιοσημείωτον της εκφράσεως ταύτης. «Πατέρα κατά φύσιν την θεϊκήν, ως δε φύσει γενόμενος άνθρωπος, έφης Θεόν, Ύψιστε, τοις δούλοις συγκατιών, εξαναστάς του μνήματος, χάριτι Πατέρα των γηγενών τιθείς τον κατά φύσει Θεόν τε και Δεσπότην». Κατάπληκτος και περιδεής εκείνη έσπευσε να υπακούση. Επανέλαβε προς αυτούς το θειότατον τούτο παράγγελμα, και από γενεάς εις γενεάν αντηχεί δονούσα τας καρδίας η πρώτη εκείνη έκφρασις, η ανεξάλειπτον εμποιήσασα εντύπωσιν εις τα πνεύματα των ακουσάντων — &«Εώρακα τον Κύριον!»&

Ουδ’ έμεινεν ανυποστήρικτος η μαρτυρία της. Ο Ιησούς συνήντησε τας άλλας γυναίκας, και είπεν αυταίς, «Χαίρετε!» Ο τρόμος ανεμιγνύετο με το θάμβος και την συγκίνησίν των καθώς έπεσαν εις τους πόδας Του. «Μη φοβείσθε, είπε προς αυτάς· πορευθείσαι είπατε τοις αδελφοίς Μου ίνα απέλθωσιν εις Γαλιλαίαν, κακεί Με όψονται».

Ανωφελές ήτο διά τους στρατιώτας τους φύλακας να μείνωσι πλησίον κενού τάφου. Εν φόβω διά τα επακόλουθα, και εν τρόμω εις όσα είχον ίδη, έφυγον προς τους άρχοντας των Ιουδαίων, οίτινες είχον δώσει αυτοίς το κρύφιον υπούργημα. Διά τας πεπωρωμένας εκείνας καρδίας πίστις δεν υπήρχεν, ουδέν καν έρευνα. Το μόνον καταφύγιόν των ήτο το ψεύδος. Επροσπάθησαν να συγκαλύψωσιν όλην την υπόθεσιν. Υπέβαλον εις τους στρατιώτας την ιδέαν ότι πρέπει να είχον αποκοιμηθή, και εν τω μεταξύ οι μαθηταί είχον κλέψει το σώμα του Ιησού. Αλλά τοιούτος μύθος ήτο παραπολύ άτιμος προς πειθώ, και παραπολύ γελοίος προς δημοσιότητα. Εάν καθίστατο γνωστόν, ουδέν θα έσωζε τους στρατιώτας εκ του ονείδους και της τιμωρίας. Οι Σαδδουκαίοι άρα έδωκαν αργύρια εις τους στρατιώτας, όπως σκεφθώσι το ίδιον συμφέρον των, και το κοινόν συμφέρον των με τους Ιουδαίους, θάπτοντες την όλην υπόθεσιν εν μυστικότητι και σιωπή. Μόνον βαθμηδόν και βραδύτερον, και προς τους μεμυημένους, η χαμερπής συκοφαντία μετεδόθη. Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος λέγει ότι, όταν έγραφε το καθ' εαυτόν Ευαγγέλιον, διεφημίζετο ακόμη ο μύθος μεταξύ των Ιουδαίων.

Η τρίτη εμφάνισις του Χριστού ήτο προς τον Πέτρον. Τα καθ' έκαστα ταύτης είνε άγνωστα εις ημάς. Το γεγονός ερείδεται επί της ρητής μαρτυρίας του ιερού Λουκά και του θεογόρου Παύλου.

Την αυτήν ημέραν, η τετάρτη εμφάνισις του Κυρίου συνωδεύθη από περιστάσεις βαθυτάτου ενδιαφέροντος. Δύο των μαθητών ωδοιπόρουν εις έν χωρίον Εμμαούς, ως οκτώ μίλια από της Ιερουσαλήμ, και συνεζήτουν προς αλλήλους με τεθλιμμένας και εμφόβους καρδίας περί των φοβερών συμβεβηκότων των δύο τελευταίων ημερών. Τότε Ξένος τις επλησίασεν αυτούς και τους ηρώτησε το αίτιον του κατηφούς των προσώπου και του τεταραγμένου των λόγων των. Εκείνοι εστάθησαν κ' εθεώρησαν δυσπίστως τον άγνωστον οδοιπόρον. Και όταν ο είς των δύο, ω όνομα Κλεόπας ωμίλησεν εις απάντησιν, υπάρχει έκπληξίς τις και υποψία εις την απόκρισίν του. «Συ μόνος παροικείς εν Ιερουσαλήμ, και ουκ έγνως τα γενόμενα εν αυτή εν ταις ημέραις ταύταις;» Εκείνος ηρώτησε, «Ποία;» και ούτοι είπον, «Τα περί Ιησού του Ναζωραίου, ος εγένετο Προφήτης μέγας» εν τω Ισραήλ και όμως όλαι αι χαρμόσυνοι ελπίδες ότι έμελλε να λυτρώση τον λαόν Αυτού κατέπεσον εις κόνιν, και όλαι αι κριταί πράξεις Του ενώπιόν του Θεού και του λαού ετελείωσαν προ δύο ημερών εις επονείδιστον

[λείπουν οι σελίδες 407 - 410. Το πιο κάτω κείμενο (μεταξύ των αγκυλών) είναι μεταφρασμένο στην δημοτική από το αγγλικό πρωτότυπο]

………………………

…στον σταυρό. Περιέγραψαν το αίσθημα φοβερής έκπληξης με το οποίο, εκείνη την ίδια μέρα – την Τρίτη μέρα, άκουσαν τις διαδόσεις των γυναικών για οράματα αγγέλων, και την βέβαιη μαρτυρία μερικών Αδελφών τους ότι ο τάφος ήταν άδειος τώρα. «Αλλά», πρόσθεσε ο ομιλητής με αναστεναγμό δυσπιστίας και λύπης – «αλλά Αυτόν δεν τον είδαν».

Τότε, επιπλήττοντάς τους για την έλλειψη νοημοσύνης τους και συναισθημάτων, o ξένος τους έδειξε πως σε όλη την Παλαιά Διαθήκη από τον Μωυσή και μετά υπήρχαν προφητείες όχι μόνο για την δόξα του Χριστού αλλά και για τα βάσανά του. Με τέτοια υψηλή συζήτηση έφθασαν κοντά στου Εμμαούς και ο ξένος φαινόταν ότι θα συνέχιζε τον δρόμο του, αλλά αυτοί τον πίεσαν να μείνει, και καθώς κάθισαν για να φαν το απλό φαΐ τους και Αυτός ευλόγησε και έκοψε το ψωμί, τα μάτια τους άνοιξαν και παρά την αλλαγμένη μορφή, ανεγνώρισαν ότι αυτός που ήταν μαζί τους ήταν ο Κύριος. Αλλά μόλις τον ανεγνώρισαν, Αυτός δεν ήταν πια μαζί τους. «Πώς η καρδιά μας δεν έκαιγε μέσα μας» αναφώνησαν ο ένας στον άλλον, «ενώ μας μιλούσε έτσι, καθώς μας εξηγούσε τις Γραφές;» Αμέσως σηκώθηκαν και γύρισαν πίσω στην Ιερουσαλήμ με τα παράξενα και χαρούμενα νέα. Και τους υποδέχθηκαν με την εκστατική διαβεβαίωση « Ο Κύριος αναστήθηκε πράγματι και εμφανίστηκε στον Σίμωνα!»

5. Μια φορά ακόμα, για Πέμπτη φορά αυτήν την Πασχαλινή μέρα που της αξίζει να την θυμόμαστε αιώνια, εμφανίστηκε ο Ιησούς στους Μαθητές του. Δέκα από αυτούς καθόντουσαν μαζί, με κλειστές τις πόρτες λόγω του φόβου των Ιουδαίων. Καθώς συνομιλούσαν μεταξύ τους και αντάλλασσαν τα ευτυχή νέα, ο Ιησούς εμφανίστηκε ανάμεσά τους με τα λόγια «Ειρήνη υμίν». Η ασυνήθιστη όψη του λαμπρού σώματος – η φοβερή σημασία ότι αυτός είχε αναστηθεί από τους νεκρούς— τους φόβισε. Η παρουσία του Κυρίου τους ήταν πράγματι σωματική, αλλά ήταν αλλαγμένη. Σκεφτόντουσαν ότι ήταν ένα πνεύμα που στεκόταν εμπρός τους. «Γιατί φοβάστε;» τους ρώτησε «και γιατί η καρδιά σας γεμίζει με ανήσυχες αμφιβολίες; Κοιτάξτε τα χέρια μου και τα πόδια μου για να διαπιστώσετε ότι είμαι εγώ· πιάστε με και δείτε· γιατί ένα πνεύμα δεν έχει σάρκα και οστά όπως βλέπετε ότι έχω εγώ.» Όπως τους μιλούσε τους έδειξε τα χέρια Του και το πλευρό Του. Και τότε, ενώ η χαρά, ο θαυμασμός και η δυσπιστία πάλευαν στην καρδιά τους, τους ρώτησε αν είχαν τίποτα να φάει, και για να τους καθησυχάσει, έφαγε ένα κομμάτι ψητό ψάρι εμπρός τους. Και μετά, ακόμα μια φορά τους είπε «Ειρήνη υμίν. Όπως ο Πατέρας μου με έστειλε, έτσι και εγώ σας στέλνω.» Και εκπνέοντας επάνω τους, είπε. «Παραλάβετε το Άγιο Πνεύμα. Σ’ όποιους συγχωρέσετε τις αμαρτίες, οι αμαρτίες τους θα συγχωρούνται· σε όποιους δεν τις συγχωρείτε, δεν θα συγχωρούνται.

Μόνο ένας από τους Απόστολους ήταν απών – Ο Θωμάς ο Δίδυμος. Ο χαρακτήρας του, όπως ήδη είδαμε, ήταν τρυφερός αλλά και μελαγχολικός. Σ’ αυτόν τα νέα φαινόντουσαν πολύ καλά για να είναι αληθινά. Μάταια οι άλλοι Μαθητές τον διαβεβαίωναν «Είδαμε τον Κύριο». Ευτυχώς για μας, αν και λιγότερο ευτυχώς για κείνον, διακήρυξε με έμφαση, ότι τίποτα δεν θα τον έπειθε, παρά μόνο αν έβαζε το δάκτυλό του στα σημάδια των καρφιών και τα χέρια του στο πλευρό Του. Μια βδομάδα πέρασε και οι πιστά καταγεγραμμένες αμφιβολίες του ανήσυχου Αποστόλου έμειναν ανικανοποίητες. Την όγδοη – ή θα πρέπει να πούμε την έβδομη κατοπινή μέρα — γιατί ήδη η ανάσταση είχε καταστήσει την πρώτη μέρα της βδομάδας ιερή στις καρδιές των Αποστόλων — οι έντεκα ήταν ξανά μαζεμένοι με κλειστές τις πόρτες. Ακόμα μια φορά φανερώθηκε ο Ιησούς σε αυτούς, και μετά την συνηθισμένη ευγενική και επίσημη ευλογία Του, κάλεσε τον Θωμά, και του ζήτησε να απλώσει το δάκτυλο του και να το βάλει στα χνάρια των καρφιών και να θέσει το χέρι του στην πληγή του δόρατος στο πλευρό Του, και να είναι «όχι άπιστος, αλλά πιστός». «Κύριέ μου και Θεέ μου!» αναφώνησε ο δύσπιστος Απόστολος, με μια έκρηξη απολύτου βεβαιότητας, «Επειδή Με είδες», είπε ο Ιησούς, «επίστεψες· ευλογημένοι είναι αυτοί που δεν είδαν και όμως πίστεψαν.»

Η επόμενη εμφάνιση του αναστημένου Σωτήρα ήταν προς επτά από τους Απόστολους στην Θάλασσα της Γαλιλαίας – Σίμωνα, Θωμά, Ναθαναήλ, τους γιούς του Ζεβεδαίου και δύο ακόμη – ίσως τον Φίλιππο και τον Ανδρέα – οι οποίοι δεν ονοματίζονται (κατ’ Ιωάννη xxi. 1-24). Οι επισκέψεις του Ιησού είχαν σταματήσει, και πριν να επιστρέψουν στην Ιερουσαλήμ για την Πεντηκοστή ώστε να δεχτούν την υποσχεθείσα εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος, ο Σίμωνας είπε ότι θα έπρεπε να ξαναρχίσει προσωρινά το παλιό επάγγελμά του, του ψαρά. Δεν υπήρχε πια κοινό πορτοφόλι, και μια που δεν είχαν μέσα επιβίωσης, αυτό φαινόταν ο λογικός τρόπος επίτευξης ενός ευπρεπούς τρόπου ζωής. Οι άλλοι πρότειναν να παν μαζί του, και βγήκαν στην θάλασσα το απόγευμα, μια και η νύχτα είναι η καλλίτερη ώρα για ψάρεμα. Όλη την νύχτα πάσχιζαν μάταια. Νωρίς την αυγή, στο ομιχλώδες λυκόφως, στην ακτή, είδαν την φιγούρα κάποιου που δεν αναγνώρισαν. Μια φωνή τους ρώτησε αν είχαν πιάσει τίποτα. «Όχι» ήταν η αποθαρρημένη απάντηση. «Ρίξτε τα δίχτυα σας στην δεξιά μεριά του σκάφους και θα βρείτε». Έριξαν το δίχτυ και αμέσως γέμισε τόσο με πληθώρα ψαριών, ώστε με δυσκολία το τράβηξαν. Το επεισόδιο ξύπνησε μέσα τους με τρομακτική δύναμη, την ανάμνηση προηγούμενων ημερών. «Είναι ο Κύριος», ψιθύρισε ο Ιωάννης στον Πέτρο· και αμέσως, ο ενθουσιώδης τύπος με την ζεστή καρδιά, δένοντας τον χιτώνα του ψαρά γύρω από τα λαγόνιά του, πήδηξε στην θάλασσα, να κολυμπήσει τις 100 γιάρδες που τον χώριζαν από τον Ιησού, και ρίχτηκε, βρεμένος από τα κύματα, στα πόδια Του. Πιο σιγά ακολούθησαν οι άλλοι, σέρνοντας το τεντωμένο αλλά ακέραιο δίκτυ με τα 153 ψάρια. Μια φωτιά έκαιε στην παραλία, λίγο ψωμί υπήρχε κοντά της και μερικά ψάρια ψηνόντουσαν στα πυρωμένα κάρβουνα. Ήταν μια σκηνή που ακόμα μπορεί να δει κανείς στις ακρογιαλιές της Γαλιλαίας. Και Αυτός που στεκόταν δίπλα της τους διέταξε να φέρουν και άλλα ψάρια από αυτά που είχαν πιάσει. Αμέσως ο Σίμων πετάχτηκε και βοήθησε με τα δυνατά του χέρια να σύρουν το δίχτυ στην στεριά. Και Αυτός που όλοι γνώριζαν ότι ήτο ο Κύριος, αλλά του οποίου η φωνή και η όψη έκαναν τις καρδιές τους να σταθούν με σεβασμό γεμάτο δέος, έτσι ώστε να μην τολμούν να τον ρωτήσουν, τους είπε, «Ελάτε και φάτε» και τους μοίρασε το ψωμί και τα ψάρια.

Το ευτυχισμένο γεύμα τέλειωσε σιωπηλά, και τότε ο Ιησούς είπε στον αδύναμο αλλά αγαπημένο του Απόστολο «Σίμωνα» (δεν ήταν ακόμα η ώρα να του ξαναδώσει το όνομα Πέτρος) «Σίμωνα, υιέ του Ιωνά, με τιμάς πιο πολύ από αυτούς ;»

«Ναι, Κύριε μου, το ξέρεις ότι Σε αγαπώ».

«Βόσκε τα αρνάκια μου».

Ο Σίμωνας είχε νιώσει στα φυλλοκάρδια του τι σήμαινε η ευγενική νουθεσία «πιο πολύ από αυτούς». Αναβίωνε στην μεταμελημένη ψυχή του τις καυχησιές που είχε εκφέρει με τόση σιγουριά ανάμεσα στους αδελφούς του «Αν και όλοι σκανδαλισθούν, εγώ δεν θα σκανδαλισθώ». Η αποτυχία τον είχε διδάξει ταπεινοφροσύνη, και έτσι δεν θα ζητούσε την πρωτοκαθεδρία στα αισθήματά του, ούτε θα υιοθετούσε την λέξη της ερώτησης του Σωτήρα, η οποία εμπεριείχε βαθιά τιμή και αφοσίωση και σεβασμό· αλλά θα χρησιμοποιούσε αντ’ αυτής την πιο αδύνατη λέξη, που όμως καλλίτερα έδειχνε τα ζεστά ανθρώπινα αισθήματα της καρδιάς του. Και την επόμενη φορά η ερώτηση του θύμισε με λιγότερο πόνο την παλιά του αυτοπεποίθηση, γιατί ο Ιησούς του είπε μόνο

— «Σίμωνα, γιέ του Ιωνά, Με τιμάς;»

Ξανά ο Απόστολος ταπεινά του απάντησε με τις ίδιες λέξεις όπως πριν – «Ναι, Κύριε, ξέρεις ότι σε αγαπώ.»

«Φύλαξε τα πρόβατά μου».

Αλλά ο Σίμωνας Τον είχε τρις απαρνηθεί και έτσι ήταν αρμόζον ότι τρις έπρεπε να διακηρύξει την πίστη του. Ξανά, μετά από σύντομη παύση, ήρθε η ερώτηση – και αυτήν την φορά με την πιο αδύνατη αλλά και πιο ζεστή λέξη που ο ίδιος ο Απόστολος είχε διαλέξει—

««Σίμων, γιέ του Ιωνά, Με αγαπάς;»

Και ο Σίμωνας, βαθιά ταπεινωμένος και δυστυχισμένος αναφώνησε, «Κύριε, ξέρεις τα πάντα· Βλέπεις ότι σε αγαπώ».

«Τάισε τα αγαπημένα αρνιά μου.» Μετά, με επισημότητα, πρόσθεσε «Πραγματικά όταν ήσουν πιο νέος ζωννόσουν ο ίδιος και περπάταες όπου ήθελες· μα σα γεράσεις, θ' απλώσεις τα χέρια κι’ άλλος θα σε ζώσει και θα σε πάει όπου δε θέλεις».

Ο Απόστολος τον κατάλαβε· ήξερε ότι αυτό υπονοούσε τα χρόνια της μελλοντικής του υπηρεσίας, τις αγωνίες του μελλοντικού του μαρτυρίου· αλλά τώρα δεν ήταν πια ο «Σίμων» αλλά ο «Πέτρος» — η καρδιά της πέτρας ήταν μέσα του· ήταν έτοιμος να ακολουθήσει την φωνή που του έλεγε «Ακολούθα με» μέχρι θανάτου. Κατά την διάρκεια της συνομιλίας περπατούσε δίπλα στον Ιησού, λίγα βήματα μπροστά από τους συντρόφους του. Κοιτώντας πίσω είδε τον Ιωάννη, τον σύντροφο που συμπαθούσε και τον Απόστολο που ο Ιησούς αγαπούσε να τους ακολουθεί αργά. Δείχνοντας τον, ρώτησε, «Κύριε, αυτός τι θα κάνει;» Η απάντηση ανέκοψε την επιπόλαιη περιέργειά του. «Εάν θελήσω να χρονοτριβήσει μέχρι να έρθω, τι σε αφορά εσένα αυτό; Εσύ να Με ακολουθήσεις.» Ο Πέτρος δεν τόλμησε να τον ρωτήσει περισσότερα και η απάντηση – που ήταν επίτηδες ασαφής – οδήγησε σε μεγάλη παρεξήγηση διαδεδομένη στην αρχική εκκλησία, ότι ο Ιωάννης δεν επέπρωτο να πεθάνει μέχρι να έλθει ο Χριστός. Ο απόστολος ήρεμα διορθώνει το λάθος αναφέροντας τους ακριβείς λόγους του αναστημένου Χριστού. Τον τρόπο του θανάτου του δεν γνωρίζουμε, αλλά γνωρίζουμε ότι έζησε περισσότερο από όλους τους αδελφούς του Μαθητές και ότι επέζησε την τρομερή συντριβή του έθνους του η οποία, μια και έκανε αδύνατη την αυστηρή υπακοή στις συνθήκες της Παλιάς Διαθήκης, άνοιξε σε όλο τον κόσμο ένα απρόσκοπτο μονοπάτι για την ίδρυση της Νέας Διαθήκης και για το Βασίλειο του Ουρανού, — ήταν κατά μια έννοια πιο αληθινή από κάθε γεγονός στην ανθρώπινη ιστορία — ένας δεύτερος ερχομός του Κυρίου.

8. Ίσως ήταν σε αυτήν την περίσταση που ο Ιησούς είπε στους μαθητές του για το όρος της Γαλιλαίας όπου θα συναντούσε όλους που τον γνώριζαν και τον αγαπούσαν για τελευταία φορά. Εάν ήταν το Ταβόρ ή το όρος των Μακαρίων δεν γνωρίζουμε, αλλά περισσότεροι από πεντακόσιοι μαθητές του μαζεύτηκαν εκείνη την φορά με τους ένδεκα, και έλαβαν τις τελευταίες εντολές του Ιησού, να διδάξουν και βαφτίσουν σε όλα τα Έθνη· και την τελευταία υπόσχεση ότι θα ήταν μαζί τους πάντα, μέχρι το τέλος του κόσμου. Γράφοντας μετά από περισσότερα από είκοσι χρόνια από εκείνη την στιγμή, ο Άγιος Παύλος μας δίνει την αξιοσημείωτη μαρτυρία ότι η πλειονότητα των μαρτύρων της ανάστασης ζούσαν ακόμη, και ότι μόνο μερικοί «εκοιμήθησαν».

9. Μία ένατη παρουσίαση του Ιησού δεν έχει γραφεί στα Ευαγγέλια και την γνωρίζουμε από μια μόνο αναφορά από τον Άγιο Παύλο. «Σας ανέφερα» γράφει στην επιστολή του προς τους Κορινθίους (1 Κορ. Xv 3-8), «αυτό το οποίο παρέλαβα, πως ο Χριστός πέθανε για τις αμαρτίες μας, σύμφωνα με τις Γραφές· και ότι θάφτηκε και ]

………………………

πάλιν τη τρίτη ημέρα ηγέρθη, κατά τας Γραφάς, και ώφθη Κηφά, είτα τοις Δώδεκα· μετά τούτο, ώφθη πλείοσιν ή πεντακοσίοις αδελφοίς επί το αυτό… μ ε τ ά τ ο ύ τ ο, ώ φ θ η Ι α κ ώ β ω, είτα πάσι τοις Αποστόλοις. Τελευταίον δε πάντων, ωσπερεί τω εκτρώματι, ώφθη καμοί». Όσον αφορά την εις τον Ιάκωβον εμφάνισιν, ουδέν περιπλέον γνωρίζομεν, ειμή εκ παραδόσεως ουχί αυθεντικής.

Τεσσαράκοντα ημέραι παρήλθον ήδη από της Σταυρώσεως. Κατά τας 40 ταύτας ημέρας δεκάκις ή ενδεκάκις ώφθη εις ανθρωπίνους οφθαλμούς και εψηλαφήθη υπό χειρών ανθρωπίνων. Αλλά το σώμα δεν ήτο πλέον φθαρτόν, είχεν αφθαρτισθή, και μετέσχε της θεότητος, διά του τρόπου της «αντιδόσεως». Ο Καιρός είχεν έλθη ήδη ότε η επίγειος παρουσία Του έπρεπε ν' αναληφθή εξ ανθρώπων, και μέχρις ου επανέλθη εν δόξη ίνα κρίνη τον κόσμον. Συνήντησεν αυτούς εν Ιερουσαλήμ, και οδηγήσας αυτούς έως Βηθανία, προσέταξεν αυτούς να μένωσιν εν τη Αγία Πόλει εωσότου λάβωσι την επαγγελίαν του Πνεύματος. Περιέστειλε τας ανησύχους ερωτήσεις των περί χρόνων και καιρών, και εκέλευσεν αυτούς να είνε μάρτυρές Του εις όλον τον κόσμον. Οι τελευταίοι ούτοι αποχαιρετισμοί εγένοντο επί του Όρους των Ελαιών· και είτα υψώσας τας χείρας Του ευλόγησεν αυτούς, και, ενώ τους ευλόγει, διέστη απ' αυτών, και ανεφέρετο εις τον ουρανόν και νεφέλη ανέλαβεν Αυτόν, και έγεινεν άφαντος από των οφθαλμών των.

Μεταξύ ημών και της ορατής παρουσίας Του, μεταξύ ημών και του δεδοξασμένου Λυτρωτού του καθημένου νυν εκ δεξιών του Πατρός, το νέφος εκείνο ακόμη επιπροσθεί. Αλλά το όμμα της Πίστεως δύναται να το διαπεράση· το θυμίαμα της αληθούς προσευχής δύναται να υψωθή άνευ αυτού· δι' αυτού η δρόσος της ευλογίας δύναται να κατέλθη. Και αν Εκείνος απήλθεν, αλλ' έδωκεν εις ημάς, εν τω Αγίω Αυτού Πνεύματι, πλησιέστερον το αίσθημα της παρουσίας Του, στενοτέραν την περίπτυξιν εν ταις αγκάλαις της στοργής Του, ή όπως θα απηλαύομεν και αν συνεζώμεν το πάλαι Αυτώ εν τη πολίχνη της Ναζαρέτ, ή συνεπλέομεν μετ' Αυτού επί των υδάτων της Τιβεριάδος. Δυνάμεθα να είμεθα εγγύς προς Αυτόν εν παντί καιρώ, και προ πάντων όταν εις προσευχήν το γόνυ κλίνωμεν, όσον ο Ηγαπημένος μαθητής ήτο όταν έκλινε την κεφαλήν επί του στήθους Εκείνου. Ο λόγος του Θεού είνε εγγύτατα εις ημάς, και εις τα στόματα και εις τας καρδίας μας. Εις ώτα κλειστά η φωνή Του δυνατόν να φαίνεται ότι δεν ηχεί πλέον. Οι σφοδροί θόρυβοι του πολέμου δυνατόν να διασείωσι τον κόσμον· αι άπληστοι κλήσεις της φιλαργυρίας και της ηδονής δυνατόν να πνίγωσι την ευγενή έκφρασιν ήτις κελεύει ημάς «Ακολουθείτε Μοι»· μετά δισχίλια έτη Χριστιανοσύνης, οι άπιστοι ψιθυρισμοί της ανυπομόνου δυσπιστίας δυνατόν να καθιστώσι δύσκολον διά την Πίστιν να επαναλαμβάνη, άνευ υβρισμού, το σύμβολον όπερ υπήρξεν η αναγέννησις του κόσμου. Έτι μάλλον, και θλιβερότερον ακόμη, δυνατόν από καιρού εις καιρόν ν' ακούηται, εν τη Χριστιανική Ευρώπη, η ύβρις βλασφήμου τινός γλώσσης, επακολουθούσης να εμπαίζη τον Υιόν του Θεού, καθώς κείται εν τη αγωνία του κήπου, ή αφίνει την υστάτην πνοήν Του επί του δένδρου του πικρού. Αλλά το μυστήριον του Κυρίου είνε μετ' εκείνων οίτινες φοβούνται Αυτόν, και Αυτός θα δείξη αυτοίς την διαθήκην Του. Εις τους θέλοντας ν' ακούσωσιν εισέτι ομιλεί. Επηγγείλατο ότι θα είνε μεθ' ημών πάντοτε, έως της συντελείας του αιώνος, και δεν εύρομεν την επαγγελίαν Του διαλείπουσαν. Τριάκοντα τριών μόνον ετών βραχύν βίον έζησεν επί της γης· επί τρία μόνον διακεκομμένα και τεταραγμένα έτη εκήρυξε το Ευαγγέλιον της Βασιλείας· αλλά διά πάντοτε, μέχρις ου όλοι οι αιώνες συντελεσθώσι, και η γη αυτή και οι ουρανοί παρέλθωσι, θα ευρίσκη έκαστον εκ των πιστών και γνησίων τέκνων Του ειρήνην και ελπίδα και συγγνώμην εν τω ονόματι Αυτού, και το όνομα τούτο θα καλήται Εμμανουήλ ο εστι μεθερμηνευόμενον

&«Μεθ' ημών ο Θεός». &

ΤΕΛΟΣ

Ο ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΥΠΟ ΦΡ. ΦΑΡΡΑΡ

ΠΙΝΑΞ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΩΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'. Η Γέννησις. …………………………. Σελ. 3 ΚΕΦΑΛ. Β'. Η εισαγωγή εις το Ιερόν……………………» 10 ΚΕΦΑΛ. Γ'. Η επίσκεψις των Μάγων……………………..» 14 ΚΕΦΑΛ. Δ'. Η φυγή εις Αίγυπτον και η σφαγή των νηπίων…..» 20 ΚΕΦΑΛ. Ε'. Η παιδική ηλικία του Ιησού…………………» 28 ΚΕΦΑΛ. ΣΤ'. Ο Ιησούς εν τω Ιερώ……………………….» 37 ΚΕΦΑΛ. Ζ' Η οικογενειακή Ζωή εν Ναζαρέτ………………» 44 ΚΕΦΑΛ. Η'. Το Βάπτισμα του Ιωάννου… ………………..» 55 ΚΕΦΑΛ. Θ’. Ο Πειρασμός………………………………» 63 ΚΕΦΑΛ. ΙΒ'. Σκηνογραφία της Γαλιλαίας………………….» 87 ΚΕΦΑΛ. ΙΓ'. Ο Ιησούς το Πάσχα…………………………» 90 ΚΕΦΑΛ. ΙΑ'. Ο Νικόδημος………. …………………….» 95 ΚΕΦΑΛ. ΙΕ'. Η Σαμαρείτις……………………………..» 95 ΚΕΦΑΛ. ΙΣΤ'. Ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι……….» 102 ΚΕΦΑΛ. ΙΗ'. Οι δώδεκα και η επί του όρους διδασκαλία……» 114 ΚΕΦΑΛ. ΙΘ'. Άλλα θαύματα…………………………….» 123 ΚΕΦΑΛ. Κ’. Ο Ιησούς του Ναυίν……………………….» 127 ΚΕΦΑΛ. ΚΑ'. Η Αμαρτωλός και ο Φαρισαίος……………….» 133 ΚΕΦΑΛ. ΚΒ'. Πώς έζη εν Γαλιλαία………………………» 138 ΚΕΦΑΛ. ΚΓ'. Μεγάλα θαύματα του Ιησού………………….» 144 ΚΕΦΑΛ. ΚΔ'. Εις την οικίαν του Ματθαίου……………….» 152 ΚΕΦΑΛ. ΚΕ'. Συνέχεια του προηγουμένου…………………» 155 ΚΕΦΑΛ. ΚΣΤ'. Ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα…………………..» 158 ΚΕΦΑΛ. ΚΖ'. Το θαύμα της Βηθεσδά……………………..» 161 ΚΕΦΑΛ. ΚΗ'. Η αποτομή του Βαπτιστού…………………..» 168 ΚΕΦΑΛ. ΚΘ'. Ο χορτασμός των πεντακισχιλίων και ο περίπατος επί της θαλάσσης……………………………..»174 ΚΕΦΑΛ. Λ'. Αι ομιλίαι εις Καπερναούμ…………………» 180 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'. Η λύσσα των εχθρών του Χριστού…………….» 185 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'. Η λύσσα των εχθρών Του……………………» 197 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'. «Εγγύς μαχαίρας, εγγύς Θεού» ……………..» 204 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'. Μεταξύ των εθνικών……………………….» 207 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ'. Η Μεταμόρφωσις ………………………….» 222 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'. Ο δαιμονιζόμενος νεανίσκος ……………….» 226 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'. Βραχεία διατριβή εις Καπερναούμ …………..» 230 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'. Η εορτή της Σκηνοπηγίας…………………..» 232 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'. Η επ' αυτοφόρω μοιχαλίς ………………….» 239 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'. Ο εκ γενετής τυφλός ……………………..» 248 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'. Χαίρειν τη Γαλιλαία………………………» 253 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'. Τα καθ' οδόν ……………………………» 259 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'. Διδασκαλίαι καθ' οδόν…………………….» 262 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'. Η εορτή των Εγκαινίων ……………………» 272 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'. Πέραν του Ιορδάνου ………………………» 278 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'. Η Έγερσις του Λαζάρου…………………….» 286 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'. Ιεριχώ και Βηβανία……………………….» 294 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'. Η Βαϊοφόρος …………………………….» 303 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'. Δευτέρα της εβδομάδος των παθών. — Ημέρα Παραβολών ………………………………» 311 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ'. Η ημέρα των πειρασμών ……………………» 318 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'. Η Μεγάλη αρά ……………………………» 324 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'. Χαίρειν εις τον Ναόν …………………….» 329 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'. Η αρχή του τέλους ……………………….» 334 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'. Ο Μυστικός Δείπνος……………………….» 337 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ’. Η Τελευταία Ομιλία……………………….» 343 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ'. Γεθσημανή. — Η Αγωνία και η Σύλληψις ………» 350 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΗ'. Ο Ιησούς ενώπιον των Ιερέων και του Συνεδρίου » 359 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'. Η Σταύρωσις …………………………….» 388 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'. Η Ανάστασις του Κυρίου……………………» 400

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings