← Table of contents
Ο Βίος του Χριστού

ΚΕΦΑΛΑIOΝ ΣΤ'. (continued 8)

Alexandros Papadiamantes translation

Εν τη ομιλία ταύτη ο Ιησούς πρώτον ενουθέτει αυτούς περί ψευδοχρίστων και περί ψευδοπροφητών. Προεφήτευσε περί φοβερών διωγμών, περί πληθύνσεως της ανομίας, περί παρακμής της πίστεως, περί των προαγγέλλων σημείων της συντελείας του κόσμου. Και καθώς μανθάνομεν εξ άλλων χωρίων της ιεράς Γραφής τα σημεία ταύτα καθώς συνέβησαν εν τη καταστροφή της Ιερουσαλήμ, ούτω θα επαναλειφθώσι εις ευρυτέραν έκτασιν προ της συντελείας του κόσμου.

Η επομένη μεγάλη παράγραφος του λόγου τούτου ενδιέτριβε κατά το πλείστον περί του αμμέσου μέλλοντος. Είχε προείπει την καταστροφήν της Αγίας Πόλεως, και τώρα παρέχει εις αυτούς ενδείξεις, δι' ων ήθελεν προαγγελθή η προσέγγισίς της. Όταν ίδωσι την Ιερουσαλήμ κυκλουμένην υπό στρατών, όταν το βδέλυγμα της ερημώσεως σταθή εν αγίω τόπω, τότε και από των αγρών, και από των στεγών των οικιών έπρεπε να φύγωσι έξω της Ιουδαίας προς τα όρη τα πέραν του Ιορδάνου, όπως σωθώσιν από τας φρικαλεότητας, αίτινες έμελλον να επέλθωσι. Πολλοί θα έκραζον ι δ ο ύ ε ν τ α ύ θ α και ι δ ο ύ ε κ ε ί, πλην ας μη δώσωσι προσοχήν εις τούτο διότι όταν ο Χριστός έλθη, η παρουσία Του, ως αστραπή λάμπουσα εξ ανατολών προς δυσμάς θα είνε ορατή εις όλον τον κόσμον, και ως αετοί συναναθροιζόμενοι επί το πτώμα οι προωρισμένοι υπουργοί της θείας εκδικήσεως, θα τείνωσι τας πτέρυγάς των. Διά των νουθεσιών τούτων εφυλάχθησαν και εσώθησαν οι Χριστιανοί. Πριν ο Ιωάνης ο Γισκαλινός κλείση τας Πύλας της Ιερουσαλήμ και Σίμων ο Γερασινός αρχίση να σφάζη τους φυγάδας, ώστε, όστις διέφυγε τον τύραννον τον εκτός των τειχών, κατεστρέφετο υπό του άλλου τυράννου του εκτός των πυλών, πριν ο Ρωμαϊκός Αετός τείνη τας πτέρυγας επί της καταδικασμένης πόλεως, οι Χριστιανοί οι εν τη πόλει έχοντες τας νουθεσίας των προρρήσεων του Χριστού έφυγον εγκαίρως πέραν του Ιορδάνου, εις Πέλλαν, όπου εσώθησαν από της σφαγής, της λεηλασίας, και των αμέτρων συμφορών.

Είτα ο Ιησούς μετέβη εις τον σκοτισμόν του ηλίου και της σελήνης και την πτώσιν των αστέρων και την διάσεισιν των δυνάμεων του ουρανού (σημεία τα οποία δύνανται να έχωσι και κυριολεκτικήν και μεταφορικήν σημασίαν) τα οποία θα προηγηθώσι της εμφανίσεως του Υιού του Ανθρώπου εξ ουρανού και της συναθροίσεως των εκλεκτών από των περάτων του κόσμου εν φωνή σάλπιγγος των αγγέλων. Η Ημέρα εκείνη του Κυρίου θα έχη τα σημεία της όπως και η άλλη, και προέτρεψε τους εκλεκτούς του εις όλας τας εποχάς να παρατηρώσι τα σημεία ταύτα και να τα ερμηνεύωσι ορθώς όπως ερμηνεύουσι τα σημεία του ερχομένου θέρους εκ των φύλλων της συκής. Αλλ' η ημέρα εκείνη θα έλθη εις τον κόσμον αιφνιδίως απροσδοκήτως και καταπληκτικώς· και καθώς θα είνε ημέρα αμειβής δι' όλους τους πιστούς υπηρέτας, ούτω θα είνε ημέρα εκδικήσεως διά τους λαιμάργους και τους μεθύσους, διά τους υποκριτάς και διά τους αδίκους δι' όλους των οποίων οι λογισμοί είνε μεστοί από το περίσευμα της χθες από την κρεπάλην της σήμερον από τας βιοτικάς μερίμνας της αύριον. Διά να εντυπώση δε πλέον ανεξαλλείπτως εις το πνεύμα των τα περί αγρυπνίας μαθήματα, διηγήθη αυτοίς τας ωραίας παραβολάς των 10 Παρθένων και των Ταλάντων και εχάραξε δι' αυτούς εικόνα της μεγάλης εκείνης ημέρας της κρίσεως καθ' ην ο Βασιλεύς θ’ αποχωρήση απ' αλλήλων όλα τα έθνη· καθώς αποχωρίζει ο ποιμήν τα πρόβατα από των ερηφίων· την ημέραν εκείνην όσοι έδειξαν την ελαχίστην αγαθότητα προς τον ελάχιστον των αδελφών του τούτων, θαναλογισθώσι ότι έπραξαν τούτο προς Αυτόν.

Αλλά όπως μη αι μεγάλαι αύται διδασκαλείαι περί της συντελείας φέρουσιν αυτούς εις τας παλαιάς περί Μεσσίου ιδέας των συνεπέρανεν με την θλιβεράν επανάληψιν της προρρήσεώς του ότι ο θάνατος και η αγωνία του θα προηγηθώσιν όλων των άλλων. Την φοράν δε ταύτην τους απεκάλειψεν και τον τρόπον και αυτήν την ημέραν εν άκρα σαφηνεία, «Οίδατε ότι μετά δύο ημέρας το Πάσχα γείνεται, και ο Υιός του Ανθρώπου παραδίδητε εις το σταυρωθήναι». Ούτως ετελείωσεν ο μέγας εκείνος λόγος επί του όρους των Ελαιών και ο ήλιος έδυσεν και ηγέρθη και περιεπάτησεν μετά των Αποστόλων Του την βραχείαν υπολειπομένην οδόν προς την Βηθανίαν. Ήτο η τελευταία φορά καθ' ην θα περιεπάτει αυτήν επί της γης· και μετά τας τρομεράς εξάψεις της ημέρας εκείνης πόσον τερπνή πρέπει να ήτο δι' Αυτόν η ώρα εκείνη της αμφιλύκης και της εσπερινής γαλήνης· πόσον αναψυκτική η ειρήνη και η φιλοστοργία ήτις τον περιέβαλλε εν τω ησύχω χωρίω και τη αγία εκείνη οικία. Καθώς παρετηρήσαμεν ο Ιησούς δεν ηγάπα τας πόλεις και σπανίως εκοιμάτο εντός των τειχών των. Καίτοι αι ανάγκαι του έργου Του τον ηνάγκαζον να επισκέπτεται την Ιερουσαλήμ και να κηρύττει εις τα άπειρα πλήθη τα συρρέοντα εκείσε κατά τας εορτάς, ουχ ήττον φαίνεται ότι απεχώρει εν πάση δυνατή ευκαιρία έξω των τειχών της, και εζήτει την ησυχία υπό την σκιάν των ελαιών, υπό την λαμπρότητα της δύσεως του ηλίου και υπό την δρόσον την πίπτουσαν εξ ουρανού.

Αι σκέψεις του πικρού ποτηρίου το οποίον έμελλε εν συντόμω να πίει ήτον αναμφιβόλως παρούσα εις Αυτόν, αλλά παρούσα μόνον υπό την έποψιν της υψιλής θυσίας και του υπερτάτου σκοπού της αγάπης τον οποίον έμελλε να πληρώση. Όχι οι σπασμοί τους οποίους έμελλε να υποφέρη, αλλ' οι σπασμοί από τους οποίους έμελλε να σώση, όχι η δύναμις του σκότους ήτις θα εφαίνετο ότι θα εκέρδιζε βραχύν θρίαμβον, αλλ' η απολυτρούσα νίκη, ο πλήρης εντελής και επαρκής εξιλασμός, ταύτα δυνάμεθα ευσεβάστως να πιστεύσωμεν ότι ήσαν τα υποκείμενα τα οποία εδέσποζον των σκέψεών του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'. Η αρχή του τέλους

Το συμβούλιον εν τη οικία του Καϊάφα. — Τα τριάκοντα αργύρια. — Αι αφορμαί του Ιούδα. — «Εισήλθεν ο Σατανάς εις τον Ιούδαν». — Ο τελευταίος ύπνος του Ιησού επί της γης.

Ήτο άφευκτον ότι οι φλέγοντες λόγοι της αγανακτήσεως τους οποίους ο Ιησούς είχεν εκφέρει κατά την τελευταίαν μεγάλην ημέραν του κηρύγματός του θα παρώξυνον πέραν παντός μέτρου την μανίαν του Ιουδαϊκού κόμματος μεταξύ των Ιουδαίων. Ου μόνον είχον εκτελεσθή αναφανδών εν αυτή τη σκηνή του αξιώματός των και επί παρουσία των πλέον αφωσιωμένων οπαδών του, ου μόνον είχον βιασθή να ομολογήσωσι την αμάθειάν των περί την εξήγησιν των Γραφών, ήτις ήτο η ανεγνωρισμένη δικαιοδοσία των, και την ανικανότητά των να αποφανθώσιν γνώμην επί αντικειμένου περί ου αυτοί ώφειλον εκ του επαγγέλματός των να γνωρίζωσι, αλλά μεθ' όλας αυτάς τας ταπεινώσεις εκείνος τον οποίον αυτοί περιεφρόνουν ως τον νέον και αμαθή Ραββίνον της Ναζαρέτ, εκείνος όστις παρημέλει τα έθιμά των και παρέβλεπε τας παραδόσεις των, εκείνος από τους λόγους του οποίου εκρέματο εν εκστάσει το πλήθος είχεν αιφνιδίως στραφή εναντίον των και είχεν εξακοντίσει κατ' αυτών έν Ο υ α ί τόσον σφοδρόν τόσον καυστικόν ώστε ουδείς εξ όσων το ήκουσε δεν θα το ελησμόνει ποτέ. Φαρισαίοι, Σαδδουκαίοι Ηρωδιανοί, Ιερείς, Γραμματείς, Πρεσβύτεροι, ο Άννας ο πανούργος και τυραννικός, ο Καϊάφας ο ευτελής και δουλόφρων, όλοι ήσαν επί ποδός τώρα· και συνήλθον εκείνην την ιδίαν εσπέραν εν τη οικία του Καϊάφα θάψαντες όλας τας διαφοράς των εις κοινήν έμπνευσιν μίσους εναντίον του εκ μακρού επηγγελμένου εκείνου Μεσσίου, παρ' ώ ανεγνώριζον μόνον κοινόν εχθρόν. Ήτο συμμαχία προς καταστροφήν Του, συμμαχία φανατισμού απιστίας και φιλοκοσμίας· η λύσσα του ψευδευβλαβούς, η περιφρόνησις του αθέου και η απέχθεια του ιδιοτελούς· και εφαίνετο το προδηλότατον ότι από το φιλέκδικον μίσος τοιούτου συνδυασμού ουδεμία επίγειος δύναμις ήρκει διά να σώση. Οι ευαγγελισταί αναφέρουσι μόνον τα δύο συμπεράσματα εις τα οποία έφθασαν οι συνομώται· το έν ήτο αποφασιστικωτέρα ακόμη ανανέωσις της ψήφου ότι έπρεπε εκ παντός τρόπου να θανατωθή άνευ αναβολής· το άλλο ότι έπρεπε τούτο να γείνη μετά πανουργίας και όχι μετά βεβαιότητος φόβω του πλήθους· και ότι διά τον αυτόν λόγον, όχι ένεκα της ιερότητος της εορτής, ο φόνος έπρεπε να αναβληθή μέχρις ου παρέλθει το Πάσχα και διασκορπισθώσιν οι αναρίθμητοι προσκυνηταί εις τας οικίας των.

Η συνέντευξις αύτη συνέβη πιθανότατα την εσπέραν της τρίτης, ενώ δε αυτοί απεφάσιζον ότι διαρκούντος του Πάσχα δεν θα εγίνετο ο Φόνος την αυτήν στιγμήν καθήμενος επί των κλυτίων του όρους των Ελαίων ο Ιησούς προέλεγε εις τους μαθητάς του με την ατάραχον βεβαιότητα ότι έμελλε να θυσιασθή κατ' αυτήν την ημέραν καθ' ην αφ’ εσπέρας ο αμνός θα εθυσιάζετο και το Πασχάλιον συμπόσιον ήρχιζε.

Πριν λάβη πέρας το συμβούλιον συνέβη γεγονός τι το οποίον μετέβαλεν τα συμπεράσματά του και κατέστησεν δυνατήν την άμεσον σύλληψιν του Ιησού άνευ του θορύβου τον οποίον εφοβούντο. Η ανακωχή των οκτώ ημερών εν τη πικρά αποφάσει Του Θανάτου την οποίαν ο τρόμος και όχι το έλεός Του είχεν παραχωρήση έμελλε να ανακληθή. Η πληγή επρόκειτο να κατενεχθή αμέσως.

Επληροφορήθησαν ότι άνθρωπός τις όστις εγνώριζεν τον Ιησούν, όστις είχεν χρηματίσει πλησίον του και υπήρξε μαθητής του· είς εκ των δώδεκα ήτο έτοιμος να θέση τέρμα εις την αμηχανίαν των και να ανανεώση τας συνεννοήσεις μετ' αυτών τας οποίας είχεν αρχίσει ήδη προ ημερών. Η οικία του Καϊάφα ήτο πλησίον των περιβόλων του ναού· ο Ιούδας προσελθών εις τους φύλακας του ναού, τα μέλη της Λευιτικής φρουράς τους έχοντας την επιστασίαν των ιερών δόμων απηυθύνθη προς αυτούς και ούτοι αμέσως τον έφερον ενώπιόν των ιερέων και των αρχόντων.

Τινές των ιερέων τον είχον ιδεί ήδη εις το προηγούμενον συμβούλιον άλλοι βεβαίως τον εγνώριζον, ως ένα εκ των ακολουθούντων τον Ιησούν και τον μόνον Ιουδαίον μεταξύ των Γαλιλαίων Αποστόλων. Και τώρα έμελλον να συνασπισθώσιν μετ' αυτού εν πονηρία! Το ότι είς εξ εκείνων οίτινες έζησαν πλησίον του Ιησού όστις είχεν ακούσει όλα όσα Εκείνος είπε και είχεν ίδει όλα όσα έπραξεν ήτο έτοιμος να τον προδώση, τους ενίσχυσεν εις τον σκοπόν των· τω ότι δε αυτοί οι ιεράρχαι και ευγενείς ήσαν πρόθυμοι ου μόνον να επαινέσωσιν, αλλά να ανταμείψωσι τον Ιούδαν δι’ ό,τι ήθελε να πράξη και ενίσχυσιν τούτου εις το σκοτεινόν και απηλπισμένον σχέδιον των, καθώς εν τω ύδατι το πρόσωπον αντικρύζει το πρόσωπον, ούτω η καρδία του Ιούδα και αι καρδίαι εκείνων αφομοιώθησαν διά της αντανακλάσεως της αμοιβαίας συμπαθείας των. Καθώς ο σίδηρος οξύνει τον σίδηρον ούτω και ο κτηνώδης θυμός εκείνου έδωκεν νέαν αιχμήν εις το ηκονισμένον μίσος των· τα καθέκαστα της αγοροπωλησίας αγνοούμεν. Ούτε ο Ιούδας ούτε οι εκμισθωταί του είχον αφορμάς να ενδιατρίψωσι επ' αυτών μετ' ευχαριστήσεως. Οι Ευαγγελισταί και οι πρώτοι χριστιανοί εν γένει όταν ομιλώσι περί του Ιούδα φαίνονται πληρούμενοι από πνεύμα αργιλλού αποτροποιασμού, λίαν βαθέως ή ώστε να εκφρασθή διά λόγου. Έν μόνον σκοτεινόν γεγονός ίστατο ενώπιον της φαντασίας των εν όλη τη φρίκη του και τούτο ήτο ότι ο Ιούδας υπήρξε προδότης· ότι ο Ιούδας ήτο είς των δώδεκα, και όμως επώλησε τον Κύριόν του. Πιθανώς έλαβε τα χρήματα εν τω άμα. Με τους απλήστους οφθαλμούς της φιλαργυρίας πρέπει να ενέβλεψεν επί των αργυρών νομισμάτων των φερόντων επί της μιας όψεως (ω παράδοξος ειρωνία της ιστορίας!) θαλλών ελαίας, το σύμβολον της ειρήνης, επί δε της ετέρας θυμιατήριον, το έμβλημα της προσευχής, μετά της επιγραφής «Ιερουσαλήμ, η Αγία.»

Έν πράγμα εν τούτοις είνε βέβαιον· απήλθεν απ' αυτών μισθωτός προδότης και από τούδε εζήτει ευκαιρίαν όπως προδώση τον Διδάσκαλόν του.

Ποίαι ήσαν αι αφορμαί του ανθρώπου τούτου οι ευαγγελισταί ουδέν άλλο λέγουσιν ειμή ότι ο σατανάς εισήλθεν εις αυτόν. Το έγκλημα του ανθρώπου δεν εφαίνετο επιδεκτικόν φυσικής εξηγήσεως. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης όστις ουδέποτε δύναται να ωμιλήση περί αυτού άνευ φρίγους αποτροποιασμού λέγει περί αυτού ότι ήτο κλέπτης. Η αιφνιδία κρίσις του πειρασμού κατέλαβεν τον άνθρωπον αλλά βεβαίως η καρδία του ήτο παρασκευασμένη από πολλού όπως δεχθή το πονηρόν πνεύμα· τις είδε ποίαι και πόσαι διαβολικαί εισηγήσεις εισήλθον εις την καρδίαν του προδότου. Πιθανώς από πολλού χρόνου ολόκληρον συγκεχυμένον χάος αμαρτιών, εμυκάτο εν τη ψυχή του Ιούδα· κακία, εγκόσμιος φιλοδοξία, κλοπή, μίσος παντός εντός του καλού και του αγνού, αγνωμοσύνη, μανιώδης θυμός, όλα εκορυφώθησαν εις την ρυπαράν εκείνην και φρικαλέαν πράξιν της προδοσίας, όλα αναμεμιγμένα με τυφλήν θυριώδη μανίαν εντός της ζωφώδους ψυχής του.

Καθ' εκάστην ημέραν ο Ιησούς κατήρχετο εκ Βηθανίας την πρωίαν και μετέβαινεν εις Ιεροσόλυμα. Διατί την Τετάρτην δεν κατήλθε; διότι υπόπτευε την προδοσίαν; Την ημέραν εκείνην εν ταις αυλαίς του Ναού το πλήθος μάτην επερίμενε να ακούση την Φωνήν Του. Αναμφιβόλως ο λαός τον επερίμενε μετ' ανυπομονησίας· αναμφιβόλως οι Ιερείς και οι Φαρισαίοι τον ανεζήτουν μετ' απαισίας ελπίδος· πλην Αυτός δεν ήλθε. Την ημέραν διήλθεν εν ηρεμία, εν ησυχία και σιωπή. Προητοίμαζεν Εαυτόν εν ειρήνη και προσευχή διά την φοβεράν πάλην· δυνατόν να περιεπλανάτο μόνος εις τα ορεινά υψώματα περί την Βηθανίαν και εκεί υπό τον εαρινόν ήλιον ετήρει υψηλήν κοινωνίαν μετά του Πατρός Του του εν ουρανοίς. Αλλά πώς διήλθε την ημέραν δεν γνωρίζομεν. Πέπλος ιεράς σιγής καλύπτει τούτο. Περιστοιχίζετο υπό των ολίγων οίτινες τον ηγάπων και επίστευον εις Αυτόν. Προς αυτούς δυνατόν να ωμίλησε, αλλά το έργον Του ως διδασκάλου εν τη βραχεία εγκοσμίω ζωή Του είχε τελειώσει.

Την νύκτα εκείνην εκοιμήθη διά τελευταίαν φοράν επί της γης. Την Πέμπτην πρωί εξύπνησεν διά να μη κοιμηθή πλέον ειμή τον ύπνον «σκύμνου λέοντος Ιούδα».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'. Ο Μυστικός Δείπνος

Αι ετοιμασίαι διά το δείπνον. — Το εστρωμένον ανώγεον. — Έρις περί πρωτοκαθεδρίας. — Ο Ιησούς νίπτει τους πόδας των μαθητών. — «Καθαροί εστε αλλ' ουχί πάντες». — Διδασκαλία περί ταπεινώσεως. — «Είς εξ υμών παραδώση Με». — «Μήτοι εγώ ειμι διδάσκαλε;» — Η παράδοσις του φριχτού μυστηρίου της Αγίας Ευχαριστίας.

Κατά την εσπέραν της Τρίτης ο Ιησούς είχεν ομιλήσει περί του Πάσχα ως καιρού του Θανάτου Του, την πρωίαν της Πέμπτης συνομιλία τις συνέβη μεταξύ του Ιησού και των μαθητών Του περί του Πασχαλείου δείπνου. Τον ηρώτησαν πού ήθελεν να ετοιμάσωσιν διά το Πάσχα επειδή είχεν ήδη παραιτήσει την δημοσίαν Του διδασκαλίαν και διήρχετο την Πέμπτην ως είχεν διέλθει και την προτεραίαν εν μονώσει· πιθανώς ούτοι επερίμεναν ότι ήθελε να φάγη το Πάσχα εν Βηθανία, περί της οποίας ο Ραββίνος είχεν αποφανθή ότι έκειτο εντός των ορίων της Ιερουσαλήμ. Αλλά τα σχέδιά του άλλως είχον. Αυτός ο αληθής Πασχαλινός Αμνός έμελλε να θυσιασθή άπαξ και διά πάντοτε εν τη αγία πόλει· επομένως έπεμψε τον Πέτρον και Ιωάννην εις Ιερουσαλήμ και είπεν αυτοίς, ότι άμα εισήρχοντο εις την πόλιν θα εύρισκον άνθρωπον κεράμινον ύδατος βαστάζοντα. Ακολουθούντες αυτόν θα έφθιναν είς τινα οικίαν εις τον οικοδεσπότην της οποίας ώφειλον να είπωσιν, «Ο Κύριος λέγει, ο καιρός Μου εγγύς εστι· πού εστι το κατάλυμα ίνα το Πάσχα μετά των μαθητών Μου φάγω;» και ο οικοδεσπότης ούτος (τον οποίον τινές συμπεραίνουν ότι ήτο ο Ιωσήφ ο από Αρυμαθέας, άλλοι δε ο Ιωάννης ο επικαλούμενος Μάρκος) θα έθετεν εις την διάθεσίν των ανώγεον μέγα εστρωμένον μετά τραπέζης και αναγκλίντρων. Εύρον όλα καθώς τους είπεν ο Ιησούς και εκεί ητοίμασαν το Πάσχα. Είνε παραδεδεγμένον όμως ότι το δείπνον το οποίον ητοίμασαν και το οποίον ο Ιησούς μετά των μαθητών Αυτού έφαγεν την εσπέραν της Πέμπτης, δεν ήτο το κυρίως νομικόν Πάσχα των αζύμων, αλλά Πάσχα καινόν και πνευματικόν το οποίον ο Ιησούς τότε συνέστησε διά της παραδόσεως των θείων και φρικτών μυστηρίων της αναιμάκτου θυσίας.

Προς την εσπέραν ο Ιησούς και οι μαθηταί Αυτού εξήλθον της Βηθανίας και διά του Όρους των Ελαιών απήλθον εις Ιεροσόλυμα όπου τους ευρίσκωμεν εις το ανώγεον μέγα εστρωμένον, το οποίον ήτο ίσως το αυτό εκείνο όπου τρεις ημέρας ύστερον οι μαθηταί περίλυποι και πεφοβισμένοι είχον συναθροισθή και όπου είδον τον Κύριόν των αναστάντα εκ νεκρών· ίσως το αυτό εκείνο όπου μετά επτά εβδομάδας μετ' ήχου βιαίας φερομένης πνοής ως γλώσσα πυρός επήλθεν επ' αυτούς ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος.

Όταν έφθασαν το δείπνον ήτο έτοιμον. Η φαντασία αγαπά να αναπαριστά όλας τας πιθανάς λεπτομερείας της συγκινητικής εκείνης και αγίας σκηνής. Ήτο όλως ανόμοιος προς ό,τι η φαντασία του Λεονάρδου Βίντση και άλλων μεγάλων ζωγράφων την παρέστησε. Δυνατόν εν τω καταλαμβάνειν τας έδρας να εκινήθη πάλιν εις το πνεύμα των Αποστόλων η φιλοπρωτία εκείνη, την οποίαν άλλοτε τόσον αυστηρώς επετίμησεν ο Κύριος. Κατά την στιγμήν ταύτην οπότε η ψυχή του οίκου ήτο πλήρης τοιαύτης υψηλής προθέσεως οπότε έπνεε τον αγνόν αέρα της αιωνιότητος, και, το αιώνιον ήτο παρ’ Αυτώ με όλην την θνητήν περιβολήν του, ου μόνον παρόν αλλά και ορατόν τοιαύτη έρις πρέπει να ήτο ειπέρ ποτε αλγεινή. Εδείκνυε πόσον ολίγον μέχρι τούδε και αυτοί οι εκλεκτοί οπαδοί του είχον εισέλθη εις την έννοιαν της ζωής του. Απεδείκνυεν ότι και τώρα ακόμη δεν είχον δυνηθή να εννοήσωσι τας πολλάς αυτού νουθεσίας περί της φύσεως της βασιλείας Του και περί της βεβαιότητος του τέλους Του. Ότι μεγάλη τις κρίσις επέκειτο, ότι ο διδάσκαλός των έμελλε να πάθη και να θανατωθή πρέπει εν μέρει να κατεννόησαν· αλλά φαίνεται να εθεώρησαν τούτο ως πρόσκαιρον συσκοτισμόν μεθ' ον θα επήρχετο άμεσος ανάδειξις της λαμπρότητός του και η επί της γης ίδρυσις του θρόνου του ως Μεσσίου. Μετ' αλγεινής σιωπής ηχούσε τους ψιθυρισμούς των αντιζηλιών των ενώ εζήτουν τας έδρας των εις το δείπνον. Ουχί διά λόγων, αλλά διά πράξεων βαθύτερον συγκινούσας απεφάσισεν να διδάξη αυτούς και όλους τους αγαπώντας αυτόν ευγενέστερον μάθημα.

Είνε γνωστόν πως εν τη Ανατολή ανέκαθεν συνήθειζον οι επισκέπτας πριν εισέλθωσιν εις οικίαν ου μόνον να αποβάλωσι τα σάνδαλα αλλά και να πλύνωσι τους πόδας. Οι πόδες των μαθητών πρέπει να ήσαν πλήρης κόνεως από την πολυσύχναστον οδόν την οποίαν διήνυσαν από Βηθανίας εις Ιερουσαλήμ. Το πλύνειν τους πόδας ήτο έργον των δούλων, και αφού ουδείς προσεφέρθη να εκτελέση το ευμενές υπούργημα, ο Ιησούς Αυτός ηγέρθη από της θέσεώς Του εν τω δείπνω διά να εκτελέση την φιλικήν υπηρεσίαν την οποίαν ουδείς των μαθητών Του προσεφέρθη να κάμη προς χάριν Του. Καλώς φαίνεται η έκπληξις του ηγαπημένου μαθητού εν τη διηγήσει ότε ενδιατρίβει εις πάσαν λεπτομέρειαν της σκηνής ταύτης. «Ειδώς ότι ο πατήρ παρέδωκε πάντα εν χερσί αυτού και ότι από του Θεού εξήλθε και προς τον Θεόν υπάγει, ηγέρθη από του δείπνου και απέθηκε τα ιμάτια, και λαβών λέντιον διεζώσατο.» Είτα εγχύσας ύδωρ εις την μεγάλην λεκάνην ήρχισεν να πλύνη τους πόδας των μαθητών και να σπογγίζει τούτους με το λέντιον με το οποίον ήτο ζωσμένος. Φόβος και συστολή τους συνείχε σιωπώντες έως ότου ήλθε προς τον Πέτρον του οποίου η συγκίνησις και η έκπληξις εξεφράσθη διά της ερωτήσεως, «Κύριε Συ μου νίψεις τους πόδας.» Συ ο υιός του Θεού ο βασιλεύς του Ισραήλ όστις έχεις ρήματα ζωής αιωνίου, Συ του οποίου τους πόδας βασιλείς θα χρίσωσι με τα πολυτιμότατα μύρα των και αμαρτωλοί μετανοούντες θα λούσωσι με δάκρυα θερμά, Συ νίπτεις του Πέτρου τους πόδας; Ήτο το αυτό αίσθημα το οποίον τρία έτη πρότερον είχεν αποσπάσει την κραυγήν εκείνην από τον άξεστον αλιέα της Γαλιλαίας, «έξελθε απ' εμού ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι Κύριε.»

Πραέως αναγνωρίζων ότι υπήρχε καλόν εις την κραυγήν του ορμητικού μαθητού Του ο Ιησούς λέγει αυτώ ότι έως τώρα είνε ακόμη άωρος διά να εννοήση την έννοιαν των πράξεών Του· καίτοι η ημέρα θα έλθη καθ' ην η σημασία των θα επελάμψη εις αυτόν. Αλλ' ο Πέτρος ισχυρογνώμων και τολμηρός ως να ησθάνετο περισσότερον του Κυρίου το μεγαλείον Εκείνο όστις υπούργη και την σμικρότητα εκείνου προς ον το υπούργημα θα εγίνετο επέμεινεν εις την αντίστασίν του. «Ου μη νίψεις τους πόδας μου εις τον αιώνα»· εφώναζεν παραφόρως! αλλά τότε ο Ιησούς απεκάλυψεν εις αυτόν το επικίνδυνον της ισχυρογνωμοσύνης και της ψευδούς ταπεινώσεως. «Εάν μη νίψω σε ουκ έχεις μέρος μετ' εμού». Ο οπαδός μου οφείλει να δέχητε το θέλημα το Εμόν και όταν ελάχιστα δύναται να το εννοήση, και όταν φαίνεται να παραβιάζη τας ιδίας εννοίας του περί του τι είμαι. Η ατάραχος εκείνη λέξις μετέβαλλε το όλον ρεύμα της σκέψεως και του αισθήματος του θερμοκαρδίου μαθητού! Δεν έχω μέρος μετά Σου; μη γένοιτο Κύριε! «Κύριε μη τους πόδας μόνον αλλά και τας χείρας και την κεφαλήν». Αλλ' όχι, και πάλιν οφείλει να δεχθή ότι ο Χριστός θέλει, όχι κατά τον ίδιον τρόπον του, αλλά κατά τον τρόπον του Χριστού. Η νίψις όλου του σώματος δεν εχρειάζετο. Το βάπτισμα της μυήσεώς του είχε τελειώσει εις τον νιπτήρα της αναγεννήσεως είχεν ήδη βυθισθή. Τίποτε περισσότερον δεν εχρειάζετο ειμή ο καθημερινός καθαρισμός από μικροτέρων και νεωστί προσληφθέντων ρύπων. «Ο Ιησούς είπεν αυτώ, ο λελουμένος ου χρείαν έχει ή μη νίψασθαι τους πόδας, όλος δε καθαρός εστι· και υμείς καθαροί εστέ», και τότε προσέθηκε μετά βαθέως στεναγμού «αλλ' ουχί πάντες».

Αι τελευταίαι λέξεις ήσαν υπενειγμός της γνώσεώς του περί της παρουσίας του προδότου· διότι εγνώριζεν ότι εκείνοι μέχρι τούδε δεν ήξευραν ότι αι χείρες του Κυρίου της Ζωής είχον αρτίως νίψει τους πόδας του προδότου. Ω παράδοξος και ακαταμέτρητος άβυσσος ανθρωπίνης τυφλώσεως και αχαριστίας! Ο προδότης εκείνος με όλην την μαύρην και επάρατον προδοσίαν εις την καρδίαν του την ψευδή είχεν ιδή είχεν γνωρίσει, είχεν υποφέρει τούτο· είχεν αισθανθή την επαφήν των ευμενών εκείνων και απαλών χειρών, είχε δροσισθή διά του καθέροντος ύδατος, είχεν ιδή την δεσποτικήν κορυφήν κλίνουσαν υπεράνω των ποδών του! Δι' αυτόν δεν υπήρχεν καθαρισμός εις το διαυγές εκείνο ύδωρ. Ούτε ο Διάβολος εξορκίσθη ένδοθέν του διά της πραείας εκείνης φωνής, ούτε η λέπρα της καρδίας του εκαθαρίσθη διά της θαυματουργού επαφής εκείνης.

Οι άλλοι Απόστολοι δεν παρατήρησαν κατά την στιγμήν εκείνην την θλιβεράν εξαίρεσιν, «αλλ' ουχί πάντες».

Δυνατόν αι συνειδήσεις των, να έδιδον έκαστον και εις τους πιστοτέρους ακόμη θλιβεράν αιτίαν να απηχήσωσι τας λέξεις έκαστος εις την ιδίαν ψυχήν του. Είτα ο Ιησούς, αφού ένιψε τους πόδας των, ανέλαβε τα ενδύματά Του, και πάλιν ανεκλίθη εις το δείπνον. Καθώς ηρείδετο εκεί επί του αριστερού αγκώνος, ο Ιωάννης ανεκλίνετο εκ δεξιών Του, με την κεφαλήν πλησίον εις το στήθος του Ιησού. Παραπλεύρως του Ιωάννου πιθανόν να ήτο ο αδελφός του Ιάκωβος, και, καθώς εικάζομεν εκ των ολίγων λεπτομερειών περί του δείπνου, αριστερόθεν του Ιησού ανέκειτο ο Ισκαριώτης, όστις ή κατέλαβεν αυθαιρέτως την θέσιν εκείνην, ή, ως ο κάτοχος του κοινού βαλαντίου, κατείχε θέσιν κάπως εξέχουσαν μεταξύ της μικράς συνοδίας. Φαίνεται δε πιθανόν ότι η θέσις του Πέτρου ήτο αριστερόθεν του Ιούδα. Και καθώς ήρχισε το δείπνον, ο Ιησούς τους εδίδαξε ποίαν έννοιαν είχεν η πράξις Του. Ορθώς και μετά του προσήκοντος σεβασμού τον ωνόμαζον Διδάσκαλον και Κύριον, διότι τοιούτος ήτο· και όμως καίτοι ο Κύριος είνε μείζων του δούλου, ο δε Αποστείλας μείζων του Αποστόλου, αυτός ο Κύριος και ο διδάσκαλός των ένιψεν αυτών τους πόδας. Είχε ποιήσει τούτο ίνα διδάξη αυτούς την ταπείνωσιν, την αυταπάρρησιν, την αγάπην. Εκείνος θα είνε αρχηγός μεταξύ αυτών όστις, προς χάριν των άλλων, αναλαμβάνει τα μεγαλείτερα βάρη και επιζητεί τας ταπεινοτάτας διακονίας. Πάλιν και κατ' επανάληψιν τους ενουθέτησεν ότι δεν έπρεπε να ελπίζουν επιγείους αμοιβάς ή ευημερίαν. Ο θρόνος, και η τράπεζα, και η βασιλεία, και αι πολλαί μοναί, δεν είνε επί της γης.

Και τότε πάλιν η ταραχή του πνεύματός Του εξερράγη, ωμίλει περί εκείνων τους οποίους είχεν εκλέξει, αλλ' όχι περί όλων αυτών. Μεταξύ της ευλογημένης συντροφίας εκάθητο είς όστις εφείλκυε κατάραν επί της ιδίας κεφαλής του. Ταχέως θα καταστώσιν ικανοί να κρίνωσιν ότι, καθώς ο άνθρωπος όστις δέχεται εν τω ονόματι του Χριστού τον ταπεινότατον θεράποντά Του δέχεται Αυτόν τον ίδιον, ούτω και όστις αθετεί Αυτόν αθετεί τον Πατέρα Του, και ότι η αθέτησις αύτη του Θεού του Ζώντος ήτο το έγκλημα το οποίον την στιγμήν ταύτην διενεργείται εν τω μέσω αυτών.

Εκεί πλησίον Του, ακούων όλας τας λέξεις ταύτας ανάλγητος, πλήρης πεισμονής και μίσους, πεπωρωμένος την καρδίαν, και κλίνων όλον το βάρος της δαιμονικής κατοχής του εναντίον εκείνης της θύρας του ελέους, την οποίαν και τώρα κ' εδώ ακόμη ο Σωτήρ του θα ήνοιγε προς αυτόν, εκάθητο ο Ιούδας, με το ψευδές μειδίαμα της υποκρισίας επί του προσώπου του, πλην όλος λύσσα και αίσχος, και απληστία, και αδημονία, και προδοσία εν τη καρδία του. Η εγγύς παρουσία της μαύρης εκείνης ανομίας, η έλλειψις και της παθητικής ακόμη ταπεινώσεώς του να συγκινήση ή να θίξη τον βδελυρόν σκοπόν του ανθρώπου, ετάραξε την ανθρωπίνην καρδίαν του Ιησού μέχρι των βαθυτάτων μυχίων της, και απέσπασεν απ' Αυτού εν τη αγωνία Του την σαφεστέραν ακόμη πρόρρησιν, «Αμήν, αμήν, λέγω υμίν, ότι είς εξ υμών παραδώσει Με». Την νύκτα εκείνην όλοι, και οι πλέον αγαπημένοι, έμελλον να Τον εγκαταλίπωσιν, αλλά δεν ήτο τούτο· την νύχτα εκείνην και ο ευτολμότερος την καρδίαν έμελλε να Τον αρνηθή μεθ' όρκου, αλλά δεν ήτο τούτο· όχι, αλλ' είς εξ αυτών έμελλε να Τον παραδώση. Αι καρδίαι των εταράχθησαν καθώς Τον ήκουον, και ήδη βαθεία θλίψις επέπεσεν επί του ιερού δείπνου. Προαίσθημα κακού ενέσκηψεν, άρρητον αίσθημα φόβου. Εάν εκείνος δι' ον είχον εγκαταλίπει τα πάντα, και όστις ήτο το παν δι' αυτούς, έμελλε να παραδοθή υφ' ενός εξ αυτών εις ανηλεές και επονείδιστον τέλος, εάν τούτο ήτο δυνατόν, όλα εφαίνοντο δυνατά. Τότε με χείλη τρέμοντα και με παρειάς ωχριώσας έκαστος τούτων ηρώτα το ταπεινόν ερώτημα, «Κύριε, μήτι εγώ ειμι;» Ο Ιησούς έμενε σιωπηλός, όπως, και τότε ακόμη εάν ήτο δυνατόν, να λάβη καιρόν ο Ιούδας να μετανοήση. Αλλ' ο Πέτρος δεν ηδύνατο να περιστείλη την λύπην και την ανυπομονησίαν του. Άπληστος να μάθη και να προλάβη την προδοσίαν, ένευσε προς τον Ιωάννην να ερωτήση τις ήτο. Η κεφαλή του Ιωάννου ήτο πλησίον του Ιησού, και κύψας επί το στήθος Του τον ηρώτησε ταπεινή τη φωνή, «Κύριε, τις εστιν;» Η απόκρισις ομοίως ταπεινή τη φωνή γενομένη ηκούσθη υπό του Ιωάννου μόνον, και επεβεβαίωσε τας υποψίας του ως προς τον Ιούδαν. Ο εμβάψας μετ' Αυτού τον βλωμόν του άρτου εν τω τρυβλίω, εκείνος θα ήτο. Είτα προσέθηκε: «Και ο μεν Υιός του Ανθρώπου υπάγει καθώς γέγραπται περί Αυτού· πλην ουαί τω ανθρώπω δι' ου ο Υιός του Ανθρώπου παραδίδοται· καλόν ην αυτώ ει μη εγεννήθη ο άνθρωπος». Όταν εκείνος αι άλλοι ηρώτων μεταξύ των «τις ο προδότης;» ο Ιούδας έμεινε σιωπηλός εν τη προκλητική σκληρότητι της περιφρονήσεως ή εν τη σκυθρωπή στυγνότητι της ενοχής· αλλά τώρα, ως να εκεντρίσθη από αίσθημα ριγηλής φρίκης, μεθ' ης απλώς το δυνατόν της ενοχής του εθεωρείτο, εθρασύνθη προς το αναίσχυτον ερώτημα. Αφού όλοι οι άλλοι εβυθίσθησαν εις σιωπήν, εκείνος υπεσύριξεν εις το ους του Σωτήρος το άκαιρον ψιθύρισμα, εν όλη τη πικρία της προκλητικής του χλεύης, ουχί ερωτών καθώς οι άλλοι ηρώτησαν μετά φιλοστόργου ευλαβείας, «Κύριε, μήτοι εγώ ειμι;» αλλά τον ψυχρόν τυπικόν τίτλον, «Ραββί, μήτοι, εγώ ειμι; Τότε η ταπεινή, ανεπίληπτος απάντησις, «Συ είπας», επεσφράγισε την ενοχήν του. Οι λοιποί δεν την ήκουσαν. Πιθανόν να ηκούσθη μόνον υπό του Πέτρου και Ιωάννου. Εις το άγριον εκείνο χάος της ψυχής του Ιούδα το σατανικόν είχε καταθριαμβεύσει του ανθρωπίνου· εις την σκοτεινήν εκείνην καρδίαν γη και κόλασις από τούδε ήσαν έν· εις την χαμένην εκείνην ψυχήν η αμαρτία είχε συλλάβη και γεννήσει τον θάνατον. «Ο μέλλεις ποιήσαι, ποίησον τάχιον», είπεν ο Ιησούς μεγαλοφώνως προς αυτόν. Ο Ιούδας ηγέρθη από του δείπνου. Οι άκακοι την καρδίαν Απόστολοι ενόμισαν ότι ο Ιησούς τον διέτασσε να υπάγη και κάμη οψώνια διά το Πάσχα ή να δώση εις τους πτωχούς. Και ούτω ο Ιούδας εξήλθε πάραυτα, και προσθέτει ο ηγαπημένος μαθητής, «εγένετο νυξ».

Αδυνατούμεν να είπωμεν μετά βεβαιότητος αν τούτο συνέβη προ ή μετά την παράδοσιν των φρικτών μυστηρίων του Κυρίου, αν ο Ιούδας μετέσχεν ή όχι, υπό το είδος του άρτου και του οίνου, του Σώματος και του Αίματος του Χριστού.

Ό,τι δεν είνε αμφίβολον, και ό,τι έχει το βαθύτατον ενδιαφέρον δι' όλους τους χριστιανούς, είνε η διάταξις του Μυστηρίου της Ευχαριστίας εν τω τελευταίω τούτω δείπνω του Κυρίου. Περί ταύτης έχομεν τέσσαρας εκθέσεις των τεσσάρων Ευαγγελιστών, και πέμπτην την του Αποστόλου Παύλου, εν τη προς Κορινθίους Α'., όλας συμφωνοτάτας προς αλλήλας. Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, τη νυκτί ή παρεδίδετο, έλαβεν άρτον εν ταις αγίαις Αυτού και αχράντοις και αθανάτοις χερσί, και ευχαριστήσας έκοψε τον άρτον, και έδωκεν εις τους Αποστόλους να φάγωσιν, ειπών, «Λάβετε φάγετε, τουτό εστι το Σώμα Μου, το υπέρ υμών κλώμενον εις άφεσιν αμαρτιών. Τούτο ποιείτε εις την Εμήν ανάμνησιν». Κατά τον αυτόν τρόπον έλαβε και το ποτήριον μετά το δειπνήσαι, λέγων, «Τούτο το ποτήριον η Καινή Διαθήκη εν τω Αίματι Μου· πίετε εξ αυτού πάντες· τούτο ποιείτε εις την Εμήν ανάμνησιν».

Ουδέποτε από της μεγάλης εκείνης εσπέρας η Εκκλησία έπαυσε να τηρή την εντολήν του Κυρίου της· αείποτε, από της ημέρας εκείνης, από γενεάς εις γενεάν, το ευλογημένον και πανάγιον τούτο και πανάγιον μυστήριον — η αναίμακτος αύτη θυσία ήτις αντικατέστησεν όλας τας ανωφελείς αιματοχυσίας των Εθνικών — υπήρξε και υπάρχει και θα υπάρχη εις ανάμνησιν του θανάτου του Χριστού, και προς ενίσχυσιν και αναψυχήν των ψυχών των χριστιανών διά του Σώματος και του Αίματος του Κυρίου, υπό το σχήμα του άρτου και του οίνου, των δύο τούτων ρωστικών και αναψυκτικών του ανθρωπίνου σώματος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ’. Η Τελευταία Ομιλία

«Νυν εδοξάσθη ο Υιός του Ανθρώπου». — «Τεκνία!» — Η καινή εντολή! — Κύριε, πού υπάγεις;» — Είδησις εις τον Πέτρον. — «Κύριε, δείξον ημίν τον Πατέρα». — Η Άμπελος η Αληθινή! — Η Μεγάλη Προσευχή.

Μόλις εξήλθεν ο Ιούδας, και επήλθε μικρά ανακούφισις εις τας καρδίας των μαθητών, και η θλίψις εφάνη προς καιρόν να διεσκεδάσθη. Τότε δε ο Κύριος ήνοιξε την καρδίαν Του εις την μικράν χορείαν των αγαπώντων Αυτόν, και απηύθυνε τους λόγους εκείνους του αποχαιρετισμού, τους οποίους διετύπωσεν ημίν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης.

«Νυν», είπεν, ως μετά στεναγμού ανακουφίσεως, «νυν εδοξάσθη ο Υιός του Ανθρώπου, και ο Θεός εδοξάσθη εν Αυτώ». Ακόμη ολίγην ώραν θα ήτο μετ' αυτών· καθώς είπεν εις τους Ιουδαίους, ούτω λέγει και εις αυτούς, όπου Αυτός υπάγει, ούτοι δεν δύνανται να έλθωσι. Και λέγων τούτο, τους ονομάζει «Τεκνία». «Τεκνία, έτι μικρόν χρόνον μεθ' υμών ειμι». Εντός της χορείας ταύτης ήσαν ο Πέτρος και ο Ιωάνης, άνθρωποι των οποίων αι πράξεις και οι λόγοι θα εξήσκουν από τούδε άπειρον επιρροήν επί της ανθρωπότητος μέχρι της συντελείας, άνθρωποι οίτινες θα καθίσταντο οι προστάται και πολιούχοι Άγιοι των εθνών, άνθρωποι προς τιμήν των οποίων μητροπόλεις έμελλον να κτισθώσι και πόλεις να ονομασθώσι· πλην το μεγαλείον των ήτο μόνον αμυδρά ανταύγεια της δόξης εκείνου, και πνοή ληφθείσα από το Πνεύμα όπερ θα έπεμπε προς αυτούς. Χωρίς Αυτού δεν ήσαν τίποτε, ειμή αμαθείς και αφανείς αλιείς της Γαλιλαίας, ουδέ μίαν δε άλλην νόησιν και γνώσιν είχον ειμή ότι Αυτός τους εθεώρει ούτω ως Τεκνία Του.

Εντολήν καινήν δίδει εις αυτούς, να έχωσιν αγάπην προς αλλήλους. Εκ τούτου θα γνωρίσουν όλοι ότι ιδικοί Του μαθηταί είνε, εάν έχουν αγάπην προς αλλήλους. Ήτο εντολή καινή, καίτοι εν μέρει παλαιά· καινή ένεκα της νέας υπεροχής της διδομένης αυτή· καινή ένεκα του νέου και υπερφυούς παραδείγματος της ενανθρωπήσεώς Του και του θανάτου Του, καινή ένεκα της επιρροής την οποίαν έμελλεν από τούδε να εξασκήση. Ήτο η αγάπη ως το δοκίμιον και ο όρος της μαθητείας, η αγάπη ως μείζων και της πίστεως και της ελπίδος, η αγάπη ως πλήρωσις του Νόμου.

Εις το μέρος τούτο ο Πέτρος υπέβαλε μίαν ερώτησιν. «Κύριε, πού υπάγεις;»

«Όπου εγώ υπάγω, ου δύνασαί μοι νυν ακολουθήσαι, ύστερον δε ακο[λου]θήσεις μοι».

Ο Πέτρος ενόησε τώρα ότι περί θανάτου ήτο ο λόγος, αλλά διατί τάχα δεν ηδύνατο ν' αποθάνη και αυτός; «Κύριε, διατί ου δύναμαί Σοι νυν ακολουθήσαι; την ψυχήν μου υπέρ Σου θήσω».

Διατί; Ο Κύριος ηδύνατο ν' απαντήση, Διότι η καρδία είνε απατηλή υπέρ παν άλλο· διότι η έλλειψις βαθείας ταπεινώσεως σε απατά, διότι είνε κρυπτόν και από σε τον ίδιον πόση ακόμη υπάρχει ανανδρία και ιδιοτέλεια εις τα κινούντα σε. Αλλά δεν ήθελεν, ο καρδιογνώστης, να μεταχειρισθή ούτω τον ασθενή και ορμητικόν Απόστολον, του οποίου η αγάπη ήτο ειλικρινεστάτη, καίτοι δεν αντείχεν ακόμη εις το ύψος της δοκιμασίας. Απηλλάσσει αυτόν πάσης μομφής· μόνον λίαν πραέως επαναλαμβάνει τας λέξεις: «Την ψυχήν σου υπέρ εμού θήσεις; Αμήν, αμήν, λέγω σοι, ου μη αλέκτωρ φωνήσει εωσού απαρνήση με τρις.» Ήδη ήτο νυξ· προ της Ανατολής της πρωίας προ της φωνής του αλέκτορος, ο Ιησούς θα άρχιζε να θυσιάζη την ζωήν Του διά τον Πέτρον και δι' όλους τους αμαρτάνοντας· αλλ' ήδη εν τω μεταξύ χρόνω ο Πέτρος, αμνήμων και της νουθεσίας ταύτης, θα ηρνείτο τρις τον Κύριον και Σωτήρα του, τρις θ’ απέρριπτεν ως συκοφαντίαν και ύβριν τον απλούν ισχυρισμόν ότι τον είχε καν γνωρίσει. Παν ό,τι ο Ιησούς ηδύνατο να πράξη όπως τον σώση από της αγωνίας της ηθικής ταύτης ταπεινώσεως, διά παραινέσεως, διά στοργής, διά προσευχής προς τον Ουράνιον Πατέρα Του, το είχε πράξει. «Σίμων, Σίμων (είπεν), ιδού ο Σατανάς εξητήσατο ημάς του σινιάσαι ως τον σίτον, εγώ δε εδεήθην περί σου ίνα μη εκλίπη η πίστις σου· και σύ ποτε επιστρέψας, στήριξον τους αδελφούς σου.» Είνε αξιοσημείωτον ότι το σχετικόν χωρίον του Λουκά είνε το μόνον εν ώ ο Χριστός φέρεται καλέσας τον Σίμωνα διά του ονόματος του Πέτρου, όπερ τω είχε δώσει. «Λέγω σοι, Πέτρε, ου μη αλέκτωρ φωνήσει,» κτλ. Αλλ' έμελλε να μετανοήση και να επιστρέψη προς τον Κύριον τον οποίον θα ηρνείτο, και τότε ο Ιησούς τον εκέλευε να στηρίξη τους άλλους εις την πίστιν. Και είνε ενδιαφέρον ότι το ρήμα «στήριξον,» το οποίον ο Χριστός μετεχηρίσθη προς τον Πέτρον, ευρίσκεται και εν τη κατ' αυτόν Καθολική Α'. επιστολή, όπως δειχθή πόσον βαθέως είχεν εισδύσει εν τη ψυχή του Αποστόλου.

Αλλά τώρα ο Χριστός τους είπεν ότι εις τους καιρούς των διωγμών οίτινες επίκειντο, αναγκαίον ήτο το βαλάντιον και η πήρα, και «ο μη έχων, πωλησάτω το ιμάτιον αυτού και αγορασάτω μάχαιραν.» Ο σκοπός του ήτο να τους πληροφορήση περί μεταβολής καταστάσεως, καθ' ην έπρεπε να περιμένωσι μίσος, φθόνον, διωγμούς· αλλ' ως διά να τους αποτρέψη από πάσης αμέσου αποπείρας προς υπεράσπισιν της ζωής εκείνης, την οποίαν Αυτός εκουσίως εθυσίαζε, προσέθηκεν ότι το τέλος ήτο εγγύς, και ότι έπρεπε να πληρωθή και τούτο το γεγραμμένον επ' Αυτώ, το «και μετά ανόμων ελογίσθη.» Αλλ' οι Απόστολοι ως συνήθως εξ αμαθείας παρεξήγησαν τους λόγους Του, μη βλέποντες πνευματικόν μάθημα εν αυτοίς, αλλά μόνον την κατά γράμμα έννοιαν. «Κύριε, ιδού μάχαιραι ώδε δύο,» ήτο το σχεδόν παιδαριώδες σχόλιον επί των λόγων Του. Δύο μάχαιραι! ως να εχρειάζοντο αύται δι' εκείνον όστις δι’ ενός λόγου ηδύνατο να παρουσιάση πλείονας ή δώδεκα λεγεώνας αγγέλων! «Ικανόν εστι,» είπε θλιβερώς. Ήτο περιττόν να εξακολουθήση το θέμα τούτο, και προέβη εις το τρυφερώτερον έργον της παραμυθίας των, περί ου είχε τόσα να είπη.

Τους προέτρεψε να μη είνε τεταραγμένοι την καρδίαν· επίστευον και η πίστις των θα εύρισκε την αμοιβήν της. Εις τον οίκον του Πατρός του υπάρχουσι πολλαί μοναί· ο χώρος εκεί είνε άπειρος. Εγνώριζον πού υπάγει, και την οδόν εγνώριζον.

«Κύριε, ουκ οίδαμεν πού υπάγεις, και πώς δυνάμεθα την οδόν ειδέναι;» ηρώτησεν ο Θωμάς.

«Εγώ ειμι η οδός, και η Αλήθεια, και η Ζωή, απεκρίθη ο Ιησούς· ουδείς έρχεται προς τον Πατέρα εμή δι' Εμού. Ει εγνώκειτέ Με, και τον Πατέρα Μου εγνώκειτε αν· και από τούδε γινώσκετε Αυτόν και εωράκατε Αυτόν.»

Και πάλιν ήλθε μία των παιδαριωδών εκείνων διακοπών, των τόσον πιστώς μνημονευομένων υπό του Ευαγγελιστού. Και πρέπει να είμεθα ευγνώμονες ότι η απλότης των Αποστόλων τούτων τόσον ειλικρινώς και ταπεινώς αναγράφεται· διότι τίποτε δεν δύναται ισχυρότερον ν' αποδείξη την μεταβολήν ήτις πρέπει να επήλθεν εις το πνεύμα των όπως άνθρωποι τόσον δειλοί, τόσον ιουδαΐζοντες, τόσον αφώτιστοι, μεταμορφωθώσιν εις τους Αποστόλους, τους πνευματεμφόρους και θεοκήρυκας, τους αλιείς ανθρώπων και ιδρυτάς της παγκοσμίου Εκκλησίας.

Είνε σχεδόν περιττόν να παρατηρήσωμεν πόσον αβάσιμοι είνε τινές των νεωτέρων θεωριών περί της γνησιότητος ιδίως των κεφαλαίων τούτων του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Εάν η ομιλία αύτη και τα συμβάντα τα οποία την συνώδευσαν ήταν άλλως ή πραγματικά, ο αφανής Γνωστικός όστις υποτίθεται ότι τα έπλασε πρέπει να υπήρξεν είς των μεγίστων και πνευματικώτερον εμπνευσμένων μεγαλοφυών ανθρώπων, όσους είδε ποτε ο κόσμος!

«Κύριε, δήξον ημίν τον Πατέρα (είπε Φίλιππος ο από Βηθσαϊδά) και αρκεί ημίν».

Δείξον ημίν τον Πατέρα; τι επερίμενεν άρα ο Φίλιππος; επιφάνειάν τινα εν γνόφω και θυέλλη και εν συσπεισμώ; αποτυφλούσαν τινα λάμψιν εξ ουρανού; δεν είχε μάθη ακόμη ότι ο Αόρατος δεν δύναται να οραθή εις θνητούς οφθαλμούς; ότι το πεπερασμένον δεν δύναται να φθάση εις την θέαν του Απείρου; ότι διά να γείνη ορατός ο Θεός έπρεπε να ευδοκήση να συγκαταβή όπως λάβη σάρκα ανθρωπίνην, να οφθή επί της γης και τους ανθρώπους να συναναστραφή, καθώς προκατήγγειλεν ο Προφήτης; Και δεν είχε κατανοήσει ότι από τριών ετών ήδη συμπεριεπάτει μετά του Θεού; ότι ούτε αυτός ούτε κανείς άλλος θνητός άνθρωπος θα εγνώριζέ ποτε πλειότερα περί του Θεού, εν τω κόσμω τούτω ειμή όσα θ’ απεκάλυπτε περί Αυτού ο Μονογενής Υιός ο ων εις τον κόλπον του Πατρός;

Και πάλιν δεν υπάρχει ίχνος οργής, αλλά μικρός μόνον τόνος αλγεινής εκπλήξεως εις την ήρεμον απάντησιν. Τοσούτον χρόνον μεθ' υμών ειμι, και ουκ έγνωκάς Με, Φίλιππε; Ο εωρακάς Εμέ εώρακε τον Πατέρα, και πώς Συ λέγεις, Δείξον ημίν τον Πατέρα;»

Και είτα μαρτυρόμενος τους λόγους Του και τα έργα Του ως τρανά τεκμήρια της εν Αυτώ εμμονής του Πατρός Του, προέβη αναπτύσσων προς αυτούς την έλευσιν του Αγίου Πνεύματος, και πως ο Παράκλητος, το Πνεύμα της Αληθείας, ο παρά του Πατρός εκπορεύεται (διότι ο Πατήρ είνε η μόνη αρχή και η πηγή της ενιαίας Τρισυποστάτου θεότητος, και καθ' ον τρόπον ο υιός εγεννήθη εκ του Πατρός αχρόνως, ούτω και το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός αχρόνως) θα έλθη να μείνη εν αυτοίς, όπως ενώση αυτούς προς τον Πατέρα και τον Υιόν.

Αλλ' εις το κεφάλαιον τούτο Ιούδας ο Λεββαίος έσχε μίαν δυσχέρειαν. Δεν είχεν εννοήσει ότι ο οφθαλμός δύναται μόνον να ίδη εκείνο όπερ ίνα ίδη έχει έμφυτον την δύναμιν. Δεν ηδύνατο να κατανοήση το ότι ο Θεός δύναται μόνον να γείνη ορατός εις εκείνους ων η διάνοια είνε ανοικτή ούτως ώστε να δύνανται να διακρίνωσι τα πνευματικά πράγματα. «Κύριε, (είπε), τι γέγονεν ότι ημίν μέλλεις εμφανίζειν Σεαυτόν και ουχί τω κόσμω;»

Η δυσχέρεια ήτο του αυτού είδους οποία υπήρξε και του Φιλίππου· η ανικανότης του διακρίναι μεταξύ φυσικής και πνευματικής εμφανείας. Ο Ιησούς τότε εδίδαξε αυτούς και πάλιν ότι ο Θεός μένει μετ' εκείνων οίτινες Τον αγαπώσι, και ότι η απόδειξις της αγάπης είνε η υπακοή· Έδωκεν αυτοίς την μακαρίαν υπόσχεσιν ότι, «Εάν αιτήσητέ τι εν τω ονόματί Μου, τούτο ποιήσω». Διά πάσαν άλλην διδασκαλίαν τους παρέπεμψε προς τον Παράκλητον τον οποίον έμελλε να πέμψη. Δεν ήθελε τους αφήση ορφανούς. Το Πνεύμα Του θα τους ωδήγει εις πάσαν την αλήθειαν. Και τώρα εμφυσά επ' αυτούς την ευλογίαν και την ειρήνην Του. «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν».

Εις το μέρος τούτο του λόγον, κινήσεώς τινος γενομένης μεταξύ των μαθητών, «Εγείρεσθε, είπεν ο Σωτήρ, άγωμεν εντεύθεν.»

Πριν εξέλθωσιν, ύμνησαν, λέγει ο Ευαγγελιστής. Πιθανώς οι ύμνοι τους οποίους έψαλαν ήσαν εκ των ψαλμών ριε’, ριστ’, ριζ’. Πόσον πλήρει εννοίας πρέπει να υπήρξαν πολλοί εκ των στίχων των ψαλμών τούτων τότε «Περιέσχον με οδύναι θανάτου, κίνδυνοι άδου εύροσάν με. Εκέκραξα τω ονόματι Κυρίου· ρύσαι την ψυχήν μου, Κύριε…. Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι και το όνομα Κυρίου επικαλέσομαι… Ωσθείς ανετράπην του πεσείν, και ο Κύριος αντελάβετό μου. Ισχύς μου και ύμνησίς μου ο Κύριος, και εγένετό μοι εις σωτηρίαν.., Λίθον ον απεδοκίμασαν οι οικοδομούντες, ούτος εγενήθη εις κεφαλήν γωνίας· παρά Κυρίου εγένετο αύτη, και εστι θαυμαστή εν οφθαλμοίς ημών».

Πριν εξέλθωσι διά τον υπό το φέγγος της σελήνης περίπατον προς τον Κήπον της Γεθσημανή, πάλιν ωμίλησεν αυτοίς. «Εγώ ειμι η Άμπελος η Αληθινή και ο Πατήρ Μου ο Γεωργός εστι». Δεν είνε ανάγκη να εύρωμεν άμεσόν τινα περίστασιν σχετιζομένην με την μεταφοράν και την εικόνα ταύτην, εκτός του «καρπού της αμπέλου», εξ ου είχε μετάσχη. Διότι κατά την πόσιν του πρώτου ποτηρίου αμέσως προ της παραδόσεως των φρικτών Μυστηρίων είχεν είπη ο Ιησούς. «Αμήν λέγω υμίν, ου μη πίω από του γεννήματος της αμπέλου, έως αν πίω αυτό καινόν μεθ' υμών εν τη βασιλεία του Πατρός Μου». Αλλ' ουχ ήττον δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι, καθώς έβλεπεν έξω εις την νύκτα, είδε το φέγγος της σελήνης να επαργυροί τα φύλλα ενός κλήματος προσφυομένου περί το δικτυωτόν παράθυρον, ή να πίπτη επί του κολοσσαίου χρυσού κλήματος του επιστρέφοντος μίαν των πυλών του Ναού. Είτα έτι ζωηρότερον τους παρηγόρησε και είπεν: «Εγώ την αλήθειαν λέγω υμίν, συμφέρει υμίν ίνα Εγώ απέλθω· εάν γαρ μη απέλθω, ο Παράκλητος ουκ ελεύσεται προς υμάς». Η αποστολή του Παρακλήτου έμελλε να είνε το να ελέγξη τον κόσμον περί αμαρτίας, και περί δικαιοσύνης και περί κρίσεως. Και θα τους ωδήγει εις όλην την αλήθειαν και θα εδείκνυεν αυτοίς τα μέλλοντα. «Εκείνος δοξάσει Με· ότι εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν». «Και νυν προς τον Πατέρα Μου πορεύομαι· μικρόν και ου θεωρείτε Με, και πάλιν μικρόν και όψασθέ Με».

Η αβεβαιότης περί του τι ενόει έκαμε τους μαθητάς και πάλιν να διαπορήσωσι προς αλλήλους. Επεθύμουν να Τον ερωτήσουν, αλλά βαθύς φόβος κατείχε το πνεύμα των, και δεν ετόλμων. Ήδη πολλάκις είχον διακόψει το νήμα του λόγου Του δι' ερωτήσεων, αίτινες καίτοι δεν τας απεδοκίμασεν, αλλά Τον ελύπησαν προφανώς διά της κενότητός των, και διά της παρανοήσεως την οποίαν απεδείκνυον. Αλλ' επειδή δεν ετόλμων να ερωτήσωσιν, ο Διδάσκαλός των ήλθεν αρωγός εις αυτούς. Αύτη, είπεν, έμελλε να είνε η βραχεία ώρα της αγωνίας των, αλλά μετά ταύτην θα επέλθη χαρά την οποίαν ουδείς δύναται να τους αφαιρέση· και η χαρά αύτη δεν θα έχη όρια, διότι οποίον και αν θα ήτο το αίτημά των, ήρκει να παρακαλέσωσι τον Πατέρα, και τούτο θα επληρούτο. Προς τον Πατέρα εκείνον, όστις Αυτός τους ηγάπα διά την πίστιν των την εις Αυτόν, προς τον Πατέρα εκείνον, παρ' ου εξήλθεν, έμελλε νυν να επιστρέψη.

Οι μαθηταί ήσαν βαθέως ευγνώμονες διά τους σαφείς τούτους και τα μάλιστα παρηγόρους λόγους. Και πάλιν δε ομοθύμως εξέφρασαν την πίστιν των ότι Αυτός από του Θεού εξήλθεν. Αλλ' ο Ιησούς θλιβερώς περιέστειλε τον ενθουσιασμόν των. Οι λόγοι Του σκοπόν είχον να δώσωσιν αυτοίς ειρήνην εν τω παρόντι, θάρρος δε και ελπίδα διά το μέλλον· αλλ' όμως εγνώριζε και είπεν αυτοίς ότι, μεθ' όλα όσα έλεγον, η ώρα επέκειτο νυν ότε έμελλον έντρομοι να σκορπισθώσι και να Τον αφήσωσι μόνον· αλλ' όχι μόνον, διότι ο Πατήρ Του ήτο μετ' Αυτού.

Και μετά τους λόγους τούτους, ύψωσε τους οφθαλμούς Του εις τον ουρανόν, και ανέπεμψε την Μεγάλην Αρχιερατικήν προσευχήν Του, ευχαριστών τον Πατέρα· πρώτον διότι ο Πατήρ θα περιέβαλλε την εκουσίαν ανθρωπότητά Του με την αιωνίαν δόξαν εξ ης είχε κενώσει Εαυτόν όταν ανέλαβε δούλου μορφήν, ως αναπτύσσει τούτο ο μέγας Παύλος λέγων· «Εν μορφή Θεού υπάρχων, ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είνε ίσον Θεώ, αλλ' Εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος· και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος, εταπείνωσεν Εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε Σταυρού· διό και ο Θεός Αυτόν υπερύψωσε και εχαρίσατο Αυτώ όνομα το υπέρ παν όνομα, ίνα εν τω ονόματι Ιησού Χριστού παν γόνυ κάμψη, επουρανίων και επιγείων και καταχθονίων και πάσα γλώσσα εξομολογήσηται, ότι Κύριος Ιησούς Χριστός εις δόξαν Θεού Πατρός». Δεύτερον, ευχαρίστησε τον Πατέρα και παρεκάλεσεν Αυτόν να τηρήση και φυλάξη εν τω ονόματι Του τούτους τους αγαπητούς Του, τους συμπεριπατήσαντας εν τω κόσμω μετ' Αυτού· και είτα όπως αγιάση και καταστήση τελείους ου μόνον τούτους μόνους, αλλά πάσας τας μυριάδας, πάσας τας μακράς γενεάς, αίτινες έμελλον ύστερον να πιστεύσωσι διά του λόγου των εις Αυτόν.

Και αφού οι τόνοι της θείας ταύτης προσευχής εσίγησαν, ο Ιησούς εξήλθε συν τοις μαθηταίς Αυτού πέραν του Χειμάρρου των Κέδρων, όπου ην κήπος, εις ον εισήλθεν Αυτός και οι μαθηταί Αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ'. Γεθσημανή. — Η Αγωνία και η Σύλληψις

Σκηνή αγωνίας. — Ιδρώς ως αίματος θρόμβοι. — Όχι ο φόβος του θανάτου. — «Σίμων, καθεύδεις;» — Η δευτέρα αγωνία. — Οι μαθηταί κοιμώμενοι. — Η τρίτη αγωνία και η νίκη. — «Καθεύδετε το λοιπόν και αναπαύεσθε». — Το φίλημα του Προδότου. — «Τίνα ζητείτε;» — «Εγώ ειμι». — Τρόμος της σπείρας. — Ιστορικοί παραλληλισμοί. — Σύλληψις του Ιησού. — Το κτύπημα του Πέτρου. — Δέσμευσις και απαγωγή.

Ο δρόμος των τους έφερε διά μιας των πυλών της πόλεως, πιθανώς δι' εκείνης ήτις τότε αντεστοίχει εις την σημερινήν πύλην του Αγίου Στεφάνου, μέχρι της χαράδρας των Κέδρων. Εις πάντα όστις επεσκέφθη τον τόπον σήμερον, κατά τον αυτόν καιρόν του έτους και κατά την αυτήν ώραν της νυκτός, είνε ευκολώτερον να φαντασθή τον φόβον όστις θα κατείχε τους ολίγους εκείνους Γαλιλαίους, ενώ εν σιωπή σχεδόν αδιαπτώτω και υπό το άχθος μυστηριώδους τρόμου, ηκολούθουν Εκείνον όστις με κεκυφυίαν κεφαλήν και αλγούσαν καρδίαν έβαινε προ αυτών εις την εκούσιον καταδίκην Του.

Έν μόνον συμβάν αναφέρουν οι Ευαγγελισταί κατά τον τελευταίον τούτον μεσονύκτιον δρόμον προς τον οικείον κήπον της Γεθσημανή. Ήτο τελευταία νουθεσία προς τους μαθητάς εν γένει, και προς τον Πέτρον ιδία. Η θλίψις, η σιωπή, η ηχώ των βημάτων των είχεν αρχίσει, φαίνεται, να παγώνη ήδη τας καρδίας των. Θλιβερώς ο Ιησούς εστράφη προς αυτούς και είπεν ότι όλοι των θα σκανδαλισθώσιν επ' Αυτώ την νύκτα ταύτην, και η παλαιά προφητεία θα πληρωθή. «Πατάξω τον ποιμένα και διασκορπισθήσονται τα πρόβατα». Αλλά, μεθ' όλα ταύτα, Αυτός ως ποιμήν θα πορευθή προ αυτών, οδηγών αυτούς εις Γαλιλαίαν. («Προάξω υμάς εις την Γαλιλαίαν».) Τότε ο Πέτρος ήρχισε πάλιν να διαμαρτύρηται. Και αν όλοι σκανδαλισθώσιν, αυτός δεν θα εσκανδαλίζετο. Ο Ιησούς ήκουεν εν θλιβερά σιωπή υποσχέσεις αίτινες έμελλον εν βραχεί να σκορπισθώσιν εις τον αέρα.

Ούτω ήλθον εις Γεθσημανή, τόπον απέχοντα ήμισυ μίλιον από των τειχών της πόλεως. Ήτο δε κήπος περικεχαραγμένος διά μικρού φραγμού, και επειδή ήτο συχνόν καταφύγιον του Ιησού μετά των οπαδών Του, δυνάμεθα να εικάσωμεν ότι ανήκεν εις φίλον τινά κτήτορα. Το όνομα Γεθσημανή σημαίνει «ελαιοτριβείον», και αναμφιβόλως ωνομάσθη ούτω έκ τινος ελαιοτριβείου υπάρχοντος εκεί. Υπάρχει ακόμη εκεί μία ελαία, ήτις καλείται το Δένδρον της Αγωνίας. Και οκτώ άλλα παλαιά ελαιόδεντρα λέγεται ότι σώζονται από των ημερών του Χριστού. Το ότι ο Τίτος, ο πολιορκητής της Ιερουσαλήμ, έκοψεν όλα τα εκεί δένδρα, δεν φαίνεται επιχείρημα αρκετά πειστικόν ώστε ν' αναιρέση την σεμνήν παράδοσιν. Καίτοι η θέσις ακριβώς δεν δύναται να καθορισθεί μετά βεβαιότητος, η τοποθεσία εν γένει της Γεθσημανή είνε προφανής, και τότε, ως τώρα, το ωχρόν φως της σελήνης, τα φαιοπράσινα φύλλα των ελαιών, οι φαιοί αμαυροί κορμοί των δένδρων, η χαράδρα κάτω και η κορυφή του Όρους των Ελαιών άνω προς ανατολάς, και η Ιερουσαλήμ προς δυσμάς, πρέπει να υπήρξαν οι κύριοι εξωτερικοί χαρακτήρες ενός τόπου όστις θα θεωρήται πάντοτε μετ' αθανάτου ενδιαφέροντος ενόσω ο χρόνος διαρκή, ως ο τόπος εν ώ ο Σωτήρ της ανθρωπότητος εισήλθε μόνος εις την αγωνίαν του θανάτου.

Ο Ιησούς εγνώριζεν ότι η φοβερά ώρα της ταπεινώσεώς Του είχεν έλθη, ότι από της στιγμής ταύτης μέχρι της εκστομίσεως της μεγάλης κραυγής μεθ' ης έμελλε να εκπνεύση, ουδέν άλλο έμενε δι' Αυτόν επί της γης ειμή η βάσανος του σωματικού άλγους και η τυραννία της ψυχικής λύπης. Όσην το ανθρώπινον σώμα δύναται και δεν δύναται να βαστάση κακοπάθειαν, όλη θα εσωρεύετο επί του κύπτοντος σώματός Του· πάσα ταλαιπωρία ην σκληρά και ανηλεής ύβρις να επιβάλη δύναται, έμελλε να πέση βαρεία επί της ψυχής Του· και εις την βάσανον ταύτην του σώματος και εις την αγωνίαν της ψυχής, και αυτή η υψηλή και μαρμαίρουσα γαλήνη του θείου πνεύματός Του έμελλε να υποφέρη βραχείαν αλλά τρομεράν έκλειψιν. Ο πόνος εις το οξύτατον κέντρον του, η αισχύνη εν τη μάλιστα υπερκόμπω βαναυσότητί της, όλον το άχθος της αμαρτίας και του μυστηρίου της υπάρξεως του ανθρώπου εν τη αποστασία και τη πτώσει του, ταύτα ήσαν τα οποία έπρεπε ν' αντιμετωπίση νυν εν τη μάλλον ανεξηγήτω σωρεία των. Αλλ' έν πράγμα έμενε πριν η ενεργός πάλη, η αληθής αγωνία, αρχίση. Όφειλε να επιρρώση το σώμα, να νευρώση την ψυχήν, να πραΰνη το πνεύμα διά προσευχής και μονώσεως, όπως υπαντήση την ώραν εκείνην καθ' ην παν ό,τι κακόν εν τη δυνάμει του Πονηρού θα επέπιπτεν επί την κεφαλήν του Αθώου και του Αγίου. Και ώφειλε ν' αντιμετωπίση την ώραν ταύτην μόνος· ουδέ όμμα ανθρώπινον έπρεπε να ίδη, ειμή εν γνόφω και σκιά, το βάθος της δεινοπαθείας Του. Και όμως θα επεθύμει να μετάσχη της συμπαθείας των· Τον εβοήθει εν τη ώρα ταύτη της σκοτίας να αισθάνεται ότι ούτοι ήσαν εγγύς, και ότι εγγύτερον ήσαν οι μάλιστα Αυτόν αγαπώντες. «Μείνατε ώδε, είπε προς τους πολλούς, έως αν απέλθω προσεύξασθαι.» Αφήσας αυτούς να κοιμηθώσιν επί της δροσώδους χλόης, έλαβε μεθ' Εαυτού τον Πέτρον και Ιάκωβον και Ιωάννην, και απήλθεν ωσεί λίθου βολήν απωτέρω. Ήτο καλόν ο Πέτρος ν' αντιμετωπίση όλα όσα επέκειντο, και ο Ιάκωβος και ο Ιωάννης να γνωρίσωσι τι ήτο το ποτήριον εκείνο το οποίον εξόχως είχον επιθυμήσει να πίωσι. Αλλά τάχιστα και η συντροφιά των εκλεκτών τούτων ήτο περισσότερον παρ' όσον ηδύνατο να υποφέρη. Ανέκφραστος λύπη, πάλη αφόρητος, φρίκη και θάμβος και ίλιγγος εκυρίευσε την ψυχήν Του. «Περίλυπός εστιν η ψυχή Μου έως θανάτου, είπε: Μείνατε αυτού και γρηγορείτε.» Απεσπάσθην απ' αυτών και εμακρύνθη, ίσως έξω του φέγγους της σελήνης εις την σκιάν. Κ' εκεί, εωσότου ο νυσταγμός τους εκυρίευσεν, ησθάνοντο πόσον φοβερός ήτο ο παροξυσμός της προσευχής και της ταλαιπωρίας δι' ου Εκείνος διήρχετο. Τον έβλεπον πότε γονυπετή, πότε πρηνή επί της υγράς γης να κύπτη και να ικετεύη· ήκουον ψιθύρους, φωνάς αγωνίας εν αις η ανθρωπότης Του συνηγόρει πλησίον της θείας θελήσεως του Πατρός Του. «Το θελητόν του Πάθους ποτήριον απηύχετο ώσπερ αβούλητον,» επειδή είχε δύο θελήσεις, την θείαν και την ανθρωπίνην. «Πάτερ, είπεν, ει δυνατόν, παρελθέτω απ' Εμού το ποτήριον τούτο· πλην γενέσθω, ουχί ως εγώ θέλω, αλλ' ως Συ».

Και η προσευχή εκείνη, εν τη απείρω ευλαβεία και τω θάμβει της, εισηκούσθη· ο ισχυρός εκείνος κλαυθμός και τα δάκρυα δεν απερρίφθησαν. Δεν δυνάμεθα να εισέλθωμεν εγγύς εις την σκηνήν ταύτην· είνε περιβεβλημένη εν γνόφω και εν μυστηρίω όπου ο άνθρωπος αδυνατεί να εισδύση· εφ' όσον θεωρούμεν ταύτην, είμεθα όμοιοι προς τους μαθητάς εκείνους· αι αισθήσεις μας είνε συγκεχυμέναι, αι αντιλήψεις μας αμυδραί. Το μεν υπογρηγορούντες, το δε βεβαρυμένοι υπό ακαταμαχήτου άχθους τεταραγμένου νυσταγμού, ησθάνοντο μόνον ότι ήσαν αμυδροί μάρτυρες αφάτου αγωνίας, πολύ βαθυτέρας ή ότι ηδύναντο να καταμετρήσωσι, και υπερβαλλούσης την ημετέραν κατάληψιν και την διαυγεστάτην. Βλέπουσιν Εκείνον, ενώπιον οποίου οι δαίμονες έφευγον μετ' ολολύζοντος τρόμου, κείμενον επί πρόσωπον κατά γης. Ακούουσι την φωνήν Εκείνην εν διακεκομμένοις ψιθύροις αγωνίας θρηνούσαν, ήτις είχε προστάξει τον άνεμον και την θάλασσαν, και υπήκουσαν Αυτώ. Αι μεγάλαι σταγόνες του ιδρώτος αι πίπτουσαι απ' Αυτού, φαίνονται αυτοίς ως αίματος πηκτού θρόμβοι, υπό τας σκιάς των δένδρων και εν τω διακοπτομένω φωτί της σελήνης, άγγελος ώφθη ενισχύων Αυτόν όπως εγερθή νικηφόρως από της φοβεράς πάλης.

Και πόθεν όλη αύτη η αγωνιώδης λιποκαρδία, πόθεν το πάθος τούτο, το οποίον απέσπασεν από του μετώπου ιδρώτα ως αίματος θρόμβους; Ήτο άρα απλώς ο φόβος του θανάτου; υπήρξαν οι τολμήσαντες (αδυνατώ να γράψω τούτο άνευ αισχύνης και λύπης) να ομιλήσωσιν ελαφρώς περί της Γεθσημανή· να θεωρήσωσι την φοβεράν εκείνην σκηνήν, από του ύψους της αμαθούς οιήσεώς των μεθ' υπέρφρονος σχεδόν απαρεσκείας· να ομιλήσωσιν εάν ο Θεάνθρωπος είχε δείξει εκεί άνανδρον ευαισθησίαν. Τοιούτοι βλάσφημοι επικριταί υπήρξαν ο Κέλσος, ο Ιουλιανός, και άλλοι. Και παιδίον ακόμη δύναται να εννοήση πόσον ασυμβίβαστος θα ήτο τοιαύτη υπόθεσις με την ηρωικήν εκείνην ρώμην και αντοχήν την οποίαν δεκαπέντε ωρών άυπνος αγωνία δεν ηδύνατο να διαταράξη, με την μεγαλοπρεπή σιωπήν ενώπιον αρχιερέως και πραίτωρος και τετράρχου, με την τλημοσύνην εξ ης η εσχάτη βάσανος ουδέ κραυγήν ίσχυσε ν' αποσπάση· με την άπειρον υπεροχήν ήτις ετρόμαξε τον απεσκληρυμμένον και ματαιόφρονα ρωμαίον εις ακούσιον σεβασμόν, με την ατάραχον δεσποτείαν της ψυχής ήτις ήνοιξε τας πύλας του Παραδείσου εις τον ληστήν τον μετανοούντα, και ενέπνευσε συμπαθή συγγνώμην διά τους αποστάτους ιερείς. Ο Θεάνθρωπος να καταβληθή υπό ευτελούς φόβου του θανάτου, τον οποίον γέροντες τρέμοντες και ασθενείς κόραι και δειλά παιδία (ο Άγιος Αρέθας, η Αγία Μαρίνα, ο Άγιος Κήρυκος) ηψήφισεν άνευ στεναγμού και ρίγους, μόνον διά της πίστεως εις το όνομά Του! Και να υβρίζεται ούτω υπό γλωσσών και καλάμων ασεβών Εκείνος όστις έφερεν εις φως την Ζωήν την αιώνιον και την Αθανασίαν! Ο έσχατος των ηλιθίων, ο βαναυσότατος τον κακούργων, εβάδισαν εις το ικρίωμα άνευ τρόμου και στεναγμού, και πολλοί απονενοημένοι και θηριώδεις φονείς ανέβησαν στερρώ τω ποδί την κλίμακα, και προσέβλεψαν απτόητοι προς το ωρυόμενον πλήθος.

Είνε τόσον φυσικόν ν' αποθάνη τις όσον και να γεννηθή. Ο χριστιανός δεν έχει ανάγκην να το είπωσιν ότι δεν ήτο τοιούτος χυδαίος φόβος ό,τι απέσπασεν από του Σωτήρος του τον ιδρώτα εκείνον του αίματος. Όχι, ήτο τι απείρως περισσότερον τούτου· απείρως περισσότερον ή ό,τι η υψίστη έντασις της φαντασίας μας δύναται να συλλάβη. Ήτο τι ασυγκρίτως θανασιμώτερον του θανάτου. Ήτο το βάρος και το μυστήριον της αμαρτίας του κόσμου ήτις επέκειτο βαρεία επί της καρδίας Του· ήτο η γεύσις, εν τη θεία ανθρωπότητι αναμαρτήτου βίου, της πικράς κύλικος ην η αμαρτία είχε δηλητηριάσει· ήτο το αίσθημα του πόσον πικρά, πόσον φοβερά πρέπει να υπήρξεν η δύναμις του κακού εν τω κόσμω, ήτις κατέστησεν αναγκαίαν τόσον άπειρον θυσίαν. Ήτο η πείρα, εν τω κόλπω της τελείας αθωότητος και της αγάπης, παντός ό,τι μυσαρόν εν τη ανθρωπίνη αχαριστία, παντός ό,τι λοιμώδες εν τη ανθρωπίνη υποκρισία, παντός ό,τι σκληρόν εν τη ανθρωπίνη λύσση. Επρόκειτο ν' αψηφήση τον τελευταίον θρίαμβον του Σατανικού πείσματος και της μανείας, ενούσης κατά της θείας κεφαλής Του και μόνης όλα τα φλέγοντα βέλη της Ιουδαϊκής κιβδηλείας και της Εθνικής ανομίας. Ησθάνετο ότι οι οικείοι, προς ους ήλθεν, ηγάπων το σκότος μάλλον ή το φως, ότι τα τέκνα του εκλεκτού εμίσουν τον Σωτήρα και Ευεργέτην. Η σκληρά ακάθαρτος σαρξ, λέγει είς των νεωτέρων, αδυνατεί να εννοήση την εναγώνιον αιαισθησίαν αναμαρτήτου φύσεως ερχομένης εις επαφήν προς την ανομίαν και το μίσος.

Δι' όλων τούτων διήλθε, και προεγεύθη πικρίαν χείρονα της πικρίας του θανάτου. Και μετ' ολίγον, νικητής αλλά κεκμηκώς, ήλθε να ζητήση μικρόν ανθρώπινον στήριγμα από τους εκλεκτούς των εκλεκτών Του, τους τρεις Αποστόλους Του. Οίμοι! τους εύρε κοιμωμένους. Ήτο η ώρα φόβου και κινδύνου· αλλ' ουχί η βεβαιότης του κινδύνου, ουχί η αγάπη προς Αυτόν, ουχί αίσθημα διά την άφραστον ταλαιπωρίαν Του, ήρκεσε διά να κρατήση τους οφθαλμούς των εν εγρηγόρσει. Η λύπη, η κόπωσις, η σφοδρά έξαψίς των, είχε ζητήσει ανακούφισιν εις τον ύπνον. Και αυτός ο Πέτρος, μεθ' όλας τας προθύμους υποσχέσεις και τας διαμαρτυρίας του, έκειτο βαθέως κοιμώμενος. «Σίμων, καθεύδεις;» είπε. Και καθώς η φωνή Του τους εξύπνησεν, «Ούτως, ουδ' επί μίαν ώραν» είπεν, ισχύσατε αγρυπνήσαι μετ’ εμού; Γρηγορείτε και προσεύχεσθε ίνα μη εισέλθητε εις περασμόν». Και είτα, όχι διά να μειώση το σφάλμα των, αλλά διά να υποδείξη τον κίνδυνον τούτου, προσέθηκε· «Το μεν πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής».

Και πάλιν απεσπάσθη απ' αυτών, και πάλιν, μετά βαθυτέρας εντάσεως επανέλαβε την αυτήν προσευχήν ως πρότερον, και κατά το διάλειμμα της συγκινήσεώς Του ήλθεν οπίσω προς τους μαθητάς Του. Αλλ' εκείνοι και πάλιν είχον πέσει εις ύπνον, και όταν τους εξύπνησε, βεβαρυμένοι ως ήσαν, δεν εύρισκον λέξιν να ομιλήσωσι προς Αυτόν. Θα ηδύνατο ν' ανακράξη τότε με τον στίχον του Δαυίδ, «Και υπέμεινα συλλυπούμενον, και ουχ υπήρξε, και παρακαλούντας, και ουχ εύρον».

Διά τρίτην και τελευταίαν φοράν, αλλά τώρα εν τη βαθυτέρα γαλήνη, και τη λαμπροτέρα αταραξία της θριαμβευτικής εκείνης εμπιστοσύνης ήτις είχε διαπνεύσει διά της Μεγάλης Αρχιερατικής προσευχής Του, απεχώρησε διά να εύρη την μόνην παρηγορίαν Του εν τη μετά του Θεού κοινωνία. Κ' εκεί εύρεν ό,τι επόθει. Πριν παρέλθη η ώρα αύτη ήτο παρεσκευασμένος διά το χείριστον όπερ ο Σατανάς ή ο άνθρωπος ηδύνατο να πράξη. Εγνώριζε παν ό,τι θα συνέβαινεν Αυτώ· ίσως είχεν ειδεί την έκτακτον κίνησιν φώτων, καθώς οι διώκται Του κατήρχοντο από των περιβόλων του Ναού. Αλλ' όμως δεν υπήρξεν ίχνος ταραχής εις τας ησύχους λέξεις Του, όταν ελθών και τρίτην φοράν ευρών αυτούς κοιμωμένους, είπε, «Καθεύδετε το λοιπόν και αναπαύεσθε. Ικανόν εστιν. Η ώρα ελήλυθεν. Ιδού, ο Υιός του Ανθρώπου παραδίδεται εις χείρας αμαρτωλών». Δεν θέλω Εγώ τώρα να διακόψω τον βαθύν ύπνον σου. Θα διακοπή αποτόμως και σκληρώς παρ' άλλων. «Εγείρεσθε, άγωμεν. Ιδού, ήγγικεν ο παραδιδούς Με».

Ναι, ήτο καιρός να εγερθώσι, διότι ενώ οι άγιοι είχον νυστάξει, οι αμαρτωλοί έτρεχον και εσκευώρουν και ειργάζοντο. Ενώ αυτοί εκοιμώντο, ο προδότης ηγρύπνει και ενήργει. Υπέρ τας δύο ώρας είχον παρέλθη αφότου εκ του φαεινού υπερώου της μακαρίας κοινωνίας των είχε βυθισθή εις την νύκτα, και κατά τας δύο ταύτας ώρας ειργάσθη εκείνος. Είχεν απέλθη προς τους Αρχιερείς και τους Φαρισαίους, οτρύνων αυτούς και παροξύνων διά της εμπαθούς σπουδής και ανυπομονησίας του· και είχε πείσει τους προκρίτους των Ιουδαίων να δώσωσιν αυτώ σπείραν συνισταμένη από τους ιδίους υπηρέτας των, από τους φύλακας του Ναού μετά των αξιωματικών των, και από έν απόσπασμα της ρωμαϊκής κουστωδίας υπό τον χιλίαρχόν της. Εβάδιζον κατ' Εκείνου όστις ήτο ανυπεράσπιστος και εγκαταλελειμμένος, και όμως οι στρατιώται ήσαν ωπλισμένοι με ξίφη, και οι μιγάδες οι άλλοι έφερον ράβδους και ρόπαλα. Επορεύοντο όπως συλλάβωσιν ένα όστις δεν θα εποίει απόπειραν όπως κρυφθή ή φύγη, και η σελήνη πλησιφαής έρριπτεν όλην την λάμψιν της εις την άδοξον εκστρατείαν των· και όμως, όπως μη εκφύγη αυτούς και κρυφθή εις άντρόν τι ή υπό την σκιάν του άλσους, έφερον φανούς και λαμπάδας εις τας χείρας των. Ήδη, καθώς ο Ιησούς αφύπνιζε τους μαθητάς Του, τα ώτα Του είχον ακούσει πόρω την κλαγγήν των ξιφών, τον δούπον των βημάτων, τον θόρυβον του κινουμένου μετά προφυλάξεων πλήθους. Εγνώριζεν ό,τι τον επερίμενεν· εγνώριζεν ότι ο ερημικός κήπος ον ηγάπα, και τοσάκις είχε ποιήσει μακαρίαν αναστροφήν μετά των μαθητών Του, ήτο γνωστός εις τον προδότην. Οι αήθεις εκείνοι εχθρικοί ήχοι, αι ερυθραί εκείναι λάμψεις των φανών και των δάδων, ήρκουν διά να δείξωσιν ότι ο Ιούδας είχε προδώσει το μυστικόν του καταφυγίου Του, και ήτο ήδη εγγύς.

Έτι δε Αυτού λαλούντος, ο Ιούδας ο προδότης επέστη. Υπερθεματίζων, ούτως ειπείν, και υπερδρών εις το μέρος του, ενεργών εν τη λίαν κατεσπευσμένή ορμητικότητι εγκλήματος τόσον βδελυρού ώστε δεν ετόλμα ουδέ να σταματήση διά να σκεφθή, εισώρμησε πρώτος εις τον περίβολον, προπορευόμενος των λοιπών. «Εταίρε, τω είπεν ο Ιησούς, εφ' ό πάρει;» (Κατά τινας ερμηνευτάς τούτο είνε σχήμα αποσιωπήσεως, και σημαίνει δι' οποίον έγκλημα ήλθες!») Η φράσις φαίνεται να εκόπη αποτόμως υπό της βαθείας ταραχής του πνεύματός Του, ουδ' έδωκεν ο Ιούδας απόκρισίν τινα, φροντίζων μόνον πώς να δώση εις τους ομοσπόνδους του το αισχρόν προσυμπεφωνημένον σημείον. «Ον αν φιλήσω, είχεν είπη αυτοίς, Αυτός εστι. Κρατήσατε Αυτόν και απαγάγετε ασφαλώς». Και ούτω, προβάς προς τον Ιησούν με τον συνήθη ψυχρόν τίτλον της προσφωνήσεως είπε, «Χαίρε, Ραββί!» κ' εβεβήλωσε την αγίαν παρειάν του Ιησού διά προδοτικού φιλήματος. «Ιούδα» τω είπεν ο Ιησούς μετ' αυστηράς επιτιμήσεως, «φιλήματι τον Υιόν του Ανθρώπου παραδίδως;» Αι λέξεις αύται ήρκουν. Απεκάλυψαν τον άνθρωπον εις εαυτόν, εκθέσασαι το βδελυρόν της πράξεώς του εν όλη τη απλότητι· και ο τρόπος της προδοσίας του ήτο τόσον απαραδειγμάτιστος εν μυσαρότητι, ώστε πλειοτέραι λέξεις θα ήσαν περιτταί. Με αισθήματα τα οποία οι δαίμονες θα ηδύναντο να οικτείρωσιν, ο άθλιος έπτηξε και συνεστάλη οπίσω προς την θύραν του περιβόλου, προς το λοιπόν του πλήθους ήρχισαν τώρα να συνωθούνται.

Κύριε, πρέπει να πλήξωμεν διά μαχαίρας; ηρώτησεν ο Πέτρος, ο μόνος όστις έφερε μάχαιραν· διότι εντός του κήπου ευρισκόμενοι, οι Απόστολοι δεν ήξευραν ακόμη τον αριθμόν των διωκτών. Ο Ιησούς δεν απήντησεν εις το ερώτημα. Ο ίδιος εξήλθε του περιβόλου διά ν' αντιμετωπίση τους διώκτας Του. Χωρίς να φύγη, χωρίς να δοκιμάση να κρυφθή, εστάθη εκεί προ αυτών εις το πλήρες φως της πανσελήνου, εν τη αόπλω και μονήρει Αυτού μεγαλειότητι, καταισχύνων διά του ανυπερασπίστου, τας περιττάς λαμπάδας και περιττά όπλα των.

«Τίνα ζητείτε;» ηρώτησεν.

Η ερώτησις δεν ήτο άσκοπος. Είχε σκοπόν, ως δεικνύει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, να προφυλάξη τους Αποστόλους Του από πάσης ενοχλήσεως. Δυνάμεθα να υποθέσωμεν ωσαύτως ότι εχρησίμευσε διά να καταστήση όλους τους παρόντας μάρτυρας της κρατήσεώς Του, και ούτω να προλάβη το δυνατόν πάσης κρυφίας δολοφονίας ή απάτης.

«Ιησούν τον Ναζωραίον», απήντησαν εκείνοι.

«Εγώ ειμι», είπεν ο Ιησούς.

Αι ήρεμοι αύται λέξεις επήνεγκον αιφνίδιον παροξυσμόν τρόμου. Η απάντησις αύτη η τόσον ηπία είχεν εν εαυτή δύναμιν μεγαλειτέραν της του απηλιώτου ανέμου ή της του κεραυνού, διότι ο Θεός ήτο εν εκείνη «τη φωνή τη λεπτή», και τους κατέπληξε και τους έκαμε να πέσωσι κάτω εις το έδαφος. Παραδείγματα δεν λείπουσιν εν τη ιστορία εν οις το γαλήνιον ήθος αόπλου τινός ανδρός αφώπλισε και παρέλυσε τους εχθρούς Του. Οι άγριοι Γαλάται δεν ηδύναντο να υψώσωσι τα ξίφη διά να κτυπήσωσι τους σεμνοπροπρεπείς συγκλητικούς της Ρώμης. «Δεν δύναμαι να κτυπήσω τον Μάριον» εφώναξεν ο βάρβαρος δούλος, ρίπτων κάτω το ξίφος του, και φεύγων προτροπάδην από της ειρκτής όπου είχε σταλή διά να φονεύση τον γηραιόν ήρωα. Υπάρχει άρα αφορμή διά την υβριστικήν δυσπιστίαν, μεθ' ης πολλοί υπεδέχθηοαν την απλήν αλλά καταπληκτικήν του Ηγαπημένου μαθητού διήγησιν, ότι εις τας λέξεις «Εγώ ειμι», κίνημα μεταδοτικής δειλίας συνέβη μεταξύ της σπείρας, και οπισθοχωρήσαντες εν συγχύσει, τινές έπεσαν εις το έδαφος; Ουδέν βεβαίως ήτο φυσικώτερον. Πρέπει ν’ αναλογισθώμεν ότι Ιούδας ήτο μεταξύ αυτών· ότι η ψυχή του ήτο εν καταστάσει τρομεράς διαταράξεως· ότι οι Ανατολίται υπόκεινται είπερ τινές εις τον αιφνίδιον πανικόν ότι ο φόβος είνε εξόχως μεταδοτική συγκίνησις· ότι πολλοί εξ αυτών είχον ακούσει περί των κραταιών θαυμάτων του Ιησού, και ότι όλοι ήσαν εν γνώσει ότι ηξίου ότι ήτο Προφήτης. Ο τρόπος καθ' ον αντεμετώπισε το μέγα εκείνο πλήθος, το οποίον οι φόβοι του Ιούδα είχον θεωρήσει ουσιώδες διά την σύλληψίν Του, υπεδείκνυέ τι ως έκκλησιν προς δυνάμεις υπερφυείς, κ' εκείνοι είχον αναλάβη να εκτελέσωσιν εν μεσονυκτίοις ώραις μίαν των ενόχων εκείνων πράξεων αίτινες παραλύουσι και τα στιβαρώτερα πνεύματα. Όταν αναλογισθώμεν τούτο, και ενθυμηθώμεν ότι εις πολλάς περιστάσεις η παρουσία και ο λόγος του Χριστού είχον αρκέσει διά να περιστείλωσι την μανίαν του πλήθους, και να Τον φυλάξωσι σώον εν τω μέσω αυτών, δεν είνε ανάγκη να παραδεχθώμεν θαύμα υπερφυές διά να εξηγήσωμεν το γεγονός ότι οι επίσημοι εκείνοι λησταί και ο άτιμος οδηγός των κατεπλάγησαν προς τας απλάς ταύτας λέξεις, «Εγώ ειμι», ως εάν αστραπή είχε καταφλέξει αιφνιδίως τας όψεις των.

Ενώ δε ίσταντο έντρομοι και διστάζοντες εκεί, Αυτός και πάλιν τους ηρώτησε, «Τίνα ζητείτε;» Πάλιν εκείνοι απήντησαν, «Ιησούν τον Ναζωραίον». «Είπον υμίν, απεκρίθη, ότι Εγώ ειμι· ει ουν Εμέ ζητείτε, άφετε τούτους υπάγειν». Διότι Αυτός είχεν ειπεί εν τη προσευχή Του, «Ους δέδωκάς Μοι εφύλαξα, και ουδείς εξ αυτών απώλετο».

Αι λέξεις ήσαν σημείον προς τους Αποστόλους ότι δεν ηδύναντο πλέον να χρησιμεύσωσιν Αυτώ, και ότι ηδύναντο τώρα να συμβουλευθώσι την ιδίαν ασφάλειάν των, αν ήθελον. Αλλ' ότε είδον ότι δεν διενοείτο ν' αντισταθή, ότι ήτο έτοιμος να παραδοθή εις τους εχθρούς Του, η ψυχή του Πέτρου εδονήθη εκ παλμού αισχύνης· Όσον ανωφελής και αν απέβη ήδη πάσα αντίστασις, εκείνος είλκυσε την μάχαιραν, και διά παραφόρου και αστόχου κινήματος απέκοψε το ωτίον Μάλχου τινός καλουμένου, όστις ήτο δούλος του Αρχιερέως. Πάραυτα ο Ιησούς ανεχαίτισε το άκαιρον τούτο κίνημα. «Επίστρεψον την μάχαιράν σου εις την θήκην, είπε τω Πέτρω, ότι πάντες οι λαμβάνοντες μάχαιραν εν μαχαίρα απολούνται». Εάν δεν είχε πρόθεσιν εκουσίως να πληρώση τας Γραφάς, πίνων το ποτήριον όπερ ο Πατήρ Του είχε δώσει αυτώ, δεν θα είχε διά της προσευχής Του την βοήθειαν όχι δώδεκα δειλών Αποστόλων, αλλά δώδεκα λεγεώνων Αγγέλων; Και διά τελευταίας πράξεως θαυματουργού ελέους θίξας εθεράπευσε το τραύμα.

Εν τη συγχύσει της νυκτός όλον το συμβεβηκός τούτο φαίνεται να διήλθεν απαρατήρητον ειμή υπ' ολιγίστων. Όπως και αν έχη, δεν έκαμεν εντύπωσιν εις τους πεπωρωμένους εκείνους ανθρώπους. Ο τρόμος των είχεν εκλίπει, και το θράσος τον αντικατέστησεν. Ο Μέγας Προφήτης εκουσίως παρέδωκεν Εαυτόν· ήτο αιχμάλωτός των. Βροντή δεν είχεν επέλθη· άγγελος δεν κατήλθεν εξ ουρανού να Τον ελευθερώση· πυρ δια θαύματος δεν τους κατέφαγε. Έβλεπον ενώπιόν των άνθρωπον άοπλον και κεκμηκότα, τον οποίον είς των ιδίων οπαδών Του είχε προδώσει, και εις του οποίου την σύλληψιν παρίσταντο απλώς εν ανισχύρω αγωνία ολίγοι έντρομοι Γαλιλαίοι. Τον εκράτουν σφιγκτώς, καί τινες ήδη αρχιερείς και πρεσβύτεροι και αξιωματικοί των φυλάκων του Ναού είχον τολμήσει ήδη να εξέλθωσιν εκ της ενέδρας εξ ης έβλεπον την σύλληψίν Του, και να τρέξωσι περί Αυτόν μεθ' υβριστικής περιεργίας. Προς τούτους ιδίως εστράφη και είπεν αυτοίς, «Ως επί ληστήν εξήλθετε μετά μαχαιρών και ξύλων;» Ότε ήμην καθ' ημέραν μεθ' υμών εν τω Ιερώ δεν ήρατε χείρας εναντίον Μου. Αλλ' αύτη είνε η ώρα σας, και η κακή άδεια του σκότους.

Οι τελευταίοι ούτοι λόγοι απέσβησαν και την υστάτην ακτίνα της ελπίδος εις πνεύματα των οπαδών Του. Τότε οι μαθηταί Του όλοι, και αυτός ο φλογερός Πέτρος, και αυτός ο επιστήθιος Ιωάννης, τον εγκατέλιπον και έφυγον. Κατά την υπερτάτην εκείνην στιγμήν, μόνον είς άγνωστος νεανίσκος (ίσως ήτο ο κτήτωρ του Γεθσημανή, ίσως ο Άγιος Μάρκος ο Ευαγγελιστής, ίσως ο Λάζαρος ο αδελφός της Μάρθας και Μαρίας) απετόλμησε ν' ακολουθήση μακρόθεν, εξόπισθεν του εχθρικού πλήθους. Φαίνεται ότι είχεν εγερθή αποτόμως εκ του ύπνου, διότι ήτο κεκαλυμμένος μόνον διά σινδόνος ή νυκτικής οθόνης, με την οποίαν εκοιμάτο. Αλλ' οι άνθρωποι της σπείρας τον έδραξαν από την σινδόνα, κ' εκείνος τρομάξας άφησε την σινδόνα, και έφυγε γυμνός, ήτοι μόνον με τα εσωτερικά ενδύματα.

Ο Ιησούς ήτο μόνος τώρα εις την εξουσίαν των εχθρών Του. Κατά προσταγήν του χιλιάρχου, αι χείρες Του εδέθησαν όπισθεν των νώτων Του, και στενώς συνέχοντες Αυτόν οι ρωμαίοι στρατιώται, ακολουθούμενοι και περικυκλούμενοι υπό των Ιουδαίων υπηρετών, τον ανήγαγον άνω της χαράδρας του χειμάρρου των Κέδρων, και ανά την απότομον προς την πόλιν ανωφέρειαν πέραν της χαράδρας, και τον έφεραν εις την οικίαν του Αρχιερέως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΗ'. Ο Ιησούς ενώπιον των Ιερέων και του Συνεδρίου

Ο Άννας. — Ο χαρακτήρ του. — Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι. — Γεννήματα εχιδνών — «Ούτως αποκρίνη τω Αρχιερεί;» Εν τη αυλή του Καϊάφα. — «Εζήτουν ψευδομαρτυρίαν». — «Καταλύσαι τον Ναόν τούτον». — Σιωπή του Ιησού. — Απόνοια του Καϊάφα. — Ο εξορκισμός του. — Βλασφημεί!» — «Ένοχος θανάτου εστί».

Καίτοι οι απιστούντες ενδιέτριψαν μετά δυσαναλόγου επιμονής επί πληθύος «ασυμφωνιών» εν τη τετραπλή αφηγήσει της δίκης, της καταδίκης, και του θανάτου του Χριστού, αύται δεν είνε ικαναί να προξενήσωσι την ελαχίστην ανησυχίαν εις τον χριστιανόν μελετητήν· ούτε δύνανται να εξεγείρωσι και την πλέον στιγμιαίαν δυσπιστίαν εις πάντα άνθρωπον όστις, και αν δεν έχη βαθύτερα αισθήματα εις την υπόθεσιν και δεν θέλη να παραδεχθή την θεοπνευστίαν, προσέρχεται εις τα Ευαγγέλια άνευ προκαταλήψεως, και δέχεται ταύτα απλώς ως ιστορίας ειλικρινείς, εφ' όσον έγκειται εν τη γνώσει των συγγραφέων, αλλά, καθ' εαυτά λαμβανόμενα, επιτομάς ατελείς. Μετά επισταμένας μελέτας, αφόβως αποφαίνομαι, ότι καίτοι αι μικραί παραλλαγαί είνε πολλαί, ου μόνον ουδεμία αντίφασις υπάρχει, αλλ' είς έκαστος των Ευαγγελιστών συμπληροί τας λεπτομερείας όσας παρέχει ο άλλος, και συνδιαζομένων όλων, δυνάμεθα να κατανοήσωμεν την αληθή των συμβεβηκότων συνέχειαν. Ου μόνον δεν φαίνονται αβάσιμα, αλλά φέρουσιν εν εαυτοίς ανεξίτηλον την σφραγίδα της πεποιθήσεως και της βεβαιότητος. Μετ' επιμελείας δε και προσοχής αναγινώσκοντες βλέπομεν ότι οι τέσσαρες ευαγγγελισταί ιστορούσιν εξαπλήν δίκην, τετραπλούν εμπαιγμόν, τριπλήν αθώωσιν, δις επαναληφθείσαν καταδίκην του Χριστού του Κυρίου ημών.

Αναγινώσκοντες παραλλήλως τα Ευαγγέλια, βλέπομεν ότι εκ των τριών δοκιμασιών τας οποίας ο Κύριος υπέστη εις τας χείρας των Ιουδαίων, πρώτη μόνον, η ενώπιον του Άννα, αναφέρεται υπό του Ιωάννου· η δευτέρα, η ενώπιον του Καϊάφα, υπό του Ματθαίου και Μάρκου· η τρίτη, η ενώπιον του Συνεδρίου, υπό του Λουκά. Ουχ ήττον, ο Ιωάννης διακριδόν αναφέρει την δευτέραν δίκην, ο δε Ματθαίος και ο Μάρκος υπονοούσι την τρίτην· ο Λουκάς, καίτοι αρκείται εις την αντιγραφήν της τρίτης, εναργώς και ούτος αφήνει χώρον διά την πρώτην και την δευτέραν.

Ήτο δε η πρώτη η πρακτική, η δευτέρα η δυναμική, η τρίτη η ενεργός και ρητή απόφασις ότι έπρεπεν εις θάνατον να καταδικασθή. Εκάστη των τριών δοκιμασιών θα ηδύνατο, εκ διαφόρου απόψεως, να θεωρηθεί ως η κρισιμωτέρα και σπουδαιοτέρα των τριών. Η του Άννα ήτο η ημιεπίσημος προανάκρισις, η του Καϊάφα η πραγματική απόφασις, η του όλου Συνεδρίου περί την πρωίαν η οριστική κύρωσις.

Ότε ο χιλίαρχος, ο άρχων του αποσπάσματος των ρωμαίων στρατιωτών, διέταξε να δεσμευθή ο Ιησούς, εκείνοι Τον απήγαγον άνευ αποπείρας προς αντίστασιν. Μεσονύκτιον είχε παρέλθη ήδη καθώς Τον έσυραν εις την οικίαν του Αρχιερέως. Φαίνεται δε ότι αύτη κατείχετο άμα υπό των δύο πρωταιτίων της φοβέρας ανομίας, του Άννα, και του γαμβρού του, Καϊάφα. Τον έφεραν προς τον Άνναν πρώτον. Εκεί διεξήχθη το πρώτον μέρος της δίκης, πιθανώς εν χθαμαλώ θαλάμω ανοιγομένω προς την αυλήν. Είνε αληθές ότι ο Άννας είχε παυθή υπό των Ρωμαίων από το αξίωμα του Αρχιερέως, και τον είχε διαδεχθή πρώτον ο Φαβής, είτα ο υιός του Ελεάζαρ, είτα ο γαμβρός του Ιωσήφ Καϊάφας. Αλλ' οι αυστηροί τηρηταί του νόμου μόνον βεβιασμένως ανεγνώριζον τους διαδόχους του, και εθεώρουν τον Άνναν πάντοτε ως δικαιώματι αρχιερέα. Από των ημερών Ηρώδου, του Μεγάλου καλουμένου, η αρχιερατεία είχεν εκπέσει από διαρκούς θρησκευτικού αξιώματος εις πρόσκαιρον κοσμικόν τίτλον.

Ενώπιον άρα του Άννα προσήχθη ο Ιησούς πρώτον ως δεσμώτης εις το δικαστήριον. Ο Ιώσηπος θαυμάζει και μακαρίζει τον Άνναν τούτον, ως φθάσαντα εις βαθύ γήρας, αρχιερατεύσαντα αυτόν, και αξιωθέντα να ίδη πέντε υιούς του και έκτον τον γαμβρόν του αρχιερείς. Αλλά να θαυμάζηταί τις υπό τοιούτου εξωμότου, οίος ο Ιώσηπος, είνε πολύ αμφίβολον ευτύχημα. Μεθ' όλην την ευτυχίαν του ο Χανάν (ή Άννας, ή Άνανος) φαίνεται να άφησεν οπίσω του κακόν όνομα, και αρκετά γνωρίζομεν περί του χαρακτήρος του όπως μάθωμεν ότι ήτο πανούργος, τυραννικός και φιλόκοσμος Σαδδουκαίος, πλήρης χαμερπούς κακίας και ευτελείας. Ενώπιον του μοχθηρού τούτου ανθρώπου προσήχθη ο Σωτήρ του κόσμου διά ν' ανακριθή.

Και υπήρχον ισχυροί λόγοι ίνα ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διατηρήση ημίν όλην την φάσιν ταύτην της δίκης. Χρειάζεται να παρέλθωσιν έτη τινά όπως οι άνθρωποι δυνηθώσι να ίδωσι τον πρώτον υποκινητήν συμβάντων εις τα οποία υπήρξαν σύγχρονοι. Κατ' αρχάς, ο κατά το φαινόμενο δράστης ή πράκτωρ θεωρείται συνήθως ως ο μάλλον υπεύθυνος, καίτοι δυνατόν πράγματι να είνε απλούς κρίκος εν τω επισήμω μηχανισμώ. Αλλ' εάν υπήρξεν είς άνθρωπος πλέον ένοχος των άλλων διά τον θάνατον του Χριστού, ο άνθρωπος ήτο ο Άννας. Το προβεβηκός της ηλικίας του, το αξίωμα και η επιρροή του, έδιδον εξαιρετικήν βαρύτητα εις την προνομιακήν απόφασίν του. Ήτο φίλος των Ηρωδών και των πραιτώρων, και απέδωκεν, ως φαίνεται, πολιτικήν σημασίαν εις την διδασκαλίαν του Ιησού, εφοβήθη δε μη ο Ιησούς αποξενώση το πλήθος από της αρχιερατικής επιρροής. Είνε αξιοσημείωτον ότι, καίτοι οι Φαρισαίοι ηλαύνοντο υπό φλέγοντος μίσους κατά του Ιησού και ήσαν τόσον ανυπόμονοι διά τον θάνατόν Του, ώστε προθύμως να συμπράξωσι με τους αριστοκρατικούς και αρχιερατεύοντας Σαδδουκαίους (από των οποίων συνήθως εχωρίζοντο διά παντοίων διαφορών, πολιτικών, κοινωνικών και θρησκευτικών), ουχ ήττον, από της στιγμής καθ' ην η σκευωρία διά την σύλληψιν και την καταδίκην Του ωρίμασεν, οι Φαρισαίοι τόσω ολίγον μέρος έλαβον εν αυτή, ώστε το όνομά των ουδέ άπαξ προεχόντως μνημονεύεται έν τινι συμβεβηκότι σχετιζομένω προς την σύλληψιν, την δίκην, τους χλευασμούς και την σταύρωσιν. Οι Φαρισαίοι εκλείπουσιν· οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι λαμβάνουσι την θέσιν των. Είνε δε αμφίβολον άν τινες εκ των εγκριτωτέρων Φαρισαίων ήσαν μέλη του εκπεπτωκότος εκείνου ειδώλου της εξουσίας, το οποίον εις τας κακάς εκείνας ημέρας εγαυρία ακόμη με τον τίτλον του Συνεδρίου. Εάν πιστεύσωμεν το Ταλμούδ, το Συνέδριον ήτο άθρησκος, άπατρις ομοσπονδία ιερέων καπηλευομένων τα ιερά και τα όσια, η δε οικογένεια του Χανάν ή του Άννα και αυτός ο ίδιος, υποστηριζόμενοι υπό της Ρωμαϊκής εξουσίας, αλλά μισούμενοι υπό του λαού, ήσαν η ψυχή και η ζωή του πονηρού εκείνου σωματείου.

Δυνάμεθα προσέτι να συμπεράνωμεν ότι η μανία των Σαδδουκαίων και ιερέων εξήφθη κατά του Χριστού ένεκα των λόγων και των πράξεων Αυτού εν σχέσει προς τον Ναόν, τον οίκον του Θεού, τον οποίον ούτοι εθεώρουν ως αποκλειστικήν δικαιοδοσίαν και νόμημά των, και κατ' εξοχήν εκ του δευτέρου καθαρισμού του Ναού, του δημοσία υπ' Αυτού γενομένου εσχάτως. Και εις τους τρεις συνοπτικούς Ευαγγελιστάς ευρίσκομεν ότι οι εγκαλούντες τον Ιησούν διά την πράξιν ταύτην δεν είνε Φαρισαίοι, αλλ' Ιερείς και Γραμματείς, οίτινες φαίνονται λαβόντες εξ αυτής νέαν μανιώδη ώθησιν όπως ζητώσι τον όλεθρόν Του.

Αλλ' υπάρχει άρα και άλλος λόγος; Ναι, διότι δυνάμεθα να υποθέσωμεν εκ του Ταλμούδ ότι η πράξις αύτη έτεινε να πληγώση την φιλαργυρίαν των, να βλάψη τα αθέμιτα κέρδη των. Η φιλαργυρία, η νόσος του Ιούδα, η νόσος όλης της Ιουδαϊκής φυλής, φαίνεται ότι υπήρξε και η δεσπόζουσα κακία της οικογενείας του Άννα. Υπάρχουσι λόγοι να πιστεύσωμεν ότι τα εμπορεία και τα αργυραμοιβεία, τα οποία είχον καθιδρυθή υπό τας στοάς του Ναού, και τα οποία ο Χριστός εν αγανακτήσει διεσκόρπισε, ου μόνον ήσαν εγκεκριμένα υπό της εξουσίας των αρχιερέων τούτων, αλλ' ήσαν διωργανισμένα προς ίδιον κέρδος των. Υπήρχον ισχυροί λόγοι όπως ο Άννας, ο κορυφαίος αντιπρόσωπος των γεννημάτων τούτων των εχιδνών, ως τους αποκαλεί είς των συγγραφέων του Ταλμούδ, καταβάλη πάσαν προσπάθειαν όπως επιφέρη τον όλεθρον Προφήτου, του οποίου αι πράξεις έτεινον να καταστήσωσιν αυτόν και την οικογένειάν του πτωχούς και ασήμους.

Το ότι ο Άννας δεν ετόλμησε να ομολογήση τα αισθήματα και τας αφορμάς ταύτας, ηναγκάσθη μάλιστα να τηρήση ταύτα όλως μυστικά, θα ηύξανε μόνον το βάθος της πικρίας του. Και η μέθοδος της ενεργείας του φαίνεται να υπήρξε τόσον έκνομος όσον ήτο και το ότι ανέλαβεν εν τοιούτω τόπω και τοιαύτη ώρα, δικαστικά καθήκοντα. Επιθυμών ν' ανακαλύψη σκιάν τινα κατηγορίας επί λαθραία αποστασία ή επί κακοδοξία επηρώτησε τον Ιησούν περί των μαθητών Αυτού και περί της διδαχής Αυτού. Η απάντησις, ατάραχος, ενείχε βαθείαν επιτίμησιν. Εγώ παρρησία ελάλησα προς τον κόσμον. Εγώ πάντοτε εδίδαξα εν τη Συναγωγή και εν τω Ιερώ, όπου οι Ιουδαίοι συνέρχονται, και εν κρυπτώ ελάλησα ουδέν. Τι με επερωτάς; Επερώτησον τους ακούσαντές Με τι είπον αυτοίς. Ίδε, ούτοι οίδασι τι ελάλησα Εγώ». Η εμφαντική επανάληψις του Ε γ ώ, και αύτη η ασυνήθης σημαντική τοποθέτησίς του εις το τέλος της προτάσεως, δεικνύουσιν ότι αντίθεσις ήτο ίσως το σκοπούμενον· ως εάν έλεγεν, «Το μεσονύκτιον τούτο, η στάσις αύτη, η μυστικότης, η άκοσμος αύτη παρωδία της δικαιοσύνης, είνε &σα&, όχι &Εμά&. Ουδέποτε υπήρξεν απόκρυφόν τι εν τη διδαχή Μου· ουδέποτε έκρυψα τας πράξεις μου. Αλλά &συ&, και &σα&». Και αυτοί οι κόλακες και οι θεράποντες του Άννα ησθάνθησαν το σφαλερόν της θέσεως του κυρίου των υπό την επιτίμησιν ταύτην· ησθάνθησαν ότι ενώπιόν της αθωότητος του νεαρού τούτου Ραβδί του εκ Ναζαρέτ, η υποκρισία του γηραιού Σαδδουκαίου εταπεινώθη. «Ούτως αποκρίνη τω Αρχιερεί;» είπεν είς τούτων μετά θυμού και ύβρεως· και χωρίς ο κύριός του να τον επιπλήξη, εβεβήλωσε διά του πρώτου ατίμου ραπίσματος το ιερόν πρόσωπον του Χριστού. Τότε πρώτον το πρόσωπον τούτο, εις το οποίον οι Άγγελοι θεωρούσιν ως τα βρέφη εις την λαμπράν του ηλίου ακτίνα, επλήγη υπό αθλίου δούλου. Την ύβριν υπέφερεν ο Χριστός μετ' ευγενούς πραότητος. Και ο απόστολος Παύλος, όταν ομοίως υβρίσθη, οργισθείς κατηράσθη τον υβριστήν. «Ο Θεός πλήξαι σε, κεκολιαμένε τοίχε»· αλλ' Αυτός, ο Υιός του Θεού, ο ασυγκρίτως υπέρτερος των Αγγέλων και των Αποστόλων, άνευ οργής και ηρέμα επετίμησε τον αναιδή υβριστήν, «Ει κακώς ελάλησα, μαρτύρησον περί του κακού· ει δε καλώς, τι Με δέρεις;» Ήτο προφανές ότι ουδέν περισσότερον ηδύνατο ν' αποσπασθή απ’ Αυτού· ότι ενώπιόν τοιούτου δικαστηρίου δεν θα απεκρίνετο εις άλλην ερώτησιν. Δέσμιος, εις σημείον ότι έμελλε να καταδικασθή, καίτοι ανεξέταστος και αναπολόγητος, εστάλη υπό του Άννα μέσον της αυλής προς τον Καϊάφαν τον γαμβρόν του, τον ελέω του Ρωμαίου πραίτωρος τιτλούχον Αρχιερέα.

Ο Καϊάφας, όπως και ο πενθερός του, ήτο Σαδδουκαίος, εξ ίσου πανούργος και ασυνείδητος όσον ο Άννας, αλλά πεπροικισμένος με ολιγωτέραν δύναμιν θελήσεως και χαρακτήρος. Εν τη οικία του διεξήχθη το δεύτερον ιδιωτικόν και έκνομον στάδιον της δίκης. Εκεί (διότι, ενώ οι πτωχοί Απόστολοι δεν ίσχυσαν ν' αγρυπνήσωσιν επί μίαν ώραν εν συμπαθεί προσευχή, οι ανόσιοι ούτοι σκευωροί ηδύναντο ν' αγρυπνώσι παννύχιοι εν τη θανασίμω κακία των) τινές των πλέον απεγνωσμένων εχθρών του Ιησού μεταξύ των Ιερέων και Σαδδουκαίων είχον συνέλθη. Όπως γείνη απαρτία του Συνεδρίου έπρεπε να είνε τουλάχιστον εικοσιτρία των μελών παρόντα. Και δυνάμεθα ίσως να εικάσωμεν ότι το ιδιαίτερον τούτο σώμα ενώπιον του οποίου ο Χριστός είχε προσαχθή ήδη συνέκειτο κατά το πλείστον εξ ιερέων. Ήτο δε, ως φαίνεται, μία επιτροπεία ή τμήμα εκ συνέδρων, και ιδίως ιερέων, το οποίον δύναται να ληφθή αντί όλου του συνεδρίου.

Αλλ' οποιαδήποτε και αν ήτο η φύσις του δικαστηρίου, ου προήδρευε νυν ο Καϊάφας, είνε πρόδηλον ότι οι ιερείς εβιάσθησαν ν' αλλάξωσιν τακτικήν. Αντί να προσπαθώσιν, ως ο Άννας, να εκπτοήτωσι και περιπλέξωσι τον Ιησούν με δολεράς ερωτήσεις, και ούτω να Τον ενοχοποιήσωσιν επί κρυφία δήθεν αποστασία, επροσπάθησαν τώρα να Τον στιγματίσωσι διά του εγκλήματος της δημοσίας πλάνης. Πράγματι αι ίδιαι πικραί διαιρέσεις των καθίστων δύσκολον το έργον του ελέγχου. Εάν ενδιέτριβον επί τινος υποτιθεμένης εναντιότητος, προς την πολιτικήν εξουσίαν, τούτο θα επέσυρεν τας συμπαθείας των Φαρισαίων υπέρ Αυτού. Εάν επέμενον επί των δήθεν αθετήσεων του Σαββάτου και της ολιγωρίας των εθίμων και παραδόσεων, τούτο θα συνεφώνει με τας σκέψεις των Σαδδουκαίων. Οι Σαδδουκαίοι δεν ετόλμων να εγκαλέσωσιν Αυτόν διά την αποκάθαρσιν του Ναού· οι Φαρισαίοι, ή εκείνοι οίτινες τους αντιπροσώπευον, ανωφελές ενόμισαν να επανέλθωσιν εις τας περί των παραδόσεων καταγγελίας Του. Πλην ο Ιησούς ασυγκρίτως ευγενέστερος και του ευγενεστάτου των Αποστόλων Του, δεν θα ήθελε ποτέ να συνδαυλίση τας λανθανούσας ταύτας εχθροπαθείας, ή να επικαλεσθή προς ιδίαν απελευθέρωσίν Του μίαν έριδα των κοιμωμένων τούτων προλήψεων. Δεν διετάραξε την πρόσκαιρον λυκοφιλίαν ήτις ήνωσεν αυτούς εις κοινήν έχθραν εναντίον Του. Αφού άρα δεν είχον επ' ουδενός άλλου να βασισθώσιν, οι Αρχιερείς και το Συνέδριον όλον «εζήτουν ψευδομαρτυρίαν» (τοιαύτη η τρομερά απλή έκφρασις των Ευαγγελιστών) «ε ζ ή τ ο υ ν ψ ε υ δ ο μ α ρ τ υ ρ ί α ν κατά Του Ιησού ώστε θανατώσαι Αυτόν». Πολλάκις άνθρωποι διεστραμμένοι και άρπαγες ζητούσι ψευδομάρτυρας· και αι δυνάμεις του πονηρού συνήθως τους προμηθεύουσιν εις αυτούς. Αν και οι πράκτορες των ιερέων τούτων ήσαν πρόθυμοι να ψεύδωνται, αλλ' όμως οι ψευδομάρτυρες όσοι προσήλθον κατέθεσαν τόσον αντιφατικά και παράλογα, ώστε και αυτοί οι άδικοι δικασταί δεν ηδύναντο ευσχήμως να δεχθώσι την μαρτυρίαν των.

Τέλος προσελθόντες δύο ψευδομάρτυρες είπον: «Ούτος έφη, Δ ύ ν α μ α ι κ α τ α λ ύ σ α ι τον Ναόν τούτον — ή, κατ' άλλην έκδοσιν, Κ α τ α λ ύ σ ω τον Ναόν τούτον — και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν». Το αληθές ήτο ότι δεν είχεν ειπεί ούτε το έν ούτε το άλλο, αλλ' είχεν ειπεί: «Κ α τ α λ ύ σ α τ ε τον Ναόν τούτον»· και η προστακτική είχε μόνον απευθυνθή υποθετικώς προς αυτούς. Αυτοί έμελλον να ήνε οι καταλύται· Εκείνος είχεν υποσχεθή μόνον ότι θ’ ανακτίση. Ήτο μία των ψευδορκιών εκείνων, ήτις ήτο τόσω μάλλον ψεύδορκος, όσω έφερεν απωτέραν τινά ομοιότητα προς την αλήθειαν. Δώσαντες διάφορον απόχρωσιν εις τους αληθείς λόγους Του, είχον, με την αφέλειαν της συκοφαντίας, ανατρέψει το νόημά των, και ήλπιζον να θεμελιώσωσιν επ' αυτών κατηγορίαν επί βλασφημία. Αλλά και αύτη η ψευδορκία ανετράπη άρδην, και ο Ιησούς ήκουεν εν σιωπή ενώ οι διηρημένοι εχθροί Του απελπιστικώς συνέχεον αλλήλων τας μαρτυρίας. Η ενοχή πολλάκις κατέρχεται εις δικαιολογίας όπου η αθωότης μένει άφωνος. Υπέμενεν ώστε οι ψευδείς κατήγοροί Του και οι ψευδείς ακροαταί των να περιπλέκωνται εις τα δίκτυα των ιδίων κακοβούλων ψευδών των, και η σιωπή του αθώου Ιησού εξιλέου τας πάλαι δικαιολογίας του ενόχου Αδάμ.

Αλλ' η μεγαλοπρεπής εκείνη σιωπή τους ετάραττε, τους συνέχεε, τους εμώραινε. Κατεβάρυνεν αυτούς με αφόρητον το άχθος της αυτοκαταδίκης. Ησθάνοντο ενώπιον της σιωπής εκείνης ως εάν αυτοί ήσαν οι ένοχοι και Εκείνος ο δικαστής. Και επειδή παν φαρμακερόν βέλος των έπιπτεν άπρακτον εις τους πόδας, ως να εθραύετο κατά της αδαμαντίνης ασπίδος της αθωότητός Του, ήρχισαν να φοβώνται μήπως, μεθ' όλα ταύτα, η δίψα των διά το αίμα του μείνη άσβεστος, και η σκευωρία των ανατραπή. Ο Προφήτης ούτος ο εκ Ναζαρέτ θα υπερίσχυε κατ' αυτών, απλώς δι' έλειψιν ολίγων ψευδών περιτέχνων; Και ήτο η ζωή Του γοητευμένη δι' επωδών και κατά της συκοφαντίας της δι' όρκων επιβεβαιουμένης; Ήτο αφόρητον!

Τότε ο Καϊάφας εκυριεύθη υπό παροξυσμού φόβου και οργής. Εγερθείς από της έδρας του και σταθείς εις το μέσον, με ποίαν φωνήν, με ποίαν στάσιν, δυνάμεθα να φαντασθώμεν! «Ουδέν αποκρίνη; Εφώνησε· τι ούτοι σου καταμαρτυρούσι;» Αλλ' η φοβερά σιωπή του Ιησού έμεινεν αδιατάρακτος.

Τότε, φθάσας εις απόνοιαν και μανίαν, ο ψευδής ούτος Αρχιερεύς, τηρών εισέτι απειλητικήν στάσιν κατά του Ιησού, ανέκραξεν, «Εξορκίζω Σε κατά του Θεού του ζώντος ένα ημίν είπης» τι; αν είσαι κακοποιός; αν κρυφίως εκίνησας εις στάσιν; αν φανερώς βλασφημίαν εξέφερες; — όχι, αλλά (και η ερώτησις έδειξε την θεοστεγή πονηρίαν, την υπολανθάνουσαν εν όλη τη θανασίμω κατ' Εκείνου συνομωσία των) &«ει Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού».&

Παράδοξον ερώτημα προς δέσμιον, ανυπεράσπιστον, κατάδικον· και παράδοξον ερώτημα παρά τοιούτου εξεταστού, αρχιερέως του λαού! Παράδοξον ερώτημα εκ μέρους του δικαστού όστις εζήτει να εύρη ψευδομαρτυρίας κατά του δεσμώτου! Αλλ' όμως ούτω πως ορκιζόμενος, και προς τοιούτον ερώτημα, ο Ιησούς δεν ηδύνατο να σιωπήση· επί τοιούτου κεφαλαίου δεν ηδύνατο ν' αφήση χώρον ανοικτόν προς παρερμήνευσιν. Εις τας ημέρας του κηρύγματός Του, όταν ήσαν έτοιμοι να τον λάβωσι διά της βίας όπως ποιήσωσιν Αυτόν Βασιλέα, εις τας ημέρας καθ' ας το να κηρύξη Εαυτόν Μεσσίαν κατά την έννοιάν των ήτο ως να έβαινε προς συνάντησιν αυτών εις το ήμισυ της οδού, μεθ' όλων των εμπαθών προλήψεών των, εις τας ημέρας εκείνας είχε τηρήσει το αξίωμα του Μεσσίου εν σιωπή· αλλά τώρα, κατά την φοβεράν ταύτην κρίσιμον στιγμήν, ότε ο θάνατος επέκειτο, ότε (ανθρωπίνως και προσκαίρως) ουδέν κέρδος, ζημία δε μάλλον θα προσεγίνετο εκ της ομολογίας, εδόνησε και διεπέρασεν όλας τας γενεάς, διεπέρασε την αιωνιότητα ήτις είνε ο συγχρονισμός όλου του μέλλοντος, και όλου του παρόντος, και όλου του παρελθόντος, η πάνδημος απόκρισις, «&Συ είπας&· κ α ι ό ψ ε σ θ ε τ ο ν τ ο υ Α ν θ ρ ώ π ο υ κ α θ ή μ ε ν ο ν ε κ δ ε ξ ι ώ ν τ η ς δ υ ν ά μ ε ω ς, κ α ι ε ρ χ ό μ ε ν ο ν ε π ί τ ω ν ν ε φ ε λ ώ ν τ ο υ ο υ ρ α ν ο ύ». Εν τη απαντήσει ταύτη η βροντή εβρυχάτο, βροντή μεγαλοφωνοτέρα της εν Σινά, καίτοι τα ώτα των κυνικών και των Σαδδουκαίων δεν την ήκουσαν τότε, ουδέ την ακούουσι τώρα. Δεινοποιών τραγικώς την απαίσιον φρίκην του, ο άνομος δικαστής όστις είχεν αναπληρώσει ούτω τας ελλείψεις των ψευδομαρτύρων τους οποίους μάτην είχε ζητήσει, ο ψευδής Αρχιερεύς διαρρήξας τα ιμάτια του ενώπιόν του Αληθούς, εζήτησε παρά του Συνεδρίου την άμεσον καταδίκην Εκείνου.

«Ε β λ α σ φ ή μ η σ ε! Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων; Ίδε, νυν ηκούσατε την Βλασφημίαν Αυτού. Τι υμίν δοκεί;» Και με την συγκεχυμένην ταραχώδη κραυγήν «Ις μαβέθ!» Ένοχος θανάτου εστί!» το σκοτεινόν Συνέδριον διελύθη, και το δεύτερον στάδιον της δίκης του Ιησού έληξε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΘ'. Τα μεταξύ της δίκης

Οι εμπαιγμοί κατά του Ιησού. — Η αυλή του Αρχιερέως. — Αι αρνήσεις του Πέτρου. — «Η λαλιά σου δήλον σε ποιεί». — Το βλέμμα του Ιησού. — Η μετάνοια του Πέτρου. — Αι ύβρεις των υπηρετών. — Η τρίτη φάσις της δίκης. — Ο Ιησούς λύει την σιωπήν. — Η καταδίκη.

«Τον νώτον μου έδωκα εις μάστιγας, και τας σιαγόνας εις ραπίσματα, το δε πρόσωπόν μου ουκ απεστράφη από αισχύνης εμπτυσμάτων». (Ησαΐας.)

Και ιδού πώς υπεδέχθησαν οι Εβραίοι τον επηγγελμένον Μεσσίαν των, τον περιμενόμενον μετά περιπαθούς ελπίδος από δισχιλίων ετών καταδικασθέντες έκτοτε να τήκωνται εν πικρά αγωνία επί άλλα δισχίλια σχεδόν έτη! Από της στιγμής ταύτης εθεωρήθη υφ' όλων των παρόντων εν τη Ιουδαϊκή αυλή ως αιρετικός, υποκείμενος εις τον διά λιθοβολήσεως θάνατον· και ετηρείτο υπό φύλαξιν μόνον μέχρι της ανατολής της ημέρας, επειδή εν ημέρα μόνον, και εν τη λεγομένη Στοά της Κρίσεως, και μόνον εν πλήρει συνελεύσει όλου του Συνεδρίου, ηδύνατο νομικώς να καταδικασθή. Και επειδή τον εθεώρουν ήδη ως πρόσωπον κατάλληλον όπως υβρίζηται ατιμωρητεί, εχαιρετίσθη διά μέσου της αυλής μέχρι της φυλακής διά πληγμάτων και αρών, εις τας οποίας δυνατόν να έλαβον μέρος όχι μόνον οι μίσθαρνοι και οι υπηρέται, αλλά και οι ψυχροί και νυν μανιώδεις Σαδδουκαίοι. Μεσονύκτιον προ πολλού είχε σημάνη, και η εαρινή αύρα της πρωίας ήτο πολύ δριμεία. Εις το κέντρον της αυλής οι υπηρέται των Αρχιερέων εθερμαίνοντο πλησίον της ανθρακιάς. Και καθώς Εκείνος απήγετο εκείθεν της ανθρακιάς ταύτης, ήκουσεν (ό,τι ήτο δι' Αυτόν θανασιμωτέρα πικρία ή πάσα άλλη την οποίαν οι βάρβαροι διώκται Του ηδύναντο να εγχύσωσιν εις το ποτήριον της Αγωνίας Του) ήκουσε τον ευτολμότερον των Αποστόλων Του να Τον αρνήται μεθ' όρκου.

Κατά τας δύο ταύτας θλιβεράς ώρας της αρξαμένης τραγωδίας Του, καθώς ίστατο εις τας αιθούσας του Άννα και του Καϊάφα, άλλη ηθική τραγωδία, την οποίαν είχε προφητεύσει ήδη, είχε διεξαχθή εν τη έξω αυλή.

Καθ' όσον δυνάμεθα να συμπεράνωμεν, το παλάτιον το κατεχόμενον υπό τε του Άννα, του πραγματικού, και του Καϊάφα, του τιτλούχου Αρχιερέως, φαίνεται ότι ήτο ωκοδομημένον περί τετράγωνον αυλήν, και ότι εισήρχετό τις δι' αψιδωτής διόδου ή πυλώνος· και εις το εσώτερον μέρος τούτου, πιθανώς ολίγας βαθμίδας από του εδάφους, ήτο η στοά εν ή οι εκ του Συνεδρίου είχον συνέλθη. Δειλώς και μακρόθεν, δύο μόνον εκ των Αποστόλων είχον αναλάβη μέχρι τούδε εκ του πρώτου πανικού των, ώστε ν' ακολουθήσωσι μακρόθεν την θλιβεράν πομπήν. Ο είς τούτων, ο αγαπημένος μαθητής, γνωστός ίσως εις τον οίκον του Αρχιερέως ως νέος αλιεύς εκ της λίμνης της Γαλιλαίας, είχεν εύρη εύκολον την είσοδον, χωρίς ν' αποπειραθή να κρύψη τας συμπαθείας του ή την ταυτότητά του. Όχι όμως ο έτερος. Άγνωστος, και Γαλιλαίος, ανεχαιτίσθη εις την θύραν υπό της παιδίσκης της θυρωρού. Καλλίτερον, πολύ καλλίτερον, ο αποκλεισμός του να ήτο οριστικός. Διότι ήτο νυξ ταραχής, τρόμου και υποψίας· και ο Πέτρος ήτο ασθενής, και η σφοδρά αγάπη του ήτο μεμιγμένη μετά φόβου, και όμως ερριψοκινδύνευεν εντός αυτής της φωλεάς των ασπόνδων εχθρών. Αλλ' ο Ιωάννης, λυπηθείς διά τον αποκλεισμόν εκείνου, και κρίνων ίσως περί της σταθερότητος του φίλου του εκ της ιδικής του, μετήλθε την επιρροήν του όπως επιτύχη την εισαγωγήν του Πέτρου. Μετ' απερισκέπτου θρασύτητος, και κρύπτων τας καλλιτέρας αφορμάς αίτινες τον είχον φέρει εκείσε, ο Πέτρος αν και είχε νουθετηθή ήδη, αλλά μάτην, προέβη εν τη αυλή προς την ανθρακιάν την καίουσαν εν τω κέντρω, και εκάθισεν εις το μέσον των υπηρετών των Ιερέων, ενώπιόν των οποίων ο Κύριός του την στιγμήν εκείνην δέσμιος είχε προσαχθή υπό κατηγορίαν θανάτου.

Η παιδίσκη η θυρωρός, αφού εισήγαγεν όλους τους ενδιαφερομένους, επλησίασε και αυτή προς την ανθρακιάν, και προσήλωσε το όμμα προς τον αμφίβολον ξένον, καθώς εκείνος εκάθισε «προς το φως», κατά τον Μάρκον, όπερ δεικνύει το θράσος και την απερισκεψίαν του Πέτρου, και τότε, αναγνωρίσασα τούτον ότι τον είχε και άλλοτε ιδεί, ανέκραξε, «Και συ ήσθα μετά του Ιησού του Γαλιλαίου». Ο Πέτρος ήτο αφύλακτος. Κατά την περίοδον ταύτην του βίου, το ευμετάβολον της φύσεώς του υπέκειτο πάντοτε εις διάπλασιν κατά την επίδρασιν της στιγμής, και μετέβαινεν ευκόλως εις τας εμπαθείς ακρότητας. Ο χαρακτήρ του ήτο ομαλώς ανώμαλος, κατά την Αριστοτέλειον φράσιν. Πολύ, πολύ ύστερον, ευρίσκομεν όλως απροσδόκητον επιβεβαίωσιν της πιθανότητος του θλιβερού τούτου επεισοδίου της ζωής Του, εν τη προθυμία μεθ' ης υπεχώρησεν εις τας γνώμας του Αποστόλου των Εθνών, και τη ίση ευκολία μεθ' ης ψευδής αισχύνη, και ο φόβος «των από της περιτομής», τον έκαμαν πάλιν να γνωσιμαχήση προς χάριν των «από Ιακώβου ελθόντων». Και ούτω συνέβη ώστε η απλή εκ περιεργίας ερώτησις μιας πολυπράγμονος παιδίσκης τον επτόησεν εις ταχείαν άρνησιν του Κυρίου του. «Ουκ οίδα τον άνθρωπον, έκραξεν· ουκ επίσταμαι τι λέγεις». Αναμφιβόλως, την στιγμήν εκείνην, το μέσον τούτο παρουσιάσθη εις αυτόν απλώς ως συνετή υπεκφυγή εξ ανωφελούς κινδύνου. Αλλ' ήλπιζε να σταματήση εκεί; Οίμοι, άπαξ ν' αρνηθή τις είνε πάντοτε ως ν' αρνηθή τρις· και έν ψεύδος είνε ως λίθος κυλισθείς εις την κατωφέρειαν του όρους, όστις γίνεται ανέφικτος και άφθαστος εις τον κυλίσαντα.

Προς στιγμήν ίσως η άρνησίς του έγεινεν αποδεκτή, καθό δημοσία και εμφαντικώς γενομένη. Αλλά τούτο υπέδειξεν αυτώ τον κίνδυνον. Μετ' ενόχου συνειδήσεως παραμερίζει τότε από την λάμπουσαν πυράν υπό τον θολωτόν πυλώνα της αυλής, καθώς το λάλημα του αλέκτορος πλήττει το ους του. Η ανακωχή υπήρξε βραχεία δι' αυτόν. Η θυρωρός, ήτις είχε και καθήκον να εφιστά την προσοχήν επί τους υπόπτους ξένους, είχε φλυαρήσει, ως φαίνεται, περί αυτού προς την θεραπαινίδα ήτις την είχεν αναπληρώσει πλησίον της θύρας. Άλλοι τινές αργοί ίσταντο εκεί πέριξ, και η δευτέρα αύτη παιδίσκη τον υπέδειξεν εις τούτους. «Και ούτος ην μετά Ιησού του Ναζωραίου». Έν ψεύδος εφαίνετο είπερ ποτέ αναγκαιότερον τώρα, και διά να εξασφαλισθή από πάσης περαιτέρω ενοχλήσεως, επεβεβαίωσε τούτο δι' όρκου. Αλλά τώρα η φυγή εφαίνετο αδύνατος, διότι μόνον θα εκράτυνε τας υποψίας· όθεν μετ' απηλπισμένης, σκοτεινής αποφάσεως και πάλιν επλησίασεν εις τον εχθρικόν και καχύποπτον όμιλον τον πέριξ του πυρός.

Ολόκληρος ώρα παρήλθε· δι' αυτόν πρέπει να υπήρξε φοβερά ώρα και αλησμόνητος. Η ιδιοσυγκρασία του Πέτρου ήτο πολύ νευρική και παράφορος, ώστε να μη δύναταί ποτε να εύρη άνεσιν υπό την νέαν περιπλοκήν της αχαριστίας και του ψεύδους. Εάν μείνη σιωπών μεταξύ των αυλικών τούτων των αρχιερέων, προδίδεται διά της ανησύχου αυτοσυνειδησίας πονηρού μυστικού, μάτην προσπαθών να προσποιηθή αδιαφορίαν· εάν θελήση να ομιλήση αδιαφόρως δήθεν, προδίδεται από την Γαλιλαϊκήν προφοράν του. Είνε πρόδηλον ότι, μεθ' όλην την άρνησιν και τον όρκον του, εκείνοι δυσπιστούσι και τον περιφρονούσι· και τέλος είς των υπηρετών του Αρχιερέως, συγγενής του Μάλχου του τραυματισθέντος, και πάλιν μετά πεποιθήσεως τον κατηγόρησεν ότι ήτο μετά του Ιησού εν τω κήπω, και προς απόδειξιν τούτου επεκαλέσθη την ληρυγγώδη επαρχιακήν διάλεκτον την οποίαν ωμίλει ο Πέτρος. «Και γαρ Γαλιλαίος ει, και η λαλιά σου δήλον σε ποιεί». «Άνθρωπε, είπεν ο Πέτρος, ουκ ειμί εξ αυτών». Οι άλλοι εν χορώ υπεστήριξαν την κατηγορίαν. Ή έπρεπε να επιμείνη, ή έχανε παν ό,τι εφαίνετο να είχε κερδίσει. Ίσως μία ακόμη προσπάθεια θα τον απήλλαττεν από τας οχληράς ταύτας αιτιάσεις, και θα τον καθίστα ικανόν να περιμένη και ίδη το τέλος. «Τότε ήρξατο καταναθεματίζειν και ομνύειν ότι, ουκ οίδα τον άνθρωπον». Και κατά την ολεθρίαν ταύτην στιγμήν της ενοχής, ήτις θα ηδύνατο ίσως να είνε δι' αυτόν στιγμή αποστασίας τόσον απαισία όσον η του μαθητού του άλλου, κατ' εκείνην την στιγμήν, ενώ αι αναίσχυντοι αύται αραί και οι όρκοι εδόνουν ακόμη τον αέρα, ο αλέκτωρ εφώνησε, και την ιδίαν στιγμήν, ακούσας τους τελευταίους τόνους των ψευδών εκείνων όρκων, ή διά της ανοικτής θύρας της στοάς του δικαστηρίου, ή καθώς απήγετο περαιτέρω της περί την ανθρακιάν ομάδος μέσον της αυλής, με αποτόμους ωθήσεις και με βαναύσους σαρκασμούς, με κτυπήματα και με εμπτύσματα, ο Κύριος, ο Κύριος εν τη αγωνία της ταπεινώσεώς Του, εν τω μεγαλείω της σιωπής Του, ο Κύριος εστράφη και έρριψε βλέμμα επί τον Πέτρον. Μακάριοι εκείνοι εφ' ους, όταν εν λύπη επιβλέπη, ο κύριος επιβλέπει άμα και μετ' αγάπης! Ήρκεσε τούτο ως βέλος εις τα μύχια της ψυχής του έπεσε το άφωνον εύγλωττον βλέμμα της λύπης εκείνης και της μομφής. Τούτο ήρκεσεν. Εάν ο άγγελος της Αθωότητος τον είχε καταλίπει, ο άγγελος της Μεταμελείας τον προσέλαβεν, ύψωσε την άκραν του ιματίου του, έκρυψε το πρόσωπόν του, και εξελθών έξω έκλαυσε πικρώς, έκλαυσε και απέπλυνε το σφάλμα του, έκλαυσε και ανεγεννήθη, έκλαυσε, και ητοιμάσθη ν' ακολουθήση τον δεσπότην Του, αμετακλήτως την φοράν ταύτην, «και εις φυλακήν και εις θάνατον», εις θάνατον σταυρικόν.

Το έγκλημα τούτο, το διαπραχθέν εναντίον Του υπό του ανθρώπου όστις πρώτος Τον είχε κηρύξει ως τον Χριστόν, όστις είχε περιπατήσει πλησίον Του επί της τρικυμιώδους θαλάσσης, όστις είχεν ελκύσει υπέρ Αυτού την μάχαιραν εν Γεθσημανή, όστις είχε βεβαιώσει μετά τόσης σφοδρότητος ότι θ’ απέθνησκε μετ' Αυτού μάλλον ή να Τον αρνηθή — την άρνησιν ταύτην, επικυρουμένην δι' αρών και όρκων, ήκουσεν ο Ιησούς ευθύς μετά την εις θάνατον κατάκρισίν Του, και εν αυτή τη αρχή του πρώτου τρομερού κατ' Αυτού εμπαιγμού. Διότι, εις την φυλακήν όπου είχε σταλή διά να περιμείνη την ανατολήν της ημέρας, όλη η αμαθής κακοβουλία του θρησκευτικού μίσους, όλη η στενοκέφαλος χυδαιότης του κτηνώδους πείσματος, όλη η έμφυτος σκληρότης της χαμερπούς δουλοφροσύνης, εξαπελύθησαν εναντίον Του. Αυτή η πραότης και η σιωπή Του, αυτό το μεγαλείον Του, το άσπιλον της αθωότητός Του, το μέγεθος της φήμης του, πάσα θεία περίστασις και ιδιότης ήτις Τον ανεβίβαζεν εις ύψος τόσον αμετρήτως υπέρτερον υπέρ τους διώκτας Του, όλα ταύτα τον καθίστων προσφυέστερον θύμα διά την χαμερπή και διαβολικήν θηριωδίαν των. Τον ενέπτυον, Τον ερράπιζον, Τον εκολάφιζον εν τη γονιμώτητι της σατανικής φαντασίας των, επενόησαν κατ' Αυτού είδος παιγνιδίου Καλύπτοντες δι' οθύνης την κεφαλήν και τους οφθαλμούς Του, Τον έτυπτον επανειλημμένως, και είτα έλεγον, «Προφήτευσον ημίν, Χριστέ, τις εστιν ο παίσας Σε». Ούτω διέτριψαν τας σκοτεινάς ψυχράς ώρας μέχρι της πρωίας, εκδικούμενοι κατά της μακροθυμίας Του διά την παρούσαν ευτέλειάν των και διά τον προηγούμενον τρόμον των· κ' εκεί εν τω μέσω του αγρίου εκείνου πανδαιμονίου, ο Υιός του Θεού, δέσμιος και ακίνητος, ίστατο εν τη μακρά σιωπηλή αγωνία Του, ανυπεράσπιστος και μόνος. Ήτο ο πρώτος κατ' Αυτού περίγελως, ο χλευασμός Του ως Χριστού· ήτο ο Κριτής υπό κρίσιν, ο Άγιος ως κακούργος, δεσμώτης ο Ελευθερωτής.

Τέλος αι άθλιαι ώραι παρήλθον, και το λυκαυγές ωχρίασε, και η πρωία ανέτειλε επί της αξιομνημονεύτου εκείνης ημέρας. Και άμα τη αυγή (διότι ούτως εκέλευεν ο Προφορικός Νόμος, και οι καταπατούντες πάσαν δικαιοσύνην και πάντα έλεον, ήσαν λεπτολόγοι ως προς τα μικρά και ελάχιστα) ο Ιησούς προσήχθη εις την στοάν την κατά τα νοτιοαναλικά του Ναού, όπου όλον το Συνέδριον είχε συγκληθή, διά την τρίτην πραγματικήν, αλλά πρώτην επίσημον και νομικήν δίκην Του. Σχεδόν όλοι (επειδή υπήρχον αι εξαιρέσεις του Νικοδήμου και του Ιωσήφ του από Αριμαθείας, ίσως και του Γαμαλιήλ του εγγόνου του Ιλλήλ) ήσαν αδυσώπητοι υπέρ του θανάτου Του. Εκεί ήσαν οι Ιερείς, των οποίων την πλεονεξίαν και ιδιοτέλειαν είχεν αποδοκιμάσει· εκεί οι Πρεσβύτεροι, των οποίων την πλεονεξίαν είχε στιγματίσει· εκεί οι Γραμματείς, των οποίαν την αμάθειαν είχε στηλιτεύσει· και χείριστοι πάντων, οι φιλόκοσμοι, άπιστοι, ψευδοφιλόσοφοι Σαδδουκαίαι, πάντοτε οι σκληρότεροι και κινδυνωδέστεροι των πολεμίων, των οποίων την κενήν σοφίαν τόσον αυστηρώς είχε συγχύσει Εκείνος. Όλοι ούτοι ήσαν σφόδρα υπέρ του θανάτου Του· όλοι έμπλεοι αποστροφής κατά της απείρου εκείνης αγαθότητος· όλοι φλέγοντες εκ μίσους κατά φύσεως αγνοτέρας υπέρ πάσαν την οποίαν θα ηδύναντο ποτε κατά διάνοιαν και φαντασίαν συλλάβωσι. Και όμως το έργον των προσπαθούντων να κατορθώσωσι τον όλεθρόν Του δεν ήτο εύκολον. Οι Ιουδαϊκοί μύθοι περί του θανάτου Του εν τω Ταλμούδ, αναισχύντως ψευδείς απ' αρχής μέχρι τέλους, λέγουσιν ότι επί τεσσαράκοντα ημέρας, καίτοι εγίνετο κλήσις δημοσία διά κήρυκος, ουδέ έν πρόσωπον προσήλθε, κατά το έθος, να υποστηρίξη την αθωότητά Του, και ότι επομένως κατ' αρχάς ελιθοβολήθη ως πλάνος και διαφθορεύς του λαού, και είτα εκρεμάσθη επί του επαράτου δένδρου. Το αληθές είνε ότι το Συνέδριον δεν είχεν εξουσίαν να επιβάλη θάνατον, και αν δε οι Φαρισαίοι ηδύναντο να σφετερισθώσι ταύτην διά ταραχώδους στάσεως, ως ύστερον έπραξαν διά τον Στέφανον, οι ολιγώτερον φανατικοί και πλέον κοσμοπολίται Σαδδουκαίοι ολιγώτερον διέκειντο να πράξωσι τούτο. Προς το παρόν είχον μόνον εναντίον Του κατηγορίαν επί βλασφημία, βασιζομένην επί ομολογίας αποσπασθείσης απ' Αυτού υπό του Αρχιερέως, καθ' ον χρόνον οι ψευδομάρτυρες των απετύγχανον. Υπήρχον πολλαί παλαιαί κατηγορίαι κατ' Αυτού, εφ' ων δεν ηδύναντο να βασισθώσιν. Αι αθετήσεις του Σαββάτου, ως τας απεκάλουν, εσχετίζοντο όλαι με θαύματα, και τους έφερον άρα επί κινδυνώδους εδάφους. Η απόρριψις της στοματικής παραδόσεως εμπεριείχε ζήτημα εφ' ου οι Σαδδουκαίοι και οι Φαρισαίοι ήσαν εν θανασίμω έχθρα. Η αξιωματική παρ’ Αυτού αποκάθαρσις του Ναού δυνατόν να εθεωρείτο μετ' ευνοίας υπό τε του λαού και των Ραββίνων. Η κατηγορία περί απορρήτου κακής διδασκαλίας είχεν αναιρεθή διά της δημοσιότητος της ζωής Του. Η επί φανερά αιρέσει μομφή είχε καταπέσει δι' έλλειψιν μαρτυρίας. Το προκείμενον ενώπιόν των πρόβλημα ήτο η μετατροπή της θρησκευτικής επί βλασφημία κατηγορίας εις πολιτικήν κατηγορίαν επί προδοσία· Αλλά πώς ηδύνατο τούτο να κατορθωθή; Ουδέ το ήμισυ των μελών του Συνεδρίου είχε παρευρεθή εις την εσπευσμένην, νυκτερινήν και διά τούτο έκθεσμον συνεδρίαν εν τη οικία του Καϊάφα· αλλ’ όμως εάν έμελλον όλοι να Τον καταδικάσωσιν δι' επισήμου αποφάσεως, έπρεπεν όλοι ν' ακούσωσι τι εφ' ου να βασανίσωσι την ψήφον των. Εις απάντησιν προς τον εξορκισμόν του Καϊάφα, πανδήμως είχεν ομολογήσει ότι Αυτός ήτο ο Μεσσίας και ο Υιός του Θεού. Η δευτέρα των δηλώσεων τούτων θα ήτο άνευ εννοίας ως κατηγορία ενώπιον του δικαστηρίου των Ρωμαίων· αλλ' εάν επανελάμβανε την πρώτην, θα ηδύναντο να την διαστρέψωσιν εις τι πολιτικώς στασιαστικόν. Αλλά δεν θα την επανελάμβανε, μεθ' όλην την επιμονήν των, διότι εγίνωσκεν ότι ούτοι εκ προθέσεως θα την διέστρεφον, και διότι προφανώς έπραττον εναντίον των κανόνων και των παραδόσεών των, αίτινες απήτουν ίνα πας υπόδικος ως αθώος θεωρείται πριν η ενοχή του αποδειχθή.

Ίσως, καθώς εκάθηντο εκεί, με τον Βασιλέα των δέσμιον και ανυπεράσπιστον εν τω μέσω, είς ή δύο εκ των πρεσβυτέρων τη ηλικία, θα ενθυμήθησαν την παλαιάν πρόρρησιν του Σαμίου, ότι αυτός ο Ηρώδης ενώπιόν του οποίου αυτοί έτρεμον, θα εγίνετο μίαν ημέραν ο υπουργός της θείας δίκης εναντίον αυτών. Οποία αντίθεσις σήμερον! Αυτοί ήσαν θορυβοποιοί, ο Βασιλεύς των εσιώπα· αυτοί ισχυροί ο Βασιλεύς των ανυπεράσπιστος· αυτοί ένοχοι, ο Βασιλεύς των θεσπεσίως αθώος· αυτοί λειτουργοί της επιγείου οργής, ο Βασιλεύς των διαιτητής της θείας δίκης.

Αλλά τέλος, όπως δώση πέρας εις σκηνήν αθλίαν και άχαριν άμα, ο Ιησούς ωμίλησεν. «Εάν είπω υμίν, ου μη πιστεύσητε· και εάν ερωτήσω υμάς, ουκ αποκριθήσεσθέ Μοι». Διά να μη έχωσι δε πρόφασιν ότι δήθεν δεν ενόησαν, με τόνον πανδήμου νουθεσίας προσέθηκε, «Πλην απάρτι ο Υιός του Ανθρώπου καθεσθήσεται εκ δεξιών της δυνάμεως του Θεού». Εκείνοι όλοι ανέκραξαν, «Ει Συ ει ο Υιός του Θεού;» «Υμείς λέγετε», απήντησε διά φράσεως με την οποίαν ήσαν εξωκειωμένοι, και της οποίας πλήρη την σημασίαν αντελαμβάνοντο. Και τότε και αυτοί, ως ο Καϊάφας πρότερον, ανέκραξαν, «Τι έτι χρείαν έχομεν μαρτύρων; ημείς αυτοί ηκούσαμεν εκ του στόματος Αυτού». Και ούτω εις την τρίτην ταύτην καταδίκην υπό της Ιουδαϊκής εξουσίας, καταδίκην την οποίαν ενόμιζον ότι ο Καϊάφας απλώς θα επικύρου, και ούτω θα κατεπράυνε το καίον μίσος των απέληξεν το τρίτον στάδιον της δίκης του Κυρίου ημών. Και μετά την απόφασιν ταύτην φαίνεται να επήλθε δεύτερος προπηλακισμός ομοιάζων με τον πρώτον, αλλ' υβριστικώτερος ακόμη, και δυσφορητότερος του πρώτου, όσω μάλλον οι χλευασμοί Ιερέων, Πρεσβυτέρων, και Σαδδουκαίων είνε απεχθέστεροι ή των μισθάρνων και υπηρετών.

Τρομερώς επέσκηψεν η θεία δίκη επί του κυρίως δράστου εις τα χθαμαλώτερα της ανομίας ταύτης στάδια. Αναμφιβόλως καθ' όλας τας ώρας εκείνας ο Ιούδας υπήρξεν ασφαλής θεατής παντός του συμβεβηκότος, και όταν η πρωία ανέτειλε, κ' εκείνος έμαθε την απόφασιν των Ιερέων και του Συνεδρίου, και είδεν ότι ο Ιησούς παρεδίδετο προς σταύρωσιν εις τον Ρωμαίον πραίτωρα, ήρχισε να αναμετρή ό,τι είχε πράξει. Υπάρχει εν μεγάλω εγκλήματι φοβερώς ελλαμπτική δύναμις. Παρά τω Ιούδα, ως παρά πολλοίς άλλοις, η διάνοιξις εκείνη των οφθαλμών ήτις ακολουθεί μετά την διάπραξιν φοβερού αμαρτήματος, εις ό πολλαί άλλαι αμαρτίαι ωδήγησαν, τον έφερεν από της τύψεως του συνειδότος εις την απόγνωσιν, από της απογνώσεως εις την απόνοιαν, από της απονοίας εις την αυτοχειρίαν. Εάν προσήρχετο, και τότε ακόμη, να πέση εις τους πόδας του Κυρίου και Σωτήρος του, και να ζητήση την άφεσιν, καλώς θα είχεν. Αλλά φευ! απήλθε προς τους προστάτας και συνενόχους του εγκλήματός του. Παρ' αυτοίς δεν εύρεν έλεος, ούτε συμβουλήν. Απήντησαν εις την διαμαρτυρίαν του διά ψυχράς αδιαφορίας και περιφρονήσεως. «Ήμαρτον, έκραξεν, παραδούς αίμα αθώον». Επερίμενε παρ' αυτών να παρηγορήσωσι την αγωνίαν του, να συμμερισθώσι την μομφήν της ενοχής του, να δικαιώσωσι την μεταμέλειάν του; «Τι προς ημάς; Συ όψη». Αύτη ήτο η άκαρδος απάντησις την οποίαν κατεδέχθήσαν να ρίψωσι προς τον δυσδαίμονα προδότην, τον οποίον είχον δεξιωθή, είχον εγκαρδιώσει και παρωτρύνει εις την άτιμον πράξιν. Ο Ιούδας ησθάνθη ότι δεν εσήμαινε πλέον τίποτε· ότι εν τη ενοχή δεν υπάρχει το δυνατόν του αμοιβαίου σεβασμού, ουδέ βάσις προς αίσθημά τι ειμή την αμοιβαίαν αποτροπίασιν. Τα ευτελή τριάκοντα αργύριά του ήσαν το μόνον το οποίον θα εκέρδιζε. Δι' αυτά είχε πωλήσει την ψυχήν του· και αυτά δεν ήθελε τα χαρή περισσότερον ή όσον εχάρει ο Αχαάβ τον κήπον τον οποίον είχεν αρπάσει. Ρίψας τα αργύρια εντός του Ναού, όπου εκείνοι οι ανίεροι εκάθηντο, και όπου αυτός ο βέβηλος δεν ηδύνατο να εισέλθη, έτρεξεν εις την άπελπιν μόνωσιν, εξ ης δεν ήτο προωρισμένος να επανέλθη ζων. Εκεί εκρεμάσθη, και η παράδοσις δεικνύει ακόμη εν Ιερουσαλήμ το έρημον, φασματώδες, ανεμόπληκτον δένδρον, το οποίον καλείται το Δένδρον του Ιούδα. Κατά τον θεόπνευστον συγγραφέα των Πράξεων των Αποστόλων, το σχοινίον φαίνεται ότι εκόπη υπό του βάρους, ο δε Ισκαριώτης έπεσεν, ερράγη μέσος, και εξήμεσε τα ίδια εντόσθια.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings