ΚΕΦΑΛΑIOΝ ΣΤ'. (continued 3)
Alexandros Papadiamantes translation
Τοιαύτη εν συντόμω υπήρξεν η κραταιά εκείνη διδασκαλία, και δεν είνε άπορον ότι οι ακούσαντες εξεπλάγησαν επ' αυτή. Η δε κυριωτέρα έκπληξίς των ήτο ότι εδίδασκεν «ως εξουσίαν έχων, και ουχ ως οι Γραμματείς». Η διδασκαλία των Γραμματέων ήτο στενή, δογματική, υλική. Ήτο ψυχρά τον τρόπον, επιπόλαιος την υπόθεσιν, τυπική και τετριμμένη την ουσίαν· δεν είχε πυρ εν εαυτή, δεν είχε δρόσον, δεν είχε δύναμιν· δουλική εις πάσαν αυθεντίαν, εναντία εις πάσαν ανεξαρτησίαν· εσπουδασμένη άμα και μωρόδοξος, επηρμένη άμα και ευτελής. Το ύφος των Γραμματέων ήτο «Λέγει ο Ραββί Ζεϊρά επί τη αυθεντία του Ραββί Ιωσή, και ο Ραββί Βα ή ο Ραββί Χιγιά επί τη μαρτυρία του Ραβδί Ιωννάν». Το δε ύφος του Χριστού ήτο, «Εγώ λέγω υμίν». Η ραββινική διδασκαλία ομοιάζει πολύ περισσότερον με την διδασκαλίαν του Κομφυκίου παρά με την του Χριστού. Με όλους τους βλασφήμους παραλληλισμούς, τους οποίους τινές αποπειρώνται να κάμουν, το Ταλμούδ ευρίσκεται μάλλον εις αντίθεσιν προς την διδασκαλίαν του Χριστού παρά εις ομοιότητα. Το Ταλμούδ ασχολείται χιλιάκις περισσότερον εις λευιτικάς λεπτολογίας περί ηδυόσμου και ανήθου και κυμίνου, και περί μεγέθους κρασπέδων και πλάτους φυλακτηρίων, και περί πλύσεως ποτηρίων και τρυβλίων, και περί του «κατά ποίον τέταρτον δευτερολέπτου αρχίζει η νέα σελήνη και η ημέρα του Σαββάτου». Αλλ' η διδασκαλία αύτη του Χριστού ήτο όλως διάφορος τον χαρακτήρα, και τόσον μεγαλειοτέρα, όσον ο αχανής ναός του εωθινού στερεώματος υφ' ον απηγγέλθη ήτο μεγαλοπρεπέστερος της πνιγηράς Συναγωγής και της πληθούσης σχολής.
Εκηρύττετο, κατά την περίστασιν, επί της κλιτύος του όρους, ή πλησίον της λίμνης ή εις τας οδούς, ή εν τη οικία του Φαρισαίου, ή κατά το συμπόσιον του Τελώνου· ουδέ ήτο γλυκυτέρα ή υψηλοτέρα όταν απηυθύνετο εν τη Βασιλείω Στοά προς τους διδασκάλους του Ισραήλ ή όταν οι μόνοι ακροαταί της ήσαν οι αμαθείς όχλοι, τους οποίους οι αλαζόνες Φαρισαίοι εθεώρουν ως επικαταράτους. Και επραγματεύετο όχι περί τελετών και καθαρμών και τύπων, αλλά περί της ανθρωπίνης ψυχής, και προορισμού και ζωής ανθρωπίνης, περί Ελπίδος και Αγάπης και Πίστεως. Δεν υπήρχον ορισμοί εν αυτή ή εξηγήσεις ή σχολαστικά συστήματα ή φιλοσοφικαί θεωρίαι, αλλά λεπτοτάτη εισχώρησις εις τα βάθη της ανθρωπίνης καρδίας, άμεσος δε έκκλησις εις τας συνειδήσεις μετ' ακαταμαχήτου απλότητος, και μετ' απολύτου δεσποτείας επί των καρδιών. Πηγάζουσα από του βυθού αγίων συγκινήσεων, διεπέρα την ύπαρξιν παντός του ακροωμένου ως δι' ηλεκτρικής φλογός. Ενί λόγω, το κύρος της ήτο το κύρος του Σαρκωθέντος Θεού. Ήτο η θεία φωνή ομιλούσα δι' ανθρωπίνων χειλέων· και η αυστηρά καθαρότης της ήτο εμβαπτισμένη με τρυφεροτάτην συμπάθειαν, και η φοβερά αυστηρότης της με αγάπην ανέκφραστον.
Ήτο, διά να δανεισθώ την εικόνα του σοφωτάτου των Λατίνων πατέρων (του Αυγουστίνου) μεγάλη θάλασσα της οποίας η μειδιώσα επιφάνεια θραύεται εις τους πόδας των μικρών και των ασθενών, αλλ' εις τον βυθόν της τον ανεξερεύνητον και ο σοφώτερος πρέπει να προσβλέπη με το ρίγος του θάμβους και με τον τρόμον της αγάπης.
Και ημείς οίτινες δυνάμεθα να παραβάλωμεν την διδασκαλίαν του Χριστού με παν ό,τι ο κόσμος έχει κάλλιστον και μέγιστον εν τη φιλοσοφία, τη ρητορική και τω άσματι, δεν πρέπει και ημείς να προσθέσωμεν, με βαθυτέραν ακόμη έμφασιν, ότι, διδάσκων ως εξουσίαν έχων, ελάλει ως ουδέποτε άνθρωπος ελάλησε; Και άλλοι διδάσκαλοι εξέφεραν ρήματα σοφίας, αλλ' εις ποίον εξ αυτών εδόθη ν' αναγεννήση την ανθρωπότητα; Τι θα ήτον ο κόσμος τώρα εάν δεν είχεν ειμή τους ξηρούς αφορισμούς και τους εφεκτικούς δισταγμούς του Κομφυκίου, ή τας αμφιβόλους αρχάς και τας επικινδύνους παραχωρήσεις του Πλάτωνος; θα είχε κατορθώσει η ανθρωπότης την ευρείαν ηθικήν πρόοδον την οποίαν κατώρθωσεν, εάν μηδείς μέγας Προφήτης εκ των άνω είχε προμηθεύσει αυτή τίποτε καλλίτερον από την θλιβεράν ελπίδα του Βούδδα περί νιρβάνας, δυναμένης να επιτευχθή δι' αστόργου σκληραγωγίας, ή από την κυνικήν υπό του Μωάμεθ κύρωσιν της πολυγαμίας και του δεσποτισμού;
Δυνατόν ο Χριστιανισμός να εξέπεσεν εν πολλοίς από του αρχαίου και μεγάλου ιδεώδους· δυνατόν να έχασε κάτι εκ της παρθενικής αγνότητός του. Η ερίζουσα και διηρημένη Εκκλησία της σήμερον δυνατόν να εξέκλινε κατά τους μακρούς αιώνας από της λαμπρότητος της Καινής Ιερουσαλήμ της καταβαινούσης εκ του ουρανού από του Θεού· αλλά δεν είνε η Χριστιανοσύνη καλλιτέρα από ό,τι κατήντησε το πάλαι η Ελλάς, και από ό,τι είναι η Τουρκία και η Αραβία και η Κίνα; Μήτοι ο Χριστιανισμός εκτείνει τα έθνη τα ασπασθέντα αυτόν διά της ατροφίας του Βουδδισμού ή διά του μαρασμού του Ισλάμ; Και ως ηθικόν σύστημα — καίτοι είναι ασυγκρίτως υπέρτερος ηθικού συστήματος — δεν παραδεχόμεθα ότι ο Χριστιανισμός είναι κοινόν τι· και μάλιστα ισχυριζόμεθα ότι ουδέποτε πίστις κατώρθωσεν ως αυτή να διασείση τας καρδίας των ανθρώπων. Αι άλλαι θρησκείαι είναι αποδεδειγμένως πλημελείς και σφαλεραί· η ημετέρα απεδείχθη πάντοτε πλήρης και τελεία· άλλα συστήματα ήσαν εσωτερικά και αποκλειστικά, το δε ημέτερον απλούν και παγκόσμιον· άλλα πρόσκαιρα και δι' ολίγους, το ημέτερον αιώνιον και δι' όλον το ανθρώπινον γένος. Ο Κουγκ, ο Φουτσέ, ο Σακιά, ο Μωάμεθ, ουδ' εδυνήθησαν να συλλάβωσι ποτέ το ιδεώδες κοινωνίας χωρίς να πέσωσιν εις οικτράν πλάνην· ο Χριστός καθίδρυσε το πραγματικόν αιωνίας και ενδόξου βασιλείας, της οποίας η ιστορία εν τω κόσμω αποδεικνύει ότι είναι, ό,τι αρχήθεν ήτο, η βασιλεία των Ουρανών, η βασιλεία του Θεού.
Και όμως πόσον εκτάκτως απλή και καθαρά είναι η γλώσσα του Χριστού εν συγκρίσει προς πάσαν άλλην διδασκαλίαν ήτις ενηχήθη ποτέ εις τας ακοάς του κόσμου. Ούτε επιστήμη υπάρχει εν αυτή ούτε τέχνη ούτε πομπή αποδείξεως, ούτε επιμέλεια κατασκευής, ούτε τέχνασμα ρητορικόν, ούτε η από των σχολών σοφία. Ευθείαι ως βέλη επί τον σκοπόν, αι εντολαί Του βάλλουσιν εις τα βάθη της ψυχής και του πνεύματος. Το παν είναι βραχύ, σαφές, εναργές, πλήρες αγιότητος, έμπλεων των κοινών εικόνων του καθημερινού βίου. Σχεδόν δεν υπάρχει σκηνή ή αντικείμενον σύνηθες εις την Γαλιλαίαν των χρόνων εκείνων, το οποίον ο Ιησούς να μη μετεχειρίσθη ως ηθικόν εξεικόνισμα λαμπράς τινος Επαγγελίας ή ηθικού νόμου. Ομίλησε περί χλοαζόντων αγρών, περί ανθούντων κρίνων, περί εαρινής βλάστης δένδρων· περί ανατολής ηλίου και δύσεως, περί ανέμου και βροχής, περί νυκτός και καταιγίδος· περί νεφών και αστραπής, περί ποταμού και χειμάρρου· περί αστέρων και λύχνων, περί μέλιτος και άλατος· περί σειομένων καλάμων και περί καύσεως ζιζανίων· περί όφεων και περιστερών, περί μαργαριτών και νομισμάτων, περί δικτύων και ιχθύων. Οίνος και άλευρον, σίτος και έλαιον, επιστάται και φύλακες, εργάται και εργοδόται, βασιλείς και ποιμένες, οδοιπόροι και λησταί και ιερείς και Λευίται, μεγιστάνες εν χλιδή και πλούτω και νύμφαι με νυμφικάς αμφιέσεις, όλα ταύτα ευρίσκονται εις τους λόγους Του. Εγνώριζεν όλην την ζωήν και είχεν εμβλέψει εις αυτήν με ευμενές όπως και με βασιλικόν όμμα. Ηδύνατο να συμπαθή εις τας τέρψεις της, όπως ηδύνατο και να ιατρεύη τους πόνους της, και οι οφθαλμοί οίτινες εβράχησαν τοσάκις με δάκρυα καθώς είδον τας κακοπαθείας των πενθούντων πλησίον της επιθανατίου κλίνης, έλαμψαν ομοίως με ευμενέστερον βλέμμα καθώς παρηκολούθουν τας παιδιάς των ευτυχών μικρών της γης εις τους χλοάζοντας αγρούς και τας οδούς τας πολυανθρώπους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'. Άλλα θαύματα
Ο λεπρός. — Η αθέτησις του γράμματος. — Διατί η δημοσιότης απηγορεύετο. — Η αίτησις του εκατοντάρχου. — Η επέμβασις των συγγενών.
Τα εγκαίνια της Μεγάλης Διδασκαλίας επηκολούθουν και εκύρουν μεγάλα θαύματα. Ο Ιησούς, λέγει ο Άγιος Ευθύμιος, μετέβαινεν από της διδασκαλίας εις τα θαύματα. Αφού εδίδαξεν ως εξουσίαν έχων, προέβη να επιβεβαιώση την εξουσίαν ταύτην διά συμμόρφων πράξεων.
Ο Κύριος ημών δεν απεσύρθη προς ανάπαυσιν μετά τόσους κόπους, και αι κατόπιν ημέραι υπήρξαν ημέραι συνεχούς και ανενδότου εργασίας. Αφού η διδαχή ετελείωσε, το άπειρον πλήθος διεσπάρη, κ' εκείνοι των οποίων αι κατοικίαι ήσαν εις την πεδιάδα της Γεννησαρέτ θα ηκολούθησαν βεβαίως τον Ιησούν διά του χωρίου Αττίν και πέραν του στενού οροπεδίου, και είτα, αφού κατήλθον την φάραγγα, θ' άφησαν τα Μάγδαλα προς τα δεξιά και διά της Βηθσαϊδά έφθασαν εις Καπερναούμ.
Καθώς κατήλθε το όρος και εισήρχετο ήδη εις μίαν πολίχνην, οικτρόν θέαμα παρέστη εις τους οφθαλμούς Του. Αίφνης με εναγώνιον ικεσίαν, πίπτων γονυπετής ενώπιόν του, είτα πρηνής καταγής, παρουσιάζεται είς λεπρός, πάσχων, ο δύστηνος, εκ του χειρίστου είδους της τρομεράς νόσου, θα εχρειάζετο εκ μέρους του αθλίου καταπληκτική πίστις διά να πείση εαυτόν ότι ο νέος Προφήτης ο εκ της Ναζαρέτ θα ήτο ικανός να εξαλείψη παρ' αυτώ την ανίατον νόσον. Και όμως η συγκεντρωμένη ελπίς της ζωής του ερράγη εις την κραυγήν: «Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με καθαρίσαι».
Ταχεία ως ηχώ ήλθεν η απάντησις εις την πίστιν του: «θέλω· καθαρίσθητι».
Όλα τα θαύματα του Χριστού υπήρξαν άμα και αποκαλύψεις. Ενίοτε, όταν αι περιστάσεις το απήτουν, ανέβαλλε την απάντησίν Του εις την παράκλησιν του πάσχοντος. Αλλά δεν εβράδυνε ποτέ όταν λεπρός τις έκραζε προς Αυτόν. Οι ραββίνοι εδείκνυον, ως λέγεται, μεγάλην απέχθειαν προς τα δυστυχή πλάσματα, και έρριπτον λίθους κατ' αυτών· αλλ' ο Ιησούς ποτέ δεν είδε τας ζώσας ταύτας παραβολάς της καταστροφής άνευ αμέτρου συμπαθείας. Η λέπρα ήτο ανεγνωρισμένος τύπος της αμαρτίας, και ο Χριστός θα μας εδίδασκεν ότι η εγκάρδιος δέησις του αμαρτωλού όπως πληθή και καθαρισθή τυγχάνει πάντοτε αμέσου υποδοχής. Όταν ο Δαυίδ, ο τύπος των αληθώς μετανοούντων, έκραζε μετά μεγάλης συντριβής, «Ήμαρτον εναντίον Κυρίου», ο Νάθαν ηδυνήθη να διαβιβάση εν ακαρεί εις αυτόν την παρά του Θεού άφεσιν: «Κύριος αφείλε την αμαρτίαν σου· ου μη αποθάνης».
Πάραυτα εκτείνας την χείρα, ο Κύριος έψαυσε το λεπρόν, και ούτος εκαθαρίσθη.
Ήτο λαμπρά αθέτησις του γράμματος του Νόμου, όστις επιτάττει αυστηρόν αγνισμόν εις πάσαν επαφήν του λεπρού· αλλ' ήτο συγχρόνως λαμπρά έξαρσις του πνεύματος του Νόμου, το οποίον ήτο ότι ο έλεος είνε ανώτερος της θυσίας. Η χειρ του Ιησού δεν εμολύνθη διά της επαφής του λεπρού, αλλά του λεπρού όλον το σώμα εκαθαρίσθη διά της προσψαύσεως της αχράντου χειρός. Καθ' όμοιον τρόπον ήψατο και της αμαρτωλού ανθρωπίνης φύσεως, και εκοινώνησεν αυτής, και όμως έμεινεν άνευ κηλίδος ή αμαρτίας.
Εν τω βάθει και τω αυθορμήτω της ανθρωπίνης συγκινήσεώς Του ο Κύριος έθιξε τον λεπρόν και κατέστησεν αυτόν υγιή. Αλλ' η επιθυμία του ήτο νυν να τηρήση τον Μωσαϊκόν νόμον εν πλήρει υπακοή· και άμα προς απόδειξιν του θαύματος, και εκ προνοίας χάριν του πάσχοντος, και συμφώνως με την Λευιτικήν διάταξιν, εκέλευσε τον λεπρόν και υπάγη και δείξη τον εαυτόν του εις τον ιερέα, «εις μαρτύριον αυτοίς», να κάμη τας συνήθεις προσφοράς, και να λάβη το νόμιμον πιστοποιητικόν ότι εκαθαρίσθη. Προσέτι το διέταξεν αυστηρώς να μη είπη εις άλλον κανένα τίποτε. Φαίνεται εκ τούτου ότι το αιφνίδιον μεθ' ου το θαύμα επετελέσθη ετήρησε τούτο μυστικόν από πάντων πλην ίσως ολίγων εκ των αμέσων ακολούθων του Κυρίου, καίτοι συνέβη εν μέση ημέρα, και σύνεγγυς πόλεως και ου μακράν από του ακολουθούντος πλήθους. Αλλά διατί ο Κύριος εις αυτήν και εις πολλάς άλλας περιστάσεις συνέστησεν εις τας αξιουμένους θαυμάτων μυστικότητα την οποίαν σπανίως ετήρουν; Πλήρη τον λόγον ίσως ουδέποτε θα γνωρίσωμεν. Άπαξ μάλιστα συνέστησεν εις ένα να δημοσιεύση το έλεος του οποίου ηξιώθη. Πλην ίσως ήθελε να διδάξη ότι ώφειλον να τον θεωρούν οποίος πράγματι ήτο, όχι απλώς ως θαυματουργόν και ιατρόν των σωμάτων, αλλ' ως Σωτήρα των ψυχών εξ αποκαλύψεως και διά της χάριτος.
Οποίοι και αν ήσαν οι γενικοί λόγοι, φαίνεται ότι εις την περίπτωσιν ταύτην υπήρξε λόγος τις ιδιαζούσης σπουδαιότητας. Ο Μάρκος ο Ευαγγελιστής, αντανακλών δι' ημάς τας εντόνους και ισχυράς εντυπώσεις του Πέτρου, μας δεικνύει ότι η αποπομπή του λεπρού εγένετο μετά τινος σφοδράς συγκινήσεως. Το «εμβριμησάμενος αυτώ» ο Ευθύμιος ο Ζιγαδηνός ερμηνεύει: «αυστηρώς εμβλέψας και επισείσας την κεφαλήν». Ποίον το αίτιον της αυστηράς ταύτης διαταγής, της στιγμιαίας ταύτης αποπομπής; Ίσως ήτο το ότι θίξας τον τυφλόν [λεπρόν ;], καίτοι η επαφή ήτο ιατήριος, θα εθεωρείτο υπό πολλών ως λειτουργικώς ακάθαρτος. Ότι δε τούτο συνέβη πράγματι δύναται να υποτεθή εκ του ρητώς μνημονευομένου γεγονότος, ότι δεν ηδύνατο να εισέλθη εις πόλιν, αλλ' ήτο έξω, εις τας ερήμους. Παραπλησίαν περίστασιν μνημονεύει ο Λουκάς, καίτοι χωρίς να δώση ιδιάζοντα λόγον δι' αυτήν, και προσθέτει ότι ο Ιησούς διετέλει προσευχόμενος. Εάν εν τοσούτω, η διασάλπισις της ιστορίας του λεπρού συνεπέφερε την ανάγκην βραχείας περιόδου αποκλεισμού, είνε προφανές ότι το πλήθος μικράν έδωκε προσοχήν εις την κατά Λευίτας ακαθαρσίαν, διότι, και εις τα ερημικά μέρη όπου κατέφυγεν ο Ιησούς, συνέρρευσαν προς Αυτόν πανταχόθεν.
Αν η ίασις του δούλου του εκατοντάρχου συνέβη προ ή μετά την αποχώρησιν ταύτην είνε αβέβαιον· αλλ' εκ του γεγονότος ότι και ο Ματθαίος και ο Λουκάς το θέτουσιν εν στενή συναφεία με την επί του Όρους Διδασκαλίαν, δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι, όσον και αν απεχώρησεν εις έρημον τόπον δεν ηδυνήθη να ικανοποιήση τας απαιτήσεις των άγαν αυστηρών ζηλωτών του νόμου διά της απομακρύνσεως ταύτης.
Μόλις ο Κύριος έφθασεν εις την πόλιν Καπερναούμ, και τον συνήντησε πρεσβεία εξ Ιουδαίων πρεσβυτέρων της πρωτίστης Συναγωγής, ερχομένη να μεσιτεύση πλησίον Του προς χάριν του κεντυρίωνος, του οποίου ο πιστός και ηγαπημένος οικέτης, έκειτο εν αγωνία και κινδύνω παράλυτος, Θα ηδύνατο ίσως να φανή παράδοξον ότι Ιουδαίοι πρεσβύτεροι έλαβον τόσον ενδιαφέρον δι' άνθρωπον όστις, ρωμαίος ή όχι, ήτο βεβαίως εθνικός, και δεν ήτο καν ούτε προσήλυτος. Εξήγησαν εν τοσούτω ότι, όχι μόνον ηγάπα το έθνος των — πράγμα σπανιώτατον παρ' εθνικώ, διότι οι Εβραίοι εν γένει εμισούντο — αλλά και ιδία δαπάνη είχε κτίσει Συναγωγήν δι' αυτούς ωραίαν και μεγαλοπρεπή. Απλούν το γεγονός ότι απηυθύνθησαν προς τον Ιησούν δεικνύει ότι το συμβεβηκός τούτο ανήκει εις τους πρώτους χρόνους της διδασκαλίας Του, οπότε μυριάδες απέβλεπον προς Αυτόν μετ' εκπλήξεως και ελπίδος, και πριν αρχίση ο θανάσιμος διωγμός των ύστερον χρόνων. Ο Χριστός πάραυτα ενέδωκεν εις το αίτημά των. Αλλά καθ' οδόν τον συνάντησαν άλλοι απεσταλμένοι από του ταπεινόφρονος και ευλαβούς εκατοντάρχου, και τον ικέτευσαν να μη ενοχληθή να εισέλθη υπό την αναξίαν και ακάθαρτον στέγην ενός εθνικού, (ο ίδιος δεν έκρινεν εαυτόν άξιον της τιμής ταύτης — «Κύριε, ουκ ειμί ικανός ίνα μου υπό την στέγην εισέλθης»), αλλά να σώση από του θανάτου τον πάσχοντα δούλον, καθώς είχε σώσει τον υιόν του βασιλικού, δι' απλού μόνον λόγου. Καθώς ο κεντυρίων ήχεν υπ' αυτόν ανθρώπους, οίτινες εξετέλουν τας διαταγάς του, ούτω δεν ηδύνατο και ο Χριστός να πέμψη αοράτους αγγέλους να εκτελέσωσι το θέλημά Του, χωρίς ο Ίδιος να λάβη τον κόπον; Ο Κύριος εξεπλάγη από την τόσην πίστιν, μεγαλειτέραν από όσην εύρεν εν τω Ισραήλ. Και εξήγαγεν εκ της περιστάσεως ταύτης το συμπέρασμα, το οποίον ήχησε τόσον ψυχρόν και δυσάρεστον εις τα ιουδαϊκά ώτα, ότι, όταν πολλοί εκ των υιών της βασιλείας θα ριφθώσιν εις το σκότος το εξώτερον, πολλοί θα έλθωσιν από ανατολών και δυσμών, και θα καθίσωσι μετά του Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών. Αλλ' οι απεσταλμένοι Του εκατοντάρχου εύρον άμα επιστρέψαντες ότι το ιατήριον ρήμα υπήρξε τελεσφόρον, και ότι ο πιστός δούλος είχε γίνη υγιής.
Δεν είναι παράδοξον ότι, μετά ημέρας τόσον θαυμασίας ως αύται, αδύνατον υπήρξε διά τον Ιησούν να εύρη ανάπαυσιν. Από όρθρου βαθέος επί της κορυφής του όρους, μέχρι οψίας νυκτός εις ήντινα οικίαν είχεν εκλέξει προς διανυκτέρευσιν, τα πλήθη ήρχοντο πυκνά περί Αυτόν, μη σεβόμενα το άσυλόν Του, μη αναλογιζόμενα τον κάματόν Του, απλήστως έρχοντα να τον ίδωσι, να μετάσχωσι των θαυμάτων Του, να ακούσωσι τους λόγους Του. Δεν έμενε καιρός ουδέ όπως φάγη άρτον. Τοιαύτη ζωή είνε όχι μόνον εις άκρον καματηρά και πολύπονος, αλλά λεπτοφυά και υψίχορδον φύσιν, χαίρουσαν τη μονώσει, ευρίσκουσαν την καθαρωτάτην ολβιότητα εν κατά μόνας προσευχή, η αδιάλειπτος αύτη δημοσιότης, η ανένδοτος εργασία αποβαίνει απλώς φρενοπλήκτις, εκτός αν το πνεύμα θάλπεται δι' απεριορίστου συμπαθείας και αγάπης. Αλλ' η καρδία του Σωτήρος ούτως εθάλπετο, κατά το ανθρώπινον.
Είνε πιθανόν ότι εις την περίοδον ταύτην ανήκει το αξιοσημείωτον ανέκδοτον, το οποίον απεμνημονεύθη δι' ημάς υπό του Ευαγγελιστού Μάρκου. Οι συγγενείς και οικείοι του Χριστού, μαθόντες όσα έπραττεν, ήλθον από της οικίας των, ίσως εις Κανά ή εις Καπερναούμ, όπως «κρατήσωσιν Αυτού» και Τον περιωρίσωσι. Οι πληροφορήσαντες αυτούς παρενόησαν την έξαψιν την κατάδηλον εις όλους τους λόγους και τας πράξεις Του, την ισχυράν λάμψιν της συμπαθείας, την καίουσαν φλόγα της αγάπης· εθεώρησαν ταύτην ως υπερβάλλουσαν έξαψιν, ως υπέρμετρον ευαισθησίαν, ως αυτόν τον λήρον της ευποιίας και του ζήλου.
Εν τω κόσμω υπήρξε πάντοτε ροπή τις εις το συγχέειν την ζέσιν του ενθουσιασμού με το έξαλλον ατάκτου μεγαλονοίας. «Παύλε, μέμηνας», υπήρξε το μόνον σχόλιον το οποίον το πάθος του Αποστόλου και η εξηρμένη αυτού ευγλωττία ενέπνευσεν εις τον Ρωμαίον προκουράτορα «Δαιμόνιον έχει», ετόλμων να συμπεραίνωσί τινες των παχυλών και σαρκικών ακροατών, ύστερον από μίαν των τρυφερωτάτων και θειοτάτων ομιλιών του Κυρίου. Παραπλησία, καίτοι ουχί τόσον βάναυσος, ήτο η σκέψις ήτις ενέπλητε το πνεύμα των διαπορούντων συγγενών του Χριστού, οπόταν ήκουσαν περί της αιφνιδίας ταύτης και καταπληκτικής δραστηριότητος μετά την γαλήνιον μόνωσιν τριάκοντα άγνωστων και αμνημονεύτων ετών. Μέχρι τούδε ήσαν σχεδόν ασυμπαθείς προς Αυτόν· δεν Τον εγνώριζον, δεν επίστευον εν πλήρει εις Αυτόν· έλεγον ότι ήτο εκτός Εαυτού. Αναγκαίον δε ήτο να διδαχθώσιν από τούδε διά πολλών αποφασιστικών αποδείξεων, ότι δεν ήτο ως είς εξ αυτών· ότι δεν ήτο πλέον ο τέκτων, «ο αδελφός Ιακώβου και Ιωσή και Ιούδα και Σίμωνος», αλλ' ο υιός του Θεού, ο Σωτήρ του κόσμου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Κ'. Ο Ιησούς εις Ναΐν
Πώς ανέστησε τον υιόν της χήρας. — Αποστολή παρά Ιωάννου του Βαπτιστού. — Απόκρισις του Ιησού. — Λαμπρός έπαινος του Ιωάννου. — «Ο ελάχιστος εν τη βασιλεία των Ουρανών».
Μετά τα συμβάντα ταύτα, ως διηγείται ο Λουκάς, ο Κύριος ημών απήλθεν από Καπερναούμ εις Ναΐν. Η Ναΐν, την σήμερον άθλιον χωρίον, απέχει εικοσιπέντε μίλια από της Καπερναούμ, και κείται επί της βορυοδυτικής κλιτύος του Ιεβέλ ή μικρού Ερμών. Το όνομα, όπερ διατηρεί εισέτι, σημαίνει «ωραίος», και η θέσις της παρά το Ενδώρ, απέναντι του Θαβωρίου όρους και των υψωμάτων της γης Ζαβουλών, δικαιολογεί το εύφημον του τίτλου. Αναχωρήσας, ως πάντοτε ποιούσιν οι Ανατολίται, πρωί με την αύραν την δροσεράν, ο Ιησούς έπλευσε, κατά πάσαν πιθανότητα εις το μεσημβρινόν της λίμνης, και είτα κατήλθε την κοιλάδα του Ιορδάνου, οπόθεν, αφήσας το Θαβώρ δεξιόθεν, θα έφθασεν εις το μικρόν χωρίον ολίγον μετά την μεσημβρίαν.
Κατά την λαμπράν ταύτην περίοδον του κηρύγματός Του, συνοδεύετο ου μόνον υπό των μαθητών Του, αλλά και υπό χαίροντος πλήθους. Και καθώς η φραιδρά αύτη προπομπή, η τόσω πλήρης υψιφρόνων ελπίδων και πλανητικών πίστεων περί του ερχομένου Βασιλέως, ανέβαινε την στενήν και πετρώδη ανωφέρειαν την άγουσαν εις την πύλην της Ναΐν, συνήντησεν άλλην και θλιβεράν συνοδίαν, εξερχομένην όπως θάψη αποθανόντα νέον τινά έξω των τειχών. Υπήρχε περιπάθεια βαθυτέρα του συνήθους εις το θέαμα, και διά τούτο πιθανώς, παρά τη εκπαθεί εκείνη φυλή, πένθος αγριώτερον και ειλικρινέστερον ή οι συνήθως οδυρμοί. Διότι ο νέος ήτο, κατά το ύφος το απλούν και παθητικόν, το οποίον ησθάνοντο και βαθύτερον τα Ιουδαϊκά ώτα, «Μονογενής τη μητρί αυτού, και αυτή χήρα».
Η θέα της τρομεράς ταύτης λύπης συνεκίνησεν ακαθέκτως την υπερφιλούσαν καρδίαν του Σωτήρος. Σταθείς μόνον διά να είπη εις την μητέρα, «Μη κλαίε», επλησίασε, και ολιγωρήσας πάλιν των τελετουργικών διατάξεων, έψαυσε την σωρόν εν ή έκειτο ο νεανίας. Πρέπει να υπήρξε στιγμή προσδοκίας και συνοχής της πνοής απερίγραπτος. Απρόσκλητοι, αλλ' έμπλεοι αορίστου φόβου, οι βαστάζοντες την λάρνακα εστάθησαν. Και τότε διά των καρδιών των εμπλήκτων θρηνολόγων, και διά των καρδιών του σιωπώντος πλήθους, ήχησε γαλήνιος η φωνή: «Νεανία, έγειραι»!
Άρά γε φοβερόν τούτον μονοσύλλαβον (αραμαϊστί κ ο υ μ) θα διεπέρα και τας μυστηριώδεις μοναξίας του θανάτου; Διεπέρασε τάχα τα αδιάτρητα σκότη τα οποία απέκρυψαν πάντοτε από της ανθρωπίνης όψεως τον κόσμον τον πέραν του τάφου; Ναι, τα διεπέρασεν. Ο νεκρός ηγέρθη, και ήρχισε να ομιλή· κ' Εκείνος τον παρέδωκεν εις την μητέρα του.
Ουδέν άπορον αν μέγας φόβος επέπεσεν επί πάντας. Δυνατόν ν' ανελογίσθησαν τον Ηλιού και την χήραν της Σαραφθίας· τον Ελισσαιέ και την Σουνναμίτιδα. Κ' εκείνοι, οι μέγιστοι των Προφητών, απέδωκαν εις τας πτωχάς γυναικάς τους αποθανόντας μονογενείς των. Αλλ' εκείνοι το έπραξαν με αγωνίαν και με κόπους και ικασίας, με προσευχάς και με εμφυσήσεις και εκτάσεις χειρών και μελών επί του νεκρού· ο δε Ιησούς έπραξε το θαύμα γαληνίως, περιστατικώς, στιγμιαίως, εν τω ιδίω ονόματι, διά της ιδίας εξουσίας Αυτού, δι' απλής λέξεως. Ηδύναντο οι παρεστώτες να κρίνωσιν άλλως ή ότι «ο Θεός επεσκέψατο τον λαόν Αυτού;»
Ήτο περί τον χρόνον τούτον, ίσως την αυτήν ημέραν, ότε ο Ιησούς εδέχθη βραχύ αλλά τεταραγμένον μήνυμα από τον μέγαν Πρόδρομόν του, τον Βαπτιστήν Ιωάννην. Αυτή η βραχύτης του επηύξανε την έννοιαν της αμφιβολίας και της θλίψεως ήτις τον διέπνεε. «Συ ει ο ερχόμενος, ηρώτα, ή άλλον προσδοκώμεν;»
Ήτο τούτο μήνυμα από εκείνον όστις πρώτος είχεν αναγνωρίσει και είχε δείξει τον Αμνόν του Θεού; από εκείνον όστις, εν τη εκστάσει της οπτασίας, είχεν ιδεί τον ουρανόν ανεωγμένον και το Πνεύμα ωσεί περιστεράν κατερχόμενον επί τον Ιησούν;
Δυνατόν. Εφαντάσθησάν τινες εντοσούτω ότι η ερώτησις μόνον σκοπόν είχε να θεραπεύση τας αμφιβολίας των ζηλοτύπων και αποκαρδιωμένων οπαδών του Βαπτιστού· άλλοι, ότι το ερώτημα εσήμαινε μόνον. «Είσαι τω όντι ο Ιησούς περί ου εμαρτύρησα; άλλοι ότι το μήνυμα δεν εμπεριείχε λανθάνοντα δισταγμόν, αλλ' ήτο ως δειλή εισήγησις ότι ο καιρός είχεν έλθη ήδη διά τον Ιησούν να φανερωθή ως ο Μεσσίας των θεοκραταιών ελπίδων του έθνους Του· ίσως δε ενείχε και ηπίαν επιτίμησιν προς Αυτόν διότι επέτρεπεν ώστε ο φίλος και πρόδρομός Του να τήκηται εν φυλακή, και δεν εξήσκει προς χάριν Του την θαυματουργόν δύναμιν την οποίαν διασάλπιζεν η φήμη. Πλην όλαι αύται αι υποθέσεις είνε όλως αστήρικτοι, και αναιρούνται εξ αυτών των εκφράσεων της αφηγήσεως. Ο Άγ. Ιωάννης ο Βαπτιστής, με το ηρωικόν μεγαλείον του, δεν έχει ανάγκην των οικτηρμόνων συνδιασμών μας· συμπεραίνομεν εκ των ρητών λόγων Εκείνου, όστις κατ' αυτήν την κρίσιν απήγγειλε περί αυτού τον λαμπρότατον έπαινον ον προήνεγκόν ποτε ανθρώπινα χείλη, ότι ο μέγας προφήτης είχεν εύρη πράγματι λίθον προσκόμματος εις την πίστιν του εξ όσων ήκουε περί του Χριστού.
Και μη τούτο είνε αφύσικον; είνε τι το οποίον ο γνωρίζων την ανθρωπίνην καρδίαν θα καταδικάση; Το στάδιον του μεγίστου των προφυτών υπήρξε βραχύ και τραγικόν, θλιβερόν ημερολόγιον συμφοράς και εκλείψεως. Καίτοι οι λαοί συνέρρεον παμπληθείς ν' ακούσωσι τον πύρινον κήρυκα της ερημίας, η πραγματική εντύπωσις επί το πνεύμα του έθνους ούτε βαθεία υπήρξεν ούτε διαρκής. «Τις ήκουσε την φωνήν του (λέγει Σκώτος ποιητής); Μόνον η ηχώ από τα άντρα των ορέων απήντα: Μετανοείτε! μετανοείτε!»
Και πριν εξέλθη ο Ιησούς εν τω πληρώματι της εξουσίας Του, η ισχύς και η δύναμις του Ιωάννου είχεν ωχριάσει ως αστήρ προ της ανατολής. Πρέπει να ησθάνθη τάχιστα — και τούτο είνε πικρόν διά πάσαν ανθρωπίνην καρδίαν να το αισθανθή — ότι η αποστολή του εν τη παρούση ζωή, είχε λήξει· ότι ουδέν αξιόλογον έμενεν αυτώ να πράξη. Παρόμοιαι στιγμαί καρδιοβόρου μελαγχολίας επήλθον ήδη εις τον βίον των μεγάλων των προ αυτού, του Μωυσέως και του Ηλία. Αλλά δεινοτέρα ακόμη ήτο η περίστασις διά τον Βαπτιστήν. Διότι αν και ο φίλος και ο Σωτήρ του έζη, και δεν απείχε πόρρω απ' αυτού, ήτο δε εν τη ακμή της δυνάμεως Του, και ετέλει καθ' ημέραν τα θαύματα της αγάπης τα οποία εμαρτύρουν την αποστολήν Του, όμως ο Ιωάννης δεν είδε πλέον τον φίλον και τον Σωτήρα τούτον επί της γης. Ο δε Ηρώδης ο Αντίπας, ο ευτελέστατος ούτος των τυράννων και ασθενέστατος, θυμωθείς διότι ο Ιωάννης τον ήλεγχε διά τον αθέμιτον γάμον του μετά της Ηρωδιάδος, εκράτησε τον Ιωάννην και τον έρριψεν εις την φυλακήν.
Ο Ιώσηπος λέγει, ότι η φυλακή αύτη ήτο εις το φρούριον Μακώρ, παρά την εσχατιάν την γείτονα της έρημου, προς βορράν της Νεκράς Θαλάσσης και εγγύς των μεθορίων της Αραβίας. Διά πνεύμα ελεύθερον, δι' άνδρα ζήσαντα εν τη αγριότητι της ερήμου, καθώς ο Ιωάννης, χειροτέρα του θανάτου ήτο η φυλακή. Και αυτό το όμμα του προφητικού αετού επόμενον ήτο να θολώση εις τον κλοβόν εκείνον.
Ουχί άπαξ ούτε διά μόνον εν τη ιστορία του κόσμου ο Θεός εφάνη ότι άφησε τους μεγίστους θεράποντάς Του να πιώσι μέχρι τρυγός την κύλικα της δοκιμασίας και του μαρτυρίου πριν ή στεφανώσωσι αυτούς οριστικώς με στέφανον δόξης ακήρατον. Αλλ' εις ουδένα η πειθαρχική αύτη παιδεία ήλθε κατά τρομερώτερον τρόπον ή εις τον Άγ. Ιωάννην. Διότι εφαίνετο ολιγωρούμενος ου μόνον υπό του Θεού άνω, αλλά και υπό του ζώντος Υιού του Θεού επί της γης. Ο Ιωάννης ετήκετο εις την ειρκτήν του Ηρώδου, και ο Ιησούς εν τη χαρμοσύνω απλότητι της πρώτης εν τη Γαλιλαία διδασκαλίας Του εκήρυττεν εις φαιδρά πλήθη μεταξύ των κρίνων του αγρού ή από των κυμάτων της λίμνης της τερπνής. Ω, διατί ο Πατήρ του εν τω ουρανώ και ο φίλος του επί της γης να τον αφήσουν να τήκηται ούτω; Μη η ζωή του δεν ήτο οσία; μη η λειτουργία του δεν υπήρξε πιστή; μη η μαρτυρία του δεν ήτο αληθής; Ω, διατί Εκείνος, ον εμαρτύρησε πέραν του Ιορδάνου, δεν κατετίβαζε πυρ εξ ουρανού να καύση τα άνομα εκείνα τείχη; Μεταξύ τόσων θαυμάτων δεν Του επερίσσευεν έν προς χάριν του ταλαιπώρου συγγενούς Του, όστις είχεν έλθη προ προσώπου Του διά να κατασκευάση την οδόν Του έμπροσθέν Του; Μεταξύ τόσων λόγων ελέους και συμπαθείας ένα μόνον δεν ηδύνατο να είπη δι' εκείνον όστις είχεν εκφέρει την φωνήν εκείνην του βοώντος εν τη ερήμω; Διατί ο νεαρός Υιός του Δαυίδ να μη διασαλεύση διά σεισμού τα θεμέλια των ειρκτών εκείνων της Ιδουμαίας, ή μίαν μόνον να στείλη εκ των δώδεκα λεγεώνων των Αγγέλων Του προς απελευθέρωσιν του Προδρόμου και φίλου Του, έστω και διά να τον επαναφέρη και πάλιν εις την έρημον μοναξίαν του, ν' αποθάνη εκεί ελεύθερος μεταξύ των θηρίων, μακράν της ατίμου τυραννίας του Ηρώδου του αιμομίκτου και μοιχού; Τι το άπορον, επαναλέγομεν, αν το όμμα του εν κλωβώ αετού ήρχισε να θολώνη!
«Συ ει ο ερχόμενος ή άλλον προσδοκώμεν;»
Ο Ιησούς δεν απήντησεν απ' ευθείας εις την ερώτησιν. Επέτρεψεν εις τους απεσταλμένους να ίδωσι με τους ιδίους οφθαλμούς των τινά εκ των έργων περί ων μόνον ήκουον μέχρι τούδε, και είτα, κατ' αναφοράν προς το ΞΑ' κεφάλαιον του Ησαΐου, παρήγγειλεν αυτοίς να είπωσι προς τον Ιωάννην ότι τυφλοί αναβλέπουσι, και χωλοί περιπατούσι, και λεπροί καθαρίζωνται, και κωφοί ακούουσι, και νεκροί εγείρονται· προ πάντων δε και υπέρ παν άλλο, ότι πτωχοί ευαγγελίζονται· και είτα, δυνάμεθα να φαντασθώμεν μετά πόσον βαθείας τρυφερότητος προσέθηκε. «Και μακάριος ος αν μη σκανδαλισθή εν Εμοί». Μακάριος τουτέστιν, εκείνος όστις πιστεύη εις Εμέ και εν τω διωγμώ και τη θλίψει· όστις πιστεύση ότι γνωρίζω μέχρι τέλους την θέλησιν του Πέμψαντός Με και πώς και πότε να τελειώσω το έργον Του.
Ευκόλως δυνάμεθα να υποθέσωμεν, αν και ουδέν περισσότερον μας λέγεται, ότι οι μαθηταί δεν απεχώρησαν χωρίς ν' ακούσωσι παρά του Ιησού και άλλους λόγους ιδιαιτέρας στοργής και παραμυθίας διά τον μέγαν δεσμώτην· λόγια τα οποία θα ήσαν «ως γλυκέα υπέρ μέλι τω στόματι» εκείνου όστις υπέφερε την πείναν εις την έρημον, και πολυτιμότερα πηγής ύδατος εν γη αυχμώση. Και μόλις οι μαθηταί απεμακρύνθησαν, ότε Εκείνος εξέφερεν εν γλώση ευρύθμου καλλονής τον αξιομνημόνευτον έπαινον, ότι ο Ιωάννης ήτο όντως η Φωνή εν τη αυγή της νέας ημέρας, ο μέγιστος των κηρύκων του Θεού, ο Ηλίας όστις, κατά το τελευταίον ρήμα της αρχικής προφητείας έμελλε να προπορευθή της ελεύσεως του Μεσσίου και να ετοιμάση την οδόν Αυτού.
«Τι εξήλθετε εις την έρημον θεάσασθαι; Κάλαμον υπό ανέμου σαλευόμενον; Αλλά τι εξήλθετε ιδείν; Άνθρωπον εν μαλακοίς ιματίοις ημφιεσμένον; Ίδετε, οι τα μαλακά φορούντες εν τοις οίκοις των βασιλέων εισίν. Αλλά τι εξήλθετε ιδείν; Προφήτην; Ναι, λέγω υμίν, και περισσότερον προφήτου. Ότι ούτος εστι περί ου γέγραπται. Ιδού Εγώ αποστέλλω τον άγγελόν Μου προ προσώπου Σου, ος κατασκευάσει την οδόν Σου έμπροσθέν Σου».
«Αμήν λέγω υμίν, ουκ εγήγερται εν γεννητοίς γυναικών μείζων Ιωάννου του Βαπτιστού».
Είτα προσέθηκεν ότι, καίτοι ο Ιωάννης είνε ο τελευταίος και ο μέγιστος εν τη Παλαιά Διαθήκη, «ο μικρότερος εν τη βασιλεία των ουρανών μείζων αυτού εστι».
Ο Ιωάννης είχεν έλθη μη εσθίων μήτε πίνων, και έλεγον; Δαιμόνιον έχει. Ο Υιός του Ανθρώπου είχεν έλθη εσθίων και πίνων, και έλεγον: Ίδε άνθρωπος φάγος και οινοπότης τελωνών φίλος και αμαρτωλών. Πλην εις το τέλος πληρούνται πάντοτε οι λόγοι της Σοφίας: «Ούτος ην ον έσχομέν ποτε εις γέλωτα και εις παραβολήν ονειδισμού, οι άφρονες; Τον βίον αυτού ελογισάμεθα μανίαν και την τελευτήν αυτού άτιμον. Πώς δε κατελογίσθη εν υιοίς Θεού και εν αγίοις ο κλήρος αυτού εστι;»
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑ'. Η αμαρτωλός και ο Φαρισαίος
Σίμων ο Φαρισαίος. — Η κλαίουσα γυνή. — Η παραβολή των οφειλωτών. — Άφεσις αμαρτιών. — Ήτο αύτη η Μαγδαληνή Μαρία;
«Οσμή μύρων σου υπέρ πάντα τα αρώματα, μύρον εκκενωθέν όνομά σου».
Και τα λόγια τούτα του Άσματος των Ασμάτων έμελλον να πληρωθώσι· την ημέραν εκείνην εν τω Ιησού — όστις είνε το ζων μύρον, και το όνομα Αυτού, όνομα Μεσσίου κεχρισμένου εν ατιμήτω μύρω, ευωδιάζει πνευματικώς εις τους αιώνας ευωδίαν άρρητον. Κατά την διήγησιν του Λουκά, φαίνεται ότι ο Ιησούς την αυτήν ημέραν, ίσως εις Ναΐν ή εις Μάγδαλα, εδέχθη πρόσκλησιν παρ' ενός των Φαρισαίων, καλουμένου Σίμωνος.
Μέχρι τούδε ο Ιησούς δεν είχεν έλθη εις φανεράν ρήξιν προς το Φαρισαϊκόν κόμμα, και ίσως οι οπαδοί τούτου να εφαντάσθησαν, ότι θα ηδύνατο να φανή ωφέλιμος εις τους πολιτικούς και κοινωνικούς σκοπούς των. Φαίνεται ότι ο Σίμων ούτος είχε περισσοτέραν περιέργειαν να ίδη και ν' ακούση τον Ιησούν ή φιλοφροσύνην να τον δεξιωθή. Όλα τα συνήθη γνωρίσματα της φιλοξενίας, ψυχρώς παρελείφθησαν. Ούτε ύδωρ υπήρχε προς πλύσιν των ποδών, ούτε ασπασμός δεξιώσεως επί της παρειάς, ούτε λιπασμός ελαίου διά την κόμην, ουδέν άλλο ειμή ψυχρά τις αποδοχή είς τινα κενήν θέσιν παρά την τράπεζαν, ώστε ο κεκλημένος να θεωρήση ότι λαμβάνει μάλλον τιμήν ή απονέμει.
Κατά τους χρόνους της ενσάρκου Παρουσίας του Κυρίου οι Ιουδαίοι, ίσως προσλαβόντες το έθιμον από των Περσών, είχον εγκαταλείπει το σταυροποδητεί καθήσθαι εις το δείπνον, και ανεκλίνοντο, ως οι Έλληνες και οι Ρωμαίοι, επί κλιντήρων, παρά τραπέζας σχεδόν του αυτού ύψους με τας εν χρήσει παρ' ημίν σήμερον. Θα ίδωμεν εν τοις ύστερον ότι και το Πάσχα εβρώθη εν τη στάσει ταύτη. Το δε έθιμον του αποβάλλειν τα πέδιλα παρά την θύραν, λόγον έχει την μη μίανσιν των ταπήτων, ως προωρισμένων διά τας γονυκλισίας και τας προσευχάς.
Η ωραία και συγκινητική σκηνή ήτις συνέβη εν τη οικία του Σίμωνος, δύναται να εννοηθή μόνον αναλογιζομένων ότι, καθώς ανέκειντο οι δαιτυμόνες επί των κλιτύρων περί τας τραπέζας, οι πόδες των ήσαν εστραμμένοι προς πάντα θεατήν ιστάμενον έξω του κύκλου των ομοιοτραπέζων.
Ο καθολικός νόμος της φιλοξενίας υποχρεοί τον ανατολίτην να ζη με ανοικτάς θύρας, και πας τις δύναται εν πάση ώρα να εισέλθη εις τα δώματά του. Αλλ' εις την περίστασιν ταύτην υπήρξε πλάσμα τι το οποίον συνεκέντρωσε θάρρος να εισχωρήση εις την οικίαν ταύτην, απρόσκλητον άμα και όχι ευπρόσδεκτον. Μία πτωχή, κηλιδωμένη, έκπτωτος γυνή, γνώριμος εν τω τόπω διά τον κακόν βίον της, μαθούσα ότι ο Ιησούς εδείπνει εν τη οικία του Φαρισαίου, απετόλμησε να εισέλθη εκεί εν μέσω πλήθους άλλων επισκεπτών, φέρουσα αλάβαστρον πλήρες μύρου. Εύρεν Εκείνον ον εζήτει εν τω τρικλινίω του Σίμωνος και καθώς ίστατο ταπεινώς όπισθεν Του και ήκουε τους λόγους Του, και ανελογίζετο ποίος ήτο Εκείνος και έως πού είχε πέσει αυτή, ανελογίζετο την άμωμον καθαρότητα του νέου Προφήτου, και την ιδίαν αυτής επαίσχυντον ζωήν, ήρχισε να κλαίη, και τα δάκρυά της έπιπτον επί τους γυμνούς πόδας Του, εφ' ους έκυψεν επί μάλλον και μάλλον όπως κρύψη την αισχύνην αυτής.
Ο Φαρισαίος θα οπισθοδρόμει μετά φρίκης προς την αφήν, έτι περισσότερον προς το δάκρυ της τοιαύτης· θα απέμασσε το μόλυσμα και θα απεδίωκεν την επείσακτον μετ' αράς. Αλλ' η γυνή αύτη ησθάνθη αυθορμήτως ότι ο Ιησούς δεν θα εφέρετο προς αυτήν ούτω· ησθάνθη ότι το υψίστως αναμάρτητον είνε άμα και το βαθύτητα συμπαθές. Ίσως είχεν ακούσει τους χαριτοβρύτους εκείνους λόγους οίτινες δυνατόν να ελέχθησαν αυθημερόν. «Δεύτε προς Με πάντες οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς». Και έλαβε θάρρος επειδή δεν επετιμήθη· και ούτω κατανοήσασα ότι, ό,τι και αν έπραττον οι άλλοι, ο Κύριος δεν την εμίσει ούτε την απεστρέφετο, επλησίασεν εγγύτερον προς Αυτόν, και, κλίνασα τα γόνατα, ήρχισε με τους μακρούς λυτούς βοστρύχους της κόμης της ν' απομάσση τους πόδας τους οποίους είχον υγράνη τα δάκρυά της, και είτα να καλύπτη αυτούς με ασπασμούς, και τέλος, θραύουσα το αλάβαστρον, να καταχέη το πολύτιμον νάρδον επί των ποδών Αυτού.
Η θέα της λυσικόμου ταύτης γυναικός, το αίσχος της ταπεινώσεώς της, η αγωνία της μεταμελείας της, το πολύδακρυ των οφθαλμών της, η θυσία του μύρου εκείνου, θα ηδύναντο να κινήση και λιθίνην καρδίαν εις συμπάθειαν. Αλλ' ο Σίμων, ο Φαρισαίος, απέβλεψε προς τούτο μετά παγεράς αποδοκιμασίας. Η έκκλησις εις έλεος εκ μέρους της θρηνούσης δεν τον συνεκίνησε. Δεν ήτο αρκετόν δι' αυτόν ότι ο Ιησούς υπέφερεν, ώστε το δύστηνον πλάσμα να Του ασπασθή και να Του αρωματίση τους πόδας, χωρίς να λαλήση προς αυτήν ουδέ λέξιν ενθαρύνσεως ακόμη. Εάν ήτο προφήτης, έπρεπε να γνωρίση ποίου είδους γυνή ήτο αύτη· και αν εγνώριζε, θα την απώθει μετ' αγανακτήσεως, ως θα έπραττε και ο Σίμων αυτός. Η απλή πρόσψαυσίς της απήτει επίσημον κάθαρσιν. Έν μόνον σημείον παρ' Αυτού, και ο Σίμων μετά πολλές χαράς θα απέβαλλε τον τοιούτον μολυσμόν από της σκέπης της στέγης του.
Ο Φαρισαίος δεν εξεστόμισε τας σκέψεις ταύτας, αλλ' η ψυχρά στάσις του και η περιφρονητική εκφρασις του προσώπου του, έδειξαν ό,τι εν τη καρδία του συνέβαινεν. Ο Κύριος εγνώρισε τας σκέψεις του, αλλά δεν απεδοκίμασε παραχρήμα την ανελεήμονα διάθεσίν του. Διά να επισύρη την γενικήν προσοχήν εις τους λόγους Του, εστράφη προς τον ξενίζοντα.
«Σίμων, έχω τι σοι ειπείν»:
«Λέγε, διδάσκαλε».
«Δανειστής είχε δύο χρεωφειλέτας· ο πρώτος ώφειλε πεντακόσια δηνάρια, ο έτερος πεντήκοντα· επειδή δε ουδέν είχον αποδούναι, αφήκεν αυτοίς άπαντα. Ειπέ μοι, πότερος τούτων αγαπήσει αυτόν το πλείον;»
Ο Σίμων δεν είχεν την ελαχίστην έννοιαν αν το ζήτημα είχεν ελαχίστην αναφοράν προς εαυτόν· όσην είχε και ο Δαυίδ, ότε απέφηνε τόσω ελευθέραν κρίσιν επί της παραβολής του Νάθαν.
«Υπολαμβάνω, είπε μετ' αδιαφορίας ο Σίμων, ότι ω τα πλείονα εχαρίσατο».
«Ορθώς έκρινας», είπεν ο Χριστός. Και τότε ευθύς ήλθεν η εφαρμογή της μικράς παραβολής, της συντεθειμένης εν τη ρυθμική ταύτη εκφράσει του αντιθετικού παραλληλισμού, της οποίας ο Κύριος συχνήν εποιείτο χρήσιν εις τας υψηλοτέρας διδασκαλίας Του, και ήτις επενήργει, καθώς και η ποιητική γλώσσα των προφητών των, επί τα ώτα των ακροωμένων. Ει και ο Σίμων δυνατόν να μη είδε το κέντρον της παραβολής, ίσως η μετανοούσα, διά της γοργοτέρας μαντικής της συντετριμμένης καρδίας, το είδε. Αλλ' οποία υπήρξεν η συγκίνησίς της όταν Εκείνος, όστις μέχρι τούδε δεν είχε δώσει προσοχήν εις αυτήν, τώρα εστράφη προς ταύτην, και επιστήσας την προσοχήν όλων των παρόντων εις το ταπεινόν σχήμα της, καθώς εκάθητο επί του εδάφους, κρύπτουσα με τας δύο χείρας και με τους λυτούς πλοκάμους της την σύγχυσιν του προσώπου της, εφώνησε προς τον έμπληκτον Φαρισαίον:
«Σίμων! βλέπεις την γυναίκα ταύτην;
«Εισήλθον σου εις την οικίαν· ύδωρ ουκ επέχεας επί τους πόδας μου· αύτη δε τοις δάκρυσιν αυτής ένιψέ μου τους πόδας, και ταις θριξίν αυτής απέμαξεν αυτούς.
«Φίλημα ου μοι έδωκας· αλλ' αύτη, αφ' ης ώρας εισήλθον, ουκ επαύσατο καταφιλούσά μου τους πόδας.
«Ελαίω την κεφαλήν μου ουκ ήλειψας· αύτη δε μύρω ήλειψέ μου τους πόδας.
«Διά τούτο λέγω ημίν, αφέωνται αι αμαρτίαι αυτής αι πολλαί, ότι πολύ ηγάπησεν· ω δε ολίγον αφεθήσεται, ολίγον αγαπά».
Και τότε, ως πλουσίαν επωδόν χαριεστάτης μουσικής, προσέθηκεν, όχι πλέον προς τον Σίμωνα, αλλά προς την πτωχήν αμαρτωλόν, τας λέξεις του ελέους. «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου».
«Οσάκις αναλογίζομαι το συμβεβηκός τούτο, έλεγε Γρηγόριος ο Μέγας, έχω περισσοτέραν διάθεσιν να κλαύσω παρά να κηρύξω επ' αυτού».
Οι λόγοι του Κυρίου ήσαν διαρκώς νέα αποκάλυψις προς πάντας τους ακούοντας, και αν δυνάμεθα να κρίνωμεν εκ πολλών ενδείξεων εν τοις Ευαγγελίοις, φαίνεται συχνή να επηκολούθησε μετ' αυτούς, εις τας πρωίμους ημέρας του κηρύγματός Του, σιωπή βαθείας εκπλήξεως, ήτις βραδύτερον, μεταξύ εκείνων οίτινες τον απέρριπτον, ερρήγυτο εις δριμείας μομφάς ή εις γογγυσμούς οργίλους. Κατά το στάδιον τούτο του έργου Του, η γοητεία του φόβου εκείνου, η προερχομένη εκ της αγάπης και της καθαρότητός Του, και εκ της ενδοτέρας εκείνης θειότητος ήτις έλαμπεν εις την στάσιν Του και ήχει εις την φωνήν Του, δεν είχε θραυσθή ακόμη. Μόνον εις τας κρυφίας σκέψεις των οι δαιτυμόνες, μάλλον, φαίνεται, εν εκπλήξει ή εν οργή, απετόλμησαν να αμφισβητήσωσι την ήρεμον ταύτην αξίωσιν επί ιδιότητα πλέον ή επίγειον. Μόνον εις τας καρδίας των σιωπηλώς ηρώτων: Τις είνε ούτος, όστις και αμαρτίας συγχωρεί;
Ο Ιησούς εγνώρισε τους ενδομύχους δισταγμούς των· πλην είχε προφητευθή περί Αυτού ότι ου μη ερίση ουδ' ου μη κράξη, ουδ' η φωνή Αυτού ακουσθήσεται εν ταις οδοίς· και περιωρίσθη μόνον ν' αποπέμψη την γυναίκα. «Η πίστις σου σέσωκέ σε, πορεύου εις ειρήνην». Και εις ειρήνην αναμφιβόλως επορεύθη, εις την ειρήνην του Θεού την υπέρ πάσαν έννοιαν, εις την ειρήνην ην ο Ιησούς δίδει, ήτις δεν είνε ως ο κόσμος δίδει.
Εις το γενικόν μάθημα το οποίον η ιστορία της διδάσκει θα επανέλθωμεν εν τοις ύστερον, διότι είνε μάθημα το οποίον απετέλεσε κεντρικήν διδασκαλίαν της αποκαλύψεως του Χριστού. Εννοώ το μάθημα ότι ιδιοτελής υποκρισία είνε εις το όμμα του Θεού μισητή όσον κατάφωρος αμαρτία· το μάθημα ότι η ζωή αμαρτωλής και αμετανοήτου σεμνοτυφίας δύναται να είνε όχι ολιγώτερον θανάσιμος από την ζωήν της αισχύνης της φανεράς.
Αρχαία παράδοσις, ιδίως κρατούσα εν τη Δυτική Εκκλησία, παράδοσις ήτις καίτοι αβέβαιος, δεν φαίνεται απολύτως απίθανος, λέγει ότι η γυνή αύτη ήτο η Μαρία η Μαγδαληνή, αφ' ης ο Ιησούς «εκβεβλήκει επτά δαιμόνια». Την παράδοσιν αναφέρουν μεταξύ των παλαιών πατέρων της Δυτικής Εκκλησίας ο Αμβρόσιος, ο Ιερώνυμος, ο Αυγουστίνος και Γρηγόριος ο Μέγας.
Ο εξορκισμός ούτος (η εκβολή των επτά δαιμονίων) θα ήτο εντελώς σύμμορφος με την συνήθη εβραϊκήν φρασεολογίαν, εάν η έκφρασις είχεν εφαρμοσθή εις αυτήν, συνεπεία εμπαθούς φύσεως και εκλύτου βίου. Οι ταλμουδισταί πολλά φλυαρούσι περί αυτής, περί του πλούτου της, περί της καλλονής της, περί του αίσχους της, περί του συζύγου της και των εραστών της. Πλην ό,τι αληθώς γνωρίζομεν περί της Μαγδαληνής εκ της Γραφής, είνε ο ενθουσιασμός εκείνος της αφοσιώσεως και της ευγνωμοσύνης, όστις την έκαμε ν' αφιερωθή ψυχή και καρδία εις την υπηρεσίαν του Σωτήρος της. Εις το κεφάλαιον του Λουκά το ακόλουθον μετά την σκηνήν εκείνην του μύρου και των δακρύων, μνημονεύεται το πρώτον μεταξύ των γυναικών αίτινες ηκολούθησαν τον Κύριον και δυνατόν εν τη διηγήσει του συμβεβηκότος του εν τη οικία του Σίμωνος το όνομά της επίτηδες να παρελείφθη.
Δυνατόν εν τούτοις η γυνή η αμαρτωλός να ήτο άλλη παρά την Μαρίαν την εκ Μαγδάλων, και ν' απήλθεν όπως εύρη την ειρήνην, την οποίαν ο Χριστός υπεσχέθη εις την τεταραγμένην αυτής συνείδησιν, εν βίω εγκλείσεως, μελετώσα εν σιωπή περί της ελεήμονος συγχωρήσεως του Κυρίου. Αλλ' όμως εις την συνείδησιν των πολλών θα ταυτίζεται μέχρι τέλους των χρόνων με την Μαγδαληνήν Μαρίαν, της οποίας αυτό το όνομα μετέβη εις όλας τας πεπολιτισμένας γλώσσας ως συνώνυμον της δεκτής μετανοίας και της συγχωρηθείσης αμαρτίας. Ο περιηγητής όστις, οδοιπορών εν μέσω των αβρών αρωμάτων πολλών ανθοφόρων φυτών παρά τας όχθας της Γεννησαρέτ, φθάνει εις τον κατηρειπιωμένον πύργον και τον ερημικόν φοίνικα τα οποία σημειούσι το αραβικόν χωρίον Ελ Μετζέλ ακουσίως θ' αναπολήση την παλαιάν ταύτην παράδοσιν περί εκείνης, της οποίας η εφάμαρτος καλλονή και η βαθεία μετάνοια κατέστησαν τόσον περίφημον το όνομα των Μαγδάλων· καίτοι δε αι ολίγαι άθλιαι αγροτικαί καλύβαι είναι ρυπαραί και ετοιμόρροπαι, και οι κάτοικοι ζώσιν εν αμαθεία και πολλή ευτελεία, μετ' ενδιαφέροντος και συγκινήσεως θ' αποβλέψη εις τοπίον όπερ ανακαλεί εις την μνήμην του μίαν των περιφανεστέρων αποδείξεων ότι ουδείς, ούτε ο μάλιστα έκπτωτος και μάλιστα περιφρονούμενος, θεωρήται ως απόβλητος υπ' Εκείνου ούτινος έργον ήτο να ζητήση και σώση το απολωλός. Ίσως εις τον μυρωμένον αέρα της Γεννησαρέτ, εις την λαμπρότητα του στερεώματος υπεράνω της κεφαλής του, εις την μελωδίαν του κελαδήματος των πτηνών ήτις πληροί τον αέρα, εις τον εαρινόν πλούτον του πορφυρού ανθού όστις επιστέφει τας πηλίνους εκείνας καλύβας, θα ίδη τύπον της θείας ευσπλαγχνίας και αγάπης, ήτις είνε αϊδίως πλουσία, ώστε να περιβάλλη με την χάριν του ουρανίου κάλλους τα ερείπεια της πάλλαι ολόφρονος και βεβηλομένης ζωής.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΒ'. Πώς έζη εν Γαλιλαία
Ο Ιησούς και οι οπαδοί του. — Η πρόσοψίς Του. — Βίος πτωχείας, εργασίας, λύπης και αγίας χαράς.
«Το πάθος του Χριστού (λέγει ο Άγ. Αθανάσιος ο Μέγας) ημών απάθεια εστι· και το δάκρυον Αυτού χαρά ημετέρα».
Εις την περίοδον ταύτην του πρωίμου κηρύγματος ανήκουσιν αι αποστολαί και αι πορείαι εκείναι, αι περιφοραί ανά τας πόλεις και τας κώμας της Γαλιλαίας, όπου εδίδασκε, κ' εκήρυττε και ηλέει, ως μνημονεύεται συχνά εις τα τρία πρώτα Ευαγγέλια. Ήτο δε το λαμπρότατον επεισόδιον της ζωής Του. Ας σταθώμεν νοερώς παράπλευρα και ας ίδωμεν Αυτόν να διέρχηται, και, εν πάση ταπεινότητι και ευλαβεία, ας αναπαραστήσωμεν προς ημάς αυτούς όσον οίον τε ζωηρότερον ποίος τις άνθρωπος ήτο.
Ας υποθέσωμεν άρα ότι αναμιγνυόμεθα με τα πλήθη εκείνα, τα οποία κατά τους χρόνους τούτους παρεφύλαττον και έτρεχον κατόπιν Του, και ας προσβλέψωμεν εις Αυτόν καθώς προσέβλεπον εκείνοι, όταν έζη ως άνθρωπος επί της γης.
Ευρισκόμεθα εις την μικράν εκείνην πεδιάδα την απλουμένην μεταξύ των ορέων Ζαβουλών και Νεφθαλί, μεταξύ των χωρίων Κεφρ Κενά και Κανά Ελ Ζουλίλ. Μεγάλη έκτασις ληίων και ασταχύων μας περιβάλλει πέριξ, και τα αναρίθμητα λαμπρά άνθη ανθούσι πολύ πλουσιώτερα ή εις τα ημέτερα κλίματα. Η οδός εφ' ης ιστάμεθα φέρει προς την ακτήν, ένθεν δε ένθεν προς την λίμνην της Γαλιλαίας. Η χώρα είνε ερατεινή με όλην την ερασμιότητα εαρινής ημέρας εν Παλαιστίνη· αλλ' αι καρδίαι του απλήστου, εξημμένου πλήθους εν μέσω του οποίου ιστάμεθα, υφ' ενός απορροφητικού λογισμού κατεχόμεναι δεν επαισθάνονται την καλλονήν της· τινές τούτων είνε τυφλοί και άρρωστοι και κωφοί, και δεν γνωρίζουν αν σήμερον είς δάκτυλος ελέους, έν ρήμα ιάσεως, έστω και η αφή του κρασπέδου του μεγάλου τούτου αγνώστου Προφήτου καθώς διέρχεται, δυνατόν να αλλοιώσουν και να φαιδρύνουν όλην την ύπαρξίν των την μέλλουσαν. Και απωτέρω οπίσω, εις μικράν απόστασιν από του πλήθους, ιστάμενοι μεταξύ των σπαρτών, και δίδοντες είδησιν εις όλους τους παροδίτας διά της κραυγής, Ταμέ, Ταμέ! «Ακάθαρτος! ακάθαρτος»! ευρίσκονται φοβεραί τινες και ηκρωτηριασμέναι μορφαί, τους οποίους μετά φρίκης αναγνωρίζομεν ως λεπρούς.
Τα σχόλια του πλήθους δεικνύουν ότι πολλαί διάφοροι αφορμαί τους έφεραν επί το αυτό. Τινές είν' εκεί εξ ενδιαφέροντος, ένιοι εκ περιεργείας, άλλοι εκ της χυδαίας κολλητικότητος του ενθουσιασμού, τον οποίον οι ίδιοι, δεν δύνανται να εξηγήσωσι. Θαυμάσιαι διηγήσεις περί Αυτού, περί του ελέους Του, περί της δυνάμεώς Του, περί των χαριτοβρύτων λόγων Του περί των σθεναρών πράξεών Του μεταβαίνουσιν από στόμα εις στόμα, μεμιγμέναι αναμφιβόλως με υποψίας και με συκοφαντίας. Είς ή δύο Γραμματείς και Φαρισαίοι παρόντες, ιστάμενοι ολίγον παράμερα από το πλήθος, υποψιθυρίζουσι προς αλλήλους την αμηχανίαν, την αγανάκτησιν, την ανησυχίαν των.
Αίφνης επί του ανωφερούς εδάφους, εις ουχί μεγάλην απόστασιν, φαίνεται νέφος κονιορτού, το οποίον προσημαίνει συνοδίαν προσεγγίζουσαν· και έν νεαρόν μειράκιον εκ Μαγδάλων ή Βηθσαϊδά, αδιαφορούν προς τους υπεροπτικούς ελέγχους των Φαρισαίων, δεικνύει προς τα εκεί και τρέχει εν εξάψει κραυγάζον: «Μάλκα Μεσσιχά! Μάλκα Μεσσιχά»! (ο Βασιλεύς ο Μεσσίας!), το οποίον και από στόμα παιδός ακόμη πρέπει να ετάχυνε τους παλμούς των καρδιών απλοϊκού όχλου εν Γαλιλαία.
Και τώρα η συνοδία πλησιάζει. Είνε μικτή συρροή νέων και γερόντων, εκ χωρικών το πλείστον συνισταμένη, αλλά και μετ' άλλων εξ ανωτέρας τάξεως εγκατεσπαρμένων εις τα νώτα της τα αραιά. Εδώ είς σύνοφρυς Φαρισαίος, εκεί ανέτως ενδεδυμένος Ηρωδιανός, ψιθυρίζων πρός τινα Έλληνα έμπορον ή Ρωμαίον στρατιώτην τα ειρωνικά σχόλιά του περί του ενθουσιασμού του πλήθους. Πλην ούτοι είνε οι ολίγοι, και σχεδόν παν όμμα του μεγάλου εκείνου πλήθους διαρκώς στρέφεται προς Ένα ιστάμενον εις το κέντρον του χωριστού ομίλου, τον οποίον το πλήθος περικυκλοί.
Κατέμπροσθεν της ομάδος ταύτης βαίνουσί τινες των νεωστί εκλεχθέντων Αποστόλων, άλλοι δε όπισθεν, μεταξύ των οποίων υπάρχει τις του οποίου το βλέμμα δεν φαίνεται, όσον των άλλων, ήσυχον και καθαρόν. Ένιοι εξ εκείνων οίτινες ίστανται θεώμενοι ψιθυρίζουσιν, ότι ούτος είνε κάποιος Ιούδας Ισκαριώτης, σχεδόν ο μόνος οπαδός του Ιησού όστις δεν είνε Γαλιλαίος. Ολίγον απωτέρω, όπισθεν των λοιπών Αποστόλων, υπάρχουσι τέσσαρες ή πέντε γυναίκες, άλλαι πεζαί, άλλαι επί ημιόνων, μεταξύ των οποίων, καίτοι καλυπτραφορουσών εν μέρει, τινές αναγνωρίζουσι την ποτέ πλουσίαν και εκλελυμένην, νυν δε μετανοούσαν Μαρίαν την Μαγδαληνήν και την Σαλώμην, την γυναίκα του αλιέως Ζεβεδαίου· και άλλην ανωτέρας θέσεως και πλούτου, την Ιωάνναν, την γυναίκα, πιθανώς την χήραν, του Χονζά, του επιτρόπου Ηρώδου του Αντίπα.
Αλλ' Εκείνος τον οποίον όλα τα όμματα αναζητούσιν είνε εις αυτό το κέντρον της συναθροίσεως· καίτοι δε εις τα δεξιά Του είνε ο Πέτρος ο από Βηθσαϊδά, και εις τα αριστερά Του η νεωτέρα μορφή του Ιωάννου, όλα όμως τα βλέμματα Αυτός μόνος τα απορροφά.
Δεν είνε ημφιεσμένος μαλακά ιμάτια εν βύσσω και πορφύρα, όπως οι αυλικοί του Ηρώδου, ή οι μαλθακοί φίλοι του Πιλάτου του Πραίτωρος. Δεν φέρει το λευκόν εφώδ του Λευίτου ούτε τα μακρά ιμάτια του Γραμματέως. Περί το μέτωπον και τον βραχίονά Του δεν κρέμανται τα φυλακτήρια, τα οποία τόσον επλάτυνον οι Φαρισαίοι· καίτοι δε υπάρχει εις πάσαν γωνίαν του ενδύματός Του η παρυφή και η κυανή ταινία την οποίαν επιβάλλει ο Νόμος, αύτη δεν φορείται κατά το επιδεικτικόν μέγεθος το επιτηδευόμενον υπ' εκείνων οίτινες συνείθιζον να «μεγαλύνωσι τα κράσπιδα των ιματίων αυτών». Φέρει το σύνηθες ένδυμα του καιρού Του και της πατρίδος Του. Δεν είνε απολύτως ασκεπής την κεφαλήν, όπως τον παριστώσιν οι ζωγράφοι, διότι το να οδοιπορή ασκεπής με τον καύσωνα της Παλαιστίνης θα ήτο αδύνατον, αλλ' απλούν λευκόν μανδήλιον φέρει περί την κόμην. Πλατύ κυανούν ιμάτιον τον καλύπτει, κάτωθεν δε τούτου φαίνεται ο μάλλινος άρραφος υφαντός χιτών Του, όστις περιδένεται διά ζώνης περί την οσφύν, και τον περιβάλλει όλον από του λαμού μέχρι των πεδίλων. Αλλά τα απλά ενδύματα δεν κρύπτουσι τον Βασιλέα· καίτοι δε εις την στάσιν Του δεν υπάρχει τίποτε εκ της αυτοσυνειδήτου αλαζονείας του Ραββί, όμως εις την φυσικήν ευγένειαν και την απέριττον χάριν Του, υπάρχει τι το οποίον εν αρκεί ακαρεί ν' αναχαιτίση πάσαν δριμείαν γλώσσαν και να καταπλήξη πάντα πονηρόν λογισμόν.
Και η όψις του; Είνε άνθρωπος μεσαίου αναστήματος, τριακοντούτης περίπου, επί του προσώπου του οποίου η καθαρότης και το θέλγητρον της νεότητος είνε συγκεκραμένα με την εμβρίθειαν και το αξιοπρεπές της ανδρικής ηλικίας. Η κόμη Του, την οποίαν η παράδοσις παρέβαλε με το χρώμα του οίνου, χωρίζεται εις το μέσον του μετώπου, και κυματίζει περί τον τράχηλον. Οι χαρακτήρες του είνε ωχρότεροι και ελληνικωτέρου τύπου ή όσον τα ηλιοκαή και ελαιόχρωα πρόσωπα των αξέστων αλιέων οίτινες είναι οι Απόστολοί Του· αλλά καίτοι οι χαρακτήρες ούτοι προφανώς εμαράνθησαν υπό της λύπης — καίτοι είνε πρόδηλον ότι οι οφθαλμοί εκείνοι, των οποίων το απερίγραπτον βλέμμα φαίνεται ν' αναγινώσκη τα απόκρυφα των καρδιών, συχνά εβράχησαν από δάκρυα — όμως ουδείς άνθρωπος του οποίου η ψυχή να μη διεβρώθη υπό της αμαρτίας και ιδιοτελείας δύναται να προσβλέψη άτρομος εις την θείαν έκφρασιν του γαληνίου εκείνου προσώπου. Ναι, Αυτός είνε περί ου ο Μωυσής και οι προφήται ελάλησαν, Ιησούς ο Ναζωραίος, ο Υιός της Μαρίας και Υιός του Δαυίδ, ο Υιός του Ανθρώπου και Υιός του Θεού. Οι οφθαλμοί μας είδον τον Βασιλέα εις το κάλλος Του. «Και εθεασάμεθα την δόξαν Αυτού, δόξαν ως Μονογενούς παρά Πατρός, πλήρης χάριτος και αληθείας». Και αφού τον είδομεν, δυνάμεθα ευκόλως να εννοήσωμεν πώς, καθώς Αυτός ωμίλει, μία τις γυνή εκ του όχλου, επάρασα φωνήν είπε: «Μακαρία η κοιλία η βαστάσασα Σε, και μαστοί ους εθήλασας!» «Μενούν γε, απήντησεν Εκείνος, με λέξεις πλήρεις βαθέος και γλυκέος μυστηρίου, μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν».
Ολίγα γεγονότα και χαρακτήρες της ζωής Του δύνανται εδώ καταλλήλως να παρεντεθώσι.
Πρώτον, η ζωή Του ήτο ζωή πτωχείας. Τινές των αρχαίων περί Μεσσίου προφητειών, τας οποίας οι Ιουδαίοι εν γένει παρενόουν, είχον ήδη προϋποδείξει την εκουσίαν υποταγήν Του εις ταπεινόν κλήρον. «Πλούσιος υπάρχων, δι' ημάς καθ' ημάς επτώχευσεν». Εγεννήθη εν τω σπηλαίω, τω σταύλω των αλόγων, ελικνίσθη εν τη φάτνη. Η μήτηρ Του προσέφερε προς καθαρισμόν της τας περιστεράς, την προσφοράν των πτωχών. Η φυγή εις Αίγυπτον αναμφιβόλως είχε πολλάς ταλαιπωρίας, και όταν υπέστρεψεν έμελλε να ζήση ως τέκτων και υιός τέκτονος εις το περιφρονούμενον μικρόν χωρίον. Ως πτωχός περιπλανώμενος διδάσκαλος, ακτήμων, περιήρχετο την χώραν. Με τας λέξεις, «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι», ήρχισε την επί του Όρους διδαχήν Του· και έκαμεν ως πρώτον σημείον της αρχομένης Διαθήκης ότι εις τους πτωχούς το Ευαγγέλιον εκηρύττετο. Το δε συμπλήρωμα της πτωχείας Του υπήρξεν ότι μετά τρία έτη του δημοσίου κηρύγματός Του επωλήθη αντί τριάκοντα αργυρίων υφ' ενός των ιδίων μαθητών Του, τα οποία ήσαν το τίμημα του ευτελεστάτου δούλου. «Ως δούλον φυγάδα απεμπολεί».
Και η απλότης του βίου Του ανταπεκρίνετο εις την εξωτερικήν πτωχείαν της. Ουδέποτε δι' όλης της ζωής του έσχε στέγην, την οποίαν να δύναται να ονομάση ιδικήν Του. Η ταπεινή οικία της Ναζαρέτ ήτο κοινή εις πολλούς «αδελφούς» και οικείους. Και η οικία η εν Καπερναούμ, την οποίαν τόσον συχνά επεσκέπτετο δεν ήτο κτήμα Του· εδανείσθη Αύτω υφ' ενός των μαθητών Του. Ουδέποτε ανήκεν εις Αυτόν ενός ποδός πλάτος επί της γης την οποίαν ήλθε να σώση. Δεν εμάθομεν αν τις εκ των επαιτών οίτινες είνε τόσον πολυάριθμοι εις πάσαν ανατολικήν χώραν, και τόσον οχληροί Του εζήτησέ ποτε ελεημοσύνην. Εάν τούτο εγίνετο, θα ηδύνατο ν' απαντήση μετά του Πέτρου, «Αργύριον και χρυσίον ουκ έχω, ό έχω, τούτο σοι δίδωμι». Η τροφή του ήτο λιτή. Ήτο πρόθυμος εντοσούτω όταν εκαλείτο, να μετέχη της αθώας χαράς του Σίμωνος, του Λευί, της Μάρθας ή το νυμφίου του εν Κανά γάμου. Αλλ' η συνήθης τροφή Του ήτο τόσον απλή όσον η του ταπεινωτάτου των αγροτών· κρίθινος άρτος, οψάρια αλιευόμενα εν τη λίμνη και οπτιόμενα επί της άμμου, και ενίοτε τεμάχιον «μελισσίου κηρίου» ή μελόπηττας, ίσως εκ του αγρίου μέλιτος, οποίον ευρίσκετο τότε άφθονον εν Παλαιστίνη. Και όμως οι εχθροί Του έλεγον, «Ίδε, άνθρωπος φάγος και οινοπότης!» Εντοσούτω ο Ιησούς, καίτοι πτωχός, δεν ήτο επαίτης. Ουδέποτε υπεστήριξε τον επαιτικόν βίον, ουδ' είπε λέξιν ήτις να δύναται να διαστραφή εις σύστασιν υπέρ της επαιτείας, την οποίαν ως τελειοποίησιν της ευσεβείας ανεκήρυξαν θρησκευτικοί τινες μεταρρυθμισταί. Ουδέποτε εδέχθη ελεημοσύνην. Αυτός και η μικρά συνοδία Του έζων από τας νομίμους κτήσεις των, ή από το πρωιόν της εργασίας των, είχον δε και γλωσσόκομον ιδικόν των, προς τε ιδίαν χρήσιν και διά τα ελέη τα εις άλλους. Εκ τούτου εφρόντιζον διά τα απλούστερα τα αναγκαιούντα εις το Πασχάλιον γεύμα, και διένεμον ό,τι ηδύναντο εις τους πτωχούς. Πλην ο Χριστός δεν φαίνεται ο ίδιος να έδωκε χρήματα εις τους πτωχούς, επειδή τους έδιδε πλουσιώτερα δώρα υπέρ το χρυσίον και το αργύριον. Όταν δε «οι τα δίδραχμα συλλέγοντες» διά την υπηρεσίαν του ναού ήλθον προς τον Πέτρον, ούτε αυτός ούτε ο Διδάσκαλος του είχον πρόχειρον το μικρόν ποσόν· ο Υιός του Ανθρώπου δεν είχεν επιγείους κτήσεις ειμή τα ενδύματα τα οποία εφόρει.
Ήτο δε, ως είδομεν, και ζωή εργασίας και καμάτου· καμάτου κατ' αρχάς διά να βοηθήση διά της εργασίας των χειρών τους οικείους Του, και καμάτου ύστερον διά να σώση τον κόσμον. Είδομεν ότι «περιήρχετο αγαθοποιών», και ότι τούτο αποτελεί την υψίστην πρωτοτυπίαν της ανθρωπίνης ζωής Του. Εις πάσαν στιγμήν ήτο έτοιμος εις πάσαν πρόσκλησιν, είτε από αιτούντα όστις επόθει να διδαχθή, είτε από πάσχοντα όστις είχε πίστιν ίνα ιαθή. Διδάσκων, κηρύττων, οδοιπορών, ποιών έργα ελέους, υπομένων μακροθύμως την φορτικην ανυπομονησίαν των σκληροτραχήλων και αμαθών, υποφέρων αγογγύστως την ιδιοτελή καταπίεσιν του πλήθους, εχάριζεν όλην την ενεργητικότητά του εις την εργασίαν ταύτην. Οι Ευαγγελισταί διηγούνται ουχί άπαξ, ότι τοσούτοι ήρχοντο και απήρχοντο, ώστε δεν έμενε καιρός «ουδέ δειπνήσαι». Δι' Εαυτόν εφαίνετο μη ζητών άλλην αναψυχήν ειμή τας ησύχους ώρας της νυκτός, οπότε συχνά απεχώρει ίνα προσευχηθή εις τον ουράνιον Πατέρα Του εν μέσω της μοναξίας του όρους την οποίαν τόσον ηγάπα.
Ήτο δε η ζωή Του και ζωή υγιείας. Εν μέσω των πολλών θλίψεων και δοκιμασιών της η αρρωστία έλειπεν. Ακούομεν ότι εθεράπευσε πλήθη ασθενών· αλλ' ουδέποτε ηκούσαμεν ότι ο ίδιος ησθένησεν. Είνε αληθές ότι ο Ησαΐας προφητεύει: «Αυτός ήνεγκε τας θλίψεις ημών και εβάστασε τας οδύνας ημών· και ελογισάμεθα Αυτόν εν πληγή από Θεού και εν θλίψει. Αυτός δε ετραυματίσθη διά τας αμαρτίας ημών και μεμωλώπισται διά τας ανομίας ημών· παιδεία ειρήνης ημών επ' Αυτόν, και τω μώλωπι Αυτού ημείς ιάθημεν». Αλλ' η αρίστη ερμηνεία της περικοπής ταύτης εδόθη ήδη εκ του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, ότι συνέπασχε μετ' εκείνων ους έβλεπε πάσχοντας. Συνεκινείτο από την αίσθησιν των αδυναμιών μας· η θεία συμπάθειά Του έκαμνε τα παθήματα ταύτα ως ιδικά Του. Βέβαιον είνε ότι η ιστορία της ζωής και του θανάτου Του δεικνύει εκτάκτους δυνάμεις σημαντικής αντοχής. Ουδείς όστις να μη ήτο πεπροικισμένος με εντελή ευρωστίαν θα ηδύνατο να επαρκέση εις τας βαρείας απαιτήσεις τοιούτου πολυμόχθου βίου, οίον περιγράφουσι τα Ευαγγέλια, υπέρ παν άλλο φαίνεται να είχε το δώρημα εκείνο του ευκόλου ύπνου, όστις είνε το φυσικόν αντίδοτον του καμάτου, και το άριστον δραστικόν προς καταπράυνσιν του κεκμηκότος πνεύματος. Και επί του μικρού καταστρώματος του αλιευτικού πλοιαρίου, καθώς ελικνίζετο τούτο υπό των κυμάτων της τρικυμιώδους θαλάσσης, εδυνήθη να κοιμηθή. Και συχνά εις τας νύκτας εκείνας τας υπό τον έναστρον ουρανόν εις την ερημίαν, δεν θα είχεν άλλην στρωμνήν παρά την χλόην, ουκ' άλλο σκέπασμα παρά το ίδιον ιμάτιον. Και θα ίδωμεν εις την τελευταίαν θλιβεράν σκηνήν πως η αυτή ευρωστία και ζωτικότης, μεθ' όσα υπέφερε, Τον έκαμαν να βαστάση, ύστερον από νύκτα αϋπνίας, επί δεκαπέντε ώρας δίκης και βασάνου, και την μακράν αγωνίαν του πικρού θανάτου.
Και πάλιν, πρέπει η ζωή Του να ήτο ζωή οδύνης, διότι ορθώς απεκλήθη ο Άνθρωπος των Οδυνών. Αλλ' όμως νομίζομεν, ότι δυνατόν να υπάρξη πλάνη εδώ. Οι όροι λ ύ π η και χ α ρ ά, είνε λίαν σχετικοί, και ειμπορούμεν να είμεθα βέβαιοι ότι εάν υπήρχεν υπερβάλλουσα λύπη, η λύπη της συμπαθείας προς τους πάσχοντας (εκ των Ευαγγελιστών ο Ματθαίος, ο Μάρκος και ο Λουκάς μαρτυρούσιν ότι ε σ π λ α χ ν ί ζ ε τ ο, πάλιν ο Μάρκος ότι σ υ ν ε λ υ π ε ί τ ο, πάλιν ο Λουκάς ότι έ κ λ α υ σ ε, και ο Ιωάννης ότι ε σ τ έ ν α ξ ε ν, ε ν ε β ρ ι μ ή σ α τ ο τ ω π ν ε ύ μ α τ ι, εδάκρυσε), η λύπη της απορρίψεως υπ' εκείνων ους ηγάπα, η λύπη του ότι εμισείτο υπ' εκείνων ους ήλθε να σώση, αι λύπαι του Αίροντος τας αμαρτίας του κόσμου, αι λύπαι της τελευταίας αγωνίας Του επί του σταυρού, όταν εφάνη ως εάν και ο ουράνιος Πατήρ Του Τον εγκατέλιπε — βεβαίως όμως υπήρχε και χαρά άφθονος. Διότι η χειρίστη όλων των θλίψεων, ήτις είνε η συνείδησις της αποξενώσεως από του Θεού, η αίσθησις του αίσχους και της ενοχής και της εσωτερικής ευτελείας, η φρενίτις της αυτοαπεχθείας, δι' ης ως διά πυρίνης μάστιγος η εγκαταλελειμμένη ψυχή εξωθήται εις ανήκεστον απόγνωσιν, αυτή έλειπεν ολοσχερώς· και αφ' ετέρου, η χαρά της ασπίλου συνειδήσεως, η ευφροσύνη μιας ψυχής απείρως απεχούσης από πάσης σκιάς ποταπότητος και πάσης ενοχής, η χαρμονή μιας υπάρξεως εντελώς αφιερωμένης εις την υπηρεσίαν του Θεού και την αγάπην του ανθρώπου, τούτο πάντοτε παρίστατο Αυτώ πληρέστατα. Βεβαίως τούτο δεν είνε ό,τι ο κόσμος χαράν ονομάζει· δεν ήτο η ευθυμία της κουφότητος, δεν ήτο ο γέλως της μωρίας· εκ του είδους τούτου της χαράς ελάχιστα έχει ο βίος δι' άνθρωπον τι πράγματι σημαίνει ο βίος. Αλλά καθώς λέγει ο Λατίνος πατήρ η αληθής χαρά έγκειται εις τα σοβαρά πράγματα, και εκ της βαθείας πηγής της ζωής ήτις κείται εις την καρδίαν των πραγμάτων, και ο Άνθρωπος των Οδυνών ηδυνήθη μεγάλας σταγόνας να πίη. Καίτοι δε οι Ευαγγελισταί δεν μας λέγουν ότι εγέλασεν, ενώ μας λέγουν ότι εστέναξε, και έκλαυσε, και εδάκρυσεν, αφ' ετέρου μας διηγούνται ότι, «Εν εκείνη τη ώρα ο Ιησούς ηγαλλιάσατο τω πνεύματι». Μη τούτο άπαξ μόνον συνέβη;
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΓ'. Μεγάλα θαύματα του Ιησού
Αι παραβολαί. — Η παραβολή του σπορέως. — Η ανατολική όχθη. — Η τρικυμία. — «Ποδαπός εστιν ούτος»; — Η χώρα των Γεργεσηνών. — Ο γυμνός δαιμονιζόμενος από τους τάφους. — «Λεγεών όνομά μοι». — Ο πνιγμός των χοίρων.
Ευθύς μετά την προειρημένην αποστολικήν πορείαν, ο Λουκάς προσθέτει ότι, όταν ο Ιησούς είδεν ότι μέγα πλήθος Τον περιεστοίχιζεν εκ πάσης πόλεως, ωμίλησεν εν παραβολή. Εκ των δύο άλλων Ευαγγελιστών μανθάνομεν ότι αύτη ήτο η πρώτη φορά καθ' ην ωμίλησεν εν παραβολαίς, και ότι ελάλει προς το πλήθος το πληρούν την όχθην ενώ ο Κύριος ημών εκάθητο επί του προσφιλούς Αυτώ άμβονος του πλοίου, το οποίον ετηρείτο δι' Αυτόν εν τη λίμνη.
Η παραβολική μορφή της διδασκαλίας δεν ήτο καινοφανής. Οι Ιουδαίοι ήσαν συνειθισμένοι εις τας παραβολάς, πολλαί δε υπάρχουσι και εν τη Παλαιά Διαθήκη. Αλλά το πνεύμα των παραβολών του Χριστού ήτο εις ύπατον βαθμόν μοναδικόν και απαράμιλλον. Τίποτε το οποίον να πλησιάζη εις το βάθος και την δύναμίν των, εις το σύντομον και εις το εξόχως σοφόν και υψηλόν δεν υπάρχει ούτε εις την Παλαιάν Διαθήκην ούτε εις όλην την φιλολογίαν της ανθρωπότητος.
Ο Χριστός αντί παντός προοιμίου έλεγεν «Ακούσατε». Ήθελε διά τούτου να επιστήση την προσοχήν, όχι απλήν την περιέργειαν ή και το ενδιαφέρον να κινήση, αλλ' ηξίου προ πάντων την προσοχήν, και υπεδείκνυε την ευθύνην, των μη θελόντων ν' ακούσωσι και να ωφεληθώσιν.
Και διά να δείξη εις αυτούς, ότι ο μόνος αληθής καρπός της αγαθής διδασκαλίας είνε η αγιότης του βίου, και πολλά υπήρχον τα δυνάμενα να παρεμποδίσωσι την επίτευξίν της, διηγήθη την πρώτην παραβολήν Του, την παραβολήν του Σπείροντος. Τα χρώματα ταύτης ελήφθησαν ως συνήθως από τα αμέσως προ των οφθαλμών Του αντικείμενα· τους εσπαρμένους αγρούς της Γεννησαρέτ, τους αυξομένους αστάχυς, τον πεπατημένον δρομίσκον όστις διήρχετο δι' αυτών· τα αναρίθμητα πετεινά του ουρανού τα οποία περιίπτανται επ' αυτών, κτλ. Δι' ημάς τους παιδιόθεν αναγνόντας την παραβολήν παραλλήλως με αυτήν του Χριστού την ερμηνείαν, η έννοια είνε σαφεστάτη και εναργεστάτη. Αλλά δεν ήτο τόσον εύκολος δι' εκείνους οίτινες την ήκουσαν. Αυτοί οι μαθηταί επεφυλάχθησαν να ερωτήσωσι τον Ιησούν κατ' ιδίαν περί της εννοίας της. Άλλας παραβολάς είπε, την ημέραν εκείνην ή ύστερον, την περί του κόκκου του σινάπεως, την περί της ζύμης, περί του κρυπτού θησαυρού, του μαργαρίτου, της σαγήνης κτλ.
Μέθοδος διδασκαλίας τόσον σπανία, τόσον ελκυστική και πλήρης ενδιαφέροντος, μέθοδος ήτις, εις το απρόσιτον κάλλος και την τελειότητά της, είνε μοναδική εις τα χρονικά του ανθρωπίνου λόγου, αναμφιβόλως θα έτεινε ν' αυξήση πέρα παντός μέτρου τα πλήθη, τα οποία συνέρρεον διά ν' ακούσωσι. Και καθ' όλην την δείλην εξηκολούθει να διδάσκη αυτούς, μόλις κατορθώσας να τους απολύση την εσπέραν. Τότε κόπωσις και ανάγκη μοναξίας και ύπνου φαίνεται ότι κατέλαβε τον Κύριον, ήτις ίσως επεταχύνθη εκ της προσπαθείας της μητρός Του και των οικείων Του να έλθωσι προς Αυτόν, μη δυνηθέντες να πλησιάσωσιν εκ του συνωθισμού του πλήθους. Ο Κύριος επί μάλλον ησθάνθη τότε την ανάγκην της μονώσεως. Αφού απέπεμψε το πλήθος, οι μαθηταί τον επεβίβασαν «ως είχεν» εις το πλοίον. Επόθησε την ήρεμον μοναξίαν της ανατολικής όχθης. Και η δυτική όχθη είνε ερημική την σήμερον, αλλ' η ανατολική όχθη είνε η μοναξία αυτή. Ούτε δένδρον ούτε χωρίον ούτε ψυχή ανθρωπίνη ούτε κατοικία απλή φαίνεται, ειμή μόνον η σειρά των λόφων των χθαμαλουμένων βαθμηδόν προς την όχθην. Εις τους χρόνους του Κυρίου, η αντίθεσίς της αραιώς κατοικουμένης ταύτης πλευράς προς τας πολυανθρώπους πόλεις τας κειμένας επί της πεδιάδος Γεννησαρέτ θα ήτο πολύ μεγάλη· καίτοι δε ο διεσπαρμένος πληθυσμός της Περαίας συνίστατο εν μέρει εξ εθνικών, Τον ευρίσκομεν ουχί σπανίως διαπλέοντα την λίμνην διά ν' απομακρυνθή από του πλήθους.
Αλλά πριν αναχθή το πλοίον, άλλη αξιοσημείωτος διακοπή επήλθε. Τρεις των ακροατών Του αλλεπάλληλοι, εκπλαγέντες ίσως υπό της δυνάμεως της νέας μεθόδου της διδασκαλίας Αυτού, έκθαμβοι δε εκ της άκρας δημοτικότητός Του, επεθύμησαν, ή εφαντάσθησαν ότι επεθύμησαν, να προσκολληθώσιν εις Αυτόν ως διαρκείς μαθηταί Του. Ο πρώτος ήτο είς των Γραμματέων, όστις, νομίσας αναμφιβόλως ότι ο επίσημος βαθμός του θα τον καθίστα οπαδόν ευπρόσδεκτον, έκραξε: «Κύριε, ακολουθήσω Σοι όπου αν υπάγης». Αλλ' Εκείνος όστις εκάλεσε τον μισούμενον τελώνην, απεθάρρυνε τον ευυπόληπτον Γραμματέα, επειδή εγνώριζεν, ότι η επιθυμία του δεν ήτο σταθερά. «Αι αλωπεκές, είπε, φωλεούς έχουσι, και τα πτηνά του ουρανού κατασκηνώσεις, ο δε Υιός του Ανθρώπου ουκ έχει πού την κεφαλήν κλίνη».
Ο δεύτερος ήτο ήδη εν μέρει μαθητής, αλλ' επεθύμει να γείνη εντελής ακόλουθος, μόνον ότι είχεν ανάγκην να θάψη τον πατέρα του. «Ακολούθει μοι, απήντησεν Εκείνος, και άφες τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς». Ο Θεοφύλακτος ερμηνεύει ότι το αίτημα του ανθρώπου ήτο να μείνη κατ' οίκον μέχρι του θανάτου του πατρός του, και είτα ν' ακολουθήση τον Χριστόν.
Άλλοι δε παρετήρησαν ότι, αν είχεν αποθάνη πράγματι ο πατήρ του, δεν θα ηδύνατο, ως ακάθαρτος, κατά τας λευιτικάς διατάξεις να πλησιάση εις το πλήθος. Όπως και αν έχη η έννοια της απαντήσεως του Χριστού είνε ανάλογος με το «Ο φιλών πατέρα ή μητέρα υπέρ Εμέ ουκ έστι Μου άξιος».
Και η απάντησις εις τον τρίτον δεν ήτο ανόμοιος. Ούτος εζήτει άδειαν ν' αποχαιρετίση τους οικείους του κατ' οίκον. «Ουδείς επιβαλών την χείρα αυτού επί το άροτρον (είπεν ο Χριστός) και εμβλέπων εις τα οπίσω εύθετος εστιν εις την βασιλείαν των ουρανών». Με τους λόγους τούτους του Χριστού πόσοι άγιοι της Εκκλησίας, πόσοι όσιοι Ερημίται, να παρηγορήθησαν διότι εγκατέλιπον τους οικείους των και έκοψαν πάντα γήινον δεσμόν!
Ούτω παρήλθον και αι νέαι αύται βραδύτητες, και το πλοιάριον ανεπέτασσε τα ιστία διά τον πλουν. Αλλά και τώρα ο Ιησούς παρηκολουθείτο υπό οπαδών, διότι ως διηγείται ο Μάρκος και άλλα πλοία έπλεον μετ' Αυτού. Αλλά ταύτα κατά πάσαν πιθανότητα εσκορπίσθησαν, ή επόδισαν πτοηθέντα από τα σημεία της συναγομένης τρικυμίας. Ο δε Ιησούς ανέκλινε την κεφαλήν επί το προσκεφάλαιον, ήτοι το βόρσινον κάθισμα του πηδαλιούχου, και εκοιμήθη τον βαθύν ύπνον του κεκμηκότος, τον γαλήνιον ύπνον εκείνων, οίτινες είνε εν ειρήνη μετά του Θεού.
Και αυτός ο ύπνος ο τόσον αναγκαίος, ήτο προωρισμένος ταχέως και βιαίως να διαταραχθή. Όλοι οι περιηγηταί εκ συμφώνου μαρτυρούσι πόσον βίαιαι και αιφνίδιαι γίνονται εις την λίμνην εκείνην αι μαρτυρίαι. Τοιαύτη λαίλαψ ανέμου μεγάλη κατέβη τότε εις την λίμνην, ως διηγώνται οι ιεροί Ευαγγελισταί. Εν ακαρεί σφοδρότητος ανεμοστρόβιλος ενέσκηψε, και τα κύματα ωρχούντο μανιωδώς. «Το πλοίον εκαλύπτετο υπό τον κυμάτων. Αυτός δε εκάθευδε». Τα κύματα έπεσον επ' Αυτόν τον Ιησούν, αλλ' Αυτός δεν εξύπνα. Έως τώρα οι μαθηταί δεν ετόλμησαν να τον εξυπνήσουν. Αλλ' ήδη το πλοίον ήρχισε να βυθίζεται, «Κύριε, σώσον ημάς, απολλύμεθα», έκραξαν τότε οι μαθηταί. Η φοβερά τρικυμία ήτις κατετρόμαξε τους μαθητάς δεν ετάραξε τον Ιησούν. Χωρίς κανέν σημείον συγχύσεως, ο Χριστός υπηγέρθη επί του αγκώνος, και πρώτον επράυνε την τρικυμίαν της ψυχής των μαθητών.
«Ινατί δειλοί εστε, ολιγόψυχοι;» τους είπεν.
Είτα εγερθείς, και σταθείς με όλην την γαλήνην φυσικού μεγαλείου επί της πρύμνης, ενώ ο ανεμοστρόβιλος έσεισεν επί μίαν στιγμήν μόνον τα κυματίζοντα ενδύματά Του και την κόμην Του, ενέβλεψεν εις το σκότος, και η Φωνή Του ηκούσθη εν μέσω του ρόχθου και του μυκηθμού των τεταραγμένων στοιχείων, λέγουσα (το αμετάφραστον εκείνο εις πάσαν άλλην γλώσσαν):
«&Σιώπα! πεφίμωσο!&»
Και εν ακαρεί ο άνεμος εκόπασε, και έγεινε γαλήνη. Και καθώς τα άστρα ήρχισαν ν' αντανακλώνται ακόμη επί των γαληνιασάντων κυμάτων, όχι μόνον οι μαθηταί, αλλά και οι ναύται εψιθύριζον προς αλλήλους: «Τις εστιν ούτος;»
Ω, το μεγαλείον του «Γενηθήτω φως» είνε ακαταλήπτου Θεού καταληπτόν μεγαλείον· αλλά το μεγαλείον του Θεού, γενομένου ανθρώπου, επιτιμώντος την τρικυμίαν, μ' εκείνο το «Σιώπα πεφίμωσο!» είνε πολύ καταπληκτικώτερον.
Τούτο είνε καταπληκτικόν θαύμα, έν εξ εκείνων δι ων δοκιμαζόμεθα, αν τω όντι πιστεύωμεν εις το πιστευτόν του θαυμασίου ή όχι· έν των θαυμάτων εκείνων των κραταιών, τα οποία δεν δύνανται, όπως πολλά θαύματα ιάσεων, να εξηγηθώσι διά των υφισταμένων νόμων. Ο σκοπός μου δεν είνε εις το βιβλίον τούτο να πείσω τους απίστους, ή να λογομαχήσω με τους αμφιβάλλοντας. Ουδέν ήττον, ας μοι συγχωρηθή να είπω ολίγας λέξεις. Ηρώτησάν τινες αν πρέπει να εξηγηθή το θαύμα τούτο κατά γράμμα, ή αν πρέπει να ερμηνευθή καθώς ερμηνεύουσιν άλλοι τα θαύματα ονομαστών Αγίων, ως του Αγ. Νικολάου, φέρ' ειπείν — ότι δηλ. η γαλήνη και η αταραξία του Χριστού μετέδωκε την γαλήνην και αταραξίαν εις τα πνεύματα των μαθητών Του, και ότι εν τω μεταξύ η τρικυμία εκόπασεν εκ φυσικών αιτίων(!!). Αποκρίνομαι ότι, εάν τούτο ήτο το μόνον θαύμα εν τω βίω του Χριστού· εάν τα Ευαγγέλια ήσαν ανακριβή και αμάρτυρα· εάν υπήρχέ τι εκ των προτέρων απίστευτον εις το υπερφυσικόν· εάν δεν υπήρχον προβλέψεις του Θεού κατά τους δεκαεννέα τούτους αιώνας προς επιμαρτυρίαν του έργου και της θεότητος του Χριστού, τότε ίσως δεν θα υπήρχε δυσχέρεια εις τοιαύτην ερμηνείαν. Αλλ' εάν πιστεύωμεν ότι ο Θεός διέπει τα σύμπαντα· εάν πιστεύωμεν ότι ο Χριστός ηγέρθη· εάν έχωμεν λόγους να διατηρώμεν, μεταξύ των βαθυτάτων πεποιθήσεων της υπάρξεώς μας, την βεβαιότητα ότι ο Θεός δεν μετεβίβασε την κυριαρχίαν Του ή την πρόνοιάν Του εις την άνουν, άψυχον, ανηλεή υπουργίαν των υλικών δυνάμεων· εάν βλέπωμεν εις πάσαν σελίδα των Ευαγγελιστών την ήρεμον απλότητα φιλαλήθων και πιστών μαρτύρων· εάν βλέπωμεν εις παν έτος της μετέπειτα ιστορίας και εις πάσαν εμπειρίαν του ατομικού βίου επιβεβαίωσιν της μαρτυρίας την οποίαν εκείνοι έδωκαν, τότε οφείλομεν μήτε να προσκολλώμεθα εις ορθολογιστικάς ερμηνείας, μήτε πολύ να σκανδαλιζώμεθα αν άλλοι προαιρούνται αυτάς. Όστις πιστεύει, όστις γνωρίζει το λυσιτελές της προσευχής, όστις ησθάνθη πως η φωνή του Σωτήρος, από γενεάς εις γενεάν ακουσθείσα, επράυνε και πραΰνει πολύ αγριωτέρας τρικυμίας από εκείνας αίτινες ετάραξάν ποτε τους κόλπους της λίμνης της Γαλιλαίας· όστις βλέπει εν τω προσώπω του Λυτρωτού γεγονός πολύ καταπληκτικώτερον και μεγαλειότερον ή όλας εκείνας τας παρατηρηθήσας σχέσεις, τας οποίας οι άνθρωποι προικίζουσι με φανταστικήν παντοδυναμίαν και προσκυνούσιν υπό το όνομα των Νόμων της φύσεως — δι' αυτόν τουλάχιστον δεν θα είνε ούτε δυσκολία ούτε δισταγμός ίνα υποθέση ότι ο Χριστός, επιβαίνων του βυθιζομένου ήδη πλοιαρίου, εξέφερε το πρόσταγμά Του, και ότι ο άνεμος και η θάλασσα υπήκουσαν· ότι ο λόγος Του υπήρξεν όντως ισχυρότερος μεταξύ των κοσμικών δυνάμεων από μίλια ταραττομένου ύδατος ή από λεύγας πνέοντος ανέμου.
Υπάρχει άφατος δύναμις και ζωηρότης εις το «Σιώπα, πεφίμωσο», του Μάρκου, και ο παρακείμενος της προστακτικής σημαίνει, ότι το αποτέλεσμα ώφειλε να είνε ακαριαίον και αποφασιστικόν.
Ούτε εις την απωτέραν όχθην έμελλε να εύρη ο Ιησούς ησυχίαν και ανάπαυσιν. Μόλις έφθασεν εις το μέρος εκείνο της Περαίας, το οποίον καλείται υπό του Ματθαίου «η χώρα των Γεργεσηνών», και τον συνήντησε δείγμα της ανθρωπίνης μανίας και εκπτώσεως πολύ τρομερώτερον από την λύσσαν της τεταραγμένης θαλάσσης. Μόλις είχεν αποβιβασθή ότε ένδοθεν των μνημείων ή πετρίνων τάφων ώρμησεν ενώπιόν του είς άνθρωπος δαιμονισμένος. Δεν υπήρχον τότε ούτε φρενοκομεία ούτε σωφρονιστήρια ούτε άσυλα, και οι δυστυχείς επικίνδυνοι μανιακοί απηλαύνοντο και περιωρίζοντο εις έρημα και ακατοίκητα μέρη. Υπάρχει δε αφθονία βραχωδών σπηλαίων και άντρων εν Παλαιστίνη, και ταύτα εχρησίμευον συνήθως ως τάφοι. Η κατοικία δε την οποίαν εύρισκον εκεί οι παράφρονες τους έκαμνε να χειροτερεύσουν, και ο περί ου ο λόγος είχε καταντήσει εις το μη περαιτέρω της μανίας. Πολλάκις είχον αποπειραθή να τον δέσουν, αλλ' ούτος εν τω παροξυσμώ της μανίας του είχεν εξασκήσει την υπεράνθρωπον εκείνην δύναμιν, την οποίαν μετέδιδαν αυτώ τα πονηρά πνεύματα, και είχε κόψει τας αλύσεις και τα δεσμά. Και τώρα, ημέραν και νύκτα, τα άντρα αντήχουν από τους ολολυγμούς του, και ήτο αφόρητος εις τον ίδιον εαυτόν του και εις τους άλλους.
Αυτή η φρικώδης μορφή του γυμνού μανιακού συνήντησε τον Κύριον ημών ευθύς ως απέβη εις την όχθην περί όρθρον. Ο είς των Ευαγγελιστών αναφέρει ενταύθα δύο δαιμονιζομένους, αλλά τούτο ουδόλως βλάπτει. Έτερον εστι, λέγει ο θείος Χρυσόστομος, το διαφόρως ειπείν και το μαχομένως ειπείν. Η παρουσία, το βλέμμα, η φωνή του Χριστού, και πριν ομιλήση ακόμη εις τους πάσχοντας τούτους, φαίνεται ότι τους εξήπτε πάντοτε και τους κατετρόμαζε, και ούτος ο δαιμονισμένος της χώρας των Γεργεσηνών δεν απετέλεσεν εξαίρεσιν του κανόνος. Αντί να επιπέση κατά των μαθητών, με λίθους και με αγρίας κραυγάς, καθώς έπραττε κατά των άλλων ανθρώπων, έτρεξε προς τον Ιησούν από μακρόθεν, και έπεσε προ Αυτού εις θέσιν προσκυνήσεως. Ενώσας την φωνήν του με την των κατεχόντων αυτόν δαιμόνων, παρεκάλει μετ' αυτών τον Ιησούν να μη τους βασανίση προ καιρού, μήτε να τους στείλη εις την άβυσσον.
Ποίον είνε το όνομά σου; Τον ηρώτησεν ο Ιησούς. Εκείνος ή τα δαιμόνια απήντησαν: — «Λεγεών όνομά μοι, ότι πολλοί εσμεν». Ο άνθρωπος είχε χάσει το ατομικόν όνομά του. Είχε χωθή τούτο ανάμεσα εις το πλήθος εκείνο των δαιμόνων. Και πάλιν παρεκάλεσε να μη τους κλείση εις την άβυσσον, αλλά να τους επιτρέψη να εισέλθουν εις την αγέλην των χοίρων.
Η επακολουθούσα διήγησις είνε δύσληπτος δι' ημάς. Δεν έχομεν την κλείδα της αληθούς σημασίας της. Η αφήγησις του Λουκά έχει ως εξής: Ην δε εκεί αγέλη πολλών χοίρων βοσκομένη· και ικέτευσαν αυτόν όπως επιτρέψη αυτοίς, εις τούτους εισελθείν. Και επέτρεψεν αυτοίς. Τότε εξήλθον τα δαιμόνια από του ανθρώπου και εισήλθον εις τους χοίρους. Και έπεσε πάσα η αγέλη επί τον κρημνόν και απεπνίγησαν».
Η μόνη δυσκολία συνίσταται ενταύθα εις το να εννοηθή, διατί ο Ιησούς να επιτρέψη τον πνιγμόν των ζώων εκείνων. Η δε πιθανωτέρα εξήγησις των αρχαίων πατέρων της εκκλησίας είνε ότι ηθέλησε να δείξη ότι ηδύνατο και εγνώσμιον ζημίαν να κάμη εις τους ανθρώπους τους αμαρτωλούς, μη ανεχθείς δε να βλάψη λογικόν πλάσμα, απέδειξε την δύναμιν ταύτην εις τους πνιγέντας χοίρους και εις την ξηρανθείσαν συκήν(5).
Ότι όλη η σκηνή υπήρξε βιαία και τρομακτική φαίνεται εκ του γεγονότος ότι οι φυλάσσοντες τους χοίρους έφυγον εις την πόλιν και ανά την χώραν. Ο λαός των Γεργεσηνών και των Γαδαρηνών και όλων των περιχώρων έτρεξε να ίδη τον Ισχυρόν Ξένον όστις ούτω πως επεσκέφθη η επέσκηψεν επί τας όχθας των. Ποίον πειστικώτερον τεκμήριον της ισχύος Του και της αγαθοποιίας Του ηδύναντο να ίδωσιν, ειμή το θέαμα του ιαθέντος ανθρώπου, «ιματισμένου και σωφρονούντος», καθημένου παρά τους πόδας του Ιησού;
«Και εφοβήθησαν» — εφοβήθησαν περισσότερον εκείνην την Αγίαν Παρουσίαν ή τας προλαβούσας μανίας του ενεργουμένου. Ο άνθρωπος εσώθη· αλλά τι προς αυτούς αφού δισχίλιοι εκ των χοίρων των επνίγησαν! Τα πολύτιμα θρέμματά των ήσαν προφανώς εις κίνδυνον. Η πλεονεξία και απληστία παντός αποστάτου Ιουδαίου και παντός χαμερπούς εθνικού διεκυβεύετο με το να δέχωνται εις την χώραν των τοιούτον άνθρωπον, οποίος τους εφάνη ο Ιησούς. Μετ' επονειδίστου ομοθυμίας τον παρεκάλεσαν ν' απέλθη το ταχύτερον από τα μέρη των. Εθνικοί άμα και Ιουδαίοι είχον αναγνωρίσει ήδη την αλήθειαν ότι ο Θεός ενίοτε απαντά εις τας κακάς παρακλήσεις εν τη βαθυτάτη οργή Του. Αυτός ο Ιησούς είχε διδάξει τους μαθητάς Του να μη δίδωσι τα άγια εις τους κύνας μηδέ να βάλλωσι τους μαργαρίτας έμπροσθεν των χοίρων. Είχε διαβή πέραν της λίμνης προς ησυχίαν και ανάπαυσιν, επιθυμών να μεταδώση και προς τους ημιεθνικούς εκείνους τα ευεργετήματα της βασιλείας του Θεού. Αλλ' εκείνοι ηγάπων τας αμαρτίας των και τους χοίρους των, απέρριψαν δε τας ευεργεσίας Του, και Τον παρεκάλεσαν ν' απέλθη.
Εκείνος απήλθεν, αλλ' ουχί εν οργή. Είχε πράξει έν έργον ελέους· είς αμαρτωλός είχε σωθή· από μίαν ψυχήν είχον εξέλθη τα ακάθαρτα πνεύματα. Και ο πρώην δαιμονιζόμενος παρεκάλει να μένη μετ' Αυτού πάντοτε. Αλλ' ο Ιησούς παρήγγειλεν αυτώ να υπάγη εις τους οικείους του να διηγηθή, πως ο Κύριος τον εσπλαγχνίσθη και εποίησε μέγα σημείον επ' αυτόν, και ούτως απήλθεν από της χώρας των Γεργεσηνών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΔ' Εις την οικίαν του Ματθαίου
Επάνοδος εις Καπερναούμ — Ο παραλυτικός καταβιβαζόμενος διά της στέγης. — «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». — Η οργή των Φαρισαίων. — Περί νηστείας ζήτημα. — Ο νέος οίνος και ο παλαιός.
Ίσως ήτο μεσημβρία της αυτής ημέρας, όταν ο Ιησούς επέστρεψεν πάλιν εις την κοιλάδα της Γεννησαρέτ. Οι λαοί ανεγνώρισαν το ιστίον του επιστρέφοντος πλοίου, και πολύ πριν φθάση εις την όχθην, τα πλήθη συνηθροισμένα τον επερίμεναν και τον υπεδέχθησαν ευφροσύνως.
Πρώτον ο Ιησούς επεσκέφθη την Καπερναούμ, ήτις εθεωρείτο νυν ως ιδία Αυτού πόλις. Μετέβη εις την οικίαν, πιθανώς την του Πέτρου, την οποίαν συνήθως μετεχειρίζετο οσάκις διέτριβεν εις Καπερναούμ. Εκεί το πλήθος συνέρρευσεν αναρίθμητον, κ' εγέμισε την οικίαν και την αυλήν, ώστε ούτε εις την θύραν ηδύνατό τις να πλησιάση. Αλλ' υπήρχεν είς δυστυχής πάσχων, είς παραλυτικός επί κρεββάτου, όστις επεθύμει εκ παντός τρόπου να πλησιάση. Και οι τέσσαρες οι βαστάζοντες αυτόν, βλέποντες ότι δεν ηδύναντο να φθάσωσιν εις τον Ιησούν διά μέσου του πλήθους, ανήλθον εις την οροφήν, χθαμαλήν καθώς αι των οικιών της Ανατολής, και ανοίξαντες ρωγμήν εις την στέγην, δι' άρσεως των κεράμων, κατεβίβασαν διά σχοινιών τον κράββατον μετά του παραλυτικού, ακριβώς εις το μέρος όπου εκάθητο ο Ιησούς.
Ο άνθρωπος εσιώπα έντρομος, αλλ' ο Ιησούς ευχαριστηθείς από την τόλμην και την πίστιν την οποίαν εμαρτύρει η πράξις, είπεν αυτώ: «θάρσει, τέκνον, αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Ο Κύριος είχε παρατηρήσει ήδη πρότερον την δυσμενή εντύπωσιν την οποίαν επροξένουν οι εκπληκτικοί ούτοι λόγοι εις τους παρισταμένους. Πάλιν παρετήρησε τούτο εις τα βλέμματα τα οποία αντήλλαξαν οι παρόντες Γραμματείς, και από το ήθος του προσώπου των. Αλλά την φοράν ταύτην επροκάλεσεν ο ίδιος την προσοχήν εις τους λόγους Του, και διά θαύματος τους εδικαιολόγησε. «Τι ούτος λαλεί βλασφημίας;» έλεγον προς αλλήλους οι Φαρισαίοι. Τι είνε ευκολώτερον, τους είπεν ο Χριστός, να είπη τις εις τον παραλυτικόν «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου», ή να είπη, «Έγειραι και περιπάτει;» Δεν δύναται πας τις να είπη το πρώτον χωρίς να είνε δυνατόν να είπη αν αι αμαρτίαι εσυγχωρήθησαν ή όχι; αλλά τις δύναται να είπη το δεύτερον, και να επιφέρη αποτέλεσμα διά του λόγου του, χωρίς δύναμιν άνωθεν; Εάν δύναμαι δι' ενός λόγου να θεραπεύσω τον παραλυτικόν τούτον, δεν είνε προφανές ότι πρέπει να είμαι Είς, όστις έχει και εξουσίαν επί της γης να συγχωρή αμαρτίας;
Την ερώτησιν ήκουσαν οι Φαρισαίοι εν σιωπή, προκατειλημμένοι και ισχυρογνώμονες· αλλά στραφείς και πάλιν προς τον παραλυτικόν, ο Ιησούς είπεν αυτώ: «Έγειραι, άρον σου τον κράββατον, και περιπάτει». Πάραυτα η ρώμη επεδόθη εις το παράλυτον σώμα, η ειρήνη εις την καταβεβλημένην ψυχήν. Ο άνθρωπος ιάθη. Ηγέρθη, εσήκωσε τον κράββατον, εφ' ου έκειτο, και ενώ το πλήθος εν καταπλήξει του ήνοιγε τώρα διέξοδον, απήλθεν οίκαδε δοξάζων τον Θεόν. Και το πλήθος, όταν ήρχισε να διασπείρεται, εξέφερον προς αλλήλους επιφωνήματα εκπλήξεως μετά φόβου μεμιγμένης. — «Παράδοξα είδομεν σήμερον! Ουδέποτε ούτως είδομεν»!
Από της οικίας, ίσως διά να δυνηθώσι περισσότεροι ν' ακούσωσιν, ο Ιησούς φαίνεται ότι εξήλθεν επ' ολίγον εις την όχθην, κ' εκείθεν, αφού εδίδαξεν, ήλθεν εις την οικίαν του Ματθαίου, εν η ο τελώνης, όστις ήτο νυν Απόστολος, είχε παρασκευάσει μέγα συμπόσιον αποχαιρετισμού προς τους φίλους του. Επειδή υπήρξε τελώνης ο ίδιος, φυσικόν ήτο πολλοί τούτων να ήσαν τελώναι και αμαρτωλοί, απόβλητοι της κοινωνίας, αντικείμενα μίσους και περιφρονήσεως. Και όμως ο Ιησούς και οι μαθηταί Του παρεκάθισαν μετ' αυτών εις το δείπνον. Τόσον ελευθέριος αγάπη επροξένησε βαθείαν δυσαρέσκειαν εις δύο σώματα ανθρώπων ή δύο ομάδας, τους Φαρισαίους και τους μαθητάς του Ιωάννου. Εις τους πρώτους, κυρίως διότι η επαφή αύτη προς ανθρώπους αμελούς και επιληψίμου βίου ηθέτει όλας τας παραδόσεις της υψηλόφρονος λεπτολογίας των· εις τους δευτέρους, επειδή η πρόθυμος αύτη αποδοχή των προσκλήσεων εις δείπνα εφαίνετο εναντία εις τας έξεις του ασκητικού βίου των. Ο Ιησούς πιθανώς ήκουσε τι εψιθύριζον εναντίον Του. Υπήρχε τι χαρακτηριστικόν εις τον τρόπον κάθ' ον εγίνετο η επίκρισις. Οι Φαρισαίοι, αμφιβάλλοντες ακόμη περί του αληθούς χαρακτήρος του Ιησού, προφανώς πτοούμενοι από την παρουσίαν Του, τρομάζοντες από το μεγαλείον Του, και μη τολμώντες ακόμη να έλθωσιν εις φανεράν προς Αυτόν ρύξιν, εξέσπων όλην την δυσθυμίαν των επί των μαθητών Του, ερωτώντες αυτούς: — Διατί ο Διδάσκαλός σας τρώγει και πίνει μαζύ με τους τελώνας και αμαρτωλούς;
Οι απλοϊκοί το πνεύμα Απόστολοι ήσαν βεβαίως ανίκανοι να λύσωσιν αυτών την απορίαν. Αλλ' ο Ιησούς πάραυτα αντεμετώπισε την ένστασιν, και είπεν εις τους μεμψιμοίρους τούτους σεμνολόγους, ότι δεν ήλθε να καλέση τους δικαίους, αλλά τους αμαρτωλούς. Δεν ήλθε διά το εν τη μάνδρα ποίμνιον, αλλά διά το πρόβατον το απολωλός. Διά να ευαγγελισθή εις τους πτωχούς, διά να εφαπλώση το έλεός Του επί τους απολωλότας, διά τούτο κατεσκήνωσεν εν τοις ανθρώποις. Η διδασκαλία Του έμελλε να είνε «ως υετός επί χόρτων, και ωσεί σταγών η στάζουσα επί την γην». Τότε ανέφερε την φράσιν ενός των προφητών, του Ωσηέ, και τους είπε «να υπάγουν να μάθουν», αυτοί, οίτινες εκαυχώντο ότι τόσα γνωρίζουν, τι σημαίνει το, «Έλεον θέλω και ου θυσίαν». Ίσως ποτέ έως τότε δεν τους είχεν έλθη εις τον νουν ότι η αγάπη ήτις συγκαταβαίνει μετά των αμαρτωλών επί σκοπώ να τους κερδήση εις την μετάνοιαν είνε αρεστοτέρα τω Θεώ υπέρ χιλιάδας κριών και μόσχων.
Η προς τους μαθητάς του Ιωάννου απόκρισις ήτο ολιγώτερον αυστηρά τον τόνον. Οι μαθηταί του τότε εν τω δεσμωτηρίω Ιωάννου «ήσαν» τας ημέρας εκείνας, «νηστεύοντες», και επεθύμουν να μάθουν διατί Αυτός και οι μαθηταί Του δεν ενήστευον. Θα ηδύνατο να τους είπη ότι η νηστεία είνε πράγμα ωφέλιμον, και υποχρεωτικόν, εάν τις αισθάνεται ότι δι' αυτής ταπεινοί και καταβάλλει κάτι τι πονηρόν εις την φύσιν του, αλλ' όμως άχρηστον και επιβλαβές, εάν συντελή μόνον εις υπερηφανίαν και εις περιφρόνησιν των άλλων. Ηδύνατο και να είπη ότι, κατά τους ιδίους προφήτας των, νηστεία δεν είνε μόνον η αποχή από των βρωμάτων, αλλ' η αποχή από πονηρών πράξεων και λογισμών. Αλλ' επροτίμησεν, αναφερόμενος εις το ρήμα του ιδίου διδασκάλου των, ειπόντος ότι δεν ήτο αυτός ο Νυμφίος, αλλ' ο φίλος του Νυμφίου, και ότι ο αληθής Νυμφίος ήτο Εκείνος όστις ήρχετο μετ' αυτόν, να τους ερωτήση απλώς: «Μη δύνανται οι υιοί του νυμφώνος νηστεύειν οπότε μετ' αυτών εστιν ο Νυμφίος;» Και είτα, εμβλέψας γαλήνιος εις την βαθείαν άβυσσον του μέλλοντος, ήτις ηνοίγετο ενώπιόν Του, είπε ρήμα το οποίον (ει και κατ' εκείνον τον χρόνον ουδείς πιθανώς το ενόησεν) υπήρξεν ίσως η πρωιμωτέρα πρόρρησις ην εξέφερε περί του σταυρικού θανάτου, όστις τον επερίμενεν: «Αλλ' ελεύσονται ημέραι όταν απαρθή απ' αυτών ο Νυμφίος; και τότε νηστεύσουσιν εν εκείναις ταις ημέραις». Είτα προτέθηκε και δύο άλλας παραβολικάς εκφράσεις· την μίαν περί «ράκους αγνάφου» μη επιρραπτομένου επί ενδύματος παλαιού· και την άλλην περί οίνου νέου μη εγκλειομένου εις ασκούς παλαιούς. Δι' όλων τούτων ο Κύριος ημών εξήρε και πάλιν το φιλάνθρωπον και συγκαταβατικόν της ιδίας μεθόδου Του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΕ'. Εις την οικίαν του Ματθαίου (συνέχεια)
Ο Ιάειρος. — Η αιμορροούσα. — Αι θρηνωδοί. — Έγερσις της θυγατρός του Ιαήρου. — Οι παρήκοοι τυφλοί.
Ο Ιησούς ησχολείτο ακόμη εις την ευμενή διδασκαλίαν, ήτις επήγασεν από το ερώτημα των μαθητών του Ιωάννου, όταν άλλο συμβεβηκός επήλθε, το οποίον ήγαγεν εις τρία αλλεπάλληλα εκ των μεγίστων θαυμάτων του επιγείου βίου Του.
Είς αρχισυνάγωγος, αξίωμα το οποίον αι Εβραίοι μεγάλως ετίμων, ήλθε προς τον Ιησούν εν άκρα ταραχή. Δεν είνε απίθανον ότι ο αρχισυνάγωγος ούτος, υπήρξεν είς εκ της πρεσβείας, ήτις είχε συνηγορήσει παρά τω Ιησού υπέρ του εκατοντάρχου — προσηλύτου υφ' ου είχε κτισθή η Συναγωγή. Εάν ούτως έχη, θα εγνώριζεν εκ πείρας την δύναμιν Εκείνου τον οποίον επεκαλείτο. Πεσών εις τους πόδας Του με διακοπτομένας λέξεις του λέγει ότι το θυγάτριόν του, το μόνον του θυγάτριον, αποθνήσκει, απέθανεν· αλλ' όμως, εάν θέλη μόνον Αυτός να έλθη και να ψαύση αυτήν με την χείρα Του, θα ζήση. Με την τρυφερότητα ήτις δεν ηδύνατο ποτε να κωφεύση εις την κραυγήν πενθούντος, ο Ιησούς ηγέρθη παρευθύς από της τραπέζης και απήλθε μετ' αυτού, ακολουθούμενος ου μόνον υπό των μαθητών Του, αλλά και υπό πλήθους πυκνού, το οποίον είχε παραστή εις την σκηνήν. Και καθώς επορεύετο ο λαός εν τη απληστία του συνωθείτο περί Αυτόν.
Αλλά μεταξύ του πλήθους, του περικλείοντος αναμφιβόλως καί τινας των Φαρισαίων και των μαθητών του Ιωάννου, με τους οποίους είχεν ομιλήσει, καθώς καί τινας των τελωνών και αμαρτωλών μεθ' ων είχε συμφάγη, υπήρχεν έν πρόσωπον το οποίον δεν προσειλκύσθη υπό περιεργείας διά να ίδη τι ηδύνατο να γείνη διά τον άρχοντα της Συναγωγής. Ήτο μία γυνή, ήτις ήτο «εν ρύσει αίματος επί έτη δώδεκα», νόσω κακή και λίαν θλιβερή. Μάτην είχε δαπανήσει την ουσίαν αυτής εις τους ιατρούς, τώρα δε ήθελε να δοκιμάση δωρεάν πλησίον του Μεγάλου Ιατρού. Ίσως, εν τη αμαθεία της, το έπραττε διότι δεν είχε πλέον χρήματα να δώση, ίσως συνεστέλλετο ως γυνή και ένεκα του είδους της ασθενείας της· αλλά, δι' οιανδήποτε αφορμήν, απεφάσισεν, ούτως ειπείν, να κλέψη απ' Αυτού άγνωστος την θεραπείαν. Και ούτω με την δύναμιν και την επιμονήν της απελπισίας, επάλαισεν εις το πυκνόν εκείνο πλήθος, εωσότου ήλθεν αρκετά πλησίον ώστε να Τον θίξη εκ τον νώτων· και έδραξε το κράσπεδον του ιματίου Του, με τρέμουσαν χείρα, αισθανθείσα δε ευθύς την ίασιν, ωπισθοχώρησεν εν μέσω του πλήθους, απαρατήρητος υπό τον άλλων, πλην όχι υπό του Χριστού. Αισθανθείς ο Κύριος ότι ιαματική δύναμις εξήλθεν απ' Αυτού, αναγνωρίσας την μαγνητικήν επαφήν της πίστεως, εστάθη και ηρώτησε: «Τις μου ήψατο των ιματίων;» Υπήρχέ τι το ανυπόμονον εις την απάντησιν του Πέτρου, ότι εν μέσω τόσου συνωθισμού ήτο άτοπος τάχα η ερώτησις. Αλλ' ο Ιησούς εμβλέπων εις πολλά πρόσωπα τον επληροφόρησεν, ότι υπήρχε διαφορά μεταξύ του συνωθισμού της περιεργείας και της επαφής της πίστεως, και όταν τέλος το βλέμμα Του έπεσεν επί την πτωχήν γυναίκα, εκείνη, αισθανθείσα ότι έπταισε ζητούσα να κλέψη την ίασιν την οποίαν Εκείνος ευμενής θα έδιδεν, ήλθεν ενώπιόν Του τρέμουσα, και πεσούσα εις τους πόδας Του είπεν όλην την αλήθειαν. Η γυναικεία της συστολή και ο φόβος ελησμονήθησαν εν τη επιθυμία να εξιλεώση το σφάλμα της. Αναμφιβόλως εφοβείτο την οργήν Του, επειδή ο Νόμος εκέλευεν, ότι η ψαύσις μιας ασθενούς επροξένει ακαθαρσίαν αγνισμού δεομένην, Αλλ' όμως η αφή εκαθάρισεν αυτήν, δεν εμόλυνεν Εκείνον. Ο Σωτήρ δεν ωργίσθη, αλλά είπεν αυτή: «Θάρσει, θύγατερ· η πίστις σου σέσωκε σε· πορεύου εις ειρήνην, και ίσθι υγιής από της μάστιγός σου».
Διά του ονόματος θ ύ γ α τ ε ρ, δεν φαίνεται εις τα ιερά κείμενα να προσηγόρευσεν άλλην γυναίκα ο Χριστός. Η δε παράδοσις λέγει ότι η γυνή αύτη ήτο η Βερονίκη, εκ Καισαρείας της Φιλίππου, όπου εσώζετο και χαλκούν άγαλμα παριστόν την αιμόφρουν απτομένην του κρασπέδου του Ιησού, όπερ άγαλμα κατεστράφη κατά διαταγήν Ιουλιανού του Παραβάτου.
Το συμβεβηκός πρέπει να επέφερε μικράν βραδύτητα, και, καθώς είδομεν, εις την αγωνίαν του Ικάρου πάσα στιγμή ήτο κρίσιμος. Αλλ' ούτος, δεν ήτο ο μόνος πάσχων όστις είχε δικαιώματα επί το έλεος του Σωτήρος· κ' επειδή δεν εξέφερε παράνομον, είνε προφανές ότι η λύπη δεν τον κατέστησεν ιδιοτελή και άδικον. Αλλά την στιγμήν ταύτην έφθασεν εις των οικείων του λέγων: «Η θυγάτηρ σου απέθανε· μη σκύλλε τον Διδάσκαλον». Ήτοι μη ενόχλει αδίκως Αυτόν. Τούτο δε φαίνεται ότι το είπε μετ' ειρωνείας.
Το άγγελμα δεν απηυθύνετο προς τον Ιησούν, αλλ' ούτος δεν ηθέλησε να το ακούση, και μετά συμπαθούς επιθυμίας όπως απαλλάξη ματαίας αγωνίας τον πατέρα, είπεν αυτώ: «Μη φοβού, μόνον πίστευε». Τάχιστα έφθασαν εις την οικίαν, και εύρον αυτήν κατεχομένην υπό των θρηνωδών γυναικών και τον αυλητών, των οποίων ο τεχνητός και μισθωτός αλαλαγμός ύβριζε το άφωνον και ειλικρινές πένθος και το μεγαλείον του θανάτου. Πιθανός το προσποίητον τούτο πένθος ήτο λίαν αντιπαθές εις τον Χριστόν. Σταθείς εις την θύραν διά ν' απαγορεύση όπως μη τις εκ του πλήθους Τον ακολουθήση εισήλθεν εις την οικίαν μετά τριών μόνον εκ των μαθητών Του, του Πέτρου και Ιακώβου και Ιωάννου. Η πρώτη φροντίς Του υπήρξε να κατασιγάση τον μάταιον θόρυβον. «Δεν απέθανεν, είπε, το παιδίον (η κόρη ήτο δωδεκαέτις), αλλά κοιμάται». Και τότε οι παρεστώτες τον επεριγέλασαν! Ο Χριστός μετ' αγανακτήσεως απέπεμψε τους εμμίσθους θρηνωδούς. Ησυχίας γενομένης, έλαβε μεθ' εαυτού τον πατέρα και την μητέρα της παιδίσκης και τους τρεις Αποστόλους Του, και εισήλθον εις τον νεκρώσιμον θάλαμον. Είτα ψαύσας την κρύαν μικράν χείρα εφώνησε τας δύο εκείνας ριγηλάς λέξεις:
«Ταλιθά κούμι!» (Η παις, εγείρου), και τότε το πνεύμα της επέστρεψε, και η παιδίσκη ηγέρθη και περιεπάτησε. Τότε οι γονείς «εξέστησαν εκστάσει μεγάλη», ο δε Ιησούς εκέλευσεν, όπως δώσωσιν αυτή να φάγη, και συνέστησεν αυτοίς εχεμυθίαν διά το γεγονός.
Καθώς εξήρχετο εκείθεν ο Ιησούς, δύο τυφλοί τον ηκολούθησαν κράζοντες. «Υιέ Δαυίδ, ελέησον ημάς». Ήδη ο Χριστός είχεν αρχίσει να περιστέλλη, ούτως ειπείν, το αυθόρμητον των θαυμάτων Του. Είχεν επιτελέσει υπεραρκούντα όπως μαρτυρήση την αποστολήν Του, συνέφερε δε οι άνθρωποι να δώσωσι μεγαλειτέραν προσοχήν εις την θείαν διδασκαλίαν Του παρά εις τας προσκαίρους ιάσεις Του. Ούτε είχε κυρώσει μέχρι τούδε την άκαιρον και πρόωρον χρήσιν του τίτλου «Υιός Δαυίδ», τίτλου όστις, εάν τον απεδέχετο δημοσία, δυνατόν να παρηνώχλει την υψίστην αποστολήν Του, με το να έφερεν εις στάσιν προς χάριν Του εναντίον της ρωμαϊκής εξουσίας. Χωρίς να δώση προσοχήν εις τους δύο ανθρώπους ή εις την κραυγήν των, απήλθεν εις την οικίαν εν η έμενε· και μόνον αφού Τον ηκολούθησαν εντός της οικίας, εδοκίμασε την πίστιν των διά της ερωτήσεως. «Πιστεύετε ότι δύναμαι τούτο ποιήσαι;» Εκείνοι απήντησαν, «Ναι, Κύριε». Τότε έψαυσε τους οφθαλμούς των λέγων, «Κατά την πίστιν υμών γενηθήτω υμίν». Και οι οφθαλμοί των ηνοίχθησαν. Καθώς πολλοί άλλοι, τους οποίους εθεράπευσε, παρημέλησαν την προσταγήν Του όπως μη το αποκαλύψωσιν.
Είνε δυνατόν ν' απατώμεν ημάς αυτούς· είνε δυνατόν να προσφέρωμεν εις τον Χριστόν φαινομένην υπηρεσίαν διά της παρακοής εις τας ιδίας εντολάς Του, να Τον λυπώμεν θέλοντες δήθεν να Τον τιμήσωμεν. Πλην με το μέτρον τούτο δυνατόν να μετρώνται οι άνθρωποι, όχι ο Θεός. Η υπακοή εις τον Θεόν είνε μεγαλειτέρα πάσης άλλης αρετή και θυσία. Οι φλύαροι εκείνοι, οίτινες εκοινολόγησαν το συμβεβηκός, συνετέλεσαν μόνον να διαταράξωσι, κατά το ανθρώπινον, την ησυχίαν Του και να επιταχύνωσι τον θάνατόν Του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΣΤ'. Ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα
Αποστολή των Δώδεκα. — Αι προς αυτούς οδηγίαι. — Εορτή των Ιουδαίων. — Η παρουσία του Ιησού.
Όστις εμελέτησε μετά προσοχής τα ιερά Ευαγγέλια δυνατόν να παρετήρησεν ευκρινώς εν τω βίω του Χριστού, τας επομένας περιστάσεις.
Πρώτον, ότι ο άκακος ενθουσιασμός της χαρμοσύνου υποδοχής μεθ' ου ο Χριστός και οι λόγοι Του και τα έργα Του εγίνοντο το πρώτον δεκτά ανά τα βόρεια της Γαλιλαίας, βαθμηδόν, αλλ' εν βραχεί χρόνω, υπεχώρησεν εις υποψίαν, αποστροφήν, ως και έχθραν εκ μέρους μεγάλων και ισχυρών του λαού μερίδων.
Δεύτερον, ότι ο εξωτερικός χαρακτήρ, καθώς και οι τόποι της αποστολής του Κυρίου πολύ ηλλοιώθησαν μετά την σφαγήν Ιωάννου του Βαπτιστού.
Τρίτον, ότι το άγγελμα του φόνου, ομού μετά της αναπτύξεως σφοδράς αντιδράσεως, και η συνεχής παρουσία Γραμματέων και Φαρισαίων από της Ιουδαίας, όπως επιτηρώσι την διαγωγήν Του και ιχνηλατώσι τας κινήσεις Του, φαίνονται να είνε σύγχρονα με επίσκεψιν εις Ιεροσόλυμα, μη μνημονευμένην υπό των Συνοπτιστών (Ματθαίου, Μάρκου και Λουκά), αλλά προφανώς ταυτιζομένην με την ανώνυμον εορτήν την μνημονευομένην εν κεφαλαίω Ε', εδ. 1, του Ιωάννου.
Τέταρτον, ότι η ανώνυμος αύτη εορτή πρέπει να συνέπεσε περίπου με την περίοδον του κηρύγματός Του εις ην έχομεν φθάσει τανύν.
Της εορτής ταύτης προηγήθη άλλο συμβεβηκός· η αποστολή του Δώδεκα.
Περί το τέλος των αποστολικών περιπλανήσεων, κατά την διάρκειαν των οποίων συνέβησαν τινα των προειρημένων, ο Ιησούς εις την θέαν του πλήθους ησθάνθη βαθυτάτην συμπάθειαν. «Και ιδών εσπλαγχνίσθη επ' αυτούς, ότι ήσαν ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Ήσαν προσέτι όμοιοι με σπαρτά ώριμα, αλλ' αθέριστα δι' έλλειψιν εργατών. Και εκέλευσε τους μαθητάς Του να παρακαλέσωσι τον Κύριον του θερισμού όπως πέμψη εργάτας εις την συγκομιδήν Του. Ευθύς ύστερον, αφού Αυτός διέτρεξεν ήδη όλην την Γαλιλαίαν, έπεμψεν αυτούς ανά δύο και δύο όπως ενισχύσωσι το κήρυγμά του και εκτελέσωσιν έργα ελέους εν τω ονόματι Του.
Πριν ή αποστείλη αυτούς, ως εικός, έδωκεν αυτοίς τας αναγκαίας οδηγίας. Προς το παρόν ώφειλον να περιορίσωσι την εκτέλεσιν της εντολής των εις τα απολωλότα πρόβατα οίκου Ισραήλ και να μη επεκτείνωσι ταύτην εις Σαμαρείτας ή εθνικούς. Το θύμα του κηρύγματός των ώφειλε να είνε η προσέγγισις της βασιλείας των ουρανών, έμελλε δε αφθόνως να υποστηριχθή δι' έργων δυνάμεως και ευποιίας. Δεν έπρεπε να φέρωσι τίποτε μεθ' εαυτών· ούτε πήραν δι' άρτον· ούτε βαλάντιον διά χρήματα· ούτε ενδύματα προς αλλαγήν· ούτε υποδήματα οδοιπορίας αντί των συνήθων πεδίλων των· ούτε να προμηθευθώσι ράβδον διά την πορείαν, εκτός αν είχον ήδη· η αποστολή των, καθώς όλαι αι μέγισται και ανυσιμώταται αποστολαί όσας εγνώρισεν ο κόσμος, έπρεπε να είνε απλή και αυτάρκης. Η συνήθης εν τη Ανατολή ξενία θα ήρκει δι' αυτούς. Άμα εισερχόμενοι εις πόλιν, θα διευθύνοντο εις πάσαν οικίαν εν αυτή, όπου θα είχον λόγους να πιστεύσουν ότι θα εγένοντο ευπρόσδεκτοι, και θα εχαιρέτιζον αυτήν με τον συνήθη χαιρετισμόν ε ι ρ ή ν η υ μ ί ν. Εάν οι υιοί της ειρήνης ήσαν εκεί, η ευλογία θα ήτο λυσιτελής· εάν όχι, θα επέστρεφεν εις τας ιδίας κεφαλάς των. Εάν τους απέρριπτον, έπρεπε ν' αποτινάσσωσι και την κόνιν από των ποδών των εις μαρτυρίαν, ότι πιστώς ελάλησαν, και ότι αποβάλλουσι πάσαν ευθύνην διά την μέλλουσαν κρίσιν.
Αι πάνσοφοι αύται οδηγίαι του Κυρίου είνε απαραίτητοι και νυν διά τους ιεραποστόλους, όσοι θέλουσι να είνε φρόνιμοι. Ελέχθη μετά δηκτικής ειρωνείας ότι οι σημερινοί ιεραπόστολοι βάλλουσιν όλα τα δυνατά των, πρώτον διά ν' ανακαλύψωσιν όλας των λαών τας προλήψεις και τα έθιμα, και δεύτερον διά να προσβάλωσι και πολεμήσωσι ταύτα. Αναμφιβόλως τούτο οφείλεται εις ζήλον ου κατ' επίγνωσιν. Αλλά δεν έπραττεν ούτω ο Άγιος Παύλος, όστις ωμίλησε προς τους Αθηναίους φιλοφρονέστατα και διαλλακτικώτατα, και έζησεν επί τρία και ήμισυ έτη εν Εφέσω, χωρίς μηδέ άπαξ να προσβάλη ή να υβρίση τους λάτρεις της Αρτέμιδος.
Έως εδώ ο Κύριος υπέδειξεν αυτοίς τα χρέη της πιστής φιλίας, της αβράς φιλοφροσύνης, της εν αυταπαρνήσει απλότητος, ως πρώτους ουσιώδεις όρους κατορθούσης αποστολής. Προέβη δε να ενισχύση αυτούς εναντίον των αφεύκτων δοκιμασιών του αποστολικού έργου των.
Ώφειλον να είνε φρόνιμοι ως οι όφεις (οι οποίοι, όταν κινδυνεύωσι, προφυλάττουσι την κεφαλήν των ως λίαν τρωτήν) και ακέραιοι ως αι περιστέραι (αίτινες είναι ειρηνικαί και άχολοι). «Ιδού Εγώ αποστέλλω υμάς ως πρόβατα εν μέσω λύκων».
Ενταύθα, λέγει αρχαία παράδοσις, ηρώτησεν ο Πέτρος; «Εάν ουν διασπαράξωσιν οι λύκοι τα αρνία;» Ο δε Ιησούς απεκρίθη: «Μη φοβήσθωσαν τα αρνία τους λύκους μετά το αποθανείν αυτά». Και ευθύς προσέθηκε, τα αναφερόμενα εν Ευαγγελίοις: «Μη φοβείσθε από των αποκτεινόντων το σώμα την δε ψυχήν ου δυναμένων αποκτείναι, φοβείσθε δε μάλλον τον έχοντα εξουσίαν μετά το αποθανείν υμάς εμβαλείν εις την Γέενναν του πυρός». Είτα προείπεν αυτοίς ότι έμελλον να προσαχθώσιν ενώπιον συνεδρείων, και να μαστιγωθώσιν εν ταις Συναγωγαίς (οι προϊστάμενοι των Συναγωγών είχον εξουσίαν να τιμωρώσι διά μάστιγος), και να σταθώσιν ενώπιον δικαστηρίων, και όμως, άνευ αγωνιώδους προμελέτης, το πνεύμα θα εδίδασκεν αυτούς τι ν' απολογηθώσιν. Η διδασκαλία της ειρήνης έμελλε να μεταβληθή διά των μοχθηρών παθών των ανθρώπων εις πολεμικήν κραυγήν μανίας και μίσους, και δυνατόν ν' απηλαύνοντο και να έφευγον από προσώπου των εχθρών των από πόλεως εις πόλιν. Αλλ' ώφειλον να υπομείνωσι μέχρι τέλους, διότι πριν διατρέξωσι τας πόλεις του Ισραήλ ο Υιός του Ανθρώπου έρχεται. Η έλευσις αύτη σημαίνει εδώ την πτώσιν του Ιουδαϊσμού, και την ίδρυσιν πνευματικής βασιλείας του Χριστού επί της γης, την οποίαν τινές των Αποστόλων επέζησαν να ίδωσι.
Τελευταίον τους ενουθέτησε και τους ενίσχυσεν, αναμνήσας ό,τι Αυτός υπέφερε και πως επολεμείτο. Ας μη φοβώνται. Ο Θεός όστις προνοεί διά τα στρουθία, ο Θεός, υφ' ου και αι τρίχες της κεφαλής των είνε ηριθμημέναι, ο Θεός όστις βαστάζει εις τας χείρας Του τας εξόδους ου μόνον της ζωής και του θανάτου, αλλά της αιωνίου ζωής και του αιωνίου θανάτου, είνε μετ' αυτών· θα αναγνωρίση εκείνους οίτινες ανεγνώρισαν τον Υιόν Του, και θ' αρνηθή εκείνους οίτινες Τον ηρνήθησαν. Και αυτοί οι οικείοι των, οι γονείς και αδελφοί των, θα τους καταγγείλωσι και θα τους παραδώσωσιν. Αλλά και αυτοί θα είνε όπως Αυτός ήτο εν τω κόσμω· ο δεχόμενος αυτούς δέχεται Αυτόν· και όστις θα χάση την ζωήν του δι' Αυτόν, Εκείνος πράγματι θα την κερδήση· Και ότι ποτήριον ψυχρού ύδατος διδόμενον εις ένα των ταπεινών τούτων των ελαχίστων, θα έχη την αμοιβήν του.
Ελεήμων και σοφή ήτο η πρόβλεψις ότι έπρεπε ν' απέλθωσιν ανά δύο εις την αποστολήν. Τούτο τους καθίστα ικανούς να συνδιαλέγωνται και να συμβοηθώνται εναπληρούντες τας ελλείψεις αλλήλων. Αναμφιβόλως οι αδελφοί και οι φίλοι απήλθον σύνδυο· ο πυρ πνέων Πέτρος και ο θεωρητικός Ανδρέας· οι Υιοί της Βροντής, ο είς ευδόκιμος και επιβάλλων, ο έτερος ευφράδης και ευαίσθητος· η ομαίμων πίστις και το άδολον του Φιλίππου και του Βαρθολομαίου· ο βραδύς αλλ' αφωσιωμένος Θωμάς μετά του σύννου και ευλαβούς Ματθαίου· ο Ιάκωβος μετά του αδελφού του Ιούδα· ο ζηλωτής Σίμων διά ν' ανάψη με τον ένθεον ζήλον του το σκοτεινόν, κυμαινόμενον, άπελπι πνεύμα του προδότου Ιούδα.
Κατά την απουσίαν των, ο Ιησούς εξηκολούθει το έργον Του μόνος, ίσως καθώς κατήρχετο βραδέως προς τα Ιεροσόλυμα. Διότι εις την περίοδον ταύτην φαίνεται ότι ανήκει το εδάφιον του Ιωάννου: «Μετά ταύτα ην εορτή των Ιουδαίων, και ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα».
Φαίνεται δε ότι ο Ιησούς, έχων φίλους και θαυμαστάς πολλούς εις Ιεροσόλυμα και εις τα πέριξ, έμεινεν εν τω μεταξύ μεμονωμένως, περιμένων, την επάνοδον των μαθητών Του από το κήρυγμα. Ίσως έμενεν εις Βηθανίαν, όπου ως γνωστόν υπήρχε μία ευσεβής οικογένεια αγαπώσα Αυτόν και πιστεύουσα εις Αυτόν, η οικογένεια της Μάρθας και της Μαρίας, και Λαζάρου του αδελφού των.
Ποία ήτο η εορτή αύτη των Ιουδαίων, εν καιρώ της οποίας ανέβη ο Ιησούς εις Ιεροσόλυμα (και την οποίαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης δεν ονομάζει) αγνοούμεν, όπως αγνοούμεν και αν χάριν της εορτής, ή κατά συγκυρίαν, απήλθεν εκεί ο Χριστός. Αλλά δεν φαίνεται να ήτο ουδεμία των μεγάλων εορτών των Ιουδαίων, ούτε το Πάσχα, ούτε η Πεντηκοστή, ούτε η Σκηνοπηγία.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΖ'. Το θαύμα της Βηθεσδά
Η κολυμβήθρα Βηθεσδά. — Ίασις του Παραλύτου. — Ζηλότυποι ερωτήσεις. — Αθέτησις του Σαββάτου. — Η αχαριστία του θεραπευθέντος. — Οργή των αρχόντων. — Απόκρισις του Ιησού. — Επικίνδυνα αποτελέσματα.
Υπήρχεν εις Ιεροσόλυμα, πλησίον της Προβατικής Πύλης, μία δεξαμενή ήτις επιστεύετο ότι είχεν εκτάκτως ιαματικάς ιδιότητας. Αύτη εκαλείτο η κολυμβήθρα Βηθεσδά, ήτις δεν πρέπει να συγχέηται με την κολυμβήθρα του Σιλωάμ, εκείνην εις ην ο Χριστός έστειλε τον εκ γενετής τυφλόν όπως νιφθή. Εις το πεντάγωνον οικοδόμημα το περιβάλλον κύκλω την Βηθεσδά υπήρχον πέντε στοαί, και εις ταύτας κατέκειτο πλήθος ασθενών, οίτινες επερίμενον πότε να κινηθή το ύδωρ. «Άγγελος γαρ του Θεού κατά καιρόν κατέβαινεν εν τη κολυμβήθρα και ετάραττε το ύδωρ· ο ουν πρώτος εμβάς μετά την ταραχήν του ύδατος υγιής εγίνετο».
Εναντίον των δύο τούτων εδαφίων του κατά Ιωάννην επέπεσε πλήθος πολύ κριτικών, συζητητών και απίστων, ως άλλο «πλήθος πολύ τυφλών, χωλών, ξηρών, εκδεχομένων την του ύδατος κίνησιν». Αλλ' ημείς μη έχοντες την εξουσίαν να τους ρίψωμεν άκοντας εις την κολυμβήθραν, αντιπαρερχόμεθα, και παρακολουθούμεν απλώς τον Σωτήρα επισκεπτόμενον την Βηθεσδά. Εις τοιούτον τόπον, εις μέρος όπου υπήρχον κακοπάθειαι όπως ανακουφισθώσι, εκεί κατηύθυνε τα βήματά Του ο Αγαθός Ιατρός, και μάλιστα αφού ήτο Σάββατον. Ο Φαρισαϊσμός εφρόντιζε μόνον περί τελετών και προσφορών και λεπτολογίας τύπων· αλλ' ο Ιησούς εγνώριζεν ότι το αγαθοποιείν ήτο η θυσία εις ην ηρέσκετο ο Ουράνιος Πατήρ.
Μεταξύ των ασθενών έκειτο είς επί τριακονταοκτώ έτη παράλυτος. Ο Ιησούς προσέβλεψε τον άνθρωπον μετά βαθυτάτης ευσπλαγχνίας. Ήτο προφανές ότι και η θέλησίς του ασθενούς ήτο τόσον παραλυτική όσον σχεδόν και το σώμα του. Ο Ιησούς αποταθείς προς αυτόν είπε:
— «Θέλεις υγιής γενέσθαι;»
Ο ασθενής απεκρίθη: «Κύριε, άνθρωπον ουκ έχω ίνα, όταν ταραχθή το ύδωρ, βάλη με εις την κολυμβήθραν. Ενώ δε έρχομαι εγώ, άλλος προ εμού καταβαίνει και λαμβάνει την ίασιν».
Ο Ιησούς τότε είπεν αυτώ:
— «Έγειραι, άρον σου τον κράββατον και περιπάτει».
Τούτο επροφέρθη με τόνον εις ον ουδείς και ουδέν ηδύνατο να παρακούση. Ο τρόπος του Λαλούντος, η φωνή Του, η εντολή Του, εδόνησαν ως ηλεκτρικός σπινθήρ όλον το σώμα του παραλυτικού, το εξησθενημένον διά πολλών κακοπαθειών και αμαρτιών. Μετά τριακονταοκτώ έτη καταπτώσεως, ο άνθρωπος εν ακαρεί ηγέρθη, εσήκωσε τον κράββατόν του, και ήρχισε να περιπατή. Εν χαρμοσύνω εκπλήξει εκύτταξε κύκλω διά να ίδη και ευχαριστήση τον άγνωστον ευεργέτην του· αλλά το πλήθος ήτο πυκνόν, και ο Ιησούς θέλων να διαφύγη την ανωφελή έξαψιν της περιεργείας, ήτις τον εθεώρει ως θαυματουργόν μόνον, έφυγεν απαρατήρητος, «εξένευσεν, όχλου όντος».
Και όμως πολλά ζηλότυπα όμματα ερρίφθησαν τάχιστα επί του ανθρώπου. Όσον η εσωτερική δύναμις μιας θρησκείας είνε νεκρά, τόσω μεγαλειτέρα σπουδαιότης αποδίδεται εις τους εξωτερικούς τύπους της. Προσκόλλησις εις τους τύπους και αδιαφορία, σχολαστική λεπτολογία και απόλυτος απιστία, είνε συσχετικά, και πάντοτε ακμάζουσιν εκ παραλλήλου. Ούτω συνέβαινεν ως προς τον Ιουδαϊσμόν εις τας ημέρας του Χριστού. Ο ζων ενθουσιασμός του ήχε σβύσει· η υψηλή πίστις είχεν εκπέσει· οι προφήται είχον παύσει να προφητεύουν· οι ποιηταί είχον παύσει να ψάλλουν· οι ιερείς δεν ενεδύοντο πλέον δικαιοσύνην· οι όσιοί του ήσαν σπάνιοι. Η αξίνη έκειτο προς την ρίζαν του δένδρου, και ο οπός του εχρησίμευε μόνον να τρέφη μυκητοειδή παραφυάδα τελετών και παραδόσεων.
Και ούτω συνέβη η τήρησις του Σαββάτου, ήτις σκοπόν είχε να εξασφαλίση διά τους κεκμηκότας ανθρώπους ανάπαυσιν πλήρη αγάπης και ευσπλαγχνίας, είχε, καταστή εθνικόν ξόανον, γυμνόν έθιμον περιβεβλημένον με ματαίους και ανοήτους περιορισμούς. Σήμερον ακόμη, οι Εβραίοι της Γερμανίας, φέρ' ειπείν, το έχουσιν ως αμαρτίαν να κρατώσι ράβδον εν ημέρα Σαββάτου. (6)
Όταν μία θρησκεία εκπέση εις δεισιδαιμονίαν, χωρίς να έχη χάσει την πολιτικήν της ισχύν, τότε γίνεται τυραννικωτέρα και πλέον φιλύποπτος εις την καταδίωξιν και την ιχνηλασίαν της αιρέσεως. Τον θεραπευθέντα παραλυτικόν τάχιστα περιεκύκλωσε πλήθος εξεταστών. Τον εκύτταζον μετ' εκπλήξεως και αγανακτήσεως.
«Είνε Σάββατον δεν είνε νόμιμον να σηκώνης τον κράββατόν σου».
Ιδού μία επ' αυτοφώρω παράβασις του Νόμου των! Μήπως είς άνθρωπος κατά τας περιπλανήσεις εις την έρημον δεν ελιθοβολήθη διότι συνέλεγε ράβδους εν Σαββάτω; Μήπως ο προφήτης Ιερεμίας δεν είπε ρητώς: «Προσέχετε εαυτοίς, και μη βαστάζετε φορτίον εν Σαββάτω;»
Ναι, αλλά διατί; Διότι το Σάββατον ήτο διάταξις φιλάνθρωπος, σκοπόν έχουσα να σώση τους εργάτας και τους καταπιεζομένους από βίον ακαταπαύστου εργασίας· διότι ήτο ουσιώδες να σωθώσιν οι γεωργοί από την υπέρογκον εργασίαν, ήτις θ' απητείτο επ' αυτών εν έθνει κατατρυχομένω από το βαρύ αμάρτημα της πλεονεξίας· διότι η εξαίρεσις μιας ημέρας εκ των επτά προς ιεράν ανάπαυσιν ήτο απείρου αξίας διά τον πνευματικόν βίον καθόλου. Αύτη ήτο η έννοια της Τετάρτης Εντολής. Κατά ποίαν έννοιαν παρεβιάζετο αύτη αν είς άνθρωπος διά θαύματος ήθελε να φέρη οίκαδε το κλινίδιον, το οποίον ήτο ίσως το μόνον πράγμα το οποίον εκέκτητο; Ότι ο άνθρωπος πράγματι παρεβίαζεν ήτο όχι ο νόμος του Θεού, αλλά τα ελεεινά συμπεράσματα της τετριμμένης λεπτολογίας των, της παγεράς παραδόσεώς των, ήτις σοβαρώς είχεν αποφανθή ότι το Σάββατον υποδήματα με καρφία δεν έπρεπε να φορή τις, επειδή ήσαν βάρος, αλλ' υποδήματα χωρίς καρφία, και ότι είς άνθρωπος ηδύνατο να φέρη ένα άρτον, αλλ' ότι δύο άνθρωποι δεν έπρεπεν ομού να τον κρατώσι, και ούτω καθεξής, μέχρι των άκρων της απεραντολογίας, και της τυραννικής ατοπίας των.
«Ο ποιήσας με υγιή (απήντησεν ο άνθρωπος), Εκείνος μοι είπεν, Άρον τον κράββατόν σου και περιπάτει».
«Τις ούτος;» τον ηρώτησαν. Παρατηρήσατε την μοχθηρίαν των Ιουδαίων εκείνων· δεν τον ερωτώσι «τις ο ποιήσας σε υγιή», αλλά, «τις ο ειπών σοι, Άρον σου τον κράββατον και περιπάτει;» Τούτο είνε πολύ κακόν πρόσταγμα το οποίον σοι έδωκε. Δεν σηκώνουν κράββατον εν ημέρα Σαββάτου.
Τόσω ολίγον, κατά τα φαινόμενα, μέχρι του καιρού εκείνου, ήτο το πρόσωπον του Ιησού εν γένει γνωστόν εις τα προάστεια της Ιερουσαλήμ, ή άλλως τόσον αμβλεία υπήρξεν η προσοχή του ανθρώπου ενώ ο Ιησούς ωμίλει αυτώ, ώστε πράγματι δεν είξευρε τις ήτο ο ευεργέτης του! Αλλά το επληροφορήθη ολίγω, ύστερον. Μετέβη εις το ιερόν, ίσως διά να ευχαριστήση τον Θεόν ότι ανέκτησε την υγείαν του, κ' εκεί ο Ιησούς τον είδε και έδωκεν αυτώ μίαν απλήν νουθεσίαν: «Ίδε, υγιής γέγονας, μηκέτι αμάρτανε, ίνα μη χείρον τι σοι γένηται».