ΚΕΦΑΛΑIOΝ ΣΤ'. (continued 5)
Alexandros Papadiamantes translation
Ενώ ούτως ωμίλει, άνθρωπός τις κοινός εκ του πλήθους, απηύθυνε τον λόγον προς τον Ιησούν και είπε:
«Διδάσκαλε, είπε τω αδελφώ μου όπως διαμερίσηται την κληρονομίαν προς με».
Σχεδόν αυστηρά υπήρξεν η απάντησις του Ιησού. Ο άνθρωπος εκείνος φαίνεται, ότι ήτο είς εκ των πολλών χυδαίων και περιωρισμένων ανθρώπων, και εφαντάζετο ότι ο κύριος σκοπός της ελεύσεως του Μεσσίου θα ήτο όπως εξασφαλίση δι' αυτόν την μερίδα της κληρονομίας του, και δαμάση την δύστροπον γνώμην του αδελφού του. Ο Ιησούς παρευθύς διεσκέδασε τας παχυλάς προσδοκίας του, και είτα ενουθέτησεν αυτόν και όλους τους ακούοντας να μη προσκολλώνται τόσον εις τα επίγεια αγαθά. Πόσον βραχεία, και όμως πλήρης εννοίας, είνε η μικρά εκείνη παραβολή την οποίαν είπε προς αυτούς, περί του άφρονος πλουσίου όστις, εν τη απλήστω και επιλήσμονι του Θεού ιδιοτελεία του, εμελέτα να κατεδαφίση τας αποθήκας του και να τας κτίση μεγαλειτέρας, και, ως να μην υπήρχε θάνατος, εσκέπτετο μόνον τους καρπούς του, και τα αγαθά του, «και ερώ τη ψυχή μου· φάγε, πίε, ευφραίνου». Αλλ' εξ ουρανού, ως τρομερά ηχώ εις τους λόγους του, ήλθεν η φοβερά απόφασις. «Άφρον, άφρον, ταύτη τη νυκτί!….»
Είτα ο Κύριος και πάλιν τους ανέμνησε πως ο Θεός ενδύει, λαμπρότερον ή εν πάση τη δόξη του Σολομώντος, τα κρίνα του αγρού, και τρέφει τα πετεινά του ουρανού, τα οποία δεν σπείρουν ουδέ θερίζουν, και τους συνεβούλευσε να μη μετεωρίζωνται επί της τεταραγμένης θαλάσσης των μεριμνών και της τύρβης του βίου. Αι παρατηρήσεις απηυθύνοντο κυρίως προς τους μαθητάς, αλλά και το πλήθος τας ήκουεν. Ενταύθα η περιεργία εκυρίευσε τον Πέτρον, και έσπευσεν ούτος να ερωτήση αν η παραβολή απηυθύνετο προς αυτούς ή προς πάντας.
Εις την ερώτησιν ταύτην ο Κύριος δεν απήντησε, και η σιωπή Του ήτο η αρίστη απάντησις. Ευθύς δε τότε, εις την ιδέαν της φοβεράς κρίσεως της αναμενούσης τους ανθρώπους, ταραχή και αγωνία διήλθεν εις το πνεύμα του Χριστού. Ανελογίσθη την απορριπτομένην ειρήνην, την οποίαν Αυτός ήλθε να κτίση, οι δε υιοί του αιώνος τούτου την απέρριπτον και τότε φοβερός πόλεμος έμελλε να επέλθη. Ενταύθα αναμιμνησκόμεθα ενός των λογίων, των μη αναφερομένων εν τοις Ευαγγελίοις, όσα αποδίδονται εις τον Χριστόν, και το οποίον αναφέρει ο Δίδυμος εν τη ερμηνεία των Ψαλμών: «Ο εγγύς μου εγγύς του πυρός· ο δε μακράν απ' εμού μακράν από της βασιλείας».
Αλλ' από των θλιβερών τούτων σκέψεων και πάλιν συγκατέβη εις τας αμέσους ανάγκας του πλήθους. Από τους πυρακτουμένους και ερυθραίνοντας ουρανούς και από τα συναγόμενα νέφη ηδύναντο να προείπωσιν ότι βροχή θα πέση ή ότι θα πνεύση καυστικός άνεμος. Πώς δεν διέκρινον τα σημεία των καιρών; Ας επιληφθώσι της παρούσης ευκαιρίας όπως ποιήσωσιν ειρήνην προς τον Θεόν. Διά τους ανθρώπους και διά τα έθνη έρχεται ώρα, και είνε πολύ αργά.
Κ' εδώ φαίνεται να ετελείωσεν ο λόγος Του. Ήτο η τελευταία φορά διά πολλάς ημέρας καθ' ην θα ήκουον τους λόγους Του. Περικυκλούμενος υπό εχθρών οίτινες ου μόνον ισχυροί ήσαν, αλλά σφόδρα παρωργισμένοι ήδη, ύποπτος και δυσάρεστος εις τους αυλικούς του τετράρχου της Γαλιλαίας εις την κυριότητα του οποίου έζη, καταδιωκόμενος υπό του φανερού μίσους και των κρυφίων σκευωριών κατασκόπων τους οποίους το πλήθος είχε μάθη να σέβηται, αισθανόμενος ότι ο λαός δεν τον ενόει, και ότι εις τα πνεύματα των αρχηγών και των διδασκάλων του απόφασις θανάτου και καταδίκης είχεν ήδη εκδοθή κατ' Αυτού, έστρεψε προς καιρόν τα νώτα εις την γενέθλιον χώραν Του, και απήλθε να ζητήση εις ειδωλολατρικάς και αλλοτρίας πόλεις την ειρήνην και την ανάπαυσιν την οποίαν ηρνούντο Αυτώ εν τη πατρίδι.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΔ'. Μεταξύ των εθνικών
Αι χώραι Τύρου και Σιδώνος. — Η Συροφοίνισσα. — Η πίστις αυτής. — Αι χώραι των εθνικών. — Επιστροφή εις Δεκάπολιν. — Ο κωφάλαλος. — Υποδοχή υπό του πλήθους. — Ο χορτασμός των τετρακισχιλίων.
«Οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά θανάτου, φως επέλαμψεν αυτοίς». (Ησαΐας).
«Τότε ο Ιησούς απήλθεν εκείθεν και ανεχώρησεν εις τα μέρη Τύρου και Σιδώνος». Τοιαύτη η βραχεία είδησις ήτις προλογίζει τας βραχείας εκθέσεις περί μιας περιόδου της ζωής Του, περί ης θα είχομεν βαθύ ενδιαφέρον όπως πλέον τι μάθωμεν. Αλλά μόνον έν απλούν συμβεβηκός της επισκέψεως ταύτης εις τους εθνικούς αναγράφεται. Ήθελε φανή ίσως ότι εις την μακρινήν εκείνην χώραν θα υπήρχε βεβαιότης, όχι ασφαλείας μόνον, αλλά και αναπαύσεως· αλλά δεν συνέβη ούτω. Είδομεν ήδη ενδείξεις ότι η φήμη των θαυμάτων Του είχε διαδοθή και μέχρι των παλαιών πόλεων της Φοινίκης, και μόλις έφθασεν εις τα σύνορά των, κατέστη γνωστόν ότι δεν ηδύνατο να μείνη κρυπτόμενος. Μία γυνή τον ανεζήτησε, και ηκολούθησε την μικράν συνοδίαν με παθητικάς ικεσίας. «Ελέησόν με, Κύριε, Υιέ Δαυίδ· η θυγάτηρ μου κακώς δαιμονίζεται».
θα ηδυνάμεθα να φαντασθώμεν ότι ο Κύριος ημών θ' απήντα εις τοιαύτην ικεσίαν δι' αμέσου ελέους, όσω μάλλον, παραχωρών αυτή το αίτημά Της, συμβολικώς θα παρίστα την επέκτασιν της βασιλείας Του εις τους τρεις μεγίστους κλάδους του ειδωλολατρικού κόσμου. Διότι η γυνή ήτο Χαναναία την καταγωγήν και Συροφοίνισσα· την θέσιν Ρωμαία υπήκοος· την δε γλώσσαν και την μόρφωσιν Ελληνίς. Και η επίκλησίς της προς έλεος εις τον Μεσσίαν του εκλεκτού λαού θα ηδύνατο κάλλιστα να φανή εις τα πρωτόλεια της συγκομιδής εν η το αγαθόν σπέρμα θα εβλάστανεν ύστερον εν Τύρω και Σιδώνι και Καρχηδόνι και Ελλάδι και Ρώμη. Αλλ' ο Ιησούς (και δεν είνε αύτη μία των αναριθμήτων ενδείξεων ότι ασχολούμεθα εδώ όχι με ψευδή παράδοσιν, αλλά με αληθή γεγονότα;) ο Ιησούς δεν απήντησεν αυτή λέξιν.
Εις ουδεμίαν άλλην περίστασιν δεν βλέπομεν παρομοίαν φαινομένην ψυχρότητα εκ μέρους του Χριστού. Ουδέ πληροφορούμεθα εδώ περί των αιτίων. Δύο δε αίτια φαίνονται πιθανά. Δυνατόν να ηθέλησε να δοκιμάση τα αισθήματα των μαθητών Του, οίτινες, εν τω στενώ πνεύματι της Ιουδαϊκής αποκλειστικότητος δυνατόν να ήσαν απαράσκευοι όπως Τον ίδωσι παρέχοντα τας ευεργεσίας Του, ου μόνον εις εθνικήν, αλλ' εις Χαναναίαν, και απόγονον της επαράτου φυλής. Είνε αληθές ότι είχε θεραπεύσει τον δούλον του εκατοντάρχου, αλλ' ούτος ήτο ίσως Ρωμαίος, βεβαίως δε ευεργέτης των Ιουδαίων, και κατά πάσαν πιθανότητα προσήλυτος. Αλλ' είνε πιθανώτερον ότι, γνωρίζων τι έμελλε να συμβή, επεθύμει να δοκιμάση περισσότερον την πίστιν της γυναικός. Και περιπλέον, δυνατόν να ήθελεν εις πάντε χρόνον να ενθαρρύνη ημάς εις τας προσευχάς και τας ελπίδας μας, και να μας διδάξη να προσκαρτερώμεν, και όταν θα εφαίνετο ότι το προσωπόν Του είνε αυστηρόν προς ημάς, ή ότι το ους Του είνε επιστραμμένον.
Βεβαρημένοι από την ενόχλησιν των κραυγών της, οι μαθηταί Τον παρεκάλεσαν να την αποπέμψη· Εκείνος δε είπε προς αυτούς, «Ουκ απεστάλην ειμή επί τα απολωλότα πρόβατα οίκου Ισραήλ».
Τότε η γυνή ήλθε και έπεσε παρά τους πόδας Του, και ήρχισε να Τον προσκυνή λέγουσα, «Κύριε, βοήθησόν μοι». Ηδύνατο να μένη αμάλακτος εις την λύπην εκείνην; Ηδύνατο ν' απορρίψη την ικεσίαν αυτήν; Και θα την άφηνε να επιστρέψη εις την ισόβιον αγωνίαν του να παρίσταται εις τους παροξυσμούς της δαιμονιζομένης παιδίσκης της; Γαληνίως και ψυχρώς εξήλθεν εκ των χειλέων εκείνων, τα οποία δεν απήντησαν ειμή λόγους ελέους και ευσπλαγχνίας εις την παράκλησιν παντός ικέτου, η απάντησις; «Ου καλόν λαβείν τον άρτον των τέκνων και βαλείν τοις κυναρίοις».
Τοιαύτη απάντησις θα ηδύνατο βεβαίως να ψυχράνη την καρδίαν της· και αν Εκείνος δεν προέβλεπεν ότη αυτή είχε την σπανίαν πίστιν, ήτις ηδύνατο να ίδη έλεος και αποδοχήν ακόμη και εν τη φαινομένη αρνήσει, δεν θα απήντα ούτω προς αυτήν. Πλην ουδέ όλαι αι χιόνες του Λιβάνου, του όρους της πατρίδος της, ηδύναντο να σβύσουν το πυρ της αγάπης, το οποίον έκαιεν εις το θυσιαστήριον της καρδίας της, και ταχεία ως ηχώ ήλθεν η λαμπρά απάντησις: — «Ναι, Κύριε· και γαρ τα κυνάρια εσθίει από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης»·
Τότε εκείνη εθριάμβευσεν. Ουδέ στιγμήν περισσότερον παρέτεινεν ο Κύριος την αγωνίαν της προσδοκίας της. «Ω γύναι, εφώνησε, μεγάλη σου η πίστις, γενέσθω σοι ως θέλεις». Και με την συνήθη γραφικήν απλότητα του, ο Ευαγγελιστής Μάρκος περαίνει την διήγησιν διά των συγκινητικών λέξεων: Και ότε ήλθεν εις την οικίαν, εύρεν εξεληλυθός το δαιμόνιον, και την παιδίσκην ανακεκλιμένην.
Πόσον έμεινεν ο Κύριος εις τας χώρας ταύτας, και εις ποίον μέρος διέτριψε, δεν γνωρίζομεν. Πιθανώς η αναχώρησίς Του επεταχύνθη διά της δημοσιότητος ήτις παρηκολούθει τας κινήσεις Του κ' εδώ. Εντεύθεν αναχωρήσας εστράφη ανατολικώς, και φθάσας εις τας πηγάς του Ιορδάνου οδοιπόρησε προς τας χώρας της Δεκαπόλεως.
Η Δεκάπολις, προς ανατολάς του Ιουρδάνου κειμένη, ήτο ομοσπονδία δέκα ελευθέρων πόλεων, το μέρος δε κατείχετο υπό εθνικών, αποτελούντων χωριστόν τμήμα της Ρωμαϊκής επαρχίας. Η υποδοχή του Ιησού εις την ημιεθνικήν ταύτην χώραν φαίνεται να υπήρξεν ευνοϊκή. Όπου και αν επορεύετο, δεν ηδύνατο ν' απέχη Του να εξασκή τας θαυματουργούς δυνάμεις Του προς χάριν των πασχόντων, όσοι εζήτουν την βοήθειάν Του. Και εις μίαν των πόλεων τούτων (τα ονόματα τινών εκ των πόλεων τουτων είνε κατά τον Πλίνιον, Γερασά, Γάδαρα, Γεργεσά, Ίππος, Πέλλα, Βεθσηάν, Σκυθόπολις, κτλ) παρεκλήθη να θεραπεύση ένα άνθρωπον κωφόν και μογίλαλον. Θα ηδύνατο να τον θεραπεύση μόνον δι' ενός λόγου, αλλ' υπήρχον προφανώς περιστάσεις εις το πάθημα του ανθρώπου, αίτινες καθίστων ευκταίον να γείνη βαθμιαία η ίασίς του, και δι' ορατών σημείων να εκτελεσθή. Έλαβε τον άνθρωπον κατά μέρος, έβαλε τους δακτύλους εις τα ώτα αυτού, και έπτυσε, και έψαυσε την γλώσσαν του· και είτα ο Μάρκος μας λέγει ότι εστέναξε, και ύψωσεν άνω το όμμα, και είπεν: «Εφφαθά! Διανοίχθητι!» Κ' εδώ πάλιν δεν μας αποκαλύπτεται ποία ήσαν τα άμεσα αίτια τα οποία έθλιβον το πνεύμα Του. Δυνατόν να εστέναξεν εξ οίκτου προς τον άνθρωπον· δυνατόν να εστέναξεν εξ οίκτου προς την φυλήν· δυνατόν να εστέναξε δι' όλας τας αμαρτίας αίτινες εξευτελίζουν και δι' όλας τας ταλαιπωρίας όσαι τυραννούν το ανθρώπινον γένος· αλλά βεβαίως, εστέναξεν εν πνεύματι βαθείας ευσπλαγχνίας, και βεβαίως ο στεναγμός εκείνος ανέβη ως πανσθενής μεσολάβησις εις τας ακοάς Κυρίου των Δυνάμεων. «Δεν ήτο στεναγμός (λέγει ο Λούθηρος) διά την γλώσσαν και τα ώτα εκείνου του πτωχού ανθρώπου· αλλ' ήτο κοινός στεναγμός δι' όλας τας γλώσσας και τα ώτα, προς δε, δι' όλας τας καρδίας, τα σώματα, και τας ψυχάς, και δι' όλους τους ανθρώπους, από τον Αδάμ μέχρι του τελευταίου απογόνου του».
Το συμπέρασμα το οποίον εξήγαγόν τινες ότι ο Κύριος ημών ελληνιστί ωμίλει συνήθως, και ότι ο Ευαγγελιστής Μάρκος διετήρησε μόνον ολίγας αραμαϊκάς λέξεις κατά τας σπανίας περιστάσεις καθ' ας ο Χριστός μετεχειρίζετο την γνησίαν γλώσσαν της πατρίδος Του (καθώς ενταύθα την λέξιν Ε φ φ α θ ά), είνε λίαν ακροσφαλές. Πλείστοι εκ των Ιουδαίων του καιρού εκείνου, και μάλιστα οι εν τοις εμπορικοίς κέντροις οικούντες, ωμίλουν δύο γλώσσας, Ελληνικήν και Αραμαϊκήν· αλλ' ημείς εύρομεν εν αρχή, του παρόντος βιβλίου λόγους ίνα πιστεύωμεν, ότι ο Κύριος ωμίλει συνήθως, αραμαϊστί.
Τα πλήθη της μεμακρυσμένης εκείνης χώρας, ασυνείθιστα εις τα θαύματά Του, υπερμέτρως εξεπλάγησαν. Η περί εχεμυθίας σύστασίς Του ως συνήθως ωλιγωρήθη, και μεγάλα πλήθη ηκολούθησαν τον Ιησούν εις την κορυφήν όρους υπεράνω της λίμνης προς τα ανατολικά, σχεδόν αντικρύ των Μαγδάλων, κ' εκεί φέροντες τους τυφλούς των και τους χωλούς και πηρούς και αλάλους, τους έθεσαν παρά τους πόδας του Αγαθού Ιατρού, και όλους τους εθεράπευσεν. Εμπλησθέντες εκπλήξεως, οι άνθρωποι της Δεκαπόλεως δεν ηδύναντο ν' αποσπασθώσιν από πλησίον Του, και ημιειδωλολάτραι αυτοί, εδόξαζον τον Θεόν του Ισραήλ.
Τρεις ημέρας ήδη είχον διατρίψει μετ' Αυτού, κ' επειδή πολλοί τούτων ήρχοντο εξ αποστάσεως, αι τροφαί των εξηντλήθησαν. Ο Ιησούς τους ώκτειρε, και βλέπων την πίστιν των, πάλιν παρέθηκεν διά τον λαόν Του τράπεζαν εν τη ερήμω. Ηπόρησάν τινες ότι, εις απάντησιν της εκφράσεως του οίκτου Του, οι μαθηταί δεν προέβλεψαν ουδέ υπέβαλον γνώμην τι έπρεπε να πράξη. Αλλ' ενταύθα βεβαίως υπάρχει απόχρωσις λεπτότητος και αληθείας. Εγνώριζον ότι δεν υπήρχε παρ' Αυτώ σπατάλη του υπέρφυούς, ουδέ περιττή εξάσκησις θαυματουργού δυνάμεως. Πολλάκις είχον συνυπάρξει με πλήθη πρότερον, και όμως εις μίαν μόνην περίστασιν τους είχε θρέψει· και περιπλέον, αφού ούτως έπραξεν, είχεν επιτιμήσει αυστηρώς εκείνους οίτινες ήρχοντο προς Αυτόν εν προσδοκία τοιούτων δωρεών, και είχε ποιήσει ομιλίαν τόσον αυστηράν ώστε απεξένωσεν αφ' Εαυτού και πολλούς των φίλων Του. Διά αυτούς να προτείνωσιν επανάληψιν της τροφοδοσίας των πεντακισχιλίων θα ήτο οίησις και κενοδοξία, την οποίαν ο βαθύς σεβασμός των τους απηγόρευε, και τοσούτω μάλλον όσω ενθυμούντο πόσον επιμόνως είχεν αρνηθή να ποιήση σημείον κατ' εισήγησιν άλλων. Αλλά μόλις τους έδωκε νύξιν περί της προθέσεώς Του, και μετ' εντελούς πίστεως κατέστησαν πρόθυμοι υπουργοί Του. Έβαλαν το πλήθος να καθίση επί του εδάφους, και ήρχισαν να διανέμωσι προς αυτούς τα τεμάχια των θαυμασίως πολλαπλασιασθέντων επτά άρτων και των ολίγων ιχθυδίων· και εσήκωσαν τα περισσεύματα επτά σπυρίδας πλήρεις, αφού το πλήθος, τετρακισχίλιοι άνδρες, χωρίς γυναικών και παιδίων, έφαγε και εχορτάσθη. Και είτα ο Κύριος και οι μαθηταί Του απέπεμψαν το πλήθος χαίρον και ευγνωμονούν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΕ'. Η μεγάλη ομολογία
Υποδοχή του Ιησού κατά την επάνοδόν Του εις την Γαλιλαίαν. — Σημείον επιζητούσιν. — Άρνησις και αποδοκιμασία. — Θλίψις του Ιησού και απόπλους. — Το προφητικόν Ουαί. — Η ζύμη των Φαρισαίων και του Ηρώδου. — «Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος». — «Μακάριος ει, Σίμων βαρ-Ιωνά». — Διαστροφαί και παρερμηνείαι. — Προρρήσεις περί του Πάθους Του. — Τολμηρά επέμβασις του Πέτρου. — «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά». — Ο Υιός του Ανθρώπου ερχόμενος εν τη βασιλεία Αυτού».
Πολύ διάφορος ήτο η υποδοχή ήτις περιέμενε τον Ιησούν επί της άλλης όχθης. Οι πτωχοί ειδωλολάτραι της Δεκαπόλεως Τον είχον δεξιωθή μετ' ευλαβείας και ενθουσιασμού· οι φιλόθρησκοι Φαρισαίοι της Ιερουσαλήμ το συντήντησαν μετά χλεύης και μίσους. Δυνατόν, μετά την απουσίαν ταύτην, η ψυχή Του να επόθησε την μόνην γωνίαν της γης, την οποίαν θα ηδύνατο να ονομάση οικίαν Του. Εισελθών εις το μικρόν πλοιάριόν Του, διεπορθμεύθη εις Μάγδαλα. Είνε, πιθανόν ότι σκοπίμως απέφυγε να πλεύση εις Βηθσαϊδά ή εις Καπερναούμ, ολίγω βορειότερον των Μαγδάλων κειμένας, όπου δε οι Φαρισαίοι είχον ιδρύσει το στραταρχείον των. Αλλ' οι άνθρωποι ούτοι παρεμόνευον την άφιξίν Του. Ως να είχον στήσει σκοπιάν επί του πύργου των Μαγδάλων διά ν' ανακαλύψωσι το ιστίον του πλοιαρίου Του, μόλις επάτησε τον πόδα επί της όχθης, και ήλθον εις συνάντησίν Του. Ουδέ ήσαν μόνοι· την φοράν ταύτην συνωδεύοντο (ω της λυκοφιλίας!) από τους ασπόνδους εχθρούς των, τους Σαδδουκαίους, την δύσπιστον εκείνην αίρεσιν, την ημιθρησκευτικήν και ημιπολιτικήν, εις την οποίαν τώρα ανήκον οι δύο αρχιερείς ως και ο βασιλεύων οίκος. Όλα τα κρατούντα στοιχεία της τότε κοινωνίας οι Φαρισαίοι, επίφοβοι εκ της θρησκευτικής βαρύτητός των παρά τω πλήθει· οι Σαδδουκαίοι, ολιγάριθμοι, αλλ' ισχυροί επί πλούτω και θέσει· οι Ηρωδιανοί, αντιπροσωπεύοντες την επιρροήν των Ρωμαίων και των οργάνων των, των τετραρχών· οι Γραμματείς και οι Νομικοί, εξασκούντες το κύρος των παραδεδεγμένων δοξασιών και της μαθήσεώς των· όλοι ήσαν ηνωμένοι κατ' Αυτού εις μίαν πυκνήν φάλαγγα σκευωρίας και αντιδράσεως, και απόφασιν είχον προ παντός άλλου να παρακωλύωσι το κήρυγμά Του, και ν' απαλλοτριώσιν απ' Αυτού, όσον το δυνατόν, την στοργήν του λαού, μεταξύ του οποίου πολλά εκ των κραταιών έργων Του εγένοντο.
Είχον ανακαλύψει εκ της πείρας ότι το ανυσιμώτερον όπλον προς δυσφήμησιν της αποστολής Του και υπονόμευσιν της επιρροής Του ήτο η απαίτησις σημείου, προ παντός, σημείου εξ ουρανών. Εάν ήτο ο Μεσσίας, διατί να μη τους δώση άρτον εξ ουρανού, ως ο Μωυσής; πού η βροντή του Σαμουήλ και η φλοξ του Ηλία; διατί ο ήλιος να μη σκοτισθή και η σελήνη να μη τραπή εις αίμα; διατί να μη φανή πύρινος στήλος και να μη ενσκήψη λαίλαψ και καταιγίς όπως επικυρώση τους λόγους Του;
Εγνώριζον ότι τοιούτον σημείον δεν θα παρεχωρείτο εις αυτούς, κ' εγνώριζον ότι είχεν εξείπει ήδη τους ισχυροτάτους λόγους της τριπλής αρνήσεώς Του, όπως χαρισθή εις το αλαζονικόν και προκλητικόν αίτημά των. Εάν είχον μάθη το μυστικόν του πειρασμού Του εν τη ερήμω, θα εγνώριζον ότι αι πρώται απαντήσεις Του εις τον πειράζοντα εγένοντο εν τω πνεύματι τούτω της υψίστης αυταπαρνησίας. Εάν παρεχώρει το αίτημά των, ποίος σκοπός θα υπηρετείτο;, όχι η επίδρασις των εξωτερικών δυνάμεων, αλλ' η φυτική αρχή της ζωής έσωθεν, ποιεί το αγαθόν σπέρμα να βλαστήση. Η σκληρά καρδία δεν δύναται να μετατραπή, ούτε η ισχυρογνώμων απιστία να εκριζωθή, διά σημείων και τεράτων, αλλά δι' εσωτερικής ταπεινώσεως, και διά της χάριτος του Θεού ήτις μετέρχεται ως η δρόσος του ουρανού, εν σιγή και αόρατος. Τι θα επηκολούθει εάν το σημείον εδίδετο; υπ' αυτών των αυτοπτών θ' απεδίδετο εις δαιμονικήν ενέργειαν υπό των ακουόντων θα εσχολιάζετο ούτως ή ούτως· υπό της προσεχούς γενεάς θα ηθετείτο ως επίνοια, ή θα εξητμίζετο εις μύθον.
Αλλά παρά πάντα ταύτα, οι Φαρισαίοι και Σαδδουκαίοι ησθάνοντο ότι προς το παρόν η άρνησις αύτη του να παραχωρήση το αίτημά των τους έδιδε λαβήν κατά του Ιησού, και ήτο τελεσιουργόν μηχάνημα προς μείωσιν του θαυμασμού του λαού. Και όμως εκείνος ουδ' επί στιγμήν εδίστασε ν' απορρίψη τον πειρασμόν τούτον. Δεν θα ειργάζετο ποτέ κανέν επιδεικτικόν θαύμα κατά το κέλευσμά των, όπως ουδέ εις το κέλευσμα του πειράζοντος θα ενέδιδε ποτέ. Είπεν αυτοίς και πάλιν, ως πρότερον, ότι σημείον δεν θα δοθή εις αυτούς ειμή το σημείον του Ιωνά, τουτέστιν η ιδία έκκλησις προς μετάνοιαν την οποίαν είχεν απευθύνει προς τους Νινευίτας. Δεικνύων δε προς το δυσμικόν του ουρανού, είπεν: Υποκριταί! γνωρίζετε να διακρίνετε την όψιν του ουρανού· δεν δύνασθε να μάθητε τα σημεία των καιρών;
Καθώς ωμίλει εξέπεμψε βαθύν εκ μυχίων στεναγμών· ανεστέναξε τω πνεύματι Αυτού, λέγει ο Μάρκος. Επί τινα χρόνον είχεν αποδημήσει εκ των ενταύθα. Τον είχον επιζητήσει μετά πίστεως εις τας χώρας Τύρου και Σιδώνος. Τον είχον δεξιωθή μετά προθύμου ευγνωμοσύνης εις την Δεκάπολιν την ειδωλολάτριδα· εδώ, εις την πατρίδα Του, τον προϋπήντα η πανοπλία θριαμβευούσης αντιδράσεως, υπό το σχήμα του υποκριτικού ζήλου. Βαδίζει προς την όχθην ανά την ωραίαν πεδιάδα, όπου είχε ποιήσει τόσα έργα ελέους και αγάπης θαυμαστά, και είχεν ομιλήσει τόσα αθάνατα λόγια. Επανήλθε διά να εργασθή άπαξ ακόμη εις την μικράν γωνίαν όπου τα βήματά Του είχον παρακολουθήσει τόσαι χαίρουσαι χιλιάδες, κρεμάμεναι εν βαθεία σιωπή εις τα αθάνατα χείλη Του. Καθώς πλησιάζει εις τα Μάγδαλα, το μικρόν χωρίον το προωρισμένον εις πάντα χρόνον να δανείζη το όνομά Του εις λέξιν εκφραστικήν της θειοτάτης συμπαθείας Του — καθώς επιθυμεί να εισέλθη και πάλιν εις τας μικράς πόλεις και τας κώμας όσαι προσέφεραν εις την άστεγον κεφαλήν Του την μόνην σκιάν οικίας, ευρίσκει όλην την επίσημον υποκρισίαν της εκπτώσεως και της παρακμής του Ιουδαϊσμού ηκονημένην και πάνοπλον εναντίον Του!
Δεν επέβαλε τα ελέη Του εις εκείνους οίτινες Τον απέρριπτον. Καθώς ολίγω ύστερον το έθνος Του κατήντησε να προτιμήση τον Βαραββάν, τον φονέα και ληστήν, από τον Κύριον της Ζωής, ούτω τώρα οι Γαλιλαίοι έπεσαν εις παραχώρησιν καταδικασθέντες να κρατήσωσι τους Φαρισαίους των και να χάσωσι τον Χριστόν των. Αφήκεν αυτούς, καθώς είχεν αφήσει τους Γαδαρηνούς, απερριμμένος, χωρίς μήτε ν' αναπαυθή εις την οικίαν. Υπάρχει τι το εμφαντικόν εις το «καταλιπών αυτούς» του Ματθαίου, και εις το «αφείς αυτούς» του Μάρκου. Με λυπημένην καρδίαν, πανδήμως και θλιβερώς τους άφησε, τους άφισε διά να επισκεφθή και πάλιν τα παρακείμενα χωρία, αλλά διά να μη επανέλθη ποτέ πλέον δημοσία, μήτε θαύματα να κάμη, και να διδάξη ή να κηρύξη.
Πρέπει να ήτο αργά κατά την φθινοπωρινήν εκείνην εσπέραν όταν εισήλθε και πάλιν εις το πλοιάριον, και διέταξε τους μαθητάς Του να διευθύνωσι τον πλουν προς την Βηθσαϊδά την Ιουλιάδα, κατά το βόρειον άκρον της λίμνης. Εις τον δρόμον των πρέπει να παρέπλευσαν παρά την στιλπνήν άμμον της δυτικής Βηθσαϊδά, επί της οποίας ο Πέτρος και οι υιοί του Ζεβεδαίου είχον παίξει εις την παιδικήν ηλικίαν των, και πρέπει να είδαν την λευκήν μαρμαρίνην Συναγωγήν της Καπερναούμ, ρίπτουσαν την σκιάν της εις τα ύδατα, τα ερυθραινόμενα από τα ανταυγάζοντα χρώματα της δύσεως. Άρα κατά τοιαύτην στιγμήν, ότε κατέλειπε την Γαλιλαίαν εν πλήρει γνώσει ότι το έργον Του εκεί είχε λάβη πέρας, και ότι απέπλεεν απ' αυτής ως αποκήρυκτος και κατάδικος εις θάνατον, άρα κατά την υπερτάτην ταύτην στιγμήν της λύπης απήγγειλε τον έρρυθμον εκείνον ταλανισμόν, εν ώ κατεδίκαζε τας αμετανοήτους πόλεις εν αις πλείστα εκ των κραταιών έργων Του είχον πραχθή;
«Ουαί σοι, Χοραζίν! ουαί σοι, Βηθσαϊδά! ότι ει αι δυνάμεις αι γενόμεναι εν υμίν εγένοντο εν Τύρω και Σιδώνι, πάλαι αν μετανοήσατε εν σάκκω και σποδώ.
«Αλλά λέγω υμίν ότι ανεκτότερον έσται Τύρω και Σιδώνι εν ημέρα κρίσεως ή υμίν.
«Και συ, Καπερναούμ, η έως του ουρανού υψωθείσα, έως άδου καταβιβασθείση· ότι ει αι δυνάμεις αι γενόμεναι εν συ εγένοντο εν Σοδόμοις, παρέμενον αν έως της ημέρας ταύτης.
«Αλλά λέγω σοι, ότι ανεκτότερον έσται γη Σοδόμων εν ημέρα κρίσεως ή σοι.
Αν αι πανδήμως ωραίαι και κατανυκτικαί αύται λέξεις εξηνέχθησαν κατά την ευκαιρίαν ταύτην, ως αυστηρός και θλιβερός αποχαιρετισμός προς το δημόσιον κήρυγμά Του εν τη χώρα ην ηγάπα, αδυνατούμεν να είπωμεν· αλλά βεβαίως η ψυχή Του ήτο ακόμη πλήρης λύπης επί τη απιστία και σκληροκαρδία, επί ταις εσκοτισμέναις διανοίαις και τη διεφθαρμένη συνειδήσει εκείνων οίτινες δεν άφινον ούτω δι' Αυτόν την δύναμιν να πατήση τον πόδα εις την γενέθλιον χώραν Του. Ελέχθη υπό τινος μεγάλου δικανικού ρήτορος ότι, «ουδείς τρόπος απάτης είνε απεχθέστερος και βδελυρώτερος ή εκείνος όστις περιβάλλει την πεισμονήν και το ψεύδος με το σχήμα της ειλικρινείας, και όπισθεν του δόγματος της θρησκείας». Η απέχθεια κατά της βδελυράς ταύτης κακίας πρέπει να ήτο εξέχουσα εν τη τεθλιμμένη καρδία του Ιησού, ότε, καθώς το πλοιάριον παρέπλεε την τερπνήν όχθην κατευθυνόμενον προς βορράν, έλεγε προς τους μαθητάς Του: «Προσέχετε από της ζύμης των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων». Ή, «της του Ηρώδου» κατ' άλλον Ευαγγελιστήν. Φαίνεται δε ότι οι Ηρωδιανοί ήσαν κατά το πλείστον Σαδδουκαίοι.
Ουδέν περισσότερον προσέθηκε· και την παρατήρησιν ταύτην η απλοϊκότης των μαθητών μωρώς παρενόησεν. Ούτοι εξελάμβανον πάντοτε κατά γράμμα όλας τας τροπικάς εκφράσεις Του, μεταφορικώς δε τας κυριωλεκτικάς. Όταν απεκάλεσεν Εαυτόν «τον άρτον τον εκ του ουρανού», έλεγον «σκληρός ο λόγος ούτος»· όταν είπεν, «έχω βρώμα φαγείν ο υμείς ουκ οίδατε», παρετήρησαν μόνον, μη τις έφερεν Αυτώ να φάγη. Όταν είπε, «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται», απήντησαν, «Κύριε, ει κεκοίμηται σωθήσεται». Ούτω και τώρα, υπέθεσαν ότι ένδει να μη λαμβάνωσιν άρτους από τους Φαρισαίους και Σαδδουκαίους, και ανελογίζοντο ότι ένα μόνον άρτον είχον λάβη μεθ' εαυτών διά τον πλουν. Υπέθετον λοιπόν αυτοί, οίτινες μετά την θρέψιν των πεντακισχιλίων είχον συναθροίσει δώδεκα κοφίνους περισσεύματα, και μετά την τροφοδοσίαν των τετρακισχιλίων είχον συλλέξει επτά σπυρίδας πλήρεις, υπέθετον ότι ήτο κίνδυνος μη υποφέρωσιν εκ της πείνης; «Διατί λογίζεσθαι ούτω περί άρτου; τους είπε. Δεν εννοείτε ακόμη ούτε καταλαμβάνετε; έχετε την καρδίαν ακόμη εσκληρυμμένην; έχοντες οφθαλμούς, δεν βλέπετε; και έχοντες ώτα, δεν ακούετε; και δεν ενθυμείσθε;» Και είτα πάλιν, αφού τους ανέμνησε των θαυμάτων εκείνων, «Πώς δεν εννοείτε;» Δεν ετόλμησαν να Του ζητήσωσιν εξήγησιν· υπήρχε τι περί Αυτόν, υπήρχέ τι τόσον φοβερόν και εξηρμένον εν τω προσώπω Του, ώστε η αγάπη των προς Αυτόν, όσον ζωηρά και αν ήτο, συνεκερνάτο δι' υπερβάλλοντος σεβασμού· αλλά τώρα ήρχισαν να εννοώσιν ότι κάτι άλλο έλεγεν ο Ιησούς, και ότι τους εκέλευε να φυλάττωνται όχι από την ζύμην του άρτου, αλλ' από την διδασκαλίαν των Φαρισαίων και Σαδδουκαίων.
Εις Βηθσαϊδά την Ιουλιάδα, πιθανώς την επομένην πρωίαν, τυφλός τις προσήχθη εις Αυτόν προς ίασιν. Η θεραπεία επετελέσθη κατά τρόπον λίαν παραπλήσιον προς την του κωφού και αλάλου εν Δεκαπόλει. Δεν είχε τίποτε εκ της ελευθέρας ετοιμότητος, εκ της ακτινοβόλου αυθορμησίας των πρωιμωτέρων θαυμάτων. Κατά μίαν έποψιν διαφέρει παντός άλλου αναγεγραμμένου θαύματος, επειδή ήτο οιονεί δοκιματιστήριος. Ο Ιησούς έλαβε τον άνθρωπον από της χειρός, τον ωδήγησεν έξω της πολίχνης, ενέπτυσεν εις τους οφθαλμούς αυτού, και είτα, επιθείς επ' αυτών την χείρα, τον ηρώτησεν αν έβλεπεν. Ο άνθρωπος προσέβλεψεν εις τους ανθρώπους, μακράν, και ατελώς ακόμη ιατρευμένος είπε: Βλέπω τους ανθρώπους ως δένδρα περιπατούντα. Μόνον δε αφού ο Ιησούς επέθηκε δευτέραν φοράν την χείρα επί των οφθαλμών του, είδε καθαρώς. Και τότε ο Ιησούς τον προσέταξε να υπάγη εις την οικίαν του, ήτις δεν ήτο εις Βηθσαϊδά· διότι, δι' εμφαντικής επαναλήψεως της λέξεως, απηγορεύθη αυτώ ή να εισέλθη εις την πόλιν ή να είπη τι είς τινα των εν τη πόλει. Αδυνατούμεν να εξηγήσωμεν τα αίτια της μεθόδου την οποίαν μετήλθεν ενταύθα ο Χριστός. Το αδύνατον του εννοήσαι τι ωδήγησε τας πράξεις Του προέρχεται εκ της βραχύτητος της αφηγήσεως, εν η ο Ευαγγελιστής, καθώς συχνά συμβαίνει εις συγγραφείς εντριβείς περί το θέμα των, παρέρχεται πολλάς λεπτομερείας, αίτινες, επειδή ήσαν πολύ οικείαι εις αυτόν φαίνονται ως αυτοεξήγητοι διά τους αναγνώστας. Ό,τι δυνάμεθα αμυδρώς να ίδωμεν είνε η απέχθεια του Χριστού και η αποφυγή των Ηρωδιανών τούτων πόλεων, με την δάνειον ελληνικήν αρχιτεκτονικήν των, με τ' αμελή έθιμα των, και τας ρωμαϊκάς ονομασίας των. Βλέπομεν εν αυτοίς τοις Ευαγγελίοις ότι ο πλούτος και η δύναμις η αναπτυσσομένη ης τα θαύματα, ήτο ανάλογος με την πίστιν των αξιουμένων αυτών· εις μέρη όπου η πίστις ήτο σπανία φυσικόν ήτο τα θαύματα να είνε ολίγα και φειδωλά.
Εκείθεν ο Ιησούς επορεύθη εις την Καισάρειαν την Φιλίππου. Εδώ πάλιν φαίνεται ότι δεν εισήλθεν εις την πόλιν, αλλ' επεσκέφθη τα περίχωρα. Κατά δε την πορείαν Του προς τα βόρεια μέρη συνέβη έν επεισόδιον το οποίον ευλόγως δύναται να θεωρηθή ως το μεσουράνημα του επιγείου διακονήματός Του. Ήτο μόνος. Το πλήθος, το οποίον συνέρρεε τόσον θορυβωδώς πλησίον Του εις πλέον συχναζόμενα μέρη, εδώ ηκολούθει εξ αποστάσεως. Μόνον οι μαθηταί Του ήσαν πλησίον Αυτού καθώς ίστατο κατά μέρος εις προσευχήν εν μονώσει. Και όταν η προσευχή του ετελείωσεν, Εκείνος τους εκάλεσε πλησιέστερον καθώς εξηκολούθουν την οδοιπορίαν, και τους ηρώτησε τα δύο ταύτα βαρυσήμαντα ερωτήματα, εκ της απαντήσεως των οποίων εξηρτάτο όλον το πόρισμα του έργου Του επί της γης·
Πρώτον ηρώτησεν αυτούς:
«Τίνα Με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι τον Υιόν του Ανθρώπου;»
Η απάντησις υπήρξε θλιβερά. Οι Απόστολοι δεν ετόλμων και δεν ήθελον να είπωσι άλλο τι ειμή λέξεις εγκρατείας και αληθείας, και αποθαρρυντικώς λίαν εμαρτύρησαν ότι ο Μεσσίας δεν ανεγνωρίσθη υπό του κόσμου τον οποίον ήλθε να σώση. Είχον μόνον να επαναλάβωσι τας ματαίας εικασίας του λαού. Άλλοι μεν, απηχούντες την κραυγήν της ενόχου συνειδήσεως του Αντίπα, έλεγον ότι ήτο Ιωάννης ο Βαπτιστής· άλλοι, οίτινες δυνατόν να ήκουσαν τας αυστηράς καταγγελίας της απαθούς λύπης Του, ανεκάλυψαν εις τας ισχυράς εκείνας εκφράσεις τους κεραυνίους τόνους νέου Ηλία· άλλοι, οίτινες είχον ενωτισθή τους φθόγγους της τρυφερότητός Του, είδον εν αυτοίς την θρηνωδούσαν ψυχήν του Ιερεμίου, και ενόμισαν ότι είχεν έλθη ίσως διά να τους σώση εκ της νέας Βαβυλώνος και ν' αποδώση» αυτοίς την Κιβωτόν, άλλοι, και ούτοι οι πολυαριθμότεροι, Τον εθεώρουν μόνον ως ένα των προφητών. Ουδείς, μεθ' όλην την αυθόρμητον κραυγήν την εξελθούσάν ποτε εκ του θαυμασμού του πλήθους, δι' ης εκηρύσσετο Μεσσίας, ουδείς εσκέπτετο τις ήτο πράγματι Αυτός. «Το φως έφαινεν εν τη σκοτία, και η σκοτία αυτό ου κατέλαβεν».
«Υμείς δε τίνα Με λέγετε είνε;»
Εάν άλλη εδίδετο απάντησις εις το μέγα τούτο ερώτημα, εάν άλλη απάντησις ηδύνατο να δοθή, όλη η τύχη του κόσμου δυνατόν να μετεβάλλετο. Εάν άλλως εδίδετο η απάντησις, τότε, ανθρωπίνως αν ομιλήσωμεν, άχρι τούδε η αποστολή του Σωτήρος θ' απετύγχανεν (;) εξ ολοκλήρου, χριστιανισμός δε και χριστιανοσύνη δεν θα υπήρχε (;). Διότι το έργον του Χριστού επί γης εστηρίζετο το πλείστον επί των μαθητών Του. Εκείνος έσπειρε το σπέρμα, ούτοι συνεκόμισαν τον θερισμόν. Εκείνος επέστρεψεν αυτούς και αυτοί τον κόσμον. Δεν είχε ποτε ομιλήσει φανερά περί του αξιώματός Του ως Μεσσίου. Ο Ιωάννης εν τοσούτω είχε μαρτυρήσει περί Αυτού, και εις όσους ηδύναντο να δεχθώσι τούτο, είχεν εμμέσως ανακοινώσει λόγω τε και έργω ότι Εκείνος ήτο ο Υιός του Θεού. Αλλά το θέλημά Του ήτο ώστε το φως της αποκαλύψεως να επιλάμψη βαθμηδόν εις τας καρδίαν των τέκνων Του· να εκπηγάση δε περισσότερον εκ των αληθειών τας οποίας ελάλει και εκ του βίου τον οποίον έζη ή εκ των θαυμάτων όσα επετέλει· και να μεταδοθή όχι εν αστραπαίς και βρονταίς υπερφυούς μεγαλειότητος ή εν οπτασίαις ανεκλαλήτου δόξης, αλλά διά του ηρέμου μέσου αναμαρτήτου και πλήρους αυτοθυσίας βίου. Εν τω Υιώ του Ανθρώπου έμελλον ν' αναγνωρίσωσι τον Υιόν του Θεού.
Αλλ' η απάντησις ήλθεν οποία προ αιώνων είχε γραφή εν τη βίβλω της θείας προγνώσεως ότι έμελλε να έλθη, και ο Πέτρος, «ο πανταχού θερμός, ο του χορού των Αποστόλων κορυφαίος», ως λέγει ο ιερός Χρυσόστομος, ηξιώθη της αθανάτου τιμής να την εκφράση εκ μέρους όλων και δι' όλους:
&«Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος».&
Ενδιαφέρον είνε ενταύθα να σημειώσωμεν τας προτέρας ομολογίας των διαφόρων Αποστόλων.
Ήδη εις Βηθαβαρά ο Πέτρος είχεν ειπεί τω Ανδρέα: «Ευρήκαμεν τον Μεσσίαν».
Και ο Φίλιππος είχεν είπη: «Ον έγραψε Μωσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν Ιησούν, τον υιόν του Ιωσήφ, τον από Ναζαρέτ».
Και ο Ναθαναήλ είχεν είπη: «Ραβδί, Συ ει ο Υιός του Θεού, Συ ει ο Βασιλεύς του Ισραήλ».
Και μετά τον περίπατον τον επί της θαλάσσης, οι μαθηταί είχον αναφωνήσει: «Αληθώς, Συ ει ο Υιός του Θεού».
Και πάλιν εις Καπερναούμ, ο Πέτρος είχεν ειπεί: «Πιστεύομεν και πεποίθαμεν ότι Συ ει ο Άγιος του Θεού».
Αλλ' η απάντησις περί ης ο λόγος ήτο η σαφεστάτη και πληρεστάτη πασών· και τοιαύτη απάντησις εκ μέρους του κορυφαίου των Αποστόλων εξηγόραζε διά του πλήρους της διορατικότητος και της βεβαιότητός της την ελλιπή εκτίμησιν του πλήθους. Εδείκνυεν ότι επί τέλους το μέγα μυστήριον είχεν αποκαλυφθή, το από αιώνων και γενεών κεκρυμμένον. Οι Απόστολοι τουλάχιστον ου μόνον ανεγνώρισαν τον Ιησούν τον Ναζωραίον ως τον επηγγελμένον Μεσσίαν του έθνους των, αλλ' απεκαλύφθη προς αυτούς διά της ιδιαιτέρας χάριτος του Θεού ότι ο Μεσσίας εκείνος ήτο όχι μόνον οποίον προσεδόκων οι Ιουδαίοι, ηγούμενος, και άρχων, και υιός του Δαυίδ, αλλ' ήτο περισσότερον τούτου, ο υιός του Θεού του ζώντος.
Μετά φοβεράς επισημότητος εκύρωσεν ο Σωτήρ την μεγάλην ταύτην ομολογίαν.
«Αποκριθείς δε είπεν αυτώ ο Ιησούς, Μακάριος ει Σίμων Βαρ Ιωνά, ότι σαρξ και αίμα ουκ απεκάλυψέ σοι, αλλ' ο Πατήρ μου ο εν τοις ουρανοίς. Καγώ δε σοι λέγω, ότι συ ει Πέτρος και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την Εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής. Και δώσω σοι τας κλεις της βασιλείας των ουρανών· και ό αν δήσης επί της γης, εσται δεδεμένον εν τοις ουρανοίς, και ό αν λύσης επί της γης έσται λελυμένον εν τοις ουρανοίς».
Ουδέποτε τα χείλη του Ιησού εξέφεραν πλέον αξιομνημονεύτους λέξεις. Ήτο η ιδία περί Εαυτού μαρτυρία Του. Ήτο η υπόσχεσις ότι όσοι συνομολογήσωσιν αυτήν είνε μακάριοι. Ήτο το αποκεκαλυμμένον γεγονός, ότι εκείνοι μόνον δύνανται να την συνομολογήσωσιν όσοι άγονται προς τούτο υπό του πνεύματος του Θεού· έλεγε προς την ανθρωπότητα διά πάντοτε ότι ουχί δι' επιγείων επικρίσεων, αλλά μόνον διά της ουρανίου χάριτος, δύναται η πλήρης γνόσις της αληθείας εκείνης να επιτευχθή. Ήτο η κατάθεσις του θεμελίου λίθου της του Χ ρ ι σ τ ο ύ Ε κ κ λ η σ ί α ς, και η πρώτη φορά καθ' ην εξηνέχθη η λέξις Ε κ κ λ η σ ί α διά ν' αναμιχθή εντεύθεν τόσον ισχυρώς εις την ιστορίαν του κόσμου. Ήτο η επαγγελία δη η Εκκλησία αύτη, τεθεμελιωμένη επί της πέτρας της θεοπνεύστου ομολογίας, έμελλε να μείνη ανάλωτος εις όλας τας δυνάμεις της Κολάσεως. Ήτο η απονομή εις την Εκκλησίαν ταύτην, εν τω προσώπω του τυπικού αντιπροσώπου της — όστις ήτο μόνον «πρώτος εν ίσοις» και ουδεμίαν είχε προσωπικήν ηγεμονίαν επί των άλλων Αποστόλων — της δυνάμεως του ανοίγειν και κλείειν, του λύειν και δεσμείν, και η υπόσχεσις ότι η δύναμις αύτη πιστώς ενασκουμένη επί της γης θα κυρούται εν τέλει εν τοις ουρανοίς.
«Όλα ταύτα ασφαλώς λέγονται (παρατηρεί συγγραφεύς τις)· αλλά προς την Ρώμην;» Όλον το ρητόν τούτο του Χριστού ευρίσκεται κεχαραγμένον διά κολοσσιαίων γραμμάτων έσωθεν του θόλου του ναού του Αγ. Πέτρου εν Ρώμη. Ολίγη δύναμις χρειάζεται προς ανατροπήν των πυραμίδων των σοφισμάτων και του ψεύδους όσαι έχουν κτισθή επ' αυτού. Εάν δεν ήτο ιστορικόν γεγονός, θα εφαίνετο απίστευτον ότι επί τόσον φαντασιώδους θεμελίου εστηρίχθη η φανταστική αξίωσις των επισκόπων μιας πόλεως, εις ην, και αν είνε πιθανόν ότι απήλθεν ο Πέτρος και εδίδαξε, και ετελειώθη μαρτυρικώς εκεί, και αν ακόμη εθεμελίωσε την εκκλησίαν της, αλλ' όμως είνε πολύ γνωστόν ότι οι Απόστολοι προεχειρίσθησαν παρά του Χριστού οικουμενικοί επίσκοποι και ουχί επίσκοποι τοπικοί μιας πόλεως, ο δε Πέτρος πριν φθάση εις Ρώμην, αν έφθασεν εκεί, είχεν ιδρύσει και άλλας εκκλησίας. Είνε ωσαύτως γνωστόν ότι το πρωτείον το διοικητικόν εδόθη εις τον επίσκοπον Ρώμης, καθώς βραδύτερον εις τον Κωνσταντινουπόλεως, επειδή αι πόλεις εκείνων ήσαν αι βασιλεύουσαι του τότε κόσμου, και διότι η Εκκλησία του Χριστού, μη ζητούσα ποτέ να ιδρύση κοσμικόν κράτος, συνεμορφούτο πάντοτε προς τας πολιτικάς εξουσίας.
Δυνατόν να λεχθή, ότι από του χρόνου εκείνου κ' εντεύθεν, ο Σωτήρ θα ηδύνατο να εθεώρει μέγα μέρος του έργου Του επί της γης ως συντελεσθέν. Οι Απόστολοί Του τώρα ήσαν πεπεισμένοι περί του μυστηρίου της υπάρξεώς Του· αι βάσεις είχον τεθή εφ' ων, μετ' Αυτού ως ακρογωνιαίου λίθου, όλον το μέγα οικοδόμημα έμελλε να κτισθή.
Αλλ' απηγόρευσεν εις αυτούς ν' αποκαλύψωσι την αλήθειαν ακόμη. Ήσαν έτι όλως εν αγνοία της αληθούς μεθόδου της φανερώσεώς του. Ήσαν έτι αστερέωτοι εν τη πίστει και όπως μείνωσι πιστοί εις Αυτόν κατά την ώραν της υπερτάτης δοκιμασίας. Άχρι τούδε θα εγνωρίζετο ως Χριστός εις εκείνους μόνον των οποίων η πνευματική διορατικότης ηδύνατο να Τον βλέπη αμέσως εις τον βίον και εις τα έργα Του. Όταν η πίστις των θα εστερεούτο ασάλευτος διά του πανεκλάμπρου γεγονότος της αναστάσεώς Του, όταν αι καρδίαι των θα επληρούντο διά του νέου φωτισμού του Αγίου Πνεύματος και οι οφθαλμοί των θα ενισχύοντο με της Πεντηκοστής τας φλόγας, τότε θα ήρχετο δι' αυτούς η ώρα να εξέλθωσι και διδάξωσι πάντα τα έθνη, ότι ο Ιησούς όντως ήτο ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του ζώντος.
Αλλά καίτοι Τον εγίνωσκον ήδη, ουδέν εγνώριζον ακόμη περί του τρόπου καθ' ον ήτο η θέλησίς Του όπως εκτελεσθώσιν οι θείοι σκοποί Του. Ήτο καιρός όπως περιπλέον ετοιμασθώσιν· ήτο καιρός όπως μάθωσιν ότι, καίτοι Βασιλεύς ήτο, η βασιλεία Του δεν ήτο εκ του κόσμου τούτου· ήτο καιρός όπως όλαι αι μάταιαι εγκόσμιαι ελπίδες περί λαμπρότητος και προαγωγής εν τη βασιλεία του Μεσσίου σβεσθώσιν εν αυτοίς διά πάντοτε, και γνωρίσωσιν ότι η βασιλεία του Θεού δεν είνε βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και ειρήνη και πίστις χαίρουσα.
Τούτου ένεκα ήρχισεν αταράχως και εσκεμμένως ν' αποκαλύπτη προς αυτούς την μελετωμένην πορείαν Του εις Ιερουσαλήμ, την απόρριψίν Του υπό των αρχόντων του έθνους, την αγωνίαν και την ύβριν ήτις Τον ανέμενε, τον βίαιον θάνατόν Του, την ανάστασίν Του την τριήμερον. Και άλλοτε είχεν εκφέρει διαφόρους και απωτέρας προρρήσεις των εγγιζόντων τούτων παθημάτων, αλλά τώρα διά πρώτην φοράν ενδιέτριβεν επ' αυτών εναρκώς, και «παρρησία τον λόγον ελάλει». Αλλ' όμως και τώρα δεν απεκάλυψεν εν όλη τη φοβερότητί του τον τρόπον του εγγίζοντος θανάτου Του. Κατέστησε γνωστόν εις αυτούς ότι έμελλε ν' απορριφθή υπό των πρεσβυτέρων και αρχιερέων και γραμματέων, αλλ' όχι ότι έμελλε να παραδοθή εις τους εθνικούς. Προείπεν αυτοίς ότι μέλλει να θανατωθή, αλλ' επεφύλαξε διά τον χρόνον της τελευταίας πορείας Του εις Ιερουσαλήμ το φρικτόν γεγονός ότι ήθελε σταυρωθή. Ούτω απεκάλυψεν αυτοίς το μέλλον μόνον εφ' όσον ηδύναντο να το βαστάσωσι, και τότε δε, όπως παραμυθήση την αγωνίαν των και στηρίξη την πίστιν των, προείπεν εναργέστατα, ότι τη τρίτη ημέρα θα εγερθή πάλιν.
Αλλά το ανθρώπινον πνεύμα έχει παράδοξον ικανότητα εις το ν' απορρίπτη εκείνο το οποίον αδυνατεί να εννοήση. Οι Ευαγγελισταί πιστοί και απλοϊκοί εν τη μαρτυρία των, ουδέποτε κρύπτουσιν αφ' ημών την αμβλύτητα της πνευματικής διορατικότητός των, ουδέ την επικράτησιν των Ιουδαίων προκαταλήψεων επί του πνεύματός των. Ομολογούσι προς ημάς πως ενίοτε εξελάμβανον κατά γράμμα ό,τι ήτο τροπικόν, και τανάπαλιν. Ηχούσαν οι Απόστολοι την αγγελίαν, αλλά δεν την κατενόησαν. «Ου συνήκαν τα λεγόμενα, και απεκρύβη απ' αυτόν, ώστε μη νοήσαι». Τώρα, καθώς πολλάκις άλλοτε, υπερφυής φόβος κατέλαβεν αυτούς, και ηυλαβούντο να τον ερωτήσουν. Η περί της τελετής Του πρόρρησις ήτο τόσον αλλοτρία από της συνήθους έξεως τον σκέψεών των, ώστε την έβαλαν κατά μέρος ως ασυνάρμοστον και ακατάληπτον, ως μυστήριόν τι εις ό δεν ηδύναντο να εμβαθύνωσι· και όσον αφορά την ανάστασιν, όταν και πάλιν προεφητεύθη αύτη εις τους πνευματικωτέρους εν αυτοίς, ήρχισαν μόνον να συζητώσι προς αλλήλους τι άρα εσήμαινεν η εκ νεκρών έγερσις.
Αλλ' ο Πέτρος, εν τη ορμητικότητί του, ενόμισεν ότι ενόησε, και ενόμισεν ότι ηδύνατο να προλάβη· και ούτω διέκοψε τας επισήμους εκείνας εκφράσεις διά του αμαθούς και αλαζονικού ζήλου του. Το συναίσθημα ότι εδόθη αυτώ να νοήση και να εκφράση νέαν και ισχυράν αλήθειαν, ομού με το λαμπρόν εγκώμιον και την επαγγελίαν την οποίαν αρτίως είχε λάβη, συνετέλεσαν να φυσιώσωσι την διάνοιάν του και ν' αποπλανήνωσι την καρδίαν του. Λαβών τον Ιησούν από της χειρός ή από του ιματίου, τον είλκυσεν έν ή δύο βήματα παράμερα από τους άλλους μαθητάς, και ήρχισε να συμβουλεύη, να διδάσκη, να επιτιμά τον Ιησούν. «Ιλεώς Σοι, Κύριε» είπε, Θεός φυλάξοι, τούτο δεν θα γείνη εις Σε!
Αλλ' ο Κύριος, εν αγανακτήσει, εις επήκοον πάντων, τον ήλεγξεν: «Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά! σκάνδαλόν μου ει· δη ου φρονείς τα του Θεού, αλλά τα των ανθρώπων». Αύτη η σαρκική και παχυλή και ανθρωπίνη σκέψις σου, αύτη η απόπειρα όπως με αποτρέψης από το βάπτισμα του θανάτου, είνε αμάρτημα κατά των σκοπών του Θεού. Ο Πέτρος ώφειλε να μάθη — είθε και η εκκλησία εκείνη, ήτις επαγγέλλεται ότι έχει κληρονομήσει απ' αυτού τας αποκλειστικάς και υπερανθρώπους αξιώσεις της να είχε μάθη εν καιρώ! — ότι πόρρω απείχε του να είνε αναμάρτητος, και ότι «ο δοκών εστάναι βλεπέτω μη πέση.
«Ύπαγε οπίσω μου, Σατανά!» αυτάς τας ιδίας λέξεις τας οποίας είχε μεταχειρισθή προς τον πειράζοντα εν τη ερήμω. Σημειωτέων ότι ενταύθα η εβραϊκή λέξις Σ α τ ά ν σημμαίνει απλώς τον εναντίον, τον πολέμιον. Και ονομάσας τον Πέτρον «σκάνδαλον» ο Κύριος, ίσως έκαμνε πάλιν υπαινιγμόν εις το όνομά του. (Λίθος προσκόμματος, και σκανδάλου π έ τ ρ α).
Αλλ' αφού ούτω επετίμησε τον κορυφαίον των Αποστόλων Του, ο Κύριος ευδόκησε να λάβη εκ του επεισοδίου τούτου αφορμήν προς βαθυτάτην διδασκαλίαν, την οποίαν απηύθυνε προς τε τους μαθητάς Του και προς πάντας. Μανθάνομεν εκ του Ευαγγελιστού Μάρκου ότι και εις τα απώτερα ταύτα μέρη τα βήματά Του παρηκολουθούντο ενίοτε από πλήθη, τα οποία συνήθως εβάδιζαν είς τινα απόστασιν απ' Αυτού και των μαθητών Του, αλλ' ενίοτε εκαλούντο πλησίον Του όπως ακούσωσι τους χαριτοβρύτους λόγους του στόματός Του. Απευθυνόμενος λοιπόν προς αυτούς ο Ιησούς, εδίδαξε την υψίστην αρετήν της αυτοθυσίας. «Τι ωφελήσει άνθρωπος εάν όλον τον κόσμον κερδήση και ζημιωθή την ψυχήν αυτού; ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού;» Ενταύθα επροφήτευσεν ο Ιησούς ότι ήσαν τινες «των ώδε εστηκότων, οίτινες ου μη γεύσωνται θανάτου έως αν ίδωσι τον Υιόν του Ανθρώπου ερχόμενον εν τη βασιλεία Αυτού.» Εάν εδώ η βασιλεία του Υιού του Ανθρώπου νοείται εν αρχετύπως πνευματική έννοια, δεν θα είνε δύσκολον να εννοήσωμεν την προφητείαν ταύτην εν τη εκδοχή ότι, πριν όλοι μεταστώσιν εκ του προσκαίρου κόσμου, τα θεμέλια της βασιλείας εκείνης θα κατετίθετο διά πάντοτε. Τρεις εκ των μαθητών έμελλον να Τον ίδωσιν αμέσως μεταμορφούμενον· όλοι εκτός ενός έμελλον να γείνωσι μάρτυρες της αναστάσεώς Του· είς τουλάχιστον, ο ηγαπημένος μαθητής, έμελλε να επιζήση τη αλώσει της Ιερουσαλήμ και τη καταστροφή του Ναού, τα οποία θα καθίστων αδύνατον πάσαν κατά γράμμα πλήρωσιν του Μωσαϊκού νόμου. Και η προφητεία δυνατόν να είχε βαθύτερα ακόμη νοήματα, νοήματα πραγματικώτερα άμα και πνευματικώτερα. «Εάν θέλωμεν να μη φοβώμεθα τον θάνατον, λέγει ο Άγιος Αμβρόσιος, ας ιστάμεθα όπου είνε ο Χριστός· ο Χριστός είνε η ζωή ημών· είνε η ζωή αυτή, ήτις δεν δύναται ν' αποθάνη.»
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΣΤ'. Η Μεταμόρφωσις
Θαβώρ και Ερμών. — Μωυσής και Ηλίας. — «Τα περί της εξόδου Αυτού». — Έξαλλοι λόγοι του Πέτρου. — Η φωνή εξ ουρανών. — «Συ το άχρονον φως».
«Και ταύτην την φωνήν εξ ουρανού ημείς ηκούσαμεν συν Αυτώ όντες εν τω όρει τω αγίω». (Πέτρ. Β'. α'. 18.)
«Διά της εν γνόφω θείας ομφής το πρόσωπόν ποτε εδοξάσθη Μωσής· Χριστός δε ως ιμάτιον φως και δόξαν αναβάλλεται». (Κοσμάς ο Ποιητής.)
Ουδείς των Ευαγγελιστών μας λέγει τι περί της εβδομάδος ήτις επηκολούθησε μετά την μεγάλην ομολογίαν του Πέτρου. Μας λέγουσι μόνον ότι μεθ' ημέρας έξ παρέλαβεν ο Ιησούς τον Πέτρον, και Ιάκωβον, και Ιωάννην, «και αναφέρει αυτούς εις όρος υψηλόν κατ' ιδίαν».
Η αρχαία παράδοσις είνε, ότι το όρος τούτο ήτο το Θαβώρ, και κατά την 6 Αυγούστου, ότε εορτάζεται η Μεταμόρφωσις εν τη Ελληνική Εκκλησία, πολλοί προσκυνηταί μεταβαίνουσιν ακόμη εις το όρος Θαβώρ, όπου τρεις παλαιαί εκκλησίαι και έν μοναστήριον προσμαρτυρούσι την αρχαιότητα της παραδόσεως. Πολλοί κριτικοί όμως, επιχωρίως μελετήσαντες το πράγμα, πιθανολογούσιν ότι η Μεταμόρφωσις συνέβη μάλλον επί του όρους Ερμών. Και ο στίχος του προφητάνακτος συνάπτει διθυραμβικώς τα δύο ταύτα μεγαλοπρεπή όρη, λέγων: «Θαβώρ και Ερμών εν τω ονόματί Σου αγαλλιάσονται».
Ήτο εσπερινή ώρα όταν ανέβαινε το όρος· και καθώς ανήρχετο την κλιτύν μετά των τριών εκλεκτών μαρτύρων Του «των υιών της Βροντής, και του ανθρώπου του Βράχου (της Πέτρας)», βεβαίως ένθεος αγαλλίασις εύφρανε την ψυχήν Του· το αίσθημα ου μόνον της γαλήνης, την οποίαν η κοινωνία εκείνη μετά του Πατρός Του, η διά της εν μονώσει προσευχής επί του όρους, θα εδαψίλευεν εις το πνεύμα Του, αλλ' έτι περισσότερον ή τούτο, το αίσθημα ότι θα υπεστηρίζετο κατά την επερχομένην ώραν της υπερτάτης δοκιμασίας δι' υπηρεσιών ουχί γηίνων. Ανήρχετο διά να ετοιμασθή προς τον θάνατον, και προσέλαβε τους τρεις Αποστόλους Του μεθ' Εαυτού, όπως «επόπται γενηθέντες της Εκείνου μεγαλειότητος», και «θεασάμενοι την δόξαν Αυτού, δόξαν ως Μονογενούς παρά Πατρός, πλήρους χάριτος και αληθείας», αισθανθώσι τας καρδίας των ενδυναμουμένας, την πίστιν των κρατυνομένην, όπως προσβλέψωσιν ακλόνητοι εις την άρρητον ταπείνωσιν του Σταυρού. «Προ του Σταυρού Σου, Κύριε, όρος ουρανόν εμιμείτο, νεφέλη ως σκηνή εφηπλούτο».
Εκεί λοιπόν ο Σωτήρ ήρχισε να προσεύχεται, και καθώς προσηύχετο, μετηρσιώθη από των μόχθων και της αθλιότητος του κόσμου, όστις Τον είχεν απορρίψει. «Μεταμορφώθη έμπροσθεν αυτών, και έλαμψε το πρόσωπον Αυτού ως ο ήλιος, τα δε ιμάτια Αυτού εγένετο λευκά ως το φως». Περιεβλήθη άφνω τοσαύτην αίγλην υπερφυούς δόξης και λαμπρότητος, ώστε το φως, η χιών, η αστραπή είνε τα μόνα πράγματα προς ά οι Ευαγγελισταί δύνανται να παραβάλωσι την ουράνιον εκείνην λάμψιν. Και ιδού! δύο μορφαί ώφθησαν πλησίον Αυτού. Το ι δ ο ύ τούτο εμφαίνει πόσον ισχυρά ήτο η εντύπωσις την οποίαν η σκηνή αύτη ενεποίησεν εις την φαντασίαν των παρισταμένων. Οι δύο, οίτινες επεφάνησαν Αυτώ, ήσαν οι αντιπρόσωποι του Νόμου και των προφητών, οι δύο επιφανέστατοι και λαμπρότατοι άνδρες της Παλαιάς Διαθήκης, ο Μωυσής και ο Ηλίας. Αμφότεροι είχον μεταστή από του κόσμου τούτου μυστηριώδει τω τρόπω. Αμφότεροι ήσαν οι πρόκριτοι του Νόμου, ενώ οι τρεις μαθηταί ήσαν οι πρόκριτοι της Χάριτος· ο είς των δύο εφαίνετο ως να ήρχετο εξ ουρανού, οι τρεις Απόστολοι ήσαν εκ της γης, και ο Μωυσής εκ των καταχθονίων. Αμφότεροι, καθώς ο Μείζων τούτων προς ον ελάλουν, είχον υποφέρει την υπερφυά εκείνην νηστείαν των τεσσαράκοντα ημερών και τεσσαράκοντα νυκτών· αμφότεροι εγένοντο θεόπται επί του όρους Χωρήβ. Και τώρα ήρχοντο επισήμως ίνα παρακαταθέσωσιν εις χείρας Του την δάνιον και λήξασαν εξουσίαν των.
Ίσταντο πλησίον Του, εν σχήματι σεβασμού και υποκλίσεως, αι δύο μεγάλαι μορφαί του Μωυσέως και του Ηλία, και ελάλουν «τα περί της εξόδου (ήτοι της τελευτής) Αυτού, ην έμελλε πληρούν εν Ιερουσαλήμ».
Και τότε οι τρεις Απόστολοι έπεσον πρηνείς εις την γην, μη ισχύοντες ν' ατενίσωσιν εις το καταπληκτικόν θέαμα. Και τότε ο Πέτρος, έκθαμβος, παράφορος, άλλος εξ άλλου γεγονώς, μη γνωρίζων τι έλεγε· μη γνωρίζων ότι ο Γολγοθάς θα ήτο θέαμα ασυγκρίτως λαμπρότερον ή το Θαβώρ· μη γνωρίζων ότι ο Νόμος και οι Προφήται τώρα επληρούντο· μη γνωρίζων πληρέστερον ότι ο Κύριός Του ήτο ανεκλαλήτως μεγαλείτερος και από τον Νομοθέτην του Σινά και από τον εκδικητήν του Καρμήλου, ανεφώνησε, «Κύριε, καλόν εστιν ημάς ώδε είναι πονήσωμεν ουν τρεις σκηνάς, Σοι μίαν, και μίαν Μωυσή, και μίαν Ηλία». Οι Απόστολοι ανεγνώρισαν τας δύο μορφάς, όχι μόνον από τα γνωρίσματά των τα οποία ήσαν γνωστά εις τον Ιουδαϊκόν λαόν, της περιβολής και του σχήματος εκατέρου, αλλά και από τους λόγους τους οποίους έλεγον μετά τρόμου και σεβασμού προς τον Κύριον, «περί της εξόδου Αυτού» της διά του Σταυρού. Αλλά δεν απέκειτο εις τον Πέτρον να μεταβάλη την ιστορίαν του πεπολιτισμένου κόσμου κατ' αρέσκειαν. Ώφειλε και έμελλε να μάθη την έννοιαν του Γολγοθά ουχ' ήτον ή την του Θαβώρ. Όχι εν γνόφω και θυέλλη ή εν πυρίνω άρματι έμελλε να παρέλθη απ' αυτών ο Ιησούς, αλλά με τους βραχίονας τεταμένους εν αγωνία επί του επαράτου ξύλου· όχι μεταξύ του Μωυσέως και του Ηλία, αλλά μεταξύ δύο ληστών, σταυρωθέντων μετ' αυτού, «εντεύθεν και εντεύθεν».
Απαντήσις άλλη δεν εδόθη εις τους εξάλλους και ονειρώδεις λόγους του· αλλά καθώς ελάλει, νεφέλη φωτεινή επεσκίασεν αυτούς, και φωνή εξήλθεν εκ της νεφέλης λέγουσα: «Ούτος εστιν ο Υιός Μου ο αγαπητός, εν ώ ηυδόκησα· Αυτού ακούετε». Οι μαθηταί πρηνείς έκρυψαν τας όψεις των εις την χλόην. Και όταν ανέκυψαν και προέβλεψαν, ουδένα άλλον είδον ειμή τον Ιησούν. Ήσαν οι τρεις μόνοι μετ' Εκείνου. Αλλ' εφοβούντο να κινηθώσιν ή να ομιλήσωσιν. Αλλ' ο Ιησούς, με την συνήθη ανθρωπίνην όψιν Του ήλθε προς αυτούς, τους έψαυσε, και είπεν: «Εγέρθητε, και μη φοβείσθε».
Και ούτω διηύγασεν η ημέρα εις το Θαβώρ και κατέβαινον το όρος· και καθώς κατέβαινον, τους προσέταξε να μη είπωσιν εις κανένα ό,τι είδον άχρις ου ο Υιός του Ανθρώπου εκ νεκρών αναστή. Τώρα δεν ήτο καιρός να ομιλήσωσι. Μετά την ανάστασιν η πίστις όλων θα εκρατύνετο, και δεν θα υπήρχε πλέον αντιζηλίαι μεταξύ των. Ετήρησαν οι τρεις το πρόσταγμα του Χριστού, αλλά μόνον ηρώτων αλλήλους, ή ανελογίζοντο εν σιωπή τι έμελλε να είνε τάχα αυτή η εκ νεκρών ανάστασις. Και άλλο σπουδαίον ζήτημα εβάρυνεν εις το πνεύμα των. Είχον ιδεί τον Ηλίαν. Εγίνωσκον ήδη πληρέστερον είπερ ποτέ ότι ο Κύριός των ήτο τω όντι ο Χριστός. Αλλ' όμως πώς λέγουσιν οι Γραμματείς (και δεν είχον οι Γραμματείς την προφητείαν του Μαλαχίου προς χάριν των) ότι ο Ηλίας μέλλει να έλθει πρώτον και ν' αποκαταστήση πάντα; Και τότε ο Κύριος ημών πραέως τους ωδήγησε να εννοήσωσιν ότι ο Ηλίας, ήλθεν ήδη, και δεν ανεγνωρίσθη, και έλαβεν από το έθνος του τον αυτόν κλήρον, όστις έμελλε τάχιστα να έλθη και εις Εκείνον τον οποίον αυτός, προκατήγγειλε. Τότε ενόησαν ότι ωμίλει αυτοίς περί Ιωάννου του Βαπτιστού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΖ'. Ο δαιμονιζόμενος νεανίσκος
Οι Μαθηταί και οι Γραματείς. — Η ίασις του δαιμονιζομένου. — «Πίστιν ως κόκκον συνάπεως». — Φιλονικεία περί του τις ο μείζων. — , «Εάν μη γένησθε ως το παιδίον τούτο». — Η ερώτησις του Ιωάννου. — Ο ανελεήμων δανειστής.
Η φαντασία όλων των αναγνωστών των Ευαγγελίων επλήγη από την αντίθεσιν την μεταξύ της ειρήνης, της δόξης, της θείας επικοινωνίας των υψωμάτων του όρους, και της συγχύσεως, της λύπης, της απιστίας, της αγωνίας, τα οποία εχαρακτήρισαν την πρώτην σκηνήν ήτις παρέστη εις τα όμματα του Ιησού και των Αποστόλων του άμα κατελθόντων εις τα χθαμαλά εδάφη του ανθρωπίνου βίου.
Διότι κατά την απουσίαν των επήλθε συμβεβηκός τι, το οποίον ενέπλησε τους άλλους μαθητάς ταραχής και εξάψεως. Είδον πλήθος συνηθροισμένον και Γραμματείς μετ' αυτών, οίτινες μετά ερίδων και απειλών εστενοχώρουν και κατεδίωκον την ηλαττωμένην ομάδα των εκκλεκτών φίλων του Χριστού.
Αίφνης εν μέσω της κρίσεως ταύτης το πλήθος βλέπει τον Ιησούν. Κάτι εις την όψιν Του, ασυνήθης τις μεγαλειότης, φθίνουσα τις μαρμαρυγή, τους επλήρωσεν εκπλήξεως, και έτρεξαν προς Αυτόν μετά προσρήσεων. Τις η φιλονικεία σας προς αυτούς; ερωτά απτόητος τους Γραμματείς. Αλλ' οι Γραμματείς δεν ήθελον και οι μαθηταί δεν ετόλμων να δώσωσιν απάντησιν. Τότε εκ μέσου του πλήθους εξήλθεν είς άνθρωπος, όστις γονυπετήσας έμπροσθεν του Ιησού, έκραζε μεγάλη τη φωνή, «Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει». Είχε φέρει τον άθλιον πάσχοντα εις τους μαθητάς, όπως εκδιώξωσι το πονηρόν πνεύμα, και η αποτυχία των έδωκεν αφορμήν εις τα σκώμματα των Γραμματέων.
Όλη η σκηνή ελύπησε τον Ιησούν κατάκαρδα. «Ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη, εφώνησεν· έως πότε έσομαι μεθ' υμών, έως πότε ανέξομαι υμάς;» Η κραυγή αύτη της αγανακτήσεως εφαίνετο απευθυνομένη προς πάντας· προς το απλώς περίεργον πλήθος, προς τους κακοβούλους Γραμματείς, προς τους βραδείς την πίστιν και κλονουμένους μαθητάς. «Φέρετε Μοι αυτόν ώδε».
Ο ταλαίπωρος νέος εκομίσθη, και μόλις το όμμα του έπεσεν επί τον Ιησούν, κατελείφθη υπό δεινού παροξυσμού του νοσήματος. Έπεσεν εις το έδαφος μετά βιαίων σπασμών, κ' εκυλίσθη με αφρίζοντα χείλη. Ήτο δεινότατον είδος δαιμονιώδους επιληψίας υφ' ης έπασχεν.
Ο Ιησούς εβράδυνεν ολίγον. Ήθελε να στηρίξη την κλονισμένην πίστιν του πατρός.
«Πόσος χρόνος εστιν εξ ου τούτο συνέβη αυτώ;,» ηρώτησεν ο Κύριος.
«Παιδιόθεν· και πολλάκις έρριψεν αυτόν εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ· αλλ' ε ι τ ι δ ύ ν α σ α ι, βοήθησον ημίν σπλαγχνισθείς».
«Ει δύνασαι; είπεν ο Ιησούς· πάντα δυνατά τω πιστεύοντι».
Τότε ο δύστηνος πατήρ έρρηξε την φωνήν εκείνην, την εξενεχθείσαν υπό εκατοντάδων μυριάδων έκτοτε, και τόσω βαθέως αρμόζουσαν εις γενεάν ήτις, καθώς η ημετέρα, εχαρακτηρίσθη ως άμοιρος μεν πίστεως, αλλά τρομάζουσα προς την απιστίαν: «Π ι σ τ ε ύ ω, Κ ύ ρ ι ε· β ο ή θ ε ι μ ο υ τ η α π ι σ τ ί α».
Εν τω μεταξύ, εφόσον διήρκει ο βραχύς διάλογος, η συρροή του πλήθους ηύξανεν επί μάλλον, και ο Ιησούς, στραφείς προς τον πάσχοντα, είπε: «Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, Εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε απ' αυτού, και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν». Κραυγή τις αγριωτέρα, φοβερώτεροι σπασμοί επηκολούθησαν τους λόγους τούτους, και είτα ο νεανίσκος έκειτο επί του εδάφους, όχι πλέον ασπαίρων και αφρίζων, αλλ' ακίνητος ως νεκρός. Τινές δε είπον, «Απέθανεν». Αλλ' ο Ιησούς τον έλαβεν από της χειρός, και εν μέσω των επιφωνημάτων της εκπλήξεως του πλήθους, τον απέδωκεν εις τον πατέρα του, ήσυχον και υγιά.
Ο Ιησούς είχε δώσει προηγουμένως εις τους μαθητάς Του την δύναμιν να εκβάλλωσι δαιμόνια, και η δύναμις μάλιστα εξησκήθη επ' ονόματι Του υπό τινων οίτινες δεν ήσαν μεταξύ των ανεγνωρισμένων μαθητών Του. Ουδέ είχον αποτύχη πρότερον. Φυσικόν άρα ήτο να Τον ερωτήσωσι το αίτιον της παρούσης αδυναμίας των. Είπε δε αυτοίς παρρησία ότι, διά την απιστίαν αυτών δεν ηδυνήθησαν να εκβάλωσι το δαιμόνιον. Δυνατόν η αίσθησις της απουσίας Του να τους εξησθένισε. Τους εδίδαξε προσέτι δύο μεγάλα μαθήματα. Πρώτον, ότι υπάρχουσι νοσήματα πνευματικά άμα και σωματικά και ηθικά, εξ αμαρτιών και διά της συνεργείας του εχθρού προσφυόμενα εις τους ανθρώπους, τα οποία δεν δύνανται να εξορκισθώσιν ειμή διά προσευχής και νηστείας. «Τούτο το γένος ουκ εκπορεύεται ειμή εν προσευχή και νηστεία». Δεύτερον, ότι εις την τελείαν πίστιν όλα είνε δυνατά. Εάν έχη τις πίστιν, ως κόκκον σινάπεως, θα ηδύνατο να είπη εις το όρος τούτο, «Εγέρθητι εντεύθεν, και βλήθητι εις την θάλασσαν, και γενήσεται».
Ο Ιησούς είχε φθάσει ήδη εις το βόρειον άκρον της Αγίας Γης, και ήρχισε να στρέφεται προς τα οπίσω. Βλέπομεν εκ του Ευαγγελιστού Μάρκου ότι η επιστροφή Του ήτο εσκεμμένως κρυφία και ιδιωτική, ίσως διά των ορέων και κοιλάδων της Άνω Γαλιλαίας προς τα δυτικά του Ιορδάνου. Ο σκοπός Του δεν ήτο, πλέον να διδάσκη τα πλήθη, τα οποία είχον αποπλανηθή και τον απέρριψαν, αλλά να εξακολουθήση το ουσιωδέστερον εκείνο έργον, την διδασκαλίαν και μόρφωσιν των Αποστόλων Του. Και τώρα το διαρκές υποκείμενον της διδασκαλίας Του, ήτο η εγγίζουσα παράδοσίς Του, ο θάνατος και η ανάστασις. Αλλ' ωμίλει προς βραδείς την καρδίαν και αμβλείς, οίτινες και ηγνόουν και δεν ετόλμων να ερωτήσωσι. Το μόνον πράγμα το οποίον φαίνεται να ησθάνοντο βαθέως ήτο, ότι παράδοξος τις έκβασις της ζωής του Χριστού, συνοδευομένη από τινος μεγάλης αναπτύξως της βασιλείας του Μεσσίου, επέκειτο· και τούτο επέφερεν επ' αυτούς το μόνον αποτέλεσμα το οποίον δεν έπρεπε να επιφέρη. Αντί να κεντρίζη την αυταπαρνησίαν των, εξήγειρε την φιλοδοξίαν των· αντί να κρατύνη την αγάπην και την ταπείνωσίν των, διήγειρεν αυτούς εις ζηλοτυπίαν και υπερηφανίαν. Καθ' οδόν ενθυμούμενοι ίσως την προτίμησιν την απονεμηθείσαν εν τω Θαβωρίω εις τον Πέτρον και τους υιούς του Ζεβεδαίου συνεζήτουν προς αλλήλους, «Τις εξ αυτών ήτο ο μεγαλείτερος;»
Όταν έφθασαν εις Καπερναούμ και ήσαν εν τη οικία, ο Κύριος τους ηρώτησε, «Τι συνεζήτουν προς αλλήλους εν τη οδώ;» Βαθεία συστολή τους έκαμε να σιωπώσι, και η σιωπή αύτη ήτο η ευγλωττοτέρα ομολογία των ενόχων φιλοδοξιών των. Τότε καθίσας, τους εδίδαξε πάλιν ότι εκείνος όστις ήθελε να είνε πρώτος ώφειλε να είνε ο πάντων έσχατος, και διάκονος πάντων, και ότι η οδός η άγουσα προς την τιμήν είνε η ταπείνωσις. Θελήσας δε να εξάρη το μάθημα τούτο δι' ορατού συμβόλου αβροτάτης τρυφερότητος και καλλονής, εκάλεσε προς Εαυτόν έν μικρόν παιδίον, και το έστησεν εις το μέσον, και λαβών τούτο εις τους αχράντους βραχίονάς Του, είπε: «Εάν μη γένησθε ως το παιδίον τούτο, ου μη εισέλθητε εις την βασιλείαν των ουρανών». Και όστις δέχεται έν τοιούτον παιδίον εν τω ονόματι Αυτού, δέχεται Αυτόν και τον Πατέρα όστις Τον απέστειλεν.
Η έκφρασις «εν τω ονόματί Μου» φαίνεται ότι ενέπνευσεν εις τον Ιωάννην αιφνιδίαν ερώτησιν. Είδον, είπεν ούτος, ένα άνθρωπον όστις εξέβαλλε δαιμόνια εν τω ονόματι του Χριστού· αλλ' επειδή ο άνθρωπος δεν ήτον εκ των ιδικών των, τον παρεκώλυσαν. Έπραξαν καλώς;,
Ουχί, είπεν ο Ιησούς. Όστις δύναται να πράξη έργα ελέους εν τω ονόματι του Χριστού, ας τα πράξη. «Ό μη ων καθ' ημών μεθ' ημών εστι».
Και είτα αναλαβών τον λόγον Του, έχων το παιδίον ακόμη εις τους βραχίονάς Του, τους ενουθέτητε περί της φοβεράς ενοχής και του κινδύνου του να προσβάλη τις, να δελεάση, ν' αποπλανήση από της οδού της ακακίας και της ευθύτητος, να διδάξη άνομόν τι πράγμα, να υποβάλη πονηράν τινα σκέψιν εις έν των μικρών τούτων, «Προσέχετε μη καταφρονήσητε ενός των μικρών τούτων· λέγω γαρ υμίν ότι οι άγγελοι αυτών εν τοις ουρανοίς διαπαντός βλέπουσι το πρόσωπον του Πατρός Μου του εν ουρανοίς». Τοιούτους ανόμους ανθρώπους και εκμαυλιστάς, τοιούτους ανθρώπους εκτελεστάς των έργων του διαβόλου (εδώ μετεχειρίσθη πικροτέρας λέξεις ή όσας ποτέ εξέφερε) σκληροτέρα τιμωρία τους περιμένει, παρά να είχε κρεμασθή μύλος ονικός περί τον τράχηλον αυτών και να ερρίπτοντο εις την θάλασσαν».
Προβαίνει δε και διδάσκει τους μαθητάς Του ότι προκριτωτέρα θα ήτο πάσα θυσία οσονδήποτε μεγάλη, αν τους καθίστα ικανούς ν' αποφύγωσι πάντα ενδεχόμενον πειρασμόν, όπως παρεμβάλλωσι σκάνδαλα εις την οδόν των ψυχών των ή των ψυχών των άλλων. Καλλίτερον να κόψης την δεξιάν σου χείρα, καλλίτερον να κόψης τον δεξιόν πόδα, καλλίτερον να εξορύξης τον δεξιόν οφθαλμόν, παρά να έχης δύο χείρας, δύο πόδας, και δύο οφθαλμούς και να εισέλθης εις την Γέενναν του πυρός την καιομένην, «όπου ο σκώληξ αυτών ου τελευτά και το πυρ ου σβέννυται». Καλλίτερον να πνιγής εις αυτόν τον κόσμον με μύλον ονικόν περί τον τράχηλον, παρά να φέρης τον ηθικόν εκείνον και πνευματικόν μύλον του απολεμήτου πειρασμού, όστις δύναται να πνίξη την απηλλοτριωμένην ψυχήν εν τη ενοχή και τη απογνώσει. Καθώς το άλας ρίπτεται επί πάσης θυσίας προς καθαρισμόν, ούτως οφείλει πάσα ψυχή να καθαρισθή διά του πυρός· διά του πυρός, εάν δέη, της αυστηροτάτης και τρομερωτάτης αυτοθυσίας. Το πυρ τούτο το λεπτύνον, το καθαίρον, το εξαγνίζον, το πυρ της εταστικής αυτοκρίσεως και αυτοαυστηρότητος, ας είνε μετ' αυτών. Το άλας τούτο μηδέποτε να μωρανθή, και το πυρ ταύτο να μη μαρανθή πώποτε. «Έχετε άλας εν εαυτοίς, και έστε εν ειρήνη προς αλλήλους».
Και διά να κρατύνη το χρέος της αμοιβαίας ταύτης ειρήνης, το οποίον είχον παραβή, και διά να τους δείξη ότι, όσον βαθεία και αν είνε η οργή του Θεού εναντίον εκείνων οίτινες οδηγούσι σκολιώς τους άλλους, αυτοί οφείλουσι να μη θάλπωσί ποτε μίσος μηδέ κατ' εκείνων οίτινες βαρύτατα τους ηδίκησαν, εδίδαξεν αυτούς πως, πρώτον διά ιδιαιτέρας εξηγήσεως, είτα, εν ανάγκη, και δι' εκκλήσεως δημοσίας, να φέρωνται λυσιτελέστατα προς αδικούντα αδελφόν. Ο Πέτρος, εν τω αληθεί πνεύματι της Ιουδαϊκής τυπικότητος, επεθύμει να μάθη ορισμένως, ποσάκις πρέπει να συγχωρώμεν τον εχθρόν. Οι Ραββίνοι έλεγον ότι δις ή τρις πρέπει να δίδεται η συγχώρησις. Αλλ' ο Χριστός εδίδαξεν ότι ο αριθμός των συγχωρήσεων πρέπει να είναι κατ' ουσίαν απεριόριστος. Εβδομηκοντάκις επτά, είπεν — όσας φοράς ο Λάμεχ απαιτεί εκδίκησιν εν τη Γ ε ν έ σ ε ι του Μωυσέως. Εξήρε δε την διδασκαλίαν ταύτην διά της ωραίας παραβολής του δούλου, όστις, ενώ ο βασιλεύς του τού εχάρισε μύρια τάλαντα, ευθύς ύστερον συνέλαβε τον σύνδουλόν του από του λαιμού, και δεν ήθελε να χαρίση ελεεινόν μικρόν χρέος εκατόν δηναρίων, ποσόν 1,250,000 μικρότερον από εκείνο το οποίον είχεν αφεθή εις αυτόν. Το παιδίον το οποίον εκράτει ο Ιησούς εις τους βραχίονάς Του θα ηδύνατο να εννοήση την παραβολήν ταύτην· αλλ' όμως πόσον βαθυτέρα πρέπει να είνε η έννοια της προς ημάς, οίτινες ανετράφημεν παιδιόθεν εν τη γνώσει της θείας αγάπης Του, ή όσον θα ήτο καθ' ον χρόνον ελαλήθη, και εις αυτόν τον Πέτρον ή τον Ιωάννην!
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΗ'. Βραχεία διατριβή εις Καπερναούμ
Ο φόρος του Ναού. — Η απαίτησίς του από του Πέτρου. — Η απόκρισις του Αποστόλου. — Ο στατήρ εις το στόμα του ιχθύος. — Ιδιάζοντες χαρακτήρες του θαύματος. — Όπου ο Λυτρωτής πληρώνει λύτρα.
Έν ακόμη συμβεβηκώς, μνημονευόμενον υπό μόνον του Ματθαίου, εχαρακτήρισε την βραχείαν διατριβήν Του εις Καπερναούμ.
Εξ αμνημονεύτων χρόνων ήτο συνήθεια να συλλέγωσιν ένα φόρον προς διατήρησιν του Ναού, ήμισυ σεκέλ κατ' έτος, από πάντα Ιουδαίον όστις είχε φθάσει εις ηλικίαν είκοσιν ετών, ως «λύτρον υπέρ της ψυχής αυτού τω Κυρίω». Ο φόρος επληρώνετο υπό παντός Ιουδαίου πανταχού του κόσμου, πλουσίου ή πτωχού, όπως δειχθή ότι αι ψυχαί πάντων είνε ίσαι ενώπιον του Θεού. Διά του φόρου τούτου συνελέγοντο μεγάλα ποσά χρημάτων, τα οποία εστέλοντο εις Ιερουσαλήμ δι' ιεροπομπών, όπως τας ονομάζη ο Φίλων.
Ευθύς άμα τη εις Καπερναούμ επανόδω του Κυρίου ήλθον, λοιπόν, «οι τα δίδραχμα, συλλέγοντες» (δίδραχμον είνε το ήμισυ σεκέλ τετράδραχμον δε το ακέραιον), και ηρώτησαν τον Πέτρον: — Ο διδάσκαλός σας δεν πληρώνει τα δίδραχμα;
Το υποκείμενον τούτο παρέχει δύο δυσκολίας. — Πρώτον, διατί από τον Κύριον δεν εζήτησαν την εισφοράν κατά τα προλαβόντα έτη; και δεύτερον διατί τώρα εζητείτο κατά φθινόπωρον, ότε προσήγγιζεν η εορτή της Σκηνοπηγίας, αντί να ζητηθή κατά τον μήνα Αδάρ, έν εξάμηνον πρωιμώτερα; Αι απαντήσεις φαίνεται να είνε, ότι ιερείς και εξέχοντες Ραββίνοι εθεωρούντο ως εξηρημένοι του φόρου· ότι η συχνή απουσία του Κυρίου από της Καπερναούμ είχεν επιφέρει αταξίαν τινά, και ότι επετρέπετο να πληρώνωνται καθυστερούντα μετά τινα χρόνον.
Το γεγονός ότι οι εισπράκτορες απηυθύνθησαν προς τον Πέτρον αντί ν' απευθυνθώσι προς Αυτόν τον Ιησούν, είνε άλλη εκ των πολυαρίθμων ενδείξεων του φόβου τον οποίον ενέπνεε και εις των ασπονδοτέρων εχθρών Του τας καρδίας, καθότι, κατά πάσαν πιθανότητα, η απαίτησις του φόρου εγένετο εν τη επιθυμία του να καταθλίψωσι τον βίον Του και να παραβλέψωσι το αξίωμά του. Αλλ' ο Πέτρος, με την συνήθη αυτώ ορμητικήν ετοιμότητα, χωρίς να περιμένη, ως έπρεπε, να συμβουλευθή τον Διδάσκαλόν του, απήντησε, «Ναι».
Εάν εσκέπτετο ολίγω επί μακρότερον, εάν περισσοτέρα εγνώριζεν, εάν ανεπόλει τουλάχιστον την ιδίαν του μεγάλην ομολογίαν την προσφάτως γενομένην, η απάντησίς του δυνατόν να μην ήρχετο μετά τόσης γοργότητος. Το αργύριον τούτο ήτο, οπωσδήποτε, εν τη πρώτη σημασία του, λύτρον της ψυχής εκάστου των εισφερόντων· και πώς ηδύνατο ο Λυτρωτής, όστις απελύτρωσεν όλας τας ψυχάς διά της θυσίας της ζωής Του, να πληρώσει λύτρα διά την άμωμον ψυχήν Του; Ήτο δε και φόρος διά τας υπηρεσίας του Ναού. Πώς άρα ηδύνατο να οφείλεται υπ' Εκείνου τον οποίου το θνητόν σκήνωμα ήτο ο νέος πνευματικός Ναός του ζώντος Θεού; Ούτος έμελλε να εισέλθη εις τα Άγια των Αγίων διά της θυσίας του ιδίου αίματός Του. Επλήρωσεν ό,τι δεν ώφειλεν, όπως σώση ημάς απ' εκείνου το οποίον ωφείλομεν, αλλά δεν ηδυνάμεθα να πληρώσωμεν ποτέ.
Επομένως, όταν ο Πέτρος εισήλθεν εις την οικίαν, συναισθανθείς ίσως εν τω μεταξύ ότι η απάντησίς του υπήρξε πρόωρος, ίσως δε και αναλογισθείς ότι κατ' εκείνην την στιγμήν δεν υπήρχον πόροι ούτε προς απότισιν του ευτελούς τούτου ποσού εις τον πενιχρόν των γλωσσόκομον, ο Ιησούς, χωρίς να περιμένη έκφρασίν τινα της αμηχανίας του Αποστόλου, είπεν αυτώ, «Τι φρονείς, Σίμων; οι βασιλείς της γης από τίνας λαμβάνουσι τους φόρους; από τους υιούς των, ή από όσους δεν είνε τέκνα των;»
«Από όσους δεν είνε τέκνα των», απήντησεν ο Πέτρος.
«Τότε, είπεν ο Ιησούς, οι υιοί είνε ελεύθεροι». Εγώ, ο Υιός του Μεγάλου Βασιλέως, και συ δε, όστις είσαι ωσαύτως, υιός Του κατά χάριν και υιοθεσίαν, δεν είμεθα υπόχρεοι να πληρώσωμεν αυτόν τον φόρον. Εάν δε τον πληρώσωμεν, η πληρωμή θα είνε πράγμα, όχι θετικής υποχρεώσεως, όπως έκριναν τελευταίον οι Φαρισαίοι, αλλ' ελευθέρας και προθύμου δόσεως.
Υπάρχει τι το ωραίον και τερπνόν μάλιστα εις τον αβρόν τούτον τρόπον του δείξαι εις τον ορμητικόν Απόστολον το δίλημμα εις ό η εσπευσμένη απόκρισίς του ενέβαλε τον Κύριόν του. Βλέπομεν εν τούτω, ως παρετήρησεν είς των νεωτέρων μεταρρυθμιστών, την λεπτοφυά, φιλικήν, φιλόστοργον ομιλητικότητα, ήτις πρέπει να υπήρχε μεταξύ του Χριστού και των μαθητών Του. Φαίνεται δε συγχρόνως ν' αποκαθιστά την αιώνιον αρχήν ότι αι θρησκευτικαί διακονίαι πρέπει να συντηρώνται δι' εκουσίων εισφορών και όχι δι' αναγκαστικής εισπράξεως. Αλλ' όμως, εξηκολούθησεν ο Σωτήρ, διά να μη σκανδαλίσωμεν αυτούς, ύπαγε εις την θάλασσαν, και ρίψον άγκιστρον, και λάβε τον πρώτον ιχθύν όστις θα έλθη· και ανοίξας το στόμα αυτού, θα εύρης ένα στατήρα (είς στατήρ ήτο ισοδύναμος με τετράδραχμον)· τούτον λάβε και δος αυτοίς αντί Εμού και σου».
Εν αυτή τη πράξει της υποταγής, η μεγαλειότης Του απείρως εκλάμπει. Ηθέλησε να πληρώση την εισφοράν, όπως αποφύγη το να προσβάλη τινός τα αισθήματα, και μάλιστα, επειδή ο Απόστολος Του είχεν υποσχεθή τούτο ως εκ μέρους Του· αλλά δεν ηδύνατο να την πληρώση κατά τον συνήθη τρόπον, διότι τούτο θα ήτο ως να διεκύβευε μίαν αρχήν. Υπείκων εις τον νόμον της αγάπης και της υποταγής, ήθελεν ωσαύτως να υπείξη και εις τους νόμους της αξιοπρεπείας και αληθείας. Πληρώνει άρα τον φόρον, αλλά τον λαμβάνει από το στόμα ενός ιχθύος, όπως το μεγαλείον Του αναγνωρισθή.
Όταν ο Χριστομάχος Πάουλος, με την συνήθη βάναυσον φιλοπαιγμοσύνην του, ονομάζη τούτο «θαύμα δι' ήμισυ τάλληρον», αποδεικνύει μόνον την ιδίαν κακήν αντίληψίν του περί των ωραίων ηθικών μαθημάτων τα οποία εμπερικλείονται εις την διήγησιν, και τα οποία εις τούτο, ως και εις πάσαν άλλην περίστασιν, διακρίνουσι τα αληθή θαύματα του Κυρίου από των εν τοις Αποκρύφοις. Και αν επρόκειτο περί θαυμασίας ευρέσεως μυρίων ταλάντων ή χιλιάδων λίτρων χρυσού, ουδείς βεβαίως σοβαρός κριτικός θα έπειθε τον εαυτόν του ή τους άλλους, ότι εις το ποσόν τούτο θα συνίστατο το μεγαλείον του θαύματος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΘ'. Η εορτή της Σκηνοπηγίας
Ερωτήσεις και διχογνωμίαι του πλήθους. — Ο Ιησούς εν τω Ναώ. — «Δαιμόνιον έχεις». — Αγανάκτησις του Συνεδρίου. — «Ποταμοί ύδατος ζώντος». — «Ουδέποτε ελάλησεν άνθρωπος ως ούτος ο Άνθρωπος». — Δειλή ερώτησις του Νικοδήμου. — Έλεγχος των Φαρισαίων.
Δεν ήτο πιθανόν ότι ο Ιησούς θα εξηκολούθει διατριβών εις Καπερναούμ χωρίς η επίσκεψίς Του να γείνη γνωστή είς τινας των κατοίκων.
Αλλ' είνε πρόδηλον ότι η διατριβή Του εν τη πόλει υπήρξε λίαν βραχεία, και ότι ήτο όλως ιδιωτική. Ο λόγος και το επεισόδιον το μνημονευόμενον εν το προλαβόντι κεφαλαίω είνε τα μόνα αναγραφόμενα εκ ταύτης.
Αλλ' ήτο ήδη φθινόπωρον, και όλη η Γαλιλαία διετέλει εις τον πυρετόν της ετοιμασίας ήτις προηγείτο της αναχωρήσεως της ενιαυσίου συνοδίας των προσκυνητών εις μίαν των τριών μεγάλων του έτους εορτών, την Σκηνοπηγίαν. Η εορτή αύτη εγίνετο εις ανάμνησιν της διόδου των Ισραηλιτών διά της ερήμου, ήγετο δε μετά πολλής χαράς και ευφροσύνης, και εκαλείτο μεταξύ των Ιουδαίων «η εορτή» κατ' εξοχήν. Διήρκει επί επτά ημέρας, από της 15 μέχρι της 21 του μηνός Τισρί, η δε ογδόη ημέρα επανηγυρίζετο δι' ιεράς συνάξεως. Κατά το εφθήμερον τούτο οι Ιουδαίοι, εις ανάμνησιν των εν τη ερήμω περιπλανήσεων, κατοικούν εις μικράς σκηνάς ή καλύβας κατασκευαζομένας εκ κλάβων ελαιών και φοινίκων και πευκών και μύρτων, και έκαστον άτομον έφερεν εις την χείρα κλάδους φοινίκων και ιτεών, ή καρπούς κίτρων και ροδακίνων. Εβδομήκοντα βόες προσεφέροντο εις θυσίαν υπέρ των εβδομήκοντα εθνών του κόσμου (13 την πρώτην ημέραν της εορτής, 12 την β', 11 την γ', 10 την δ', 9 την ε', 8 την στ', και 7 την ζ' ημέραν)· ο Νόμος ανεγινώσκετο καθ' ημέραν, και εν εκάστη των ημερών αι σάλπιγγες του Ναού ήχουν εικοσάκις και άπαξ, μεγαλόφωνον και θριαμβικόν σάλπισμα. Το χαρμόσυνον της εορτής ηύξανεν αναμφιβόλως εκ της περιστάσεως ότι αύτη είπετο μόνον τέσσαρας ημέρας μετά τας σεβασμίας και παρηγόρους τελετάς της μεγάλης ημέρας του Ιλασμού, καθ' ην εγίνετο πάνδημος αγνισμός υπέρ των αμαρτιών του λαού.
Την προτεραίαν της αναχωρήσεως των διά την εορτήν ταύτην, οι συγγενείς και οικείοι του Κυρίου ημών (εκείνοι οίτινες εν τοις Ευαγγελίοις καλούνται αείποτε «οι αδελφοί Αυτού» (8) καί τινες εκ των απογόνων των οποίων εγνωρίζοντο, εις την αρχαίαν παράδοσιν υπό το όνομα «Οι Δεσπόσυνοι»), ήλθον προς Αυτόν διά τελευταίαν φοράν επί σκοπώ ευπροαιρέτου μεν, αλλ' αλγεινής και αδικαιολογήτου επεμβάσεως. Ούτοι, όπως οι Φαρισαίοι, και όπως το πλήθος, και όπως ο Πέτρος, εφαντάζοντο ότι εγνώριζον καλλίτερον ή αυτός ο Ιησούς ποίαν διαγωγήν ώφειλε να τηρήση, όπως εκτελέση το έργον του και επιταχύνη την καθολικήν αναγνώρισιν των αξιώσεων Του. Ήλθον προς Αυτόν με γλώσσαν επικρίσεως, δυσφορίας, σχεδόν μομφής και επιπλήξεως. — Διατί αυτή η παράλογος και ακατάληπτος μυστικότης; Αύτη εναντιούται εις τας αλώσεις Σου· αποθαρρύνει τους οπαδούς Σου. «Έχεις μαθητάς εν Ιουδαία· «μετάβηθι εντεύθεν, όπως κακείνοι ίδωσι τα έργα ά ποιείς. Ει ταύτα ποιείς, φανέρωσον Σεαυτόν τω κόσμω».
Εάν τοιαύτην ηδύναντο να μετέρχωνται γλώσσαν προς τον Κύριον και Διδάσκαλόν των, εάν ηδύναντο οιονεί ούτω να προκαλώσι την δύναμίν Του εις δοκιμασίαν είνε προδηλότατον ότι η γνώσις των περί Αυτού ήτο τόσον στενή και ανεπαρκής, ώστε να δικαιολογή την θλιβεράν παρένθεσιν του Ευαγγελιστού του ηγαπημένου: «Ουδέ γαρ οι αδελφοί Αυτού επίστευον εις Αυτόν». «Απηλλοτριωμενος εγεννήθη τοις αδελφοίς Αυτού, και ξένος τοις υιοίς της μητρός Αυτού».
Τοιαύτη υπαγόρευσις εκ μέρους των, ο πικρός καρπός της ανυπομόνου κενοδοξίας και της περί τα πνευματικά αγνοίας, απεδείκνυε τω όντι αξιόμεμπτον οίησιν· αλλ' όμως ο Κύριος απήντησεν αυτοίς μετά ηρεμίας: «Ουχί, ο καιρός Μου όπως φανερωθώ τω κόσμω (όστις είνε και ο κόσμος σας προσέτι, και άρα δεν δύναται να σας μισή καθώς μισεί εμέ) ούπω ελήλυθε. Ανάβητε υμείς εις την εορτήν. Εγώ! ούπω αναβαίνω, ότι ο καιρός μου ούπω πεπλήρωται». Ούτως απήντησεν αυτοίς, και έμεινεν εν Γαλιλαία.
Ήτο ουσιώδες διά την ασφάλειαν της θεσπεσίας ζωής Του, ήτις έπρεπε να περατωθή επί έξ μήνας εισέτι, ήτο ουσιώδες διά την εκτέλεσιν των θείων σκοπών Του, οίτινες ήσαν στενώς συνυφασμένοι με τα συμβησόμενα κατά τας ημέρας τας επιούσας, ώστε οι αδελφοί Του να μη γνωρίζωσι περί των σχεδίων Του. Και διά τούτο αφήκεν αυτούς ν' αναχωρήσωσι εν πληρεστάτη αβεβαιότητι αν προυτίθετο ν' ακολουθήση μετ' αυτούς. Επειδή ούτοι ήσαν βέβαιοι ότι πλήθη ανθρώπων θα τους ηρώτων καθ' οδόν αν ο Ιησούς έρχεται εις την εορτήν, αναγκαίον ήτο όπως δύνανται ν' απαντώσι μετά φιλαληθείας, ότι τουλάχιστον ομού μετ' αυτών δεν έρχεται, και ότι, αν θα έλθη πριν λήξη η εορτή αδυνατούσι να είπωσι. Και ότι τούτο πρέπει να συνέβη, και ότι αύτη πρέπει να ήτο η απάντησίς των, είνε προφανές εκ του γεγονότος ότι η μόνη ερώτησις ήτις περιίπτατο από στόμα εις στόμα ανά τας οδούς εκείνας τας πολυθορύβους και πλήρεις κόσμου ήτο: «Πού είνε; Ήλθεν ήδη; Έρχεται;» Κ' επειδή δεν εφαίνετο, όλος ο χαρακτήρ Του, και η αποστολή Του, συνεζητούντο. Αι φράσεις της επιδοκιμασίας ήσαν αόριστοι και δειλαί: «Είνε καλός άνθρωπος». Αι λέξεις της καταδίκης ήταν πικραί και εμφατικαί! «Είνε πλάνος· απατά τον λαόν». Αλλ' ουδείς ετόλμα να εκστομίση φανερά την όλην γνώμην του περί Αυτού. Έκαστος εφαίνετο δυσπιστών εις τον πλησίον του· και όλοι εφοβούντο να εκτεθώσι πολύ, ενόσω η γνώμη των «Ιουδαίων» (το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον Ιουδαίους εννοεί τους άρχοντας του Ιουδαϊκού λαού) και των αρχιερέων και Φαρισαίων δεν είχεν οριστικώς εκδηλωθή.
Αίφνης μεσούσης της εορτής, εν μέσω όλων των ψιθυρισμών και των συζητήσεων τούτων, ασυνόδευτος, ως φαίνεται υπό των οπαδών Του, ακήρυκτος υπό των φίλων Του, εφάνη εν τω Ναώ και εδίδαξε. Διά ποίας οδού έφθασεν εις την Αγίαν Πόλιν, πώς διήλθε διά των πολυανθρώπων οδών απαρατήρητος, αν συμμετέσχε της αθώας ευφροσύνης της εορτής, αν και Αυτός κατώκησεν εις καλύβην φοινικοστέγαστον κατά το λοιπόν της εβδομάδος, δεν γνωρίζομεν. Το μόνον το οποίον μας διηγείται ο Ευαγγελιστής είνε ότι, ρίψας οιονεί Εαυτόν εν πλήρει εμπιστοσύνη εις την προστασίαν των μαθητών Του των από της Γαλιλαίας και των εν Ιερουσαλήμ, ευρέθη αίφνης καθήμενος εις μίαν των μεγάλων στοών των ανοιγομένων προς τας αυλάς του Ναού, και εκεί εδίδαξε.
Προς καιρόν τον ηκροάσθησαν εμβρόντητοι εν σιωπή. Αλλ' ευθύς οι παλαιοί γογγυσμοί επανήρχισαν. «Δεν είνε ανεγνωρισμένος Ραββί· δεν ανήκει εις γνωστήν σχολήν, ούτε οι οπαδοί του Ιλλέλ ούτε οι του Σαμμαΐ τον αντιποιούνται· είνε Ναζωραίος· εμεγάλωσεν εις το εργαστήριον του Γαλιλαίου τέκτονος. &Πώς ούτος γράμματα οίδε μη μεμαθηκώς;&»
Παραπλησίω τω τρόπω, η ευπαίδευτος αμάθεια, ήτις φυσιούται επί γνώσει, πολλάκις ήλεγξε τους αντιπάλους της ως μη όντας «θεολόγους». Ας ευχαριστήσωμεν τον Θεόν ότι δεν ήσαν. Διότι «θεολογία» πολλάκις εξέπεσε να σημαίνη επιπόλαιον γνώσιν τεχνικών λεπτολογιών και απλής ονοματολογίας, της απείρως απέχει πόρρω της γνώσεως του Θεού. Είς σπινθήρ ειλικρινείας, μία ακτίς εμπνεύσεως, αξίζει δι' ολοκλήρους βιβλιοθήκας τοιαύτης θεολογίας, και κατώρθωσε πλείονα προς ωφέλειαν του κόσμου ή όσα οι καθηγηταί του σύμπαντες. «Ούτος, (έλεγον οι βρενθυόμενοι Φαρισαίοι) γράμματα ου μεμάθηκε!» Ως εάν οι ολίγιστοι θεοδίδαχτοι άνδρες, ων η ευμάθεια είνε ευμάθεια καθαράς καρδίας και πεφωτισμένου οφθαλμού και αμέμπτου βίου, δεν υπερέβαλον ανεκλαλήτως εκείνους, ων η γνώσις εξ ανθρώπων προήλθε. «Πουλυμαθίη νόον ου ποιέει», ως έλεγεν ο αρχαίος Έλλην φιλόσοφος· η δε θεία φωνή της Εμπνεύσεως είνε εκείνη, ήτις, εκφράζουσα απλά και απέριττα πράγματα, διαπερά και καταλάμπει διά χιλιάδων ετών, άτε εκ Θεού.
Κατενόησεν ο Ιησούς τα βλέμματά των. Ηρμήνευσε τους μορμυρισμούς των. Είπε προς αυτούς ότι η μάθησίς Του, ήρχετο αμέσως παρά του Ουρανίου Πατρός Του, και ότι και αυτοί, εάν έπραττον του Θεού το θέλημα, θα ηδύναντο να μάθωσι και να εννοώσι τα αυτά υψηλά μαθήματα. Εις πάσας τας γενεάς υπάρχει ροπή τις εις το εκλαμβάνειν την μάθησιν ως παιδείαν, την γνώσιν ως σοφίαν· καθ' όλους τους αιώνας υπήρξε βραδύτις τις εις το κατανοείν ότι αληθής μάθησις του βαθυτάτου χαρακτήρος δύναται να συνυπάρχη με πλήρη άγνοιαν παντός του αποτελούντος την μάθησιν των σχολών. Κατά μίαν έννοιαν, έλεγεν ο Ιησούς προς τους ακροατάς Του, εγνώριζον τον νόμον, τον οποίον είχε δώσει αυτοίς ο Μωυσής, κατ' άλλην, διετέλουν εν οικτρά αγνοία τούτου. Δεν ηδύναντο να κατανοήσωσι τας αρχάς του, επειδή δεν ήσαν πιστοί εις τας εντολάς του. Και είτα τους είπε φανερά, «Ίνα τι μέλλετε φονεύειν Με;»
Η απόφασις αύτη όπως Τον φονεύσωσιν ήτο γνωστή Αυτώ τω των καρδιών γνώστη, και γνωστή είς τινας μόνον των ακροατών, αλλ' ως ένοχον μυστικόν ετηρείτο από του πλήθους. Ούτοι (ο όχλος) απήντησαν εις το ερώτημα, ενώ οι άλλοι (οι Ιουδαίοι) ετήρησαν την ένοχον σιωπήν των. «Δαιμόνιον έχεις, (εκραύγασεν ο λαός)· τις θέλει φονεύσαι Σε;»
Ο Ιησούς δεν έδωκε προσοχήν εις την βάναυσον ύβριν. Τους ανέφερε περί του έργου εκείνου της ιάσεως του παραλύτου εν Σαββάτω, και μηδέποτε οκνών να διδάσκη ότι η αγάπη, όχι η προσήλωσις εις τους τύπους, είνε η πλήρωσις του Νόμου, έδειξεν αυτοίς ότι το προς ίασιν πρόσταγμά Του ουδόλως παρεβίασε το Σάββατον. Φέρ' ειπείν, ο Μωυσής είχε διατάξει την περιτομήν τη ογδόη ημέρα, και αν η ογδόη αύτη ημέρα ετύγχανε να είνε Σάββατον, εθυσίαζον άνευ δισταγμού την μίαν διάταξιν εις την άλλην, και με όλην την εργασίαν την οποίαν απήτει, εξετέλουν εν Σαββάτω την περιτομήν. Εάν ο νόμος της περιτομής υπερέχει του νόμου του Σαββάτου, ο νόμος του Ελέους δεν υπερέχει αυτού; Εάν είνε ορθόν διά σειράς πράξεων να εντρίβηται το τραύμα τούτο, είνε σφαλερόν δι' απλού λόγου να επιτελήται ολοσχερής ίασις; Αν εκείνο δεν ηδύνατο χάριν του Σαββάτου, επί μίαν ημέραν ν' αναβληθή, διατί ν' αναβληθή η πλήρης ίασις και απαλλαγή ενός ανθρώπου; «Μη κρίνετε κατ' όψιν, αλλά την δικαίαν κρίσιν κρίνατε.» Αντί να ευχαριστήσθε διαρκώς εις επιπόλαιον τρόπον κρίσεως, έλθετε εισάπαξ είς τινα αρχήν δικαίας αποφάσεως.
Οι ακροαταί του περιήρχοντο εις αμηχανίαν και έκπληξιν. Είνε ούτος, κατά της ζωής του οποίου τινές σκευωρούσι; Μήπως Αυτός είνε ο Μεσσίας; Όχι, δεν ημπορεί να είνε· επειδή γνωρίζομεν πόθεν Αυτός ο λαλών έρχεται, ενώ λέγουν ότι ουδείς θα γνωρίζη πόθεν ο Μεσσίας θα έλθη όταν εμφανισθή.
Υπήρξε μικρά τις ειρωνεία εν τη απαντήσει του Ιησού, εγνώριζον πόθεν έρχεται και όλα τα κατ' Αυτόν, και όμως, εν πάση αληθεία, δεν ήρχετο εξ Εαυτού, αλλ' εξ Ενός περί ου τίποτε δεν εγνώριζον. Η λέξις αύτη έκαμέ τινας των ακροατών Του περισσότερον να εκμανώσιν. Επεθύμουν, αλλά δεν ετόλμουν να Τον συλλάβωσι, και τόσω μάλλον όσω υπήρχόν τινες τους οποίους οι λόγοι ούτοι έπεισαν, και οίτινες ανέφερον τα πολλά θαύματά Του ως ακαταμάχητον απόδειξιν των ιερών αξιώσεών Του.
Είνε αξιοσημείωτον γεγονός, ότι οι Ιουδαίοι ουδέποτε απεπειράθησαν ν' αρνηθώσι τα θαύματα του Ιησού. Το μόνον όπερ λέγουν οι Ταλμουδισταί είνε, ότι είχε μάθη την μαγείαν εν Αιγύπτω, και διά της μαγείας ταύτης εξετέλει τα θαύματα. Λέγουν προσέτι ότι τα εξετέλει διά του «τετραγραμμάτου» ή του ιερού ονόματος. Διηγούνται δε τερατώδεις και βλασφημοτάτους μύθους περί του τρόπου καθ' ον έμαθε δήθεν να προφέρη το τετραγράμματον όνομα «ο Άνθρωπος εκείνος», όπως εν τη θεοκτόνω λύσση των Τον ωνόμαζον πάντοτε.
Το ιερατικόν κόμμα, εδρεύον εν μέσω των περιβόλων του Ναού, επληροφορείτο δι' απεσταλμένων εν τω μεταξύ περί όσων έπραξε και είπεν ο Ιησούς την ημέραν εκείνην εν τω Ναώ και χωρίς να φαίνονται, επετήρουν πάσας τας κινήσεις Του, μετά μοχθηρής λύσσης. Τα υποψιθυριζόμενα εκείνα υπέρ Αυτού επιχειρήματα, ο βαθυνόμενος εκείνος φόβος η και ευλάβεια και η εις Αυτόν πίστις, ήτις, εναντίον του ιδίου κύρους και της εξουσίας των, ηύξαναν υπ' αυτούς τους οφθαλμούς των, όλα ταύτα εφαίνοντο εις αυτούς και επικίνδυνα και ταπεινωτικά. Απεφάσισαν δε να προβώσιν εις ευτολμοτέραν ενέργειαν. Έπεμψαν εντολοδόξους όπως Τον συλλάβωσιν αιφνιδίως και λαθραίως, κατά την πρώτην ευκαιρίαν ήτις ήθελε παρουσιασθή. Αλλ' ο Ιησούς δεν έδειξε φόβον. Έμελλε να είνε μετ' αυτών επί μικρόν εισέτι, και τότε, και μόνον τότε, θα επέστρεφε προς Εκείνον όστις Τον απέστειλε. Τότε δε έμελλον να ζητώσιν Αυτόν και να ζητώσιν Αυτόν, όχι όπως τώρα με εχθρικούς σκοπούς, αλλ' εν όλη τη αγωνία της τύψεως και της αισχύνης· αλλ' η ζήτησίς των θα ήτο εις μάτην. Οι εχθροί Του δεν ηδυνήθησαν να εννοήσωσι τον υπαινιγμόν. Εν ταις τρομεραίς ημέραις αίτινες έμελλον να έλθωσι θα τον ενόουν λίαν καλώς. Τώρα ηδύναντο μόνον να συμπεραίνωσι σκωπτικώς, ότι δυνατόν ίσως να είχεν έκφρονά τινα πρόθεσιν όπως απέλθη εις την διασποράν τον Ελλήνων να διδάξη.
Ούτω διήλθεν η ημέρα αύτη της διαμάχης. Και πάλιν, «τη εσχάτη ημέρα τη μεγάλη της εορτής», ο Ιησούς ίστατο εν τω Ναώ. Εν εκάστη ημέρα της εορτής εγίνοντο μεγάλαι τελεταί και πανηγύρεις, και οι ιερείς ήντλουν πανηγυρικώς ύδωρ από της κολυμβήθρας του Σιλωάμ, της παρά τους πρόποδας του όρους Σιών, αι σάλπιγγες ήχουν, ο δε λαός έψαλλεν εν χορώ, το Μέγα Ωσαννά, ήτοι τον ψαλμόν «Ώ Κύριε, σώσον δη», και το Μέγα Αλληλούια, ήτοι τον ψαλμόν «Εξομολογείσθε τω Κυρίω ότι χρηστός, ότι εις τον αιώνα το έλεος Αυτού».
Αινιττόμενος το χαρμόσυνον τούτο έθιμον, της αντλήσεως του ύδατος, ο Ιησούς «έστη και έκραξε λέγων: Ει τις διψά, ερχέσθω προς Με και πινέτω. Ο πιστεύων εις Εμέ, ως είπεν η Γραφή, ποταμοί ρεύσουσιν εκ της κοιλίας Αυτού ύδατος ζώντος». Οι άριστοι εξ αυτών ησθάνοντο (και τούτο είνε το ισχυρότατον πάντων των τεκμηρίων της Χριστιανοσύνης δι' όσους πιστεύσωσιν εις Θεόν αγάπης) ότι είχον βαθείαν ανάγκην παραμυθίας, και αναψυχής και σωτηρίας, της εκχύσεως του Αγίου Πνεύματος, όπερ Εκείνος μόνος όστις ωμίλει προς αυτούς ηδύνατο να δαψιλεύση. Αλλά το γεγονός ότι τινές ήρχιζον αναφανδόν να λέγωσι περί Αυτού «ο Προφήτης» και «ο Χριστός», μόνον εξώργιζε τους άλλους. Είχον μικράν δυσχέρειαν, την εξής:
«Μη εκ της Γαλιλαίας ο Χριστός έρχεται; ουκ εκ της Βηθλεέμ, εκ σπέρματος Δαυίδ, ο Χριστός έρχεται;»·
Εν μέσω της διαιρέσεως ταύτης των γνωμών, οι αξιωματικοί τους οποίους οι Φαρισαίοι είχον στείλη όπως συλλάβωσι τον Ιησούν, επέστρεψαν προς αυτούς χωρίς ν' αποπειραθώσι να εκτελέσωσι το σχέδιόν των. Καθώς ενήδρευον και κατά το ήμισυ εκρύπτοντο όπισθεν των κιόνων του Ναού, ουχί απαρατήρητοι βεβαίως υπ' Εκείνου δι' ον παρεμόνευον, και ούτοι θα ήκουσάν τινας των λόγων των εκβλυζόντων εκ του θείου στόματος Του. Και ακούοντες αυτούς, δεν ηδύναντο να εκτελέσωσι την εντολήν των. Ιερά γοητεία τους εκυρίευε, καθ' ης ν' αντισταθώσι δεν ίσχυον· δύναμις απείρως ανωτέρα της ιδικής των εμηδένιζε την ρώμην των και παρέλυε την θέλησίν των. Το ν' ακροώνται Αυτού εσήμαινεν ου μόνον ότι αφοπλίζονται προς πάσαν απόπειραν εναντίον Του, αλλά και ότι κατά το ήμισυ μετετρέποντο από ασπόνδων εχθρών τους εμφόβους μαθητάς Του. «Ουδέποτε άνθρωπος ελάλησεν ως ούτος ο Άνθρωπος». Τούτο υπήρξε το μόνον το οποίον ηδυνήθησαν να είπωσιν. Εκείνη η τολμηρά παρακοή εις τας διαταγάς των Φαρισαίων πρέπει να τους κατέστησε περιδεείς ως προς τας συνεπείας δι' εαυτούς, αλλ' η υπακοή θα απήτει θάρρος πολύ μεγαλείτερον, και αι τύψεις του συνειδότος θα έδακνον αυτούς εις αφόρητον βαθμόν.
Οι Φαρισαίοι τους επετίμησαν οργίλως. Μήπως και σεις θέλετε να δεχθήτε Αυτόν τον Προφήτην των αμαθών, τον ευνοούμενον του επαράτου και αθλίου όχλου; «Ο όχλος ούτος, ο μη γινώσκων τον Νόμον, επικατάρατοί εισιν». Τότε ο Νικόδημος απετόλμησεν έν δειλόν ρήμα. Δεν πρέπει να δοκιμάσητε, πριν Τον καταδικάσητε; Ουδεμίαν λογικήν απάντησιν είχον ειμή λέξεις θυμού και οργής. «Μη και συ Γαλιλαίος ει; Ερεύνησον και ίδε, ότι προφήτης εκ της Γαλιλαίας ουκ εγήγερται».
Πόθεν λοιπόν ήτο ο Ιωνάς; Πόθεν ο μέγας Ηλιού; Πόθεν ο Ναούμ και πόθεν ο Ωσηέ; Όλοι ούτοι δεν ήσαν εκ της Γαλιλαίας; Οι νεώτεροι Ιουδαίοι εν τοσούτω λέγουσιν ότι εκ Γαλιλαίας θα έλθη ο Μεσσίας, τον οποίον περιμένουν ακόμη· και πολλοί τούτων εγκαθίστανται εις Τιβεριάδα, πιστεύοντες ότι θα εξέλθη εκ των υδάτων της λίμνης· και εις Σαφέδ, «την πόλιν την ορεινήν» πιστεύοντες ότι εκεί πρώτον θα στήση τον θρόνον του. Αλλά δεν υπάρχει άγνοια τόσον βαθεία όσον η άγνοια ήτις δεν θέλει να μάθη· ουδέ τυφλότης τόσον ανίατος όσον η τυφλότης ήτις δεν θέλει να ίδη. Και ο δογματισμός των στενοκεφάλων και των ηλιθίων όστις πιστεύει εαυτόν ότι είνε θεολογική μάθησις, είνε υπέρ παν άλλο ο αμαθέστατος και ο τυφλότατος. Και τυφλός και αμαθής ο Φαρισαϊσμός ο ανίατος εξηκολούθει να δάκνη ακόμη τον χαλινόν και να άγχηται, μη θέλων να προσεγγίση εις την αλήθειαν. «Εν κημώ και χαλινώ τας σιαγόνας αυτών άγξαις, των μη εγγιζόντων προς Σε».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Μ'. Η επ' αυτοφόρω μοιχαλίς
Ο Ιησούς εις το Όρος των Ελαιών. — Η χαμερπής σκληρότης των Φαρισαίων. — Η γυνή συρομένη εις τον Ναόν. — «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίβον βαλέτω». — «Πορεύου, και μηκέτι αμάρτανε». — Η αταραξία του Ιησού προς πάσαν προσβολήν. — «Το φως του Κόσμου». — Συζητήσεις των Ιουδαίων και η λύσσα των.
«Η συνείδησις μας κάμνει όλους ανάδρους», έγραψε μέγας Άγγλος ποιητής, ο Σαιξπήρος, του οποίου η πεφωτισμένη ψυχολογία πολύ ωφελήθη εκ των Ευαγγελίων.
Την εσπέραν της ημέρας, καθ' ην συνέβησαν τα εν τω προηγουμένω κεφαλαίω αναγραφόμενα, ο Ιησούς απεσύρθη εις το Όρος των Ελαιών. Αν απήλθεν εις τον κήπον Γεθσημανί, και εις την οικίαν Του αγνώστου, αλλά φίλα φρονούντος κτήτορός του, ή αν, μη έχων πού την κεφαλήν κλίνη, απλώς εκοιμήθη, κατά τον ανατολικόν τρόπον, επί της πρασίνης χλόης υπό τα αρχαία εκείνα ελαιόδενδρα, αδυνατούμεν να είπωμεν· αλλ' είνε ενδιαφέρον να σημειωθή και πάλιν παρ' Αυτώ η απέχθεια εκείνη των πολυανθρώπων πόλεων, η αγάπη εκείνη προς τον καθαρόν και δροσερόν αέρα και προς την ηρεμίαν του όρους του ερημικού, την οποίαν βλέπομεν πανταχού του επιγείου σταδίου Του. Αλλ' όμως δεν υπήρχεν, ως εικός, παρ' Αυτώ τίποτε εκ της υπέρφρονος εκείνης αισθηματικότητος και της νοσηράς φιλαυτίας, ήτις κάμνει τους δοκούντας εκλεκτούς μεταξύ των θνητών ανθρώπων ν' αποφεύγωσι την κοινωνίαν. Τουναντίον, ημέραν μεθ' ημέραν, ενόσω η επί της γης εργασία Του εξηκολούθει, Τον βλέπομεν θυσιάζοντα ό,τι προσφιλέστατον εις την ψυχήν Του, και με όλον τον καύσωνα, και την σύνθλιψιν, και την ενόχλησιν, εξακολουθούντα τα έργα της αγάπης Του εν μέσω της πληθύος του όχλου. Αλλ' εν ώρα νυκτός, ότε οι άνθρωποι δεν εργάζονται, ουδεμία κλήσις καθήκοντος απήτει την παρουσίαν Του εντός των τειχών της Ιερουσαλήμ· και όσοι γνωρίζουσι την ρυπαρότητα των παλαιών πόλεων δύνανται κάλλιστα να φαντασθώσι την ανακούφισιν την οποίαν ησθάνθη το Πνεύμα Του όταν εδυνήθη να εκφύγη από τας στενάς οδούς και τας πολυσυχνάστους αγοράς, να διασχίση την χαράδραν και να ανέλθη την πρασίνην κλιτύν την πέραν ταύτης, και να είνε μόνος μετά του Ουρανίου Πατρός Του υπό τον αστερόεντα ουρανόν.
Αλλ' όταν η ημέρα υπέφωσκε τα χρέη Του Τον εκάλουν και πάλιν εντός των τειχών της πόλεως, και εις το μέρος εκείνο της πόλεως όπου σχεδόν μόνον ακούομεν περί της παρουσίας Του· εις τας αυλάς του οίκου του Πατρός Του. Και άμα τω όρθρω, οι εχθροί Του εξύφαναν νέαν σκευωρίαν κατ' Αυτού, αι περιστάσεις της οποίας κατέστησαν την κακίαν των αλγεινοτέρων ή όσον ήτο κινδυνώδης εκ προθέσεως.
Είνε πιθανόν ότι η ιλαρότης και το νωχελές της εορτής της Σκηνοπηγίας έδιδεν αφορμήν εις ατοπήματα και εις πράξεις ακολασίας. Μία τοιαύτη πράξις ανεκαλύφθη κατά την προλαβούσαν νύκτα, και η ένοχος γυνή παρεδόθη εις τους Γραμματείς και Φαρισαίους.
Και αν ακόμη τα ήθη του έθνους κατά τους χρόνους εκείνους ήσαν άμεμπτα, και αν οι άρχοντες αυτοί και οι διδάσκαλοι του έθνους ήσαν τόσον υπεράνω των συγχρόνων των κατά την πραγματικήν, όσον ήσαν κατά την επιτηδευμένην, αγιότητα του βίου, η ανακάλυψις και η απειλουμένη τιμωρία της αθλίας ταύτης μοιχαλίδος δεν θα ηδύνατο να μη κινήση παν ευγενές πνεύμα εις συμπάθειαν, ίσην τουλάχιστον με την φρίκην την οποίαν το αμάρτημά της ενέπνεεν. Η αυστηρότης καθαρού την καρδίαν δικαστού δεν είνε αυστηρότης αποκλείουσα πάντα οίκτον· είνε αυστηρότης ήτις δεν θα επέβαλλεν εκουσίως ένα ανωφελή σπασμόν, είνε αυστηρότης ουχί ασυμβίβαστος με ευγενή επιείκειαν, πλην όλως ασυμβίβαστος: με κράμα δευτερευουσών αφορμών, όλως αδιάλλακτος με πνεύμα κακοβούλου ελαφρότητος και απεχθούς φιλοπαιγμοσύνης.
Αλλά το πνεύμα το οποίον εκείνη τους Γραμματείς τούτους και Φαρισαίους ουδαμώς ήτο το πνεύμα ειλικρινούς και προσβεβλημένης αγνότητος. Εν τη παρακμή του εθνικού βίου, εν τη καθημερινή εξοικειώσει προς ειδωλολατρικάς ακολασίας, εν τη βαθμιαία υποκαταστάσει της λευιτικής λεπτολογίας αντί της εγκαρδίου ευσεβείας, τα ήθη του έθνους διεφθάρησαν εις το έπακρον. Η δοκιμασία η διά του «ύδατος της ζηλοτυπίας» προ πολλού είχε καταργηθή, και ο διά λιθοβολισμού θάνατος ως ποινή της μοιχείας από μακρού είχε πέσει εις αχρηστίαν. Ουδ' αυτοί οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, μεθ' όλα τα μακρά κράσπεδα και τα πλατέα των φυλακτήρια, ησθάνοντο ειλικρινή φρίκην προς μίαν ακαθαρσίαν δι' ης ο ίδιος βίος των συχνά εκηλιδούτο. Ουδέν άλλο εύρον εν τω επεισοδίω το οποίον παρέδωκε την ένοχον ταύτην γυναίκα εις χείρας των ειμή αφορμήν και ευκαιρίαν όπως ενοχλήσωσι, παγιδεύσωσιν, ή και εμβάλωσιν ίσως εις κίνδυνον τον Προφήτην τούτον της Γαλιλαίας, τον οποίον εθεώρουν ως τον ασπονδότερον εχθρόν των.
Ήτο συνήθεια μεταξύ των Ιουδαίων να συμβουλεύονται διακεκριμένους ραββίνους εις αμφιβόλους και δυσχερείς περιστάσεις· αλλ' εδώ δεν υπήρχεν αμφιβολία ή δυσχέρεια. Προ μακρού χρόνου είχε παύσει να εφαρμόζηται η διάταξις του Μωσαϊκού νόμου ως προς τας μοιχαλίδας· και ο νόμος ο Ρωμαϊκός θα παρακώλυε κατά πάσαν πιθανανότητα, τοιαύτην απόφασιν να εκτελεσθή. Αφ' ετέρου αι πολιτικαί και θρησκευτικαί ποιναί αι διά του διαζυγίου, ήσαν ανοικταί εις τον αδικηθέντα σύζυγον· ουδέ διέφερεν η περίπτωσις της γυναικός ταύτης από τας των άλλων, όσαι πα[ρα]πλησίως ημάρτησαν. Ούτε δε, αν εντίμως και ειλικρινώς επεθύμουν την γνώμην του Ιησού, ηδύνατο να υπάρχη η ελαχίστη δικαιολογία όπως σύρωσι την γυναίκα αυτήν ενώπιόν Του, και ούτως υποβάλωσιν αυτήν εις ηθικήν βάσανον, ήτις θα ήτο τόσω μάλλον αφόρητος ένεκα του εγκλείστου βίου των γυναικών εν τη Ανατολή.
Και διά τούτο, το να την υποβάλωσιν εις την εκ περισσού φρίκην της βδελυράς ταύτης δημοσιότητος, να την σύρωσι, νωπήν ακόμη εκ της αγωνίας της ανακαλύψεως, εις τους ιερούς περιβόλους του Ναού, να υποβάλωσι την ακάλυπτον, λυσίκομον, περίτρομον ταύτην γυναίκα εις την ψυχράν και σαρκικήν περιεργίαν κακεντρεχούς όχλου, να την καταστήσωσιν, εν πλήρει αδιαφορία προς τας ιδίας ταλαιπωρίας της, παθητικόν όργανον του μίσους των κατά του Ιησού· και να διαπράξωσιν όλα ταύτα, όχι υπό το κράτος ηθικής αγανακτήσεως, αλλά προς θεραπείαν της ιδιοτελούς και υπολογιζούσης κακοβουλίας των, απεδείκνυεν εκ μέρους των ψυχρόν, σκληρόν κυνισμόν, άχαριν, ανελεήμονα, βάρβαρον βαναυσότητα καρδίας και συνειδήσεως, ήτις δεν ηδύνατο ειμή να φανή αποτρόπαιος εις Εκείνον όστις μόνος ήτο απείρως τρυφερός και επιεικής, επειδή μόνος ήτο απείρως καθαρός.
Και ούτω την έσυραν προς Αυτόν, και την έστησαν εις το μέσον· την αυτόφωρον ενοχήν υπό το βλέμμα της ασπίλου Αθωότητος, την έκπτωτον αθλιότητα ενώπιον του βήματος του απείρου Ελέους. Και τότε, ως εάν αι καρδίαι των δεν ήσαν μεσταί ύβρεως αρχίζουσι γλοιωδώς, μετά ειρωνικής ευλαβείας, να εκθέτωσιν ενώπιόν Του τα κατ' αυτήν. «Διδάσκαλε, η γυνή αύτη ελήφθη επ' αυτοφώρω μοιχευομένη. Μωσής δε έγραψεν εν τω Νόμω λιθοβολείσθαι τας τοιαύτας· (το τ α ς τ ο ι α ύ τ α ς είνε εκ προθέσεως περιφρονητικόν·) Συ δε τι λέγεις περί αυτής;»
Ενόμισαν ότι τέλος τον συνέλαβαν εις δίλημμα. Εγνώριζον την θείαν ευσπλαχνίαν Του, δι' ης ηγάπησεν όπου άλλοι εμίσουν, και παρηγόρησεν όπου άλλοι κατεφρόνουν· και εγνώριζον πως η ευσπλαγχνία εκείνη είχεν εφελκύσει προς Αυτόν τον θαυμασμόν πολλών, την παριπαθή αφοσίωσιν όχι ολίγων. Εγνώριζον ότι είς τελώνης ήτο μεταξύ των εκλεκτών Του, ότι αμαρτωλοί είχον καθίσει παρ' Αυτόν εις δειώνα, και πόρναι ακατακρίτως είχον νίψει τους πόδας Του και είχον ακροασθή των λόγων Του. Έμελλεν άρα, ν' απολύση την γυναίκα ταύτην, και ούτω να καταστήση Εαυτόν ένοχον αιρέσεως, αντιτιθέμενος ούτω διαρρήδην προς τον ιερόν νόμον; ή μη έμελλε να κατανικήση την ιδίαν Του συμπάθειαν, και να φανή ανηλεής και να καταδικάση; Και αν ούτως έπραττε, δεν θα προσέβαλλεν εν τω άμα το πλήθος, το οποίον ήτο συγκεκινημένον υπό της τρυφερότητός Του, και δεν θα προσέβαλλεν άμα τους πολιτικούς κρατούντας, γινόμενος ένοχος αποστασίας; Πώς ηδύνατο άρα να εξέλθη της δυσχερείας; Και το έν και το άλλο, είτε αίρεσις είτε προδοσία, κατηγορία ενώπιον του Συνεδρίου ή καταγγελία προς τον Ρωμαίον πραίτωρα, εναντίωσις εις τους ορθοδοξούντας ή απαλλοτρίωσις από των πολλών, αμφότερα θα υπηρέτουν καλώς τους ασυνειδήτους σκοπούς των. Και το έν των δύο ώφειλεν, εφρόνουν, να επακολουθήση. Ποία ευτυχής συγκυρία, ότι η ένοχος αύτη, η δύστυνος γυνή έπεσεν εις τας χείρας των!
Όχι ακόμη! Μία αίσθησις όλης της ευτελείας των, της κακίας των, της κυνικής διαπομπεύσεως παντός αισθήματος το οποίον ο οίκτος θα συνεκίρνα και η αβρότης θα περιέστελλε, κατέθλιβε το πνεύμα του Ιησού. Ηρυθρία διά το έθνος Του, διά την φυλήν Του· ηρυθρία όχι διά τον εξευτελισμόν της αθλίας υποδίκου, αλλά διά την βαθυτέραν ενοχήν των ανερυθριάστων κατηγόρων. Αγανακτών (διότι δεν θα είνε ασσεβές να φανταζόμεθα παρ' Αυτώ μέγαν βαθμόν συγκινήσεων, τον οποίον και ο ταπεινότατος των αληθών οπαδών Του θα συνεμερίζετο) επί τω ότι εγίνετο ακουσίως το κέντρον τοιαύτης επονειδίστου σκηνής, και ότι η ιερότης της ιδίας επιφυλάξεώς Του αναισχύντως ούτω παρεβιάζετο, και τα πράγματα ταύτα, τα οποία ανήκουν εις την σφαίραν οικτίρμονος αποσιωπήσεως εφέροντο ούτω κυνικώς εις γνώσιν Του, έκυψε την κεφαλήν Του, και ως να μη ήθελε να τους ακούση, έγραφε διά του δακτύλου Του εις το έδαφος.
Δι' άλλους παρ' αυτούς, τούτο θα ήρκει. Και αν δεν έβλεπον εις την πράξιν Του έν σύμβολον λήθης (έν σύμβολον ότι η μνήμη πραγμάτων ούτω γραφομένων επί της κόνεως δύναται να γείνη εξίτηλος και να λησμονηθή,) άλλοι παρ' αυτούς δεν θα ηδύναντο ειμή να εξηγήσωσι την χειρονομίαν, ότι εις τοιαύτα πράγματα ο Ιησούς δεν ήθελε ν' αναμιχθή. Αλλ' αυτοί ουδέν είδον και ουδέν εξήγησαν, κ' εκεί ίσταντο ακλόνητοι, επιμένοντες εις την βάναυσον ερώτησίν των, άτεγκτοι και ανηλεείς.
Η σκηνή δεν έπρεπεν επί πλέον να διαρκέση· και διά τούτο, ανακύψας από της κυπτής στάσεώς Του, Εκείνος όστις ανεγίνωσκεν εις τας καρδίας των, ατάραχος εξέδωκε κατ' αυτών την θλιβεράν απόφασίν Του.
«Ο αναμάρτητος εν υμίν, πρώτος τον λίθον επ' αυτήν βαλέτω».
Δεν ήτο κατάλυσις του Μωσαϊκού νόμου· τουναντίον, ήτο αποδοχή της δικαιοσύνης τούτου, και αναμφιβόλως πρέπει να έπεσε βαρέως ως θανατική απόφασις εις την καρδίαν της γυναικός. Αλλ' ενήργησε κατά τρόπον πάντη απροσδόκητον. Ο τρομερός νόμος έμενε γραπτός· δεν ήτο ο καιρός, δε ήτο η θέλησίς Του, να τον εξαλείψη. Αλλ' αφ' ετέρου, αυτοί εκείνοι, με το να μη πράττουν κατά τον νόμον, με το ν' αναφέρουν το όλον ζήτημα προς Αυτόν ως να έχρηζε νέας λύσεως, είχον κατ' ουσίαν ομολογήσει ότι ο νόμος μόνον κατά θεωρίαν ίσχυε τανύν, ότι είχε πέσει εις αχρηστίαν, ότι δε και μετά του νεύρους Του ακόμη δεν είχον πρόθεσιν να τον εφαρμόσωσιν. Αφού λοιπόν όλη η ενέργεια εκ μέρους των ήτο έκνομος και άτακτος, μεταφέρει την υπόθεσιν από του κριτηρίου του νόμου εις το κριτήριον της συνειδήσεως. Ο δικαστής δυνατόν ενίοτε να υποχρεούται να καταδικάση τον ένοχον, τον προσαγόμενον ενώπιόν του επί αμαρτίαις, ων αυτός ούτος εγένετο ένοχος, αλλ' η θέσις αυτοκλήτου κατηγόρου όστις εκθύμως ζητεί περιττήν καταδίκην είνε πολύ διάφορος. Εντεύθεν το να καταδικάσωσιν αυτήν θα ήτο εις του Θεού το όμμα ως να κατεδίκαζον εαυτούς· το να ρίψωσι τον πρώτον λίθον κατ' αυτής, θα ήτο ως να έρριπτον λίθον αναθέματος καθ' εαυτών.
Επί μίαν μόνον στιγμήν είχε ρίψει προς αυτούς βλέμμα, αλλά το βλέμμα εκείνο είχεν αναγνώσει εις τα ενδόμυχα των ψυχών των· είχε λαλήσει προς αυτούς ολίγας μόνον λέξεις, αλλ' αι λέξεις εκείναι, όπως η φωνή αύρας λεπτής προς τον Ηλιού επί του όρους Χωρήβ, υπήρξαν τρομερώτεραι του ανέμου και του σεισμού. Έπεσον ως σπινθήρ πυρός εις ψυχάς νυσταλέας, και ήρχισαν να καίουν εκεί άχρις ου «το ερυθριών και αιδήμον πνεύμα» εξεγερθή εν αυτοίς. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι έστησαν σιωπηλοί και περιδεείς· έχασαν την λαβήν των επί της γυναικός· τα υβριστικά βλέμματά των, τα πλήρη δόλου και πονηρίας, εταπεινώθησαν εις το έδαφος. Εκείνοι οίτινες ανεπιεικώς κατεδίκαζον, δικαίως τώρα ησθάνοντο υπερβάλουσιν την αδημονίαν αφορήτου αίσχους, ενώ επί των ενόχων συνειδήσεών των εβρυχώντο, ως ρόχθος θυέλλης και βροντής, τοιαύται σκέψεις: «Διά τούτο είσαι ασυγχώρητος, ω άνθρωπε, όστις και αν είσαι ο κρίνων· διότι, ενώ κρίνεις άλλον, καταδικάζεις σεαυτόν· διότι συ ο κρίνων, τα αυτά πράττεις. Αλλ' έχομεν βεβαιότητα ότι η κρίσις του Θεού είνε κατά αλήθειαν εναντίον εκείνων οίτινες τοιαύτα πράττουσι. Και φρονείς τούτο, ω άνθρωπε, ο κρίνων τους τοιαύτα πράττοντας και ο πράττων τα αυτά, ότι θα διαφύγης την κρίσιν του Θεού; η υπεροράς τον πλούτον της Αυτού αγαθότητας και της ανοχής και της μακροθυμίας· μη γινώσκων ότι η αγαθότης του Θεού σε οδηγεί προς μετάνοιαν; αλλά κατά την σκληρότητά σου και την αμετανόητον καρδίαν σου θησαυρίζεις σεαυτώ οργήν εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως της δικαίας κρίσεως του Θεού, ος αποδώσει εκάστω κατά τας πράξεις αυτού.» Ήσαν τ ο ι ο ύ τ ο ι ως η γυνή την οποίαν κατηγόρησαν, και δεν ετόλμησαν να σταθώσι.
Και ούτω, με καιούσας παρειάς και με συνεσταλμένας καρδίας, από του πρεσβυτέρου μέχρι του νεωτέρου, είς είς απήλθον σιωπηλώς. Εκείνος δεν ήθελε ν' αυξήση το αίσχος και την σύγχυσίν των με το να προσβλέπη και να επιτηρή αυτούς· δεν επεθύμει ν' αποκαλύψη περισσοτέραν γνώσιν εκ των ακαθάρτων μυστικών των καρδιών των. Έκυψε πάλιν κάτω και έγραφεν εις την γην.
Έν των παλαιών χειρογράφων, εν τη Βιβλιοθήκη του Αγίου Μάρκου της Βενετίας, έχει ενταύθα εν τω κειμένω την περίεργον προσθήκην: «έγραψεν εις την γην ενός εκάστου αυτών τας αμαρτίας». Τούτο αποδεικνύει πόσον ενωρίς ήρχισαν ήδη εις τους πρώτους χρόνους του Χριστιανισμού αι εικασίαι περί του τι να έγραψεν ο Χριστός εις το έδαφος. Άλλοι είπον ότι απλώς έγραψεν ό,τι και είπεν: «Ο αναμάρτητος εν υμίν, κτλ».
Και όταν πάλιν ανέτεινε την κεφαλήν Του, όλοι οι κατήγοροι είχον γείνη άφαντοι· μόνον η γυνή ίστατο ακόμη συνεσταλμένη ενώπιόν Του. Και αύτη θα ηδύνατο να είχεν απέλθη ήδη· ουδείς την εκώλυε, και φυσικόν θα εφαίνετο να φύγη οπουδήποτε, διά ν' αποφύγη τον κίνδυνον και κρύψη την αισχύνην αυτής. Αλλ' η τύψις, δυνατόν δε και τρομώδης ευγνωμοσύνη, εν η ελπίς εμάχετο προς την απόγνωσιν, την προσήλου εκεί ενώπιον του Δικαστού της. Η όψις Του, η τρομερωτάτη πασών εις το ατενίσαι, το μόνον βλέμμα όπερ επήγαζεν εκ ψυχής ενδεδυμένης εν τη αμώμω μεγαλοσύνη της ασπίλου αθωότητος, ήτο άμα απαλόν και συγγνώμον. Η στάσις της ήτο σημείον της μεταμελείας της.
«Η γυνή, ηρώτησεν ο Κύριος, πού εισιν εκείνοι οι κατήγοροί σου; Ουδείς σε κατέκρινεν;»
«Ουδείς, Κύριε». Ήτο η μόνη απόκρισις την οποίαν τα χείλη της ηδύναντο να εύρωσι δύναμιν ν' αρθρώσωσι· τότε δε έλαβε την χαριτόβρυτον, αλλά και ανιχνευτικήν καρδίας άδειαν ν' απέλθη.
«Ουδ' Εγώ σε κατακρίνω. Πορεύου, και μηκέτι αμάρτανε».
Και αν αι κριτικαί ενδείξεις εναντίον της γνησιότητος της περικοπής ταύτης του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου ήσαν αφθονώτεραι ή ότι είνε, πάλιν θα έφερεν επί του μετώπου ισχυροτάτην την απόδειξιν της αυθεντικής αληθείας της. Δεν είνε υπερβολή να είπωμεν, ότι το κράμα το οποίον αναπτύσει του τραγικού και του τρυφερού, η αντίθεσις την οποίαν εμπεριέχει μεταξύ ευτελούς σκληράς πανουργίας και εξηρμένης ευγενείας, συνέσεως και συγκινήσεως, υπερβάλλει πάσαν δύναμιν ανθρωπίνης φαντασίας ή ώστε να είνε πλαστόν· ενώ η εικών της θείας διορατικότητος αναγινωσκούσης τα ενδόμυχα των καρδιών, και θειοτέρας ακόμη αγάπης διορώσης τα μυστικά ταύτα με άπειρον όμμα ευσπλαγχνίας, μας δίδει έννοιαν της τε δυνάμεως και του προσώπου του Χριστού πολύ υψηλοτέραν και πρωτοτυποτέραν ή όστε να μη βασίζηται επί των γεγονότων. Ουδείς θα ηδύνατο να επινοήση, όπως ουδέ ν' αναμετρήση και υπολογήση, την υπερτάτην καθαρότητα και το άρρητον θέλγητρον, την ατάραχον κυριότητα της τε καταδίκης και της συγγνώμης, δι' ων τόσον βαθέως χαρακτηρίζεται η διήγησις. Αι επανειλημμέναι περιστάσεις καθ' ας, άνευ στιγμής ενδοιασμού, εματαίωσε τα δολερά σχέδια των εχθρών Του, και ματαιώσας ταύτα εδίδαξεν άμα αιώνιόν τινα αρχήν νοήσεως και πράξεως, είνε μεταξύ των μοναδικωτέρων αποδείξεων της πλέον ή ανθρωπίνης σοφίας Του· και όμως ουδεμία των εκλάμψεων εκείνων του ιερού φωτός, αίτινες ανέτελλον απ' Αυτού διά συγκρούσεως προς την κακίαν και την έχθραν του ανθρώπου, υπήρξε λαμπροτέρα ή περικαλλεστέρα ταύτης. Αυτό το γεγονός ότι η διήγησις ελλείπει από το κείμενον του Ευαγγελίου πολλών αρχαίων χειρογράφων, ενώ υπάρχει εις τα πλείστα· (Ο Άγιος Αυγουστίνος λέγει, ότι άνθρωποί τινες ασθενείς την πίστιν αφήρουν την περικοπήν εκ των χειρογράφων των, ως παρέχουσαν τάχα άδειαν του αμαρτάνειν· ο δε πατριάρχης Νίκων, ακμάσας κατά την 10ην εκατονταετηρίδα, ρητώς λέγει ότι η περικοπή διεγράφη από της Αρμενικής μεταφράσεως, επειδή ενομίζετο «βλαβερά τοις πολλοίς»· ο Άγγλος επίσκοπος Ουόρδσουορθ νομίζει, ότι, η αυστηρότης της Ανατολικής Εκκλησίας κατά της μοιχείας συνετέλεσεν εις την απόρριψιν της περικοπής πολλαχού·) αυτή, λέγω, η έλλειψις της περικοπής από πολλών χειρογράφων, και το ότι ολόκληραι Εκκλησίαι εθεώρουν την διήγησιν ως επικίνδυνον και η περίστασις ότι επιφανείς Πατέρες της Εκκλησίας ηγνόησαν ταύτην ή ομιλούσι περί αυτής μετά τόνου οιονεί απολογητικού· όλα ταύτα συμπερασματικώς πείθουσιν ότι η αληθής ηθική έννοιά της είνε παραπολύ υψηλή ώστε να υποθέση τις, ότι επενοήθη ή παρεισήχθη άνευ αποχρώντος κύρους εις το ιερόν κείμενον. Και όμως είνε παράδοξον ότι πολλοί δεν ενόησαν ότι, εις την ακτίνα του ελέους την ούτως επανατείλασαν εξ ουρανού επί τον άθλιον αμαρτωλόν, η αμαρτία προσέλαβεν όψιν δεκάκις απεχθεστέραν εις την συνείδησιν της ανθρωπότητος, εις πάσαν συνείδησιν ήτις αποδέχεται ως νόμον του βίου το ότι οφείλει να προσπαθήση όπως γείνη αγία ως άγιος είνε ο Θεός, και καθαρά ως είνε καθαρός Εκείνος.
Όσον αλγεινή και αν υπήρξεν η σκηνή αύτη εις την καρδίαν του Σωτήρος, τουλάχιστον ως ανακούφισις ήτο η συμπαθής αύτη απαλλαγή και άφεσις, άφεσις, ως δυνάμεθα να έχωμεν πεποίθησιν, διά την αιωνιότητα, όχι μόνον διά τον χρόνον, την οποίαν εχάρισεν εις μίαν ένοχον ψυχήν. Αλλ' αι σκηναί αίτινες επηκολούθησαν, υπήρξαν ανιούσα κλίμαξ διαρκών παρανοήσεων, κυμαινομένων εντυπώσεων, και πικρών ελέγχων, οίτινες έκαμαν την μεγάλην και φαιδράν εορτήν να τελειώση με αιφνιδίαν έκρηξιν λύσσης, και απόπειραν εκ μέρους των Ιουδαίων αρχόντων να Τον θανατώσωσιν, όχι διά δημοσίας κατηγορίας, αλλά διά μανιώδους βίας.
Διότι, την αυτήν ημέραν, την ογδόην της εορτής, ως φαίνεται, ο Ιησούς εξηκολούθησε τας διακοπτομένας εκείνας ομιλίας, αίτινες σκοπόν είχον σχεδόν διά τελευταίαν φοράν να διατυπώσωσι σαφώς ενώπιον του Ιουδαϊκού έθνους τας θείας αξιώσεις Του.
Εκάθητο την στιγμήν ταύτην εν τη στοά του Ναού τη λεγομένη του Θησαυροφυλακίου, όπου πλησίον έκαιον δύο γιγαντιαίαι πολύφωτοι λυχνίαι. Εκεί οι ιερείς και ο λαός, εν ήχω κυμβάλων και ψαλτηρίων (ή κινυρών, ή αρπών), εχόρευον και έψαλλον τους ψαλμούς τους καλουμένους «Ωδάς των Αναβαθμών», ων η αρχή: «Προς Κύριον εν τω θλίβεσθαί με εκέκραξα». (Ψαλ ριθ'. — ρλγ').
Εις υπαινιγμόν προς τας παμμεγίστας ταύτας λυχνίας, ο Ιησούς ήρχισε να διδάσκη· «Εγώ ειμι το φως του κόσμου». Ήτο διαρκώς το σχέδιόν Του να περιβάλλη το σχήμα των λόγων Του με τας εξωτερικάς εκείνας εικόνας αίτινες θα εξήγειρον την βαθυτάτην προσοχήν, και θα ενετύπουν ανεξαλείπτως τους λόγους εις την μνήμην των ακροατών Του. Οι Φαρισσαίοι ακούσαντες τους λόγους τούτους, τον κατηγόρησαν επί ματαία κομπορρημοσύνη· αλλ' Εκείνος έδειξεν εις αυτούς ότι είχε του Πατρός Του την μαρτυρίαν, αλλά και αν ούτω δεν είχε, το φως δύναται μόνον να οραθή, μόνον να γνωσθή, διά της εμφανείας της ιδίας υπάρξεώς του· άνευ αυτού, ούτε αυτό ούτε άλλο τι είνε ορατόν. Τον ηρώτησαν, «Πού είνε ο Πατήρ Σου;» Είπεν αυτοίς ότι, μη γνωρίζοντες Αυτόν, δεν ηδύναντο να γνωρίζουσι τον Πατέρα Του· είτα και πάλιν θλιβερώς τους ενουθέτησεν ότι η αναχώρησίς Του ήτο εγγύς, και ότι τότε θα αδυνατώσι να έλθωσι προς Αυτόν. Η μόνη απάντησίς των ήτο σκωπτική ερώτησις αν ήθελε ν' αποκτείνη Εαυτόν και να βυθισθή ούτω εις τα βαθυτέρα σκότη του άδου. Όχι, τους έδωκε να εννοήσωσι, δεν ήτο Αυτός, αλλ' εκείνοι, οίτινες ήσαν εκ των κάτω, εκείνοι, όχι Αυτός, ήσαν προωρισμένοι, εάν επέμενον εν τη απιστία, εις το σκοτεινόν τούτο τέλος· «Συ τις ει;» ηρώτησαν πάλιν εν οργίλη και απίστω αμηχανία. «Την αρχήν ό,τι και λαλώ υμίν», απήντησεν. Εκείνοι ήθελον ν' αναγγείλη Εαυτόν ως Μεσσίαν, και ούτω να καταστή ελευθερωτής των εγκόσμιος και πρόσκαιρος· αλλ' Αυτός θέλει μόνον να τους είπη τας πολλώ βαθυτέρας αληθείας, ότι Αυτός είνε το Φως και η Ζωή και το Ύδωρ το Ζων, και ότι ήλθε παρά του Πατρός — καθώς και αυτοί έμελλον να γνωρίσωσιν όταν ήθελον Τον υψώσει επί του Σταυρού. Εκείνοι απέβλεπον μόνον προς τον Μεσσίαν των Ιουδαίων. Αυτός θα τους κάμη να γνωρίσουν Αυτόν ως Λυτρωτήν του κόσμου και Σωτήρα των ψυχών.
Καθώς ήκουον Αυτόν ομιλούντα, πολλοί, και εκ των ασπόνδων τούτων εχθρών, ειλκύσθησαν εις πίστιν προς Αυτόν. Αλλ' ήτο πίστις κλονουμένη, ατελής πίστις, πίστις ψευδής, πίστις μεμιγμένη με χιλιάδας εγκοσμίων και πεπλανημένων φαντασιών, όχι πίστις ήτις να έχη εν εαυτή την σώζουσαν δύναμιν, ή εφ' ης να βασισθή Εκείνος. Και την έθεσεν εις άμεσον δοκιμασίαν, δι' ης επεκαλύφθη το κενόν αυτής, και η πίστις μετεβλήθη εις μανιώδες μίσος. Είπεν αυτοίς, ότι το πιστόν και το υπήκοον είνε τα σημεία της αληθούς μαθητείας, και τα γνωρίσματα της αληθούς ελευθερίας. Η λέξις ελευθερία επενήργησεν ως λίθος προσκόμματος εις το να δείξη το νόθον και επιπόλαιον της πίστεώς των. Εκείνοι δεν εγνώριζον άλλην ελευθερίαν ειμή την πολιτικήν ελευθερίαν την οποίαν σφαλερώς διεξεδίκουν· εδυσχέραινον προς την επαγγελίαν μελλούσης πνευματικής ελευθερίας αντί της απολαβής της παρούσης εθνικής ελευθερίας. Όθεν ο Ιησούς έδειξεν αυτοίς ότι ήσαν ακόμη δούλοι της αμαρτίας, και ονόματι μόνον, όχι πράγματι, τέκνα του Αβραάμ, ή τέκνα του Θεού. Εκείνοι εσεμνύνοντο επί τη γνησιότητι της αρχαίας καταγωγής των, και επί τω προνομίω της αποκλειστικής μονοθεΐας των· πλην Αυτός τους είπεν ότι τη αληθεία ήσαν, διά της πνευματικής συγγενείας της σκληρότητος και του ψεύδους, τέκνα εκείνου όστις ήτο ψεύστης και ανθρωποκτόνος απ' αρχής, τέκνα του διαβόλου. Η επιτίμησις αύτη τους εκέντησε μέχρι μανίας. Ανταπέδωκαν ταύτην διά της ασεβούς ύβρεως, «Σαμαρείτης ει και δαιμόνιον έχεις». Ο Κύριος ημών φιλευσπλάγχνως και πάλιν έτεινε προς αυτούς την χαριτόβρυτον δεξιάν, λέγων ότι, εάν θέλωσι να τηρήσωσι τα ρήματά Του, ου μόνον δεν θ' αποθάνωσιν εν ταις αμαρτίαις αυτών, αλλά δεν θα ίδωσι θάνατον. Αι νωθραί καρδίαι των δεν ηδυνήθησαν ουδέ να φαντασθώσι πνευματικήν έννοιαν εις τους λόγους Του. Ηδύναντο μόνον να Τον επιβαρύνωσι με δαιμονιώδες γαυρίαμα και ύβριν επί τούτοις. «Μη Συ μείζων ει του πατρός ημών Αβραάμ, ος απέθανε, και οι προφήται απέθανον ομοίως; Ο Ιησούς τους είπεν ότι εν προφητική δράσει, ίσως δε και διά πνευματικής επιπνοίας, εις εκείνον τον άλλον κόσμον, ο Αβραάμ, όστις δεν είνε νεκρός, αλλά ζων, είδε «και ηγαλλιάσατο ιδείν την ημέραν την Εμήν». Τοιούτος ισχυρισμός τους εφάνη ή ανόητος ή βλάσφημος. Ο Αβραάμ είνε τεθνεώς από ετών χιλίων και επτακοσίων. «Πεντήκοντα έτη ούπω έχεις, και Αβραάμ εώρακας;» «Πώς να εννοήσωμεν λόγους ως αυτούς;» Θα ηδύναντο καλώς να τους εννοήσουν αν το ήθελον, διότι οι ίδιοι Ραββίνοι των είπον ύστερον: «Όταν ο Θεός έκαμε την Διαθήκην προς τον Αβραάμ, απεκάλυψε προς αυτόν και το Ολάμ αυτό (την Διαθήκην), και το μέλλον Ολάμ», (δηλ. την Διαθήκην του Μεσσίου). Και τοιαύτην εξήγησιν τους έδωκεν ήδη ο Ιησούς όταν πραέως, αλλ' εν μεγίστη επισημότητι, και με τον τύπον εκείνον της εμφαντικής βεβαιώσεως, τον οποίον μόνον μετεχειρίζετο όταν ανήγγελλε τας πανδημοτάτας αληθείας Του, ο Σωτήρ απεκάλυψε προς αυτούς την αιωνιότητά Του, την θείαν προΰπαρξίν Του πριν εισέλθη εις το σκήνωμα της θνητής σαρκός: