ΚΕΦΑΛΑIOΝ ΣΤ'. (continued 2)
Alexandros Papadiamantes translation
Εξ αντιδράσεως αφ' ετέρου προς τας αηδείς ταύτας φαντασιοπληξίας, υπήρξαν πολλοί οίτινες υπεστήριζον ότι ο Ιησούς, ως προς το είδος το ανθρώπινον, αντικατώπτριζε πιστώς την γοητείαν της μορφής και το κάλλος του Δαυΐδ, του μεγάλου προγόνου του· και ο Άγιος Ιερώνυμος και ο άγιος Αυγουστίνος επροτίμων να εφαρμόζουν εις αυτόν τας λέξεις των Ψαλμών: «Ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων.» Φυσικόν ήτο, αφού ελλείπουν θετικαί αποδείξεις, ν' αποκτήση η γνώμη αύτη περισσοτέρας συμπαθείας, και να εμπνεύση όλας τας εκείνας τας περιγραφάς της ποιήσεως, τας πλήρεις μεγαλείου και συμπαθείας, και όλας εκείνας τας αναπαραστάσεις του Χριστού τας οποίας βλέπομεν εις τα μεγάλα ζωγραφικά έργα του Φρα Αντζέλικο, του Βερναρδίνου Λουίνη, του Λεονάρδου Βίντσι, του Ραφαήλ και του Τιτιανού.
Ανεξαρτήτως πάσης παραδόσεως δυνάμεθα ασφαλώς να πιστεύωμεν ότι ουδέν υπήρχε το δυσειδές ή το απεχθές, — ότι απεναντίας υπήρχε κάτι το ωραίον, ως λέγει ο Άγιος Ιερώνυμος, — εις το φθαρτόν περίβλημα όπερ ενέκλειε μίαν Αιωνίαν θεότητα και μίαν Άπειρον Αγιότητα. Παν αληθές κάλλος είνε «το μυστήριον της θεότητος», και συνείδησις τόσον ακηλίδωτος, πνεύμα τόσον αρμονικόν, ζωή τόσον αγνώς ευγενής, δεν ηδύναντο παρά ν' αντανακλώνται εις τους τρόπους και εις το πρόσωπον του Υιού του Ανθρώπου. Ουδαμού ευρίσκομεν βεβαίως υπαινιγμόν τινα σχετικόν προς το θέλγητρον τούτο της μορφής, όπως ευρίσκομεν εν τη περιγραφή του νεαρού Αρχιερέως Αριστοβόλου, τον οποίον ο Ηρώδης εδολοφόνησεν· αλλ' αφ' ετέρου δεν ευρίσκομεν εις την γλώσσαν των εχθρών του και μίαν λέξιν ή ένα υπαινιγμόν όστις ηδύνατο να βασισθή επί της δυσμορφίας του Χριστού. Εκείνος περί του οποίου ο Ιωάννης εμαρτύρησεν ότι ήτο ο Χριστός, — Εκείνος, ον τα πλήθη μετά χαράς θα καθίστων Βασιλέα των, — Εκείνος, τον οποίον η αγία πόλις εχαιρέτισε διά θριαμβευτικών κραυγών ως Υιόν του Δαυίδ, — Εκείνος, τον οποίον υπηρετούν αι γυναίκες μετά τόσον βαθείας ευλαβείας και τοιαύτης αφοσιώσεως, και ούτινος η μορφή επλήρωσεν εις μίαν τεταραγμένην εικόνα ονείρου την φαντασίαν μιας Ρωμαίας δεσποίνης με τρόμον και ενδιαφέρον, — Εκείνος, όστις με δύο μόνον λέξεις ηνάγκασε τον Φίλιππον και τον Ματθαίον και πολλούς άλλους να καταλίπουν το παν και να τον ακολουθήσουν, — Εκείνος, ούτινος έν μόνον βλέμμα συνέτριψε την αγωνιωδώς μετανοούσαν καρδίαν του Πέτρου, — Εκείνος, προ της παρουσίας του οποίου οι κατειλημμένοι υπό δαιμονίων εθεραπεύοντο και εις την ερώτησιν του οποίου, εν αυτή τη κρίσει της αδυναμίας του, οι αγριώτατοι εχθροί του κατελήφθησαν υπό τρόμου και έπεσαν κατά γης εις μίαν στιγμήν καθ' ην η λύσσα των είχε κορυφωθή, — δεν ηδύνατο να στερήται του προσωπικού μεγαλείου Προφήτου και Ιερέως. Όλα τα γεγονότα της ζωής του λαλούσι πειστικώς περί της δυνάμεως εκείνης του χαρακτήρος, και της καρτερικότητος και της αξιοπρεπείας και της ηλεκτρικής επιρροής, προσόντα τα οποία ουδείς δύναται να έχη, αν δεν είναι πεπροικισμένος με μεγάλα ανθρώπινα και πνευματικά δώρα. «Βεβαίως», λέγει ο Άγιος Ιερώνυμος, «φλοξ πυρός και λαμπρότης άστρου απήστραπτεν εκ του οφθαλμού του, και το μεγαλείον της θεότητος έλαμπεν εις το πρόσωπόν του». Η περιγραφή αύτη δύναται να θεωρηθή ακριβής· διότι η λέξις «θάμβος» είναι έκφρασις την οποίαν συχνάκις μεταχειρίζονται οι Ευαγγελισταί, όπως εκφράσουν το αποτέλεσμα όπερ είχεν η παρουσία του εις τους εχθρούς και φίλους του.
Η τρίτη ημέρα μετά την επάνοδον εκ της έρημου φαίνεται ότι κατηναλώθη υπό του Ιησού εις συζητήσεις μετά των νέων μαθητών του. Την επαύριον ηθέλησε να επιστρέψη εις Γαλιλαίαν, και καθ' οδόν συνήντησε και άλλον αλιέα, τον Φίλιππον τον από Βηθσαϊδά. Εξ όλων των Αποστόλων μόνος ο Φίλιππος είχεν ελληνικόν όνομα, προερχόμενον ίσως εκ του τετράρχου Φιλίππου, αφού η συνήθεια του να δίδωνται εις τα παιδία τα ονόματα των βασιλευόντων ηγεμόνων ήτο κοινή. Αν το πράγμα έχη ούτω, ο Φίλιππος ήτο κατ' εκείνην την εποχήν τριάκοντα περίπου ετών. Πιθανώς το ελληνικόν τούτο το όνομα δεικνύει συγγένειαν με ελληνόφωνόν τινα πληθυσμόν, εκ των πολλών οίτινες ήσαν την εποχήν εκείνην ανάμικτοι με τους Γαλιλαίους εις τας όχθας της Γεννησαρέτ, και εις τούτο ίσως οφείλεται το γεγονός ότι οι Έλληνες, οίτινες επεθύμησαν να ίδουν τον Σωτήρα, κατά την τελευταίαν εβδομάδα του βίου του, επροτίμησαν ν' απευθυνθούν μάλλον εις αυτόν παρά εις άλλον τινά Απόστολον. Μία λέξις, μία μόνη πρόσκλησις: «Ακολούθει μου», ήρκεσεν όπως συνδέση διά παντός με τον Ιησούν τον ευγενή και άδολον Απόστολον, τον οποίον κατά πάσαν πιθανότητα είχε γνωρίσει προηγουμένως.
Την ακόλουθον ημέραν προσετέθει και πέμπτος νεόφυτος εις τον άγιον και ευδαίμονα εκείνον όμιλον. Φλεγόμενος υπό του πόθου να διακοινώση την μεγάλην ανακάλυψιν, την οποίαν είχε κάμει, ο Φίλιππος εύρε τον φίλον του Ναθαναήλ εξασκών τοιουτοτρόπως το θειότατον προνόμιον της φιλίας, όπερ είνε το ν' ανακοινώμεν εις τους άλλους παν ό,τι θείον ησθάνθημεν και είδομεν ημείς αυτοί. Ο Ναθαναήλ εν τω καταλόγω των Αποστόλων εξομοιούται γενικώς και σχεδόν αδιαμφισβητήτως με τον Βαρθολομαίον· διότι «Βαρθολομαίος» είναι λέξις σύνθετος εκ του «Βαρ» και «θολμαί» και σημαίνει τον «υιόν του Θολμαί» και ενώ του Ναθαναήλ γίνεται μνεία υπό το όνομα τούτο μόνον εις έν χωρίον (Ιω. 21, 2) ο Βαρθολομαίος συνδέεται εν τω καταλόγω των Αποστόλων σχεδόν πάντοτε με τον Φίλιππον. Επειδή δε κατώκει εν Κανά της Γαλιλαίας, ο υιός του Θολμαί ηδύνατο να σχετισθή ευκόλως με τον νεαρόν αλιέα της Γεννησαρέτ. Και εν τούτοις ήτο τόσον μεγάλη η απομόνωσις εις την οποίαν είχε ζήσει μέχρι τούδε ο Χριστός, ώστε, μολονότι ο Ναθαναήλ εγνώριζε τον Φίλιππον, ήκουεν όμως πρώτην φοράν το όνομα του Ιησού. Το απλοϊκόν πνεύμα του Φιλίππου εφαίνετο αρεσκόμενον εις την αντίθεσιν, ήτις υπήρχε μεταξύ του μεγαλείου της αποστολής του Χριστού και της ταπεινότητος της καταγωγής του. «Ον έγραψε Μωυσής εν τω νόμω και οι προφήται, ευρήκαμεν». Και τις ήτο εκείνος τον οποίον ευρήκε; Κανείς νεαρός ηγεμών της δυναστείας του Ηρώδου; Νεαρός τις Ασμοναίος ιερεύς; Φωτεινόν τι πνεύμα εκ των σχολών του Ιλλήλ και του Σαμμαΐ; Όχι, ήτο μόνον «ο Ιησούς, ο υιός του Ιωσήφ, ο από Ναζαρέτ».
Ο Ναθαναήλ φαίνεται ότι ησθάνθη την αντίθεσιν. Ηννόησε την σημασίαν των λόγων του Φιλίππου. Ο Μεσσίας ευρέθη, και όμως ήτο από την Ναζαρέτ! Ήτο πιθανώς, όπως λέγει και η παράδοσις, ο μάλλον ανεπτυγμένος των Αποστόλων. Και η απάντησίς του θεωρείται πλέον παροιμιώδης: «Εκ Ναζαρέτ δύναται τι αγαθόν είναι;» Ο Ναθαναήλ ίσως υπαινίσσετο την λέξιν «ναζόρα» εξ ης παράγεται το όνομα Ναζαρέτ, και ήτις σημαίνει: «άξιος περιφρονήσεως». Ίσως όμως και να ηνόει ότι η Ναζαρέτ ήτο πόλις ασήμαντος και ταπεινή, κλεισμένη μέσα εις μίαν μικράν αγρίαν κοιλάδα. Και ο Φίλιππος, τέλειος πλέον μαθητής του Ιησού, απαντά εις τον Ναθαναήλ με τας ιδίας λέξεις του διδασκάλου του:
«Έρχου και ίδε».
Και σήμερον ακόμη, η ερώτησις — «Εκ Ναζαρέτ δύναται τι αγαθόν είναι;» — Επαναλαμβάνεται συχνάκις, και η μόνη απάντησις — σχεδόν η μόνη δυνατή απάντησις, — είνε και τώρα, όπως ήτο τότε, «Έρχου και ίδε». Τότε εσήμαινε, έρχου και ίδε τον Λαλούντα ως ουδέποτε άνθρωπος ελάλησεν· έρχου και ίδε Εκείνον, τον ταπεινόν τέκτονα τον από Ναζαρέτ, όστις δεσπόζει των ψυχών πάντων τον προσεγγιζόντων αυτόν, αποκαλύπτων διά μόνης της παρουσίας του τα μυστικά των καρδιών, και σύρων όπισθέν του τους αμαρτωλούς εις μίαν φλογεράν λατρείαν· έρχου και ίδε Εκείνον, όστις αποπνέει την ακαταμάχητον γοητείαν αναμαρτήτου αγνότητος, το άψογον κάλλος θείας ζωής. «Έρχου και ίδε», είπεν ο Φίλιππος πεπεισμένος εν τη απλότητι της καρδίας και της πίστεως αυτού, ότι βλέπων τις τον Ιησούν θα τον ανεγνώριζε και θα τον ηγάπα και θα τον ελάτρευεν. Υπό τοιαύτην σημασίαν, δεν δυνάμεθα βεβαίως σήμερον να είπωμεν «Έρχου και ίδε»· διότι αφ' ότου οι κυανοί ουρανοί εκλείσθησαν μετά το δράμα του Αγίου Στεφάνου και του Αγίου Παύλου, το ανθρώπινον σχήμα του Ιησού δεν ώφθη πλέον υπ' ουδενός. Δυνάμεθα όμως να είπωμεν το «έρχου και ίδε»· υπό άλλο πνεύμα, Έρχου και ίδε ένα ετοιμοθάνατον κόσμον αναζωογονηθέντα, ένα κόσμον παρηκμακότα όστις εγεννήθη, ένα γηραλέον κόσμον ανακτήσαντα σφρίγος της νεότητος· έρχου και ίδε την αγάπην εισχωρούσαν εις την ειρκτήν του καταδίκου, την ελευθερίαν αποδιδομένην εις τον σιδηροδέσμιον δούλον· έρχου και ίδε τους πτωχούς και τους αμαθείς και τους πολλούς χειραφετηθέντας διά παντός από την αφόρητον τυραννίαν των πλουσίων, των πεπαιδευμένων και των ολίγων· έρχου και ίδε νοσοκομεία και άσυλα φιλανθρωπικά, ορθούμενα εις αιωνίαν φιλανθρωπίαν παραπλεύρως των ερειπίων των κολοσσαίων αμφιθεάτρων, τα οποία άλλοτε εβάφοντο με ανθρώπινον αίμα· έρχου και ίδε την εξαγνισθείσαν οικογένειαν· έρχου και ίδε τα άντρα της χλιδής και της τυραννίας μεταβληθέντα εις γλυκείας και ευδαίμονας οικίας, τους αθέους εις πιστούς χριστιανούς, τους πολυθεϊστάς εις αγίους. Ναι, έρχου και ίδε τας μεγαλοπρεπείς πράξεις ενός μεγάλου δράματος εξακολουθούντος επί δεκαεννέα χριστιανικούς αιώνας· και όταν ιδήτε και μάθητε εν ευλαβεί ταπεινώσει ότι ακόμη και η φαινομένη Τύχη είνε κόρη της Προνοίας — «Ευνομίας τε και Πειθούς αδελφή και Προμαθείας θυγάτηρ», καθώς λέγει ο αρχαίος ποιητής Αλκμάν, όταν ακούσητε την φωνήν του Σωτήρος όστις ήλθε να ζητήση το απολωλός, τότε πιθανόν και σεις ν' αποβάλητε την αθλίαν έξιν της αμφιβολίας και ν' αναφωνήσητε ομού με τον καθαρόν και άδολον Ναθαναήλ «Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού, συ ει ο Βασιλεύς του Ισραήλ!»
Ο Χριστός, καθώς τον είδεν ερχόμενον, ανεγνώρισεν ότι η σφραγίς του Θεού ήτο επί του μετώπου του, κα' είπεν:
«Ίδε αληθής Ισραηλίτης, εν ώ δόλος ουκ έστι». Πόθεν με γνωρίζεις; ηρώτησεν ο Ναθαναήλ. Τότε εδόθη η καρδιογνωστική απάντησις. «Προτού σε Φίλιππον φωνήσαι, όντα υπό την συκήν, ειδόν σε».
Έθιμον είχον οι θεοσεβούντες Ιουδαίοι να μελετώσι το προσευχητάριόν των υπό δένδρον συκής. Τινές δε ενόμισαν ότι έχει τι το σημαντικόν η κλήσις του Αποστόλου από της σκιάς δένδρου το οποίον εσυμβόλιζε τα εβραϊκά έθιμα και την Συναγωγήν. Αλλ' εκ της όλης σκηνής οφείλομεν να φιλοσοφήσωμεν βαθύτερον ακόμη. Και εις το γεγονός τούτο ανευρίσκομεν και άλλην απερίγραπτον χροιάν πραγματικότητος, άλλο τεκμήριον της γνησιότητος και αξιοπιστίας του τετάρτου ιερού Ευαγγελίου.
Υπάρχουν στιγμαί καθ' ας η θεία χάρις κινεί βαθύτερον την καρδίαν μας. Εις τοιαύτην δε στιγμήν πρέπει να ευρέθη ο άδολος Ισραηλίτης καθώς εκάθητο κ' εμελέτα και προσηύχετο εν σιωπή υπό την συκήν. Και την χορδήν ταύτην, την μόνον εις καρδιογνώστην ορατήν, έθιξεν ο Κύριος. Εάν τις εις παρομοίαν ευρέθη θέσιν, πώς θα εθεώρη ζώντα άνθρωπον όστις θα του απεκάλυπτεν ότι, την δείνα ώραν, ακαταλήπτως τον είδε κ' εμέτρησε τας συγκινήσεις της ψυχής του; Τοιαύται εξάρσεις και συγκινήσεις, τοιαύται μεταρσιώσεις εις τρίτον ουρανόν, οπόταν η ψυχή αγωνίζεται να υπερβή τα όρια του χώρου και χρόνου, υπάρχουν αναμφίλεκτα τεκμήρια και γεγονότα ότι είναι εκ των μεμαρτυρημένων παραδειγμάτων του βίου του Χριστιανικού. Και αν τις εκ των αναγνωστών εγνώρισέ ποτε τον παλμόν τούτον της θείας αλλοιώσεως, όστις κτίζει καρδίαν καθαράν, και πνεύμα ε[;;;]ές εγκαινίζει, ούτος μόνος θα εννοήση το ρίγος της ηλεκτρικής συμπαθείας, την ηκονημένην αιχμήν της ισχυράς πεποιθήσεως, ήτις διήλθεν εν ακαρεί την καρδίαν του Ναθαναήλ και τον έκαμε να κλίνη πάραυτα οιονεί καρδίαν και γόνυ και ένθους ν' αναφωνήση. «Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού!»
Είναι τόσον δυσεύρετοι οι Ναθαναήλ σήμερον! Η ψυχή του φαίνεται να υπήρξε μία από τας ψυχάς εκείνας τας γαληνίους, τας ερημικάς, τας μελετητικάς, των οποίων η σφαίρα της υπάρξεως έγκειται όχι εδώ, αλλ' εν τη γη των ειρηνοποιών και των πραέων. Ουδέποτε δε, μέχρι του μαρτυρικού θανάτου του, ελησμόνησε τας λέξεις εκείνας, αίτινες έδειξαν ότι ο Κύριός του τον είχε δοκιμάσει και τον είχε γνωρίσει. Ουχί δε άπαξ, αλλά πολλάκις επληρώθη δι' αυτόν και τους άλλους Αποστόλους η υπόσχεσις ότι, «Απ' άρτι όψεσθε τον ουρανόν ανεωγότα και τους αγγέλους του Θεού αναβαίνοντας και καταβαίνοντας επί τον Υιόν του Ανθρώπου».
Ο τίτλος «ο Υιός του Ανθρώπου», τον οποίον λαμβάνει εδώ ο Ιησούς, είναι ο πρώτος προσδιορισμός δι' ου περιγράφει τον εαυτόν Του. Ως Υιόν του Ανθρώπου, πράον και ταπεινόν τη καρδία, οι μαθηταί του ηδύναντο μόνον να μάθουν να τον γνωρίζωσι, πριν βαθμηδόν φθάσωσι να ίδωσιν αυτόν ως Υιόν του Θεού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'. Το πρώτον θαύμα
Ο Γάμος εν Κανά. — «Οίνον ουκ έχουσιν». — Η απάντησις προς την Παρθένον. — Το θαύμα. — Χαρακτήρες τούτου και άλλων θαυμάτων.
«Τη τρίτη ημέρα (λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης) γάμος εγίνετο εν Κανά της Γαλιλαίας». Γράφων εν πλήρει γνώσει και ζωηρά αναμνήσει παντός γεγονότος το οποίον συνέβη κατά τας θεσπεσίας εκείνας ημέρας, σημειοί τας χρονολογίας ως να ήσαν τα γεγονότα ταύτα τόσον οικεία εις τους άλλους όσον και εις αυτόν. Η τρίτη ημέρα πρέπει να εννοηθή ως η τρίτη μετά την αναχώρησιν του Ιησού εις Γαλιλαίαν. Εάν ωδοιπόρει συντόνως ακολουθών την κοινήν οδόν, θα κατέλυε την πρώτην νύκτα εις Σιλώ ή Συχέμ, την δευτέραν εις Εγγανίμ, την τρίτην θα έφθανεν εις Ναζαρέτ, και μη ευρίσκων εκεί την μητέρα Του και τους αδελφούς Του (ήτοι τους οικείους Του (4)), θα ηδύνατο εις μίαν και ημίσειαν ώραν ακόμη, να φθάση εις Κανά εν καιρώ, διά να παρευρεθή εις τον γάμον.
Είναι γνωστόν ότι αι τελεταί αύται, ήρχιζαν περί την αμφιλύκην της εσπέρας, εν Παλαιστίνη, ως και εν Ελλάδι, ωδήγουν δε την νύμφην, και οψιαίτερον ακόμη, την νύκτα, βαθύπεπλον, ανθοστεφή, και λαμπροστόλιστον. Προεπέμπετο με λαμπάδας, με άσματα και με χορούς εις την οικίαν του γαμβρού. Συνωδεύετο υπό νεανίδων της κώμης, και ο νυμφίος ήρχετο εις προϋπάντησίν της μετά των νεαρών φίλων του. Η παράδοσις λέγει, ότι παράνυμφος ήτο ο Ναθαναήλ αλλ' η παρουσία της Παρθένου, επίτηδες μεταβάσης ίσως, φαίνεται να δεικνύη ότι ο γαμβρός ή η νύμφη ήτο εκ των συγγενών των. «Εκλήθη δε και ο Ιησούς και οι μαθηταί Αυτού εις τον γάμον». Η χρήσις του ενικού ίσως σημαίνει ότι οι μαθηταί εκλήθησαν προς χάριν του, όχι Αυτός προς χάριν εκείνων. Το ότι η Παρθένος έλαβε προφανώς εξάρχουσαν θέσιν εις τον γάμον, και προστάττει τους υπηρετούντας με τόνον εξουσίας. («Ό,τι αν λέγη υμίν ποιήσατε») πιθανόν καθιστά ότι ο γάμος ήτο ενός των ανεψιών της, των υιών του Αλφαίου, ή των θυγατέρων του Ιωσήφ, εις τας οποίας η παράδοσις αποδίδει ονόματα Εσθήρ και Θάμερ. Ο δε Ιωσήφ είχεν αποθάνη, ως φαίνεται εκ της άκρας σιωπής των Ευαγγελιστών, οίτινες, μετά την πρώτην επίσκεψιν του δωδεκαετούς Χριστού εις Ιεροσόλυμα, δεν μνημονεύουν πλέον το όνομά του.
Είτε επτά ημέρας διήρκεσεν ο γάμος, όπως παρά τοις ευπόροις είθιστο, είτε τρεις μόνον, όπως ήτο συνηθέστερον, αίφνης ο οίνος έλειψεν. Όστις γνωρίζει πόσον ιερά και πλουσία είναι η φιλοξενία ανά την Ανατολήν, και πόση μεγάλη η φιλοτιμία των αγόντων χαράν ή εορτάς κατ' οίκον, εκείνος μόνον δύναται κατανοήση την λύπην και την στενοχωρίαν εις ην ευρέθησαν τότε οι νεόνυμφοι και οι οικείοι των. Εις την Ανατολήν το έχουν αυτό ως δυστύχημα και όνειδος.
Δυνατόν η αιτία της ελλείψεως ταύτης του οίνου να ήτο η παρουσία του Ιησού και των πέντε συντρόφων του. Η πρόσκλησις έγεινε κυρίως διά τον Ιησούν μόνον, ο δε νεαρός νυμφίος δεν θα ήξευρεν ότι από τεσσάρων ημερών ο Ιησούς είχεν αποκτήσει πέντε μαθητάς και ακολούθους. Είναι πιθανόν ότι δεν είχε γείνη πρόσθετος προμήθεια διά την αύξησιν ταύτην των δαιτυμόνων. Ούτε είναι πιθανόν ότι, από μακράν πορείαν εννενήκοντα μιλίων ελθούσα, η συνοδία του Ιησού συνεμορφώθη με το ιουδαϊκόν έθιμον, και έφερε μεθ' εαυτής τροφάς και ασκούς οίνου.
Τούτων ούτως εχόντων, η μήτηρ του Ιησού θα είχεν ιδιαίτερον λόγον διά να του είπη. «Οίνον ουκ έχουσιν». Η παρατήρησις ήτο βεβαίως εύστοχος και σκόπιμος. Κανείς δεν είξευρεν, ως είξευρεν η Παναγία, ποίος ήτον ο Υιός της· και όμως επί τριάκοντα έτη, καθ' α επερίμενεν εν υπομονή την φανέρωσίν Του, τον έβλεπε να μεγαλόνη καθώς μεγαλόνουν τα άλλα παιδιά· έζη εν πραότητι και ταπεινώσει και χάριτι και αναμαρτήτω σοφία, ως νεόφυτον δένδρον ενώπιον του Θεού, πλην κατά τα άλλα όμοιος με τους άλλους νέους, υπερέχων μόνον κατά το άκρως άσπιλον. Αλλά τώρα ήτο τριακοντούτης, και η φωνή του μεγάλου Προφήτου, εκ της φήμης του οποίου αντήχει το έθνος, τον είχε κηρύξει τον επηγγελμένον Χριστόν. Ηκολουθείτο δημοσία υπό μαθητών, οίτινες τον ανεγνώριζον ως Διδάσκαλον και ως Κύριον. Ιδού υπήρχεν εδώ μία δυσχέρεια να θεραπευθή, μία καλωσύνη να γείνη, μία έλλειψις ν' αναπληρωθή. Δεν ήλθεν ακόμη η ώρα του; Ποίος ημπορεί να είπη τι ηδύνατο να κάμη αν ήθελε, και αν το ήξευρε συμφέρον; Δεν ηδύνατο τάχα να διατάξη στρατιάν φαιδρών αγγέλων, ως εκείνην ήτις εκήρυξε την εν σπηλαίω γέννησίν Του, να έλθωσι και μεταβάλωσι το ταπεινόν τούτο γαμήλιον συμπόσιον εις ουρανίαν σκηνήν;
Ισχυρά ήτο η πίστις της Παρθένου, καθαροί οι σκοποί της, εκτός ίσως της τόσον φυσικής εκείνης επιθυμίας του να ίδη τον υιόν ενώπιόν της τιμώμενον, καθά παρετήρησεν ήδη ο ιερός Χρυσόστομος. Και η ώρα του υιού Της σχεδόν είχεν έλθη, αλλ' ήτο αναγκαίον τώρα και εισάπαξ να δείξη προς αυτήν ότι από τούδε δεν ήτο μόνον Ιησούς ο Υιός της Μαρίας, αλλ' ο Χριστός ο Υιός του Θεού. Και το έδειξε με αποφασιστικόν τρόπον.
«Τι εμοί και σοι, γύναι;» Αι λέξεις φαίνονται τραχείαι και απότομοι, αλλά τούτο οφείλεται εν μέρει εις τους τρόπους μας και εν μέρει εις τας νεωτέρας μας γλώσσας. Το «γύναι» ήτο τόσον αβρόν και ευλαβές εις την Αραμαϊκήν γλώσσαν, εις ην ωμίλει πιθανώς ο Κύριος. Και επί του Σταυρού ακόμη είπε το «Γύναι, ιδού ο υιός σου». Και το «τι εμοί και σοι,» είναι κατά γράμμα μετάφρασις κοινής Αραμαϊκής φράσεως (μαχ λι βελάκ), η οποία λύει μεν το ζήτημα και κόπτει τον λόγον, αλλ' όμως μετέχη αβρότητος και φιλοφροσύνης. Η δε φιλοφροσύνη αύτη θα επετάθη ακόμη διά του τόνου και του βλέμματος του Ιησού, διό και η Παρθένος, χωρίς ποσώς να προσβληθή ή να λυπηθή, εστράφη προς τους διακονούντας και είπεν: — Ό,τι σας λέγη κάμετε.
Εκεί ήσαν υδρίαι λίθιναι έξ κείμεναι, διά την ανάγκην του συνήθους λουτρού και της καθαριότητος των ποδών και των χειρών, όπως είθιστο μετά πάσαν οδοιπορίαν και προ του δείπνου εν τη Παλαιστίνη. Αι υδρίαι αύται εχωρούσαν ανά μετρητάς δύο ή τρείς, τουτέστιν ως δεκαπέντε γαλλόνια. Ο Ιησούς διέταξε τότε τους υπηρέτας·
— «Γεμίσατε τας υδρίας ύδατος». Και τας εγέμισαν ως επάνω. Είτα ο Ιησούς διέταξε ν' αντλήσουν εκ του περιεχομένου και να το φέρουν εις τον αρχιτρίκλινον, ήτοι τον συμποσίαρχον. Ο άνθρωπος, άμα εγεύθη το ύδωρ το οποίον είχε μεταβληθή εις οίνον, τω παντοδυνάμω πνεύματι του Χριστού, και δεν ήξευρε πόθεν τούτο — μόνον οι υπηρέται το ήξευραν, οι οποίοι είχον γεμίσει οι ίδιοι τας υδρίας, και πάλιν οι ίδιοι εκένωσαν εκ των υδριών εις αγγείον μικρότερον — εστράφη προς τον νυμφίον και του λέγει ευθύμως: — Κάθε άνθρωπος βάλλει πρώτον τον καλόν οίνον, και όταν οι καλεσμένοι μεθύσουν, τότε τον χειρότερον· συ όμως εφύλαξες τον καλόν οίνον τελευταίον.
Τούτο ήτο το πρώτον σημείον, ή το πρώτον θαύμα του Ιησού. Πόσον απλούν και πόσον θεσπεσίως γαλήνιον! Η μέθοδος του θαύματος, όπερ είναι πολύ θαυμασιώτερον από τας συνήθεις ιάσεις των αρρώστων, υπερβαίνει την ημετέραν κατάληψιν· και όμως δεν έγεινε με πομπήν ούτε με επίδειξιν. Υπήρξαν εις τας ημέρας ταύτας της απιστίας άνθρωποι οίτινες μωρώς και αλαζονικώς ηξίωσαν ότι ο Υιός του Θεού ώφειλε να κάμη τα θαύματά του ενώπιον σοφών και επιστημόνων, εάν ήθελε να Τον πιστεύσωμεν. Αλλά πρώτον ο Υιός του Θεού δεν έχει ανάγκην να Τον πιστεύσωμεν, κ' έπειτα οι σοφοί και επιστήμονες του κόσμου τούτου δεν είναι ως τίποτε ενώπιόν Του. Η δε πίστις των χριστιανών εις τον Υιόν του Θεού θα ήτο ακόμη ακλόνητος, και αν δεν είχεν ευδοκήσει να κάμη θαύματα, καθώς δεν έκαμεν ο Ιωάννης. Τα θαύματα του Χριστού υπήρξαν θαύματα απευθυνόμενα ουχί εις ψυχράν και λεπτολόγον περιεργίαν, αλλ' εις στέργουσαν και ταπεινήν πίστιν. Υπήρξαν τα σημεία της θείας αποστολής Του· αλλά το κυριώτερον τέρμα των ήτο η ανακούφισις των ανθρωπίνων κακοπαθειών, η ανάδειξις ιεράς τινος αληθείας, ή, ως εις την παρούσαν περίστασιν, η αύξησις της θεμιτής και αθώας χαράς. Έν αφανές χωρίον, πτωχικός γάμος, οικία πενιχρά, ταπεινών αγροτών ομήγυρις, παρέστησαν εις έν των μεγίστων δειγμάτων της θείας παντοδυναμίας.
Το θαύμα είνε θαύμα, και παραδεχόμενοι αυτό, αναγκαίως παραδεχόμεθα υπερφυές τι. Τι το όφελος, και πώς το θαύμα γίνεται καταληπτότερον, αν υποθέσωμεν μετά του Ολσχάουζεν ότι το γενόμενον ήτο επιτάχυνσις των ενεργειών της φύσεως; ή μετά του Νεάνδρου, ότι αι δυνάμεις του ύδατος εμαγνητίσθησαν προς τας του οίνου; οι μετά του Λάγγε, ότι αι δαιτυμόνες ήσαν εις κατάστασιν υπερφυσικής εξάρσεως; ή μετά του Μπάουρ, του Κάιμ και άλλων ότι το θαύμα ήτο κάπως μόνον παραπλήσιον, όχι πραγματικόν; Όσοι ευρίσκουν λυσιτελές να εκφέρουν τοιαύτας υποθέσεις, ας το κάμνουν· εις ημάς φαίνονται δυσμήχανοι και ανωφελείς. Ωφέλει τις να πιστεύη ή ν' απιστή· άλλον μέσον όρον δεν βλέπομεν. Η λέξις Φύσις ποίαν έννοιαν έχει, αν δεν εμπερικλείη την ιδέαν του δημιουργού της; Εάν απλώς αναγνωρίσωμεν το γεγονός, το οποίον μας διδάσκει η επιστήμη, ότι η απλουστάτη και στοιχειωδεστάτη ενέργεια των νόμων της φύσεως είνε ασυγκρίτως υπερτέρα της κατανοήσεως και της υψίστης νοημοσύνης μας· εάν μόνον πιστεύσωμεν ότι η πρόνοια του Θεού δεν είνε αφηρημένη ιδέα, αλλά ζώσα και φιλόστοργος μέριμνα υπέρ της ζωής του ανθρώπου· τέλος, εάν εισάπαξ πιστεύσωμεν ότι ο Χριστός ήτο ο μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού, ο ελθών ίνα αποκαλύψη και φανερώση τον Πατέρα Του εις την ανθρωπότητα, τότε τίποτε δεν υπάρχει εις τα θαύματα τα ιστορούμενα εν τοις Ευαγγελείοις το οποίον να προσβάλη την πίστιν μας. Οφείλομεν να θεωρούμεν τα θαύματα του Χριστού ως πηγάζοντα απ' αυτήν την ύπαρξιν και την αποστολήν Του, φυσικώς και αφεύκτως, όπως αι ακτίνες από τον ήλιον. Ήσαν όχι απλώς τέρατα, ή δυνάμεις, ή σημεία, αλλ' ήσαν έ ρ γ α, κατά την λέξιν του Ευαγγελιστού Ιωάννου, τα συνήθη και άφευκτα έργα Εκείνου του οποίου αύτη η ύπαρξις ήτο το υψηλότατον πάντων των θαυμάτων. Ήτο αναμάρτητος, και τούτο ήτο θαύμα μέγιστον, περισσότερον ή όσον η πλάσις του κόσμου. Είπέ τις των φιλοσόφων ότι δύο πράγματα τον εξέπληττον· οι έναστροι ουρανοί και ο ηθικός νόμος ο εν αυτοίς· αλλ' εις ταύτα προσετέθη τρίτη πραγματικότης η πλήρωσις του ηθικού νόμου η εν τω Ιησού Χριστώ. Ήλθε Θεός επί της γης, και ως Θεός έπραξεν.
Υπάρχουσι δε δύο χαρακτήρες του πρώτου τούτου θαύματος αξιοσημείωτοι.
Ο είς τούτων είνε το ανθρωπιστικόν και το κοινωνικόν του θαύματος. Η αποστολή Του είνε χαράς και ειρήνης αποστολή. Δεν επιβάλλει την άσκησιν και σκληραγωγίαν, αν και την δέχεται εν μετανοία και συντριβή προσφερομένην, αλλ' επιτρέπει την αθώαν χαράν· δεν επιτάσσει την αναγκαστικήν αγαμίαν και αγνείαν, αν και την αναγνωρίζει εις όσους δέδοται, αλλ' εγκρίνει τον ιερόν δεσμόν του γάμου. Διά την ιδίαν πείναν του δεν ήθελε να μεταβάλη τους λίθους εις άρτους, και προς χάριν των άλλων μεταβάλλει το ύδωρ εις οίνον. Το πρώτον θαύμα του Μωυσέως υπήρξε το να μεταβάλη τον ποταμόν ανόμου έθνους εις αίμα. Το πρώτον του Ιησού το να γεμίση τας υδρίας ακάκου οικογενείας με οίνον.
Ο έτερος χαρακτήρ είνε το συμβολικόν του θαύματος. Καθώς όλα σχεδόν τα θαύματα του Χριστού, μετέχει ελέους, εμβλήματος, και προφητείας. Ο κόσμος αποδίδει πρώτον ό,τι καλόν έχει και είτα όλην την υποστάθμην και την πικρίαν. Αλλ' ο Χριστός ήλθε να μετατρέψη όλα τα χθαμαλώτερα εις τα πλουσιώτερα και γλυκύτερα, τα βάρη του Μωσαϊκού νόμου εις τον τέλειον νόμον της ελευθερίας, το βάπτισμα του Ιωάννου εις βάπτισμα εν Αγ. Πνεύματι και πυρί, την λύπην και την μόνωσιν εις συμβίωσιν αρμονικήν, την θλίψιν και τον στεναγμόν εις ελπίδα και ευλογίαν, και το ύδωρ εις οίνον. Και ούτω η κατά Θεόν πολιτεία την οποίαν ο Χριστός εκόσμησε κ' εκάλλυνε διά της Παρουσίας Του και του πρώτου θαύματός Του εν Κανά της Γαλιλαίας προεικονίζει την μυστικήν ένωσιν του Χριστού και της Εκκλησίας Του· και το κοινόν στοιχείον το οποίον θαυμασίως μετέβαλεν εις οίνον αποβαίνει τόπος της ζωής μας μεταμορφωμένης κ' εξευγενιζομένης διά των προσδοκιών της ουρανίου ευφροσύνης· τύπος του οίνου τον οποίον Εκείνος θα πίη καινόν μεθ' ημών εν τη βασιλεία του Πατρός.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'. Σκηνογραφία της Γαλιλαίας
Η κοιλάς του Ιορδάνου και η Τιβεριάς Θάλασσα. — Καλλονή της Γεννησαρέτ. — Η τοπογραφία. — Η σημερινή ερήμωσις και η αρχαία Πολυανθρωπία. — Η προφητεία του Ησαΐου. — Η διδασκαλία του Χριστού. — Τοποθεσία της Καπερναούμ.
Το πρώτον θαύμα του Χριστού εν Κανά ήτο σημείον ότι ήλθεν, όχι διά να καλέση τους μαθητάς Του έξω του κόσμου και των συνήθων καθηκόντων Του, αλλά διά να κάμη τους ανθρώπους ευτυχεστέρους, ευγενεστέρους, αγαθωτέρους εν τω κόσμω. Και υπήρχέ τι το σημαντικόν εις τον τόπον τον οποίον εξέλεξεν ως την σκηνήν της πρώτης διδασκαλίας του. Ο Ιωάννης είχε κηρύξει εις τας ερήμους τας παρά την Νεκράν θάλασσαν. Η φωνή του αντήχησεν εις τους κρημνούς και τας φάραγγας. Η πόλις η πλησιεστέρα είχε κτισθή εναντίον αρχαίας αράς υπαρχούσης, και ο δρόμος εις αυτήν έφερε διά της «Οδού αίματος.» Όλα γύρω του απέπνεαν πνοήν ερημίας και πένθους, και ανεκάλουν φοβεράς αναμνήσεις ανόμου και θεηλάτου φυλής. Παρά τα ύδατα εκείνα τα μολύβδινα και υπό τον ουρανόν τον χαλκούν είχε κηρύξει το βάπτισμα της μετανοίας. Αλλ' ο Χριστός, εν μέσω της φαιδράς συνοδίας της Μητρός Του και των συγγενών Του και των Μαθητών Του, εξέλεξεν ως πρώτον κέντρον της διδασκαλίας Του μίαν λαμπράν και πολυάσχολον πόλιν, της οποίας αι μαρμάριναι οικοδομαί κατωπτρίζοντο εις διαυγή θάλασσαν.
Η μικρά αύτη πόλις ήτο η Καπερναούμ. Ηγείρετο υπό τας ομαλάς κατωφερείας των λόφων των πυρικυκλούντων επίγειον παράδεισον. Εις κανέν άλλο μέρος εν Παλαιστίνη δεν υπήρχον δένδρα και κήποι οίοι εν τη χώρα της Γεννησαρέτ. Αυτό το όνομά της σημαίνει «κήπος αφθονίας», και τα αναρίθμητα άνθη ανθούσιν επί τινος κοιλάδος ήτις είνε «ομοία την όψιν με σμάραγδον». Ηθέλησε βεβαίως ο Χριστός ίνα η διδασκαλία του, η ανοίγουσα τους ορίζοντας της αγαθότητος και του ελέους εις τον κόσμον, αρχίση κηρυττομένη εις τόπους τερπνούς.
Ο περιηγητής σήμερον, καθώς εξέρχεται από την κοιλάδα των Περιστερών, και ρίπτει το πρώτον άπληστον βλέμμα εις την Γεννησαρέτ, θα ίδη μικράν λίμνην, ομοιάζουσαν με κινύραν το σχήμα, δεκατριών μιλίων το μήκος, έξ δε το πλάτος. Κατά την απωτέραν ή ανατολικήν όχθην εκτείνεται πρασίνη λωρίς, πέραν της οποίας υψούται εις εννεακοσίους πόδας υπεράνω της επιφανείας της λίμνης, σειρά ερήμων λόφων διατρήτων με χαράδρας, χωρίς δένδρον ή χωρίον ή ίχνος καλλιεργείας, το άσυλον όπου ο Κύριος ημών συχνά επεζήτει την αναψυχήν της μονώσεως μετά του Θεού. Η λίμνη, με τα στίλβοντα κρυσταλλώδη νερά της, κείται εις τον πυθμένα μεγάλης λεκάνης, υπέρ τους πεντακοσίους πόδας κατωτέρω της επιφανείας της Μεσογείου. Εντεύθεν ο πνιγηρός καύσων εκεί. Αι όχθαι είνε τώρα έρημοι. Εξαιρέσει της μικράς και φθινούσης πολίχνης της Τιβεριάδος, και του χωρίου Μετζέλ των αρχαίων Μαγδάλων, δεν υπάρχει κατωκημένον μέρος εις τας πάλαι ανθούσας όχθας της· έν άθλιον και υπόσαθρον πλοιάριον αντικατέστησε τον πάλαι ποτέ στολίσκον. Και τούτο δεικνύει την φυγοπονίαν και αναλγησίαν των σημερινών κατοίκων, διότι τα οψάρια είνε ακόμη άφθονα εις την λίμνην. Αλλ' οι φυσικοί χαρηκτήρες ακόμη μένουσιν. Η λίμνη κείται αμετάβλητος, ως οπάλιον σμαραγδοκόλλητον, αναμέσον των πρασίνων λόφων· τα ύδατα είνε ακόμη τόσον ωραία εν της διαυγεία των, ως ότε ο Πέτρος έρριπτε τα δίκτυα εις αυτά, και ο Ιησούς ενέβλεπεν εις τα κρυστάλλινα βάθη των· το φως του ηλίου περιλούει ακόμη τον τόπον, και ο αήρ ευωδιάζει από φυσικά αρώματα, και η τρυγών μορμυρίζει εις τας κοιλάδας, και ο πελεκάν αλιεύει εις τα ύδατα· και υπάρχουν φοίνικες και πρασινίζοντες κάμποι και ρεύματα και αμαυροί ερειπίων σωροί. Και ό,τι έχασε κατά τον πληθυσμόν και την δραστηριότητα, εκέρδισε κατά την σεμνότητα και το ενδιαφέρον. Και αν παν ίχνος ανθρωπίνης κατοικίας εξέλειπεν εκ των πέριξ της, και αν ο θως και η ύαινα ωρύοντο μόνον επί των ερειπίων των Συναγωγών όπου εδίδαξεν ο Χριστός, ακόμη το γεγονός ότι Εκείνος την εξέλεξεν ως την σκηνήν της ενάρξεως της διδασκαλίας Του θα μεταδίδη έννοιαν ιερότητος και περιπαθείας εις τα ερημικά της ύδατα μέχρι συντελείας των αιώνων.
Πολύ εκπαγλοτέρα και ωραιοτέρα ήτο εις τους χρόνους της Παρουσίας Του η λίμνη και το τοπίον εκείνο. Ο Ιώσηπος, αφού περιγράφει μετά θαυμασμού τας καλλονάς της, συμπεραίνει ότι αι ώραι του ενιαυτού εφαίνοντο να ερίζωσι περί της κατοχής της, και ότι η φύσις την είχε πλάσει ως πρότυπον και ως δείγμα. Οι δε Ταλμουδισταί είχον παροιμίαν — ήτις είνε πολύ αληθεστέρα ή όσον φαντάζονται — ότι «ο Θεός είχε πλάσει επτά θαλλάσας εις την γην της Χαναάν, αλλά μίαν μόνον, την θάλασσαν της Γαλιλαίας, εξέλεξε διά τον εαυτόν του.»
Όχι δε μόνον διά την καλλονήν της, αλλά διά το κεντρικόν της θέσεως και το πολυάνθρωπον, η χώρα ήτο θαυμασίως προσηρμοσμένη διά το υπούργημα εκείνο δι' ου επληρώθη η παλαιά προφητεία του Ησαΐου, ότι η «γη Ζαβουλών και γη Νεφθαλίμ, πέραν του Ιορδάνου, Γαλιλαία των εθνών», έμελλε να ιδή φως μέγα, και «οι κατοικούντες εν χώρα και σκιά θανάτου, φως λάμψει επ' αυτούς». Επειδή ο Χριστός έμελλε να είνε και σωματικώς παρών ακόμη επί της γης «φως εις αποκάλυψιν εθνών,» όσον και «δόξα λαού Ισραήλ». Το μικρότερον χωρίον της Γαλιλαίας τότε, μαρτυρεί, ο Ιώσηπος, είχεν υπέρ τους δεκαπεντασχιλίους κατοίκους. Ήτο δε ο λαός φιλόπονος και εργατικός, κ' εκαλλιέργει παν πλέθρον της ευκάρπου εκείνης γης. Τέσσαρες οδοί ήγον εις τας όχθας της λίμνης. Η μία έφερε διά της κοιλάδος του Ιορδάνου εις την δυτικήν όχθην· η δευτέρα, διασχίζουσα γέφυραν προς μεσημβρίαν της λίμνης, διήρχετο διά της Περαίας, κ' έφθανε μέχρι της Ιεριχούς, η τρίτη απέληγεν εις την παραλίαν της Μεσογείου, και η τετάρτη διήκε διά των ορέων της χώρας Ζαβουλών εις Ναζαρέτ, και είτα διά της πεδιάδος Εσδραελών εις Σαμάρειαν και Ιεροσόλυμα. Κατά τους χρόνους του Χριστού, η Γαλιλαία ήτο κέντρον δραστηριότητος δι' εθνικούς και Ιουδαίους, και περί τα τετρακισχίλια πλοιάρια διέπλεον τας όχθας της λίμνης. Διασχίζων τις την λίμνην, τον ποταμόν, ή τα όρη, έφθανεν εις Σαμάρειαν εις Συρίαν και εις Φοινίκην. Η πόλις Τιβεριάς, την οποίαν Ηρώδης ο Αντίπας έκτισεν ως πρωτεύουσαν της Γαλιλαίας, ονομάσας αυτήν επί τω ονόματι του τότε βασιλεύοντος Τιβερίου Καίσαρος, ηυξήθη και ανεπτύχθη μετά θαυμαστής ταχύτητος, και μετέδωκε το όνομά της εις την λίμνην. Αν και ο Χριστός δεν εισήλθεν ίσως ποτέ εις τας οδούς της (επειδή εκτίσθη επί της τοποθεσίας παλαιών τάφων, απηγορεύετο εις τους Ιουδαίους να εισέρχωνται άνευ αυστηρού καθαρμού), μακρόθεν θα είδε πολλάκις τας επάλξεις της και την Χρυσήν Οικίαν του Αντίπα. Καθ' όλον το μήκος των οχθών της Γεννησαρέτ, Ιουδαίοι και εθνικοί ήσαν αλλοκότως αναμεμιγμένοι, και ο άγριος Άραψ της ερήμου διηγκωνίζετο με τον υπερόπτην Ρωμαίον και με τον πανούργον Έλληνα.
Παρήλθον αι ημέραι της ησύχου μονώσεως εις Ναζαρέτ, και βίος εργασίας, περιπλανήσεως, κηρύγματος, ιάσεων και αγαθοεργίας έμελλε τώρα ν' αρχίση. Ολίγας μόνον ημέρας έμειναν εις Καπερναούμ, αλλ' η διατριβή αύτη έμελλε να είναι το υπόδειγμα δι' όλον το λοιπόν της επιγείου ζωής Του. Θα εκήρυττεν εις την Συναγωγήν, την κτισμένην υπό Ρωμαίου εκατοντάρχου, και τα έργα της αγάπης Του θα εγίνοντο γνωστά εις πάσης φυλής ανθρώπους. Θα εγίνετο γνωστόν εις όλους ότι ο νέος εγερθείς Προφήτης ήτο ανόμοιος με τον μέγαν Πρόδρομόν Του. Ήλθε να διδάξη ότι ο Θεός δεν ήτο ιδέα αφηρημένη, πόρρω αφεστώσα και συγχεομένη εις το κυανούν, αλλ' ήτο ο Πατήρ πάντων, «εν ω ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν», και ότι δεν αρέσκεται εις ολοκαυτώματα και θυσίας, αλλ' εις έλεον και δικαιοσύνην και αγάπην και ταπείνωσιν.
Εν ω δε τοιαύτη ήτο η σημασία της ζωής του Χριστού εις την ερατεινήν εκείνην χώραν, είνε παράδοξον ότι η ακριβής τοποθεσία της Καπερναούμ, «της ιδίας πόλεως», κατά τον Ματθαίον, ήτις υπήρξε μάρτυς τοσούτων θαυμάτων Του, και τοσαύτας ήκουσεν εκ των μεγάλων αποκαλύψεών του, έμεινε μέχρι τούδε αβέβαιος. Δύο χωρία ερίζουσι περί τούτου το Χαν Μινυέ και το Τελ Χουμ, αλλ' εις ποίαν εκ των δύο θέσεων έκειτο η πόλις;
Εις εμέ αι αξιώσεις του Τελ Χουμ φαίνονται ευλογώτεραι. Εκεί σώζονται τα ερείπια αρχαίας Συναγωγής, ενώ εις Χαν Μινυέ δεν σώζεται σχεδόν τίποτε, ειμή ερείπια ερειπίων. Αλλά πού να ήτον η οικία του Πέτρου, ήτις ήτο και οικία του Ιησού; Αλλ' επληρώθη και ενταύθα του Χριστού η προφητεία: «Και συ, Καπερναούμ, η μέχρις ουρανού υψωθήσα, έως άδου καταβιβασθήση· ει αι δυνάμεις αι γενόμεναι εν σοι εγένοντο εν Σοδόμοις, έμενον αν έως της ημέρας ταύτης».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'. Ο Ιησούς το Πάσχα
Εις τα Ιεροσόλυμα. — Οι πωλούντες και οι αγοράζοντες εν τω ναώ. — Η αγανάκτησις του Ιησού. — Διατί δεν ετόλμησαν ν' αντισταθώσι. — «Καταλύσατε τον ναόν τούτον». — Η εκ των λόγων εντύπωσις και το βαθύ της εννοίας των.
Η διατριβή του Ιησού εις Καπερναούμ υπήρξε λίαν βραχεία, και δεν είνε απίθανον ότι απλώς περιέμενε την αναχώρησιν της μεγάλης συνοδίας των προσκυνητών οίτινες ητοιμάζοντο ν' απέλθωσιν εις Ιεροσόλυμα διά την εορτήν.
Οι τρεις ευαγγελισταί σιωπώσι περί πάσης επισκέψεως του Χριστού διά το Πάσχα από του δωδεκάτου έτους της ηλικίας μέχρι του Πάθους Του· και μόνον ο Ιωάννης μνημονεύει το πρώτον τούτο Πάσχα από της ενάρξεως του κηρύγματος του Χριστού. Το κυριώτερον συμβεβηκός το χαρατηρίσαν την επίσκεψιν ταύτην ήτο η έξωσις από του ναού των πωλούντων και των αγοραζόντων και των κολλυβιστών και αργυραμοιβών. Αλλ' η πλεονεξία και το φιλοχρήματον των Ιουδαίων ήτο τόσον επίμονον κακόν, ώστε ο Χριστός ηναγκάσθη να επαναλάβη και εκ δευτέρου την πράξιν, και τούτο τέσσαρας ημέρας προ του Πάθους Του.
Γνωρίζομεν πόσον πλήθος συνέρρεεν εις την αγίαν πόλιν κατά την ενιαύσιον μεγάλην εορτήν. Και σήμερον ο περιηγητής όστις επισκέπτεται την Ιερουσαλήμ εν καιρώ του Πάσχα δεν δύναται να φθάση εις τας πύλας του ναού του Αγίου Τάφου χωρίς να διέλθη εν μέσω πλήθους πραγματευτών πωλούντων μικρούς σταυρούς, κομβολόγια και πλείστα άλλα πράγματα, οίτινες πληρούσιν όλον τον πέριξ χώρον. Αλλά τότε οι Ιουδαίοι πραγματευταί δεν επώλουν μόνον μικρά αντικείμενα, αλλά βους και πρόβατα και περιστεράς. Οι αργυραμοιβοί ήσαν σχεδόν αναγκαίοι εκεί. Διότι είκοσιν ημέρας προ του Πάσχα οι ιερείς ήρχιζον να εισπράττουν τον παλαιόν ιερόν φόρον του ημίσεως σεκέλ, τον οποίον ώφειλε να πληρώνη πας Ισραηλίτης πτωχός ή πλούσιος, δεν ήτο δε νόμιμον να πληρώνεται ο φόρος ούτος εις έν των διαφόρων νομισμάτων των συρρεόντων εθνικών, αλλ' έπρεπε να πληρώνεται εις αργυρούν εγχώριον νόμισμα. Όθεν οι κολλυβισταί εύρισκον μέγα συμφέρον εις την ανταλλαγήν ταύτην.
Αι στοαί και τα πρόθυρα του Ναού είχον γεμίσει από τους κολλυβιστάς τούτους με τας τραπέζας των, από τους πραγματευτάς και ζωεμπόρους. Και ήτο εκεί η είσοδος εις τον ναόν του Υψίστου. Ο ναός όστις έπρεπε να είνε οίκος προσευχής δι' όλα τα έθνη, εβεβηλώθη και εξέπεσεν εις τόπον ένθα ο μυκηθμός των βοών, η βρηχή των προβάτων, και η βαβέλ των πολλών γλωσσών και ο κωδωνισμός των νομισμάτων και ο κλιγμός των πλαστιγγών και ζυγαριών (των όχι πάντοτε δικαίων ίσως) πρέπει να ηκούοντο εις τας γείτονας αυλάς, διαταράσσοντα το άσμα των Λευιτών και τας προσευχάς των ιερέων!
Εμπλησθείς δικαίως περιφρονήσεως προς την ασέβειαν ταύτην, φλέγων εξ ακαθέκτου και αγίας αγανακτήσεως, ο Ιησούς, εισερχόμενος εις τον ναόν, κατεσκεύασε μαστίγιον από τα βρύα τα κείμενα επί του εδάφους· και καταρχάς απεδίωξε τα πρόβατα και τους βους, καθώς και τους οδηγούντας αυτά. Είτα ελθών προς τας τραπέζας των αργυραμοιβών τας ανέτρεψε μεθ' όλων των σωρών των νομισμάτων, αφήσας τους κτήτορας να κύπτωσι και ν' αναζητώσι τα χρήματά των. Αλλά και εις εκείνους οίτινες είχον τους κλωβούς των περιστερών είπε: Πάρετε τα από δω! δικαιολογήσας την πράξιν του μόνον διά των λέξεων: «Μη ποιήτε τον οίκον του Πατρός μου οίκον εμπορίου.» Και οι μαθηταί του ιδόντες τον ένθεον τούτον θυμόν, ανεμνήσθημεν τότε του στίχου του Δαυΐδ του Προφήτου και βασιλέως, «Ο ζήλος του οίκου σου κατέφαγέ με».
Διατί όλον αυτό το πλήθος δεν αντεστάθη; Διατί οι πλεονέκται εκείνοι και άρπαγες ηρκέσθησαν εις πεπνιγμένους μορμυρισμούς και ταπεινοφώνους αράς; Διατί, θα ερωτήσωμεν, ο Σαούλ υπέφερε να τον αψηφήση ο Σαμουήλ κατέμπροσθεν του ιδίου στρατού του; Διατί ο Δαυΐδ υπήκουσεν εντελώς εις τας προσταγάς του Ιωάβ; Διατί ο Αχαάβ δεν ετόλμησε να συλλάβη και τιμωρήση Ηλιού;
&Διότι η αμαρτία είνε αδυναμία&· διότι δεν υπάρχει εις τον κόσμον τίποτε ευτελέστερον ενόχου συνειδήσεως, τίποτε τόσον ακαταμάχητον όσον το ανερχόμενον κύμα θεοειδούς αγανακτήσεως κατά παντός του χαμερπούς και του πονηρού. Πώς ηδύναντο οι βέβηλοι εκείνοι και ρυπαροί πλεονέκται, συνειδότες ότι κακώς εποίουν, ν' αντισταθώσιν εις τας αστραπάς των οφθαλμών εκείνων των ανημμένων εν θεία οργή; Η κακία ουδ' επί στιγμήν δύναται να σταθή προ του υψωμένου βραχίονος της αρετής. Όσον ευτελείς και διεφθαρμένοι αν ήσαν οι χρηματολάτραι ούτοι Ιουδαίοι, ησθάνοντο εις τα βάθη της ψυχής των ότι ο Υιός του Ανθρώπου είχε δίκαιον.
Ακόμη και οι ιερείς, οι Φαρισαίοι και οι Λευίται και οι γραμματείς, όσον και αν κατεβιβρώσκοντο υπό της τυπολατρείας και της επάρσεως, δεν ηδύναντο να καταδικάσουν μίαν πράξιν, ήτις θα ηδύνατο να εκτελεσθή υπό τινος Νεεμία ή Ιούδα του Μακκαβαίου, και ήτο σύμφωνος προς τας αρίστας παραδόσεις των. Αλλ' όταν έμαθον την πράξιν ταύτην, ή είδον αυτήν, και έλαβον καιρόν να συνέλθωσιν από τον θαυμασμόν και την έκπληξίν των, ήλθον προς τον Ιησούν, και μη τολμώντες να καταδικάσωσιν ό,τι έπραξε εν συγκεκαλυμμένη αγανακτήσει, του εζήτησαν σημείον ότι είχε δικαίωμα να πράττη ούτω.
Η απάντησις του Κυρίου, ακατάληπτος εις αυτούς, τους αφήκεν εμβροντήτους εν θυμώ και καταπλήξει. «Καταλύσατε, είπε, τον Ναόν τούτον, και εν τρισίν ημέραις εγερώ αυτόν».
Καταλύσατε τον Ναόν τούτον! «τον ναόν διά τον οποίον βασιλεύς υπερέχων εν πλούτω και μεγαλοπρεπεία, οίος ο βασιλεύς Σολομών, εδαπάνησεν όλους τους θησαυρούς του, και ούτω μόνον κατέστησεν ανεκτήν εις τους Ιουδαίους την αφόρητον τυραννίαν του· τον Ναόν διά την οικοδόμησιν του οποίου χίλιαι άμαξαι εχρειάσθησαν και δεκακισχίλιοι εμισθώθησαν τεχνίται, και χίλιοι ιερείς εν ιερατικαίς στολαίς ειργάσθησαν διά να καταθέσωσι τους λίθους τους οποίους οι τεχνίται είχον πελεκήσει ήδη· τον Ναόν, ενί λόγω, όστις ήτο θαύμα του κόσμου! Ούτος εκτίζετο επί 46 έτη και ακόμα ήτον ατελείωτος· και αυτός ο άγνωστος Γαλιλαίος νεανίας τους εκάλει να τον κατεδαφίσωσι, και Αυτός θα ήτον ικανός τον ανεγείρη εις τρεις ημέρας! Τοιαύτην κατά γράμμα ερμηνείαν έδωκαν, και ουδ' υπώπτευσαν το μυστήριον το υποκρυπτόμενον εις τους λόγους του νεαρού Γαλιλαίου.
Πόσον ανεξάλειπτος έμεινεν έκτοτε η εντύπωσις των λόγων αποδεικνύεται εκ του ότι, τρία έτη ύστερον, την μαρτυρίαν ταύτην μάλιστα επεκαλέσθησαν εναντίον του Ιησού οι κατήγοροί Του, και οι ψευδομάρτυρες, οι διαστρέψαντες τους λόγους του ως εξής: «Δύναμαι καταλύσαι τον Ναόν τούτον» ενώ ο Ιησούς ουδέποτε είπεν ότι Αυτός θα κατέλυε τον Ναόν. Αλλ' η διαστροφή αύτη συνέφερεν εις τους σκοπούς των εχθρών Του, όπως τον παραστήσωσιν εις τους κρατούντας ως στασιαστήν. «Εκείνος δε ελάλει (προσθέτει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης) περί του Ναού του ιδίου σώματος». Και μόνον μετά την ανάστασίν Του εννόησαν οι μαθηταί την σημασίαν των λόγων Του. Και ουδέν παράδοξον τούτο, επειδή ήσαν λόγοι βαθυτάτης εννοίας. Μέχρι τούδε υπήρξε μόνον είς Ναός του αληθούς Θεού, και ούτος χειροποίητος. Από τούδε το Πνεύμα του Θεού κατώκει εν ναώ ουχί χειροποιήτω, αλλ' εν τω ιερώ Σώματι του Υιού του Θεού όστις εγένετο σαρξ. Ούτος εσκήνωσεν εν ημίν. Κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν της Πεντηκοστής, τρία έτη ύστερον, και από τότε εις τους αιώνας το Άγιον Πνεύμα του Θεού έμελλε να προτιμά υπέρ πάντα ναόν την ευθείαν και καθαράν καρδίαν. Πας δε χριστιανός έμελλε να είναι, εις το θνητόν σώμα του, ναός του Αγίου Πνεύματος.
Ουδέν προσβλητικώτερον εις το παχυλόν, εις το φαρισαϊκόν πνεύμα, το προσκολλώμενον εις τα υλικά, ουδέν αντιπαθέστερον της υψηλής ταύτης αληθείας, ότι ο καθηγιασμένος ναός εις τα Ιεροσόλυμα δεν θα ήτο πλέον του λοιπού ο προνομιούχος τόπος εν ώ οι άνθρωποι θα ελάτρευον τον Πατέρα. Και όμως θα ηδύναντο, αν ήθελον, να λάβωσιν ασθενή τινα έννοιαν των υπό του Χριστού λεχθέντων. Πρέπει να εγνώριζον ότι διά της φωνής του Ιωάννου Αυτός είχε κηρυχθή ο Μεσσίας· πρέπει να κατενόησαν τι τους είπεν ύστερον ότι εν τω τόπω τούτω υπήρχέ τις μείζων του Ναού· πρέπει να εμελέτησαν την έκφρασιν ενός των ραββίνων των, την σχετιζομένην με την προφητικήν γλώσσαν του Δανιήλ ότι ο Άγιος των Αγίων ήτο Αυτός ο Μεσσίας.
Υπάρχει δε μία βαρυσήμαντος ένδειξις ότι εισέδυσαν κάπως εις την έννοιαν των λόγων του Ιησού. Κατά την μεγάλην εκείνην ημέραν καθ' ην ο Ιησούς έκειτο νεκρός εν τω λιθίνω τάφω, αυτοί προσήλθον εις τον Πιλάτον και είπον αυτώ: «Κύριε, εμνήσθημεν ότι εκείνος ο πλάνος είπεν έτι ζων, «Μετά τρεις ημέρας εγείρομαι». Λοιπόν δεν υπάρχει που ίχνος ότι ο Ιησούς είπε ποτέ τοιούτους λόγους ευκρινώς προς αυτούς· και αν δεν το ήκουσαν από τον Ιούδαν, ή από την φήμην, τουτέστιν, αν το «εμνήσθημεν» δεν είνε κατάφωρον ψεύδος, δεν ηδύναντο ν' αναφέρωνται εις άλλην περίστασιν ειμή εις αυτήν. Και ότι το ήκουσαν παρά τινος των Αποστόλων ήτο λίαν απίθανον· διότι οι Απόστολοι με τας βραδείας καρδίας των δεν είχον εννοήσει την ρήσιν του Ιησού. Πώς τότε συνέβη οι Φαρισαίοι και ιερείς να εννοώσι καλλίτερον από τους ιδίους μαθητάς Του ό,τι έλεγεν ο Κύριος; Επειδή δεν ήσαν καθώς οι Απόστολοι απονήρευτοι, άδολοι και απλοϊκοί άνθρωποι, και επειδή, με όλην την γνώσιν και την διορατικότητά των, αι καρδίαι των ήσαν ήδη πλήρεις του μίσους και της αποστροφής ήτις απέληξεν εις τον φόνον του Χριστού, και ήτις απέρριψε την ενοχήν του αίματος Του επ' αυτούς και επί τα τέκνα αυτών.
Αλλ' υπήρχεν ακόμη και άλλη έννοια την οποίαν ενείχον αι λέξεις, όχι βεβαίως ολιγώτερον απεχθής εις τας προλήψεις των, αλλ' ουχ' ήττον πλήρης νουθεσίας, και εναργεστέρα εις την αντίληψίν των. Ο Ναός ήτο η καρδία του όλου Μωσαϊκού συστήματος, το στραταρχείον, ούτως ειπείν, της όλης λευιτικής τελετουργίας. Βεβηλούντες τον ναόν εκείνον, και ανεχόμενοι να βεβηλούται ούτος — ανεχόμενοι Εκείνον τον οποίον ήθελον απλώς να θεωρούν ως πτωχόν Γαλιλαίον διδάσκαλον να κατορθοί την αποκάθαρσιν εκείνην του Ναού την οποίαν, είτε εκ νωθρότητος, είτε εξ ιδιοτελείας, ούτε ο Καϊάφας, ούτε ο Άννας, ούτε ο Ιλλήλ ούτε ο Σαμμαΐ, ούτε ο Γαμαλιήλ ούτε ο Ηρώδης είχον ριψοκινδυνεύσει επιχειρήσωσι — δεν κατέστρεφον οιονεί τον Ναόν εκείνον, δεν κατέλυον το σύστημα, δεν εμαρτύρουν δι' αυτών των πράξεών των ότι δι' αυτούς η αληθής σημασία του είχε παρέλθη; Τελειώσατε λοιπόν, θα ηδύνατο να τους είπη, προφητεύων άμα και παρέχων αυτοίς άδειαν, τελειώσατε άνευ αναβολής το έργον τούτο της διαλύσεως· εις τρεις ημέρας εγώ, ως Λυτρωτής εγηγερμένος, θ' ανορθώσω κάτι καλλίτερον και μεγαλείτερον όχι υλικόν Ναόν, αλλά ζώσαν Εκκλησίαν. Τοιαύτην έννοιαν φαίνεται να ενείδεν εις λόγους τούτους ο Άγ. Στέφανος. Τοιαύτην έννοιαν αναπτύσσει εις πολλά χωρία των επιστολών η απαράμιλλος λογική του Παύλου. Αλλ' εις αυτήν την έννοιαν και εις πάσαν άλλην ήσαν κωφοί, και αμβλείς και τυφλοί. Φαίνεται δε ότι απήλθον από του Ιησού σιωπηλοί, αλλά σκυθρωποί, φιλύποπτοι και οργίλοι.
Ποία μεγάλα έργα ετέλεσε τότε ο Ιησούς δεν δυνάμεθα να είπωμεν. Επίστευσάν τινες εις Αυτόν, αλλ' αι καρδίαι των ήσαν ψυχραί και νωθραί και ψευδείς ακόμη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'. Ο Νικόδημος
Χαρακτήρ του Νικοδήμου. — Οι μαθηταί του Ιησού βαπτίζουσι. — Τα παράπονα των μαθητών του Ιωάννου. — Γενναία και θλιβερά απάντησις.
Πάσα αίρεσις ή σύστημα ανθρώπων δυνατόν να συνίσταται κατά το πλείστον από αλαζόνας φανατικούς και ισχυρογνώμονας ψευδευλαβείς, αλλά θα είνε παράδοξον αν δεν ευρίσκωνται μεταξύ αυτών και εξαιρέσεις· παράδοξον αν δεν υπάρχουσι και ευαίσθητοι ή ειλικρινείς άνθρωποι μεταξύ αυτών. Και μεταξύ των αρχόντων, των γραμματέων, Φαρισαίων, και των πλουσίων μελών του Συνεδρίου, ο Χριστός εύρε τους πιστεύοντας και τους ακολουθούντας. Ο πρωιμώτατος και επισημότατος τούτων ήτο ο Νικόδημος, πλούσιος άρχων, Φαρισαίος, και μέλος του Συνεδρίου.
Εντοσούτω φυσική τις δειλία φαίνεται εις παν ό,τι τα Ευαγγέλια λέγουσι περί του Νικοδήμου· δειλία ήτις δεν δύναται να κατανικηθή εξ ολοκλήρου ούτε υπό της ειλικρινούς επιθυμίας να γνωρίση και να φιλιωθή μ' Εκείνον τον οποίον εγνώριζεν ως προφήτην, καί τοι δεν τον ανεγνώρισε παρευθύς ως τον επηγγελμένον Μεσσίαν. Ούτω αι ολίγαι λέξεις τας οποίας παρενέβαλε διά να περιστείλη την άδικον μανίαν των συναδέλφων του ερείδονται προφυλακτικώς επί γενικής αρχής, και δεν ελέγχουσιν ένδειξιν της ιδίας πίστεώς του εις τον Γαλιλαίον, τον οποίον η αίρεσίς του μισεί και καταδιώκει. Και όταν ακόμη η δύναμις της αγάπης του Χριστού, η φανερωθείσα επί του Σταυρού, κατέστησε τολμηρούς τους δειλοτάτους των μαθητών, ο Νικόδημος δεν προέρχεται εις το μέσον με τα λαμπρά δώρα της ιδίας στοργής Του εωσότου το παράδειγμα εδόθη υπό άλλου εφαμίλλου του κατά την κοινωνικήν τάξιν και τον πλούτον.
Ο Νικόδημος ήλθε διά νυκτός προς τον Ιησούν. Επεθύμει να γνωρίση καλλίτερον τον νεαρόν Γαλιλαίον προφήτην ον ανεγνώριζεν ως διδάσκαλον θεόπεμπτον· αλλά δεν ήθελε να εκθέση την ιδίαν αξιοπρέπειάν του επισκεπτόμενος αυτόν δημοσία. Ο δε τρόπος των ερωτήσεών του ήτο μάλλον πλάγιος, και ωμίλει δι' εισηγήσεων και υποδηλώσεων προς τον Ιησούν.
Ο κύριος είδε βαθέως εις την καρδίαν αυτού, και αποφεύγων πάσαν διατύπωσιν και παν προοίμιον, τον εξέπληξε διά της απαντήσεως: «Εάν μη τις αναγεννηθή, ου δύναται ιδείν την βασιλείαν του Θεού». Ο μαθητής μου οφείλει να είναι ιδικός μου ψυχή και καρδία, άλλως δεν είναι μαθητής μου παντάπασιν.
Ο Κύριος δεν ωμίλει περί σαρκικής γεννήσεως, αλλά περί της πνευματικής εκείνης αναγεννήσεως, ήτις οφείλει να είναι γέννησις δι' ύδατος και πνεύματος, τουτέστι κάθαρσις άμα και ανακαίνισις, εξωτερικόν σύμβολον και εσωτερική χάρις, θάνατος τη αμαρτία και νέα γέννησις εις δικαιοσύνην.
Ο Νικόδημος ηδύνατο μόνον ν' απαντήση δι' εκφράσεως δυσπίστου εκπλήξεως. Εθνικός δυνατόν να είχεν ανάγκην νέας γεννήσεως διά να γείνη δεκτός εις την Ιουδαϊκήν κοινωνίαν· αλλ' αυτός, τέκνον του Αβραάμ, Ραββίς και ζηλωτής φύλαξ του νόμου, ηδύνατό ποτε να έχη τοιαύτην ανάγκην; Πώς γίνεται;
Συ είσαι ο διδάσκαλος του Ισραήλ ηρώτησεν ο Κύριος, και δεν γνωρίζεις ταύτα; Συ είσαι το τρίτον μέλος του Συνεδρίου, ο σ α κ ά μ, ήτοι ο σοφός, και όμως δεν γνωρίζεις το πρώτον και απλούστερον μάθημα της μυήσεως εις την βασιλείαν των ουρανών; Εάν η γνώσις σου είναι τόσον σαρκική, τόσον περιορισμένη, εάν ούτω προσκόπτεις επί του ουδού, πώς δύνασαι να εννοήσης τας βαθυτέρας εκείνας αληθείας, τας οποίας Εκείνος μόνον όστις κατήλθεν εξ ουρανού ήλθε να αποκαλύψη;
Ο Σωτήρ εξηκολούθει ν' αποκαλύπτη εις τον διδάσκαλον τούτον του Ισραήλ πράγματα μεγαλείτερα και υψηλοτέρα ακόμη. Και το «υψωθήναι δει τον Υιόν του Ανθρώπου» είναι άμα και κυριολεκτικόν (= σταυρωθήναι) και μεταφορικόν, ήτοι δοξασθήναι. Και πώς ο Θεός εξεδήλωσε την αγάπην Αυτού πέμψας τον Υιόν Αυτού τον Μονογενή, ουχί ίνα κρίνη τον κόσμον, αλλ' ίνα σώση τον κόσμον· και την απολύτρωσιν πάντων διά της πίστεως της εις Αυτόν· και την καταδίκην την μέλλουσαν να πέση επί εκείνους οίτινες οικειοθελώς απορρίπτουσι τας αληθείας τας οποίας ήλθε να διδάξη.
Ταύτα ήσαν τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, και ταύτα πρέπει να εισήλθον βαθέως εις την ψυχήν του προληπτικού Φαρισαίου. Μετά πραότητος δε ήλεγξεν ο Χριστός και τον φόβον όστις έκαμε τον επίσημον τούτον ραββίνον να ζητή την σκέπην της νυκτός προκειμένου περί πραγμάτων τα οποία έπρεπεν εις το φως της ημέρας και δημοσία και αφόβως να κηρυχθώσι.
Ποια άλλα διδάγματα εκηρύχθησαν και πόσα εγένοντο σημεία κατά το πρώτον τούτο Πάσχα, δεν λέγουν οι Ευαγγελισταί. Ευρών πείσμονα και τυφλήν αντίστασιν, ο Κύριος απήλθε μετά των μαθητών Του εις την Ιουδαίαν, ως φαίνεται, παρά τας όχθας του Ιορδάνου, διότι εκεί ο Ιωάννης ο Ευαγγελιστής μας λέγει, ότι οι μαθηταί Του ήρχησαν να βαπτίζωσι. Οι θεολόγοι συνεζήτησαν μετά λεπτολογίας οποίον ήτο το πρώτον τούτο βάπτισμα, το οποίον φαίνεται να υπήρξε προεικόνισμα του μέλλοντος Μυστηρίου, επιτραπέν, όχι διαταχθέν υπό του Χριστού.
Ιωάννης ο Βαπτιστής εξηκολούθει ακόμη το βάπτισμα της μετανοίας. Μεθ' όσα και αν ελογομάχησαν οι θεολογούντες, το βάπτισμα του Ιωάννου, όπως και το των μαθητών του Χριστού, πρέπει να θεωρήται ως σύμβολον μετανοίας και καθαρότητος. Όστις δε φρονεί ότι η μετάνοια είνε «η νεωτέρα αδελφή της αθωότητος», και ότι δι' όλους τους αμαρτήσαντας είνε αύτη ο σκοπός και το έργον της ζωής, δεν θα εκπλαγή ότι το πρώτον κήρυγμα του Ιησού, ως του Ιωάννου, υπήρξε. «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η βασιλεία των ουρανών».
Ο αστήρ του Ιωάννου, όστις έλαμψεν εις το λυκαυγές της Ευαγγελικής αναγεννήσεως, ήρχισε ν' αμαυρούται ήδη. Το πνεύμα του, εν άκρα ταπεινώσει και πραότητι, υπετάγη εις το θέλημα του Θεού. Είχε μεταβή εις Αινών, εγγύς της Σαλήμ, περί της θέσεως της οποίας οι γεωγράφοι δεν συμφωνούσιν. Ολίγοι ακόμη ήρχοντο εις το βάπτισμά του, πολύ δε περισσότεροι συνέρρεον εις το βάπτισμα των μαθητών Χριστού. Η αγεννής ζηλοτυπία, ήτις δεν ηδύνατο να επισκοτίση την φωτισμένην ψυχήν του Βαπτιστού, εύρεν έτοιμον χώρον εις τας καρδίας των οπαδών του. Κάποιος Ιουδαίος φιλόνικος τους είχεν ενοχλήσει δι' έριδος περί καθαρισμού, εκείνοι δε είπον προς τον διδάσκαλόν των:
— «Ραββί, ιδού ος ην μετά σου πέραν του Ιορδάνου, περί ου και εμαρτύρησας, βαπτίζει, και πάντες προς αυτόν, έρχονται».
Η παράλειψις του ονόματος, ο τόνος οργής, όλα εμφαίνουσι την αντιζηλίαν εις την παρατήρησιν ταύτην. Η απάντησις του Ιωάννου υπήρξε γενναία και αξία αυτού. «Εκείνον δει αυξάνειν, εμέ δε ελαττούσθαι». Δεν ήτον αυτός ο Νυμφίος, αλλ' ο φίλος του Νυμφίου. Δεν ήτον το φως, αλλ' ο λύχνος. Ο Ήλιος της Δικαιοσύνης, ο Υιός του Θεού, είχεν ανατείλη ήδη, και μόνον όστις πιστεύση εις Αυτόν θα έχη ζωήν αιώνιον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'. Η Σαμαρείτις
Επάνοδος του Ιησού εις Γαλιλαίαν. — Το φρέαρ του Ιακώβ. — Η συνδιάλεξις μετά της γυναικός. — Ιερουσαλήμ και Γαριζέν. — Αποκάλυψις του Μεσσίου.
Ο φιλόνικος Ιουδαίος όστις τόσον βαθέως συνεκίνησε τους μαθητάς του Ιωάννου δυνατόν να ήτο είς των εξοχόντων Φαρισαίων· και ο Κύριος τάχιστα εγνώρισεν ότι επετήρουν τας κινήσεις του με εχθρικόν όμμα. Η προς τον Ιωάννην έχθρα των εγένετο βαθυτέρα έχθρα προς Αυτόν. Ακούσας δε ο Χριστός ότι ο Ιωάννης συνελήφθη υπό Ηρώδου του Αντίπα και εβλήθη εις την φυλακήν, απήλθεν εκ της Ιουδαίας και ανεχώρησε πάλιν εις την Γαλιλαίαν.
Εκκινήσας λίαν πρωί, εστάθη μετά πολλάς ώρας εις τα εγγύς της πόλεως Συχάρ προς αναψυχήν, όπου ήτο το φρέαρ του Ιακώβ. Ήτο μεσημβρία, και ο Κύριος ημών κεκμηκώς εκάθισε παρά το φρέαρ. Οι μαθηταί Του, ίσως τα δύο ζεύγη των αδελφών (Πέτρος και Ανδρέας, Ιάκωβος και Ιωάννης), και μετ' αυτών ο Φίλιππος και Βαρθολομαίος, είχον απέλθη ν' αγοράσωσι τροφάς εις την πόλιν· και πεινών και διψών, Εκείνος όστις έφερεν όλας τας ασθενείας μας, εκάθισε κουρασμένος, περιμένων αυτούς. Τότε η μοναξία Του διεκόπη διά της εμφανίσεως μιας γυναικός. Τον Μάιον κατά την μεσημβρίαν εν Παλαιστίνη ο καύσων δυνατόν να είνε σφοδρός, αλλά δεν είνε και τόσον υπερβολικός ώστε να εμποδίζη την έξοδον από της οικίας και την σύντομον πορείαν· και η γυνή αύτη, ή κατά τύχην, ή διότι δεν ήτο καλής φήμης, και ήθελε ν' αποφύγη την ώραν καθ' ην αι γυναίκες όλης της πολίχνης θα συνέρρεον εις το φρέαρ, ήρχετο ν' αντλήση ύδωρ.
Ο Κύριος ήτο διψασμένος και κουρασμένος, κατά το ανθρώπινον, και η παρουσία της θα τον ηυχαρίστησε, διότι «άντλημα ουκ είχε, και το φρέαρ ην βαθύ». Η σκηνογραφία της χλοεράς κοιλάδος με τους αστάχυς και τα μεγάλα δένδρα, αι μεγάλαι αναμνήσεις του Ιακώβ και του Ιωσήφ, του οποίου ο τάφος ευρίσκετο εκεί πλησίον, του Ιησού του Ναυή και του Γεδεών, ενέπνεον και παρείχον αφορμήν εις μελέτας. Η γειτνίασις των δύο ορέων, δεξιόθεν και αριστερόθεν, του Γαριζίν και του Γεβάλ, διηγούντο ολόκληρον ιστορίαν. Εις το πρώτον των δύο τούτων ορέων προσεκύνουν οι Σαμαρείται, καθώς οι Ιουδαίοι εις Ιερουσαλήμ, και επί των δύο αι φυλαί του Ισραήλ ανά έξ, απήγγειλαν το πάλαι τας περιφήμους ευλογίας και τας αράς: «Ευλογημένος ει εν πόλει, και ευλογημένος ει εν αγρώ», κτλ.
Ο Κύριος είπε προς την γυναίκα: «Δος μοι ύδωρ πιείν».
Πας όστις εταξείδευσεν εις την Ανατολήν γνωρίζει πόσον πρόθυμος και φιλόφρων είνε η απάντησις. Ο ελεεινός Φελλάχος και ο άξεστος Βεδουίνος φαίνεται αισθανόμενος μεγάλην ευχαρίστησιν να υπακούση εις την εντολήν του παρ' αυτώ μεγάλου προφήτου, και να δώση ύδωρ εις τον διψώντα. Και όμως τόσον θανάσιμος ήτο η έχθρα και αντιζηλία μεταξύ Ιουδαίων και Σαμαρειτών, ώστε η αίτησις έκαμε την γυναίκα να εκπλαγή μόνον. Η ενδυμασία του Ιησού, ως και ο τρόπος καθ' ον επρόφερε την φράσιν «Τενί λιστόθ» (δος μοι να πίω), έδειξαν αυτή ότι Εκείνος ήτο Ιουδαίος, Ιουδαίοι δε και Σαμαρείται «ου συγχρώνται», τουτέστι δεν συγκοινωνούσι προς αλλήλους.
Μετά πραότητος είπεν αυτή ο Κύριος, ότι, εάν είξευρε την δωρεάν του Θεού, και τις ήτον ο λέγων αυτή δ ο ς μ ο ι π ι ε ί ν, αυτή θα του εζητούσε, κ' εκείνος θα της έδιδεν ύδωρ ζων. Εκείνη εκύτταξε το φρέαρ, εκατόν πόδας βαθύ, και άντλημα Αυτός δεν είχε. Πόθεν λοιπόν είχε το ύδωρ το ζων; Μήπως Συ είσαι μεγαλείτερος από τον πατέρα ημών Ιακώβ, όστις έσκαψε το φρέαρ τούτο και έπιεν εξ αυτού;
Ο πατήρ σας Ιακώβ έπιεν εκ του φρέατος τούτου και απέθανε· το ύδωρ, το οποίον θα δώσω Εγώ, όστις πίη, δεν θα διψήση εις τον αιώνα. — Κύριε, δος μοι από το ύδωρ αυτό, διά να μη διψώ, και να μην έρχομαι καθημερινώς εις το φρέαρ.
Ο Κύριος είπεν αυτή: Ύπαγε, φώνησόν σου τον άνδρα. Αυτή ηναγκάσθη τότε ν' απαντήση ότι δεν είχεν άνδρα. Και ο Κύριος, επιβεβαιών την εξομολόγησίν της, έδειξεν ότι γνωρίζει ως καρδιογνώστης το μυστικόν του εκλελυμένου βίου της: «Αληθώς είπας ότι ουκ έχεις άνδρα· πέντε γαρ έσχες, και νυν ον έχεις ουκ έστι σου ανήρ».
Είδε τότε εκείνη ότι Προφήτης ήτο ενώπιόν της, αλλά συγχρόνως έδειξε την κορυφήν του όρους Γαριζέν, και λέγει προς αυτόν: «Οι πατέρες ημών εν τω όρει τούτω προσεκύνησαν, και ημείς λέγετε ότι εν Ιερουσαλήμ εστιν ο τόπος όπου δει προσκυνεί».
Εν συγκρίσει προς την νόθον λατρείαν των Σαμαρειτών ο Ιουδαϊσμός ήτο αγνός και αληθής. Αλλ' όμως παρά τούτο εξέφερε προς αυτήν την ισχυράν και αξιομνημόνευτον πρόρρησιν ότι έρχεται ώρα ότε οι αληθινοί προσκυνηταί, ούτε εν τω όρει τούτω ούτε εν Ιερουσαλήμ, αλλ' εν παντί τόπω προσκυνήσουσι τω Πατρί εν πνεύματι και αληθεία.
Βαθέως τότε συνεκινήθη εκείνη, και είπεν ότι, όταν έλθη, ο Μεσσίας, θα διδάξη πάντα ταύτα· και ο Κύριος είπε τότε την απλήν και φοβεράν αλήθειαν: «Ο λαλών σοι Εγώ ειμι».
Η γέννησίς Του απεκαλύφθη το πρώτον διά νυκτός εις ολίγους ταπεινούς και αφανείς ποιμένας· η πρώτη πλήρης και σαφής υπ' Αυτού αναγγελία του αξιώματός Του ως Μεσσίου εγένετο πλησίον ερημικού φρέατος εν μεσημβρία και προς αφανή εκ Σαμαρείας γυναίκα. Και προς την πτωχήν ταύτην, την αμαρτωλόν και αμαθή ξένην εξηνέχθησαν λόγοι αθανάτου σημασίας, προς τους οποίους όλαι αι μέλλουσαι γενεαί έμελλον να τείνωσι τα ώτα με συνεχομένην πνοήν και γονυκλινείς.
Τις θα επενόει, τις θα εφαντάζετο απλώς πράγματα τόσον ανόμοια με τους λογισμούς των ανθρώπων όπως αυτά;
Κ' εδώ η συνδιάλεξις διεκόπη· διότι οι μαθηταί, και μεταξύ αυτών κ' εκείνος όστις τα διηγείται, επέστρεψαν προς τον διδάσκαλόν των. Μακρόθεν είδον και εσκανδαλίσθησαν. Αυτός ο Ιουδαίος, αυτός ο Ρεββί, να ομιλή με γυναίκα, και μάλιστα Σαμαρείτιδα και αμαρτωλήν! Και όμως δεν ετόλμησαν τίποτε να είπουν ούτε να Τον ερωτήσουν. Το αίσθημα του μεγαλείου Του, η αγάπη και η πίστις ην μόνη η παρουσία Του ενέπνευε, επεσκίαζον πάσαν περιέργειαν.
Εν τω μεταξύ η γυνή έτρεξεν εις την πολίχνην και διηγήθη πάντα όσα ήκουσε. Δεύτε ίδετε καρδιογνώστην. Μήτοι ούτος εστιν ο Χριστός;
Οι Σαμαρείται έτρεξαν έξω της πόλεως, κ' ενώ ούτοι επλησίαζον, οι μαθηταί προέτρεπον τον Κύριον να φάγη, διότι παρήλθεν η μεσημβρία, και είχε κουρασθή πολύ. Αλλ' η πείνα εθεραπεύθη εν τη εξάρσει του κηρύγματός Του. Έχω βρώμα φαγείν, είπεν, ό υμείς ουκ οίδατε. Τάχα δεν ενόησαν ότι από παιδός δεν είχε τραφή με άρτον μόνον; Αι Γραφαί των ήσαν πλήρεις ζωντανών μεταφορών, και όμως δεν ηδύναντο να εξαρθώσιν εις ανωτέραν έννοιαν, και η μόνη ερμηνεία των ήτο ότι κάποιος Του έδωκε να φάγη. Πόσον σκληρόν πρέπει να ήτο δι' Αυτόν το να ευρίσκη συνεχώς μεταξύ των ιδίων εκλεκτών Του τοιαύτην ανικανότητα εις το κατανοείν! Αλλά δεν είχεν ανυπομονησίαν Αυτός ο πράος και ταπεινός τη καρδία. «Εμόν βρώμα, είπεν, ίνα ποιώ το θέλημα του Πέμψαντός Με, και τελειώσω Αυτού το έργον».
Η συνομιλία των ελθόντων τότε Σαμαρειτών τους έπεισε πολύ βαθύτερον ή όσον η διήγησις της γυναικός ότι Αυτός ήτον ο Σωτήρ του Κόσμου. Ευμενώς δεχθείς την αίτησίν των έμεινε παρ' αυτοίς μετά των μαθητών Του επί δύο ημέρας. Η δε διδασκαλία των δύο τούτων ημερών μεγάλως συνετέλεσεν εις την ύστερον επιστροφήν των Σαμαρειτών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ' Ουδείς προφήτης εν τη εαυτού πατρίδι
«Οι ίδιοι αυτόν ου παρέλαβον». — Μία ιουδαϊκή Συναγωγή. — Ο λόγος του Ιησού. — Η μανία των Ναζαρηνών. — Διαφυγή του Ιησού και αναχώρησις από την Ναζαρέτ.
Μέχρι τούδε ηκολουθήσαμεν την χρονολογικήν οδηγίαν του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, εδώ δε διά πρώτην φοράν συναντώμεν το δύσκολον ζήτημα περί της ορθής χρονολογικής τάξεως τον συμβεβηκότων εν τω κηρύγματι του Κυρίου.
Πληθύς συγγραφέων εις όλα τα χριστιανικά έθνη αφιέρωσαν έτη, τινές εξ αυτών όλην την ζωήν των, εις την λύσιν του ζητήματος τούτου, και ακόμη το ζήτημα μένει άλυτον. Το επ' εμοί, θα προσπαθήσω να διηγηθώ τα γεγονότα κατά την τάξιν εκείνην ήτις φαίνεται η πιθανωτέρα.
Η θεία έμπνευσις ήτις ωδήγει τους Ευαγγελιστάς εις την διήγησιν του βίου του Χριστού ήτο οποία ήρχει διά να τους καταστήση ικανούς να είπωσι παν ό,τι αναγκαίον διά την ειρήνην και την ευεξίαν των ψυχών μας, αλλά πόρρω απέχουσα του να ευχαριστήση την περιέργειάν μας ή και το ιστορικόν ενδιαφέρον μας. Ενταύθα δε υπάρχει και άλλη ένδειξις ότι οι λογισμοί μας πρέπει να προσκολλώνται εις το πνευματικόν μάλλον ή το υλικόν· εις τον Χριστόν όστις ζη εις τους αιώνας και είναι μαζύ μας πάντοτε πολλώ μάλλον παρά εις τα εξωτερικά συμβάντα της ανθρωπίνης εκείνης ζωής ήτις, κατά την θείαν βουλήν, υπήρξε το όργανον της απολυτρώσεως του ανθρώπου.
Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέγει ότι, μετά διήμερον διατριβήν αναμέσων των ανοικτοκάρδων Σαμαρειτών της Συχάρ, ο Ιησούς απήλθεν εις την Γαλιλαίαν, διότι Αυτός εμαρτύρησεν ότι προφήτης ου τετίμηται εν τη πατρίδι αυτού. Προσθέτει δε ότι, ότε ήλθεν εις την Γαλιλαίαν, οι Γαλιλαίοι Τον εδέχθησαν, καθό ιδόντες όλα όσα έπραξεν εν Ιερουσαλήμ κατά την εορτήν. Και λέγει, ευθύς ύστερον, ότι ο Ιησούς ήλθε πάλιν εις Κανά της Γαλιλαίας όπου εθεράπευσε τον υιόν του άρχοντος.
Ο σκοπός του Ιωάννου δεν ήτο να ενδιατρίψη επί της διδασκαλίας της εν Γαλιλαία, ήτις ιστορήθη ήδη υπό τον συνοπτικόν, τουτέστι τον τριών άλλων Ευαγγελιστών. Από το Ευαγγέλιον του Λουκά λαμβάνομεν την πληρεστέραν γνώσιν περί της περί πρώτης δημοσίας πράξεως του Κυρίου ημών εις την ιδίαν πατρίδα του.
Φαίνεται ότι ο Ιησούς δεν διηυθύνθη από Συχάρ εις Ναζαρέτ. Καθ' οδόν εδίδασκεν συνεχώς, εν μέσω του γενικού θαυμασμού και της αποδοχής, εις τας Συναγωγάς της Γαλιλαίας. Ούτω έφθασεν εις Ναζαρέτ, και κατά το σύνηθες αυτώ από της παιδικής ηλικίας, εισήλθεν εις την Συναγωγήν εν Σαββάτω.
Υπήρχε μόνον μία Συναγωγή εις την πολίχνην, και πιθανώς ωμοίαζε καθ' όλα, εκτός κατά το πενιχρόν της προσόψεως και της κατασκευής, προς τας Συναγωγάς των οποίων βλέπομεν τα ερείπια εις Τελ Χουμ και Ιρβίδ. Ήτο απλώς ορθογώνιος στοά μετά τινος εκ στύλων προπυλαίου, με το αγιαστήριον βλέπον προς τα Ιεροσόλυμα. Εδώλια υπήρχον από την μίαν πλευράν διά τους άνδρας, από την άλλην, όπισθεν δρυφάκτου, διά τας γυναίκας, αίτινες εκάθηντο εκεί βαθύπεπλοι. Εις έν άκρον υπήρχε το ομοίωμα της κιβωτού, το οποίον περιέκλειε τας Ιεράς Γραφάς· και εις το πλάγιον υπήρχε το αναλόγιον διά τον αναγνώστην ή κήρυκα. Εις τας πρώτας έδρας εκάθηντο οι πρεσβύτεροι, προεξήρχε δε αυτών ο αρχισυνάγωγος, και κατώτεροι τον βαθμόν υπήρχον ο βιβλιοφύλαξ, ο ιεροφύλαξ και οι διάκονοι της Συναγωγής.
Η ακολουθία και η προσευχή η εν τη Συναγωγή ωμοίαζε με την των προτισταντικών εκκλησιών των ημερών μας. Μετά τας προσευχάς, δύο περικοπαί ανεγινώσκοντο πάντοτε, μία από την Πεντάτευχον και μία από τους Προφήτας. Επειδή δε δεν υπήρχον χειροτονημένοι λειτουργοί όπως διεξάγωσι τας ακολουθίας, διότι το αξίωμα των ιερέων και των Λευιτών ήτο όλως διάφορον εν Ιερουσαλήμ, τα αναγνώσματα ταύτα ηδύναντο όχι μόνον να γείνωσιν από πάντα αρμόδιον όστις θα εζήτει άδειαν από τον αρχισυνάγωγον, αλλ' ο αναγινώσκων ηδύνατο και να προσθέση το σχόλιόν του.
Η ανάγνωσις της περικοπής της εκ των βιβλίων του Μωυσέως φαίνεται να είχε τελειώσει όταν ο Ιησούς ανέβη τας βαθμίδας του αναλογίου. Ο βιβλιοφύλαξ τότε ενεχείρησεν Αυτώ τον τόμον ή κύλινδρον, εφ' ου ήτο γεγραμμένη η προφητεία του Ησαΐου, και ο Κύριος ήρχισε ν' αναγινώσκη το γνωστόν κεφάλαιον.
«Πνεύμα Κυρίου επ' εμέ, ου ένεκεν έχρισέ με, ευαγγελίσασθαι πτωχοίς απέσταλκέ με, ιάσασθαι τους συντετριμμένους τη καρδία, κηρύξαι αιχμάλωτοις άφεσιν και τυφλοίς ανάβλεψιν…»
Όλη η Συναγωγή ητένιζεν εις Αυτόν. Ο Χριστός εν πνεύματι τρυφερότητος εσταμάτησε προ της εκφράσεως, «ημέραν ανταποδόσεως του Θεού ημών», και τελευταίας απήγγειλε τας λέξεις, «κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν». Είτα ετύλιξε πάλιν τον κύλινδρον και τον απέδωκεν εις τον βιβλιοφύλακα, και, ως έθιστο μεταξύ των Ιουδαίων, εκάθισε να εκφωνήση την διδαχήν Του.
Η λαμπροτάτη εκείνη περικοπή οπόσον να προσέλαβε μεγαλείον απαγγελομένη εκ στόματος εκείνου δι' ον εγράφη και εν ώ επληρώθη! «Πάντες ήσαν ατενίζοντες Αυτώ», λέγει ο ιερός Λουκάς, και δυνάμεθα να φαντασθώμεν το ρίγος της φοβεράς προσδοκίας και την έξαψιν ήτις διήλθε τας καρδίας των ακροατών, καθώς Εκείνος ανέπτυσσε το θέμα ότι Αυτός ήτον ο Μεσσίας, περί ου ο μέγας προφήτης είχε ψάλη προ 700 ετών. Οι λόγοι Του ήσαν πλήρης χάριτος, εξουσίας, δυνάμεως, ήτις ήτο το πρώτον ακαταμάχητος, και κατέπληττε τους πάντας. Αλλά καθώς επροχώρει, ενόησε την επελθούσαν μεταβολήν. Η γοητεία της σοφίας και της γλυκύτητός Του ερράγη εις τας σκληράς καρδίας των αξέστων και βιαίων Ναζαρηνών, όταν ήρχισαν να εννοούν τας θείας αξιώσεις Του. Ήτο σύνηθες παρ' Ιουδαίοις, προσευχόμενοι εν τη Συναγωγή, να δίδωσι πλήρη διέξοδον εις τα αισθήματά των, και τότε ψιθυρισμοί μίσους και βλέμματα ζηλοτυπίας ήρχισαν να ρίπτωνται απειλητικώς προς τον Ιησούν.
«Δεν είνε αυτός ο τέκτων; Δεν είνε ο αδελφός του Ιακώβου και του Ιωσή και του Σίμωνος και του Ιούδα; Δεν είνε αι αδελφαί του μεταξύ μας; Και αυτοί οι ίδιοι δεν τον πιστεύουν!»
Αυτός δεν ήτο κανείς νεαρός και ευπαίδευτος ραββίνος από τας σχολάς του Γαμαλιήλ και του Σαμαΐ, και όμως ωμίλει μετά κύρους και εξουσίας την οποίαν δεν ελάμβαναν οι μεγαλείτεροι γραμματείς! Ο Ιλλήλ ο ίδιος, όταν η διδασκαλία του δεν έπειθε, επεκαλείτο το αρχαιότερον κύρος του Σεμαΐα και του Αβδαλιών. Αλλ' αυτός ο διδάσκαλος δεν επεκαλείτο κανένα· αυτός όστις υπήρξε τέκτων εις το χωρίον των! Τι έργον είχε να διδάσκη; Πώς ημπορούσε να ειξεύρη γράμματα ενώ δεν έμαθεν;
Ο Ιησούς εγνώρισε και άλλο αίσθημα ακόμη εις την καρδίαν των· μίαν ζηλοτυπίαν, διατί να κάμη θαύμα εις Κανά, και θαύματα εις Καπερναούμ, και εις αυτούς, τους συμπολίτας του, τίποτε. Είξευρεν ότι η παροιμία, «Ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν», ήτον εις τας καρδίας των, αν όχι εις τα χείλη των. Αλλά διά να τους δείξη ότι δεν ήτο απλώς Ναζαρηνός, αλλ' ανήκεν εις όλον τον κόσμον, τους υπέμνησεν ότι ο Ηλίας είχε βοηθήσει μόνον την χήραν την εις Σάρεφθα της Σιδωνέας, και ο Ελισαίος εθεράπευσε μόνον τον λεπρόν τον Σύρον.
Τι λοιπόν; Κατά την εκτίμησίν Του δεν ήσαν καλλίτεροι από τους εθνικούς και τους λεπρούς; Τούτο ήτο το μη περαιτέρω, το οποίον δεν ημπορούσαν να υποφέρουν εκ μέρους ενός συμπολίτου των, τον οποίον ήθελον να βάλουν εις την ιδίαν τάξιν με τον εαυτόν τους· και εις τας λέξεις ταύτας η συνεχομένη μανία των εξερράγη. Ο αγορητής δεν διεκόπτετο πλέον διά ψιθυρισμών αποδοκιμασίας, αλλά διά θορύβου και βοής. Με μίαν των εκρήξεων εκείνων της αιματηράς εξάψεως, αίτινες εχαρακτήριζον τον αλλοκότως βίαιον εκείνον και εμπαθή λαόν· λαόν του οποίου τα πνεύματα ελαύνονται υπό τρικυμιών τόσον αιφνιδίων όσον εκείναι αίτινες εν μια στιγμή εξεγείρουσι μετά μανίας την ως κάτοπρον επιφάνειαν της λίμνης των· ηγέρθησαν πάντες εν σώματι, εξέβαλον Αυτόν της πόλεως, και τον είλκυσαν προς την εφρύν του όρους υπεράνω. Κατά την μεσημβρινήν υπώρειαν του όρους κείται τούτου η πολίχνη Ναζαρέτ. Πολλοί όγκοι βράχων και κρημνών υψούνται επί των κλιτύων του, και ίσως η κατωφέρεια να ήτο πλέον κρημνώδης προ δεκαεννέα αιώνων. Εις ένα των βραχωδών τούτων κρημνών Τον είλκυσαν διά να τον ρίψουν κατά κεφαλής κάτω. &Εις τα ίδια ήλθε, και οι ίδιοι Αυτόν ου παρέλαβον&.
Αλλ' η ώρα Του δεν είχεν έλθη ακόμη, κ' εκείνοι εσώθησαν από έν έγκλημα το οποίον θα τους εκάλυπτε με αιωνίαν ατιμίαν. «Διήλθε διά μέσου αυτών και απήλθε». Δεν είναι ανάγκη να υποθέσωμεν ότι έγεινε πραγματικόν θαύμα, ακόμη ολιγώτερον να φαντασθώμεν κρυφίαν και αιφνιδίαν εκφυγήν ανά τους στενούς και ελικοειδείς δρομίσκους της πολίχνης. Ίσως η σιωπή Του, ίσως η ατάραχος ευγένεια του ήθους Του, ίσως το έκλαμπρον και διαυγές του βλέμματός Του, τους ετρόμαξαν. Χωριστά από παν το υπερηφυές, φαίνεται ότι υπήρχεν εν τη παρουσία του Ιησού μυστηριώδης τις γοητεία και μεγαλείον, το οποίον οι σκληρώτεροι και απηνέστεροι εχθροί Του ανεγνώριζον, και ενώπιον του οποίου έκλινον.
Εις τούτο ώφειλε την εκφυγήν του όταν οι εμμανείς Ιουδαίοι εν τω Ναώ έλαβον λίθους ίνα λιθοβολήσωσιν Αυτόν· τούτο έκαμε τους θρασείς και φανατικούς αξιωματικούς του Συνεδρίου ανικάνους να Τον συλλάβωσιν ότε εδίδασκε δημοσία κατά την εορτήν της Σκηνοπηγίας εν Ιερουσαλήμ· τούτο έκαμε την ένοπλον σπείραν των εχθρών Του, εις το βλέμμα Του μόνον, να πέσωσι προ Αυτού μέχρι εδάφους εις τον κήπον του Γεθσημανή. Αιφνιδίως και ησύχως κατετρόμαξε τους διώκτας με το βλέμμα του και απήλθεν αβλαβής. Υπάρχουσι παραδείγματα τοιαύτα εν τη ιστορία.
Και ούτω τους άφησε διά να μην επανέλθη, ως φαίνεται, ποτέ. Άρά γε αίσθημά τι απλώς ανθρωπίνης λύπης να έθλιψε την ψυχήν του ενώ, κατήρχετο την κατωφέρειαν πορευόμενος εις Κανά; Δάκρυ τι ύγρανε τα βλέφαρά Του, καθώς ίστατο, ίσως διά τελευταίαν φοράν, να προσβλέψη εντεύθεν την πλουσίαν πεδιάδα του Εσδραελών, και εις τα πορφυρίζοντα ύψη του Καρμήλου, και εις τας λευκάς άμμους τας πλαισιούσας τα κυανά της Μεσογείου ύδατα; Υπήρχέ τις από τον οποίον ελυπείτο να χωρισθή, εις την πρασίνην κλειστήν κοιλάδα όπου είχε ζήσει και είχεν ανατραφή; Έρριψεν άρα μακρόν τακερόν βλέμμα εις την ταπεινήν οικίαν όπου επί τόσα έτη ως τέκτων ειργάζετο; Ούτε σύντροφος της αθώας παιδικής ηλικίας Του, ούτε φίλος της αναμαρτήτου νεότητός Του, δεν τον συνόδευε με σέβας, με έλεος και με λύπην; Τοιαύται ερωτήσεις είναι βεβαίως φυσικαί, και ανευλαβείς· αλλά μένουν άνευ απαντήσεως. Όσον αφορά τας ανθρωπίνους απλώς συγκινήσεις της καρδίας Του, εκτός εφ' όσον αύται συνδέονται με την αποστολήν Του επί της γης, τα Ευαγγέλια σιωπώσι. Γνωρίζομεν μόνον ότι από τούδε ότι άλλοι φίλοι τον εδεξιούντο έξω της πόλεως των αξέστων Ναζαρηνών, μεταξύ των προσηνών και ευγενών την καρδίαν αλιέων της Βιθσαϊδά· και ότι, από τούδε η οικία Του, εάν είχε πού την κεφαλήν να κλίνη, ήτο εις την μικράν πόλιν Καπερναούμ, πέραν των ηλιοφεγγών υδάτων της λίμνης της Γαλιλαίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'. Διατριβή εν Γαλιλαία
Ο βασιλικός και η πίστις του. — Ο Ιησούς ομιλεί εις Καπερναούμ — Το πρώτον Σάββατόν του εκεί. — Ο δαιμονιζόμενος. — Η πενθερά του Πέτρου. — Ομιλία από του πλοίου. — Κλήσις του Πέτρου, του Ιακώβου και του Ιωάννου. — Ο τελώνης Απόστολος.
Μόλις έφθασεν ο Ιησούς εις Κανά, και αξιωματικός τις εκ της γειτονικής αυλής Ηρώδου του Αντίπα, μαθών την άφιξίν Του, ήλθε και επιμόνως τον παρεκάλει να καταβή εις Καπερναούμ και θεραπεύση τον θνήσκοντα υιόν του. Αν και ο Κύριος ουδέποτε εισήλθεν εις την πόλιν Τιβεριάδα, όμως η φωνή του Ιωάννου είχεν αντηχήσει πολλάκις, προξενούσα ταραχήν μετά σεβασμού, εις την αυλήν του φιληδόνου τετράρχου. Γνωρίζομεν ότι ο Μαναήμ, ο ομογάλακτος του Ηρώδου, εγένετο ύστερον χριστιανός, και γνωρίζομεν ότι μεταξύ των γυναικών των διακονουσών τω Χριστώ ήτο η Ιωάννα, η γυνή του Χουζά, του αρχιοικονόμου του Ηρώδου. Επειδή δε ο αυλικός (βασιλικός) επίστευσεν εις Χριστόν μεθ' όλου του οίκου του συνεπεία του γενομένου θαύματος, εικάζεται μετά τινος πιθανότητος ότι ουδείς άλλος ήτο ή αυτός ο Χουζάς.
Ενδούς εις την περιπαθή επιθυμίαν του πατρός, ο Ιησούς τον απέπεμψε διαβεβαιώσας αυτόν ότι ο υιός του έζη. Η συνάντησις είχε συμβή κατά την εβδόμην ώραν της ημέρας, τουτέστι την περί την πρώτην μετά μεσημβρίαν. Εάν η πόλις Κανά είναι, ως πιστεύω, το σημερινόν Κεφρ Κεννά, θ' απείχε πέντε ώρας από της Καπερναούμ, και ο βασιλικός θα είχε καιρόν να φθάση εις Καπερναούμ την εσπέραν. Αλλ' η καρδία του πατρός κατεπραΰνθη διά της υποσχέσεως του Ιησού, κ' εκοιμήθη την νύκτα εκείνην εις χωρίον τι κατά το μέσον της οδού. Την επιούσαν πρωί οι δούλοι του τον συνήντησαν, και του είπαν ότι την εβδόμην ώραν, καθ' ην είχεν ομιλήσει ο Ιησούς, ο πυρετός αφήκε τον πάσχοντα.
Ήτο αύτη η δευτέρα φορά καθ' ην ο Ιησούς εσημείωσε την εις Γαλιλαίαν άφιξίν Του διά περιφανούς θαύματος. Η θέσις του αυλικού συνετέλεσε να γνωσθή τούτο κατά πλάτος, και συνέτεινεν εις την φαιδράν εκείνην και ενθουσιώδη υποδοχήν της οποίας ετύγχανεν ο Κύριος ημών εν Γαλιλαία κατά πρώτον στάδιον του πανεκλάμπρου κηρύγματός Του.
Εδώ πάλιν απαντώμεν δυσκολίας εις την χρονολογικήν των γεγονότων σειράν. Οι Ευαγγελισταί δεν επιτηδεύουσι μετά λεπτολόγου επιμελείας την χρονολογικήν ακολουθίαν. Αι εικόνες τας οποίας παρέχουσι των κυρίων συμβάντων εν τω βίω του Χριστού είνε απλαί και αρμονικαί, και το ότι αύται παρουσιάζονται κατά ασύμμορφον και φιλολογικώς οιονεί άτεχνον τρόπον είνε όχι μόνον σύμφωνον με την θέσιν τον συγγραφέων, αλλ' είνε πρόσθετος επιβεβαίωσις της πεποιθήσεως ημών, ότι αναγινώσκομεν τας εκθέσεις βίου όστις κατά την μεγαλειότητα και το κάλλος ασυγκρίτως υπερβαίνει πάσαν ικανότητα επινοίας, ή φαντασίας, παρά τοις απλοίς και πιστοίς χρονογράφοις υφ' ων απεμνημονεύθη.
Φαίνεται, κατά τον Ευαγγελιστήν Λουκάν, ότι, αναχωρήσας από Κανά, ο Κύριος απήλθε πάραυτα εις Καπερναούμ, συνοδευόμενος υπό της Μητρός Του και τον δοκούντων αδελφών Του, των υιών του Ιωσήφ, και έκαμε την πόλιν ταύτην κατοικίαν του. Αι νομιζόμεναι αδελφαί Του ήσαν πιθανώς ύπανδροι και δεν απεμακρύνθησαν από την Ναζαρέτ. Αλλ' η φοβερά ύβρις την οποίαν είχε λάβη ο Ιησούς θα ήρκει μόνη να πείση τους οικείους του να καταλίπωσι τον τόπον, και αν ακόμη το μίσος των Ναζαρηνών δεν εξετείνετο και επ' αυτούς. Ίσως η αύξουσα αποξένωσις μεταξύ αυτών και εκείνου να ωφείλετο εν μέρει εις την περίστασιν ταύτην, Πρέπει να ησθάνοντο, και γνωρίζομεν ότι ησθάνοντο, όχι μικράν δυσχέρειαν διότι, ενώ αυτοί Τον ηρνούντο και δεν Τον ανεγνώριζον ως Μεσσίαν, ουχ ήττον υπέφερον μεγάλως εξ αιτίας Του. Βέβαιον είνε ότι, καίτοι, ως φαίνεται, ούτοι κατώκουν εις Καπερναούμ, η οικοία των δεν ήτον οικία Του. Οικίαν, κατά την στενήν έννοιαν της λέξεως, Αυτός δεν είχεν· αλλ' η οικία της οποίας έκαμνε συχνήν χρήσιν φαίνεται να ήτον εκείνη ήτις ανήκεν εις τον κορυφαίον των Αποστόλων Του. Είναι αληθές ότι Σίμων και Ανδρέας λέγονται ως ανήκοντες εις Βηθσαϊδά, αλλά δυνατόν ευκόλως να ενοικιάσουν μίαν οικίαν εις Καπερναούμ, ανήκουσαν εις την πενθεράν του Πέτρου· ή, αφού η Βηθσαϊδά είναι σχεδόν προάστειον ή μέρος της Καπερναούμ, δυνατόν πράγματι να μετώκησαν, χάριν της ευκολίας του διδασκάλου των, από του ενός τόπου εις τον άλλον.
Οι τρεις πρώτοι Ευαγγελισταί μας έδωκαν λεπτομερή έκθεσιν περί του πρώτου Σαββάτου του Κυρίου εις Καπερναούμ, και τούτο έχει δι' ημάς μέγα ενδιαφέρον, επειδή μας δίδει αξιοσημείωτον δείγμα του τρόπου καθ' ον διήρχετο τας ημέρας του κηρύγματός Του. Είναι το άριστον σχόλιον επί της επιτομής εκείνης της ζωής Του, ήτις μας παρουσιάζει ταύτην εν τη λαμπροτέρα πρωτοτυπία της· ότι «περιήρχετο αγαθοποιών». Είναι το κεφάλαιον το οποίον οι ευγενέστατοι των οπαδών Του εύρον δυσκολώτατον να μιμηθώσι· είνε το κεφάλαιον εις ό η ζωή Του τα μάλιστα απολύτως υπερέβαλε το ιδεώδες και των μεγίστων προδρόμων Του. Ο έγκλειστος βίος του ερημίτου, η σκληραγωγία του ασκητού, η έκστασις του ιεροφάντου, όλα ταύτα είναι ευκολώτερα και κοινοτέρα από το ακάματον έργον της μετ' αυτοθυσίας αγάπης.
Η ημέρα ήρχισεν εν τη Συναγωγή, ίσως εν τη οικοδομή την οποίαν οι Ιουδαίοι ώφειλον εις την μεγαλοδωρίαν του προσηλύτου εκατοντάρχου. Εάν η Καπερναούμ ήτο πράγματι το σημερινόν Τελ Χουμ, τότε το ερείπιον το οποίον σώζεται επί τινος προεξοχής απέναντι της λίμνης, δυνατόν να είναι αυτής εκείνης της Συναγωγής. Η Συναγωγή, ήτις δεν είναι μεγάλη, πρέπει να ήτο πλήθουσα εν συρροή λαού· και διά να διδάξη τις ανυπομόνως συνωθούμενον πλήθος, να διδάξη όπως Εκείνος εδίδασκεν, όχι με αμβλείς, νεκρούς, κατά συνθήκην τύπους, αλλά με νοήματα πυρ πνέοντα και με ρήματα φλέγοντα, πρέπει να έχη ανάγκην ου μικράς ζωτικότητος και να δαπανά πολλάς δυνάμεις. Αλλ' αίφνης, ενώ ωμίλει, ενώ το πλήθος των απλοϊκών αλλά πιστών και νοημόνων ακροατών εκρέματο από τα χείλη Του, η σιωπή διεκόπη διά των αγρίων φωνών ενός των οικτρών εκείνων ανθρώπων οίτινες καθολικώς επιστεύοντο ως κατεχόμενοι από πνεύμα ακάθαρτον, και όστις απαρατήρητος εισεχώρησεν εν τω μέσω του πλήθους. Και αυτός ο πτωχός δαιμονιζόμενος, εις τα βάθη της τεταραγμένης φύσεώς του, είχεν αισθανθή την γοητείαν της αγνής εκείνης παρουσίας, της αγίας εκείνης φωνής, της θείας εκείνης και φωτιστικής αποστολής. Αλλ' ηθικώς διεστραμμένος και στρεβλός καθώς ήτο, παρελήρει εναντίον ταύτης, ωσεί διά της φωνής των πονηρών δαιμονίων τα οποία τον κατείχον. Προσηγόρευε τον «Ιησούν τον Ναζωραίον» ως τον Άγιον του Θεού, αλλά με αγωνίαν τρόμου και μίσους απήτει να μείνη ανενόχλητος και να μη καταστραφή.
Τότε επηκολούθησε σκηνή ριγηλής εξάψεως. Στραφείς προς τον παραληρούντα δαιμονιζόμενον, αναγνωρίσας το διπλούν της συνειδήσεως τούτου, ομιλών προς τον διάβολον όστις εφαίνετο εκβιάζων απ' αυτού τας περιτρόμους εκείνας φωνάς, ο Ιησούς είπε: «Φιμώθητι, και έξελθε απ' αυτού». Δεν ηνείχετό ποτε την δαιμονιώδη ταύτην μαρτυρίαν περί της καταγωγής και του αξιώματός Του. Η γαλήνη, η γλυκύτης, η δύναμις της θείας εκφράσεως ήτο ακαταμάχητος. Ο δαιμονισμένος έπεσεν εν φοβερώ παροξυσμώ εις το έδαφος, κραυγάζων και ασπαίρων. Αλλά τάχιστα παρήλθε τούτο. Ηγέρθη υγιής. Το βλέμμα του και η στάσις του έδειξαν ότι απηλλάγη της κακής επηρείας, και ήτο τώρα εις τα λογικά του. Θαύμα τόσον φιλάνθρωπον και τόσον επιβάλλον δεν είχεν ακουσθή ποτε πρότερον, και οι παρεστώτες απήλθον εν θαυμασμώ και κατανύξει μεγάλη.
Εξελθών της Συναγωγής, ο Σωτήρ απήλθεν εις την οικίαν του Σίμωνος Πέτρου. Κ' εδώ πάλιν τον συνήντησεν ισχυρά η επίκλησις της ασθενείας και της ταλαιπωρίας. Ο Σίμων, τον οποίον είχεν ήδη συνδέσει προς Εαυτόν παρά τας όχθας του Ιορδάνου διά της αορίστου κλήσεως εις μέλλουσαν αποστολήν, υποσχεθείς να τον κάμη αλιέα ανθρώπων, και τηρήσας θεοπρεπώς την υπόσχεσιν, ήτο έγγαμος, και η μήτηρ της γυναικός του έκειτο καταβεβλημένη υπό δεινού πυρετού. Μία αίτησις της τεθλημμένης οικογενείας ήρκεσεν. Εστάθη πλησίον της την έλαβεν εκ της χειρός· την ανήγειρεν· επετίμησε τον πυρετόν· η φωνή Του, συγκινήσασα όλην αυτής την ύπαρξιν, εδέσπωσε της δυνάμεως του πυρετού. Επανελθούσα εν ακαρεί εις την υγίειαν, «ηγέρθη και διηκόνει».
Ίσως η αυστηρότης της τηρήσεως του Ιουδαϊκού Σαββάτου παρέσχεν εις τον Κύριον μικράν αναψυχήν. Αλλά μόλις έδυ ο ήλιος, και το άπληστον πλήθος ήρχισε να ζητή την βοήθειάν Του. Ολόκληρος η πόλις συνέρρευσεν εις τα πρόθυρα της ταπεινής οικίας, φέροντες μεθ' εαυτών τους αρρώστους των. Οποία παράδοξος σκηνή! Εκεί ηπλούτο η λίμνη διαυγής αντανακλώσα εις αβρόν ρόδινον χρώμα την τελευταίαν του ηλίου λάμψιν ήτις εχρύσωνε τα δυτικά όρη κ' εδώ, εν μέσω της ειρήνης της φύσεως, εξετίθετο εν δυσειδεί ποικιλία η ασθένεια και η ταλαιπωρία του ανθρώπου, ενώ η ηρεμία της σαββατιαίας αμφιλύκης διεταράσσετο από τας κραυγάς των δαιμονιζομένων, των μαρτυρούντων την παρουσίαν του Υιού του Θεού, αλλά τους οποίους Αυτός δεν ηνείχετο να λέγουν ότι εγνώριζον Αυτόν ότι είναι ο Χριστός.
Αλλ' Αυτός, ο μόνος γαλήνιος και ατάραχος, πραΰνων διά της φωνής Του τον λήρον της μανίας και τας κραυγάς του σεληνιασμού, τρέπων την νόσον εις υγίειαν με το να επιθέτη επί εκάστου δυστυχούς και βασανιζομένου τας καθαράς και αβράς χείρας Του, συνεκινείτο εν τη αγάπη και τρυφερότητί Του, ο νέος Προφήτης της Ναζαρέτ, ο Χριστός, ο Σωτήρ του κόσμου. Ατάραχος και γαλήνιος αληθώς, αλλ' όχι απηλλαγμένος λύπης και οδύνης· Διότι η συμπάθεια ουδέν άλλο, είναι ειμή σύντροφον αίσθημα με τους άλλους· ευαίσθητος συμμετοχή εις την χαράν ή την λύπην. Και ο Ιησούς συνεκινείτο με την αίσθησιν των ταλαιπωριών των. Αι κραυγαί εκείναι εισέδυον εις την καρδίαν Του· αι οιμωγαί και οι στεναγμοί όλης εκείνης της παμμιγούς αθλιότητος επλήρουν όλην την ψυχήν Του ελέου. Η καρδία Του ήμασσε δι' αυτούς· έπασχε μετ' αυτών· οι πόνοι των ήσαν πόνοι Του· όθεν ο Ευαγγελιστής Ματθαίος ανακαλεί εις το μέρος τούτο τας λέξεις του Ησαΐου: «Αυτός έλαβε τας ασθενείας ημών και εβάστασε τας οδύνας ημών».
Η φήμη της θαυμασίας εκείνης ημέρας διέδραμεν όλην την Γαλιλαίαν και την Περαίαν (ή την πέραν του Ιορδάνου χώραν), και εξήλθε μέχρι τον αποτάτων της Συρίας. Αλλά διά τον Σωτήρα Χριστόν η προσφιλεστέρα αναψυχή ήτο η μόνωσις και η σιγή, όπου θα ηδύνατο να είνε μόνος και ανενόχλητος μετά του Ουρανίου Πατρός Του. Νυξ εκάλυπτεν ακόμη την κοιλάδα της Γεννησαρέτ όταν, απαρατήρητος, ο Ιησούς ηγέρθη και εξήλθεν εις έρημον τόπον, κ' εκεί έδωκεν αναψυχήν εις το Πνεύμα Του δι' ησύχου προσευχής. Καίτοι το έργον Του τον υπεχρέου πολλάκις να διέρχηται ημέρας εν μέσω θορυβώδους πλήθους, όμως δεν έστεργε τον θόρυβον, και απέφευγε και την ευγνωμοσύνην τον παρ' Αυτού ευεργετηθέντων. Αλλ' όμως το πλήθος τον εζήτει επιμόνως· ο Σίμων και οι φίλοι του σχεδόν τον εθήρευον εν τη απλήστω επιθυμία του να ίδωσι και ακούσωσιν. Επεθύμουν να τον κρατήσωσι παρ' εαυτοίς διά φιλικής βίας. Ο Λουκάς λέγει «επεζήτουν, κατείχον Αυτόν». Ο Μάρκος, «κατεδίωξαν Αυτόν». Αλλ' Εκείνος ησύχως αντέστη εις τας ενοχλήσεις των. Δεν ήτο ο σκοπός Του να γείνη το κέντρον τεθηπότος όχλου, ή να δαπανή, όλον τον καιρόν Του εις το να ενεργή θαύματα, τα οποία, καίτοι πράξεις ελέους, απέβλεπον κυρίως εις το ν' ανοίξωσι τας καρδίας των προς την θειοτέραν διδασκαλίαν Του. Αι ευεργεσίαι Του δεν έπρεπε να περιορισθώσιν εις Καπερναούμ. Τον Μάγδαλα, η Βηθσαΐδά, η Χοραζίν, όλα ήσαν εκεί πλησίον. Υπάγωμεν, είπεν, εις τας γείτονας κωμοπόλεις διά να κηρύξωμεν την βασιλείαν του Θεού κ' εκεί. Επειδή διά τούτο εστάλην.
Διηύθυνε τα βήματά Του προς την όχθην, και πιθανώς εις το μέρος όπου τα πλοιάρια των πρώτων μαθητών Του ήσαν προσωρμισμένα, παρά την άμμον την λευκήν. Όχι πολύ μακράν όπισθέν Του Τον ηκολούθει μεγάλη συρροή ανθρώπων από όλην την εγγύς χώραν· κ' ενώ εστάθη διά να ομιλήση προς αυτούς, αι δύο δυάδες τον αδελφών αλιέων, ο Σίμων και ο Ανδρέας, ο Ιάκωβος, και Ιωάννης, ησχολούντο εις το έργον δι' ου επορίζοντο τα προς το ζην. Ενώ ο Ιησούς είχεν αποσυρθή προς ανάπαυσιν δι' ολίγας ώρας της νυκτός, ο Σίμων και οι σύντροφοί του ησχολήθησαν εις την αλιείαν, αλλά δεν επέτυχον εις την επιχείρησιν. Οι δύο εξ αυτών μετά Ζεβεδαίου του πατρός των επεδιώρθωνον τα δίκτυά των.
Καθώς ήρχισε να ομιλή ο Ιησούς, το πλήθος — άλλοι εξ αυτών με την επιθυμίαν να μη χάσωσι λέξιν, και άλλοι με τον πόθον να τον προσψαύσωσι, και ούτω να ιαθώσιν από των νόσων αυτών — συνωθείτο περί αυτόν εγγύτερον επί μάλλον, παρεμποδίζον τας κινήσεις Του. Τούτου ένεκα ένευσεν εις τον Σίμωνα να επιβή του πλοίου του και το ωθήση προς την όχθην, όπως εισέλθη Αυτός κ' εκείθεν διδάξη. Καθίσας επί του αυτοσχεδίου τούτου άμβωνος, ασφαλής από της επαφής του πλήθους, τους εδίδαξεν από του πλοιαρίου, καθώς αυτά ελικνίζετο επί των κυμάτων, των φωσφοριζόντων εις τον πρωινόν ήλιον. Και όταν η διδαχή Του ετελείωσε, δεν εσκέφθη περί Εαυτού και του ιδίου Αυτού καμάτου, αλλά περί των πτωχών και ατυχησάντων μαθητών Του. Εγνώριζεν ότι είχον κοπιάσει εις μάτην. Είχε παρατηρήσει ότι, ενώ ωμίλει, ητοιμάζοντο διά νέαν επιχείρησιν και μετά συμπαθείας διέταξε τον Πέτρον να ωθήση το πλοίον εις τα βαθέα, και όλους να ρίψωσι και πάλιν τα δίκτυα. «Επανάγαγε… χαλάσατε τα δίκτυα». Ο Πέτρος ήτο εις διάθεσιν μελαγχολικήν αλλά το πρόσταγμα Εκείνου, τον οποίον βαθύτατα εσέβετο, και του οποίου την δύναμιν είχε γνωρίσει ήδη, ήρκεσε. Και η πίστις του αντημείφθη. Εν μια στιγμή αγέλη ιχθύων έπεσεν εις τα δίκτυα.
Ο Σίμων και ο Ανδρέας ένευσαν εις τον Ζεβεδαίον και τους υιούς του και τους βοηθούς αυτών να έλθωσιν εις το πλοίον των και τους βοηθήσωσι να σώσωσι και την λείαν και τα δίκτυα, τα οποία εσχίζοντο ήδη από το πλήθος των ιχθύων. Και τα δύο πλοιάρια εγέμισαν έως άνω από το φορτίον· και ευθύς ο Πέτρος ανεγνώρισε την δύναμιν του θαύματος. Πάραυτα, με την συνήθη ακράτητον ορμητικότητά του ερρίφθη εις τους πόδας του διδασκάλου του· τάχα διά να Τον ευχαριστήση; διά να Του προσφέρη από τούδε απόλυτον αφοσίωσιν· Όχι! και εδώ έχομεν τεκμήριον φιλαληθείας, το οποίον υπερβαίνει πάσαν ανθρωπίνην δύναμιν φαντασίας και επινοίας· διά να φωνάξη:
«Έξελθε απ' εμού, ότι ανήρ αμαρτωλός ειμι, Κύριε!»
Υπερφυής έλλαμψις απεκάλυψεν εν τω άμα εις αυτόν και την ιδίαν αυτού αμαρτωλόν αναξιότητα, και τις ήτο Εκείνος όστις ίστατο μετ' αυτού εις το πλοίον. Ήτο η πρώτη ορμή του φόβου, ήτις έμελλε να μεταβληθή εις ορμήν λατρείας, και αγάπης. Ο Σίμων δεν ενόει να φύγη απ' αυτού Εκείνος, ενόει μόνον, «Είμαι όλως ανάξιος να ίσταμαι πλησίον Σου, αλλ' όμως ας μείνω». Πολύ δε ανόμοιος υπήρξεν η κραυγή αύτη της περιπαθούς ταπεινώσεως προς τα κτηνώδη ληρήματα των ακαθάρτων πνευμάτων, τα οποία απήτουν από τον Κύριον να τ' αφήση ανενόχλητα, ή προς την πεπωρωμένην ευτέλειαν των ρυπαρών Γαδαρηνών, οίτινες προέκρινον της παρουσίας του Σωτήρος την ασφάλειαν των χοίρων των.
Και τότε ήλθε πραεία η απάντησις: «Μη φοβού· από του νυν ανθρώπους έση ζωγρών». Μη φοβού, από τώρα και εις το εξής θα πιάνης ανθρώπους». Το ρήμα ζωγρείν σημαίνει συλλαμβάνειν τινά ζώντα.
Αν είχε παρατηρήσει τούτο ο κακοδαίμων Ιουλιανός ο Παραβάτης, δεν θα εξέφερε το ανούσιον σκώμμά του, ότι το συλλαμβάνειν ανθρώπους ούτω θα εσήμαινεν το φονεύειν αυτούς. Από τούδε και εις το εξής, ο αμαρτωλός εκείνος ανήρ, εκπλυνόμενος, απολυτρούμενος, και αγιαζόμενος, έμελλε να θηρεύη θήραμα το οποίον, εμπλεκόμενον εις την Ευαγγελικήν σαγήνην, δεν θ' απέθνησκεν, αλλά θα εσώζετο εις ζωήν αιώνιον. Και ο αδελφός του και οι δύο σύντροφοί των, κ' εκείνοι έμελλον να γείνωσιν αλιείς ανθρώπων. Η τελευταία αύτη κλήσις ήρκει δι' αυτούς. Είχον κληθή ήδη υπ' Αυτού παρά τας όχθας του Ιορδάνου· είχον ακούσει την μαρτυρίαν του Βαπτιστού. Αλλά δεν είχον αποφασίσει ακόμη να εγκαταλείπωσι τα πάντα και να ακολουθήσωσιν Αυτώ· δεν είχον εννοήσει ακόμη ότι όσον θα ηκολούθουν Αυτώ, ου μόνον θα ήσαν ασφαλείς υπό την αγίαν σκέπην Του, αλλά θα εύρισκον αιωνίαν ζωήν και δόξαν δι' Αυτού και εν Αυτώ.
Λέγουσιν οι παλαιοί άγιοι Πατέρες ότι ο Πέτρος είνε το σύμβολον της πρακτικής, ο δε Ιωάννης είναι το σύμβολον της θεωρίας, και συμπεραίνουσιν ότι ο πρακτικός βίος πρέπει να προηγήται του βίου του θεωρητικού. Είδομεν ήδη ότι εν αρχή του Κηρύγματός Του ο Κύριος προητοίμασεν έξ των Αποστόλων Του προς κλήσιν διά μέλλον υπούργημα. Τέσσαρες εκ τούτων ειλκύσθησαν κατά την περίστασιν ταύτην ώστε να παραιτήσωσιν όλα και ακολουθήσωσιν Αυτώ. Υπήρξε δε και άλλος εκ των Αποστόλων όστις έλαβεν χωριστήν κλήσιν, ο Άγ. Ματθαίος ο Ευαγγελιστής. Η πρόσκλησίς του συνέβη πιθανώς περί τον χρόνον τούτον. Παρά την Καπερναούμ ευρίσκετο έν κατάστημα τελωνείου.
Η πόλις κειμένη παρά το ζεύγμα των οδών της Τύρου, της Δαμασκού, της Ιερουσαλήμ, ήτο κέντρον εμπορίας και πρόσφορος τόπος προς συλλογήν των φόρων και δασμών. Ήσαν δε οι φόροι εις τους Εβραίους απεχθέστατοι. Και μόνον το ότι ώφειλον να τους πληρώσωσιν ήτο τραύμα εις την φυλοτιμίαν των. Ήσαν οι φόροι ούτοι ο κλοιός της δουλείας των, ήσαν το καθημερινόν σημείον ότι ο Θεός εφαίνετο ότι εγκατέλιπε τον λαόν Αυτού, και ότι αι ελπίδες περί Μεσσίου εξηνεμούντο από ημέρας εις ημέραν. Η πληρωμή των φόρων τούτων εφαίνετο σχεδόν ως αποστασία κατά του Θεού εις το λεπτολογούν πνεύμα του γνησίου Ιουδαίου.
Δεν είναι άρα άπορον αν οι υπάλληλοι ή οι ενοικιασταί οι εισπράττοντες τους φόρους τούτους, οι τελώναι εθεωρούντο μετά μίσους και βδελυγμίας υπό του λαού. Εάν δε οι κυρίως τελώναι, οι ενοικιασταί των φόρων, οίτινες ήσαν συνήθως ξένοι, εμισούντο, πόσω μάλλον οι εντόπιοι, οίτινες εγίνοντο όργανα και υπάλληλοί των εκ της εβραϊκής φυλής, τελώναι και ούτοι καλούμενοι.
Τοιούτος τελώνης ήτον ο Ματθαίος. Εις τους τοιούτους οι ραβίνοι ηρνούντο το δυνατόν της μετανοίας και της καταλαγής, και όταν είς μετανοήσας τελώνης, συνέβη να γείνη και αυτός ραββίς, οι αυστηρότεροι εκ τον συναδέλφων του τον απεστρέφοντο ακόμη. Ουχ ούτως έπραξεν ο Χριστός, ουδ' οι Απόστολοι Αυτού.
Εκείνος όστις ήλθε να ζητήση και σώση το απολωλός, όστις ηδυνήθη να εξαγάγη την Χριστιανικήν αγιότητα εκ μέσου της διαφθοράς των εθνικών, ηδύνατο να πλάση και εκ του εβραίου τελώνου ένα Απόστολον και τον πρώτον Ευαγγελιστήν νέας και ζώσης πίστεως. Η παρ' Αυτού εκλογή των Αποστόλων υπηγορεύθη από πνεύμα πόρρω απέχον παντός υπολογισμού και συνθηματικής φρονήσεως. Απέρριψε τον σεμνόν γραμματέα και εξέλεξε τον μισητόν και απεχθή τελώνην. Ήτο έργον θείας γνώσεως και θείου ελέους, και ο Ματθαίος εδείχθη άξιος τούτου γενόμενος ο πρώτος βιογράφος του Σωτήρος και Κυρίου του. Ο Λευί ο τελώνης μετεμορφώθη εις τον Ματθαίον, το «δώρον του Θεού».
Αναμφιβόλως ο Ματθαίος είχεν ακούσει τινάς εκ των λόγων, είχεν ιδή τινα εκ των θαυμάτων του Χριστού· Η καρδία του συνεκινήθη, και εις τα όμματα Εκείνου όστις ουδένα περιεφρόνει και περί ουδενός απήλπιζεν, ο τελώνης καθώς εκάθητο επί το τελώνιον, εφάνη πρόθυμος εις την πρόσκλησιν. Και μετά συγκινητικής ταπεινώσεως ονομάζει ο ίδιος τον εαυτόν του, εις τον κατάλογον των Αποστόλων, «Ματθαίος ο τελώνης». Μία λέξις ήρκεσε. Το «ακολούθει μοι», το οποίον έδειξεν εις τον Ματθαίον ότι ο Κύριός του τον ηγάπα, και ήτον έτοιμος να τον μεταχειρισθή ως εκλεκτόν όργανον προς διάδοσιν του Ευαγγελίου της βασιλείας του Θεού, ήρκεσε να διαρρήξη και καταβάλη τους πειρασμούς της φιλαργυρίας και τας έξεις του καθημερινού βίου. «Κατέλιπε πάντα, ηγέρθη, και ηκολούθησεν Αυτώ».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'. Οι δώδεκα και η επί του όρους διδασκαλία
— Νυξ προσευχής. — Η εκλογή των Δώδεκα. — Ιάκωβος και Ιωάννης — Ο Πέτρος. — Αντίθεσις προς τον Μωυσήν — Η επί του Όρους διδαχή. — «Ουχ ως οι γραμματείς». — «Ως εξουσίαν έχων» — Ο Χριστός και άλλοι διδάσκαλοι. — Τελειότης. — Κάλλος και απλότης.
Μετά τας ημέρας ταύτας της αγάπης και της αδιαλείπτου εργασίας, ο Ιησούς, ως εσυνήθιζεν, εύρε την ειρήνην εν τη προσευχή. «Εξήλθεν εις το όρος προσεύξασθαι», και διήγαγεν όλην την νύκτα εν προσευχή τω Θεώ. Υπάρχει τι το αμέτρως τρυφερόν και συγκινητικόν εν τη σκέψει των ωρών εκείνης της μοναξίας. Εν άκρα σιγή μη διακοπτομένη υπό των θορύβων του ανθρωπίνου βίου, αλλά μόνον υπό του ωρυγμού των θωών της ερήμου, υπό τους αστέρας ανατολικού ουρανού, να βλέπη τις νοερώς την μορφήν του Ωραίου Κάλλει παρά πάντας βροτούς· γονυπετούς επί του δροσοβρέκτου χόρτου, και ζητούντος ενίσχυσιν και παραμυθίαν εις την ανθρωπίνην ασθένειαν, ην εκουσίως περιεβλήθη, διά της επικοινωνίας προς τον Ουράνιον Πατέρα Του.
Η σκηνή όπου συνέβη και η μονήρης αύτη αγρυπνία και η επί του Όρους διδαχή, υπήρξε, κατά πάσαν πιθανότητα έν ύψωμα το οποίον ονομάζεται σήμερον αραβιστί Κουρν Χαττίν. Είναι ωραίος λόφος κατάλληλος και προς απομόνωσιν και προς συνάντησιν, και είναι το μόνον σχεδόν μέρος το οποίον υπάρχει κατά την δυτικήν πλευράν της λίμνης Γεννησαρέτ. Εκεί εθεάτο την καλλονήν των γραφικών τοπίων και της φύσεως, Εκείνος, όστις εποίησε την φύσιν και τα ωραία τοπία, «ο αναβαλλόμενος φως ως ιμάτιον», και κατεδέχετο να τέρπεται εκ του θεάματος Εκείνος, όστις «είδε πάντα όσα εποίησε, και ιδού καλά λίαν». Κ' εκεί την πρωίαν, ολιγότερον προσέχονται ή ο θείος Διδάσκαλός των εις τας πολλαπλάς καλλονάς της σκηνής, τα πλήθη Τον ηκολούθησαν, μη θέλοντα και προς καιρόν να στερηθώσι της ενθέου παρουσίας Του, άπληστα προς την ακρόασιν των χαριτοβρύτων λόγων του στόματός Του.
Ήτο λυκαυγές της ημέρας, και πριν ή συναχθή το πλήθος εκάλεσεν ο Κύριος ενώπιόν Του τους μαθητάς, τους οποίους βαθμηδόν συνήθροισε περί Αυτόν. Μέχρι τούδε η σχέσις η συνδέουσα τούτους προς το πρόσωπόν Του φαίνεται να υπήρξε χαλαρά και μερική· και είναι αμφίβολον αν κατενόουν ούτοι την πλήρη σημασίαν της. Αλλά τώρα η ώρα είχεν έλθη, και εκ του ευρυτέρου αθροίσματος των εν γένει οπαδών Του έκαμε την οριστικήν εκλογήν των Δώδεκα Αποστόλων Του. Ο αριθμός Των ήτο ασήμαντος εν συγκρίσει προς την πομπώδη ακολουθίαν των εκατοντάδων όσοι ωνόμαζον εαυτούς οπαδούς του Ιλλήλ ή του Γαμαλιήλ και η θέσις των εν τη κοινωνία ταπεινή και αφανής. Ο Σίμων Πέτρος και ο Ανδρέας υιοί του Ιωνά, και ο Ιάκωβος και Ιωάννης υιοί του Ζεβεδαίου, και ο Φίλιππος, ήσαν από την μικράν κώμην Βηθσαϊδά. Εάν ο Ματθαίος είναι ο ίδιος με τον Λευί, ήτο υιός του Αλφαίου, και επoμένως αδελφός του Ιακώβου του Μικρού, και του Ιούδα, αδελφού του Ιακώβου, όστις θεωρείται γενικώς ως ο αυτός με τον Λεββαίον ή Θαδδαίον. Ανήκον κατά πάσαν πιθανότητα εις Κανά της Γαλιλαίας ή εις Καπερναούμ, και αν η Μαρία η του Κλωπά ήτο αδελφή (= εξαδέλφη ή άλλως εξ αγχιστείας συγγενής) της Παρθένου, τότε πρέπει να θεωρήσωμεν τους δύο ή τρεις τούτους αδελφούς ως εξαδέλφους του Κυρίου. Ο Ναθαναήλ ή Βαρθολομαίος ήτο από Κανά της Γαλιλαίας. Ο Θωμάς και Σίμων ο ζηλωτής ήσαν ωσαύτως Γαλιλαίοι, Ιούδας ο Ισκαριώτης ήτο υιός Σίμωνός τινος, αλλ' αν ήτο ο Σίμων ούτος ο αυτός (;) με τον Σίμωνα τον Ζηλωτήν αδύνατον ν' αποφασισθή.
Τα ελληνικά ονόματα του Φιλίππου και του Ανδρέου, ομού με το γεγονός ότι προς τον Φίλιππον οι Έλληνες απηυθύνθησαν όταν ήθελον να ίδωσι τον Κύριον, και η υπ' αυτού ανακοίνωσις της αιτήσεως προς τον Ανδρέαν, δυνατόν να είναι ένδειξις ότι είχον ούτοι σχέσιν προς τους Ελληνιστάς. Περί του Θωμά, του καλουμένου και Διδύμου (όπερ είναι Ελληνιστί το αυτό όνομα), έχομεν πολλάς ενδείξεις, αίτινες δεικνύουσιν ευδιάκριτον χαρακτήρα, αφελή και απλούν, αλλά γενναίον και διάπυρον· πρόθυμον ν' αποθάνη, αλλά βραδύν εις το να πιστεύση. Περί του Ιούδα του Ισκαριώτου θα έχωμεν θλιβεράν αφορμήν να ομιλήσωμεν βραδύτερον· και δι' όλων των Ευαγγελίων συχνά στιγματίζεται διά του απαισίου χαρακτηρισμού, του τόσον τρομερού εν τη απλότητί του, «Ιούδας ο Ισκαριώτης, ο και προδούς Αυτόν».
Ο Ιάκωβος, ο Ιωάννης και ο Πέτρος ήσαν οι των εκλεκτών εκλεκτότεροι μεταξύ των οπαδών και φίλων του Κυρίου. Αυτοί μόνοι εγένοντο δεκτοί πλησίον Του όταν ανέστησε την θυγατέρα του Ιαείρου και κατά την Μεταμόρφωσιν Αυτού και κατά την αγωνίαν Του εν τω κήπω. Περί του Ιακώβου ολίγα γνωρίζομεν, ειμή ότι εις αυτόν έλαχεν η μεγάλη τιμή να γείνη ο πρώτος Μάρτυς εκ της αποστολικής χορείας. Αυτός και ο αδελφός του Ιωάννης, καίτοι αλιείς, φαίνεται ότι υπήρξαν κάπως εύποροι, ο δε Ζεβεδαίος ο πατήρ των είχεν ου μόνον πλοιάριον ιδιόκτητον, αλλά και μισθωτούς συνεργούς· και ο Ιωάννης μνημονεύει εν παρόδω εις το κατ' αυτόν Ευαγγέλιον ότι «ην γνωστός τω αρχιερεί». Εσημειώσαμεν ήδη ότι φαίνεται πιθανόν να διέτριβε το πλείστον εις Ιεροσόλυμα, κ' εκεί εφρόντιζε διά την μετακόμισιν και πώλησιν των ιχθύων από την θάλασσαν της Γαλιλαίας. Ούτω πως εξηγείται η εξ αυτοψίας και αυτηκοΐας γνώσις του περί πολλών συμβάντων του Κυρίου κατά το κήρυγμά Του εν τη Ιουδαία, τα οποία, ολοσχερώς παρελείφθησαν υπό των άλλων Ευαγγελιστών.
Ο Ιωάννης και ο Πέτρος, ο μεν το σύμβολον του θεωρητικού, ο δε του πρακτικού βίου, είνε αναντιρρήτως αι μέγισται και ελκυστικώται μορφαί εν τη αποστολική ταύτη χορεία. Του Ιωάννου ο χαρακτήρ πολλάκις παρενοήθη. Έμπλεως θείας στοργής, θεωρών ευρύτερον ή πώς άλλος των Αποστόλων το πλήρες βάθος και την σημασίαν της νέας του Κυρίου εντολής, πλούσιος εν τε τω Ευαγγελίω και ταις Επιστολαίς αυτού κατά την μελέτην και την θεωρίαν, προσφιλής όπως αείποτε υπήρξεν εις τας καρδίας των αγίων και των μυστών, όμως απήχεν ασυγκρίτως από του μαλακού και ήκιστα ανδρώδους τύπου υφ' όν τινες τον παρέστησαν.
Το όνομα Βοανεργές, ήτοι Υιοί Βροντής, το οποίον έδωκεν ο Κύριος εις αυτόν και τον αδελφόν του Ιάκωβον, η κοινή αίτησίς των περί πρωτοκαθεδρίας εν τη βασιλεία. του Θεού, η εμπαθής απαίτησίς των όπως κατέλθη πυρ εξ ουρανού και καύση το απιστούν χωρίον των Σαμαρειτών, η φλέγουσα ενέργεια του ιδιώματος εν ώ είνε γεγραμμένη η Αποκάλυψις, η ακάθεκτος φρίκη μεθ' ης, κατά την παράδοσιν, ο Ιωάννης έφυγε διά να μη ευρεθή υπό την αυτήν στέγην μετά του αιρετικού Γερίνθου, όλα δεικνύουσιν ότι εν αυτώ υπήρχε πράγματι η φύσις του αετού, όστις υπήρξεν αείποτε διά τους αγιογράφους το σύμβολόν του. Και επειδή ο ζήλος και ο ενθουσιασμός, αν και νεκρά και περιφρονούμενα εις τας ημέρας ταύτας της θρησκευτικής ψυχρότητος, υπήρξαν αείποτε απαραίτητα όργανα προς διάδοσιν της βασιλείας των ουρανών, αναντιρρήτως η ύπαρξις των στοιχείων τούτων εις τον χαρακτήρα Του, από κοινού μετά της στοργής και της αφοσιώσεως, τον κατέστησαν τόσω προσφιλή εις τον Διδάσκαλόν του και τον έκαμαν «τον μαθητήν ον ηγάπα ο Ιησούς». Το αξιοθαύμαστον βάθος της διανοίας του, ο σπάνιος συνδυασμός της θεωρίας και του πάθους, της δυνάμεως και της πραότητος εν τη αυτή ψυχή, η τελεία πίστις ήτις ενέπνευσε την αφοσίωσίν του, και η τελεία αγάπη, ήτις «έξω έβαλε τον φόβον», ταύτα ήσαν τα χαρίσματα και αι αρεταί αίτινες τον έκαμαν άξιον να πέση εις το στήθος του Διδασκάλου του.
Αλλά και ο φίλος του, ο Άγιος Πέτρος, δεν είναι ολιγώτερον περισπούδαστον μελέτημα. Θα λάβωμεν πολλάς αφορμάς να παρατηρήσωμεν τας γενναίας, ορμητικάς κλίσεις του και τας διστακτικάς και δειλάς άμα ορμάς της ανθρωπινοτάτης, αλλ' και λίαν αξιεράστου διαθέσεώς του. Δύσκολον θα ήτο να είπη τις, λέγει ο Αμιτών, αν το πολύ εκ της ζέσεως του επήγαζεν εκ του περισσεύματος της λατρείας, ή της ζωτικότητος. Το έμπλεων της καρδίας του προσέθετε δύναμιν και ταχύτητα εις παν κίνημά του. Έρχονται «κύνες πολλοί, συναγωγή πονηρευομένων», να συλλάβωσι τον διδάσκαλόν του; Η ζέσις του Πέτρου αναλάμπει εις την μάχαιράν του, και εις μίαν στιγμήν ο πορθεύς της Γαλιλαίας μεταμορφούται εις ατρόμητον πολεμιστήν! Φήμη διεδόθη περί εγέρσεως από το καινόν μνημείον του Ιωσήφ; Ο Ιωάννης με το ελαφρόν και γοργόν βήμα αφήνει οπίσω τον παλαιόν φίλον του· «ο άλλος» μαθητής προέδραμε τάχιον του Πέτρου και ήλθε πρώτος εις το μνημείον»· αλλ' η θερμότης του Πέτρου υπερβάλλει την γαλήνιον αγάπην του Ιωάννου, κ' ενώ ο δεύτερος έκυψε μόνον να ίδη, ο άλλος εισείλθεν εις τον κενόν τάφον. Είναι ο αναστάς Κύριος, του οποίου η θεία μορφή διαγράφεται εκεί την πρωΐαν επί της όχθης της λίμνης Γεννησαρέτ; Οι σύντροφοι στρέφουσι την πρώραν εις την ξηράν, αλλ' ο Σίμων Πέτρος ρίπτεται εις την θάλασσαν διά να φθάση πρώτος να πέση εις τους πόδας του Σωτήρος, ως διά ν' απαντήση εκ του προτέρου εις την ερώτησιν του Κυρίου του: «Σίμων Ιωνά αγαπάς με;» Και αύτη η ζέσις είναι η αρίστη ήτις δύναται να φθάση μέχρι θανάτου και Σταυρού χάριν του ποθουμένου. «Όθεν αξίως κατηξίωσαι σταυρωθήναι καθώς ο Δεσπότης σου»· και ήτις δύναται να συγκεντρωθή εις πράξεις ηρωικής αφοσιώσεως και αυτοθυσίας.
Τοιούτοι ήσαν οι κορυφαίοι των Αποστόλων, τους οποίους ο Χριστός συνήσωσε περί εαυτόν ότε εκάθισεν επί της πρασίνης κορυφής του όρους Κουρν Χαττίν. Δυνάμεθα να υποθέσωμεν ότι εις μίαν των δύο κορυφών τούτων διήλθε την νύκτα εν προσευχή, κ' εκεί τον εύρον οι μαθηταί Του περί το λυκαυγές. Αν διά τινος εξωτερικού συμβόλου και ποίου ο Κύριος ετέλεσε την πρώτην ταύτην χειροτονίαν των Αποστόλων δεν γνωρίζομεν· πλην αναμφιβόλως η εκλογή αύτη εθεωρήθη ως τελεία και οριστική. Από τούδε δεν θα επέστρεφον εις το αλιευτικόν πλοιάριον ούτε εις το τελώνιον. Οι μαθηταί ώφειλον να συμμερίζονται τας περιπλανήσεις, τους κόπους του Ευαγγελικού κηρύγματος, το λιτόν της τροφής και το αβέβαιον της κατοικίας, και να υποφέρωσι μετ' Αυτού τον καύσωνα της ημέρας, και να κοιμώνται, ως Εκείνος, υπαίθριοι.
Ενώ δε εγίνετο η εκλογή, μέγα παμμιγές πλήθος είχεν αρχίσει να συναθροίζεται. Όχι μόνον από των πολυανθρώπων οχθών της θαλάσσης της Γαλιλαίας, αλλά και από της Ιουδαίας και των Ιεροσολύμων, ως και από των αποτέρων οχθών της Τύρου και Σιδώνος, είχον συρρεύσει διά να προσψαύσωσι το άτομόν Του και ακούσωσι τους λόγους Του. Από της κορυφής κατέβη εις το οροπέδιον, τον «πεδινόν τόπον», όπως λέγει ο Λουκάς, και κατ' αρχάς ησχολήθη εις τας ανθρωπίνους ανάγκας των απλήστων εκείνων ακροατών του, ιατρεύων τας νόσους, και αποδιώκων τα ακάθαρτα πνεύματα από των ψυχών. Είταν όταν το πλήθος εκάθισεν εν γαληνίω και σοβαρά προσοχή επί των χλοερών κλιτύων του τερπνού εκείνου φυσικού αμφιθεάτρου, «επάρας τους οφθαλμούς Αυτού» (η έκφρασις του Λουκά σημαίνει ίσως ότι τους είχε ταπεινώσει επί τινας στιγμάς εις ενδιάθετον προσευχήν), και «ανοίξας το στόμα Αυτού» (η έκφρασις του Ματθαίου υποδηλοί ίσως το πάνδημον και επίσημον της διδασκαλίας), απήγγειλε κατά πρώτον λόγον προς τους μαθητάς Του, αλλ' εννοών δι' αυτών ν' απευθύνεται προς το πλήθος, την αξιομνημόνευτον διδαχήν ήτις θα είναι εις τους αιώνας γνωστή υπό το όνομα «η επ' Όρους Διδασκαλία».
Και ο αμελέστερος αναγνώστης εκπλήττεται από την αντίθεσιν της μεταξύ της απαγγελίας του λόγου τούτου και της παραδόσεως του Νόμου επί του Σινά. Μας φαίνεται εκείνος, ως ο πύρινος νόμος, του οποίου η παράδοσις περικυκλούται δι' αστραπών και βροντών, και διά της φωνής της σάλπιγγος ηχούσης μακρόν και γεγωνοτέρας επί μάλλον γινομένης. Ούτος μας φαίνεται ως ν' αναβλύζη εν θειοτάτη μουσική εν μέσω της γαλήνης και της ηρεμίας της χαραυγής. Εκείνος κατήλθε φοβερώς εις έκπληκτον συνείδησιν από Αοράτου Παρουσίας· ούτος εξεφράσθη διά γλυκείας ανθρωπίνης φωνής συγκινούσης απαλώς την καρδίαν με ρήματα ειρήνης. Εκείνος εδόθη επί του ερήμου και πληττομένου από τας καταιγίδας όρους, ούτος επί της ανθοσπάρτου χλόης του πρασίνου λόφου του κατερχομένου ηρέμα προς την λίμνην την αργυράν. Εκείνος διέσειε την καρδίαν με φόβον και με ταραχήν, ούτος την κατεπράυνε με ειρήνην και αγάπην. Και όμως αι Νέαι εντολαί του Όρους των Μακαρισμών δεν ήσαν προωρισμέναι να καταλύσωσιν, αλλά μάλλον να συμπληρώσωσι τον Νόμον τον λαληθέντα από του Σινά προς τους αρχαίους. Ο ουρανός και η γη θα παρέλθωσιν, οι δε λόγοι του Χριστού δεν θα παρέλθωσι ποτέ, ουδέ ιώτα έν ή κεραία μία.
Η διδαχή ήρχισεν όχι με προστάγματα και απειλάς, αλλά με την λέξιν «Μακάριοι», και με μίαν οκτάδα μακαρισμών. Οι λαοί επερίμεναν Μεσσίαν όστις να διαρρήξη τον ζυγόν από του τραχήλου των, βασιλεύων με επίγειον λαμπρότητα και πομπήν, με προσκαίρους νίκας και εκδικήσεις. Αλλ' ο Χριστός αποκαλύπτει αυτοίς άλλον Βασιλέα, άλλον όλβον, τον πλούτον της πτωχείας, την βασιλείαν της πραότητος, την υψηλήν μακαριότητα του πένθους και του διωγμού. Και ο νέος ούτος Νόμος θα είνε άμα το φως, το φωτίζον τον κόσμον, το άλας, το ηδύνον την γην. Ο παλαιός Νόμος ήτο προσωρινός, ο νέος διαρκής· εκείνος τύπος και σκιά, ούτος χάρις και αλήθεια. Η εντολή «ου φονεύσεις» επεκτείνεται από τούδε μέχρι των οργίλων λόγων και των αισθημάτων των εχθρικών. Η ουσία της μοιχείας έγκειται εις έν βλέμμα επιθυμίας. Η απαγόρευσις της ψευδορκίας επεκτείνεται εις πάντα μάταιον και περιττόν όρκον. Ο νόμος των αντιποίνων εξετοπίσθη διά νόμου απολύτου αυτοθυσίας. Η προς τον πλησίον αγάπη εφηπλώθη και προς τον εχθρόν μας, Από τούδε οι υιοί της βασιλείας ώφειλον ν' αποβλέπωσιν εις το να είνε τέλειοι, καθώς τέλειος είνε ο Πατήρ των ο εν τοις ουρανοίς.
Η ελεημοσύνη πρέπει να δίδεται όχι μετά θορυβώδους επιδείξεως, αλλ' εν μετριόφρονι μυστικότητι. Αι προσευχαί οφείλουν ν' αναπέμπωνται όχι εν υποκριτική δημοσιότητι, αλλ' εν ιερά μοναξία. Η νηστεία οφείλει να εξασκήται όχι ως σκυθρωπή αρετή, αλλ' ως πρόθυμος αυτοθυσία. Και όλαι αύται αι πράξεις της αφοσιώσεως πρέπει να προσφέρωνται κατ' αναφοράν μόνον προς την αγάπην του Θεού, εν απλότητι μη επιζητούση αμοιβήν επίγειον, αλλά θησαυριζούση θησαυρούς ουρανίους και αφθάρτους. Αι μέριμναι του κόσμου και η τύρβη δεν πρέπει ν' αντιπερισπώσι την προσοχήν των τέκνων του Θεού. Ο Θεός προς ον πάσα αρετή και πάσα λογική θυσία απευθύνεται είναι Πατήρ, κ' Εκείνος όστις τρέφει τα πετεινά του ουρανού, τα μηδέποτε σπείροντα μηδέ θερίζοντα, και ενδύει εν βασιλική λαμπρότητι τα κρένα του αγρού, δεν θα παραλίπη ποτέ να τρέφη και να ενδύη τα τέκνα τα ζητούντα την δικαιοσύνην Του ως πρωτίστην επιθυμίαν.
Ποία δε θα είναι η βάσις της υπηρεσίας ταύτης; Η αυτοεξέτασις της συνειδήσεως εν πραότητι ήτις δεν σπεύδει να καταδικάση, εν αγάπη ήτις δεν είναι πρόθυμος να πιστεύση, εν απλότητι ήτις δεν γνωρίζει τα αμαρτήματα των άλλων· η πίστις ήτις ζητεί την ενίσχυσιν άνωθεν, και γνωρίζει ότι, ορθώς ζητούσα, θα επιτύχη· η αυταπάρνησις ήτις εν τη επιθυμία του να δοξάζη τον Θεόν και να συντελή εις την ευημερίαν των ανθρώπων ανευρίσκει τον μόνον οδηγόν των πράξεών της προς όλον τον κόσμον.
Στενή είναι η πύλη, και τεθλιμμένη η οδός, αλλ' άγει εις την ζωήν. Εκ της ζωής και των πράξεων θα κριθή αν η δικασκαλία είναι αληθής. Άνευ τούτων ούτε ρήματα ορθής δοξασίας θα ωφελήσωσιν, ούτε έργα δυνάμεως.
Τελευτών τους ενουθέτησεν ότι, όστις ακούει τα λόγια ταύτα και ποιεί αυτά ήτο ως συνετός άνθρωπος όστις έκτισεν οικίαν με θεμέλια επί της πέτρας της αρραγούς, ήτις μένει ασάλευτος εν μέσω της βοής των ανέμων και της θυέλλης· αλλ' όστις τα ακούει και δεν τα εκτελεί είναι όμοιος με άφρονα άνθρωπον όστις έκτισεν επί της άμμου, και κατέβη η βροχή, και ήλθαν αι ποταμοί, και οι άνεμοι εφύσησαν και κατέρριψαν την οικίαν· και έπεσε, και μεγάλη ήτο η πτώσις της.