ΚΕΦΑΛΑIOΝ ΣΤ'. (continued 4)
Alexandros Papadiamantes translation
Ίσως η νουθεσία εδόθη επειδή ο Χριστός έβλεπε την αναξίαν φύσιν του ανθρώπου· όπως και αν έχη, υπάρχει τι το αποτρόπαιον εις το 15ον εδάφιον. «Απήλθεν ο άνθρωπος και είπε τοις Ιουδαίοις ότι Ιησούς ην ο ποιήσας αυτόν υγιή». Δυνατόν, καίτοι όχι πολύ πιθανόν, ότι ενόει να μεγαλύνη το όνομα Εκείνου όστις είχεν επιτελέσει τοιούτο κραταιόν έργον· αλλ' επειδή πρέπει να εγνώριζε κάλλιστα την οργίλην διάθεσιν των Ιουδαίων, καθόσον δεν ακούομεν λέξιν περί της ευγνωμοσύνης του, ούτε αν εδόξασε τον Θεόν — και καθότι μάλιστα πρέπει να ήτο σαφές προς αυτόν ότι ο Ιησούς υπ' ευσπλαγχνίας μόνον παρεκινήθη να πράξη το θαύμα, και έσπευσε ν' αποφύγη την δημοσιότητα — πρέπει να ομολογήσωμεν, ότι εκ πρώτης όψεως η διαγωγή του ανθρώπου φαίνεται ότι υπήρξεν ευτελής και τείνουσα προς καταγγελίαν του ευεργέτου του διά να σωθή αυτός από την καταφοράν ότι έλυσε το Σάββατον, σχεδόν ακατονόμαστων κράμα ευτελούς συκοφαντίας και χαμερπούς αχαριστίας. Προφανώς η νουθεσία του Ιησού ήτο αναγκαιοτάτη, αν δε ορθώς κρίνομεν τον άνθρωπον, υπήρξεν όλως αλυσιτελής.
Διότι αι συνέπειαι υπήρξαν δυσάρεστοι, επλήρωσαν δε πικρίας το υπόλοιπον της επιγείου ζωής του Χριστού. Χωρίς να κατασυγώσιν από τας αποδείξεις της τρυφεράς συμπαθείας Του, μήτε να συγκινηθώσιν από την θαυματουργόν Του δύναμιν, οι Ιουδαίοι εξετασταί εκήρυξαν αληθή πόλεμον προς υπεράσπισιν όλων των λεπτολογιών των εθίμων των. «Ήρξαντο καταδιώκειν τον Ιησούν ότι τοιαύτα εποίει εν τω Σαββάτω».
Απαντών δε εις την κατηγορίαν ταύτην απήγγειλε την υψηλήν διδαχήν την οποίαν ευρίσκομεν εν τω πέμπτω κεφαλαίω του κατά Ιωάννην. Αν αύτη απηγγέλθη εν τω ναώ, ή ενώπιον επιτροπής τινος του Συνεδρίου, δεν γνωρίζομεν αλλ' όπως και αν έχη, οι μεγάλοι Ραββίνοι και οι αρχιερείς οίτινες Τον εκάλεσαν ενώπιόν των διά να Τον τιμωρήσωσιν επί αθετήσει του Σαββάτου κατεπλάγησαν και ετρόμαξαν, αν και πικρώς εξεμάνησαν, προς τους λόγους ους ήκουσαν.
Τον είχον φέρει ενώπιον των διά να Τον νουθετήσωσι, και αι νουθεσίαι έπεσαν επ' αυτούς. Επεθύμουν ίσως να διδάξωσι και να επιπλήξωσι, και είτα μετά συγκαταβάσεως εφάπαξ να συγχωρήσωσι, και ιδού! Εκείνος, συγκιρνά δι' αυτούς το μεγαλείον της διδασκαλίας με την αυστηρότητα της συμπαθούς επιτιμήσεως.
Εκάθισαν περί Αυτόν μεθ' όλων των πομπών του αξιώματός των, διά να Τον τρομάξουν ως υποδεέστερον, και ιδού! τρέμουσι και τρίζουσι τους οδόντας, καίτοι δεν τολμώσι να ενεργήσωσιν, ενώ Εκείνος με λέξεις ως φλόγα πυρός εισερχομένας εις τους αρμούς και τον μυελόν, με λέξεις εμπλεωτέρας σοφίας και μεγαλειότητος ή εκείναι αίτινες κατήλθον εν μέσω των κεραυνών του Σινά, διεκδικεί το φοβερόν αξίωμα του Υιού του Θεού.
Και ούτω η απόπειρα όπως εντυπώσωσιν επ' Αυτόν τους μικρολόγους κανόνας των και τας τετριμμένας τελετάς των, όπως Τον διδάξωσι περί του απηγορευμένου του ποιείν θαύματα εν ημέρα Σαββάτου — ίσως όπως Τον τιμωρήσωσι διά το μέγα τόλμημα του να διατάξη ένα άνθρωπον να σηκώση τον κράββατον του, εντελώς απέτυχε. Διά των πρώτων λέξεων Του εκθέτει την υλοφροσύνην των και την αμάθειάν των. Εκείνοι εν τη αδυναμία των είχον νομίσει περί του Σαββάτου ως εάν ο Θεός έπαυσε να εργάζηται κατ' αυτό επειδή είχε κουρασθή. Εκείνος τους λέγει ότι η αγία εκείνη ανάπαυσις είνε ευεργετική ενεργητικότης. Εφρόνουν προφανώς, όπως φρονούσι πολλοί και σήμερον, ότι ο Θεός παρητήθη και μετέδωκεν είς τινας αφώνους δυνάμεις την δημιουργόν ενέργειάν Του. Εκείνος τους λέγει, ότι ο Πατήρ Του έως άρτι εργάζεται· και Αυτός, γινώσκων τον Πατέρα Του, και αγαπώμενος υπ' Αυτού, εργάζεται μετ' Αυτού, και μέλλει να ποιήση μεγαλείτερα έργα ή εκείνα όσα είχε ποιήσει μέχρι τούδε. Ήδη εζωοποίει το πνευματικώς νεκρόν, και ημέρα θα έλθη εν ή πάντες οι εν τοις μνημείοις θ' ακούσωσι την φωνήν Του. Ήδη εχαρίζετο αιωνίαν ζωήν εις πάντας τους πιστεύοντας εις Αυτόν· μετέπειτα η φωνή Του θ' ακουσθή εις την τελευταίαν εκείνην κρίσιν των ζώντων και των νεκρών, την οποίαν ο Πατήρ Του παρέδωκεν εις χείρας Του.
Αξιοσημείωτος είνε εν τη περικοπή ταύτη του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου (ήτις αναγινώσκεται συνήθως εν τη ακολουθία των νεκρών), η διάκρισις η γενομένη μεταξύ του «οι τα αγαθά π ο ι ή σ α ν τ ε ς» και του «οι τα φαύλα π ρ ά ξ α ν τ ε ς». Οι πρώτοι είνε οι αυτουργοί των αγαθών εκείνων πράξεων αίτινες δεν δύνανται ν' αποθάνουν, οι δεύτεροι είνε δούλοι και θύματα παντός του απατηλού και του παροδικού εν τω προσκαίρω κόσμω.
Αυτός εμαρτύρει απλώς περί Εαυτού; Ήσαν τρεις ισχυροί μάρτυρες οίτινες είχον μαρτυρήσει και εμαρτύρουν περί Αυτού· ο Ιωάννης, τον οποίον, αφού επί βραχύ τον εθαύμασαν, ύστερον απέρριψαν· ο Μωυσής, τον οποίον εκαυχώντο ότι ακολουθούσι, και δεν τον ενόουν· ο Θεός αυτός, τον οποίον επηγγέλλοντο ότι λατρεύουσιν, αλλ' ουδέποτε είδον ούτε εγνώρισαν. Αυτοί ούτοι έστειλαν προς τον Ιωάννην και ήκουσαν την μαρτυρίαν του· αλλ' Αυτός δεν είχε ανάγκην της μαρτυρίας ανθρώπου, την μνημονεύει δε μόνον προς χάριν των, επειδή προς καιρόν ηθέλησαν να εγκαλλωπισθώσιν εις τον λύχνον του θείου φωτός, τον μέγαν εκείνον προφήτην. Αλλ' είχε πολύ υψηλοτέραν μαρτυρίαν από την του Ιωάννου, την μαρτυρίαν θαυματουργού δυνάμεως, εξασκουμένης όχι καθώς οι προφήται είχον εξασκήσει αυτήν, εν τω ονόματι του Θεού, αλλ' εν τω ιδίω Αυτού ονόματι, επειδή ο Πατήρ Του τοιαύτην εξουσίαν είχε δώσει εις την χείρα Του. Τον Πατέρα εκείνον αυτοί δεν τον εγνώριζον· το φως Του το είχον εγκαταλείψει χάριν του σκότους· τον λόγον Του χάριν της ιδίας των νοθείας και αμαθείας· και απέριπτον Εκείνον τον οποίον απέστειλεν. Αλλ' υπήρχε και τρίτη μαρτυρία. Εάν δεν εγνώριζον τίποτε περί του Πατρός, τουλάχιστον εγνώριζον, ή ενόμιζον ότι γνωρίζουν τας Γραφάς. Αι Γραφαί ήσαν εις τας χείρας των· είχον αριθμήσει αυτά τα γράμματα τούτων· και όμως απέρριπταν Αυτόν, περί ου αι Γραφαί εμαρτύρουν. Δεν ήτο πρόδηλον ότι αυτοί, οι δίκαιοι, οι ευσεβείς, οι μικρολόγοι, οι ιερείς, οι θρησκευτικοί άρχοντες του έθνους των, δεν είχον την αγάπην του Θεού εν εαυτοίς, αφού ούτως απέρριπτον τον προφήτην Του, τον λόγον Του, τα έργα Του, τον Υιόν Του;
Και ποίος ο πυρήν της πικρίας ο εν αυτοίς, όστις παρήγεν όλον τούτον τον πικρόν καρπόν; Δεν ήτο η έπαρσις; Πώς ηδύναντο να πιστεύσωσιν οι ζητούντες τιμήν παρ' αλλήλων, και όχι την τιμήν την παρά του Θεού μόνον; Εντεύθεν συνέβη ν' απορρίπτουν τον Ελθόντα επ' ονόματι του Πατρός Του, ενώ ήσαν και θα είνε πρόθυμοι να γίνωνται θύματα παντός ψευδομεσσίου, όπως του Ιούδα και του Θευδά και του Βαρ-Κοχεβά (εις την Ιουδαϊκήν ιστορίαν υπήρξαν υπέρ τους εξήκοντα τοιούτοι), όστις ήλθεν επί τω ιδίω αυτού ονόματι.
Και όμως δεν ήθελε να κατηγορήση αυτούς προς τον Πατέρα· είχον άλλον κατήγορον, τον Μωυσήν, εις ον επίστευον. Ναι, τον Μωυσήν, εις του οποίου τα σμικρότατα ρήματα επηγγέλλοντο ότι υπακούουν — επί των μάλλον τετριμμένων εντολών του Νόμου, του οποίου είχον σωρεύσει όρη όλα φορτίων παραδόσεως και σχολίων, και εις αυτόν ηπίστουν και παρήκουον. Εάν επίστευον τον Μωυσήν θα επίστευον τον Λαλούντα μετ' αυτών, διότι ο Μωυσής περί Αυτού έγραψεν, αλλ' εάν ούτως ηπείθουν εις τα γράμματα, τα οποία επετήδευον ότι τιμώσι, πώς θα ηδύναντο να πιστεύσουν εις τα ρήματα, τα οποία ήκουον μετά λύσσης και μίσους.
Γνωρίζομεν μετά πόσης θανασίμου αδημονίας ηκούσθησαν οι λόγοι ούτοι. Ουδέποτε πρότερον ο Χριστός είχεν ομιλήσει τόσον εναργώς. Φαίνεται ως εάν εν τη Γαλιλαία είχε θελήσει ίνα, η αλήθεια η αφορώσα Αυτόν ανατείλη ως βαθμιαία ηώς επί τας ψυχάς εκείνων οίτινες ήκουον την διδασκαλίαν Του και έβλεπον τα έργα Του· αλλ' ωσανεί εν Ιερουσαλήμ, όπου το κήρυγμά Του υπήρξε βραχύτερον, και οι οπαδοί Του ολιγαριθμότεροι, και οι πολέμιοι Του ισχυρότεροι, και τα έργα της δυνάμεώς Του σπανιώτερα, είχεν αποφασίσει να καταστήση αναπολογήτους τους προκρίτους και άρχοντας του λαού, αποκαλύπτων παραχρήμα εις τας εκπλήκτους ακοάς των την φύσιν της υποστάσεώς Του. Ευκρινέστερον τούτου δεν ηδύνατο να ομιλήση. Εκείνοι Τον είχον καλέσει ενώπιόν των, όπως εξηγήση διατί ηθέτει το Σάββατον· αντί να δικαιολογήση την πράξιν Του, καθώς έπραξεν ενίοτε εν Γαλιλαία, δεικνύων ότι ο υψηλότερος και ηθικός νόμος της αγάπης υπερέχει και μηδενίζει τον χθαμαλώτερον νόμον της εις το γράμμα προσηλώσεως και υποταγής· αντί να δείξη ότι είχε πράξει εν τω πνεύματι εν ώ οι μέγιστοι των αγίων ανδρών είχον πράξει προ Αυτού, και οι μέγιστοι των προφητών εδίδασκον, κηρύττει ότι «Κύριος εστιν ο Υιός του Ανθρώπου και του Σαββάτου», ως Υιός και διερμηνευτής Εκείνου όστις είχε ποιήσει το Σάββατον, και όστις καθ' όλην την κραταιάν πορείαν της Φύσεως και της Προνοίας εξηκολούθει να εργάζηται κατ' αυτό.
Εδώ άρα υπήρχον δύο θανάσιμοι κατηγορίαι κατά του Προφήτου τούτου της Ναζαρέτ· ήτο βεβηλωτής του Σαββάτου· ήτο και βλάσφημος κατά του Θεού των. Το πρώτον έγκλημα ήτο αρκούσα αιτία πολέμου και διωγμού· το δεύτερον ήτο υπεραρκούσα δικαιολογία επιμόνων προσπαθειών, όπως επιφέρωσι τον θάνατον Του. «Εδίωκον… και εζήτουν αποκτείναι Αυτόν».
Αλλά προς το παρόν δεν ίχυον να πράξωσι τίποτε· ηδύναντο μόνον να λυσσώσιν εν οργή ματαία, να τρίζωσιν οδόντας και να τήκωνται. Οιαδήποτε αν ήτο η αφορμή, άχρι τούδε δεν ετόλμων να ενεργήσωσι. Δύναμις ανωτέρα της ιδικής των τους περιέστελλεν. Η ώρα του θριάμβου των δεν είχεν έλθη ακόμη· μόνον από της στιγμής ταύτης εξήλθεν εναντίον Του από των καρδιών των ιερέων εκείνων και Φαρισαίων ανέκκλητος απόφασις θανάτου.
Τούτων ούτως εχόντων, ήτο ανωφελές και επιζήμιον δι' Αυτόν να μένη εν Ιουδαία, όπου πάσα ημέρα ήτο ημέρα κινδύνου από τους ισχυρούς τούτους συνωμότας. Δεν ηδύνατο πλέον να μένη εν Ιερουσαλήμ διά το εγγίζον Πάσχα, αλλ' ώφειλε να επιστρέψη εις Γαλιλαίαν. Επέστρεψε δε μετά εναργούς προβλέψεως του αφεύκτου τέλους· εν πλήρει γνώσει ότι αι ώραι του φωτός, εν αις ηδύνατο έτι να εργάζεται έφθινον ολονέν, επερχομένης σκοτίας, και ότι το λοιπόν του έργου Του έμελλε να τελεσθή με το αίσθημα, ότι ο θάνατος επεκρέματο επί της θείας κεφαλής Του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΗ'. Η αποτομή του Βαπτιστού
Επάνοδος εις Γαλιλαίαν. — Ηρώδης ο Αντίπας. — Η Ηρωδιάς. — Το συμπόσιον. — Σαλώμη η ορχηστρίς. — Το αίτημά της. — Η σφαγή του Προδρόμου. — Αι τύψεις του Ηρώδου και το τέλος του.
«Είθε μη ώμοσας, Ηρώδη άνομε· ει δε και ώμοσας μη ευώρκησας», είπεν είς των εγκωμιαστών της Ανατολικής Εκκλησίας. Αναμφιβόλως την σφαγήν του Βαπτιστού είχεν εν τω νω και ο Άγγλος ποιητής Σαιξπήρος ότε έγραφεν: «Είνε μεγάλη αμαρτία το να ομόση τις προς αμαρτίαν, αλλά μεγαλειτέρα αμαρτία το να τήρηση αμαρτωλόν όρκον».
Πρέπει να είχε πλήρη θλίψεως την ανθρωπίνην καρδίαν Του ο Σωτήρ, όταν επέστρεψεν εις την Γαλιλαίαν. Εις την ιδίαν Του αφανή Ναζαρέτ είχεν απορριφθή βιαίως· τώρα απερρίφθη όχι ολιγώτερον αποφασιστικώς εν Ιεροσολύμοις υπό των αρχόντων του ιδίου έθνους Του. Επέστρεφεν εις ατμόσφαιραν συσκοτιζομένην ήδη υπό των νεφών της επιτεινομένης αντιδράσεως· και μόλις είχεν επιστρέψει, όταν εις την ατμόσφαιραν ταύτην, ως πρώτη δόνησις θανασίμου κώδωνος σημαίνοντος καταστροφήν, ήλθεν η είδησις φοβερού μαρτυρίου. Ο θεοφεγγής και φαεινός λύχνος εσβέσθη αίφνης εις το αίμα. Ο μέγας Πρόδρομος, ο μείζων εν γεννητοίς γυναικών, ο Προφήτης, και προφήτου περισσότερος, ανοσίως εσφάγη.
Ηρώδης ο Αντίπας, της Γαλιλαίας ο τετράρχης, ήτο ασθενής και άθλιος ηγεμών, οίος ητίμασέ ποτε τον θρόνον καταδυναστευομένης χώρας. Σκληρός, άπληστος και φιλήδονος, ως ο πατήρ του, ήτο, ανομοίως προς εκείνον, ασθενής εν πολέμω και κλονούμενος εν ειρήνη. Παρ' αυτώ, ως συμβαίνει εις πολλούς χαρακτήρας επιφανείς επί της ιστορικής σκηνής, απιστία και δεισιδαιμονία εκ παραλλήλου έβαινον. Αλλ' ο τρόμος ενόχου συνειδήσεως δεν τον έσωζεν από των κακούργων παραφορών βιαίας θελήσεως. Ήτο άνθρωπος παρ' ω απετελέσθη το χείριστον κράμα των χαρακτήρων Ρωμαίου, Ασιάτου και Έλληνος.
Κατά τινα εν Ρώμη διατριβήν, όπου απήλθεν ίσως διά να συλλυπηθή τον Τιβέριον επί τω θανάτω του υιού του Δρούσου, εφιλοξενήθη υπό του ετεροθαλούς αδελφού του, Ηρώδου «Φιλίππου», όχι του τετράρχου όστις έφερε το Φίλιππος ως κύριον όνομα, αλλ' ετέρου υιού του μεγάλου Ηρώδου, όστις είχεν αποκληρωθή και έμενεν ιδιωτεύων εν Ρώμη. Εκεί συνελήφθη εις τας παγίδας της Ηρωδιάδος, συζύγου του αδελφού του· και αντήμειψε την φιλοξενίαν ης έτυχεν απαγαγών την γυναίκα. Οι Ηρώδαι ήσαν εξ αρχής αιμομίκται. Η Ηρωδιάς θυγάτηρ ούσα του Αριστοβούλου, ήτο ου μόνον νύμφη, αλλ' ανεψιά του Αντίπα. Είχε γεννήσει ήδη εις τον σύζυγόν της κόρην, ήτις είχε μεγαλώσει. Ο Αντίπας είχεν ήδη σύζυγόν την θυγατέρα του Αρέθα, ηγεμόνος της Αραβίας, και ούτε αυτός ούτε η Ηρωδιάς ήσαν πλέον νέοι. Ο Αντίπας υπεσχέθη να διαζευχθή την νόμιμον σύζυγόν του και να την νύμφευε.
Αι ελαφροτέραι των κακιών μας γίνονται όργανα προς τιμωρίαν μας. Από της στιγμής ταύτης ήρχισε διά τον Ηρώδην Αντίπαν σειρά θλίψεων και ατυχιών, ήτις απέληξεν ύστερον εις ανηλεή εξορίαν και εις άδοξον θάνατον. Η Ηρωδιάς κατέστη απ' αρχής ο κακός δαίμων της οικίας. Η ηγεμονίς η Αράβισσα, χωρίς να περιμείνη το διαζύγιον, έφυγεν εν αγανακτήσει εις τα απρόσιτα όρη της Πετραίας Αραβίας, πλησίον του πατρός της. Εκείνος, δικαίως αγανακτήσας, διέρρηξε πάσαν σχέσιν προς τον γαμβρόν του, και ακολούθως εκήρυξε πόλεμον κατ' αυτού, εν ώ εξεδικήθη νικήσας αυτόν κατά κράτος.
Εκεί ηκούσθη μία φωνή ήτις έφθασεν εις τας ακοάς του, και ετάραξε την συνείδησίν του, και ήτις δεν ηδύνατο ευκόλως να κατασιγασθή. Ήτο η μεγάλη φωνή του Βαπτιστού. Πώς ο Ηρώδης ήλθε το πρώτον εις σχέσιν προς αυτόν, αγνοούμεν. Πιθανόν ότι τον είχε συλλάβη επί τη προφάσει ότι η διδασκαλία του, και τα πλήθη τα συρρέοντα προς αυτόν, έτεινον να διακυβεύσωσι την δημοσίαν ασφάλειαν. Ο Ηρώδης έπασχεν από είδος δεισιδαίμονος περιέργειας, ήτις τον έκαμνε να σπεύδη επτοημένως ν' ακούση τας θρησκευτικάς αληθείας, τας οποίας διά της καθημερινής ζωής του τόσον καταφώρως περιβίαζεν. Εκάλεσε τον Ιωάννην ενώπιόν του. Ως νέος Ηλίας ενώπιον άλλου Αχαάβ, φέρων το εκ τριχών καμήλου ένδυμα και την δερματίνην ζώνην του, ο αυστηρός ερημίτης, όστις είχεν υπερβή τους όρους της φύσεως, αλλ' είξευρε να «συντηρή τους θεσμούς της δικαιοσύνης» προς τους κοινούς ανθρώπους, έστη άφοβος ενώπιον του αιμομίκτου βασιλέως. Οι λόγοι του έπεσον ως πεπυρακτωμένος σίδηρος επί της σκληράς εκείνης και παγεράς συνειδήσεως. Ο Ηρώδης εταράχθη ουκ ολίγον, και ήτο έτοιμος να υποστή άλλας θυσίας προς χάριν του Ιωάννου. Αλλ' έν μόνον δεν ηδύνατο να πράξη, και τούτο ήτο να παραιτήση ή τον ένοχον έρωτα, ή ν' αποπέμψη την αλαζόνα γυναίκα, ήτις διεύθυνε την ζωήν του, αφού είχε καταστρέψει την ειρήνην του. «Ουκ έξεστί σοι έχειν την γυναίκα του αδελφού σου», είπε καθαρά ο Προφήτης, ουδέ και των άλλων εγκλημάτων του Ηρώδου εφείσθη.
Άλλοι άνθρωποι είχον ηπίους λόγους διά τα αμαρτήματα των ηγεμόνων· αλλ' εις την πυρίνην ψυχήν του Βαπτιστού, την κρατυνθείσαν διά της μακράς ασκήσεως εν τη ερήμω, δεν υπήρχε φόβος της ανθρωπίνης βασιλείας, ούτε συγκατάβασις προς τερατώδες αμάρτημα. Και τότε οι αυλικοί του Ηρώδου είδον το παράδοξον θέαμα, τον βασιλέα να τρέμη ενώπιον του δεσμώτου. Αλλ' ο Ιωάννης είξευρε πόσον ολίγην εμπιστοσύνην έπρεπε να τρέφη τις εις ψυχήν καταβιβρωσκομένην από κυριεύον αμάρτημα· και αφού Εκείνος τον οποίον εμαρτύρησε πέραν του Ιορδάνου δεν ετέλεσε θαύμα δυνάμεως προς απελευθέρωσίν του, είνε πιθανόν ότι ο ίδιος επερίμενε τον θάνατόν του.
Έως τώρα, όμως, η δειλία ή η σχετική ευσυνειδησία του Ηρώδου Αντίππα προεφύλαττον τον Προφήτην από το άσπονδον μίσος της μοιχαλίδος. Αλλά τέλος ό,τι αύτη δεν κατώρθωσε να επιτύχη διά της ικεσίας το εκέρδησε διά της πανουργίας. Εγνώριζε καλώς ότι και από του δεσμωτηρίου η φωνή του Ιωάννου δυνατόν να ήτο ισχυροτέρα από τας επιδράσεις της φθινούσης καλλονής της, επερίμενε δε την ευκαιρίαν, ήτις δεν εβράδυνε να παρουσιασθή.
Ο Ηρώδης, την ημέραν των γενεθλίων του ητοίμασε δείπνον εις τους αυλικούς και τους μεγιστάνας του παλατιού, δείπνον πολυτελές εντός των μεγαλοπρεπών αιθουσών του.
Αλλ' η Ηρωδιάς είχε προβλέψει διά τον βασιλέα απροσδόκητον και λίαν ελκυστικήν τέρψιν, το θέαμα της οποίας ήτο βέβαιον ότι θα εγοήτευε δαιτημόνας ως τους ιδικούς του. Ορχησταί και ορχιστρίδες ήσαν περιζήτητοι τότε. Το πάθος του να θεώνται το είδος τούτο της πολλάκις επιβλαβούς παραστάσεως, φυσικά είχεν εισχωρήσει εις τας Σαδδουκεϊκάς και ημιεθνικάς αυλάς των Εδωμιτών τούτων των αρπάγων, και Ηρώδης ο Μέγας είχε κτίσει εντός του παλατίου του θέατρον διά τους ορχηστάς της θυμέλης. Πολυτελές συμπόσιον της εποχής δεν εθεωρείτο ποτέ τέλειον αν δεν επεραίνετο διά τινος βαναύσου μιμικής παραστάσεως· και βεβαίως ο Ηρώδης είχε προβλέψει περί τούτου. Αλλά δεν είχε προβλέψει διά τους κεκλημένους του την σπανίαν πολυτέλειαν να ίδωσι μίαν ηγεμονίδα — ανεψιάν του, εγγόνην Ηρώδου του Μεγάλου, και απόγονον επομένως του αρχιερέως Σίμωνος και της γραμμής των Μακκαβαίων ηγεμόνων — να τους τιμήση εκπίπτουσα η ιδία εις θεατρικήν όρχησιν. Και όμως όταν το συμπόσιον ετελείωσεν, όταν οι δαιτημόνες είχον εμπλησθή βρωμάτων και οίνου, η Σαλώμη, η θυγάτηρ της Ηρωδιάδος, εις το έαρ τότε της λαμπράς καλλονής της, εσηκώθη κ' εχόρευσεν, ως χορεύουν αι ορχηστρίδες της σκηνής, εις το μέσον των εκλελυμένων και οινοβαρών συμποσιαστών. «Εισελθούσα ωρχήσατο, και ήρεσε τω Ηρώδη και τοις συνανακειμένοις αυτώ». Κ' εκείνος, ως άλλος Ξέρξης, εν τω λήρω της οινοφλυγίας του, ώμοσε προς την ευτυχή κόρην, επί παρουσία των κεκλημένων του, ότι θα έδιδεν αυτή ό,τι αν εζήτει, «μέχρις ημίσους της βασιλείας» του.
Η κόρη έτρεξε προς την μητέρα και την ηρώτησε: «Τι να ζητήσω;» Τούτο ακριβώς επερίμενεν η Ηρωδιάς, και θα ηδύνατο να ζητήση εσθήτας ή πολυτίμους λίθους ή παλάτια ή ότι τοιαύτη γυνή αγαπά. Αλλ' ως πνεύμα οποίον το ιδικόν της η εκδίκησις ήτο γλυκυτέρα του πλούτου ή της υπερηφανίας. Δυνάμεθα να φαντασθώμεν μετά ποίας αγρίας κακίας υπέβαλε την απάντησιν, «Την κεφαλήν Ιωάννου του Βαπτιστού». Και εισελθούσα ενώπιον του βασιλέως ευθύς μετά σπουδής (πόσον αξία μαθήτρια της μητρός της!) η Σαλώμη έκραξε: «Δος μοι ώδε εξαυτής επί πίνακι την κεφαλήν Ιωάννου του Βαπτιστού».
Ο τετράρχης ελυπήθη, εγένετο περίλυπος, λέγει ο Ευαγγελιστής Μάρκος. «Αλλά διά τους όρκους και τους συνανακειμένους εκέλευσε αποτμηθήναι την κεφαλήν». Περισσότερον εφοβήθη τας επικρίσεις των συμποτών του παρά την μέλλουσαν βάσανον όσης συνειδήσεως του είχε μείνη ακόμη. «Και αποστείλας ο βασιλεύς σπεκουλάτωρα, απεκεφάλισε τον Ιωάννην εν τη φυλακή». Και ούτω, κατά προσταγήν ακολάστου τυράννου, και κατ' εισήγησιν δύο ασελγών γυναικών, (7) ο πέλεκυς έπεσε και η κεφαλή του ευγενεστάτου των προφητών απετμήθη.
Κρυφή και εν τω σκότει διεδραματίσθη η σκηνή, και άν τινες την είδον, εσφραγισμένα ήσαν τα χείλη των· αλλ' ο δήμιος εξήλθεν εις το φως βαστάζων από της κόμης την ευγενή εκείνην κεφαλήν, κ' εκεί, εν τη ώχρα του προσφάτου θανάτου, ετέθη επί δίσκου από της βασιλικής τραπέζης. Το κοράσιον την έλαβε, και φρικώδης ως Μέγαιρα την έφερε προς την μητέρα της. Ας ελπίσωμεν ότι οι θλιβεροί εκείνοι χαρακτήρες θα εβασάνισαν τας ψυχάς αμφοτέρων μέχρι θανάτου.
Τι απέγεινε τότε η κεφαλή του Βαπτιστού δεν γνωρίζομεν. Η παράδοσις λέγει, ότι η Ηρωδιάς διέταζε να ριφθή ο ακέφαλος κορμός προς εδωδήν εις τους κύνας. Αλλ' έπεσεν επ' αυτήν ταχεία η εκδίκησις. Και όσον διά την θυγατέρα της, η παράδοσις αναφέρει ότι, ενώ διέβαινε παγωμένην λίμνην, αίφνης ο πάγος εθραύσθη, αυτή εβυθίσθη μέχρι του λαιμού εις το ύδωρ, η κεφαλή της έμεινεν άνω του πάγου, και απεκόπη διά της πιέσεως του πάγου. Δεν εκτελείται πάντοτε εν τούτω τω κόσμω η εκδίκησις του Θεού, αλλά δίδονται ενίοτε τοιαύτα παραδείγματα.
Οι μαθηταί του Ιωάννου (ίσως μετ' αυτών ήτο και Μαναείμ ο Εσσαίος, ο ομογάλακτος Ηρώδου του Αντίπα), ήραν το σώμα και έθαψαν αυτό. Μετά τούτο η πρώτη φροντίς των ήτο να έλθωσι προς τον Ιησούν και διηγηθώσιν Αυτώ, ένιοι τούτων ίσως με καρδίας πικράς, ότι ο φίλος και πρόδρομός Του, ο πρώτος όστις είχε μαρτυρήσει περί Αυτού, και περί ου Αυτός είχεν απαγγείλη τον μέγιστον έπαινον, εθανατώθη.
Περί δε τον αυτόν χρόνον και οι Απόστολοί Του επέστρεψαν εκ της αποστολής των, και διηγήθησαν Αυτώ πάντα όσα έπραξαν και εδίδαξαν. Είχον κηρύξει μετάνοιαν· είχον εκβάλη δαιμόνια· είχον χρίσει ελαίω τους ασθενείς και ιατρεύσει αυτούς. Παρ' όσα εν μέρει κατώρθωσαν, εφαίνετο ως εάν η αδοκάμαστος πίστις των είχεν αποδειχθή μέχρι τούδε ανεπαρκής διά το υψηλόν έργον το επιβληθέν αυτοίς.
Και μικρώ ύστερον, νέα φήμη έφθασεν εις τον Ιησούν· ότι ο φονεύς ο τετράρχης εξήταζε περί Αυτού, επεθύμει να Τον ίδη· ίσως θα έστελλε να ζητήση την παρουσίαν Του άμα θα επέστρεφεν εις το νεόδμητον παλάτιόν του, εις την πόλιν Τιβεριάδα. Επειδή η αποστολή των Δώδεκα είχε συντείνει μάλλον παρά ποτε, όπως διαδοθή η φήμη Αυτού μεταξύ του λαού, και αι εικοτολογίαι περί Αυτού ήσαν εν ακμή. Όλοι παρεδέχοντο ότι είχεν υψίστας αξιώσεις διά να επισύρη την προσοχήν. Άλλοι έλεγον ότι ήτο ο Ηλίας, άλλοι, ο Ιερεμίας και άλλοι, είς των Προφητών· αλλ' ο Ηρώδης προέβαλε την παραδοξοτάτην λύσιν του προβλήματος. Λέγουν ότι, όταν ο Θεοδώριχος διέταξε τον φόνον του Συμμάχου, εβασανίζετο «και τέλος παρεφρόνησεν από το φάντασμα του τεθνεώτος γέροντος, επιφαινόμενον αυτώ όναρ και ύπαρ· ουδ' ηδύνατο άλλως να έχη το πράγμα ως προς τον Ηρώδην τον Αντίπαν. «Εν μέσω των τρυφώντων η κεφαλή του νηστεύοντος παρετέθη». Επί της τραπέζης του συμποσίου του εκομίσθη η κεφαλή ανδρός τον οποίον, εις τα βάθη της ψυχής του ησθάνετο άγιον και δίκαιον· και είχεν ιδεί, με την επίσημον αγωνίαν του θανάτου αποτυπωμένην ακόμη επ' αυτών, τους αυστηρούς χαρακτήρας εφ' ους πολλάκις μετά φόβου είχε προσβλέψει· «Σιγάν σου μεν την γλώσσαν υπέλαβεν ο Ηρώδης· η δε, και σίγησα, πλέον ελέγχει». Δεν εξήρχετο ο έλεγχος από τα παγωμένα εκείνα χείλη, μεγαλοφωνότερον ακόμη και τρομερώτερον, ή όταν εκείνος έζη; Μη οι τόνοι οίτινες επρόφεραν, «Ουκ έξεστί σοι έχειν αυτήν», επάγωσαν εις σιωπήν, ή εφαίνοντο να εξέρχωνται μεθ' υπερφυούς θερμότητος από των ψυχρών χειλέων; Εάν δεν ατώμεθα, η αποτετμημένη εκείνη κεφαλή σπανίως έλειπεν από τούδε από της τεταραγμένης φαντασίας του Ηρώδου μέχρι της ημέρας του θανάτου του. Και όταν, μετά βραχύ, ήκουσε την ακοήν άλλου Προφήτου, Προφήτου απείρως ισχυροτέρου και θαυματουργού, η ένοχος συνείδησίς του ερρίγησεν υπό δεισιδαίμονος φρίκης, και εις τους οικείους του ήρχισε να ψιθυρίζη μετά τρόμου: «Ούτος εστιν Ιωάννης ο Βαπτιστής, ον εγώ απεκεφάλισα· αυτός ηγέρθη από των νεκρών, και διά τούτο αι δυνάμεις ενεργούσιν εν αυτώ». Μη ο Ιωάννης επανήλθεν ούτω αιφνιδίως εις την ζωήν διά να επιβάλη φοβεράν τιμωρίαν; μη θα ήρχετο εις τας επάλξεις και τους πύργους του άγων μέγα πλήθος εις αγρίαν αποστασίαν; ή θα επαρουσιάζετο τρομερός, το μεσονύκτιον, εις το παλάτιόν του, με την ρομφαίαν της εκδικήσεως;
Καθώς ο ζέων θυμός της Ηρωδιάδος υπήρξεν η μάστιξ της ειρήνης του συζύγου της, ούτω και η μωρά φιλοδοξία της εγένετο ύστερον η άμεσος αιτία της καταστροφής του. Όταν ο αυτοκράτωρ Γάιος (Καλιγούλας) ήρχισε να σωρεύη χάριτας επί τον Ηρώδην Αγρίππαν Α' η Ηρωδιάς, έκφρων εκ φθόνου και αδημονίας, παρεκίνησε τον Αντίπαν να πλεύση μετ' αυτής εις Ρώμην, και να αξιωθή εκεί μερίδος τινός της ευνοίας της δοθείσης εις τον αδελφόν της. Προ παντός επεθύμει ίνα ο σύζυγος της επιτύχη τον τίτλον του βασιλέως, αντί να εξακολουθή φέρων τον ταπεινότερον, του τετράρχου.
Μάτην ο δειλός και φίλος της ραστώνης Αντίπας υπέδειξεν αυτή τον κίνδυνον εις τον οποίον θα ηδύνατο να εκτεθή διά τοιαύτης αιτήσεως. Αύτη τον ηνόχλησε τόσον διά των απαιτήσεών της, ώστε εκείνος, εναντίον της ιδίας κρίσεως του, εβιάσθη να ενδώση. Τα πράγματα εδικαίωσαν τας κακάς υπονοίας του. Η αγάπη δεν εβασίλευε μεταξύ των πολυαρίθμων θείων και ανεψιών και ετεροθαλών αδελφών της οικογενείας του Ηρώδου, και ή εκ πολιτικού συμφέροντος ή εξ αντιζηλίας ο Αγρίππας ου μόνον επολέμησε τα σχέδια της αδελφής του και του θείου του, καίτοι ούτοι τον είχον βοηθήσει εις τας ιδίας ατυχίας του, αλλ' έπεμψε τον απελεύθερόν του Φορτουνάτον εις Ρώμην όπως κατηγορήση τον Αντίπαν διά προδοτικά σχέδια. Ο τετράρχης δεν εδυνήθη ν' απαλλάξη εαυτόν της κατηγορίας ταύτης, και τω 39 έτος μ Χ. εξωρίσθη εις Λούγδουνον της Γαλλίας. Η Ηρωδιάς τον ηκολούθησεν εις την εξορίαν, κ' εκεί αμφότεροι εν αφανεία και ατιμία απέθανον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΘ'. Ο χορτασμός των πεντακισχιλίων και ο περίπατος επί της θαλάσσης
Το πεινών πλήθος. — Το θαύμα των πέντε άρτων. — Ο Ιησούς εις το όρος — Οι μαθηταί εν τη τρικυμία. — «Εγώ ειμι». — Τόλμη του Πέτρου και αποτυχία. — Φύσις του θαύματος.
Η τροφή των πεντακισχιλίων είνε έν των ολίγων θαυμάτων τα οποία μας διηγούνται και οι τέσσαρες Ευαγγελισταί. Αι ασυμφωνίαι μεταξύ των είνε μικραί και ασήμαντοι. «Όσον ακριβέστερον, παρατηρεί είς νεώτερος κριτικός, δύο αφηγηταί του αυτού γεγονότος συμφωνούσι προς αλλήλους, τόσον ύποπτοι γίνονται. Δύο άνθρωποι δεν βλέπουσι ποτέ τα πράγματα με τους αυτούς οφθαλμούς, ούτε διευθύνουσι την προσοχήν των ακριβώς εις τας αυτάς περιστάσεις. Όσον ακριβής και εμβριθής και αν είνε ο Θουκιδίδης, θα έχωμεν δύο πολύ διαφέρουσας ιστορίας του Πελοποννησιακού πολέμου, εάν και άλλος παρατηρητής κριτικός επίσης είχεν αφιερώσει την προσοχήν του εις τα αυτά συμβεβηκότα». Αι μικραί ασυμφωνίαι των Ευαγγελιστών χρησιμεύουν εις το ν' αποκαταστήσωσιν κατά τον μάλλον ευχάριστον τρόπον την ουσιώδη ανεξαρτησίαν της τετραπλής μαρτυρίας.
Κατά την βορειανατολικήν γωνίαν της λίμνης, μικρόν περαιτέρω του μέρους όπου ο Ιορδάνης εμβάλλει, υπήρχε δευτέρα τις Βηθσαϊδά (η λέξις σημαίνει οίκον αλιείας), η καλουμένη προς διαστολήν Ιουλιάς. Προς νότον δε της πολίχνης ήτο η χλοερά και στενή κοιλάς Ελ Βατιχά, ακατοίκητος και τότε όπως σήμερον. Προς τα εκεί διευθύνθη το πλοιάριον το φέρον τον Ιησούν και τους μαθητάς Του, επιζητούντας ανάπαυσιν από των κόπων. Αλλ' όσον κατ' ιδίαν και αν εγένετο η αναχώρησις, δεν παρήλθεν απαρατήρητος. Απέχει μόνον έξ μίλια διά θαλάσσης από της Καπερναούμ η ερημική παραλία προς την οποίαν διευθύνοντο. Το μικρόν πλοίον, προφανώς υστερήσαν από αντιπνόους ανέμους, εβραδοπλόει εις ουχί μεγάλην απόστασιν από της όχθης, και μέχρις ου φθάση εις το τέρμα, ο σκοπός της αναπαύσεως διά τους Αποστόλους εματαιώθη. Τινές εκ του πλήθους είχον προτρέξει του πλοίου, και πλήθος ήδη ίστατο εις την όχθην όταν το πλοίον προσήγγισε προς αποβίβασιν, ενώ απωτέρω εφάνησαν αι πολυάριθμοι ομάδες των προσκυνητών διά το Πάσχα, οίτινες προσειλκύσθησαν έξω από τον δρόμον των υπό της αυξανούσης φήμης του αγνώστου προφήτου. Ο Ιησούς εκινήθη εις συμπάθειαν προς αυτούς, «ότι ήσαν ως πρόβατα μη έχοντα ποιμένα». Δυνάμεθα να εικάσωμεν εκ του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, ότι αποβάντες εις την ξηράν, Αυτός και οι Απόστολοί Του ανέβησαν την κλιτύν του όρους, κ' εκεί επερίμειναν επί βραχύ άχρις ου το πλήθος συναθροισθή. Είτα καταβάς πλησίον των εδίδαξεν αυτούς πολλά, κηρύττων αυτοίς την βασιλείαν των ουρανών, και θεραπεύων τους ασθενείς των.
Η ημέρα έκλινε, και μετ' ολίγον θα επήρχετο νυξ, αλλ' όμως το πλήθος προσεκαρτέρει ακόμη, θελγόμενον από την θείαν εκείνην φωνήν και από τα ιερά λόγια. Η νυξ θα επήρχετο, και το περιπλανώμενον πλήθος, το οποίον εν τη εξάψει του είχεν ολιγωρήσει των αναγκών του βίου, θα ευρίσκετο εις το σκότος πειναλέων και μακράν πάσης ανθρωπίνης κατοικίας. Οι μαθηταί ήρχισαν ν' ανησυχώσι μήπως η ημέρα αποβή εις καταστροφήν τινα, ήτις θα έδιδε νέαν λαβήν εις τους λυσσώντας ήδη εχθρούς του Κυρίου. Αλλ' η συμπάθειά Του είχε προλάβει την αγωνίαν των, και είχεν υποδείξει την δυσχέρειαν εις το πνεύμα του Φιλίππου. Μικρόν συμβούλιον εγένετο τότε. Διά ν' αγοράσωσι και ανά ένα βλωμόν άρτου διά τοσούτον πλήθος, θα εχρειάζοντο τουλάχιστον διακόσια δηνάρια, και επί τη υποθέσει ότι είχον το ποσόν τούτο εις το κοινόν βαλάντιόν των, ούτε χρόνος ούτε ευκαιρία υπήρχε διά ν' αγοράσωσιν. Εκεί ο Ανδρέας ανέφερεν ότι υπήρχεν έν παιδάριον έχον πέντε κριθίνους άρτους και δύο μικρά οψάρια· αλλά τούτο είπε μόνον με απελπιστικόν τρόπον, και όπως δείξη το άκρως ανεπαρκές της μόνης προσφυγής ήτις συνέβη να είνε γνωστή αυτώ.
Ο Χριστός διέταξε τότε τους Αποστόλους να είπουν εις τους ανθρώπους να καθίσωσι κάτω ως προς δείπνον. Εν θαυμασμώ και προσδοκία οι Απόστολοι εκέλευσαν το πλήθος ν' ανακλιθώσιν επί της πρασίνης χλόης. Τους έταξαν εις ομάδας ανά πεντήκοντα και εκατόν. Οι άνθρωποι «ανέπεσαν πρασιαί πρασιαί» ή «συμπόσια συμπόσια», κατά τας γραφικάς εκφράσεις των Ευαγγελιστών. Τότε σταθείς εις το μέσον των ξένων Του, χαίρων τη καρδία επί τω έργω του ελέους όπερ ήθελε να πράξη, ο Ιησούς ύψωσε τους οφθαλμούς εις τον ουρανόν, ευχαρίστησεν, ευλόγησε τους πέντε άρτους, τους έκοψεν εις τεμάχια, και ήρχισε να τους διανέμη εις τους μαθητάς Του, και αυτοί προς το πλήθος· ομοίως και τα δύο οψάρια. Ήτο ταπεινόν, αλλ' αρκετόν και προς πεινώντας οδοιπόρους ηδονικόν δείπνον. Και όταν όλοι αφθόνως εχορτάσθησαν, ο Ιησούς, όχι μόνον όπως δείξη εις τους μαθητάς Του το μέγεθος και την έκτασιν του γενομένου, αλλ' όπως διδάξη αυτούς ότι η σπατάλη, ακόμη και της θαυματουργού δυνάμεως, είνε όλως ξένη προς την θείαν οικονομίαν, παρήγγειλεν αυτοίς να συναθροίσωσι τα τεμάχια όσα έμενον, όπως μηδέν χαθή. Οι φαγόντες ήσαν άνδρες πεντακισχίλιοι, χωρίς γυναικών και παιδίων, και όμως δώδεκα κόφινοι εγέμισαν από τα περισσεύματα των κλασμάτων.
Το θαύμα προυξένησε βαθείαν εντύπωσιν. Ήτο ακριβώς εις συμφωνίαν με την υπάρχουσαν προσδοκίαν, και τα πλήθος ήρχισαν να ψιθυρίζουν προς αλλήλους ότι ούτος χωρίς άλλο θα είνε «ο Προφήτης ο ερχόμενος εις τον κόσμον». Ο άρχων της διά του Ιακώβ ευλογίας, το άστρον της προρρήσεως του Βαλαάμ, ο Προφήτης εις ον ώφειλον ως εις τον Μωυσήν να υπακούσωσιν, ο Ηλίας και ο Ιερεμίας ίσως, ο επανερχόμενος εις τον κόσμον ίνα αποκαλύψη την κρύπτην της Κιβωτού. Ο Ιησούς παρετήρησε τον απροκάλυπτον θαυμασμόν των, και κατενόησε τον κίνδυνον ότι ο ενθουσιασμός των θα ηδύνατο να επιταχύνη τον θάνατον Του δι' αποστασίας εναντίον της Ρωμαϊκής κυβερνήσεως, εν τη αποπείρα του να κάμωσιν Αυτόν διά βίας βασιλέα. Κατείδε προσέτι ότι οι μαθηταί Του εφαίνοντο συμμεριζόμενοι την εγκόσμιον ταύτην και επικίνδυνον έξαψιν. Ο καιρός ήλθεν άρα προς στιγμιαίαν ενέργειαν. «Ηνάγκασε» τους μαθητάς Του να εισέλθωσιν εις το πλοίον, και να διαβώσι την λίμνην προ Αυτού κατά την Καπερναούμ ή την δυτικήν Βηθσαϊδά. Ολίγος ήπιος εξαναγκασμός εχρειάζετο, διότι δεν ήθελον να Τον αφήσουν μεταξύ του εξημμένου πλήθους επί της ερημικής εκείνης όχθης, και αν μέγα τι έμελλε να συμβή εις Αυτόν, ησθάνοντο δικαίωμα να είνε παρόντες. Αφ' ετέρου ήτο ευκολώτερον δι' Αυτόν ν' αποπέμψη το πλήθος, όταν θα έβλεπον ότι οι ίδιοι φίλοι και μαθηταί Του απεπέμφθησαν.
Όθεν καθώς επήρχετο το σκότος, βαθμηδόν έπεισε το πλήθος να Τον αφήση, και όταν όλος σχεδόν πλην των ενθουσιωδεστέρων απήλθαν εις τας οικίας ή εις τας συνοδίας των, αιφνιδίως κατέλιπε τους λοιπούς, και έφυγεν επ' αυτών εις την κορυφήν του όρους μόνος διά να προσευχηθή. Είχε συνείδησιν ότι κρίσις είχεν επέλθη της Παρουσίας Του επί της γης, και δι' επικοινωνίας με τον ουράνιον Πατέρα Του ήθελε να ενισχύση την ψυχήν Του, καθόσον είχε περιβληθή την ανθρωπίνην ασθένειαν, διά το έργον της επαύριον, καθό θέλων να γείνη υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού. Ήδη άλλοτε είχε διέλθη εν τη μονώσει του όρους μία νύκτα προσευχής, αλλά τότε ήτο προ της εκλογής των Αποστόλων Του. Πολύ διάφορα ήσαν τα αισθήματα με τα οποία ο Μέγας Αρχιερεύς, ο καθίσας εν δεξιά του θρόνου της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς, ο όσιος, άκακος, αμίαντος, ο μη έχων ανάγκην υπέρ των ιδίων αμαρτιών να προσφέρη θυσίας, «τούτο γαρ εποίησεν εφάπαξ Εαυτόν ανενέγκας», ανέβαινε τώρα τα βραχώδη υψώματα του μεγάλου όρους. Η σφαγή του πεφιλημένου Προδρόμου Του έφερε πλησιέστερον εις την ψυχήν Του την σκέψιν του θανάτου· ουδ' επλανάτο από την βραχείαν λάμψιν της προσκαίρου δημοτικότητος, την οποίαν κατά την επομένην ενόει να σβύση. Η καταιγίς ήτις ήρχισε τώρα ορμητική να πνέη επί τα όρη, οι άνεμοι οίτινες εφύσων κάτω εις τας φάραγγας, η λίμνη της οποίας τα κύματα ήρχισαν να ταράττωνται και ν' αφρίζουν, το πλοιάριον το οποίον, καθώς η σελήνη προέκοπτε στιγμιαίως διά μέσου των τρεχόντων νεφών, έβλεπε να κινδυνεύη και ν' αγωνιά εις τα κύματα, όλα ήσαν λίαν καταφανή εμβλήματα της μεταβληθείσης προσόψεως του επιγείου βίου Του. Αλλ' εκεί επί της ερήμου κορυφής του όρους, κατά την νύκτα εκείνην της τρικυμίας, ηδύνατο ν' ανακτήση ισχύν και ειρήνην ανεκλάλητον· διότι εκεί ήτο μόνος μετά του Θεού. Και ούτω επί της μορφής της κυπτούσης εις ερημικήν δέησιν επί των ορέων, και επί των εργατών εκείνων επί της τεταραγμένης λίμνης, το σκότος έπιπτε και οι μεγάλοι άνεμοι έπνεον.
Ώραι και ώραι παρήρχοντο. Ήτο ήδη τετάρτη φυλακή της νυκτός, ήτοι μεταξύ της τρίτης και της έκτης ώρας προς την πρωίαν· το πλοίον είχε διανύσει μόλις το ήμισυ της πορείας του· ήτο σκότος και ο άνεμος ήτο αντίπνους, και τα κύματα απειλητικά, κ' εκείνοι εκοπίαζον προσπαθούντες με τας κόπας. Δεν ήτο πλέον μετ' αυτών ουδείς ικανός να καταπραΰνη και να σώση, επειδή ο Ιησούς ήτο μόνος εις την ξηράν. Μόνος εις την ξηράν, κ' εκείνοι ηγωνίων εις την κινδυνώδη θάλασσαν. Πλην Εκείνος ουχ ήττον τους είδε και τους ώκτειρε, και τέλος, εν τη εσχάτη αδημονία των είδον μίαν ακτίνα εις το σκότος, και μίαν φοβεράν μορφήν, και έν κυματίζον ιμάτιον, και Είς ήρχετο προς αυτούς πατών επί των αφριζόντων κυμάτων της θαλάσσης, αλλ' εφαίνετο ως να ήθελε να παρέλθη αυτούς. Εκραύγασαν εκ τρόμου εις το θέαμα, νομίσαντες ότι ήτο φάντασμα το περιπατούν επί των κυμάτων. Αλλά διά μέσου της τρικυμίας και του σκότους προς αυτούς, καθώς συχνά και προς ημάς, όταν, εν μέσω του σκότους της ζωής μας, ο ωκεανός φαίνεται τόσον μέγας και τα ακάτιά μας τόσον μικρά, ήχησεν η φωνή εκείνη, της ειρήνης ήτις έλεγεν: «Εγώ ειμι· μη φοβείσθε».
Η φωνή εκείνη κατεσίγασε τον τρόμον των, και ήσαν πρόθυμοι να Τον λάβωσιν εις το πλοίον αλλ' η ορμητική του Πέτρου αγάπη, ο σφοδρός πόθος εκείνου όστις εν τη απεγνωσμένη αυτοσυνειδησία του είχε κράξει ποτέ, «Έξελθε απ' εμού!» τώρα δεν δύναται ουδέ να περιμένη την προσέγγισιν Του, και περιπαθώς κράζει:
«Κύριε, ει Συ ει, κέλευσόν με του ελθείν προς Σε επί του ύδατος».
«Ελθέ».
Παρά το πλευρόν του πλοίου επί των τεταραγμένων κυμάτων επήδησε, κ' ενόσω το όμμα του ήτο προσηλωμένον προς τον Κύριον, ο άνεμος δυνατόν να ερρίπιζε την κόμην του, και ο αφρός δυνατόν να έβρεχε τα κράσπεδά του, πλην όλα είχον καλώς· αλλ' όταν, με σαλευομένην πίστιν, μετέφερε το βλέμμα απ' Αυτού προς τα μανιώδη κύματα, και προς την βύθιον μελανότητα την κάτω αυτών, ήρχισε να βυθίζεται (ω, πόσον ανόμοιον με πλάσμα ή με μύθον είνε τούτο), και με τόνον απογνώσεως, ασθενώς εφώνησε, «Κύριε, σώσον με!» Ο δε Ιησούς, με οίκτρου μειδίαμα, έτεινε την χήρα Του, και έδραξε την χείρα του πνιγομένου μαθητού Του, ειπών, «Ολιγόπιστε, εις τι εδίστασας;» Και ούτω αμφότεροι ανέβησαν εις το πλοίον. Και ο άνεμος εκόπασε, και έφθασαν εις την όχθην. Και όλοι κατελήφθησαν υπό βαθυτέρας εκπλήξεως, καί τινες τούτων έκραξαν, «Αληθώς, Συ ει ο Υιός του Θεού».
Ας σταθώμεν προς στιγμήν επί της θαυμασίας διηγήσεως, ίσως εξ όλων των άλλων της δυσκολωτέρας διά την ασθενή πίστιν μας και την κατάληψίν μας. Προσεπάθησάν τινες διά ποικίλων μεθόδων να εξηγήσωσι το θαυμάσιον του χαρακτήρος της· εκοπίασαν όπως αποδείξωσιν ότι το ε π ί τ η ν θ ά λ α σ σ α ν (Ιω. ΣΤ'. 15) (ίσως η αρίστη γραφή είνε επί της θ α λ ά σ σ η ς, καθώς φέρεται και παρά τοις άλλοις Ευαγγελισταίς) δυνατόν να σημαίνη ότι ο Ιησούς περιεπάτησεν επί της όχθης της παραλλήλου προς την όχθην του πλοίου· ή ότι εις το σκότος ίσως οι Απόστολοι υπέλαβον κατ' αρχάς ότι περιεπάτει επί της θαλάσσης. Τοιαύτα σοφίσματα είνε μάταια και περιττά. Εάν τις βλέπει ότι αδυνατεί να πιστεύση εις τα θαύματα, πλατεία κέλευθος, και «έκαστος έχει τον κρίνοντα αυτόν». Καθώς είπον ήδη, εάν πιστεύοντες εις Θεόν, πιστεύομεν εις θείαν Πρόνοιαν επί της ζωής των ανθρώπων — και πιστεύοντες εις την θείαν εκείνην Πρόνοιαν πιστεύομεν εις το θαυμάσιον — και πιστεύοντες εις το θαυμάσιον, δεχόμεθα ως αληθή την ανάστασιν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού — και πιστεύοντες εις την ανάστασιν εκείνην, πιστεύομεν ότι ήτο όντως ο Υιός του Θεού — τότε, όσον βαθέως και αν ακριβώμεν το ομοιόμορφον των φυσικών νόμων, έτι βαθύτερον κατανοούμεν την δύναμιν Εκείνου όστις τηρεί τους νόμους τούτους εις την παλάμην Αυτού την ακήρατον. Δι' ημάς το θαυμάσιον, όταν είνε ούτω μεμαρτυρημένον, ουδαμώς θα είνε εκπληκτικώτερον ή το φυσικόν, ούτε θα υπολάβωμεν ως αδύνατον έννοιαν ότι Εκείνος όστις απέστειλε τον Υιόν Αυτού επί της γης ίνα αποθάνη δι' ημάς, έδωκε πάσαν την εξουσίαν εις την χείρα Του.
Όθεν ούτω, εάν, ως ο Πέτρος, προσηλώμεν τους οφθαλμούς μας επί του Ιησού, και ημείς δυνάμεθα να περιπατήσωμεν θριαμβεύοντες επί των ογκουμένων κυμάτων της απιστίας, και ατρόμητοι εν μέσω των εγειρομένων άνεμων της αμφιβολίας· αλλ' εάν αποσπάσωμεν τα όμματα μας απ' Αυτού, εάν, καθώς συχνά δελεαζόμεθα να πράττωμεν, αποβλέπωμεν μάλλον προς την ορμήν και την μανίαν των καταστρεπτικών εκείνων στοιχείων ή εις Αυτόν τον δυνάμενον να βοηθήση και να σώση, τότε και ημείς αφεύκτως θα βυθισθώμεν. Ω, εάν αισθανώμεθα πάλιν και πολλάκις ότι τα πλημμυρούντα κύματα απειλούσι να μας πνίξωσι, και ο βυθός να καταπίη την χειμαζομένην ναυν της Εκκλησίας και της Πίστεως ημών, είθε πάλιν και πολλάκις να δοθή ημίν ν' ακούσωμεν εν μέσω της τρικυμίας και του σκότους, τας δύο εκείνας γλυκυτάτας του Σωτήρος εκφράσεις:
«Μη φοβού. Μόνον πίστευε».
«Εγώ ειμι. Μη φοβού».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Λ'. Αι ομιλίαι εις Καπερναούμ
Το πλήθος ζητεί σημείον. — Απάντησις του Ιησού. — Ο άρτος της ζωής. — Υλοφροσύνη των πολλών. — Θλιβερά ερώτησις των μαθητών.
Η ηώς της ημέρας εκείνης επανέτειλεν εις έν των θλιβερωτάτων επεισοδίων της ζωής του Σωτήρος. Διδάσκων την ημέραν εν τη Συναγωγή εις Καπερναούμ εσκεμμένως διεσκέδασε τους ατμούς της νόθου εκείνης δημοτικότητος, την οποίαν το θαύμα των Πέντε Άρτων συνήγαγε περί το πρόσωπόν Του, και έθεσεν ου μόνον τους επιπολαίους οπαδούς Του, αλλά καί τινας των εγγυτέρων μαθητών του εις δοκιμασίαν, υφ' ην η προς Αυτόν αγάπη των τελείως εξέλιπεν. Ο λόγος ούτος εν τη Συναγωγή αποτελεί σημαντικήν κρίσιν εις το στάδιόν Του. Μετ' αυτόν επήλθον εκδηλώσεις εκπλήξεως και απαρεσκείας, αίτινες υπήρξαν οι πρώτοι μυκηθμοί της τρικυμίας εκείνης του μίσους ήτις έμελλε τουντεύθεν να εκραγή κατά της θείας κεφαλής Του.
Είδομεν ήδη ότι τινές εκ του πλήθους, εμπλησθέντες αορίστου θαυμασμού και απλήστου περιεργείας, είχον προσκαρτερήσει επί της μικράς κοιλάδος της παρά την Βηθσαϊδά την Ιουλιάδα όπως παρακολουθήσωσι τας κινήσεις του Ιησού, και μετάσχωσι των ωφελημάτων και των θριάμβων των οποίων προσεδόκων ταχείαν την φανέρωσιν. Τον είχον ιδεί αποπέμποντα τους μαθητάς Του, και ίσως τον ανεκάλυψαν διά των οφθαλμών καθώς ανέβαινε μόνος εις το όρος· είχον παρατηρήσει ότι ο άνεμος ήτο εναντίος, και ότι ουδέν άλλο πλοίον ειμή το των Αποστόλων είχεν αποπλεύσει. Εβεβαιώθησαν άρα ότι θα τον εύρισκον κάπου επί των υψωμάτων, άνωθεν της κοιλάδος. Αλλ' όμως όταν η πρωία ανέτειλε, δεν είδον ίχνος Αυτού ούτε επί της κοιλάδος ούτε επί των λόφων. Εν τω μεταξύ πλοιάρια τινα, ίσως εξωσθέντα υπό της αυτής τρικυμίας ήτις είχεν επιβραδύνει τον πλουν τον μαθητών, είχον φθάσει εκ Τιβεριάδος. Επέβησαν εις ταύτα όπως περαιωθώσιν εις Καπερναούμ· κ' εκεί, λίαν πρωί, Τον εύρον, μεθ' όλους τους κόπους και τας συγκινήσεις της χθες, κατόπιν της νυκτός της μονώσεως, και της προσευχής, και της τρικυμίας, γαλήνιον καθήμενον, και ατάραχον διδάσκοντα εν τη συνήθει Συναγωγή.
«Ραββί, πότε ήλθες ώδε;» είνε η έκφρασις της φωτινής εκπλήξεώς των· αλλ' Εκείνος σιωπά. Το θαύμα του περιπάτου επί του ύδατος ήτο θαύμα ανάγκης και ελέους· δεν απέβλεπεν αυτούς, ουδ' εγένετο δι' αυτούς· ούτε απλώς ως ποιητής θαυμάτων ο Χριστός ήθελε να πείση και να προσελκύση αυτούς. Και διά τούτο, αναγινώσκων εις τας καρδίας των, γνωρίζων ότι Τον εζήτουν μ' εκείνο το πνεύμα το οποίον Αυτός δεν ηγάπα, ηρέμα ανέσυρε τον πέπλον της ίσως ημιασυνειδήτου υποκρισίας ήτις απέκρυπτε τούτους αφ' εαυτών, και τους ήλεγξεν ότι τον εζήτουν, όχι διότι είδον σημεία, αλλά διότι έφαγον εκ των άρτων και εχορτάσθησαν. Αλλά προς χάριν των προσέθηκε το αιώνιον μάθημα: «Εργάζεσθε μη διά την βρώσιν την απολλυμένην, αλλά διά την βρώσιν την μένουσαν εις ζωήν αιώνιον, ην δώσει υμίν ο Υιός του Ανθρώπου, ότι Αυτόν εσφράγισεν ο Πατήρ, ο Θεός».
Κατ' αρχάς εκείνοι συνεκινήθησαν και ησχύνθησαν. Είχεν αναγνώσει εις τας καρδίας των ορθώς, όθεν τον ηρώτησαν: «Τι ποιήσωμεν ίνα εργαζώμεθα τα έργα του Θεού;»
Τούτό εστι το έργον του Θεού ίνα πιστεύητε είς Ον απέστειλεν».
Αλλά ποίον σημείον θα τους έδιδεν ο Ιησούς ίνα πιστεύσωσιν εις Αυτόν; Οι πατέρες των έφαγον το μάννα εν τη ερήμω, το οποίον ο Δαυίδ ωνόμασεν άρτον εξ ουρανού.
Το συμπέρασμα ήτο κατάδηλον. Ο Μωυσής τους είχε δώσει μάννα εξ ουρανού· ο Ιησούς άχρι τούδε, υπηνίσσοντο, τους έδωκε μόνον κριθίνους άρτους εκ της γης. Εφαντάζοντο ότι, εάν ήτο ο αληθής Μεσσίας, έμελλε, σύμφωνα με τας παραδόσεις του έθνους των, να τους πλουτίση και να τους στεφανώση, και να τους σιτίση με καρπούς εκ της Εδέμ, και με κρέατα Βεεμώθ και Λεβιάθαν, και με άμπελον ερυθρού οίνου. Δεν ηδύνατο ο ίδιος ψαλμός τον οποίον ανέφερον να τους διδάξη πόσον ανωφελές θα ήτο αν ο Ιησούς τους έδιδε μάννα, το οποίον υπέθετον ότι ήτο αγγέλων τροφή; Δεν δεικνύει ρητώς ο ψαλμωδός ότι το να χαρίση τις τοιαύτα ευεργετήματα σημαίνει να κάμη τους ανθρώπους να ζητώσιν απλήστως πλείονα; Εάν ο Θεός είχε δώσει εις τους πατέρας των πλείονα, ήτο μόνον διότι «ουκ επίστευσαν επί τον Θεόν, και ουκ έθεντο επ' Αυτώ την ελπίδα αυτών». Αλλ' «έτι της βρώσεως ούσης εν τω στόματι αυτών, και οργή Θεού ανέβη επ' αυτούς, και επάταξε τους ισχυρούς αυτών, και τους ισχυρούς του Ισραήλ κατέβαλε». Και δεν διδάσκει ο ψαλμός ότι μεθ' όλην την οργίλην εκείνην δωρεάν την γενομένην προς αυτούς εις το πλήρες των επιθυμιών της καρδίας αυτών, αντί να πιστεύσωσι και να ταπεινωθώσιν, επί μάλλον και μάλλον ημάρτησαν κατ' Αυτού και Τον ηθέτησαν; Εάν δεν απεδείκνυεν όλη η ιστορία του έθνους των ότι η πίστις πρέπει να εδράζηται επί ισχυροτέρων θεμελίων ή επί σημείων και θαυμάτων, και ότι η πονηρά καρδία της απιστίας πρέπει να ελαύνηται υπό ευγενεστέρων συγκινήσεων ή της εκπλήξεως προς την τεταμένην χείρα και τον βραχίονα τον κραταιόν;
Αλλ' ο Ιησούς πάραυτα τους ωδήγησεν εις υψηλοτέρας σφαίρας ή τας των ιστορικών παραδειγμάτων. Εκείνος όστις τους έδωκε το μάννα ήτο όχι ο Μωυσής αλλ' ο Θεός· και ότι το μάννα ήτο μόνον κατά ποιητικήν μεταφοράν άρτος ες ουρανού· αλλ' ότι ο Πατήρ Του, ο αληθής δοτήρ, τους δίδει τον αληθή άρτον τον εκ του ουρανού τώρα, τον άρτον του Θεού, τον εκ του ουρανού καταβάντα, και παρέχοντα ζωήν τω κόσμω.
Το πνεύμα των εισέτι προσεκολλάτο εις απλάς υλικάς εικόνας. Έσπευσαν να Του ζητήσουν τον άρτον τούτον τον εκ του ουρανού, τόσον απλήστως όσον η Σαμαρείτις είχε ζητήσει το ύδωρ το οποίον σβύνει πάσαν δίψαν. «Κύριε, δος ημίν τον άρτον τούτον».
Ο Ιησούς είπεν αυτοίς, «Εγώ ειμι ο άρτος της ζωής. Ο ερχόμενος προς Με ου μη πεινάσει, και ο πιστεύων εις Εμέ ου μη διψήσει εις τον αιώνα». Προσέθηκε δε ότι Αυτός ήλθεν ίνα ποιήση το θέλημα του Πατρός, και ότι το θέλημα Αυτού ήτο ίνα οι ερχόμενοι προς τον Υιόν Του έχωσι ζωήν αιώνιον.
Τότε οι οργίλοι γογγυσμοί εξερράγησαν πάλιν, όχι από τον πολύν όχλον, αλλ' από τους παλαιούς πολεμίους του, τους άρχοντας των Ιουδαίων: Πώς ηδύνατο να λέγη ότι κατήλθεν εκ του ουρανού; πώς ηδύνατο να ονομάζη τον Εαυτόν του άρτον της ζωής; «Ουχ ούτος εστιν Ιησούς, ο υιός Ιωσήφ του τέκτονος, ο από Ναζαρέτ;»
Ο Ιησούς ουδέποτε απήντησεν εις τους μυρμυρισμούς τούτους περί της υποτιθεμένης γενεαλογίας Του και του τόπου της γεννήσεως Του, αποκαλύπτων εις τα κοινά πλήθη το υψηλόν μυστήριον της επί γης παρουσίας Του. «Ουχ' αρπαγόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ». Δεν έσπευδε να διεκδικήση την θεότητά Του, ή ν' απαιτήση την προσκύνησιν την οφειλομένην Αυτώ. Ήθελε ν' αφήση την λάμψιν της θείας φύσεως Του, να επιφυτίση εις τους ανθρώπους βαθμηδόν, όχι κατ' αρχάς ως φως της μεσημβρίας, αλλά πραέως ως φως της πρωίας διά του λόγου και των έργων Του. Κατά πληρεστάτην και βαθυτάτην έννοιαν, «Εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών».
Αλλ' απήντησεν εις τους γογγυσμούς, καθώς πάντοτε έπραττε, δι' εντονωτέρας, πληρεστέρας, σαφεστέρας ανακηρύξεως αυτής της αληθείας την οποίαν εκείνοι απέρριπτον. Ούτω είχε πράξει προς τον Νικόδημον· ούτω είχε διδάξει την Σαμαρείτιν· ούτω είχεν απαντήσει εις τους διδασκάλους του Ναού οίτινες τον κατηγόρουν επί αθετήσει του Σαββάτου. Αλλ' ο δειλός Ραββίς και η πλάνης γυνή έδειξαν αρκετήν πίστιν ώστε να εμβλέψωσι βαθύτερον εις τους λόγους Του, και ταπεινώς να ζητήσωσι την έννοιάν των, και ούτω να οδηγηθώσιν εις την αλήθειαν. Ουχ ούτως οι ακροαταί ούτοι. Ο Θεός τους είχεν ελκύσει προς τον Χριστόν, και ούτοι απέρριψαν την δωρεάν Του. Ότε ο Ιησούς υπέμνησεν αυτούς ότι το μάννα δεν ήτο ζωηδότειρα ουσία, επειδή οι πατέρες των είχον φάγη εκ τούτου και απέθανον, αλλ' ότι αυτός ήτο ο άρτος της ζωής, εκ του οποίου όλοι οι εσθίοντες θα ζήσωσιν εις τον αιώνα· και όταν εν εκπληκτικωτέρα ακόμη γλώσση προσέθηκεν, ότι ο άρτος τον οποίον θα έδιδε θα ήτο η σαρξ Αυτού διά την ζωήν του κόσμου, τότε, αντί να ζητήσωσι την βαθείαν έννοιαν των λεγομένων, ηγανάκτων και εμάχοντο ερωτώντες, «Πώς δύναται ούτος δούναι ημίν την σάρκα Αυτού φαγείν;»
Ούτως ήσαν σαρκικοί, και να είνε τις σαρκικός είνε θάνατος. Δεν επεζήτουν την αλήθειαν, και αύτη επί μάλλον αφηρείτο απ' αυτών. «Από του μη έχοντος, και ο έχει αρθήσεται απ' αυτού». Με γλώσσαν ακόμη εμφαντικωτέραν, ο Ιησούς είπεν αυτοίς, «Εάν μη φάγητε την σάρκα του Υιού του Ανθρώπου, και πίητε Αυτού το αίμα, ουκ έχετε ζωήν εν εαυτοίς»· και πάλιν· «Ο εσθίων εκ του άρτου τούτου ζήσεται εις τον αιώνα».
Είνε αβέβαιον αν, αποκαλών Εαυτόν Υιόν του Ανθρώπου, ο Κύριος ενόει Β ε ν Α δ ά μ, ήτοι αντιπρόσωπον της Ανθρωπότητος (καθώς λέγει και ο Παύλος, «Ο πρώτος άνθρωπος εκ γης χοϊκός, ο δεύτερος εξ ουρανού), η Β α ρ Ε ν ώ ς. Το εβραϊκόν Ε ν ώ ς σημαίνει τον άνθρωπον εν τη ασθενεία Του. Πιθανώς ο τίτλος εσήμαινεν εν ταυτώ τον αντιπρόσωπον της Ανθρωπότητος εν τε τη ασθενεία και τη τιμή αυτής.
Αναμφιβόλως οι λόγοι ήσαν δύσκολοι. Ο θάνατος και το πάθος του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, και το μυστήριον της Ευχαριστίας Του, εν ώ πνευματικώς και αυτουσίως εσθίομεν Αυτού την σάρκα και πίνομεν Αυτού το αίμα, μας κατέστησεν ικανωτέρους να καταλαμβάνωμεν το νόημα των λόγων Του. Εάν ο Μυστικός Δείπνος του Κυρίου επέχυσε δι' ημάς αφθονώτερον φως επί της εννοίας των λεγομένων Του, ενυπήρχεν όμως εις τα ρήματα αρκετή δόσις σαφήνειας όπως επιλάμψη εις πάντα προσέχοντα ακροατήν η μεγάλη αλήθεια, η συνήθης ήδη προς αυτούς από του Νόμου των, ότι «Ουκ επ' άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος, αλλ' επί παντί ρήματι Θεού». Οι λόγοι Του, παρατηρεί ο Άγιος Αυγουστίνος, ήσαν τραχείς μόνον εις τους τραχείς, και απίστευτοι μόνον εις τους απίστους. Το μάθημα το οποίον ήθελε να τους διδάξη ήτο τούτο, ότι η αιώνιος ζωή είνε ο Υιός του Θεού. Ηδύναντο να ασπασθώσιν ή ν' απορρίψωσι την αλήθειαν την οποίαν απεκάλυπτεν εις τας συνειδήσεις των, αλλά δεν θα υπήρχε δυνατή δικαιολογία διά την δήθεν ανικανότητά των όπως εννοήσωσι την σημασίαν της.
Υπήρχε διδασκαλία ήτις είνε, και σκοπόν έχει να είνε, ου μόνον παιδαγωγική, αλλά και δοκιμαστική· Τοιούτον υπήρξε το αντικείμενον του λόγου τούτου. Όπως το εννοήσωσιν ορθώς απητείτο αγών, ου μόνον της νοήσεως, αλλά και της βουλήσεως, είχε σκοπόν να θέση τέρμα εις τας ιδιοτελείς και παχυλάς εννοίας και ελπίδας περί εγκοσμίου βασιλείας του Μεσσίου. Όχι δε μόνον το πλήθος και οι άρχοντες, αλλά και οι ίδιοι μαθηταί Του εσκανδαλίσθησαν εκ των λόγων. Και διά τούτο ο Σωτήρ, όταν κατέλιπον την Συναγωγήν και απήλθον κατ' ιδίαν, ελάλησε προς τους μαθητάς Του, και εξήγησεν Αυτοίς ότι, όχι μόνον κατά γράμμα, αλλά κατά πνευματικωτέραν εκδοχήν έπρεπε να εκληφθώσιν οι λόγοι Του. «Το πνεύμα εστι το ζωοποιούν· η σαρξ ουκ ωφελεί ουδέν. Τα ρήματα α λαλώ υμίν πνεύμα εστι και ζωή εστι». Διατί άρα εύρον τους λόγους Του τόσον σκληρούς; Λέγει αυτοίς· διότι τινές εξ αυτών δεν επίστευον· διότι, ως είχεν ήδη ειπεί εις τους Ιουδαίους, το πνεύμα της πίστεως είνε δώρημα και χάρις του Θεού, και την δωρεάν ταύτην οι γογγυσταί εκείνοι απέριπτον, και κατά της χάριτος ταύτης εμάχοντο και νυν έτι.
Φαίνεται ότι υπάρχει υπαινιγμός τις προς τον Ιούδαν τον Ισκαριώτην εις τους λόγους τούτους· και είνε πιθανόν ότι, από της στιγμής ταύτης, ότε αι παχυλαί ιδέαι περί κοσμικής βασιλείας του Μεσσίου διεσκεδάσθησαν σκοπίμως υπό του Χριστού, απογοητευθείς ο μέλλων προδότης ήρχισε να τείνη προς την προδοσίαν.
Και από του χρόνου τούτου πολλοί εκ των οπαδών Του εγκατέλιπον τον Ιησούν. Και μεταξύ του πλήθους η ζωή του θα ήτο μοναχικωτέρα από τούδε, επειδή ολιγώτεροι θα υπήρχον οι γνωρίζοντες και αγαπώντες Αυτόν. Με καρδίαν βαθέως τεθλιμμένην, Εκείνος απηύθυνε προς τους Δώδεκα την συγκινητικήν ερώτησιν:
&«Μη και υμείς θέλετε υπάγειν;»&
Τότε η καρδία του Σίμωνος Πέτρου ενθέρμως ωμίλησε και δι' όλους τους λοιπούς. «Κύριε, έκραξε, προς τινα πορευσόμεθα; &Ρήματα ζωής αιωνίου έχεις.& Και εγνώκαμεν και πεπιστεύκαμεν ότι Συ ει ο Άγιος του Θεού».
Ήτο μεγάλη ομολογία, αλλά κατά την πικράν εκείνην στιγμήν η καρδία του Ιησού ήτο βαρέως τεθλιμμένη, και μόνον απήντησεν: «Ουχ υμάς τους δώδεκα εξελεξάμην, και είς εν υμίν διάβολος;»
Η έκφρασις ήτο τρομερός ισχυρά, καίτοι δε ύστερον εγνώσθη ότι ενόει τον Ιούδαν, αμφίβολον είνε αν τότε εγίνωσκόν τινες τούτο, εκτός αυτού του προδότου.
Πολλοί ψευδείς και κίβδηλοι μαθηταί Τον εγκατέλιπον. Μήτοι αι λέξεις αύται είχον ευμενή σκοπόν να δώσωσιν αφορμήν εις την σκληράν ψυχήν του Ισκαριώτου, ώστε πριν βυθισθή εις βαθυτέραν ενοχήν, να Τον εγκαταλίπη; Εάν ούτως έχη, η νουθεσία απερρίφθη. Εν θανασίμω αμαρτία εναντίον της ιδίας συνειδήσεώς του, ο Ιούδας επέμενε να επισωρεύση δι' εαυτόν οργήν, «εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως του δικαίου κρίματος του Θεού».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΑ'. Η λύσσα των εχθρών του Χριστού
«Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». — «Φάγος και οινοπότης». — «Οι μαθηταί σου ου νηστεύουσι». — «Μετά τελωνών και αμαρτωλών». — «Έλεον και ου θυσίαν». — Ο Άσωτος υιός. — Διατί αθετεί το Σάββατον; — Οι στάχυς των σπορίμων. — Η διαγωγή του Δαυίδ — «Ει έξεστιν αγαθοποιείν εν Σαββάτω». — Αι άνιπτοι χείρες. — «Ου τα εισερχόμενα αλλά τα εξερχόμενα».
Καίτοι ο λόγος τον οποίον αρτίως διεξήλθομεν απετέλεσε σημαντικήν περίοδον εις το κήρυγμα του Κυρίου, και από τούδε εις το εξής τα νέφη σωρεύονται πυκνότερα εναντίον Του, δεν πρέπει όμως να υποτεθή ότι αύτη ήτο η πρώτη φορά, και εν Γαλιλαία ακόμη, καθ' ην η έχθρα κατά του προσώπου Του και της διδασκαλίας Του φανερά ανεπτύχθη.
Πρώτον, τα πρωιμώτερα ίχνη της αμφιβολίας και αστοργίας επήγασαν από την έκφρασιν την οποίαν πολλάκις μετεχειρίσθη; «Αφέωνταί σοι αι αμαρτίαι σου». Τας λέξεις ταύτας απηύθυνε προς την γυναίκα την αμαρτωλόν και προς τον παράλυτον. Και κατά τας δύο περιστάσεις η εκφώνησις αύτη διήγειρεν έκπληξιν και αποδοκιμασίαν. Εις την οικίαν του Σίμωνος, όπου θαύμα δεν συνέβη, ο Ιησούς αντικατέστησε την φράσιν δι' άλλης. Αλλά κατά την ίασιν του παραλυτικού, φανερός γογγυσμός ηγέρθη μεταξύ των Γραμματέων και Φαρισαίων, κ' εκεί αποκαλύψας πλειότερον εκ του αληθούς μεγαλείου Του, ο Ιησούς, διά της δυνάμεως του ποιείν θαύματα, διεξεδίκασε το δικαίωμά Του όπως συγχωρή αμαρτίας.
Το επιχείρημα ήτο αναντίρρητον, διότι ου μόνον η κρατούσα δοξασία εσχέτιζε πάσαν ασθένειαν μετά της αμαρτίας, αλλά και γενικώς υπεστηρίζετο υπό των ραββίνων ότι «ουδείς άνθρωπος θεραπεύεται από της ασθενείας του μέχρις ου όλαι αι αμαρτίαι Του συγχωρηθώσιν. Ήτο άρα εν πλήρει συμφωνία με τας δοξασίας των ότι Εκείνος όστις διά «της ιδίας εξουσίας Του ηδύνατο να ιατρεύη ασθενείας, ηδύνατο προσέτι διά της ιδίας εξουσίας Του ν' απαγγέλλη την άφεσιν. Είνε αληθές ότι εδυσκολεύοντο να εννοήσουν ή ίασιν ή συγχώρησιν μεταδιδομένην διά τοιούτων ανωμάλων μέσων, και άνευ των παραφέρνων των θυσιών και των ιερατικών επεμβάσεων. Αλλ' όμως παρά πάντα ταύτα έμενε το γεγονός ότι αι ιάσεις πράγματι ετελούντο, και ενώπιον χιλιάδων μαρτύρων. Ησθάνθησαν άρα ότι το έδαφος τούτο της αντιδράσεως ήτο αστήρικτον, και σιωπηλώς εγκατελείφθη. Το να λέγωσιν ότι υπήρχε «βλασφημία» εις τας εκφράσεις Του θα εχρησίμευε μόνον εις το ν' αναδείξη εν μείζονι λαμπρότητι το ότι υπήρχε θαύμα εις τας πράξεις του.
Δεύτερον, η κατηγορία ότι ήτο «φάγος και οινοπότης», η διατηρηθείσα ημίν διά της μνείας Αυτού του Κυρίου, ήτο λίαν καταφώρως ψευδής ώστε να μη αρκή να εξεγείρη πρόληψιν εναντίον Εκείνου όστις, ει και δεν ησπάσθη τον ασκητικόν βίον του Ιωάννου, έζησεν όμως εν άκρα λιτότητι, και απλώς έπραττεν ό,τι και οι λεπτολογώτατοι των Φαρισαίων, δεχόμενος προσκλήσεις εις δείπνα, όπου συνεχώς εύρισκε νέας ευκαιρίας όπως διδάσκη και αγαθοποιή. Η συκοφαντία πράγματι ανετράπη όταν ο Σωτήρ έδειξεν ότι η γενεά εκείνη ήτο ομοία με παιδάρια ιδιότροπα και διεστραμένα, τα οποία εις τίποτε δεν ηδύναντο να ευχαριστηθώσι, αφού κατηγόρουν τον Ιησούν επί ακρασία, διότι δεν απέφυγεν έν αβλαβές γεύμα, και τον Ιωάννην επί κατοχή δαιμονίου, διότι αντετάχθη κατά της κοινωνικής διαφθοράς του αιώνος.
Τρίτον, και εις την ένστασιν, «Διατί οι μαθηταί σου ου νηστεύουσι;» δεν φαίνεται να επέμειναν πολύ. Ο Ιησούς είχε δείξει το παράδειγμα της εγκρατείας διά της τεσσαρακονθημένου νηστείας, και πάντοτε διά των έργων και της διδασκαλίας Του υπέδειξεν ότι «Ουκ έστιν η βασιλεία του Θεού βρώσις και πόσις, αλλά δικαιοσύνη και άσκησις συν αγιασμώ».
Τέταρτον, μεγαλητέραν αντίδρασιν εκίνησεν η υπό του Χριστού εκλογή του Ματθαίου ως ενός των Αποστόλων, και η ανοχή ην πάντοτε έδειξε προς τους τελώνας και αμαρτωλούς. Πας λεπτολόγος Ιουδαίος εθεώρει ως επικατάρατον το πλήθος του έθνους του, το μη γνωρίζων τον Νόμον. «Ο όχλος ούτος ο μη γινώσκων τον Νόμον επικατάρατοί εισι». Και καθώς πας Ιουδαίος εθεώρει τον εθνικόν κόσμον μεθ' υπερτάτης περιφρονήσεως, ούτω και η φατρία των άγαν ζηλωτών εθεώρουν τους αμελεστέρους αδελφούς των ως όντας ολίγον τι καλλιτέρους των εθνικών. Και όμως ιδού Άνθρωπος όστις ανεμιγνύετο ελευθέρως και οικείως μετά των τελωνών και αμαρτωλών! Το δε χείριστον, υπέφερεν ώστε γυναίκες από τας οποίας είχεν εκβάλη επτά δαιμόνια, να Τον συνοδεύωσιν εις τας οδοιπορίας Του, και πόρναι να λούωσι τους πόδας Του με δάκρυα! Πόσον διάφορος των Φαρισαίων, οίτινες ισχυρίζοντο ότι υπήρχε μολυσμός εις την απλήν αφήν εκείνων οι οποίοι είχον αυτοί απλώς θιχθή υπό του βεβήλου όχλου, είχον δε διατυπώσει ως κανόνα ότι ουδείς ώφειλε να δεχθή ξένον εις την οικίαν του αν απλώς τον υπώπτευεν ως αμαρτωλόν!
Εν αρχή του κηρύγματός Του ο Ιησούς, μετά τρυφεράς ειρωνείας, είχεν απαντήσει εις την κατηγορίαν, μνημονεύσας την βαθείαν εκείνην έκφρασιν του Ωσηέ, όταν τους έστειλε να υπάγουν να μάθουν το τι σημαίνει: «Έλεον θέλω και ου θυσίαν». Είπε προσέτι αυτοίς, «Ου χρείαν έχουσιν οι ισχύοντες ιατρού αλλ' οι κακώς έχοντες». Κατά τας οψιμωτέρας ημέρας Του, όταν επορεύετο εις Ιεροσόλυμα, οι εχθροί εκείνοι και πάλιν «διεγόγγυζον» λέγοντες «Ούτος ο άνθρωπος μετά αμαρτωλών εσθίει και πίνει». Τότε ο Ιησούς απήντησε και εδικαιολόγησε τους τρόπους Του, και σαφέστερον απεκάλυψε το έλεος την αγάπην του Θεού προς τους μετανοούντας. Τούτο δε έπραξε διά των τριών ωραιοτάτων παραβολών του Απολωλότος Προβάτου, της Απολεσθείσης Δραχμής, και, προ πάντων, της του Ασώτου Υιού. Ληφθείσαι εκ των απλουστάτων στοιχείων της καθημερινής πείρας, αι παραβολαί αύται, και η τελευταία μάλιστα, αναδείκνυον, εις ανιούσαν κλίμακα τρυφερότητος, τα βαθύτατα μυστήρια της θείας συμπαθείας, την χαράν την γινομένην εν τω ουρανώ, επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι.
Εις το απολωλός βλέπομεν τον μωρόν και ανάλγητον αμαρτωλόν. Εις απολομένην δραχμήν, τον αμαρτωλόν τον φέροντα το αποτύπωμα της θείας εικόνος, αλλά κείμενον απολωλότα, άχρηστον και αγνοούντα την ιδίαν αξίαν του. Εις τον άσωτον υιόν, βλέπομεν τον αμαρτωλόν τον εν γνώσει και συνειδήσει.
Πού αλλού, εις όλην την βιβλιοθήκην της ανθρωπίνης φιλολογίας, δύναται να ευρεθή τι τόσον εκλάμπρως γλαφυρόν, τόσον φαεινώς διαυγές, τόσον ανάπλεων απείρου τρυφερότητος· τόσον πιστόν εις την εικόνα την οποίαν παρέχει των συνεπειών της αμαρτίας, και όμως τόσον πλήρες ελέους εις την ελπίδα την οποίαν εμπνέει προς διόρθωσιν και επιστροφήν, όσον η μικρά αύτη διήγησις; Πώς συνοψίζει τας παραμυθίας της θρησκείας και τας κακοπαθείας του βίου! Πάσα αμαρτία και τιμωρία, πάσα μετάνοια και συγγνώμη, ως άριστα διαγράφονται διά των ολίγων τούτων λέξεων. Αι ριζικαί διαφοραί ιδιοσυγκρασίας και κλίσεως, αίτινες χωρίζουσι τας διαφόρους τάξεις των ανθρώπων, η νόθος ανεξαρτησία ανησύχου ελευθέρας θελήσεως, η προτίμησις των απολαύσεων του παρόντος υπέρ τας ελπίδας του μέλλοντος, η πόρρω περιπλάνησις από της καθαράς και ειρηνικής χώρας, ήτις είνε αυτή η εστία μας, όπως εκπέση ο υιός εκείνος εις παν πάθος το οποίον σκορπίζει και φθείρει τα σπανιώτατα δώρα της ζωής, η βραχεία εξακολούθησις των αγρίων εκείνων σπασμών της απηγορευμένης ηδονής, η δάκνουσα πείνα, η φλέγουσα δίψα, η απεγνωσμένη δουλεία, η ανέκφραστος και ασυμπαθής κατάπτωσις ήτις αφεύκτως θα επακολουθήση, πού εζωγραφήθησαν όλα ταύτα τα μυριάκις επαναληφθέντα γνωρίσματα της αμαρτίας και της λύπης, αν και εδώ ζωγραφούνται με ολίγας γραμμάς μόνον, υπό αβροτέρας και αληθεστέρας χειρός; Απαραμίλλως εικονίζονται εις την εικόνα του άφρονος εκείνου υιού απαιτούντος προώρως την μερίδαν την οποίαν απαιτεί από τα αγαθά του πατρός του· αποδημούντος εις χώραν μακράν σπαταλούντος την ουσίαν του δι' ασώτου βίου· υποφέροντος εξ ενδείας εν τω ισχυρώ λιμώ· ηναγκασμένου να εκπέση εις την ατιμίαν του βόσκειν χοίρους και ποθούντος να γεμίση την κοιλίαν αυτού από των κερατίων ων ήσθιον οι χοίροι. (Σημειωτέον ότι οι Εβραίοι είχον τόσην αποστροφήν εις τους χοίρους, ώστε ούτε τους ωνόμαζον, αλλά δι' ευφημισμού τους εκάλουν δ α β ά ρ α κ χ έ ρ, ήτοι, «άλλο πράγμα».) Και ύστερον πώς ήλθεν εις τον εαυτόν του, πώς ενθυμήθη τους μισθίας του πατρός του, οίτινες επερίσσευον άρτων, και αυτός απέθνησκε της πείνης, πώς επέστρεψεν οίκαδε, πώς εξωμολογήθη εν αγωνία και συντριβή — όλη αύτη η ασύγκριτος κλίμαξ ήτις, ως φωνή εξ ουρανού, τόσας εκατοντάδας μυριάδων καρδιών εκίνησεν εις μετάνοιαν και δάκρυα.
«Και εγερθείς επορεύθη προς τον πατέρα αυτού. Έτι δε αυτού πόρρω απέχοντος, ο πατήρ είδε και εσπλαγχνίσθη επ' αυτόν, και δραμών έπεσεν επί τον τράχηλον αυτού και κατεφίλησεν αυτόν! Είπε δε αυτώ ο υιός, Πάτερ, ήμαρτον εις τον ουρανόν και ενώπιόν σου, και ουκ ειμί άξιος κληθήναι υιός σου. Είπε δε ο πατήρ τοις οικέταις. Ενέγκατε την στολήν την καλήν και ενδύσατε αυτόν, και δότε δακτύλιον επί την δεξιάν αυτού και πέδιλα εις τους πόδας· και θύσαντες τον μόσχον τον σιτευτόν φαγόντες ευφρανθώμεν· ότι ούτος ο υιός μου νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη».
Και εκ πρώτης όψεως ήθελε φανή ότι εδώ έμελλε να τελειώση η παραβολή ως εν μουσική αγγελικής κινύρας. Και εδώ θα ετελείωνεν αν το μυστήριον της ανθρωπίνης κακίας ήτο άλλο παρ' ό,τι είνε. Αλλά το συμπέρασμα της σχετίζεται αμεσώτερον προς τας περιστάσεις αίτινες την προυκάλεσαν. Οι οργίλοι γογγυσμοί των Φαρισαίων και Γραμματέων είχον δείξει εις πόσην άγνοιαν διετέλουν, εν τη πωρώσει και τη υπερηφανία της καρδίας των, ότι, εις το όμμα του Θεού, το δάκρυ ενός αληθώς μετανοούντος αμαρτωλού είνε αμετρήτως πολυτιμότερον ή η άστοργος τυπικότης χιλίων Φαρισαίων. Ολίγον υπώπτευον ότι η μετάνοια δύναται να φέρη την πόρνην και τον τελώνην εις στενωτέραν προς τον Δημιουργόν των ή η πολύπονος επιτήδευσις μυρίων φορτικών και σεβασμίων υποκρισιών. Και διά τούτο ο Ιησούς προσέθηκε πως ο υιός, ο πρωτότοκος υιός εισήλθε, και ηγανάκτησε προς τον θόρυβον της χαράς, και ωργίσθη επί τη προθύμω εκείνη συγγνώμη, και εμέμφθη την φιλόστοργον καρδίαν του πατρός, και εξετραγώδησε τας αμαρτίας του αδελφού του, και έδειξεν όλην την ανελεημοκακίαν καρδίας ήτις είχεν εκλάβη την ευπρέπειαν την εξωτερικήν ως ιερόν έρωτα.
Ψυχολογικαί και δραματικώταται είνε αι εκφράσεις του πρωτοτύπου, του κατά Λουκάν. Εκείνο το ι δ ο ύ, με το οποίον αρχίζει ο πρωτότοκος την αποστροφήν του· το «εγώ τοσαύτα έτη δουλεύω», «εμοί ουκ έδωκας ερίφιον», το «ούτος ο υιός σου» (αντί να είπη ο α δ ε λ φ ό ς μ ο υ), το «ο καταφαγών σου τον βίον μετά πορνών», δεν αποδίδονται ευκόλως εις ουδεμίαν των νεωτέρων γλωσσών.
Όταν αναγινώσκωμεν την διήγησιν ταύτην, και μελετώμεν όλα όσα εμπερικλείει — τον άσωτον βίον και την μετάνοιαν του νεωτέρου υιού, εν αντιθέσει προς την πεπωρωμένην κακοβουλίαν και τον φθόνον του πρεσβυτέρου — δυνάμεθα από καρδίας να ευχαριστήσωμεν τον Θεόν, ότι εκείνος, ο εξάγων καλόν εκ του πονηρού, μέλι εκ του φονευμένου λέοντος και ύδωρ εκ της ακροτόμου πέτρας, ηδύνατο και εκ του υλικού τούτου ν' αντλήση την θειοτάτην έκφρασιν πάσης αποκαλύψεως την παραβολήν του Ασώτου Υιού.
Η σχέσις του Ιησού προς τους Τελώνας και αμαρτωλούς εξηγήθη ούτω, καθώς και ο πλήρης ανταγωνισμός μεταξύ του πνεύματος Αυτού κ' εκείνης της πεφυσιωμένης θρησκοληψίας ήτις είνε η παραποίησις του αληθούς θρησκεύματος. Ο Ιουδαϊσμός των ημερών εκείνων υποκαθιστά κενούς τύπους και ανοήτους τελετάς αντί αληθούς ευθύτητος· υπελάμβανε την ανελεήμονα αποκλειστικότητα ως γνησίαν ευσέβειαν. Ήτο τόσον βαθέως υποκριτικός, ώστε να μη αναγνωρίζη την ιδίαν υποκρισίαν του. Ευχαριστεί τον Θεόν διά τας κακίας του τας οποίας ενόμιζεν ως αρετάς, κ' εφαντάζετο ότι Εκείνος θα ηρέσκετο εις λατρείαν εν ή ούτε ταπείνωσις υπήρχεν, ούτε αλήθεια, ούτε ευορκία, ούτε αγάπη. Εκείνοι οίτινες εφρόνουν ότι ήσαν τόσον πλούσιοι και ευθηνούντες εν αγαθοίς, ώφειλον να μάθωσιν ότι ήσαν ελεεινοί και τρισάθλιοι και τυφλοί και γυμνοί. Τα πρόβατα εκείνα, τα οποία εφαντάζοντο ότι δεν είχον πλανηθή, ώφειλον να εννοήσωσιν ότι το δύστηνον απολωλός πρόβατον θα ηδύνατο να προσαχθή εις την μάνδραν επί των ώμων του Ποιμένος του Καλού, μετά βαθυτέρας ακόμη φιλοστοργίας. Εκείνοι οι υιοί οι πρωτότοκοι είχον να μάθωσιν ότι το πνεύμα του Πατρός των ήτο τούτο, το συμπέρασμα της δεσποτικής παραβολής: «Ευφρανθήναι δε και χαρήναι έδει, ότι ο α δ ε λ φ ό ς σ ο υ ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη.»
Αλλ' όσον και ήτο καταφανές ότι το πνεύμα του Χριστού και το πνεύμα του Φαρισαίου αντέκειντο αδιαλλάκτως προς άλληλα, μέχρι τούδε οι εχθροί του Χριστού δεν ηδυνήθησαν να βλάψωσι την επίδρασίν Του ή να περιστείλωσι το έργον Του. Το να συγχωρή, διά του αυτού λόγου όστις ιάτρευε τας νόσους, τας αμαρτίας εξ ων επίστευον ότι όλαι αι νόσοι προέρχονται, το να συμμετέχη κοινωνικών εορτών, το να αναστρέφηται μετά τελωνών και αμαρτωλών, όλα ταύτα δεν ηδύναντο να ερμηνευθώσιν ως παραβάσεις του Νόμου. Αλλά μία βαρυτέρα κατηγορία, επιμονώτερον επαναλαμβανομένη, σφοδρότερον υποστηριζομένη, υπελείπετο, η κατηγορία ότι παρέβαινε τους νόμους του Μωυσέως διά της μη τηρήσεως του Σαββάτου. Τούτο επροξένησε κατάπληξιν, αδημονίαν, μανίαν, δίψαν εκδικήσεως, ήτις κατεδίωζε τον Χριστόν μέχρι του σταυρού. Διότι το Σάββατον ήτο θεσμός όχι μόνον μωσαϊκός αλλ' αρχέτυπος, και κατέστη το μάλλον διακριτικόν και το μάλλον εμπαθώς τηρούμενον εξ όλων των δογμάτων, τα οποία εχώριζον τους Ιουδαίους από των εθνικών ως ιδιαίτερον λαόν. Ήτο ενταυτώ το σημείον των αποκλειστικών προνομίων των και το κέντρον της αγόνου τυπολατρείας των. Όχι μόνον ετηρείτο εν τω ουρανώ, πριν υπάρξωσιν άνθρωποι, αλλ' ο λαός του Ισραήλ δι' αυτό έγεινε, λέγει το Ταλμούδ, διά να τηρή το Σάββατον. Μήπως δεν τηρείται θαυμασίως και υπ' αυτού του Σαββατιαίου λεγομένου ποταμού της Αγίας Πόλεως; Εσεμνύνοντο διότι επροτίμησαν να χάσουν μάχας, να κατακοπώσιν υπό των εχθρών των, ν' αφίσωσιν την Ιερουσαλήμ κινδυνεύουσαν, όπως μη λύσωσι το Σάββατον. Κατά τον άγαν σχολαστικόν ραββίνον Σαμμαΐ ουδείς εν Σαββάτω ώφειλε να βοηθήση τον ασθενή ή να παρηγορήση τον τεθλιμμένον. Και αυτή η διατήρησις της ζωής ήτο παράβασις του Σαββάτου. Το Σάββατον ώφειλον και οι πτωχοί να εστιώνται τρις, αλλά χωρίς ν' ανάπτωσι πυρ μήτε να μαγειρεύωσιν. Αφ' ετέρου το να φονεύση τις κώνωπα είνε το αυτό ως να φονεύση κάμηλον. Και η Μεγάλη Συναγωγή εξέδωκε τριακονταεννέα διατάξεις και απειραρίθμους παραδιατάξεις όσον αφορά την τήρησιν του Σαββάτου. «Δεν πρέπει εν Σαββάτω να διαβαίνης ποταμόν επί καλοβάθρων, διότι πράγματι φέρεις τα καλόβαθρα. Γυνή δεν πρέπει να φέρη ταινίας εν Σαββάτω, εκτός αν είνε ερραμέναι εις την εσθήτα της. Αν έχη τις ψευδείς οδόντας δεν πρέπει να τους φέρει εν Σαββάτω. Άνθρωπος πάσχων εξ οδονταλγίας δεν πρέπει να πλύνη το στόμμα του με όξος, αλλά να το κρατή εις το στόμα του και να το καταπίνη. Δύο γράμματα της αλφαβήτου δεν πρέπει να γράψη τις. Ο ασθενής δεν πρέπει να στείλη να ζητήση ιατρόν εν Σαββάτω. Ράπτης δεν πρέπει να εξέλθη με την βελόνην του την νύκτα της Παρασκευής, μήπως την λησμονήση επάνω του, και ούτω λύση το Σάββατον φέρων την βελόνην. Αλέκτωρ δεν πρέπει να φέρη ταινίαν περί το σκέλος του εν ημέρα Σαββάτου, κτλ κτλ.
Και όμως, ιδού Άνθρωπος αξιών ότι είνε προφήτης, και περισσότερον προφήτου, όστις εσκεμμένως έθετεν εκποδών, καθώς εφαίνετο αυτοίς, την προαιώνιον αγιότητα της ημέρας ταύτης των ημερών! Και ο προσεκτικός αναγνώστης των Ευαγγελίων θα εκπλαγή βλέπων οπόση μερίς της έχθρας την οποίαν ο Κύριος ημών προεκάλει, ου μόνον εν Ιερουσαλήμ, αλλά και εν Γαλιλαία και τη πέραν του Ιορδάνου χώρα, περί μόνον το κεφάλαιον τούτο εστρέφετο. Επτά ιάσεις εν Σαββάτω ιστορούνται, και άλλαι μνημονεύονται, εν τοις Ευαγγελίοις.
Ο χορτασμός των πεντακισχιλίων και η ομιλία εν τη Συναγωγή της Καπερναούμ συνέβησαν αμέσως προ του Πάσχα. Ουδείς εκ των Ευαγγελιστών διηγείται τα συμβάντα, τα αμέσως επακολουθήσαντα. Αν παρευρέθη ο Ιησούς εις το Πάσχα τούτο, θα το έκαμεν όλως κατ' ιδίαν, και ουδέν συμβεβηκός της επισκέψεώς Του απεμνημονεύθη. Είνε δε πιθανώτερον ότι ο κίνδυνος και η αντίδρασις την οποίαν είχε συναντήσει εν Ιερουσαλήμ ήρκεσαν να επιφέρωσι την αποχήν του, «έως αν παρέλθη τυραννία». Δυνατόν εντοσούτω, αν δεν απήλθεν αυτοπροσώπως, τινές των μαθητών Του να εξεπλήρωσαν την εθνικήν ταύτην υποχρέωσιν και δυνατόν ίσως η επιτήρησις της διαγωγής των, συνδυαζομένη προς το μίσος το οποίον είχεν εμπνεύσει το πρόσταγμά Του προς τον παράλυτον όπως άρη τον κράββατον εν Σαββάτω, να έπεισε τους Γραμματείς και Φαρισαίους της Ιερουσαλήμ να πέμψωσί τινας εκ των ιδικών των προς ιχνηλάτησιν των διαβημάτων Του, και κατασκόπευσιν των πράξεων Του, και παρά τας όχθας της αγαπητής Του λίμνης. Βέβαιον είνε ότι από τούδε, εις πάντα σταθμόν του σταδίου Του, εις τους αγρούς, εις τας Συναγωγάς, εις τας εορτάς, εις τας οδοιπορίας, εις Καπερναούμ, εις Μάγδαλα, εν Περαία, εν Βηθανία, πανταχού Τον βλέπομεν να επιτηρήται, να στενοχωρήται, να επιτιμάται, να επερωτάται, να πειράζηται, να υβρίζηται, υπό των σκευωρών τούτων, των αντιπροσώπων των αρχόντων του έθνους Του, περί των οποίων επανειλημμένως μας λέγουν οι Ευαγγελισταί ότι δεν ήσαν εγχώριοι, αλλά «ελθόντες τινές από Ιεροσόλυμα. Η πρώτη εν Γαλιλαία προσβολή προήλθεν εκ της περιστάσεως ότι, διερχόμενοι διά των σπορίμων εν ημέρα Σαββάτου (ο Λουκάς έχει την φράσιν «εν Σαββάτω δευτεροπρώτω», το οποίον κατά τινα εικασίαν ίσως σημαίνει, εν Σαββάτω πρώτω του μηνός του δευτέρου), οι μαθηταί Του πεινάσαντες, έκοψαν στάχυας, έτιλαν αυτούς εις τας παλάμας των χειρών των, εφύσησαν το άχυρον, και έφαγον. Αναντιρρήτως, τούτο ήτο μέγιστον σφάλμα, θανάσιμον μάλιστα, εις τους οφθαλμούς των νομοφυλάκων. Το θερίζειν και το αλωνίζειν εν Σαββάτω βεβαίως ήσαν απηγορευμένα, αλλ' οι Ραββίνοι απεφάνθησαν ότι το να κόψη τις στάχυν είνε το αυτό ως να θερίση, και το να τίλη το στάχυν με την χείρα, το αυτό ως ν' αλωνίση! Ίσως οι κατάσκοποι ούτοι Φαρισαίοι έχον ακολουθήσει τον Ιησούν κατά το Σάββατον τούτο διά να επιτηρήσωσιν αν θα εβάδιζε περισσότερον ή την κεκανονισμένην Σαββάτου οδόν, ήτοι περί τους δισχιλίους πήχεις. Αλλ' εκεί έσχον το ευτύχημα ν' ανακαλύψωσιν έν πολύ χειρότερον σκάνδαλον· μίαν πράξιν των μαθητών ήτις, κατά την τεχνικήν ερμηνείαν του νόμου, καθίστα αυτούς ενόχους θανάτου διά λιθοβολισμού. Αυτός ο Ιησούς δεν υπήρξε συναυτουργός εις το πταίσμα. Φαίνεται εκ των εκφράσεων του ευαγγελιστού Μάρκου ότι περιεπάτει κατά μήκος των εσπαρμένων αγρών διά της συνήθους οδού, υποφέρων την πείναν Του όσον ηδύνατο, ενώ οι μαθηταί Του ήνοιξαν δρόμον αναμέσων των σταχύων, κόπτοντες αυτούς καθόσον προυχώρουν. «Εγένετο παραπορεύεσθαι Αυτόν διά των σπορίμων, και ήρξαντο οι μαθηταί Αυτού οδόν ποιείν τίλλοντες τους στάχυας». Δεν υπήρχε δε ουδέν κακόν εις το τίλλειν τους στάχυας· τούτο ου μόνον εκυρούτο διά των εθίμων, αλλά ρητώς επετρέπετο υπό του Μωσαϊκού Νόμου, (Δευτερονομ. ΚΓ'. 25). Αλλά το έγκλημα συνίστατο εις το ότι τούτο εγίνετο εν Σαββάτω! Πάραυτα οι Φαρισαίοι περικυκλούσι τον Κύριον, και δεικνύουσι τους μαθητάς ερωτώντες οργίλως, «Ίδε, τι ποιούσιν, ο ουκ έξεστι ποιείν εν Σαββάτω;»
Μετά θείας ετοιμότητος, με το βάθος εκείνο της οξυνοίας και το εύρος της γνώσεως, το οποίον εχαρακτήριζε τας αποκρίσεις Του εις τας εξαφνικωτέρας ερωτήσεις, ο Ιησούς υπεράσπισε τους μαθητάς Του. Επειδή η κατηγορία την φοράν ταύτην δεν απηυθύνετο κατ' Αυτού αλλά κατά των μαθητών Του, ο τρόπος της υπερασπίσεως Του, διαφέρει εξ ολοκλήρου από εκείνον τον οποίον, ως είδομεν, είχε μεταχειρισθή εν Ιερουσαλήμ. Εκεί εστήριξε την υποτιθεμένην αθέτησιν του Νόμου επί της προσωπικής Του εξουσίας· εδώ, ενώ ακόμη εκήρυττεν Εαυτόν Κύριον του Σαββάτου, ηρύσθη από την ιστορίαν των και από τον Νόμον των παράδειγμα το οποίον απέλυε πάσης μομφής τους μαθητάς Του. «Ουκ ανέγνωτε, (είπε, μετά τινος ίσως λεπτής ειρωνείας) πως ο Δαυίδ, ου μόνον εισήλθεν εις τον Οίκον του Θεού εν Σαββάτω, αλλ' έφαγε τους άρτους της Προθέσεως, ους ουκ έξεστι φαγείν ειμή τοις ιερεύσι μόνοις;» Εάν ο Δαυίδ, ο ήρως των, ο ευνοούμενός των, ο άγιός των, φανερώς ούτω παρέβη το γράμμα του Νόμου, και όμως έμεινεν ανεύθυνος λόγω ανάγκης υπερτέρας πάσης λειτουργικής διατάξεως, πως ήσαν άξιοι μομφής οι μαθηταί διά την αθώαν πράξιν ότι εθεράπευον την πείναν των; Και πάλιν αν οι ραββίνοι διετύπωσαν ότι δεν υπάρχει Σαββατισμός εν τω Ναώ, και οι ιερείς ανάπτουσι πυρ και σφάζουσι τα θύματα εν τω Ναώ κατά το Σάββατον, και ο Νόμος όστις θεσπίζει το Σάββατον τους συγχωρεί, δεν ηδύνατο μείζον τι του Ναού να συγχωρήση τούτους; Και υπήρχε Τις μείζων του Ναού ενταύθα. Και είτα πάλιν τους υπομιμνήσκει ότι ο έλεος είνε κρείττων της θυσίας. Το Σάββατον επίτηδες εθεσπίσθη δι' έλεον, και διά τούτο ου μόνον δύνανται όλαι αι πράξεις του ελέους αμέμπτως να επιτελώνται εν αυτώ, αλλά τοιαύται πράξεις θα είνε αρεστοτέραι τω Θεώ ή όλαι αι αυτάρεσκοι λεπτολογίαι, αίτινες μετέβαλον πλούσιον ευεργέτημα εις φόρτον και εις παγίδα. Το Σάββατον έγεινε διά τον άνθρωπον, όχι ο άνθρωπος διά το Σάββατον, και διά τούτο, «Κύριος εστιν ο Υιός του Ανθρώπου και του Σαββάτου.
Εις έν των παλαιών χειρογράφων, των ευρισκομένων εν τη βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Καντεβριγίας, φέρεται εν τω κειμένω του Ευαγγελιστού Λουκά, μετά το εδάφιον 5 του ΣΤ' κεφαλαίου, αξιοσημείωτος προσθήκη. Κατ' αυτήν, ο Χριστός την ιδίαν ημέραν, ιδών τινα εργαζόμενον εν Σαββάτω, είπεν αυτώ ότι, εάν μεν γνωρίζη τι κάμνει, θα είνε ευλογημένος, εάν δε όχι, θα είνε επικατάρατος και παραβάτης του νόμου. Η προσθήκη είνε προδήλως απόκρυφος και υποβολιμαία. Πλην, όπως και αν έχη, η ιδέα δεν φαίνεται απορριπτέα. Και ο Άγιος Αυγουστίνος λέγει, ότι καλλίτερον ν' αροτριά τις παρά να χορεύη.
Περί την δείλην της αυτής ημέρας, ο Κύριος εισήλθεν εις την Συναγωγήν. Άνθρωπός τις (η παράδοσις λέγει ότι ήτο κτίστης, πηρωθείς ένεκα ατυχήματος εν τη εργασία, όστις παρεκάλεσε τον Χριστόν να τον θεραπεύση διά να μη βιασθή να επαιτή) εκάθητο εν τη Συναγωγή. Η παρουσία του, και ο σκοπός της παρουσίας του ήσαν γνωστά εις όλους· και εις τας πρώτας έδρας εκάθηντο Γραμματείς, Φαρισαίοι και Ηρωδιαναί, των οποίων το κακόβουλον βλέμμα ήτο προσηλωμένον προς τον Ιησούν, διά να ίδωσι τι θα έπραττεν, όπως τον κατηγορήσωσιν. Εκείνος δεν τους άφησεν επί μακρόν εν τη αμφιβολία. Πρώτον εκάλεσε τον άνθρωπον με την ξηράν χείρα να σταθή εις το μέσον. Και τότε ανέφερεν εις την κρίσιν της ιδίας συνειδήσεώς των το ζήτημα τα οποίον ήτο εις τας καρδίας των, διατυπώσας μόνον αυτό κατά τοιούτον τρόπον, ώστε να τους δείξη την αληθή σημασίαν του. «Έξεστιν (είπεν) εν Σαββάτω αγαθοποιείν ή κακοποιείν; ζωοποιείν (ως Εγώ πράττω δηλ) ή αποκτείνειν (ως υμείς εν ταις καρδίαις υμών μελετάτε να πράξητε);» Μία μόνον απάντησίς θα υπήρχεν εις τοιούτον ερώτημα, αλλ' εκείνοι δεν είχον έλθη εκεί διά να ζητήσωσιν ή διά να είπωσι την αλήθειαν. Ο μόνος σκοπός των ήτο να επιτηρήσωσι τι Αυτός θα έπραττε, και να στηρίζωσιν επί τούτου κατηγορίαν ενώπιον του Συνεδρίου, ή τουλάχιστον να Τον στηλιτεύσωσιν από τούδε με το στίγμα καταλύτου του Σαββάτου. Εις την ερώτησιν έμειναν βωβοί και ανάλγητοι. Αλλ' Εκείνος δεν ήθελε να τους επιτρέψη να διαφύγωσι την κρίσιν της ιδίας αυτών συνειδήσεως, ήθελε να τους δείξη ότι είνε αυτοκατάκριτοι, και διά τούτο εδικαιώθη εκ της ιδίας πρακτικής πείρας των ως και εκ της αδυναμίας των εις το ν' αποκριθώσιν. Είνε τις εξ υμών, ηρώτησεν, όστις, εάν έν μόνον πρόβατον εμπέση εις λάκκον ύδατος, δεν θα το δράξη διά να τα εξαγάγη εκείθεν; Πόσον καλλίτερος είνε ο άνθρωπος από έν πρόβατον; Το επιχείρημα ήτο ακαταμάχητον, αλλ' όμως η σιωπή των εξηκολούθει ακόμη. Εκείνος τους εθεώρησε μετ' οργής και αγανακτήσεως. Και είτα, καταστείλας την πικράν συγκίνησίν Του, διά να εκτελέση την πράξιν του ελέους Του, είπε προς τον άνθρωπον: «Έκτεινόν σου την χείρα». Δεν ήτο η χειρ εξηραμμένη; Πώς ηδύνατο να την εκτείνη; Το ρήμα του Χριστού έδωκε την δύναμιν προς εκτέλεσιν του προστάγματός Του· την εξέτεινε, και η χειρ ιάθη όλη.
Ούτω κατά πάντα τρόπον οι εχθροί Του ηττώντο· ηττώντο εις τα επιχειρήματα, κατησχύνοντο εις σιωπήν, εκωλύοντο εις τας προσπαθείας των όπως εύρωσιν αφορμήν τινα προς κατηγορίαν επί εγκλήματι. Διότι ιατρεύσας τον άνθρωπον ο Χριστός ουδέν έπραξε το οποίον και η ασπονδοτέρα έχθρα των θα ηδύνατο να διαστρέψη εις αθέτησιν της εντολής του Σαββάτου. Ούτε έθιξε τον άνθρωπον, ούτε τον εξήτασε, ούτε τον διέταξε να εκτελέση ασκήσεις· μόνον έν ρήμα είπε, και ουδέ Φαρισαίος ηδύνατο να ισχυρισθή ότι το να είπη τις έν ρήμα ήτο αθέτησις του Σαββάτου, και αν ακόμη τούτο συνωδεύετο υπό θαυματουργού ευλογίας! Πρέπει να ησθάνθησαν πόσον κατακράτος ενικήθησαν, αλλά τούτο μόνον ηρέθησεν επί μάλλον την λύσσαν των. Ήσαν έμπλεοι «ανοίας, πωρώσεως, και σκληροκαρδίας», και ανεκοίνουν προς αλλήλους τι ηδύναντο να πράξωσι προς τον Ιησούν. Μέχρι τούδε ήσαν εχθροί των Ηρωδιανών, τους εθεώρουν σχεδόν ως αποστάτας, αφού ούτοι ησπάζοντο την Ρωμαϊκήν κυριότητα, εμιμούντο τα έθιμα των εθνικών, απεδέχοντο τας δοξασίας των Σαδδουκαίων, και τόσον εκολάκευον τον βασιλεύοντα οίκον, ώστε είχον προσπαθήσει βλασφήμως να παραστήσωσιν Ηρώδην τον Μέγαν ως τον επηγγελμένον Μεσσίαν. Αλλά τώρα αι παλαιαί εχθροπάθειαί των διηλλάγησαν εν τη μανιώδει λύσση των εναντίον του κοινού εχθρού. Κάτι τι, ίσως ο φόβος του Αντίπα, ίσως πολιτική υποψία, ίσως το φυσικόν μίσος των φιλοκόσμων και αποστατών εναντίον διδασκαλιών καταισχυνουσών τον βίον των, είχε προσφάτως προσθέσει τους Ηρωδιανούς τούτους εις τον αριθμόν των διωκτών του Σωτήρος. Επειδή η Γαλιλαία ήτο το κύριον κέντρον της ενεργείας του Χριστού, οι Φαρισαίοι των Ιεροσολύμων έχαιρον να καρπωθώσι βοήθειαν τινα παρά του Γαλιλαίου τετράρχου και των οπαδών του· έλαβον δε κοινόν συμβούλιον πώς θα ηδύναντο να καταστρέψωσι βία τον Προφήτην, ον δεν ηδύναντο ούτε διά συλλογισμών ν' αναιρέσωσιν ούτε διά νόμων να συλλάβωσιν εις τα δίκτυά των.
Η έχθρα αύτη των αρχόντων δεν είχεν ακόμη αποξενώσει από του Χριστού τα πνεύματα των πολλών. Κατέστη όμως ευκταίον δι' αυτόν να μεταβή εις άλλον τόπον, επειδή δεν είχεν έλθη ακόμη ο καιρός του Πάθους Του. Αλλά προ της αναχωρήσεώς Του συνέβησαν σκηναί βιαιοτέραι ακόμη, και εκρήξεις μανίας εναντίον Του ακόμη σημαντικώτεραι και κινδυνωδέστεραι. Αναγκαιότερον οσημέραι καθίστατο όπως δεικνύη ότι η ρήξις μεταξύ Αυτού και των θρησκευτικών αρχόντων του έθνους Του ήτο βαθεία και οριστική· αναγκαιότερον οσημέραι απέβαινεν όπως εκθέτη το ανειλικρινές των δογμάτων των, και την λεπτολόγον θεατρικότητα ήτις ήτο μόνον το άνθος της βαθυρρίζου υποκρισίας των.
Η πρώτη φανερά καταγγελία Του κατά των αρχών εφ' ων εβασίζετο το Φαρισαϊκόν σύστημα, έλαβεν αφορμήν έκ τινος νέας αποπείρας των εν Ιεροσολύμοις γραμματέων, όπως βλάψωσι την θέσιν των μαθητών Του. Μια των ημερών παρετήρησαν ότι οι Απόστολοι είχον καθίσει εις δείπνον χωρίς να νίψωσι πρώτον τας χείρας των. Οι Ιουδαίοι των μεταγενεστέρων χρόνων διηγούντο μετά μεγάλου θαυμασμού, πως ο ραββίνος Αχίβας, όταν ήτο φυλακισμένος και επρομηθεύετο δι' ύδατος τοσούτου μόνον ώστε να μη αποθάνη εκ δίψης, επροτίμησε ν' αποθάνη εκ πείνης μάλλον ή να φάγη χωρίς να πλύνη τας χείρας. Οι Φαρισαίοι λοιπόν ερχόμενοι προς τον Ιησούν εν σώματι, ως συνήθως, Τον ερωτώσι, με αίσθημα πεφυσιωμένης σοβαρότητος επί τω δικαίω της μομφής των. «Διατί οι μαθηταί Σου παραβαίνουσι την παράδοσιν των πρεσβυτέρων; ου γαρ νίπτουσι τας χείρας εν τω εσθίειν».
Έν ραββινικόν βιβλιάριον πραγματευόμενον περί παραθέσεως τραπέζης, περιέχει εικοσιέξ προσευχάς δι' ων οι Φαρισαίοι συνώδευον την πλύσιν των χειρών. Το να ολιγωρή τις την Φαρισαϊκήν παράδοσιν ήτο ως να εφόνευεν άνθρωπον, και συνεπήγετο απώλειαν της αιωνίου ζωής. Και όμως οι μαθηταί του Χριστού ετόλμων να δειπνώσι με ανίπτους τας χείρας!
Ως συνήθως, ο Κύριος υιοθέτησε την συμπεριφοράν των μαθητών Του, και δεν τους άφησεν, εν τη απλότητι και τη αμαθεία των, να τρομάξωσιν από τους δεινούς Φαρισαίους. Εις την ερώτησίν των απήντησε δι' άλλης σοβαρωτέρας. Διατί σεις, είπεν, αθετείτε την εντολήν του Θεού διά των παραδόσεων των ιδικών σας; Η εντολή του Θεού ήτο: «Τίμα τον πατέρα σου και την μητέρα σου», αλλ' η ιδική σας ερμηνεία είνε ότι, αντί να δίδη τις εις τον πατέρα του, και την μητέρα του, δύναται να δίδη εις τον κορβανάν. «Υποκριταί! καλώς αθετείτε την εντολήν του Θεού διά των παραδόσεων υμών· και καλώς προεφήτευσεν Ησαΐας λέγων: Ο λαός ούτος τοις χείλεσί με τιμά, η δε καρδία αυτών πόρρω απέχει απ' εμού· αλλά μάτην λατρεύουσί μοι, διδάσκοντες διδασκαλίας εντάλματα ανθρώπων».
Τούτο ήτο φανερά επιτίμησις ενός λαμβάνοντος υπερτέραν εξουσίαν. Ήτο η αποδοκιμασία του Χριστού καθ' όλου του προφορικού νόμου, όστις είχε καταντήσει να τιμάται περισσότερον από την Πεντάτευχον. Η ουσία του συστήματος τούτου ήτο να θυσιάζηται το πνεύμα εις το γράμμα. Εμυθολόγουν δε οι Ιουδαίοι, ότι ο Θεός διά στόματος παρέδωκε τον προφορικόν τούτον νόμον εις τον Μωυσήν, και διά στόματος ούτος μετεβίβασεν εις τους νεωτέρους μέχρι των εσχάτων. Επί τούτου θεμελιούται το Ταλμούδ (ήτοι «διδασκαλία») το οποίον συνίσταται από την Μισνά («επανάληψιν») και την Γεμάρα («συμπλήρωσιν»). Και τόσον άμετρος κατέστη ο σεβασμός ο προς το Ταλμούδ, ώστε ελέγετο ότι ήτο, εν σχέσει προς τον Νόμον, ως οίνος προς ύδωρ. Ο Θεός ο ίδιος, κατά τους μωροτέρους των Ραββίνων, ασχολείται αναγινώσκων το Ταλμούδ!
Και όλον εκείνο το κολοσσιαίον πλήθος των σχολίων, των μικρολογιών και των μύθων, ο Χριστός το κατεδίκαζε! Και δεν ήτο μόνον τούτο. Μη αρκούμενος να διασαλεύη τας βάσεις της θρησκοληψίας των, εδίδασκεν εις τα πλήθη διδασκαλίας αίτινες υπενόμευον όλον το κύρος των, και εδυσφήμουν την ανεγνωρισμένην σοφίαν των. Το αποφασιστικόν της αποδοκιμασίας Του ήτο εις ακριβή αναλογίαν προς το απεριόριστον των ιδίων των αγερώχων αξιώσεων. Και στραφείς απ' αυτών, ως εάν ήσαν απεγνωσμένοι, εκάλεσε το πλήθος, και είπε προς πάντας τας ολίγας και βαρυσημάντους ταύτας λέξεις:
«Ου τα εισερχόμενα εις το στόμα κοινοί τον άνθρωπον· αλλά τα εξερχόμενα του στόματος κοινοί τον άνθρωπον».
Οι Φαρισαίοι πικρώς προσεβλήθησαν εκ του λόγου τούτου. Καταδικαστική όπως ήτο της κοινής ιερατικής οιήσεως η έκφρασις εκείνη του Ιησού, έμελλε να είνε ο επιθανάτιος κώδων της περισσείας του τελετουργικού, δι' ην είς των πατέρων της Εκκλησίας έπλασε την αμίμητον λέξιν «εθελοπερισσοθρησκεία». Οι μαθηταί Του δεν εβράδυναν να Τον πληροφορήσουν περί της αγανακτήσεως την οποίαν επροξένησαν οι λόγοι Του, διότι πιθανώς μετείχον ου μικράν μερίδα εκ της λαϊκής ευλαβείας προς την κορυφαίαν των Ιουδαϊκών αιρέσεων. Αλλ' η απάντησις του Ιησού υπήρξεν έκφρασις γαληνίου αδιαφορίας προς πάσαν επίγειον κρίσιν, και τελευταία παραπομπή εις μόνον το κριτήριον του Θεού. «Πάσα φυτεία ην ουκ εφύτευσεν ο Πατήρ Μου ο Ουράνιος εκριζωθήσεται. Άφετε αυτούς είνε τυφλούς τυφλών οδηγούς. Και ει τυφλός τυφλόν οδηγεί, ουκ εις βόθρον πεσούνται αμφότεροι;»
Ολίγω ύστερον, ενώ ήσαν εν οικία και μόνοι, ο Πέτρος έσπευσε να Τον ερωτήση αιτών εξήγησιν των λόγων ους είχεν εκφέρει εμφαντικώς προς το πλήθος. Ο Ιησούς είπε τότε ότι εκ της καρδίας εκπορεύονται πονηροί λογισμοί, μοιχείαι, πορνείαι, φόνοι, κλοπαί, αρπαγαί, ανομίαι, απάτη, ακολασία, βασκανία, βλασφημία, υπερηφανία, μωρία. Ταύτα εστι τα κοινούντα τον άνθρωπον· το δε εσθίειν ανίπτους χερσίν ου κοινοί τον άνθρωπον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΒ'. Η λύσσα των εχθρών Του
Η Κυριακή προσευχή. — Ο τυφλός και κωφός δαιμονιζόμενος. — Η διαβολή των Γραμματέων. — Ο Βεελζεβούλ — Απόκρισις του Ιησού. — Νουθεσία εναντίον της αργολογίας. — Τίνες οι μακάριοι; — «Διδάσκαλε, θέλομεν σημείον ιδείν». — «Το σημείον Ιωνά του Προφήτου». — Επέμβασις των συγγενών Του.
Έμελλε να επέλθη και άλλη ημέρα εναντιότητος, πικροτέρας επικινδυνωτέρας, απηνεστέρας, ημέρα φανεράς και τελειωτικής ρήξεως μεταξύ του Ιησού και των Φαρισαίων κατασκόπων των από Ιερουσαλήμ, πριν ή υποχωρήση προς καιρόν εις το θανάσιμον μίσος των εχθρών Του, και αποσυρθή όπως εύρη εις χώρας ειδωλολατρών την αναψυχήν την οποίαν δεν ηδύνατο πλέον να εύρη εις τα πλούσια πεδία και τους χλοάζοντας λόφους της Γεννησαρέτ. Ολίγαι υπήρξαν ημέραι της επιγείου ζωής Του αίτινες να διήλθον διά τοσαύτης δοκιμασίας και εξάψεως, όσης εκείνη ην θα περιγράψωμεν νυν.
Ο Ιησούς προσηύχετο κατά μόνας, πιθανώς περί όρθρον, εν μια των πόλεων της Γαλιλαίας. Ενόσω Τον έβλεπαν ιστάμενον με τους οφθαλμούς ανατεταμένους προς τον ουρανόν (διότι η ορθοστασία και όχι η κλίσις των γονάτων ήτο και είνε ακόμη η κοινή ανατολική στάσις εν τη προσευχή) οι μαθηταί έμενον μετά σεβασμού εις απόστασιν· αλλ' όταν αι δεήσεις Του ετελείωσαν, ήλθον προς Αυτόν παρακαλούντες να τους διδάξη να προσεύχωνται, όπως και ο Ιωάννης εδίδαξε τους μαθητάς του. Αυτός παραχρήμα εχαρίσθη εις το αίτημά των, και εδίδαξεν αυτούς την τελειοτάτην εκείνην προσευχήν, ήτις εγένετο έκτοτε η εκλεκτοτάτη κληρονομία πάσης χριστιανικής λειτουργίας, και το πρότυπον και υπόδειγμα προς ό πάσα άλλη προσευχή οφείλει να συμμορφούται. Ουδέποτε υπήρξε τοιαύτη προσευχή, συνδυάζουσα παν ό,τι η καρδία του ανθρώπου, διδασκομένη υπό του Πνεύματος του Θεού, ευρίσκει αναγκαιότατον προς θεραπείαν των αληθεστάτων πόθων της. Εν τη μεμιγμένη μετά σεβασμού αγάπη μεθ' ης διδάσκει ημάς να προσερχώμεθα εις τον Πατέρα ημών τον εν τοις ουρανοίς, εν τη πνευματικότητι εν ή οδηγεί ημάς να ζητώμεν πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην Αυτού, εν τω πνεύματι της καθολικής αγάπης και της συγγνώμης την οποίαν εμφυτεύει, εν τω πληθυντικώ αριθμώ δι' ου θέλει να μας δείξη ότι πάσα ιδιοτέλεια πρέπει να είνε εσαεί αποκεκλεισμένη από των προσευχών μας, και ότι ουδείς άνθρωπος δύναται να προσέλθη προς τον Θεόν ως Πατέρα του χωρίς ν' αναγνωρίζη ότι και οι χείριστοι εχθροί του είνε ομοίως τέκνα του Θεού· εν τω γεγονότι ότι εκ των επτά αιτημάτων της έν και μόνον έν είνε διά τας επιγείους ανάγκας, και τούτο διά την απλουστέραν τούτων μορφήν· εν τω τρόπω μεθ' ου αποβάλλει πάσαν ματαίαν επανάληψιν και βαττολογίαν εν τη εξαιρέτω εκείνη βραχύτητι, είνε πράγματι ότι οι πατέρες την ωνόμασαν, Σύνοψις του Ευαγγελίου, και το κειμήλιον των προσευχών.
Όχι ολιγώτερον θεσπέσια ήσαν τα ένθερμα και απλά λόγια τα οποία την ηκολούθησαν, και τα οποία εδίδαξαν τους μαθητάς ότι οι άνθρωποι οφείλουν πάντοτε να προσεύχωνται και να μη ραθυμώσιν, επειδή, αν η οχληρία κρατεί εν τη ιδιοτελεία του ανθρώπου, η προθυμία πρέπει να είνε πανσθενής εν τη δικαιοσύνη του Θεού. Ο Ιησούς ενετύπωσεν εις αυτούς το μάθημα ότι, εάν η ανθρωπίνη φιλοστοργία δίδει μόνον ωφέλιμα και αγαθά δώρα, πολλώ μάλλον η αγάπη του Μεγάλου Πατρός όστις όλους μας αγαπά θα δώση το άριστον και υψηλότατον δώρον του, αυτήν την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος, εις πάντας τους αιτούντας Αυτόν.
Και μετά ποίας ζωηράς χάριτος εκφέρονται τα μαθήματα ταύτα! Εάν απηγγέλλατο με το ξηρόν, μονότονον, διδακτικόν ύφος των συνήθων ηθικών διδασκαλιών, πώς θα ηδύναντο να συγκινήσουν τας καρδίας, ή να θερμάνουν τας φαντασίας, ή να εντυπωθώσιν ανεξιτήλως εις την μνήμην των ακροωμένων; Αλλ' αντί να ενδύωνται με φορτικήν σχολαστικότητα, εξεφέροντο εν σχήματι παραβολής βασιζομένης επί κοινοτάτων συμβάντων καθημερινής ζωής πλήρους απλότητος και πτωχείας. Οδοιπορών διά νυκτός όπως αποφεύγη τον πνιγηρόν καύσωνα, άνθρωπός τις φθάνει εις την οικίαν φίλου. Ο ξενίζων είνε πτωχός και δεν έχει τίποτε δι' αυτόν· αλλ' όμως, επειδή με όλον το παράωρον δεν θέλει να παραβλέψη τα χρέη της ξενίας, εγείρεται, και μεταβαίνει εις την οικίαν άλλου φίλου όπως δανεισθή τρεις άρτους. Πλην ο άλλος ούτος είνε επί της κλίνης· τα τέκνα του είνε μετ' αυτού· η θύρα του είνε κλειστή και μανδαλωμένη. Εις την έκθυμον ικεσίαν του φίλου απαντά αποτόμως. Δεν επιστρέφει την προσηγορίαν, φ ί λ ε. «Μη μοι κόπους πάρεχε· η θύρα κέκλεισται, ου δύναμαι», απαντά ένδοθεν. Αλλ' ο φίλος του γνωρίζει ότι ήλθε διά καλόν θέλημα, επιμένει δε κρούων την θύραν, εωσότου τέλος, εκ της πολλής επιμονής του, βαρυνθείς ο φίλος εγείρεται και του δίδει το αιτούμενον. Ούτω (παρετήρησέ τις λίαν καλώς) και όταν η καρδία, ήτις ήτο ως εν οδοιπορία, αίφνης εν μέση νυκτί, επιστρέφει προς ημάς, τουτέστιν έρχεται εις εαυτήν και αισθάνεται πείναν, και δεν έχομεν τίποτε όπως την παρηγορήσωμεν, ο Θεός απαιτεί παρ' ημών τολμηράν και οχληράν πίστιν. Εάν τοιαύτη επιμονή νικά την απέχθειαν απροθύμου ανθρώπου, πόσω περισσότερον θα κρατή πλησίον Εκείνου όστις μας αγαπά καλλίτερον ή ημείς ημάς αυτούς, και είνε προθυμότερος να επακούσή ή ημείς να δεηθώμεν!
Καλώς παρετηρήθη ότι η διήγησις του βίου του Χριστού επί της γης είνε πλήρης φωτός και σκιάς. Βραχείαι περίοδοι του βίου τούτου ιστορούνται εν τοις Ευαγγελίοις, πλείσται δε και μακρόταται αποσιωπώνται. Δεν πρέπει να λησμονώμεν ότι, κατά την διάρκειαν του κηρύγματός Του, δεν έπαυσεν εις τας κατ' ιδίαν διατριβάς να διδάσκη και να εξασκή τους μαθητάς εις την μοναδικήν εν τω κόσμω διακονίαν και αποστολήν δι' ην τους είχε προορίσει. Μακάριοι όντως ήσαν εκείνοι υπέρ βασιλείς και προφήτας, μακάριοι υπέρ άπαντας τους ποτέ ζήσαντας, εν τω πλούτω του προνομίου των, επειδή ηδύναντο να συμμερίζωνται τας ενδομύχους σκέψεις Του, και να παρακολουθώσι το καθημερινόν θέαμα του αναμαρτήτου βίου του θείου προσώπου Του. Αλλ' εάν η μακαριότης αύτη εδόθη ιδία εις αυτούς, τούτο δεν έγεινε προς χάριν αυτών των ιδίων, αλλά χάριν αυτού του κόσμου ον είχον αποστολήν να εγείρωσιν από της απογνώσεως και ανομίας εις καθαρότητα και αλήθειαν· χάριν των αγίων εκείνων καρδιών αίτινες έμελλον τουντεύθεν ν' απολαύσωσι παρουσίας εγγυτέρας, καίτοι πνευματικής, ή αν μετά των Αποστόλων είχον ανέλθη συν Αυτώ εις τα ερημικά όρη, ή είχον συμπεριπατήσει μετ' Αυτού καθώς εβάδιζε την εσπέραν πλησίον της λίμνης της διαυγούς.
Η ημέρα ήτις είχεν αρχίσει με το μάθημα εκείνο της προσευχής της πλήρους αγάπης και εμπιστοσύνης δεν ήτο προωρισμένη να προβή ούτω γαληνίως. Ολίγαι ημέραι της ζωής Του κατά τους χρόνους εκείνους δυνατόν να παρήλθον χωρίς να έλθη εις θλιβεράν επαφήν με τα γνωρίσματα της αμαρτίας και της ταλαιπωρίας· αλλά την ημέραν εκείνην το θέαμα παρέστη ενώπιόν Του εν τη αγριωτέρα μορφή. Άνθρωπός τις τυφλός και κωφάλαλος και δαιμονιζόμενος προσήχθη έμπροσθέν Του. Ο Ιησούς δεν ηθέλησε να τον αφήση εις την εξουσίαν του πονηρού. Διά του βλέμματος και του λόγου Του απήλλαξε τον πάσχοντα από της φρικώδους τυραννίας, τον κατεπράυνε και τον εθεράπευσεν, ώστε ο τυφλός και βωβός και έβλεπε και ελάλει.
Φαίνεται εκ των υστέρων λόγων του Κυρίου ότι υπήρχον παρά τοις Ιουδαίοις τύποι τινές εξορκισμών, οίτινες μέχρι τινός ήσαν λυσιτελείς· αλλ' υπάρχουσιν ενδείξεις ότι αι ούτως επιτευχθείσαι ιάσεις εγένοντο μόνον εις ηπιωτέρας μορφάς νοσημάτων. Η διάλυσις τόσον βδελυράς γοητείας ως εκείνη ήτις είχε δεσμεύσει τον άνθρωπον τούτον, η δύναμις του μεταδούναι φως εις τον εσκοτισμένον οφθαλμόν, φθόγγον εις την παραλελυμένην γλώσσαν, νουν εις την εξηγριωμένην ψυχήν, ήτο τι το οποίον οι λαοί ποτέ άλλοτε δεν είχον ιδεί. Το θαύμα επροξένησε ρίγος εκπλήξεως, έκρηξιν θαυμασμού απροκαλύπτου. Διά πρώτην φοράν φανερά συνεζήτουν αν Εκείνος όστις τοιαύτην είχε δύναμιν ηδύνατο να είνε άλλος παρά τον πρεσδοκώμενον λυτρωτήν των. «Μη τι ούτος εστιν ο υιός Δαυίδ;»
Οι εχθροί Του δεν ηδύναντο ν' αρνηθώσιν ότι μέγα θαύμα είχε γείνη, και αφού τούτο δεν τους έκαμνε να επιστραφώσι, μόνον τους εσκλήρυνεν. Αλλά πώς θα ηδύναντο να διασκεδάσωσι την βαθείαν εντύπωσιν την οποίαν είχεν εμποιήσει εις το πνεύμα των αυτοπτών; Οι Γραμματείς οίτινες είχον έλθει εξ Ιερουσαλήμ, πανουργότεροι και δεινότεροι από τους συναδέλφους των τους εν τη Γαλιλαία, επενόησαν νέαν λύσιν διά την δυσχέρειαν ταύτην. «Εν τω Βεελζεβούλ τω άρχοντι των δαιμονίων, εκβάλει τα δαιμόνια». Περίεργον ότι δεν ήλθεν εις παν στόμα η πρόχειρος απάντησις, ως συνέβη ύστερον είς τινας εις τα στόματά τινων οίτινες ήκουον την αυτήν κατηγορίαν φερομένην εναντίον Του εις Ιερουσαλήμ, ότι ταύτα δεν είνε λόγια δαίμονιζομένου. Αλλ' ο λαός της Γαλιλαίας ήτο εύπιστος και αμαθής· οι αιδέσιμοι εκείνοι ιερεξετασταί οι εκ της Αγίας πόλεως κατείχον κληρονομικήν υπεροχήν επί της απλής διανοίας του, και επειδή το πλήθος πολλάκις είχε προσβληθή από τους λόγους του Ιησού, τα πνεύματα των ανθρώπων εταράσσοντο από αμφιβολίας. Το φοβερόν της προσωπικής υπεροχής Του, η αισθητή παρουσία και μεθ' όλην την τρυφερωτάτην συγκατάβασίν Του τινός πλέον ή κατ' άνθρωπον, η δύναμίς Του του αναγινώσκειν λογισμούς καρδιών, η ακοίμητος ενέργεια της αγαθοποιίας Του, ο παράδοξος τρόμος τον οποίον ενέπνεεν εις τους δαιμονιζομένους· ο λόγος όστις πότε εξήρετο εις απαθή σφοδρότητα καταγγελίας και πότε, διά της ποιότητος και της καλλονής του, τους εκράτει ως παιδία γαλουχούμενα εις την θηλήν της μητρός· η διατάραξις των απίστων καρδιών των εναντίον του νέου εκείνου κόσμου των φόβων και των ελπίδων τον οποίον εκήρυττε προς αυτούς ως την βασιλείαν του Θεού· ενί λόγω, το ριγηλόν συναίσθημα ότι κατά τινα τρόπον η όψις και η παρουσία Του τους έθετεν εις εγγυτέραν σχέσιν ή όσον ποτέ υπήρξαν πρότερον προς τον Αόρατον Κόσμον· όλα ταύτα, επειδή δεν τους είχον παρασκευάσει προς αποδοχήν της αληθείας, έτεινον να τους αφήσουν υποχείρια θύματα του ιταμού, του βλασφήμου και αυθαιρέτου ψεύδους.
Και διά τούτο, δι' ολίγων αταράχων λέξεων, ο Ιησούς συνέτριψε το βδελυρόν σόφισμα εις κόνιν. Έδειξεν αυτοίς το βαναύσως παράλογον της υποθέσεως ότι ο Σατανάς ηδύνατο να εκβάλλη τον ίδιον Σατανάν. Δι' ακαταμαχήτου επιχειρήματος τους απεστόμωσεν αναφερόμενος εις τους ιδίους εξορκισμούς των, τους οποίους μετεχειρίζοντο τόσον συχνά αυτοί και οι μαθηταί των. Και αφού ούτως απέδειξεν ότι η δύναμις την οποίαν Αυτός εξήσκει πρέπει να ήτο άμα υπερτέρα του Σατανά και εναντία εις τον Σατανάν, άρα πνευματική και θεία, τους ενουθέτησε περί της τρομεράς αμαρτίας και του κινδύνου της βλασφημίας των ταύτης εναντίον του Αγίου Πνεύματος του Θεού. «Ος αν βλασφημήση κατά του Πνεύματος του Θεού ουκ αφεθήσεται αυτώ, ούτε εν τω νυν αιώνι ούτε εν τω μέλλοντι».
Μετά την μυστηριώδη ταύτην νουθεσίαν, ομιλών τρανωτέρα τη γλώσση, είπε προς αυτούς ότι όταν ο καρπός είνε σαπρός και το δένδρον θα είνε σαπρόν, και ότι οι λόγοι και αι πράξεις των είνε πονηροί και ερπετοειδείς (Γεννήματα εχιδνών). Τέλος με τόνον νουθεσίας όστις ποτέ έκτοτε δεν έπαυσε να δονή και να πάλλη εις τας καρδίας είπεν αυτοίς, ότι οι λόγοι του ανθρώπου αποκαλύπτουσι την αληθή φύσιν της καρδίας (εκ του περισσεύματος της καρδίας το στόμα λαλεί) και ότι δι' αυτούς των τους λόγους ως και «διά παν αργόν ρήμα ό αν λαλήση άνθρωπος», θα δώσωσι λόγον εν ημέρα κρίσεως. Το φοβερόν και επίσημον της παραινέσεως ταύτης φαίνεται επί τινα καιρόν να έφερε τους Φαρισαίους εις σιωπήν, και να περιέστειλε την επανάληψιν της παραλόγου βλασφημίας των. Εν μέσω δε της επελθούσης σιωπής, γυνή τις εκ του όχλου, εν ακαθέστω εκρήξει θαυμασμού — συνειθισμένη να σέβηται τους μακροχίτωνας Φαρισαίους, με όλα τα κράσπεδα και τα φυλακτήριά των, αλλ' αισθανομένη εις το βάθος της καρδίας πόσον υψηλά υπεράνω αυτών ίστατο ο Λαλών — ύψωσε φωνήν και είπε προς Αυτόν.
«Μακάρια η κοιλία η βαστάσασά Σε και μαστοί ους εθήλασας».
«Αυτός δε είπε. — Μενούνγε: (Ναι μεν, αλλ' άρα) μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού, και φυλάσσοντες αυτόν».
Η γυνή, με την περιπαθή εκείνην στοργήν του φύλου της, έκραξε: Πόσον ευλογημένη πρέπει να είνε η μήτηρ τοιούτου Υιού! και βεβαίως ευλογημένη ήτο εν γυναιξί, και ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας αυτής· μακαρία ήτο βεβαίως, και μακαρία διότι επίστευσεν· αλλ' όμως αυτής δεν ήτο αποκλειστική η μακαριότης· υπάρχει μακαριότης βαθυτέρα ακόμη και γενικωτέρα, η μακαριότης της υπακοής εις τον λόγον του Θεού. «Οπόσαι γυναίκες (λέγει ο ιερός Χρυσόστομος) την Παρθένον εμακάρισαν και επόθησαν τοιαύται γενέσθαι μητέρες! Τι το κωλύον; Ο Χριστός πλατείαν ημίν κατεσκεύασε της μακαριότητος την τρίβον, και ου μόνον γυναιξίν, αλλ' ανδράσιν έξεστιν αυτήν πορεύεσθαι· την της υπακοής οδόν τούτο μητέρα τοιαύτην ποιεί, ουκ αι ωδίνες του τοκετού».
Αλλ' οι Φαρισαίοι, καίτοι καταισχυνθέντες προς στιγμήν, δεν είχον διάθεσιν ν' αφήσωσι τον Ιησούν επί μακρόν εν ειρήνη. Είχεν ομιλήσει προς αυτούς εν γλώσση αυστηρού έλεγχου· προς αυτούς, τους αρχηγούς και θρησκευτικούς διδασκάλους του καιρού Του και της πατρίδος Του. Πόθεν είχε τόσην τόλμην Αυτός, ο τέκτων της αφανούς πολίχνης, και πώς εθρασύνετο να ομιλή ούτω προς αυτούς; Ας τους δώση τουλάχιστον σημείον, έν σημείον εξ ουρανού, όχι απλούν εξορκισμόν ή ιατρείαν, αλλά μέγα, αναντίρρητον, αποφασιστικόν σημείον της εξουσίας Του. «Διδάσκαλε, θέλομεν σημείον ιδείν παρά Σου».
Ήτο αυτό το αίτημα το οποίον είχον απευθυνθή προς Αυτόν εν αρχή του θείου κηρύγματός Του. «Ποίον σημείον δεικνύεις ημίν, επειδή ταύτα ποιείς;»
Προς τοιαύτας εκκλήσεις, γινομένας μόνον προς πειρασμόν και προς ύβριν, γινομένας υπ' ανθρώπων οίτινες, άπιστοι και αμάλακτοι, αρτίως είχον ιδεί μέγα σημείον, και είχον αποδώσιι αυτό ανερυθριάστως εις δαιμονικήν ενέργειαν, εκώφευε πάντοτε ο Ιησούς. Το θείον δεν κατέρχεται να περιορίση την εξάσκησιν των δυνάμεών του διά των όρων της πεπερασμένης κριτικής, ουδέ είνε σύμφωνον προς την βουλήν του Θεού το να κατορθώση την επιστροφήν τον ανθρωπίνων ψυχών δι' απλής πτοήσεως προς εξωτερικά σημεία. Εάν ο Ιησούς τους είχε δώσει σημείον εξ ουρανού, είνε πιθανόν ότι θα επέφερεν αποτέλεσμα επί των πνευματικών τέκνων προγόνων οίτινες, κατά την ιδίαν παραδεδεγμένην ιστορίαν των, εις την θέαν, και μάλιστα υπ' αυτούς τους κρημνούς του πυρπολουμένου όρους, εκάθισαν να φάγουν και να πίουν, και ηγέρθησαν διά να παίξουν; Θα είχε διαρκή τινα σημασίαν διά τους ηθικούς κληρονόμους εκείνων οίτινες ηλέγχθησαν υπό τον ιδίων προφητών των ότι έλαβον τα σκηνώματα Μολώχ και τον αστέρα του Θεού των Ρεμφάν, ενώ οδηγούντο υπό του πυρίνου στύλου και έπινον από της πληγείσης πέτρας; Σημεία είχον ιδεί και θαύματα άφθονα, και τώρα έβλεπον το υψηλότατον σημείον αναμαρτήτου βίου, και όμως απεστάτουν και εβλασφήμουν μάλλον. Σημείον δεν θα δοθή εις αυτούς άρα ειμή εν προφητείαις τας οποίας δεν ηδύναντο να εννοήσουν. «Γενεά πονηρά και μειχαλίς, έκραξε στραφείς προς το πλήθος, σημείον επιζητεί, και σημείον ου δοθήσεται αυτή, ειμή το σημείον Ιωνά του προφήτου». Σωθείς τριήμερος εν μέσω των σκοτεινών και τρικυμιωδών θαλασσών, εγένετο σημείον προς τους Νινευίτας· ούτω και ο Υιός του Ανθρώπου θα σωθή από της καρδίας της γης. Και οι Νινευίται εκείνοι άνδρες, οίτινες μετενόησαν προς το κήρυγμα του Ιωνά, και η βασίλισσα Σαβά, η ελθούσα από των περάτων της γης διά ν' ακούση την σοφίαν του Σολομώντος, θα εγερθώσιν εν τη κρίσει και θα καταδικάσωσι γενεάν ήτις απέρριπτε τον Μείζονα και του Ιωνά και του Σολομώντος. Διότι η γενεά αύτη είχε λάβη τόσα ευεργετήματα. Πλην, φευ! αγαθόν πνεύμα δεν προσεκλήθη να καταλάβη την κενωθείσαν θήκην, και τώρα ο παλαιός πονηρός κάτοχος επέστρεψε με επτά πνεύματα πονηροτέρα εαυτού, και τα έσχατα εγένοντο χείρονα των πρώτων.
Αιφνιδία διακοπή επήλθεν εις τους λόγους Του. Πάλιν οι οικείοι Του είχον λάβη είδησιν ότι Αυτός ήτο περικυκλωμένος υπό πλήθους πυκνού, και ελάλει προς αυτούς ρήματα παραδοξότερα έτι και τρομερώτερα ή όσα είχε ποτε λαλήσει· προ πάντων, ότι είχον αποκρούσει μετά περιφρονήσεως και κατακρίνει μετ' αγανακτήσεως τους μεγάλους διδασκάλους οίτινες είχον σταλή εις Ιερουσαλήμ διά να επιτηρώσι τους λόγους Του. Μεγάλη ανησυχία τους κατέλαβεν. Ίσως ο πληροφορών εψιθύρισε προς αυτούς την φοβεράν συκοφαντίαν ήτις είχε προκαλέσει τας αυστηράς επιτιμήσεις Του. Εκ των ολίγων τα οποία μανθάνομεν περί των νομιζομένων αδελφών Του, δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι ήσαν Εβραίοι εξ Εβραίων, και υποκείμενοι εις το να επηρεάζωνται σφόδρα εκ ραββινικών και ιερατικών εισηγήσεων· άχρι τούδε ή δεν επίστευον εις Αυτόν ή εθεώρουν λίαν υπερβολικάς τας αξιώσεις Του. Δεν ήτο καιρός να επεμβώσι και πάλιν; δεν θα ηδύναντο να σώσωσιν τον Ιησούν από τον ίδιον Εαυτόν του; δεν θα ηδύναντο να Τον σώσωσιν από τους κινδύνους εις ους το κήρυγμά Του Τον εξέθετε; Δεν θα ήτο δυνατόν να Τον πείσωσι ν' απομακρυνθή εις χώραν άγνωστον όπως σωθή; Αν δεν δυνηθώσι να Τον πλησιάσωσιν εκ του συνωθισμού του πλήθους, δεν θα εύρωσί τινα όστις να δώση Αυτώ είδησιν περί της παρουσίας των.
Αίφνης είς των ακροατών Τον πληροφορεί· «Ιδού, η μήτηρ Σου και οι αδελφοί Σου ίστανται έξω επιζητούντες λαλήσαι μετά Σου». Οίμοι! ακόμη δεν είχον μάθη ότι, εάν δεν ήθελον να εισέλθωσιν, η μόνη πρέπουσα θέσις των θα ήτο να ίστανται έξω; ότι η ώρα Του είχεν έλθη τώρα ίνα μεταβή πολύ πέραν του κύκλου της ανθρωπίνης συγγενείας, απείρως υπεράνω του ελέγχου των αδελφών εν ανθρώποις; Έπρεπε το τολμηρόν πνεύμα της επεμβάσεώς των να λάβη και άλλον περιορισμόν ακόμη; Ούτω συνέβη. Αλλ' ο περιορισμός έπρεπε να δοθή ηπίως, και ούτως ώστε να είνε μεγάλη παραμυθία εις άλλους. «Τις η μήτηρ Μου (είπε προς τον άνθρωπον τον ομιλήσαντα) καί τινες οι αδελφοί Μου;» Τότε δε εκτείνας την χείρα προς τους μαθητάς Του είπεν: «Ιδού η μήτηρ Μου και οι αδελφοί Μου! ος αν ποιή το θέλημα του Πατρός Μου του εν ουρανοίς, ούτος εστιν αδελφός Μου και αδελφή και μήτηρ!» Δεν υποβιβάζει την Μητέρα Του, παρατηρεί είς των κριτικών, αλλά τάσσει πρώτον τον Πατέρα Του.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΛΓ'. «Εγγύς μαχαίρας, εγγύς Θεού»
Μόνος μετά Φαρισαίων. — Φανερά ρήξις. — Κίνδυνος του Ιησού. — Καταδίκη της υποκρισίας. — Η παραβολή του Άφρονος Πλουσίου. — Η ερώτησις του Πέτρου. — Ο Ιησούς τεταραγμένος τω Πνεύματι.
Μέχρι του σημείου τούτου τα συμβεβηκότα της μεγάλης ταύτης ημέρας υπήρξαν αρκούντως ταραχώδη, πλην επηκολούθησαν περιστάσεις πολύ αλγεινοτέραι.
Η ώρα διά το μεσημβρινόν γεύμα είχε φθάσει, και είς των Φαρισαίων τον εκάλεσεν εις τον οίκον του. Μικρά ύπαρχε ξενία ή και φιλοφροσύνη εις την πρόσκλησιν. Εάν δεν εγένετο μάλλον προς έχθραν και παγίδευσιν, ως γνωρίζομεν ότι συνέβη εις άλλας Φαρισαϊκάς προσκλήσεις· η αφορμή της το πολύ θα ήτο η περιεργία, όπως ίδη καλλίτερον τον νέον Διδάσκαλον, ή κενοδοξία όπως έχη ξένον τόσον επιφανή. Και ο Ιησούς, άμα εισελθών, ευρέθη, ουχί εν μέσω τελωνών και αμαρτωλών, όπου θα ηδύνατο να διδάξη και να μαλάξη και να ευεργετήση, ουχί μεταξύ των πτωχών προς ους θα ηδύνατο να κηρύξη την βασιλείαν των ουρανών, ουχί μεταξύ φίλων και μαθητών οίτινες ηκροώντο μετά φιλοστόργου σεβασμού τους λόγους Του, αλλ' εν μέσω σκληρών, απειλητικών όψεων, εν μέσω των μορφασμών και της χλεύης φανερών εχθρών. Οι Απόστολοι δεν φαίνεται να προσεκλήθησαν. Δεν υπήρχεν η συμπάθεια του Θωμά όπως Τον υποστηρίξη, ούτε η πραότης του Ναθαναήλ όπως Τον ενθαρρύνη, ούτε η θερμότης Του Πέτρου όπως Τον υπερασπίση, ούτε ηγαπημένος Ιωάννης όπως κλίνη την κεφαλήν προς το στήθος Αυτού. Γραμματείς, Νομικοί και Φαρισαίοι, οι συνδαιτυμόνες επιδεικτικώς εξετέλεσαν τας περιτέχνους πλύσεις των, και τότε, έκαστος μετ' άκρας επιμελείας διά την ιδίαν πρωτοκαθεδρίαν του, εκάθησαν παρά την τράπεζαν. Άνευ τοιούτων επιτηδευμένων και φανταστικών διατυπώσεων, ο Ιησούς άμα «εισελθών ανέπεσε» παρά την τράπεζαν. Έξω συνέρρεεν ο λαός, πεινών και διψών ακόμη όπως ακούση τα ρήματα της αιωνίου ζωής. Το γεύμα θα ήτο σύντομον, πρόγευμα μάλλον. Δεν ηθέλησεν άρα να βραδύνη ο Ιησούς και υποθάλψη μάταια έθιμα διά πλύσεων, αίτινες κατά την στιγμήν εκείνην συνέβη να είνε περιτταί, και εις τας οποίας μωρά και ψευδοθρησκευτική σπουδαιότης απεδίδετο.
Πάραυτα η υψηλόφρων έκπληξις του ξενίζοντος εξεφράσθη διά της συμπεριφοράς του, και αι επηρμέναι οφρύες και αι αποδοκιμαστικαί χειρονομίαι των συνδαιτυμόνων έδειξαν όσον ετόλμων να δείξωσιν εκ της αποδοκιμασίας και της υπερφροσύνης των. Ελησμόνουν εντελώς τις ήτο Εκείνος και τι είχε πράξει. Κατάσκοποι και συκοφάνται εξ αρχής, εύρισκον τώρα ευκαιρίαν προς νέας σκευωρίας. Ο καιρός είχεν έλθη προς σαφεστέραν ακόμη γλώσσαν, και εφείσθη αυτών, ώκτειρε και εταλάνισε την υποκρισίαν των, τους παρωμοίασε με τάφους κεκονιαμένους, και προείπεν ότι επί της ενόχου ταύτης γενεάς θα έλθη το αίμα όλων των προφητών, από του αίματος του Άβελ μέχρι του αίματος του Ζαχαρίου.
Η αυτή ομιλία, αλλά πληρεστέρα και τρομερωτέρα, εξηνέχθη ύστερον υπό του Ιησού εν τω Ναώ της Ιερουσαλήμ κατά την τελευταίαν και μεγίστην εβδομάδα της επιγείου ζωής Του. Αλλά τώρα, εν τη Γαλιλαία, το γεύμα εν συγχύσει διεκόπη. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι απέβαλον το προσωπείον. Από προσποιητών φίλων και ενδιαφερομένων εξεταστών αιφνιδίως ανεπήδησαν υπό το αληθές σχήμα των, ως θανάσιμοι αντίπαλοι. Περιεκύκλωσαν τον Ιησούν, τον εστενοχώρησαν βιαίως, επιμόνως, σχεδόν απειλητικώς. Ήρχισαν να επιχύνωσιν επ' Αυτόν πλήμμυραν ερωτήσεων, να εξετάζωσι, να Τον κατηχώσι, να προσπαθώσιν όπως αποσπάσωσι λόγους απ' Αυτού, ελλοχώντες εις ενέδραν ως θηρευταί άπληστοι, ιχνηλατούντες μήπως ανακαλύψωσι παρ' Αυτώ και μικρόν αιρέσεως κόκκον, επί του οποίου να στηρίξωσι κατηγορίαν, όπως ποιήσωσιν Αυτόν εκποδών.
Εν τω μεταξύ μυριάδες λαού είχεν συναθροισθή έξω, και ίσως οργίλοι ψιθυρισμοί έδωκαν είδησιν εις τους Φαρισαίους εν καιρώ ότι επικίνδυνον θα ήτο να προβώσι πολύ μακράν, και ο Ιησούς εξήλθε προς το πλήθος, και απευθυνόμενος πρωτίστως προς τους μαθητάς Του, είτα δι' αυτών εις τας χιλιάδας των ακροατών ήρχισε: «Φυλάττεσθε από της ζύμης των Φαρισαίων, ήτις εστιν υποκρισία». Επληροφόρησεν αυτούς ότι υπήρχεν Είς, εις του οποίου το όμμα, μυρίων ηλίων λαμπρότερον, ουδέν μυστικόν υπάρχει. Παρήνεσεν αυτούς να μη φοβώνται άνθρωπον, αλλά να φοβώνται Εκείνον όστις ου μόνον ηδύνατο ν' αφανήση το σώμα, αλλά να εμβάλη την ψυχήν εις την Γέεναν του πυρός. Ο Θεός ο αγαπών αυτούς θα εμερίμνα προ αυτών· και ο Υιός του Ανθρώπου, ενώπιον των Αγγέλων του Θεού, θα ομολογήση εκείνους οίτινες Τον ομολογούσιν έμπροσθεν των ανθρώπων.