← Table of contents
Ο Βίος του Χριστού

ΚΕΦΑΛΑIOΝ ΣΤ'. (continued 7)

Alexandros Papadiamantes translation

Διά να πραγματευθή το υποκείμενον εις το πλήρες έπρεπε να γράψη μακράν πραγματείαν περί της συστάσεως και κατασκευής των Ευαγγελίων, και πάλιν οι πολέμιοι δεν θα έπαυον να προβάλλωσι νέας εκάστοτε ενστάσεις κατά της γνησιότητος και της αξιοπιστίας των. Τα Ευαγγέλια είνε, εξ αυτής της φύσεως των, ωμολογημένως αποσπασματικά, και δύναται ως βέβαιον να θεωρηθή ότι τα τρία πρώτα ηρανίσθησαν κατά το πλείστον εκ κυκλοφορούσης προφορικής παραδόσεως, ή εβασίσθησαν επί ενός ή δύο αρχικών εγγράφων. Οι Συνοπτισταί σχεδόν περιορίζονται εις το εν τη Γαλιλαία, ο δε Ιωάννης εις το εν τη Ιουδαία κήρυγμα, καίτοι οι πρώτοι διαρρήδην μνημονεύουσι και προϋποθέτουσι εν Ιερουσαλήμ κήρυγμα, και ο Ιωάννης το εν Γαλιλαία. Ουδέ είς εκ των τεσσάρων Ευαγγελιστών επαγγέλλεται ότι θα δώση πλήρη και λεπτομερή έκθεσιν, ή και κατάλογον, των παραβολών, ομιλιών, και θαυμάτων του Ιησού· ουδέ ήτο αντικείμενον τινός εξ αυτών το να γράψη πλήρη αφήγησιν των τριών και ημίσεως ετών του δημοσίου βίου Του. Έκαστος τούτων αναφέρει τα συμβάντα όσα ήρχοντο εντός του ιδίου σχεδίου του, και ήσαν άριστα γνωστά εις αυτόν ή εξ αυτοψίας, ή εκ μεμονωμένων γραπτών εκθέσεων, ή εκ στοματικής παραδόσεως· και έκαστος αυτών λέγει αρκετά ώστε να δείξη ότι Εκείνος ήτο ο Χριστός, ο Υιός του Θεού του Ζώντος, ο Σωτήρ του κόσμου. Λοιπόν, αφού η έγερσις του Λαζάρου δεν θα εφαίνετο εις αυτούς μεγαλειτέρα εξάσκησις θαυματουργού δυνάμεως ή άλλαι τας οποίας διηγήθησαν (αφού, ως ελέχθη, δεν είχεν εφευρεθή τότε σημειόμετρον προς εξέλεγξιν του σχετικού μεγέθους των θαυμάτων), και αφού το θαύμα τούτο συνέβη εν τη Ιουδαία, δεν φαίνεται το παράπαν πλέον ανεξήγητον διότι παρέλιπον τούτο, ή όσον θα εφαίνετο διότι παρέλιπον το θαύμα της Κολυμβήθρας Βηθεσδά, ή την διάνοιξιν των οφθαλμών του τυφλού γεννηθέντος. Αλλά περιπλέον τούτου, ανευρίσκομεν παρά τοις Συνοπτισταίς ιδιάζουσαν σιωπήν περί της οικογενείας της εν Βηθανία. Η οικία εν ή λαμβάνουσι προέχουσαν θέσιν καλείται «η οικία Σίμωνος του Λεπρού». Η Μαρία καλείται απλώς γυνή τις υπό του Ματθαίου και του Μάρκου, και ο Λουκάς αρκείται ονομάζων την Βηθανίαν κ ώ μ η ν τ ι ν ά, καίτοι εγνώριζεν, ως αλλαχού του κειμένου του φαίνεται, το όνομα. Υπάρχουσιν άρα ισχυροί λόγοι όπως εικάσωμεν ότι, όταν εφάνη η πρώτη σύνοψις του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου, και όταν συνελέχθησαν τα υπομνήματα ων εγένετο χρήσις υπό των δύο άλλων Συνοπτιστών, δυνατόν να υπήρχον ιδιαίτεροι λόγοι όπως μη αναγραφή έν θαύμα το οποίον θα εφερεν εις επικίνδυνον περιφάνειαν ένα άνθρωπον όστις ήτο ακόμη ζων, αλλά τον οποίον οι Ιουδαίοι είχον ζητήσει να θανατώσουν (ως διηγείται ο Ιωάννης) ως μάρτυρα της θαυματουργού δυνάμεως του Χριστού. Και αν δε ο κίνδυνος ούτος είχε παρέλθη, αλγεινόν θα ήτο εις την φιλήσυχον οικογένειαν της Βηθανίας το να γείνη η εστία ανευλαβούς περιεργίας, και να εξετάζηται περί των κρυπτών εκείνων πραγμάτων τα οποία ουδείς ποτε είχεν αποκαλύψει. Κάτι φαίνεται άρα ότι εσφράγισε τα χείλη των Ευαγγελιστών εκείνων, το δε πρόσκομμα τούτο είχεν εκλίπη πλέον όταν το Ευαγγέλιον του Ιωάννου είδε το φως.

«Ει Μωσέως και των Προφητών ουκ ήκουσαν — τοιαύτη ήτο η απάντησις του Αβραάμ προς τον Πλούσιον εν τη παραβολή — ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή (και ούτος προσέτι Λάζαρος!) πεισθήσονται». Και ούτω συνέβη. Υπήρξαν πολλοί μάρτυρες του θαύματος τούτου οίτινες επίστευσαν όταν το είδαν, αλλ' υπήρξαν άλλοι οίτινες έσπευσαν μόνον να φέρωσιν οργίλην και ταραχώδη την είδησιν τούτου προς το Συνέδριον εις Ιερουσαλήμ.

Το Συνέδριον συνήλθεν εν πνεύματι μίσους και αμηχανίας. «Τι ποιούμεν, ότι ο Άνθρωπος ούτος πολλά σημεία ποιεί;» Δεν ηδύνατο ν' αρνηθώσι το θαύμα· δεν ήθελον να πιστεύσωσιν εις Εκείνον όστις το έπραξεν. Εφοβούντο μόνον την αύξουσαν επιρροήν Του, και εσυμπέραινον ότι θα την μετεχειρίζετο διά να γείνη βασιλεύς, και θα επροκάλει την Ρωμαϊκήν επέμβασιν, και την εκμηδένισίν των ως έθνους. «Και ελεύσονται οι Ρωμαίοι και αρούσιν ημών την πόλιν και το έθνος». Και καθώς μάτην ελύσσων εις βουλάς ανισχύρους, ο Ιωσήφ ο Καϊάφας ηγέρθη ν' απευθύνη αυτοίς τον λόγον. Ούτος είχε λάβη την αστικήν αρχιερατείαν από τας χείρας των Ρωμαίων, και συνεμερίζετο την εξουσίαν και τας τιμάς μετά του Άννα ή Χανάν του πενθερού του, από τον οποίον οι Ρωμαίοι είχον αφαιρέσει την αρχιερατείαν, αλλά τον οποίον οι αυστηρότεροι Ιουδαίοι εθεώρουν ως τον αληθή αρχιερέα. Ο Καϊάφας εντοσούτω ήτο κατ' εκείνον τον χρόνον ονόματι και κατ' επίφασιν μέγας αρχιερεύς. Ως τοιούτος υπετίθετο ότι είχε το χάρισμα εκείνο της προφητείας, το οποίον ακόμη επιστεύετο ότι εσώζετο αμυδρόν εις τους απογόνους του Ααρών. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης λέγει «αρχιερεύς του ενιαυτού εκείνου», επειδή ούτω είχε καταντήσει η αρχιερατεία εις τας ημέρας εκείνας, ο δε Καϊάφας την είχε λάβη διά δωροδοκίας από τους Ρωμαίους. Ηγέρθη και είπεν ότι συμφέρει να θυσιασθή είς υπέρ του λαού, ένοχος ή αθώος, αδιάφορον, οι δε Φαρισαίοι και οι πρεσβύτεροι εδέχθησαν αδιστάκτως την φωνήν εκείνην της ασυνειδήτου προφητείας. Και δεχθέντες αυτήν, επλήρουν μέχρι στεφάνης την κύλικα της ιδίας ανομίας των, και εγίνοντο ένοχοι του εγκλήματος, το οποίον επέσυρε κατά των κεφαλών των αυτήν την καταστροφήν την οποίαν εζήτουν ν' αποσοβήσωσιν. Ήτο η λατρεία εκείνη του Μολώχ με τας ανθρωποθυσίας της, το πάλαι με τας προφητοκτονίας και νυν με την θεοκτονίαν, — ήτις, ως εις τας ημέρας του Μανασσή, τους κατεδίκαζεν εις άλλην και τρομερωτέραν καταστροφήν. Υπήρξάν τινες εντούτοις οίτινες δεν ευρέθησαν εις το Όρος εκείνο της Κακής Βουλής (το όνομα τούτο δίδεται μέχρι της σήμερον εν Ιεροσολύμοις εις την θέσιν όπου, κατά την παράδοσιν, ήτο η οικία του Καϊάφα), ή και αν ήσαν παρόντες δεν συγκατένευσαν εις την ψυχήν αυτών· αλλ' από της ημέρας εκείνης η μυστική έγκρισις εξεδόθη ότι ο Ιησούς έπρεπε να θανατωθή. Από τούδε έζη μόνον με αμοιβήν επικηρυγμένην επί της κεφαλής Του.

Και η έγκρισις αύτη, όσον μυστική και αν ήτο αρχήθεν, εν ακαρεί εγένετο γνωστή. Ο Ιησούς εγνώριζε ταύτην. Και κατά τας τελευταίας ημέρας της επιγείου παρουσίας Του, μέχρις ου έλθη το Πάσχα, εν ώ προυτίθετο να θυσιάση την ζωήν Του, απεσύρθη εν κρυπτώ εις μικράν αφανή πόλιν εγγύς της ερήμου, καλουμένην Εφραΐμ. Εκεί, ασφαλής από όλας τας μηχανορραφίας των εχθρών Του, διήγαγε τας τελευταίας ημέρας Του μετά των μαθητών Του, διδάσκων αυτούς το μέγα έργον του πνευματικού θερισμού και της ψυχοσωτηρίου αλιείας την οποίαν έμελλον να εξασκήσωσιν εν μέσω των εθνών. Ουδείς ή ολίγοι εκτός της πιστής ταύτης χορείας εγνώριζον την κρύπτην Του· διότι οι Φαρισαίοι, όταν ευρέθησαν ανίκανοι να κρύψωσι τα σχέδιά των, εδημοσίευσαν διαταγήν ότι πας όστις εγνώριζε πού ήτο Εκείνος, ώφειλε να το αποκαλύψη, ότι ηδύναντο να Τον συλλάβωσιν εν ανάγκη διά της βίας και εκτελέσωσι την ληφθείσαν απόφασιν. Πλην μέχρι τούδε το δέλεαρ δεν έσχεν αποτέλεσμα. Είνε δε αμφίβολον αν η τιμωρία η μελετωμένη κατά του Ιησού δεν εσκοπείτο να εκτελεσθή κατά τρόπον μυστικώτερον και συνοπτικώτερον, φέροντα μάλλον την όψιν βιαίας δολοφονίας παρά δικαστικής εκτελέσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'. Ιεριχώ και Βηβανία

Ο Ιησούς καθ' οδόν. — Αποκάλυψις περί του φρικτού Τέλους. — Οι υιοί του Ζεβεδαίου. — Το ποτήριον και το Βάπτισμα. — Ιεριχώ. — Ο Βαρτίμαιος. — Ο Ζακχαίος. — Η μετάνοια του. — Η Παραβολή των Ταλάντων. — Εις Βηθανίαν. — «Σίμων ο Λεπρός». — Η αποσιώπησις των Συνοπτιστών. — Η προσφορά της Μαρίας. — Η λύσσα του Ιούδα. — Ευλογία της Μαρίας υπό του Ιησού. — «Εις το ενταφιάσαι με εποίησε». — Συμβούλιον του Προδότου μετά των Ιερέων.

Από της κωνοειδούς κορυφής του Εφραΐμ ηδύνατο ο Ιησούς να βλέπη τας συνοδίας των προσκυνητών, καθώς, επί τη προσεγγίσει του Πάσχα, ήρχισαν να κατέρχωνται την κοιλάδα του Ιορδάνου προς την Ιερουσαλήμ, όπως καθαρισθώσιν από παντός σπίλου και ρύπου προ της ενάρξεως της μεγάλης εορτής. Ο καιρός ήλθε δι' αυτόν να καταλίπη την κρύπτην Του, και κατέβη από της κορυφής του Εφραΐμ εις την μεγάλην οδόν, όπως συναντήση την μεγάλην συνοδίαν των Γαλιλαίων προσκυνητών.

Και καθώς έστρεψε τα νώτα προς την πολίχνην, και ήρχισε την τελευταίαν πορείαν Του εις Ιεροσόλυμα, προφητική σεμνότης και έξαρσις ψυχής, παλαίουσα με την φυσικήν αγωνίαν της σαρκός, διεπέρασεν όλην την ύπαρξίν Του, και έδωκε νέον και παράδοξον μεγαλείον εις πάσαν κίνησιν και εις παν βλέμμα Του. Ήτο η Μεταμόρφωσις της Αυτοθυσίας· και καθώς η προτέρα εκείνη Μεταμόρφωσις της Δόξης, ενέπλησε τους ιδόντας αυτήν εκπλήξεως και τρόμου, τον οποίον δεν ηδύναντο να εξηγήσωσιν. Ολίγαι υπάρχουσιν εν τοις Ευαγγελίοις εικόνες καταπληκτικώτεραι ή αύτη, ότε ο Ιησούς απέρχεται εις τον θάνατόν Του, και βαδίζει μόνος ανά την οδόν εις την βαθείαν κοιλάδα, ενώ όπισθέν Του εν εμφόβω ευλαβεία και μετά μεμιγμένων προβλέψεων φόβου και ελπίδος, με τους οφθαλμούς προσηλωμένους επ' Αυτόν, καθώς με κεκυφυίαν κεφαλήν προεπορεύετο αυτών εν όλω τω μεγαλείω της λύπης, ηκολούθουν οι μαθηταί και δεν ετόλμων να διαταράξωσι τας μελέτας Του. Αλλά τέλος εσταμάτησε και τους εκάλεσε προς Εαυτόν, και τότε πάλιν, διά τρίτην φοράν, μετά πληρεστέρων, σαφεστέρων, τρομερωτέρων λεπτομερειών ή άλλοτε, είπεν αυτοίς ότι θα παραδοθή εις τους Ιερείς και Γραμματείς· ότι θα καταδικασθή υπ' αυτών, είτα θα παραδοθή εις τα Έθνη· ότι υπό των Εθνών θα εμπαιχθή, θα μαστιγωθή, και (τώρα διά πρώτην φοράν εφανέρωσεν αυτοίς άνευ περιφράσεως το έπακρον της φρικώδους ατιμίας) θ α σ τ α υ ρ ω θ ή· και ότι τη τρίτη ημέρα θ’ αναστή πάλιν. Αλλ' αι καρδίαι των ήσαν πλήρεις ελπίδων περί της δόξης του Μεσίου· ήσαν τόσον προκατειλημμένοι με την πεποίθησιν ότι τώρα η βασιλεία του Θεού έμελλε να έλθη εν όλη αυτής τη λαμπρότητι, ώστε η προφητεία παρήλθε δι' αυτούς ως κενός ήχος· δεν ηδύναντο ουδέ ήθελον να εννοήσωσι.

Δεν δύναται να υπάρξη εκπληκτικώτερον σχόλιον περί της ανικανότητός των εις το νοήσαι το τι έλεγεν αυτοίς ο Ιησούς ή το γεγονός ότι, μικρώ ύστερον, και κατά την αυτήν οδοιπορίαν, επήλθεν η πλέον άκαιρος και ουδέν το πνευματικόν έχουσα απαίτησις την οποίαν αναγράφουν οι Ευαγγελισταί. Με ήθος μυστικότητος και εχεμυθίας, η Σαλώμη, μία των διακονουσών τω Χριστώ, μετά των δύο υιών της Ιακώβου και Ιωάννου, οίτινες ήσαν εκ των μάλλον προεχόντων Αποστόλων Του, ήλθον προς Αυτόν μετά προσκυνήσεων, και Τον ικέτευον να τους υποσχεθή μίαν εύνοιαν. Ηρώτησε ποίον το αίτημά των· και τότε η μήτηρ, ομιλούσα διά τους θερμοκαρδίους και φιλοδόξους υιούς της, Τον παρεκάλεσεν ίνα εν τη βασιλεία Του ούτοι καθίσωσιν ο είς εκ δεξιών Του και ο έτερος εξ ευωνύμων Του. Ο Ιησούς υπέφερε πραέως την ιδιοτέλειαν ταύτην και την πλάνην των. Εζήτουν εν τη τυφλώσει των την θέσιν εκείνην, την οποίαν, ολίγας ημέρας ύστερον έμελλον να ίδωσι κατεχομένην εν αισχύνη και αγωνία υπό των δύο εσταυρωμένων ληστών! Αι φαντασίαι των εβασανίζοντο από δώδεκα θρόνους. Αι σκέψεις Του ήσαν περί τριών σταυρών. Εκείνοι ονειροπόλουν επίγεια στέμματα. Αυτός τοις είπε περί Ποτηρίου πικρίας και περί Βαπτίσματος εν αίματι, «Δύνασθε πιείν το ποτήριον ό εγώ πίνω, και βαπτισθήναι το βάπτισμα ό εγώ βαπτίζομαι;» Εννοούντες ίσως καλλίτερον τώρα, τολμηρώς απήντησαν «Δυνάμεθα»· και τότε τους είπεν έτι τούτο και μέλλουσι να πράξωσιν, αλλά το να καθίσωσιν εκ δεξιών και εξ αριστερών Του ανήκεν εις εκείνους εις ους ητοιμάσθη υπό του Ουρανίου Πατρός Του. Ο θρόνος, λέγει ο Μέγας Βασίλειος, είναι των πόνων έπαθλον, ουκ επιθυμίας δώρον· δικαιοσύνης γέρας, ουκ αιτήσεως χάρισμα.

Οι δέκα, όταν έμαθον περί Του συμβάντος φυσικά ηγανάκτησαν κατά της λαθραίας ταύτης αποπείρας των δύο αδελφών, όπως τύχωσι δι' εαυτούς ασφαλών πρωτείων, εις την οποίαν προέβησαν χωρίς μηδέ να υποπτεύωσιν ότι τα πρωτεία ταύτα τα οποία εζήτουν θα ήσαν διά τον μεν τα πρεσβεία εν τω μαρτυρίω, διά τον δε παράτασις κακοπαθείας εν τω προσκαίρω κόσμω. Τούτο θ’ απεκαλύπτετο εν καιρώ προς αυτούς, πλην και τώρα ο Ιησούς συνεκάλεσε πάντας, και τους εδίδαξε, καθώς τοσάκις τους είχε διδάξει, ότι η υψίστη τιμή επιτυγχάνεται διά της βαθυτάτης ταπεινώσεως. Όστις ήθελε να είνε μέγας μεταξύ αυτών ώφειλε να είνε πάντων διάκονος· όστις ήθελε να είνε πρώτος, έπρεπε να είνε δούλος. Οι δοκούντες άρχειν των εθνών, κατακυριεύουσιν αυτών, και οι εξουσιάζοντες αυτών ευεργέται καλούνται. Ουχ ούτω δε έσται ημίν, τοις εμοίς μαθηταίς, ότι πτωχός θέλων υπάρχω. Εν τη βασιλεία των ουρανών ο δεσπότης πάντων οφείλει να είνε πάντων διάκονος, όπως και ο Υψιστος Δεσπότης κατανάλωσε την ζωήν Του εις τα ταπεινότερα διακονήματα, και ήτο έτοιμος να δώση αυτήν λύτρον αντί πολλών.

Καθώς επροχώρουν προς την Ιεριχώ, το πλήθος των προσκυνητών, εγίνετο επί μάλλον πυκνότερον περί Αυτόν. Έφθασαν κατά την 7 ή 8 του εβραϊκού μηνός Νισάν (Μαρτίου) εις τα περίχωρα της περιωνύμου ταύτης πόλεως, ήτις είνε τανύν άθλιον αραβικόν χωρίον, πλην ήτο τότε ακμαία και πολυάνθρωπος πόλις, κειμένη επί χλοεράς οάσεως, πλουσία μέλιτος και μελισσοβοτάνου και μυροβαλάνου, και αμφιλαφής και δροσοστάλακτος. Πλησίον εκεί που της πόλεως εκάθητο Βαρτίμαιος ο τυφλός, ο υιός του Τιμαίου, επαιτών μετά τινος συντρόφου της δυστυχίας του, και καθώς ήκουσαν τον θόρυβον του πλήθους του διερχομένου, και ερωτήσαντες έμαθον ότι Ιησούς ο Ναζωραίος παρέρχεται, έκραξαν μεγάλη τη φωνή, «Ιησού, υιέ Δαυίδ, ελέησον ημάς»· Το πλήθος απεδοκίμασε την κραυγήν ταύτην ως αναξίαν της μεγαλειότητος Εκείνου όστις έμελλε τανύν να εισέλθη εις Ιερουσαλήμ ως ο Μεσσίας του έθνους Του. Αλλ' ο Ιησούς ήκουσε την κραυγήν και η καρδία του συνεκινήθη. Εστάθη ακίνητος, και διέταξε να τους καλέσωσι πλησίον Του. Το πλήθος τότε είπε προς τον Βαρτίμαιον: «Θάρσει, έγειραι, φωνεί σε», εκείνος δε απέρριψε τον επενδύτην του, ανεπήδησε, και ωδηγήθη προς τον Ιησούν. «Τι θέλεις ποιήσω σοι;» τον ηρώτησεν ο Σωτήρ «Ραββουνί, ίνα αναβλέψω». «Πορεύου, η πίστις σου σέσωκέ σε». Έψαυσε τους οφθαλμούς αυτού και του συντρόφου του, και με υγιείς οφθαλμούς ηκολούθησαν μετά του πλήθους δοξάζοντες τον Θεόν.

Ήτο αναγκαίον ν' αναπαυθώσιν εν Ιεριχώ πριν εισέλθωσιν εις την βραχώδη και επισφαλή εκείνην φάραγγα, και απετέλει συνεχή ανωφέρειαν έξ ωρών έως της Ιερουσαλήμ, από 600 μέχρι τρισχιλίων ποδών υπεράνω της επιφανείας της Μεσογείου. Αι δύο πλέον ευδιάκριτοι τάξεις της Ιεριχώ ήσαν ιερείς και τελώναι· και επειδή ήτο ιερατική πόλις, ευλόγως έπρεπε να προσδοκάται ότι ο Βασιλεύς, ο υιός του Δαυίδ, ο διάδοχος του Μωυσέως, θα ετύγχανεν υποδοχής εν τη οικία απογόνου τινός του Ααρών. Αλλ' ο τόπος ένθα ο Ιησούς προείλετο να λάβη αναψυχήν απεφασίσθη υπό άλλων περιστάσεων. Υπήρχεν εν τη πόλει ολόκληρον σμήνος τελωνών, οίτινες είχον εγκατασταθή εκεί χάριν της εισπράξεως του φόρου έκ τινος είδους βαλσάμου παραγομένου εν τω τόπω, και προς διακανονισμόν της εισαγωγής και εξαγωγής μεταξύ της ρωμαϊκής επαρχίας και των κτήσεων του Ηρώδου του Αντίπα. Είς εκ τούτων, αρχιτελώνης, ήτο ανήρ ονόματι Ζακχαίος (υποκοριστικόν του «Ζαχαρίας»), διπλασίως μισητός εις τον λαόν, και διότι ήτο Ιουδαίος, και διότι εξετέλει τα χρέη του τόσον πλησίον της Αγίας Πόλεως. Ο άνθρωπος ούτος είχε βαθείαν επιθυμίαν να ίδη με τους οφθαλμούς του ποίος τις ήτο ο Ιησούς· αλλ' επειδή ήτο μικρός το ανάστημα, δεν ηδύνατο εντός του συνωθισμού του πλήθους να τον ίδη. Έτρεξε λοιπόν εμπρός, καθώς ο Ιησούς διήρχετο διά της πόλεως, και ανέβη εις έν δένδρον συκομορέας το οποίον εσκίαζε την οδόν, υπό το δένδρον τούτο ο Ιησούς θα διέβαινε, και ο τελώνης θα είχε καιρόν να ίδη καλώς Εκείνον όστις, μόνος εν τω έθνει Του, ου μόνον δεν εδείκνυε τυφλόν και φανατικόν μίσος κατά της τάξεως των τελωνών, αλλ' είχεν εύρη μεταξύ των τελωνών ακροατάς απλήστους, και είχεν ανυψώσει ένα τούτων εις τάξιν Αποστόλου. Ο Ζακχαίος Τον είδε καθώς επλησίαζε, και πόσον πρέπει να έπαλεν η καρδία του εκ χαράς και ευγνωμοσύνης, όταν ο Μέγας Προφήτης, ο ωμολογημένος Μεσσίας του έθνους του, εστάθη υπό το δένδρον, ανέβλεψε, και καλέσας αυτόν ονομαστί, είπε: «Ζακχαίε, κατάβηθι· σήμερον εν τω οίκω σου δει με μείναι». Ο Ζακχαίος έμελλεν ου μόνον να Τον ίδη, αλλ' εκείνος ήθελε να έλθη και να δειπνήση μετ' αυτού, και να μείνη παρ' αυτώ· ο ένδοξος Μεσσίας ξένος του μισητού τελώνου! Μετ' ανυποκρίτου χαράς επήδησεν ο Ζακχαίος από τους κλώνους της συκομορέας, και έδειξε την οδόν εις την οικίαν του. Αλλ' οι γογγυσμοί του πλήθους υπήρξαν βαθείς και ομόθυμοι. Δεν θα ήτο πολύ σεμνοπρεπέστερον δι' Αυτόν να καταλύση είς τινα ιερέως οικίαν, αφού ήσαν τόσοι ιερείς εν Ιερεχώ, όσοι και εν Ιερουσαλήμ, ή εις την οικίαν του τελώνου; Ή αν οι ιερείς ήσαν απεχθείς προς Αυτόν, όπως συνήθως είνε προς πάντα μέγαν προφήτην και αληθή μεταρρυθμιστήν, δεν εξέλεγε τουλάχιστον κανέν ευπόληπτον πρόσωπον διά να Τον φιλοξενήση; Ο Βασιλεύς, εν τω μέσω των περιπαθών οπαδών Του, να καταλύση εις την οικίαν ανθρώπου του οποίου αυτό το επάγγελμα ήτο σύμβολον της εθνικής ταπεινώσεως και της ρωμαϊκής δεσποτείας! Αλλά το ευμενές βλέμμα και το χαριτόβρυτον ρήμα του Ιησού ήξιζον διά τον Ζακχαίον περισσότερον ή όλοι οι μορμυρισμοί και αι ύβρεις του πλήθους. Ο Τελώνης ησθάνθη βαθύτατα την τιμήν την οποίαν του έκαμεν ο Μεσσίας, και εφιλοτιμήθη να φανή, κατά το δυνατόν, άξιος αυτής. Σταθείς δε εν τω μέσω του πλήθους είπεν, ουχί προς αυτούς, οίτινες τον περιεφρόνουν, αλλά προς Εκείνον, όστις είχε συγκαταβή προς αυτόν: «Ιδού, το ήμισυ των αγαθών μου, Κύριε, δίδωμι πτωχοίς, και ει τινός τι εσυκοφάντησα, αποδίδωμι τετραπλούν». Αύτη η μεγάλη θυσία, η δημοσία εξομολόγησις και δημοσία επανόρθωσις εδόθη ως ενέχυρον προς τον Κύριόν του ότι η χάρις Του επί ματαίω δεν έγεινεν. Ούτω η αγάπη ήνοιξε δι' απλής επιψαύσεως τας ογκουμένας εκείνας πηγάς της μετανοίας, τας οποίας η καταφρόνησις θα ετήρει κλειστάς διά πάντοτε! Ουδέν συμβεβηκός της θριαμβευτικής πορείας Του ηδύνατο να δώση εις τον Κύριόν μας βαθυτέραν και αγιωτέραν χαράν. Δεν ήτο η αποστολή Του να ζητήση και να σώση το απολωλός; Τότε είπε: «Σήμερον σωτηρία τω οίκω τούτω γέγονε, επειδή και ούτος (κατά πνευματικήν έννοιαν) υιός Αβραάμ εστι».

Όπως δείξη αυτοίς πόσον σφαλεραί ήσαν αι προσδοκίαι υφ' ων εξήπτοντο νυν, πόσον πεπλανημέναι, φέρ' ειπείν, ήσαν αι αρχαί καθ' ας αρτίως είχον καταδικάσει αυτόν διότι εδέχθη την φιλοξενίαν του Ζακχαίου, ήρχισεν (ή κατά το δείπνον εν τη οικία του τελώνου, ή πιθανώτερον αφού πάλιν εξεκίνησεν) να τους διηγήται την παραβολήν των Ταλάντων. Δανισθείς συμβάντα τα οποία γνωστά είχε καταστήσει αυτοίς η ιστορία της Ηρωδιανής οικογενείας, διηγήθη πως άρχων τις όστις (καθώς Ηρώδης ο Αρχέλαος) είχεν αποδημήσει εις χώραν μακρινήν όπως λάβη έν βασίλειον, και είχε παραχωρήσει εις έκαστον των δούλων του έν ποσόν χρημάτων όπως το μεταχειρισθώσιν επωφελώς μέχρι της επανόδου Του· οι πολίται τον εμίσουν και έπεμψαν πρεσβείαν κατόπιν του όπως κατορθώσωσι την απόρριψίν του. Αλλά μεθ' όλον τούτο η βασιλεία του επεκυρώθη, και ήλθεν οπίσω διά να τιμωρήση τους εχθρούς του, και ανταμήψη τους δούλους του αναλόγως προς την πίστιν των. Είς άπιστος υπηρέτης, αντί να μεταχειρισθή το τάλαντον το δοθέν αυτώ, το είχε κρύψει, και το επέστρεψε μετ' αδίκου και υβριστικού παραπόνου περί της αυστηρότητος του κυρίου του. Ο άνθρωπος ούτος αφηρέθη το τάλαντον, και τούτο εδόθη εις τον αξιώτερον εκ των καλών και πιστών υπηρετών· ούτοι αντημείφθησαν μεγαλοπρεπώς, ενώ οι αποστατούντες πολίται προσήχθησαν και εσφάγησαν.

Η παραβολή, βασιζομένη εις τας ελαχίστας λεπτομερείας της επί των τρόπων των Ηρωδιανών ηγεμόνων, ήτο πολλαπλή την εφαρμογήν· υπεδείκνυε του Χριστού την προσεχή αποδημίαν από του κόσμου· την έχθραν ήτις έμελλε να Τον απορρίψη· το χρέος της πίστεως εις την χρήσιν παντός ό,τι Αυτός είχεν εμπιστευθή εις αυτούς· το αβέβαιον του χρόνου της επανόδου Του· την βεβαιότητα ότι, όταν επανέλθη, θα δοθώσι πανδήμως ευθύναι· την καταδίκην του οκνηρού· την λαμπράν αμοιβήν πάντων όσοι θα Τον υπηρετήσωσι καλώς· τον παντελή όλεθρον εκείνων οίτινες προσπαθούν ν' απορρίψωσι την εξουσίαν Του. Πιθανώς, καθώς έλεγε την παραβολήν ταύτην, η συνοδία είχε σταματήσει, και οι προσκυνηταί είχον συρρεύσει περί Αυτόν. Αφήσας αυτούς να μελετήσωσι περί της σημασίας της, και πάλιν προσήλθεν εις τα πρόσω μόνος επί κεφαλής της μακράς και θαυμαζούσης πομπής. Εκείνοι έμειναν ευλαβώς οπίσω, και Τον ηκολούθουν με πολλά βλέμματα φόβου καθώς βραδέως ανήρχετο την μακράν γυμνήν και απότομον φάραγγα, την άγουσαν από Ιεριχώ εις Ιερουσαλήμ.

Δεν διενοείτο να μείνη εντός της πόλεως Ιερουσαλήμ, αλλ' επροτίμησεν ως συνήθως να σταματήση εις την αγαπητήν οικίαν της Βηθανίας. Εκεί έφθασε την εσπέραν της Παρασκευής, ογδόη του μηνός Νισάν, από κτίσεως Ρώμης έτει 780 (16 Μαρτίου μ. Χ. 33), έξ ημέρας προ του Πάσχα, και προ της δύσεως του ηλίου ήρχισαν αι Σαββατικαί ώραι. Ενταύθα έμελλε να χωρισθή από της μεγάλης συνοδίας των προσκυνητών, ων τινες θα μετέβαινον να τύχωσι της φιλοξενίας των φίλων των εν τη πόλει, και άλλοι, ως ποιούσι μέχρι της σήμερον, θα κατεσκεύαζον δι’ εαυτούς πρόχειρα στεγάσματα εν τη κοιλάδι των Κέδρων, και τας δυτικάς υπωρείας του Όρους των Ελαιών.

Η ημέρα του Σαββάτου παρήλθεν εν ησυχία και την εσπέραν δείπνον εποίησαν Αυτώ. Ο Ματθαίος και ο Μάρκος λέγουσι, μηστηριωδώς πως, ότι το συμπόσιον τούτο παρετέθη εν τη οικία Σίμωνος του Λεπρού. Ο Ιωάννης ουδέ μνείαν ποιείται Σίμωνος του Λεπρού, ονόματος το οποίον δεν απαντά αλλαχού· και είνε προφανές εκ της διηγήσεώς του ότι η οικογένεια της Βηθανίας ήσαν καθ’ όλου αι κεντρικαί μορφαί της δεξιώσεως ταύτης. Η Μάρθα φαίνεται να είχε την ολοσχερή εποπτείαν της εορτής, και ο εγερθείς εκ νεκρών Λάζαρος ήτο τόσον αντικείμενον περιεργείας όσον και ο Ιησούς. Εκεί όχλος πολύς συνέρρευσε διά να ίδη τον Λάζαρον. Το θαύμα το οποίον είχε γείνη προς χάριν του έκαμέ τινας να πιστεύσωσιν εις τον Ιησούν. Τούτο δε τόσον παρώργιζε το κρατούν κάμμα εν Ιερουσαλήμ, ώστε, εν τη απονενοημένη ανομία των, έστησαν πράγματι συμβούλιον περί του πώς ν' απαλλαγώσι του ζώντος μάρτυρος των υπερφυών δυνάμεων του Μεσσίου τον οποίον ηθέτουν. Η σιωπή του ονόματος του τε Λαζάρου της Μάρθας και της Μαρίας υπό των τριών Ευαγγελιστών, το ανώνυμον της Μαρίας («γυνή τις»), ο προσδιορισμός «εν τη οικία Σίμωνος του Λεπρού», όλα πείθουσαν ότι, δι' ους λόγους ανωτέρω είπομεν, οι πρωιμώτεροι Ευαγγελισταί σκοπίμως απεσιώπησαν το θαύμα της εγέρσεως του Λαζάρου, και φαίνεται ότι ο Σίμων ο Λεπρός θα ήτο ή ο τεθνεώς πατήρ των τριών αδελφών, ή, ώς τινες λέγουσιν, ο ποτέ σύζυγος της χηρευούσης Μάρθας, της και κληρονόμου της οικίας εκείνου. Ότι δε η οικία ήτο κυρίως της Μάρθας, φαίνεται εκ του κειμένου του Λουκά λέγοντος. «Γυνή τις ονόματι Μάρθα υπεδέξατο Αυτόν εις τον οίκον αυτής».

Όπως και αν έχη τούτο, η εορτή υπήρξεν αξιόλογος, όχι πρωτίστως λόγω του αριθμού των Ιουδαίων όσοι συνέρρευσαν εις ταύτην, διά να ίδωσι τον Προφήτην, τον εκ Ναζαρέτ και τον άνθρωπον τον οποίον εκ νεκρών είχεν αναστήσει, αλλ' ένεκα συμβάντος τινός το οποίον επήλθε, και τούτο υπήρξεν η άμεσος αρχή του σκοτεινού και φοβερού τέλους.

Διότι καθώς εκάθητο εκεί επί παρουσία του πολυαγαπήτου και σεσωσμένου αδελφού της, και του βαθύτερον ακόμη λατρευομένου Κυρίου της, η Μαρία δεν ηδυνήθη πλέον να συγκρατήση τα αισθήματά της. Δεν ησχολείτο όπως η αδελφή της εις την διακονίαν του δείπνου. (Παραβάλετε και πάλιν το «η Μάρθα διηκόνει» του Ιωάννου με το «η Μάρθα περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν» του Λουκά· και πας αμερόληπτος θα σκεφθή ότι η αποσιώπησις του θαύματος υπό του δευτέρου είνε πολύ ισχυροτέρα προσεπικύρωσις της διηγήσεως του πρώτου), αλλ' εκάθητο και εσκέπτετο και εμελέτα, και το πυρ της πίστεως και της στοργής της έκαιε, και ησθάνθη εαυτήν βιαζομένην προς εξωτερικόν τι σημείον της αγάπης, της ευγνωμοσύνης, της λατρείας της. (11) Όθεν ηγέρθη και έλαβεν «αλάβαστρον μύρου νάρδου πιστικής πολυτελούς» (το δώρον ήτο βασιλικόν, και αποδεικνύει το εύπορον της οικογενείας· μέχρι δε των ημερών εκείνων, και έως της εποχής του Όθωνος και του Νέρωνος, άγνωστον και ανήκουστον ήτο το να χρίσωσι με μύρον τους πόδας και του κραταιοτέρου μονάρχου) και ήλθεν όπισθεν του Ιησού, και ήρχισε να καταχέη αφειδώς το μύρον επί της κεφαλής Του, είτα επί των ποδών Του, και είτα, αδιάφορος προς πάσαν άλλην παρουσίαν πλην της ιδικής Του, εσπόγγισε τους πόδας εκείνους με τους μακρούς βοστρύχους της κόμης της, ενώ όλη η οικία επλήσθη από την άρρητον ευωδίαν. Ήτο πράξις αφωσιωμένης θυσίας, εκλεκτοτάτης καρδίας και προαιρέσεως· και οι πτωχοί Γαλιλαίοι, οίτινες ηκολούθουν τον Ιησούν, τόσον ασυνείθιστοι προς πάσαν πολυτέλειαν, κατανοούντος το πολύτιμον και σπάνιον του δώρου, ευλόγως ηδύναντο να εκπλαγώσιν ότι όλον αφιερώθη εις την πλουσίαν αβρότητα μιας στιγμής. Ουδείς άλλος ή ο πνευματικώτερος την καρδίαν εκ των εκεί παρόντων θα ηδύνατο να αισθανθή ότι το αβρόν άρωμα το οποίον διέπνευσεν όλην την οικίαν δυνατόν να ήτο εις τον Θεόν οσμή ευωδίας πνευματικής· και ότι τούτο ήτο ασυγκρίτως μικρότερον ή ώστε ν' ανταποκριθή προς το αξίωμα Εκείνου προς ον η δωρεά εγίνετο.

Αλλ' υπήρχεν είς παρών δι' ον εκ παντός λόγου η πράξις ήτο μισητή και απεχθής. Δεν υπάρχει κακία άμα τόσον απορροφητική, τόσον άλογος, και τόσον ευτελής όσον η φιλαργυρία, και η φιλαργυρία ήτο το δεσπόζον αμάρτημα εις την σκοτεινήν ψυχήν του προδότου Ιούδα. Η αποτυχία εις το παλαίειν προς τους ιδίους πειρασμούς του, η ψεύσις πάσης προσδοκίας ήτις το πρώτον τον είχεν ελκύσει προς τον Ιησούν η αφόρητος ταπείνωσις η προσγενομένη εις όλον το είναι του διά της αντιθέσεως εκ της καθ' ημέραν αναστροφής προς την άσπιλον καθαρότητα, η βαθυτέρα σκοτία την οποίαν δεν ηδύνατο ειμή να αισθάνεται ότι η ενοχή του έρριπτε αναμέσον των διαβημάτων του, ένεκα του φλέγοντος ηλικού φωτός, εν ώ από πολλών μηνών είχε περιπατήσει, η αίσθησις προσέτι ότι ο οφθαλμός του Διδασκάλου του, ίσως και τα όμματά τινων εκ των συναποστόλων του, είχον αναγνώσει ή ήρχιζον ήδη ν' αναγινώσκουσι τα κρύφια της καρδίας του· όλοι αυτοί οι λογισμοί είχον βαθυνθή κατ' ολίγον εντός της ψυχής του, και από ψυχρότητος και απαλλοτριόσεως έφθασαν να τραπώσιν εις ακόρεστον απέχθειαν και μίσος. Και το θέαμα της αφειδούς θυσίας της Μαρίας, η συνείδησις ότι ήτο τώρα πολύ αργά διά να βάλη το μέγα εκείνο ποσόν εις το γλωσσόκομον, η απλή κατοχή του οποίου, εκτός των ποσών όσα ηδύνατο να υποκλέπτη εξ αυτού, εθεράπευε την διά τον χρυσόν δίψαν του, ενέπλησεν αυτόν αηδίας και μωρίας. Είχε δαιμόνιον εις την καρδίαν του. Του εφάνη ως να τον είχον κλέψει ή να τον είχον ζημιώσει αυτόν προσωπικώς· ως να ήσαν τα χρήματα ιδικά του και να τον είχον αποστερήσει τούτων». Εις τι η απώλεια αύτη;» είπε μετ' αγανακτήσεως· και φευ! ποσάκις, δεν απήχησαν οι λόγοι του ούτοι· διότι παντού όπου υπάρχει πράξις λαμπράς τινος θυσίας, υπάρχει και Ιούδας τις έτοιμος να χλευάση και να γογγύση «Ηδύνατο το μύρον τούτο πραθήναι τριακοσίων δηναρίων και δοθήναι πτωχοίς»! Και μόλις διά το τρίτον του ποσού τούτου, ο υιός της α π ώ λ ε ι α ς (πρβλ. «εις τι η α π ώ λ ε ι α αύτη»·) ήτο έτοιμος να πωλήση τον Κύριόν του. Η Μαρία δεν το ενόμιζε τούτο αρκετόν διά ν' αλείψη του Χριστού τους πόδας· ο Ιούδας ενόμισε το τρίτον του ποσού τούτου ικανήν αμοιβήν όπως πωλήση την ζωήν Εκείνου.

Η μικρά αύτη νύξις περί του «δοθήναι πτωχοίς» είνε λίαν διδακτική. Ήτο πιθανώς ο πέπλος ον μετεχειρίσθη ο Ιούδας όπως ημιαποκρύψη και από τον εαυτόν του την βαναυσότητα των ιδίων αφορμών του, το ότι δηλ. ήτο κλέπτης εν μικροίς και πράγματι επεθύμει την επιστασίαν του αργυρίου τούτου επειδή θα τον καθίστα ικανόν ν' αυξήση το ίδιον κλοπιμαίον κεφάλαιόν του. Σπανίως αμαρτάνουσιν οι άνθρωποι εν πλήρει διαυγεία της αυτοσυνειδησίας των· συνήθως αποτυφλούνται διά ψευδών προφάσεων και επιπλάστων αφορμών· καίτοι δε ο Ιούδας δεν ηδυνήθη να κρύψη την χαμέρσειάν του από το διαυγέστερον όμμα του Ιωάννου, πιθανώς έκρυψεν αυτήν αφ' εαυτού διά της ιδέας ότι πράγματι διεμαρτύρετο εναντίον της αλογίστου σπατάλης και συνηγόρει υπέρ της ελεημοσύνης της αφιλοκερδούς.

Αλλ’ ο Ιησούς δεν επέτρεψε να διαδοθή το μίασμα του φθόνου και της μικρολογίας ταύτης, ουδέ ήθελε να επιτρέψη ώστε η Μαρία, ήτις ήτο ήδη το κέντρον της γενικής παρατηρήσεως ήτις την ελύπει και την ηνώχλει, να υποφέρη περισσότερον εκ της ευγενούς της πράξεως, όσω μάλλον το μικροπρεπές αίσθημα είχε μεταδοθή και είς τινας των απλοϊκωτέρων μεταξύ των μαθητών. «Τι ενοχλείτε την γυναίκα; είπεν· άφετε αυτήν καλόν έργον εργάσητε εις Εμέ· τους γαρ πτωχούς πάντοτε έχετε μεθ' εαυτών, Εμέ δε ου πάντοτε έχετε· βαλούσα γαρ το μύρον τούτο επί του σώματός Μου, εις το ενταφιάσαι Με εποίησε». Και προσέθηκε την πρόρρησιν — πρόρρησιν ήτις εξακολουθεί ακόμη μέχρι της σήμερον να πληρούται — ότι όπου ήθελε κηρυχθή το Ευαγγέλιον «λαληθήσεται και ό εποίησεν αύτη εις μνημόσυνον αυτής».

«Εις το ενταφιάσαι Με» — σαφώς άρα η καταδίκη Του και ο ενταφιασμός του εγγύς επέκειντο. Και το ρήμα τούτο ήτο άλλη θανάσιμος πληγή κατά των ελπίδων των προσδοκώντων την επίγειον βασιλείαν του Μεσσίου. Ουδεμίαν εγκόσμιον αμοιβήν, ουδεμίαν προαγωγήν ή ανύψωσιν, ηδύναντο να περιμένωσιν οι οπαδοί Εκείνου όστις έμελλε τόσον ταχέως ν' αποθάνη. Δυνατόν να ενέβαλε και άλλην ορμήν απογοητεύσεως εις την ψυχήν του ληστρικού προδότου, όστις δημοσία απεδοκιμάσθη και εφιμώθη. Η απώλεια των χρημάτων, τα οποία θα ηδύναντο κατά φαντασίαν να είνε εις την ιδίαν διαχείρησίν του, έκαιεν εν αυτώ με πυρ προάγγελον του της Γεέννης· Δεν ήθελε ν' απολέση τα πάντα. Εν τη έχθρα και τη μανία και τη απογνώσει του, έφυγεν εκ της Βηθανίας την νύκτα εκείνην, και απήλθεν εις Ιερουσαλήμ, και εισήχθη εις τον θάλαμον του συμβουλίου των αρχιερέων εν τη οικία του Καϊάφα, και έλαβε την πρώτην εκείνην απαισίαν συνέντευξιν, καθ' ην διεπραγματεύθη προς αυτούς να πωλήση τον Κύριόν του. «Τι μοι θέλετε δούναι, καγώ υμίν παραδώσω Αυτόν;» Ποίαι και πόσαι πραγματείαι έγειναν, δεν γνωρίζομεν, ουδέ αν η αντιμέτωπος φιλαργυρία των ηνωμένων εκείνων εχθρών επάλαισε πριν αποφασίση την ευτελή τιμήν του αίματος. Εάν ούτως έχει, οι πανούργοι Ιουδαίοι αρχιερείς ενίκησαν τον αμαθή βλακοπόνηρον Ιούδαν. Διότι όλα όσα επρόσφεραν και όλα όσα εζύγισαν («έστησαν») ή εμέτρησαν προς αυτόν ήταν τριάκοντα αργύρια (ήτοι περί τας 4 χρυσάς λίρας του σημερινού νομίσματος), το ποσόν όσον θα ήρκει προς εξαγοράν του ευτελεστάτου «φυγάδος δούλου». Το ευτελές του ποσού φανερά δεικνύει ότι οι άρχοντες δεν εθεώρουν τας εκδουλεύσεις του Ιούδα ως απαραιτήτους· θα τους απήλλαττε μόνον από ενοχλήσεις και ενδεχομένην αιματοχυσίαν «άτερ όχλου», ως λέγει ο Ευαγγελιστής.

Αντί του αργυρίου τούτου ο Ιούδας έμελλε να πωλήση τον Διδάσκαλόν του, και πωλών Αυτόν, να πωλήση την ιδίαν ζωήν του, και να κερδήση την βδελυγμίαν του κόσμου επί γενεάς γενεών. Και ούτω κατά την τελευταίαν εβδομάδα της ιδίας του ζωής και της του Διδασκάλου του, ο Ιούδας επλανάτο άνω και κάτω με την πρόθεσιν του φόνου εις την σκοτεινήν και απεγνωσμένην καρδίαν του. Πλην έως τώρα ημέρα δεν είχεν ορισθή, και σχέδιον δεν είχε καταρτισθή· μόνον το τίμημα της προδοσίας επληρώθη· και φαίνεται ότι υπήρχε γενική πεποίθησις ότι δεν θα συνέφερε να προβώσιν εις την απόπειραν κατ' αυτήν την εορτήν («Έλεγον δε, μη εν τη εορτή») μήπως γείνη θόρυβος μεταξύ του πλήθους, όλων όσοι Τον ησπάζοντο, και ιδίως μεταξύ της πυκνής πληθύος των προσκυνητών των εκ της πατρίδος Του Γαλιλαίας. Επίστευον ότι πολλαί ευκαιρίαι θα ηδύναντο να παρουσιασθώσιν, ή εν Ιερουσαλήμ ή αλλαχού, ευθύς ως θα παρήρχετο το μέγα Πάσχα, και η Αγία Πόλις θα επανέπιπτεν εις την συνήθη γαλήνην της.

Και τα συμβάντα της επιούσης ήτο πιθανόν ότι θα έδιδον την εμφαντικωτάτην επιβεβαίωσιν εις την εγκόσμιον σοφίαν της ανόμου αποφάσεώς των.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'. Η Βαϊοφόρος

Είσοδος εις Ιερουσαλήμ — Ο θρίαμβος. — «Ωσανά τω Υιώ Δαυίδ». — «Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων». — Η Ιερουσαλήμ των ημερών εκείνων. — Ο Ιησούς κλαίει επί την πόλιν. — Τρομερά πλήρωσις της προφητείας Του. — Αγανάκτησις των Φαρισαίων. — «Τις εστιν ούτος;» — Ο Ιησούς και πάλιν αποκαθαίρει τον Ναόν. — Τα ωσαννά των παιδίων. — «Ουδέποτε ανέγνωτε;» — Οι Έλληνες οι θέλοντες να ίδωσι Τον Ιησούν. — Ομιλία του Ιησού. — Φωνή εξ ουρανού. — Εις το Όρος των Ελαιών.

«Επί όρους υψηλού ανάβηθι ο Ευαγγελιζόμενος Σιών· ύψωσον εν ισχύι την φωνήν Σου ο Κηρύσσων Ιερουσαλήμ». (Ησαΐας).

«Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών, κήρσυσε θύγατερ Ιερουσαλήμ· ότι ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεται σοι δίκαιος και σώζων. Αυτός πραΰς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον νέον». (Ζαχαρίας).

Φαίνεται ότι προϋπήρχε γενική εντύπωσις από τινος χρόνου ότι, μεθ' όλα όσα προσφάτως είχον συμβή, ο Ιησούς θα παρευρίσκετο εις την εορτήν του Πάσχα. Η πιθανότης τούτου δεν είχε παύσει να συζητήται μεταξύ του λαού, και η προσδοκωμένη άφιξις του προφήτου της Γαλιλαίας εθεωρείτο μετά μεγάλης περιεργείας και ενδιαφέροντος.

Όταν άρα γνωστόν κατέστη λίαν πρωί της μιας των Σαββάτων ότι κατά την ημέραν ταύτην Εκείνος βεβαίως θα εισήρχετο εις την Αγίαν Πόλιν, μεγίστη ήτο η έξαψις. Η είδησις θα διεδόθη υπό τινων των πολυαρίθμων Ιουδαίων οίτινες είχον επισκεφθή την Βηθανίαν κατά την προλαβούσαν εσπέραν, αφού η δύσις του ηλίου επέτρεψεν αυτοίς να υπερβώσι τα όρια της πορείας του Σαββάτου. Ούτω συνέβη ώστε πλήθος πολύ ήτο παρεσκευασμένον να υποδεχθή και προσαγορεύση τον Ελευθερωτήν τον εγείραντα τον τεθνεώτα.

Ο Ιησούς εξεκίνησε πεζός. Τρεις οδοί ήγον από Βηθανίας διά του Όρους των Ελαιών εις Ιεροσόλυμα. Μία τούτων διέρχεται διά της βορείας και της μεσαίας κορυφής του όρους· η άλλη ανέρχεται εις το υψηλότερον του βουνού, και κλίνει κάτω διά του νεωτέρου χωρίου Ελτούρ· η τρίτη, ήτις είνε και πάντοτε πρέπει να ήτο η κυρία οδός, διαθέει περί τα μεσημβρινά νώτα της κεντρώας μάζης του όρους, μεταξύ ταύτης και του «Όρους της Κακής Βουλής». Αι δύο πρώται είνε μάλλον ορειναί ατραποί ή οδοί, και επειδή ο Ιησούς συνωδεύετο υπό τοσούτων μαθητών, είνε πρόδηλον ότι θα έλαβε την τρίτην και ομαλωτέραν οδόν.

Διελθόντες υπό τους φοίνικας της Βηθανίας, επλησίασαν εις τους συκεώνας του Βηθφαγή, μικρού προαστείου μεσημβρινώς και αντικρύ της Βηθανίας. Εις το χωρίον τούτο, ή εις άλλο εγγύς, ο Ιησούς απέστειλε δύο των μαθητών Του. Η λεπτομερής περιγραφή του μέρους παρά τω Μάρκω μας κάμνει να υποθέσωμεν ότι ο Πέτρος (όστις υπηγόρευσεν εις τον Μάρκον) ήτο είς των δύο, και αν ούτως έχη, πιθανόν να συνοδεύετο υπό του Ιωάννου. Ο Ιησούς είπεν αυτοίς ότι, όταν φθάσουν εις την κώμην, θα εύρωσιν όνον δεδεμένην, και πώλον μετ' αυτής· ταύτα έπρεπε να λύσωσι και να τα φέρωσι προς τον Ιησούν, και αν εγένετο παρατήρησίς τις υπό του κτήτορος, αύτη αμέσως θα κατεσιγάζετο διά του λόγου ότι «ο Κύριος αυτών χρείαν έχει». Όλα συνέβησαν όπως προείπεν. «Έξω επί του αμφόδου» εύρον την όνον και το πωλάριον, το οποίον προωρίσθη προς ιεράν χρήσιν επειδή ποτέ δεν είχον υποζευχθή ακόμη. Οι κτήτορες επέτρεψαν αυτοίς να λάβωσι τα ζώα, εκείνοι δε ήγαγον ταύτα προς τον Ιησούν, επιστρώσαντες επ' αυτών τα ιμάτιά των. Είτα ο Ιησούς ανέβη επί του πώλου, και η θριαμβευτική πομπή εξεκίνησε. Δεν ήτο στασιαστικόν κίνημα όπως εξεγείρει πολιτικόν ενθουσιασμόν, ήτο απλή και άδολος αγαλλίασις πτωχών Γαλιλαίων τιμώντων τον Διδάσκαλόν των, εκουσίως πτωχεύσαντα, και δούλου μορφήν λαβόντα. Επιβαίνει ουχί επί πολεμικού κέλητος, αλλ' επί ζώου το οποίον ήτο της ειρήνης το σύμβολον. Οι εθνικοί, εάν έβλεπον την ταπεινήν πομπήν, θα την περιεγέλων, καθώς οι συγγραφείς των κατεγέλασαν πράγματι την περιγραφήν αυτής. Αλλ' οι Απόστολοι ανέμνησαν εν ταις ύστερον ημέραις ότι επλήρου την προφητείαν του Ζαχαρίου: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών· κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ, ότι ιδού ο Βασιλεύς σου έρχεταί σοι πραΰς και σώζων, και επιβεβηκώς επί πώλον όνου, υιόν υποζυγίου». Ναι, ήτο, κατά το φαινόμενον, ταπεινή πομπή· και όμως, ενώπιόν της πώς και οι μεγαλοπρεπέστεροι θρίαμβοι των πολέμων ωχριώσι και αμαυρούνται!

Μόλις ο Ιησούς εξεκίνησε καθήμενος επί του πώλου, και ο πλείστος όχλος ήρχισαν να στρώνουν τα φορέματά των εις την οδόν, και έκοπτον τα βαΐα, ήτοι τους κλάδους, των φοινίκων και των ελαιών, διά να τα βαστάζωσιν ή να τα σκορπίζωσιν εις τον δρόμον Του. Οι προάγοντες δε και οι ακολουθούντες έκραζον λέγοντες: «Ωσαννά τω Υιώ Δαυίδ! Ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου, Βασιλεύς του Ισραήλ. Ωσαννά εν τοις υψίστοις!» Και εν τω ενθουσιασμώ του ο λαός διηγούντο προς αλλήλους πώς τον Λάζαρον εφώνησεν εκ του μνημείου και ήγειρεν αυτόν εκ νεκρών.

Η οδός ανακύπτει διά βαθμιαίας ανωφερείας προς το Όρος των Ελαιών, είτα δε αποτόμως στρέφεται βορεινότερον. Παρά την καμπήν ταύτην της οδού η Ιερουσαλήμ, κρυπτομένη μέχρι τούδε όπισθεν της πλάτης του όρους, επιφαίνεται αιφνιδίως εις την όψιν. Εκεί, μέσω της διαυγούς ατμοσφαίρας, προνεύουσα εκ των βαθειών συσκίων κοιλάδων αίτινες την περιεκύκλουν, η πόλις των μυρίων αναμνήσεων ίστατο εναργής προ Αυτού, και το φως του πρωινού ηλίου, πίπτον επί των επιχρύσων ορόφων του Ναού, αντηύγαζε με λαμπρότητα βιάζουσάν τινα ν' αποστρέψη τους οφθαλμούς. Τοιαύτη θέα τοιαύτης πόλεως είνε πάντοτε περιπαθής, και πολλοί Ιουδαίοι και εθνικοί οδοιπόροι εκράτησαν τον χαλινόν του ίππου των εις το μέρος τούτο, και ανέβλεψαν προς την σκηνήν εν συγκινήσει βαθεία και δυσπεριγράπτω. Αλλ' η Ιερουσαλήμ των ημερών εκείνων, με τους τόσους υπερηφάνους πύργους της, εθεωρείτο ως έν των θαυμάτων του κόσμου, και ήτο θέαμα ασυγκρίτως μεγαλοπρεπέστερον ή η φθίνουσα και κατερειπωμένη πόλις της σήμερον. Και τις να ερμηνεύση δύναται, τις ισχύει να εισδύση εις το ριγηλόν αίσθημα της θείας συμπαθείας, το οποίον εις την θέαν εκείνην διέπνευσε την ψυχήν του Σωτήρος; Καθώς προσέβλεψεν εις την «μάζαν εκείνην χιόνος και χρυσού», δεν υπήρξεν υπερηφάνεια, δεν υπήρξεν έξαρσις εν τη καρδία του αληθούς βασιλέως της; Πόρρω τούτου! Είχε χύσει σιγηλά δάκρυα· επί του τάφου του Λαζάρου· εδώ έκλαυσε μεγαλοφώνως. Όλη η αισχύνη των κατ' Αυτού χλευασμών, όλη η αγωνία της βασάνου Του, υπήρξαν ανίσχυρα, πέντε ημέρας ύστερον, ν' αποσπάσωσιν απ' Αυτού ένα γογγυσμόν, ή να υγράνωσι τα βλέφαρά του μ' έν δάκρυ· αλλ' εδώ, όλος ο οίκτος όστις ήτο εντός Του κατεκυρίευσε την ανθρωπίνην ψυχήν Του, και ου μόνον έκλαυσεν, αλλ' ερράγη εις πάθος σχετλιασμού, εν ώ η φωνή πνιγομένη εφαίνετο παλαίουσα ίνα εξέλθη. Ξένος του Μεσσίου θρίαμβος! παράδοξος διακοπή των πανηγυρικών κραυγών! Ο Ελευθερωτής θρηνεί επί την πόλιν την οποίαν είνε πλέον πολύ αργά να σώση· ο Βασιλεύς προφητεύει την εντελή καταστροφήν του έθνους του οποίου ήλθεν ίνα άρξη! «Εάν εγνώριζες, (έκραξεν, ενώ τα θαυμάζοντα πλήθη προσέβλεπον και δεν είξευρον τι να νοήσωσιν ή να είπωσιν), Ει εγίνωσκες και συ καν τη ημέρα ταύτη τα εις ειρήνην σου!» — κ' εδώ η λύπη διέκοψε τον λόγον, και όταν εύρε φωνήν να εξακολουθήση, ηδυνήθη μόνον να προσθέση, «αλλά νυν κρύπτονται από των οφθαλμών σου! διότι ελεύσονται ημέραι επί σε ότε οι εχθροί σου θήσουσι χάρακα περί σε, και περιβαλούσι σε κύκλω, και τηρήσουσί σε πάντοθεν, και καθελούσι σε έως εδάφους, και τα τέκνα σου εν σοι· και ου μη καταλείψουσιν εν σοι λίθον επί λίθου, ότι ουκ έγνως καιρόν επισκέψεώς σου».

Αυστηρώς, κατά γράμμα, τρομερώς, εντός πεντήκοντα ετών, επληρώθη η προφητεία αύτη. Τέσσαρα έτη προ της ενάρξεως του πολέμου, ενώ η πόλις ήτο ακόμη εν μεγίστη ειρήνη και ευημερία, μελαγχολικός τις μανιώδης διέτρεξε τας οδούς με επανειλημμένας κραυγάς, «Φωνή εξ ανατολών, φωνή εκ δυσμών, φωνή εκ των τεσσάρων ανέμων, φωνή εναντίον Ιερουσαλήμ και του Αγίου Οίκου, φωνή κατά των νυμφίων και των νυμφών, εναντίον παντός του λαού». Ούτε διά μαστίγων ούτε διά βασάνων εδυνήθησαν ν' αποσπάσωσι παρ' αυτού άλλας λέξεις ειμή «Ουαί! Ουαί! τη Ιερουσαλήμ· ουαί τη πόλει· ουαί τω λαώ· ουαί τω Οίκω τω Αγίω!» εωσότου επτά ημέρας, ύστερον, κατά την πολιορκίαν, εφονεύθη διά λίθου εκ καταπέλτου. Η φωνή του ήτο μόνον η ανανεωθείσα ηχώ της φωνής της προφητείας.

Ο Τίτος δεν ήθελεν αρχήθεν να περιβάλη την πόλιν, αλλ' εβιάσθη υπό της απογνώσεως και της ισχυρογνωμοσύνης των Ιουδαίων να περικυκλώση ταύτην, πρώτον διά χάρακος μετά πασσάλων, είτα διά τείχους κτιστού. Δεν επεθύμει να θυσιάση τον Ναόν, κατέβαλε μάλιστα πάσαν δυνατήν προσπάθειαν να τον σώση, αλλ' εβιάσθη να τον μεταβάλη εις τέφραν. Δεν επροτίθετο να φανή σκληρός προς τους κατοίκους, αλλ' ο απονενοημένος φανατισμός της αντιστάσεώς των τόσον έσβεσε πάσαν επιθυμίαν όπως φεισθή αυτών ώστε ανέλαβε το έργον μικρού δειν να εξολοθρεύση την φυλήν, να τους σταυρώση κατά εκατοντάδας, να τους εκθέτη εις το αμφιθέατρον κατά χιλιάδας, να τους εξανδραποδίζη κατά μυριάδας. Ο Ιώσηπος διηγείται ότι, μετά την πολιορκίαν του Τίτου, ουδείς, εν τη δηώσει και τη ερημία ήτις έμεινε, θ’ ανεγνώριζε το κάλλος της Ιουδαίας· και αν Εβραίος τις ήρχετο αίφνης εις την πόλιν, όσον καλώς και αν την είχε γνωρίσει πρότερον, θα ηρώτα, «ποία πόλις είνε αύτη;»

Επήλθε μικρός σταθμός εν τη πομπή ενώ ο Ιησούς έχυνε τα θεία δάκρυα Του και εξέφερε τον προφητικόν θρήνον Του. Αλλά τώρα ο λαός εν τη κοιλάδι των Κέδρων και περί τα τείχη της Ιερουσαλήμ, και οι προσκυνηταί των οποίων αι καλύβαι και αι σκηναί ίσταντο τόσον πυκναί επί των χλοερών κλιτύων κάτω, είχον ιδεί την πλησιάζουσαν συνοδίαν, και είχον ακούσει τους χαρμοσύνους κραυγάς, και ενόησαν τι εσήμαινεν η κίνησις αύτη. Κατ' εκείνον τον χρόνον τα δένδρα των φοινίκων ήσαν πολυαριθμότατα εις τα εγγύς της Ιερουσαλήμ, καίτοι νυν ολίγα μόνον υπάρχουσι· και κόπτοντες τους πρασίνους και χαρίεντας κλάδους των, «τα βαΐα των φοινίκων», ως λέγει ο Ευαγγελιστής, οι άνθρωποι έτρεξαν εις προϋπάντησιν του ερχομένου Προφήτου. Και όταν ηνώθησαν τα δύο κύματα του λαού, εκείνοι οίτινες τον προέπεμπον από Βηθανίας, κ' εκείνοι οίτινες είχον έλθη να Τον προϋπαντήσωσιν από Ιερουσαλήμ, τον περιεστοίχισαν εποχούμενον εν τω μέσω, και οι μεν προάγοντες, οι δε ακολουθούντες, σείοντες τα βαΐα και κράζοντες Ωσαννά, τον συνώδευσαν μέχρι των πυλών της Ιερουσαλήμ.

Μεμιγμένοι μεταξύ του πλήθους ήσάν τινες των Φαρισαίων, και η αγαλλίασις του πλήθους ήτο χολή και άψινθος δι' αυτούς. Τι εσήμαινον αι Μεσσιακαί αύται κραυγαί και οι βασιλικοί τίτλοι; Δεν ήσαν επικίνδυνοι και απρεπείς; Διατί Αυτός τας επέτρεπε; «Διδάσκαλε, επιτίμησον τους μαθητάς σου». Αλλά δεν ήθελεν να πράξη ούτω. «Και αν ούτοι σιωπήσωσιν, είπεν, οι λίθοι κεκράξονται». Οι λόγοι ούτοι ανεμίμνησκον την προφητείαν του Αββακούμ «Ότι λίθος κράξεται εκ του τείχους και δοκός εκ της κεράμου αποκριθήσεται». Οι Φαρισαίοι ησθάνθηταν ότι ήσαν ανίσχυροι να σταματήσουν το κύμα του ενθουσιασμού,

Και όταν έφθασαν εις τα τείχη, όλη η πόλις «εσείσθη» εν εξάψει και ταραχή· «Τις εστιν ούτος;» έλεγον, προκύπτοντες από των στεγών και των δωμάτων και παραμερίζοντος εν ταις ρύμαις και ταις πλατείαις όπως διέλθη η πομπή. Και το πλήθος απήντα μετά σεμνώματος επί τω μεγάλω συμπολίτη των, αλλά και μετά τινος δυσπιστίας ήδη απέναντι της έχθρας της μητροπόλεως. — «Ούτος εστιν Ιησούς, ο Ναζαρηνός Προφήτης».

Πριν ή φθάσωσιν εις την Σουσανήν πύλην του Ναού, το πλήθος διεσκορπίσθη, και ο Ιησούς εισήλθεν. Ο Κύριος, «ον αυτοί εζήτουν», είχεν έλθη αιφνιδίως εις τον Ναόν Του, κομιστής της Διαθήκης, Μεγάλης Βουλής Άγγελος· αλλ' εκείνοι ούτε Τον ανεγνώρισαν ούτε ηυφράνθησαν επ' Αυτώ, καίτοι η πρώτη πραξίς Του υπήρξε το να καθαρίση και απολυμάνη τούτον, όπως προσφέρωσι τω Κυρίω θυσίαν αινέσεως. Καθώς περιέβλεψε και είδε τα εκεί, η καρδία Του και πάλιν σφόδρα ηγανάκτησε. Τρία έτη πρότερον, κατά το πρώτον Πάσχα Του, είχεν αποκαθάρει τον Ναόν, πλην φευ! εις μάτην. Και πάλιν αι τράπεζαι ήσαν πλήρεις από σωρούς νομισμάτων, και τα πρόστωα πλήρη βοών και προβάτων και περιστερών προς πώλησιν. Ναός ήτο αυτός ή αγορά, ή βουστάσιον, ή περιστερεών ή κολλυβιστήριον; Εις τον βεβηλωμένον εκείνον τόπον δεν ήθελε να διδάξη. Και πάλιν, μετά λύπης οργή μεμιγμένης, απήλασεν αυτούς εκείθεν, μηδενός τολμώντος ν' αντισταθή εις το φλέγοντα ζήλον Του. Το πυκνόν πλήθος των Εβραίων (ανερχόμενον, ως λέγεται, εις τριακοσίας μυριάδας) το οποίον επλήρου την Αγίαν Πόλιν κατά την εβδομάδα της εορτής, αναμφιβόλως κατέκτησε την Αυλήν των Εθνών, την προσκειμένην τω Ναώ, χείρονα και θορυβωδεστέραν σκηνήν κατ' εκείνην την ημέραν ή άλλοτέ ποτε, όσω μάλλον την ημέραν εκείνην, συμφώνως με τον Νόμον, ο Πασχάλιος αμνός, τον οποίον οι επισκέπται ήσαν υπόχρεοι ν' αγοράσωσι, εξελέγετο και ετίθετο κατά μέρος. Αλλ' επ' ουδενί λόγω θα επέτρεπεν Εκείνος ίνα ο οίκος του Πατρός Του μεταβληθή εις σπήλαιον ληστών.

Αφού εκαθαρίσθη ο Ναός, ήλθον πάσχοντες προς Αυτόν και τους εθεράπευσε. Ακροαταί των λόγων Του ανά εκατοντάδας συνέρρεον περί Αυτόν, εξίσταντο επί τη διδαχή Του, και εκρέμαντο από των χειλέων Του· «εκρέμαντο απ' αυτών καθώς η μέλισσα από του άνθους, το βρέφος από του μαζού, ο νεοσσός από το ράμφος της κλώσσης. Ο Χριστός έσυρε τον λαόν κατόπιν Του με την χρυσήν άλυσιν της ουρανίου ευγλωττίας Του·. Αυτοί οι παίδες του Ναού, εν τη αθώα αγαλλιάσει των, εξηκολούθουν να κράζουν τα χαρμόσυνα Ωσαννά μεθ' ων Τον είχον υποδεχθή. Οι Αρχιερείς και Γραμματείς και Φαρισαίοι και οι άρχοντες του λαού έβλεπον και ηπόρουν και εφρύαττον και εχάνοντο. Έβρυχον μόνους τους οδόντας εν αδυναμία, μηδέν τολμώντες να πράξωσι, λέγοντες προς αλλήλους ότι ουδέν να πράξωσιν ηδύναντο, διότι όλος ο κόσμος οπίσω Αυτού απήλθε, πλην ελπίζοντες ακόμη ότι η ώρα των θα ήρχετο, και η δύναμις του σκότους έμελλε να έλθη. Εάν απετόλμων να είπωσι μίαν λέξιν προς Αυτόν, ηναγκάζοντο να υποχωρώσι τεταπεινωμένοι και κατησχυμμένοι υπό των αταράχων απαντήσεών Του. Οργίλοι επέστησαν την προσοχήν Του εις τας κραυγάς των παίδων εν ταις αυλαίς του Ναού λέγοντες, «Ακούεις τι ούτοι λέγουσιν;» Αλλ' ο Ιησούς απήντησεν: «Ουδέποτε, ανέγνωτε, Εκ στόματος νηπίων και θηλαζόντων καταρτήσω αίνον;» Να ενθυμήθησαν τάχα, οι άνομοι, την συνέχειαν του στίχου, «ένεκα των εχθρών Σου, του καταλύσαι εχθρόν και εκδικητήν;»

Ούτω εν μεγάλη παρρησία, και εν μέσω των ματαίων αποπειρών των εχθρών εναντίον Του, διήλθον αι ώραι της ημέρας εκείνης. Αλλά και άλλο βαθύτατα ενδιαφέρον συμβεβηκώς επήλθε κατ' αυτήν. Έκπληκτοι εξ όσων ήκουον και έβλεπον, Έλληνές τινες (ίσως προσήλυτοι του Ιουδαΐσμού ελθόντες εις Ιερουσαλήμ διά την εορτήν) ήλθον προς τον Φίλιππον και εζήτησαν να ίδωσι κατ' ιδίαν τον Ιησούν. Χαλδαίοι εξ ανατολών είχον έλθη εις το βρεφικόν λίκνον Του. Έλληνες εκ δυσμών ήρχοντο εις τον Σταυρόν Του. Τίνες ήσαν και διατί Τον εζήτουν αγνοούμεν. Ενδιαφέρουσα παράδοσις λέγει ότι ήσαν απεσταλμένοι του Αβγάρου Ε'. βασιλέως της Εδέσσης, όστις μαθών περί των θαυμάτων του Ιησού, και περί των κινδύνων των απειλούντων Αυτόν ήδη, έπεμψεν απεσταλμένους προσφέρων Αυτώ άσυλον εις το κράτος του. Η παράδοσις προσθέτει ότι, καίτοι ο Ιησούς απέκλινε την προσφοράν, αντήμειψε την πίστιν του Αβγάρου γράψας αυτώ επιστολήν και θεραπεύσας αυτόν εκ της νόσου ης έπασχεν.

Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης ουδέν περί των περιστάσεων τούτων μνημονεύει· ουδέ μας λέγει διατί οι Έλληνες ούτοι ήλθον προς τον Φίλιππον κατά προτίμησιν. Επειδή η Βηθσαϊδά ήτο η γενέθλιος πόλις του Αποστόλου, και επειδή πολλοί Ιουδαίοι κατά την περίοδον ταύτην είχον λάβη ελληνικά ονόματα, και μάλιστα τα εθιζόμενα εν τω οίκω, του Ηρώδου, δεν δυνάμεθα ν' αποδώσωμεν πολλήν σπουδαιότητα εις το ελληνικόν του ονόματός του. Είνε αξία προσοχής ένδειξις της ευλαβείας και του φόβου τον οποίον οι Απόστολοι ησθάνοντο προς τον Διδάσκαλόν των, το ότι ο Φίλιππος δεν «τόλμησε πάραυτα να εκτελέση το αίτημά των. «Έρχεται και λέγει τω Ανδρέα, και πάλιν Ανδρέας και Φίλιππος λέγουσι τω Ιησού. Αν πράγματι εισήγαγον τους αιτούντας ενώπιόν Του δεν δυνάμεθα να είπωμεν, αλλ' Αυτός ήρχισε να λέγη, «Ελήλυθεν η ώρα ίνα δοξασθή ο Υιός του Ανθρώπου». Και η απάντησίς Του ήτο ότι, «Εάν μη ο κόκκος του σίτου πεσών εις την γην αποθάνη, αυτός μόνος μένει· εάν δε αποθάνη, πολύν καρπόν φέρει». Ούτω και η οδός η προς την δόξαν Του ήτο διά της ταπεινώσεως και του θανάτου, και όσοι ήθελον να Τον ακολουθήσωσιν, ώφειλον να είνε παρεσκευασμένοι εν παντί καιρώ, όπως μέχρι θανάτου Τον ακολουθήσωσι. Καθώς δε εθεώρει τον επικείμενον τούτον θάνατον, η ανθρωπίνη φρίκη τούτου επάλαιε με την ζέσιν της υπακοής Του· και γινώσκων ότι αντιμετωπίζων την φοβεράν εκείνην ώραν θα ενίκα, έκραξε, «Πάτερ, δόξασόν Σου το όνομα!» Τότε, διά τρίτην φοράν κατά την επίγειον ζωήν Του, ήλθε φωνή εξ ουρανού λέγουσα, «Και εδόξασα και πάλιν δοξάσω».

Ο Άγ. Ιωάννης ο Ευαγγελιστής παρρησία μας λέγει ότι η φωνή αύτη δεν ήχησε το αυτό προς όλους. Το πλήθος την εξέλαβεν ως παροδικήν βροντήν· άλλοι έλεγον ότι Άγγελος προς Αυτόν ελάλησε». Μόνον δι' ολίγους ήτο έναρθρος η φωνή· Αλλ' ο Ιησούς είπεν αυτοίς ότι η φωνή αύτη δεν έγεινε δι’ Αυτόν, αλλά δι' εκείνους». Νυν κρίσις εστί του κόσμου τούτου, νυν ο άρχων του κόσμου τούτου εκβληθήσεται έξω. Καγώ όταν υψωθώ από της γης, (ως ύψωσε Μωσής τον χαλκούν όφιν εν τη Ερήμω) πάντας ελκύσω προς Εμαυτόν». Οι λαοί ήρχοντο εις αμηχανίαν προς τους ασαφείς τούτους υπαινιγμούς. «Ημείς ηκούσαμεν εκ του Νόμου, ότι ο Χριστός μένει εις τον αιώνα, και πώς Συ λέγεις ότι υψωθήναι δει τον Υιόν του Ανθρώπου; Τις εστιν ούτος ο Υιός του Ανθρώπου;» Η αληθής απάντησις εις την ερώτησίν των θα εγίνετο δεκτή μόνον εις πνευματικάς καρδίας· ήσαν απαράσκευοι δι' αυτήν, και μόνον θα προσεβάλλοντο και θα ηδημόνουν· διά ο Χριστός τούτο δεν απήντησεν εις αυτούς. Μόνον τους προέτρεψε να περιπατώσιν εν τω φωτί κατά τον βραχύν τούτον χρόνον καθ' ον το φως θα ήτο εισέτι μετ' αυτών, ίνα υιοί φωτός γένωνται. Είχεν έλθη ως φως εις τον κόσμον, και τα ρήματα τα οποία λαλεί θα κρίνωσι τους αθετούντας Αυτόν· διότι τα ρήματα ταύτα ήσαν παρά του Πατρός· ακτίνες παρά του Πατρός των Φώτων· ζωοδότειραι λάμψεις από της Αιωνίου Ζωής.

Αλλ' αι έκλαμπροι αύται και ζωτικαί αλήθειαι ήσαν αμβλείαι προς τεφλωμένους οφθαλμούς και νεκραί προς πεπωρωμένας καρδίας. Όσοι εκ των αρχόντων επίστευσαν εν μέρει, δεν ετόλμων να το ομολογήσουν, φοβούμενοι τους Φαρισαίους, «ίνα μη αποσυνάγωγοι γένωνται· ηγάπησαν γαρ την δόξαν των ανθρώπων μάλλον ήπερ την δόξαν του Θεού».

Ούτω ποιά τις θλίψις και αίσθημα αθυμίας ενέπεσε κατά την εσπέραν της ημέρας του θριάμβου. Δεν ήτο ασφαλές διά τον Ιησούν να μένη εν τη πόλει, ούτε ήτο σύμφωνον προς τας επιθυμίας Του. Απεχώρησε λάθρα από του Ναού, εκρύβη από των αγρύπνων εχθρών του, και προασπιζόμενος εισέτι έξω της πόλεως διά του ενθουσιασμού των Γαλιλαίων οπαδών Του, εξήλθεν εις Βηθανίαν μετά των Δώδεκα. Είνε πιθανόν όμως ότι δεν εισήλθεν εις την πολίχνην, καθότι αν μετέβαινε πάλιν εις την φιλικήν οικίαν, δυσκόλως θα ηδύνατο να κρυφθή. Ο Ματθαίος λέγει ότι «ηυλίσθη» εκεί προς το όρος, και ο Λουκάς γράφει «ηυλίζετο εις το όρος το καλούμενον Ελαιών». Δεν ήτο ασυνείθιστος προς υπαιθρίους διανυκτερεύσεις. Αυτός δε και οι Απόστολοί Του, περιτυλιγμένοι με τα εξωτερικά ενδύματα, θα ηδύναντο να κοιμηθώσιν επί της πρασίνης χλόης υπό την σκέπην των δένδρων. Η σκιά του προδότου έπιπτεν επ' Αυτού του Προδοθέντος και επί της μικράς εκείνης λογικής ποίμνης, επί του φυτωρίου των αλιέων Του. Να εκοιμήθη τάχα και ο προδότης τόσον ατάραχος, όσον οι άλλοι, την νύκτα εκείνην;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'. Δευτέρα της εβδομάδος των παθών. — Ημέρα Παραβολών.

Ο Ιησούς πεινά. — Η άκαρπος συκή. — «Πώς παραχρήμα εξηράνθη η συκή;» — Πρεσβεία ιερέων. — «Τις Σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην;» — Αντερώτησις του Ιησού. — Πώς εφιμώθησαν. — Παραβολή των Δύο Υιών. — Παραβολή των Κακών Γεωργών. — «Λίθον ον απεδοκίμασαν». — Αι σκευωρίαι των Φαρισαίων.

Εγερθείς από του καταυλισμού του, λίαν πρωί, ο Ιησούς επέστρεψεν εις την πόλιν και τον Ναόν και καθ' οδόν επείνασεν. Η Δευτέρα και η Πέμπτη της εβδομάδος ετηρούντο υπό των ακριβολογούντων τηρητών των εθίμων ως ημέραι νηστείας, και ταύτας εννοεί ο Φαρισαίος της Παραβολής όταν λέγη, «Νηστεύω δις του Σαββάτου». Δυνατόν εν τη φιλανθρώπω προθυμία όπως διδάξη τον λαόν Του να παρημέλησε τας κοινάς ανάγκας του βίου· δυνατόν να μη υπήρχε μέσον προς προμήθειαν τροφής ανά τους αγρούς όπου διέτριψε την νύκτα. Οποιαδήποτε και αν ήτο η αιτία, ο Ιησούς επείνασε, και εζήτησε καρπόν τινα όπως λάβη αναψυχήν διά τον κόπον της ημέρας.

Δένδρα υπάρχουσιν άφθονα και νυν έτι εις τον τόπον εκείνον, αλλ' όχι οι πάμπολλοι φοίνικες και αι συκαί και αι καρυαί, αίτινες καθίστων τα περίχωρα της Ιερουσαλήμ εις σύσκιον άλσος, πριν δενδροτομηθώσιν υπό του Τίτου εις τας εχθροπραξίας της πολιορκίας. Συκαί ιδίως εφυτεύοντο παρά την οδόν, επειδή η κόνις επιστεύετο ότι συντελεί εις την ανάπτυξίν των, και ο εύχυμος καρπός των ήτο κοινή ιδιοκτησία, ως θεσπίζεται εν τω Δευτερονομίω (κεφ. κγ, 24). Είς τινα απόστασιν έμπροσθέν Του ο Ιησούς είδε «συκήν μίαν», καίτοι δε η συνήθης ώρα διά την πέπανσιν των σύκων δεν ήτο ακόμη, επειδή όμως εφαίνετο εκτάκτως πρώιμος η συκή αύτη (υπεμφαίνει το «ει άρα τι ευρήσει εν αυτή» του Ευαγγελιστού), και ήτο πλήρης πλατέων φύλλων, και εφαίνετο λίαν ακμαία, ο Ιησούς επλησίασε, μήπως εύρη ή πρώιμον καρπόν εν αυτή ή όψιμον, καθώς ήτο σύνηθες εις τας συκάς της Παλαιστίνης να καρποφορώσιν. Υπάρχει μέχρι της σήμερον εν τη Αγία Γη είδος λευκού ή πρωίμου σύκου το οποίον ωριμάζει κατά το έαρ, και πολύ προ του κυρίως καρπού.

Αλλ' όταν ήλθε πλησίον της συκής, ο Ιησούς απεγοητεύθη. Ο οπός εκυκλοφόρει, τα φύλλα απετέλουν καλόν στολισμόν, αλλά καρπός ουδείς. Προσφυές έμβλημα του υποκριτού, του οποίου το εξωτερικόν πρόσχημα είνε απάτη και ψεύδος· κατάλληλον έμβλημα του έθνους ενώ η επιδεικτική θεοσέβεια δεν έφερε καρπούς αγαθού βίου — το δένδρον ήτο άγονον. Και ήτο απελπιστικώς άγονον διότι, αν υπήρξε γόνιμον κατά το προλαβόν έτος, έπρεπε να έχη ακόμη τινά εκ των κ ε ρ μ ο ύ ζ, ήτοι των φθινοπωρινών σύκων, κρυμμένα όπισθεν των πλατεών και βαθυπρασίνων φύλλων του· και αν έμελλε να είνε γόνιμον κατά το έτος τούτο, έπρεπε να φέρη τινά εκ των β α κ π ο ρ ώ θ, ήτοι των πρωίμων εαρινών σύκων· αλλ' επί του ακάρπου τούτου δένδρου δεν υπήρχεν ούτε επαγγελία διά το μέλλον ούτε ανάμνησις από του παρελθόντος.

Και διά τούτο, επειδή ήτο μόνον απατηλή και άχρηστος, και κατήργει το έδαφος το οποίον κατείχε, κατέστησεν αυτήν την αιωνίαν νουθεσίαν κατά της υποκρισίας επακολουθούσης μέχρι τέλους, και εις επήκοον των μαθητών Του εξήνεγκε κατ' αυτής την επίσημον απόφασιν, «Μηκέτι εκ σου καρπός γένηται εις τον αιώνα!» Και άμα τω λόγω, η άκαρπος ζωή της εσταμάτησε, και ήρχισε να ξηραίνεται οφθαλμοφανώς.

Αι επικρίσεις εναντίον του θαύματος τούτου υπήρξαν εκτάκτως ματαιόσχολοι, άτε βασισθείσαι κατά το πλείστον επί της αμαθείας ή της προλήψεως, υπό εκείνων οίτινες αρνούνται την θεότητα του Ιησού Χριστού, ωνομάσθη ποινικόν θαύμα, θαύμα εκδικήσεως, θαύμα ανοικείου οργής, παιδαριώδης επίδειξις ανυπομονησίας εν απογοητεύσει, άδικος οργή εναντίον της αθώας φύσεως. Ουδείς, υποθέτω, όστις πιστεύει ότι η διήγησις παριστά θαυμάσιον γεγονός θα έχη την τόλμην να εγκαλέση τας αφορμάς εκείνου όστις το ετέλεσεν· αλλά πολλοί επιχειρούσι να πείσωσιν ότι είνε διήγησις σφαλερά, καθόσον αφηγείται ό,τι αυτοί θεωρούσιν ως αναξίαν επίδειξιν, οργής επί μικρά απογοητεύσει, και ως θαύμα καταστροφής παραβιαζούσης τα δικαιώματα του υποτιθεμένου κτήτορος της συκής, ή του πλήθους. Πλην όσον αφορά την πρώτην ένστασιν, αρκεί να είπω ότι πάσα σελίς της Νέας Διαθήκης δεικνύει το αδύνατον του να φαντασθή τις ότι οι Ευαγγελισταί είχον τόσον σφαλεράν έννοιαν περί του Ιησού, ώστε να πιστεύσωσιν ότι εξεδίκησε την παροδικήν δυσφορίαν Του επί ανευθύνου πράγματος. Εκείνος όστις, εις το κέλευσμα του Πειράζοντος, ηρνήθη να θεραπεύση την ιδίαν πείναν του μεταβάλλων εις άρτους τους λίθους της ερήμου, είνε δυνατόν να παρασταθή ότι παρεφέρθη υπ' οργής εναντίον αψύχου πράγματος; Τόσον ασεβής παραλογισμός δυνατόν να ευρεθή εις τα Απόκρυφα Ευαγγέλια· αλλ' αν οι Ευαγγελισταί θα ήσαν ικανοί, εάν άλλως είχε, να το διαιωνίσωσι, δεν θα ηδύναντο να έχωσιν ούτε την δύναμιν ούτε την θέλησιν να ζωγραφήσωσι την θείαν εκείνην εικόνα του Κυρίου Ιησού, την οποίαν η γνώσις των περί της αληθείας συν τη εποπτία του Αγίου Πνεύματος κατέστησεν αυτούς ικανούς να παρουσιάσωσιν εις τον κόσμον διά πάντοτε, ως το πλέον ανεκτίμητον κτήμα του. Και όσον αφορά την ξήρανσιν του δένδρου, μη ο οικοδεσπότης της παραβολής αυστηρώς ποτε επεκρίθη διότι είπε περί της αγόνου συκής του. «Κόψατε την, επειδή καταργεί το έδαφος;» Μη ο Ιωάννης ο Βαπτιστής κατεκρίθη ποτέ επί βιαιότητι και καταστρεπτικότητι διότι έκραξεν, «Ήδη η αξίνη προς τη ρίζη των δένδρων κείται· παν ουν δένδρον μη ποιούν καλόν καρπόν, εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται;» Ή μη ο αρχαίος Προφήτης (ο Ιεζεκιήλ) κατηγορήθη ποτέ ότι κακώς παρίστα τον χαρακτήρα του Θεού, όταν λέγη. «Εγώ, ο Κύριος εξήρανα το δένδρον το χλωρόν» και πάλιν «εποίησα το ξηρόν δένδρον του ανθήσαι;» Όταν η χάλαζα καταβάλλη τους βλαστούς της αμπέλου, όταν αι βολίδες των αστραπών πλήττουσι την ελαίαν ή καταβάλλουσι την υπερήφανον δρυν, τολμά άλλος τις παρά τους άκρως αμαθείς και κτηνώδεις να βλασφημή το θείον; είνέ ποτε έγκλημα το καταστρέφειν άχρηστον δένδρον; Εάν όχι είνε περισσότερον έγκλημα το πράττειν ούτω διά θαύματος; Διατί τότε ο Σωτήρ του κόσμου, εις ον ο λίβανος θα ήτο πάρα πολύ μικρός ως ολοκαύτωμα, να κατακριθή υπό προπετών κριτικών, διότι επέσπευσε την ξήρανσιν αγόνου δένδρου και εθεμελίωσεν επί της καταστροφής της αχρηστίας του τρία αιώνια μαθήματα· έν σύμβολον του ολέθρου της αμετανοησίας, μίαν νουθεσίαν περί του κινδύνου της υποκρισίας, έν υπόδειγμα της δυνάμεως της πίστεως;

Εξηκολούθησαν τον δρόμον των και ως συνήθως εισήλθον εις τον Ναόν· και μόλις είχον εισέλθει όταν τους συνήντησε μία άλλη ένδειξις του σφοδρού πνεύματος της αντιστάσεως το οποίον ενέπνευσε τους άρχοντας της Ιερουσαλήμ. Μία πρεσβεία τους επλησίασε, επιβλητική κατά τε τον αριθμόν και την επισημότητα. Οι αρχιερείς, οι ευπαίδευτοι γραμματείς, οι εξέχοντες Ραββίνοι αντιπρόσωποι όλων των τάξεων του συνεδρίου ήλθον με σκοπόν να τον τρομάξουν, καθό περιφρονούντες τον πτωχόν προφήτην της αφανούς Ναζαρέτ, με παν ότι σεβάσμιον εν ηλικία έξοχον εν σοφία ή επιβάλλον εν εξουσία παρά τω μεγάλω συμβουλίω του έθνους. Ο λαός τον οποίον ησχολείτο διδάσκων παρεμέρησεν εν σεβασμώ ενώπιόν των μήπως τυχόν μολύνει τας κυματιζούσας εκείνας εσθήτας και τα πλαταία κράσπεδα δι' επαφής· και όταν ετάχθησαν περί τον Ιησούν εν αυστηρότητι τον ηρώτησαν, «εν ποία εξουσία ταύτα ποιείς; και τις Σοι έδωκε την εξουσίαν ταύτην;» εζήτουν να παυθούν τα έγγραφα δικαιώματά του διότι ανελάμβανεν ούτω καθήκοντα Ραββίνου και προφήτου, να εισελαύνει εποχούμενος εις Ιερουσαλήμ εν μέσω των Ωσαννά του πλήθους, να καθαρίζη τον Ναόν από τους πωλούντας και αγοράζοντας των οποίων την παρουσίαν ηνείχοντο ούτοι. Η απάντησις τους εξέπληξε και τους συνέχεε. Με την άπειρον εκείνην ετοιμότητα του πνεύματος εις την οποίαν η ιστορία του κόσμου δεν παρέχει παράλληλον, ο Ιησούς τους είπεν ότι η απάντησις εις την ερώτησίν των εξηρτάτο από την απάντησιν την οποίαν θα έδιδον αυτοί εις μίαν ερώτησιν ιδικήν του· «το βάπτισμα του Ιωάννου εξ ουρανού ην ή εξ ανθρώπων;» αιφνιδία σιωπή επήλθε «απαντήσατέ Μοι» είπεν ο Ιησούς διακόπτων τους συγκεχυμένους ψιθυρισμούς των. Και βεβαίως αυτοί οι οποίοι είχον πέμψει επιτροπείαν να εξετάση δημοσία τας αξιώσεις του Ιωάννου ήσαν εις θέσιν να απαντήσουν.

Αλλ' απάντησις δεν ήρχετο. Εγνώριζον πολύ καλά την σπουδαιότητα του ερωτήματος. Ο Ιωάννης αναφανδών και εμφαντικώς είχε μαρτυρήσει περί του Ιησού. Τον είχεν αναγνωρίσει ενώπιον των ιδίων απεσταλμένων των όχι μόνον ως προφήτην, αλλ' ως προφήτην πολύ μεγαλείτερον από τον εαυτόν των, ακόμη περισσότερον ως τον προφήτην, ήτοι τον Μεσσίαν. Θα ανεγνώριζον το κύρος ή όχι; Προφανώς ο Ιησούς είχε δικαίωμα να απαιτήση την απάντησίν των εις την ερώτησιν ταύτην πριν Αυτός απαντήση και εις την ιδικήν των. Αλλά δεν ηδύναντο ή μάλλον δεν ήθελον να απαντήσωσι εις το ερώτημα.

Τους έφερε δε εις μέγα δίλημα. Δεν ήθελον να είπουν εξ ουρανού, επειδή εκ καρδίας τον είχον απορρίψει· δεν ετόλμων να είπωσι εξ ανθρώπων, διότι η πίστις εις τον Ιωάννην ως βλέπομεν και παρ' Ιωσήπω ήτο τόσον σφοδρά και τόσον ομόθυμος ώστε απορρίπτοντες αυτόν φανερά θα εξέθετον εις κίνδυνον την ιδίαν ασφάλειάν των. Κατήντησαν λοιπόν, αυτοί οι διδάσκαλοι του Ισραήλ εις την επωνείδιστον ανάγκην να είπωσιν «ουκ είδομεν».

Υπάρχει εβραϊκή τις παροιμία λέγουσα «μάθε την γλώσσαν σου να λέγη δεν ξεύρω».

Αλλά να είπωσι δεν ειξεύρομεν εις την περίπτωσιν ταύτην θα ήτο ταπεινωτικόν εις την αγερωχίαν των, θανάσιμον κτύπημα εις τας αξιώσεις των. Θα επρόδιδαν αμάθειαν εις σφαίραν όπου η αμάθεια ήτο δι' αυτούς ασύγγνωστος. Αυτοί οι επίσημοι ερμηνευταί του νόμου, οι παραδεδεγμένοι διδάσκαλοι του λαού, αυτοί οι έχοντες το μονοπώλειον της γραφικής μαθήσεως και της γραφικής παραδόσεως, να αναγκασθώσιν εναντίον των αληθινών πεποιθήσεών των να είπωσι και τούτο ενώπιόν του πλήθους ότι δεν ηδύναντο να είπωσιν αν είς προφήτης απείρου και καθιερωμένης επιρροής ήτο θεόπνευστος άγγελος, ή πλάνος απαταιών! Ήσαν λοιπόν τα όρια μεταξύ του εμπνευσμένου προφήτου και του πονηρού απαταιώνος τόσον αμφίβολα και δυσδιάκριτα; Ήτο πράγματι φοβερά ταπείνωσις και τοιαύτη ώστε να μη την λησμονήσουν μηδέ να την συγχωρήσουν ποτέ. Εις τον λάκκον τον οποίον είχον ορύξει ενέπεσον αυτοί· το πομπώδες ερώτημα το οποίον ήτο προορισμένον ως μηχάνημα προς καταστροφήν άλλου εξερράγει εις τα οπίσω προς ιδίαν αυτών σύγχυσιν και καταισχύνην. Ο Ιησούς δεν τους επίεσε περισσότερον εν τη αμηχανία των, καίτοι καλώς εγνώριζε ότι το δεν ηξεύρομεν ήτο ίσον με το δεν θέλομεν να είπωμεν. Αφού όμως η μη απόκρισίς των σαφώς απήλλαξεν Αυτόν της ανάγκης του να είπη αυτοίς περισσοτέρα περί μιας εξουσίας περί ης κατά την ιδίαν ομολογίαν των ήσαν όλως αναρμόδιοι να αποφασίσωσιν, ετελείωσε την σκηνήν λέγων απλώς «ουδ' εγώ λέγω ημίν εν ποία εξουσία ταύτα ποιώ». Και αυτοί μεν υπεχώρησαν ολίγον προς τα οπίσω, Εκείνος δε εξακολούθησε την διδασκαλίαν του λαού την οποίαν είχε διακόψει, και ήρχισεν να ομιλή πάλιν προς αυτούς εν παραβολαίς, τας οποίας και το πλήθος και τα μέλη του συνεδρίου τα παρεστώτα δεν εδυσκολεύοντο να εννοήσωσιν. Και επίτηδες επέστησε την προσοχήν των εις ότι έμελλε να είπη· «Πώς σας φαίνεται;» ηρώτησε, και τους διηγήθη περί δύο υιών εκ των οποίων ο πρώτος ρητώς ηρνήθη να κάμη του πατρός των το θέλημα, αλλ' ύστερον μετεμελήθη και το έπραξεν, ο δε άλλος προθύμως υπεσχέθη υπακοήν αλλά δεν το έπραξεν· τις εκ των δύο έπραξε το θέλημα του πατρός; δεν ηδύναντο ειμή ν' απαντήσωσιν ο πρώτος, και Αυτός τους υπέδειξε τότε την αληθή έννοιαν της απαντήσεώς των, ότι οι τελώναι και αι πόρναι με όλην την φαινομένην αισχύνην εις το θέλημα του Θεού, ουχ ήττον εδείκνυον εις αυτούς τους ευσυνειδήτους και λίαν ευυπολήπτους νομοδιδασκάλους του έθνους του αγίου την οδόν την άγουσαν εις την βασιλείαν του Θεού. Ναι, οι αμαρτωλοί ούτοι τους οποίους περιεφρόνουν και εμίσουν εισέβαλον προ αυτών διά της θύρας ήτις δεν είχε κλεισθή ακόμη, διότι ο Ιωάννης είχεν έλθει προς τους Ιουδαίους τούτους με τας ιδίας αρχάς των και τα έθιμά των και έλεγον ότι τον δέχονται αλλά δεν τον εδέχθησαν. Οι τελώναι και αι πόρναι είχον μετανοήσει εις την διδασκαλίαν των. Με όλα τα μακρά κράσπεδα και τα πλατεία φυλακτήριά των αυτοί οι ιερείς, οι διδάσκαλοι, οι Ραββίνοι του λαού τούτου ήσαν χειρότεροι ενώπιόν του Θεού ή οι αμαρτωλοί τους οποίους εβδελήττοντο μήπω, θίξωσι τα κράσπεδά των.

Είτα είπεν αυτοίς «άλλην παραβολήν ακούσατε» και διηγήθη την παραβολήν των ανυποτάκτων γεωργών εν τω αμπελόνι, του οποίου δεν ήθελον να αποδόσουν τους καρπούς. Ο αμπελών ούτος του Κυρίου των Δυνάμεων ήτο ο οίκος του Ισραήλ· και ο λαός ήσαν τα κλίματα· και αυτοί οι αρχηγοί και διδάσκαλοι ήσαν εκείνοι προς τους οποίους ο κύριος του αμπελώνος φυσικά θα απέβλεπε διά την απόδοσιν του προϊόντος. Αλλά μεθ' όλα όσα είχεν πράξη διά τον αμπελώνα του σταφίλια δεν υπήρχον ή μόνον αγριοστάφυλα. «Επέβλεψεν εις κρίσιν και ιδού θλίψις εις δικαιοσύνην και ιδού κραυγή».

Και αφού δεν ήθελον να αποδόσωσι καρπόν τινα και δεν ετόλμων να ομολογήσωσι την ακαρπίαν διά την οποίαν αυτοί οι γεωργοί ήσαν υπεύθυνοι, ύβριζον και έτυπτον και ετραυμάτιζον και εφόνευον απεσταλμένον μετά απεσταλμένον τους οποίους ο κύριος του αμπελώνος έπεμπεν προς αυτούς. Τελευταίον πάντων έπεμψε τον Υιόν Του, και τον υιόν εκείνον, άμα τον είδον είπον προς αλλήλους, «ούτως εστίν ο κληρονόμος· δεύτε αποκτείνομεν αυτόν και κατάσχομεν αυτού την κληρονομίαν.» Και λαβόντες αυτόν έξω του αμπελώνος και απέκτειναν. Όταν λοιπόν έλθη ο κύριος του αμπελώνος τι θα κάμη τους γεωργούς εκείνους;

Ή ο λαός εκ χρηστής πεποιθήσεως, ή οι ακροούμενοι Φαρισαίοι, διά να δίξωσι την κατά το φαινόμενον περιφρόνησίν των προς την κεφαλαιώδει έννοιαν της παραβολής απήντησαν ότι κακούς καλούς θα τους απολέση, και τον αμπελώνα θα δώση εις άλλους γεωργούς πιστοτέρους και αξιοτέρους. Αλλ' όμως η έκφρασις της αποδοκιμασίας ταύτης απέσπασεν από της καρδίας του λαού τον βαθύν γογγυσμόν της αποδοκιμασίας των, Χ α λ η λ ά! (μη γένοιτο!)

Δευτέραν φοράν εβιάσθησαν εις ομολογίαν ήτις μοιραίως διά του ιδίου στόματός των κατεδίκαζον αυτούς. — Ωμολόγησαν διά των ιδίων χειλέων των ότι θα ήτο σύμφωνα την δικαιοσύνην του Θεού το να αποστερήση αυτούς των αποκλειστικών δικαιωμάτων των και να δώση ταύτα εις τα έθνη.

Ή και διά να τους δίξη ότι αι ίδιαι Γραφαί των είχον προφητεύση περί της διαγωγής των ταύτης προσήλωσε το βλέμμα Του εις αυτούς και τους ηρώτησεν άν ποτε δεν ανέγνωσαν περί του λίθου τον οποίον οι οικοδομούντες απεδοκίμασαν και όστις διά της θαυμασίας προθέσεως του Θεού κατέστη η κεφαλή της γωνίας. Πώς θα ηδύναντο να μείνωσιν ο ι κ ο δ ό μ ο ι επιπλέον αφού το όλον σχέδιον της εργασίας των απεδοκίμασεν ούτω και ετέθη κατά μέρος; Δεν έλεγε σαφώς η παλαιά προφητεία των ότι ο Θεός θα εκάλη άλλους οικοδόμους εις το έργον του Ναού Του; ουαί εις αυτούς τους προσκόπτοντας εις τον απορριφθέντα εκείνον λίθον. Τον απορρίπτουν αυτόν, εν τη ανθρωπότητι και τη ταπεινώσει του εσήμαινε πόνον και απώλειαν· αλλά το να ευρεθώσι ακόμη απορίπτοντες αυτόν όταν έμελε πάλιν να έλθη εν τη δόξη του δεν θα ήτο τούτο εσχάτη καταστροφή από προσώπου Κυρίου; Το να καθίσωσιν επί έδρας κρίσεως και να καταδικάσωσι αυτόν, τούτο θα ήτο όλεθρος δι' αυτούς και το έθνος των· αλλά το να καταδικασθώσι παρ' Αυτού δεν θα εσήμαινε να αλεσθώσι εις κόνιν; Είδον τώρα σαφέστερον παρά ποτε την όλην ρυπήν και έννοιαν των παραβολών τούτων και επόθουν την ώραν της εκδικήσεως! Αλλά μέχρι τούδε ο φόβος συνείχεν αυτούς· διότι προς το πλήθος ο Χριστός ήτο ακόμη προφήτης.

Μίαν περισσότερον νουθεσίαν εξέφερεν προς αυτούς κατά την ημέραν ταύτην των παραβολών, την παραβολήν του γάμου του υιού του βασιλέως. Κατά την βάσιν και το σχέδιον αύτη μεγάλως ωμοίαζε προς την παραβολήν του μεγάλου δείπνου. Την ρηθείσαν κατά την τελευταίαν οδοιπορείαν του εν τη οικία Φαρισαίου αλλά κατά πολλάς των λεπτομεριών της και εις το συμπέρασμά της ήτο διαφορετική. Εδώ οι αχάριστοι υπήκοοι οίτινες λαμβάνουσι την πρόσκλησιν ου μόνον ελαφρώς συμπεριφέρονται και εξακολουθούν αδιατάρακτοι τας εγκοσμίους ασχολίας των, αλλά τινές εξ αυτών υβρίζουν και φονεύουν τους απεσταλμένους οίτινες τους είχον προσκαλέσει· και όπου «η ιστορία εξαίρεται μέχρι προφητικού ύψους καταστρέφονται και η πόλις των καίεται. Και το λοιπόν της διηγήσεως άγει προς πλείονας ακόμη σκηνάς μεστάς βαθυτέρων εννοιών ακόμη. Άλλοι προσκαλούνται· το γαμήλιον συμπόσιον δέχεται άλλους δαιτημόνας και καλούς και κακούς· ο βασιλεύς εισέρχεται και παρατηρεί έναν όστις είχεν αναμιχθή μετά της ομηγύρεως και είχεν εισέλθη εις το συμπόσιον με τα ράκη τα οποία εφόρει. Χωρίς να φροντίση να φορέση ένδυμα γάμου το οποίον η κοινοτάτη φιλοφροσύνη απήτει.

Ο άξεστος, ο επείσακτος και θρασύς δαιτημών εκβάλλεται υπό των διακονούντων αγγέλων εις το σκότος το εξώτερον, όπου ο κλαυθμός και ο βρυγμός των οδόντων· και είτα έπεται η συχνά και άλλοτε δοθείσα νουθεσία ότι πολλοί μεν εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί.

Αι διδασκαλίαι αύται επλήρουν πικράς λύσσης το πνεύμα των Ιερέων και Φαρισαίων. Ουαί εις τον προφήτην όστις τολμά να βαίνη αντιθέτως προς το κρατούν θρησκευτικόν σύστημα να εκθέτη τας σφαλεράς παραδόσεις εφ' ων στηρίζεται! Θα εύρη την Κοινότητα πικρότερον και ασυνειδητότερον εχθρόν ή τον κόσμον. Και τούτο είχε πράξει ο Ιησούς. Είχεν αρχίσει την ημέραν αρνούμενος ν' απαντήση εις το δικτατωρικόν ερώτημά των, και δικαιολογών, ή μάλλον θριαμβεύων, εν τη αρνήσει ταύτη. Η αντερώτησίς Του ου μόνον είχε δείξει την υπεροχήν Του επί της επιρροής την οποίαν τόσον αλαζονικώς εξήσκουν επί του λαού, αλλ' είχε φέρει αυτούς εις την επονείδιστον σιωπήν της υποκρισίας, ήτις εβιάζετο να προασπίζηται υπό την δικαιολογίαν της αναρμοδιότητος. Είτα επήλθον αι παραβολαί Του. Εν τη πρώτη τούτων τους είχε καταδικάσει επί ψευδέσιν επαγγελίαις μη συνοδευομέναις διά πράξεων· εν τη δευτέρα είχε ζωγραφήσει την ευθύνην του αξιώματός των, και είχεν αποδείξει τρομεράν την τιμωρίαν διά την σπάταλον κατάχρησιν αυτού· εν τη τρίτη υπέδειξεν άμα την τιμωρίαν ήτις θα επήρχετο επί τη απορρίψει των προσκλήσεών του και το αδύνατον του απατήσαι τον οφθαλμόν του Ουρανίου Πατρός Του δι' αποδοχής προσποιείτο μόνον και επί ψιλώ ονόματι. Και τούτο ήτο μόνον μικρόν δείγμα της καρδιογνωστικής δυνάμεως μεθ' ης οι λόγοι Του είχον φανή προς αυτούς η ρομφαία του πνεύματος διαπερώσα μέχρι αρμών και μυελών. Αλλ' εις τους πονηρούς τίποτε δεν είνε τόσον αφόρητον όσον η επίδειξις της ιδίας των πλάνης. Τόσον μεγάλη ήτο η μανία της Ιουδαϊκής ιεραρχίας ώστε προθύμως θα τον συνελάμβανον κατ' αυτήν εκείνην την ώραν. Ο φόβος τους συνεκράτησε και απήλθεν ανενόχλητος εις το ίδιον αναπαυτήριόν του. Αλλ' ή την νύκτα εκείνην ή την επομένην πρωίαν οι εχθροί του έλαβον άλλο συμβούλιον (κατ' εκείνον τον χρόνον φαίνεται να συνήρχοντο εις συμβούλια σχεδόν καθημερινώς) διά να ίδουν αν δεν ηδύναντο ακόμη να κάμουν μίαν συστηματικήν, συνδιασμένην οριστικήν προσπάθειαν όπως παγηδεύσωσιν Αυτόν εις τους λόγους των. Το να αποδείξωσιν εν αμαθεία ή πλάνη, διασείουσι την υπόληψίν Του παρά τω πλήθει ή τον περιπλέξωσιν εις επικινδύνους σχέσεις προς την πολιτικήν εξουσίαν. Θα ίδωμεν εις το επόμενον κεφάλαιον το αποτέλεσμα των μηχανοραφιών των.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ'. Η ημέρα των πειρασμών

Η δύναμις της πίστεως. — Συνωμοσία των Ηρωδιανών. — «Έξεστι Καίσαρι κήνσον διδόναι;» — Θεία σοφία της απαντήσεως του Ιησού. — Απόπειρα των Σαδδουκαίων. — Η επτάκις χήρα. — «Ως οι άγγελοι του Θεού». — «Ο Θεός Αβραάμ Ισαάκ και Ιακώβ». — Διδασκαλία περί Αθανασίας.

Την επομένην πρωίαν ο Ιησούς ηγέρθη μετά των μαθητών Του ίνα εισέλθη διά τελευταίαν φοράν εις τας αυλάς του Ναού. Καθ' οδόν διήλθον πλησίον της μονήρους συκής ήτις δεν ήτο πλέον φαιδρά με το ψευδές κόσμημα των φύλλων της αλλά απεξηραμμένη από του κορμού μέχρι των κλάδων. Το οξύ βλέμμα του Πέτρου πρώτον παρετήρησε ταύτην, και ούτος εφώναξεν, «Διδάσκαλε ίδε η συκή ην κατεράσθης εξηράνθη». Οι μαθηταί εστάθησαν να την κυττάξουν και εν τη εκπλήξει των επί τη ταχύτητι μεθ' ης η καταδίκη επληρώθη ηρώτησαν πώς έγεινε τούτο. Ότι τους εξέπληξε περισσότερον ήτο η δύναμις του Ιησού· αι βαθυτέραι έννοιαι της συμβολικής πράξεώς του φαίνεται προς το παρόν ότι τους ελάνθανον· και αφήσας τα μαθήματα ταύτα να επιλάμψωσιν επ' αυτούς βαθμηδόν, ο Ιησούς είπεν αυτοίς ότι εάν έχωσι πίστιν Θεού, πίστιν ήτις θα τους καθίστα αξίους, να προσφέρωσι τας δεήσεις των μετά ακλονήτου εμπιστοσύνης, πολύ μεγαλειτέρα από το θαύμα της συκής θα κατορθώσωσι. Αλλά προσέθηκε μίαν σπουδαιοτάτην νουθεσίαν ότι δεν πρέπει να μεταχειρίζονται τας ιεράς δυνάμεις της πίστεως και της προσευχής προς σκοπούς οργής και εκδικήσεως. Το μυστήριον της ευαρέστου προσευχής είνε η πίστις. Η οδός προς την πίστιν βαίνει πλησίον της συγγνώμης, η δε συγγνώμη είνε δυνατή μόνον εις εκείνους οίτινες είνε πρόθυμοι να συγχωρώσι τους άλλους. Μόλις εκάθησαν εν τω Ναώ και το αποτέλεσμα των μηχανορραφιών των εχθρών Του της προλαβούσης εσπέρας εφάνη διά νέας στρατηγικής βασιζομένης επί ενός των κινδυνοδεστάτων και πλέον καταχθονίων και μεμελετημένων σχεδίων όπως παγηδέψωσι και καταστρέψωσιν αυτόν. Όπως κατορθώσωσι τούτο οι Φαρισαίοι συνήψαν κακοήθως συμμαχίαν με τους Ηρωδιανούς· ώστε δυο κόμματα συνήθως έχθιστα αλλήλων συνδιαλλάγησαν νυν εν συνωμοσία προς καταστροφήν του κοινού εχθρού. Ψευδευλαβείς και συκοφάνται, ιεραρχική λεπτολογία και αδιαφορία πολιτική η σχολή της πλεονεξίας, και της επιτηδειότητος ηνώθησαν όπως περιπλέξωσι και φέρουσι εις αμηχανίαν τον Ιησούν. Οι Ηρωδιανοί σπανίως μνημονεύονται εν τη ευαγγελική ιστορία. Η ύπαρξίς των είχεν κυρίαν πολιτικήν σημασίαν και ίσταντο εκτός του ρεύματος του θρησκευτικού βίου, παρ' εκτός μόνον εφ' όσον αι Ελληνιστικαί τάσεις των και τα κοσμικά συμφέροντά των τους έκαμνον να δεικνύουν επιδεικτικήν ολιγωρίαν προς τον Μωσαϊκόν νόμον. Ούτω εξελλήνιζον τα σημιτικά ονόματά των, προσελάμβανον ειδωλολατρικάς έξεις εσύχναζον εις αμφιθέατρα και περιεφρόνουν τα Ιουδαϊκά έθιμα. Το ότι οι Φαρισαίοι ηνέχθησαν και την προσκαιροτάτην σύμπραξιν μετά τοιούτων ανθρώπων, των οποίων η ύπαρξις ήτον ύβρις κατά των προσφιλέστερων προλήψεών των μας δίδει αφορμήν να αναμετρήσωμεν ακριβέστερον το δηλητηριώδες μίσος το οποίον έστρεφον κατά του Ιησού. Και το μίσος τούτο έμελε να γείνη πικρότερον ακόμη. Αι πράξεις και οι λόγοι της ημέρας εκείνης έμελον να εξάψωσιν αυτό εις το έπακρον.

Οι Ηρωδιανοί ηδύναντο να έλθωσιν ενώπιόν του Ιησού χωρίς να κινήσωσιν υποψίαν απαισίων σκοπών· αλλ' οι Φαρισσαίοι υπουλότεροι και πανουργότεροι δεν ήλθον προς Αυτόν οι ίδιοι. Έπεμψαν τινάς των νεωτέρων μαθητών των, τους οποίους ο Λουκάς ονομάζει εγκαθέτους, οίτινες εξησκημένοι ήδη εν τη υποκρισία έμελον να πλησιάσωσιν Αυτόν ως εν αδόλω απλότητι εταστικού πνεύματος. Ήθελον να παράσχωσι την εντύπωσιν ότι έρις είχεν συμβή μεταξύ αυτών και των Ηρωδιανών, και ότι επεθύμουν να λύσωσι ταύτην. Εκκαλούντες την κρίσιν εις το ανώτερον κύρος του μεγάλου Προφήτου. Ήλθον προς Αυτόν περιεσκεμμένως ευλαβώς, φιλοφρόνως. «Ραββί είπον μετά κολακευτικής φιλοτιμίας οίδαμεν ότι αληθής ει και την οδόν του Θεού, εν αληθεία διδάσκεις και ου μέλλει Σοι περί ουδενός· ου γαρ βλέπεις εις πρόσωπον ανθρώπων».

Τον προσεκάλεσαν δε άνευ φόβου ή ευνοίας εμπιστευτικώς να τους είπη την γνώμην Του εις ζήτημα πρακτικής σπουδαιότητος ως όντες βέβαιοι ότι εκείνος μόνος ηδύνατο να λύση την θλιβεράν απορίαν των. Αλλά διατί όλη αυτή η κολακεία και η υποκρισία; «ειπέ ουν ημίν έξεστι κήνσον Καίσαρι διδόναι ή ου;» Αυτόν τον κεφαληάτικον φόρον τον οποίον όλοι μισούσι αλλά την νομιμότητα του οποίου αυτοί οι Ηρωδιανοί υποστηρίζουσι πρέπει ή δεν πρέπει να τον πληρόνωμεν; Ποίος εξ ημών έχει δίκαιον; ημείς οι οποίοι δισχεραίνωμεν και αποστρεφόμεθα τον φόρον ή οι Ηρωδιανοί οι οποίοι τον θέλουν και τον υποστηρήζουν; Έπρεπεν, εφρόνουν, να απαντήση ναι ή όχι· δεν είνε δυνατόν να εκφύγη από έν σαφές ερώτημα τόσον προφυλακτικώς, ειλικρινώς και ευσεβάστως υπόβαλλόμενον. Ίσως θ’ απαντήση ναι, πρέπει. Εάν ούτω πας φόβος αυτού εκ μέρους των Ηρωδιανών θα εκλείπη διότι τότε δεν θα είνε πιθανόν ότι θα διακινδυνεύση αυτούς ή τας σκέψεις των. Εάν Ούτος τον οποίον πολλοί εκλαμβάνουσι ως τον Μεσίαν φανερώς προσχωρήση εις ειδολολατρικήν τυραννίαν και κυρώση τα επαχθέστερα βάρη της, τοιαύτη απόφασις θα εκραγή και θα εξατμήση πάσαν ευλάβειαν την οποίαν ο λαός δυνατόν να αισθάνεται προς Αυτόν.

Εάν αφ' ετέρου ως φαίνεται σχεδόν βέβαιον απαντήσει όχι, δεν πρέπει τότε και πάλιν απαλλαττόμεθα απ' Αυτού: διότι τότε είνε εν φοβερά αποστασία κατά της Ρωμαϊκής εξουσίας και τότε αυτοί οι Ηρωδιανοί οι νέοι φίλοι μας δύνανται πάραυτα να τον παραδώσωσιν εις την δικαιοδοσίαν του Πραίτορος. Ο Πόντιος Πιλάτος θα μεταχειρισθή πολύ αυστηρώς Αυτόν και τας αξιώσεις Του και θέλει εν ανάγκη άνευ του ελαχίστου δυσταγμού αναμίξει το αίμα του, ως αναίμιξε το αίμα άλλου Γαλιλαίου με το αίμα των θυμάτων.

Πρέπει να επερίμεναν την απάντησιν μετά πλείστου ενδιαφέροντος· αλλά και αν κατώρθωσαν να κρύψωσι το μίσος το οποίον εφαίνετο εις τους οφθαλμούς των ο Ιησούς πάραυτα είδε το κέντρον και ήκουσε τον συριγμόν του Φαρισσαϊκού όφεως. Εκείνοι τον εδελέαζον με το «Ραββί» και «αληθής» και «αμερόληπτος» και «άφοβος». Εκείνος τους κεραυνώνει με μίαν μόνην λέξιν αγανακτήσεως. «Υ π ο κ ρ ι τ α ί!» Η λέξις αύτη πρέπει να τους εξήγαγεν εκ της απάτης. «Τι με πειράζεται υποκριταί; Επιδείξατέ Μοι το νόμισμα του κήνσου». Ενώ ο λαός ίστατο θαυμάζων και σιωπών έφερον προς αυτόν έν δινάριον και το έβαλαν εις την χείραν Του. Επί της μιας όψεως απετυπούντο οι υψηλόφρονες ωραίοι χαρακτήρες του Αυτοκράτορος Τιβερίου. Με όλον το πονηρόν σκώμμα επί των χειλέων Του· επί της ετέρας ο τίτλος του P o u t i b e n M a n i m o u s.

«Τίνος η εικών αύτη και η επιγραφή;» Τους ηρώτησε. Λέγουσιν Αυτώ: «Καίσαρος» «απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι.» Τούτο μόνον θα ήρκει διότι εσήμαινεν ότι η εν τω έθνει των αποδοχή του νομίσματος τούτου απήντα εις την ερώτησίν των και απεδείκνυε το κενόν αυτής. Αυτό το ρήμα το οποίον μετεχειρίσθη περιείχε το μάθημα τούτο. Εκείνοι ηρώτησαν «έξεστι δ ο ύ ν α ι;» Αυτός τους διορθόνει και λέγει «α π ό δ ο τ ε» ήτοι δώσατε οπίσω, πληρώσατε προς αυτόν ως χρέος το οποίον έχετε αναγνωρίσει. Δεν ήτο εκούσιον δώρον αλλά νόμιμον χρέος, όχι πρόθυμος προσφορά αλλά πολιτική ανάγκη. Κατενοήθη δε πληρέστατα μεταξύ των Ιουδαίων και διετυπώθη εν σαφεστάτη γλώσση υπό των μεγίστων Ραββίνων των εις τους νεωτέρους χρόνους ότι να δέχηταί τις το νόμισμα βασιλέως τινός σημαίνει ότι αναγνωρίζει την κυριαρχίαν του. Δεχόμενος άρα το δυνάριον ως τρέχων νόμισμα φανερώς εδήλου, ότι ο Καίσαρ ήτο ο κυρίαρχης των, και αυτοί, οι άριστοι εξ αυτών, είχον λύσει το ζήτημα ότι ήτο νόμιμον να πληρόνουσι τον κεφαλικόν φόρον συνήθως πράττοντες τούτο. Ήτο άρα χρέος των να υπακούωσι εις την εξουσίαν την οποίαν είχον εσκεμμένως εκλέξει και ο φόρος τότε παρίστα μόνον έν αντάλλαγμα διά τα ωφελήματα τα οποία ελάμβανον. Αλλ' ο Ιησούς δεν ηδύνατο να τους αφήση με μόνον το μάθημα τούτο. Προσέθηκε τους πολύ βαθυτέρους και εμβρυθεστέρους λόγους «και τα του Θεού τω Θεώ». Εις τον Καίσαρα οφείλεται το νόμισμα το οποίον εδέχθητε ως το σύμβολον της εξουσίας του και το οποίον φέρει την εικόνα του και την επιγραφήν του. Εις τον Θεόν οφείλεται υμάς αυτούς. Τίποτε δεν δύναται πληρέστερον να αποκαλύψη το βάθος της υποκρισίας των Φαρισαίων εκείνων εξεταστών ή το γεγονός ότι μεθ' όλην την θείαν απάντησιν ακόμη ετόλμησαν να κατηγορήσουν ψευδώς τον Ιησούν ότι δήθεν εμπόδιζεν να πληρόνωσι φόρον εις τον Καίσαρα.

Κατάπληκτοι και τεταπεινομένοι επί τη ολοσχερή ματαιώσει σχεδίου το οποίον εφαίνετο ακαταμάχητον, βιαζόμενοι ακουσίως να θαυμάζωσι την άδωλον εκείνην σοφίαν ήτις εν μια στιγμή διέλυσε τους βρόχους της σοφιστικής πονηρίας των, κατηφείς απεχώρησαν.

Δεν υπήρχεν λοιπόν μέσον όπως τον συλλάβη τις εις τους λόγους Του! Αλλά τώρα ήλθον εις το μέσον οι Σαδδουκαίοι νομίζοντες ότι αυτοί ως σοφώτεροι θα επιτύχουν καλλίτερον. Ήλθον εν πνεύματι ολιγώτερον καίοντι μίσους αλλά μάλλον δακνούσης φιλοσκωμμοσύνης. Μέχρι τούδε αυτοί οι ψυχροί Επικούριοι είχον περιφρονήση και παραβλέψη τον προφήτην της Ναζαρέτ. Υποστηριζόμενοι ως αίρεσις υπό τινων εκ των ανωτέρων ιερέων ως και υπό τινων εκ των πλουσιωτέρων πολιτών, φιλικώτερον διακείμενοι προς τε την Ιερουδιανήν εξουσίαν και την Ρωμαϊκήν ήλθον με το αυτό πνεύμα της αυθαρέσκου αμαθείας υφ' ου εμπνέονται αι αντιρρήσεις νεωτέρων τινών Σαδδουκαίων κατά της αναστάσεως των νεκρών, ευχαριστημένοι απλώς να εμβάλλωσι τον Ιησούν εις δυσχέρειαν. Αποτεινόμενοι προς τον Ιησούν μετά σκωπτικού σεβασμού επέστησαν την προσοχήν του εις τον Μωσαϊκόν δεσμόν περί επιγαμβρεύσεως των ατέκνων χηρών τεθνεότων αδελφών υπό των επιζώντων και διηγήθησαν έν φαντασιώδες χονδροειδές παράδειγμα, καθ' ό μετά τον θάνατον ατέκνου του πρωτοτόκου αδελφού η χήρα ενυμφεύθη κατά διαδοχήν τους έξ νεωτέρους αδελφούς του οίτινες όλοι απέθανον είς μετά τον άλλον, αφίσαντες την χήραν επιζώσαν εισέτι «Εν τη ουν αναστάσει ερωτώσι σκωπτικώς, τίνος θα είνε η γυνή αύτη;» Οι Φαρισαίοι ως λέγει το Ταλμούδ, έλυσαν κατά τον ιδικόν των τρόπον το ζήτημα, ειπόντες ότι δε η γυνή θα είνε του πρώτου συζύγου. Αλλ’ ο Ιησούς δεν ήθελεν τοιαύτην απάντησιν αν και ο Ιλλήλ και ο Σαμαΐ δυνατόν να την ήθελον. Η διδασκαλία του διαφέρει από την των Εβραίων Ραββίνων όσον απέχει ο ουρανός από της γης.

Θα ηδύνατο εάν ήτο απλώς άνθρωπος ο διδάσκων να μεταχειρισθή το ερώτημα τούτο με την χλευαστικήν περιφρόνησιν της όποιας ήτο άξιον αλλά το πνεύμα της χλεύης είνε αλλότριον προς το πνεύμα της περιστεράς και άνευ περιφρονήσεως έδωκε προς το προκλητικόν και φιλόνικον δίλλημα την βαθείαν απάντησιν. Καίτοι η ερώτησις ήλθεν προς Αυτόν απροσδοκήτως η απόκρισίς Του ήτο εντελής. Ήνοιξε τας πύλας του παραδείσου τόσον πλατέως ώστε οι άνθρωποι να δύνανται να ίδωσιν ένδον αυτού περισσότερον ή όσον ποτέ είχον ιδεί. Και παρέσχεν εναντίον μιας των κοινοτέρων μορφών της απιστίας έν επιχείρημα το οποίον ούτε Ραββίνος ούτε Προφήτης συνέλαβε ποτέ κατά διάνοιαν. Πλανάσθε, είπεν, μη γνωρίζοντες τας γραφάς μηδέ την δύναμιν του Θεού· εν τη αναστάσει ούτε νυμφεύονται ούτε εκδίδονται εις γάμον, ούτε θνήσκουσι, αλλ' είνε όμοιοι προς τους αγγέλους, και είνε τέκνα του Θεού, αφού είνε τέκνα της Αναστάσεως. Διά να τους δείξη δε την περί τας γραφάς αμάθειάν των, ηρώτησε αν δεν ανέγνωσάν ποτε εις το βιβλίον της Εξόδου πώς ο Θεός, χαρακτηρίζει εαυτόν προς τον μέγαν νομοθέτην των λέγων, «εγώ ειμί ο Θεός Αβραάμ και ο Θεός Ισαάκ και ο Θεός Ιακώβ.» Πόσον ανάξιος θα ήτο ο τοιούτος τίτλος αν ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, ήσαν απλώς και αιωνίως νεκροί και εν ανυπαρξία. «Ουκ έστιν ο Θεός, Θεός νεκρών αλλ' ο Θεός ζώντων.» Θα ήτο ποτέ δυνατόν να καταδεχθή να ονομάση, τον εαυτόν του Θεόν τέφρας και σποδού; Οπόσον ναι, πόσον φαεινή, πόσον βαθεία, αρχή της ευγενείας των γραφών ήτο αύτη! Οι Σαδδουκαίοι πιθανώς υπέθετον ότι αι λέξεις εσήμαινον απλώς, είμαι ο Θεός εις τον οποίον επίστευσαν, ο Αβραάμ και ο Ισαάκ και ο Ιακώβ, αλλ' όμως πόσον κακός θα ήτον ο ορισμός ούτος και πόσον ανεπαρκής διά να εμπνεύση την πίστιν την απαιτουμένην προς ηρωικάς πράξεις! Και αφού δεν υπήρχεν ανάστασις προς τι η πίστις των; εις τον θάνατον και εις το μηδέν επίστευσαν και εις την αιωνίαν σιγήν και εις το σκότος ύστερον από ζωήν τόσον πλήρη δοκιμασιών ώστε ο τρίτος των Πατριαρχών τούτων είχεν περιγράψη αυτήν ως αποδημίαν ολίγων και πονηρών ενιαυτών. Αλλ' ο Θεός ηννόει κάτι περισσότερον τούτου. Εννόει, και ούτω ο υιός του Θεού το ηρμήνευσε, ότι εκείνος όστις βοηθεί τους πεποιθότας επ' Αυτόν ενταύθα θα είνε βοηθός των και καταφυγή, και διατριβή των εις τους αιώνας των αιώνων.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'. Η Μεγάλη αρά

«Διδάσκαλε καλώς είπας.» — «Ποία εντολή μεγάλη.» — Ερώτησις του Ιησού προς τους γραμματείς. — Ο υιός του Δαυβίδ και ο κύριος του Δαυβίδ, — «Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί!» — «Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ.» — Πλήρωσις της προφητείας.

Όλοι ακούσαντες και αυτοί οι υπέρφρονες Σαδδουκαίοι πρέπει να ησθάνθησαν βαθέως την υψηλήν σεμνότητα των αποκρίσεων εκείνων. Το ακροόμενον πλήθος και εξεπλήσσετο και ηδύνετο. Τινές των γραμματέων ευχαριστηθέντες από την πνευματικήν αναίρεσιν μιας απιστίας την οποίαν οι συλλογισμοί των υπήρξαν ανίσχυροι να θεραπεύσωσι δεν ηδυνήθησαν να μη ανακράξωσι, «διδάσκαλε καλώς είπας.» Η πλέον ή ανθρωπίνη σοφία των απαντήσεων τούτων επέφερε και μεταξύ των εχθρών Του στιγμιαίον αντιπερισπασμόν προς χάριν Του. Αλλά και πάλιν το ακόρεστον πνεύμα της απιστίας και της διαφωνίας εξηγέρθη, και την φοράν ταύτην γραμματεύς τις ενόμισεν ότι και αυτός έπρεπε να δοκιμάση την έκτασιν της μαθήσεως και της σοφίας του Χριστού. Ηρώτησε δι' ερώτημα το οποίον πάραυτα απέδειξε ψευδή και ουχί πνευματικήν έποψιν των πραγμάτων, «διδάσκαλε ποία εντολή μεγάλη εν τω νόμω;»

Αι Ραββινικαί σχολαί εν τω σαρκικώ και παχυλώ πνεύματι της λατρείας του γράμματος είχον σωρεύσει μεγάλους σωρούς λεπτολογίας επί του Μωσαϊκού κώδικος. Πλην άλλων δεν έπαυσαν ποτέ να μετρώσι και να σταθμίζωσι και να ταξεινομώσι και να διυλίζουσι όλας τας διαφόρους εντολάς του λειτουργικού και του ηθικού νόμου. Είχον έλθει εις το σοφόν συμπέρασμα ότι υπήρχον 248 θετικαί εντολαί, τόσαι όσαι και τα μέλη του ανθρωπίνου σώματος, και 365 αρνητικαί εντολαί τόσαι όσαι αι αρτηρίαι και αι φλέβες ή αι ημέραι του έτους· το όλον 613 όσος είνε και ο αριθμός των γραμμάτων εν τω δεκαλόγω. Λοιπόν από τοιούτον μέγα πλήθος εντολών και απαγορεύσεων όλαι βεβαίως δεν θα ήσαν της αυτής αξίας· άλλαι ήσαν ελαφραί και άλλαι βαρείαι· αλλά ποίαι; και τις ήτο η μεγίστη πασών εντολή; Κατά τινας Ραββίνους η σπουδαιοτάτη πασών των εντολών είνε η περί των κρασπέδων και των φυλακτηρίων και όστις επιμελώς τηρεί αυτήν θεωρείται ως να ετήρησε όλον τον νόμον! Τινές ενόμιζον την παράληψιν των καθαρμών και πλύσεων τόσον κακήν όσον και την ανθρωποκτονίαν· άλλοι ότι αι εντολαί της Μισνάς ήσαν όλαι βαρείαι, αι δε του νόμου, άλλαι βαρείαι και άλλαι ελαφραί· άλλοι εθεώρουν την τρίτην εντολήν ως ούσαν την μεγίστην πασών. Ουδείς εξ αυτών είχε κατανοήσει την μεγάλην αρχήν, ότι η εκουσία αθέτησις μιας εντολής είνε παράβασις όλων, επειδή σκοπός όλου του νόμου είνε το πνεύμα της υπακοής εις τον Θεόν. Ουχ ήττον οι μάλλον πεφοτισμένοι των Ραββίνων είχον ήδη νοήση ότι η μεγίστη πασών των εντολών, επειδή ήτον η πηγή πασών των άλλων, ήτο εκείνη ήτις επέβαλλε την αγάπην προς τον ένα αληθή Θεόν. Ο Ιησούς είχεν λάβει ήδη αφορμήν να εκφράση την επιδοκιμασίαν του επί της κρίσεως ταύτης, και τώρα την επαναλαμβάνει. Δεικνύων τα κράσπεδα των γραμματέων εν οις μία των αναγραφομένων διατάξεων ήτο το εδάφιον 4. Κεφ. ΣΤ'. του Δευτερονομίου, το αναγινωσκόμενον δις της ημέρας υπό παντός θεοσεβούς Ισραηλίτου, είπεν αυτοίς ότι αύτη ήτο η μεγίστη πασών των εντολών, «Άκουσον Ισραήλ Κύριος ο Θεός ημών είς κύριος, και αγαπήσεις κύριον τον Θεόν σου εξ όλης καρδίας σου»· και ότι η δευτέρα ήτο ομοία αυτή, «αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν» αγάπη προς τον Θεόν αποβαίνουσα αγάπη προς τον Άνθρωπον, αγάπη προς τον άνθρωπον τον αδελφόν μας εκπηγάζούσα από της αγάπης προς τον πατέρα μου τον Θεόν, αύται αι δύο μεγάλαι εντολαί εν αις όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται.

Αι εντολαί τας οποίας εμνημόνευσεν ως τας μεγίστας δεν ήσαν ειδικαί, αλλά γενικαί, ουχί επίλεκτοι εκ πολλών, αλλά περιλειπτικαί πασών. Ο γραμματικός έσχε τον νουν να παρατηρήση και την ειλικρίνειαν να ομολογήση ότι η απόκρισις του Ιησού ήτο πλήρης σοφίας. «Διδάσκαλε αληθή είπας ανέκραξε». Ο Ιησούς επεδοκίμασε την ειλικρίνειάν του και είπε προς αυτόν νουθετών και ενθαρρύνων άμα ότι, δεν ήτο μακράν από της βασιλείας των ουρανών. Το συνέδριον είχε λάβει ήδη πείραν εκ της ήττης των επανηλειμμένων στρατηγημάτων του και της ταπεινώσεως της κομπορρήμονος σοφίας των ότι μία ακτίς φωτός από το στόμα εκείνο ήτο ικανή να διασκεδάση και να διαλύση όλην την σκοτόμαιλαν της κενής λογομαχίας και των περιτέχνων σοφισμάτων των. Αλλ' ήτο καλόν δι' αυτούς να πεισθώσι, πόσον ευκόλως εάν Αυτός ήθελε θα ηδύνατο να μεταχειρισθή εναντίον των, μεθ' υπερόπλου δυνάμεως, αυτά τα μηχανήματα τα οποία εκείνοι μετ' αποτελεσμάτων τόσων ματαίων και τόσων ολεθρίων δι' αυτούς είχον βάλει εις πράξιν εναντίον του. Διά τούτο επρόβαλε προς αυτούς έν απλούν ερώτημα βασιζόμενον επί των ιδίων των ερμηνευτικών αρχών και εξηγμένον έκ τινος ψαλμού του Δαυίδ τον οποίον εθεώρουν ως αναφερόμενον εις τον Μεσσίαν. Εν τω ψαλμώ εκείνω υπάρχει η έκφρασις «είπεν ο Κύριος (Ιεχωβά) τω Κυρίω μου (Αδωναΐ) κάθου εκ δεξιών μου». Τι σας φαίνεται, τους είπε, περί του Χριστού, Τίνος Υιός είνε; λέγουσι Αυτώ, του Δαυίδ. Εάν λοιπόν, είπε, είνε υιός του Δαυίδ πώς ο Δαυίδ τον ονομάζει Κύριόν Του; ηδύνατο ο Αβραάμ να ονομάση τον Ισαάκ ή τον Ιακώβ ή τον Ιωσήφ ή κανέναν εκ των απογόνων του Κύριόν του; εάν όχι πώς ο Δαυίδ έπραξεν ούτω; Μία μόνη ήτο δυνατόν να υπάρχει απάντησις· διότι ο υιός εκείνος θα ήτο θείος όχι ανθρώπινος· υιός του Δαυίδ εξ ανθρωπίνης γεννήσεως, αλλά Κύριος του Δαυίδ εκ θείας υποστάσεως. Αλλά δεν ηδύναντο να εύρωσι την απλήν ταύτην εξήγησιν ούτε καμμίαν άλλην· δεν ηδύναντο να την εύρωσι διότι ο Ιησούς ήτον ο Μεσσίας των και τον απέρριψαν. Επροτίμουν να αγνοώσι το γεγονός ότι αυτός ήτον κατά σάρκα υιός του Δαυβίδ· και όταν ως Μεσσίαν των ωνόμασαν αυτόν υιόν του Θεού ύψωσαν τας χείρας εν φρίκη και έλαβον λίθους διά να τον λιθοβολήσωσι. Ούτω και ενταύθα η σοφία των εναυάγησε και ενώ ηξίουν να είνε αρχηγοί του λαού ουχ ήττον επί θέματος τόσον τακτικού και τόσον σπουδαίου όσον αι περί Μεσσίου ελπίδες των κατεδικάσθησαν δευτέραν φοράν κατά την αυτήν ημέραν ως «τυφλοί τυφλών οδηγοί» και ηγάπων την τύφλωσίν των. Δεν ήθελον να αναγνωρίσωσι την αμάθειάν των δεν μετημελούντο εκ των σφαλμάτων των· το πικρόν δηλητήριον του μίσους των δεν αφηρέθη διά της μακροθυμίας των, η βαθεία νυξ της διαστροφής των δεν διελύθη διά της σοφίας των.

Η πρόθεσίς των όπως τον απολέσωσιν ήτο σταθερά, επίμονος, αμετάτρεπτος. Εάν μία σκευωρία απετύγχανεν επεδίδοντο μετά πείσμονος μοχθηρίας εις εξύφανσιν άλλης. Και διά τούτο αφού η Αγάπη μάτην είχεν διαδραματήσει το μέρος της, η Εκδίκησις παρήλθεν επί την σκηνήν· αφού το Φως του κόσμου δεν έφαινε δι' αυτούς φωτισμόν γνώσεως η αστραπή έπρεπε να τους γνωστοποιήση τον κίνδυνον. Στραφείς τότε Εκείνος προς τους μαθητάς Του εις επίκοον παντός του λαού εξηκόντισε κατά των ενόχων κεφαλών των βροντήν επί βροντής και κεραυνούς εσχάτης καταδίκης. Εφόσον αντεπροσώπευον νόμιμον εξωτερικήν εξουσίαν προέτρεψε τους ακροατάς του να τους σέβωνται, αλλά τους εσυμβούλεσε να μη μιμώνται την κιβδηλίαν των, την τυραννίαν των, την επίδειξίν των, την αγάπην της πρωτοκαθεδρίας, και τον τίτλον, την φιλαργυρίαν και την έπαρσίν των. Και είτα πανδήμως και τρομερώς εξέφερε κατ' αυτών το οκταπλούν εκείνο, «&Ουαί υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί&» στιγματίζων αυτούς διά πυρίνων εκφράσεων αίτινες κόπτουν και καίουν. Ουαί εις αυτούς διά την βλαβεράν μάθησιν ήτις κλειεί τας πύλας των ουρανών και διά την ολέθριον ζηλοτυπίαν ήτις δεν επιτρέπει εις άλλους να εισέλθουν! Ουαί εις αυτούς διά την καταθλιπτικήν υποκρισίαν των και δείψαν της πλεονεξίας των! Ουαί διά τον προσηλυτίζονα φανατισμόν των όστις μόνον παράγει μάλλον επικίνδυνον διαφθοράν! Ουαί διά την μωρίαν των ήτις τόσον συγχέει την ιερότητα των όρκων ώστε να φέρει τους οπαδούς των εις βάναυσον βεβήλωσιν! Ουαί διά την μικροπρεπή λεπτολογίαν των ήτις αποδεκατίζει το άνηθος και τα κύμινον και δεν φροντίζει διά την δικαιοσύνην και το έλεος και την πίστιν! Ουαί διά την εξωτερικήν καθαριότητα του ποτηρίου και της παροψίδος εν αντιθέσει προς την εσωτερικήν ριπαρείαν και την αρπαγήν και την αδικίαν των! Ουαί διά τους λευκούς τάφους τους οποίους εμιμούντο κατά το εξωτερικόν ενώ εσωτερικώς ήσαν μεστοί υποκρίσεις και ανομίας! Ουαί διά την χλευαστικήν μεταμέλειαν ήτις κατεδίκαζε τους πατέρας των διά τον φόνον των Προφητών και όμως αντανέκλα ακόμη το φονικόν πνεύμα των πατέρων εκείνων, υπερέβαλε μάλιστα το μέτρον της Ενωχής των διά φοβερωτέρας θυσίας! Φευ εις την γενεάν επάνω εις την οποίαν θα έλθη όλον το αίμα των δικαίων από του αίματος του Άβελ έως του αίματος του Ζαχαρίου τον οποίον εφόνευσαν μεταξύ του ναού και του θυσιαστηρίου.

Και εις το μέρος τούτο η φωνή ήτις είχε ηχήσει με τόσον δικαίαν αγανάκτησιν ερράγει εις τον τρυφερώτερον έλεγον, «Ιερουσαλήμ Ιερουσαλήμ η αποκτείνουσα τους προφήτας και λιθοβολούσα τους απεσταλμένους προς αυτήν, ποσάκις ηθέλησα επισυναγαγείν τα τέκνα σου ον τρόπον επισυνάγει όρνις τα νοσσεία εαυτής υπό τας πτέρυγας και ουκ' ηθελήσατε! Ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος· λέγω γαρ υμίν ου μη με ίδητε απ' άρτι έως αν είπητε, «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου».

«Ουαί ημίν Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί!» Απετόλμησάν τινες να κατηγορήσωσι τας λέξεις ταύτας επί αδικία και πικρία· ν' αποδώσωσιν αυτάς εις έκρηξιν αναξίας απογοητεύσεως και αδικαιολογήτου οργής. Αλλά τότε η αμαρτία δεν πρέπει ποτέ να αποδοκιμάζηται; η υποκρισία δεν πρέπει να αποκαλίπτηται; η ηθική αγανάκτησις δεν είνε αναγκαίον στοιχείον εις την δικαίαν ψυχήν; Αυτό το Ταλμούδ, περιγράφει επτά τάξεις των Φαρισαίων, εκ των οποίων αι έξ (6) χαρακτηρίζοντας διά μίγματος υψηλοφροσύνης και απάτης. Μόνον η εβδόμη τάξις είνε η τάξις των γνησίων Φαρισαίων, οίτινες αγαπώσι πράγματι τον Θεόν.

«Ιδού, αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος», και μη η κατάρα αύτη δεν επληρώθη φοβερώς; Ομιλών περί του φόνου του νεωτέρου Άννα και άλλων εξεχόντων προκρίτων της Ιερουσαλήμ ο Ιώσηπος λέγει: «Δεν δύναμαι, ει μη να πιστεύσω, ότι ο Θεός κατεδίκασε την πόλιν του εις όλεθρον, ως μεμολυσμένην πόλιν και απεφάσισε να καθαρίση το αγιαστήριόν του διά πυρός, αφού όλοι οι σεβάσμιοι ιερείς επεβλήθησαν έξω γυμνοί και σφαγιασθέντες ερρίφθησαν βορά εις τους κύνας και εις τα θηρία». Ουδέποτε υπήρξε διήγησις τόσον φρικώδης και απαισία, όσον η ιστορία της πολιορκίας της Ιερουσαλήμ. Ουδέποτε προφητεία επληρώθη πληρέστερον και τρομερώτερον, ή αύτη του Χριστού. Το αίμα διαφόρων πτωμάτων, ιερέων, πρεσβυτέρων και αρχόντων του Ισραήλ εσχημάτισε λίμνας εν ταις αυλαίς του Ναού· τα πτώματα σωρηδόν έκειντο επ' αυτών των βαθμίδων του θυσιαστηρίου, αι δε φλόγες έκαιον επί ημέρας και νύκτας τον Ναόν της Ιερουσαλήμ τον ωραίον και άγιον Οίκον του Θεού, εξ ου πράγματι δεν απέμεινεν, λίθος επί λίθου.

Και όλον το δίκαιον αίμα το εκχυθέν επί της γης δεν ήλθεν επί την γενεάν εκείνην; πολλοί εκ της γενεάς εκείνης δεν επέζησαν να ίδωσι και αισθανθώσι τας αφάτους φρικαλεότητας, τας οποίας διηγείται ο Ιώσηπος; να ίδωσι τους αδελφούς των να σταυρόνωνται άλλοι ορθοί, άλλοι πλαγίως, και άλλοι ανάποδα, έως ότου «χώρος δεν υπήρχε διά τους σταυρούς, και σταυροί διά τους καταδίκους;» να ίδωσι εξακοσίας χιλιάδας σωμάτων εκφερομένας έξω των πυλών της πόλεως; να ίδωσι φίλους παλαίοντας διά μικρόν χόρτον, όπως τραφώσι; ν' ακούσωσι την φρικώδη ιστορίαν της αθλίας μητρός, ήτις εις τους σπασμούς της πείνης έφαγε τα ίδια τέκνα της; ν' απολυθώσι ως δούλοι εις τοσούτον πλήθος, ώστε επί τέλους κανείς να μη ευρίσκεται να τους αγοράση; να ίδωσι εις τας οδούς να ρέη ποταμηδόν το αίμα, και το πυρ, να καίη τας οικίας τας περιρρεομένας από το αίμα των υπερασπιστών των; κατά την φοβεράν εκείνην πολιορκίαν πιστεύεται, ότι εσφράγησαν [;] έν εκατομμύριον και εκατό χιλιάδες ανθρώπων εκτός των εννενήκοντα επτά χιλιάδων, οίτινες απήχθησαν αιχμάλωτοι. Ήτο φοβερόν πράγμα να αισθάνηταί τις, όπως τινές των επιζώντων και των αυτοπτών, και ούτοι ουχί Χριστιανοί ησθάνθησαν, ότι η πόλις ήτο αξία της καταστροφής, την οποίαν υπέστη, διότι είχε παραγάγει γενεάν ανθρώπων, οίτινες υπήρξαν οι αίτιοι, των συμφορών της· και ό,τι «ούτε άλλη πόλις υπέστη ποτέ τοιαύτα δεινά, ούτε άλλος αιών εγέννησέ ποτε γενεάν γονιμωτέραν εν ανομία και πονηρία, ή όσον ήτο αύτη από καταβολής κόσμου».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'. Χαίρειν εις τον Ναόν

Η πτωχή χήρα. — Η αληθής ελεημοσύνη. — Λαμπρότης του Ναού — «Ούτε λίθος επί λίθου». — Ο Ιησούς εις το Όρος των Ελαιών. — Η Συντέλεια των αιώνων. — Η παραβολή των Δέκα Παρθένων. — Τελευταίος εσπερινός περίπατος εις Βηθανίαν.

Μετά γλώσσαν, οία αύτη η συνδιαλλαγή δεν ήτο δυνατή. Ότε ο Ιησούς κατέλιπεν τον Ναόν οι μαθηταί Του πρέπει να συνησθάνθησαν, ότι κατελίμπανεν αυτόν διά πάντοτε.

Αλλά πριν απέλθη, έν άλλο συμβάν επήλθε, το οποίον τον έκαμε να καταλίπη τους περιβόλους του Οίκου του Πατρός Του, με λέξεις όχι οργής αλλά επιδοκιμασίας. Εν τη αυλή ταύτη του Ναού υπήρχον δεκατρία κιβώτια, όπου οι προσκυνηταί έρριπτον τας εισφοράς των, και οι ευπορώτεροι τούτων, έρριπτον χρυσόν, και άργυρον μετ' επιδείξεως. Ενώ ο Ιησούς εκάθητο εκεί το πλήθος των προσκυνητών εξηκολούθει να συρρέη. Υψώσας τους οφθαλμούς του είδε πτωχήν χήρα δειλώς ρίπτουσαν την μικράν εισφοράν της. Τα χείλη των πλουσίων προσκυνητών δυνατόν, να συνεστάλησαν μετά περιφρονήσεως προς την προσφοράν ταύτην, ήτις ήτο δυο λεπτά. Αλλ' ο Ιησούς ηυχαριστήθη από την ταπεινήν αυτοθυσίαν της χήρας. Ήτο η προσφορά αύτη ομοία με το ποτήριον ψυχρού ύδατος, το διδόμενον εξ αγάπης, και το οποίον εν τη βασιλεία του δεν θα μείνη αβράβευτον. Ήθελε να διδάξη διά πάντοτε το μέγα μάθημα, ότι η ουσία της ελεημοσύνης είνε η αυτοθυσία, και η αυτοθυσία της χήρας ταύτης εν τη πτωχεία της ήτο πολύ μεγαλειτέρα της του πλουσιωτάτου Φαρισαίου, όστις είχε συνεισφέρει τον χρυσόν του. Διότι όλοι ρίπτουσιν εκ του περισσεύματος, αύτη δε έρριψεν εκ του υστερήματος αυτής.

Και τώρα ο Ιησούς απήλθε του Ναού διά τελευταίαν φοράν· αλλά τα αισθήματα των Αποστόλων, ακόμη προσεκολλώντο μετ' αγάπης, και υπερηφανείας εις τον ιερόν εκείνον χώρον· εστάθησαν δε να ρίψωσιν επ' αυτού τελευταίον βλέμμα πόθου, και εις τούτων επροθυμήθη να επιστήση την προσοχήν του εις τα ωραία μάρμαρα, και τα πολύτιμα αυτού αναθήματα· εις τας εννέα εκείνας πύλας τας χρυσοκολλήτους και αργυροκολλήτους, εις τα λαμπρά και υψηλά προπύλαια· εις τους μεγαλοπρεπείς εκείνους κίονας, και εις τας γλυφάς και τα αραβουργήματα, εις τα εναλλασσόμενα ερυθρά και λευκά μάρμαρα, και εις τας άλλας λαμπρότητας του κτιρίου.

Αλλ' η καρδία του Ιησού ήτο τεθλιμμένη. Δι' αυτόν η αληθής καλλονή ενός ναού συνίστατο εις την ειλικρίνειαν των προσκυνητών του, και ουδεμία επίγειος μεγαλοπρέπεια θα ίσχυε να μεταβάλλη το σπήλαιον εκείνο των ληστών εις οίκον προσευχής. Συντόμως και αυστηρώς απήντησεν ο Ιησούς, «βλέπετε τας μεγάλας ταύτας οικοδομάς; ου μη μείνη ώδε λίθος επί λίθου.» Ήτο το τελευταίον «εκχορώμεν» της αποχωρούσης θεότητος. Ο Τάκιτος και ο Ιώσηπος διηγούνται, πως κατά την πολιορκίαν της Ιερουσαλήμ, ηκούσθη η φοβερά αύτη φωνή· αλλά τώρα εξεφέρετο εν τη πραγματικότητι καίτοι σεισμός δε την συνώδευσε, αλλ' εξηνέχθη ησύχως. Τριάκοντα πέντε έτη ύστερον ο λαός εκείνος μετεβλήθη εις κόνιν· ούτε ο Αδριανός, ούτε ο Ιουλιανός ηδυνήθησαν να κτίσωσιν επί της τοποθεσίας του· και τόρα αυτή η τοποθεσία είνε αβέβαιον πράγμα.

Θλιβερώς και σιωπηλώς η μικρά συνοδία έστρεψε τα νώτα προς τον ιερόν δόμον, όστις ίστατο εκεί, η επιτομή της Ιουδαϊκής ιστορίας, από των ημερών του Σολομώντος και εντεύθεν. Διέβησαν την κοιλάδα των Κέδρων, και απέβησαν την ανωφερή ατραπόν, την άγουσαν από του Όρους των Ελαιών εις την Βηθανίαν. Εις την κορυφήν του Όρους τούτου εστάθησαν, και ο Ιησούς εκάθησε να αναπαυθή ίσως υπό τους κλώνας των δύο μεγαλοπρεπών εκείνων κερδών, αίτινες εκόσμουν τότε, την κορυφήν του Όρους. Ήτο δε σκηνή κατάλληλος να εμπνεύση σοβαρωτάτας σκέψεις. Εις το βάθος από το έν μέρος κάτωθεν Αυτού, έκειτο η Αγία Πόλις, ήτις από πολλού είχε καταστή πόρνη, και ήτις τώρα, την ημέραν ταύτην, την τελευταίαν μεγάλην ημέραν της επιγείου διακονίας Του, είχεν αποδείξει οριστικώς, ότι «ουκ εγίνωσκεν καιρόν επισκέψεως αυτής». Παρά τους πόδας του έκειντο αι κλιτύες των Ελαιών και του κήπου της Γεθσημανή. Επί της αντιπέραν κλιτύος ηγείροντο τα τείχη της πόλεως, και το ευρύ οροπέδιον το επιστεφόμενον με τα μαρμάρινα περιστύλια, και τας στιλβούσας οροφάς του Ναού. Στρεφόμενος ανατολικώς θα έβλεπε τα γυμνά όρη της ερήμου της Ιουδαίας μέχρι της πορφυριζούσης γραφής των ορέων Μωάβ. Εις δε τα βαθέα κοιλώματα του Γωρ έκειντο τα μυστηριώδη ύδατα της θαλάσσης του Λωτ, και πανταχόθεν εφαίνοντο δείγματα της οργής του Θεού και της αμαρτίας του ανθρώπου. Και ο δύων ήλιος της επιγείου ζωής του έρριπτε βαθυτέρας και σκοτεινοτέρας αποχρώσεις καθ' όλην την σκηνήν της επιγείου αποδημίας του.

Δυνατόν αι σκιαί της διανοίας του να απέρριπτον παράδοξον επισημότητα εις την στάσιν, και τους χαρακτήρας του, καθώς εκάθητο σιωπών, εν μέσω της σιγηλής, και τεθλιμμένης συνοδίας των ολίγων πιστών οπαδών του. Μετά φόβου οι εκλεκτότεροι των Αποστόλων Του, ο Πέτρος και Ιάκωβος, και Ιωάννης, και Ανδρέας ήλθον εγγύς εις αυτόν, και καθώς είδον το όμμα του προσηλούμενον επί του Ναού, τον ηρώτησαν ιδιαιτέρως, «Πότε ταύτα γενήσονται; και ποίον το σημείον της ελεύσεώς σου και της συντελείας του κόσμου;» Η ερώτησίς των περί του Πότε έμεινε προς το παρόν άνευ απαντήσεως. Αλλ' η ερώτησις των Αποστόλων προυκάλεσε επ' αυτού τον μέγαν περί συντελείας λόγον, του οποίου τα τέσσαρα ηθικά γνωρίσματα, είνε: Φ υ λ ά τ τ ε σ θ ε και Α γ ρ υ π ν ε ί τ ε και Κ α ρ τ ε ρ ε ί τ ε και Π ρ ο σ ε ύ χ ε σ θ ε.

Άπειροι δυσκολίαι ευρέθησαν εις τον λόγον τούτον, και μακραί πραγματείαι εγράφησαν προς αναίρεσιν τούτων. Η εσκεμμένη δε ασάφεια με την οποίαν η θέλησις του Θεού περιέβαλε τας λεπτομερείας ταύτας περί του μέλλοντος, αίτινες θα υπηρέτουν μόνον, την ματαίαν περιέργειαν, (ή τα παραλύοντα φόβον θα καθιστώσι πάντοτε δυσνόητα μέρη τινά αυτού. Αλλ' εάν παραβάλλωμεν τας εκθέσεις των τριών Συνοπτιστών, και ίδωμεν πώς αμοιβαίως επιρρίπτουσι φως, επ' αλλήλους, εάν αναλογισθώμεν, ότι και υπό των τριών οι λόγοι του Ιησού αναφέρονται μόνον κατ' ουσίαν, εάν έχωμεν την βεβαιότητα, ότι ο σκοπός της προφητείας εις όλας τας εποχάς υπήρξε η ηθική νουθεσία μάλλον, ή η αμυδροτέρα χρονολογική ένδειξις, καθ' όσον εις την φωνήν της προφητείας, ως και εις τον οφθαλμόν του Θεού πας χρόνος είνε μόνον έν αιώνιον ενεστώς, «χίλια έτη εν οφθαλμοίς Κυρίου, ως ημέρα, ή χθες ήτις διήλθε» εάν τέλος αποδεχθώμεν μετά πεποιθήσεως και σεβασμού την δήλωσιν αυτού του Κυρίου, ότι εις αυτόν, ως εις άνθρωπον δεν είνε γνωσταί αι ημέραι και αι ώραι, και ότι «ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους και καιρούς, ους ο Πατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία», εάν, λέγω, αναγνώσωμεν τα κεφάλαια εκείνα υπ' όψει έχοντες τοιαύτας αρχάς τότε είμαι βέβαιος, ότι αι πλείσται των δυσχερειών αίρονται αφ' εαυτών.

Δήλον γίνεται εξ αντιπαραβολής τον Λουκά προς τους άλλους δύο ευαγγελιστάς, ότι ο Ιησούς έστρεψε τους λογισμούς των μαθητών του προς δύο ορίζοντας, ένα εγγύς, και ένα απώτερον. Η μεθόρειος γραμμή εκατέρου ορίζοντος εσημείου την συντέλειαν του αιώνος. Εκατέρα δε ήτο έν μέγα τέλος· περί εκατέρας ήτο αληθεί, ότι η τότε υπάρχουσα γενεά (πρώτον εκ της κατά γράμμα εννοίας της γενεάς, είτα εν τη ευρυτέρα εκδοχή του γένους) δεν ήθελε παρέλθει πριν όλα πληρωθώσι. Και η μία ήτο ο τύπος της άλλης· η κρίσις επί της Ιερουσαλήμ, μεθ' ην θα επηκολούθει η αποκατάστασις της Εκκλησίας επί της γης προεικόνιζεν την κρίσιν του κόσμου, και την αποκατάστασιν της βασιλείας του Χριστού, κατά την δευτέραν έλευσίν του. Η αόριστος προφητική εικών του Ματθαίου, και εις σμικρότερον βαθμόν του Μάρκου δυνατόν να φέρη την εντύπωσιν, ότι τα δύο ταύτα συμβεβηκότα θα είναι συνεχή, ή τουλάχιστον εγγύς αλλήλων· αλλά βλέπομεν εκ του Λουκά, ότι ο Κύριος ρητώς επληροφόρησε τους ερωτώντας Αποστόλους, ότι καίτοι πολλά των σημείων, τα οποία προέλεγε θα προηγούντο της αμμέσου συμπληρώσεως μιας εποχής εν τη ιστορία του κόσμου, αφ' ετέρου η μεγάλη συντέλεια δεν θα επέλθη αμέσως, «Δει ταύτα γενέσθαι πρώτον, αλλ' ουκ ευθέως το τέλος» και πάλιν, «εν τη υπομονή υμών κτήσεσθε τας ψυχάς υμών». Ο Ιησούς ωμίλει εν μέρει και εν πρώτοις περί της πτώσεως της Ιουδαϊκής Διαθήκης, εν μέρει δε και κατά δεύτερον λόγον περί της συντελείας του κόσμου· αλλ' ωμίλει περί τούτων με την ποικίλλουσαν εκείνην εναλλαγήν της διανοίας και του λόγου, ήτις ήτο φυσική εις Εκείνον του οποίου όλη η ύπαρξις ήτο εν τη σφαίρα της αιωνιότητος και ουχί του χρόνου.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings