ΚΕΦΑΛΑIOΝ ΣΤ'. (continued 6)
Alexandros Papadiamantes translation
«Αμήν, αμήν, λέγω υμίν, Πριν Αβραάμ γενέσθαι, Εγώ ειμι».
Τότε, εν εκρήξει ακρατήτου λύσσης, ενί των παροξυσμών εκείνων της αιφνιδίας, αχαλινώτου, φρενιτικής λύσσης εις ην ο λαός ούτος υπέκειτο καθ' όλας τας εποχάς εν πάση προσβολή κατά των θρησκευτικών δοξασιών του, ήραν λίθους, ίνα λιθοβολήσωσιν Αυτόν. Πλην αυτή η τυφλότης της λύσσης των ευκολώτερον κατέστησε το να τους αποφύγη. Η ώρα Του δεν είχεν έλθη ακόμη. Μετ' εντελούς αταραξίας απεχώρησε του Ναού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'. Ο εκ γενετής τυφλός
«Τις ήμαρτεν;» — «Ύπαγε νίψαι εις του Σιλωάμ την κολυμβήθραν». — Εν ημέρα Σαββάτου. — Ο άνθρωπος εξεταζόμενος παρά του Συνεδρίου. — Γίνεται αποσυνάγωγος. — Ο Ποιμήν ο Καλός και οι μισθωτοί ποιμένες.
Ή ενώ επέστρεφεν εκ του ναού μετά την αποτυχούσαν λιθοβόλησιν, ή το επόμενον Σάββατον, ενώ διέβαινεν, ο Ιησούς είδεν άνθρωπον τυφλόν εκ γενετής.
Όλοι οι Ιουδαίοι ήσαν συνεισθισμένοι να θεωρώσι πάσαν ιδιαιτέραν ταλαιπωρίαν και παν πάθημα ως άμεσον επακολούθημα ιδιαιτέρας τινός αμαρτίας. Ίσως οι μαθηταί υπέθεσαν ότι οι λόγοι του Κυρίου προς τον παραλυτικόν τον οποίον είχε θεραπεύσει εις την κολυμβήθραν Βηθεσδά, ως και προς τον άλλον παραλυτικόν της Καπερναούμ, θα ηδύνατο να σημαίνωσι κύρωσιν της τοιαύτης γνώμης. Ερώτησαν άρα πώς συνέβη να γεννηθή τυφλός ο άνθρωπος. Μήπως οι γονείς του ήμαρτον; Μήπως αυτός; Η πρώτη υπόθεσις ήτο αδύνατος. Η δευτέρα σκληρά. Ευρίσκοντο άρα εις αμηχανίαν.
Εις τας ακάρπους χώρας τοιαύτης αγόνου θεωρίας, ο Κύριος δεν ηθέλησε να τους ακολουθήση, και ως πάντοτε, απεθάρρυνε την ροπήν προς κρίσιν επί των αμαρτιών των άλλων. «Ούτε ούτος ήμαρτεν, είπεν, ούτε οι γονείς αυτού, αλλ' ίνα φανερωθή το έργον του Θεού εν αυτώ. Εμέ δει εργάζεσθαι τα έργα του Πέμψαντός Με». Αυτός, το φως του κόσμου, έμελλεν εν μια στιγμή να διασκεδάση το σκότος του. Τότε έπτυσε χαμαί, έκαμε πηλόν με το πτύσμα, και επιχρίσας τους οφθαλμούς του τυφλού εκέλευσεν, «Ύπαγε νίψαι εις την κολυμβήθραν του Σιλωάμ». Ο άνθρωπος απήλθεν, ενίφθη, και ανέβλεψεν.
Ο σίελος του μη προσφάτως λύσαντος την νηστείαν επιστεύετο παρά τοις παλαιοίς ότι είχεν ιαματικήν δύναμιν διά τους ασθενείς οφθαλμούς, και πηλόν μετεχειρίζοντο ενίοτε προς ίασιν οιδημάτων επί των βλεφάρων. Αλλ' ότι τα όργανα ταύτα ουδαμώς παρέβλαψαν την λαμπρότητα του θαύματος είνε προφανές· και δεν έχομεν μέσον όπως αποφασίσωμεν εις τούτο, όπως και εις άλλας παραπλησίας περιστάσεις, διατί ο Κύριος ημών, όστις πολλάκις διά λόγου εθεράπευε, προέκρινεν άλλοτε να μετέρχηται βραδυτέρας και επιμελεστέρας μεθόδους προς διενέργησιν της υπερφυούς δυνάμεώς Του. Εις τούτο ουδέποτε απεκάλυψε τας αρχάς της δράσεως, αίτινες αναμφιβόλως επήγαζον από την ενδόμυχον γνώσιν των περιστάσεων, και από την διερεύνησιν των καρδιών εκείνων εφ' ων αι ιάσεις Του εγίνοντο. Δυνατόν να έπραττε με σκοπόν να διδάξη πλείονας αιωνίους αληθείας διά των επακολουθούντων συμβεβηκότων.
Σημειωτέον ότι η έκφρασις του Χριστού προς τους μαθητάς, «ίνα φανερωθή τα έργα του Θεού εν αυτώ», δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος εγεννήθη τυφλός επίτηδες όπως φανερωθή η δόξα του Θεού διά της ιάσεώς του. Το ί ν α εκφράζει συνέπειαν και όχι σκοπόν, έχει εκβατικήν, όχι τελικήν έννοιαν. Τούτο παρετήρησαν ήδη ο ιερός Χρυσόστομος, ο θεοφύλακτος, και άλλοι. Και εκ της ερωτήσεως των μαθητών δε πρέπει να φαντασθώμεν ότι οι απλοϊκοί Γαλιλαίοι εγνώριζον το δόγμα της μετεμψυχώσεως, ή το ραββινικόν δόγμα περί προγενεθλίου αμαρτίας· ή την πλατωνικήν και αλεξανδριανήν φαντασίαν περί προϋποστάσεως· ή την νεωτερικήν θεωρίαν περί προληπτικής τιμωρίας δι' αμαρτίας προεγνωσμένας.
Όπως και αν έχη, εις την περίστασιν ταύτην ο τρόπος της ενεργείας του Σωτήρος ήγαγεν εις σοβαρά αποτελέσματα. Επειδή ο άνθρωπος ήτο γνωριμώτατος εις Ιερουσαλήμ ως τυφλός επαίτης διά βίου, και η εμφάνισίς του με την χρήσιν της οράσεως, επροξένησεν έξαψιν και ταραχήν, εδυσκολεύοντο όσοι κάλλιστα τον εγνώριζον να πιστεύσωσι την ιδίαν μαρτυρίαν του, ότι αυτός ήτο πράγματι ο τυφλός επαίτης όστις ήτο τόσον γνωστός εις αυτούς. Δεν ηδύναντο να συνέλθωσιν από την έκπληξίν των, και τον ηνάγκαζον να διηγήται και πάλιν να διηγήται την ιστορίαν της ιάσεώς του. Αλλ' η διήγησις αύτη ενεφύσα εις την έκπληξίν των νέον στοιχείον Φαρισαϊκής αγανακτήσεως· διότι και η ίασις αύτη είχε γείνη εν ημέρα Σαββάτου! Οι Ραββίνοι είχον απαγορεύσει εις πάντα άνθρωπον να χρίη και τον ένα των οφθαλμών του με πτύσμα εν Σαββάτω, παρεκτός εν κινδύνω θανάτου. Και ο Ιησούς, όχι μόνον επίχρισε και τους δύο οφθαλμούς του ανθρώπου, αλλ' ανέμιξε τον σίελον με χώμα! Τούτο, ως πράξις ελέους, ήτο εν βαθυτάτη συμφωνία προς αυτάς τας αφορμάς δι' ας το Σάββατον είχε θεσπισθή, και προς τα μαθήματα δι' ά ήτο προωρισμένον να είνε εις διηνεκές μαρτύριον. Αλλά το πνεύμα της στενής γραμματολατρίας και της δουλικής μικρολογίας και της ποσοτικής υπακοής — το πνεύμα το οποίον ήλπιζε να σωθή διά της αλεγβρικής εξισώσεως των καλών και κακών πράξεων — είχε προ πολλού εξευτελίσει το Σάββατον από της αληθούς ιδέας της θεσμοθετήσεώς του ως επιβλαβή δεισιδαιμονίαν. Το Σάββατον του Ραββινισμού, μεθ' όλης της ταπεινής δουλοπρεπείας του, ουδόλως ήτο το Σάββατον του φιλανθρώπου και αγίου νόμου του Θεού. Είχεν εκπέσει ως εκείνο το οποίον ο Παύλος αποτελεί π τ ω χ ι κ ό ν ήτοι επαιτικόν, σ τ ο ι χ ε ί ο ν.
Και οι Ιουδαίοι ούτοι ήσαν τόσον εμποτισμένοι με την μικρότητα αυτήν, ώστε έν μοναδικόν θαύμα ελέους εξήγειρεν εν αυτοίς όχι τόσην έκπληξιν και ευγνωμοσύνην, όσην φρίκην επί τη ολιγωρία της Σαββατικής δεισιδαιμονίας των. Επομένως έσπευσαν να προσαγάγωσι τον άνθρωπον ενώπιον των Φαρισαίων εν συμβουλίω. Τότε επηκολούθησεν η σκηνή την οποίαν ο Ευαγγελιστής Ιωάννης αναγράφει κατά τρόπον τόσον αμιμήτως γραφικόν εν τω θ' κεφαλαίω. Πρώτον ήλθε κατ' επανάληψιν η ερώτησις: Πώς συνέβη το πράγμα; ακολουθουμένη υπό της επανειλημμένης βεβαιώσεως ενίων εξ αυτών ότι ο Ιησούς δεν ηδύναντο να είνε εκ του Θεού, επειδή δεν ετήρει το Σάββατον· και της αποκρίσεως άλλων ότι το να ενδιατρίβωσιν εις την αθέτησιν του Σαββάτου εσήμαινεν, ότι παραδέχονται το θαύμα, και παραδεχόμενοι το θαύμα ανεγνώριζον κάπως το γεγονός ότι ο τελέσας τούτο δεν ηδύνατο να είνε κακοποιός οίον άλλοι τον περιέγραφον. Είτα, περιελθόντες εις αδιέξοδον, ηρώτησαν τον τυφλόν τίνα γνώμην είχε περί του ιατήρος του· κ' εκείνος, όστις δεν ήτο εμπεπλεγμένος εις τον πλημελή κύκλον των συλλογισμών των, απήντησε μετ' αφόβου ετοιμότητος ότι, «Προφήτης εστί».
Εν τω μεταξύ εκείνοι ενόησαν με ποίον χαρακτήρα είχον να κάμουν, και επιζητούντες πλαγίαν τινά θυρίδα δι' ης ν' αρνηθώσι το θαύμα, έστειλαν κ' εκάλεσαν τους γονείς του πρώην τυφλού. «Είνε αυτός ο υιός σας; Εάν ισχυρίζεσθε ότι εγεννήθη τυφλός, πώς γίνεται ότι τώρα βλέπει»; Ίσως ήλπιζον να εκπτοήσωσιν ή να δελεάσωσι τους γονείς τούτους εις άρνησιν της συγγενείας, ή εις αναγνώρισιν απάτης. Αλλά και οι γονείς επέμειναν εις την αλήθειαν, καίτοι μετά πανούργου δουλικότητος απέφυγαν να συναγάγωσι συμπεράσματα τα οποία θα τους εξέθετον εις δυσάρεστα επακόλουθα. «Ούτος βέβαια είνε ο υιός μας, και βέβαια εγεννήθη τυφλός· ως προς τα λοιπά δεν ειξεύρομεν. Αυτός ηλικίαν έχει, αυτόν ερωτήσατε, και θα σας είπη».
Τότε — σχεδόν οικτείρει τις την πονηράν αμηχανίαν των — εστράφησαν πάλιν προς τον πρώην τυφλόν. Αυτός, καθώς και οι γονείς του, είξευραν ότι οι άρχοντες των Ιουδαίων ήσαν σύμφωνοι να εκδίδωσι το Χ ε ρ έ μ, ήτοι την από της Συναγωγής αποκήρυξιν, παντός όστις θα ετόλμα ν' αναγνωρίση τον Ιησούν ως τον Μεσσίαν· και οι Φαρισαίοι πιθανώς ήλπιζον ότι ούτος θα έσπευδε να ακολουθήση την συμβουλήν των, «Δος δόξαν τω Θεώ», τουτέστιν ν' αρνηθή ή να παραγνωρίση το θαύμα, και να δεχθή την υπαγόρευσίν των, ότι ο Ιησούς ήτο αμαρτωλός.
Αλλ' ο άνθρωπος ήτο κατεσκευασμένος εκ στερροτέρας μάζης ή οι γονείς του. Δεν επτοείτο από την εξουσίαν των, ούτε κατεβάλλετο υπό των ισχυρισμών των. Ανέπνεεν ελευθέρως εν τη λιπώδει ατμοσφαίρα της υπερτέρας αγιότητός των. «Η μ ε ί ς ο ί δ α μ ε ν, είχον ειπεί οι Φαρισαίοι, ότι ο άνθρωπος ούτος αμαρτωλός εστιν». «Ει αμαρτωλός εστιν, απήντησεν ο άνθρωπος, ο υ κ ο ί δ α· έν οίδα, ότι τυφλός ων άρτι βλέπω». Τότε ήρχισαν πάλιν την κοπιώδη και ματαιόσχολον εξετασίν των. «Τι εποίησε σοι; πώς ήνοιξέ σου τους οφθαλμούς;» Αλλ' ο άνθρωπος τους είχε βαρυνθή πλέον. «Είπον ήδη ημίν, και ου προσέχετε. Ίνα τι θέλετε πάλιν ακούειν; Μη και υμείς θέλετε μαθηταί Αυτού γενέσθαι;» Τολμηρά ειρωνεία αύτη· να ερωτά τις τους σεμνούς τούτους, τους επιτρεπτούς και λεπτολόγους Φαρισαίους, αν ήθελον να γείνωσι μαθηταί του Προφήτου του εκ Ναζαρέτ! Αυτός ο πρώην τυφλός ήτο άνθρωπος ανοικονόμητος! Αφού η εξουσία των, αι απειλαί, αι κολακείαι, ουδέν ίσχυσαν προς αυτόν, ήλθον εις τας ύβρεις. «Συ ει μαθητής Εκείνου· ημείς δε Μωσέως εσμέν μαθηταί· ημείς οίδαμεν ότι Μωσεί ελάλησεν ο Θεός· τούτον δε ουκ οίδαμεν πόθεν εστί». Παράδοξον, απήντησε, να μη γνωρίζητε τίποτε περί ανθρώπου όστις ετέλεσε θαύμα τοιούτον οποίον ούτε ο Μωυσής δεν ετέλεσε ποτέ· και γνωρίζομεν ότι ούτε Αυτός ούτε άλλος θα ηδύνατο να πράξη τούτο εάν δεν ήτο εκ Θεού». Πώς! Σκιαί του Ιλλήλ και του Σαμμαΐ! είς τυφλός επαίτης, φύσει αμαθής, αιρετικός, ετόλμα να τους διδάξη, αυτούς! «Εν αμαρτίαις συ εγεννήθης όλος, και συ διδάσκεις ημάς; — Και εποίησαν αυτόν αποσυνάγωγον».
Αλλ' ο Ιησούς δεν παρέβλεψε τον πρώτον ομολογητήν Του. Εύρε τον άνθρωπον, και λέγει αυτώ, «Πιστεύεις εις τον Υιόν του Θεού;» — «Και τις εστι, Κύριε, ίνα πιστεύσω εις Αυτόν;»
«Και εώρακας Αυτόν, και ο λαλόν μετά σου εστι».
«Πιστεύω, Κύριε, (είπεν ο άνθρωπος) και προσεκύνησεν Αυτώ».
Πρέπει να ήτο μικρόν μετά τον χρόνον τούτον ότι ο Κύριος ημών υπέδειξε την αντίθεσιν μεταξύ των διαφόρων αποτελεσμάτων της διδασκαλίας Του· τους μη ιδόντας ποτέ, τους έκαμνε να βλέπουν· και τους βλέποντες, τους έκαμνε τυφλούς. «Εις κρίμα εγώ εις τον κόσμον ελήλυθα ίνα μη βλέψαντες βλέπωσι, και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται». Οι Φαρισαίοι έτοιμοι πάντοτε να προκαλέσωσι λογομαχίας, ζηλότυποι και καχύποπτοι, ηρώτησαν: «Μήπως και ημείς είμεθα τυφλοί;» Η απάντησις του Ιησού υπήρξεν ότι εν τη φυσική τυφλότητι δεν δύναται να υπάρχη ενοχή, αλλ' εις εκείνους οίτινες μόνον προσκόπτουσιν εν τη τυφλώσει της εκουσίας πλάνης, η αξίωσις ότι βλέπουσι ποιεί αυτούς αυτοκατακρίτους.
Και όταν οι άρχοντες, οι διδάσκαλοι, οι οδηγοί, δεν βλέπωσι, πώς δύναται ο λαός να βλέπη;
Η σκέψις αύτη ευλόγως ήγαγεν Αυτόν εις την φύσιν των αληθών και των ψευδών διδασκάλων, την οποίαν ανέπτυξε και εξήγησεν εν τω ωραίω απολόγω (ημιπαραβολή και ημιαληγορία) των αληθών και των ψευδών ποιμένων. «Εγώ ειμι ο Ποιμήν ο Καλός, ο τιθείς την ψυχήν Αυτού υπέρ τον προβάτων». Το καλός είνε αμετάφραστον εις οιανδήποτε άλλην γλώσσαν. Σημαίνει εσωτερικήν αγαθότητα διαλάμπουσαν εν τω εξωτερικώ κάλλει. «Ο μισθωτός δε και ουκ ων ποιμήν, φεύγει, και ου μέλει αυτώ περί των προβάτων, ότι μισθωτός εστι». Και πάλιν: «Εγώ ειμι η Θύρα· δι' εμού εάν τις εισέλθη, σωθήσεται, και εισελεύσεται, και εξελεύσεται, και νομήν ευρήσει». Και είτα είπεν ότι, οικεία βουλήσει, θα θέση την ζωήν Του διά τα πρόβατα, της τε αυλής ταύτης και όλης της ποίμνης, και ότι, οικεία δυνάμει, θ' αναλάβη πάλιν αυτήν. Αλλά ταύτα τα θεία μυστήρια υπερέβησαν την κοινήν κατάληψιν· και οι μεν έλεγον ότι ήσαν μωρίαι δαιμονιζομένου μανιακού, οι δε μόνον παρετήρουν ότι δεν ωμοίαζον με λόγια δαιμονιζομένου, και ότι ο διάβολος δεν θα ήνοιγε τους οφθαλμούς του τυφλού.
Ούτω, με ολίγον καρπόν δι' αυτούς, εκτός του πικρού καρπού της οργής και του μίσους, ετελείωσεν η επίσκεψις του Ιησού εις την εορτήν της Σκηνοπηγίας. Κ' επειδή η ζωή Του ήτο ήδη εις κίνδυνον, απεχώρησε και πάλιν εξ Ιερουσαλήμ εις την Γαλιλαίαν, προς βραχείαν επίσκεψιν, πριν αποχαιρετίση διά τελευταίαν φοράν την πάλαιαν κατοικίαν Του.
Η ομιλία του Χριστού περί του Καλού Ποιμένος προσείλκυε και κατεγοήτευε την φαντασίαν των πρώτων Χριστιανών. Μεταχειρίζονται ούτοι συχνά το σύμβολον μετά ποιητικής εξάρσεως εις τους κρυφούς και ανήλιους τόπους της λατρείας των. Οι θεολόγοι σπανίως την αναφέρουν. Ήτο πολύ απλή και μάλλον τρυφερά ή ώστε να παρέχη θέμα εις τας λεπτότητας της συστηματικής λογομαχίας. Αλλά το ευνοούμενον βιβλίον της Ανατολικής Εκκλησίας κατά την β' εκατονταετηρίδα ήτο «ο Ποιμήν» του Ερμά, και παρά τοις πρώτοις Χριστιανοίς ο χαρακτήρ του Χριστού ως Καλού Ποιμένος ήτο γνωριμότατος. Ήτο «η τροφή της καθημερινής ζωής των· η ελπίς των κατά τας σκληροτάτας δοκιμασίας· η πίστις της πίστεώς των και ζωή της ζωής των».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'. Χαίρειν τη Γαλιλαία
Τα μεταξύ της Σκηνοπηγίας και των Εγκαινίων. — Μέγα επεισόδιον εν τω Ευαγγελίω του Λουκά. — Χαρακτήρ του επεισοδίου. — Αποστολή των εβδομήκοντα. — Η σφαγή των Γαλιλαίων υπό του Πιλάτου. — Αυστηραί νουθεσίαι. — Η σκευωρία των Φαρισαίων. — «Πορευθέντες είπατε τη αλώπεκι ταύτη» — «Δεύτε προς Με πάντες οι κοπιώντες».
Ευθύς μετά τα συμβεβηκότα τα αρτίως μνημονευθέντα, ο Ιωάννης διηγείται άλλο γεγονός, το οποίον συνέβη δύο μήνας ύστερον, κατά την χειμερινήν εορτήν των Εγκαινίων. Συμφώνως μ' ένα των σκοπών του κατ' αυτόν Ευαγγελίου, όστις ήτο να διηγηθή εκείνα τα έργα του Χριστού εν τη Ιουδαία, και ιδίως εν Ιερουσαλήμ, τα οποία οι Συνοπτισταί είχον παραλίπει, ουδέν λέγει περί μεσολαβούσης και τελευταίας επισκέψεως εις Γαλιλαίαν, ή εκείνων των τελευταίων οδοιποριών εις Ιερουσαλήμ, περί των οποίων εν μέρει οι άλλοι Ευαγγελισταί μας παρέχωσι τόσας πληροφορίας. Και όμως ότι ο Ιησούς πρέπει να επέστρεψεν εις Γαλιλαίαν γίνεται δήλον ου μόνον εκ των άλλων Ευαγγελιστών, αλλ' εκ της θέσεως των πραγμάτων και έκ τινων παρεμπιπτόντων γεγονότων εν αυτή τη αφηγήσει του Ιωάννου.
Είνε γνωστόν ότι έν όλον μέγα τμήμα εν τω κατά Λουκάν, από κεφ. θ', 51 έως κεφ. ιη', 15, αποτελεί έν επεισόδιον, εν τη Ευαγγελική αφηγήσει του οποίου πολλά συμβάντα ιστορούνται υπ' αυτού μόνον του Ευαγγελιστού, και εν ώ αι ολίγαι μνείαι του χρόνου και του τόπου δεικνύουσι βραδείαν και πανηγυρικήν πρόοδον από Γαλιλαίας εις Ιερουσαλήμ. Μετά την εορτήν των Εγκαινίων ο Κύριος απεχώρησεν εις την Πέραν του Ιορδάνου, άχρις ου εκλήθη εκείθεν διά του θανάτου του Λαζάρου· μετά δε την έγερσιν του Λαζάρου, έφυγεν εις Εφραΐμ· και ακολούθως μετέβη εις Βηθανίαν, έξ ημέρας προ του τελευταίου Πάσχα Του.
Η τελευταία αύτη επίσκεψις του Σωτήρος εις Γαλιλαίαν πρέπει να υπήρξε λίαν βραχεία, και φαίνεται να μη είχεν άλλο αντικείμενον ειμή την προπαρασκευήν διά την αποστολήν των Εβδομήκοντα, και τον εγκαινισμόν της οριστικής προκηρύξεως της βασιλείας του Χριστού καθ' όλον εκείνο το μέρος της Αγίας Γης, το οποίον υπήρξε μέχρι τούδε ολιγώτερον εξωκειωμένον προς τους λόγους και τα έργα Του. Αι οδηγίαι Του προς τους Εβδομήκοντα Αποστόλους εμπεριείχον τον τελευταίον αποχαιρετισμόν Του προς την Γαλιλαίαν, και η παροχή των οδηγιών εκείνων ίσως συνέπεσε χρονικώς με την αναχώρησίν Του. Αλλ' υπάρχουσι δύο άλλα συμβεβηκότα αναγραφόμενα εν τω ιγ' κεφαλαίω, τα οποία δυνατόν ν' ανήκωσιν εις την αυτήν βραχείαν διατριβήν, ήτοι το άγελμα περί σφαγής εν Γαλιλαία, και το μήνυμα όπερ ο Χριστός έλαβε περί των σχεδίων του Ηρώδου κατά της ζωής Του.
Η κατοικία του Ιησού κατά τας ολίγας ταύτας ημέρας φυσικά πρέπει να ήτο εις Καπερναούμ «Την ιδίαν πόλιν»· ενώ δε ητοιμάζετο εκεί προς πάνδημον αναχώρησιν, μέλλουσαν να μη έχη επιστροφήν, ήλθόν τινες και ανήγγειλαν Αυτώ νέας ταραχάς εξ εκείνων, οποίαι συχνά συνέβαιναν επί της πραιτωρείας Ποντίου Πιλάτου. Και ότι ολίγοι φιλοτάραχοι ζηλωταί πρέπει να κατεκόπησαν εις Ιερουσαλήμ υπό της ρωμαϊκής κουστωδίας, ήτο εις τους ταραχώδους εκείνους καιρούς γεγονός συνηθέστατον. Ο εύφλεκτος φανατισμός των Ιουδαίων κατά την εποχήν ταύτην, αι ανήσυχοι ελπίδες αίτινες συχνά τους εξήγειρον εις μανίαν εναντίον του Ρωμαίου άρχοντος, και αίτινες τους καθίστων έτοιμα θύματα παντός ψευδούς Μεσσίου, είχον καταστήσει αναγκαίαν την κατασκευήν του Πύργου της Αντωνίας, του ρίπτοντος την απειλητικήν σκιάν του επ' αυτού του Ναού. Ο Πύργος συνεκοινώνει με τον Ναόν διά κλιμάκων και βαθμίδων, ώστε οι Ρωμαίοι στρατιώται να δύνανται να τρέχωσι παραχρήμα, και καταστέλλωσι πάσαν έκρηξιν ταραχών συνήθη κατά τας εορτάς, όπως και τώρα συμβαίνει (9). Και εξ όλων των Ιουδαίων, οι Γαλιλαίοι, επειδή ήσαν οι πλέον εμπαθώς ευερέπιστοι, υπέκειντο υπέρ πάντας τούς άλλους εις κακοπαθείας εκ τοιούτων συγκρούσεων. Το δεινότερον το οποίον κατέπληξε τους αφηγητάς, δεν ήτο τόσον η σφαγή, όσον η περίπτωσις ότι το αίμα των σφαγέντων εν Ιερουσαλήμ Γαλιλαίων ανεμίχθη με το αίμα των ιερείων, των θυομένων εν τω Ναώ. Και οι κομίσαντες την είδησιν προς τον Ιησούν είχον, φαίνεται, μεγάλην φιλοπραγμοσύνην να μάθουν τίνα πρέπει να ήταν τα εγκλήματα, τα οποία επήνεγκον τόσον τραγικόν το τέλος των προσκυνητών εκείνων.
«Νομίζετε, είπεν ο Κύριος, ότι οι Γαλιλαίοι ούτοι ήσαν αμαρτωλοί παρά πάντας τους Γαλιλαίους, όπως τοιαύτα πάθωσι; Σας λέγω, όχι· αλλ' εάν μη μετανοήσητε, όλοι ομοίως θ' απολεσθήτε». Και τότε ανέμνησεν αυτούς άλλο πρόσφατον παράδειγμα αιφνιδίου θανάτου, ότε ο Πύργος του Σιλωάμ πεσών κατεθρυμμάτισε δέκα και οκτώ ανθρώπους τυχόντας εκεί. Και τους είπεν ότι, όχι μόνον εκείνοι οι ταλαίπωροι δεν ήσαν εκτάκτως κακοποιοί, αλλ' όλοι, εάν μη μετανοήσωσιν, όμοιον όλεθρον θα πάθωσιν. Αναμφιβόλως ο Ιησούς ήθελε να διδάξη το μάθημα, ότι τα δυστυχήματα της ζωής εις όλους τους αμαρτωλούς κατά τόπους και χρόνους συμβαίνουσιν, αλλ' εκτός τούτου όλοι θα λάβωσιν εν καιρώ κατά τα έργα αυτών. Αλλ' οι λόγοι του είχον και ιδιαιτέραν προφητικήν έννοιαν και το ξίφος του Τίτου έμελλε να θερίση, μετ' ολίγας ενιαυτών δεκάδας, την γενεάν των θεοκτόνων και τα τέκνα αυτών.
Όσον βραχεία και αν ήτο η διατριβή του Ιησού εις την παλαιάν κατοικίαν Του, οι εχθροί Του ηνυπομόνουν να την καταστήσωσιν έτι βραχυτέραν. Εφοβούντο, είχον βαρυνθή τον Κύριον της Ζωής. Αλλ' όμως δεν ετόλμων φανερά να ομολογήσωσι τα αισθήματά των. Οι Φαρισαίοι ήλθον προς Αυτόν εν επιπλάστω μερίμνη περί της ασφαλείας Του, και είπον: «Έξελθε, και αναχώρησον εντεύθεν· ότι Ηρώδης ζητεί αποκτείναί Σε».
Αλλ' η απάντησις του Ιησού ήτο υπερόχως ατάραχος: «Πορευθέντες είπατε τη αλώπεκι ταύτη, ιδού, Εγώ εκβάλλω δαιμόνια και εργάζομαι ιάσεις σήμερον και αύριον, και τη τρίτη τελειούμαι». Και είτα προσθέτει εν πλήρει εμπιστοσύνη ασφαλείας μεμιγμένη μετ' ειρωνείας πικράς, «Αλλά πορευθήσομαι εις την οδόν Μου σήμερον, και αύριον και την ημέραν την επομένην· ότι ουκ εστι Προφήτην έξω της Ιερουσαλήμ αποκτανθήναι». Και ίσως κατά την θλιβεράν ταύτην κρίσιν να εταλάνισεν, ως και ύστερον, την πόλιν την ερυθράν εκ του αίματος των προφητών — ω, πόσον θαυμασίως η προφητεία εκείνη επληρώθη! Πόσον δε τρυφερά είνε η εικών της όρνιθος επισυναγούσης τους νεοσσούς υπό τας πτέρυγας αυτής — «και ουκ ηθελήσατε. Ιδού αφίεται υμίν ο οίκος υμών έρημος».
Η μικρά σκευωρία των Φαρισαίων τούτων απέτυχεν. Είτε ο Ηρώδης πράγματι έτρεφεν αόριστον σκοπόν να θανατώση τον Ιησούν, καθώς είχε θανατώσει τον συγγενή Αυτώ Ιωάννην, είτε η φήμη ήτο απλή επίνοια, ο Ιησούς την εθεώρησε μετ' αδιαφορίας. Ό,τι και αν εσχεδίαζεν ο Ηρώδης, η ιδία Αυτού πρόθεσις ήτο να συμπληρώση την βραχείαν διατριβήν Του εν Γαλιλαία εις τον πρέποντα καιρόν και όχι πρότερον. Μία ή δύο ημέρας έμενον έτι εις Αυτόν, καθ' ας θα εξηκολούθει να εκτελή τα έργα του ελέους Του επί πάντας τους ζυτούντας Αυτόν· μετά τούτο, ο χρόνος θα ήρχετο ότε θα ανεχώρει διά τελευταίαν φοράν από τον τόπον ένθα διήλθε την νεότητά Του, και θα έστρεφε το πρόσωπόν του ευσταθώς προς την Ιερουσαλήμ. Έως τότε, (ούτω πρέπει να είπωσι προς τον πανούργον κύριον των μεθ' ου αυτοί ωμοίαζον) ήτο υπό προστασίαν και άσυλον, το οποίον ούτε η πονηρία αυτών ούτε η σκληρότης του αυθέντου των ηδύνατο να παραβιάση.
Και αξίως απένειμεν εις Ηρώδην τον Αντίπαν την μόνην λέξιν της αμιγούς περιφρονήσεως, ήτις μνημονεύεται ότι διήλθέ ποτε τα χείλη Του. Εάν ποτε υπήρξεν άνθρωπος άξιος περισσής και δαψιλούς περιφρονήσεως, ούτος ήτο ο φαύλος και επίορκος ηγεμονίσκος, ο κίβδηλος προς την θρησκείαν, κίβδηλος προς το έθνος του, κίβδηλος προς τους φίλους, κίβδηλος προς τους αδελφούς του, κίβδηλος προς την γυναίκα του, εις τον οποίον ο Ιησούς έδωκε το όνομα «η αλώπηξ αύτη». Αι απάνθρωποι κακίαι των Καισάρων αντανεκλώντο εις τους μικρούς τούτους Νερωνίσκους και Καλιγουλίσκους των επαρχιών, εις τους επιχωρίους τούτους τυράννους, τους ημιιδουμαίους και ημισαμαρείτας, οίτινες επιθήκιζον την χειρίστην διαφθοράν του Καισαρισμού εις ον ώφειλον αυτήν την ύπαρξίν των.
Αν η «αλώπηξ αύτη» ήκουσέ ποτε τον τρόπον καθ' ον τον εχαρακτήρισεν ο Κύριος αγνοούμεν. Εν τη ζωή δεν συνηντήθησαν ειμή την πρωίαν της Σταυρώσεως, ότε ο Αντίπας εξέσπασε κατά του Ιησού τους χλευασμούς του. Αλλά νυν ο Ιησούς συνεπλήρωσε το τελευταίον έργον Του εν Γαλιλαία. Συνεκάλεσε τους οπαδούς Του, και εξ αυτών εξέλεξεν εβδομήκοντα όπως προετοιμάσωσι την οδόν Του. Ο αριθμός των ήτο πιθανώς συμβολικός (λέγουσί τινες ότι αντεστοίχουν εις τα εβδομήκοντα έθνη, εις όσα ο κόσμος διηρέθη, ως λέγεται, κατά την σύγχυσιν των γλωσσών εν τω Πύργω της Βαβέλ), και η αποστολή τοσούτων όπως απέλθωσι προ Αυτού ανά δύο και δύο, και προπαρασκευάσωσι διά την άφιξίν Του εις πάσαν πόλιν ην προυτίθετο να επισκεφθή, υποδηλοί διά την τελευταίαν ταύτην πορείαν άπειρον δημοσιότητα. Αι οδηγίαι όπως έδωκεν αυτοίς πολύ ωμοίαζον μ' εκείνας ας είχε δώσει προς τους Δώδεκα· και διαφέρουσι μόνον κατά την βραχύτητα, επειδή αναφέρονται εις μάλλον παροδικόν διακόνημα. Παρέλιπε τον νυν περιττόν περιορισμόν περί μη επισκέψεως των εθνικών και των Σαμαρειτών· και ίσως απένειμεν αυτοίς ολιγώτερον δαψιλή την θαυματουργόν δύναμιν. Η απαγόρευσις του προσαγορεύειν τινά καθ' οδόν είνε παροιμιώδης περί πάσης εσπευσμένης αποστολής, και προήρχετο εκ τούτου, ότι οι χαιρετισμοί των Ασιανών είνε πολύ μακρότεροι και διεξοδικώτεροι από τους παρ' ημίν συνήθεις. Αι οδηγίαι Του αποπνέουσι προσέτι θλιβερώτερον τόνον, εμπνεόμενον από την πείραν της συνεχούς απορρίψεως.
Και τώρα ήλθεν ο καιρός δι' Αυτόν ν' αναχωρήση, και ν' αναχωρήση εν θλίψει. Άφηνεν εν τούτοις πιστάς τινας καρδίας όπισθέν του, αλλά πόσον ολίγας! Η Γαλιλαία Τον είχεν απορρίψει, ως η Ιουδαία τον απέρριψεν. Επί της μιας όχθης της λίμνης ην ηγάπα, όλος ο όχλος Τον είχε παρακαλέσει ν' αναχωρήση από τα μέρη των· επί της ετέρας, μάτην είχον προσπαθήσει να πικράνωσι τας τελευταίας παρ' αυτοίς ημέρας Του δι' αθλίας σκευωρίας όπως τον τρομάξωσι να φύγη. Εις Ναζαρέτ, την τερπνήν ορεινήν κώμην των παιδικών ημερών Του, εις Ναζαρέτ, την πλήρη από τας αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας Του και της εστίας της πανάγνου Μητρός Του, είχον ζητήσει να τον κατακρημνίσωσιν από την οφρύν του βουνού. Και εις Χοραζίν, εις Καπερναούμ, και εις Βηθσαϊδά, επί των παραδεισίων εκείνων οχθών της αργυράς λίμνης, εις την τερπνοτάτην πρασίνην πεδιάδα, της οποίας πάντα αγρόν είχε διέλθη μετά των Αποστόλων Του, εκτελών έργα ελέους και εκφέρων λόγους αγάπης, κ' εκεί ακόμη έστεργον τους κεκονιαμένους τάφους της Φαρισαϊκής σεμνοπροσωπίας, και τους κενούς τύπους της λευιτικής παροδόσεως, καλλίτερον παρά το φως και την ζωήν ήτις προσεφέρετο αυτοίς υπό του Υιού του Θεού. Ετρέφοντο με σποδόν· και η καρδία των πλανηθείσα διέστρεψεν αυτούς. Εις πολλάς μεγάλας πόλεις της αρχαιότητος, εις την Νινευή και την Βαβυλώνα, εις την Τύρον και την Σιδώνα, επί των Σοδόμων και της Γομόρρας είχεν επιπέσει η οργή του Θεού· αλλά και αυτή η Νινευή και η Βαβυλών θα εταπείνουν τας πομπώδεις ειδωλολατρείας των, αυτή η Τύρος και Σιδών θα επεστρέφοντο εκ των αρπακτικών ματαιοτήτων των, αυτά τα Σόδομα και η Γόμορρα θα μετενόουν από των ρυπαρών ακαθαρσιών των, εάν είχον ιδεί τα κραταιά έργα τα γενόμενα εις τας πολίχνας ταύτας και τας κώμας της θαλάσσης της Γαλιλαίας. Και διά τούτο, Ουαί σοι, Χοραζίν! ουαί σοι, Βηθσαϊδά! και εις σε, Καπερναούμ, την «ιδίαν πόλιν» Του, ουαί και τρις ουαί!
Με τοιούτους στοχασμούς εν τη καρδία, και τοιαύτας λέξεις εις τα χείλη Του, απεχώρησεν από της σκηνής του απορριφθέντος κηρύγματός Του· και επί πάσαν την χώραν ταύτην, και μάλιστα επί του μέρους εκείνου, το ουαί έπεσε. Εκλεκτή ακόμη την καλλονήν, είνε έρημος και κινδυνώδης την κατάστασιν. Τα πετεινά του ουρανού κελαδούσιν ακόμη εκεί, και οι ρύακες ρέουσι, και η γη χλοάζει· αλλ' αι άμπελοι και οι κήποι εξέλιπον, οι στολίσκοι και τα αλιευτικά πλοιάρια έπαυσαν να διασχίζωσι την λίμνην, ο βόμβος ο ανθρώπινος και η τύρβη εσίγησε. Τα ονόματα και αι τοποθεσίαι των πόλεων ελησμονήθησαν. Ερημικός φοίνιξ πλησίον σειράς τινος καλυβών σημειοί τον τόπον και αναμιμνήσκει το όνομα της πολίχνης, όπου έζη η μετανοούσα εκείνη αμαρτωλός, ήτις ένιψέ ποτε του Χριστού τους πόδας διά των δακρύων της και απέμαξεν αυτούς διά των τριχών της κεφαλής της.
Και η γενεά ήτις Τον απέρριψιν, ήτο καταδικασμένη ν' αναπολήση εν αγωνία τας μακαρίας εκείνας ημέρας της επί γης παρουσίας του Υιού του Θεού. Τριάκοντα έτη μόλις παρήλθον, και ο τυφών της Ρωμαϊκής εισβολής ενέσκηψεν επί την τερπνήν εκείνην χώραν. Και όστις θέλη, ας αναγνώση εις τον Ιώσηπον τας φρικωδεστάτας λεπτομερείας των ανηκούστων εκείνων συμφορών, αίτινες επανειλημμένως απέσπασαν από του Εβραίου ιστορικού την ομολογίαν, ότι, αναντιρρήτως, ο Θεός ήτο όστις έφερε τους Ρωμαίους διά να τιμωρήσωσι τους Γαλιλαίους. Εκ των χιλιάδων εκείνων των σφαγέντων εντός της λίμνης, εκ των χιλιάδων και μυριάδων των σφαγέντων ανά την χώραν, εκ των χιλιάδων των σταλέντων να βοηθήσωσι τον Νέρωνα εις την διόρυξιν του Ισθμού του Άθω, εκ των μυριάδων των εξανδραποδισθέντων και ως δούλων πραθέντων, πόσοι άρα ήσαν οίτινες να ενθυμήθησαν τότε Εκείνον ον απώθησαν, και ν' ανεπόλησαν ότι το τέλος των χαριτοβρύτων λόγων όσα εξήλθον εκ του στόματός Του ήτο εκείνο το ο υ α ί, το οποίον η σκληροτραχηλία των προυκάλεσε!
Δεν ηδύναντο ειμή να είνε θλίψις εις τοιαύτην αναχώρησιν από τοιαύτης σκηνογραφίας. Και όμως το θείον πνεύμα του Ιησού δεν ηδύνατο επί μακρόν να κυριεύηται υπό καταναλισκούσης θλίψεως. «Εν εκείνη τη ώρα ηγαλλιάσατο ο Ιησούς τω πνεύματι». Και είπεν. «Εξομολογούμαι Σοι, Πάτερ, ότι απέκρυψας ταύτα από σοφών και συνετών, και απεκάλυψας αυτά νηπίοις· ναι, ο Πατήρ, ότι ούτως εγένετο ευδοκία έμπροσθέν Σου». Και τότε, εν αυτή τη ώρα της χαρμονής και της εκστάσεως, εξεστόμισε τας τρυφερωτάτας εκείνας λέξεις τας εξενεχθείσας ποτέ εν γλώσση ανθρωπινή, ως πρόσκλησιν του Θεού προς τα τέκνα Του εν τη πασχούση οικογενεία της ανθρωπότητος, «Δεύτε προς Με οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι, καγώ αναπαύσω υμάς. Άρατε τον ζυγόν Μου εφ' υμάς, και μάθετε απ' Εμού ότι πράος ειμι, και ταπεινός τη καρδία, και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών».
Και αν η αληθής χαρά πρέπει να είνε αυστηρά και αγνή και αμιγής και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού. Τους προέτρεψε δε μάλλον διότι τα ονόματά των ενεγράφησαν εν τοις ουρανοίς.
Προσέτι δε εχάρη τω πνεύματι διότι απορριφθείς υπό των Γραμματέων και Φαρισαίων, ηγαπάτο και ελατρεύετο υπό τελωνών και αμαρτωλών. Οι πτωχοί τους οποίους ευηγγελίζετο, οι τυφλοί ων τους οφθαλμούς είχεν έλθη ν' ανοίξη, οι ασθενείς τους οποίους είχεν έλθει ν' ιατρεύση, οι απολωλότες τους οποίους αποστολήν είχε να ζητήση και να σώση, όλοι ούτοι συνέρρεον μετ' εγκαρδίου ευγνωμοσύνης προς τον Καλόν Ποιμένα, τον Μέγαν Ιατρόν. Οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι, ως συνήθως, εγόγγυζον, αλλά τι τούτο προς τους χαίροντας ακροατάς; Προς τους κοπιώντας και πεφορτισμένους ελάλει εν πάση ποικίλη μορφή ελπίδος, ευλογίας και παραμυθίας. Διά της παραβολής της Πτωχής Χήρας τους εδίδαξε το χρέος της πίστεως και το βέβαιον της αμοιβής εις την άπαυστον και ένθερμον προσευχήν. Διά της παραβολής του αλαζόνος, ευυπολήπτου, νηστεύοντος, ελεούντος, αυτάρκους Φαρισαίου, όστις ανελθών ίνα προσευχηθή εις το Ιερόν, απήλθεν οίκαδε ολιγώτερον δεδικαιωμένος ή ο ταλαίπωρος Τελώνης, όστις μίαν μόνον κραυγήν εξέπεμπεν ενώ ίστατο τύπτων το στήθος και ταπεινών τους οφθαλμούς, τους εδίδαξεν ότι ο Θεός καλλίτερον αγαπά την εν ταπεινώσει μετάνοιαν ή την κομπάζουσαν αγαθοεργίαν, και ότι πνεύμα συντετριμμένον και καρδία τεταπεινωμένη είνε κρείττων θυσία εις τον Θεόν. Ου μόνον δε τούτο, αλλά τους έκαμε να αισθανθώσιν ότι είνε προσφιλείς τω Θεώ, ότι, καίτοι πλανώμενα τέκνα, είνε τέκνα Του. Και διά τούτο εις τας παραβολάς του Απολωλότος προβάτου και της Απολομένης Δραχμής επιπροσέθηκε την του Ασώτου υιού.
Είπον ήδη ολίγα περί της παραβολής ταύτης, αλλά θα μοι συγχωρηθή να προσθέσω ενταύθα ότι, ουδέποτε βεβαίως εν τη ανθρωπίνη γλώσση τοσούτος και τοιούτος θησαυρός, ή μάλλον κόσμος ολόκληρος αγάπης, σοφίας και τρυφερότητος συνεπτύχθη εις τόσον ολίγας αθανάτους λέξεις. Εκάστη γραμμή, εκάστη απόχρωσις της εικόνος είνε έμπλεως υπερφυούς καλλονής. Η τολμηρά και κενόδοξος απαίτησις του πτωχού νέου δι' ό,τι θα ηδύνατο ν' απολαύση εκ της ζωής, η από της πατρώας οικίας αναχώρησις, η εις μακράν χώραν αποδημία, ο βραχύς σπασμός της απολαύσεως εκεί, ο ισχυρός λιμός εν τη χώρα εκείνη, η πρόωρος εξάντλησις παντός ό,τι θα ηδύνατο να καταστήση την ζωήν ευγενή και αγαστήν, η επακολουθήσασα άβυσσος του εξευτελισμού και της πτωχείας, η περιφρονητική ολιγωρία την οποίαν ηναγκάζετο να υποφέρη παρά των πολιτών της χώρας την οποίαν είχε προκρίνει της ιδίας πατρίδος του, το πώς ήλθεν εις εαυτόν και ανελογίσθη παν ό,τι είχεν αφήσει οπίσω του, η επάνοδος η εν συντριβή καρδίας και εν ταπεινώσει και μετανοία, το πώς ο πατήρ του τον είδε μακρόθεν και πώς κατενύγη και ευσπλαγχνίσθη επί τον πτωχόν τούτον άσωτον, η θορυβώδης χαρά της όλης οικίας επ' αυτώ όστις ήτο αγαπητός και απολωλώς και είχεν επανέλθη νυν εις την εστίαν, η άδικος ζηλοτυπία και το ευτελές παράπονον του πρεσβυτέρου υιού, και τέλος η κατακλείς εκείνη της παραβολής, ως εν υψηλή μελωδία:
«Τέκνον, συ πάντοτε μετ' εμού ει, και τα εμά πάντα σα εστι. Ευφρανθήναι δε και χαρήνει έδει, ότι ο αδελφός σου ούτος νεκρός ην και ανέζησε, και απολωλώς ην και ευρέθη»· όλα ταύτα όντως είνε θεία τις επιτομή της πλάνης του ανθρώπου και της αγάπης του Θεού, οποίαν ουδέ ους ανθρώπου ήκουσέ ποτε αλλαχού. Βάλετε από το έν μέρος της πλάστιγγος όλα όσα ο Κομφύκιος, ο Βούδδας, ο Ζωροάστρης και ο Σωκράτης έγραψαν ή είπαν, βάλετε από το άλλο μέρος μόνην την παραβολήν του Ασώτου, και θα ίδητε πού θα βαρύνη η πλάστιγξ. Η παραβολή αύτη είνε η θεία προσαρμογή εις τας ανάγκας του ανθρώπου.
Ούτως η μεγάλη πορεία επλησίαζε βαθμηδόν εις το τέρμα της. Η φοβερά επισημότης, η σκιά, ούτως ειπείν, της επερχομένης καταδίκης, το υπονοούμενον «πολύ αργά», χαρακτηρίζουσι την αφήγησιν ταύτην ην διετήρησεν ημίν μόνος ο ιερός Λουκάς. Φαίνεται ως ν' ακούωμεν απ' αρχής μέχρι τέλους έν ημιτόνιον της βαθείας εκείνης περιπαθείας την οποίαν είχεν εκφράσει ο Χριστός: «Έχω βάπτισμα βαπτισθήναι· και πώς κωλυθήσομαι έως αν πληρωθή τούτο». Ήτο λύπη δι' όλην την διακοπείσαν ειρήνην και την οργίλην αντίδρασιν την οποίαν το έργον Του θα επροκάλει επί της γης, και το αίσθημα ότι ήτο παρασκευασμένος να βαπτισθή (ήτοι να βυθισθή) εις την εκούσιον αγωνίαν της ήδη εξαναφθείσης φλογός. Και τούτο φαίνεται να εξέπληξε τα πνεύματα όλων των ακουόντων Αυτού. Ούτοι είχον προσδοκίαν, έμφοβον ή χαρμόσυνον κατά την κατάστασιν της ιδίας συνειδήσεώς των, μεγάλου τινός. Νέα τις φανέρωσις, αποκάλυψις διαλογισμών εκ καρδιών ανθρώπων, επέκειτο ήδη. Τέλος οι Φαρισαίοι έλαβον θάρρος να Τον ερωτήσωσι, «Πότε έρχεται η βασιλεία του Θεού;» Υπήρχεν ανυπομονησία και υλοφροσύγη τις, ίσως και δόσις σαρκασμού, εις το ερώτημα, ωσανεί έλεγον, «Πότε όλον το κήρυγμα και η προπαρασκευή αύτη λαμβάνει πέρας, και ο καιρός της ενεργείας έρχεται;» Η απόκρισίς Του, ως συνήθως, υπεδείκνυεν ότι η άποψίς των ήτο όλως σφαλερά. Η έλευσις της βασιλείας του Θεού δεν ηδύνατο να εξακριβωθή διά της περιέργου εκείνης επισκοπήσεως εις ην επεδίδοντο ούτοι. Ψευδόχριστοι και ψευδοδιδάσκαλοι δυνατόν να έκραζον «ίδε ώδε» και «ίδε εκεί», αλλ' η βασιλεία αύτη ήτο ήδη εν τω μέσω αυτών. Η απάντησις αύτη ήρκει διά τους Φαρισαίους, αλλά προς τους μαθητάς Του προσέθηκε ρήματα εμπερικλείοντα την πληρεστέραν εξήγησιν. Και αυτοί εντελώς δεν κατενόουν ότι η βασιλεία είχεν έλθει ήδη. Οι οφθαλμοί των ητένιζον εις τα εμπρός εν απλήστω προσδοκία ενδόξου τινός μέλλοντος· αλλ' εις το μέλλον, όσον ένδοξον και μονήρης, πόσον άφατος και άρρητος και ανεκλάλητος πρέπει να ήτο η χαρά του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού, όστις ήλθε ίνα δώση εις πάντας τους αγαπώντας Αυτόν, από του νυν και έως του αιώνος, χαράν ην «ουδείς αίρει απ' αυτών», χαράν ην ο κόσμος ούτε να δώση ούτε ν' αφαιρέση δύναται!
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'. Τα καθ' οδόν
Αγροικία των Σαμαρειτών. — Το πάθημα των Υιών της Βροντής. — Επιτίμησις του Ιησού. — Πέραν του Ιορδάνου. — Οι Δέκα Λεπροί. — Η αχαριστία. — «Οι δε εννέα πού;»
Οι Ευαγγελισταί δεν μας λέγουν την ακριβή οδόν την οποίαν έλαβεν ο Ιησούς ως απήλθε της Γενησαρέτ. Αλλ' επειδή πιθανώς απέφυγε την Ναζαρέτ, με τας βαθέως ευτυχείς και βαθέως θλιβεράς αναμνήσεις της, δυνατόν να διέβη την γέφυραν της μεσημβρινής άκρας της λίμνης, και ούτω να έφθασεν εις την πεδιάδα Εσδραελών, αφού δε διέτρεξε ταύτην, θα έφθασεν εις την σειράν των ορέων την αποτελούσαν το βορεινόν όριον της Σαμαρείας. Παρά τους πρόποδας της πρώτης ανωφερείας τούτων κείται η πολίχνη Εγγανίν, ήτοι Κρήνη Κήπων. Τούτο θα ήτο το πρώτον Σαμαρειτικόν χωρίον εις το οποίον θα έφθασε, κ' εκεί, ως φαίνεται, έστειλε δύο αποστόλους του να ετοιμάσωσι δι' Αυτόν. Κατά τους μεν οι δύο ούτοι ήσαν ο Ιάκωβος και Ιωάννης, οίτινες και θα ησθάνοντο ζωηρότερον την προσβολήν της απορρίψεώς Του. Οι κάτοικοι του χωρίου (οίτινες μέχρι της σήμερον διακρίνονται επί αφιλοξενία, κατά τας μαρτυρίας των περιηγητών) απέσχον να δεχθώσιν Αυτόν. Προηγουμένως, όταν διήλθε διά της Σαμαρείας μεταβαίνων εις τα βόρεια, εύρε τους Σαμαρείτας ου μόνον προθύμους να δεχθώσιν, αλλά φιλοτιμουμένους να παρατείνωσι την παρουσίαν Του παρ' αυτοίς, και απλήστως έχοντας όπως ακούσωσι τους λόγους Του. Αλλά τώρα αι περιστάσεις διέφερον. Πρώτον Αυτός επορεύετο νυν προς την πόλιν την οποίαν εμίσουν και τον Ναόν τον οποίον κατεφρόνουν, και δεύτερον συνοδεύετο, ουχί υπ' ολίγων Αποστόλων, αλλ' υπό μεγάλου πλήθους, οίτινες Τον προέπεμπον ως Προφήτην και Μεσσίαν. Αν το Γαριζίν και όχι η Ιερουσαλήμ ήτο το τέρμα της πορείας Του, το πράγμα πολύ θα διέφερε δι' αυτούς, αλλά τώρα εξήπτετο το μίσος των κατά των Ιουδαίων. Και αν τοιαύτα ήσαν τα αισθήματα του Εγγανίμι, δήλον κατέστη ότι κίνδυνος και ανωφελής προσπάθεια θα ήτο πάσα απόπειρα όπως διέλθη διά του κέντρου της Σαμαρείας. Ο Ιησούς άρα μετέβαλε τον δρόμον Του, και επέστρεψε πάλιν προς την κοιλάδα του Ιορδάνου. Απορριφθείς εν Γαλιλαία· αποκρουσθείς εν Σαμαρεία, άνευ γογγυσμού κατεύθυνε τα βήματά Του προς την Περαίαν.
Αλλ' η βαθεία αποθάρρυνσις η εκ της αρνήσεως ταύτης του να δεχθώσιν Αυτόν ανεμίχθη εις το πνεύμα του Ιακώβου και του Ιωάννου με σφοδράν αγανάκτησιν. Έμπλεοι λοιπόν των ελπίδων της βασιλείας του Μεσσίου, ήτις επίστευον ότι νυν ήτο εις ακμήν ν' ανακηρυχθή, οι δύο αδελφοί επεθύμησαν να ίδωσι μίαν εκδίκησιν εξ ουρανού, όπως ούτω στερεωθή, η πίστις των οπαδών, η αρξαμένη ν' αποθαρρύνεται έκ τοιαύτης αμέσου απωθήσεως. «Κύριε, θέλεις προστάξωμεν του κατελθείν πυρ εξ ουρανού, και καταναλώσαι αυτούς, ως και Ηλίας εποίησε;» Τι το άπορον, λέγει ο Άγιος Αμβρόσιος, αν οι Υιοί της Βροντής κεραυνούς επεζήτουν; Και αυτή η φλέγουσα ορμητικότης των εφαίνετο να ευρίσκη δικαιολογίαν ου μόνον εν το παραδείγματι του Ηλιού, αλλ' εν τη συγκυρία ότι το γεγονός εν αυτή τη Σαμαρεία συνέβη. Ήτο άρα αναγκαιότερον προς προσωπικήν υπεράσπισιν ενός Προφήτου ή προς διεκδίκησιν της τιμής του Μεσσίου και των συνοδών Αυτού; Αλλ' ο Ιησούς στραφείς επετίμησεν αυτοίς. Ο ουρανός του Θεού εχρησίμευε δι' άλλα πράγματα ή διά κεραυνούς. «Ουκ οίδατε υμείς, είπε, τίνος πνεύματός εστε.» Δεν είχον κατανοήσει την διαφοράν ήτις εχώριζε το Σινά και το Καρμήλιον όρος από το Θαβώρ και τον Γολγοθάν. Αυτός είχεν έλθη ίνα σώση, ουχί ίνα απολέση· και αν τινές ήκουον τους λόγους Του και δεν επίστευον, Αυτός δεν τους έκρινε. Και ούτω, χωρίς έν ρήμα οργής, απήλθεν εις άλλην κώμην· και αναντιρρήτως, ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όστις εν τω μεταξύ είχε γνωρίσει τίνος πνεύματος ήτο, ανεπόλησε τους λόγους τούτους του Χριστού, όταν συναπήλθε μετά του Πέτρου εις Σαμάρειαν, όπως στηρίξη τους προσηλύτους, και απονείμη εις αυτούς το δώρον του Αγίου Πνεύματος.
Ίσως ήτο κατά την περίστασιν ταύτην (διότι βεβαίως ουδεμία ευκαιρία θα ήτο προσφορωτέρα ή η δοθείσα εκ της ταχείας ταύτης και βαναύσου αποπομπής) ότε ο Ιησούς, στραφείς προς τα πλήθη, τα οποία Τον συνώδευον, απήγγειλε προς αυτά την ομιλίαν εν η ενοθέτει αυτά ότι όλοι όσοι θέλουν να γείνωσι μαθηταί Του οφείλουν να έλθωσι προς Αυτόν χωρίς να περιμένουν αμοιβάς επιγείους, αλλά να περιμένουν αποξένωσιν από του κόσμου και εναντίωσιν. Οφείλουν να εγκαταλίπωσιν εν ανάγκη πάντα γήινον δεσμόν, να λάβωσι δε τον σταυρόν και να Τον ακολουθήσωσι. Παράδοξος γλώσσα, της οποίας την πλήρη σημασίαν ύστερον μόνον έμαθον εκείνοι! Καλλίτερον να μη Τον ακολουθήσωσι, παρά να Τον ακολουθήσωσι χωρίς να είνε παρεσκευασμένοι εις την πλήρη θυσίαν των εγκοσμίων. «Ουδείς δύναται Θεώ λατρεύειν και Μαμμωνά».
Επειδή και η Γαλιλαία και η Σαμάρεια εκλείσθησαν ήδη εις Αυτόν, εξηκολούθησε τον δρόμον Του εις την Πέραν του Ιορδάνου χώραν. Εκεί συγκινητικώτατον γεγονός συνέβη. Εις τα περίχωρα μιας κώμης, θλιβερά, παραπονετική κραυγή έπληξε τα ώτα Του, και αναβλέψας είδε δέκα ανθρώπους λεπρούς, ηνωμένους εν κοινότητι θανασίμου ταλαιπωρίας. Ούτοι ευρίσκοντο μακράν έξω, διότι δεν ετόλμων να πλησιάσωσιν, επειδή η προσέγγισίς των ήτο μίασμα, και ήσαν υπόχρεοι να ειδοποιώσιν όλους τους πλησίον ερχομένους, διά της σπαραξικαρδίου κραυγής. Τ α μ έ, Τ α μ έ! (Ακάθαρτος! ακάθαρτος!) Ενυπήρχέ τι εις τον ζωντανόν εκείνον θάνατον της λεπρότητος, το οποίον πάντοτε φαίνεται ότι εκίνει την καρδίαν του Κυρίου εν ακαρεί εις συμπάθειαν. Και ποτέ τούτο δεν συνέβη ζωηρότερον παρά τώρα. Μόλις ήκουσε την ελεεινήν κραυγήν των, «Ιησού, Διδάσκαλε, σπλαγχνίσθητι εφ' ημάς»» και, χωρίς να σταματήση σχεδόν ή να τους πλησιάση εγγύτερον, έκραξε μεγαλοφώνως προς αυτούς. «Υπάγετε, δείξατε εαυτούς τοις ιερεύσι». Εκείνοι εγνώριζον την σημασίαν του προστάγματος τούτου, εγνώριζον ότι τους παρήγγελλε να τρέξουν να ζητήσουν από τον ιερέα την αναγνώρισιν της ιάσεώς των, εις πίστωσιν της επανορθώσεώς των εις παν έθος και προνόμιον του ανθρωπίνου βίου. Ήδη εις τον ήχον της κραταιάς εκείνης φωνής, ησθάνθησαν ρεύμα υγιούς ζωής, ανακτηθείσης ρώμης, και καθαρωτέρου αίματος σφύζοντος εις τας φλέβας των και καθώς εβάδιζον ήσαν καθαρισμένοι ήδη.
Φοβερώτατον δεινόν είνε η νόσος εκείνη, και άμετρος ήτο η ευεργεσία η γενομένη υπό του Χριστού εις εκείνους τους πάσχοντας. Θα ενόμιζέ τις ότι ούτοι θα έτρεχον υπερνικώντες παν πρόσκομμα όπως πέσωσιν εις τους πόδας του ιατήρος και Τον ευχαριστήσωσι. Ποία άρα ιδιοτέλεια, ποία Ιουδαϊκή κενοδοξία, ποία ιερατική επέμβασις, ποία νέα και χειροτέρα λέπρα αισχράς αχαριστίας, τους παρεκώλυσεν; Αγνοούμεν. Γνωρίζομεν μόνον ότι εκ δέκα θεραπευθέντων, είς μόνος επέστρεψε, και ούτος Σαμαρείτης. Παρά τα μεθόρια των δύο χωρών είχον συναθροισθή, ως ο αφρός εις τα όρια του κύματος και της άμμου, η αθλιότης αμφοτέρων· αλλ' ενώ οι εννέα Ιουδαίοι υπήρξαν ατίμως αχάριστοι, ο είς, ο Σαμαρείτης, υπέστρεψεν και μεγάλη τη φωνή εδόξασε τον Θεόν, και έπεσε παρά τους πόδας Αυτού, ευχαριστών Αυτώ. Η καρδία του Ιησού, καίτοι εξοικειωθείσα προς την αχαριστίαν, πάλιν συνεκινήθη υπό του καταφώρου τούτου δείγματος. «Ουχί οι δέκα εκαθαρίσθησαν, (ηρώτησεν εν οδυνηρά εκπλήξει), οι δε εννέα, πού; Ουχ ευρέθη ο αποδώσων δόξαν τω Θεώ, ειμή ο αλλογενής ούτος;» Ήτο ως να έπιπτον όλαι αι ευεργεσίαι αύται εις βαθύν σιγηλόν τάφον. Η φωνή της ταλαιπωρίας των είχεν εξεγείρει εν ακαρεί την ηχώ του ελέους Του· αλλά η θαυματουργός ευποιία των οικτιρμών Του, καίτοι διαπερώσα αυτήν την φυσικήν ύπαρξίν των, δεν διήγειρεν ευγνωμοσύνην εις τας γηίνους και λεπράς καρδίας των.
Ουχ ήττον ο αλλογενής ούτος δεν επέστρεψεν εις μάτην, ουδέ θα μείνη η σπανία αρετή της ευγνωμοσύνης του αβράβευτος. Όχι το σώμα του μόνον, αλλ' η ψυχή Του έμελλε να καθαρισθή διά των λόγων του Σωτήρος:
«Εγερθείς πορεύου· η πίστις σου σέσωκέ σε».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'. Διδασκαλίαι καθ’ οδόν
Συζητήσεις περί Σαββάτου. — Η Χαμαί Συγκύπτουσα. — Ο υδρωπικός. — Αυτάρκεια των Φαρισαίων. — Έριδες περί πρωτοκαθεδρίας. — Η παραβολή του Δείπνου του Γάμου. — Φιλαργυρία των Φαρισαίων. — Ο Πλούσιος και ο Λάζαρος. — Ο Καλός Σαμαρείτης. — Επάνοδος των Εβδομήκοντα. — Το πτώμα και οι Αετοί.
Και κατά την τελευταίαν ταύτην οδοιπορίαν, ο Κύριος δεν διέφυγε τους ελέγχους, την αντίδρασιν, τας ενστάσεις, ενί λόγω τον Φαρισαϊσμόν των Φαρισαίων και των ομοίων ταυτοίς. Αι περιστάσεις αίτινες τους παρώργιζον εναντίον Του ήσαν αι αυταί οποίαι είχον υπάρξει καθ' όλον το στάδιόν Του — ακριβώς εκείναι, καθ' ας το παράδειγμά Του ήτο υψηλότατον και η διδασκαλία Του ευεργετικωτάτη — τουτέστιν η εκτέλεσις εν Σαββάτω έργων ελέους, και η μετά τελωνών και αμαρτωλών αναστροφή.
Μία των Σαββατικών συζητήσεων συνέβη έν τινι Συναγωγή. Ο Ιησούς φαίνεται ότι σπανίως εισήλθεν εις Συναγωγάς κατά την περίοδον ταύτην. Την ημέραν ταύτην εκάθητο μεταξύ των άλλων εν τη Συναγωγή μία πτωχή γυνή, ήτις επί δεκαοκτώ έτη, ήτο χαμαί συγκύπτουσα, υπό πνεύματος ασθενείας. Η συμπαθής καρδία του Ιησού δεν ηδύνατο να παρίδη την άφωνον επίκλησιν της παρουσίας της. Την εκάλεσε προς Εαυτόν, και ειπών αυτή. «Γύναι, απολέλυσαι από της ασθενείας σου», επέθηκεν επ' αυτήν τας χείρας. Πάραυτα ησθάνθη το θαυματουργόν αποτέλεσμα, και ο κορμός της εδυναμώθη και ανωρθώθη, και ήρχισε να ευχαριστή τω Θεώ.
Αλλ' αι ευχαριστίαι της διεκόπησαν διά της αμαθείας και της αγανακτήσεως του αρχισυναγώγου. Εκεί, προ των οφθαλμών του, και χωρίς να ζητήση την άδειαν αυτού, όστις ήτο ο άρχων της Συναγωγής, μία γυνή, έν μέλος της Συναγωγής του, είχε την αυθάδειαν να θεραπευθή! Οπλισθείς με τα ευνοούμενα ρητά του, και εν πάση τη σοβαρότητι της επισήμου υποκρισίας, εγείρεται και επιτιμά το όλως αθώον πλήθος, λέγων ότι ήτο βεβήλωσις του Σαββάτου το να θεραπεύωνται κατά την ιεράν ταύτην ημέραν, ενώ ηδύναντο πολύ καλά να θεραπεύωνται εν πάση άλλη εκ των έξ ημερών της εβδομάδος! Βεβαίως η επιτίμησίς του ουδέν άλλο ηδύνατο να σημαίνη ειμή ότι, «εάν τις θέλη να σας ιατρεύση εν ημέρα Σαββάτου, οφείλετε ν' αποποιηθήτε τούτο», ή άλλως, «σεις οι ασθενείς μη έρχεσθε εις την Συναγωγήν το Σάββατον, μη τυχόν ευρεθή τις και σας ιατρεύση». Και τας παρατηρήσεις ταύτας δεν έχει ούτε το θάρρος ν' απευθύνη προς τον Ιησούν Αυτόν, ούτε την ειλικρίνειαν ν' απευθύνη προς την πτωχήν θεραπευθείσαν γυναίκα, αλλά τας απευθύνει προς τους πολλούς οίτινες υπήρξαν απλοί θεαταί!
Όλη η σειρά των Ευαγγελίων δεν μας διηγείται άλλο παράδειγμα τόσον αλόγου επεμβάσεως. Και ο πλάγιος και ύπουλος τρόπος του προυκάλεσε την έκφρασιν της αγανακτήσεως του Κυρίου, ειπόντος, «Υ π ο κ ρ ι τ ά!» Ο Ιησούς πολλάκις είχε δείξει εις τους Φαρισαίους του έθνους Του ότι αι σκέψεις των περί του Σαββάτου το υπεβίβαζον από θείου ευεργετήματος εις απαίσιον δουλείαν. Προς τους Ραββίνους της Ιερουσαλήμ είχε δικαιολογήσει Εαυτόν δι' εκκλήσεως εις τον ίδιον χαρακτήρα και την εξουσίαν Του, ως υπεστηρίχθη αύτη διά της τριπλής μαρτυρίας Ιωάννου του Βαπτιστού, των Γραφών, και Αυτού του Πατρός, όστις εμαρτύρει περί Αυτού διά της εξουσίας ην είχε δώσει Αυτώ. Προς τους Φαρισαίους της Γαλιλαίας είχεν αναφέρει τα άμεσα προηγούμενα της Γραφής, ή είχεν απευθύνει έκκλησιν βασιζομένην επί του κοινού αισθήματος και της δυνάμεως της διορατικότητός των. Αλλ' η αμβλυτέρα και ολιγώτερον ησκημένη διάνοια των κατοίκων τούτων της Περαίας χώρας δυνατόν να μη εννόει ή την ουσιώδη αγάπην και ελευθερίαν την οποίαν εμπεριέχει ο δεσμός του Σαββάτου, ή την υπερτέραν εξουσίαν του Χριστού ως Κυρίου του Σαββάτου. Ήτο κανείς εξ αυτών όστις θ' άφηνε την βουν του, ή την όνον του να διψά, και δεν θα την έλυε να υπάγη εις την βρύσιν να την ποτίση εν ημέρα Σαββάτου; Ταύτην δε, θυγατέρα Αβραάμ ούσαν, την οποίαν είχε δέσει ο Σατανάς επί έτη δεκαοχτώ, δεν έπρεπε να την λύση εν ημέρα Σαββάτου ο των ψυχών και των σωμάτων Ιατρός; Προς το επιχείρημα τούτο του Χριστού ησχύνθησαν οι Αντίπαλοι, και εχάρη ο λαός διά τα έργα του ελέους τα δαψιλευόμενα προς χάριν του.
Θα ηδύναντο ίσως να είπωσιν. Αφού ήτο δεδεμένη επί δεκαοκτώ έτη, βεβαίως θα ημπορούσε να περιμένη μίαν ημέραν περισσότερον. Αλλ' όστις αγαπά τον πλησίον του ως εαυτόν οφείλει μάλλον να είπη: Όχι, ούτε στιγμήν περισσότερον πρέπει να υποφέρη, αφού δύναμαι τώρα να τον βοηθήσω!
Και άλλο συμβεβηκός μνημονεύεται, το οποίον έδωκεν αφορμήν εις συζητήσεις περί του Σαββάτου. Έν των Σαββάτων εκλήθη ο Ιησούς εις την οικίαν άρχοντός τινος των Φαρισαίων. Η πρόσκλησις είνε γείνη και πάλιν εκ φιλοπραγμοσύνης ή εκ κακοβουλίας. Καθ' όλον το γεύμα επετηρείτο υπό εχθρικού και εταστικού πνεύματος. Οι Φαρισαίοι εξετέλουν μετά παραδειγματικής επιμελείας το έργον της θρησκευτικής κατασκοπείας. Μεταξύ των απροσκλήτων επισκεπτών οίτινες, κατά τον ανατολικόν τρόπον, ίσταντο κατά την διάρκειαν του δείπνου και έβλεπον (καθώς μέχρι της σήμερον συμβαίνει) ήτο άνθρωπός τις πάσχων εξ υδρωπικίας. Φαίνεται δε ότι ετοποθετήθη εκεί επίτηδες φαρισαϊκή βουλή ή όπως δοκιμασθή η προθυμία του Χριστού εις το σεβασθήναι τας Σαββατικάς προλήψεις των, ή όπως αποτύχη (!) η θαυματουργική Του δύναμις εις το ιάσασθαι νόσον μάλλον πεπαλαιωμένην και ολιγώτερον ευχείρωτον ή πάσαν άλλην. Αλλ' ο Ιησούς προέλαβε τας πανούργους μηχανορραφίας της φαρισαϊκής πανδαισίας, και ηρώτησεν αυτούς το απλούν ερώτημα:
«Έστι νόμιμον θεραπεύειν εν Σαββάτω;»
Δεν ήθελον να είπωσι Ναι, αλλά δεν ετόλμων να είπωσιν όχι. Η σιωπή των άρα ήτο η πλήρης δικαιολογία Του. Η ερώτησίς Του και η ανικανότης των εις το ν' απαντήσωσι ήτο απόλυτος έκβασις της διαμάχης υπέρ Αυτού. Όθεν έλαβε τον άνθρωπον, τον εθεράπευεε, και τον απέπεμψε.
Και είτα εδανείσθη, ως και άλλοτε, επιχειρήματα εκ της ιδίας πείρας των. «Τις εξ υμών θα έχει υιόν ή και βουν, όστις να εμπέση εις φρέαρ, και θα τον αφήση να πνιγή εν ημέρα Σαββάτου;» Η ευτελής σκευωρία των απέληξε μόνον εις αδέξιον σιωπήν, και δεν ήσαν αρκετά γενναίοι ώστε ν' αναγνωρίσωσι την ήτταν των.
Ο Ιησούς δεν ηξίωσε περισσότερον να ενδιατρέψη επί υποκειμένου το οποίον εις το πνεύμα παντός αδόλου ακροατού είχε διευκρινηθή διά πάντοτε. Έστρεψε δε την προσοχήν των προς άλλα μαθήματα. Ο ύδρωψ της πεφυσιωμένης αυταρεσκείας των ήτο νόσος πολύ πλέον δυσίατος της του πάσχοντος τον οποίον είχον μεταχειρισθή όπως παγιδεύσωσιν Αυτόν. Μόλις το γεύμα ητοιμάσθη, και ηγέρθη μεταξύ της εγκρίτου εταιρείας έρις περί πρωτοκαθεδρίας. Ουδέν δεικνύει τρανώτερον την ουσιώδη κενότητα της Φαρισαϊκής θρησκείας ή η μεγάλη έπαρσις και αλαζονεία της. Ο ραββίνος Συμεών ο Σετάχ, κληθείς ποτε υπό βασιλέως εις δείπνον, εκάθισεν αυθαιρέτως μεταξύ του βασιλέως και της βασιλίσσης, εδικαιολόγησε δε την πράξιν του ειπών ότι γέγραπται εν βίβλω Ιησού υιού Σειράχ, «ύψωσον σοφίαν και υψώσει σε, και καθίσει σε μετά ηγεμόνων».
Ο Ιησούς ήρχισε να τους διδάσκη ότι, εν τη βασιλεία του Θεού, ο ταπεινών εαυτόν υψωθήσεται, ο δε υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται. Ακολούθως δε, λαβών αφορμήν έκ τινος παρατηρήσεως ενός των δαιτημόνων, διηγήθη την παραβολήν ταύτην. Βασιλεύς τις είχε στείλη πολλάς προσκλήσεις εις μέγα συμπόσιον, αλλ' όταν ήλθεν η ώρα, εύρε παντού γενικήν άρνησιν. Ο είς είχε το κτήμα του να καλλιεργήση, άλλος ησχολείτο να πωλή και ν' αγοράζη και δεν ηυκαίρει, τρίτος τις είχεν οικιακάς αναπαύσεις και δεν ηδύνατο. Τότε ο βασιλεύς, απορρίψας εν τη οργή του τους ανευλαβείς τούτους σχολαίους κεκλημένους, διέταξε τους δούλους του να υπάγουν εις τας οδούς και τας ρύμας της πόλεως, και να εισαγάγωσι τους πτωχούς και αναπήρους και χωλούς και τυφλούς· και όταν τούτο έγινε, και έμενεν ακόμη χώρος, τους έπεμψε να καλέσωσι τους αστέγους αλήτας.
Η εφαρμογή εις όλους τους παρόντας ήτο προφανής. Ο εθνικός και ο τελώνης, η πόρνη και ο αμαρτωλός, ο εργάτης και ο επαίτης, ούτοι όλοι δυνατόν να είνε πολυπληθέστεροι εν τη βασιλεία του Θεού ή ο Γραμματεύς με την κομπορρήμονα μάθησίν του και ο Φαρισαίος με το πλατύ φυλακτήριόν του. «Λέγω γαρ υμίν (προσέθηκεν εν τω ιδίω Αυτού προσώπω, όπως εισαγάγη το ηθικόν νόημα αμεσώτερον εις τας καρδίας των) ότι ουδείς των ανδρών τούτων των κεκλημένων γεύσεταί μου του δείπνου… Πολλοί μεν εισί κλητοί, ολίγοι δε εκλεκτοί».
Διδασκαλίαι ως αύται εξηκολούθουν καθ' όλην ταύτην την περίοδον της επιγείου παρουσίας Του. Η αρτίως μνημονευθείσα παραβολή ήτο αποδοκιμασία ου μόνον κατά της αποκλειστικότητος των Φαρισαίων, αλλά κατά της φιλοκοσμίας και της φιλαργυρίας των. Άλλοτε, όταν ο Κύριος εδίδασκε πρωτίστως τους μαθητάς Του, διηγήθη προς αυτούς την παραβολήν του αδίκου οικονόμου, όπως δείξη αυτοίς την ανάγκην της επιμελείας και της πίστεως, της φρονήσεως και της σοφίας, εις το διαχειρίζεσθαι ούτως πως τας υποθέσεις του βίου, ώστε να μη απολέσωσιν ύστερον την κληρονομίαν του αιωνίου πλούτου. Αδύνατον δε ήτο να είνε τις άμα κοσμηκός και πνευματικός, να δουλεύη Θεώ και Μαμμωνά.
Ει και ο Χριστός ωμίλει κυρίως προς τους Αποστόλους, των Φαρισαίων τινές φαίνεται ότι παρίσταντο και Τον ήκουσαν· και είνε χαρακτηριστικόν γεγονός ότι η διδασκαλία αύτη, υπέρ πάσαν άλλην, φαίνεται να εκίνησεν απροκαλύπτους τους χλευασμούς των. Ήρχισαν να φέρωνται προς Αυτόν μετά φανεράς και υβριστικής περιφρονήσεως. Και διατί; Διότι ήσαν Φαρισαίοι, και όμως ηγάπων τα χρήματα. Και «εξεμυκτήριζον Αυτόν», ως λέγει ο ιερός Λουκάς. Δεν είχον αυτοί λύσει το πρόβλημα του να συνδιαλλάξωσι καλώς και τον πρόσκαιρον και τον αιώνιον κόσμον; Τις ηδύνατο ν' αμφιβάλλη περί της εντελούς ασφαλείας των εις το μέλλον; ή και περί της βεβαιότητος ότι θ' αξιωθώσι και εις τον άλλον κόσμον της πρωτοκλισίας και την πρωτοκαθεδρίας την οποίαν επιδίωκον εις τον κόσμον αυτόν; Δεν ήσαν άρα αυτοί ζώντα μαρτύρια του ατόπου της υποθέσεως ότι η αφιλοχρηματία είνε ασυμβίβαστον με την φιλοθεΐαν;
Η απόκρισις του Κυρίου προς αυτούς είνε λίαν συνεπτυγμένη παρά τω Λουκά, αλλ' έτεινε να δείξη ότι άλλο πράγμα είνε το εύσχημον ή το ευυπόληπτον του βίου, και άλλο η ειλικρίνεια της καρδίας. Εν τη νέα βασιλεία, διά την οποίαν ο Ιωάννης είχε προετοιμάσει την οδόν, οι ταπεινότεροι του κόσμου προάγουσι, και βιάζουσιν αυτήν, και γίνονται δεκτοί προ αυτών· το Ευαγγέλιον απερρίφθη υπ' αυτών, καίτοι τούτο δεν ήτο η κατάλυσις αλλ' η υψίστη πλήρωσις του Νόμου. Ου μόνον δε, αλλά (τοιαύτη φαίνεται να είνε η έννοια του ασυναρτήτου κατά το φαινόμενον εδαφίου περί διαζυγίου το οποίον έπεται), και προς τον Νόμον αυτόν, του οποίου ουδέ κεραία θα εκπέση, απιστούσι, καθόσον συνεπινεύουσιν εις την αθέτησιν και των εναργεστέρων διατάξεών του. Εις την μεμονωμένην παρατήρησιν ταύτην υπηνίσσετο κατά πάσαν πιθανότητα, τας σχέσεις των προς Ηρώδην τον Αντίπαν, τον οποίον αυτοί προθύμως εκολάκευον, και προς τον οποίον ουδείς εξ αυτών είχε τολμήσει να μετέλθη την γενναίαν γλώσσαν του ελέγχου, την οποίαν είχε λαλήσει Ιωάννης ο Βαπτιστής, καίτοι, διά των σαφεστάτων διατάξεων του Νόμου, τον οποίον επηγγέλλοντο ότι σέβονται, το διαζύγιόν του από της θυγατρός του Αρέτα ήτο παράνομον, και ο γάμος του μετά της Ηρωδιάδος ήτο μοιχεία άμα και αιμομιξία.
Αλλ' όπως τρανώτερον αναδείξη την άμεσον αλήθειαν την οποίαν εξηγεί, είπεν αυτοίς την παραβολήν του Πλουσίου και του Λαζάρου. Όπως όλαι αι Δεσποτικαί παραβολαί, είνε και αύτη πλήρεις εννοίας, και είνε πολλαπλής ερμηνείας δεκτική· αλλ' εκείνοι τουλάχιστον δεν ηδύναντο να μη εννοήσωσι την μίαν καταφανή εφαρμογήν της, ότι η απόφασις του μέλλοντος κόσμου πολλάκις θα ανατρέψη την εκτίμησίν ης τυγχάνουσιν οι άνθρωποι εν τω παρόντι· ότι ο Θεός δεν είνε προσωπολήπτης· ότι η καρδία οφείλει να κάμη την εκλογήν της μεταξύ των αγαθών του βίου τούτου κ' εκείνων τα οποία τα έξωθεν του βίου τούτου δεν παραβλάπτουσι. Και ό,τι δύναται να ονομασθή ο επίλογος της παραβολής ταύτης περιέχει μάθημα ακόμη σοβαρώτερον, ότι τα μέσα της χάριτος τα οποία το έλεος του Θεού απονέμει εις πάσαν ψυχήν ζώσαν είνε δαψιλή διά τον φωτισμόν και την απελευθέρωσίν της· ότι εάν ταύτα ολιγορηθώσιν, ουδέν θαύμα θα γείνη όπως αποσπάση την απερροφημένην ψυχήν από των εγκοσμίων συμφερόντων της· ότι, «ει Μωσέως και των Προφητών ουκ ήκουσαν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται». Δι' ακοής πίστεως σωζόμεθα, ουχί διά φασμάτων.
Η συχνή μνεία της ζωής ως χρόνου δοκιμασίας, και της Μεγάλης Κρίσεως, οπότε η μόνη λέξις «Δεύτε» ή «Πορεύεσθε», υπό του Κριτού εκφερομένη, θα λύση διά πάντοτε όλας τας διαμάχους και τα ζητήματα, φυσικά έστρεψε τας σκέψεις πολλών ακροατών εις τα βαρυσήμαντα ταύτα υποκείμενα. Αλλ' υπάρχει σταθερά τάσις εις τα πνεύματα όλων ημών του να παραπέμπομεν τα τοιαύτα ζητήματα εις την θέσιν ετέρων μάλλον ή ημών αυτών, του να καθιστώμεν ταύτα ζητήματα περιεργείας μάλλον κατά θεωρίαν ή πρακτικής σπουδαιότητος; Και αι τοιαύται τάσεις, αίτινες απογυμνούσι την ηθικήν διδασκαλίαν πάσης αρτιότητος, και μεταβάλλουσι τα διδάγματά της εις προφάσεις προς ανελεημοσύνην, αείποτε κατεδικάζοντο υπό του Κυρίου.
Ιδιαιτέρα αφορμή εδόθη Αυτώ προς τούτο εν μια των ημερών τούτων εν αις επορεύετο ανά τας πόλεις και κώμας διδάσκων και οδεύων εις Ιεροσόλυμα. Ωμίλει περί των μικρών αρχών και περί της μεγάλης αυξήσεως της βασιλείας των ουρανών εν τε τη ψυχή και τω κόσμω· και είς των ακροατών ετόλμησεν εκ περιεργείας να Τον ερωτήση, «Κύριε, ει ολίγοι σώζονται;» Η απάντησις του Κυρίου ενείχεν αποδοκι[μα]σίαν της ερωτήσεως, και υπεδείκνυεν ότι τα τοιαύτα ζητήματα κατ' άλλον τρόπον πρέπει να τα πραγματεύηταί τις. Ολίγοι ή πολλοί είνε σχετικοί όροι. Μη σπαταλάτε τας πολυτίμους ευκαιρίας της ζωής εις ματαίαν απορίαν, αλλ' αγωνίζεσθε. Διά της στενής πύλης ουδείς, και αν είνε χιλιάκις εκ του σπέρματος του Αβραάμ, δύναται να εισέλθη άνευ συντόνου προσπαθείας. Ουδέ αξίωσις παλαιάς γνωριμίας θ' Αναγνωρισθή τότε, και πολλοί οίτινες νομίζουσιν ότι κάλλιστα εγνώριζον τον Κύριον θ' ακούσωσι την φοβεράν καταδίκην, «Ουκ οίδα υμάς». Διότι πολλοί θα εισέλθωσι πανταχόθεν της οικουμένης, και όμως συ, ο υιός του Αβραάμ, δυνατόν ν' αποκλεισθής. Και ιδού, πάλιν σοι λέγω, δυνατόν να φαίνεται παράδοξον εις σε, άλλ' όμως ούτως έχει, «οι πρώτα έσονται έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι».
Ούτω πάσα ανόητος διακοπή, πάσα αυθάδης επίκρισις, πάσα σφαλερά ερώτησις, παν σύμβαμα αίσιον ή θλιβερόν, εγίνετο υπό του Ιησού καθ' όλην την πορείαν ταύτην αφορμή όπως διδάσκη εις τους ακροατάς Του, και δι' αυτών εις όλον τον κόσμον, τα προς ειρήνην συμβάλλοντα. Και πάλιν ούτω έπραξεν οπότε νομικός τις προσήλθε πειράζων Αυτόν και ηρώτησεν, όχι όπως λάβη οδηγίαν, αλλ' όπως εύρη αφορμήν προς αντιλογίαν, το βαρυσήμαντον ερώτημα, «Τι ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;» Ο Ιησούς, βλέπων την πονηράν πρόθεσιν του ανθρώπου, τον παρέπεμψεν εις τον Νόμον και τας δύο μεγάλας εντολάς, την περί της αγάπης προς τον Θεόν και την περί της αγάπης προς τον πλησίον. Αλλά σοφιστευόμενος ο νομικός απηύθυνε δεύτερον ερώτημα, «Και τις ο πλησίον;» Τότε ο Ιησούς έλαβεν αφορμήν να είπη μίαν των λαμπροτάτων παραβολών Του.
Άνθρωπός τις κατέβαινε την βραχώδη φάραγγα την από Ιερουσαλήμ εις Ιεριχώ, έπεσε δε εις χείρας ληστών, οίτινες, αφού τον εγύμνωσαν τον άφησαν καθημαγμένον και ημιθανή. Ιερεύς τις διαβαίνων, τον είδε και αντιπαρήλθε. Λευίτης διερχόμενος, τον είδε και αντιπαρήλθε. Αλλά Σαμαρείτης τις όστις ωδοιπόρει προς εκείνο το μέρος (καλός Σαμαρείτης, αντίτυπον του Θείου εκείνου Ομιλητού τον οποίον οι άνθρωποι απέρριπτον, αλλ' όστις είχεν έλθη να θεραπεύση τα αιμάσοντα τραύματα της ανθρωπότητος, διά τα οποία δεν υπήρχε φάρμακον ούτε εις τον λειτουργικόν ούτε εις τον ηθικόν νόμον) ήλθε προς τον πάσχοντα, τον ώκτειρεν, επέδεσεν αυτού τας πληγάς, επέχεεν οίνον όπως τας καθαρίση και έλαιον όπως τας πραΰνη, τον ανεβίβασεν επί του ιδίου υποζυγίου του, και δεν τον άφησεν ειμή αφού τον εξησφάλισε και γενναιοφρόνως πρυνόησε διά τας ανάγκας του τας μελλούσας. Τις εκ των τριών τούτων, ηρώτησεν ο Ιησούς τον νομικόν, «δοκεί σοι πλησίον γεγονέναι τω περιπεσόντι εις ληστάς;» Ο νομικός δεν ήτο τόσον αμβλύς τον νουν ώστε να μη εννοήση· αλλ' όμως, συνειδώς ότι αυτός θ’ απέκλειε τους Σαμαρείτας και τους Εθνικούς από του καθ' εαυτόν ορισμού του «πλησίον», δεν έχει το άδολον θάρρος να είπη διαρρήδην «ο Σαμαρείτης», αλλά μεταχειρίζεται την πενιχράν περίφραση», «ο ποιήσας το έλεος μετ' αυτού». «Πορεύου και συ, είπεν ο Ιησούς, και ποίει ομοίως». Εγώ, ο φίλος των τελωνών και αμαρτωλών, φέρω το παράδειγμα του Σαμαρείτου τούτου προς σε. Ηρώτησας, τις ο πλησίον; Σ' εδίδαξα πως πας έκαστος δύναται να γείνη ο πλησίον σου.
Δεν πρέπει όμως να υποθέσωμεν ότι η δίμηνος αύτη αποστολική πορεία καταναλώθη όλη εις διδασκαλίαν, και εις ενστάσεις και αντιλογίας πολλάκις αλγεινάς· υπήρξαν πολλαί περιστάσεις αίτινες πρέπει να ενέπλησαν ευφροσύνης την ψυχήν του Σωτήρος.
Προέχουσα εν αυταίς υπήρξεν η επάνοδος των εβδομήκοντα. Δεν δυνάμεθα, ως εικός, να υποθέσωμεν ότι επέστρεψαν εν σώματι, αλλ' ότι από καιρού εις καιρόν, ανά δύο, καθώς ο Κύριος επλησίαζεν εις τας διαφόρους πόλεις και κώμας όπου τους είχε πέμψει, είρχοντο όπως δώσωσιν Αυτώ λόγον της διακονίας των. Και η κατόρθωσίς των υπήρξε τόση ώστε να εμπλήση εκπλήξεως και χαρμονής τας απλοϊκάς καρδίας των. «Κύριε, ανέκραζον, και τα δαιμόνια υπακούουσιν ημίν εν τω ονόματί σου.» Καίτοι δεν είχε δώσει αυτοίς ωρισμένην εντολήν να ιατρεύωσι δαιμονιζομένους, καί τοι άλλοτε και οι Δώδεκα είχον αστοχήσει εις την απόπειραν ταύτην, όμως ούτοι εξέβαλον ήδη δαιμόνια εν τω ονόματι του Διδασκάλου των. Ο Ιησούς συμμετέσχε της χαράς των, αλλά περιέστειλε τον τόνον της εκστατικής αγαλλιάσεως, ή μάλλον έστρεψε τούτον επί αγιωτέρου εδάφους. «Εθεώρουν, είπε, τον Σατανάν ως αστραπήν εκ του ουρανού πεσόντα». Έδωκεν αυτοίς εξουσίαν να πατώσιν επάνω όφεων και σκορπίων και ον ήτο τούτο, πάλιν θα προσέβλεπον εις τα οπίσω, μετά βαθυτέρας ακόμη επιθυμίας άμα και λύπης, προς αυτό το παρελθόν, προς αυτάς τας ημέρας του Υιού του Ανθρώπου, εν οις έβλεπον και αι χείρες των εψηλάφων τον Λόγον της Ζωής. Εν εκείναις ταις ημέραις δεν έπρεπε να πλανηθώσιν ούτε πυρετωδώς να σπαταλήσωσι τον εύθετον καιρόν του βίου. Διότι η έλευσις εκείνη του Υιού του Ανθρώπου θα είνε λαμπρά, αιφνιδία, τρομερά, παγκόσμιος, ακαταμάχητος ως η φλέγουσα αστραπή· αλλά προ της ημέρας εκείνης θα πάθη και θα Τον αθετήσωσι. Περιπλέον η φλοξ εκείνη της δευτέρας παρουσίας Του θα λάμψη «ταύτη τη νυκτί», ήτοι εν νυκτί ραγδαίως επερχομένη και ως παρούση ήδη νοουμένη, επί σαρκικής και αμελούς γενεάς, καθ' ον τρόπον ο εξολοθρευμός επήλθεν εν ύδατι εν ταις ημέραις του Νώε, και Κύριος έβρεξε πυρ παρά Κυρίου εν γη Σοδόμων και Γομόρρας. Ουαί εις εκείνους οίτινες εν τη ημέρα εκείνη θα ρίπτωσι βλέμματα λύπης εις κόσμον προωρισμένον να παρέλθη εν φλογί! Διότι καίτοι αι εμπορίαι και αι κοινωνίαι του βίου θα εξακολουθώσιν έως τότε, και όλοι της εργασίας ή της φιλίας οι εταιρισμοί, η νυξ εκείνη θα είνε νυξ φοβερού και τελευταίου χωρισμού δι' όλους.
Οι μαθηταί εξεπλάγησαν υπό των λόγων τούτων της παραδόξου επισημότητος. Πού, Κύριε; ερωτώσιν εν ταραχή. Αλλ' εις το π ο ύ ηδύνατο να δοθή τόση απάντησις όση και εις το π ό τ ε, και η έλευσις της βασιλείας του Θεού είνε τόσω ολίγον γεωγραφική όσω και χρονολογική. «Όπου το σώμα, λέγει, εκεί και οι αετοί συναχθήσονται». Η μυστική Αρμαγεδδών δεν είνε χώρα της οποίας η θέσις δύναται να ορισθή κατά μήκος ή πλάτος. Όπου ατομική ανομία, όπου κοινωνική έκλυσις, όπου εθνική διαφθορά, εκείσε οι αετοί οι τιμωροί απεσταλμένοι της θείας Δίκης διευθύνουσι μακρόθεν την πτήσιν των. Η Ιερουσαλήμ, ως και όλον το Ιουδαϊκόν έθνος ταχέως έπιπτεν εις την διάλυσιν την προερχομένην εκ σήψεως εσωτερικής· και ήδη ο κτύπος των πτερύγων του αρπακτικού ορνέου ηκούετο εις τον αέρα. Όταν δε ο κόσμος πέση εις κατάστασιν ατιμίας νοσηράς, τότε θ’ ακουσθή και πάλιν η ειρεσία των φοβερών εκείνων πτερύγων.
Δεν είνε όλη η ιστορία έν διεξοδικόν σχόλιον εις όλας ταύτας τας προρρήσεις; Εις τας τύχας των εθνών και των φυλών, δεν επανήλθεν ο Χριστός πάλιν και πάλιν, προ της μεγάλης τελευταίας Παρουσίας Του, ίνα ελευθερώση ή ίνα κρίνη;
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'. Η εορτή των Εγκαινίων
Η Μάρθα και Μαρία. — «Ενός εστι χρεία». — Ο Ιησούς περικυκλούται. — «Ο Πατήρ Μου και Εγώ έν εσμεν». — Ζητούσι να Τον λιθοθολήσωσι. — Έκκλησις του Ιησού εις τον βίον και τα έργα Του. — Εις Βηβανίαν πέραν του Ιορδάνου.
Ουδαμού, κατά πάσαν πιθανότητα, διήγαγεν ο Ιησούς καλλιτέρας ώρας ή εν τη ησύχω οικία της μικράς εκείνης οικογενείας εν Βηθανία, την οποίαν, ως μας λέγει ο Ιωάννης, ηγάπα. Η οικογένεια, εφ' όσον γνωρίζομεν, συνίστατο εκ της Μάρθας, της Μαρίας και του αδελφού των Λαζάρου. Ότι η Μάρθα ήτο χήρα, ότι ο σύζυγος της ήτο ή υπήρξε Σίμων ο Λεπρός, ότι ο Λάζαρος είνε ο αυτός με τον πράον ραββίνον του ονόματος τούτου τον μνημονευόμενον εν τω Ταλμούδ, είνε εικασίαι αίτινες δύνανται να είνε ή να μη είνε αληθείς. Αλλά βλέπομεν εκ των Ευαγγελίων ότι ήσαν οικογένεια οπωσούν εύπορος, και ικανής αξιοπρεπείας ώστε να εφελκύη μεγάλην προσοχήν ου μόνον εν τω χωρίω των, τη Βηθανία, αλλά και εν Ιεροσολύμοις. Το μικρόν τερπνόν χωρίδιον, εγγύς της Ιερουσαλήμ κείμενον, πρέπει να είχε διά την ψυχήν του Ιησού μέγα θέλγητρον, και καθ' εαυτό, και ένεκα της αγάπης και της ευλαβείας ην έτρεφον προς Αυτόν οι φίλοι οίτινες Τον εφιλοξένουν. Εκεί Τον ευρίσκομεν κατά την παραμονήν της εορτής των Εγκαινίων, ήτις εσημείωσε το πέρας της δημοσίας εκείνης πορείας, της προορισθείσης προς πλήρη και οριστικήν ανακήρυξιν της ερχομένης βασιλείας Του.
Ήτο φυσικόν ότι συγκίνησίς της θα ήτο εν τη οικία επί τη αφίξει τοιούτου Ξένου, και η Μάρθα, η πολυμέριμνος, πρόθυμος και αφωσιωμένη ξενίζουσα, έτρεχεν άνω κάτω, και «περιεσπάτο περί πολλήν διακονίαν», φιλοτιμουμένη να ετοιμάση καλώς τα προς εστίασιν. Και η αδελφή της Μαρία ομοίως επεθύμει να Τον δεξιωθή καταλλήλως, αλλ' αι γνώσεις της περί της ευλαβείας της οφειλομένης Αυτώ ήσαν διαφόρου είδους. Γινώσκουσα ότι η αδελφή της ήτο προθυμοτάτη να κάμη ό,τι έπρεπε να γείνη διά την υλικήν ευμάρειαν, αυτή, εν βαθεία ταπεινώσει, εκάθισε παρά τους πόδας Του, και ήκουε τους λόγους Του.
Η Μαρία δεν ήτο αξία μομφής, διότι η αδελφή της προφανώς έχαιρε με το έργον το οποίον είχεν εκλέξει όπως φροντίση διά τα χρέη της φιλοξενίας, και ήτο λίαν ικανή, άνευ βοηθείας, να ετοιμάση παν το απαιτούμενον. Ουδέ η Μάρθα ήτο αξία μομφής διά την ενεργόν υπηρεσίαν της· το μόνον σφάλμα της υπήρξεν ότι, εν τη εξωτερική ταύτη δραστηριότητι, έχασε την αναγκαίαν ισορροπίαν προς εσωτερικήν γαλήνην. Καθώς εκοπίαζε και εφρόντιζε πώς να Τον υπηρετήση, μικρά τις νύξις ζηλοτυπίας διετάραξε την ειρήνην της, καθώς είδε την ήσυχον αδελφήν της να κάθηται («εν οκνηρία», δυνατόν να εσκέφθη) παρά τους πόδας του μεγάλου Επισκέπτου, και ν' αφήνη όλην την φροντίδα εις αυτήν. Εάν ελάμβανε καιρόν να σκεφθή, δεν θα ηδύναντο ειμή ν' αναγνωρίση ότι δυνατόν να υπήρχε καί τις περίσκεψις εις την διαγωγήν της Μάρθας· αλλά το να είνε τις δίκαιος είνε πάντοτε δύσκολον, ούτε είνε δυνατόν όταν μικροπρεπής ζηλοτυπία υπεισέλθη εις την ψυχήν. Ούτω, εν τη πρώτη εξάψει της αδημονίας της, η Μάρθα, αντί να παρακαλέση ηπίως την αδελφήν της να την συνδράμη, εάν ήτο ανάγκη συνδρομής (πρόσκλησις την οποίαν, αν ορθώς κρίνομεν περί της Μαρίας, παρευθύς θα ήκουεν αύτη), σχεδόν ανυπομόνως εισέρχεται και αποτείνεται προς τον Ιησούν: «Κύριε, ου μέλει Σοι ότι η αδελφή μου μόνην με κατέλιπε διακονείν; Ειπέ ουν αυτή ίνα μοι συναντιλάβηται».
Μία ατελής ψυχή, βλέπουσα τι το καλόν, αλλ' αστοχούσα εν τη προσπαθεία του να το φθάση, τείνει να είνε σκληρά εις τας κρίσεις της περί των μικρών ελλείψεων των άλλων. Αλλά θεία και υψηλή ψυχή — πάσα ψυχή ήτις εγγύτερον έφθασεν εις το μέτρον του αναστήματος του τελείου ανθρώπου — λαμβάνει πλατυτέραν και γαληνιωτέραν άποψιν των μικρών εκείνων αδυναμιών τας οποίας δεν δύναται ή καθημερινώς να βλέπη. Όθεν η απόκρισις του Ιησού, αν ήτο μεμπτική, ήτο όμως τρυφερωτάτη, και ικανή να καθάρη αλλ' όχι να λυπήση την πιστήν καρδίαν της πολυασχόλου και φιλοστόργου οικοδεσποίνης προς ην απηυθύνετο. «Μάρθα, Μάρθα», είπε (και καθώς ακούομεν την φυσικωτάτην ταύτην προσαγόρευσιν, δεν δυνάμεθα άρα να φαντασθώμεν το ημιθλιβερόν και ημιπαιγνιώδες, αλλά κατά το όλον ευμενές και πραϋντικόν μειδίαμα το οποίον ανέτειλεν εις το πρόσωπον Του;) «μεριμνάς και τυρβάζης περί πολλά, ενός δε εστι χρεία· Μαρία δε την αγαθήν μερίδα εξελέξατο, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται απ' αυτής».
Αμφότερα, και το πρακτικόν και το θεωρητικόν δύνανται να είνε αναγκαία, αμφότερα δύνανται να συνδυάζωνται. Το πνευματικόν, ως εικός, υπερέχει, και είνε η αγαθή μερίς. Αλλ' αμφότερα δύνανται να συνυπάρξωσιν. Ο Παύλος, ρέκτης ένθερμος και έκθυμος, είχεν ουχ ήττον την διάπυρον θεωρητικότητα της Μαρίας· και ο Ιωάννης, με το εκστατικώτερον πνεύμα της θεωρίας του, μετείχε της πρακτικότητος της Μάρθας. Ο Ιησούς δεν ενόει, υποθέτω, ν' αποδοκιμάση την ετοιμασίαν την γινομένην προς χάριν Του, αλλά μόνον το πνεύμα της εσωτερικής μερίμνης και της εξωτερικής τύρβης, την μη λήψιν αναψυχής, την επίδειξιν περιττής φιλοξενίας εν τούτω· και έτι μάλλον την ροπήν εκείνην εις αποδοκιμασίαν και επέμβασιν εις τα των άλλων, την οποίαν τόσον συχνά βλέπομεν παρά Χριστιανοίς προθύμοις μεν ως η Μάρθα, μηδόλως δε μετέχουσι της αγίας εμπιστοσύνης και της αταραξίας της Μαρίας.
Είνε πιθανόν ότι η Βηθανία ήτο η κατοικία του Ιησού κατά τας εις Ιεροσόλυμα επισκέψεις Του, εκείθεν δε βραχύς και τερπνός περίπατος διά του Όρους των Ελαιών θα Τον έφερεν εις τον Ναόν. Ήτο ήδη χειμών και οι Ιουδαίοι είχον την εορτήν των Εγκαινίων. Κατά τους υπολογισμούς των εντριβών εις τα τοιαύτα, έπεσε κατά το έτος εκείνο εις την εικοστήν Δεκεμβρίου. Είχεν ιδρυθή υπό Ιούδα του Μακκαβαίου προς τιμήν του καθαρισμού του Ναού κατά το έτος 164 π. Χ., έξ και ήμισυ έτη μετά την φοβεράν βεβήλωσίν του υπό Αντιόχου του Επιφανούς. Καθώς το Πάσχα και η Σκηνοπηγία, διήρκει οκτώ ημέρας, και ετελείτο εν μεγάλη χαρά και ευφροσύνη. Εκτός του Ελληνικού ονόματος, τα Εγκαίνια, είχον και δεύτερον ελληνικόν όνομα, τα Φώτα· χαρακτηριστικόν δε της εορτής ήτο γενική φωταψία προς εορτασμόν του περιαδομένου θαύματος της θαυμασίας επί οκτώ ημέρας αυξήσεως του ιερού ελαίου, το οποίον είχεν ευρεθή υπό Ιούδα του Μακαβαίου εν μια στάμνω εσφραγισμένη διά της σφραγίδος του Αρχιερέως. Η παρουσία του Κυρίου εις τοιαύτην εορτήν κυροί το δικαίωμα εκάστης Εκκλησίας όπως θεσπίζη τας ιδίας τελετάς και λειτουργίας της, και δεικνύει ότι δεν επέβλεπε μετ' αποδοκιμασίας εις τον φαιδρόν ενθουσιασμόν της εθνικής φιλοπατρίας.
Το ανατολικόν πρόστωον του ναού διετήρει ακόμη το όνομα «η Στοά του Σολομώντος», επειδή, αν όχι άλλο, ήτο κτισμένον από τα υλικά τα οποία είχον αποτελέσει μέρος του αρχαίου Ναού. Εδώ, εις την λαμπράν ταύτην κιονοστοιχίαν, την κεκοσμημένην διά την εορτήν με στίλβοντα τρόπαια, ο Ιησούς περιεπάτει άνω και κάτω, και ως φαίνεται άνευ συνοδίας, ενίοτε προσβλέπων ίσως πέραν της κοιλάδος των Κέδρων εις τους λευκάζοντας τάφους των Προφητών, όσους γενεαί Εβραίων είχον σφάξει, και απολαύων του αβρού ηλιασμού του χειμώνος, τότε δε, ως διά προμελετημένου κινήματος, οι Φαρισαίοι Τον περιεκύκλωσαν και ήρχισαν να Τον ερωτούν. Ίσως αυτός ο χώρος όπου περιεπάτει, ανακαλών τας αναμνήσεις του αρχαίου κλέους των, ίσως και αι αναμνήσεις της εορτής την οποίαν ήγον, ως επετείου απελευθερώσεως κατορθωθείσης υπό δρακός γενναίων ανδρών οίτινες ανέτρεψαν κολοσσαίαν τυραννίαν, ενέπνευσαν την ερώτησίν των. «Έως πότε τηρείς τας ψυχάς μας εις αλγεινόν μετεωρισμόν; Εάν είσαι πράγματι ο Μεσσίας, ειπέ μας τούτο εν πεποιθήσει· Ειπέ μας εδώ, εις την Στοάν του Σολομώντος, τώρα, ενώ η θέα των ασπίδων τούτων και των χρυσών στεφάνων, και η μελωδία των κινυρών τούτων και των κυμβάλων, αναμιμνήσκουσι την δόξαν Ιούδα του Ασμοναίου, θα είσαι Συ ισχυρότερος Μακκαβαίος, ενδοξότερος Σολομών; Αυτά τα κίτρα και τα βαΐα και οι φοίνικες, τα οποία αίρομεν προς τιμήν της νίκης της ημέρας ταύτης, θα αρθώσι μίαν ημέραν διά Σε;» Η έκκλησις ήτο παράδοξος, ορμητική, ανυπόμονος, και είνε μεστή σημασίας. Συνεπιφέρει δε την αυτοκαταδίκην των ερωτώντων, διότι δεικνύει ότι Εκείνος είχε λαλήσει ρήματα και εκτελέσει πράξεις αίτινες θα παρείχον υπόστασιν εις τοιαύτην αξίωσιν, εάν είχεν αποφασίσει οριστικώς να την διεκδικήση. Και είνε πιθανόν ότι θα Τον προσηγόρευον με θομβώδεις ανευφημίας.
Εάν τώρα ο προς ον ωμίλουν ήτο ψευδομεσσίας τις, θα εδελεάζετο από τας επικλήσεις των, θα προελάμβανε μάλιστα ταύτας — και τότε θα προεξωφλείτο κατά πολλάς δεκάδας ενιαυτών η καταστροφή η υπό του Τίτου, ως και η καταστροφή η επί του ψευδομεσσίου Β α ρ Κ ο χ ε β ά.
Αλλ' η ημέρα προς πολιτικάς απελευθερώσεις είχε παρέλθη· η ημέρα προς υψηλοτέραν, βαθυτέραν, αιωνιωτέραν απελευθέρωσιν είχεν έλθη. Εκείνοι το πρώτον επόθουν, το δεύτερον απέρριπτον. Εμπαθώς αξιούντες τον Ιησούν ως εγκόσμιον Μεσσίαν, μετ' απεχθείας Τον απέρριπτον ως τον Υιόν του Θεού, τον Σωτήρα του Κόσμου. Ότι ήτο ο Μεσσίας των κατ' έννοιαν πολύ υψηλοτέραν ή όσον είχόν ποτε ονειροπολήσει, η γλώσσα Του πάλιν και πολλάκις είχεν υποδείξει· αλλά Μεσσίας καθ' ην έννοιαν απήτουν δεν ήτο ουδέ ήθελε να είνε. Και διά τούτο δεν τους αποπλανά λέγων, Εγώ είμαι ο Μεσσίας σας, αλλά τους παραπέμπει εις εκείνην την επανειλημμένην διδασκαλίαν ήτις έδειξε πόσον σαφώς τοιαύτη είχεν υπάρξει η αξίωσίς Του, και εις τα έργα τα οποία εμαρτύρουν περί της αξιώσεως ταύτης, Εάν ήσαν πρόβατα της ποίμνης Του (κ' εδώ τους υπενθυμίζει την μεγάλην εκείνην ομιλίαν την οποίαν είχεν απαγγείλη εν τη εορτή της Σκηνοπηγίας δύο μήνας πρότερον), θα ήκουον της φωνής Του, και τότε Αυτός θα τους έδιδε ζωήν αιώνιον, και θα ήσαν ασφαλείς υπό την φύλαξίν Του· διότι κανείς τότε δεν θα ηδύνατο να τους αποσπάση από την χείρα του Πατρός Του, προσέθηκε δε πανηγυρικώς· «Εγώ και ο Πατήρ Μου έν εσμεν».
Η έννοια των λόγων Του ήτο κατάδηλος. Ηξίου όχι μόνον ότι είνε ο Μεσσίας, αλλ' ότι είνε Θείος. Εάν η μετά του Πατρός ενότης, την οποίαν αντεποιείτο, δεν ήτο τίποτε περισσότερον ειμή η υποτακτική ένωσις της πίστεως και της υπακοής, ήτις υφίσταται μεταξύ όλων των αγίων ψυχών και του Δημιουργού των, οι λόγοι Του δεν θα προσέβαλλον περισσότερον ή όσον πολλά λόγια των βασιλέων και προφητών των. Αλλά «ιδού οι Ιουδαίοι ενόησαν ό,τι δεν εννοούν οι Αρειανοί· καθώς λέγει είς των Λατίνων πατέρων. Είδον παραχρήμα ότι oι λόγοι εσήμαινον κάτι ασυγκρίτως περισσότερον. Πάραυτα έκυψαν μανιώδεις να λάβωσί τινας εκ των βαρέων λίθων, των εσκορπισμένων εκεί εκ των ατελειώτων κτιρίων του Ναού, και αν είχεν έλθη η ώρα Του, δεν θα διέφευγε τον ταραχώδη θάνατον όστις ακολούθως έλαχεν εις τον Πρωτομάρτυρά Του. Αλλά το ατάραχον μεγαλείον Του τους αφώπλισε με μίαν λέξιν «Πολλάς αγαθάς πράξεις έδειξα υμίν παρά του Πατρός Μου· διά τίνα αυτών Με λιθάζετε;» Όχι δι' αγαθήν τινα πράξιν, απήντησαν, αλλά διά βλασφημίαν, και διότι Συ, άνθρωπος ων, ποιείς Σεαυτόν Θεόν. Η απόκρισις του Ιησού απολάμπει εκ του αρρήτου εκείνου φωτισμού, τον οποίον συχνά επιχύνει εν τη ερμηνεία των Γραφών. Δεν είνε γεγραμμένον εις τον Νόμον σας, τους ηρώτησεν, «Εγώ είπα θεοί εστε;» Εάν ωνόμασε τούτους θεούς προς ους ο Λόγος του Θεού ήλθε, και ούτω φαίνεται εις τας υμετέρας Γραφάς, λέγετε εις Εκείνον ον ο Πατήρ ηγίασε και απέστειλεν εις τον κόσμον, «Βλασφημείς», επειδή είπα, Ειμί ο Υιός του Θεού. Εμαρτύρετο δε τον βίον και τα έργα Του, ως αναμφήριστα τεκμήρια της μετά του Πατρός ενότητός Του. Εάν το αναμάρτητον και τα θαύματά Του δεν ήσαν απόδειξις ότι δεν ηδύνατο να είνε θρασύς βλάσφημος οίον εζήτουν να λιθοβολήσωσι, ποία εκ περισσού απόδειξις ηδύνατο να δοθή; Αυτοί εφαντάζοντο τον Θεόν ως πόρρω, αλλ' ο Θεός είνε εγγύς, και παρέχει θείαν έλλαμψιν εις τας καρδίας των αγαπώντων Αυτόν. Εκείνος όστις ήλθε να πληρώση τον Νόμον και να θέση Νόμον υψηλότερον κατ' αυτού, περί Ου όλοι οι Προφήται είχον μαρτυρήσει, δι' Ον ο Ιωάννης είχεν ετοιμάσει την οδόν, ο Λαλών ως ουδέποτε άνθρωπος ελάλησεν, όστις εποίησεν έργα οία ουδείς άλλος εποίησεν από καταβολής κόσμου, όστις εκύρου όλους τους λόγους Του και παρείχε σημασίαν εις όλας τας πράξεις Του διά της αμώμου καλλονής αναμαρτήτου βίου, όντως την αλήθειαν ελάλει όταν έλεγεν ότι είνε έν μετά του Πατρός και ότι είνε Υιός του Θεού.
Η έκκλησις ήτο ακαταμάχητος. Δεν ετόλμησαν να Τον λιθοβολήσωσιν· αλλ’ επειδή ήτο μόνος και ανυπεράσπιστος εν τω μέσω αυτών απεπειράθησαν να Τον συλλάβωσιν. Αλλά δεν ηδυνήθησαν. Η παρουσία Του τους κατετρόμαζε. Ηδυνήθησαν μόνον ν' ανοίξωσι δίοδον δι' Αυτόν και να εκτοξεύσωσι βλέμματα μίσους επ' Αυτόν ως διήρχετο εν μέσω των. Αλλά και πάλιν ιδού ενταύθα απόδειξις ότι πάσα διδασκαλία μεταξύ αυτών ήτο αδύνατος. Ηδύνατο τόσον ολίγον να κατέλθη εις τας ιδέας των περί Μεσσίου, όσον εκείνοι ηδύναντο ν' ανέλθωσιν εις την ιδικήν Του. Το να διατρίβη μεταξύ αυτών εσήμαινε να εκθέτη την ζωήν Του προ της ώρας. Η Ιουδαία άρα εκλείσθη δι' Αυτόν ως είχε κλεισθή η Γαλιλαία. Εφαίνετο ότι έν μόνον μέρος υπήρχε το οποίον να είνε ασφαλές δ’ Αυτόν εν τη γενεθλίω χώρα Του, και τούτο ήτο η Πέραν του Ιορδάνου. Απεχώρησε λοιπόν εις την άλλην Βηθανίαν, την Βηθανίαν πέραν του Ιορδάνου, όπου ο Ιωάννης το πάλαι εβάπτιζε, και διέτριβεν εκεί.
Ποία τα συμβάντα της τελευταίας ταύτης διατριβής, ως και πόσον χρόνον διήρκεσεν αύτη, αγνοούμεν. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης μας λέγει εν τούτοις ότι πολλοί ήρχοντο προς Αυτόν ενταύθα, και επίστευον εις Αυτόν, και εμαρτύρουν ότι ο Ιωάννης, τον οποίον είχον ως Προφήτην, αν και δεν είχε τελέσει θαύματα, είχε φέρει εμφαντικήν μαρτυρίαν περί του Ιησού εν αυτώ τω τόπω, και ότι πάντα όσα είχε μαρτυρήσει ήσαν αληθή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'. Πέραν του Ιορδάνου
Ζήτημα περί διαζυγίου. — Απλή λύσις του ζητήματος. — Ο Μωυσής προσκαίρως επέτρεψε το διαζύγιον. — Η διαφθορά της γενεάς. — Διδασκαλία περί ηθικής αγνότητος. — Γάμος και αγαμία. — Ο Ιησούς ευλογεί τα παιδία. — «Διδάσκαλε αγαθέ». — Το εκατονταπλάσιον των αμοιβών. — Οι εργάται της Αμπέλου.
Όπου το κήρυγμα του Ιησού ήτο και κατ’ ελάχιστον βαθμόν δημόσιον, πανταχού ευρίσκομεν τους Φαρισαίους επιτηρούντας, ελλοχεύοντας δι' Αυτόν, πειράζοντας Αυτόν, προσπαθούντας να παγιδεύσωσιν Αυτόν είς τινα σφαλεράν κρίσιν ή ολεθρίαν απόφασιν. Πλην ίσως η κακοβουλία των ουδέποτε εσχεδίασεν ερώτημα η εις ό απάντησις ήτο τόσον έμπλεως κινδύνου ως όταν ήλθον να Τον πειράξωσι διά του προβλήματος, «Έξεστιν ανδρί απολύειν την γυναίκα αυτού κατά πάσαν αιτίαν;»
Το ζήτημα ήτο περιπεφραγμένον με δυσχερείας πανταχόθεν, και διά πολλούς λόγους. Πρώτον, ο θεσμός του Μωυσέως επί του υποκειμένου ήτο αμφιβόλου εκφράσεως. Τούτο δε είχε δώσει αφορμήν εις σφοδροτάτην αντίθεσιν γνωμών μεταξύ των δύο αξιολογωτέρων εκ των Ραββινικών σχολών. Η διαφορά των σχολών είχεν αποβή εις διαφοράν εις τα έθιμα του έθνους. Τελευταίον αι θεολογικαί, σχολαστικαί, ηθικαί και εθνικαί δυσχέρειαι επί μάλλον είχον περιπλακή διά πολιτικών δυσχερειών, διότι ο άρχων εις ου το κράτος είχε προβληθή το ερώτημα βαθέως διεφέρετο εις την απάντησιν, και είχε παραδώσει ήδη εις θάνατον τον μέγιστον των προφητών ένεκα της τολμηράς εκφράσεως γνώμης πολεμιωτάτης προς την ιδίαν πράξιν του. Ό,τι και αν έπραττον οι έρποντες Ραββίνοι της Γαλιλαίας, ο Άγιος Ιωάννης ο Βαπτιστής, τουλάχιστον, δεν είχεν αφήσει ουδέ σκιάν αμφιβολίας περί του πώς ηρμήνευεν αυτός τον Νόμον του Μωυσέως, και είχεν εκτίσει την ποινήν της ελευθεροστομίας του διά της ιδίας ζωής του.
Ο Μωυσής είχε διατυπώσει τον κανόνα ότι, όταν ανήρ τις ενυμφεύθη γυναίκα, «και αύτη, — δεν ευρίσκη χάριν εις τους οφθαλμούς του, διότι εύρε ρύπον τινά ή κηλίδα εν αυτή, τότε ας γράψη γραμμάτιον αποστασίου, και ας δώση τούτο εις την χείρα αυτής, και ας αποπέμψη αυτήν της οικίας. Και όταν απέλθη της οικίας του, δύναται να υπάγη να γείνη άλλου ανδρός σύζυγος»· Λοιπόν, εν τη ερμηνεία του κανόνος τούτου, το παν εξηρτάτο εκ της εννοίας της εκφράσεως ε ρ β ά θ δ α β β ά ρ, ή μάλλον εκ της εννοίας της απλής λέξεως ε ρ β ά θ. Εσήμαινεν εν γένει σπίλον ή άγος, ο δε Ιλλήλ μετά της σχολής του εξήγει το χωρίον με την έννοιαν ότι πας ανήρ δύναται να διαζευχθή την γυναίκα του διά πάσαν αηδίαν την οποίαν θα ησθάνετο προς αυτήν· καθώς, και αν έβλεπεν, ως είπεν ο ραββίνος Ακίβας, άλλην γυναίκα ήτις να του ήρεσκε περισσότερον· ενώ η σχολή του Σαμμαΐ ηρμήνευε τούτο ως σημαίνον ότι διαζύγιον ηδύνατο μόνον να δοθή εν περιπτώσει σκανδαλώδους ακολασίας. Εντεύθεν οι Εβραίοι είχον την παροιμίαν ότι ο Σαμμαΐ έδενε και ο Ιλλήλ έλυε.
Ο Σαμμαΐ είχεν ηθικώς δίκαιον και εξηγητικώς άδικον· ο Ιλλήλ εξηγητικώς δίκαιον και ηθικώς άδικον. Ο Σαμμαΐ ορθώς απεφαίνετο μόνον καθ' όσον έβλεπεν ότι το πνεύμα της Μωσαϊκής νομοθεσίας δεν καθίστα το διαζύγιον δικαιολογήσιμον εν τω κριτηρίω της συνειδήσεως πλην εν περιπτώσει καταφώρου ανηθικότητος· ο Ιλλήλ ορθώς έκρινεν εφ' όσον έβλεπεν ότι ο Μωυσής είχεν αφήσει μίαν θύραν ανοικτήν διά το διαζύγιον εν τω κριτηρίω του δημοσίου εις μικροτέρας περιπτώσεις παρ' αυτάς. Αλλ' όπως είχον τα πράγματα, το ν' αποφασίση τις προς χάριν της ετέρας των σχολών θα ήτο όχι μόνον θανάσιμος προσβολή κατά της ετέρας, αλλ' η μεγάλη αδημονία διά τους ακολάστους τους πολλούς, η μεγάλη βδελυγμία διά τους υψίφρονας τους ολίγους. Επειδή εις τας ημέρας εκείνας της διαφθοράς η πλειονότης έπραττε κατά την αρχήν την τιθεμένην υπό του Ιλλήλ όπως οι Ιουδαίοι εν τη Ανατολή εξακολουθούν μέχρι της σήμερον να πράττωσι. Τοιαύτη ήτο πράγματι η καθολική ροπή των χρόνων. Εν τω Εθνικώ και ιδίως τω Ρωμαϊκώ κόσμω η στενότης του δεσμού του γάμου τόσον αισχρώς είχε χαλαρωθή, ώστε ενώ επί της δημοκρατίας εκατονταετηρίδες είχον παρέλθη πριν παρουσιασθή έν μεμονωμένον παράδειγμα ελαφρού διαζυγίου, επί της αυτοκρατορίας, τουναντίον, το διαζύγιον ήτο ο κανών και η συζυγική πίστις η εξαίρεσις. Αι ημέραι των Βιργινιών και των Λουκρητιών και Κορνηλίων είχον παρέλθη. Τώρα ήτο η εποχή των Ιουλιών, και των Ποππαδών, των Μεσσαλινών και των Αγριππινών· αι ημέραι καθ' ας, ως λέγει ο Σενέκας, αι γυναίκες ηρίθμουν τα έτη των όχι κατά υπατείας, αλλά κατά τον αριθμόν των διαζυγίων των. Οι Ιουδαίοι είχον μιμηθή, το κακόν παράδειγμα, και αφού η πολυγαμία είχε πέσει εις αχρηστίαν, εθεράπευον ως έγγιστα την έλλειψιν διά της ευχερείας μεθ' ης απέπεμπον μίαν γυναίκα και ελάμβανον δευτέραν. Ο Ιώσηπος, Φαρισαίος μεταξύ των Φαρισαίων, διηγείται άνευ σκιάς απολογίας ότι η πρώτη γυνή του τον είχεν εγκαταλίπει, ότι διεζεύχθη την δευτέραν αφού είχε γεννήσει τρία τέκνα, και ενυμφεύθη τρίτην. Αλλ' εάν ο Ιησούς απεφαίνετο υπέρ της γνώμης του Σαμμαΐ, τότε θα εξέφραζε την κοινήν γνώμην ότι ο Ηρώδης Αντίπας ήτο διττώς μοιχός, μοιχός διά μοιχείας συναφθείς προς μοιχαλίδα.
Αλλ' ο Ιησούς ήτο αδιάφορος και προς την μήνιν των πολλών και προς την οφρύν του τυράννου. Η μόνη πρόθεσίς Του ήτο να δώση και προς τοιούτους εξεταστάς οποίοι αυτοί αποκρίσεις ικανάς να τους αναβιβάσωσιν εις κρείττονα σφαίραν. Το αξίωμά των, «έστι νόμιμον;» εάν ήτο ειλικρινές, θα εμπεριείχε την απάντησιν εις την ιδίαν ερώτησίν των. Ουδέν είνε νόμιμον προς πάντα άνθρωπον αμφιβάλλοντα περί της νομιμότητός του. Ο Ιησούς, αντί να τους απαντήση, τους παραπέμπει εις την πηγήν όπου ηδύνατο να ευρεθή η αληθής απάντησις. Αποκρινόμενος εις το «έστι νόμιμον;» διά του «ουκ ανέγνωτε;» υπομιμνήσκει αυτούς ότι ο Θεός, όστις εξ αρχής άρρεν και θήλυ είχε ποιήσει τον άνθρωπον, εσήμανε διά τούτου την θέλησίν Του ώστε ο γάμος να είνε η στενωτάτη και αδιαρρηκτοτάτη των σχέσεων υπερέχουσα και υπερβάλλουσα όλας τας λοιπάς.
«Διατί άρα, ερωτώσιν, έτοιμοι να τον περιπλέξωσιν εις αντίθεσιν προς τον Νόμον, διατί ο Μωυσής προσέταξε να δίδεται γράμμα αποστασίου, και ν' Αποπέμπητε αυτή; Ο τρόπος της ερωτήσεώς των εμπεριείχεν εν των ψευδών εκείνων σχημάτων των τόσω κοινών μεταξύ των λατρευτών του γράμματος, και επί του ψεύδους τούτου εθεμελίουν την ανεστραμμένην πυραμίδα των ψευδεστέρων συμπερασμάτων των. Ο Ιησούς τους διώρθωσε. «Μωσής διά την σκληροκαρδίαν υμών επέτρεψεν υμίν του απολύειν τας γυναίκας υμών· αλλ' απ' αρχής ουκ ην ούτω». Είτα προσθέτει φοβεράν και ρητήν την καταδίκην του Ηρώδου Αντίπα, χωρίς να τον ονομάση. «Όστις απολύει την γυναίκα αυτού και νυμφεύεται άλλην, παρεκτός λόγου μοιχείας, μοιχάται· και όστις νυμφευθή απολελυμένην, μοιχάται». Και η πράξις του Ηρώδου ήτο το χείριστον παράδειγμα αμφοτέρων των ειδών της μοιχείας, διότι, ενώ συνώκει με αθώαν και αδιάζευκτον γυναίκα, προσέλαβε την ένοχον αλλ' αδιάζευκτον εισέτι γυναίκα του Ηρώδου Φιλίππου, του αδελφού και ξένου του· και είχε πράξει τούτο, άνευ ίχνους δικαιολογίας, εξ ενόχου πάθους, οπότε το έαρ της ζωής και αυτού και της παλλακίδος του είχε παρέλθη.
Εάν οι Φαρισαίοι ήθελον να κάμουν χρήσιν της αποκρίσεως ταύτης όπως φέρωσι τον Ιησούν εις σύρραξιν προς τον Αντίπαν, και εφελκύσωσιν επί της θείας κεφαλής Του την τύχην του Βαπτιστού, δυνατόν να το έπραξαν· και αν ήθελον να δηλητηριάσωσι σφοδρότερον εναντίον Του τας σχολάς του Ιλλήλ και του Σαμμαΐ, αίτινες αμφότεραι εφαίνοντο ούτω εν πλάνη διατελούσαι (η μεν του Ιλλήλ δι' έλλειψιν ηθικής εμβαθύνσεως, η δε του Σαμμαΐ δι' απουσίαν εξηγητικής οξύτητος) δυνατόν να το έπραξαν. Αλλ' Εκείνος εν τω μεταξύ είχε ρίψει πλήμμυραν φωτός επί των δυσχερειών της Μωσαϊκής νομοθεσίας, δείξας ότι αύτη ήτο προσωρινή, όχι οριστική, παροδική, όχι αιωνία. Εκείνο το οποίον οι Εβραίοι, ακολουθούντες τον περίφημον Ιλλήλ των, εθεώρουν ως θείαν άδειαν, εφ' ή να σεμνύνωνται, ήτο τουναντίον κατ' ανοχήν υπάρχον κακόν, εφ' ω έπρεπε να αισχύνωνται· ήτο πράγματι μόνιμος μαρτυρία εναντίον της σκληροκαρδίας των και της απειθείας των.
Οι Φαρισαίοι, κατησχυμμένοι ως συνήθως, ευρέθησαν και αύθις αντιμέτωποι υψηλοτέρας σοφίας και θειοτέρας βαθυνοίας, και απεσύρθησαν όπως βυσσοδομήσωσι νέας σκευωρίας εξ ίσου κακοβούλους και εξ ίσου ματαίας. Αλλά τίποτε δεν δύνανται πληρέστερον να δείξη την αναγκαιότητα της του Χριστού διδασκαλίας ή το γεγονός ότι και οι μαθηταί εξεπλάγησαν και ηθύμησαν εκ τούτου. Εν τη κακή εκείνη γενεά, ότε η διαφθορά ήτο τόσον παγκόσμιος, ότε εν Ρώμη ο γάμος είχεν εκπέση εις τοσαύτην αχρηστίαν και καταφρόνησιν, ώστε εδέησε νόμος να ψηφισθή τιμωρών την αγαμίαν διά προστίμου, ενόμισαν την αυστηρότητα της εντολής του Κυρίου τόσον τραχείαν, ώστε η αγαμία εφάνη προκριτωτέρα· και την γνώμην ταύτην εξέφρασαν όταν ευρέθησαν και πάλιν μετ' Αυτού εν τη οικία. Οποία θανάσιμος πληγή θα κατεφέρετο κατά της ευημερίας του κόσμου και κατά της χρηστοηθείας του κόσμου, εάν Εκείνος συγκατένευεν εις το άφρον συμπέρασμά των! Και πόσον θαυμασία απόδειξις είνε της θεότητός Του ότι ενώ πας άλλος έξοχος της ηθικής διδάσκαλος, και οι άριστοι και μέγιστοι πάντων, εξέφρασεν ή ενέκρινε πολλάς κινδυνώδεις πλάνας, αίτινες συνετέλεσαν εις το να δηλητηριάσωσι τον βίον των εθνών, όλα τα ρήματα του Κυρίου Ιησού ήταν θεσπεσίως υγιά ρήματα.
Εν τη απαντήσει Του δεν δίδει την γενικήν εκείνην προτίμησιν εις την αγαμίαν, ήτις τόσον θα εξετιμάτο υπό των ασκητών και των μοναχών, και θα ετάραττε τας συνειδήσεις πολλών των οποίων η ένωσις εξ ουρανών ευλογήθη. Ηρνήθη να εκφέρη ως προς την κατάστασιν της αγαμίας τόσον απόλυτον κύρωσιν. Παν ό,τι είπεν υπήρξεν ότι αύτη η παρατήρησίς των ως προς το ασύμφορον του γάμου δεν έχει τόσον γενικήν εφαρμογήν· ότι είνε αδύνατον και απευκταίον διά τους πολλούς, και καλόν μόνον διά τους εκλεκτούς τους ολίγους. Τινές τω όντι είνε απροσφυείς διά τον ιερόν δεσμόν εκ των περιστάσεων της γεννήσεως ή της κατασκευής των· άλλοι πάλιν καθίστανται ακατάλληλοι διά των ατίμων, αλλά κοινών τότε, ωμοτήτων της δουλείας και του ανδραποδισμού· και άλλοι οίτινες απέχουσι πάσης σκέψεως περί γάμου διά θρησκευτικούς λόγους ή συνεπεία υψηλοτέρων αναγκών. Ούτοι είνε εκείνοι «οις δέδοται». Των μεν χρέος είνε να νυμφεύωνται, και να υπηρετώσι τω Θεώ εν τη εγγάμω καταστάσει· των δε χρέος δυνατόν να είνε να μη νυμφευθώσι, και ούτω να ευαρεστήσωσι τω Θεώ ως άγαμοι. Δεν υπάρχει εις τους λόγους τούτους του Χριστού όλη εκείνη η δυσχέρεια την οποίαν τινές εύρον εις τούτους. Αι εντολαί Του υπομνηματίζονται άριστα εν τω ζ' και τω θ’ κεφαλαίω της Προς Κορινθίους Πρώτης Επιστολής, και η έννοιά των η σαφής είνε ότι, εκτός των σπανίων παραδειγμάτων της φυσικής προς γάμον ανικανότητος, ολίγαι υπάρχουσιν άλλαι περιπτώσεις, και αύται σχετίζονται με την εις ειδικήν υπηρεσίαν του Θεού αφιέρωσιν και με υψηλήν διακονίαν.
Και ως συγκινητικόν σχόλιον εις τους υψηλούς τούτους λόγους, ως απόδειξις της θείας αποφάσεώς Του ότι ο γάμος είνε τίμιος εν πάσι και η κοίτη αμίαντος, επήλθεν η περίστασις ότι ο Κύριος έλαβε μέρος εις σκηνήν ήτις έμελλε να θέλγη διά πάντοτε τας φαντασίας των ποιητών και ζωγράφων. Εκείνος όστις ως πρώτον θαύμα Του εποίησε το να ευλογήση δι' αποτελεσματικού σημείου την αθώαν χαράν του γάμου, ως μίαν των τελευταίων πράξεων της επιγείου ζωής Του έσχε το να περιπτυχθή παιδία εις τας αγκάλας Του. Φαίνεται ότι είχε γνωσθή ανά την χώραν, την πέραν του Ιορδάνου, ότι ο καιρός της αναχωρήσεώς Του επλησίαζε· και εν συνειδήσει ίσως των λόγων τους οποίους αρτίως είχεν εκφέρει, πατέρες και μητέρες και οικείοι έφερον προς Αυτόν τους καρπούς των ιερών δεσμών, νεαρά παιδία και βρέφη, με σκοπόν να τα επιψαύση και να τα ευχηθή. Πριν ή καταλίπη εσαεί αυτούς, ήθελον να Τον αποχαιρετίσωσι πανηγυρικώς· ήθελον να καρπωθώσιν οιονεί την κληρονομίαν της ιδιαιτέρας ευλογίας Του διά την μέλλουσαν γενεάν. Οι μαθηταί έκριναν την διαγωγήν των προπετή και άκαιρον. Δεν επιθύμουν να ενασχολήται ο Διδάσκαλος των άνευ ανάγκης· δεν ηγάπων να διακόπτωνται εις τας υψηλάς συνδιαλέξεις των. Ηγανάκτουν διότι πολλαί απλοϊκαί γυναίκες και παιδία εισήρχοντο και παρεμπόδιζον σπουδαιότερα πρόσωπα και συμφέροντα. Αι γυναίκες δεν ετιμώντο ούτε τα παιδία ηγαπώντο κατά την αρχαιότητα όπως τώρα· ακτινωτός στέφανος ρωμαντισμού και τρυφερότητος δεν τας περιέβαλλε τότε· συχνότατα επεβάλλοντο εις επαισχύντους σκληρότητας και εις αλγεινήν ολιγωρίαν. Αλλ' εκείνος όστις ήλθε διά να είνε φίλος όλων των αμαρτωλών και βοηθός όλων των πασχόντων, ήλθεν ομοίως και διά να υψώση την γυναίκα εις την τιμήν την πρέπουσαν, εκατονταετηρίδας πριν το Τευτονικόν στοιχείον της νεωτέρας κοινωνίας αναφανή όλως, και διά να είνε προστάτης της αβοηθήτου παιδικότητος και της βρεφωσύνης της ακάκου. Και τα μη έχοντα ακόμη συνείδησιν νεογνά έμελλον να γίνωνται δεκτά εις την Εκκλησίαν Του διά του υψηλού μυστήριου Του του Βαπτίσματος, να γίνωνται δε μέλη Αυτού, και κληρονόμοι της βασιλείας Του. Έστρεψε την επιτίμησιν των μαθητών κατ' αυτών τούτων· εδυσφόρησε τόσον προς αυτούς, όσον εκείνοι προς τους γονείς και τα παιδία. «Άφετε τα παιδία», είπε, με λέξεις τας οποίας έκαστος των συνοπτιστών διετήρησεν ημίν εν τη αθανάτω αυτών τρυφερότητι, «Άφετε τα παιδία έρχεσθαι προς Με, και μη κωλύετε αυτά, των γαρ τοιούτων εστίν η βασιλεία των ουρανών». Και αφού τα περιεπτύχθη εις τους βραχίονάς Του, έθεσεν επ' αυτά τας χείρας και τα ευλόγησε, προσέθηκε πάλιν την συνεχώς αναγκαιούσαν, και διά τούτο συνεχώς επαναλαμβανομένην, νουθεσίαν, «ος αν μη δέξηται την βασιλείαν των ουρανών ως παιδίον, ου μη εισέλθη εις αυτήν».
Όταν η ωραία αύτη σκηνή παρήλθε, διηγείται ο Ματθαίος ότι ανεχώρησεν εις την οδόν Αυτού, πιθανώς διά την νέαν εκείνην επίσκεψιν εις την άλλην Βηθανίαν, περί ης θα είπωμεν εν τω επομένω κεφαλαίω· και καθ' οδόν συνέβη άλλο επεισόδιον, το οποίον ενετυπώθη τόσον βαθέως εις τα πνεύματα των θεατών, ώστε και τούτο απεμνημονεύθη υπό των Ευαγγελιστών εν τριπλή αφηγήσει.
Νέος τις μεγάλου πλούτου και υψηλής θέσεως φαίνεται αιφνιδίως να κατελήφθη υπό πεποιθήσεως, ότι είχε παραμελήσει μέχρι τούδε ευκαιρίαν ανεκτίμητον, και ότι Εκείνος όστις μόνος θα ηδύνατο να εξηγήση προς αυτόν την αληθή σημασίαν της ζωής ήτο ήδη εις δρόμον όπως απέλθη απ’ αυτών. Αποφασίσας άρα να μη υστερήση, ήλθε τρέχων, πνευστιών, εύθυμος, με τρόπον όστις εξέπληξε πάντας τους ιδόντας, και γονυπετών προ των ποδών του Ιησού εφώνησε: «Διδάσκαλε αγαθέ, τι ποιήσω ίνα ζωήν αιώνιον κληρονομήσω;»
Ο Ιησούς απεκρίθη: «Τι με λέγεις αγαθόν; Ουδείς αγαθός ειμή είς, ο Θεός.» Ήθελε τόσον να δεχθή τον τίτλον α γ α θ ό ς όσον ήθελε να δεχθή και τον τίτλον Μ ε σ σ ί α ς, διδόμενον με ψευδή έννοιαν. Όθεν εδείκνυε προς τον νεαρόν άρχοντα ότι, αφού ήρχετο προς Αυτόν ως προς ψιλόν άνθρωπον, η προσαγόρευσίς του, καθώς και η ερώτησίς του, ήτο εσφαλμένη. Ουδείς δύναται άλλον ακρογωνιαίον λίθον να θέση παρά τον κείμενον, όστις είνε ο Χριστός, είτα εξηκολούθησεν: «Ει θέλεις εις την ζωήν εισελθείν, τήρησον τας εντολάς».
Ο νέος δεν επερίμενε τόσον εναργή την απάντησιν. Δεν δύνατο να πιστεύση ότι παραπέμπεται απλώς εις τας Δέκα Εντολάς, όθεν ερωτά εν εκπλήξει, «Ποίας Εντολάς;» Ο Ιησούς, επειδή ο νεανίσκος κάτι επεθύμει να π ο ι ή σ η, αναφέρει αυτώ απλώς τας της Δευτέρας Πλακός, διότι, ως καλώς παρετηρήθη, ο Χριστός παραπέμπει τους υπερηφάνους εις τον Νόμον, και καλεί τους ταπεινούς εις το Ευαγγέλιον. «Διδάσκαλε, απήντησεν εν εκπλήξει ο νέος, ταύτα πάντα εφυλαξάμην εκ νεότητός μου». Αναμφιβόλως κατά το γράμμα δυνατόν να είχε πράξει ούτω, όπως μυριάδες έπραξαν· αλλά προφανώς δεν εγνώριζε πώς ηρμήνευεν ο Χριστός τας εντολάς ταύτας. Και ο Ιησούς, βλέπων την ειλικρίνειάν του, τον εξετίμησε, και προέβαλεν αυτώ μίαν δοκιμασίαν. Ο νεανίσκος δεν ηρκείτο εις τα τετριμμένα· απέβλεπεν εις τα ηρωικά, ή μάλλον του εφαίνετο ότι απέβλεπε· διά τούτο ο Ιησούς του έδωκε μίαν ηρωικήν πράξιν να εκτελέση. «Έν έτι λείπεταί σοι», είπε, και τον προέτρεψε να υπάγη, να πωλήση τα υπάρχοντά του, να τα μοιράση εις τους πτωχούς, και ύστερον να έλθη να Τον ακολουθήση.
Τούτο ήτο παραπολύ. Ο νεαρός άρχων απήλθε περίλυπος, επειδή είχε πολλά κτήματα. Επροτίμησε τας ανέσεις της γης από τους θησαυρούς του ουρανού· δεν ήθελε ν' αγοράση τα αγαθά της αιωνιότητος παραιτούμενος τα εγκόσμια. Και ούτω εκλείπει από την Ευαγγελικήν ιστορίαν· ουδέ γνωρίζουσιν οι Ευαγγελισταί περιπλέον τι περί αυτού. Αλλ' η φαντασία η αυστηρά και μελαγχολική του ποιητού Δάντου τον παρακολουθεί, κ' ευρίσκει εκεί, εις τον άλλον κόσμον, μεταξύ άλλων ψυχών μαραμμένων και πλανωμένων ως φύλλα φθινοπωρινά, την σκιάν εκείνου «όστις εξ ανανδρίας έκαμε την μεγάλην άρνησιν».
Δυνάμεθα να ελπίσωμεν και να πιστεύσωμεν κρείττονα τελευτήν εις άνθρωπον προς τον οποίον ο Ιησούς, ως προσέβλεψεν, ησθάνθη συμπάθειαν. Αλλ' η απροθυμία του νεανίσκου εις το να υποστή την θυσίαν, ελύπησε τον Ιησούν, και περιβλέψας προς τους μαθητάς Του είπε: «Πώς δυσκόλως οι τα χρήματα έχοντες εισελεύσονται εις την βασιλείαν των ουρανών!» Οι λόγοι και πάλιν τους εξέπληξαν ως λίαν αυστηροί. Δεν ηδύνατο άρα αγαθός ανήρ να είνε πλούσιος, ουδέ πλούσιος να είνε αγαθός; Αλλ' ο Ιησούς μόνον απήντησε, μετριάζων το θλιβερόν και αυστηρόν των λόγων διά της φιλοστόργου προσφωνήσεως «παιδία». Παιδία, πόσον δύσκολον είνε να εισέλθη τις εις την βασιλείαν του Θεού! «Ευκολώτερόν εστι κάμηλον διά τρυμαλιάς ραφίδος διελθείν ή πλούσιον εις την βασιλείαν του Θεού εισελθείν.» Ηδύναντο βεβαίως να εκπλαγώσιν υπέρ το μέτρον. Δεν υπήρχε λοιπόν τότε ελπίς διά τον Νικόδημον, ούτε δι' Ιωσήφ τον από Αριμαθείας; Βεβαίως υπήρχε. Η διδασκαλία του Χριστού περί πλούτου ήτο τόσω ολίγον Εβιωνιτική όσον η διδασκαλία περί γάμου ήτο Εσσαϊκή. Τα φύσει αδύνατα είνε χάριτι δυνατά· τα αδύνατα παρ' ανθρώποις, δυνατά παρά τω Θεώ. Ο Χριστός ωμίλει μόνον περί του ανθρωπίνως αδυνάτου· και κατεδίκαζε κυρίως, την προσκόλλησιν εις τα χρήματα, την υπέρμετρον πεποίθησιν εις αυτά, όχι απλώς την κτήσιν των χρημάτων. Πλην είνε, ως μη ώφελεν, αληθές ότι η μεγάλη πλειονότης των πλουσίων προσκολλάται υπερμέτρως εις τα εγκόσμια αγαθά, εκπίπτει δε ή εις φιλοκοσμίαν και κενοδοξίαν μωράν, ή εις ρυπαράν φιλαργυρίαν.
Τότε μετά συγκινήσεως ο Πέτρος είπεν: «Ιδού ημείς κατελίπομεν πάντα και ηκολουθήσαμέν Σοι». Η απάντησις του Ιησού ήτο άμα μεγάλη εγκαρδίωσις και επίσημος νουθεσία. Η εγκαρδίωσις ήτο ότι δεν υπάρχει παράδειγμα αυτοθυσίας, ήτις, και εν τούτω τω κόσμω, και εν μέσω διωγμών, να μη λάβη την εκατονταπλασίαν αύξησίν της εν τω θερισμώ των πνευματικών ευεργετημάτων· και εις τον κόσμον τον μέλλοντα θ’ ανταμειφθή διά του αμυθήτου βραβείου της αιωνίας ζωής. «Εν τη παλιγγενεσία, καθίσετε επί θρόνων κρίνοντες τας δώδεκα φυλάς του Ισραήλ». Η δε νουθεσία ήτο η συνήθης ην και πρότερον ήκουσαν, ότι πολλοί εκ των πρώτων έσονται έσχατοι, και οι έσχατοι πρώτοι. Και όπως εντυπώση επ' αυτούς ακόμη πληρέστερον ότι η βασιλεία των ουρανών δεν είνε υπόθεσις εμπορικού υπολογισμού ή ακριβούς ισοδυνάμου, ότι δεν ηδύνατο να γείνη διαπραγμάτευση προς τον Ουράνιον Οικοδεσπότην, ότι ενώπιόν του θείου οφθαλμού και της θείας κρίσεως οι εθνικοί δύνανται να γείνωσι δεκτοί προ των Ιουδαίων, οι Τελώναι προ των Φαρισαίων, και νέοι προσήλυτοι προ των γηραιών Αποστόλων, διηγήθη αυτοίς την Παραβολήν των Εργατών του Αμπελώνος. Η παραβολή αύτη, προς τοις άλλοις διδάγμασι, εμπεριείχε την αλήθειαν ότι, ενώ ουδείς ο υπηρετών τω Θεώ θα ψευσθή της δικαίας αμοιβής του, εν τω ουρανώ δεν δύναται να υπάρχωσι γογγυσμοί, φθόνοι, ούτε αντίζηλοι συγκρίσεις της αξίας εκάστου, ούτε ευτελείς περί πρωτοκαθεδρίας έριδες, ούτε οικτραί φιλονικίαι περί του τις πλείονα ειργάσθη, ή τις ελάχιστα έλαβε. «Φιλότιμος γαρ ων ο Δεσπότης, αναπαύει τον της ενδεκάτης, καθάπερ και τον εργασάμενον από της πρώτης· κακείνω δίδωσι και τούτω χαρίζεται· και τα έργα δέχεται, και την γνώμην ασπάζεται· και την πράξιν τιμά και την πρόθεσιν επαινεί».
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'. Η Έγερσις του Λαζάρου
Μήνυμα προς τον Ιησούν. — Δύο ημερών βραδύτης. — «Άγωμεν και ημείς ίνα αποθάνωμεν μετ' αυτού». — Η προϋπάντησις της Μάρθας. — «Εγώ ειμι η Ανάστασις και η Ζωή». — Αγωνία της Μαρίας. — Βαθεία συγκίνησις του Ιησού. — Σκηνή παρά τον τάφον. — «Λάζαρε, δεύρο έξω». — Η σιωπή των τριών Ευαγγελιστών. — Το συμβούλιον του Καϊάφα. — «Συμφέρει ίνα απολέσθαι».
«Έχω τας κλεις του άδου και του θανάτου». (Αποκάλ Α'. 18).
Αύται αι αποχαιριτιστήριοι ομιλίαι και διδασκαλίαι ίσως ανήκουσιν εις τας δύο ημέρας, τας μετά το μήνυμα το οποίον ο Ιησούς, ενώ ήτο ακόμη εν Βηθανία τη πέραν του Ιορδάνου, έλαβεν από την άλλην Βηθανίαν, όπου συχνά είχεν εύρη φιλοξενίαν. Το μήνυμα τούτο ήτο, «Κύριε, ον φιλείς ασθενεί». Ο Λάζαρος ήτο ο μόνος στενός φίλος τον οποίον είχεν ο Ιησούς έξω του κύκλου των Αποστόλων Του, και το επήγον άγγελμα ήτο προφανώς πρόσκλησις όπως έλθη Εκείνος ενώπιόν του οποίου, εφ' όσον γνωρίζομεν, δεν συνέβη επιθανάτιος σκηνή.
Αλλ' ο Ιησούς δεν ήλθεν. Ηρκέσθη μόνον, ενώ απησχολείτο εις σπουδαία έργα, να πέμψη το μήνυμα ότι «αύτη η ασθένεια δεν ήτο προς θάνατον, αλλά προς δόξαν Θεού», και έμεινε δύο ημέρας περισσότερον όπου ευρίσκετο. Εις το τέλος των δύο τούτων ημερών είπε προς τους μαθητάς Του:
«Άγωμεν εις την Ιουδαίαν και πάλιν». Οι μαθηταί υπέμνησαν Αυτώ, πως τελευταίον οι Ιουδαίοι εκεί είχον ζητήσει να τον λιθοβολήσωσι, και τον ηρώτησαν πώς θα ερριψοκινδύνευε να υπάγη πάλιν εκεί· αλλ' Αυτός απήντησεν ότι κατά τας δώδεκα ώρας της ημερησίας εργασίας Του ηδύνατο να περιπατή εν ασφαλεία, διότι το φως του έργου Του, το οποίον ήτο το θέλημα του Ουρανίου Πατρός Του, θα τον εφύλαττεν από παντός κινδύνου. Και είτα τους είπεν ότι, «Λάζαρος ο φίλος ημών κεκοίμηται, και πορεύομαι ίνα εξυπνίσω αυτόν». Τρεις εξ αυτών τουλάχιστον έπρεπε να ενθυμώνται πως, μίαν άλλην φοράν, είχεν ονομάσει ύπνον τον θάνατον· αλλ' ή εσιώπων ούτοι, άλλων λαλούντων, ή ήσαν λίαν βραδείς τη καρδία και δεν το ανελογίζοντο. Επειδή υπέθεσαν ότι ωμίλει περί συνήθους ύπνου, εδέησε να τους είπη καθαρά ότι ο Λάζαρος απέθανε, και έχαιρε δι' αυτούς, επειδή θα απήρχετο να τον επαναφέρη εις Την ζωήν. «Υπάγωμεν και ημείς, είπεν ο φιλόστοργος αλλά δύσθυμος Θωμάς, ίνα αποθάνωμεν μετ' αυτού»· ως εάν έλεγεν, είνε ανωφελές και επικίνδυνον το σχέδιον, αλλ' όμως ας υπάγωμεν.
Αναχωρήσας λίαν πρωί ο Ιησούς ευκόλως θα διήνυε την οδόν (περί τα είκοσι μίλια) προ της δύσεως του ηλίου. Αλλ' άμα φθάσας, εστάθη έξω του μικρού χωρίου. Η γειτνίασίς του προς τα Ιεροσόλυμα, οπόθεν απέχει ολιγώτερον των δύο μιλίων, και το εύπορον και η κοινωνική τάξις της οικογενείας, είχε προσελκύσει συρροήν γνωρίμων Ιουδαίων όπως συμπενθήσωσι και παρηγορήσωσι τας δύο αδελφάς· και ήτο ευχής έργον να ενεργώσι μετά προφυλάξεως ο Ιησούς και οι μαθηταί Του, παρακινδυνεύοντες εν μέσω τοιούτων αποφασιστικών εχθρών. Αλλ' ενώ η Μαρία, πιστή εις τας ερημικάς και θεωρητικάς διαθέσεις της, εκάθητο εν τη οικία αγνοούσα την προσέγγισιν του Κυρίου, η δραστηριωτέρα Μάρθα είχε λάβη είδησιν ότι ο Ιησούς έρχεται, και πάραυτα έτρεξεν εις προϋπάντησίν Του. (10)
Ο Λάζαρος είχε αποθάνη την αυτήν ημέραν ότε ο Ιησούς είχε λάβη το άγγελμα περί της ασθενείας του· δύο ημέραι είχον παρέλθη ενώ ηργοπόρει εις την Πέραν του Ιορδάνου, η τετάρτη κατηναλώθη εις την οδοιπορίαν. Η Μάρθα δεν ηδύνατο να εννοήση την θλιβεράν ταύτην βραδύτητα. «Κύριε, είπε, με τόνον παραπόνου, εάν ήσο εδώ, δεν θα απέθνησκεν ο αδελφός μου. Αλλ' όμως και τώρα…» φαίνεται να τρέφη αμυδράν ελπίδα ότι δυνατόν να επέλθη ανακούφισίς τις εις την στέρησίν των. Αι ολίγαι λέξεις αίτινες ακολουθούσιν είνε λέξεις τα μάλιστα αξιομνημόνευτοι· είνε δήλωσις του Ιησού ήτις επήνεγκε παραμυθίαν όχι εις την Μάρθαν μόνον, αλλ' εις εκατοντάδας μυριάδων έκτοτε, και θα εξακολουθή να παρηγορή τον κόσμον μέχρι συντελείας:
«Μη φοβού, αναστήσεται ο αδελφός σου».
Η Μάρθα δεν είχεν ονειροπολήσει ότι ο Λάζαρος θ’ αφυπνίζετο τώρα από τον ύπνον του θανάτου, και ηδυνήθη μόνον ν' απαντήση, «Οίδα ότι αναστήσεται εν τη αναστάσει, εν τη εσχάτη ημέρα».
Ο Ιησούς είπεν αυτή:
&«Εγώ ειμι η Ανάστασις και η Ζωή· ο πιστεύων εις Εμέ, καν αποθάνη, ζήσεται· και ο ζων και πιστεύων εις Εμέ ου μη αποθάνη εις τον αιώνα&. Πιστεύεις τούτο;»
Δεν ήτο διά πνεύμα οποίον το της Μάρθας να διακρίνη τας εναλλασσούσας σκέψεις περί σωματικού και πνευματικού θανάτου, αίτινες ήσαν ηνωμέναι εν τη βαθεία ταύτη εκφράσει· αλλά χωρίς να σταθή και να εμβαθύνη, η πιστή αγάπη της έδωκε την απάντησιν: «Ναι, Κύριε, πιστεύω ότι Συ ει ο Χριστός, ο Υιός του Θεού, ο ερχόμενος εις τον κόσμον».
Αφού εξέφερε την μεγάλην ταύτην ομολογίαν, απήλθε προς αναζήτησιν της αδελφής της, περί ης είχεν ερωτήσει ο Ιησούς, και ης η καρδία και η διάνοια, καθώς εφαίνετο η Μάρθα αυθορμήτως αισθανομένη, ήσαν ευαρμοστότερα όπως περιλάβωσι τοιαύτας υψηλάς αληθείας. Εύρε την Μαρίαν εν τη οικία, και η τε μυστικότης μεθ' ης έδωκε την είδησιν της παρουσίας του Ιησού, και η σπουδή και σιγή μεθ' ης η Μαρία ηγέρθη να υπάγη προς συνάντησιν του Κυρίου δεικνύουσιν ότι ανάγκη ήτο προφυλάξεων, και ότι η επίσκεψις του Χριστού δεν ήτο όλως άνευ κινδύνου. Οι Ιουδαίοι οίτινες την παρηγόρουν, και τους οποίους αιφνιδίως ούτω κατέλιπεν αύτη, ηγέρθησαν να την ακολουθήσωσιν εις το μνήμα, όπου ενόμισαν ότι μετέβαινε διά να κλαύση· αλλά τάχιστα είδον το αληθές αντικείμενον του κινήματός της. Έξω του χωρίου εύρον τον Ιησούν περιεστοιχισμένον υπό των φίλων Του, και είδον την Μαρίαν να τρέχη προς Αυτόν, και να πίπτη εις τους πόδας Του, εκφέρουσα το αυτό αγωνιώδες παράπονον όπερ και η αδελφή της. «Κύριε, ει ης ώδε, ουκ αν μου απέθανεν ο αδελφός». Η μεγαλειτέρα σφοδρότης της συγκινήσεως της ωμίλει εις τας ολιγωτέρας λέξεις της και εις την σφοδροτέραν αγωνίαν της, και δεν ηδύνατο πλέον τι να προσθέση. Δυνατόν η στοργή της να ήτο βαθυτέρα ή ώστε να επιτρέψη όπως φανή τόσον εύελπις όσον η αδελφή της· δυνατόν μετά ταπεινοτέρου σεβασμού και ευλαβείας να άφηνε τα πάντα εις τον Κύριόν της.
Η όψις όλης αυτής της αγάπης και της λύπης, το οικτρόν θέαμα της ανθρωπίνης στερήσεως, η εσχάτη ματαιότης εν τοιαύτη στιγμή της ανθρωπίνης παραμυθίας, το άφατον παράπονον, «ω, διατί να μη είσαι εδώ να σώσης τον φίλον σου από το κέντρον του θανάτου και ημάς από το πικρότερον κέντρον του χωρισμού;» Όλα ταύτα έθιξαν την τρυφεράν συμπάθειαν του Ιησού εις βαθείαν συγκίνησιν. Στιβαρά προσπάθεια όπως κρατήση της συγκινήσεώς του εχρειάσθη (τούτο φαίνεται να σημαίνη το «Ενεβριμήσατο τω πνεύματι», το οποίον κατά γράμμα ερμηνεύεται «ηγανάκτησε τω πνεύματι», κατ' άλλους επί τη απιστία των παρεστώτων), ερρίγησε δε όλος ο Ιησούς («ετάραξεν εαυτόν»), πριν δυνηθή να εύρη λέξεις να ομιλήση, και τότε εδυνήθη μόνον να ερωτήση: «Πού τεθείκατε αυτόν; Λέγουσιν Αυτώ, «Κύριε, έρχου και ίδε»· Τότε εδάκρυσεν ο Ιησούς. Τα δάκρυά Του δεν έμειναν απαρατήρητα, και ενώ τινες των Ιουδαίων έλεγον «Ίδε πώς αυτόν εφίλει», άλλοι εν αμφιβολία ηρώτων, «Δεν ηδύνατο ούτος ο ανοίξας τους οφθαλμούς του τυφλού να σώση και τον φίλον Του από του θανάτου;» Δεν είχον ακούσει πως εις έν απώτερον χωρίον της Γαλιλαίας είχεν εγείρει τον νεκρόν· αλλ' εγνώριζον ότι εν Ιερουσαλήμ είχεν ανοίξει τους οφθαλμούς του εκ γενετής τυφλού, και τούτο εφαίνετο αυτοίς όχι ολιγώτερον καταπλήσσον θαύμα. Αλλ' ο Ιησούς εγνώριζε και ήκουε τα σχόλιά των, και πάλιν η όλη σκηνή, το γνησίως αλγεινόν ταύτης, αι μισθωτοί θρηνωδοί, τα μη κοπάζοντα μίση, όλα συγκεντρωμένα πέριξ του απαισίου έργου του θανάτου, επήλθον τόσον ισχυρώς εις το πνεύμα Του, ώστε, καίτοι εγίνωσκεν ότι έβαινε διά ν' αναστήση τον νεκρόν, «πάλιν εμβριμώμενος εν Εαυτώ» και ταραττόμενος έφθασεν εις το μνημείον. Ήτο δε, ως πολλά εκ των Ιουδαϊκών, είδος άντρου σκεπασμένου με πέτραν εις την είσοδον.
Το χωρίον, η Βηθανία, καλείται σήμερον Ελαζαριέ, κατά παραφθοράν του ονόματος του Λαζάρου, και εις παντοτεινήν ανάμνησιν του θαύματος. Δεικνύεται δε και έν σπήλαιον ως το μνημείον του Λαζάρου.
Ο Ιησούς διέταξε ν' αφαιρέσωσι τον λίθον από το στόμιον του μνημείου. Τότε επενέβη η Μάρθα. «Κύριε, τεταρταίος εστι, και ήδη όζει». Επισήμως ο Ιησούς υπέμνησε την ιδίαν υπόσχεσίν Του, και αφηρέθη ο λίθος από του μνήματος. Εκείνος έστη παρά την θύραν του μνημείου, και οι άλλοι έστησαν ολίγον απωτέρω, τους οφθαλμούς έχοντες προσηλωμένους επί το σκοτεινόν και σιγηλόν κοίλωμα. Ρίγος έπεσεν επί πάντας αυτούς καθώς ο Ιησούς ύψωσε τους οφθαλμούς, και ευχαρίστησε τω Θεώ επί τη επικειμένη κυρώσει της δεήσεώς Του. Και τότε, υψώσας εις τους καθαρωτάτους τόνους την φωνήν εκείνην της φοβεράς εξουσίας, και εκφέρων, ως σύνηθες παρ' αυτώ εις τοιαύτην ευκαιρίαν, τας συντομωτάτας φράσεις, έκραξε:
&«Λάζαρε, δεύρο έξω!»&
Οι λόγοι ούτοι διεπέρασαν και πάλιν διά φοβερού παλμού την χώραν του ανεξερευνήτου σκότους, το οποίον μας χωρίζει από τον κόσμον τον μέλλοντα· και μόλις τους είχεν εκφέρει, όταν, ως φάσμα ζων, άπιστον θέαμα, πιστόν άκουσμα, γεγονός παράδοξον και καταπληκτικόν, εξήλθε μία μορφή, λευκή, σπαργανωμένη, κειρίαις δεδεμένη, φέρουσα το σουδάριον περί την κεφαλήν, δεσμία τας χείρας και τους πόδας, πλην όχι πελιδνή, όχι φρικώδης· η μορφή ενός νέου με το υγιές αίμα κυκλοφορούν εις τας φλέβας, προωρισμένου να ζήση τριάκοντα έτη εισέτι, διά να είνε ζων μαρτύριον της παντοδυναμίας Εκείνου όστις μετά μίαν εβδομάδα έμελλε να σταυρωθή υπό των απίστων.
Ας επίσχωμεν μικρόν εδώ διά ν' απαντήσωμεν εις το φυσικόν άλλως ερώτημα περί της σιωπής των Συνοπτιστών ως προς το μέγα τούτο θαύμα.