Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I ΗΡΟΔΟΤΟΥ
Reading edition
ΕΚ ΤΗΣ ΠΑΛΑΙΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΘ' ΗΜΑΣ ΕΞΗΓΗΘΕΙΣΑ ΥΠΟ
Α. Γ. ΣΚΑΛΙΔΟΥ.
ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
Δαπάνη ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ. ΕΝ AΘHNAIΣ, ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ Ο «ΚΟΡΑΗΣ» ΑΝΕΣΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΟΥ. ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟΝ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΝ οδός Ρόμβης αριθ. 40 οδός Πραξιτέλους αριθ. 37 1875
ΒΙΒΛΙΟΝ ΠΕΜΠΤΟΝ ΤΕΡΨΙΧΟΡΗ.
1. Οι δε εν τη Ευρώπη καταλειφθέντες υπό του Δαρείου Πέρσαι, των οποίων ηγετών ήτο ο Μεγάβαζος, πρώτους μεταξύ των Ελλησποντίων υπέταξαν τους Περινθίους, οίτινες δεν ήθελον να ήναι υπήκοοι του Δαρείου και οίτινες προηγουμένως πολλά είχον πάθει υπό των Παιόνων. Τωόντι διατάξαντος του θεού τους παρά τον Στρυμόνα Παίονας να στρατεύσωσι κατά των Περινθίων και προσθέσαντος ότι «εάν μεν οι Περίνθιοι αντιστρατοπεδευθέντες σας προκαλέσωσιν εις μάχην καλούντες υμάς ονομαστί, πολεμήσατε αυτούς, εάν δε δεν βοήσωσι μη, τους προσβάλετε,» οι Παιάνες έπραξαν τούτο. Περιμενόντων δε των Περινθίων εις το προάστειον, εγένετο ενταύθα τριπλή μονομαχία μεταξύ αυτών εκ προκλήσεως, διότι συνεπλάκησαν ανήρ προς άνδρα, ίππος προς ίππον και κύων προς κύνα. Επειδή δε οι Περίνθιοι ενίκων εις τα δύο, και επαιάνιζον χαίροντες, ενόησαν οι Παίονες ότι αύται ήσαν αι κραυγαί περί ων είχεν ειπεί το χρηστήριον, και είπον μεταξύ των· «Ήλθεν η ώρα να εκπληρώσωμεν τον χρησμόν, τώρα έργον είναι ημέτερον.» Ούτω επέπεσαν οι Παίονες κατά των παιανιζόντων Περινθίων και τόσον τέλεια υπήρξεν η νίκη των ώστε ολίγους μόνον εξ αυτών άφησαν ζώντας.
2. Η φθορά λοιπόν την οποίαν άλλοτε επροξένησαν εις αυτούς οι Παίονες, τοιαύτη ήτο· τότε δε, μολονότι οι Περίνθιοι επολέμησαν γενναίως υπέρ της ελευθερίας των, οι Πέρσαι και ο Μεγάβαζος τους ενίκησαν υπερέχοντες κατά το πλήθος. Αφού δε εκυριεύθη η Πέρινθος, ωδήγησε τον στρατόν ο Μεγάβαζος διά της Θράκης, υποτάσσων εις τον βασιλέα πάσαν πόλιν της χώρας ταύτης και παν έθνος των εν αυτή κατοικούντων, διότι ο Δαρείος τον είχε διατάξει να υποδουλώση όλην την Θράκην.
3. Το δε έθνος των Θρακών είναι μετά τους Ινδούς το μέγιστον πάντων των εθνών. Εάν εκυβερνάτο παρ' ενός μόνου, ή εάν ήτο σύμφωνον, θα ήτο ανίκητον και πολύ ισχυρότατον από όλα τα έθνη κατά την εμήν γνώμην. Αλλ' η ένωσις αύτη είναι ακατόρθωτος και είναι αδύνατον να πραγματοποιηθεί ποτέ· τούτου ένεκα οι Θράκες είναι ασθενείς. Ονόματα δε έχουσι πολλά, κατά την χώραν του έκαστος· εις όλα τα πράγματα μεταχειρίζονται όλοι τους αυτούς περίπου νόμους, πλην των Γετών και των Τραυσών και των κατοικούντων ανωτέρω των Κρηστωναίων.
4. Και τα μεν έθιμα των Γετών οίτινες νομίζουσιν εαυτούς αθανάτους ανέφερα προηγουμένως· οι Τραυσοί κατά μεν τα άλλα δεν διαφέρουσι των λοιπών Θρακών, όταν όμως γεννάται ή αποθνήσκη τις πράττουσι τα εξής.
Όταν μεν γεννάται, καθήμενοι περί το παιδίον οι συγγενείς μοιρολογούσι δι' όσα κακά έχει να υποφέρη από της γεννήσεώς του και απαριθμούσιν όλα τα ανθρώπινα πάθη· όταν δε αποθνήσκη, παίζοντες και χαίροντες, τον θάπτουσιν εις την γην και απαριθμούσι πάλιν τα κακά από τα οποία απαλλαγείς ευρίσκεται εις πλήρη ευδαιμονίαν.
5. Οι δε ανωτέρω των Κρηστωναίων πράττουσι τα ακόλουθα· έκαστος έχει γυναίκας πολλάς· όταν δε αποθάνη τις μεγάλη έρις αναφύεται μεταξύ των γυναικών και μεγάλως φροντίζουσιν οι φίλοι του διά να γίνη γνωστόν ποίαν εξ όλων ηγάπα περισσότερον. Εκείνη δε υπέρ ης γίνη η κρίσις και τη αποδοθή η τοιαύτη τιμή, επαινείται μεγάλως υπό των ανδρών και των γυναικών, έπειτα δε ο πλησιέστατος συγγενής της την σφάζει και την ενταφιάζει με τον άνδρα της. Αι άλλαι δε νομίζουσιν εαυτάς δυστυχεστάτας, καθότι δι' αυτάς τούτο είναι λίαν ονειδιστικόν.
6. Οι δε λοιποί Θράκες έχουσι τα ακόλουθα έθιμα· πωλούσι τα τέκνα των, τα οποία οι αγορασταί μεταφέρουσιν εις άλλον τόπον· και τας μεν θυγατέρας των δεν φυλάττουσιν αλλά τας αφίνουσι να έχωσι σχέσεις με όσους άνδρας αυταί θέλουσι, τας δε γυναίκας των φυλάττουσι προσεκτικώς και τας αγοράζουσιν αντί πολλών χρημάτων από τους γονείς των. Δέρμα κατεστιγμένον μαρτυρεί ευγενή καταγωγήν, άστικτον δε αγένειαν. Το να κάθηται τις αργός, είναι εντιμότατον, να καλλιεργή δε την γην ατιμότατον· ομοίως και το να ζη από τον πόλεμον και την ληστείαν τιμιώτατον. Ταύτα είναι τα μάλλον αξιοσημείωτα έθιμά των.
7. Θεούς δε λατρεύουσι μόνον τους ακολούθους, τον Άρην, τον Διόνυσον και την Άρτεμιν· οι δε βασιλείς των, διακρινόμενοι κατά τούτο από τους απλούς πολίτας, σέβονται τον Ερμήν περισσότερον από όλους τους θεούς· εις αυτόν μόνον ομνύουσι και εξ αυτού λέγουσιν ότι κατάγονται.
8. Η ταφή των πλουσίων γίνεται κατά τον ακόλουθον τρόπον· επί τρεις ημέρας έχουσι τον νεκρόν εκτεθειμένον· σφάζουσι διάφορα ζώα, και αφού πρώτον κλαύσωσιν, ευωχούνται. Έπειτα θάπτουσι τον νεκρόν, είτε καύσαντες αυτόν είτε όχι. Αφού ρίψαντες χώμα σχηματίσωσι σωρόν, συγκροτούσι διαφόρους αγώνας, εις τους οποίους τα μεγαλείτερα βραβεία τίθενται διά τους νικώντας εις μονομαχίαν. Ούτω γίνονται αι ταφαί εις τους Θράκας.
9. Περί δε των βορείων μερών της χώρας ταύτης κανείς δεν δύναται ακόμη να είπη θετικώς ποίοι άνθρωποι κατοικούσιν εις αυτά· φαίνεται όμως ότι πέραν του Ίστρου είναι έρημος απέραντος. Παν ό,τι ηδυνήθην να μάθω, είναι ότι πέραν του Ίστρου κατοικούσιν άνθρωποι καλούμενοι Σιγύνναι και μεταχειρισμένοι ενδυμασίαν Μηδικήν. Οι ίπποι αυτών είναι τριχωτοί καθ' όλον το σώμα, και το βάθος των τριχών είναι μέχρι πέντε δακτύλων· είναι προσέτι οι ίπποι ούτοι μικροί, σιμοί και αδύνατοι να βαστάζωσιν άνθρωπον, εζευγμένοι όμως εις άρμα είναι ταχύτατοι· τούτου ένεκα οι εγχώριοι τρέχουσι με άρματα. Τα όρια αυτών καταβαίνουσι μέχρι πλησίον των εν τω Αδριατικώ κόλπω Ενετών, και λέγουσιν ότι είναι άποικοι των Μήδων. Πώς όμως εγένοντο άποικοι των Μήδων, εγώ δεν ηδυνήθην να εννοήσω, τα πάντα όμως δυνατά εις την μεγάλων έκτασιν του χρόνου. Σιγύννας δε οι Λίγυες, οι κατοικούντες υπεράνω της Μασσαλίας, καλούσι τους μεταπράτας, οι δε Κύπριοι τα δόρατα.
10. Ως λέγουσιν οι Θράκες, τα πέραν του Ίστρου μέρη κατέχουσι μέλισσαι, και ένεκα αυτών δεν δύναταί τις να προχωρήση περαιτέρω. Λέγοντες όμως τοιαύτα, δεν μοι φαίνονται λέγοντες πιθανά, διότι βλέπομεν ότι τα έντομα ταύτα δυσκόλως υποφέρουσι το ψύχος, και εγώ νομίζω ότι τα υπό την άρκτον μέρη είναι ακατοίκητα δια το ψύχος. Ταύτα λοιπόν λέγουσι περί της Θράκης, τα δε παραθαλάσσια αυτής υπέταξεν ο Μεγάβαζος εις τους Πέρσας.
11. Ο δε Δαρείος, αφού διέβη ταχέως τον Ελλήσποντον, έφθασεν εις τας Σάρδεις και δεν ελησμόνησε μήτε την εκδούλευσιν του Μηλησίου Ιστιαίου μήτε την συμβουλήν του Μιτυληναίου Κώου· όθεν αφού τους προσεκάλεσεν εις τας Σάρδεις, τους είπε να ζητήσωσιν ό,τι ήθελεν ο καθείς. Και ο μεν Ιστιαίος, επειδή ήτο τύραννος της Μιλήτου και δεν είχεν ανάγκην άλλης τυραννίας, εζήτησε την Μύρκινον την Ηδωνίδα, θέλων να κτίση εκεί πόλιν· και ούτος μεν τούτο εζήτησεν· ο δε Κώης, επειδή δεν ήτο τύραννος, αλλ' ιδιώτης, εζήτησε να γίνη τύραννος της Μιτυλήνης. Λαβόντες δε αμφότεροι τας αμοιβάς των, μετέβησαν εις τας θέσεις των.
12. Ο δε Δαρείος, ιδών πράγμα τι το όποιον θα διηγηθώ επεθύμησε να διατάξη τον Μεγάβαζον να εγείρη τους Παιάνας εκ της Ευρώπης και να τους μεταβιβάση εις την Ασίαν. Ο Πίγρης και ο Μαντύης, αμφότεροι Παίονες, θελοντες να γίνωσι τύραννοι των Παιόνων, όταν ο Δαρείος διέβη εις την Ασίαν, μετέβησαν εις τας Σάρδεις φέροντες ομού και μίαν αδελφήν των, μεγάλην και ευειδή· καιροφυλακτήσαντες δε ότε ο Δαρείος εκάθητο εις το προάστειον των Λυδών, έπραξαν το ακόλουθον. Ενδύσαντες την αδελφήν των όσον ηδύναντο καλλίτερον, την έπεμψαν διά να φέρη ύδωρ, με αγγείον επί της κεφαλής, με τον χαλινόν του ίππου δεδεμένον εις τον βραχίονα και εις την χείρα κλώθονταν λινάριον. Ενώ δε η γυνή διήρχετο προ του Δαρείου, ούτος την είδε μετά περιεργείας, καθότι εκείνα τα οποία έκαμνε δεν ήσαν ούτε Περσικά, ούτε Λυδικά ούτε άλλου τινός έθνους Ασιατικού. Διεγερθείσης λοιπόν τοιουτοτρόπως της περιεργείας του, έστειλε τινάς των δορυφόρων του διά να παρατηρήσωσι τι θα κάμη τον ίππον η γυνή. Και αυτοί μεν ηκολούθουν όπισθεν, η δε γυνή φθάσασα εις τον ποταμόν επότισε τον ίππον, και αφού τον επότισεν, εγέμισε το αγγείον της και διήλθε πάλιν την αυτήν οδόν, φέρουσα το ύδωρ επί της κεφαλής, σύρουσα τον ίππον εκ του χαλινού και στρέφουσα τον άτρακτον.
13. Θαυμάσας δε ο Δαρείος δι' όσα ήκουσεν από τους κατασκοπεύσαντας αυτήν ανθρώπους και δι' όσα είχεν ιδεί ο ίδιος, διέταξε να φέρωσιν αυτήν έμπροσθέν του. Όταν δε την εισήγαγον, ήσαν μετ' αυτής και οι δύο αδελφοί της, αλλ' έμειναν οπίσω διά να παραττηρώσι τα συμβαίνοντα. Ότε δε ο Δαρείος την ηρώτησε πόθεν ήτο, οι νέοι απεκρίθησαν ότι ήσαν Παίονες και εκείνη αδελφή των. Ο Δαρείος τοις είπε πάλιν τίνες άνθρωποι είναι οι Παίονες, και ποίαν χώραν κατοικούσιν και τι ζητούντες ήλθον εις τας Σάρδεις. Οι δε νέοι απεκρίθησαν ότι ήλθον διά να αφιερώσωσιν εαυτούς εις εκείνον, και ότι η Παιονία είναι εις τας όχθας του Στρυμόνος ποταμού, ο δε Στρυμών δεν είναι μακράν του Ελλησπόντου, και προσέτι ότι ήσαν άποικοι των εκ της Τροίας Τευκρών. Και ούτοι μεν ταύτα απεκρίνοντο εις εκάστην ερώτησιν, ο δε Δαρείος ηρώτησεν αυτούς έπειτα εάν όλαι αι γυναίκες εκεί ήσαν εργατικαί· οι νέοι έσπευσαν να αποκριθώσιν ότι ούτως έχει το πράγμα και τούτου ένεκα ειργάζετο και η αδελφή των.
14. Τότε ο Δαρείος έγραψεν επιστολήν προς τον Μεγάβαζον τον οποίον είχεν αφήσει εις την Θράκην στρατηγόν, διατάττων αυτόν να εγείρη τους Παίονας από τους τόπους των και να τους φέρη εις την Περσίαν συν γυναιξί και τέκνοις. Αμέσως λοιπόν είς ιππεύς έσπευσε να κομίση την διαταγήν ταύτην μέχρι του Ελλησπόντου, και διαβάς εις την Ευρώπην ενεχείρισε την επιστολήν εις τον Μεγάβαζον. Αυτός δε άμα την ανέγνωσεν, έλαβεν οδηγούς εκ της Θράκης και εστράτευσε κατά της Παιονίας.
15. Μαθόντες δε οι Παίονες ότι οι Πέρσαι εστράτευον εναντίον των, συνηθροίσθησαν και παρέταξαν τας δυνάμεις των εις το παραθαλάσσιον, καθότι υπέθετον ότι εκ τούτου του μέρους ήθελον επιχειρήσει να εισβάλωσιν οι Πέρσαι. Ήσαν λοιπόν έτοιμοι οι Παίονες να αποκρούσωσι το επερχόμενον στράτευμα του Μεγαβάζου, ότε οι Πέρσαι μαθόντες ότι συνηθροίζοντο οι Παίονες και ότι φυλάττουσι την εκ της θαλάσσης εισβολήν, έλαβον οδηγούς διά να στραφώσι διά των άνω οδών, και χωρίς να το εννοήσωσιν οι Παιάνες, επέπεσαν κατά των ανυπερασπίστων πόλεων των· επιπεσόντες δε εις αυτάς, ούσας κενάς, ευκόλως τας εκυρίευσαν. Οι δε Παίονες, άμα έμαθαν ότι αι πόλεις εκυριεύθησαν, διασκορπισθέντες αμέσως, επέστρεψαν εις τα ίδια και παρεδόθησαν εις τους νικητάς. Τοιουτοτρόπως λοιπόν εκ των Παιάνων οι Σιροπαίονες, οι Παιόπλαι και οι μέχρι της Πρασιάδος λίμνης εκτεινόμενοι, αρπαγέντες από τας κατοικίας των μετεφέρθησαν εις την Ασίαν.
16. Οι δε κατοικούντες περί το όρος Πάγγαιον, Δόβηρες, Αγριάνες, Οδόμαντοι και οι περί την Πρασιάδα λίμνην ουδέποτε υπετάγησαν εις τον Μεγάβαζον. Προσεπάθησε δε ούτος να υποτάξη και τους κατοικούντας εις την λίμνην, των οποίων αι κατοικίαι είναι τοιαύται. Εν μέσω του ύδατος είναι εστημένοι σταυροί υψηλοί και επ' αυτών συνηρμοσμέναι σανίδες με μίαν είσοδον στενήν εκ του μέρους της ξηράς, ήτις είναι και η μόνη γέφυρα. Τούτους δε τους σταυρούς τους υποστηρίζοντας τας σανίδας προ πολλού τους έχουν στήσει οι πολίται από κοινού, έπειτα όμως τους διετήρησαν ακολουθούντες τον εξής νόμον· πας ανήρ νυμφευόμενος (έκαστος δε λαμβάνει πολλάς γυναίκας) φέρει από το όρος το καλούμενον Όρβηλον τρεις σταυρούς και πήγνυσιν αυτούς. Κατοικούσι δε ως εξής· έκαστος έχει επί των σανίδων τούτων μίαν καλύβην εντός της οποίας ζη και εν τη καλύβη ταύτη αι σανίδες είναι ανοικταί διά θύρας φερούσης κάτω εις την λίμνην, δένουσι δε τα μικρά παιδία εκ του ποδός με σχοινίον φοβούμενοι μήπως πέσωσιν εις την λίμνην. Τους ίππους και τα υποζύγια τρέφουσι με ιχθύς εκ των οποίων τοσαύτη αφθονία υπάρχει ώστε ανοίγοντες την καταπακτήν θύραν και καταβιβάζοντες εις την λίμνην σπυρίδα κενήν, δεν βραδύνουσι να την ανασύρωσι πλήρη ιχθύων. Υπάρχουσι δε δύο είδη ιχθύων, πάπρακες και τίλωνες.
17. Οι χειρωθέντες λοιπόν Παίονες ήγοντο εις την Ασίαν. Ο δε Μεγάβαζος, αφού υπέταξε τους Παίονας, έπεμψεν ως πρέσβεις εις την Μακεδονίαν επτά Πέρσας, οίτινες μετ' αυτόν ήσαν οι σημαντικότατοι του στρατού. Επέμποντο δε ούτοι προς τον Αμύνταν διά να ζητήσωσιν εν ονόματι του βασιλέως Δαρείου γην και ύδωρ. Η από της λίμνης Πρασιάδος μέχρι της Μακεδονίας οδός είναι λίαν σύντομος· διότι αμέσως μετά την λίμνην ευρίσκεται το μεταλλείον από το οποίον μετά ταύτα ήρχετο εις τον Αλέξανδρον έν τάλαντον αργυρίου καθ' ημέραν· πέραν δε του μεταλλείου, αφού υπερβή τις το όρος το καλούμενον Δύσωρον, είναι εις την Μακεδονίαν.
18. Οι Πέρσαι λοιπόν ούτοι οι πεμφθέντες προς τον Αμύνταν, άμα έφθασαν, επαρουσιάσθησαν εις αυτόν και εζήτουν γην και ύδωρ διά τον βασιλέα Δαρείον. Ο δε Αμύντας και ταύτα έδωκε και τους προσεκάλεσεν εις τον οίκον του διά να τους φιλοξενήση. Το δείπνον είχεν ετοιμασθή μεγαλοπρεπέστατον και η υποδοχή εγένετο φιλοφρονεστάτη. Τελειώσαντος του δείπνου, οι Πέρσαι πίνοντες είπον· «Ξένε Μακεδών, ημείς οι Πέρσαι, συνειθίζομεν, όταν δίδωμεν μέγα δείπνον, να φέρωμεν πλησίον μας τας παλλακάς και τας νομίμους γυναίκας μας. Συ λοιπόν όστις μας εδέχθης προθύμως, όστις μας εφιλοξένησας μεγαλοπρεπώς και όστις έδωκες εις τον βασιλέα Δαρείον γην και ύδωρ, ακολούθησον τον ημέτερον νόμον.» Εις ταύτα ο Αμύντας απεκρίθη· «Ω Πέρσαι, ημείς τοιούτον νόμον δεν έχομεν, αλλά χωρίζομεν τας γυναίκας από τους άνδρας. Επειδή όμως υμείς είσθε κύριοι και ζητείτε αυτάς, θα γίνη και τούτο ως προστάζετε.» Τόσα μόνον ειπών ο Αμύντας έπεμψε να φέρωσι τας γυναίκας· ελθούσαι δε αύται εκάθισαν κατά τάξιν απέναντι των Περσών. Τότε οι Πέρσαι ιδόντες γυναίκας ευμόρφους είπον αποτεινόμενοι προς τον Αμύνταν ότι δεν ήτο φρόνιμον αυτό το οποίον έπραξε· διότι προτιμότερον ήτο να μη έλθωσι παντάπασιν αι γυναίκες, ή ελθούσαι να μη καθίσωσι πλησίον των, αλλ' απέναντί των και να ήναι βάσανον εις τους οφθαλμούς των. Υπείκων εις την ανάγκην ο Αμύντας, τας διέταξε να καθίσωσι πλησίον των συνδαιτυμόνων· επειδή δε υπήκουσαν αι γυναίκες, αμέσως οι Πέρσαι βεβαρημένοι εκ του οίνου, ήρχισον να ψαύωσι τους μαστούς των, τινές δε εζήτουν και να τας φιλήσωσι.
19. Ο Αμύντας βλέπων ταύτα, μολονότι δυσηρεστείτο, έμενεν ησυχάζων, διότι εφοβείτο πολύ τους Πέρσας· ο υιός του όμως Αλέξανδρος, όστις ευρίσκετο εκεί και παρετήρει ταύτα, καθό νέος ακόμη και άπειρος των κακών, δεν ηδυνήθη επί πλέον να κρατηθή και όλος αγανακτών είπε προς τον Αμύνταν τα εξής· «Συ μεν, ω πάτερ, υπάκουσον εις την ηλικίαν σου και ύπαγε να αναπαυθής· μη επιμένης πίνων· εγώ δε μένων εδώ θα παρέχω πάσαν περιποίησιν εις τους ξένους.» Ο δε Αμύντας εννοήσας εκ της ομιλίας ταύτης ότι ο Αλέξανδρος έμελλε να πράξη παρεκτροπήν τινα, τω είπεν· «Υιέ μου, βλέπω εκ των λόγων σου ότι ήναψας από θυμόν και θέλεις να με αποπέμψης διά να πράξης τι νέον. Σε παρακαλώ λοιπόν μη επιχειρήσης τι κατ' αυτών των ανθρώπων διά να μη μας καταστρέψης, αλλ' ανέχου βλέπων τα πραττόμενα. Όσον όμως αφορά την αναχώρησίν μου, σε ακούω.»
20. Αφού λοιπόν ο Αμύντας αποτείνας τας παρακλήσεις ταύτας ανεχώρησεν, ο Αλέξανδρος είπε προς τους Πέρσας· «Ω ξένοι, αι γυναίκες αύται είναι εις την εξουσίαν σας, είτε θέλετε να τας απολαύσετε όλας, είτε όσας εκλέξετε· αρκεί να προστάξετε. Τώρα δε επειδή πλησιάζει η ώρα του ύπνου και βλέπω ότι έπιατε αρκετόν οίνον, αφήσατε εάν ευαρεστήσθε τας γυναίκας ταύτας να υπάγωσι να λουσθώσι, και αφού λουσθώσι περιμένετε αυτάς.» Ειπών τας λέξεις ταύτα, τας οποίας επεδοκίμασαν οι Πέρσαι, έλαβε τας γυναίκας και τας έκλεισεν εις τον γυναικωνίτην· ενδύσας δε γυναικεία άνδρας αγενείους τόσους όσαι ήσαν αι γυναίκες και δώσας εις αυτούς εγχειρίδια, τους εισήγαγεν εις τον θάλαμον του συμποσίου. Αφού δε τους εισήγαγεν είπεν εις τους Πέρσας· «Νομίζω, ω Πέρσαι, ότι σας εφιλοξενήσαμεν μεγαλοπρεπέσταστα, καθότι και όσα είχομεν και όσα ηδυνήθημεν να εύρωμεν διά να σας προσφέρωμεν, όλα ταύτα σας τα παρουσιάσαμεν· προσέτι δε και το πάντων μέγιστον, τας μητέρας και τας αδελφάς μας σας προσφέρομεν μετ' ελευθεριότητος διά να πληροφορηθείτε ότι τιμάσθε παρ' ημών όπως αξίζετε και διά να αναγγείλετε εις τον βασιλέα, όστις σας έστειλεν, ότι ανήρ Έλλην, βασιλεύς των Μακεδόνων, σας προσέφερεν ηδονάς τραπέζης και κοίτης.» Ταύτα ειπών ο Αλέξανδρος διέταξε να καθίσωσι πλησίον εκάστου Πέρσου οι νέοι Μακεδόνες ως αν ήσαν γυναίκες. Ούτοι δε, άμα ήρχισαν οι Πέρσαι να τους ψαύωσι, τους εφόνευσαν.
21. Ούτω εφονεύθησαν και αυτοί και οι συνοδοί των, διότι είχον μεθ' εαυτών και οχήματα και υπηρέτας και εν γένει αποσκευήν μεγάλην. Όλα ταύτα εγένοντο άφαντα ομού με αυτούς. Μετά παρέλευσιν δε ουχί πολλού χρόνου εγένετο μεγάλη ζήτησις των ανδρών τούτων υπό των Περσών· ο Αλέξανδρος όμως τους επράυνεν επιτηδείως δους πολλά χρήματα και την ιδίαν του αδελφήν καλουμένην Γυγαίαν. Τους καθησύχασε δε ο Αλέξανδρος δους τα δώρα ταύτα εις τον Πέρσην Βουβάρη αρχηγόν των σταλέντων προς αναζήτησιν των απολεσθέντων. Ο μεν θάνατος αυτών ούτως οικονομηθείς εσιωπήθη.
22. Ούτοι δε οι ηγεμόνες της Μακεδονίας οι από του Περδίκκου καταγόμενοι είναι Έλληνες, ως αυτοί λέγουσιν, ως έμαθον εγώ και ως θέλω αποδείξει εις την συνέχειαν της ιστορίας ταύτης. Ενταύθα προσθέτω μόνον ότι ούτως έκριναν οι διοικούντες τους ολυμπιακούς αγώνας· επειδή ο Αλέξανδρος ήθελε να αγωνισθή και κατέβη επ' αυτώ τω σκοπώ εκ της Μακεδονίας, οι ανταγωνισταί Έλληνες αντέτεινον λέγοντες ότι ο αγών δεν ήτο διά βαρβάρους αγωνιστάς. Τότε ο Αλέξανδρος απέδειξεν ότι ήτο Αργείος. Εκρίθη λοιπόν ότι ήτο Έλλην, ηγωνίσθη εις το στάδιον και μόλις τον υπερέβαλεν ο πρώτος. Και ταύτα μεν ούτω συνέβησαν.
23. Ο δε Μεγάβαζος, άγων τους Παίονας, έφθασεν εις τον Ελλήσποντον· διαπεράσας δε αυτόν έφθασεν εις τας Σάρδεις. Επειδή τότε ο Μιλήσιος Ιστιαίος ετείχιζε την πόλιν την οποίαν κατ' αίτησίν του τω εχάρισεν ο Δαρείος προς αμοιβήν της φρουρήσεως της γεφύρας (είναι δε ο τόπος ούτος εις τον Στρυμόνα ποταμόν και καλείται Μύρκινος), μαθών ο Μεγάβαζος εις τι ενησχολείτο ο Ιστιαίος, άμα έφθασεν εις τας Σάρδεις είπεν εις τον Δαρείον τα εξής· «Τι έπραξες, ω βασιλεύ, επιτρέψας εις Έλληνα επιτήδειον και πνευματώδη να κτίση πάλιν εις την Θράκην, όπου και ύλη ναυπηγήσιμος υπάρχει άφθονος, και πολλοί κωπηλάται, και μεταλλεία αργύρου, και πλήθος Ελλήνων και βαρβάρων κατοικούσι περί τα μέρη εκείνα, οίτινες, λαμβάνοντες αυτόν ως αρχηγόν, θα πράττωσιν ημέραν και νύκτα ό,τι τους συμβουλεύει; Εμπόδισον λοιπόν τον άνδρα τούτον να εξακολουθήση, εάν θέλης να μη περιπλακής εις πόλεμον εμφύλιον. Προσκάλεσον αυτόν με τρόπον ήπιον, και όταν τον συλλάβης, πράξον ούτως ώστε να μη επιστρέψη πλέον εις τους Έλληνας.»
24. Ταύτα ειπών ο Μεγάβαζος ευκόλως έπεισε τον Δαρείον, διότι ο βασιλεύς ανεγνώρισεν ότι καλώς προέβλεπε το μέλλον. Πέμψας λοιπόν απεσταλμένον εις την Μύρκινον τον διέταξε να είπη· «Ιστιαίε, ο βασιλεύς Δαρείος λέγει τα εξής. Σκεπτόμενος δεν ευρίσκω άλλον περισσότερον από σε ενδιαφερόμενον δι' εμέ και διά τα συμφέροντά μου· επληροφορήθην δε τούτο ουχί εκ των λόγων αλλ' εκ των έργων. Τώρα λοιπόν, επειδή έχω κατά νουν μεγάλα σχέδια, επέστρεψον αφεύκτως εδώ διά να σοι τα εμπιστευθώ.» Πιστεύσας εις τους λόγους τούτους o Ιστιαίος, και συγχρόνως μεγάλως επιθυμών να γίνη σύμβουλος του βασιλέως, μετέβη εις τας Σάρδεις. Όταν δε έφθασεν, είπε προς αυτόν ο Δαρείος· «Σε εμήνυσα, Ιστιαίε, διά την εξής αιτίαν. Αφού επέστρεψα εκ της Σκυθίας και δεν σε είχον προ των οφθαλμών μου, ουδέν άλλο επεθύμησα τόσον όσον να σε επανίδω και να συνομιλήσωμεν, πεπεισμένος ότι από όλα τα πλούτη προτιμότερος είναι φίλος νοήμων και αφωσιωμένος άπερ αμφότερα ομολογώ ότι έχεις δοκιμάσας σε εις όλα μου τα συμφέροντα. Τώρα λοιπόν καλώς εποίησας ελθών, και σοι προτείνω τα εξής· άφες την Μίλητον και την νεόκτιστον πόλιν εις την Θράκην· ελθέ μετ' εμού εις τα Σούσα και έχε όσα έχω εγώ, ων μονοτράπεζος και σύμβουλός μου.»
25. Ταύτα ειπών ο Δαρείος και καταστήσας ύπαρχον των Σάρδεων τον ομοπάτριον αδελφόν του Αρταφέρνην, ανεχώρησεν εις τα Σούσα έχων μεθ' εαυτού τον Ιστιαίον· κατέστησεν επίσης και στρατηγόν των παραθαλασσίων ανδρών τον Οτάνην, του οποίου τον πατέρα Σισάμνην, ένα των βασιλικών δικαστών, λαβόντα χρήματα και δικάσαντα αδίκως, ο βασιλεύς Καμβύσης έσφαξε και απέδειρεν· αφού δε τον απέδειρεν, έκοψε το δέρμα εις λωρίδας και εκάλυψε τον θρόνον εφ' ου καθίζων εδίκαζε. Καλύψας ούτω τον θρόνον ο Καμβύσης, αντί του Σισάμνου τον οποίον απέκτεινε και απέδειρε, διώρισε δικαστήν τον υιόν του Σισάμνου, παραγγείλας εις αυτόν να ενθυμήται επί τίνος θρόνου καθήμενος εδίκαζεν.
26. Ούτος λοιπόν ο Οτάνης, ο επί τοιούτου θρόνου καθήμενος, γενόμενος διάδοχος της στρατηγίας του Μεγαβάζου, εκυρίευσε το Βυζάντιον και την Καλχηδόνα· εκυρίευσε την Άντανδρον εν τη Τρωάδι, εκυρίευσε και την Λαμπώνιον, λαβών δε πλοία από τους Λεσβίους, εκυρίευσε την Λήμνον και την Ίμβρον, αμφοτέρας έτι τότε κατοικουμένας υπό Πελασγών.
27. Οι Λήμνιοι μολαταύτα και επολέμησαν γενναίως και ενεκαρτέρησαν επί πολύ· τέλος δε υπέκυψαν. Εις δε τους μείναντας εξ αυτών οι Πέρσαι επέβαλον ύπαρχον τον Λυκήρατον, αδελφόν του Μαιανδρίου, του βασιλεύοντος εις την Σάμον. Ούτος ο Λυκήρατος, διοικητής ων της Λήμνου, ετελεύτησεν αφού εφέρθη σκληρότατα, διότι εξηνδραπόδιζε τους πολίτας και τους κατέστρεφε, κατηγορών τους μεν ότι δεν ηκολούθησαν εις τον κατά των Σκυθών πόλεμον, τους δε ότι εκακοποίουν τον στρατόν του Δαρείου επιστρέφοντα εκ της Σκυθίας.
28. Ούτος μεν ταύτα έπραξε στρατηγήσας· επί τινα δε χρόνον μετά ταύτα εγένετο άνεσις των κακών· μετ' ολίγον όμως ήρχισαν τα κακά να επισκήπτωσι πάλιν εις τους Ίωνας εκ της Νάξου και της Μιλήτου. Αφ' ενός μεν η Νάξος υπερέβαινεν εις την ευδαιμονίαν όλας τας νήσους· αφ' ετέρου δε η Μίλητος ούσα τότε ακμαιοτάτη ήτο το καύχημα της Ιωνίας. Προ ταύτης όμως της εποχής επί δύο γενεάς ανθρώπων υπέφερε τα μάλιστα εκ των εμφυλίων ταραχών, μέχρις ου τους ειρήνευσαν οι Πάριοι· διότι εξ όλων των Ελλήνων αυτούς εξελέξαντο οι Μιλήσιοι ως συμβιβαστάς.
29. Ιδού δε πώς τους εσυμβίβασαν οι Πάριοι· όταν έφθασαν εις την Μίλητον οι εγκριτώτεροι αυτών άνδρες, ιδόντες την πόλιν φρικωδώς κατεστραμμένην, εζήτησαν να περιέλθωσιν όλην την χώραν. Πράττοντες δε τούτο και περιερχόμενοι όλην την Μιλησίαν, όπου έβλεπον εις αναστατωμένον τόπον αγρόν καλώς καλλιεργημένον, εσημείωνον το όνομα του δεσπότου του αγρού. Αφού δε περιήλθον όλην την χώραν και ολίγους εύρον τοιούτους, κατέβησαν εις την πόλιν και συνεκάλεσαν αμέσως γενικήν συνέλευσιν. Τότε δε διώρισαν ως διοικητάς της πόλεως εκείνους των οποίων τους αγρούς εύρον καλώς δεδουλευμένους, λέγοντες ότι, ως νομίζουσιν, αυτοί θα εφρόντιζαν και περί των κοινών υποθέσεων ως εφρόντιζον και περί των ιδίων. Διέταξαν λοιπόν τους άλλους Μιλησίους, τους πρότερον στασιάζοντας, να υπακούωσιν εις τους άρχοντας τούτους.
30. Και οι μεν Πάριοι ούτως εσυμβίβασαν τους Μιλησίους· εκ τούτων δε των πόλεων τας οποίας ανέφερα ήρχισαν αι συμφοραί να επεκτείνονται ως εξής. Άνδρες τινές της Νάξου εξωρίσθησαν υπό του δήμου και κατέφυγον εις την Μίλητον· επίτροπος τότε της Μιλήτου ήτο ο υιός του Μολπαγόρου Αρισταγόρας, γαμβρός και συγγενής του Ιστιαίου του Λυσαγόρου, τον οποίον ο Δαρείος εκράτει εις τα Σούσα, διότι ο Ιστιαίος ήτο τύραννος της Μιλήτου, και καθ' ον χρόνον οι άλλοτε φίλοι του Νάξιοι ήλθον εις Μίλητον, αυτός ευρίσκετο εις τα Σούσα. Ελθόντες λοιπόν οι Νάξιοι εις την Μίλητον εζήτησαν παρά του Αρισταγόρου εάν ηδύνατο να τους βοηθήση διά να καταβώσιν εις την πατρίδα των. Αυτός δε εννοήσας ότι εάν καταβώσιν εις την πόλιν διά της συνδρομής του θα εγίνετο κύριος της Νάξου, έλαβεν ως πρόφασιν τους δεσμούς της φιλοξενίας οίτινες συνέδεον αυτούς μετά του Ιστιαίου και τοις είπε τα εξής· «Εγώ μεν δεν είμαι τόσον ισχυρός ώστε να σας δώσω δυνάμεις διά να καταβήτε εις την πατρίδας σας άνευ της θελήσεως των εχόντων την εξουσίαν Ναξίων, διότι ακούω ότι έχουσιν οκτακισχιλίους ασπιδοφόρους και μακρά πλοία πολλά· θα καταβάλω όμως πάσαν προσπάθειαν διά να κατορθώσω τούτο. Ιδού λοιπόν τι στοχάζομαι. Έχω φίλον τον Αρταφέρνην· ο Αρταφέρνης δε ούτος είναι υιός του Υστάσπους και αδελφός του βασιλέως Δαρείου· αυτός άρχει όλων των παραθαλασσίων δυνάμεων της Ασίας και έχει στρατόν πολύν και πλοία πολλά. Νομίζω λοιπόν ότι αυτός δύναται να πράξη ό,τι ζητήσωμεν.» Ακούσαντες ταύτα οι Νάξιοι παρεκάλεσαν τον Αρισταγόραν να πράξη παν ό,τι ενόμιζε συμφερότερον και τον επεφόρτισαν να υποσχεθή δώρα και να είπη ότι αυτοί αναδέχονται όλα τα έξοδα της εκστρατείας, ελπίζοντες ότι άμα φανώσιν εις την Νάξον, ου μόνον οι Νάξιοι ήθελον πράξει όσα ζητήσωσιν, αλλά και οι άλλοι νησιώται, διότι εκ των Κυκλάδων τούτων νήσων καμμία ακόμη δεν είχεν υποταγή εις τον Δαρείον.
31. Φθάσας δε ο Αρισταγόρας εις τας Σάρδεις είπεν εις τον Αρταφέρνην ότι η Νάξος ήτο νήσος ουχί μεγάλη κατά το μέγεθος, κατά τα άλλα όμως ωραία, καρποφόρος και γείτων της Ιωνίας, και ότι εκεί ήσαν πολλά πλούτη και ανδράποδα. «Συ λοιπόν στράτευσον κατ' αυτής της χώρας και καταβίβασον εις αυτήν τους φυγάδας. Εάν πράξης τούτο, αφ' ενός μεν εγώ σε υπόσχομαι πολλά χρήματα πλην των εξόδων της εκστρατείας, διότι είναι δίκαιον να υποβληθώμεν εις τα έξοδα ταύτα ημείς οίτινες σε παρακινούμεν εις τον πόλεμον τούτον αφ' ετέρου δε θα υποτάξης εις τον βασιλέα την νήσον ταύτην Νάξον και τας άλλας νήσους τας παρ' αυτής εξαρτωμένας, την Πάρον, την Άνδρον και τας άλλας τας καλουμένας Κυκλάδας. Εκείθεν δε ορμώμενος θα επιτεθής ευχερώς εναντίον της Ευβοίας, νήσου μεγάλης και πλουσίας, ουχί μικροτέρας της Κύπρου, και θα δυνηθής ευκόλως να την κυριεύσης. Αρκούσιν εκατόν πλοία διά να υποτάξωμεν όλας ταύτας τας νήσους.» Ο δε Αρταφέρνης απεκρίθη τα εξής· «Συ δεικνύεις ωφέλιμα πράγματα εις τον οίκον του Δαρείου, αι δε συμβουλαί σου είναι κάλλισται, πλην του αριθμού των πλοίων. Αντί λοιπόν εκατόν, θα σοι ετοιμασθώσι διακόσια κατά το προσεχές έαρ. Απαιτείται όμως εις όλα ταύτα και η συγκατάθεσις του βασιλέως.»
32. Ταύτα ακούσας ο Αρισταγόρας, επέστρεψε περιχαρής εις την Μίλητον· ο δε Αρταφέρνης έπεμψεν απεσταλμένον εις τα Σούσα και υπέβαλε την πρότασιν του Αρισταγόρου εις τον Δαρείον. Επιδοκιμάσαντος δε του βασιλέως τα σχέδια ταύτα, ητοίμασε διακοσίας τριήρεις και συνήθροισε πλήθος Περσών και συμμάχων. Τούτων στρατηγόν κατέστησε τον Μεγαβάτην, ένα των Αχεμαινιδών και συγγενή του Δαρείου και ιδικόν του, του οποίου την θυγατέρα, εάν ήναι αληθές το λεγόμενον, εμνηστεύθη μετά ταύτα ο Λακεδαιμόνιος Παυσανίας, υιός του Κλεομβρότου, επιθυμήσας να γίνη τύραννος της Ελλάδος. Καταστήσας δε τον Μεγαβάτην στρατηγόν ο Αρταφέρνης, έπεμψε τον στρατόν εις τον Αρισταγόραν.
33. Παραλαβών δε ο Μεγαβάτης εκ της Μιλήτου τον Αρισταγόραν, τον Ιωνικόν στρατόν και τους Ναξίους, έπλευσε δήθεν εις τον Ελλήσποντον· ότε όμως έφθασεν εις την Χίον, ηγκυροβόλησεν εις τα Καύκασα περιμένων να πνεύση ο βορέας άνεμος όπως πλεύση εις την Νάξον. Επειδή όμως το πεπρωμένον δεν ήθελε να απολεσθώσιν οι Νάξιοι υπ' αυτού του στόλου, συνέβη το εξής· επιθεωρών ο Μεγαβάτης τας φυλακάς των πλοίων, εύρεν άνευ φυλάκων πλοίον Μύνδιον, οργισθείς δε διέταξε τους δορυφόρους του να εύρωσι τον κυβερνήτην τούτου, όστις εκαλείτο Σκύλαξ, και να τον δέσωσι διά μιας οπής των κωπών ούτως ώστε η μεν κεφαλή να ήναι έξω, το δε λοιπόν σώμα έσω. Δεθέντος δε του Σκύλακος έδραμέ τις προς τον Αρισταγόραν και εμήνυσεν αυτώ ότι ο Μεγαβάτης έδεσε τον Μύνδιον ξένον του και τον τιμωρεί. Ο δε Αρισταγόρας ελθών παρεκάλει τον Πέρσην να τον λύση, και επειδή δεν ετύγχανε του ζητουμένου, ήλθεν ο ίδιος και τον έλυσε. Μαθών τούτο ο Μεγαβάτης ωργίσθη υπερβαλλόντως και επέπληξε τον Αρισταγόραν, αλλ' ούτος τω είπε· «Τι σε μέλει περί των πραγμάτων τούτων; δεν σε απέστειλεν ο Αρταφέρνης να υπακούης εις εμέ και να πλέης όπου εγώ σε κελεύσω; διατί λοιπόν αναμιγνύεσαι εις όλα;» Ταύτα είπεν ο Αρισταγόρας, ο δε Μεγαβάτης χολωθείς, άμα εγένετο νυξ, έπεμψεν εις την Νάξον πλοίον με ανθρώπους διά να είπωσιν εις τους Ναξίους τα ενεργούμενα κατ' αυτών.
34. Οι δε Νάξιοι οίτινες πρότερον ουδόλως υπώπτευον ότι ο στόλος εκείνος έμελλε να πλεύση εναντίον των, άμα ήκουσαν τούτο έσπευσαν να φέρωσιν εκ των αγρών εις την πόλιν όλα τα πράγματά των, και επειδή έβλεπον ότι θα πολιορκηθώσιν, ητοιμάσθησαν προμηθευθέντες τροφάς και ποτά. Και αυτοί μεν ητοιμάσθησαν διά τον επικείμενον πόλεμον· οι δε Πέρσαι, περάσαντες τα πλοία εκ της Χίου εις την Νάξον, ήλθον διά να κτυπήσωσι τους Ναξίους· αλλά τους εύρον ησφαλισμένους και τους επολιόρκησαν επί μήνας τέσσαρας. Επειδή δε όλα τα χρήματα όσα είχον μεθ' εαυτών οι Πέρσαι εδαπανήθησαν και αυτός ο Αρισταγόρας εδαπάνησε πολλά, η δε πολιορκία απήτει ακόμη πολλά, τούτου ένεκα οικοδομήσαντες φρούριον διά τους εξορίστους Ναξίους, επέστρεψαν εις την ήπειρον μηδέν κατορθώσαντες.
35. Ο δε Αρισταγόρας μη δυνάμενος να εκπληρώση όσα υπεσχέθη εις τον Αρταφέρνη, πιεζόμενος υπό τη απαιτουμένης δαπάνης της εκστρατείας και φοβούμενος τον στρατόν όστις έπαθε και τον Μεγαβάτην του οποίου επροκάλεσε το μίσος, υπώπτευσεν ότι έμελλον να τον καθαιρέσωσι της κυριαρχίας της Μιλήτου. Φοβούμενος λοιπόν όλα ταύτα, συνέλαβε την ιδέαν να αποστατήση· ενώ δε εσκέπτετο τούτο, ήλθεν εκ των Σούσων, σταλείς από τον Ιστιαίον, άνθρωπος του οποίου η εστιγματισμένη κεφαλή τον εμήνυε να αποστατήση από τον βασιλέα· καθότι ο Ιστιαίος, θέλων να ειδοποιήση τον Αρισταγόραν να αποστατήση και μη δυνάμενος δι' ουδενός άλλου τρόπου να τον ειδοποιήση ασφαλώς, διότι εφυλάσσοντο οι δρόμοι, εξύρισε την κεφαλήν του πιστοτάτου των δούλων του, την έστιξε και περιέμεινε να αναφυώσι πάλιν αι τρίχες. Άμα δε ανεφύησαν, τον έπεμψεν εις την Μίλητον, ουδέν άλλο παραγγείλας εις αυτόν ειμή όταν φθάση εκεί να ειπή εις τον Αρισταγόραν να ξυρίση τας τρίχας του και να παρατηρήση την κεφαλήν. Έλεγον δε τα στίγματα, ως και πρότερον είπον, αποστασίαν. Έπραξε δε τούτο ο Ιστιαίος, δυσφορών διότι εκρατείτο εις τα Σούσα. Εάν απεστάτει η Μίλητος, πολλάς είχεν ελπίδας ότι ο Δαρείος θα τον έστελλεν εις τας παραθαλασσίους επαρχίας· ενόσω όμως ουδέν νέον συνέβαινεν εις την Μίλητον, ουδέποτε επίστευε να επιστρέψη εκεί.
36. Και ο μεν Ιστιαίος ταύτα διανοούμενος έπεμψε τον απεσταλμένον, του οποίου η παρά τω Αρισταγόρα άφιξις συνέπεσε με τα συμβάντα τα οποία διηγήθην, ο δε Αρισταγόρας συνεσκέφθη με τους συστασιώτας του, φανερώσας την ιδίαν του γνώμην και όσα τω εμήνυσεν ο Ιστιαίος. Και οι μεν άλλοι ήσαν σύμφωνοι να αποστατήσωσιν, ο δε Εκαταίος ο ιστορικός κατ' αρχάς μεν απέκρουε την γνώμην να κινήσωσι πόλεμον κατά του βασιλέως των Περσών, απαριθμών όλα τα έθνη εφ' ων ήρχεν ο Δαρείος, και την δύναμιν αυτού· επειδή όμως δεν τους έπειθε, συνεβούλευσεν έπειτα αυτούς να πράξωσιν ούτως ώστε να γίνωσι κύριοι της θαλάσσης. Προς τούτο είπεν έν μόνον μέσον έβλεπε, καθότι ήξευρεν ότι η δύναμις των Μιλησίων ήτο ασθενής. Το μέσον τούτο ήτο να λάβωσιν από το εις Βραγχίδας ιερόν τους θησαυρούς τους οποίους ο Λυδός Κροίσος είχεν αφιερώσει. Ηδύναντο να ελπίζωσιν ότι ήθελον θαλασσοκρατήσει, μεταχειριζόμενοι τους θησαυρούς εκείνους και συγχρόνως αφαιρούντες από τους Πέρσας την πιθανότητα να συλήσωσιν αυτούς. Τα πλούτη δε εκείνα, ως εδήλωσα εν τω πρώτω βιβλίω της ιστορίας μου, ήσαν πολλά. Αλλ' η γνώμη αύτη δεν υπερίσχυσε, και απεφασίσθη μόνον να αποστατήσωσι και να αποστείλωσιν ένα των Μιλησίων εις την Μυούντα όπου ήτο το στρατόπεδον των εκ της Νάξου επιστρεψάντων στρατευμάτων, διά να προσπαθήση να συλλάβη τους εις τα πλοία εκείνα στρατηγούς.
37. Επειδή δε εστάλη προς τούτο ο Ιατραγόρας και συνέλαβε δολίως τον Ολίατον του Ιβανώλιος Μυλασσέα, τον Ιστιαίον του Τύμνου Τερμερέα, τον Κώην του Ερξάνδρου, εις ον ο Δαρείος εδωρήσατο την Μιτυλήνην, τον Αρισταγόραν του Ηρακλείδου Κυμαίον, και άλλους πολλούς, τότε ο Αρισταγόρας απεστάτησεν αναφανδόν πράττων ό,τι ηδύνατο κατά του Δαρείου. Και πρώτον μεν λόγω ότι παραιτείται της τυραννίας, κατέστησεν ισονομίαν εις την Μίλητον· έπειτα δε έπραξε το αυτό και εις την λοιπήν Ιωνίαν, διώκων τους τυράννους και παραδίδων εις τας πόλεις των οποίων ήθελε την φιλίαν εκείνους τους οποίους είχε συλλάβει εις τα κατά της Νάξου πλεύσαντα πλοία. Παρέδιδε δε έκαστον εις την πόλιν εκ της οποίας ήτο.
38. Και τον μεν Κώην, άμα παρέλαβον οι Μιτυληναίοι, τον έσυρον έξω της πόλεως και τον ελιθοβόλησαν, αλλ' οι Κυμαίοι αφήκαν ελεύθερον τον τύραννόν των· τούτους δε μιμούμενοι οι περισσότεροι απέλυσαν τους ιδικούς των. Και αι μεν τυραννίδες εις τας πόλεις κατελύθησαν· ο δε Μιλήσιος Αρισταγόρας, αφού κατήργησεν αυτάς και επρόσταξε να καταστήσωσιν εν εκάστη των πόλεων στρατηγούς, μετέβη έπειτα μετά τριήρους εις την Λακεδαίμονα ως απεσταλμένος, διότι είχεν ανάγκην να εύρη ισχυρόν τινα σύμμαχον.
39. Εις δε την Σπάρτην δεν εβασίλευεν ουδέ έζη πλέον ο Αναξανδρίδης του Λέοντος, αλλ' είχεν αποθάνει, είχε δε την βασιλείαν ο υιός του Αναξανδρίδου, Κλεομένης, ουχί δια τα προτερήματά του αλλά διά το γένος του. Ο Αναξανδρίδης είχε συζευχθή την θυγατέρα της αδελφής του, την οποίαν ηγάπα μεν πολύ, δεν απελάμβανεν όμως τέκνα εξ αυτής. Ούτως έχοντος λοιπόν του πράγματος, οι έφοροι τον εκάλεσαν και τω είπον· «Εάν συ δεν προσέχης εις ό,τι σε αφορά, ημείς όμως δεν πρέπει να αφήσωμεν να εκλείψη η γενεά του Ευρυσθένους. Έχεις γυναίκα· αλλ' επειδή αύτη δεν σοι δίδει παιδία, άφες αυτήν και λάβε άλλην. Τοιαύτα δε πράττων θα ευχαριστήσης τους Σπαρτιάτας.» Ο δε Αναξανδρίδης απεκρίθη ότι δεν θα πράξη μήτε το έν μήτε το άλλο και ότι κακώς τον συνεβούλευον παρακινούντες αυτόν να διώξη την γυναίκα την οποίαν είχε, και ήτις ποτέ δεν έπταισε, και να λάβη άλλην. Τέλος ότι δεν τους ακούει.
40. Προς ταύτα οι έφοροι και οι γέροντες συνεσκέφθησαν και επρότεινον εις τον Αναξανδρίδην τα εξής· «Επειδή σε βλέπομεν προσηλωμένον εις την γυναίκα την οποίαν έχεις, παραδέχθητι τα εξής και μη ανθίστασαι πλέον διά μη σκεφθώσιν εναντίον σου οι Σπαρτιάται διαφορετικόν τι. Δεν σε ζητούμεν πλέον να αποπέμψης την γυναίκα την οποίαν αγαπάς· εξακολούθει αποδίδων αυτή όσα τη αποδίδεις τώρα· λάβε όμως προς αυτήν και άλλην τεκνοποιόν.» Συγκατετέθη εις τούτο ο Αναξανδρίδης και μετά ταύτα έχων δύο γυναίκας, διετήρει δύο οικίας, πράττων ούτω πράγμα ασύνηθες εις τα ήθη τα Σπαρτιατικά.
41. Μετά παρέλευσιν ουχί πολλού χρόνου η δευτέρα αύτη σύζυγος έτεκε τον Κλεομένη τούτον. Ενώ δε αύτη έδιδεν εις τους Σπαρτιάτας μέλλοντα βασιλέα, τότε και η πρώτη γυνή ήτις πρότερον ήτο άτεκνος, συνέλαβεν ανελπίστως. Ενώ δε αυτή ήτο αληθώς έγκυος, οι συγγενείς της δευτέρας γυναικός μαθόντες τούτο εθορύβουν λέγοντες ότι καυχάται χωρίς να ήναι έγκυος και ότι σκοπεύει να παρουσιάση παιδίον υποβολιμαίον. Επειδή λοιπόν ούτοι εθορύβουν τοιουτοτρόπως, ότε επέστη ο χρόνος του τοκετού, οι έφοροι δυσπιστούντες εκάθισαν περί την τίκτουσαν και παρεφύλαττον αυτήν. Αυτή δε αφού έτεκε τον Δωριέα, αμέσως μετά ταύτα έτεκε τον Λεωνίδαν, και κατόπιν τούτου τον Κλεόμβροτον· τινές δε λέγουσιν ότι ο Λεωνίδας και ο Κλεόμβροτος ήσαν δίδυμοι. Η δε δευτέρα γυνή, ήτις ήτο θυγάτηρ του Πρινητάδου υιού του Δημαρμένου, τεκούσα τον Κλεομένη, δεν έτεκε πλέον άλλο τέκνον.
42. Ο μεν Κλεομένης ήτο, ως λέγουσιν, ουχί υγιής τας φρένας αλλ' επιρρεπής εις την μανίαν, ο δε Δωριεύς ήτο πρώτος όλων των συνηλικιωτών του και εφρόνει ότι διά τα προτερήματά του αυτός έμελλε να λάβη την βασιλείαν. Τόσον δε βέβαιος ήτο περί τούτου ώστε όταν απέθανεν ο Αναξανδρίδης και οι Λακεδαιμόνιοι εκ σεβασμού προς τον νόμον ανεγνώρισαν ως βασιλέα τον πρεσβύτατον Κλεομένη, ο Δωριεύς αγανακτήσας και μη καταδεχόμενος να κυβερνάται υπό του Κλεομένους, εζήτησε λαόν από τους Σπαρτιάτας και μετηνάστευσε. Χωρίς να πράξη τίποτε από όσα συνήθως πράττονται εις τοιαύτας περιστάσεις, ανεχώρησεν ηγανακτημένος και έπλευσε προς την Λιβύαν λαβών Θηραίους οδηγούς. Αποβάς εις την Κίνυπα, κατώκησε τόπον κάλλιστον της Λιβύας πλησίον ποταμού. Διωχθείς όμως εκείθεν κατά το τρίτον έτος υπό των Λιβύων Μακών και των Καρχηδονίων επέστρεψεν εις την Πελοπόννησον.
43. Τότε ο Αντιχάρης, ανήρ Ελεώνιος, οδηγούμενος έκ τινος χρησμού δοθέντος άλλοτε εις τον Λάιον, τον εσυμβούλευσε να αποικίση την εν Σικελία Ηράκλειαν, λέγων ότι όλη η χώρα του Έρυκος ανήκει εις τους Ηρακλείδας, καταλαβόντος αυτήν του Ηρακλέους. Ακούσας ταύτα ο Δωριεύς επορεύθη εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το μαντείον εάν ηδύνατο να γίνη κύριος της χώρας εις την οποίαν εσκόπευε να μεταβή. Δοθείσης δε καταφατικής απαντήσεως ο Δωριεύς παραλαβών εκείνους τους οποίους είχεν ότε μετέβη εις την Λιβύαν, έπλευσε προς την Ιταλίαν
44. Κατ' εκείνον δε τον χρόνον, ως λέγουσιν οι Συβαρίται, αυτοί και ο βασιλεύς των Τήλυς έμελλον να εκστρατεύσωσι κατά της Κρότωνος. Φοβηθέντες οι Κροτωνιάται, παρεκάλεσαν τον Δωριέα να τους βοηθήση. Συγκατατεθείς εις τούτο ο Δωριεύς, συνεξεστράτευσε μετ' αυτών εις την Σύβαριν και συνεκυρίευσεν αυτήν. Και ταύτα μεν λέγουσιν οι Συβαρίται ότι έπραξεν ο Δωριεύς και οι μετ' αυτού· οι Κροτωνιάται όμως λέγουσιν εξ εναντίας ότι ουδείς ξένος ανεμίχθη εις τον κατά των Συβαριτών πόλεμον, πλην μόνου του Καλλίου, μάντεως Ηλείου, εκ του γένους των Ιαμιδών. Ούτος, ως λέγουσιν, έφυγεν από τον τύραννον των Συβαριτών Τήλυν και ήλθεν εις αυτούς, διότι εις τας θυσίας τα ιερά δεν εφάνησαν ευνοϊκά διά την κατά των Κροτωναίων εκστρατείαν. Ταύτα λέγουσιν οι Κροτωναίοι.
45. Μαρτυρίας δε εκάτερον των μερών φέρει τας εξής. Οι μεν Συβαρίται δεικνύουσι τέμενος και ναόν πλησίον του ξηρού Κράθιδος, τον οποίον ναόν λέγουσιν ότι ο συγκυριεύσας την πόλιν Δωριεύς ανήγειρεν εις την Αθηνάν την επονομαζομένην Κραθίαν. Άλλην δε μαρτυρίαν μεγίστην αναφέρουσι τον θάνατον αυτού του Δωριέως όστις απώλετο πράξας τα εναντία παρ' όσα προέγραψεν εις αυτόν το μαντείον διότι εάν δεν παρέβαινε τίποτε, εάν έπραττεν εκείνο διά το οποίον εστάλη, θα εκυρίευεν την χώραν του Έρυκος και θα κατείχεν αυτήν· και ούτε αυτός ούτε ο στρατός του ήθελον απολεσθή. Οι δε Κροτωνιάται πάλιν δεικνύουσι πολλάς γαίας εν τη χώρα της Κρότωνος δωρηθείσας εις τον Ηλείον Καλλίαν, τας οποίας μέχρι των ημερών μου ενέμοντο οι απόγονοι του Καλλίου· ενώ εις τον Δωριέα και τους απογόνους αυτού δεν εδόθη τίποτε. Και βεβαίως, εάν ο Δωριεύς τους εβοήθει εις τον κατά των Συβαριτών πόλεμον, θα ελάμβανε περισσότερα παρ' όσα έλαβεν ο Καλλίας. Αυτά είναι τα μαρτύρια τα οποία προσφέρουσιν αι δύο αύται πόλεις· είναι δε ελεύθερος ο καθείς να παραδεχθή εκείνο όπερ τω φανή πιθανώτερον.
46. Συνέπλευσαν δε μετά του Δωριέως και άλλοι Σπαρτιάται άποικοι, ο Θεσσαλός, ο Παραιβάτης, ο Κελέας και ο Ευρυλέων, οίτινες ότε έφθασαν με όλον τον στόλον εις την Σικελίαν, ηττηθέντες εις μάχην εφονεύθησαν υπό των Φοινίκων και των Εγεσταίων. Μόνος δε ο Ευρυλέων επέζησεν εις την καταστροφήν ταύτην, και αυτός συναθροίσας τους απομείναντας στρατιώτας εκυρίευσε την Μινώαν, αποικίαν των Σελινουσίων και ελευθέρωσε τους Σελινουσίους από τον μονάρχην Πυθαγόραν. Μετά ταύτα όμως φονεύσας τούτον ηθέλησεν αυτός να γίνη τύραννος της Σελινούντος· ολίγον όμως χρόνον εμονάρχησε, διότι επαναστάτησαντες οι Σελινούσιοι εφόνευσαν αυτόν καταφυγόντα εις τον βωμόν του αγοραίου Διός.
47. Συνώδευε προς τούτοις τον Δωριέα και συναπέθανε μετ' αυτού ο Κροτωνιάτης Φίλιππος του Βουτακίδου, όστις μνηστευθείς την θυγατέρα του Συβαρίτου Τήλυος έφυγεν εκ της Κρότωνος· ψευσθείς δε του γάμου ανεχώρησε πλέων εις την Κυρήνην, και εκείθεν πάλιν αναχωρήσας συνηκολούθει τον Δωριέα με ιδίαν του τριήρη και ίδιά του έξοδα των στρατιωτών. Ήτο Ολυμπιονίκης και ο ωραιότατος των Ελλήνων του καιρού εκείνου· ένεκα δε του κάλλους του ηξιώθη παρά των Εγεσταίων ό,τι ουδείς άλλος, διότι εγείραντες επί του τάφου του ηρώον τω προσφέρουσι θυσίας.
48. Και ο μεν Δωριεύς λοιπόν ούτως ετελεύτησεν· εάν δε ηνείχετο να βασιλεύεται υπό του Κλεομένους και έμενεν εις την Σπάρτην, θα εγίνετο βασιλεύς της Λακεδαίμονος, διότι ο Κλεομένης δεν εβασίλευσε πολύν χρόνον, αλλ' απέθανεν άπαις, αφήσας μόνον μιαν θυγατέρα της οποίας το όνομα ήτο Γοργώ.
49. Έρχεται λοιπόν ο τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας εις την Σπάρτην ότε είχε την αρχήν ο Κλεομένης και ήλθεν εις ομιλίαν με αυτόν, ως λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, έχων χάλκινον πίνακα επί του οποίου ήσαν κεχαραγμένα η περίοδος όλης της γης, όλη η θάλασσα και όλοι οι ποταμοί. Κατά την συνδιάλεξιν ταύτην ο Αρισταγόρας είπε προς αυτόν τα εξής· «Κλεόμενες, μη θαυμάσης εάν έσπευσα να έλθω εδώ, διότι αι περιστάσεις με εβίασαν να πράξω τούτο. Να ήναι οι Ίωνες δούλοι αντί ελευθέρων, τούτο είναι όνειδος και άλγος μέγιστον εις ημάς, προπάντων όμως εις σας οίτινες προΐστασθε της Ελλάδος. Όθεν διά όνομα των θεών των Ελληνικών λυτρώσατε εκ της δουλείας τους Ίωνας, άνδρας ομαίμονας. Δύνασθε δε ευκόλως να πράξητε τούτο, διότι ου μόνον οι βάρβαροι δεν είναι δυνατοί, αλλ' εφθάσατε εις το ακρότατον σημείον των πολεμικών αρετών. Αυτοί εις τον πόλεμον μεταχειρίζονται τόξα και ακόντια βραχέα, έρχονται δε εις τας μάχας φορούντες αναξυρίδας και σαρίκια· βλέπετε λοιπόν ότι εύκολον είναι να νικηθώσιν. Οι νεμόμενοι την χώραν ταύτην έχουσιν αυτοί μόνοι τόσα αγαθά όσα έχουσιν όλοι οι άλλοι άνθρωποι· πρώτον χρυσόν, έπειτα άργυρον, χαλκόν, πεποικιλμένα φορέματα, υποζύγια και ανδράποδα· όλα ταύτα άμα θελήσετε γίνονται ιδικά σας. Αι δε επαρχίαι των είναι η μία πλησίον της άλλης ως θα σε δείξω. Κατόπιν τούτων των Ιώνων είναι οι Λυδοί, κατοικούντες χώραν εύκαρπον και έχοντες απείρους ποσότητας αργύρου.» Ταύτα λέγων ο Αρισταγόρας εδείκνυε τους τόπους τούτους εις την περίοδον της γης ήτις ήτο εγκεχαραγμένη εις τον πίνακα. «Μετά τους Λυδούς, εξηκολούθησε, προς ανατολάς, είναι οι Φρύγες οι μάλλον πλούσιοι από όσους εγώ ηξεύρω εις ποίμνια και εις καρπούς. Έπειτα βλέπεις τους Καππαδόκας τους οποίους ημείς καλούμεν Συρίους, έπειτα τους Κίλικας οίτινες εκτείνονται μέχρι της θαλάσσης ταύτης όπου κείται η νήσος Κύπρος. Ούτοι πληρόνουσιν εις τον βασιλέα πεντακόσια τάλαντα ετήσιον φόρον. Μετά τους Κίλικας τούτους είναι οι Αρμένιοι, οίτινες έχουσι και αυτοί πλήθος ποιμνίων. Μετά τους Αρμενίους είναι οι Ματιανοί εξουσιάζοντας τον τόπον τούτον. Κατόπιν τούτων είναι η Κισσία χώρα εις την οποίαν, πλησίον του ποταμού τούτου Χοάσπου, είναι τα Σούσα. Εκεί ζη ο μέγας βασιλεύς, εκεί είναι οι θησαυροί του. Εάν κυρώσετε την πόλιν ταύτην, δύνασθε ευκόλως να ανταγωνισθήτε κατά τα πλούτη με τον Δια. Πρέπει λοιπόν δι' ολίγην γην, και ταύτην ουχί καλήν, και ορίων μικρών, να πολεμήτε κατά των ισοδυνάμων με υμάς Μεσσηνίων, και των Αρκάδων, και των Αργείων, οίτινες ούτε χρυσόν έχουσιν ούτε άργυρον, διά τα οποία δύναται τις προθύμως να πολεμήση και να αποθάνη; Και αφού δύνασθε να κυριεύσετε ευκόλως την Ασίαν, διατί ζητείτε άλλας κατακτήσεις; Ταύτα είπεν ο Αρισταγόρας, ο δε Κλεομένης απεκρίθη τα εξής· «Ω ξένε Μιλήσιε, μετά τρεις ημέρας θα έχης την απόκρισίν μου».
50. Και τότε μεν τόσον επροχώρησαν. Ότε δε έφθασεν η κυρία ημέρα της αποκρίσεως επανέλαβον την συνδιάλεξιν και ο Κλεομένης ηρώτησε τον Αρισταγόραν πόσων ημερών οδός είναι από την θάλασσαν μέχρι της βασιλικής πόλεως. Ο δε Αρισταγόρας, μολονότι εις τα άλλα εφάνη πονηρός και μέχρις εκείνης της στιγμής επιτήδειος να απατά τον Κλεομένη, εις τούτο όμως έσφαλε· διότι ενώ ηδύνατο να μη ομολογήση εκείνο το οποίον ήτο, εάν ήθελε να παρασύρη τους Σπαρτιάτας εις την Ασίαν, είπεν ότι η άνοδος είναι τριών μηνών. Τότε ο Κλεομένης, διακόπτων όσα έμελλε να είπη ο Αρισταγόρας περί της οδού ταύτης, είπεν· «Ω ξένε Μιλήσιε, αναχώρησον εκ της Σπάρτης προ της δύσεως του ηλίου, διότι δεν λέγεις εύκολα πράγματα εις τους Λακεδαιμονίους, θέλων να τους φέρης τριών μηνών οδόν μακράν τις θαλάσσης.» Ο μεν Κλεομένης ταύτα ειπών επέστρεψεν εις την κατοικίαν του.
51. Ο δε Αρισταγόρας λαβών κλάδον ελαίας μετέβη εις την οικίαν του Κλεομένους, και εισελθών ως ικέτης παρεκάλει τον Κλεομένη να αποπέμψη το παιδίον του και να τον ακούση, διότι πλησίον του Κλεομένους ήτο η θυγάτηρ του ήτις ωνομάζετο Γοργώ. Αύτη ήτο το μόνον του τέκνον και ήτο οκτώ ή εννέα ετών την ηλικίαν. Ο δε Κλεομένης τω είπεν ότι ηδύνατο να ομιλήση ό,τι ήθελε χωρίς να τον εμποδίζη η παρουσία του παιδίου. Τότε ο Αρισταγόρας ήρχισεν υποσχόμενος αυτώ δέκα τάλαντα εάν εκτελέση όσα τω εζήτησεν. Επειδή δε ο Κλεομένης ηρνείτο, ο Αρισταγόρας, αυξάνων πάντοτε την προσφοράν του, έφθασε να υποσχεθή πεντήκοντα τάλαντα. Τότε το παιδίον εφώνησε· «Πάτερ, θα σε διαφθείρη ο ξένος εάν δεν τον αφήσης και φύγης.» Ο δε Κλεομένης, ευχαριστηθείς διά την συμβουλήν του παιδίου, μετέβη εις άλλο οίκημα· ο δε Αρισταγόρας ανεχώρησεν εκ της Σπάρτης ανεπιστρεπτί, και ούτε ηδυνήθη να είπη τι περισσότερον περί της οδού της αγούσης προς τον βασιλέα.
52. Τα περί της οδού δε ταύτης έχουσιν ούτω· πανταχού υπάρχουσι σταθμοί βασιλικοί και καταλύματα κάλλιστα· όλη δε η οδοιπορία γίνεται διά χώρας κατοικουμένης και ασφαλούς. Πρώτον διά της Λυδίας και της Φρυγίας είναι είκοσι σταθμοί και παρασάγγαι εννενήκοντα τέσσαρες και ήμισυ. Μετά την Φρυγίαν έρχεται ο Άλυς ποταμός όπου είναι μέγα φρούριον και πύλαι τας οποίας πρέπει να διέλθη, τις όπως διεκπεραιωθή. Αφού δε διαβή εις την Καππαδοκίαν, διέρχεται δι' αυτής μέχρις ου φθάση εις τα όρια των Κιλικίων, όπου είναι σταθμοί εικοσιοκτώ και παρασάγγαι εκατόν τέσσαρες. Επί των μεθορίων τούτων θα διέλθης δύο πύλας και δύο φρούρια. Ταύτα αφού διέλθης και διά της Κιλικίας εξακολουθών την πορείαν σου, έχεις ενώπιόν σου τρεις σταθμούς και παρασάγγας δεκαπέντε και ήμισυ. Μεταξύ της Κιλικίας και της Αρμενίας ρέει ποταμός ναυσίπορος, όστις ονομάζεται Ευφράτης. Εις δε την Αρμενίαν είναι σταθμοί μεν καταλυμάτων δεκαπέντε, παρασάγγαι δε πεντήκοντα έξ και ήμισυ και έν φρούριον. Τέσσαρες ποταμοί ναυσίποροι ρέουσι δι' αυτής τους oποίους ανάγκη πάσα να διαπορθμεύση τις. Ο πρώτος των ποταμών είναι ο Τίγρης· ο δεύτερος και ο τρίτος έχουσι το αυτό όνομα, μολονότι δεν είναι οι ίδιοι δεν τρέχουσιν από το αυτό μέρος, διότι ο μεν ρέει εκ των Αρμενίων, ο δε εκ των Ματιανών. Ο τέταρτος των ποταμών ονομάζεται Γύνδης, τον όποιον άλλοτε ο Κύρος διεμοίρασεν εις τριακοσίας εξήκοντα διώρυχας. Εκ ταύτης δε της Αρμενίας όταν εισέλθης εις την Ματιανήν χώραν είναι σταθμοί τέσσαρες· εκ ταύτης δε μεταβαίνεις εις την Κισσίαν χώραν, όπου είναι σταθμοί ένδεκα και παρασάγγαι τριάκοντα δύο και ήμισυ μέχρι του Χοάσπου ποταμού, τον οποίον επίσης πρέπει να διαπεράσης με πλοίον και επί του οποίου είναι εκτισμένη η πόλις Σούσα. Όλοι οι σταθμοί ούτοι είναι εκατόν ένδεκα. Άλλα τόσα δε καταλύματα είναι από τας Σάρδεις εις τα Σούσα.
53. Εάν δε εμετρήθη ορθώς η βασιλική οδός κατά παρασάγγας, και εάν ο παρασάγγης ισοδυναμή με τριάκοντα στάδια, ως και ισοδυναμεί τωόντι, εκ των Σάρδεων μέχρι των Μεμνονίων καλουμένων βασιλείων είναι στάδια δεκατρείς χιλιάδες πεντακόσια, ή τετρακόσια πεντήκοντα παρασάγγαι. Δι' εκείνους δε οίτινες δύνανται να διανύωσιν εκατόν πεντήκοντα στάδια την ημέραν, απαιτούνται ακριβώς εννενήκοντα ημέραι.
54. Ούτω λοιπόν ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, ειπών εις τον Λακεδαιμόνιον Κλεομένη ότι μέχρι της διαμονής του βασιλέως ήτο τριών μηνών οδός, είπεν ορθώς. Εάν δε τις ζητή ακριβέστερον υπολογισμόν, τούτο θα πράξω αμέσως. Εις τούτο το διάστημα πρέπει να προσθέσωμεν και την οδόν όση είναι από την Έφεσον μέχρι των Σάρδεων. Όθεν λέγω ότι από την Ελληνικήν θάλασσαν μέχρι των Σούσων (διότι ούτω καλείται η πόλις του Μέμνονος) είναι δεκατέσσαρες χιλιάδες και τεσσαράκοντα στάδια. Και ούτω η τρίμηνος οδός γίνεται μακροτέρα κατά τρεις ημέρας.
55. Διωχθείς ο Αρισταγόρας εκ της Σπάρτης ήλθεν εις τας Αθήνας, ελευθερωθείσας από τους τυράννους των κατά τον ακόλουθον τρόπον. Αφού ο Αριστογείτων και ο Αρμόδιος, όντες ανέκαθεν εκ του γένους των Γεφυραίων, εφόνευσαν τον Ίππαρχον, υιόν του Πεισιστράτου και αδελφόν του τυράννου Ιππίου, ιδόντα εις τον ύπνον του όραμα αγγέλλον αυτώ εναργέστατα εκείνο το οποίον έμελλε να πάθη, πάλιν οι Αθηναίοι επί τέσσαρας ακόμη μήνας ετυραννεύθησαν όχι ολιγώτερον αλλά μάλιστα περισσότερον ή πρότερον.
56. Το δε δράμα του ενυπνίου του Ιππάρχου ήτο το εξής. Κατά την νύκτα της παραμονής των Παναθηναίων εφάνη εις τον Ίππαρχον ότι είδεν άνδρα μέγαν και ωραίον παρουσιασθέντα ενώπιόν του και ειπόντα τους εξής αινιγματώδεις λόγους· «Υπόμεινον, λέων, με καρδιάν υπομονητικήν, ό,τι πάθης ανυπόφορον. Δεν υπάρχει άνθρωπος αδικών όστις να μη αποτίση την αδικίαν.» Τούτων την εξήγησιν, άμα εγένετο ημέρα, τον είδον να προτείνη εις ονειροκρίτας· έπειτα εξορκίσας το όνειρον, μετέβη εις τον τόπον της πομπής όπου και εφονεύθη.
57. Οι δε Γεφυραίοι, εκ των οποίων κατήγοντο οι φονείς του Ιππάρχου, ως μεν λέγουσιν αυτοί, έχουσι την αρχήν των εκ της Ερετρείας, ως δε έμαθον εγώ εξετάσας, ήσαν Φοίνικες, εκ των Φοινίκων εκείνων οίτινες μετά του Κάδμου ήλθον εκ της Φοινίκης εις την γην την σήμερον καλουμένην Βοιωτίαν, και λαβόντες κλήραν τινα της χώρας ταύτης εγκατεστάθησαν εις την Ταναγρικήν μοίραν. Εντεύθεν αφού πρώτον εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των Βοιωτών, εδιώχθησαν έπειτα και οι Γεφυραίοι υπό των Αργείων και κατέφυγον εις τους Αθηναίους. Οι δε Αθηναίοι τους εδέχθησαν ως πολίτας των, απαγορεύσαντες αυτοίς διάφορα δικαιώματα τα οποία δεν είναι άξια διηγήσεως.
58. Οι δε Φοίνικες ούτοι οι μετά του Κάδμου ελθόντες, μεταξύ των οποίων ήσαν οι Γεφυραίοι, οικήσαντες την χώραν ταύτην, εδίδαξαν πολλά πράγματα και προς τούτοις τα γράμματα τα οποία κατ' εμέ δεν υπήρχον πρότερον εις τους Έλληνας. Και κατ' αρχάς μεν οι Έλληνες μετεχειρίσθησαν όσα γράμματα μεταχειρίζονται οι Φοίνικες, ύστερον όμως με την πρόοδον του χρόνου ετροποποίησαν την φωνήν αυτών και το σχήμα. Εκ των Ελλήνων οι Ίωνες ήσαν οι κατ' εκείνην την εποχήν κατοικούντες εις τα πλείστα μέρη των πέριξ χωρών· αυτοί λοιπόν μαθόντες παρά των Φοινίκων τα γράμματα, μετεχειρίσθησαν αυτά και τα μετερρύθμισαν ολίγον. Μεταχειριζόμενοι δε αυτά είπον, ως ήτο και δίκαιον, διότι οι Φοίνικες τα εισήγαγον εις την Ελλάδα, να καλώνται Φοινικικά. Προσέτι δε και τας βίβλους καλούσιν οι Ίωνες διφθέρας κατά παλαιάν συνήθειαν, καθότι ούσης της βίβλου σπανίας μετεχειρίζοντο άλλοτε δέρματα αιγών και προβάτων. Ακόμη δε και εις την εποχήν μου πολλοί των βαρβάρων γράφουσιν εις τοιαύτας διφθέρας.
59. Είδον δε και εγώ αυτός Καδμικά γράμματα εις το ιερόν του Ισμηνίου Απόλλωνος εις τας Θήβας της Βοιωτίας, γεγλυμμένα επί τριών τριπόδων, κατά πολύ ομοιάζοντα προς τα Ιωνικά. Ο μεν είς των τριπόδων έχει το εξής επίγραμμα: «Ο ΑΜΦΙΚΤΥΩΝ ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ, ΕΠΙΣΤΡΕΨΑΣ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΤΗΛΕΒΟΕΙΣ.» Τούτο θα χρονολογήται από την εποχήν του Λαΐου, υιού του Λαβδάκου, υιού του Πολυδώρου, υιού του Κάδμου.
60. Έτερος τρίπους φέρει το εξής επίγραμμα εις εξαμέτρους στίχους: «Ο ΣΚΑΙΟΣ, ΝΙΚΗΣΑΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΠΥΓΜΗΝ, ΜΕ ΑΝΕΘΗΚΕΝ ΕΙΣ ΣΕ ΤΟΝ ΜΑΚΡΑΝ ΡΙΠΤΟΝΤΑ ΤΑ ΒΕΛΗ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ.» Ο Σκαίος δε ούτος θα ήτο ο υιός του Ιπποκόωντος, εάν αυτός είναι ο αφιερώσας και όχι άλλος, έχων τα ίδιον όνομα με τον υιόν του Ιπποκόωντος και σύγχρονος με τον Οιδίποδα του Λαΐου.
61. Ο δε τρίτος τρίπους λέγει και ούτος εν εξαμέτρω: «ΑΥΤΟΣ Ο ΜΟΝΑΡΧΩΝ ΛΑΟΔΑΜΑΣ ΑΦΙΕΡΩΣΕ ΤΡΙΠΟΔΑ ΕΙΣ ΣΕ ΤΟΝ ΚΑΛΟΝ ΤΟΞΟΤΗΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ, ΑΓΑΛΜΑ ΠΕΡΙΚΑΛΛΕΣ» Επί της μοναρχίας του Λαοδάμαντος τούτου υιού του Ετεοκλέους εδιώχθησαν οι Καδμείοι υπό των Αργείων και έφυγον εις τους Εγχέλεις, οι δε Γεφυραίοι μείναντες, εβιάσθησαν ύστερον υπό των Βοιωτών να αναχωρήσωσιν εις Αθήνας. Και υπάρχει ακόμη ο ναός αυτών εις τας Αθήνας, ουδείς δε των άλλων πολιτών εισέρχεται εις αυτόν. Διαφέρει των άλλων ναών και προ πάντων του ναού όπου τελούνται τα μυστήρια της Αχαίας Δήμητρος.
62. Διηγήθην λοιπόν το όνειρον το οποίον είδεν ο Ίππαρχος και πόθεν κατήγοντο οι Γεφυραίοι εκ των οποίων ήσαν οι φονείς του Ιππάρχου. Πρέπει λοιπόν τώρα να επαναλάβω την διήγησιν την οποίαν ήρχισα και να είπω πώς οι Αθηναίοι ηλευθερώθησαν των τυράννων. Τυραννεύοντες του Ιππίου και φερομένου σκληρώς προς τους Αθηναίους διά τον θάνατον του Ιππάρχου, οι Αλκμαιωνίδαι, Αθηναίοι το γένος και εξορισθέντες υπό του Πεισιστράτου ομού με άλλους Αθηναίους, απεπειράθησαν να επιστρέψωσιν εις τας Αθήνας διά της βίας, αλλ' απέτυχον και ηττήθησαν ολοσχερώς ζητήσαντες να καταβώσι και να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Τότε ετείχισαν το Λειψύδριον το οποίον είναι άνωθεν της Παιονίας· εκεί δε οι Αλκμαιωνίδαι, τα πάντα μηχανώμενοι κατά των Πεισιστρατιδών, συνεφώνησαν με τους Αμφικτύονας και έκτισαν ναόν εις τους Δελφούς, αυτόν όστις είναι σήμερον και δεν υπήρχε τότε. Επειδή δε ήσαν πλούσιοι και σημαντικοί ανέκαθεν, ωκοδόμησαν ναόν καλλίτερον του υποδείγματος, και μολονότι συνεφώνησαν να κτίσωσιν αυτόν εκ μαρμάρου κοινού, κατεσκεύασαν την πρόσοψιν αυτού εκ μαρμάρου Παρίου.
63. Ως λέγουσι λοιπόν οι Αθηναίοι, καθήμενοι οι άνθρωποι ούτοι εις τους Δελφούς εδελέαζον την Πυθίαν με χρήματα ώστε, οσάκις ήρχοντο οι Σπαρτιάται διά να ζητήσωσι χρησμόν είτε δι' ιδιωτικάς υποθέσεις είτε διά δημοσίας, να τοις λέγη πάντοτε ότι πρέπει να ελευθερώσωσι τας Αθήνας. Όθεν οι Λακεδαιμόνιοι, βλέποντες ότι η Πυθία τοις επανελάμβανε τον αυτόν χρησμόν, έπεμψαν μετά στρατού τον Αγχιμόλιον, υιόν του Αστέρος, Σπαρτιάτην έγκριτον, διά να διώξη από τας Αθήνας τους Πεισιστρατίδας, μολονότι ήσαν άκροι φίλοι των· διότι εσέβοντο πλειότερον την διαταγήν του θεού ή τας φιλίας των ανθρώπων. Έπεμψαν δε τον στρατόν τούτον με πλοία, και ο Αγχιμόλιος αγκυροβολήσας εις το Φάληρον απεβίβασε τους στρατιώτας. Εν τούτοις οι Πεισιστρατίδαι, ειδοποιηθέντες προηγουμένως περί τούτον, προσεκάλεσαν επικουρίαν εκ της Θεσσαλίας, διότι είχον συνθήκην συμμαχίας με τους Θεσσαλούς. Οι δε Θεσσαλοί, εις αυτήν την αίτησιν, αποφασίσαντες από κοινού τοις έστειλαν χίλιους ιππείς υπό τον βασιλέα Κινέαν, άνδρα Κονιαίον, τους οποίους αφού έλαβον ως συμμάχους οι Πεισιστρατίδαι εμηχανήθησαν τα εξής. Έκοψαν τα δένδρα της πεδιάδος του Φαλήρου και κατέστησαν αυτήν ιππάσιμον· έπειτα αφήκαν το ιππικόν κατά του στρατοπέδου των Λακεδαιμονίων. Εμπεσόν δε τούτο, άλλους μεν διέφθειρε, μεταξύ των οποίων και τον Αγχιμόλιον· τους δε περισωθέντας τους ηνάγκασε να καταφύγωσιν εις τα πλοία. Και η μεν πρώτη εκστρατεία των Λακεδαιμονίων τοιαύτην τύχην έλαβε· σώζεται δε ο τάφος του Αγχιμολίου εις τας Αλωπεκάς της Αττικής, πλησίον του εις το Κυνόσαργες ναού του Ηρακλέους.
64. Μετά ταύτα δε οι Λακεδαιμόνιοι ετοιμάσαντες μεγαλείτερον στρατόν έπεμψαν αυτόν κατά των Αθηνών, καταστήσαντες στρατηγόν αυτού τον βασιλέα Κλεομένη, υιόν του Αναξανδρίδου· έπεμψαν δε αυτόν ουχί πλέον διά θαλάσσης, αλλά διά ξηράς. Ενώ όμως εισήρχοντο εις την Αττικήν, επετέθησαν κατ' αυτών οι ιππείς των Θεσσαλών, οίτινες μετ' ου πολύ ετράπησαν εις φυγήν απολέσαντες άνδρας υπέρ τους τεσσαράκοντα. Οι λοιποί, όσοι εσώθησαν, έφυγον ως είχον κατ' ευθείαν προς την Θεσσαλίαν. Εισελθών δε εις την πόλιν ο Κλεομένης με τους Αθηναίους όσοι ήθελον να ήναι ελεύθεροι, επολιόρκησε τους τυράννους κλεισθέντας εις το Πελασγικόν τείχος.
65. Βεβαίως οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήθελον δυνηθή να εξώσωσι τους Πεισιστρατίδας, ούτε εσκέπτοντο να κάμωσι τακτικήν πολιορκίαν κατ' ανθρώπων εχόντων άφθονον προμήθειαν τροφών και ύδατος, μετά πολιορκίαν δε ολίγων τινών ημερών θα επέστρεφον εις την Σπάρτην· πλην επήλθε συμβάν τι δι' αυτούς μεν ευνοϊκόν, διά δε τους Πεισιστρατίδας ολέθριον. Πεμπόμενοι οι παίδες των Πεισιστρατιδών έξω της χώρας συνελήφθησαν· απ' εκείνης λοιπόν της στιγμής τα πράγματα περιεπλέχθησαν. Διά να λάβωσι δε τα τέκνα των οι Πεισιστρατίδαι εδέχθησαν τους όρους τους οποίους ήθελον οι Αθηναίοι, και ηναγκάσθησαν να εξέλθωσι της Αττικής εντός πέντε ημερών. Μετέβησαν λοιπόν εις το επί του Σκαμάνδρου ποταμού Σίγειον, αφού εκυβέρνησαν τας Αθήνας επί έτη τριάκοντα και έξ, όντες και αυτοί ανέκαθεν εκ της Πύλου και Νηλείδαι, και καταγόμενοι εκ των ιδίων προγόνων εξ ων κατήγοντο ο Κόδρος και ο Μέλανθος οίτινες μολονότι επήλυδες εγένοντο βασιλείς των Αθηναίων. Τούτου ένεκα ο Ιπποκράτης προς ανάμνησιν ωνόμασε τον υιόν του Πεισίστρατον, επονομάσας αυτόν από τον Πεισίστρατον τον υιόν του Νέστορος. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι απηλλάγησαν των τυράννων. Όσα δε αφού ηλευθερώθησαν έπραξαν και έπαθον άξια διηγήσεως, πριν ή αποστατήση η Ιωνία από τον Δαρείον και πριν έλθη εις τας Αθήνας ο Μιλήσιος Αρισταγόρας διά να ζητήση βοήθειαν, ταύτα πρώτα θέλω διηγηθή.
66. Αι Αθήναι αίτινες ήσαν και πρότερον μεγάλαι, ελευθερωθείσαι τότε από τους τυράννους εγένοντο μεγαλείτεραι. Εις αυτάς δύο άνδρες είχον μεγάλην δύναμιν, ο Κλεισθένης, ανήρ Αλκμαιωνίδης, όστις εφημίζετο ότι είχεν αγοράσει την Πυθίαν και ο Ισαγόρας του Τισάνδρου, όστις ήτο μεν από περιφανή οικογένειαν, δεν ηξεύρω όμως τίποτε περί της καταγωγής του ειμή μόνον ότι οι συγγενείς του θυσιάζουσιν εις τον Κάριον Δία. Οι δύο ούτοι άνδρες διήγειρον ταραχάς διαφιλονεικούντες την εξουσίαν. Ηττηθείς ο Κλεισθένης ενεκολπώθη το κόμμα του δήμου· μετά ταύτα δε, όντας διηρημένους τους Αθηναίους εις τέσσαρας φυλάς, διήρεσεν εις δέκα και απαλείψας τας επωνυμίας του Γελέοντος, του Αιγικόρους, του Αργάδου και του Όπλητος, οίτινες ήσαν παίδες του Ίωνος, έθεσεν επωνυμίας άλλων ηρώων επιχωρίων, πλην του Αίαντος τον οποίον, μολονότι ξένον, τον προσέθεσεν ως αστυγείτονα και σύμμαχον.
67. Ταύτα πράττων ο Κλεισθένης, εμιμείτο ως νομίζω τον προς μητρός πάππον του Κλεισθένη, τύραννον της Σικυώνος· διότι ο Κλεισθένης της Σικυώνος, ελθών εις πόλεμον προς τους Αργείους, αφ' ενός μεν απηγόρευσε τους ραψωδούς να ψάλλωσιν εις τους αγώνας εν Σικυώνι στίχους του Ομήρου, καθότι οι στίχοι ούτοι είναι ως επί το πλείστον έπαινος των Αργείων και του Άργους· αφ' ετέρου δε, επειδή υπήρχε και υπάρχει μέχρι της σήμερον εις την αγοράν των Σικυωνίων ηρώον προς τιμήν του Αδράστου υιού του Ταλαού, ο Κλεισθένης επεθύμησε να το εκβάλη της χώρας, καθότι ο Άδραστος ήτο Αργείος. Μετέβη λοιπόν εις τους Δελφούς και ηρώτησε το μαντείον, εάν πρέπη να εξώση τον Άδραστον· αλλ' η Πυθία απεκρίθη ότι ο μεν Άδραστος ήτο βασιλεύς των Σικυωνίων, αυτός δε άξιος λιθοβολήσεως. Επειδή λοιπόν ο θεός δεν τω έδωκε την άδειαν, επέστρεψεν οπίσω μηχανώμενος παν μέσον όπως απαλλαγή του Αδράστου. Ότε δε ενόμισεν ότι εύρε το μέσον τούτο, έπεμψεν εις τας Θήβας της Βοιωτίας διά να είπη ότι ήθελε να μεταφέρη εκείθεν εις την Σικυώνα τον Μελάνιππον του Αστακού. Επιτρεψάντων τούτο των Θηβαίων, ο Κλεισθένης έφερε τον Μελάνιππον και τω αφιέρωσε τέμενος εν αυτώ τω πρυτανείω και τον έστησεν εκεί εις το καλλίτερον μέρος. Έφερε δε τον Μελάνιππον εις την Σικυώνα ο Κλεισθένης (επειδή πρέπει να διηγηθώ και τούτο) ως όντα έχθιστον του Αδράστου, του οποίου εφόνευσε τον αδελφόν Μηκιστέα και τον γαμβρόν Τυδέα. Αφού δε τω αφιέρωσε το τέμενος τούτο, αφήρεσεν από τον Άδραστον τας θυσίας και τας εορτάς και τας έδωκεν εις τον Μελάνιππον. Οι δε Σικυώνιοι είχον συνειθίσει να τιμώσι πολύ τον Άδραστον, διότι η χώρα των ανήκεν άλλοτε εις τον Πόλυβον, ο δε Άδραστος ήτο υιός της θυγατρός του Πολύβου όστις αποθνήσκων άπαις, τω αφήκε την αρχήν. Και δι' άλλας ακόμη αιτίας οι Σικυώνιοι ετίμων τον Άδραστον, και προς τούτοις εώρταζον τα παθήματά του διά χορών τραγικών, προσφέροντες εις αυτόν τιμάς αίτινες ανήκον εις τον Διόνυσον. Ο δε Κλεισθένης τους μεν χορούς απέδωκεν εις τον Διόνυσον, τας δε λοιπάς θυσίας εις τον Μελάνιππον. Ταύτα έπραξεν ο Κλεισθένης διά τον Άδραστον.
68. Τα δε ονόματα των Δωρικών φυλών· διά να μη ήναι τα ίδια εις την Σικυώνα και εις το Άργος, μετέβαλεν εις άλλα με τα οποία περιέπαιξε παραπολύ τους Σικυωνίους· διότι λαβών τα ονόματα ταύτα εκ των ονομάτων του χοίρου και του όνου, εμήκυνε μόνον την κατάληξιν, πλην της ιδικής του φυλής εις την οποίαν έδωκεν όνομα παραγόμενον εκ της ιδίας εαυτού αρχής. Ούτοι μεν εκαλούντο Αρχέλαοι, οι άλλοι δε Υάται, Ονεάται και Χοιρεάται. Αυτά τα ονόματα των φυλών μετεχειριζοντο οι Σικυώνιοι και επί του Κλεισθένους και προσέτι επί εξήκοντα έτη μετά τον θάνατον αυτού. Μετά ταύτα όμως συσκεφθέντες τα μετέβαλον εις τους Υλλείς, Παμφύλους και Δυμανάτας· εις ταύτα τα ονόματα προσέθεσαν και τέταρτον, το των Αιγιαλέων, λαβόντες την επωνυμίαν εκ τον Αιγιαλέως, υιού του Αδράστου.
69. Ταύτα έπραξεν ο Σικυώνιος Κλεισθένης. Ο δε Αθηναίος Κλεισθένης, υιός ων της θυγατρός του Σικυωνίου τούτου και έχων το αυτό όνομα, προς περιφρόνησιν των Ιώνων και διά να μη έχωσιν αι φυλαί των Αθηναίων τα αυτά ονόματα με τα ιδικά των, εμιμήθη ως νομίζω τον ομώνυμόν του Κλεισθένη· διότι, άμα έλαβε με το μέρος του τον δήμον των Αθηναίων, όστις πρότερον ήτο αντίπαλός του, μετωνόμασε τας φυλάς και ηύξησε τον αριθμόν αυτών. Αντί τεσσάρων, κατέστησε δέκα αρχηγούς φυλών και διένειμε τους πολίτας εις τας δέκα φυλάς. Οικειοποιηθείς δε τον δήμον ήτο πολύ ισχυρότερος των αντιπάλων μερίδων.
70. Ο δε Ισαγόρας, νικηθείσης της μερίδος του, αντέταξε το εξής μηχάνημα, εις τον νικητήν. Επεκαλέσθη τον Λακεδαιμόνιον Κλεομένη όστις είχε γίνει ξένος του από της εποχές καθ' ην επολιόρκησαν τους Πεισιστρατίδας, και όστις εκατηγορείτο μάλιστα ότι είχε σχέσεις με την γυναίκα του Ισαγόρου. Όθεν ο Κλεομένης πέμψας πρώτον κήρυκα εις τας Αθήνας εζήτει να εξώσωσι τον Κλεισθένη και άλλους πολλούς Αθηναίους μετ' αυτού, αποκαλών αυτούς εναγείς. Έπεμψε δε και έλεγε ταύτα εκ διδαχής του Ισαγόρου· διότι οι μεν Αλκμαιωνίδαι και οι οπαδοί αυτών ήσαν ένοχοι του φόνου τον οποίον θα διηγηθώ αμέσως, αυτός όμως δεν μετέσχεν, ουδέ οι φίλοι αυτού.
71. Οι δε εναγείς των Αθηναίων ωνομάσθησαν διά την εξής αιτίαν. Ήτο Κύλων τις Αθηναίος Ολυμπιονίκης· αυτός επόθησε να τυραννεύση· όθεν εταιρείαν ποιησάμενος μετ' άλλων ηλικιωτών απεπειράθη να καταλάβη την ακρόπολιν. Επειδή όμως δεν ηδυνήθη να την κυριεύση, εκάθισεν ικέτης προ του αγάλματος της Αθηνάς. Και ανήγειρον μεν αυτόν και τους μετ' αυτού οι πρυτάνεις των ναυκράρων οίτινες τότε είχον την διοίκησιν των Αθηνών, κατηγορούνται δε ότι εφόνευσαν αυτούς οι Αλκμαιωνίδαι. Ταύτα εγένοντο προ της εποχής του Πεισιστράτου.
72. Επειδή λοιπόν πέμψας ο Κλεομένης εζήτει να εξώσωσι τον Κλεισθένη και τους εναγείς, ο μεν Κλεισθένης έφυγεν· ουχ ήττον όμως μετ' ολίγον ήλθεν ο Κλεομένης εις τας Αθήνας όχι με μεγάλας δυνάμεις, και ελθών εξώρισεν επτακοσίας οικογενείας Αθηναίων τας οποίας τω επέδειξεν ο Ισαγόρας. Τούτου γενομένου, επειράθη έπειτα να διαλύση την βουλήν και να αναθέση την αρχήν εις τριακοσίους οπαδούς του Ισαγόρου. Αντισταθείσης δε της βουλής και μη θελούσης να υπακούση, ο Κλεομένης, ο Ισαγόρας και η μερίς αυτού καταλαμβάνουσι την ακρόπολιν· τότε οι λοιποί Αθηναίοι ομοφρονήσαντες επολιόρκησαν αυτούς επί δύο ημέρας, την δε τρίτην, όσοι εξ αυτών ήσαν Λακεδαιμόνιοι, εξήλθον της χώρας διά συνθήκης, και τοιουτοτρόπως εξεπληρώθη εκείνο το οποίον είχεν ειπεί η ιέρεια εις τον Κλεομένη· διότι ότε ούτος ανέβη εις την ακρόπολιν, σκοπεύων να εγκατασταθή εκεί και ηθέλησε να εισέλθη εις το άδυτον της θεάς διά να την χαιρετίση, η ιέρεια εξαναστάσα εκ του θρόνου, πριν ή εκείνος υπερβή το κατώφλιον της θύρας, είπεν· «Ω ξένε Λακεδαιμόνιε, ύπαγε οπίσω και μη εισέλθης εις το ιερόν, διότι δεν είναι επιτετραμμένον εις τους Δωριείς να εισέρχωνται ενταύθα.» Ο δε Κλεομένης απεκρίθη· «Ω γύναι, δεν είμαι Δωριεύς, αλλ' Αχαιός.» Αψηφήσας λοιπόν τον χρησμόν έμεινεν εις την ακρόπολιν, αλλά και τότε πάλιν εδιώχθη μετά των Λακεδαιμονίων. Τους δε άλλους έδεσαν οι Αθηναίοι διά να τους θανατώσωσι· μεταξύ δε αυτών και τον Τιμησίθεον τον Δελφόν του οποίου δύναμαι να απαριθμήσω πολλά έργα δεικνύοντα δύναμιν και γενναιότητα μεγάλην. Αυτοί λοιπόν δεθέντες εθανατώθησαν.
73. Μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι, μετακαλέσαντες τον Κλεισθένη και τας επτακοσίας οικογενείας τας διωχθείσας υπό του Κλεομένους, πέμπουσι πρέσβεις εις τας Σάρδεις, θέλοντες να συνδέσωσι συμμαχίαν μετά των Περσών, καθότι έβλεπον ότι ο πόλεμος προς τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη ήτο άφευκτος. Ελθόντων δε των πρέσβεων εις τας Σάρδεις και ειπόντων όσα ήσαν διατεταγμένοι να είπωσιν, ο Αρταφέρνης του Υστάσπους, ύπαρχος των Σάρδεων, τους ηρώτησε τίνες όντες και ποίαν χώραν κατοικούντες ζητούσι την συμμαχίαν των Περσών. Ακούσας τας αποκρίσεις αυτών τοις είπε μετά συντομίας ότι εάν μεν οι Αθηναίοι δίδωσι γην και ύδωρ εις τον βασιλέα Δαρείον, τοις υπόσχεται συμμαχίαν, εάν δε δεν δίδωσι τους διατάττει να φύγωσι. Τότε οι πρέσβεις συσκεφθέντες μεταξύ των, είπον ότι δίδουσι, διότι ήθελον την συμμαχίαν ταύτην. Όταν όμως επέστρεψαν εις τας Αθήνας, εκατηγορήθησαν αυστηρώς.
74. Ο δε Κλεομένης αισθανόμενος ότι περιυβρίσθη από τους Αθηναίους και με λόγους και με έργα, εσύναζεν εξ όλης της Πελοποννήσου στρατόν χωρίς να λέγη προς ποίον σκοπόν· η μόνη του δε επιθυμία ήτο να τιμωρήση τον δήμον των Αθηναίων και να καταστήση τύραννον τον Ισαγόραν, διότι ούτος είχε συνεξέλθει μετ' αυτού εκ της ακροπόλεως. Άγων λοιπόν μέγα στράτευμα εισέβαλεν ο Κλεομένης εις την Ελευσίνα, και συγχρόνως οι Βοιωτοί, εις δοθέν σύνθημα, εκυρίευσαν την Οινόην και τας Υσιάς, δήμους εις τα άκρα της Αττικής, οι δε Χαλκιδείς εισέβαλαν εξ άλλου μέρους δηούντες και καταστρέφοντες. Οι δε Αθηναίοι, μολονότι επιέζοντο εκ δύο μερών, τους μεν Βοιωτούς και τους Χαλκιδείς επεφυλάχθησαν να τιμωρήσωσι βραδύτερον, όλας δε τας δυνάμεις των έστρεψαν τότε κατά των Πελοποννησίων των κατεχόντων την Ελευσίνα.
75. Καθ' ην στιγμήν όμως έμελλον να έλθωσιν εις χείρας οι στρατοί, πρώτοι οι Κορίνθιοι σκεφθέντες ότι έπραττον αδικίαν, μετέβαλον γνώμην και ανεχώρησαν. Μετ' αυτούς ανεχώρησε και ο Δημάρατος του Αρίστωνως, βασιλεύς και αυτός των Σπαρτιατών, όστις ωδήγει τον στρατόν μετά του Κλεομένους και μέχρι της στιγμής εκείνης καθ' όλα σύμφωνος μετ' αυτού. Ένεκα της διχογνωμίας ήτις αναφύη κατά την περίστασιν ταύτην ετέθη νόμος εις την Σπάρτην, όταν γίνεται εκστρατεία, να μη ακολουθώσι και οι δύο βασιλείς, καθότι έως τότε ηκολούθουν και οι δύο. Απαλλαγέντος λοιπόν του χρέους τούτου του ενός των βασιλέων, απεφασίσθη ομοίως να μένη εις την πόλιν το έτερον των αγαλμάτων των Τυνδαριδών τα οποία πρότερον ηκολούθουν αμφότερα τον στρατόν, καθότι οι Σπαρτιάται επικαλούνται εις τας μάχας τους Τυνδαρίδας. Τότε δε εις την Ελευσίνα ιδόντες οι λοιποί των συμμάχων ότι και οι βασιλείς των Λακεδαιμονίων δεν συνεφώνουν και οι Κορίνθιοι εγκατέλιπον τας τάξεις των, εγκατέλιπον και αυτοί τας ιδικάς των και ανεχώρησαν.
76. Ήτο δε τότε η τετάρτη φορά καθ' ην οι Δωριείς ήλθον εις την Αττικήν, δις μεν ως πολέμιοι, δις δε προς το συμφέρον του πλήθους των Αθηναίων. Την πρώτην φοράν αποίκισαν τα Μέγαρα (1) (ορθώς δε δύναται να ονομασθή εκστρατεία το επί του Κόδρου, βασιλέως των Αθηνών, συμβάν τούτο)· την δευτέραν και την τρίτην ανεχώρησαν εκ της Σπάρτης διά να εξώσωσι τους Πεισιστρατίδας· και την τετάρτην ο Κλεομένης, άγων τους Πελοποννησίους, εισέβαλεν εις την Ελευσίνα. Τοιουτοτρόπως οι Δωριείς διά τετάρτην τότε φοράν εξεστράτευσαν κατά των Αθηνών.
77. Διαλυθέντος δε του στρατού τούτου ακλεώς, οι Αθηναίοι απεφάσισαν να εκδικηθώσι, και κατά πρώτον εστράτευσαν κατά των Χαλκιδέων· αλλ' οι Βοιωτοί ήλθον εις τον Εύριπον προς βοήθειαν των Χαλκιδέων. Οι δε Αθηναίοι, ιδόντες τους βοηθούς, ενέκρινον να κτυπήσωσι πρώτον τους Βοιωτούς και έπειτα τους Χαλκιδείς. Συνήψαν λοιπόν μάχην μετ' αυτών και ενίκησαν ολοσχερώς· διότι αφού εφόνευσαν παμπόλλους, συνέλαβον και επτακοσίους αιχμαλώτους, την αυτήν ημέραν οι Αθηναίοι διαβάντες εις την Εύβοιαν συνεπλάκησαν με τους Χαλκιδείς· νικήσαντες δε και τούτους, αφήκαν τετρακισχιλίους αποίκους εις τας γαίας των ιπποβοτών· ιπποβόται δε καλούνται οι πλούσιοι των Χαλκιδέων. Επίσης όσους εζώγρησαν εκ τούτων τους εφυλάκισαν ομού με τους ζωγρηθέντας Βοιωτούς, δέσαντες αυτούς με πέδας. Μετά ταύτα, λαβόντες λύτρα δι' έκαστον δύο μνας, τους ηλευθέρωσαν· τας δε πέδας με τας οποίας τους είχον δεδεμένους, τας εκρέμασαν εις την ακρόπολιν, όπου και σήμερον ακόμη σώζονται κρεμάμεναι εκ των υπό του Μήδου περικεκαυμένων τειχών, απέναντι της δυτικής προσόψεως του ναού. Προσέτι δε αφιέρωσαν και το δέκατον εκ των λύτρων, κατασκευάσαντες εξ αυτού τέθριππον χάλκινον άρμα. Τούτο το άρμα είναι εστημένον προς τα αριστερά άμα εισέλθη τις εις την ακρόπολιν, και έχει την ακόλουθον επιγραφήν:
«Οι παίδες των Αθηναίων νικήσαντες τα έθνη των Βοιωτών και των Χαλκιδέων, έσβεσαν την αυθάδειαν αυτών με δεσμά και ζοφεράν φυλακήν· εκ του δεκάτου δε των λύτρων αφιέρωσαν εις την Παλλάδα τας ίππους ταύτας.»
78. Η δύναμις λοιπόν των Αθηναίων ηύξανε, φαίνεται ου μόνον εξ ενός παραδείγματος αλλ' εκ πολλών ότι η ισηγορία (2) είναι εξαίρετον πράγμα· διότι οι Αθηναίοι, ενόσω εκυβερνώντο τυραννικώς, δεν ήσαν εις τα πολεμικά ανώτεροι των γειτονικών εθνών, ελευθερωθέντες όμως από τους τυράννους εγένοντο πρώτιστοι όλων. Τούτο σημαίνει ότι ενόσω εστερούντο της ελευθερίας των, δεν εφιλοτιμούντο να φαίνωνται γενναίοι· διότι όσα και αν έπραττον, θα τα έπραττον προς το συμφέρον δεσπότου· άμα όμως ηλευθερώθησαν, πάντες επροθυμήθησαν να φανώσιν άξιοι, σκεπτόμενοι ότι ειργάζοντο δι' εαυτούς. Και οι μεν Αθηναίοι ταύτα έπραττον.
79. Οι δε Θηβαίοι, μετά τα συμβάντα ταύτα, θέλοντες να εκδικηθώσι τους Αθηναίους, έπεμψαν να ερωτήσωσι τον θεόν. Η Πυθία τοις είπεν ότι υπό μόνων αυτών ουδεμία εκδίκησις ηδύνατο να γίνη, τους συνεβούλευσε δε να αναθέτωσι το πράγμα εις τον λαόν και έπειτα να ζητήσωσι βοήθειαν από τους πλησιεστάτους των. Οι ερωτήσαντες λοιπόν το μαντείον επέστρεψαν και εκοινοποίησαν την απόκρισιν εις την συνέλευσιν του λαού. Όταν δε το πλήθος ήκουσε τας λέξεις ταύτας «να ζητήσητε βοήθειαν από τους πλησιεστάτους σας,» είπε· «τάχα δεν κατοικούσι πλησιέστατα ημών οι Ταναγραίοι, οι Κορωναίοι και οι Θεσπιείς; αυτοί πάντοτε δεν πολεμούσιν εις το πλευρόν μας; δεν μας βοηθούσι πάντοτε προθύμως εις όλας τας μάχας; τις η ανάγκη να τους παρακαλέσωμεν; Ως φρονούμεν, άλλην έννοιαν θα έχη ο χρησμός»
80. Ενώ συνεζήτουν ταύτα, είς εξ αυτών, νοημονέστερος, τοις είπε· «Με φαίνεται ότι ενόησα τι θέλει να μας ειπή το μαντείον. Λέγουσιν ότι η Θήβη και η Αίγινα ήσαν θυγατέρες του Ασωπού· επειδή λοιπόν είναι αδελφαί, συμπεραίνω ότι ο θεός εχρησμοδότησεν εις ημάς να ζητήσωμεν παρά των Αιγινητών να γίνωσι βοηθοί μας.» Και επειδή ουδεμία άλλη γνώμη εφαίνετο καλλιτέρα ταύτης, πέμψαντες αμέσως παρεκάλουν τους Αιγινήτας ως συγγενείς, επικαλούμενοι την βοήθειαν των κατά την διαταγήν του χρησμού. Οι δε Αιγινήται εις την αίτησιν επικουρίας τοις απεκρίθησαν ότι τοις πέμπουσι τους Αιακίδας (3).
81. Οι Θηβαίοι έχοντας τους Αιακίδες βοηθούς εδοκίμασαν, αλλά πάλιν έπαθον πολλά δεινά από τους Αθηναίους· τότε απέδωσαν τους Αιακίδας και εζήτησαν στρατιώτας. Οι δε Αιγινήται επαιρόμενοι διά την μεγάλην των ευτυχίαν και ενθυμηθέντες παλαιάν έχθραν την οποίαν είχον κατά των Αθηναίων, ενέδωκαν εις τας παρακλείσεις των Θηβαίων και εκίνησαν πόλεμον ακήρυκτον κατά των Αθηναίων· καθότι, ενώ οι Αθηναίοι επίεζον τους Βοιωτούς, οι Αιγινήται πλεύσαντες με μακρά πλοία διήρπασαν το Φάληρον και πολλούς άλλους παραθαλασσίους δήμους. Διά των επιδρομών δε τούτων έβλαψαν μεγάλως τους Αθηναίους.
82. Η δε έχθρα η προσφειλομένη υπό των Αιγινητών εις τους Αθηναίους τοιαύτην είχε την αρχήν. Εις τους Επιδαυρίους η γη δεν έδιδε κανένα καρπόν· διά την συμφοράν δε ταύτην οι Επιδαύριοι ηρώτησαν το μαντείον των Δελφών και η Πυθία τους διέταξε να στήσωσιν αγάλματα της Δαμίας και της Αυξησίας (4), βεβαιούσα ότι τούτου γενομένου τα πράγματά των θα εβελτιούντο. Ηρώτησαν λοιπόν εκ δευτέρου οι Επιδαύριοι εάν έπρεπε να κατασκευάσωσι τα αγάλματα εκ χαλκού ή εκ λίθου, η δε Πυθία δεν άφινε μήτε εκ του ενός μήτε εκ του άλλου, άλλα τοις είπε να τα κατασκευάσωσιν εκ ξύλου ελαίας ημέρου. Παρεκάλεσαν λοιπόν οι Επιδαύριοι τους Αθηναίους να τοις επιτρέψωσι να κόψωσιν ελαίαν, νομίζοντες ότι τα ελαιόδενδρα των Αθηνών ήσαν ιερώτατα. Λέγουσι προς τούτοις ότι κατ' εκείνον τον καιρόν ουδαμού αλλαχού υπήρχον ελαίαι ειμή μόνον εις τας Αθήνας. Οι δε Αθηναίοι τοις απεκρίθησαν ότι τοις δίδουσι μίαν, αλλά με την συμφωνίαν να φέρωσι κατ' έτος θύματα εις την προστάτιδα της πόλεως Αθηνάν και εις τον Ερεχθέα. Δεχθέντες τας συμφωνίας ταύτας οι Επιδαύριοι έλαβον ό,τι εζήτουν και κατασκευάσαντες αγάλματα εκ ξύλου ελαίας τα έστησαν. Έκτοτε δε και η γη των εκαρποφόρει, και εις τους Αθηναίους έστελλον τα συμφωνηθέντα.
83. Τότε δε ακόμη ως και προτού οι Αιγινήται υπήκουον εις τους Επιδαυρίους· δι' όλας των τας υποθέσεις και ιδίως διά να δικάζωνται μεταξύ των μετέβαινον εις την Επίδαυρον. Μετά ταύτα όμως, κατασκευάσαντες πλοία, και φανέντες αγνώμονες, απεστάτησαν από τους Επιδαυρίους. Έχοντες λοιπόν διαφοράς με αυτούς και όντες δυνατοί κατά θάλασσαν, τοσούτον τους εκακοποίησαν ώστε τοις ήρπασαν και τα δύο ταύτα αγάλματα της Δαμίας και της Αυξησίας, τα οποία έφερον και έστησαν εις τα μεσόγαια της χώρας των, εις τόπον τινά καλούμενον Οίαν, απέχοντα δε από της πόλεως περί τα είκοσι στάδια. Αφού έστησαν τα αγάλματα εις τούτον τον τόπον, τα ελάτρευον με θυσίας και με ασέμνους χορούς γυναικών. Δι' εκάστην θεάν διωρίζοντο δέκα χορηγοί, οι δε χοροί δεν περιέπαιζον κανένα άνδρα, αλλά τας εγχωρίας γυναίκας. Τας αυτάς ιερουργίας έχουσιν οι Επιδαύριοι, οίτινες έχουσι και άλλας ιερουργίας τας οποίας δεν αναφέρουσιν.
84. Αφού τοις ηρπάγησαν τα αγάλματα ταύτα, οι Επιδαύριοι έπαυσαν να πληρώνωσιν εις τους Αθηναίους τον συμφωνηθέντα φόρον. Οργισθέντες δε κατ' αυτών οι Αθηναίοι, έπεμψαν και τους επέπληττον, αλλ οι Επιδαύριοι απέδειξαν ότι δεν τους ηδίκουν, καθότι εφ' όσον είχον τα αγάλματα εις τον τόπον των τοις έπεμπον τα θύματα, αφότου όμως τα εστερήθησαν δεν είναι δίκαιον να πληρώνωσιν ακόμη. Παρακίνησαν λοιπόν τους Αθηναίους να απαιτήσωσι τα συμφωνηθέντα από τους Αιγινήτας, διότι αυτοί είχον την Δαμίαν και την Αυξησίαν. Ακούσαντες δε τας αποκρίσεις ταύτας οι Αθηναίοι, έπεμψαν εις την Αίγιναν και απήτουν τας προσφοράς τας οφειλομένας διά τα αγάλματα· οι δε Αιγινήται απήντησαν ότι δεν είχον καμμίαν υπόθεσιν με τους Αθηναίους.
85. Οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι μετά την απαίτησιν ταύτην εστάλησαν υπό του λαού ένοπλοι άνδρες μετά τριήρους και ότι οι άνδρες ούτοι φθάσαντες εις την Αίγιναν προσεπάθουν να καταβιβάσωσιν από τα βάθρα των τα αγάλματα, καθό κατασκευασμένα από ξύλα ανήκοντα εις τους Αθηναίους. Το σχέδιόν των ήτο να τα λάβωσι μεθ' εαυτών, αλλά δεν το κατώρθωσαν· τότε τα έδεσαν με σχοινία και τα έσυρον αλλ' ενώ τα έσυρον, εγένετο βροντή, και μετά την βροντήν σεισμός. Τούτου ένεκα οι κωπηλάται παρεφρόνησαν, και εν τη μανία των εφόνευον αλλήλους ως πολεμίους μέχρις ου είς έμεινε ζων, και επέστρεψεν εις το Φάληρον.
86. Οι μεν Αθηναίοι ούτω λέγουσιν ότι συνέβη το πράγμα· οι δε Αιγινήται λέγουσιν ότι οι Αθηναίοι μετέβησαν ουχί με έν μόνον πλοίον (διότι και αν ακόμη δεν είχον πλοία εις την Αίγιναν, πάλιν θα εδίωκον ευκόλως ουχί έν αλλά και περισσότερα.) αλλ' απέπλευσαν εκ της χώρας των με πολύν στόλον· διά τούτο αυτοί ενέδοσαν και δεν εναυμάχησαν. Δεν δύνανται όμως να είπωσι μετά βεβαιότητος εάν ενέδοσαν διότι ησθάνοντο εαυτούς υποδεεστέρους ή διότι εσκόπευον να πράξωσιν ό,τι έπραξαν. Οι Αθηναίοι λοιπόν, μη ευρόντες αντίστασιν, απέβησαν από τα πλοία και εβάδισαν προς τα αγάλματα· επειδή δε δεν ηδύναντο να τα ανασπάσωσιν εκ των βάθρων των, δέσαντες αυτά με σχοινία τα έσυρον προς το μέρος των· ενώ δε τα έσυρον, τότε τα αγάλματα ήρχισαν και αυτά να πράττωσι το ίδιον και να σύρωσι τους Αθηναίους προς το μέρος των. Και εγώ μεν δεν πιστεύω τον λόγον τούτον, αλλ' όμως πιθανόν να τον πιστεύση άλλος. Τα αγάλματα, σύροντα, έπεσαν εις τα γόνατα και έκτοτε διατελούσιν ούτως έχοντα. Ταύτα λέγουσιν οι Αιγινήται· προσθέτουσι δε ότι μαθόντες ότι οι Αθηναίοι έμελλον να εκστρατεύσωσιν εναντίον των, έπεισαν τους Αργείους να τοις πέμψωσιν επικουρίαν. Απέβη λοιπόν ο στρατός των Αθηναίων εις την Αίγιναν και συγχρόνως έφθασαν κρυφίως διά της Επιδαύρου οι εκ του Άργυος επίκουροι οίτινες, λαθόντες τους Αθηναίους, επέπεσαν εξαίφνης κατ' αυτών και τους εχώρισαν από τα πλοία. Τότε συγχρόνως εγένετο η βροντή και ο σεισμός.
87. Ταύτα λέγουσιν οι Αργείοι και οι Αιγινήται. Ομολογούσι δε και οι Αθηναίοι ότι είς μόνος περιεσώθη εκ των ιδικών των και επέστρεψεν εις την Αττικήν. Πλην οι μεν Αργείοι λέγουσιν ότι αυτοί κατέστρεψαν το αττικόν στρατόπεδον εκ του οποίου εσώθη ο είς· οι δε Αθηναίοι ότι κατέστρεψε τον στρατόν ο θεός, και ότι ούτε ο είς ούτος επέζησεν, αλλ' απέθανε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Επανελθών εις τας Αθήνας, διηγήθη την επελθούσαν καταστροφήν· μαθούσαι τούτο αι γυναίκες των ανδρών όσοι εστράτευσαν εις την Αίγιναν, και μη υποφέρουσαι να βλέπωσιν ότι εκείνος μόνος μεταξύ όλων εσώθη, τον περιεκύκλωσαν, και κεντώσαι αυτόν με τας περόνας των ιματίων, τον ηρώτων πού ήσαν οι άνδρες των. Και ούτος μεν τοιουτοτρόπως απέθανεν· οι δε Αθηναίοι, κρίναντες ότι το έργον των γυναικών ήτο δεινότερον του παθήματος και μη έχοντες πώς άλλως να τιμωρήσωσι τας γυναίκας, μετέβαλον την ενδυμασίαν των εις Ιωνικήν· διότι μέχρις εκείνης της εποχής αι γυναίκες των Αθηναίων εφόρουν ενδυμασίαν Δωρικήν, ήτις πολύ ομοιάζει με την Κορινθιακήν. Την αντικατέστησαν λοιπόν διά του λινού χιτώνος, διά να μη μεταχειρίζωνται πλέον περόνας.
88. Διά να είπη τις όμως ακριβώς, η τοιαύτη ενδυμασία δεν είναι Ιωνική ανέκαθεν, αλλά Καρική, διότι η παλαιά ελληνική ενδυμασία όλων των γυναικών ήτο μία, η σήμερον καλούμενη Δωρική. Οι δε Αργείοι και οι Αιγινήται, ένεκα του αυτού συμβάντος, έθεσαν νόμον να κατασκευάζωσιν αι γυναίκες τας περόνας κατά το έν τρίτον μεγαλειτέρας παρ' όσον τας είχον πρότερον, να αφιερώνωσιν εις το ιερόν της Δήμητρος και της Περσεφόνης περόνας προ πάντων και να μη μεταχειρίζονται τίποτε προερχόμενον εκ της Αττικής, μήτε αγγεία πήλινα, αλλά να πίνωσιν εντός του ιερού από πήλινα αγγεία επιχώρια. Αι μεν γυναίκες λοιπόν των Αργείων και των Αιγινητών από της έριδος ταύτης προς τους Αθηναίους εφόρουν μέχρι της εποχής μου περόνας μεγαλειτέρας ή άλλοτε.
89. Η δε έχθρα των Αργείων και των Αιγινητών ήτο αυτή την οποίαν διηγήθην. Τότε δε, επειδή εκάλεσαν αυτούς οι Θηβαίοι εις βοήθειάν των, ενθυμηθέντες τα ένεκα των αγαλμάτων γενόμενα, εβοήθησαν τους Βοιωτούς. Ελεηλάτουν λοιπόν οι Αιγινήται τα παράλια της Αττικής. Ότε δε οι Αθηναίοι ητοιμάζοντο να στρατεύσωσι κατά των Αιγινητών, τοις ήλθε χρησμός από τους Δελφούς να περιμείνωσι τριάκοντα έτη από της αδικίας των Αιγινητών, κατά δε το τριακοστόν πρώτον, αφού αφιερώσωσι τέμενος εις τον Αιακόν, να αρχίσωσι τον πόλεμον, όστις τότε θα αποβή κατά την επιθυμίαν των. Αν όμως αμέσως κινήσωσι στρατεύματα κατά των Αιγινητών, θα υποστώσι και θα επιφέρωσι κατά το διάστημα τούτο πολλάς ζημίας. Άμα λοιπόν ήλθεν ο χρησμός ούτος και τον ήκουσαν οι Αθηναίοι, αφιέρωσαν εις τον Αιακόν το τέμενος το οποίον και σήμερον υπάρχει πλησίον της αγοράς, αλλά δεν ηθέλησαν να περιμείνωσι τριάκοντα έτη μολονότι ήκουσαν ότι έπρεπε να υπομείνωσιν επί τοσούτον χρόνον τας ύβρεις των Αιγινητών.
90. Ενώ δε αυτοί παρεσκευάζοντο να εκδικηθώσι, τους εμπόδισεν άλλη τις υπόθεσις την οποίαν εκίνησαν οι Λακεδαιμόνιοι. Μαθόντες ούτοι τας μηχανορραφίας των Αλκμαιωνιδών όπως προσελκύσωσι την Πυθίαν και όσα η Πυθία έπραξε προς αυτούς και τους Πεισιστρατίδας, εθεώρησαν τούτο ως διπλήν συμφοράν, επειδή είχον εξώσει προηγουμένως άνδρας οίτινες ήσαν ξένοι των και επειδή οι Αθηναίοι ουδεμίαν εδείκνυον ευγνωμοσύνην διά την υπηρεσίαν ταύτην. Δεν ήρκει τούτο· χρησμοί τοις ανεκοινώθησαν, προλέγοντες ότι έμελλον να υποστώσι πολλάς ύβρεις εκ μέρους των Αθηναίων· οι χρησμοί ούτοι, επί πολύ αγνοούμενοι, δεν εγένοντο εις αυτούς γνωστοί ειμή όταν επέστρεψεν ο Κλεομένης εις την Σπάρτην. Εύρε δε τους χρησμούς τούτους ο Κλεομένης εις την ακρόπολιν των Αθηναίων· πρότερον είχον αυτούς οι Πεισιστρατίδαι, διωχθέντες όμως τους άφησαν εις το ιερόν και ο Κλεομένης τους έλαβε καταλειφθέντας εκεί.
91. Τότε δε λαβόντες εις χείρας των οι Λακεδαιμόνιοι τους χρησμούς και βλέποντες αυξάνοντας τους Αθηναίους και μη θέλοντας κατ' ουδένα τρόπον να γίνωσιν υπήκοοί των, ενόησαν ότι ελεύθερος μεν ο λαός της Αττικής ηδύνατο να γίνη ισοδύναμός των, αποτεταγμένος όμως εις τύραννον ήθελεν απολέσει την δύναμίν του και καταστή ευπειθώς. Ταύτα λοιπόν σκεπτόμενοι έπεμψαν και έφερον τον Ιππίαν, του Πεισιστράτου από του εν Ελλησπόντω Σιγείου, όπου είχον καταφύγει οι Πεισιστρατίδαι. Αφού δε εκάλεσαν τον Ιππίαν και ήλθε, μηνύσαντες να έλθωσι πρέσβεις και εκ των συμμάχων πόλεων, είπον προς αυτούς οι Σπαρτιάται τα εξής· «Αναγνωρίζομεν, ω σύμμαχοι, ότι δεν εφέρθημεν καλώς διότι παρακινηθέντες υπό χρησμών απατηλών, εδιώξαμεν εκ της πατρίδος των άνδρας οίτινες ήσαν συνδεδεμένοι μεθ' ημών διά στενωτάτης ξενίας και οίτινες μας είχον υποσχεθή να υποτάξωσιν εις ημάς τας Αθήνας· έπειτα, ενεπιστεύθημεν την πόλιν ταύτην εις λαόν αχάριστον όστις μείνας ελεύθερος χάρις εις ημάς, ύψωσε την κεφαλήν και μας εδίωξεν υβριστικώς, ημάς και τον βασιλέα ημών. Η υπόληψις αυτού ήρξατο προβαίνουσα και ήδη η δύναμίς του αυξάνει, ως το έμαθον προ πάντων οι περίοικοι αυτού Βοιωτοί και Χαλκιδείς, ως θα το μάθωσιν όλοι εκείνοι όσοι περιπέσωσιν εις το αυτό λάθος εις το οποίον περιεπέσαμεν ημείς. Αλλ' εάν εσφάλομεν εκείνα πράξαντες, θα προσπαθήσωμεν τώρα ομού με σας να διορθώσωμεν το λάθος μας και να τους τιμωρήσωμεν. Επί τω σκοπώ τούτω προσεκαλέσαμεν τον Ιππίαν τούτον και υμάς από τας πόλεις, ίνα διά κοινής αποφάσεως και κοινής εκστρατείας εισαγάγωμεν αυτόν εις τας Αθήνας και τω αποδώσωμεν όσα τω αφηρέσαμεν.»
92. Οι μεν Σπαρτιάται ταύτα είπον, οι πλειότεροι όμως των συμμάχων δεν επεδοκίμασαν τους λόγους τούτους. Ενώ δε οι άλλοι εσιώπων, ο Κορίνθιος Σωσικλής είπε τα εξής.
1. «Βεβαίως ο ουρανός θα καταβή υπό την γην, και η γη θα αναβή υπεράνω του ουρανού, και οι άνθρωποι θα ζήσωσιν εν τη θαλάσση, και οι ιχθύες όπου ήσαν πρότερον οι άνθρωποι, αφού υμείς, ω Λακεδαιμόνιοι, ανατρέποντες τας ισοκρατίας, ετοιμάζεσθε να εισαγάγετε την τυραννίαν εις τας πόλεις, από το οποίον ούτε αδικώτερον άλλο έργον υπάρχει εις τον κόσμον, ούτε μιαιφονώτερον. Εάν σας φαίνεται ότι είναι καλόν να κυβερνώνται αι πόλεις υπό τυρράνων, υμείς πρώτοι καταστήσατε τύραννον εις την πόλιν σας και έπειτα προσπαθήσατε να καταστήσετε και εις τας άλλας. Τώρα δε χωρίς να δοκιμάσετε τι είναι τύραννος και προσέχοντες επιμελώς μη γίνη τοιούτο τι εις την Σπάρτην, θέλετε να δωρήσετε τοιούτους εις τους συμμάχους. Εάν όμως είχετε πείραν του πράγματος ως ημείς, θα ηδύνασθε να μας δώσετε περί του αντικειμένου τούτου συμβουλάς καλλιτέρας εκείνης την οποίαν μας εδώσατε προ ολίγου.
2. «Ενθυμηθήτε την διοίκησιν ήτις είχεν εγκατασταθή εις την πόλιν των Κορινθίων· ήτο ολιγαρχία και οι καλούμενοι Βακχιάδαι είχον την αρχήν· έδιδον δε αυτοί και ελάμβανον γυναίκας πάντοτε μεταξύ των. Είς των ανδρών τούτων, ο Αμφίων, εγέννησε θυγατέρα χωλήν, ήτις ωνομάσθη Λάβδα. Ο Ηετίων, υιός του Εχεκράτους, εκ του δήμου της Πέτρας, μολονότι κατήγετο εκ των Λαπιθών και του Καινέως, ενυμφεύθη αυτήν, διότι κανείς των Βακχιάδων δεν την ήθελε διά γυναίκα. Επειδή όμως μήτε εξ αυτής μήτε εξ άλλης ετεκνοποίει, ήλθεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση περί τέκνου· ενώ δε εισήρχετο ευθύς η Πυθία τον προσηγόρευσε διά των εξής λόγων.
Ηετίων ουδείς σε τιμά και είσαι άξιος πολλών τιμών· η γυνή σου είναι έγκυος και θα γεννήση τροχοειδή πέτραν ήτις θα πέση επί των μοναρχών και θα εκδικήση την Κόρινθον.
ταύτα τα εις τον Ηετίωνα χρησμοδοτηθέντα δεν ηξεύρω πώς εκοινοποιήθησαν εις τους Βακχιάδας, οι οποίοι και αυτοί είχον λάβει πρότερον χρησμόν περί της Κορίνθου, όστις όμως ήτο ανεξήγητος και είχε την αυτήν έννοιαν την οποίαν είχε και ο χρησμός του Ηετίωνος. Έλεγε δε ούτω·
Ο αετός συλλαμβάνει εις τας πέτρας· θα γεννήση δε λέοντα ισχυρόν, ωμοφάγον, όστις πολλών θα κόψη τα γόνατα. Προσέξατε λοιπόν, ω Κορίνθιοι, οίτινες κατοικείτε περί την ωραίαν Πειρήνην και την υψηλήν ακρόπολιν της Κορίνθου.
3. «Αυτός λοιπόν ο χρησμός ο δοθείς προηγουμένως εις τους Βακχιάδας ήτο ακατανόητος· τότε όμως, άμα ήκουσαν τον του Ηετίωνος ενόησαν και τον προλαβόντα· διότι ήτο σύμφωνος με τον του Ηετίωνος. Καίτοι όμως εννοήσαντες αυτόν, εσιώπων, διότι είχον απόφασιν να θανατώσωσι το εκ του Ηετίωνος, γεννηθησόμενον τέκνον. Άμα λοιπόν εγέννησεν η γυνή, έπεμψαν εις τον δήμον όπου κατώκει ο Ηετίων δέκα από τους ιδικούς των διά να φονεύσωσι το παιδίον. Φθάσαντες ούτοι εις την Πέτραν και εισελθόντες εις την αυλήν του Ηετίωνος, εζήτουν το παιδίον. Η Λάβδα, μη γνωρίζουσα ποσώς τον σκοπόν διά τον οποίον ήλθον και νομίζουσα ότι εκ φιλίας προς τον πατέρα επεθύμουν να το ίδωσι, το έφερε και το ενεχείρισεν εις ένα εξ αυτών. Είχον δε ούτοι συμφωνήσει καθ' οδόν, όστις πρώτος λάβη το παιδίον να το κτυπήση καταγής. Αλλ' όταν η Λάβδα φέρουσα το παρέδωκε, κατά θείαν τύχην το παιδίον εμειδίασε προς τον άνθρωπον όστις το έλαβεν· ούτος δε παρατηρήσας τούτο κατελήφθη υπό οίκτου όστις τον εμπόδισε να το θανατώση, και όλος συγκεκινημένος παρέδωκεν αυτό εις τον δεύτερον, ο δεύτερος εις τον τρίτον και τοιουτοτρόπως παραδιδόμενον διεξήλθε διά πάντων των δέκα, μηδενός θέλοντος να το θανατώση. Αφού δε απέδωκαν το παιδίον εις την μητέρα, και εξήλθον έξω, εστάθησαν προ της θύρας και επέπληττον αλλήλους αιτιώμενοι προ πάντων εκείνου όστις πρώτος έλαβεν αυτό, διότι δεν έπραξε συμφώνως προς τα αποφασισθέντα. Τέλος, αφού παρήλθε χρόνος τις, απεφάσισαν να εισέλθωσι και να μεθέξωσι του φόνου όλοι.
4. «Ήτο όμως πεπρωμένον να αναβλαστήσωσι συμφοραί εις την Κόρινθον εκ του υιού του Ηετίωνος. Η Λάβδα, ισταμένη πλησίον της θύρας, ήκουσε πάντα ταύτα και φοβηθείσα μήπως μετανοήσαντες διά την πρώτην των συμπάθειαν ζητήσωσιν εκ δευτέρου το παιδίον διά να το φονεύσωσι, το έλαβε και το έκρυψεν εις μέρος το οποίον ενόμιζε δυσκολώτατον να φαντασθώσιν, εις κυψέλην, βεβαία ούσα ότι εάν επέστρεφον διά να το ζητήσωσι θα ηρεύνων πανταχού, όπερ και εγένετο. Εισήλθον, ηρεύνησαν αλλά δεν εύρον το παιδίον· τέλος απεφάσισαν να αναχωρήσωσι και να είπωσιν εις εκείνους οίτινες τους έπεμψαν ότι έπραξαν όλα όσα τους παρήγγειλαν. Και ούτοι μεν απελθόντες ταύτα είπον.
5. «Ο δε υιός του Ηετίωνος μετά ταύτα ηύξανε, και επειδή κρυφθείς εις την Κυψέλην διέφυγε τον κίνδυνον τούτον, επωνομάσθη Κύψελος. Ότε δε ο Κύψελος εγένετο ανήρ, ηρώτησε το μαντείον των Δελφών και έλαβεν απόκρισιν διφορουμένην, εις την οποίαν πεισθείς επεχείρησε την καθυπόταξιν της Κορίνθου. Ήτο δε ο χρησμός ο εξής.
Ευδαίμων ο ανήρ ούτος όστις εισέρχεται εις την κατοικίαν μου, ο Κύψελος Ηετίδης, βασιλεύς της ενδόξου Κορίνθου, αυτός και οι παίδες αυτού, ουχί όμως και οι παίδες των παίδων αυτού.
Τοιούτος ήτο ο χρησμός. Τυραννεύσας δε ο Κύψελος, τοιούτος ανήρ εγένετο· πολλούς μεν των Κορινθίων εξώρισε, πολλούς απεστέρησε των χρημάτων των, πολλοτάτους δε απέκτεινεν.
6. «Αφού εβασίλευσεν επί τριάκοντα έτη και ετελείωσε τον βίον καλώς, διάδοχος της τυραννίδος εγένετο ο υιός αυτού Περίανδρος· Ούτος ο Περίανδρος κατ' αρχάς μεν ήτο ηπιώτερος του πατρός· αφού όμως διά πρέσβεων εσχετίσθη με τον τύραννον της Μιλήτου Θρασύβουλον, εγένετο πολύ μιαιφονώτερος του Κυψέλου· καθότι πέμψας κήρυκα προς τον Θρασύβουλον, ηρώτα ποίον τρόπον πολιτεύματος ασφαλέστατον να μεταχειρισθή διά να διοική την πόλιν ασφαλώς. Ο δε Θρασύβουλος λαβών τον παρά του Περιάνδρου αποσταλέντα, εξήγαγεν αυτόν έξω της πόλεως και εισελθών εις γην εσπαρμένην διήρχετο διά των αγρών ερωτών εκ νέου και εξετάζων τον κήρυκα το αίτιον της εκ Κορίνθου αφίξεώς του· εν τούτοις έκοπτε και έρριπτε κατά γης όπου έβλεπε στάχυν τινά υπερέχοντα των άλλων, και τοιουτοτρόπως εξηκολούθησε μέχρις ου κατέστρεψε τους αξιολογωτάτους και υψηλοτάτους των σταχύων του αγρού. Αφού δε διέτρεξεν όλον τον εσπαρμένον τόπον, απέπεμψε τον κήρυκα χωρίς να δώση εις αυτόν ουδεμίαν απόκρισιν. Επιστρέψαντος δε του κήρυκος εις την Κόρινθον, ο Περίανδρος πολλήν προθυμίαν είχε να μάθη την συμβουλήν την οποίαν τω έφερεν· αλλ' ο κήρυξ είπεν ότι ο Θρασύβουλος ουδεμίαν συμβουλήν τω έδωκε και ότι απορεί πώς τον έστειλε προς τοιούτον άνθρωπον παράφρονα όστις καταστρέφει τα ίδια κτήματά του.
7. «Εννοήσας ο Περίανδρος τα πραχθέντα και αποφασίσας, ως συνεβούλευσεν αυτόν ο Θρασύβουλος, να φονεύση τους επισημοτέρους των πολιτών, έδειξε τότε πάσαν σκληρότητα προς αυτούς, διότι όσους εφείσθη ο Κύψελος, τούτους απετελείωσεν ο Περίανδρος θανατώσας ή εξορίσας. Ημέραν τινά, ένεκα της γυναικός του Μελίσσης (5), εγύμνωσεν όλας τας γυναίκας της Κορίνθου· είχεν αποστείλει εις τους παρά τον Αχέροντα ποταμόν Θεσπρωτούς απεσταλμένους διά να ερωτήσωσι το νεκρομαντείον περί τινος παρακαταθήκης γενομένης υπό τινος ξένου· φανείσα η Μέλισσα είπεν εις αυτούς ότι ούτε διά σημείων ούτε διά λόγου δεν θα φανερώση εις ποίον μέρος είναι ο θησαυρός· «διότι, είπε, ριγώ, είμαι γυμνή· τα φορέματα τα οποία συγκατέθαψαν μετ' εμού δεν με ωφελούσιν εις τίποτε, καθότι δεν εκάησαν.» Προς απόδειξιν ότι έλεγεν αλήθειαν, προσέθηκεν ότι ο Περίανδρος έθεσε τον άρτον της εις κάμινον ψυχράν. Όταν οι λόγοι ούτοι ανεκοινώθησαν εις τον Περίανδρον (και δι' αυτόν υπεστηρίζοντο υπό μαρτυρίας την οποίαν δεν ηδύνατο να αμφισβητήση, καθότι εμίγη με την Μέλισσαν νεκράν ούσαν), αμέσως μετά την αγγελίαν εξέδωκε κήρυγμα να μεταβώσιν όλαι αι γυναίκες των Κορινθίων εις τον ναόν της Ήρας. Αύται λοιπόν, ως εις εορτήν, μετέβησαν εστολισμέναι με όλα τα καλλίτερα ενδύματά των· ο δε Περίανδρος θέσας τους δορυφόρους τας εγύμνωσεν όλας, και τας ελευθέρας και τας δούλας, και συναθροίσας όλα τα φορέματα εις λάκκον κατέκαυσεν αυτά επικαλούμενος την Μέλισσαν. Αφού έπραξε τούτο, έπεμψεν εκ δευτέρου τους απεσταλμένους του, και η σκιά της Μελίσσης τοις είπεν εις ποίον μέρος έκρυψε τον θησαυρόν του ξένου. Τοιαύτη λοιπόν, ω Λακεδαιμόνιοι, είναι η τυραννίς, και τοιαύτα τα έργα αυτής. Ημείς οι Κορίνθιοι κατ' αρχάς μεγάλως εθαυμάσαμεν ότε σας είδομεν να προσκαλέσητε τον Ιππίαν, τώρα δε θαυμάζομεν πολύ περισσότερον ακούοντες τους λόγους σας. Όθεν επικαλούμενοι τους θεούς των Ελλήνων, σας ικετεύομεν να μη καταστήσητε τυραννίδας εις τας πόλεις. Εάν όμως δεν παύσητε, αλλ' εξακολουθήσετε παρά το δίκαιον προσπαθούντες να καταβιβάσητε τον Ιππίαν εις τας Αθήνας, μάθετε ότι οι Κορίνθιοι δεν είναι σύμφωνοι με την γνώμην σας.»
93. Ο μεν πρέσβυς της Κορίνθου Σωσικλής ταύτα είπεν· ο δε Ιππίας τους αυτούς θεούς επικαλεσθείς απεκρίθη ότι περισσότερον από όλους τους άλλους Έλληνας οι Κορίνθιοι θα ποθήσωσι κατόπιν τους Πεισιστρατίδας, όταν φθάσωσι δι' αυτούς αι αναπόφευκτοι ημέραι καθ' ας θέλουσιν αδικηθή από τους Αθηναίους. Έλεγε δε ταύτα ο Ιππίας ως άνθρωπος γνωρίζων καλλίτερον παντός άλλου τους χρησμούς. Οι δε λοιποί σύμμαχοι έως τότε μεν εσιώπων· αφού όμως ήκουσαν τον Σωσικλέα εκφράζοντα ελευθέρως την γνώμην του, τότε όλοι μεγαλοφώνως είπον ότι συνεμερίζοντο την γνώμην του Κορινθίου, και παρεκάλεσαν τους Λακεδαιμονίους να μη επιχειρίσωσι νεωτερισμόν τινα εις πόλιν Ελληνίδα.
94. Τοιούτον το τέλος της υποθέσεως ταύτης· εις δε τον Ιππίαν διωχθέντα εκείθεν έδωκεν ο Μακεδών Αμύντας την Ανθεμούντα, και συγχρόνως οι Θεσσαλοί τω προσέφερον την Ιωλκόν· αλλ' αυτός δεν ηθέλησε μήτε την μίαν μήτε την άλλην, και επέστρεψεν εις το Σίγειον το οποίον ο Πεισίστρατος ήρπασε διά των όπλων από τους Μιτυληναίους και αφού το εκυρίευσε κατέστησεν εις αυτό τύραννον τον νόθον αυτού υιόν Ηγησίστρατον, τον έκ τινος Αργείας γυναικός γεννηθέντα, όστις διετήρησεν ουχί αμαχητί όσα παρέλαβε παρά του Πεισιστράτου, διότι επί πολύν χρόνον επολέμουν οι Μιτυληναίοι ορμώμενοι εκ της πόλεως Αχιλλείου και οι Αθηναίοι ορμώμενοι εκ του Σιγείου, οι μεν πρώτοι ζητούντες οπίσω την χώραν των, οι δε Αθηναίοι μη συγκατατιθέμενοι να αποδώσωσιν αυτήν αλλ' αποδεικνύοντες διά λόγων ότι οι Αιολείς δεν έχουσιν επί της Τρωικής γης πλειότερα δικαιώματα παρ' όσα έχουσιν αυτοί οι Αθηναίοι και οι άλλοι Έλληνες όσοι εβοήθησαν τον Μενέλαον εις την εκστρατείαν την γενομένην διά την αρπαγήν της Ελένης.
95. Διαρκούντος τον πολέμου τούτου συνέβησαν διάφορα άλλα εις τα πεδία της μάχης, και προς τούτοις ο ποιητής Αλκαίος είς τινα συμπλοκήν κατά την οποίαν ενίκησαν οι Αθηναίοι, αυτός μεν ελυτρώθη διά της φυγής, τα όπλα του όμως έλαβον οι Αθηναίοι και τα εκρέμασαν εις τον εν τω Σιγείω ναόν της Αθηνάς. Περί της μάχης ταύτης ο Αλκαίος συνέθεσεν άσμα λυρικόν το οποίον έπεμψεν εις Μιτυλήνην διά να καταστήση γνωστόν εις τον φίλον Μελάνιππον το πάθημά του. Τους δε Μιτυληναίους και τους Αθηναίους συνεβίβασεν ο Περίανδρος του Κυψέλου, διότι αυτόν εξελέξαντο ως διαιτητήν. Τους συνεβίβασε δε ως εξής· να νέμεται εκάτερον μέρος την χώραν την οποίαν κατέχει. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το Σίγειον έμεινεν εις τους Αθηναίους.
96. Επανελθών δε ο Ιππίας εκ της Λακεδαίμονος εις την Ασίαν, πάντα λίθον εκίνησε διαβάλλων τους Αθηναίους εις τον Αρταφέρνη και παν μέσον μεταχειριζόμενος διά να υποπέσωσιν αι Αθήναι εις την ιδικήν του και την του Δαρείου εξουσίαν. Και ο μεν Ιππίας ταύτα έπραττεν· οι δε Αθηναίοι άμα μαθόντες τα γινόμενα έπεμψαν εις τας Σάρδεις απεσταλμένους διά να εμποδίσωσι τους Πέρσας από του να δίδωσι πίστιν εις τους λόγους των φυγάδων. Αλλ' ο Αρταφέρνης διέταξε τους πρέσβεις, εάν ήθελον να σώσωσι τον τόπον των, να δεχθώσι τον Ιππίαν επιστρέφοντα. Οι δε Αθηναίοι, ότε τοις ανεκοινώθη η απόκρισις αύτη, δεν την παρεδέχθησαν και απεφάσισαν να γίνωσι φανεροί πολέμιοι των Περσών.
97. Ενώ είχον αποφασίσει ταύτα και ηρέθιζον τους Πέρσας εναντίον των, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας, διωχθείς εκ της Σπάρτης υπό του Λακεδαιμονίου Κλεομένους, ήλθεν εις τας Αθήνας· καθότι η πόλις αύτη ήτο τότε η δυνατωτάτη όλων των άλλων. Παρουσιασθείς ο Αρισταγόρας ενώπιον του δήμου είπεν όσα είχεν ειπεί εις την Σπάρτην περί των αγαθών της Ασίας και περί της πολεμικής ικανότητος των Περσών, ότι ούτε ασπίδα ούτε δόρυ μεταχειρίζονται και ότι ευκόλως ηδύναντο να νικηθώσι. Ταύτα έλεγε και προς τούτοις ότι οι Μιλήσιοι ήσαν άποικοι των Αθηνών και ότι ήτο χρέος της πόλεως ταύτης, ήτις έχει τόσην δύναμιν, να τους προστατεύση. Διά την ανάγκην δε την οποίαν είχεν, υπέσχετο τα πάντα, μέχρις ου επί τέλους τους έπεισεν. Εκ τούτου καθίσταται δήλον ότι ευκολώτερον δύναταί τις να απατήση πολλούς ή ένα μόνον άνθρωπον, καθότι ο Αρισταγόρας τον μεν Λακεδαιμόνιον Κλεομένη δεν ηδυνήθη να απατήση, ηπάτησεν όμως τρεις μυριάδας Αθηναίων. Οι Αθηναίοι λοιπόν παρασυρθέντες εψήφισαν να στείλωσιν είκοσι πλοία διά να βοηθήσωσι τους Ίωνας, διορίσαντες στρατηγόν του στόλου τούτου τον Μελάνθιον, πολίτην σημαντικόν υπό όλας τας επόψεις. Ταύτα δε τα πλοία εγένοντο αρχή κακών εις τους Έλληνας και τους βαρβάρους.
98. Ο δε Αρισταγόρας προπλεύσας και φθάσας εις την Μίλητον διενοήθη να πράξη πράγμα το οποίον ουδαμώς ήθελεν ωφελήσει τους Ίωνας, και ούτε αυτός το έκαμε με τοιούτον σκοπόν, αλλά μάλλον διά να λυπήση τον βασιλέα Δαρείον. Έπεμψεν άνθρωπον εις την Φρυγίαν προς τους Παίονας, οίτινες αιχμαλωτευθέντες υπό του Φαρναβάζου επέμφθησαν από τον Στρυμόνα ποταμόν και κατώκουν εις ιδιαιτέραν κώμην της Φρυγίας. Ελθών ο απεσταλμένος εις τους Παίονας τοις είπε τα εξής· Ώ Παίονες, ο τύραννος της Μιλήτου Αρισταγόρας με έδωσεν εντολήν να σας σώσω, εάν θέλετε να με ακούσετε· διότι τώρα όλη η Ιωνία απέσεισε τον ζυγόν του Δαρείου και παρ' υμών εξαρτάται να επιστρέψετε σώοι και αβλαβείς εις την πατρίδα σας. Πώς να καταβήτε εις την θάλασσαν, φροντίσατε οι ίδιοι· τα λοιπά αφορώσιν ημάς.» Ακούσαντες ταύτα οι Παίονες ευχαριστήθησαν πολύ και λαβόντες τας γυναίκας των και τα παιδία των έδραμον προς την θάλασσαν· τινές όμως έμειναν εκεί, διότι εφοβήθησαν. Φθάσαντες οι άλλοι εις την παραλίαν, διέβησαν εις την Χίον. Ήσαν δε πλέον εις την Χίον, ότε εκίνησε κατόπιν των πολύ ιππικόν. Μη δυνηθέντες όμως οι Πέρσαι να τους φθάσωσι, τοις εμήνυσαν εις την Χίον να επιστρέψωσιν. Αλλ' οι Παίονες δεν εδέχθησαν τους λόγους, και εκ μεν της Χίου μετεκόμισαν αυτούς οι Χίοι εις την Λέσβον, εκ δε της Λέσβου οι Λεσβίοι εις τον Δορίσκον, και εκείθεν διά ξηράς έφθασαν εις την Παιονίαν.
99. Εν τούτοις τα πλοία των Αθηναίων έφθασαν ακολουθούμενα υπό πέντε τριήρεων των Ερετριέων οίτινες έλαβον μέρος εις αυτήν την εκστρατείαν ουχί χάριν των Αθηναίων άλλα χάριν αυτών τούτων των Μιλησίων, αποδίδοντες προηγουμένην υποχρέωσιν, καθότι πρότερον οι Μιλήσιοι εβοήθησαν αυτούς εις πόλεμόν τινα τον οποίον είχον κατά των Χαλκιδέων ότε οι Σάμιοι εβοήθησαν τους Χαλκιδείς εναντίον των Ερετρέων και Μιλησίων. Τότε ο Αρισταγόρας συναθροίσας τους Αθηναίους και τους άλλους συμμάχους, διεύθυνε την εκστρατείαν κατά των Σάρδεων, αυτός μεν μη λαβών μέρος, διορίσας όμως στρατηγούς των Μιλησίων πρώτον μεν τον αδελφόν του Χαροπίνον, έπειτα δε τον Ερμόφαντον ένα των αστών.
100. Φθάσαντες δε οι Ίωνες με τον στόλον τούτον εις την Έφεσον, τα μεν πλοία άφησαν εις τον λιμένα της Κορησσού πλησίον της Εφέσου, αυτοί δε ανέβαινον με πολλάς δυνάμεις έχοντες οδηγούς Εφεσίους. Ακολουθούντες την όχθην του ποταμού Καϋστρίου, και έπειτα υπερβάντες τον Τμώλον, εκυρίευσαν τας Σάρδεις χωρίς να τοις αντισταθή κανείς. Κατέλαβον δε όλην την πόλιν πλην της ακροπόλεως την οποίαν έσωσεν αυτός ο Αρταφέρνης έχων δύναμιν ανδρών όχι ολίγην.
101. Σύριοι γενόμενοι της πόλεως δεν έλαβον καιρόν να λεηλατήσωσιν αυτήν, εμποδισθέντες υπό της εξής αιτίας. Αι περισσότεραι οικίαι εις τας Σάρδεις ήσαν καλάμινοι, όσαι δε ήσαν πλίνθιναι, είχον και αυταί οροφάς καλαμίνους. Θέσαντος πυρ εις μίαν εξ αυτών στρατιώτου τινός, η πυρκαϊά αμέσως μεταδοθείσα από οικίας εις οικίαν, κατέκαυσεν όλην την πόλιν. Ενώ δε αύτη εκαίετο, οι Λυδοί και όσοι των Περσών ευρέθησαν εκεί, περικυκλωθέντες πανταχόθεν (καθότι το πυρ είχε μεταδοθή μέχρι των άκρων της πόλεως) και μη έχοντες ουδεμίαν έξοδον, συνέρρευσαν εις την αγοράν και εις τας όχθας του Πακτωλού ποταμού, όστις καταβιβάζων από τον Τμώλον ψήγματα χρυσού ρέει διά της αγοράς, έπειτα δε ενούται με τον Έρμον όστις εκβάλλει εις την θάλασσαν. Εις τας όχθας λοιπόν του Πακτωλού και εις την αγοράν συναθροιζόμενοι οι Λυδοί και οι Πέρσαι ηναγκάζοντο να αμύνωνται. Βλέποντες δε οι Ίωνες άλλους μεν εκ των πολεμίων να ανθίστανται, άλλους δε με πολύ πλήθος να επέρχωνται, εφοβήθησαν και ανεχώρησαν πάλιν εις το όρος το καλούμενον Τμώλον, εκείθεν δε, άμα ενύκτωσεν, επέστρεψαν εις τα πλοία.
102. Και αι μεν Σάρδεις εκάησαν, μετ' αυτών δε εκάη και ο ναός επιχωρίας τινός θεάς της Κυβήβης· τούτον δε τον εμπρησμόν προφασιζόμενοι οι Πέρσαι, έκαιον και αυτοί τους ναούς της Ελλάδος. Άμα οι προς δυσμάς του Άλυος ποταμού κατοικούντες Πέρσαι έμαθον τα συμβαίνοντα, συνηθροίσθησαν και έσπευσαν προς βοήθειαν των Λυδών· αλλ' επειδή ένεκα του συμβάντος το οποίον διηγήθην δεν εύρον πλέον τους Ίωνας εις τας Σάρδεις, τους κατεδίωξαν και τους έφθασαν εις την Έφεσον. Και αντετάχθησαν μεν οι Ίωνες, πολεμήσαντες όμως ενικήθησαν ολοσχερώς και οι Πέρσαι εφόνευσαν πλείστους εξ αυτών· μεταξύ δε άλλων ονομαστών και τον Ευαλκίδην, στρατηγόν των Ερετριέων όστις πολλούς αγώνας στεφανηφόρους είχε κερδίσει και όστις πολλάκις είχεν υμνηθή υπό του Κείου Σιμωνίδου. Όσοι δε εξ αυτών διέφυγον τον όλεθρον, ούτοι εσκορπίσθησαν εις διαφόρους πόλεις.
103. Τότε μεν ούτως ηγωνίσθησαν· μετά ταύτα δε οι Αθηναίοι εγκαταλιπόντες ολοτελώς τους Ίωνας ηρνήθησαν, με όλας τας επιμόνους παρακλήσεις και τας επανειλημμένας πρεσβεύσεις του Αρισταγόρου, να τω πέμψωσι βοηθείας τινάς. Οι Ίωνες όμως, μολονότι εστερήθησαν της συμμαχίας των Αθηναίων, επειδή όσα είχον πράξει κατά του Δαρείου δεν τοις επέτρεπον να φερθώσιν άλλως, εξηκολούθησαν ουδέν ήττον τας πολεμικάς παρασκευάς των κατά του βασιλέως, όθεν πλεύσαντες εις τον Ελλήσποντον υπέταξαν το Βυζάντιον και τας άλλας πόλεις τας περί εκείνα τα μέρη· έπειτα δε εξελθόντες του Ελλησπόντου, προσέλαβον εις την συμμαχίαν των τα πλειότερα μέρη της Καρίας. Και αυτή η Καύνος, ήτις πρότερον δεν ήθελε να συμμαχήση, άμα ενέπρησαν τας Σάρδεις, ηνώθη με αυτούς.
104. Οι δε Κύπριοι όλοι, πλην των Αμαθουσίων, προσετέθησαν εις αυτούς ως εθελονταί, διότι και αυτοί απεστάτησαν από τους Μήδους κατά τον εξής τρόπον. Ο Ονήσιλος ήτο νεώτερος αδελφός του βασιλέως των Σαλαμινίων Γόργου και υιός του Χέρσιος, υιού του Σιρώμου, υιού του Ευέλθοντος. Ούτος ο άνθρωπος πολλάκις μεν και πρότερον επρότεινεν εις τον Γόργον να αποστατήση από τον βασιλέα, τότε δε άμα έμαθεν ότι απεστάτησαν και οι Ίωνες, τον παρεκίνησε μετά πλειοτέρας ζέσεως· επειδή όμως δεν έπειθε τον Γόργον, καιροφυλακτήσας ότε αυτός εξήλθε της πόλεως των Σαλαμινίων, ο Ονήσιλος ομού με τους οπαδούς του, τον έκλεισεν έξω των πυλών. Και ο μεν Γόργος μη δυνηθείς πλέον να εισέλθη κατέφυγεν εις τους Μήδους, ο δε Ονήσιλος μείνας κύριος της Σαλαμίνος έπεισε τους Κυπρίους να αποστατήσωσιν· έπεισε δε όλους πλην των Αμαθουσίων, τους οποίους μη θέλοντας να υπακούσωσιν, ήλθε και τους επολιόρκησεν.
105. Επολιόρκει λοιπόν την Αμαθούντα ο Ονήσιλος όταν ανήγγειλον εις τον βασιλέα ότι αι Σάρδεις εκυριεύθησαν και εκάησαν υπό των Αθηναίων και των Ιώνων, και ότι, κατά πάσαν πιθανότητα, αρχηγός της συστάσεως ταύτης ήτο ο Μιλήσιος Αρισταγόρας. Μαθών τας ειδήσεις ταύτας, χωρίς να φροντίση ποσώς διά τους Ίωνας οίτινες ήτο βέβαιος ότι δεν ήθελον διαφύγει την τιμωρίαν ης ήτο αξία η αποστασία των, ηρώτησε πρώτον τίνες ήσαν οι Αθηναίοι. Αφού δε έλαβε τας πληροφορίας τας οποίας ήθελεν, εζήτησε το τόξον του, το έλαβεν, έθεσεν επ' αυτού βέλος, το ηκόντισε προς τον ουρανόν, και ενώ εκείνο διέσχιζε τον αέρα, είπεν· «Ω Ζευ, είθε να δυνηθώ να τιμωρήσω τους Αθηναίους.» Αφού δε είπε ταύτα, διέταξεν ένα των υπηρετών να ίσταται πλησίον του οσάκις γευματίζη και να τω επαναλαμβάνη τρις· «Δέσποτα, ενθυμού τους Αθηναίους.»
106. Αφού διέταξε ταύτα ο Δαρείος, καλέσας ενώπιόν του τον Ιστιαίον τον Μιλήσιον, τον οποίον εκράτει εκεί προ πολλού, τω είπεν: «Ακούω, Ιστιαίε, ότι ο επίτροπός σου εις τον οποίον ενεπιστεύθης την πόλιν, απεστάτησεν απ' εμού. Με έφερεν άνδρας εκ της άλλης ηπείρου, και πείσας τους Ίωνας (οίτινες θα τιμωρηθώσι δι όσα έπραξαν) να ακολουθήσωσιν εκείνους, με απεστέρησε των Σάρδεων. Τώρα σοι φαίνεται η πράξις καλή; Πώς ετολμήθη άνευ της συμβουλής σου; Πρόσεξον μήπως ύστερον κατηγορήσης συ σεαυτόν. Εις ταύτα ο Ιστιαίος απεκρίθη· «Ποίον λόγον είπες, ω βασιλεύ; Εγώ να συμβουλεύσω πράγμα από το οποίον ηδύνατο να προκύψη εις σε μεγάλη ή μικρά δυσαρέσκεια! Και τι επιθυμών περισσότερον ήθελον πράξει τούτο; τι με λείπει; Απολαμβάνω όλα τα αγαθά όσα απολαμβάνεις συ και είμαι ο εμπεπιστευμένος όλων σου των βουλευμάτων. Εάν ήναι αληθές ότι ο επίτροπός μου έπραξεν αυτό το οποίον είπες, ήξευρε ότι το έπραξεν αφ' εαυτού. Εν πρώτοις όμως εγώ δεν παραδέχομαι ότι οι Μιλήσιοι και ο επίτροπός μου επιβουλεύονται την βασιλείαν σου· εάν εν τούτοις έπραξαν τοιούτο τι, εάν σοι ανέφερον πραγματικόν τι γεγονός, ω βασιλεύ, ενόησον τι κακόν έπραξες καλέσας με πλησίον σου εκ των παραθαλασσίων μερών· διότι οι Ίωνες, απαλλαγέντες της επαγρυπνήσεώς μου, θα απεπειράθησαν ως φαίνεται εκείνο το οποίον επεθύμουν προ πολλού. Εάν εγώ ήμην εις την Ιωνίαν, ουδεμία πόλις θα εκινείτο. Τώρα λοιπόν άφησόν με να επιστρέψω εκεί ταχέως διά να αποκαταστήσω πάλιν την τάξιν εις όλα τα πράγματα, διά να συλλάβω τον επίτροπον τούτον της Μιλήτου, όστις ως λέγεται εμηχανεύθη όλα ταύτα, και τον παραδώσω εις σε. Αφού δε εκπληρώσω ταύτα κατά την επιθυμίαν σου, ομνύω εις τους βασιλικούς θεούς να μη εκβάλω τον χιτώνα με τον οποίον θα καταβώ εις την Ιωνίαν πριν σοι καταστήσω φόρου υποτελή την μεγίστην νήσον Σαρδώ.»
107. Διά των λόγων τούτων ο Ιστιαίος ηπάτησε τον Δαρείον όστις επείσθη και τον απέστειλε, παραγγέλλων αυτώ, άμα εκπληρώση τας υποσχέσεις του, να επιστρέψη πάλιν εις τα Σούσα.
108. Ενώ η περί των Σάρδεων αγγελία έφθασεν εις τον βασιλέα, και ο Ιστιαίος λαβών την άδειαν παρά του Δαρείου επορεύετο εις την θάλασσαν, καθ όλον τούτο το διάστημα συνέβαινον τα εξής: Ανηγγέλθη εις τον Σαλαμίνιον Ονήσιλον, πολιορκούντα τους Αμαθουσίους, ότι ο Πέρσης Αρτύβιος, έχων μεθ' εαυτού στρατόν πολύν περιμένεται μετά πλοίων εις την Κύπρον. Μαθών τούτο ο Ονήσιλος έσπευσε να πέμψη κήρυκα προς τους Ίωνας διά να επικαλεσθή την βοήθειάν των· ούτοι δε χωρίς να σκεφθώσι πολύ έφθασαν μετά μεγάλου στόλου. Ότε δε έφθασαν οι Ίωνες εις την Κύπρον, τότε και οι Πέρσαι διαβάντες με πλοία εκ της Κιλικίας εχώρουν πεζοί προς την Σαλαμίνα, οι δε Φοίνικες μετά του στόλου των περιέπλεον την άκραν ήτις καλείται Κλείδες της Κύπρου.
109. Εν τούτω τω αναμεταξύ οι τύραννοι της Κύπρου, συγκαλέσαντες τους στρατηγούς των Ιώνων, τοις είπον· «Άνδρες της Ιωνίας, σας αφίνομεν να εκλέξετε ό,τι θέλετε εκ των δύο· ή τους Πέρσας να κτυπήσετε ή τους Φοίνικας. Εάν μεν θέλετε να παραταχθήτε πεζοί και να πολεμήσετε τους Πέρσας, είναι καιρός να εξέλθετε από τα πλοία και να ταχθήτε εις μάχην, ενώ ημείς θα εισέλθωμεν εις τα πλοία σας και θα ανταγωνισθώμεν προς τους Φοίνικας· εάν δε προτιμάτε να πολεμήσετε κατά των Φοινίκων, πράξατε τούτο. Ό,τι όμως από τα δύο εκλέξετε, προσέξατε να φερθήτε ούτως ώστε δι' υμών να γίνωσιν ελεύθεραι η Κύπρος και η Ιωνία.» Εις ταύτα οι Ίωνες απεκρίθησαν· «Το κοινόν των Ιώνων μας έπεμψε διά να φυλάττωμεν την θάλασσαν και όχι διά να παραδώσωμεν τα πλοία μας εις τους Κυπρίους και να πολεμήσωμεν πεζοί τους Πέρσας. Θα προσπαθήσωμεν λοιπόν να φανώμεν χρήσιμοι εκεί όπου διετάχθημεν να μείνωμεν· υμείς δε οφείλετε, ενθυμηθέντες όσα επάθετε ότε ήσθε υπό την κυριαρχίαν των Μήδων, να φανήτε άνδρες γενναίοι.» Ταύτα απεκρίθησαν οι Ίωνες.