Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I ΗΡΟΔΟΤΟΥ (continued 2)
Reading edition
110. Ύστερον δε, ότε ήλθον εις την πεδιάδα των Σαλαμινίων οι Πέρσαι, οι βασιλείς των Κυπρίων παρετάχθησαν εις μάχην, αντιτάξαντες τους μεν άλλους Κυπρίους κατά των συμμαχικών στρατευμάτων των Περσών, εκ δε των Σαλαμινίων και των Σολίων εκλέξαντες τους ανδρειοτέρους παρέταξαν αυτούς εναντίον των Περσών. Εναντίον δε του στρατηγού των Περσών Αρτυβίου ετάχθη εθελοντής ο Ονήσιλος.
111. Ο Αρτύβιος είχεν ίππον όστις ήτο δεδιδαγμένος να ίσταται ορθός εναντίον του οπλίτου. Μαθών τούτο ο Ονήσιλος είπε προς τον υπασπιστήν του, Κάρα μεν το γένος, δοκιμώτατον δε περί τα πολεμικά και τολμηρότατον· «Έμαθον ότι ο ίππος του Αρτυβίου ορθούται επί των οπισθίων ποδών, διά δε του στόματος και των εμπροσθίων ποδών προσβάλλει εκείνον κατά του οποίου ήθελεν επιπέσει. Σκέφθητι λοιπόν και ειπέ μοι αμέσως ποίον επιφορτίζεσαι να προσέξης και να κτυπήσης, τον ίππον ή αυτόν τον Αρτύβιον.» Απεκρίθη εις ταύτα ο ακόλουθός του· «Βασιλεύ, είμαι έτοιμος να πράξω αμφότερα ή μόνον το έν εκ των δύο, αφεύκτως όμως εκείνο το οποίον με διατάξης· εν τούτοις θα σοι είπω εκείνο το οποίον νομίζω διά σε συμφερώτερον. Η γνώμη μου είναι ότι είς βασιλεύς, είς στρατηγός, οφείλει να επιτεθή κατά βασιλέως, κατά στρατηγού· διότι εάν καταστρέψης στρατηγόν, ποία δόξα διά σε! Εάν πάλιν σε καταστρέψη εκείνος (ό μη γένοιτο) είναι ημίσεια συμφορά να φονευθή τις υπό ευγενούς χειρός. Ημείς οι υπηρέται οφείλομεν να πολεμώμεν τους υπηρέτας· όσον δ' αφορά τον ίππον, μη φοβηθής παντάπασι τα τεχνάσματά του, διότι σε υπόσχομαι ότι δεν θα ορθωθή πλέον κατ' ουδενός ανθρώπου.»
112. Ταύτα είπε και μετά ταύτα εγένετο η συμπλοκή κατά ξηράν και κατά θάλασσαν. Και εις μεν το ναυτικόν οι Ίωνες εφάνησαν κατ' εκείνην την ημέραν αξιώτατοι και ενίκησαν τους Φοίνικας, μεταξύ δε αυτών οι Σάμιοι ηρίστευσαν· εις δε πεζικόν, άμα επλησίασαν τα στρατεύματα, συνεπλάκησαν και εμάχοντο. Όσον αφορά τους δύο στρατηγούς, συνέβησαν εις αυτούς τα εξής· ενώ ο Αρτύβιος έφιππος ώρμα εναντίον του Ονησίλου, ο Ονήσιλος τον εκτύπησε κατά την συμβουλήν του υπασπιστού του· εν τούτοις ο ίππος ητοιμάζετο να κτυπήση διά των εμπροσθίων ποδών την ασπίδα του Ονησίλου, ότε ο ακόλουθος πλήξας με δρέπανον απέκοψε τους πόδας του ίππου και ο στρατηγός των Περσών Αρτύβιος έπεσεν εκεί εις τον τόπον συγχρόνως με τον ίππον.
113. Ενώ δε εμάχοντο και οι άλλοι, ο τύραννος του Κουρίου Στησήνωρ, έχων περί εαυτόν δύναμιν ανδρών ου σμικράν, ηυτομόλησεν εις τους Πέρσας· λέγονται δε οι Κουριείς ούτοι άποικοι των Αργείων. Ότε λοιπόν επρόδωσαν, αμέσως και τα πολεμιστήρια άρματα των Σαλαμινίων έπραξαν το αυτό με τους Κουριείς. Γενομένων δε τούτων υπερίσχυσαν οι Πέρσαι και τραπέντος εις φυγήν του στρατού των Κυπρίων, έπεσον πολλοί εξ αυτών και μεταξύ άλλων ο Ονήσιλος του Χέρσιος, όστις ενήργησε την επανάστασιν των Κυπρίων, και ο βασιλεύς των Σολίων Αριστόκυπρος ο υιός του Φιλοκύπρου, του Φιλοκύπρου εκείνου τον οποίον ο Σόλων ο Αθηναίος ελθών εις την Κύπρον επήνεσε διά στίχων πλειότερον από πάντα άλλον τύραννον.
114. Οι δε Αμαθούσιοι τους οποίους επολιόρκησεν ο Ονήσιλος κόψαντες την κεφαλήν αυτού την έφερον εις την Αμαθούντα και την εκρέμασαν υπεράνω των πυλών. Κρεμαμένης δε της κεφαλής και γενομένης κοίλης, σμήνος μελισσών εισήλθεν εις αυτήν και την επλήρωσε μέλιτος. Τούτου γενομένου ηρώτησαν οι Αμαθούσιοι το μαντείον και τοις εδόθη χρησμός την μεν κεφαλήν να καταβιβάσωσι και να θάψωσιν, εις δε τον Ονήσιλον να κάμνωσι κατ' έτος θυσίας ως εις ήρωα, και ότι, εάν πράξωσι ταύτα, θα τοις αποβή εις καλόν. Και οι μεν Αμαθούσιοι έπραττον ταύτα μέχρι των ημερών μου.
115 Οι δε Ίωνες οι ναυμαχήσαντες εις την Κύπρον, μαθόντες ότι τα πράγματα του Ονησίλου είχον καταστραφή και ότι αι άλλαι πόλεις των Κυπρίων επολιορκούντο, πλην της Σαλαμίνος όπου, μετά την αποστασίαν των κατοίκων, εισήλθε πάλιν ο αρχαίος βασιλεύς Γόργος, άμα μαθόντες ταύτα οι Ίωνες απέπλευσαν εις την Ιωνίαν. Εκ δε των εν Κύπρω πόλεων μόνη η πόλις Σόλοι αντέστη πλειότερον χρόνον, αλλ' οι Πέρσαι υποσκάψαντες πέριξ το τείχος την εκυρίευσαν κατά τον πέμπτον μήνα.
116. Τοιουτοτρόπως οι Κύπριοι, μείναντες επί έν έτος ελεύθεροι, κατεδαυλώθησαν αύθις εκ νέου· ο δε Λαυρίσης όστις είχε μίαν των θυγατέρων του Δαρείου, ο Υμέης, ο Οτάνης και άλλοι Πέρσαι στρατηγοί, έχοντες και αυτοί θυγατέρας του Δαρείου, καταδιώξαντες τους εις τας Σάρδεις εκστρατεύσαντας Ίωνας και αναγκάσαντες αυτούς να εισέλθωσιν εις τα πλοία, εμοίρασαν ως νικηταί τας πόλεις μεταξύ των και τας ελεηλάτουν.
117. Και ο μεν Δαυρίσης τραπείς προς τας πόλεις του Ελλησπόντου εκυρίευσε το Δάρδανον, την Άβυδον, την Περκώπην, την Λάμψακον και την Παισόν· ταύτας εκυρίευε μίαν καθ' ημέραν. Ενώ όμως εξήρχετο από την Παισόν διά να μεταβή εις την πόλιν Πάριον, τω ήλθεν αγγελία ότι οι Κάρες ομοφρονήσαντες με τους Ίωνας απεστάτησαν από τους Πέρσας. Αναχωρήσας λοιπόν εκ του Ελλησπόντου, ωδήγησε τον στρατόν κατά της Καρίας.
118. Πριν όμως φθάση εκεί, οι Κάρες έμαθαν φαίνεται τούτο και συνηθροίσθησαν εις τας Λευκάς καλουμένας Στήλας και εις τον ποταμόν Μαρσύαν όστις ρέων εκ της Ιδριάδος χώρας εκβάλλει εις τον Μαίανδρον. Εκεί συναθροισθέντες συνεκρότησαν συμβούλιον εις το οποίον πολλαί και διάφοροι γνώμαι εδόθησαν εξ ων η αρίστη κατ' εμέ ήτο η του Πιξωδάρου, υιού του Μαυσώλου, πολίτου Κινδυέως και γαμβρού του βασιλέως των Κιλίκων Συεννέσεως. Τούτου του ανδρός η γνώμη ήτο να διαβώσιν οι Κάρες τον Μαίανδρον. και έχοντες εις τα νώτα τον ποταμόν, να πολεμήσωσι, διά να μη δύνανται να φύγωσιν οπίσω, και αναγκαζόμενοι να μείνωσιν εκεί, να γίνωσιν ανδρειότεροι παρ' όσον ήσαν εκ φύσεως. Η γνώμη όμως αύτη δεν υπερίσχυσεν, αλλ' ήθελον μάλλον οι Πέρσαι να έχωσιν όπισθέν των τον ποταμόν ή οι Κάρες, με την ελπίδα βεβαίως ότι εάν νικηθώσιν εις την μάχην οι Πέρσαι και θελήσωσι να φύγωσι, να μη δυνηθώσι να επιστρέψωσιν οπίσω πίπτοντες εις τον ποταμόν.
119. Μετά ταύτα δε, ότε ήλθον οι Πέρσαι και διέβησαν τον ποταμόν, οι Κάρες συνεπλάκησαν με αυτούς εις τας όχθας του ποταμού Μαρσύου και επολέμησαν επί πολλήν ώραν και επιμόνως· τέλος όμως ενικήθησαν υπό του πλήθους των πολεμίων. Και εκ μεν των Περσών έπεσον περί τους δισχιλίους, εκ δε των Καρών περί τους μυρίους. Όσοι των Καρών διέφυγαν, εκλείσθησαν εις το εν Λαβράνδοις ιερόν του Πολεμιστού Διός, όπερ είναι άλσος μέγα και άγιον εκ πλατάνων. Από όσους δε ημείς γνωρίζομεν, μόνοι οι Κάρες προσφέρουσι θυσίας εις τον Πολεμιστήν Δία. Κατακλεισθέντες λοιπόν εκεί, συνεσκέπτοντο ποίον ήτο συμφερώτερον διά την σωτηρίαν των, να παραδοθώσιν εις τους Πέρσας, ή να εγκαταλείψωσι διά παντός την Ασίαν και να φύγωσιν,
120. Ενώ εσκέπτοντο ταύτα, ήλθον εις βοήθειαν αυτών οι Μιλήσιοι και οι σύμμαχοι αυτών. Τότε οι Κάρες παρήτησαν πάσαν περαιτέρω διάσκεψιν και ητοιμάσθησαν να επαναλάβωσι τον πόλεμον. Συνεπλάκησαν λοιπόν με τους Πέρσας ελθόντας εναντίον των, και πολεμήσαντες ενικήθησαν πλειότερον ή πρότερον. Πλήθος εξ αυτών έπεσον· μεγαλειτέραν όμως φθοράν υπέστησαν οι Μιλήσιοι.
121. Μετά την καταστροφήν δε ταύτην ανέλαβον πάλιν οι Κάρες και επολέμησαν· διότι μαθόντες ότι οι Πέρσαι εστράτευσαν κατά των πόλεών των, έστησαν ενέδραν εις την οδόν της Πηδάσου και εμπεσόντες εις αυτήν οι Πέρσαι κατά την νύκτα διεφθάρησαν αυτοί και οι στρατηγοί των Δαυρίσης, Αμόργης και Σισιμάκης. Μετ' αυτών απώλετο και ο Μύριος του Γύγου. Αρχηγός της ενέδρας ήτο ο υιός του Ιβανώλιος Ηρακλείδης, πολίτης Μυλασσεύς. Και ούτοι μεν οι Πέρσαι τοιουτοτρόπως απώλοντο.
122. Ο δε Υμέης, είς εξ εκείνων οίτινες είχον καταδιώξει τους εις τας Σάρδεις στρατεύσαντας Ίωνας, τραπείς προς την Προποντίδα, εκυρίευσε την Κίον της Μυσίας. Ότε δε έμαθεν ότι ο Δαυρίσης ανεχώρησεν από τον Ελλήσποντον και εξεστράτευσε κατά της Καρίας, αφήσας την Προποντίδα, έφερε τον στρατόν εις τον Ελλήσποντον και εκυρίευσεν όλους τους Αιολείς όσοι νέμονται την Τρωικήν χώραν· εκυρίευσεν ομοίως τους Γέργιθας οίτινες είχον μείνει από την εποχήν των αρχαίων Τευκρών. Αυτός δε ο Υμέης, αφού υπέταξε τα έθνη ταύτα, απέθανεν εξ ασθενείας εις την Τρωάδα.
123. Και ούτος μεν ούτως ετελεύτησεν· ο δε Αρταφέρνης, ο ύπαρχος των Σάρδεων, και ο Οττάνης ο τρίτος στρατηγός, διετάχθησαν να εκστρατεύσωσι κατά της Ιωνίας και της πλησιοχώρου αυτής Αιολίδος. Και της μεν Ιωνίας εκυρίευσαν τας Κλαζομενάς, της δε Αιολίδος την Κύμην.
124. Ενώ δε εκυριεύοντο αι πόλεις αύται, ο Μιλήσιος Αρισταγόρας (όστις ως απεδείχθη δεν είχε μεγαλοψυχίαν, διότι αφού ανεστάτωσε την Ιωνίαν και υπεκίνησε μεγάλας ταραχάς, εσκέπτετο πώς να φύγη) ακούσας ταύτα και σκεπτόμενος ότι ήτο αδύνατον να υπερτερήση τον βασιλέα Δαρείον, συνήθροισε τους συστασιώτας και συνεσκέπτετο μετ' αυτών λέγων ότι είναι συμφέρον εις αυτούς να έχωσιν έτοιμον καταφύγιον εις περίστασιν καθ' ην ήθελον εξωσθή εκ της Μιλήτου, και προτείνων να τους φέρη ως αποίκους είτε εις την Σαρδώ είτε εις την Μύρκινον των Ηδωνών, την οποίαν ο Ιστιαίος έλαβεν από τον Δαρείον και την ετείχισε. Ταύτα συνεβούλευεν ο Αρισταγόρας.
125. Του δε ιστορικού Εκαταίου του Ηγησάνδρου η γνώμη ήτο να μη εκλέξη ο Αρισταγόρας μήτε την μίαν μήτε την άλλην πόλιν, αλλά να κτίση τείχος εις την νήσον Λέρον και να μείνη εκεί ησυχάζων, εάν διωχθή εκ της Μιλήτου· έπειτα δε, μετά παρέλευσιν χρόνου τινός, να αναχωρήση εκείθεν και να επιστρέψη πάλιν εις την Μίλητον. Ταύτα συνεβούλευσε και ο Εκαταίος.
126. Του Αρισταγόρου όμως η γνώμη έκλινε περισσότερον να απέλθη εις την Μύρκινον. Όθεν την μεν Μίλητον επέτρεψεν εις τον Πυθαγόραν, πολίτην ευπόληπτον, αυτός δε παραλαβών πάντα τον βουλόμενον έπλευσεν εις την Θράκην και εκυρίευσε την χώραν κατά της οποίας ήλθε. Κατά τινα όμως έξοδον εκ της χώρας ταύτης, ο Αρισταγόρας και όλος ο στρατός του εξωλοθρεύθησαν υπό των Θρακών ενώπιον πόλεώς τινος την οποίαν επολιόρκουν και εκ της οποίας οι Θράκες είχον συγκατατεθή να εξέλθωσιν υπόσπονδοι.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΚΤΟΝ Ε Ρ Α Τ Ω.
1. Ο Αρισταγόρας λοιπόν αποστατήσας την Ιωνίαν τοιουτοτρόπως ετελεύτησεν· ο δε τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος, αφεθείς υπό του Δαρείου, ήλθεν εις τας Σάρδεις. Άμα δε έφθασεν εκ των Σούσων, τον ηρώτησεν ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης διά ποίαν αιτίαν νομίζει ότι απεστάτησαν οι Ίωνες. Ο Ιστιαίος απεκρίθη ότι όχι μόνον δεν ήξευρε τίποτε, αλλά και ότι εθαύμαζε διά το γεγονός. Έλεγε δε ταύτα με ύφος ανθρώπου αγνοούντος εντελώς τα διατρέχοντα. Τότε ο Αρταφέρνης, γνωρίζων την αληθή αιτίαν της αποστασίας και βλέπων αυτόν υποκρινόμενον, είπεν· «Ιδού, ω Ιστιαίε, πώς έχουσιν αυτά τα πράγματα· συ μεν έρραψας το υπόδημα, ο δε Αρισταγόρας το εφόρεσε.»
2. Ταύτα είπεν ο Αρταφέρνης σχετικά προς την αποστασίαν, ο δε Ιστιαίος φοβηθείς την διορατικότητα του Αρταφέρνους, αμέσως εκείνην την νύκτα έφυγεν εις την θάλασσαν, ευχαριστούμενος διότι ηπάτησε τον βασιλέα Δαρείον. Αυτός όστις είχεν υποσχεθή να υποτάξη την μεγίστην νήσον Σαρδώ, δεν εδίστασε να αναλάβη την αρχηγίαν του πολέμου των Ιώνων κατά του Δαρείου. Διαβάς εις την Χίον, εδεσμεύθη υπό των Χίων, οίτινες τον υπώπτευσαν ότι οργανίζει εναντίον των νέα τινά σχέδια προς το συμφέρον του Δαρείου. Όταν έπειτα έμαθον οι Χίοι όλην την ιστορίαν, ότι ήτο πολέμιος του βασιλέως, τον απέλυσαν.
3. Ερωτώμενος τότε ο Ιστιαίος υπό των Ιώνων της Χίου διατί τόσον προθύμως έγραψε προς τον Αρισταγόραν να αποστατήση από τον βασιλέα και επέφερε τόσον κακόν εις τους Ίωνας, την μεν αληθή αιτίαν δεν εφανέρωσεν, είπε δε ότι ο βασιλεύς Δαρείος είχεν απόφασιν να μεταφέρη τους Φοίνικας εις την Ιωνίαν και τους Ίωνας εις την Φοινίκην, και τούτου ένεκα έγραψεν εις τον Αρισταγόραν. Βεβαίως ο βασιλεύς ουδεμίαν τοιαύτην ιδέαν συνέλαβεν, αλλ' ο Ιστιαίος ήθελε να φοβίζη τους Ίωνας.
4. Μετά ταύτα ο Ιστιαίος, μεταχειριζόμενος ως γραμματοκομιστήν τον Αταρνείτην Έρμιππον, έπεμψεν επιστολάς προς τους εις τας Σάρδεις διαμένοντας Πέρσας οίτινες προηγουμένως είχον συνομιλήσει μετ' αυτού περί της αποστασίας. Αλλ' ο Έρμιππος, εις μεν τους Πέρσας προς τους οποίους επέμφθη δεν δίδει τα γράμματα, τα φέρει δε και τα εγχειρίζει εις τον Αρταφέρνην. Μαθών δε ούτος τα διατρέχοντα, διέταξε τον Έρμιππον τας μεν επιστολάς να δώση εις εκείνους προς τους οποίους εστάλη, τας δε άλλας τας παρά των Περσών αντιπεμπομένας εις τον Ιστιαίον, ταύτας να τω παραδώση. Τούτων λοιπόν φανερωθέντων, εφόνευσε τότε ο Αρταφέρνης πολλούς Πέρσας.
5. Εις μεν τας Σάρδεις λοιπόν επεκράτει ταραχή. Τον δε Ιστιαίον, απατηθέντα εις τας ελπίδας του, έφερον οι Χίοι εις την Μίλητον κατ' αίτησίν του. Οι δε Μιλήσιοι, οίτινες ασμένως απηλλάγησαν του Αρισταγόρου, ουδόλως ήσαν πρόθυμοι να δεχθώσιν άλλον τύραννον εις την χώραν, καθότι εγεύθησαν την ελευθερίαν. Και επειδή ο Ιστιαίος έφθασε κατά την νύκτα και επειράθη βιαίως να εισέλθη εις την Μίλητον, επληγώθη εις τον μηρόν υπό τινος των Μιλησίων. Διωχθείς λοιπόν εκ της πατρίδος του, επιστρέφει οπίσω εις την Χίον· εντεύθεν δε, επειδή δεν έπειθε τους Χίους να τω δώσωσι πλοία, διέβη εις την Μιτυλήνην και έπεισε τους Λεσβίους να τω δώσωσι. Πληρώσαντες λοιπόν οι Λέσβιοι οκτώ τριήρεις, έπλευσαν μετά του Ιστιαίου εις το Βυζάντιον, και μένοντες εκεί συνελάμβανον τα εκ του Ευξείνου Πόντου εκπλέοντα πλοία, πλην εκείνων τα οποία έλεγον ότι ήσαν πρόθυμα να υπακούωσιν εις τον Ιστιαίον.
6. Ο μεν Ιστιαίος λοιπόν και οι Μιτυληναίοι ταύτα έπραττον· εις δε την Μίλητον περιεμένετο πολύς στρατός ναυτικός και πεζός· διότι συνενωθέντες οι στρατηγοί των Περσών και σχηματήσαντες έν μόνον στρατόπεδον, ήλαυνον κατά της Μιλήτου, ήκιστα φροντίζοντας διά τας άλλας πόλεις. Εκ των του ναυτικού στρατού οι Φοίνικες ήσαν οι προθυμότατοι· ομού δε με αυτούς είχον ενωθή οι Κύπριοι, προσφάτως υποταγέντες, οι Κίλικες και οι Αιγύπτιοι.
7. Και αυτοί μεν ήρχοντο κατά της Μιλήτου και της λοιπής Ιωνίας, οι δε Ίωνες μαθόντες ταύτα έπεμψαν πρέσβεις εις το Πανιώνιον. Γενομένης δε συνελεύσεως εν τω τόπω τούτω, απεφασίσθη να μη αντιτάξωσι πεζόν στρατόν εναντίον των Περσών, να αναθέσωσι την φύλαξιν της πόλεως εις αυτούς τους Μιλησίους, να πληρώσωσιν όλα τα πλοία χωρίς να αφήσωσιν ουδέν κενόν, να τα φέρωσι τάχιστα εις την Δάδην και να ναυμαχήσωσιν υπέρ της Μιλήτου. Η δε Δάδη είναι νήσος μικρά κειμένη προ της πόλεως των Μιλησίων.
8. Μετά ταύτα, συμπληρωθέντων των πληρωμάτων, ήλθον οι Ίωνες και μετ' αυτών οι Αιολείς οι κατοικούντες την Λέσβον. Ετάχθησαν δε ως εξής· το μεν προς ανατολάς κέρας είχον αυτοί οι Μιλήσιοι οίτινες παρέσχον ογδοήκοντα πλοία· μετ' αυτούς ήσαν οι Πριηνείς με δώδεκα πλοία και οι Μυούσιοι με τρία· πλησίον αυτών ήσαν οι Τήιοι με πλοία δεκαεπτά· μετά τους Τηίους ήσαν οι Χίοι με πλοία εκατόν πλησίον δε αυτών ετάχθησαν οι Ερυθραίοι και οι Φωκαείς, οι μεν Ερυθραίοι έχοντες οκτώ πλοία, οι δε Φωκαείς τρία· μετά τους Φωκαείς ήσαν οι Λέσβιοι με πλοία εβδομήκοντα· τελευταίοι δε παρετάχθησαν οι Σάμιοι με εξήκοντα πλοία, έχοντες το προς δυσμάς κέρας. Όλων τούτων των τριήρεων ο αριθμός συνεποσώθη εις τριακοσίας πεντήκοντα τρεις. Και ταύτα μεν ήσαν τα πλοία των Ιώνων.
9. Των δε βαρβάρων τα πλοία ήσαν εξακόσια. Όταν δε έφθασαν και αυτά απέναντι της Μιλήτου, ήλθε δε και όλος ο πεζός στρατός των, τότε οι στρατηγοί των Περσών, μαθόντες τον αριθμόν των ιωνικών πλοίων εφοβήθησαν μήπως δεν δυνηθώσι να νικήσωσι, και τοιουτοτρόπως ου μόνον την Μίλητον δεν θα λάβωσιν, ως μη όντες κύριοι της θαλάσσης, αλλά και την οργήν του Δαρείου θα επισύρωσι. Ταύτα σκεπτόμενοι, συνεκάλεσαν τους τυράννους των ιωνικών πόλεων όσοι, στερηθέντες των ηγεμονιών των υπό του Αρισταγόρου του Μιλησίου, κατέφυγον εις τους Μήδους, και ευρίσκοντο τότε εις το προ της Μιλήτου στρατόπεδον. Τους παρόντας λοιπόν των ανδρών τούτων συγκαλέσαντες, έλεγον προς αυτούς τα εξής· «Ω Ίωνες, τώρα έκαστος υμών ας φανή ότι υπηρετεί τον οίκον του βασιλέως· ας προσπαθήση έκαστος υμών να αποσπάση τους συμπολίτας του από τους λοιπούς συμμάχους. Είπατε εις αυτούς δι' απεσταλμένων ότι δεν θα πάθωσι τίποτε διά την αποστασίαν των· ότι δεν θα καύσωμεν ούτε τα ιερά των ούτε τας οικίας των, και ότι δεν θα τους μεταχειρισθώμεν αυστηρότερον ή πρότερον. Εάν όμως δεν πράξωσι ταύτα, εάν επιμείνωσιν αμετατρέπτως να λάβωσι μέρος εις τον πόλεμον, απειλήσατε αυτούς τι θα πάθωσιν εάν νικηθώσιν· αυτούς μεν θα εξανδραποδίσωμεν, τους δε παίδας των θα ευνουχίσωμεν, τας δε θυγατέρας των θα μεταφέρωμεν εις τα Βάκτρα, και θα δώσωμεν εις άλλους την χώραν των.»
10. Οι μεν στρατηγοί των Περσών ταύτα έλεγον· οι δε τύραννοι των Ιώνων έπεμπον διά νυκτός απεσταλμένους, έκαστος προς τους συμπολίτας του, και έδιδον τας αγγελίας ταύτας. Οι Ίωνες όμως, εις όσους έφθασαν αι αγγελίαι, τας ήκουον με περιφρόνησιν και δεν εδέχοντο την προδοσίαν· έκαστη δε πόλις ενόμιζεν ότι εις αυτήν μόνην οι Πέρσαι εμήνυον ταύτα. Συνέβησαν λοιπόν ταύτα ευθύς ως έφθασαν οι Πέρσαι εις την Μίλητον.
11. Μετά την συνάθροισίν των δε εις την Λάδην οι Ίωνες συνεσκέφθησαν. Εκεί πολλοί άλλοι ωμίλησαν, και προς τούτοις ο στρατηγός των Φωκαέων Διονύσιος, λέγων τα εξής· «Τα πράγματά μας, ω άνδρες της Ιωνίας, ίστανται επί ξυρού ακμής, ή να ελευθερωθώμεν, ή να μείνωμεν δούλοι, και δούλοι δραπέται. Τώρα λοιπόν εάν θελήσετε να υποφέρετε ταλαιπωρίας, θα κουρασθήτε μεν προς καιρόν, θα γίνετε όμως ικανοί να νικήσετε τους εχθρούς σας και να ελευθερωθήτε· εάν δε εξ εναντίας δείξετε μαλθακότητα και αταξίαν, ουδεμίαν ελπίδα έχω να σας ίδω διαφεύγοντας την τιμωρίαν του βασιλέως διά την αποστασίαν σας. Υπακούσατε λοιπόν εις εμέ και αναθέσατέ μοι την σωτηρίαν σας· εάν οι θεοί μείνωσιν ουδέτεροι, σας υπόσχομαι ότι οι πολέμιοι θα αποφύγωσι την μάχην, εάν δε συμπλακώσι, να νικηθώσιν ολοσχερώς.»
12. Ακούσαντες ταύτα οι Ίωνες αφιέρωσαν εαυτούς εις τον Διονύσιον. Αυτός δε εξάγων καθ' ημέραν τον στόλον εις το πέλαγος εν είδει ημικυκλίου, διά να συνειθίζωσιν οι κωπηλάται να κάμνωσι διέκπλους μεταξύ των και να ασκώνται οι πολεμισταί, εκράτει κατά το επίλοιπον της ημέρας τα πλοία ηγκυροβολημένα και εκούραζε τοιουτοτρόπως τους Ίωνας δι' όλης της ημέρας. Και επί επτά μεν ημέρας υπήκουον οι Ίωνες και εξετέλουν όσα τους επρόσταζε· την ογδόην όμως ημέραν, ασυνείθιστοι όντες εις τοιούτους κόπους και βασανιζόμενοι από τας ταλαιπωρίας και τον ήλιον, είπον μεταξύ των· «Εις ποίον θεόν ημαρτήσαμεν και υποφέρομεν αυτά τα δεινά; βεβαίως παρεφρονήσαμεν και εχάσαμεν το λογικόν μας αφιερωθέντες και υπακούοντες εις ένα αλαζόνα Φωκαέα όστις έφερε τρία πλοία και όστις παραλαβών ημάς εις την εξουσίαν του, καταταλαιπωρεί όλους με αφορήτους κόπους. Πολλοί εξ ημών έπεσαν ασθενείς, πολλοί άλλοι είναι έτοιμοι να πάθωσι το ίδιον. Αντί τούτων των κακών, δεν είναι προτιμότερον να πάθωμεν παν άλλο, και αυτήν την δουλείαν ήτις μας περιμένει; διότι οιαδήποτε και αν ήναι αύτη, πάντοτε θα ήναι ολιγώτερον βαρεία της παρούσης. Θάρρος λοιπόν και μη υπακούωμεν πλέον εις αυτόν.» Ταύτα είπον και εις το εξής ουδείς πλέον ήθελε να υπακούη, αλλ' ως οι πεζοί στρατοί έστησαν σκηνάς εις την νήσον, έμενον υπό σκιάν και δεν ήθελαν ούτε εις τα πλοία, να εισέλθωσιν ούτε να επαναλάβωσι τα γυμνάσια.
13. Οι δε στρατηγοί της Σάμου μαθόντες τι έπραττον οι Ίωνες, συνεννοήθησαν μετά του υιού του Συλοσώντος Αιάκους όστις προηγουμένως τοις είχε πέμψει προτάσεις υπαγορευθείσας υπό των Περσών, παροτρύνων αυτούς να εγκαταλίπωσι την ιωνικήν συμμαχίαν. Βλέποντες λοιπόν την επικρατούσαν αταξίαν και σκεπτόμενοι ενταυτώ ότι ήτο αδύνατον να υπερνικήσωσι την δύναμιν του βασιλέως, εδέχθησαν τας προσφοράς του Αιάκους, πεπεισμένοι άλλως τε ότι και αν ο παρών στόλος των νικήση τον του Δαρείου, δεν θα εβράδυνε να έλθη εναντίον των άλλος πενταπλάσιος. Επομένως, άμα είδον τους Ίωνας αποποιουμένους να φανώσιν ανδρείοι, επροφασίσθησαν την ανάγκην ότι έπρεπε να σώσωσιν εκ του κινδύνου τα ιερά και τας κατοικίας των. Ο Αιάκης δε εκείνος του οποίου εδέχθησαν τας προτάσεις ήτο υιός του Συλοσώντος, υιού του Αιάκους· τύραννος δε ων της Σάμου, είχε καθαιρεθή υπό του Μιλησίου Αρισταγόρου, ως και οι άλλοι τύραννοι της Ιωνίας.
14. Τότε λοιπόν, επειδή έπλευσαν εναντίον των οι Φοίνικες, αντεπεξήλθον και οι Ίωνες και παρέταξαν τα πλοία των εν σχήματι ημισελήνου. Ότε όμως επλησίασαν αλλήλους και συνεπλάκησαν, δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος ποίοι εκ των Ιώνων εφάνησαν γενναίοι και ποίοι άνανδροι εις αυτήν την ναυμαχίαν, διότι αιτιώνται αλλήλους. Λέγεται όμως ότι τότε οι Σάμιοι κατά τα συμπεφωνημένα προς τον Αιάκη, αναπετάσαντες τα ιστία και εγκαταλιπόντες την τάξιν των, έπλευσαν εις την Σάμον, πλην ένδεκα πλοίων των οποίων οι τριήραρχοι έμειναν εις την τάξιν των και εναυμάχησαν μη υπακούσαντες εις τους στρατηγούς. Τούτου ένεκα το κοινόν των Σαμίων διέταξε να χαραχθώσι τα ονόματα αυτών και των πατέρων των εις στήλην προς ένδειξιν ότι εφέρθησαν ως άνδρες γενναίοι· σώζεται δε η στήλη αύτη εις την αγοράν. Ιδόντες δε οι Λέσβιοι τους πλησίον των ότι έφευγον, έπραξαν το αυτό και οι πλείστοι των Ιώνων τους εμιμήθησαν.
15. Εκ των παραμεινάντων εις την ναυμαχίαν οι μάλλον βλαβέντες ήσαν οι Χίοι, οίτινες όμως ηνδραγάθησαν και ουδεμίαν έδειξαν αδυναμίαν. Αυτοί, ως ερρέθη ανωτέρω, παρέσχον εκατόν πλοία εις έκαστον των οποίων ήσαν τεσσαράκοντα άνδρες εκλεκτοί μεταξύ των πολιτών. Όταν είδον ότι οι πλειότεροι των συμμάχων επρόδιδον, απεφάσισαν να μη φανώσιν όμοιοι με τους ανάνδρους εκείνους· μείναντες μόνοι μετ' ολίγων συμμάχων διέσχισαν την εχθρικήν γραμμήν και εναυμάχησαν καταστρέψαντες πολλά πλοία, μέχρις ου απώλεσαν όλα σχεδόν τα ιδικά των. Οι επιζήσαντες, με όσα πλοία τοις έμειναν, έφυγον εις την Χίον.
16. Τινές όμως, των οποίων τα πλοία είχον υποστή πολλά τραύματα, αυτοί διωκόμενοι κατέφυγον εις την Μυκάλην· και τα μεν πλοία ρίψαντες εις την ξηράν τα άφησαν εκεί, αυτοί δε επορεύθησαν πεζοί δια της ηπείρου. Όταν δε εισήλθον εις την γην της Εφέσου και έφθασαν προ της πόλεως, είχε νυχτώσει και αι γυναίκες του τόπου εώρταζον τα θεσμοφόρια. Οι Εφέσιοι οίτινες προηγουμένως δεν είχον ακούσει περί της καταστροφής των Χίων, ιδόντες να εισέρχεται στρατός εις την χώραν των, τους εξέλαβον ότι ήσαν κλέπται και ότι ήρχοντο να αρπάσωσι τας γυναίκας των. Τότε ο λαός όλος έδραμεν επί τα όπλα και κατέσφαξε τους Χίους. Οι Χίοι λοιπόν ταύτα τα δυστυχήματα έπαθον.
17. Ο δε φωκαεύς Διονύσιος, αφού είδεν ότι τα πράγματα των Ιώνων κατεστράφησαν, κυριεύσας τρία πλοία των πολεμίων δεν επέστρεψε πλέον εις την Φώκαιαν, καθότι ήτο βέβαιος ότι και η πόλις αύτη ήθελεν εξανδραποδισθή ομού με την άλλην Ιωνίαν, αλλ' άνευ αναβολής έπλευσε κατ' ευθείαν προς την Φοινίκην. Έπειτα, καταβυθίσας γαυλούς τινας και λαβών πλούτη πολλά, έπλευσεν εις την Σικελίαν. Εκείθεν δε ορμώμενος ελήστευεν, ουχί τους Έλληνας, αλλά τους Καρχηδονίους και τους Τυρρηνούς.
18. Οι δε Πέρσαι, αφού ενίκησαν τους Ίωνας εις την ναυμαχίαν, επολιόρκησαν την Μίλητον διά ξηράς και διά θαλάσσης. Υποσκάπτοντες τα τείχη και μεταχειριζόμενοι διαφόρους μηχανάς, εκυρίευσαν την πόλιν κατά το έκτον έτος μετά την αποστασίαν του Αρισταγόρου, και εξηνδραπόδισαν αυτήν· ώστε επηλήθευσε ο χρησμός ο δοθείς περί της Μιλήτου.
19. Ότε οι Αργείοι μετέβησαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι το μαντείον περί της σωτηρίας της πόλεώς των, έλαβον από κοινού απόκρισιν της οποίας μέρος μεν ήρμοζεν εις αυτούς, μέρος δε κατά παρένθεσιν εις τους Μιλησίους. Και το μεν μέρος το αφορών τους Αργείους θα μνημονεύσω όταν φθάσω εις εκείνο το σημείον της ιστορίας μου· όσα δε εχρησμοδοτήθησαν εις τους Μιλησίους, οίτινες δεν ήσαν παρόντες, είναι τα εξής· Τότε βεβαίως, Μίλητε, εφευρέτρια κακών έργων, θα χρησιμεύσης ως δείπνον εις πολλούς και πηγή πλουσίων δώρων. Αι γυναίκες σου θα νίψωσι τους πόδας πολλών ανδρών με μακράς κόμας και άλλοι θα επιμεληθώσι τον εις τα Δίδυμα ναόν μου. Τότε λοιπόν αυτά τα δεινά εύρον τους Μιλησίους, ότε οι πλείστοι των ανδρών εφονεύθησαν υπό των Περσών οίτινες είχον μακράν κόμην, αι δε γυναίκες και τα παιδία εγένοντο ανδράποδα, και οι εν Διδύμοις Βραγχίδαι, ναός και χρηστήριον, εσυλήθησαν και επυρπολήθησαν. Περί δε των πραγμάτων όσα υπήρχον εις το ιερόν, πολλάκις εις άλλα μέρη της ιστορίας ανέφερα.
20. Εκείθεν δε, όσοι των Μιλησίων εζωγρήθησαν, εφέρθησαν εις τα Σούσα. Ο βασιλεύς Δαρείος, χωρίς να τους κακοποιήση, τους αποκατέστησεν εις τα παράλια της Ερυθράς θαλάσσης, εις την πόλιν Άμπην, παρά την οποίαν παραρρέων ο Τίγρης ποταμός χύνεται εις την θάλασσαν. Της δε Μιλησίας χώρας την μεν πόλιν και την πεδιάδα εκράτησαν οι Πέρσαι δι' εαυτούς, τα δε ορεινά μέρη έδωσαν εις τους Κάρας Πηδασείς.
21. Ότε έπαθον ταύτα οι Μιλήσιοι από τους Πέρσας, οι Συβαρίται, οίτινες είχον στερηθή της πόλεως των και κατώκουν την Λάον και την Σκίδρον, δεν απέδωκαν τα όμοια εις τους Μιλησίους· διότι, κατά την άλωσιν της Συβάριος υπό των Κροτωνιατών όλοι οι έφηβοι Μιλήσιοι έκοψαν τας κόμας των και έφερον μέγα πένθος. Αι πόλεις αύται, πλειότερον των άλλων τας οποίας γνωρίζομεν, είχον μεταξύ των φιλίαν μεγάλην. Οι Αθηναίοι όμως δεν εφέρθησαν ως οι Συβαρίται, διότι μεταξύ των άλλων τεκμηρίων της λύπης των, ότε ο ποιητής Φρύνιχος συνέθεσε δράμα «την άλωσιν της Μιλήτου» και εδίδαξεν αυτό από σκηνής, το θέατρον ανελύθη εις δάκρυα και οι Αθηναίοι τον κατεδίκασαν εις πρόστιμον χιλίων δραχμών ως αναμνήσαντα οικιακά δυστυχήματα, και διά ψηφίσματος απηγόρευσαν την αναπαράστασιν του δράματος.
22. Η Μίλητος λοιπόν ηρημώθη Μιλησίων. Εκ των Σαμίων δε οι έχοντες περιουσίαν τινά ουδόλως ευχαριστήθησαν δι' εκείνο το οποίον οι στρατηγοί των έπραξαν υπέρ των Μήδων. Όθεν συγκροτήσαντες συμβούλιον αμέσως μετά την ναυμαχίαν, απεφάσισαν, πριν έλθη εις τον τόπον των ο τύραννος Αιάκης, να μεταναστεύσωσι και να μη γίνωσι δούλοι του Αιάκους και των Μήδων μένοντες εις την Σάμον. Κατ' εκείνον τον χρόνον οι Ζαγκλαίοι της Σικελίας είχον προσκαλέσει δι' απεσταλμένων τους Ίωνας να έλθωσιν εις την Καλήν ακτήν, επιθυμούντες να υπάρχη εκεί αποικία Ιώνων. Αύτη δε η Καλή ακτή, ως την ονομάζουσιν, αποτελεί μέρος της Σικελίας και κείται προς το μέρος της νήσου το τετραμμένον προς την Τυρρηνίαν. Μόνοι λοιπόν εκ των Ιώνων οι Σάμιοι εδέχθησαν την πρόσκλησιν, και μετ' αυτών όσοι των Μιλησίων διέφυγον. Συνέβη όμως, τότε το εξής.
23. Οι Σάμιοι, πλέοντες προς την Σικελίαν, έφθασαν εις τους Λοκρούς τους Επιζεφυρίους, ενώ αυτοί οι Ζαγκλαίοι και ο βασιλεύς των όστις ωνομάζετο Σκύθης επολιόρκουν πόλιν τινά των Σικελών, θέλοντες να κυριεύσωσιν αυτήν. Ο τύραννος του Ρηγίου Αναξίλαος, όστις διεφέρετο με τους Ζαγκλαίους, μαθών την άφιξιν των Σαμίων, ήλθεν εις ομιλίαν με αυτούς και τους έπεισε να παραιτήσωσι την Καλήν ακτήν διά την οποίαν ήλθον και να κυριεύσωσι την Ζάγκλην, έρημον ούσαν ανδρών. Τότε οι Ζαγκλαίοι, μαθόντες ότι εκυριεύθη η πόλις των, έδραμον αμέσως επικαλούμενοι εις βοήθειάν των τον τύραννον της Γέλης Ιπποκράτην, όστις ήτο σύμμαχός τους. Ότε όμως ήλθεν ο Ιπποκράτης μετά στρατού προς βοήθειάν των, συνέλαβε τον μονάρχην των Ζαγκλαίων Σκύθην όστις είχε χάσει την πόλιν του, και δέσας με πέδας αυτόν και τον αδελφόν του Πυθογένη, τους έπεμψεν εις την πόλιν Ίνυκον· τους δε λοιπούς Ζαγκλαίους, συνεννοηθείς με τους Σαμίους και συνδεθείς μετ' αυτών δι' όρκων, τους παρέδωκεν εις αυτούς. Ως μισθόν δε της προδοσίας του οι Σάμιοι τω παρεχώρησαν το ήμισυ των επίπλων και των αδραπόδων όσα ήσαν εις την πόλιν και όλα όσα ήσαν εις τους αγρούς. Όθεν έδεσε τους περισσοτέρους των Ζαγκλαίων και τους είχεν ως ανδράποδα, τριακοσίους δε τους επιφανεστέρους, έδωσεν εις τους Σαμίους διά να τους σφάξωσιν. Αλλ' οι Σάμιοι δεν έπραξαν τούτο. 24. Ο δε μονάρχης των Ζαγκλαίων Σκύθης έφυγεν εκ της Ινύκου και ήλθεν εις την Ιμέραν· εκείθεν δε μετέβη εις την Ασίαν και ανέβη προς τον βασιλέα Δαρείον, όστις τον εκήρυξεν ότι ήτο ο δικαιότερος άνθρωπος από όλους όσοι εκ της Ελλάδος ήλθον πλησίον του, καθότι λαβών άδειαν από τον βασιλέα επέστρεψεν εις την Σικελίαν και εκ της Σικελίας ήλθε πάλιν οπίσω εις τον βασιλέα. Έμεινε δε εκεί μέχρις ου απέθανεν υπό γήρατος, ευτυχέστατος ων.
25. Τοιουτοτρόπως οι Σάμιοι, διαφυγόντες τους Μήδους, εκτήσαντο ακόπως καλλίστην πόλιν την Ζάγκλην. Αφ' ετέρου οι Φοίνικες, μετά την ναυμαχίαν της Μιλήτου, διαταχθέντες από τους Πέρσας, κατεβίβασαν εις την Σάμον τον Αιάκη του Συλοσώντος, καθότι πολύ τους ωφέλησε και κατώρθωσε μεγάλα πράγματα· εξ όλων δε των αποστατησάντων από τον Δαρείον, μόνον των Σαμίων ούτε η πόλις ούτε τα ιερά ενεπρήσθησαν διά την λιποταξίαν των πλοίων ήτις εγένετο κατά την στιγμήν της ναυμαχίας. Κυριευθείσης δε της Μιλήτου, αμέσως οι Πέρσαι κατέλαβον την Καρίαν, της οποίας αι πόλεις, άλλαι μεν υπετάγησαν εκουσίως, άλλαι δε διά της βίας. Ταύτα λοιπόν συνέβησαν εις αυτάς τας χώρας.
26. Εις δε τον Ιστιαίον τον Μιλήσιον, ευρισκόμενον περί το Βυζάντιον και συλλαμβάνοντα τας εκ του Πόντου εκπλεούσας ολκάδας των Ιώνων, ηγγέλθησαν τα διατρέξαντα εις την Μίλητον. Τότε ούτος ανέθεσε την φροντίδα των εν τω Ελλησπόντω πραγμάτων εις την Βισάλτην, υιόν του Απολλοφάνους, πολίτην της Αβίδου, και λαβών μεθ' εαυτού τους Λεσβίους έπλευσεν εις την Χίον, όπου επολέμησεν εις τόπον τινά της νήσου, καλούμενον Κοίλα, του οποίου η φρουρά δεν τον άφινε να πλησιάση. Εξ αυτών εφόνευσε πολλούς, και έπειτα ορμώμενος εκ της Πολίχνης με τους Λεσβίους, ενίκησε και τους λοιπούς Χίους, οίτινες είχον κακοπάθει εκ της ναυμαχίας.
27. Όταν πρόκηται μεγάλαι συμφοραί να επισκήψωσιν εις πόλιν τινά ή έθνος, συμβαίνουσι συνήθως σημεία τινα προαναγγέλλοντα τούτο. Τωόντι, προ των καταστροφών τούτων, μεγάλα σημεία εφάνησαν εις την Χίον. Πρώτον, εκ του χορού των εκατόν νέων, τους οποίους έπεμψαν εις τους Δελφούς, δύο μόνον επέστρεψαν, τους δε άλλους εννενήκοντα οκτώ ήρπασεν ο λοιμός· δεύτερον, κατά τον αυτόν χρόνον, ολίγον προ της ναυμαχίας, έπεσεν η στέγη οικίας επί παιδίων διδασκομένων γράμματα, και εξ εκατόν είκοσι τα οποία ήσαν, έν μόνον εσώθη. Ταύτα τα σημεία τοις προέδειξεν ο θεός, και ολίγον μετά ταύτα συνέβη η ναυμαχία και κατέβαλε την πόλιν. Προς επίμετρον της δυστυχίας ήλθεν ο Ιστιαίος με τους Λεσβίους, και ευρών τους Χίους ήδη δεδαμασμένους, κατέστρεψεν αυτούς, ευκόλως.
28. Εντεύθεν ο Ιστιαίος εστράτευσε κατά της Βάσου, έχων πολλούς Ίωνας και Αιολείς. Ενώ δε επολιόρκει την Θάσον, τω ήλθεν είδησις ότι οι Φοίνικες απέπλευσαν εκ της Μιλήτου διά να επιτεθώσι κατά της άλλης Ιωνίας. Μαθών τούτο, την μεν Θάσον αφήκεν απόρθητον, αυτός δε έσπευσε μεθ' όλου του στρατού εις την Λέσβον. Εκ της Λέσβου δε, επειδή ο στρατός υπέφερεν ένεκεν ελλείψεως τροφών, διέβη αντικρύ διά να θερίση τον σίτον του Αταρνέως και της πεδιάδος του Καΐκου ανηκούσης εις τους Μυσούς. Εις ταύτα τα μέρη έτυχε να ευρίσκεται ο Άρπαγος, ανήρ Πέρσης, στρατηγός όχι ολίγου στρατού, όστις άμα ο Ιστιαίος απέβη εις την ξηράν, επιτεθείς κατ' αυτού τον εζώγρησε και κατέστρεψεν όλον σχεδόν τον στρατόν του.
29. Εζωγρήθη δε ο Ιστιαίος τοιουτοτρόπως· όταν επολέμουν οι Έλληνες με τους Πέρσας εις την Μαλήνην της Αταρνίτιδος χώρας, κατ' αρχάς μεν εμάχοντο ισορρόπως, ύστερον όμως επήλθε κατ' αυτών το ιππικόν και έκλινε την νίκην προς το μέρος των Περσών. Αφού δε ετράπησαν οι Έλληνες εις φυγήν, τότε ο Ιστιαίος ελπίζων ότι ο βασιλεύς δεν ήθελε τον θανατώσει διά το αμάρτημά του εκείνο, έδειξε μεγάλην φιλοζωίαν· επειδή φεύγοντα επρόφθασεν αυτόν στρατιώτης Πέρσης και ήθελε να τον πληγώση, ομιλήσας περσιστί εφανέρωσεν εαυτόν ότι ήτο Ιστιαίος ο Μιλήσιος.
30. Εάν άμα εζωγρήθη, εφέρετο εις τον βασιλέα, φρονώ ότι πιθανόν να μη υπέφερε κανέν κακόν και να τον συνεχώρει ο Δαρείος. Ακριβώς όμως διά τούτο και διά να μη ισχύση πάλιν παρά τω βασιλεί, ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης και ο ζωγρήσας αυτόν Άρπαγος, άμα τον έφερον εις τας Σάρδεις τον εσταύρωσαν και έστειλαν την κεφαλήν του τεταριχευμένην προς τον βασιλέα Δαρείον εις τα Σούσα. Ο δε Δαρείος μαθών τα γενόμενα και μεμφθείς τους πράξαντας, διότι δεν τον αναβίβασαν να τον παρουσιάσωσι ζώντα προς αυτόν, διέταξε να πλύνωσι την κεφαλήν του Ιστιαίου, να την περιτυλίξωσι με πανιά και να την θάψωσιν ευπρεπώς, ως ανδρός μεγάλας εκδουλεύσεις παρασχόντος εις αυτόν και εις τους Πέρσας. Ταύτα τα συμβάντα του Ιστιαίου.
31. Ο δε ναυτικός στρατός των Περσών διαχειμάσας περί την Μίλητον, εκυρίευσεν ευκόλως κατά το δεύτερον έτος του πλοός του τας προς την ήπειρον κειμένας νήσους, Χίον, Λέσβον, Τένεδον. Άμα οι βάρβαροι εγίνοντο κύριοι τινός εκ τούτων των νήσων, εσαγήνευον τους κατοίκους· σαγηνεύουσι δε κατά τον εξής τρόπον· κρατούμενοι εκ των χειρών και αποτελούντες γραμμήν απ' άρκτου προς μεσημβρίαν, αρχίζουσιν από το παράριον και διέρχονται όλην την νήσον θηρεύοντες τους ανθρώπους. Εκυρίευσαν επίσης και τας εις την ήπειρον ιωνικάς πόλεις, αλλά δεν εσαγήνευσαν τους ανθρώπους, καθότι δεν ήτο δυνατόν.
32. Τότε οι στρατηγοί των Περσών εφάνησαν πιστοί εις τας απειλάς τας οποίας έκαμον προς τους απέναντι αυτών εστρατοπεδευμένους Ίωνας· καθότι, άμα υπέταξαν τας πόλεις, εκλέξαντες τους ευειδεστάτους παίδας απέκοψαν τα αιδοία των και κατέστησαν αυτούς ευνούχους· έπειτα δε έπεμψαν εις τον βασιλέα τας μάλλον ωραίας παρθένους. Αυτά έπραττον εις τους ανθρώπους, και συγχρόνως έκαιαν τας πόλεις και τα ιερά. Τοιουτοτρόπως δε το τρίτον εδουλώθησαν οι Ίωνες· πρώτον μεν υπό των Λυδών, δις δε κατά συνέχειαν υπό των Περσών.
33. Αναχωρήσας από την Ιωνίαν ο ναυτικός στρατός υπέταξε την αριστεράν όχθην του Ελλησπόντου, διότι όλη η δεξιά όχθη είχεν υποταγή προλαβόντως εις τους Πέρσας ως και η άλλη ήπειρος. Επαρχίαι δε του Ελλησπόντου εις την Ευρώπην, τας οποίας εκυρίευσαν, είναι αι εξής· η Χερσόνησος, εις την οποίαν είναι πολλαί πόλεις, η Πέρινθος, τα φρούρια της Θράκης, η Σηλυβρία και το Βυζάντιον. Οι Βυζάντιοι όμως και οι αντιπέραν Χαλκηδόνιοι δεν περιέμεινον τους επερχομένους Φοίνικας, αλλ' εγκατέλιπον τας χώρας των και έφυγον εις τα ενδότερα του Ευξείνου πόντου όπου έκτισαν την πόλιν Μεσαμβρίαν. Οι δε Φοίνικες, αφού κατέκαυσαν ταύτας τας ρηθείσας χώρας, ετράπησαν κατά της Βροκοννήσου και της Αρτάκης, και αφού παρέδωκαν εις το πυρ και ταύτας επανήλθον εις την Χερσόνησον διά να καταστρέψωσι τας επιλοίπους πόλεις όσας δεν είχον διαρπάσει κατά την πρώτην εισβολήν των. Εις την Κύζικον δεν έπλευσαν παντελώς, καθότι οι Κυζικηνοί, προ της αφίξεως των Φοινίκων, υπετάγησαν εις τον βασιλέα συνθηκολογήσαντες με τον Οίβαριν του Μεγαβάζου, ύπαρχον του Δασκυλείου. Πλην δε της Καρδίας, υπέταξαν οι Φοίνικες όλας τας άλλας πόλεις της Χερσονήσου.
34. Ετυράννευε δε των πόλεων τούτων μέχρι τότε ο Μιλτιάδης, υιός του Κίμωνος, υιού του Στησαγόρου· την ηγεμονίαν δε ταύτην εκτήσατο πρότερον ο Μιλτιάδης του Κυψέλου κατά τον εξής τρόπον. Οι Δόλογκοι της Θράκης είχον την Χερσόνησον ταύτην. Ούτοι λοιπόν οι Δόλογκοι, πιεσθέντες υπό των πολεμούντων αυτούς Αψινθίων, έπεμψαν τους βασιλείς των εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι το μαντείον περί του πολέμου. Η δε Πυθία τοις είπε να φέρωσιν εις τον τόπον των οικιστήν εκείνον όστις, απερχομένους από το ιερόν, πρώτος καλέση αυτούς διά να τους φιλοξενήση. Επειδή όμως οι Δόλογκοι πορευόμενοι την ιεράν οδόν διά της Φωκίδος και της Βοιωτίας ουδένα εύρον διά να τους προσκαλέση, ήλλαξαν πορείαν και ετράπησαν προς τας Αθήνας.
35. Τότε εις τας Αθήνας ήτο πανίσχυρος ο Πεισίστρατος, είχεν όμως καί τινα ισχύν ο Μιλτιάδης του Κυψέλου, καθό ανήκων εις οικογένειαν τεθριπποφόρον και καταγόμενος ανέκαθεν από του Αιακού και της Αιγίνης, μετά δε ταύτα γενόμενος Αθηναίος αφότου ο του Αίαντος υιός Φιλαίος, πρώτος εκ της οικογενείας ταύτης, επολιτογραφήθη εις τας Αθήνας. Ο Μιλτιάδης ούτος, καθήμενος εις τα πρόθυρα της οικίας του και ιδών διαβαίνοντας τους Δολόγκους με ενδύματα και ακόντια ξενικά, τους εκάλεσε πλησίον του, και προσελθόντας τους παρεκάλεσε να εισέλθωσι και δεχθώσι την φιλοξενίαν. Οι Δόλογκοι, δεχθέντες και ξενισθέντες υπ' αυτού, τω ανεκοίνωσαν όλον τον χρησμόν, και αφού διηγήθηκαν το πράγμα, παρεκάλεσαν τον Μιλτιάδην να υπακούση εις τον θεόν. Ακούσας ταύτα ο Μιλτιάδης επείσθη αμέσως, καθότι ήτο δυσηρεστημένος κατά της αρχής του Πεισιστράτου και εζήτει να φύγη από τας Αθήνας. Αμέσως λοιπόν έπεμψεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το μαντείον αν έπρεπε να πράξη όσα εζήτουν παρ' αυτού οι Δόλογκοι.
36. Επειδή δε τον παρακίνει και η Πυθία εις τούτο, τότε ο Μιλτιάδης του Κυψέλου, όστις προ του συμβεβικότος τούτου είχε νικήσει εις τους Ολυμπιακούς αγώνας με τέθριππον, έλαβε μεθ' εαυτού όλους τους Αθηναίους όσοι ήθελον να μεθέξωσι της αποδημίας ταύτης, και αποπλεύσας μετά των Δολόγκων κατέλαβε την χώραν των εις την οποίαν τον κατέστησαν τύραννον οι προσκαλέσαντες αυτόν Δόλογκοι. Η πρώτη αυτού φροντίς υπήρξε να κλείση διά τείχους τον ισθμόν της Χερσονήσου, από της Καρδίας μέχρι της Πακτύης, διά να μη δύνανται οι Αψίνθιοι να τους βλάπτωσι διά των εισβολών των. Ο ισθμός ούτος έχει πλάτος τριακονταέξ σταδίων· από δε του ισθμού όλη η έσω Χερσόνησος έχει μήκος τετρακοσίων είκοσι σταδίων.
37. Τοιχίσας λοιπόν ο Μιλτιάδης τον αυχένα της Χερσονήσου και εμποδίσας τοιουτοτρόπως τους Αψινθίους, επολέμησε πρώτους των άλλων τους Λαμψακηνούς. Οι Λαμψακηνοί ενεδρεύσαντες τον εζώγρησαν· επειδή όμως ο Μιλτιάδης ήτο αγαπητός εις τον Κροίσον τον Λυδόν, μαθών ούτος το πάθημά του, έπεμψε και εκήρυξεν εις τους Λαμψακηνούς να αφήσωσι τον Μιλτιάδην, άλλως ήθελε τους εξολοθρεύσει ως πίτυν. Συσκεπτομένων δε των Λαμψακηνών τι άρα γε εσήμαινεν η απειλή εκείνη ότι ο Κροίσος ήθελε τους εξολοθρεύσει ως πίτυν, μόλις ύστερον είς των γεροντοτέρων ενόησε και τοις εξήγησε το πράγμα ειπών ότι εξ όλων των δένδρων μόνη η πίτυς αφού κοπή δεν αναδίδει πλέον ουδένα βλαστόν αλλά καταστρέφεται ριζηδόν. Φοβηθέντες λοιπόν οι Λαμψακηνοί τον Κροίσον, ηλευθέρωσαν τον Μιλτιάδην και τον απέπεμψαν.
38. Χάριν λοιπόν του Κροίσου ο Μιλτιάδης εσώθη, βραδύτερον όμως απέθανεν άπαις, μεταβιβάσας την αρχήν και τους θησαυρούς του εις τον Στησαγόραν υιόν του ομομητρίου αδελφού του Κίμωνος. Αφού δε απέθανε, θύουσιν εις αυτόν οι Χερσονησίται κατά το έθος ως εις οικιστήν και συγκροτούσιν αγώνα ιππικόν και γυμνικόν, εις τον οποίον ουδείς Λαμψακηνός γίνεται δεκτός να αγωνισθή. Εξακολουθούντος δε του πολέμου προς τους Λαμψακηνούς, συνέβη να αποθάνη και ο Στησαγόρας άπαις πληγείς εις την κεφαλήν διά πελέκεως εν τω πρυτανείω υπό τινος ανθρώπου λόγω μεν αυτομόλου, πράγματι δε πολεμίου και παρατόλμου.
39. Ούτως ετελεύτησε και ο Στησαγόρας· τότε δε οι Πεισιστρατίδαι έπεμψαν μετά τριήρους εις την Χερσόνησον τον Μιλτιάδην του Κίμωνος, αδελφόν του αποθανόντος Στησαγόρου, διά να προφθάσει και καταλάβη την αρχήν. Οι Πεισιστρατίδαι ούτοι και εις τας Αθήνας όντα επεριποιούντο, ως να μη ήσαν ένοχοι διά τον θάνατον του πατρός του Κίμωνος όστις συνέβη ως θα διηγηθώ εις άλλο μέρος της ιστορίας. Ελθών ο Μιλτιάδης εις την Χερσόνησον έμενεν εις την οικίαν του, επί προφάσει ότι επένθει διά τον θάνατον του αδελφού του Στησαγόρου· μαθόντες δε τούτο οι Χερσονησίται, συνηθροίσθησαν οι έγκριτοι όλων των πόλεων και μετέβησαν όλοι ομού διά να τον συλλυπηθώσιν, αλλ' ο Μιλτιάδης τους συνέλαβε και τους έρριψεν εις τα δεσμά. Ακολούθως ο Μιλτιάδης εγένετο κύριος της Χερσονήσου, συνετήρει πεντακοσίους επικούρους και έλαβε γυναίκα την Αγησιπύλην, θυγατέρα του βασιλέως των Θρακών Ολόρου.
40. Ούτος ο Μιλτιάδης του Κίμωνος, ο νεωστί καταλαβών την Χερσόνησον, περιήλθεν αλληλοδιαδόχως εις πολλάς δυσχερείας, τας μεν δεινοτέρας των δε· κατά το τρίτον έτος μετά την έλευσίν του ηναγκάσθη να φύγη από την Χερσόνησον διά τους Σκύθας, οίτινες ερεθισθέντες υπό του βασιλέως Δαρείου είχον συνενωθή και επροχώρησαν μέχρι της Χερσονήσου ταύτης. Ο Μιλτιάδης μη περιμείνας αυτούς επερχομένους, έφυγεν από την Χερσόνησον μέχρις ου ανεχώρησαν οι Σκύθαι και τον επανέφερον οι Δόλογκοι. Ταύτα δε συνέβησαν τρία έτη προ τον σημείου εις ό ευρίσκεται η ιστορία ημών.
41. Μαθών ο Μιλτιάδης ότι οι Φοίνικες ήσαν εις την Τένεδον, έθεσεν εις πέντε τριήρεις όλα τα πράγματα όσα είχε και απέπλευσε διά τας Αθήνας. Εξελθών της Καρδίας, έπλεε διά του Μέλανος κόλπου· ότε όμως έκαμψε την Χερσόνησον, οι Φοίνικες επέπεσον κατ' αυτού με τα πλοία των. Και αυτός μεν με τέσσαρα εκ των πλοίων του προφθάνει και καταφεύγει εις την Ίμβρον, οι δε Φοίνικες καταδιώκουσι το πέμπτον και το συλλαμβάνουσι. Συνέπεσε δε να ήναι αρχηγός του πλοίου τούτου ο πρεσβύτερος των υιών του Μιλτιάδου Μητίοχος, γεννηθείς ουχί εκ της θυγατρός του Θρακός Ολόρου, αλλ' εξ άλλης. Αυτόν δε μετά του πλοίου συνέλαβον οι Φοίνικες, και μαθόντες ότι ήτο υιός του Μιλτιάδου, τον ανεβίβασαν εις τον βασιλέα, ελπίζοντες ότι θα τύχωσι μεγάλης αμοιβής, καθότι μόνος ο πατήρ του είχε συμβουλεύσει τους Ίωνας να λύσωσι την γέφυραν και να επιστρέψωσιν εις τας κατοικίας των, πειθόμενοι εις τους Σκύθας ζητούντας τούτο. Αλλ' όταν οι Φοίνικες παρέδωκαν εις τον Δαρείον τον υιόν του Μιλτιάδου Μητίοχον, ο βασιλεύς ου μόνον δεν τον εκακοποίησεν αλλ' εξ εναντίας τω έκαμε πολλά καλά, καθότι τω έδωκεν οίκον, κτήματα και γυναίκα Περσίδα εκ της οποίας εγέννησε τέκνα καταταχθέντα εις τους Πέρσας. Ο δε Μιλτιάδης εκ της Ίμβρου ήλθεν εις τας Αθήνας.
42. Και κατά το έτος τούτο τίποτε περισσοτέρον δεν έγινεν εκ μέρους των Περσών εχθρικόν προς τους Ίωνας, εξ εναντίας μάλιστα συνέβησαν τα εξής άτινα πολύ ωφέλησαν τους Ίωνας. Ο ύπαρχος των Σάρδεων Αρταφέρνης, μηνύσας να έλθωσιν απεσταλμένοι εκ των πόλεων, ηνάγκασε τους Ίωνας να κάμωσι μεταξύ των συνθήκας όπως λύωσιν εις το εξής τας διαφοράς των διά της κρίσεως και όχι να άγωσι και να φέρωσιν αλλήλους. Ταύτα τους ηνάγκασε να κάμωσι, και προς τούτοις μετρήσας τας χείρας αυτών κατά παρασάγκας (ούτως ονομάζουσιν οι Πέρσαι τα τριάκοντα στάδια) επέβαλε συμφώνως με την καταμέτρησιν ταύτην φόρους τους οποίους έκτοτε μέχρι της εποχής μου πληρόνουσιν οι ιδιοκτήται της χώρας, όπως διωρίσθησαν υπό του Αρταφέρνους· διωρίσθησαν δε σχεδόν ως ήσαν και πρότερον. Όλα ταύτα τα μέτρα ήσαν ειρηνικά.
43. Άμα δε τω έαρι, παυθέντων των άλλων στρατηγών υπό του βασιλέως, κατέβη ο Μαρδόνιος του Γωβρύου εις το παραθαλάσσιον έχων πολυάριθμον πεζικόν και πολύ ναυτικόν· ήτο νέος και νεωστί είχε νυμφευθή την θυγατέρα του Δαρείου Αρταζώστρην. Άγων δε τον στρατόν τούτον ο Μαρδόνιος και φθάσας εις την Κιλικίαν εισήλθεν εις πλοίον και εκομίζετο μετά των άλλων πλοίων, τον δε πεζόν στρατόν άλλοι ηγεμόνες ωδήγουν προς τον Ελλήσποντον. Αφού δε παραπλεύσας την ασιατικήν παραλίαν έφθασεν ο Μαρδόνιος εις την Ιωνίαν, εκεί (πράγμα παράδοξον το οποίον θα διηγηθώ δι' εκείνους τους Έλληνας οίτινες δεν παραδέχονται ότι ο Οτάνης, είς των επτά, εγνωμοδότησε να καταστήσωσι δημοκρατίαν εις την Περσίαν) καταλύσας όλους τους τυράννους των Ιώνων ανίδρυσε δημοκρατίας εις τας πόλεις. Ταύτα πράξας, έσπευσε προς τον Ελλήσποντον. Αφού δε συνήχθη πολύς αριθμός πλοίων και πολύς πεζός στρατός, διαβάντες με πλοία τον Ελλήσποντον, επορεύοντο διά της Ευρώπης· επορεύοντο δε κατά της Ερετρίας και των Αθηνών.
44. Και αύται μεν αι πόλεις ήσαν πρόσχημα της εκστρατείας· οι Πέρσαι όμως είχον κατά νουν να υποτάξωσιν όσας δυνηθώσι περισσοτέρας πόλεις της Ελλάδος. Και πρώτον μεν διά του στόλου υπέταξαν τους Θασίους οίτινες ουδέ χείρας ύψωσαν εναντίον των· αφ' ετέρου διά του στρατού της ξηράς υπεδούλωσαν τους Μακεδόνας και τους προσέθεσαν εις τους υπάρχοντας υπηκόους των, καθότι όλαι αι παραθαλάσσιαι επαρχίαι της Μακεδονίας ήσαν ήδη εις αυτούς υποτεταγμέναι. Οι δε μετά του στόλου εξελθόντες της Θάσου, παρέπλευσαν την ήπειρον, έφθασαν εις την Άκανθον και εκ της Ακάνθου ηθέλησαν να κάμψωσι τον Άθωνα· αλλ' ενώ παρέπλεον, σφοδρός και ενάντιος βορράς άνεμος επέπεσε κατ' αυτών και τους έβλαψε μεγάλως ρίψας έξω εις τον Άθωνα πολλά πλοία, καθότι λέγεται ότι πλοία μεν κατεστράφησαν τριακόσια, άνθρωποι δε υπέρ τους εικοσακισχιλίους. Επειδή δε η περί τον Άθωνα θάλασσα αύτη είναι πλήρης τεράτων, άλλοι μεν κατεβροχθίζοντο αρπαζόμενοι υπ' αυτών, άλλοι συνετρίβοντο κατά των πετρών, και άλλοι επνίγοντο μη ηξεύροντες να κολυμβώσιν· άλλοι τέλος απέθανον ένεκα του ψύχους. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός ταύτα έπαθε.
45. Τον δε Μαρδόνιον και τον πεζόν στρατόν, εστρατοπεδευμένους εις την Μακεδονίαν εκτύπησαν νύκτα τινά οι Βρύγοι Θράκες, και εφόνευσαν εξ αυτών πολλούς, επλήγωσαν δε αυτόν τον Μαρδόνιον. Πλην ούτε αυτοί απέφυγον την υποδούλωσιν των Περσών, καθότι ο Μαρδόνιος δεν ανεχώρησεν εκ των χωρών τούτων πριν ή τους υποτάξη. Αφού δε τους υπέταξεν, απήγαγε τον στρατόν οπίσω, καθότι και το πεζόν εβλάφθη πολύ από τους Βρύγους και το ναυτικόν περί τον Άθωνα. Ούτος λοιπόν ο στρατός, αδεξίως αγωνισθείς, επανέκαμψεν εις την Ασίαν.
46. Κατά το επόμενον δε έτος μετά τα συμβάντα ταύτα ο Δαρείος, επειδή οι Θάσιοι διεβλήθησαν υπό των αστυγειτόνων των ότι εμελέτων αποστασίαν, τους διέταξε διά κήρυκος να καθαιρέσωσι το τείχος των και να μεταφέρωσι τα πλοία των εις τα Άβδηρα. Είναι αληθές ότι οι Θάσιοι, πολιορκηθέντες άλλοτε υπό του Μιλησίου Ιστιαίου, επειδή είχον μεγάλας προσόδους, μετεχειρίζοντο τα χρήματά των εις το να ναυπηγώσι πλοία μακρά και να κτίζουσι περί την πόλιν ισχυρότατον τείχος. Προήρχοντο δε αι πρόσοδοι εκ της ηπείρου και εκ των μεταλλείων. Εκ των εν τη Σαπτή Ύλη μεταλλείων του χρυσού τοις ήρχοντο συνήθως ογδοήκοντα τάλαντα, εξ εκείνων δε τα οποία ήσαν εν αυτή τη Θάσω μικρότεραι μεν ποσότητες, αλλά τόσον συχναί ώστε, επειδή ήσαν απηλλαγμένοι παντός φόρου, εισέπραττον κατ' έτος εκ της ηπείρου και των μεταλλείων διακόσια τάλαντα, έτυχε δε έτος να εισπράξωσι και τριακόσια.
47. Εγώ αυτός είδον τα μεταλλεία ταύτα· εκ τούτων τα μάλλον θαυμάσια είναι εκείνα τα οποία ανεκάλυψαν οι Φοίνικες όταν μετά του Θάσου αποίκισαν την νήσον ταύτην ήτις σήμερον έχει το όνομα από του Θάσου τούτου. Τα Φοινικικά ταύτα μεταλλεία είναι εν τη Θάσω μεταξύ δύο τόπων καλουμένων Αινύρων και Κοινύρων, απέναντι της Σαμοθράκης· είναι δε όρος υψηλόν, ανεστραμμένον υπό των ανασκαφών. Ταύτα τα μεταλλεία.
48. Οι δε Θάσιοι, υπακούοντες εις την διαταγήν του βασιλέως, και το τείχος των εκρήμνισαν και τα πλοία των έφερον εις τα Άβδηρα. Έπειτα ο Δαρείος ηθέλησε να δοκιμάση τι είχον κατά νουν οι Έλληνες, να τον πολεμήσωσιν ή να παραδοθώσιν. Έπεμψε λοιπόν κήρυκας ανά την Ελλάδα όλην διατάξας αυτούς να ζητήσωσι διά τον βασιλέα γην και ύδωρ. Και τούτους μεν έπεμψεν εις την Ελλάδα, άλλους δε έπεμψεν εις τας διαφόρους υποτελείς παραθαλασσίους πόλεις, προστάξας να κατασκευάσωσι πλοία μακρά και πλοία ιππαγωγά.
49. Και ούτοι μεν ητοίμαζον ταύτα· εις δε τους ελθόντας εις την Ελλάδα κήρυκας, και ηπειρώται πολλοί έδοσαν εκείνα τα οποία επροσποιείτο ότι εζήτει ο Πέρσης, και όλοι οι νησιώται εις τους οποίους ήλθον οι κήρυκες να ζητήσωσι. Δίδουσι λοιπόν γην και ύδωρ εις τον Δαρείον όλοι οι νησιώται και μεταξύ των άλλων οι Αιγινήται. Άμα έμαθον τούτο οι Αθηναίοι εχολώθησαν καθότι ενόμιζον ότι οι Αιγινήται έδοσαν γην και ύδωρ διά να τους βλάψωσι και να στρατεύσωσιν εναντίον των μετά του Πέρσου. Όθεν προθύμως ευρόντες πρόφασιν, μετέβησαν εις την Σπάρτην και κατηγόρησαν τους Αιγινήτας ως προδίδοντας την Ελλάδα.
50. Ακούσας την κατηγορίαν ταύτην ο Κλεομένης του Αναξανδρίδου, βασιλεύς των Σπαρτιατών, διέβη εις την Αίγιναν διά να συλλάβη τους πρωταιτίους των Αιγινητών. Αλλ' ενώ επειράθη να τους συλλάβη, αντέστησαν όλοι οι πολίται και μάλιστα ο Κρίος του Πολυκρίτου όστις τω είπεν ότι θα μετανοήση εάν λάβη έστω και ένα μόνον Αιγινήτην, διότι πράττει ταύτα άνευ της συναινέσεως του κοινού των Σπαρτιατών, αλλά αγορασθείς διά χρημάτων υπό των Αθηναίων· εάν είχεν άλλως το πράγμα, θα συνώδευεν αυτόν και έτερος βασιλεύς. Έλεγε δε ταύτα ο Κρίος κατά παραγγελίαν του Δημαράτου. Διωκόμενος δε ο Κλεομένης εκ της Αιγίνης ηρώτησε τον Κρίον πώς ωνομάζετο, αυτός δε το είπε. Τότε ο Κλεομένης είπε προς αυτόν· «Καιρός είναι, ω κριέ, να χαλκώσης τα κέρατά σου, διότι έχεις να παλαίσης προς μέγα κακόν.»
51. Κατά το διάστημα τούτο ο μείνας εις την Σπάρτην Δημάρατος του Αρίστωνος, εκατηγόρησε τον Κλεομένη, ων και ούτος βασιλεύς των Σπαρτιατών αλλ' εξ οικογενείας ολίγον κατωτέρας, κατωτέρας δε ουχί κατά άλλο τι (διότι αμφότεροι έχουσι την αυτήν καταγωγήν) αλλά, διά την πρωτοτοκίαν η οικογένεια του Εύρυσθένους ετιμάτο περισσότερον.
52. Οι Λακεδαιμόνιοι, μη συμφωνούντες με κανένα ποιητήν, λέγουσιν ότι ουχί οι παίδες του Αριστοδήμου, αλλ' αυτός ο Αριστόδημος ο υιός του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, βασιλεύς ων έφερεν αυτούς εις την χωράν την οποίαν έχουσι σήμερον, και ότι ολίγον μετά ταύτα έτεκεν η γυνή του Αριστοδήμου, ήτις εκαλείτο Αργεία και ήτο θυγάτηρ του Αυτεσίωνος, υιού του Τισαμενού, υιού του Θερσάνδρου, υιού του Πολυνείκους. Έτεκεν αύτη δύο δίδυμα, και αφού ο Αριστόδημος είδε τέκνα απέθανε νοσήσας. Τότε οι Λακεδαιμόνιοι απεφάσισαν κατά τον νόμον να κάμωσι βασιλέα τον πρεσβύτερον· αλλά διετέλουν εις αμηχανίαν ποίον να εκλέξωσι, καθότι αμφότεροι ήταν οι αυτοί και κατά την μορφήν και κατά το μέγεθος· επειδή δε δεν ηδύναντο να τους διακρίνωσιν ή να τους δοκιμάσωσι προηγουμένως, ηρώτησαν την μητέρα. Η δε μήτηρ είπεν ότι και αυτή δεν ηδύνατο να τους διακρίνη, ουχί διότι τωόντι δεν ήξευρε τούτο, αλλά διότι ήθελε να γίνωσιν αμφότεροι βασιλείς. Απορούντες λοιπόν οι Λακεδαιμόνιοι, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι περί του πρακτέου· η δε Πυθία τοις είπε να λάβωσιν ως βασιλείς και τα δύο παιδία, να τιμώσι δε περισσότερον τον πρεσβύτερον. Και η μεν Πυθία ταύτα τοις είπεν, οι δε Λακεδαιμόνιοι ηπόρουν όχι ολιγώτερον περί του πώς να εξεύρωσι τον πρεσβύτερον αυτών. Τότε Μεσσήνιός τις ονόματι Πανίτης τοις έδωκε την εξής συμβουλήν· να παρατηρήσωσι ποίον εκ των δύο η μήτηρ λούει και γαλουχεί πρώτον, και εάν ίδωσιν ότι πράττει πάντοτε το ίδιον, έστωσαν βέβαιοι ότι έχουσι παν ό,τι ζητούσι και θέλουσι να εύρωσιν, εάν δε πλανάται και εκείνη γαλουχούσα εναλλάξ, τότε έστωσαν βέβαιοι ότι ούτε εκείνη ηξεύρει περισσότερόν τι, και τότε πρέπει να καταφύγωσιν εις άλλο μέσον εξευρέσεως. Οι Σπαρτιάται λοιπόν, κατά την συμβουλήν του Μεσσηνίου, παραμονεύσαντες την μητέρα εν αγνοία της είδον ότι απαρεγκλίτως πάντοτε ετίμα τον πρεσβύτερον, λούουσα και γαλουχούσα πρώτον αυτόν. Κρίνοντες λοιπόν ως πρεσβύτερον εκείνον τον οποίον ετίμα η μήτηρ, έτρεφον αυτόν δημοσίαις δαπάναις και το ωνόμασαν Ευρυσθένη, τον δε νεώτερον Προκλέα. Αφού δε ηνδρώθησαν, μολονότι ήσαν αδελφοί, πάντοτε καθ' όλον το διάστημα της ζωής των διαφέροντο προς αλλήλους, και οι απόγονοι των διετέλουν ωσαύτως.
53. Ταύτα λέγουσι μόνοι εκ των Ελλήνων οι Λακεδαιμόνιοι, τα δε εξής γράφω εγώ κατά τα λεγόμενα των άλλων Ελλήνων. Ούτοι οι βασιλείς των Δωριέων μέχρι του Περσέως υιού της Δανάης, τιθεμένου κατά μέρος του θεού, αριθμούνται ακριβώς υπό των Ελλήνων και αποδεικνύονται ότι είναι Έλληνες, καθότι τότε πλέον ήσαν ούτοι Έλληνες. Είπα δε μέχρι του Περσέως και δεν έλαβον εξ αρχής την καταγωγήν των διά τον εξής λόγον, διότι εις τον Περσέα ουδεμία υπάρχει επωνυμία πατρός θνητού (6), όπως εις τον Ηρακλέα ο Αμφιτρύων (7)· όθεν διά τούτον τον λόγον ορθώς είπον μέχρι του Περσέως. Εάν δε από της Δανάης της θυγατρός του Ακρισίου καταριθμήση τις τους προγόνους αυτών των βασιλέων, θέλει φανή ότι οι των Δωριέων ηγεμόνες ήσαν Αιγύπτιοι ιθαγενείς.
54. Τοιαύτη είναι η γενεαλογία των κατά τους Έλληνας· ως λέγουσι δε οι Πέρσαι, αυτός ο Περσεύς Ασσύριος ων εγένετο Έλλην, ουχί όμως και οι πρόγονοι αυτού. Οι δε πρόγονοι του Ακρισίου ουδεμίαν ως λέγουσιν έχουσι συγγένειαν με τον Περσέα, και συνομολογούσι μετά των Ελλήνων ότι ήσαν Αιγύπτιοι.
55. Και περί τούτων μεν αρκούσι τα λεχθέντα· αλλά διατί και διά ποίων πράξεων, όντες Αιγύπτιοι, έλαβον την βασιλείαν των Δωριέων, άλλοι το είπον (8) και εγώ δεν θα προσθέσω τίποτε· θα αναφέρω μόνον εκείνα όσα αυτοί παρέλειψαν.
56. Έδωκαν δε οι Σπαρτιάται εις τους βασιλείς των τα εξής προνόμια· δύο ιερωσύνας, την του Λακεδαιμονίου Διός και την του Ουρανίου Διός, το δικαίωμα να κηρύττωσι πόλεμον καθ' οιασδήποτε χώρας ήθελον, χωρίς ουδείς Σπαρτιάτης να δύναται να τους εμποδίση, εκείνος δε όστις ήθελε τους εμποδίση να ενάγεται ως ασεβής. Όταν εκστρατεύωσιν οι βασιλείς, αυτοί προπορεύονται και απέρχονται τελευταίοι, εκατόν δε άνδρες λογάδες του στρατού τους φυλάττουσιν. Εις τας εκστρατείας των θύουσιν όσα πρόβατα θέλουσιν, όλων δε των θυμάτων τα δέρματα και τα νώτα είναι ιδικά των. Και ταύτα μεν είναι τα εμπολέμια δικαιώματα.
57. Τα δε ειρηναία δικαιώματα είναι τα εξής. Εάν γίνεται δημοσία θυσία, πρώτοι οι βασιλείς κάθηνται εις το δείπνον και από αυτούς αρχίζει η διανομή, τα δε μερίδιά των είναι διπλάσια των άλλων δαιτυμόνων. Αυτοί πρώτοι σπένδουσι και λαμβάνουσι τα δέρματα των θυομένων ζώων. Ανά πάσαν νεομηνίαν και εβδόμην ημέραν ισταμένου μηνός δίδεται διά δημοσίας δαπάνης εις εκάτερον των βασιλέων έν ιερείον τέλειον όπως θυσιασθή εις τον Απόλλωνα και έν μέδιμνον αλεύρου και το τέταρτον μιας λακωνικής οίνου. Εις όλους τους αγώνας αυτοί έχουσι την πρωτοκαθεδρίαν. Αυτοί προσέτι έχουσι το δικαίωμα να υποδεικνύωσιν ως προξένους (9) εκείνους τους οποίους θέλουσιν εκ των αστών και να εκλέγη εκάτερος δύο Πυθίους. Πύθιοι δε είναι οι πεμπόμενοι εις τους Δελφούς διά χρησμούς και τρεφόμενοι ως οι βασιλείς από το δημόσιον. Όταν οι βασιλείς δεν έλθωσιν εις το δείπνον, στέλλουσιν εις τον οίκον των δύο χοίνικας αλεύρου και μίαν κοτύλην οίνου· διπλάσια δε τοις δίδονται όταν παρευρίσκονται. Τας αυτάς δε τιμάς έχουσι και όταν προσκαλεσθώσιν εις ιδιωτικόν δείπνον. Όταν δίδωνται χρησμοί, τους φυλάττουσιν αυτοί, τους γνωρίζουσι δε και οι Πύθιοι. Οι βασιλείς μόνοι κρίνουσι τας εξής δύο κρίσεις· να υποδεικνύωσι τον σύζυγον παρθένου κληρονόμου, εάν ο πατήρ της δεν επρόφθασε να την μνηστεύση και να κανονίζωσι τα αφορώντα εις τας δημοσίας οδούς. Ο θέλων να υιθετήση παιδίον, οφείλει να πράξη τούτο ενώπιον των βασιλέων. Παρευρίσκονται προσέτι εις τα συμβούλια των γερόντων οίτινες εισίν εικοσιοκτώ· εάν δεν έλθωσι, τότε οι πλησιέστεροι συγγενείς των εκ των γερόντων έχουσι τα προνόμια των βασιλέων, δίδοντες δύο ψήφους και τρίτην την ιδικήν των.
58. Εις τους βασιλείς λοιπόν, ενόσω ζώσι, ταύτα δίδονται εκ του κοινού των Σπαρτιατών όταν δε αποθάνωσι, πέμπονται ιππείς εις όλην την Λακωνικήν και αγγάλλουσι το γεγονός, περιερχόμεναι δε εντός των πόλεων αι γυναίκες κτυπώσι λέβητας. Εις το σημείον τούτο οφείλουσι δύο ελεύθεροι, είς ανήρ και μία γυνή, από πάσαν οικίαν, να μαυροφορήσωσιν· όσοι δε δεν πράξωσι τούτο, υπόκεινται εις μεγάλας ζημίας. Τα έθιμα των Λακεδαιμονίων εις τους θανάτους των βασιλέων είναι τα αυτά ως τα των βαρβάρων της Ασίας, διότι και οι περισσότεροι των βαρβάρων τους αυτούς νόμους μεταχειρίζονται κατά τους θανάτους των βασιλέων. Όταν αποθάνη βασιλεύς των Λακεδαιμονίων, πρέπει εξ όλης της Λακεδαίμονος, πλην των Σπαρτιατών, να στείλωσιν οι περίοικοι κατά την κηδείαν του αριθμόν τινα ανθρώπων. Αφού δε εκ τούτων και εκ των Ειλώτων και εκ των Σπαρτιατών συναχθώσι πολλαί χιλιάδες, αναμεμιγμένοι άνδρες και γυναίκες, κτυπώνται με μέγαν αγώνα και θρηνούσιν απλέτως λέγοντες πάντοτε ότι ο τελευταίος ούτος αποθανών βασιλεύς υπήρξεν ο άριστος. Όταν δε βασιλεύς τις αποθάνη εις τον πόλεμον, στολίσαντες το είδωλόν του εκθέτουτιν αυτό επί κλίνης καλώς εστρωμένης· και αφού το θάψωσι, διακόπτουσιν επί δέκα ημέρας τας συνεδριάσεις της αγοράς και των δικαστηρίων, και καθ' όλας ταύτας τας ημέρας πενθούσι.
59. Συμφωνούσι δε με τους Πέρσας και κατά το εξής· όταν εις την θέσιν του αποθανόντος βασιλέως αναγορεύεται άλλος, αυτός ο αναγορευόμενος απαλλάσσει πάντα Σπαρτιάτην όστις ώφειλέ τι εις τον βασιλέα ή εις το κοινόν. Ομοίως και παρά τοις Πέρσαις, ο νέος βασιλεύς χαρίζει εις όλας τας πόλεις όσον φόρον χρεωστούσιν.
60. Συμφωνούσι δε και με τους Αιγυπτίους οι Λακεδαιμόνιοι κατά τα εξής. Οι κήρυκες αυτών, οι αυληταί και οι μάγειροι διαδέχονται εις τας τέχνας τους πατέρας των· ο αυλητής γεννάται εκ πατρός αυλητού, ο μάγειρος εκ μαγείρου και ο κήρυξ εκ κήρυκος. Ως διάδοχος του κήρυκος δεν εκλέγεται ο έχων λαμπράν φωνή αλλ' ο υιός εξακολουθεί το πατρικόν επάγγελμα. Και ταύτα μεν ούτω γίνονται.
61. Τότε δε τον Κλεομένη όντα εις την Αίγιναν και εργαζόμενον διά το κοινόν καλόν της Ελλάδος, κατηγόρησεν ο Δημάρατος, ουχί τόσον χάριν των Αιγινητών αλλ' υπό μίσους και φθόνου. Ο δε Κλεομένης, επιστρέψας εξ Αιγίνης, απεφάσισε να παύση τον Δημάρατον από την βασιλείαν, και εύρε κατ' αυτού την ακόλουθον αιτίαν. Ο βασιλεύς της Σπάρτης Αρίστων, δύο γυναίκας λαβών, δεν ετεκνοποίησε· και επειδή δεν ενόμιζεν ότι αυτός ήτο ο αίτιος τούτου, έλαβε και τρίτην γυναίκα· την έλαβε δε κατά τον ακόλουθον τρόπον. Είχεν ο Αρίστων φίλον τινά Σπαρτιάτην με τον οποίον είχεν οικειότητα πλειοτέραν ή με πάντα άλλον πολίτην. Ο άνθρωπος ούτος έτυχε να έχη γυναίκα ήτις ου μόνον ήτο η ωραιοτάτη όλων των γυναικών της Σπάρτης, αλλ' ήτις ενώ ήτο ασχημότατη εγένετο ωραιοτάτη. Επειδή ήτο καχεκτικού εξωτερικού, η τροφός αυτής βλέπουσα θυγατέρα ανθρώπων ευτυχούντων να ήναι δυσειδής και τους γονείς της να θλίβωνται μεγάλως διά την δυσμορφίαν αυτής, ταύτα βλέπουσα εστοχάσθη να την λαμβάνη και να την φέρη καθ' ημέραν εις το ιερόν της Ελένης· είναι δε τούτο εις την καλουμένην Θεράπνην, υπεράνω του ιερού του Φοίβου. Φέρουσα δε η τροφός τα παιδίον, το έθετε προ του αγάλματος και ικέτευε την θεάν να απαλλάξη αυτό της δυσμορφίας. Μίαν δέ τινα των ημερών, ενώ ανεχώρει η τροφός από το ιερόν, επεφάνη ως λέγεται ενώπιόν της γυνή τις· επιφανείσα δε την ηρώτησε τι εκράτει εις τας αγκάλας της, και η τροφός απεκρίθη ότι εκράτει παιδίον. Η γυνή πάλιν την παρεκάλεσε να το δείξη εις αυτήν, και η τροφός απεκρίθη ότι δεν ειμπορεί καθότι οι γονείς του την είχον ρητώς απαγορεύσει να μη το δεικνύει εις κανένα. Η γυνή όμως επέμεινε να τη δείξη το παιδίον, η δε τροφός βλέπουσα ότι η γυνή πολύ επεθύμει να το ίδη, έδειξε το παιδίον. Τότε η γυνή ψηλαφήσασα την κεφαλήν του παιδίου είπεν ότι έμελλε να γίνη η ωραιοτάτη όλων των εν Σπάρτη γυναικών, και απ' εκείνης της ημέρας μετεβλήθη η μορφή του. Ελθούσαν εις ώραν γάμου, ενυμφεύθη αυτήν ο Άγητος του Αλκείδου, ο φίλος ούτος του Αρίστωνος.
62. Επειδή δε ο Αρίστων ηράτο της γυναικός ταύτης, επενόησε το εξής στρατήγημα· υπόσχεται εις τον φίλον του όστις είχε την ωραίαν γυναίκα, να τω δώση δώρον εξ όλων του των πραγμάτων ό,τι ήθελεν εκλέξει, ζητεί δε να πράξη προς αυτόν ο φίλος του το αυτό. Εκείνος δε, μη φοβηθείς ποσώς διά την γυναίκα του, καθότι έβλεπεν ότι ο Αρίστων είχε γυναίκα, εδέχθη την πρότασιν. Υπεχρεώθησαν λοιπόν αμοιβαίως δι' όρκων, και μετά ταύτα ο Αρίστων έδωκεν εις τον Άγητον εκείνο το οποίον εξελέξατο ούτος εκ των κειμηλίων του· ζητών δε τα ίσα παρά του φίλου του, εζήτει να λάβη την γυναίκα του, αλλ' εκείνος τω παρετήρησεν ότι παν άλλο υπεχρεώθη να παραχωρήση πλην τούτου. Αναγκαζόμενος όμως υπό του όρκου και της απάτης, τον αφήκε να λάβη την γυναίκα του.
63. Ούτω λοιπόν ο Αρίστων, αποπέμψας την δευτέραν γυναίκα, εισήγαγεν εις την οικίαν την τρίτην. Εις διάστημα δε ολιγώτερον, χωρίς να συμπληρώση τους δέκα μήνας, η γυνή εγέννησε τον Δημάρατον τούτον. Ενώ δε ο Αρίστων συνεδρίαζε μετά των εφόρων, προσδραμών είς των υπηρετών τω ανήγγειλεν ότι τω εγεννήθη υιός. Αλλ' ούτος ηξεύρων καλώς πότε έλαβε την γυναίκα και αριθμών επί των δακτύλων τους μήνας είπε μεθ' όρκον «Αδύνατον να ήναι ιδικός μου.» Τούτο ήκουσαν μεν οι έφοροι, αλλά δεν ηθέλησαν να το συζητήσωσι προς το παρόν. Εν τούτοις το παιδίον ηύξησε και ο Αρίστων μετενόησε διά τον λόγον τον οποίον είπε, καθότι ήτο πεπεισμένος τότε ότι ο Δημάρατος ήτο τωόντι υιός του. Τον ωνόμασε δε Δημάρατον διά την εξής αιτίαν. Προ τούτου, επειδή ο Αρίστων ήτο ο κάλλιστος των βασιλέων όσοι υπήρξαν εις την Σπάρτην, τούτου ένεκα όλοι οι Σπαρτιάται ευχήθησαν να γεννήση υιόν. Και διά τούτο ωνομάσθη Δημάρατος.
64. Μετά καιρόν ο Αρίστων απέθανεν, ο δε Δημάρατος έλαβε την βασιλείαν. Ήτο όμως ως φαίνεται πεπρωμένον να κοινολογηθώσιν αι περιστάσεις αύται και να εκθρονίσωσι τον Δημάρατον, καθότι εγένετο εχθρός του Κλεομένους πρώτον μεν ότε έλαβε τον στρατόν και ανεχώρησεν εκ της Ελευσίνος, έπειτα δε ότε ο Κλεομένης διέβη εις την Αίγιναν διά να τιμωρήση τους μηδίσαντας Αιγινήτας.
65. Ερεθισθείς προς εκδίκησιν ο Κλεομένης συνεννοήθη μετά του Λεωτυχίδου, υιού του Μενάρεως του Άγιδος, όντος εκ της αυτής οικογενείας εξ ης ήτο ο Δημάρατος· συνεφώνησαν δε εάν τον καταστήση βασιλέα αντί του Δημάρατου, να τον ακολουθήση κατά των Αιγινητών. Εμίσει δε μεγάλως τον Δημάρατον ο Λεωτυχίδης διά την εξής αιτίαν. Ο Λεωτυχίδης είχε μνηστευθή την Πέρκαλον, θυγατέρα του Χίλωνος του Δημαρμένου, και ο Δημάρατος επιβουλεύσας τον Λεωτυχίδην εστέρησεν αυτόν του γάμου, διότι προλαβών ήρπασε και έλαβεν εις γυναίκα την Πέρκαλον. Και εκ ταύτης μεν της αιτίας προήρχετο η κατά του Δημαράτου έχθρα του Λεωτυχίδου, τότε δε κατά παρακίνησιν του Κλεομένους ο Λεωτυχίδης ώμοσε κατά του Δημαράτου και είπεν ότι παρανόμως βασιλεύει εις την Σπάρτην, διότι δεν είναι υιός του Αρίστωνος. Αφού δε ώμοσε τούτο, εξηκολούθησε τας καταδιώξεις του και υπενθύμισε τον λόγον εκείνον τον οποίον είπεν άλλοτε ο Αρίστων ότε ο οικέτης τω ανήγγειλεν ότι τω εγεννήθη υιός, και ότι αριθμών τους μήνας επί των δακτύλων είπε μεθ' όρκου «αδύνατον να ήναι ιδικός μου.» Επιμένων ο Λεωτυχίδης εις τον λόγον τούτον, απεδείκνυεν ότι ο Δημάρατος ούτε υιός ήτο του Αρίστωνος ούτε νομίμως εβασίλευεν εις την Σπάρτην· έφερε δε ως μάρτυρας τους εφόρους εκείνους οίτινες έτυχον τότε να συγκάθηνται μετά του Αρίστωνος και να ακούσωσι τον λόγον τούτον εκ του στόματός του.
66. Διά να δοθή λοιπόν τέλος εις αυτάς τας φιλονεικίας, απεφάσισαν οι Σπαρτιάται να ερωτήσωσι το μαντείον των Δελφών εάν ο Δημάρατος ήτο υιός του Αρίστωνος. Ο Κλεομένης είχε προΐδει ότι έμελλον να αναφερθώσιν εις την Πυθίαν και είχεν οικειοποιηθή τον Κόβωνα, υιόν του Αριστοφάντου, όστις ήτο πολύ ισχυρός εις τους Δελφούς και όστις ανέπεισε την μάντιδα Περίαλλαν να είπη ό,τι ήθελεν ο Κλεομένης. Ότε λοιπόν την ηρώτησαν οι απεσταλμένοι, απεκρίθη ότι ο Δημάρατος δεν ήτο υιός του Αρίστωνος. Βραδύτερον αι ραδιουργίαι αύται ανεκαλύφθησαν, και ο μεν Κόβων έφυγεν εκ των Δελφών, η δε μάντις Περίαλλα επαύθη του αξιώματος τούτου.
67. Τοιουτοτρόπως επαύθη της βασιλείας ο Δημάρατος, έφυγε δε εκ της Σπάρτης εις τους Μήδους διά την εξής ύβριν ήτις τω εγένετο. Αφού επαύθη, εξήσκει αρχήν τινα εις την οποίαν εξελέγη, την του άρχοντος των γυμνοπαιδιών. Ενώ δε ημέραν τινά ο Δημάρατος εθεώρει τας γυμνοπαιδίας, ο Λεωτυχίδης όστις είχε τότε γίνει βασιλεύς αντ' αυτού, πέμψας υπηρέτην τω ηρώτησε μετά γέλωτος και περιφρονήσεως πώς τω εφαίνετο το άρχειν μετά το βασιλεύειν. Ο δε Δημάρατος αλγήσας επί τη ερωτήσει· «Εγώ μεν, απεκρίθη, αμφοτέρων ήδη επειράθην, εκείνος όμως όχι· η ερώτησίς του δε αύτη θέλει είσθαι διά τους Λακεδαιμονίους αρχή ή μεγάλης δυστυχίας ή μεγάλης ευδαιμονίας.» Ταύτα ειπών εκάλυψε το πρόσωπον, εξήλθε του θεάτρου και μετέβη εις την οικίαν του όπου πάραυτα εθυσίασε βουν εις τον Δία· αφού δε εθυσίασεν, εκάλεσε την μητέρα του.
68. Ελθούσης δε της μητρός, έθεσεν εις τας χείρας της μέρος των σπλάγχνων του βοός και την ικέτευσε θερμώς λέγων τα εξής· «Ω μήτερ, σε εξορκίζω, εις το όνομα και των άλλων θεών και τούτου του ερκείου Διός (10) να με ειπής την αλήθειαν. Ποίος είναι τωόντι ο πατήρ μου; Ο μεν Λεωτυχίδης ενώ εκρινόμεθα είπεν ότι ούσα έγκυος εκ του προτέρου ανδρός ήλθες εις τον Αρίστωνα, άλλοι δε λέγοντες τολμηρότερα ισχυρίζονται ότι είχες σχέσεις με ένα των οικετών, τον ονοβοσκόν, και ότι εγώ είμαι υιός εκείνου. Όθεν σε ορκίζω εις όλους τους θεούς να με ειπής την αλήθειαν, καθότι εάν έπραξές τι εκ τούτων τα οποία λέγουσι, δεν το έπραξες, μόνη, αλλά και πολλαί άλλαι. Έπειτα ηξεύρεις ότι πολύς λόγος γίνεται εν Σπάρτη ότι ο Αρίστων δεν είχε σπέρμα παιδοποιόν, καθότι αλλέως θα εγέννων και αι πρότεροι γυναίκες του.»
69. Και ο μεν Δημάρατος ταύτα είπεν· η δε μήτηρ του απεκρίθη ως εξής· «Επειδή, υιέ μου, με παρακαλείς θερμώς να σε είπω την αλήθειαν, θα σοι την είπω χωρίς να κρύψω τίποτε. Όταν ο Αρίστων με έφερεν εις την κατοικίαν του, την τρίτην νύκτα από της πρώτης, ήλθεν εις την κλίνην μου φάσμα ομοιάζον τον Αρίστωνα και αφού συγκατεκλίθη μετ' εμού με περιέβαλε με τους στεφάνους τους οποίους εκράτει. Και το μεν φάσμα ανεχώρησεν· ελθών δε μετά ταύτα ο Αρίστων και ιδών ότι εφόρουν στεφάνους, με ηρώτησε ποίος μοι έδωκεν αυτούς· εγώ τω απεκρίθην ότι εκείνος. Δεν το παρεδέχετο όμως, εγώ δε το εβεβαίουν μεθ' όρκου και τον επέπληττον διά την άρνησίν του, καθότι ολίγον πρότερον ελθών και συνευνηθής μοι έδωκε τους στεφάνους. Βλέπων με δε ο Αρίστων ότι ωρκιζόμην, ενόησεν ότι το πράγμα ήτο υπερφυσικόν· και τωόντι πρώτον μεν οι στέφανοι εφάνησαν ότι ήσαν από το ηρώον το οποίον ήτο ιδρυμένον πλησίον της αυλείου θύρας και το οποίον καλείται του Αστραβάκου, έπειτα δε και οι μάντεις έλεγον ότι ο επιφανείς εις εμέ ήτο αυτός ούτος ο ήρως Αστράβακος. Ούτω λοιπόν, ω παι, ηξεύρεις όσα επεθύμεις να μάθης· ή εγεννήθης εκ του ήρωος τούτου και ο πατήρ σου είναι ο Αστράβακος, ή ήσαι υιός του Αρίστωνος, καθότι εκείνην την νύκτα σε συνέλαβον εν τη γαστρί. Όσον αφορά δε εκείνο διά το οποίον σε δυσφημίζουσιν οι εχθροί σου λέγοντες ότι αυτός ο Αρίστων, ότε τω ανηγγέλθη η γέννησίς σου, είπεν ενώπιον πολλών ακροατών ότι δεν είσαι ιδικός του διότι τάχα δεν είχον συμπληρωθή ακόμη οι δέκα μήνες, απόδος τον λόγον τούτον εις την άγνοιαν των τοιούτων, διότι αι γυναίκες γεννώσι και εις τους εννέα μήνας και εις τους επτά, δεν συμπληρούσι δε όλαι τους δέκα (11)· εγώ δε, τέκνον μου, σε εγέννησα εις μήνας επτά. Περί τούτου επείσθη και αυτός ο Αρίστων μετ' ολίγον, ότι εξ αγνοίας διέφυγεν εκ του στόματός του ο λόγος ούτος. Όθεν μη πιστεύης όσα λέγουσι περί της γεννήσεώς σου, διότι ήκουσες όλην την αλήθειαν. Από ονοβοσκούς δε είθε να γεννώσι παιδία αι γυναίκες του Λεωτυχίδου και των λεγόντων ταύτα.»
70. Και η μεν μήτηρ ταύτα έλεγεν, ο δε Δημάρατος μαθών όσα επεθύμει και λαβών εφόδια ανεχώρησεν εις την Ήλιδα, προφασισθείς ότι μετέβαινεν εις τους Δελφούς διά να ερωτήση το μαντείον. Οι δε Λακεδαιμόνιοι υποπτεύσαντες ότι ο Δημάρατος εσκόπευε να φύγη, απεφάσισαν να τον καταδιώξωσι και να τον συλλάβωσι. Κατώρθωσεν όμως ο Δημάρατος και επρόφθασε να διαβή εκ της Ήλιδος εις την Ζάκυνθον. Κατόπιν ήλθον και αυτοί, τον εύρον εκεί και ήρπασαν τους υπηρέτας του, αλλ' οι κάτοικοι απεποιήθησαν να τοις τον παραδώσωσι· τότε εκείθεν διέβη εις την Ασίαν προς τον βασιλέαν Δαρείον. Ο δε Δαρείος υποδεξάμενος αυτόν μεγαλοπρεπώς τω έδωκε και γην και πόλεις. Ούτω και μετά τοιαύτα περιστατικά κατέφυγεν εις την Ασίαν ο Δημάρατος όστις και δι' άλλας πράξεις είχε λαμπρυνθή μεταξύ των Λακεδαιμονίων και ιδίως διότι ενίκησεν εις τα Ολύμπια με τέθριππον, πράγμα το οποίον αυτός μόνος εξ όλων των βασιλέων της Σπάρτης κατώρθωσεν.
71. Παυθέντος δε του Δημαράτου διεδέχθη την βασιλείαν ο Λεωτυχίδης του Μενάρεως, όστις εγέννησεν υιόν ονόματι Ζευξίδαμον τον οποίον τινές των Σπαρτιατών εκάλουν Κυνίσκον. Ο Ζευξίδημος ούτος δεν εβασίλευσεν εις την Σπάρτης διότι απέθανε προ του Λεωτυχίδου καταλιπών υιόν τον Αρχίδαμον. Ο δε Λεωτυχίδης, στερηθείς του Ζευξιδάμου, έλαβε δευτέραν γυναίκα, την Ευρυδάμην, αδελφήν μεν του Μενίου, θυγατέρα δε του Διακτορίδου, εξ ης ουδέν άρρεν τέκνον έσχεν αλλά μίαν θυγατέρα την Λαμπιτώ την οποίαν συνέζευξε με τον εγγονόν του Αρχίδαμον.
72. Αλλ' ουδέ ο Λεωτυχίδης εγήρασεν εις την Σπάρτην, αλλ' επλήρωσε την προς τον Δημάρατον γενομένην αδικίαν κατά τον εξής τρόπον. Ήτο εις την Θεσσαλίαν μετά του στρατού, και ενώ τω ήτο δυνατόν να καθυποτάξη όλην την χώραν, εδωροδοκήθη λαβών χρήματα πολλά. Επειδή δε συνελήφθη επ' αυτοφώρω εκεί εις το στρατόπεδον καθήμενος επί χειρίδος πλήρους αργυρίου, ενήχθη εις δίκην και εξωρίσθη εκ της Σπάρτης, η δε οικία του κατεσκάφη. Έφυγε δε εις την Τεγέαν και ετελεύτησεν εν αυτή.
73. Ταύτα εγένοντο μετά καιρόν· τότε δε, επειδή ο Κλεομένης επέτυχεν εις την κατά του Δημαράτου επιβουλήν, παραλαβών αμέσως τον Λεωτυχίδην, εκίνησε κατά των Αιγινητών μνησικακών διά την ύβριν. Επειδή δε μετέβησαν αμφότεροι οι βασιλείς, οι Αιγινήται δεν έκρινον πρέπον να αντισταθώσιν. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, εκλέξαντες εκ των Αιγινητών δέκα άνδρας τους επισημοτάτους διά τον πλούτον και το γένος, τους έλαβον· μεταξύ των άλλων ήτο και ο Κρίος του Πολυκρίτου και ο Κάσαμβος του Αριστοκράτους, τα μάλιστα ισχύοντες. Μεταγαγόντες δε αυτούς εις την Αττικήν, τους παρέδωκαν ως ομήρους εις τους εχθίστους των Αιγινητών Αθηναίους.
74. Μετά ταύτα ο Κλεομένης, επειδή εγένετο γνωστή η προς τον Δημάρατον πανουργία, φοβηθείς τους Σπαρτιάτας έφυγε κρυφίως εις την Θεσσαλίαν· εκείθεν δε μετέβη εις την Αρκαδίαν και ωργάνιζε νεώτερα πράγματα διεγείρων κατά της Σπάρτης τους Αρκάδας, τους οποίους υπεχρέωσε διά πολλών όρκων να τον ακολουθήσωσιν όπου ήθελε τους οδηγήσει· προ πάντων όμως επεθύμει να φέρη τους προεστώτας των Αρκάδων εις την Νώνακριν και να τους εξορκίση εις το ύδωρ της Στυγός· διότι εις ταύτην την πόλιν λέγουσιν οι Αρκάδες ότι φαίνεται το ύδωρ της Στυγός, και ιδού πώς. Ολίγον ύδωρ εξερχόμενον εκ βράχου στάζει εντός κοιλώματος, το δε κοίλωμα είναι περιπεφραγμένον. Η δε Νώνακρις, εν τη οποία ευρίσκεται η πηγή αύτη, είναι πόλις της Αρκαδίας πλησίον του Φενιού.
75. Μαθόντες οι Λακεδαιμόνιοι ότι ο Κλεομένης ωργάνιζε ταύτα, και φοβηθέντες, τον επανέφεραν εις την Σπάρτην και τω απέδωκαν την προτέραν αρχήν. Άμα όμως επέστρεψε, τον κατέλαβε νόσος μανίας ήτις και πρότερον τον κατείχεν ολίγον. Άμα συνήντα Σπαρτιάτην τινά, τον εκτύπα εις το πρόσωπον με το σκήπτρον. Βλέποντες δε οι συγγενείς του αυτόν πράττοντα ταύτα και παραφρονήσαντα, τον έδεσαν εις ξυλίνας πέδας. Μόλις όμως εδέθη, ιδών ότι είς μόνον φύλαξ τον επετήρει αποχωρισθείς των άλλων, τω εζήτησε την μάχαιράν του. Ο φύλαξ κατ' αρχάς δεν ήθελε να την δώση, αλλά τόσον τον ηπείλησεν ώστε ο άνθρωπος (όστις ήτο Είλως) φοβηθείς τω έδωκε την μάχαιραν. Ο Κλεομένης λαβών τον σίδηρον ήρχισε να κόπτηται πρώτον από τας κνήμας, και σχίζων τας σάρκας του κατά μήκος, προέβαινεν εκ των κνημών εις τους μηρούς, και εκ των μηρών εις τα ισχία και τας λαγόνας, μέχρις ου έφθασεν εις την κοιλίαν, την οποίαν κόψας εις λωρία απέθανε τοιουτοτρόπως, ως μεν λέγουσιν οι περισσότεροι Έλληνες διότι ανέπεισε την Πυθίαν να είπη τα εις τον Δημάρατον γινόμενα, ως δε λέγουσι μόνοι οι Αθηναίοι διότι κατά την εν Ελευσίνι εισβολήν έκοψε το ιερόν δάσος των θεών, ως δε οι Αργείοι διότι προσκαλέσας έξω του ιερού του Άργους τους εις αυτό μετά τινα μάχην καταφυγόντας Αργείους κατέκοψεν αυτούς, και διότι ενέπρησε προς περιφρόνησιν και αυτό το άλσος.
76. Ότε ο Κλεομένης ηρώτησε το μαντείον των Δελφών, τω εδόθη χρησμός ότι θα κυριεύση το Άργος· όθεν άγων τους Σπαρτιάτας έφθασε μέχρι του ποταμού Ερασίνου όστις ως λέγεται ρέει εκ της Στυμφαλίδος λίμνης· καθότι η λίμνη αύτη εις χάσμα αφανές βυθιζομένη, αναφαίνεται εις το Άργος, και εκείθεν πλέον το ύδωρ τούτο καλείται υπό των Αργείων Ερασίνος. Φθάσας λοιπόν ο Κλεομένης εις τον ποταμόν τούτον, τω προσέφερε θύματα, και επειδή οι οιωνοί δεν ήσαν αίσιοι διά την διάβασιν είπεν ότι επαινεί μεν τον Ερασίνον μη προδίδοντα τους πολίτας, αλλ' ας μη χαίρωσι διά τούτο οι Αργείοι. Μετά ταύτα αναχωρήσας έφερε τον στρατόν εις την Θυρέαν, εξ ης, αφού εθυσίασεν εις την θάλασσαν ταύρον, διέβη διά πλοίων εις την Τιρυνθίαν χώραν και την Ναυπλίαν.
77. Μαθόντες τούτο οι Αργείοι έδραμον εις την παραλίαν· πλησιάσαντες δε εις την Τίρυνθον εστρατοπέδευσαν εις το μέρος όπου είναι η λεγομένη Σήπεια, αφήσαντες μεταξύ των δύο στρατών μικρόν διάστημα. Οι Αργείοι μάχην μεν εκ του φανερού δεν εφοβούντο, εφοβούντο όμως μήπως νικηθώσι με δόλον, διότι τοιαύτην είχεν έννοιαν ο χρησμός τον οποίον η Πυθία έδωκεν επίκοινον δι' αυτούς και τους Μιλησίους, λέγοντα ούτω: «Όταν η θήλεια νικήσασα τον άρρενα διώξη αυτόν και δοξασθή μεταξύ των Αργείων, τότε θα γίνη αιτία πολλοί Αργείοι να σχίσωσι τα ιμάτιά των· ώστε μεταγενέστερός τις να ειπή ότι τριέλικτος όφις απώλετο δαμασθείς υπό του δόρατος.» Όλαι αύται αι περιστάσεις συντρέχουσαι ενέπλησαν τους Αργείους φόβου και απεφάσισαν να ακολουθώσι τον κήρυκα των πολεμίων. Τούτο απαφίσαντες, έπραττον ως εξής· ότε ο Σπαρτιάτης κήρυξ ανήγγελλε κίνημά τι των Λακεδαιμονίων, οι Αργείοι έπραττον το αυτό.
78. Μαθών ο Κλεομένης ότι οι Αργείοι έπραττον ό,τι εσήμαινεν ο ιδικός του κήρυξ, παρήγγειλε τους Λακεδαιμονίους, όταν ο κήρυξ τους σημάνη να αριστήσωσι, τότε να αναλάβωσι τα όπλα και να βαδίσωσι κατά του εχθρού, όπερ και έπραξαν. Ώστε όταν οι Αργείοι εκάθησαν να φάγωσι κατά το κήρυγμα, επέπεσαν κατ' αυτών και εφόνευσαν πολλούς, πολύ δε περισσοτέρους περικύκλωσαν καταφυγόντας εις το άλσος του Άργου.
79. Μετά ταύτα ο Κλεομένης έπραξε το εξής. Έχων αυτομόλους και μανθάνων παρ' αυτών τα ονόματα των περικεκλεισμένων εις το ιερόν δάσος, έπεμπε κήρυκα και εκάλει αυτούς έξω ονομαστί λέγων ότι εκόμιζε τα λύτρα των· είναι δε τα λύτρα προσδιωρισμένα παρά τοις Πελοποννησίοις δύο μναι κατ' άτομον. Καλών λοιπόν έξω ο Κλεομένης τους Αργείους κατά πεντήκοντα, εφόνευεν αυτούς· οι λοιποί όσοι ήσαν εντός του τεμένους δεν ήξευρον τι συνέβαινεν έξω, διότι το άλσος ήτο πυκνόν, και οι εντός δεν έβλεπον τους εκτός τι έκαμνον, μέχρις ου είς των Αργείων αναβάς εις δένδρον είδε τα πραττόμενα, και απ' εκείνης της στιγμής όσοι προσεκαλούντο δεν εξήρχοντο πλέον.
80. Τότε ο Κλεομένης διέταξε τους Είλωτας να συσσωρεύσωσι ξύλα περί το άλσος· αφού δε ούτοι υπήκουσαν εις την διαταγήν του, ενέπρησε το άλσος. Καιομένου δε αυτού, ηρώτησεν ένα των αυτομόλων εις τίνα θεόν ήτο αφιερωμένον. Ο δε είπεν ότι είναι του Άργου. Άμα δε άκουσε τούτο ο Κλεομένης, στενάξας βαθέως είπεν· «Ω Άπολλον χρησμοδότα, πολύ με ηπάτησες ειπών με ότι θα κυριεύσω το Άργος. Εννοώ ότι ο χρησμός σου εξεπληρώθη.»
81. Μετά ταύτα ο Κλεομένης τον μεν περισσότερον στρατόν αφήκε να επιστρέψη εις την Σπάρτην, αυτός δε λαβών χιλίους εκλεκτούς μετέβη εις τον ναόν της Ήρας διά να θυσιάση. Θέλοντα δε να θυσιάση επί του βωμού, ο ιερεύς απηγόρευε λέγων ότι ήτο ανόσιον να θυσιάση ξένος εκεί. Αλλ' ο Κλεομένης διέταξε τους Είλωτας να σύρωσι τον ιερέα έξω του βωμού και να τον μαστιγώσωσιν· έπειτα δε εθυσίασεν. Αφού δε έπραξε ταύτα, επέστρεψεν εις την Σπάρτην.
82. Ότε δε επέστρεψε, τον ενεκάλεσαν οι εχθροί του εις τους εφόρους λέγοντες ότι έλαβε δώρα και δεν εκυρίευσε το Άργος, ενώ ηδύνατο να το κυριεύση ευκόλως. Εκείνος δε απεκρίθη, είτε ψευδόμενος είτε λέγων αληθή, δεν δύναμαι να το βεβαιώσω, ότι αφού εκυρίευσε το ιερόν δάσος του Άργους ενόμισεν ότι εξεπληρώθη ο χρησμός του θεού, και ότι τούτο φρονών δεν έκρινε πλέον δίκαιον να επιχειρήση τι κατά της πόλεως πριν συμβουλευθή τα θύματα και μάθη εάν ο θεός επιτρέπη ή εμποδίζη τούτο. Ενώ δε εθυσίαζεν εις τον ναόν της Ήρας, εξήλθεν εκ των στηθών του αγάλματος φλοξ πυρός, και εκ τούτου εβεβαιώθη ότι δεν θα εκυρίευε το Άργος· διότι εάν μεν η φλοξ εξήρχετο εκ της κεφαλής του αγάλματος θα εκυρίευε την πόλιν και την ακρόπολιν· αλλ' επειδή εξήλθεν εκ των στηθών, ετελείωσαν όλα όσα ο θεός ήθελε να γίνωσι. Ταύτα λέγων, εφάνη εις τους Σπαρτιάτας ότι έλεγε πιστά και ορθά και απελύθη διά μεγάλης πλειοψηφίας.
83. Τοσούτον δε ηρημώθη ανδρών το Άργος, ώστε οι δούλοι έλαβον όλην την εξουσίαν, άρχοντες και διοικούντες, μέχρις ου ηλικιώθησαν οι παίδες των φονευθέντων, οίτινες αναλαβόντες την κατοχήν του Άργους εδίωξαν τους δούλους. Διωχθέντες δε ούτοι, εκυρίευσαν με μάχην την Τίρυνθον. Και επί τινα μεν χρόνον τα δύο μέρη έζησαν ειρηνικώς· αλλά μάντις τις ονόματι Κλέανδρος, εκ της εν Αρκαδία Φιγαλείας καταγόμενος, υπήγεν εις τους δούλους και τους έπεισε να επιτεθώσι κατά των δεσποτών των. Από της στιγμής δε εκείνης μακρός πόλεμος ηκολούθησε, και μόλις επί τέλους επεκράτησαν οι Αργείοι.
84. Εις τα συμβάντα ταύτα αποδίδουσιν οι Αργείοι την μανίαν υπό της οποίας καταληφθείς ο Κλεομένης απώλετο κακώς. Οι δε Σπαρτιάται λέγουσιν ότι ουδείς θεός ετάραξε τας φρένας του, αλλ' ότι συναναστραφείς με Σκύθας εγένετο οινοπότης και εκ τούτου εξεμάνη. Τωόντι οι νομάδες Σκύθαι, μετά την εισβολήν του Δαρείου, εζήτουν πρόφασιν να τον εκδικηθώσιν. Όθεν πέμψαντες εις την Σπάρτην εζήτουν να κάμωσι συμμαχίαν και να συμφωνήσωσιν ώστε αυτοί μεν οι Σκύθαι να αποπειραθώσι την διάβασιν του Φάσιδος και να εισέλθωσιν εις την Μηδικήν, οι δε Σπαρτιάται να κινήσωσιν από την Έφεσον και να αναβώσι προς συνάντησίν των. Λέγουσι λοιπόν οι Σπαρτιάται ότι ότε ήλθον οι Σκύθαι εις την Σπάρτην δι' αυτήν την υπόθεσιν, ο Κλεομένης συνανεστράφη πολύ με τους Σκύθας και έμαθε παρ' αυτών να πίνη άκρατον οίνον. Αύτη ήτο η αιτία της μανίας του Κλεομένους ως νομίζουσιν οι Σπαρτιάται. Εκ τούτου όταν θέλωσι να πίωσιν οίνον καθαρόν, λέγουσιν ότι πίνουσιν ως οι Σκύθαι. Ταύτα τα περί του Κλεομένους παρά των Σπαρτιατών λεγόμενα· εγώ όμως φρονώ ότι τούτο ήτο θεία εκδίκησις γενομένη εις τον Κλεομένην διά τον Δημάρατον.
85. Άμα οι Αιγινήται έμαθον ότι απέθανεν ο Κλεομένης, έπεμψαν εις την Σπάρτην πρέσβεις να κατηγορήσωσι τον Λεωτυχίδην διά τους συμπολίτας των όσοι εφυλάσσοντο ως όμηροι εις τας Αθήνας. Οι δε Λακεδαιμόνιοι συγκαλέσαντες δικαστήριον έκρινον ότι μεγάλη ατιμία εγένετο εκ μέρους του Λεωτυχίδου προς τους Αιγινήτας και απεφάσισαν να παραδοθή ούτος εις τους εγκαλούντας προς αντάλλαγμα εκείνων οίτινες εκρατούντο εις τας Αθήνας. Ενώ δε οι Αιγινήται ήσαν έτοιμοι να λάβωσι τον Λεωτυχίδην, ο Θεασίδης του Λεωπρέπους, ανήρ έγκριτος της Σπάρτης, είπεν εις αυτούς· «Τι θέλετε να πράξετε ω Αιγινήται; να λάβετε τον βασιλέα των Σπαρτιατών τον οποίον σας παραδίδουσιν οι πολίται; Αλλ' εάν τώρα υπό θυμού οι Σπαρτιάται απεφάσισαν ούτω, προσέξατε μήπως ύστερον, εάν πράξετε ταύτα, έλθωσι και εξολοθρεύσωσι την χώραν σας.» Ταύτα ακούσαντες οι Αιγινήται παρητήθησαν του σκοπού των και συνεβιβάσθησαν ως εξής· να τους συνοδεύση ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας και να τοις αποδώση τους ομήρους.
86. Ελθών ο Λεωτυχίδης εις τας Αθήνας απήτει την παρακαταθήκην, αλλ' οι Αθηναίοι απέφευγον το πράγμα υπό διαφόρους προφάσεις, λέγοντες μεταξύ άλλων ότι ότε παρεκατέθεσαν τους ανθρώπους εκείνους ήσαν δύο βασιλείς και ότι δεν ήτο εύλογον να τους αποδώσωσιν εις τον ένα άνευ της παρουσίας και του άλλου. 1. Επειδή λοιπόν οι Αθηναίοι είπον ότι δεν τους δίδουσιν, ο Λεωτυχίδης τους ωμίλησεν ως εξής. «Πράξατε, ω Αθηναίοι, ό,τι θέλετε εκ των δύο· εάν μεν τους αποδώσετε, θα πράξετε όσια, εάν δε δεν τους αποδώσετε, τα εναντία τούτων. Εγώ εν τούτοις θα σας διηγηθώ τι συνέβη εις την Σπάρτην σχετικόν ως πρός τινα παρακαταθήκην. Λέγομεν ημείς οι Σπαρτιάται ότι τρεις γενεάς προ εμού έζη εις την Λακεδαίμονα Γλαύκος ο Επικύδους. Ο άνθρωπος ούτος, ως λέγομεν ημείς, επρώτευε δι' όλα του τα προτερήματα, αλλά προ πάντων διά τον σεβασμόν του προς τους κανόνας της δικαιοσύνης προς τους οποίους υπήκουεν όσον ουδείς άλλος εκ των κατοικούντων τότε την Λακεδαίμονα. Εις τούτον λέγομεν ότι συνέβη τότε το εξής. Μιλήσιός τις ελθών εις την Σπάρτην εζήτησε να τω ομιλήση και τω προέτεινε τα εξής· Λυδός όστις και ήλθον, ω Γλαύκε, θέλων να απολαύσω την δικαιοσύνην σου· καθότι εις όλην την Ελλάδα και την Ιωνίαν ήκουσα να γίνεται λόγος πολύς διά την δικαιοσύνην σου. Εσκέφθην ότι η Ιωνία είναι πάντοτε εκτεθειμένη εις ταραχάς, ενώ η Πελοπόννησος ένεκα της θέσεώς της είναι ασφαλεστάτη· παρ' ημίν τα πλούτη δεν μένουσι πάντοτε εις τους αυτούς ανθρώπους. Ταύτα βλέπων και σκεφθείς έκρινα καλόν να μετατρέψω εις μετρητά το ήμισυ της περιουσίας μου και να το παρακαταθέσω εις σε, βέβαιος ων ότι θα το διαφυλάξης αβλαβές. Όθεν δέχθητι σε παρακαλώ τα χρήματα, και λαβών φύλαξον το σημείον τούτο· θέλεις δε τα αποδώσει εις εκείνον όστις σε τα ζητήσει δεικνύων όμοιον σημείον.» 2. Ούτως ωμίλησεν ο Μιλήσιος ξένος, ο δε Γλαύκος επ' αυτή τη συμφωνία εδέχθη την παρακαταθήκην. Μετά παρέλευσιν πολλού χρόνου ήλθον εις την Σπάρτην οι παίδες αυτού του παρακαταθέσαντος τα χρήματα· ευρόντες δε τον Γλαύκον και δεικνύοντες το σημείον, απήτουν παρ' αυτού τα χρήματα. Αλλ' ο Γλαύκος τους απέβαλεν αποκρινόμενος τα εξής· «Ούτε ενθυμούμαι την υπόθεσιν ταύτην, ούτε ελαχίστην έχω ιδέαν περί του πράγματος περί του οποίου με ομιλείτε. Εάν το ενθυμηθώ, θα πράξω ό,τι είναι δίκαιον· εάν έλαβον, θα αποδώσω αμέσως, και εάν δεν έλαβον τίποτε, θα μεταχειρισθώ καθ' υμών τους Ελληνικούς νόμους. Περί τούτου δε θέλω σας δώσει απόκρισιν μετά τέσσαρας μήνας από της σήμερον.» 3. Και οι μεν Μιλήσιοι ανεχώρησαν τεθλιμμένοι, ως στερηθέντες τα χρήματά των· ο δε Γλαύκος μετέβη εις τους Δελφούς διά να συμβουλευθή το χρηστήριον. Όταν δε ηρώτησεν εάν δύναταί τις να οικειοποιηθή τα χρήματα με όρκον, η Πυθία τον ετιμώρησε διά των εξής λόγων· «Γλαύκε, υιέ του Επικύδους, προς το παρόν τούτο είναι επικερδέστερον, να κερδήση τις την υπόθεσίν του δι' όρκου και να οικειοποιηθή τα ξένα χρήματα. Ας ομόση καθότι και ο φυλάττων και ο μη φυλάττων τον όρκον του οφείλει να αποθάνη. Αλλ' ο όρκος έχει υιόν ανώνυμον (12),όστις δεν έχει μεν μήτε χείρας μήτε πόδας, καταδιώκει όμως ταχέως τον άνθρωπον μέχρις ου καταστρέψη όλην την οικίαν και την γενεάν του. Η γενεά όμως του ανθρώπου όστις φυλάττει τον όρκον του ευδαιμονεί επί μάλλον και μάλλον.» Ταύτα ακούσας ο Γλαύκος παρεκάλεσε τον θεόν να συγχωρήση την ερώτησίν του· η δε Πυθία απεκρίθη ότι το να ερωτήση τις τον θεόν περί τοιούτου πράγματος είναι ως και να το έπραξε. 4. Ο Γλαύκος λοιπόν προσκαλέσας τους Μιλησίους ξένους, απέδωκεν αυτοίς τα χρήματα. Διά ποίαν δε αιτίαν, ω Αθηναίοι, παρεκινήθην να είπω τον λόγον τούτον, ακούσατε. Του Γλαύκου τούτου σήμερον ούτε απόγονός τις περιεσώθη ούτε εστία την οποίαν να δύναταί τις να είπη ότι είναι του Γλαύκου· όλα ταύτα πρόρριζα κατεστράφησαν εις την Σπάρτην. Είναι λοιπόν καλόν, προκειμένου περί παρακαταθήκης, να μη σκέπτεταί τις άλλο ειμή πώς να την αποδώση εις εκείνους οίτινες την ζητήσωσιν» Και ο μεν Λεωτυχίδης ταύτα είτε, και επειδή οι Αθηναίοι πάλιν δεν τον εισήκουον ανεχώρησεν.
87. Οι δε Αιγινήται πριν ακόμη τιμωρηθώσι διά τα προλαβόντα αδικήματα τα οποία έκαμαν εις τους Αθηναίους χαριζόμενοι εις τους Θηβαίους, προσέθεσαν και τα εξής. Μεμφόμενοι τους Αθηναίους και λέγοντες ότι ηδικούντο παρ' αυτών, ητοιμάζοντο να τους εκδικηθώσιν. Οι Αθηναίοι ετέλουν κατά παν πέμπτον έτος θυσίας εις το Σούνιον· λοχήσαντες δε οι Αιγινήται την θεωρίδα ναυν, συνέλαβον αυτήν πλήρη ανδρών εκ των πρώτων Αθηναίων και εδέσμευσαν τους άνδρας.
88. Παθόντες ταύτα οι Αθηναίοι παρά των Αιγινητών δεν ανέβαλον πλέον να επιχειρήσωσιν ό,τι ηδύναντο κατ' αυτών. Ευρίσκετο τότε εις την Αίγιναν Νικόδρομός τις ονομαζόμενος, υιός του Κνοίθου, ανήρ έγκριτος, όστις εμέμφετο τους Αιγινήτας διότι τον εξώρισαν προλαβόντως από την νήσον, και μαθών τότε ότι οι Αθηναίοι ητοιμάζοντο να βλάψωσι τους Αιγινήτας, συνεφώνησε με τους Αθηναίονς να τοις παραδώση την Αίγιναν, προσδιορίσας την ημέραν καθ' ην ήθελεν επιχειρήσει αυτός και καθ' ην οι άλλοι έμελλον να έλθωσι προς βοήθειάν του. Μετά ταύτα ο Νικόδρομος, αφού συνεφώνησε με τους Αθηναίους, κατέλαβε την παλαιάν καλουμένην πόλιν.
89. Οι Αθηναίαι όμως δεν έφθασαν εγκαίρως, καθ' ότι έτυχον να μη έχωσιν ικανά πλοία διά να αντιταχθώσιν εις τα των Αιγινητών. Ενώ λοιπόν διεπραγματεύοντο με τους Κορινθίους να τοις δανείσωσι πλοία, κατεστράφη η υπόθεσις. Οι δε Κορίνθιοι, επειδή κατ' εκείνην την εποχήν ήσαν στενοί φίλοι των Αθηναίων έδοσαν κατά την αίτησίν των εις τους Αθηναίους είκοσι πλοία, πωλήσαντες αυτά προς πέντε δραχμάς έκαστον, καθότι οι νόμοι της Κορίνθου δεν επέτρεπον να κάμνωσι δωρεάς. Ταύτα λοιπόν λαβόντες οι Αθηναίοι, και τα ιδικά των, άτινα εγένοντο εν όλοις εβδομήκοντα, συνεπλήρωσαν τα πληρώματά των και έπλευσαν κατά της Αιγίνης· έφθασαν όμως μίαν ημέραν βραδύτερον της συμφωνηθείσης.
90. Ο δε Νικόδρομος, μη βλέπων τους Αθηναίους φθάνοντας εγκαίρως, εμβάς εις πλοίον έφυγεν εκ της Αιγίνης μετά των οπαδών του, εις τους οποίους οι Αθηναίοι έδοσαν το Σούνιον διά να κατοικήσωσιν. Εντεύθεν δε ούτοι ορμώμενοι ήγον και έφερον τους εν τη νήσω Αιγινήτας. Αλλά ταύτα συνέβησαν βραδύτερον.
91. Οι δε πλούσιοι των Αιγινητών επεκράτησαν του μετά του Νικοδρόμου επαναστατήσαντος δήμου, και έπειτα συλλαμβάνοντες εξήγον αυτούς έξω της πόλεως και τους εθανάτονον. Τότε διέπραξαν και ασέβειάν τινα την οποίαν δεν ηδυνήθησαν να αποτίσωσι με όλους τους εξιλασμούς τους οποίους έκαμον, αλλ' εδιώχθησαν εκ της νήσου πριν εξιλεώσωσι την Δήμητραν. Συλλαβόντες ούτοι επτακοσίους εκ του δήμου, εξήγον διά να τους θανατώσωσιν· είς εξ αυτών, διαφυγών τα δεσμά, κατέφυγεν εις τα πρόθυρα της θεάς και λαβών το δακτύλιον της θύρας εκρατείτο εκεί. Οι δε Αιγινήται, επειδή έλκοντες δεν ηδυνήθησαν να τον αποσπάσωσιν, απέκοψαν τας χείρας αυτού και τοιουτοτρόπως τον έσυρον· αι χείρες δε εκείναι έμειναν προσκεκολλημέναι εις τον κρίκον.
92. Ταύτα έπραξαν οι Αιγινήται εις τους επαναστατήσαντας· προς δε τους Αθηναίους, ότε έφθασαν, εναυμάχησαν με εβδομήκοντα πλοία. Ηττηθέντες όμως εις την ναυμαχίαν, επεκαλέσθησαν και πάλιν τους Αργείους. Αλλ' ούτοι δεν τους εβοήθησαν ωργισμένοι διότι πλοία τινα Αιγινητικά αναγκασθέντα υπό του Κλεομένους προσέγγισαν εις την Αργολίδα και οι ναύται αυτών απέβησαν εις την ξηράν ομού με τους Λακεδαιμονίους. Κατά την αυτήν εκστρατείαν έκαμον απόβασιν καί τινες άνδρες από Σικυωνικά πλοία. Οι Αργείοι έπειτα επέβαλον εις τας δύο πόλεις να πληρώσωσι χίλια τάλαντα, πεντακόσια εκάστη. Και οι μεν Σικυώνιοι, αναγνωρίσαντες ότι ηδίκησαν, συνεφώνησαν να πληρώσωσιν εκατόν τάλαντα και να μείνωσιν ακαταδίωκτοι· οι δε Αιγινήται ου μόνον δεν ωμολόγησαν το άδικον, αλλ' εδείκνυον και αυθάδειαν τινά. Διά τούτο λοιπόν ότε έλαβον ανάγκην, ουδείς Αργείος εβοήθησεν αυτούς, ειμή μόνον χίλιοι περίπου εθελονταί. Ωδήγει δε αυτούς ο Ευρυβάτης, ανήρ όστις είχεν ασκηθή εις το πένταθλον. Οι πλείστοι όμως εξ αυτών δεν επέστρεψαν οπίσω, αλλ' εφονεύθησαν υπό των Αθηναίων εις την Αίγιναν. Αυτός δε ο στρατηγός Ευρυβάτης, ων επιτήδειος εις την μονομαχίαν, εφόνευσε τρεις Αθηναίους, αλλ' εφονεύθη υπό του τετάρτου, Σωφάνους του Δεκελέως.
93. Οι Αιγινήται, ενώ ήσαν οι Αθηναίοι εις αταξίαν επιτεθέντες τους ενίκησαν και συνέλαβον τέσσαρα πλοία μετά των πληρωμάτων. Είχε λοιπόν ανάψει ο πόλεμος μεταξύ των Αθηναίων και των Αιγινητών.
94. Ο δε Δαρείος εν τοσούτω επέμενεν εις το σχέδιόν του· και επειδή αφ' ενός μεν ο υπηρέτης του τω ενθύμιζε τους Αθηναίους, αφ' ετέρου δε οι Πεισιστρατίδαι τον επίεζον και δεν έπαυον να κατηγορώσι τους Αθηναίους, ενταυτώ δε ήθελε και αυτός με αυτήν την πρόφασιν να υποτάξη τους Έλληνας όσοι δεν τω έδωσαν γην και ύδωρ· διά ταύτα τον μεν Μαρδόνιον, μη ευδοκιμήσαντα εις την πρώτην εκστρατείαν έπαυσε της στρατηγίας, διορίσας άλλους στρατηγούς, τον Δάτιν, Μήδον το γένος, και τον ανεψιόν του Αρταφέρνην, υιόν του Αρταφέρνους, απέστειλεν αυτούς κατά της Ερετρίας και των Αθηνών, παραγγείλας να τας εξανδραποδίσωσι και να τω φέρωσι τα ανδράποδα.
95. Οι παρά του βασιλέως διορισθέντες και εκπεμφθέντες ούτοι στρατηγοί έφθασαν εις το Αληίον πεδίον της Κιλικίας, έχοντες μεθ' εαυτών στρατόν πολύν και καλώς συγκεκροτημένον. Ενώ δε ήσαν εστρατοπεδευμένοι, έφθασε και ο ναυτικός στρατός όστις επίσης ήτο υπό τας διαταγάς των, και προσέτι τα ιππαγωγά πλοία τα οποία κατά το προλαβόν έτος ο Δαρείος είχε παραγγείλει εις τας φορολογουμένας πόλεις να ναυπηγήσωσιν. Αφού δε εισεβίβασαν τους ίππους και εισήλθεν ο στρατός εις τα πλοία, διευθύνθησαν με εξακοσίας τριήρεις προς την Ιωνίαν. Εκείθεν ο στόλος δεν ηκολούθησε την ακροθαλασσίαν ώστε να πλεύση κατ' ευθείαν προς τον Ελλήσποντον και την Θράκην, αλλ' αναχωρήσας εκ της Σάμου έπλεε το Ικάριον πέλαγος και διά των νήσων, φοβούμενοι τα μάλιστα, ως νομίζω, τον περίπλουν του Άθωνος, καθότι το προλαβόν έτος, θέλοντες να διέλθωσιν εκείθεν, υπέστησαν πολλάς ζημίας. Εκτός τούτου, τους ηνάγκαζεν εις τούτο και η Νάξος, ήτις εισέτι δεν είχε κυριευθή.
96. Ερχόμενοι από το Ικάριον πέλαγος οι Πέρσαι ήραξαν εις την Νάξον, κατά της οποίας ώφειλον κατά πρώτον να εκστρατεύσωσιν. Οι Νάξιοι ενθυμούμενοι τα προλαβόντα γεγονότα, άφησαν τας κατοικίας των και έφυγον εις τα όρη. Οι δε Πέρσαι ανδραποδίσαντες όσους επρόφθασαν να συλλάβωσιν, ενέπρησαν την πόλιν και τα ιερά. Ταύτα πράξαντες, εστράφησαν κατά των άλλων νήσων.
97. Ενώ δε ούτοι έπραττον ταύτα, οι Δήλιοι αφήσαντες και ούτοι την Δήλον, κατέφυγον εις την Τήνον. Όταν όμως τα πλοία επλησίασαν εις την Δήλον, ο Δάτις όστις προέπλεε δεν τα άφησε να εισέλθωσιν εις τον λιμένα της νήσου, άλλα τα διέταξε να αράξωσιν αντικρύ εις την Ρηνέαν. Μαθών δε πού ήσαν οι Δήλιοι, έπεμψε κήρυκα και τοις είπε τα εξής· «Άνδρες ιεροί, διατί φεύγετε μη κρίνοντές με ορθώς; διότι εγώ και ο ίδιος τοιαύτα φρονώ και τοιαύτας μοι έδωκεν ο βασιλεύς προσταγάς, να μη βλάψω τον τόπον όπου εγεννήθησαν οι δύο θεοί (13), μήτε αυτήν την γην μήτε τους κατοίκους αυτής. Επιστρέψατε λοιπόν εις τας οικίας σας και έχετε την κατοχήν της νήσου σας.» Ταύτα εμήνυσε διά κήρυκος εις τους Δηλίους· μετά δε ταύτα συσσωρεύσας τριακόσια τάλαντα λιβανωτού τα έκαυσεν επί του βωμού.
98. Αφού έπραξε ταύτα ο Δάτις, ακολουθούμενος υπό των Ιώνων και των Αιολέων, διευθύνθη πρώτον κατά των Ερετριέων. Αμέσως μετά την αναχώρησίν του εσείσθη η Δήλος, διά πρώτην και τελευταίαν φοράν μέχρι της εποχής μου, ως έλεγον οι Δήλιοι. Και τούτο βεβαίως ήτο σημείον διά του οποίου ο θεός ηθέλησε να δείξη εις τους ανθρώπους τα κακά όσα έμελλον να συμβώσι· διότι επί της εποχής του Δαρείου του Υστάσπους, και του Ξέρξου του Δαρείου, και του Αρταξέρξου του Ξέρξου, των τριών τούτων γενεών κατά συνέχειαν, συνέβησαν εις την Ελλάδα πλειότερα κακά ή όσα κατά τας άλλας είκοσι γενεάς τας προ του Δαρείου, τα μεν υπό των Περσών γενόμενα, τα δε υπ' αυτών των κορυφαίων Ελλήνων εριζόντων περί της αρχής. Ώστε ουδόλως παράδοξον εάν εσείσθη η Δήλος, ούσα πρότερον ακίνητος. Προσέτι και εις χρησμόν τινα ήτο γεγραμμένον περί αυτής το εξής «Θ α - κ ι ν ή σ ω - κ α ι - τ η ν - Δ ή λ ο ν - ή τ ι ς - δ ε ν - ε κ ι ν ή θ η - π ρ ό τ ε ρ ον.» Σημαίνουσι δε τα ονόματα ταύτα εις την Ελληνικήν γλώσσαν, το μεν Δαρείος ισχυρός, το δε Ξέρξης πολεμικός, το δε Αρταξέρξης πολεμικώτατος. Τοιουτοτρόπως θα ηδύναντο οι Έλληνες να ονομάσωσιν ορθώς κατά την γλώσσαν των τους βασιλείς τούτους.
99. Οι δε βάρβαροι αναχθέντες εκ της Δήλου προσήγγιζον εις τας νήσους, και εντεύθεν παρελάμβανον στρατόν και ελάμβανον ομήρους τους παίδας των νησιωτών. Ότε δε περιπλεύσαντες τας νήσους έφθασαν εις την Κάρυστον, επειδή οι Καρύστιοι δεν έδιδον ομήρους και είπον ότι δεν στέλλουσι στρατόν εναντίον πόλεων γειτονικών, ως ωνόμαζον την Ερέτριαν και τας Αθήνας τότε επολιόρκησαν αυτούς και κατέστρεφον την χώραν των, μέχρις ου υπέκυψαν εις την θέλησιν των Περσών.
100. Οι δε Ερετριείς ακούσαντες ότι ο Περσικός στόλος έπλεε κατ' αυτών, εζήτησαν συνδρομήν παρά των Αθηναίων· οι δε Αθηναίοι δεν ηρνήθησαν την επικουρίαν, αλλά τοις έπεμψαν βοηθούς τους τετρακισχιλίους άνδρας οίτινες είχον λάβει διά κλήρου την χώραν των ιπποβοτών Χαλκιδέων. Τα βουλεύματα όμως των Ερετριέων δεν ήσαν συνετά· αφ' ενός εμήνυον τους Αθηναίους να έλθωσιν εις βοήθειάν των, αφ' ετέρου είχον άλλα διάφορα σχέδια. Οι μεν ήθελον να αφήσωσι την πόλιν και να φύγωσιν εις τα όρη της Ευβοίας, οι δε, ελπίζοντες να ανταμειφθώσιν από τους Πέρσας, ητοιμάζοντο εις προδοσίαν. Ιδών δε τι συνέβαινεν εις αυτούς ο Αισχίνης του Νόθωνος, είς των πρώτων της πόλεως, εφανέρωσεν εις τους Αθηναίους όλην την παρούσαν των κατάστασιν και τους παρεκάλεσε να αναχωρήσωσι διά να μη απολεσθώσι και αυτοί. Οι Αθηναίοι επείσθησαν εις τον Αισχίνην ταύτα συμβουλεύσαντα, και αυτοί μεν περάσαντες εις τον Ωρωπόν, εξησφάλισαν την σωτηρίαν των.
101. Οι δε Πέρσαι, ελθόντες διά θαλάσσης, ηγκυροβόλησαν εις τας Ταμύνας, Χοιρέας και Αιγίλια της Ερετρικής χώρας· προσεγγίσαντες δε εις ταύτα τα μέρη, εξέβαλον αμέσως τους ίππους και ητοιμάζοντο να επιτεθώσι κατά των εχθρών. Οι Ερετριείς μήτε να αντεπεξέλθωσι μήτε να πολεμήσωσιν εσκέφθησαν, αλλά μόνον πώς να διαφυλάξωσιν ει δυνατόν τα τείχη των, καθότι η γνώμη των περισσοτέρων ήτο να μη αφήσωσι την πόλιν. Κρατεράς δε προσβολής γενομένης κατά του τείχους, πολλοί έπιπτον εκατέρωθεν επί έξ ημέρας, τη δε εβδόμην ο Εύφορβος του Αλκιμάχου και ο Φίλαγρος του Κυνέου, άνδρες έγκριτοι μεταξύ των πολιτών, προδίδουσι την πόλιν εις τους Πέρσας, οίτινες εισελθόντες τα μεν ιερά εσύλησαν και έκαυσαν, εκδικούμενοι διά τα καυθέντα εις τας Σάρδεις ιερά, τους δε ανθρώπους εξηνδραπόδισαν κατά τας εντολάς του Δαρείου.
102. Αφού δε εγένοντο κύριοι της Ερετρίας και έμειναν εκεί ολίγας ημέρας, έπλευσαν έπειτα προς την Αττικήν σπεύδοντες και ελπίζοντες να μεταχειρισθώσι τους Αθηναίους ως μετεχειρίσθησαν τοις Ερετριείς. Επειδή δε ο Μαραθών ήτο μέρος της Αττικής επιτηδειότατον διά το ιππικόν και έκειτο πλησιέστατα της Ερετρίας, ωδήγησεν αυτούς εκεί ο Ιππίας του Πεισιστράτου.
103. Άμα δε έμαθον τούτο οι Αθηναίοι, έδραμον και αυτοί εις τον Μαραθώνα. Ωδήγουν δε αυτούς στρατηγοί δέκα, και ο δέκατος ήτο ο Μιλτιάδης του οποίου, ο πατήρ, Κίμων του Στησαγόρου, είχεν εξορισθή εκ των Αθηνών υπό του Πεισιστράτου του Ιπποκράτους. Ούτος, ενώ ήτο φυγάς, συνέβη να νικήση εις τα Ολύμπια με τέθριππον, την δε νίκην ταύτην μολονότι εκέρδησεν αυτός, έδωκεν εις τον ομομήτριον αδελφόν του Μιλτιάδην. Κατά την ακόλουθον Ολυμπιάδα, νικήσας πάλιν με τας ιδίας ίππους, παρεχώρησεν εις τον Πεισίστρατον να ανακηρυχθή νικητής, και τοιουτοτρόπως αφήσας εις αυτόν την νίκην, εφιλιώθη και κατέβη εις την πατρίδα του. Κερδίσας δε και άλλην Ολυμπιάδα με τας αυτάς ίππους εφονεύθη υπό των υιών του Πεισιστράτου, ότε δεν έζη πλέον αυτός ο Πεισίστρατος. Τον εφόνευσαν δε διά νυκτός προς το μέρος του πρυτανείου, κρύψαντες εκεί ανθρώπους. Και ετάφη ο Κίμων προ του άστεως, πέραν της οδού της καλουμένης διά Κοίλης αντικρύ δε αυτού ετάφησαν αι ίπποι εκείναι, αίτινες ενίκησαν τρεις Ολυμπιάδας. Τοσάκις είχον νικήσει άλλοτε και αι ίπποι του Ευαγόρου υιού του Λάκωνος, αλλ' ήσαν αι μόναι. Και ο μεν πρεσβύτερος των υιών του Κίμωνος Στησαγόρας ευρίσκετο τότε παρά τω πατρικώ θείω του Μιλτιάδη εις την Χερσόνησον, ο δε νεώτερος παρ' αυτώ τω Κίμωνι εις τας Αθήνας, έχων το όνομα Μιλτιάδης από του οικιστού της Χερσονήσου Μιλτιάδου.
104. Ούτος λοιπόν ο Μιλτιάδης, ελθών εκ της Χερσονήσου, ήτο τότε στρατηγός των Αθηναίων αφού διέφυγε δις τον θάνατον· πρώτον ότε οι Φοίνικες, έχοντες μεγάλην επιθυμίαν να τον συλλάβωσι και τον φέρωσιν εις τον βασιλέα, τον κατεδίωξαν μέχρι της Ίμβρου· δεύτερον ότε αποφυγών αυτούς έφθασεν εις την πατρίδα του όπου ενόμισεν ότι εσώθη, οι δε εχθροί του τον υπεδέχθησαν ενάξαντες εις το δικαστήριον και κατηγορήσαντες αυτόν ότι ετυράννευσε της Χερσονήσου. Διαφυγών όμως και τούτους, εγένετο στρατηγός των Αθηναίων εκλεχθείς υπό του δήμου.
105. Και πρώτον μεν, ενώ οι στρατηγοί ήσαν ακόμη εις την πόλιν, έπεμψαν εις Σπάρτην τον κήρυκα Φειδιππίδην, Αθηναίον, όστις ήτο και ταχυδρόμος επιτηδειότατος. Εις τούτον — ως ο ίδιος Φειδιππίδης διηγείτο και ανήγγειλεν εις τους Αθηναίους — ενεφανίσθη ο Παν περί το Παρθένιον όρος το υπεράνω της Τεγέας, και προσαγορεύσας αυτόν ονομαστί, τον διέταξε να ερωτήση τους Αθηναίους διατί δεν φροντίζουσι περί αυτού ποσώς, ενώ είναι εύνους προς αυτούς και εις πολλάς περιστάσεις τοις εφάνη χρήσιμος και θα τους ωφελήση και εις αυτήν την περίστασιν. Οι Αθηναίοι επίστευσαν εις τα λεχθέντα, και όταν ησύχασαν τα πράγματα έκτισαν κάτωθεν της ακροπόλεως ναόν του Πανός, τιμώντες αυτόν δι' επετείων θυσιών και αγώνων λαμπαδικών.
106. Ούτος δε ο Φειδιππίδης πεμφθείς τότε υπό των στρατηγών όπως εκτελέση την υπηρεσίαν εκείνην εις την οποίαν, ως διηγήθη, τω επεφάνη ο Παν, έφθασεν εις δύο ημέρας από την πόλιν των Αθηναίων εις την Σπάρτην. Παρουσιασθείς δε εις τους άρχοντας είπεν· «Ω Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι σας παρακαλούσι να τους βοηθήσετε και να μη αφήσετε αρχαιοτάτην πόλιν της Ελλάδος να δουλωθή υπό βαρβάρων. Η Ερέτρια ηνδραποδίσθη και η Ελλάς εγένετο ασθενεστέρα ένεκα της απωλείας αξιολόγου πόλεως.» Είπε λοιπόν τα εντεταλμένα, και εκείνοι ενέκρινον μεν να βοηθήσωσι τους Αθηναίους, πλην ήτο αδύνατον να πράξωσι τούτο αμέσως, καθότι δεν ήθελον να παραβιάσωσι τον νόμον. Ήτο τωόντι εννάτη του μηνός, και είπον ότι δεν ηδύναντο να εκστρατεύσωσι πριν γίνη πλήρης ο κύκλος της σελήνης. Και ούτοι μεν περιέμενον την πανσέληνον.
107. Ο δε Ιππίας του Πεισιστράτου ωδήγησε τους βαρβάρους εις τον Μαραθώνα, ιδών την προλαβούσαν νύκτα το εξής όνειρον. Τω εφάνη ότι συνεκοιμήθη μετά της μητρός του και εκ του ονείρου τούτου εσυμπέρανεν ότι θα επανέλθη εις τας Αθήνας, ότι θα αναλάβη πάλιν την αρχήν, και ότι θα αποθάνη εις την κατοικίαν του γηραιός. Ταύτα εσυμπέρανεν εκ του δράματος. Τότε δε οδηγών τον στρατόν αφ' ενός μεν εξήγαγε τους αιχμαλώτους της Ερετρίας εις την νήσον των Στυρέων την καλουμένην Αιγίλιαν, αφ' ετέρου δε προσώρμιζε τα πλοία εις τον Μαραθώνα και παρέτασσε τους βαρβάρους εις μάχην καθ' όσον απέβαινον. Ενώ επεστάτει ταύτα τω επήλθε πταρμός και βηξ ισχυρότερος του συνήθους, και επειδή ήτο πλέον γέρων οι περισσότεροι οδόντες του εσείσθησαν· υπό της βίας δε του βηχός ετινάχθη είς εξ αυτών και έπεσεν εις την άμμον. Ο Πεισίστρατος πολλήν φροντίδα κατέβαλε διά να τον εύρη, αλλ' επειδή δεν ευρίσκετο ουδαμού, αναστενάξας είπε προς τους παρισταμένους. «Η γη αύτη δεν είναι ημετέρα ούτε θα δυνηθώμεν να την υποτάξωμεν· όσον δε μέρος μοι ήτο επιτετραμμένον να ελπίζω, το κατέχει ο οδούς.»
108. Ο μεν Ιππίας λοιπόν ούτως ενόμισεν ότι ηλήθευσε το όνειρόν του· εις δε τους Αθηναίους, παρατεταγμένους εις το τέμενος του Ηρακλέους, ήλθον πανδημεί οι Πλαταιείς ως επίκουροι, καθότι οι Πλαταιείς είχον αφιερωθή εις τους Αθηναίους οίτινες πολλούς αγώνας είχον αναλάβει δι' αυτούς. Αφιερώθησαν δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· πιεζόμενοι υπό των Θηβαίων, κατ' αρχάς μεν προσεφέρθησαν εις τον Κλεομένη του Αναξανδρίδου και τους Λακεδαιμονίους οίτινες έτυχον να ευρίσκωνται εις τα περίχωρα. Αλλ' ούτοι δεν τους εδέχθησαν και τοις είπον τα εξής· «Ημείς κατοικούμεν μακράν και η βοήθειά μας πιθανόν να σας βλάψη, καθότι πολλάκις ειμπορείτε να υποδουλωθήτε πριν το μάθωμεν ημείς. Σας συμβουλεύομεν λοιπόν να αφιερωθήτε εις τους Αθηναίους οίτινες είναι πλησιόχωροι και ισχυροί διά να σας βοηθήσωσι.» Συνεβούλευον δε ταύτα οι Λακεδαιμόνιοι ουχί τόσον υπό ευνοίας προς τους Πλαταιείς, αλλ' επί τω σκοπώ να προξενήσωσι κόπους εις τους Αθηναίους φέροντες αυτούς εις θέσιν να συμπλακώσι με τους Βοιωτούς. Οι μεν Λακεδαιμόνιοι λοιπόν ταύτα συνεβούλευον τους Πλαταιείς, ούτοι δε δεν εδυσπίστησαν, και περιμείναντες την στιγμήν καθ' ην οι Αθηναίοι ετέλουν θυσίας εις τους δώδεκα θεούς εκάθισαν ως ικέται εις τον βωμόν και αφιέρωσαν εαυτούς. Μαθόντες ταύτα οι Θηβαίοι εξεστράτευσαν κατά των Πλαταιέων· αλλ' οι Αθηναίοι έσπευσαν εις βοήθειάν των. Ενώ δε έμελλον να συμπλακώσι, τους εμπόδισαν οι Κορίνθιοι, διότι παρατυχόντες εκεί και γενόμενοι δεκτοί υπ' αμφοτέρων των μερών ως διαιτηταί τους συνεβίβασαν και έθεσαν τα όρια της χώρας υπό τας εξής συμφωνίας· οι Θηβαίοι να αφίνωσιν ελευθέρους τους Βοιωτούς, όσοι δεν ήθελον να ανήκωσιν εις την Βοιωτίαν. Και οι μεν Κορίνθιοι ταύτα αποφασίσαντες ανεχώρησαν· τους δε Αθηναίους επιστρέφοντας εκτύπησαν οι Βοιωτοί, αλλ' ενικήθησαν εις την μάχην, και τότε οι νικηταί ηύξησαν μέχρι του Ασωπού ποταμού και των Υσιών τα όρια τα οποία οι Κορίνθιοι είχον προσδιορίσει διά την χώραν των Πλαταιέων. Είχον λοιπόν παραδοθή οι Πλαταιείς εις τους Αθηναίους κατά τον τρόπον τον οποίον ανέφερα, και τότε ήλθαν εις τον Μαραθώνα ως βοηθοί των.
109. Δύο γνώμαι υπήρχον μεταξύ των Αθηναίων στρατηγών· οι μεν δεν ήθελον να πολεμήσωσι λέγοντες ότι ήσαν ολίγοι διά να συμπλακώσι με τον στρατόν των Μήδων, οι άλλοι ήθελον τούτο, και μεταξύ αυτών ήτο και ο Μιλτιάδης. Ήσαν λοιπόν διηρημένοι και τούτου ένεκα μάλιστα, ενίκα η χείρων των γνωμών· ευτυχώς έμενεν ενδέκατος ψηφοφόρος, εκείνος όστις διά της ψήφου του δήμου ανελάμβανε το αξίωμα του πολεμάρχου, και ήτο τότε πολέμαρχος ο Καλλίμαχος ο Αφιδναίος. Προς αυτόν παρευθείς ο Μιλτιάδης είπε τα εξής· «Παρά σού εξαρτάται, ω Καλλίμαχε, ή να καταδουλώσης τας Αθήνας ή να καταστήσης αυτάς ελευθέρας και να αφήσης μνήμην αιωνίαν οποίαν δεν άφησαν ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, διότι αφότου υπάρχουσιν οι Αθηναίοι ουδέποτε διέτρεξαν τοιούτον μέγιστον κίνδυνον. Εάν μεν υποκύψωσιν εις τους Μήδους, είναι γνωστόν τι θα πάθωσι παραδεδομένοι εις τον Ιππίαν, αλλ' εάν περισωθή η πόλις είναι αρκετά ισχυρά ώστε να γίνη πρώτη των Ελληνίδων πόλεων. Πώς θα συμβώσι ταύτα και πώς παρά σου εξαρτάται η εκτέλεσις αυτών, θα σε είπω αμέσως. Δύο γνώμαι υπάρχουσι μεταξύ των στρατηγών· οι μεν θέλουσι να πολεμήσωμεν, οι δε να μη πολεμήσωμεν. Εάν μεν δεν πολεμήσωμεν, φοβούμαι μήπως αναφυή διχόνοιά τις και κλονίση τας πεποιθήσεις των Αθηναίων ώστε να μηδίσωσιν· εάν όμως πολεμήσωμεν πριν διαφθαρή η καρδία πολιτών τίνων, δυνάμεθα, εάν οι θεοί μείνωσιν ουδέτεροι, να νικήσωμεν εις την μάχην. Εις σε λοιπόν στηρίζονται όλα ταύτα και από σου εξαρτώνται. Εάν προστεθής τη εμή γνώμη, έχεις πατρίδα ελευθέραν και πόλιν πρώτην των Ελληνίδων· εάν όμως προτιμήσης την γνώμην των μη σπευδόντων την μάχην, θέλεις έχει τα εναντία εκείνων τα οποία ανέφερα.»
110. Ταύτα λέγων ο Μιλτιάδης προσλαμβάνει με το μέρος του τον Καλλίμαχον· προστεθείσης δε της γνώμης του πολεμάρχου, απεφασίσθη να πολεμήσωσι. Μετά ταύτα οι στρατηγοί, οι ψηφίσαντες υπέρ της μάχης, καθ' όσον ήρχετο η σειρά εκάστου να έχη την αρχηγίαν της ημέρας, παρέδιδον αυτήν εις τον Μιλτιάδην όστις καίπερ δεχόμενος δεν έδιδε μάχην μέχρις ου έφθασεν η ημέρα της ιδικής του αρχηγίας.
111. Ότε δε περιήλθεν η αρχηγία εις αυτόν, τότε παρέταξε τους Αθηναίους εις μάχην κατά τον ακόλουθον τρόπον· του μεν δεξιού κέρατος ηγεμών ήτο ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, διότι ούτως είχε τότε παρά τοις Αθηναίοις ο νόμος, να έχη ο πολέμαρχος το δεξιόν κέρας· κατόπιν δ' αυτού ήσαν αι φυλαί, η μία πλησίον της άλλης· τελευταίοι δε ετάχθησαν οι Πλαταιείς, έχοντες το αριστερόν κέρας. Από ταύτης της μάχης, όταν οι Αθηναίοι τελώσι τας θυσίας και τας πανηγύρεις αίτινες επαναλαμβάνονται κατά πενταετίαν, ο Αθηναίος κήρυξ εύχεται λέγων· «Είθε να δίδωσιν οι θεοί τα αγαθά εις τους Αθηναίους και εις τους Πλαταιείς ομού.» Όταν ο στρατός των Αθηναίων παρετάχθη εις μάχην, αι τάξεις αυτού εξηπλώθησαν όσον και αι τάξεις των Μήδων· τοιουτοτρόπως το κέντρον εσχηματίζετο υπό ολίγων μόνον τάξεων κατά βάθος και ήτο το ασθενέστερον μέρος του στρατού, αμφότερα όμως τα κέρατα είχον αρκετόν πλήθος και ήσαν ισχυρά.
112. Αφού έλαβον τας θέσεις των και οι οιωνοί εφάνησαν αίσιοι, οι Αθηναίοι αφέθησαν και επροχώρησαν κατά των βαρβάρων με βήμα ταχύ· το δε μεταξύ των δύο στρατών διάστημα δεν ήτο ολιγώτερον των οκτώ σταδίων. Οι Πέρσαι βλέποντες τους εναντίους ερχομένους με βήμα ταχύ, ητοιμάζοντο να δεχθώσι την επίθεσιν και ενόμιζον ότι τους κατέλαβε παραφροσύνη, και παραφροσύνη ολεθρία, διότι έβλεπον ότι ήσαν ολίγοι, και τόσοι όντες ήρχοντο με σπουδήν, χωρίς να έχωσιν ούτε ιππικόν ούτε τοξότας. Ταύτα εσυμπέραινον οι βάρβαροι. Οι δε Αθηναίοι, άμα επλησίασαν αθρόοι τους βαρβάρους, ήρχισαν την μάχην και επολέμησαν με ανδρίαν αξίαν μνήμης, διότι πρώτοι πάντων των Ελλήνων όσους ημείς γνωρίζομεν επέπεσαν με βήμα ταχύ κατά των πολεμίων, και πρώτοι επίσης είδον αταράχως την Μηδικήν ενδυμασίαν και τους φορούντας αυτήν άνδρας. Μέχρι τότε, και το όνομα μόνον των Μήδων ακουόμενον επροξένει φόβον εις τους Έλληνας.