← Table of contents
Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I ΗΡΟΔΟΤΟΥ (continued 7)

Reading edition

74. Εκ τούτου του δήμου ήτο ο Σωφάνης όστις ηρίστευσε τότε μεταξύ των Αθηναίων. Διηγούνται δε την αρίστευσιν του κατά δύο τρόπους· οι μεν είπον ότι εκ του ζωστήρος του θώρακος είχε δεδεμένην άγκυραν σιδηράν με άλυσιν χαλκίνην· ταύτην δε, ότε ερχόμενος επλησίαζε τους πολεμίους, έρριπτε και εστήριζεν εις την γην, διά να μη δύνανται οι εναντίοι εις τας εφόδους των να τον μετακινώσιν εκ της τάξεως· ότε δε εγίνετο φυγή των πολεμίων και ήθελεν ο ίδιος, εσήκονε την άγκυραν και ούτω τους κατεδίωκεν. Ούτος λέγουσιν ότι ήτο ο είς τρόπος· ο δε άλλος διέφερεν από τον πρότερον λεχθέντα. Λέγουσιν ότι δεν είχεν άγκυραν σιδηράν δεδεμένην εκ του θώρακος, αλλ' έμβλημα αγκύρας επί της ασπίδος του την οποίαν περιέστρεφε πανταχού και δεν άφινεν ουδ' επί στιγμήν ακίνητον.

75. Ο Σωφάνης ούτος έχει πράξει και έτερον έργον. Ότε οι Αθηναίοι επολιόρκουν την Αίγιναν, εφόνευσεν εις μονομαχίαν τον Αργείον Ευρυβάτην, νικητήν πεντάθλου. Αυτός ούτος ο Σωφάνης όστις εφάνη τόσον γενναίος, εφονεύθη βραδύτερον υπό των Ηδωνών εις την Δάτον, ότε διοικών τους Αθηναίους μετά του Λεάγρου του Γλαύκωνος, εμάχετο περί των χρυσών μεταλλείων.

76. Ότε οι βάρβαροι κατετροπώθησαν εις τας Πλαταιάς υπό των Ελλήνων, ήλθεν εκεί αυτόμολος εις τους τελευταίους τούτους γυνή τις, ήτις ούσα παλλακή του Πέρσου Φαρανδάτου του Τεάσπιος, άμα έμαθεν ότι κατεστράφησαν οι Πέρσαι και ενίκησαν οι Έλληνες, κοσμηθείσα διά πολλών χρυσών κοσμημάτων και φορέσασα τα κάλλιστα ενδύματά της, αύτη και αι θεράπαιναί της, κατέβη εκ της αρμαμάξης και ήλθεν εις τους Λακεδαιμονίους, εισέτι ασχολουμένους να φονεύωσιν. Είδεν ότι ο Παυσανίας διεύθυνεν εκεί τα πάντα και εκ τούτου, τον ανεγνώρισεν, ηξεύρουσα προηγουμένως το όνομά του και την πατρίδα του, καθό ακούσασα πολλάκις να γίνεται λόγος περί αυτών εναγκαλισθείσα λοιπόν τα γόνατά του, τω είπε· «Βασιλεύ της Σπάρτης, λύτρωσον την ικέτιδά σου εκ της δουλείας της αιχμαλωσίας· με ωφέλησας ήδη μεγάλως καταστρέψας τους ανθρώπους τούτους οίτινες δεν εσέβοντο ούτε δαίμονας ούτε θεούς. Εγεννήθην εις την Κω και είμαι θυγάτηρ του Ηγητορίδου υιού του Ανταγόρου· με ήρπασε δε βιαίως ο Πέρσης εκ της πατρίδος μου και με είχεν.» Ο δε Παυσανίας απεκρίθη ούτω· «Γύναι, μη φοβού, πρώτον μεν ως ικέτις, και προς τούτοις, εάν ήναι, αληθή όσα λέγεις, ως θυγάτηρ του Κώου Ηγητορίδου, όστις εξ όλων των εις την νήσον ταύτην κατοικούντων είναι ο προσφιλέστατος ξένος μου.» Ταύτα ειπών, τότε μεν την παρέδωκεν εις τους ευρισκομένους εις το στρατόπεδον εφόρους, ύστερον δε την απέπεμψεν εις την Αίγιναν όπου αυτή ήθελε να μεταβή.

77. Αμέσως μετά την άφιξιν της γυναικός έφθασαν οι Μαντινείς, αφού τα πάντα είχον τελειώσει. Μαθόντες δε ότι ήλθον μετά την μάχην, ελυπήθησαν πολύ και είπον ότι είναι άξιοι τιμωρίας· έπειτα δε ακούσαντες ότι έφυγεν ο Αρτάβαζος με τους Μήδους, κατεδίωξαν αυτούς μέχρι Θεσσαλίας, μολονότι οι Λακεδαιμόνιοι απαγόρευσαν την καταδίωξιν των φευγόντων. Επιστρέψαντες εις την χώραν των, κατεδίκασαν τους στρατηγούς των εις εξορίαν. Μετά τους Μαντινείς δε ήλθον οι Ηλείοι, οίτινες ωσαύτως ανεχώρησαν λυπηθέντες, και επιστρέψαντες εις την πατρίδα των εξώρισαν τους στρατηγούς των. Ταύτα τα κατά τους Μαντινείς και τους Ηλείους.

78. Εις δε το εν Πλαταιαίς στρατόπεδον των Αιγινητών ήτο ο Λάμπων του Πύθου, εις των προκρίτων της Αιγίνης, όστις συλλαβών σκέψεων ανοσιωτάτην, ηθέλησε να ομιλήση προς τον Παυσανίαν πλησιάσας λοιπόν εύρον μετά σπουδής τω είπεν· «Ω παι του Κλεομβρότου, κατωρθώσας έργον υπερφυές διά το μέγεθος και το κάλλος· θεός τις βεβαίως ηθέλησε να λυτρώσης την Ελλάδα και να αφήσης την λαμπροτέραν φήμην από όσας ημείς ηξεύρομεν. Αλλ' εις τα γενόμενα πρόσθες και τούτο όπερ μένει να πράξης, διά να προσκτήσης φήμην μεγαλειτέραν και να μη τολμά εις το εξής κανείς βάρβαρος να πράττη κατά των Ελλήνων έργα ανόσια. Αποθανόντος του Λεωνίδου εις τας Θερμοπύλας, ο Μαρδόνιος και ο Ξέρξης αποκόψαντες την κεφαλήν του ανήρτησαν αυτήν εις πάσσαλον. Αποδίδων λοιπόν συ τα ίσα εις τον Μαρδόνιον, θα επαινεθής πρώτον μεν υπό πάντων των Σπαρτιατών, έπειτα δε και υπό των άλλων Ελλήνων· καθότι εάν ανασκολοπίσης τον Μαρδόνιον, εκδικείσαι τον θείον σου Λεωνίδαν.» Ο μεν Λάμπων ταύτα έλεγε, νομίζων ότι ευαρεστεί τον Παυσανίαν.

79. Αλλ' ο Παυσανίας απεκρίθη ως εξής· «Ω ξένε μου Αιγινήτα, επαινώ μεν την ένδοιαν και την πρόβλεψίν σου, η συμβουλή σου όμως δε είναι αγαθή τωόντι, αφού ανύψωσας και εμέ και την πατρίδα και το έργον, με ρίπτεις έπειτα εις το μηδέν, παραινών με να ατιμάσω νεκρόν, και λέγων ότι εάν πράξω τούτο θα επαινεθώ περισσότερον. Τοιαύται όμως πράξεις αρμόζουσι μάλλον εις τους βαρβάρους ή εις τους Έλληνας, και πάλιν τους μεμφόμεθα όταν τας πράττωσι. Ποτέ να μη αξιωθώ να φανώ ευάρεστος διά τοιούτων ανοσιοτήτων εις τους Αιγινήτας και εις τους αρεσκομένους εις ταύτας· με αρκεί να ευαρεστώ εις τους Σπαρτιάτας, όσια πράττων και όσια λέγων. Ο δε Λεωνίδας τον οποίον με παραινείς να εκδικήσω, ούτος εξεδικήθη λαμπρώς· αυτός και οι μετ' αυτού εν Θερμοπύλαις τελευτήσαντες εξεδικήθησαν διά του θανάτου απείρου πλήθους βαρβάρων. Συ δε εάν έχης τοιαύτας συμβουλάς, μη πλησιάσης άλλοτε εις εμέ, και γνώριζε χάριν ότι δεν ετιμωρήθης.»

80. Και ούτος μεν ταύτα ακούσας ανεχώρησεν· ο δε Παυσανίας εκήρυξε να μη εγγίσωσι τα λάφυρα, και διέταξε τους είλωτας να συγκομίσωσιν όλα τα πράγματα εις έν μέρος. Ούτοι δε περιερχόμενοι εις το στρατόπεδον εύρισκον σκηνάς χρυσάς και αργυράς, κλίνας επιχρύσους και επαργύρους, κρατήρας χρυσούς, φιάλας, και άλλα ποτήρια· προσέτι εύρισκον επί αμαξών σάκκους εντός των οποίων εφαίνοντο ότι ήσαν λέβητες χρυσοί και αργυροί, και εκ των φονευμένων ανθρώπων ελάμβανον ψέλια, περιδέραια και ακινάκας χρυσούς, καθότι διά τα πεποικιλμένα ενδύματα ουδείς εφρόντιζε. Τότε οι είλωτες κλέπτοντες πολλά επώλουν ταύτα εις τους Αιγινήτας, όσα δε δεν ηδύναντο να κρύψωσι τα εφανέρονον. Ώστε τα μεγάλα πλούτη των Αιγινητών ταύτην την αρχήν έχουσιν, επειδή ηγόραζον από τους είλωτας τον χρυσόν ως αν ήτο χαλκός.

81. Αφού λοιπόν εσύναξαν όλα τα πολύτιμα πράγματα και εχώρισαν την δεκάτης διά τον εν Δελφοίς θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο χρυσούς τρίπους όστις εστήθη πλησίον του βωμού, επί του τρικεφάλου χαλκίνου όφεως· αφού εχώρισαν την δεκάτην διά τον εν Ολυμπία θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη ο δεκάπηχυς χάλκινος Ζευς· αφού εχώρισαν και άλλην δεκάτην διά τον εν τω Ισθμώ θεόν, εξ ης κατεσκευάσθη χάλκινος Ποσειδών επτάπηχυς· αφού εχώρισαν ταύτας τας δεκάτας, εμοιράσθησαν όλα τα λοιπά, τας παλλακάς των Περσών, τον χρυσόν, τον άργυρον, τούς άλλους θησαυρούς και τα υποζύγια και έκαστος έλαβε το μερίδιον του οποίου εκρίθη άξιος. Ουδείς αναφέρει πόσα κατ' εξαίρεσιν εδόθησαν εις ους αριστεύσαντας εν τη μάχη ταύτη των Πλαταιών· εικάζω όμως ότι εδόθησαν. Εις δε τον Παυσανίαν εδόθησαν δέκα εξ όλων γυναίκες, ίπποι, κάμηλοι, τάλαντα και άλλα πράγματα.

82. Λέγουσι δε ότι εγένετο και το εξής· ότι ο Ξέρξης, φεύγων εκ της Ελλάδος, άφησεν εις τον Μαρδόνιον, όλην την αποσκευήν του, συγκειμένην εκ χρυσού, αργύρου και παραπετασμάτων ποικίλων. Ιδών τα πλούτη ταύτα ο Παυσανίας διέταξε τους αρτοκόπους και τους οψοποιούς να τω ετοιμάσωσι δείπνον απαραλλάκτως ως το ητοίμαζον διά τον Μαρδόνιον. Αφού ούτοι υπήκουσαν, ο Παυσανίας ιδών κλίνας χρυσάς και αργυράς καλώς εστρωμένας, και τραπέζας χρυσάς και αργυράς, και την ετοιμασίαν δείπνου μεγαλοπρεπούς, κατεπλάγη δι' όσα έβλεπε προ των οφθαλμών του, και γελάσας διέταξε τους υπηρέτας του να τω ετοιμάσωσι δείπνον Λακωνικόν. Αφού ητοιμάσθη το δείπνον, επειδή η μεταξύ των δύο διαφορά ήτο μεγάλη, ο Παυσανίας γελών πάντοτε προσεκάλεσε τους στρατηγούς των Ελλήνων. Συνελθόντων δε τούτων, είπε δεικνύων αυτοίς τα δύο ετοιμασθέντα δείπνα· «Άνδρες, Έλληνες, σας συνήγαγον θέλων να σας δείξω την αφροσύνην του Μήδου, όστις τοιαύτην δίαιταν έχων, ήλθε να μας αφαιρέση ταύτην την ευτελή τροφήν. Ταύτα λέγουσιν ότι είπεν ο Παυσανίας εις τους στρατηγούς των Ελλήνων.

83. Πολύν χρόνον μετά ταύτα διάφοροι Πλαταιείς εύρον θήκας πλήρεις χρυσού, αργύρου και άλλων πολυτίμων πραγμάτων. Παρετηρήθη δε και τούτο ύστερον από τας ανακαλύψεις ταύτα, αφού διελύθησαν αι σάρκες των νεκρών και έμειναν τα οστέα γυμνά, οι Πλαταιείς εσύναξαν αυτά εις έν μέρος· μεταξύ τούτων, λοιπόν ευρέθη κεφαλή ουδεμίαν έχουσα ραφήν, αλλ' ούσα εξ ενός μόνου οστού· ευρέθη προσέτι γνάθος, και το άνω μέρος της γνάθου, έχουσα οδόντας μονοφυείς, ήτοι όλους εξ ενός οστού, και τους εμπροσθίους και τους γομφίους. Εφάνησαν και τα οστά ανδρός πενταπήχεως.

84. Την δευτέραν ημέραν το σώμα του Μαρδονίου εγένετο άφαντον. Ποίος το ήρπασε, δεν ηξεύρω να είπω ακριβώς· ήκουσα όμως παρά πολλών και διαφόρων εθνών ανθρώπων ότι έθαψαν τον Μαρδόνιον, και ηξεύρω ότι πολλοί έλαβον μεγάλα δώρα παρά του Αρτόντου, υιού του Μαρδονίου, διά τούτο το έργον. Δεν ηδυνήθην όμως να εξακριβώσω τις εξ αυτών έκλεψε τωόντι και έθαψε τον νεκρόν του Μαρδονίου. Επικρατεί εν τούτοις φήμη τις ότι ήτο ο Εφέσιος Διονυσοφάνης. Οπωσδήποτε ο μεν Μαρδόνιος τοιουτοτρόπως ετάφη.

85. Οι δε Έλληνες αφού εμοιράσθησαν τα λάφυρα εις τας Πλαταιάς έθαψαν τους αυτών νεκρούς, ιδιαιτέρως έκαστον έθνος. Και οι μεν Λακεδαιμόνιοι έκαμον τρεις τάφους· εις τον ένα έθαψαν τους ιρένας (28), εκ των οποίων ήσαν ο Ποσειδώνιος, ο Αμομφάρετος, ο Φιλοκύων και ο Καλλικράτης. Εις τον ένα λοιπόν ετέθησαν οι ιρένες· εις τον δεύτερον οι λοιποί Σπαρτιάται, και εις τον τρίτον οι είλωτες. Ούτοι μεν ούτως ετάφησαν· οι δε Τεγεάται έθαψαν τους δικούς των όλους ομού, ομοίως οι Αθηναίοι, και ομοίως οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι τους φονευθέντας υπό του ιππικού. Και τούτων δεν όλων οι τάφοι ήσαν πλήρεις· όσοι δε τάφοι των άλλων Ελλήνων φαίνονται εις τας Πλαταιάς, ούτοι ως μανθάνω είναι κενοτάφια τα οποία αισχυνόμενοί τινες διά την εκ της μάχης απουσίαν των έκαμον διά να απατώσι τους μεταγενεστέρους, μεταξύ άλλων υπάρχει και τάφος καλούμενος των Αιγινητών, περί του οποίου ήκουσα ότι δέκα έτη μετά την μάχην ταύτην, κατά παράκλησιν των Αιγινητών, έκαμεν ο Πλαταιεύς Κλεάδης του Αυτοδίκου, ων πρόξενος αυτών.

86. Αφού λοιπόν έθαψαν οι Έλληνες τους νεκρούς εις τας Πλαταιάς, αμέσως έκαμον συμβούλιον εις το οποίον απεφάσισαν να στρατεύσωσι κατά των Θηβαίων και να απαιτήσωσι τους μηδίσαντας εξ αυτών, ιδίως τον Τιμαγενίδην και τον Ατταγίνον, οίτινες ήσαν οι αρχηγοί του κόμματος· εάν δε δεν τους δώσωσι, να μη λύσωσι την πολιορκίαν πριν κυριεύσωσι την πόλιν. Αφού απεφάσισαν ταύτα, την ενδεκάτην ημέραν μετά την μάχην έφθασαν και επολιόρκησαν τους Θηβαίους, ζητούντες να τοις παραδώσωσι τους ανθρώπους τούτους· επειδή δε οι Θηβαίοι δεν ήθελον να τους παραδώσωσιν, εδήουν την χώραν των και επετίθεντο κατά του τείχους.

87. Την δε εικοστήν ημέραν, επειδή οι Έλληνες δεν έπαυον βλάπτοντες τους πολιορκουμένους, ο Τιμαγενίδης είπεν εις τους Θηβαίους τα εξής· «Άνδρες Θηβαίοι, επειδή οι Έλληνες έκαμον τοιαύτην απόφασιν, να μη λύσωσι την πολιορκίαν πριν ή τας Θήβας κυριεύσωσιν ή ημάς παραδώσετε εις αυτούς, ας μη πάθη πλειότερα ένεκα ημών η Βοιωτία γη. Εάν χρησιμεύωμεν πρόφασις, εάν κυρίως θέλωσι χρήματα, ας τοις δώσωμεν χρήματα εκ του κοινού, καθότι μετά του κοινού εμηδίσαμεν και ουχί μόνοι· εάν δε τωόντι ζητούσιν ημάς τότε ημείς υπάγομεν προς αυτούς διά να απολογηθώμεν.» Ορθότατοι και έγκαιροι εφάνησαν οι λόγοι των. Όθεν αμέσως οι Θηβαίοι έπεμψαν κήρυκα εις τον Παυσανίαν διά να τω είπωσιν ότι ήσαν έτοιμοι να τω παραδώσωσι τους ανθρώπους.

88. Αφού έκαμαν συνθήκας επί τούτω τω όρω, ο μεν Ατταγίνος απέδρα εκ της πόλεως· αντ' αυτού δε συνέλαβον τα τέκνα του και τα έφερον εις τον Παυσανίαν, όστις τα απέλυσεν ειπών ότι τα τέκνα δεν είναι ένοχα μηδισμού. Οι δε άλλοι όσους παρέδοσαν οι Θηβαίοι, ούτοι μεν ενόμιζον ότι θα λάβωσι την άδειαν να απολογηθώσι και ήλπιζαν να σωθώσι διά χρημάτων· ο Παυσανίας όμως, άμα τους παρέλαβεν, υποπτεύσας ταύτα, διέλυσεν όλον τον στρατόν των συμμάχων, τους δε αιχμαλώτους έφερεν εις την Κόρινθον και τους εθανάτωσε. Ταύτα τα εν Πλαταιαίς και εν Θήβαις γενόμενα.

89. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, φυγών εκ των Πλαταιών, είχεν ήδη προχωρήσει πολύ· ότε δε έφθασεν εις την Θεσσαλίαν, προσεκάλεσαν αυτόν εις φιλοξενίαν οι Θεσσαλοί και τον ηρώτησαν περί του άλλου στρατού, μη ηξεύροντες τι συνέβη εις τας Πλαταιάς. Ο Αρταβάζος ενόησεν ότι εάν τοις έλεγεν όλην την αλήθειαν περί της μάχης, και αυτός θα κινδυνεύση να απολεσθή και το μετ' αυτού στράτευμα, καθότι ουδεμία αμφιβολία υπήρχεν ότι έκαστος ήθελε σπεύσει να κινηθή εναντίον των. Ταύτα σκεπτόμενος ούτε προς τους Φωκείς εμαρτύρησέ τι, και προς τους Θεσσαλούς είπε τα εξής· «Εγώ μεν, ω άνδρες Θεσσαλοί, τρέχω ως βλέπετε να φθάσω όσον τάχιστα εις την Θράκην, και σπεύδω σταλείς εκ του στρατοπέδου μετά των στρατιωτών τούτων δι' υπόθεσιν σπουδαίαν. Αυτός δε ο Μαρδόνιος και ο στρατός αυτού ερχόμενος κατόπιν μου θέλουν φθάσει εντός ολίγου. Τούτον ξενίσατε· και εις αυτόν φανήτε πρόθυμοι, καθότι τούτο πράττοντες δεν θα μεταμεληθήτε εις το μέλλον.» Ταύτα ειπών έλαβε τον στρατόν και ανεχώρησε ταχέως διά της Θεσσαλίας και της Μακεδονίας κατ' ευθείαν εις την Θράκην· σπεύδων δε άφινε τας μεγάλας οδούς και διήρχετο διά των αγρών. Έφθασε δε τοιουτοτρόπως εις το Βυζάντιον, αφού υπέστη πολλάς απωλείας· καθότι άλλοι μεν εκ των στρατιωτών του κατεκόπησαν υπό των Θρακών, άλλοι δε απέθανον υπό του λιμού και του καμάτου. Εκ του Βυζαντίου δε διέβη με πλοιάρια. Ούτος μεν τοιουτοτρόπως επέστρεψεν εις την Ασίαν.

90. Την αυτήν δε ημέραν καθ' ην εγένετο η μάχη των Πλαταιών συνέπεσε να γίνη και εν τη Μυκάλη της Ιωνίας. Ενώ οι Έλληνες ήταν εις την Δήλον με τα πλοία τα υπό την αρχηγίαν του Λακεδαιμονίου Λεωτυχίδου, ήλθον προς αυτούς πρέσβεις εκ της Σάμου, ο Λάμπων του Θρασυκλέους, ο Αθηναγόρας του Αρχεστρατίδου και ο Ηγησίστρατος του Αρισταγόρου πεμφθέντες υπό των Σαμίων εν αγνοία των Περσών και του Θεομήστορος, υιού του Ανδρομάδαντος, τον οποίον οι Πέρσαι είχον καταστήσει τύραννον της Σάμου. Αφού παρουσιάσθησαν ούτοι εις τους στρατηγούς, είπεν ο Ηγησίστρατος πολλά και διάφορα ότι αν τους ίδωσι μόνοι οι Ίωνες, θα αποστατήσωσιν από τους Πέρσας, ότι οι βάρβαροι δεν θα ηδύναντο να αντισταθώσι, και ότι εάν επιμείνωσι, καλλιτέραν άλλην άγραν δεν είναι δυνατόν να εύρωσιν οι Έλληνες. Αναφέρων δε τα ονόματα των κοινών θεών, προέτρεπεν αυτούς να λυτρώσωσιν εκ της δουλείας άνδρας Έλληνας και να διώξωσι τον βάρβαρον. Είπε δε ότι το εύκολον να γίνωσι ταύτα, καθότι τα πλοία των βαρβάρων και κακώς πλέουσι και δεν είναι αξιόμαχα με τα των Ελλήνων, και ότι αυτοί είναι έτοιμοι να μείνωσιν εις τα πλοία των ως όμηροι εάν υποπτεύωσιν οι Έλληνες ότι ζητούσι διά δόλου να τους ελκύσωσιν εις εκείνα μέρη.

91. Επειδή δε ο ξένος Σάμιος επέμενε παρακαλών, ο Λεωτυχίδης, είτε θέλων ν' ακούση, μάντευμά τι εκ των λέξεων του Σαμίου, είτε κατά θείαν έμπνευσιν, τον ηρώτησεν· «Ω ξένε Σάμιε, ποίον είναι το όνομά σου;» Εκείνος, δε απεκρίθη· «Ηγησίστρατος.» Τότε ο Λεωτυχίδης, φοβηθείς μήπως προσθέση περισσότερα, τον διέκοψε και είπεν «Ηγησίστρατος (29)! δέχομαι τον οιωνόν, ω ξένε Σάμιε. Πριν όμως συ και οι μετά σου αναχωρήσετε, δώσατέ μας τα πιστά ότι οι Σάμιοι θα γίνωσι πρόθυμοι σύμμαχοί μας.»

92. Η πράξις παρακολούθησε τον λόγον· καθότι αμέσως οι Σάμιοι έδωκαν τα πιστά και ωρκίσθησαν συμμαχίαν με τους Έλληνας. Τούτων γενομένων οι μεν άλλοι απέπλευσαν, ο δε Λεωτυχίδης εκράτησε τον Ηγησίστρατον διά να πλεύση μετ' αυτού, έχων το όνομά του ως καλόν οιωνόν. Οι δε Έλληνες μείναντες ήσυχοι την ημέραν εκείνην, συνεβουλεύθησαν την ακόλουθον ημέραν τα θύματα τα οποία ήσαν καλά· μάντις δε αυτών ήτο ο Απολλωνιάτης Δηίφονος του Ευηνίου, εκ της εν τω Ιονίω κόλπω Απολλωνίας, εις του οποίου τον πατέρα Ευήνιον ηκολούθησε το εξής.

93. Εις την Απολλωνίαν ταύτην υπάρχουσι πρόβατα ιερά του ηλίου, τα οποία την μεν ημέραν βόσκουσι παρά τον ποταμόν όστις εκ του όρους Λάκμωνος ρέει διά της Απολλωνίας χώρας εις την θάλασσαν πλούσιον του λιμένος Ωρίκου, την δε νύκτα άνδρες εκλελεγμένοι μεταξύ των πολιτών, οι σημαντικώτατοι κατά τον πλούτον και το γένος, ούτοι τα φυλάττουσιν επί ένα εν αυτόν έκαστος· καθότι ένεκα χρησμού τινος, οι Απολλωνιάται πολύ επιμελούνται τα πρόβατα ταύτα, τα οποία κλείουσι την νύκτα εις άντρον τι μακράν της πόλεως, όπου ο Ευήνιος ούτος εκλεχθείς τότε τα εφύλαττεν. Αποκοιμηθείς όμως νύκτα τινά ημέλησε την φυλακήν και εισελθόντες λύκοι εις το άντρον διέφθειρον περί τα εξήκοντα πρόβατα. Όταν ο Ευήνιος είδε τούτο, εσιώπησε και δεν είπε τίποτε εις κανένα, έχων κατά νουν να τα αντικαταστήση δι' άλλων τα οποία ήθελεν αγοράσει. Αλλά το γενόμενον δεν διέλαθε τους Απολλωνιάτας, οίτινες άμα το έμαθον ενήγαγον τον άνθρωπον εις δίκην και τον κατεδίκασαν, διότι εκοιμήθη και ημέλησε την φυλακήν, να στερηθή της δράσεως. Μόλις όμως εξετύφλωσαν τον Ευήνιον, αμέσως μετά ταύτα ούτε τα ποίμνιά των εγέννων, ούτε η γη των έδιδε καρπόν ως πρότερον. Τότε οι πολίται έπεμψαν εις την Δωδώνην και εις τους Δελφούς διά να μάθωσι την αιτίαν της παρούσης συμφοράς· τα δε μαντεία είπον εις αυτούς ότι αδίκως εστέρησαν της οράσεως τον φύλακα των ιερών προβάτων Ευήνιον, ότι αυτοί οι θεοί είχον πέμψει τους λύκους, και ότι δεν θα παύσωσιν εκδικούντες αυτόν ενόσω οι Απολλωνιάται δεν δώσωσι διά την πράξιν των ταύτην ικανοποίησιν, οίαν ο Ευήνιος ήθελε κρίνει δικαίαν· εάν γίνη τούτο, τότε και οι θεοί θα δώσωσιν εις τον Ευήνιον δώρον διά το οποίον θα τον μακαρίζωσι πολλοί άνθρωποι.

94. Τοιούτοι χρησμοί εδόθησαν εις τους Απολλωνιάτας. Ούτοι δε φυλάξαντες αυτούς μυστικούς, επεφόρτισαν πολίτας τινάς να τελειώσωσι την υπόθεσιν, οίτινες και ετελείωσαν αυτήν ως εξής. Καθημένου του Ευηνίου επί έδρας μακράς, ήλθον ούτοι και καθήσαντες πλησίον του ωμίλουν περί διαφόρων άλλων αντικειμένων, μέχρις ου κατέληξαν συλλυπούμενοι αυτόν διά το πάθημά του. Αφού λοιπόν η συνομιλία ήλθεν εις τούτο το αντικείμενον, τον ηρώτησαν ποίαν ικανοποίησιν ήθελε ζητήσει εν περιπτώσει καθ' ην οι Απολλωνιάται ήθελον τω προτείνει δι' όσα τον έκαμον. Ο Ευήνιος, μη γνωρίζων τας αποκρίσεις των θεών, εξελέξατο και είπεν ότι εάν τω εδίδοντο αγροί (και είπε τα ονόματα των πολιτών τους οποίους ήξευρεν ότι είχον δύο κλήρους γης τους καλλίστους εις την Απολλωνίαν) και οίκος τις τον οποίον εγνώριζεν ότι ήτο ο κάλλιστος εν τη πόλει, ταύτα είπεν εάν τω εδίδοντο δεν θα εμνησικάκει του λοιπού και αύτη η ικανοποίησις τω ήρκει, αν εγίνετο. Και ούτος μεν ταύτα είπεν, οι δε παρακαθήμενοι απεκρίθησαν· «Ευήνιε, οι Απολλωνιάται, κατά τον δοθέντα αυτοίς χρησμόν, σοι δίδουσι ταύτα προς ικανοποίησιν της εκτυφλώσεως.» Τότε ο μεν Ευήνιος, εννοήσας εκ των ολίγων τούτων λέξεων όλην την υπόθεσιν, ανεγνώρισεν ότι ηπατήθη και ελυπήθη πολύ· οι δε Απολλωνιάται αγοράσαντες από τους ιδιοκτήτας τω έδοσαν τα κτήματα τα οποία εξελέξατο. Αμέσως δε μετά ταύτα τω εχάρισαν οι θεοί μαντικήν δύναμιν τοιαύτην ώστε εγένετο ονομαστές.

95. Τούτου λοιπόν του Ευηνίου ο υιός Δηίφονος προσελήφθη υπό των Κορινθίων και ήτο μάντις εις τον στρατόν. Ήκουσα όμως και τούτο, ότι οικειοποιούμενος τον τίτλον υιού του Ευηνίου χωρίς να ήναι τοιούτος, περιήρχετο την Ελλάδα και παρείχε τας υπηρεσίας του επί μισθώ.

96. Επειδή λοιπόν τα σημεία εκηρύχθησαν ευνοϊκά εις τους Έλληνας, οι στρατηγοί ανήγαγον τα πλοία εκ της Δήλου εις την Σάμον. Ότε δε έφθασαν εις τους Καλάμους της Σάμου, ούτοι μεν προσωρμίσθησαν πλησίον του Ηραίου το οποίον είναι εις εκείνα τα μέρη και παρεσκευάζοντο εις ναυμαχίαν· οι δε Πέρσαι μαθόντες ότι επλησίαζον οι Έλληνες, έπλευσαν προς την ξηράν μεθ' όλων των πλοίων, πλην των Φοινικικών εις τα οποία επέτρεψαν να αποπλεύσωσι. Νομίζοντες ότι αι δυνάμεις των δεν ήσαν αξιόμαχοι, απεφάσισαν να μη δώσωσι ναυμαχίαν, αλλά να πλησιάσωσιν εις την ήπειρον διά να ώσιν υπό την σκέπην του πεζού στρατού όστις κατείχε την Μυκάλην και όστις τη διαταγή του Ξέρξου είχεν αποσπασθή από τον άλλον στρατόν διά να φυλάττη την Ιωνίαν. Το απόσπασμα τούτο ανέβαινεν εις εξήκοντα χιλιάδας άνδρα, και αρχηγός ήτο ο Τιγράνης όστις υπερέβαινε τους Πέρσας κατά το κάλλος και το μέγεθος. Υπό την σκέπην λοιπόν του στρατού τούτου απεφάσισαν οι στρατηγοί του ναυτικού να καταφύγωσι και ανελκύσαντες εις την γην τα πλοία, να τα περικλείσωσι διά περιφράγματος το οποίον να χρησιμεύση ως οχύρωμα εις τα πλοία και καταφύγιον εις αυτούς.

97. Ταύτα αποφασίσαντες εν συμβουλίω, ανήχθησαν εις το πέλαγος και διήλθον προ του ναού των Σεβαστών (30) όστις είναι επί της παραλίας της Μυκάλης. Έφθασαν δε ούτω εις τας εκβολάς του Γαίσωνος και του Σκολοπόεντος όπου υπάρχει ναός της Ελευσινίας Δήμητρος, τον οποίον ίδρυσεν ο Φίλιστος του Πασικλέους όταν μετά του Νηλέως του Κόδρου μετέβαινε να κτίση την Μίλητον. Εκεί είλκυσαν τα πλοία εις την ξηράν και περιεκύκλωσαν αυτά με περίφραγμα εκ λίθων και ξύλων, κόψαντες προς τούτο δένδρα ήμερα· έμπροσθεν δε του περιφράγματος ενέπηξαν πασσάλους και ήσαν έτοιμοι να πολιορκηθώσι και να νικήσωσι, καθότι είχον προΐδει αμφότερα ταύτα, και κατά συνέπειαν ητοιμάσθηοαν.

98. Οι δε Έλληνες, ως έμαθον ότι οι βάρβαροι απεχώρησαν εις την ήπειρον, ελυπήθησαν διότι διέφυγον και εδίσταζον τι να πράξωσι να επιστρέψωσιν, ή να πλεύσωσι μέχρι του Ελλησπόντου; Τέλος απεφάσισαν να μη πράξωσι μήτε το έν μήτε το άλλο, αλλά να πλεύσωσι κατ' ευθείαν εις την ήπειρον. Ετοιμάσαντες λοιπόν όσα ήσαν αναγκαία προς ναυμαχίαν, και αποβάθρας και τα άλλα απαιτούμενα, έπλευσαν εις την Μυκάλην. Ότε δε επλησίασαν εις το εχθρικόν στρατόπεδον και είδον ότι κανείς δεν εξήρχετο προς απάντησιν των αλλά μόνον πλοία ανειλκυσμένα εις την ξηράν, προασπιζόμενα υπό προφράγματος, και πολύ πεζικόν παρατεταγένον εις το παραθαλάσσιον, τότε πρώτον μεν ο Λεωτυχίδης πλησιάσας με το πλοίον του όσον ηδυνήθη περισσότερον, παρήγγειλε διά κήρυκος εις τους Ίωνας τα εξής· «Άνδρες της Ιωνίας, όσοι δύνασθε να με ακούσετε, προσέξατε εις όσα λέγω, καθότι οι Πέρσαι δεν θα εννοήσωσι βεβαίως τίποτε εξ όσων σας παραγγέλλω. Όταν συμπλακώμεν, πρέπει προ πάντων έκαστος υμών να ενθυμηθή περί της ελευθερίας όλων και ακολούθως το σύνθημα Ήβη (31). Όστις δε εξ υμών δεν είναι παρών διά να με ακούση, ας μάθη ταύτα παρά του ακούσαντος.» Εις την περίστασιν ταύτην ο σκοπός του Λεωτυχίδου ήτο ο αυτός ον έσχεν ο Θεμιστοκλής εις το Αρτεμίσιον, ή να προσελκύσωσι τους Ίωνας διά των ακαταλήπτων τούτων εις τον βάρβαρον λέξεων, ή να καταστήσωσιν αυτούς υπόπτους εν περιπτώσει καθ' ην ήθελον ανακοινωθή εις τους βαρβάρους.

99. Αφού ο Λεωτυχίδης εκήρυξε ταύτα, οι Έλληνες έπραξαν έπειτα τα εξής. Πλησιάσαντες τα πλοία εις την ξηράν απέβησαν εις τον αιγιαλόν. Και ούτοι μεν παρετάσσοντο εις μάχην, οι δε Πέρσαι, άμα είδον τους Έλληνας παρασκευαζομένους εις μάχην και ομιλήσαντας προς τους Ίωνας, πρώτον μεν υποπτεύσαντες τους Σαμίους ότι ευνοούσι τους Έλληνας, τους αφώπλισαν· καθότι όλους τους Αθηναίους τους οποίους μείναντας εις την Αττικήν έλαβον αιχμαλώτους τα στρατεύματα του Ξέρξου και έφερον εις τα πλοία, τούτους λυτρώσαντες οι Σάμιοι και εφοδιάσαντες απέπεμψαν εις τας Αθήνας· ώστε ελευθερώσαντες πεντακοσίας κεφαλάς εκ των εχθρών του Ξέρξου, ήσαν διά τούτο έτι μάλλον ύποπτοι. Δεύτερον δε, επί προφάσει ότι οι Μιλήσιοι εγνώριζον την χώραν, διέταξαν αυτούς να φυλάττωσι τας διόδους τας φερούσας εις τα όρη της Μυκάλης. Έλαβον δε το μέτρον τούτο διά να απομακρύνωσι τους Μιλησίους εκ του πεδίου της μάχης. Με τοιούτους λοιπόν τρόπους προεφυλάσσοντο οι Πέρσαι από τους Ίωνας όσους υπώπτευον ότι παρουσιαζομένης ευκαιρίας ηδύναντο να κάμωσι νεωτερισμόν τινα. Αυτοί δε συνεσώρευσσαν τας ασπίδας των διά να τας έχωσιν ως περίφραγμα.

100. Ότε δε ητοιμάσθησαν οι Έλληνες καθ' όλα, εβάδισαν κατά των βαρβάρων· ενώ δε επλησίαζον, φήμη διεδόθη εις όλον το στρατόπεδον και εφάνη κείμενον επί της παραλίας κηρύκειον. Η απροσδοκήτως ελθούσα αύτη φήμη ήτο η εξής· ότι οι Έλληνες, μαχόμενοι εις την Βοιωτίαν, ενίκησαν τον Μαρδόνιον. Είναι φανερόν, και πολλαί υπάρχουσιν αποδείξεις, ότι εν τω συμβάντι τούτω ενεφιλοχώρησε θεία ενέργεια, αφού η είδησις της καταστροφής των Περσών εν Πλαταιαίς έφθασε την ιδίαν ημέραν εις Μυκάλην, όπου έμελλον να υποστώσι και άλλην ήτταν, διά να εγκαρδιώση περισσότερον τον ελληνικόν στρατόν και να καταστήση αυτόν προθυμότερον εις τον πόλεμον.

101. Παρετηρήθη προσέτι και η εξής σύμπτωσις· αμφότεραι αι μάχαι εγένοντο εις μέρη όπου έτυχον να ευρίσκωνται τεμένη της Ελευσινίας Δήμητρος. Τωόντι εις τας Πλαταιάς, ως είπον ανωτέρω, συνεπλάκησαν πλησίον του ναού της Δήμητρος, το αυτό δε έμελλε να συμβή και εις την Μυκάλην. Η δε διαδοθείσα φήμη περί της νίκης των μετά του Παυσανίου Ελλήνων συνεβιβάζετο με τον χρόνον καθ' ον εγένοντο τα πράγματα· καθότι εις τας Πλαταιάς επολέμησαν περί την πρωίαν, και εις την Μυκάλην προς το εσπέρας. Ότι δε συνέπεσε να γίνωσι ταύτα την αυτήν ημέραν και τον αυτόν μήνα, το έμαθον μετ' ολίγον εξετάζοντες τα πράγματα. Πριν έλθη η φήμη αύτη, ο στρατός ήτο εις μέγαν φόβον ουχί τόσον περί εαυτού όσον περί της Ελλάδος, μήπως πάθη τι αύτη υπό του Μαρδονίου. Άμα όμως διεδόθη εις τας τάξεις η φήμη αύτη, ώρμησαν κατά των εχθρών μετά περισσοτέρας ταχύτητος. Οι Έλληνες λοιπόν και οι βάρβαροι συνεπλάκησαν μετά της αυτής προθυμίας, καθότι άθλα της μάχης ήσαν ο Ελλήσποντος και αι νήσοι.

102. Οι μεν Αθηναίοι και οι πλησίον αυτών τεταγμένοι, το ήμισυ περίπου του στρατού, επροχώρουν διά του αιγιαλού και εδάφους ομαλού· οι δε Λακεδαιμόνιοι και οι μετ' αυτούς τεταγμένοι επροχώρουν διά χαράδρας τινός και των ορέων, ούτως ώστε μέχρις ου οι Λακεδαιμόνιοι κάμνωσι τον κύκλον, οι εις στο έτερον κέρας ήρχισαν ήδη τον πόλεμον. Και ενόσω μεν αι ασπίδες των Περσών ήσαν όρθιαι, οι βάρβαροι ημύνοντο και δεν ήσαν κατώτεροι εις την μάχην· ότε όμως οι Αθηναίοι και οι μετ' αυτών, επιθυμούντες να ανήκη το κατόρθωμα εις αυτούς και όχι εις τους Λακεδαιμονίους, παρακέλευσαν αλλήλους και ώρμησαν προθυμότερον, τότε το πράγμα ήλλαξε φάσιν· καθότι ανατρέψαντες τας ασπίδας επέπεσαν συμπεπυκνωμένοι κατά των Περσών οίτινες εδέχθησαν μεν την επίθεσιν και υπέμειναν επί αρκετήν ώραν αμυνόμενοι, τέλος όμως διεσπάσθησαν και έφυγον εις το τείχος. Οι Αθηναίοι και οι κατόπιν αυτών τεταγμένοι Κορίνθιοι, Σικυώνιοι και Τροιζήνιοι, ηκολούθησαν τους φεύγοντας και προσέβαλον το τείχος. Αφού δε εκυριεύθη και το τείχος, οι βάρβαροι ουδεμίαν πλέον έδειξαν αντίστασιν, αλλ' όλοι οι άλλοι, πλην των Περσών· ετράπησαν εις φυγήν· ούτοι δε μόνοι, μολονότι έμειναν ολίγοι, δεν έπαυσαν πολεμούντες προς τους αδιακόπως εισπίπτοντας εις το τείχος Έλληνας. Εκ των στρατηγών των δύο μεν εσώθησαν, δύο δε εφονεύθησαν· ο Αρταΰντης και ο Ιθαμίτρης, στρατηγοί του ναυτικού, εσώθησαν· ο Μαρδόνιος και ο του πεζού στρατηγός Τιγράνης μαχόμενοι ετελεύτησαν.

103. Εμάχοντο δε εισέτι οι Πέρσας ότε οι Λακεδαιμόνιοι και οι μετ' αυτών επρόφθασαν και απετελείωσαν τα λοιπά. Πολλοί των Ελλήνων έπεσον κατ' αυτήν την ημέραν, ιδίως όλοι οι Σικυώνιοι και ο στρατηγός αυτών Περίλαος. Όσοι δε εκ των Σαμίων, ήσαν εις το Μηδικόν στρατόπεδον και από τους οποίους είχον αφαιρέσει τα όπλα, άμα είδον ότι η μάχη εξ αρχής έκλινε προς το μέρος των Ελλήνων, έπραξαν ό,τι ηδυνήθησαν θέλοντες να ωφελήσωσι και αυτοί τους Έλληνας. Ιδόντες δε οι άλλοι Ίωνες ότι πρώτος οι Σάμιοι έκαμον αρχήν, τότε αποστατήσαντες και αυτοί από τους Πέρσας επετέθησαν κατά των βαρβάρων.

104. Οι δε Μιλήσιοι διετάχθησαν μεν υπό των Περσών να φυλάττωσι τας διόδους χάριν της ιδίας εαυτών σωτηρίας, ίνα εν περιπτώσει καθ' ην ήθελε συμβή ό,τι και συνέβη έχοντες οδηγούς σωθώσι φεύγοντες εις τα όρη της Μυκάλης· επί τω σκοπώ λοιπόν τούτω ετάχθησαν οι Μιλήσιοι εις την θέσιν ταύτην, και προσέτι διά να μη ευρίσκωνται εις το στρατόπεδον και επιχειρήσωσι νεωτερισμόν τινα. Ούτοι όμως έπραξαν παν το εναντίον του προστεταγμένου, καθότι εδείκνυον εις τους βαρβάρους άλλας οδούς αίτινες έφερον αυτούς εις τους πολεμίους, και τέλος πάντων εγένοντο σκληρότατοι εχθροί των φονεύοντες αυτούς. Τοιουτοτρόπως εκ δευτέρου απεστάτησεν η Ιωνία από τους Πέρσας.

105. Εις ταύτην την μάχην μεταξύ των Ελλήνων ηρίστευσαν οι Αθηναίοι, και πάλιν μεταξύ των Αθηναίων ο Ερμόλυκος του Ευθύνου, ανήρ εξασκηθείς εις την πυγμήν και την πάλην. Ούτος ο Ερμόλυκος μετά ταύτα, ότε οι Αθηναίοι είχον πόλεμον με τους Καρυστίους, συνέβη να αποθάνη μαχόμενος εις την Κύρνον της Καρυστίας χώρας και να ταφή εις την Γεραισσόν. Μετά δε τους Αθηναίους ηρίστευσαν οι Κορίνθιοι, οι Τροιζήνιοι και οι Σικυώνιοι.

106. Αφού οι Έλληνες εφόνευσαν τους περισσοτέρους βαρβάρους, άλλους μεν μαχομένους, άλλους δε φεύγοντας, ενέπρησαν τα πλοία και όλον το περίφραγμα, αφού πρώτον εσώρευσαν τα λάφυρα εις τον αιγιαλόν, Επιβιβάσαντες δε τους θησαυρούς και καύσαντες τα πλοία και το στρατόπεδον των εχθρών ανεχώρησαν. Επιστρέψαντες δε εις την Σάμον συνεσκέφθησαν περί της επαναστάσεως των Ιώνων και εάν ήτο κατεπείγον να μετοικίσωσιν αυτούς εις μέρος τι της Ελλάδος, του οποίου κύριοι να ήσαν αυτοί και να αφήσωσι την Ιωνίαν εις τους βαρβάρους· καθότι τους εφαίνετο αδύνατον να κάθηνται πάντοτε και να φρουρώσι τους Ίωνας, άνευ του οποίου καμμίαν ελπίδα δεν είχον οι Ίωνες να απαλλαγώσιν από τον ζυγόν των Περσών. Τεθέντος του ζητήματος τούτου, οι μεν Πελοποννήσιοι αρχηγοί εγνωμάτευσαν ότι έπρεπε να εκδιώξωσιν από τους ελληνικούς λιμένας τους Έλληνας όσοι εμήδισαν και να δώσωσι τα κτήματά των εις τους Ίωνας· οι Αθηναίοι όμως ουδόλως ενέκρινον να μετοικισθώσιν οι Ίωνες, ούτε συνεχώρουν εις τους Πελοποννησίους να δίδωσι γνώμην περί ιδικών των αποικιών. Αντιτειθάντων λοιπόν των Αθηναίων, προθύμως υπεχώρησαν οι Πελοποννήσιοι. Τοιουτοτρόπως οι Σάμιοι, οι Χίοι, οι Λέσβιοι και οι άλλοι νησιώται έκαμον μετ' αυτών συνθήκην συμμαχίας δόντες πίστεις και όρκους ότι δεν ήθελον μεταναστεύσει. Αφού δε έγιναν οι όρκοι ούτοι, ο στόλος απέπλευσε διά να καταστρέψη τας γεφύρας τας οποίας ενόμιζεν εισέτι σώας. Και ούτοι μεν έπλεον εις τον Ελλήσποντον.

107. Όσοι δε εκ των βαρβάρων είχον καταφύγει εις τα όρη της Μυκάλης, οίτινες δεν ήσαν πολλοί, ούτοι εκομίσθησαν εις τας Σάρδεις. Ενώ δε επορεύοντο, ο Μασίστης του Δαρείου, όστις παρευρέθη εις την καταστροφήν του στρατού, έλεγε καθ' οδόν εις τον Αρταΰντην πολλά και κακά, και προς τοις άλλοις ότι κατά την στρατηγίαν εκείνην εφάνη και γυναικός ανανδρότερος και ότι ήτο άξιος παύσης τιμωρίας ως βλάψας τον οίκον του βασιλέως. Παρά τοις Πέρσαις να είπης τινά ανανδρότερον γυναικός, ήναι ύβρις μεγίστη. Όθεν ο Αρταΰντης, ακούσας τούτο και αγανακτήσας, έσυρε τον ακινάκην και ηθέλησε να φονεύση τον Μασίστην· αλλ' ο Αλικαρνασσεύς Ξεναγόρας του Πραξίλου, όστις ίστατο όπισθεν του Αρταΰντου, ιδών αυτόν ορμήσαντα, τον αρπάζει από την μέσην και υψώσας τον ρίπτει κατά γης· συγχρόνως δε έφθασαν οι δορυφόροι του Μασίστου και ετέθησαν έμπροσθέν του. Έπραξε δε ταύτα ο Ξενοκράτης θέλων να κάμη χάριν και εις αυτόν τον Μασίστην και εις τον Ξέρξην, σώζων τον αδελφόν του, και διά τούτο το έργον ο Ξενοκράτης εγένετο άρχων όλης της Κιλικίας, την οποίαν έδοσεν εις αυτόν ο βασιλεύς. Πλην δε τούτου ουδέν άλλο συνέβη καθ' οδόν, αλλ' έφθασαν εις τας Σάρδεις όπου ήτο ο βασιλεύς αφότου νικηθείς εις την ναυμαχίαν έφυγεν από τας Αθήνας και έφθασεν εκεί.

108. Διαμένων δε εις τας Σάρδεις ηράσθη της γυναικός του Μασίστου ήτις και αυτή ήτο εκεί. Με όλα όμως τα μέσα τα οποία μετεχειρίσθη, δεν κατώρθωσε τίποτε, δεν ήθελε δε αφ' ετέρου να μεταχειρισθή βίαν σεβόμενος τον αδελφόν του Μασίστην. Η αυτή ιδέα εκράτει και την γυναίκα. Καθότι ήτο βεβαία ότι βίαν δεν ήθελε μεταχειρισθή κατ' αυτής. Αλλ' ο Ξέρξης παραιτήσας όλα τα άλλα, ενύμφευσε τον υιόν του Δαρείον μετά της θυγατρός της γυναικός ταύτης και του Μασίστου, νομίσας ότι διά του μέσου τούτου ευκολώτερον θα δυνηθή να κατορθώση τον σκοπόν του. Συνάψας λοιπόν τον γάμον τούτον και τελέσας τα νόμιμα, ανεχώρησεν εις τα Σούσα. Ότε δε έφθασεν εκεί και εισήγαγεν εις την οικίαν την γυναίκα του Μασίστου έπαυσεν, έτρεψε δε τον έρωτά του προς την γυναίκα του Δαρείου και θυγατέρα του Μασίστου ήτις και ευχαρίστει τας επιθυμίας του· το όνομα δε της γυναικός ταύτης ήτο Αρταΰντη.

109. Επί τέλους το πράγμα εγένετο γνωστόν κατά τον ακόλουθον τρόπον. Η γυνή του Ξέρξου Άμηστρις, υφάνασα επανωφόριον ευρύ, πολυποίκιλον και αξιοθαύμαστον, προσέφερεν αυτό εις τον Ξέρξην. Ούτος δε, επειδή το ήρεσε πολύ, το εφόρεσε και ήλθεν εις την Αρταΰντην. Ευχαριστηθείς και από αυτήν, τη είπε να τω ζητήση ό,τι θέλει να τη δώση προς αμοιβήν της ευχαριστήσεως την οποίαν τω παρείχε, και την εβεβαίωσεν ότι ήθελεν επιτύχει ό,τι ήθελε ζητήσει. Η δε Αρταΰντη, (επειδή ήτο πεπρωμένον να βλαφθή όλη η οικογένεια αυτής) απεκρίθη προς τον Ξέρξην «Θα με δώσης αρά γε ό,τι ζητήσω;» Εκείνος δε περιμένων να ακούση παν άλλο ή εκείνο το οποίον εζήτησε, τη υπεσχέθη και ώμοσεν. Η δε Αταΰντη, αφού ώμοσεν ο Ξέρξης αφόβως πλέον εζήτησε το επανωφόριον. Ο Ξέρξης πάντα τρόπον μετεχειρίσθη, μη θέλων να το δώση, ουχί δι' άλλο τι, ειμή φοβούμενος την Άμηστριν μήπως τον ανακαλύψη, καθότι και πρότερον αύτη είχε συλλάβει υπονοίας περί των διατρεχόντων. Προσέφερε λοιπόν πόλεις και χρυσόν άφθονον και στρατόν τον οποίον αυτή μόνον να άρχη· συνηθίζεται δε εις την Περσίαν να δίδεται δώρον στρατός. Αλλ' επειδή δεν την έπειθε, τη έδωκε το επανωφόριον. Περιχαρής γενομένη, η Αρταΰντη διά το δώρον, το εφόρεσε και ηγάλλετο.

110. Η Άμηστρις έμαθεν ότι το είχεν αυτή, και μολονότι ενόησε τα συμβαίνοντα, κατ' αυτής μεν της γυναικός καμμίαν οργήν δεν ησθάνθη, νομίζουσα όμως ότι η μήτηρ της ήτο αιτία, και ότι εκείνη ενήργει ταύτα, εμελέτα πώς να την εξολοθρεύση. Φυλάξασα λοιπόν την ημέραν καθ' ην ο Ξέρξης έδιδε δείπνον βασιλικόν (τούτο δε το δείπνον παρασκευάζεται άπαξ του ενιαυτού, καθ' ην ημέραν εγεννήθη ο βασιλεύς, και ονομάζεται Περσιστί μεν Τυκτά, Ελληνιστί δε Τέλειον· τότε μόνον ο βασιλεύς έχει μυρωμένην την κεφαλήν και δίδει δώρα εις τους Πέρσας), ταύτην λοιπόν την ημέραν φυλάξασα η Άμηστρις, εζήτησε παρά του Ξέρξου να τη δοθή η γυνή του Μασίστου. Ο Ξέρξης ζωηράν ησθάνθη θλίψιν να την παραδώση, αφ' ενός μεν διότι ήτο γυνή του αδελφού του, αφ' ετέρου δε διότι ήξευρεν ότι δεν ήτο ένοχος εις το πράγμα τούτο· καθότι ενόησε διατί εζήτησεν αυτήν.

111. Τέλος όμως, επειδή εκείνη μεν επέμενεν ο δε Ξέρξης εβιάζετο από τον νόμον (καθότι δεν είναι δυνατόν, όταν δίδεται δείπνον βασιλικόν, να αποτύχη όστις ήθελε ζητήσει τι), κατένευσεν όλως παρά την θέλησίν του και αφού παρέδωκε την γυναίκα του Μασίστου εις την Άμηστριν, έπραξε τα εξής. Εις εκείνην μεν έδωκε την άδειαν να πράξη ό,τι ήθελεν, αυτός δε προσκαλέσας τον αδελφόν του είπε τα εξής· «Μασίστα, συ είσαι υιός του Δαρείου και εμός αδελφός, προς τούτοις ανήρ αγαθός. Απόπεμψον την γυναίκα μεθ' ης συνοικείς και αντ' αυτής σοι δίδω την εμήν θυγατέρα μεθ' ης να συνοικής· μη έχης δε πλέον γυναίκα αυτήν την οποίαν έχεις τώρα, επειδή ούτω θέλω εγώ. Ο Μασίστης δ' εκπλαγείς επί τοις λόγοις τούτοις, απεκρίθη· «Ω δέσποτα, πόθεν προέρχεται ο άχρηστος ούτος λόγος; διατί με διατάττεις να αποπέμψω γυναίκα κατά την καρδίαν μου, μητέρα τριών υιών νεανιών και θυγατέρων, εξ ων την μίαν κατά την θέλησίν σου έλαβεν ο υιός σου; διατί θέλεις να αποπέμψω αυτήν και να νυμφευθώ την θυγατέρα σου; Εγώ, ω βασιλεύ, μεγάλην τιμήν θεωρώ να γίνω σύζυγός της θυγατρός σου, πλην δεν ειμπορώ να πράξω ούτε το έν ούτε το άλλο, ώστε μη με βιάζης ζητών με τοιούτο πράγμα. Αλλά και διά την θυγατέρα σου θα ευρεθή άλλος ουχί κατώτερός μου και εμέ άφες να έχω την γυναίκα μου.» Ο μεν Μασίστης ταύτα απεκρίθη, ο δε Ξέρξης θυμωθείς επανέλαβεν· «Ούτω φέρεσαι, Μασίστα! Λοιπόν, ούτε την θυγατέρα μου θα σε δώσω εις γυναίκα, ούτε θα συνοικήσης πλειότερον χρόνον μετ' εκείνης την οποίαν έχεις, διά να μάθης να δέχεσαι τα δώρα μου.» Ο δε Μασίστης ταύτα ακούσας εξήλθε τούτο μόνον ειπών· «Δέσποτα, ακόμη δεν με εθανάτωσες.»

112. Εν τούτω δε τω διά μέσου χρόνω, εν τω οποίω ο Ξέρξης συνδιελέγετο μετά του αδελφού του, η Άμηστρις καλέσασα τους δορυφόρους του Ξέρξου ηκρωτηρίαζε την γυναίκα του Μασίστου· κόψασα τους μαστούς της, έρριψεν αυτούς εις τους κύνας ομοίως κόψασα την ρίνα, τα ώτα, τα χείλη και την γλώσσαν, την απέπεμψεν ούτως ηκρωτηριασμένην.

113. Ο δε Μασίστης τίποτε εκ τούτων δεν είχεν ακούσει ακόμη· υποπτεύων όμως ότι ήθελε τω συμβή κακόν τι, έσπευσεν εις την οικίαν του· ιδών δε την γυναίκα του εις τοιαύτην οικτράν κατάστασιν, αμέσως συνεβουλεύθη τους υιούς του και εκίνησε διά τα Βάκτρα μετ' αυτών και μετά τινων άλλων επί τω σκοπώ να επαναστατήση τον Βάκτριον νομόν και να βλάψη τον βασιλέα όσον το δυνατόν περισσότερον· όπερ και ηδύνατο να γίνη, ως νομίζω, εάν επρόφθανε να αναβή εις τους Βακτρίους και τους Σάκας, καθότι ήτο ύπαρχος των Βακτρίων και τον ηγάπων. Ο Ξέρξης όμως μαθών τα διενεργούμενα, έπεμψε κατ' αυτού στρατόν και εφόνευσεν αυτόν, τους υιούς του και την συνοδίαν του. Τοιούτος ο έρως του Ξέρξου και ο θάνατος του Μασίστου.

114. Οι δε Έλληνες, ελθόντες εκ της Μυκάλης εις τον Ελλήσποντον, πρώτον μεν καταληφθέντες υπό τρικυμίας ηγκυροβόλησαν εις το Λεκτόν· εκείθεν δε ήλθον εις την Άβυδον, όπου εύρον τας γεφύρας διαλελυμίας, τας οποίας ενόμιζον ότι θα εύρωσιν ακόμη σώας και διά τούτο ήλθον εις τον Ελλήσποντον. Τότε ο μεν Λεωτυχίδης και οι Πελοποννήσιοι απεφάσισαν να αποπλεύσωσιν εις την Ελλάδα· ο δε Ξάνθιππος και οι Αθηναίοι, μείναντες αυτού, να κάμωσιν απόπειραν κατά της Χερσονήσου. Και ούτως οι μεν απέπλευσαν· οι δε διαβάντες εκ της Αβύδου εις την Χερσόνησον, επολιόρκησαν την Σηστόν.

115. Εις ταύτην δε την Σηστόν, ήτις ήτο η ισχυροτάτη πόλις της χώρας ταύτης, άμα ήκουσαν ότι οι Έλληνες έφθασαν εις τον Ελλήσποντον, συνήλθον πολλοί εκ των πέριξ πόλεων, και ιδίως ο Πέρσης Οιόβαζος εκ της Καρδίας, όπου είχε μεταφέρει το υλικόν των γεφυρών, εφύλαττον δε την Σηστόν επιχώριοι Αιολέες, μεθ' ων ήσαν αναμεμιγμένοι και Πέρσαι και πολλοί εκ των άλλων συμμάχων.

116. Ετυράννευε δε του νομού τούτου ο ύπαρχος του Ξέρξου Αρταΰκτης, ανήρ μεν Πέρσης, σκληρός δε και ασεβής, όστις και αυτόν τον βασιλέα εξηπάτησε στρατεύοντα κατά των Αθηνών, και υπεξήρεσεν εκ της Ελαιούντος τους θησαυρούς του Πρωτεσιλάου υιού του Υφίκλου· καθότι εις την Ελαιούντα της Χερσονήσου υπάρχει τάφος του Πρωτεσιλάου, και περί τον τάφον τέμενος, όπου ήσαν πολλά αντικείμενα πολύτιμα, φιάλαι χρυσαί και αργυραί, και χαλκός, και εσθήτες και άλλα διάφορα αναθήματα τα οποία εσύλησεν ο Αρταΰκτης με την άδειαν του βασιλέως. Ηπάτησε δε τον βασιλέα λέγων τοιαύτα· «Δέσποτα, είναι εδώ οίκος Έλληνός τινος, όστις στρατεύσας κατά της χώρας ήτις σοι ανήκει, ετιμωρήθη δικαίως και απέθανε. Τούτου τον οίκον δος μοι, διά να μάθη και πας τις άλλος να μη στρατεύη κατά της ιδικής σου γης.» Ταύτα λέγων ευκόλως έμελλε να πείση τον Ξέρξην να τω δώση τον οίκον ενός ανθρώπου, καθότι ο βασιλεύς ποτέ δεν ηδύνατο να υποπτεύση τον υποκεκρυμμένον σκοπόν. Έλεγε δε ο Αρταΰκτης ότι ο Πρωτεσίλαος εστράτευσε κατά της γης του βασιλέως, εννοών, κατά την δόξαν των Περσών, ότι όλη η Ασία ανήκει εις αυτούς και εις τον κατά καιρόν βασιλεύοντα. Αφού λοιπόν τω εδόθησαν οι θησαυροί, μετέφερεν αυτούς εκ της Ελαιούντος εις τον Σηστόν, έσπειρε δε και ενέμετο το τέμενος, και οσάκις ήρχετο εις την Ελαιούντα, ηνούτο με γυναίκας εντός του αδύτου. Ο άνθρωπος ούτος επολιορκήθη τότε από τους Αθηναίους χωρίς να ήναι προητοιμασμένος εις πολιορκίαν, ούτε προσμένων τους Έλληνας, οίτινες επέπεσον κατ' αυτού απροσδοκήτως.

117. Επειδή δε έφθασε το φθινόπωρον και αυτοί ακόμη επολιορκούντο, αγανακτούντες οι Αθηναίοι διά την τοσούτον μακροχρόνιον εκ της πατρίδος των αποδημίαν και μη δυνάμενοι να κυριεύσωσι το τείχος, εζήτησαν από τους στρατηγούς να τους επαναφέρωσιν οπίσω. Αλλ' οι στρατηγοί είπον ότι δεν επιστρέφουσι πριν ή την Σηστόν κυριεύσωσιν ή το κοινόν των Αθηναίων τους ανακαλέση. Ούτω λοιπόν υπέμενον τους παρόντας κόπους.

118. Οι δε πολιορκούμενοι εις το τείχος είχον περιέλθει εις τοιαύτας στερήσεις ώστε έβραζον τα λωρία των κλινών και τα έτρωγον. Ότε όμως εξήντλησαν και την τελευταίαν ταύτην τροφήν, τότε ωφεληθέντες εκ του σκότους της νυκτός οι Πέρσαι, ο Αρταΰκης και ο Οιόβαζος, κατέβησαν εκ του όπισθεν μέρους του τείχους και έφυγον. Άμα δε εφάνη η ημέρα, οι Χερσονησίται ανήγγειλαν από τους πύργους εις τους Αθηναίους το γεγονός και ήνοιξαν τας πύλας. Τότε οι μεν περισσότεροι των Αθηναίων ώρμησαν προς καταδίωξιν των βαρβάρων, οι δε άλλοι έλαβον την πόλιν υπό την κατοχήν των.

119. Τον δε Οιόβαζον, όστις φυγών ήλθεν εις την Θράκην, συλλαβόντες οι Αψίνθιοι Θράκες, εθυσίασαν κατά τον ιδικόν των τρόπον εις τον επιχώριον θεόν Πλείστωρον· τους δε μετ' αυτού εφόνευσαν κατ' άλλον τρόπον. Ο δε Αρταΰκτης και οι μετ' αυτού εξελθόντες τελευταίοι διά να φύγωσι, καταληφθέντες υπό των Αθηναίων ολίγον υπεράνω των Αιγός Ποταμών και αντισταθέντες επί αρκετήν ώραν άλλοι μεν εφονεύθησαν, άλλοι δε συνελήφθησαν ζώντες. Δέσαντες αυτούς οι Έλληνες έφερον εις την Σηστόν, μετ' αυτών δε και τον Αρταΰκτην δεδεμένον, αυτόν και τον υιόν του.

120. Λέγουσι δε οι Χερσονησίται ότι ενώ είς των φυλάκων έψηνεν ιχθύας ταριχευτούς, εγένετο το εξής θαύμα. Οι επί του πυρός ιχθύες επήδων και ήσπαιρον ως ιχθύες νεωστί αλιευθέντες. Και οι μεν φύλακες συναθροισθέντες εθαύμαζον, ο δε Αρταΰκτης ως είδε το θαύμα εκάλεσε τον φύλακα και τω είπεν· «Ω ξένε Αθηναίε μη φοβείσαι ποσώς το θαύμα τούτο, καθότι δεν εφάνη διά σε αλλά δείκνυε εις εμέ ότι ο εις την Ελαιούντα Πρωτεσίλαος, και νεκρός και τεταριχευμένος ων, έχει την δύναμιν από τους θεούς να τιμωρή εκείνον όστις τον ηδίκησε. Τώρα λοιπόν θέλω να εξαγοράσω την αδικίαν την οποίαν έπραξα και δίδω εκατόν μεν τάλαντα εις τον θεόν δι' όσα έλαβον εκ του τεμένους του, διακόσια δε τάλαντα εις τους Αθηναίους προς εξαγόρασιν της ζωή, εμού και του υιού μου, εάν θελήσωσι να μοι χαρίσωσι την ζωήν». Ταύτα υποσχόμενος δεν έπειθε τον στρατηγόν Ξάνθιππον· καθότι οι Ελαιούντιοι, εκδικούντες τον Πρωτεσίλαον εζήτουν να φονευθή ο Αρταΰκτης· προσέτι δε και αυτού του στρατηγού η γνώμη έκλινεν εις τούτο: Όθεν απαγαγόντες αυτόν εις την ακτήν όπου ο Ξέρξης έζευξε τον πόρον, κατ' άλλους δε εις τον λόφον τον υπέρ την πόλιν Μάδυτον, τον εκάρφωσαν εις σανίδα και τον ανεκρέμασαν, τον δε υιόν ελιθοβόλησαν προ των οφθαλμών του Αρταΰκτου.

121. Ταύτα πράξαντες απέπλευσαν εις την Ελλάδα φέροντες μετά των άλλων θησαυρών και τα υλικά των γεφυρών, διά να αφιερώσωσιν αυτά εις διαφόρους ναούς. Και κατά το έτος τούτο ουδέν πλέον τούτων εγένετο.

122. Τούτου δε του ανακρεμασθέντος Αρταΰκτου ο προπάτωρ Αρτεμβάρης είπεν εις τους Πέρσας λόγον τον οποίον ούτοι δεχθέντες ανέφερον εις τον Κύρον· ήτο δε ο λόγος τοιούτος· «Επειδή ο Ζευς δίδει την ηγεμονίαν εις τους Πέρσας, και εκ των Περσών εις σε, ω Κύρε, ήτις κατέστρεψες τον Αστυάγη, και επειδή, ημείς έχομεν γην ολίγην και τραχείαν, ας αφήσωμεν αυτήν και ας αποκατασταθώμεν εις άλλην καλλιτέραν. Υπάρχουσι πολλαί και καλαί γαίαι πλησίον μας, πολλαί δε και απωτέρω· μίαν εκ τούτων εάν λάβωμεν, θα μας θαυμάζωσι περισσότερον, ως αρμόζει εις εκείνους οίτινες είναι άξιοι να άρχωσι. Πότε άλλοτε θα εύρωμεν καλλιτέραν ευκαιρίαν ή τώρα ότε άρχομεν πολλών ανθρώπων και όλης της Ασίας;» Ο δε Κύρος ακούσας, μολονότι δεν ενέκρινε τον λόγον, τοις επέτρεψεν όμως να πράξωσιν ό,τι ήθελον και τοις προείπεν ενταυτώ να ετοιμασθώσιν όχι να άρχωσι πλέον, αλλά να άρχωνται· καθότι εκ των μαλακών χωρών συνήθεις γίνονται άνδρες μαλακοί, και δεν είναι ίδιον μιας και της αυτής γης να δίδη καρπούς θαυμαστούς και άνδρας φιλοπολέμους. Εννοήσαντες τούτο οι Πέρσαι εμακρύνθησαν πεισθέντες υπό του Κύρου· επροτίμησαν δε μάλλον έχοντες άγονον γην να άρχωσιν, ή σπείροντες πεδιάδα να δουλεύωσιν άλλους.

Τ Ε Λ Ο Σ

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings