← Table of contents
Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I ΗΡΟΔΟΤΟΥ (continued 6)

Reading edition

109. Όταν ο Θεμιστοκλής είδεν ότι δεν θα πείση τουλάχιστον τους περισσοτέρους να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον, μετέβαλε σχέδιον και απέτεινε τον ακόλουθον λόγον προς τους Αθηναίους οίτινες ηγανάκτουν επί τη ιδέα να αφήσωσι τον εχθρόν να διαφύγη, και οίτινες ήσαν έτοιμοι να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον, χωριζόμενοι από τους άλλους, αν δεν ήθελον να τους ακολουθήσωσι. «Και εκ πείρας γνωρίζω και πολλάκις ήκουσα να λέγωσιν ότι άνθρωποι περιελθόντες εις απελπισίαν, αφού ενικήθησαν, επολέμησαν εκ δευτέρου και ηνώρθωσαν την προλαβούσαν ζημίαν. Όθεν και ημείς, αφού κατ' ευτυχίαν ανέλπιστον εσώσαμεν ημάς αυτούς και την Ελλάδα, απωθήσαντες τόσον νέφος ανθρώπων, ας μη καταδιώξωμεν ανθρώπους φεύγοντας. Δεν κατωρθώσαμεν ημείς ταύτα, αλλ' οι θεοί και οι ήρωες, οίτινες εφθόνησαν διότι είς άνθρωπος ηθέλησε να βασιλεύση επί της Ασίας και της Ευρώπης, άνθρωπος ανόσιος και σκληρός, όστις δεν κάμνει διάκρισιν μεταξύ των ιερών πραγμάτων και των ιδιωτικών, καίων και κρημνίζων τα αγάλματα των θεών, μαστιγών την θάλασσαν και ρίπτων εις αυτήν πέδας. Τώρα λοιπόν ότε τα πράγματά μας εβελτιώθησαν, ας μείνωμεν εις την Ελλάδα, ας φροντίσωμεν περί ημών και των οικογενειών μας, ας κτίσωμεν πάλιν τας οικίας μας, ας σπείρωμεν τους αγρούς μας, αφού απεδιώξαμεν ολοτελώς τον βάρβαρον. Άμα δε τω έαρι ας πλεύσωμεν εις τον Ελλήσποντον και εις την Ιωνίαν.» Έλεγε δε ταύτα θέλων να αποταμιεύση υποχρέωσιν εις τον Πέρσην, ώστε εάν ποτέ τω συμβή τι εκ μέρους των Αθηναίων, να εύρη καταφύγιον· όπερ και εγένετο.

110. Και ο μεν Θεμιστοκλής ταύτα λέγων ηπάτα τους Αθηναίους· εκείνοι όμως επείσθησαν· καθότι, επειδή και πρότερον νομιζόμενος σοφός άνθρωπος, εφάνη τωόντι με νουν και εύβουλος, ανυπόπτως ήσαν πρόθυμοι να πείθωνται εις όσα έλεγεν. Άμα δε εβεβαιώθη ότι επείσθησαν, εξέπεμψε με πλοιάριον ανθρώπους προς ους είχε πάσαν πίστιν, έστω και αν υποβληθώσιν εις τας σκληροτέρας βασάνους, ότι θα φυλάξωσι μυστικά όσα τοις παρήγγειλε να είπωσιν εις τον βασιλέα· μετ' αυτών δε ήτο πάλιν και ο δούλος του Σίκινος. Φθάσαντες ούτοι εις την Αττικήν έμειναν εις το πλοιάριον, πλην του Σικίννου, όστις αναβάς προς τον Ξέρξην είπε τα εξής· «Ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους, στρατηγός των Αθηναίων, και εκ των συμμάχων όλων ο ανδρειότατος και σοφώτατος, με πέμπει να σε είπω ότι, επιθυμών να σοι φανή χρήσιμος, εμπόδισε τους Έλληνας, οίτινες ήθελον να καταδιώξωσι τα πλοία σου και να λύσωσι τας γεφύρας του Ελλησπόντου. Τώρα λοιπόν αναχώρησον με την ησυχίαν σου.» Οι μεν απεσταλμένοι ταύτα ειπόντες, απέπλευσαν οπίσω.

111. Οι δε Έλληνες αφού απεφάσισαν μήτε να καταδιώξωσι περισσότερον τα πλοία μήτε να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον διά να λύσωσι τας γεφύρας, επολιόρκησαν την Άνδρον θέλοντες να την κυριεύσωσι καθότι πρώτοι εκ των νησιωτών οι Άνδριοι, ζητήσαντος χρήματα του Θεμιστοκλέους, δεν έδοσαν. «Οι Αθηναίοι, είπεν ο Θεμιστοκλής, ήλθον έχοντες μεθ' εαυτών δύο μεγάλας θεάς, την Πειθώ και την Ανάγκην· πρέπει λοιπόν αφεύκτως να τοις δώσετε χρήματα.» Οι Άνδριοι απεκρίθησαν εις ταύτα λέγοντες· «Μετά λόγου αι Αθήναι είναι μεγάλαι και ευδαίμονες αφού τοιαύται καλαί θεαί κατοικούσιν εις αυτάς. Εξ εναντίας οι Άνδριοι έχουσι γην πτωχοτάτην, και δύο άχρηστοι θεαί δεν αφίνουσι την νήσον των ποτέ, αλλά θέλουν να κατοικώσι πάντοτε εκεί, η Πενία και η Αμηχανία. Τοιαύτας έχοντες θεάς δεν δίδομεν τίποτε, διότι ουδέποτε η δύναμις των Αθηναίων θα γίνη ανωτέρα της ημετέρας αδυναμίας.» Ούτοι λοιπόν ταύτα αποκριθέντες και μη δόντες χρήματα επολιορκούντο.

112. Ο δε Θεμιστοκλής (όστις δεν έπαυε πλεονεκτών) πέμπων εις τας άλλας νήσους λόγους απειλητικούς εζήτει χρήματα, επαναλαμβάνων διά των μηνυτών τους αυτούς λόγους τους οποίους μετεχειρίσθη προς τους Ανδρίους και λέγων ότι αν δεν δώσωσιν ό,τι ζητεί, θα κινήση κατ' αυτών τον Ελληνικόν στρατόν και θα τους κυριεύση διά πολιορκίας. Ταύτα λοιπόν λέγων συνέλεγε χρήματα πολλά παρά των Καρυστίων και των Παρίων, οίτινες ακούοντες ότι η Άνδρος επολιορκείτο διότι εμήδισε και ο Θεμιστοκλής απελάμβανεν υπόληψιν μεγαλειτέραν από όλους τους στρατηγούς, ταύτα φοβηθέντες έπεμπον χρήματα. Εάν έδοσαν χρήματα και άλλοι νησιώται, δεν δύναμαι να το βεβαιώσω· αλλά νομίζω ότι και άλλοι έδοσαν, και όχι μόνον αυτοί. Και όμως οι Καρύστιοι δεν απέφυγον τας συμφοράς· οι δε Πάριοι, εξιλεώσαντες τον Θεμιστοκλέα διά χρημάτων, απέφυγον να έλθη ο Ελληνικός στόλος εις την νήσον των. Ο Θεμιστοκλής λοιπόν διαμένων εις την Άνδρον συνέλεγε χρήματα παρά των νησιωτών, εν αγνοία των άλλων στρατηγών.

113. Ο δε Ξέρξης μετά του στρατού, περιμείνας ολίγας ημέρας μετά την ναυμαχίαν, επέστρεψεν εις την Βοιωτίαν διά της αυτού οδού. Τον ηκολούθησε δε και ο Μαρδόνιος, κρίνας άμα μεν ότι ώφειλε να προπέμψη τον βασιλέα, άμα δε ότι η ώρα του έτους δεν ήτο πλέον αρμοδία διά να πολεμήση. Απεφάσισε λοιπόν να διαχειμάση εις την Θεσσαλίαν και έπειτα άμα τω έαρι να στρατεύση κατά της Πελοποννήσου. Όταν έφθασαν εις την Θεσσαλίαν, εκεί εξελέξατο ο Μαρδόνιος εκ των Περσών πρώτον μεν όλους τους καλουμένους αθανάτους, πλην του στρατηγού αυτών Υδάρνους, καθότι ούτος είπεν ότι δεν ήθελε να αφήση τον βασιλέα· έπειτα τους θωρακοφόρους και τους χιλίους ιππείς· προσέτι δε τους Μήδους, τους Σάκας, τους Βακτηρίους, τους Ινδούς, πεζόν και ιππικόν. Ταύτα μεν τα έθνη έλαβεν ολόκληρα· εκ δε των άλλων συμμάχων έλαβεν ολίγους, εκλέξας τους έχοντας ανάστημα καλόν και όσους ήξευρεν ότι διεκρίθησαν διά τινος κατορθώματος. Την πρώτην τάξιν κατείχον οι πλείστοι των Περσών, όσοι εφόρουν περιδέραια και ψέλια· μετά τούτους ήσαν οι Μήδοι. Ούτοι κατά μεν το πλήθος, δεν ήσαν ολιγώτεροι των Περσών, κατά δε την ανδρίαν ήσαν κατώτεροι· ώστε σύμπαντες, μετά των ιππέων, εγένοντο τριάκοντα μυριάδες.

114. Καθ' ον χρόνον ο Μαρδόνιος εχώριζε τον στρατόν και ο Ξέρξης ήτο ακόμη εις την Θεσσαλίαν, ήλθεν εις τους Λακεδαιμονίους χρησμός εκ Δελφών, να ζητήσωσιν ικανοποίησιν από τον Ξέρξην διά τον φόνον του Λεωνίδου και να δεχθώσιν ό,τι ήθελε τοις δώσει. Πέμπουσι λοιπόν άνευ αναβολής κήρυκα οι Σπαρτιάται, όστις προφθάσας όλον τον στρατόν όντα ακόμη εις την Θεσσαλίαν, παρουσιάσθη εις τον Ξέρξην και είπε τα εξής· «Βασιλεύ των Μήδων, οι Λακεδαιμόνιοι και οι Ηρακλείδαι της Σπάρτης ζητούσι παρά σου ικανοποίησιν ενός φόνου, διότι απέκτεινας τον βασιλέα των πολεμούντα υπέρ της Ελλάδος.» Ο δε Ξέρξης γελάσας και μετά τινα χρόνον δείξας τον Μαρδόνιον (όστις έτυχε να ίσταται πλησίον του) είπεν· «Ο Μαρδόνιος λοιπόν ούτος θα δώση ικανοποίησιν τοιαύτην οία πρέπει εις τους Λακεδαιμονίους.» Ο μεν κήρυξ δεχθείς το ρηθέν ανεχώρησεν.

115. Ο δε Ξέρξης, αφήσας τον Μαρδόνιον εις την Θεσσαλίαν, διευθύνθη ταχέως εις τον Ελλήσποντον, και έφθασεν εις το στενόν της διαβάσεως εις τεσσαράκοντα πέντε ημέρας, μη φέρων οπίσω, ούτως ειπείν, ουδέν μέρος του στρατού· καθότι πανταχού όθεν διέβαινον και εις οιονδήποτε έθνος έφθανον οδοιπορούντες οι Πέρσαι, έζων αρπάζοντες τους καρπούς. Εάν δεν εύρισκον καρπούς, έτρωγον την χλόην της γης, τον φλοιόν και τα φύλλα των ημέρων και των αγρίων δένδρων, και δεν άφινον τίποτε. Ταύτα δε έπραττον ένεκα του λιμού· συγχρόνως ενέσκηψεν εις τον στρατόν λοιμός και δυσεντερία και διέφθειρον αυτόν καθ' οδόν. Ο βασιλεύς άφινεν οπίσω τους νοσούντας, διατάσσων τας πόλεις διά των οποίων διήρχετο να επιμελώνται και να τρέφωσιν αυτούς. Άφησε δε τινάς μεν εις την Θεσσαλίαν, άλλους δε εις την Σίριν της Παιονίας και άλλους εις την Μακεδονίαν, όπου δεν εύρε πλέον το ιερόν άρμα του Διός το οποίον είχεν αφήσει εκεί καθ' ην στιγμήν έμελλε να εισβάλη εις την Ελλάδα, καθότι οι Παίονες το είχον δώσει εις τους Θράκας· ότε δε το εζήτησεν ο Ξέρξης, απεκρίθησαν ότι οι άνω Θράκες, οι κατοικούντες περί τας πηγάς του Στρυμόνος, ήρπασαν τας ίππους ενώ έβοσκον.

116. Τότε και ο βασιλεύς των Βισαλτών και της Κρηστωνικής γης, Θραξ τα γένος, έπραξεν έργον υπέρ φύσιν. Ούτος ου μόνον είχε δηλώσει ότι εκουσίως ποτέ δεν θα γίνη δούλος του Ξέρξου και έφυγεν επάνω εις το όρος Ροδόπην, αλλά και τους υιούς του διέταξε να μη στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος. Ούτοι όμως είτε αψηφήσαντες τους λόγους του, είτε απλώς επιθυμούντες να γίνωσι θεαταί του πολέμου, συνεξεστράτευσαν μετά του Πέρσου. Ότε δε επέστρεψαν όλοι αβλαβείς, έξ όντες, ο πατήρ εξώρυξε τους οφθαλμούς των διά την αιτίαν ταύτην. Και ούτοι μεν τούτον τον μισθόν έλαβον.

117. Οι δε Πέρσαι, ότε κινήσαντες από την Θράκην έφθασαν εις τον Ελλήσποντον, διέβησαν ταχέως μετά των πλοίων εις την Άβυδον· καθότι αι γέφυραι δεν υπήρχον πλέον, διαλυθείσαι υπό της τρικυμίας. Εκεί κρατούμενοι εύρισκον τροφάς περισσοτέρας ή καθ' οδόν· τρώγοντες δε αμέτρως και πίνοντες άλλα ύδατα, απέθνησκον πολλοί εκ του εναπομείναντος στρατού. Οι λοιποί, μετά του Ξέρξου, έφθασαν εις τας Σάρδεις.

118. Λέγεται προς τούτοις, και το εξής. Ότε ο Ξέρξης αναχωρήσας εξ Αθηνών έφθασεν εις την Ηιόνα την παρά τας όχθας του Στρυμόνος, εκείθεν πλέον δεν επορεύετο διά ξηράς, αλλά τον μεν στρατόν παρέδωκεν εις τον Υδάρνη διά να τον φέρη εις τον Ελλήσποντον, αυτός δε επιβάς επί πλοίου Φοινικικού εκομίζετο εις την Ασίαν. Ενώ δε έπλεε, κατέλαβεν αυτόν άνεμος Στρυμωνίας σφοδρός και κυματίας· επειδή δε το πλοίον ήτο υπερβεβαρημένον και επί του καταστρώματος ήσαν πολλοί Πέρσαι μετά του Ξέρξου κομιζόμενοι, η δε τρικυμία εγίνετο βιαιοτέρα, τότε ο βασιλεύς φοβηθείς εβόησε και ηρώτησε τον κυβερνήτην εάν υπάρχη μέσον τι σωτηρίας. Εκείνος δε απεκρίθη· «Δέσποτα, δεν υπάρχει κανέν, εκτός εάν γίνη ελάφρωσις εκ των πολλών τούτων επιβατών.» Ο Ξέρξης άκουσας ταύτα λέγεται ότι είπεν· «Ω Πέρσαι, ας δείξη τώρα έκαστος υμών ότι αγαπά τον βασιλέα· καθότι φαίνεται ότι η σωτηρία μου εξαρτάται από υμάς.» Και ούτος μεν ταύτα είπεν, οι δε Πέρσαι προσκυνούντες έπιπτον εις την θάλασσαν και τοιουτοτρόπως ανακουφισθέν το πλοίον, εσώθη και έφθασεν εις την Ασίαν. Άμα δε απέβη ο Ξέρξης εις την ξηράν, έπραξε το εξής· επειδή ο κυβερνήτης έσωσε την ζωήν του βασιλέως, τον εβράβευσε με χρυσούν στέφανον· επειδή δε απώλεσε πολλούς των Περσών, διέταξε να κόψωσι την κεφαλήν του.

119. Ο λόγος ούτος περί της επιστροφής του Ξέρξου ουδόλως φαίνεται εις εμέ πιστευτός, ούτε ως προς τα άλλα ούτε ως προς το πάθημα των Περσών. Τωόντι, αν ο κυβερνήτης είπε ταύτα προς τον Ξέρξην, πάλιν δύναταί τις να στοιχηματίση μύρια προς έν ότι ο βασιλεύς δεν ήθελε πράξει αυτό το οποίον λέγουσιν ότι έπραξεν, αλλά θα διέταττε τους όντας επί του καταστρώματος να καταβώσιν εις το κοίλωμα του πλοίου. Οι άνδρες ούτοι ήσαν Πέρσαι και εκ των πρώτων μάλιστα. Ηδύνατο λοιπόν να λάβη εκ των κωπηλατών, οίτινες ήσαν όλοι Φοίνικες, και να ρίψη εις την θάλασσαν τόσους όσοι ήσαν οι ριφθέντες Πέρσαι. Αλλ' ο βασιλεύς, ως είπον ανωτέρω, ηκολούθησε την αυτήν οδόν μετά του λοιπού στρατού και επέστρεψεν εις την Ασίαν.

120. Μαρτύριον δε τούτου μέγα είναι και το εξής. Γνωστόν ότι κατά την επιστροφήν του ο Ξέρξης ήλθεν εις τα Άβδηρα και συνέδεσε μετά των Αβδηριτών ξενίαν, χαρίσας εις αυτούς ακινάκην χρυσούν και τιάραν χρυσόπαστον. Ως λέγουσι δε αυτοί οι Αβδηρίται, όπερ όμως εγώ ουδόλως πιστεύω, εκεί πρώτον από της εξ Αθηνών αναχωρήσεώς του έλυσε την ζώνην του, ως ων πλέον εκτός κινδύνου. Τα δε Άβδηρα κείνται μάλλον προς τον Ελλήσποντον ή προς τον Στρυμόνα και την Ηιόνα, όθεν οι άλλοι αξιούσιν ότι εισήλθεν εις το πλοίον.

121. Οι δε Έλληνες, επειδή δεν ηδυνήθησαν να κυριεύσωσι την Άνδρον, τραπέντες προς την Κάρυστον και δηώσαντες την χώραν αυτή, επέστρεψαν εις την Σαλαμίνα. Εκεί πρώτον μεν έθεσαν κατά μέρος διά τους θεούς, πλην των άλλων ακροθινίων, τρεις τριήρεις Φοινίσσας· την μεν διά να αφιερωθή εις τον Ισθμόν, ήτις και μέχρι των ημερών μου υπάρχει, την άλλην εις το Σούνιον, και την άλλην εκεί εις την Σαλαμίνα προς τιμήν του Αίαντος. Μετά ταύτα εμοίρασαν τα λάφυρα και έπεμψαν εις τους Δελφούς τα ακροθίνια, εξ ων κατεσκευάσθη δωδεκάπηχυς ανδριάς κρατών εις την χείρα το έμπροσθεν μέρος πρώρας πλοίου. Είναι δε εστημένος ο ανδριάς ούτος πλησίον του χρυσού ανδριάντος του Μακεδόνος Αλεξάνδρου.

122. Πέμψαντες δε οι Έλληνες ακροθίνια εις τους Δελφούς, ηρώτων κοινώς όλοι τον θεόν εάν έλαβε πλήρη και αρεστά ακροθίνια. Ο δε θεός απεκρίθη ότι από μεν τους άλλους Έλληνας έλαβεν, από δε τους Αιγινήτας όχι, και εζήτη παρ' αυτών ιδιαίτερα ακροθίνια διά τα αριστεία της εν Σαλαμίνι ναυμαχίας. Οι Αιγινήται ακούσαντες τούτο αφιέρωσαν τρεις αστέρας χρυσούς οίτινες εισίν εστημένοι επί χαλκίνου ιστού, εις την γωνίαν όπου πολύ πλησίον είναι ο κρατήρ του Κροίσου.

123. Μετά την διανομήν των λαφύρων οι Έλληνες έπλευσαν εις τον Ισθμόν διά να δώσωσιν αριστεία εις εκείνον όστις εκ των Ελλήνων εφάνη αξιώτατος εις τον πόλεμον εκείνον. Άμα έφθασαν εκεί εμοιράσθησαν οι στρατηγοί τας ψήφους επί του βωμού του Ποσειδώνος, διά να υποδείξωσι ποίον εξ όλων κρίνουσι πρώτον και ποίον δεύτερον. Τότε έκαστος αυτών έδωκε την πρώτην ψήφον εις εαυτόν, κρίνων ότι αυτός εφάνη άριστος· διά δε τα δευτερεία οι περισσότεροι συνεφώνησαν κρίναντες ότι ανήκουσιν εις τον Θεμιστοκλέα. Ώστε οι μεν άλλοι είχον μίαν ψήφον έκαστος υπέρ εαυτού, ο δε Θεμιστοκλής εις τα δευτερεία υπερέβαινε πολύ.

124. Μολονότι δε οι Έλληνες εκ φθόνου δεν ηθέλησαν να λύσωσι το περί πρωτείων ζήτημα, αλλ' επέστρεψαν εις τας πατρίδας των χωρίς να το κρίνωσιν, ο Θεμιστοκλής όμως εφημίσθη ανά πάσαν την Ελλάδα και εδοξάσθη ως άνθρωπος σοφώτατος πάντων των Ελλήνων. Επειδή δε εκείνοι οίτινες εναυμάχησαν μετ' αυτού εις την Σαλαμίνα ηρνήθησαν να τον τιμήσωσι μετά την νίκην, μετέβη αμέσως εις την Λακεδαίμονα θέλων να τιμηθή. Οι δε Λακεδαιμόνιοι τον υπεδέχθησαν καλώς και τον ετίμησαν πολύ. Προσέτι έδοσαν εις μεν τον Ευρυβιάδην το βραβείον της ανδρίας, στέφανον ελαίας· εις δε τον Θεμιστοκλέα το βραβείον της σοφίας και της δεξιότητος, ομοίως στέφανον ελαίας. Τω εδώρησαν δε και άρμα, το κάλλιστον των εν Σπάρτη υπαρχόντων. Επαινέσαντες δε αυτόν πολύ, τον προέπεμψαν αναχωρούντα, τριακόσιοι λογάδες Σπαρτιάται, οίτινες καλούνται ιππείς, μέχρι των Τενεατικών ορίων. Εις αυτόν μόνον, από όσους άνθρωπους ημείς ηξεύρομεν, οι Σπαρτιάται έκαμον τοιαύτην πομπήν.

125. Όταν εκ της Λακεδαίμονος επέστρεψεν εις τας Αθήνας, ο Αφιδναίος Τιμόδημος, είς μεν των εχθρών του Θεμιστοκλέους, ουχί όμως εκ των επιφανών ανδρών, έξω φρενών υπό φθόνου, κατηγόρησε τον Θεμιστοκλέα μεμφόμενος αυτόν διά την εις Λακεδαίμονα μετάβασίν του και λέγων ότι αι τιμαί τας οποίας έλαβεν εδόθησαν διά τας Αθήνας και όχι διά την ατομικήν του αξίαν. Ο δε Θεμιστοκλής, επειδή δεν έπαυε να λέγη ταύτα ο Τιμόδημος, είπεν· «Ούτως έχει το πράγμα· ούτε εγώ αν ήμην Βελβινίτης ήθελον τιμηθή τόσον υπό των Σπαρτιατών, ούτε συ, ω άνθρωπε, αν ήσο Αθηναίος.» Και αύτη μεν η έρις μέχρι τούτου του σημείου εσταμάτησεν.

126. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, όστις και πρότερον ήτο επιφανής μεταξύ των Περσών, από δε της εν Πλαταιαίς μάχης εγένετο έτι μάλλον διάσημος, προέπεμψε τον βασιλέα μέχρι του Ελλησπόντου, έχων εξήκοντα χιλιάδας εκ του στρατού τον οποίον είχεν εκλέξει ο Μαρδόνιος. Αφού ο βασιλεύς διέβη εις την Ασίαν, ο Αρτάβαζος επέστρεψεν οπίσω· διερχόμενος δε πλησίον της Παλλήνης εσκέφθη ότι επειδή ο Μαρδόνιος διεχείμαζεν εις την Θεσσαλίαν και την Μακεδονίαν, δεν ήτο καμμία βία να φθάση αυτός ταχέως εις το άλλο στρατόπεδον και εθεώρησεν ανάξιον εαυτού να μη ωφεληθή εκ της γειτνιάσεως διά να εξανδραποδίση τους αποστατήσαντας Ποτιδαιάτας· καθότι οι Ποτιδαιάται, άμα ο βασιλεύς διέβη εκείθεν και ο ναυτικός στρατός των Περσών ενικήθη και έφυγεν εκ της Σαλαμίνος, απεστάτησαν αναφανδόν από τους βαρβάρους· μετ' αυτούς δε απεστάτησαν και οι άλλοι κάτοικοι της Παλλήνης.

127. Ο Αρτάβαζος λοιπόν επολιόρκησε την Ποτίδαιαν. Υποπτεύσας δε και τους Ολυνθίους ότι ήθελον ν' αποστατήσωσιν από τον βασιλέα, επολιόρκησε και τούτους. Είχον δε την Όλυνθον οι εκ του Θερμαίου κόλπου εκδιωχθέντες υπό των Μακεδόνων Βοττιαίοι. Αφού δε τους εκυρίευσε πολιορκών, τους μεν κατοίκους εξαγαγών κατέσφαξεν εις λίμνην τινα, την δε πόλιν παρέδωκεν εις τους Χαλκιδείς, ονομάσας επίτροπον αυτής τον Τορωναίον Κριτόβουλον. Τοιουτοτρόπως την Όλυνθον κατέλαβον Χαλκιδείς.

128. Μετά την άλωσιν της πόλεως ταύτης ο Αρτάβαζος έστρεψε τας δυνάμεις του προς την Ποτίδαιαν· ενώ δε επολιόρκει αυτήν στενώς, ο στρατηγός των Σκιωναίων Τιμόξενος συνεφώνησε μετ' αυτού να τω την παραδώση. Πώς ήρχισεν η συνεννόησις αύτη, δεν ηξεύρω να είπω, διότι δεν αναφέρεται τίποτε, το τέλος όμως της συνεννοήσεως ήτο τοιούτο. Ότε ο Τιμόξενος ήθελε να ειδοποιήση περί τινος τον Αρτάβαζον, ή ο Αρτάβαζος τον Τιμόξενον, γράφοντες ετύλισσον την επιστολήν περί τας γλυφίδας βέλους, και έπειτα θέτοντες πτερόν, ετόξευον εις ωρισμένον μέρος. Ανεκαλύφθη δε ο Τιμόξενος ότι επρόδιδε την Ποτίδαιαν ούτω. Τοξεύσας ο Αράβαζος ημέραν τινά εις το συμπεφωνημένο μέρος, απέτυχε του σκοπού και το βέλος εκτύπησεν εις τον ώμον Ποτιδαιάτην τινά· τούτον κτυπηθέντα περιεκύκλωσαν πολλοί, ως γίνεται τούτο συνήθως εις τον πόλεμον, οίτινες εξαγαγόντες το βέλος και ευρόντες το γράμμα, έφερον αυτό εις τους στρατηγούς, μετά των οποίων ευρίσκετο κατ' εκείνην την στιγμήν επικουρία εξ άλλων Παλληναίων. Οι δε στρατηγοί αναγνώσαντες το γράμμα έμαθον τον αίτιον της προδοσίας, πλην δεν έκρινον καλόν να ενάξωσι τον Τιμόξενον ως προδότην, χαριζόμενοι εις την πόλιν Σκιώνην, μήπως εις τον μετέπειτα χρόνον νομίζονται οι κάτοικοι αυτής πάντοτε προδόται. Και ούτος μεν τοιουτοτρόπως εφανερώθη.

129. Τρεις μήνες δε είχον παρέλθει αφότου ο Αρτάβαζος επολιόρκει την Ποτίδαιαν, και μεγάλη άμπωτις εγένετο της θαλάσσης ήτις διήρκεσε πολύν χρόνον. Ιδόντες δε οι βάρβαροι ότι το πέραμα ήτο διαβατόν, εκίνησαν διά την Παλλήνην. Είχον δε διανύσει τα δύο πέμπτα της οδοιπορίας και έμενον ακόμη τρία διά να εισέλθωσιν εις την πόλιν, όταν επλημμύρησε πάλιν η θάλασσα τόσον, όσον ουδέποτε κατά το λέγειν των επιχωρίων, μολονότι πολλάκις εγένοντο τοιαύται πλημμύραι. Όσοι λοιπόν εκ των βαρβάρων δεν ήξευρον να κολυμβώσιν, επνίγησαν· εκείνοι δε οίτινες ήξευραν εφονεύθησαν υπό των Ποτιδαιατών, οίτινες ήρχοντο με πλοιάρια και τους εφόνευον. Λέγουσι δε οι Ποτιδαιάται ότι αιτία της αμπώτιδος, της πλημμυρίδος και της φθοράς των Περσών ήτο η εξής· ότι αυτοί οίτινες επνίγησαν είχον βεβηλώσει εις το προάστειον της πόλεως ταύτης τον ναόν και το άγαλμα του Ποσειδώνος. Αποδίδοντες εις το γεγονός τούτο τοιαύτην αιτίαν, με φαίνεται ότι λέγουσιν ορθώς. Τους δε περισωθέντας έλαβεν ο Αρτάβαζος και τους έφερεν εις την Θεσσαλίαν προς τον Μαρδόνιον. Τοιαύτη υπήρξεν η τύχη των προπεμψάντων τον βασιλέα.

130. Ο δε περισωθείς στόλος του Ξέρξου, αφού έφθασεν εις την Ασίαν φυγών εκ της Σαλαμίνος, και διεπόρθμευσε τον Βασιλέα και τον στρατόν εκ της Χερσονήσου εις την Άβυδον, διεχείμασεν εις την Κύμην. Άμα δε τη επανόδω του έαρος, συνηθροίσθη εις την Σάμον, όπου μάλιστα πλοία τινά, είχον διαχειμάσει. Εις ταύτα οι πλειότεροι πολεμισταί ήσαν Πέρσαι και Μήδοι· και στρατηγοί διωρίσθησαν ο Μαρδόνιος του Βαγαίου και ο Αρταΰντης του Αρταχαίου, έχοντες συνάρχοντα και τον Ιθαμίτρην ανεψιόν του Αρταΰντου, τον οποίον αυτός ο ίδιος προσέλαβεν. Επειδή δε είχον πάθει καιρίως, δεν επροχώρησαν περισσότερον προς δυσμάς, αλλά μένοντας εις την Σάμον με τριακόσια πλοία, συμπεριλαμβανομένων και των Ιωνικών, εφύλαττον την Ιωνίαν μήπως αποστατήσει. Ποτέ δεν ήλπιζον ότι οι Έλληνες θα έλθωσιν εις την Ιωνίαν, αλλ' ότι θα αρκεσθώσι να φυλάττωσι τα μέρη των, εικάζοντες τούτο ότι φεύγοντας εκ της Σαλαμίνος δεν κατεδίωξαν αυτούς, αλλ' άσμενοι ανεχώρησαν και αυτοί. Κατά θάλασσαν λοιπόν οι βάρβαροι εθεώρουν εαυτούς ηττημένους· κατά ξηρά όμως δεν είχον αμφιβολίαν ότι ο Μαρδόνιος ήθελεν υπερισχύσει κατά πολύ. Μένοντες δε εις την Σάμον, αφ' ενός μεν εβουλεύοντο, ίσως δυνηθώσι να βλάψωσι τους πολεμίους, αφ' ετέρου δε επρόσεχον να μάθωσι ποίαν έκβασιν θα λάβη η εκστρατεία του Μαρδονίου.

131. Η επάνοδος του έαρος και η εις την Θεσσαλίαν παρουσία του Μαρδονίου ήγειρον πάλιν τους Έλληνας. Και ο μεν πεζός στρατός δεν είχεν εισέτι συναθροισθή, ο δε στόλος ήλθεν εις την Αίγιναν, πλοία εκατόν δέκα τον αριθμόν. Στρατηγός και ναύαρχος ήτο ο Λεωτυχίδης του Μενάρεως, του Αγησιλάου, του Ιπποκρατίδου, του Λεωτυχίδου, του Αναξιλάου, του Αρχιδάμου, του Αναξανδρίδου, του Θεοπόμπου, του Νικάνδρου, του Χαρίλλου, του Ευνόμου, του Πολυδέκτους, του Πρυτάνεως, του Ευρυφώντος, του Προκλέους, του Αριστοδήμου, του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, του Ηρακλέους ων εκ της άλλης βασιλικής οικογενείας. Όλοι ούτοι τους οποίους απηρίθμησα υπήρξαν βασιλείς της Σπάρτης, πλην των δύο πρώτων μετά τον Λεωτυχίδην. Των δε Αθηναίων εστρατήγει ο Ξάνθιππος του Αρίφρονος.

132. Αφού έφθασαν όλα τα πλοία εις την Αίγιναν, ήλθον πρέσβεις των Ιώνων εις το στρατόπεδον των Ελλήνων. Ούτοι, μεταξύ των οποίων ήτο και ο Ηρόδοτος του Βασιλείδου, ολίγον πρότερον μεταβάντες εις την Σπάρτην παρεκάλουν τους Λακεδαιμονίους να ελευθερώσωσι την Ιωνίαν. Κατ' αρχάς ήσαν επτά και είχον συνομόσει να φονεύσωσι τον Στράττιν, τύραννον της Χίου· επειδή όμως είς των συνωμοτών απεκάλυψε την συνωμοσίαν, οι άλλοι έξ έφυγον εκ της Χίου και ήλθον πρώτον εις την Σπάρτην και έπειτα εις την Αίγιναν, παρακαλούντες τους Έλληνας να πλεύσωσιν εις την Ιωνίαν. Μόλις όμως τους έπεισαν να έλθωσι μέχρι της Δήλου· καθότι εφοβούντο να προχωρήσωσι περισσότερον οι Έλληνες, μη γνωρίζοντες καλώς τα μέρη και νομίζοντες ότι όλα ήσαν πλήρη στρατευμάτων· η δε Σάμος ενομίζετο ότι απείχεν όσον αι Ηράκλειαι στήλαι. Συνέπιπτε δε ώστε οι μεν βάρβαροι καταφοβημένοι να μη τολμώσι να πλεύσωσι προς δυσμάς ανωτέρω της Σάμου, οι δε Έλληνες προς ανατολάς κατωτέρω της Δήλου, με όλας τας παρακλήσεις των Χίων. Τοιουτοτρόπως ο φόβος εφύλαττε το μεταξύ αυτών διάστημα.

133. Οι μεν Έλληνες λοιπόν έπλεον εις την Δήλον, ο δε Μαρδόνιος διεχείμαζεν ακόμη εις την Θεσσαλίαν. Πριν δε κινήση εκείθεν έπεμψεν εις τα χρηστήρια άνδρα τινά, Ευρωπέα το γένος, ου το όνομα ήτο Μυς, παραγγείλας αυτώ να μεταβή και ζητήση χρησμούς από όλα τα μαντεία όσα ηδύνατο να συμβουλευθή. Τι θέλων να μάθη από τα χρηστήρια έδιδε τας διαταγάς ταύτας, αγνοώ, καθότι δεν αναφέρεται· νομίζω όμως ότι έπεμψε να ερωτήση περί των παρόντων πραγμάτων και ουχί περί άλλου τινός.

134. Ούτος ο Μυς είναι γνωστόν ότι ήλθε και εις Λεβάδειαν και έπεισε διά χρημάτων άνδρα τινά επιχώριον να καταβή εις το άντρον του Τροφωνίου· ήλθε και εις το χρηστήριον το εις τας Άβας των Φωκέων, και προσέτι εις τας Θήβας όπου άμα έφθασε πρώτον μεν εζήτησε χρησμόν παρά του Ισμηνίου Απόλλωνος (λαμβάνουσι δε εκεί χρησμούς, ως και εις την Ολυμπίαν, διά του καπνού των θυμάτων·) έπειτα δε έπεισε διά χρημάτων ξένον τινά και όχι Θηβαίον και τον εκοίμισεν εις τον ναόν του Αμφιαράου· καθότι εις ουδένα Θηβαίον είναι επιτετραμμένον να ζητήση εκεί χρησμόν, διά την εξής αιτίαν. Ο Αμφιάραος χρησμοδοτών ηρώτησεν αυτούς τι εκ των δύο ήθελον να εκλέξωσιν, ως μάντιν να τον έχωσιν ή ως σύμμαχον, παραιτούμενοι των μαντειών· εκείνοι δε επροτίμησαν να τον έχωσι σύμμαχον. Και τούτου ένεκα δεν είναι επιτετραμμένον εις κανένα Θηβαίον να κοιμηθή εις τον ναόν του.

135. Οι Θηβαίοι αναφέρουσι γεγονός το οποίον εις εμέ φαίνεται καταπληκτικώτατον. Ο Ευρωπεύς ούτος Μυς, περιερχόμενος όλα τα χρηστήρια, έφθασεν εις το τέμενος του Πτώου Απόλλωνος. Τούτο δε το ιερόν, καλούμενον Πτώον, είναι των Θηβαίων και κείται υπέρ την Κωπαΐδα λίμνην, παρά τους πρόποδας όρους και πλησίον της πόλεως Ακραιφίας. Εις τούτο το ιερόν ότε εισήλθεν ο καλούμενος Μυς, τον ηκολούθουν τρεις άνδρες εκλεχθέντες από του κοινού διά να γράψωσιν ό,τι έμελλε να χρησμοδοτήση ο θεός. Αίφνης όμως ο πρόμαντις απήγγειλε χρησμούς εις γλώσσαν βαρβαρικήν. Και οι μεν ακολουθούντες Θηβαίοι ήσαν εις απορίαν ακούοντες γλώσσαν βάρβαρον αντί Ελληνικής, και δεν ήξευρον τι να πράξωσιν· ο δε Ευρωπεύς Μυς, αρπάσας από τας χείρας αυτών την πινακίδα την οποίαν εκράτουν, έγραψεν εις αυτήν τα λεγόμενα υπό του προφήτου, ειπών ότι η γλώσσα εκείνη ήτο Καρική. Γράψας δε όλα ανεχώρησε και επέστρεψεν εις την Θεσσαλίαν.

136. Ο δε Μαρδόνιος, αφού ανέγνωσε τους διαφόρους χρησμούς, έπεμψε μετά ταύτα εις τας Αθήνας κήρυκα, τον Μακεδόνα Αλέξανδρον του Αμύντου. Έπεμψε δε τον Αμύνταν άμα μεν διά τους συγγενικούς δεσμούς τους οποίους είχεν ούτος μετά των Περσών (καθότι την αδελφήν του Αλεξάνδρου Γυγαίαν, θυγατέρα δε του Αμύντου, είχε λάβει γυναίκα ο Πέρσης Βουβάρης, και εκ ταύτης εγεννήθη ο εν τη Ασία Αμύντας, όστις είχε το όνομα του προς μητρός πάππου του και όστις έλαβε παρά του βασιλέως την μεγάλην πόλιν της Φρυγίας Αλάβανδα διά να την νέμεται), άμα δε διότι ήξευρεν ότι ούτος ήτο πρόξενος και ευεργέτης των Αθηναίων. Ήλπιζε δε πολύ να προσελκύση δι' αυτού τους Αθηναίους, περί των οποίων ήκουεν ότι ήτο λαός πολυάριθμος και ισχυρός προσέτι δε ήξευρεν ότι όσα κακά τοις συνέβησαν κατά θάλασσαν, οι Αθηναίοι υπέρ πάντας τους άλλους τα επροξένησαν. Όθεν εάν ούτοι ηνούντο μετ' αυτού, μεγάλας είχεν ελπίδας ότι ευκόλως ήθελε θαλασσοκρατήσει, όπερ και ήτο δυνατόν. Εις την ξηράν δε ενόμιζεν ότι αι δυνάμεις του ήταν πολύ ανώτεραι των ελληνικών. Ίσως δε και οι χρησμοί τούτο τω προείπον, συμβουλεύοντες να κάμη τους Αθηναίους συμμάχους, και ες τούτο πειθόμενος έπεμψε κήρυκα.

137. Του δε Αλεξάνδρου τούτου ο έβδομος πρόγονος ήτο ο Περδίκκας όστις έλαβε την τυραννίδα των Μακεδόνων κατά τον ακόλουθον τρόπον. Τρεις αδελφοί εκ των απογόνων του Τημένου, Γαυάνης, Αέροπος και Περδίκκας, έφυγον εξ Άργους και ήλθον εις τους Ιλλυριούς. Εκ δε των Ιλλυριών, διελθόντες διά των ορέων εις την άνω Μακεδονίαν έφθασαν εις την πόλιν Λεβαίαν, και εκεί ειργάζοντο επί μισθώ παρά τω βασιλεί, ο μεν νέμων ίππους, ο δε βόας, ο δε νεώτατος αυτών Περδίκκας μικρά ζώα. Κατά τους αρχαίους τούτους χρόνους, ου μόνον ο λαός, αλλά και οι βασιλείς ήσαν πτωχοί, η δε γυνή του βασιλέως αυτή κατεσκεύαζε τους άρτους. Οσάκις δε εψήνετο ο άρτος του μισθωτού παιδός, πάντοτε εγίνετο διπλάσιος παρ' ό,τι ήτο· και επειδή πάντοτε συνέβαινε το αυτό, η γυνή διηγήθη το πράγμα εις τον άνδρα της. Ούτος δε ακούσας ενόησεν αμέσως ότι ήτο θαύμα και ότι προεμήνυε μέγα τι συμβησόμενον· όθεν προσκαλέσας τους μισθωτούς είπεν εις αυτούς να αναχωρήσωσιν εκ της χώρας του. Εκείνοι δε απεκρίθησαν ότι τοις ωφείλετο μισθός και ότι άμα ελάμβανον αυτόν θα ανεχώρουν. Τότε ο βασιλεύς ακούσας περί του μισθού, ως να τον εμώρανε θεός τις, είπε προς αυτούς· «Μισθόν πρέποντα εις υμάς τούτον σας δίδω», και έδειξε τον ήλιον όστις έτυχε να εισέρχεται εις την οικίαν εκ της καπνοδόχης. Και οι μεν πρεσβύτεροι αδελφοί Γαυάνης και Αέροπος, ακούσαντες ταύτα, ίσταντο απορούντες· ο δε νεώτατος, όστις έτυχε να έχη μάχαιραν, είπε ταύτα· «Δεχόμεθα, ω βασιλεύ, αυτά τα οποία δίδεις·» και περιέγραψε διά της μαχαίρας επί του εδάφους της οικίας το υπό του ηλίου φωτιζόμενον διάστημα. Αφού δε περιέγραψεν αυτό, έλαβε τρεις φοράς από τον ήλιον και έθεσεν εις τον κόλπον του· έπειτα εξήλθε της οικίας μετά των αδελφών του. Τοιουτοτρόπως αυτοί μεν ανεχώρησαν.

138. Είς δε των παρόντων εξήγησεν εις τον βασιλέα τι εσήμαινεν εκείνο το οποίον έκαμεν ο παις, ειπών ότι ο νεώτατος των αδελφών δεν εδέχθη ασκόπως ό,τι τοις εδόθη. Ακούσας ταύτα ο βασιλεύς και ταραχθείς, έπεμψε κατόπιν των ιππείς διά να τους θανατώσωσιν. Υπάρχει δε εις την χώραν ταύτην ποταμός εις τον οποίον ως εις σωτήρα θυσιάζουσιν οι απόγονοι των Αργείων τούτων· καθότι ο ποταμός ούτος, αφού διέβησαν οι Τημενίδαι, κατέβη τόσον ορμητικός, ώστε οι ιππείς δεν ηδυνήθησαν να τον διαβώσι και αυτοί. Οι Τημενίδαι λοιπόν, φθάσαντες εις άλλην γην της Μακεδονίας, κατώκησαν πλησίον των κήπων οίτινες λέγονται ότι είναι του Μίδου, υιού του Γορδίου. Εις τούτους τους κήπους φύονται ρόδα αυτόματα, ων έκαστον έχει εξήκοντα φύλλα, και υπερβαίνουσι κατά την ευωδίαν όλα τα άλλα ρόδα. Εις τούτους επίσης τους κήπους συνέλαβαν τον Σιληνόν, ως λέγουσιν οι Μακεδόνες. Ανωτέρω τούτων των κήπων υπάρχει όρος, Βέρμιον καλούμενον, άβατον ένεκα του εκεί επικρατούντος αδιακόπου χειμώνος. Οι τρεις αδελφοί γενόμενοι κύριοι του μέρους τούτον, ωρμώντο εκείθεν και καθυπέτασσον την άλλην Μακεδονίαν.

139. Εκ τούτου του Περδίκκου κατήγετο ο Αλέξανδρος. Ο Αλέξανδρος ήτο υιός του Αμύντου, ο Αμύντας υιός του Αλκέτα, ο Αλκέτας είχε πατέρα τον Αέροπον, ο Αέροπος τον Φίλιππον, ο Φίλιππος τον Αργαίον και ο Αργαίος τον Περδίκκαν όστις πρώτος εκτήσατο την αρχήν. Τοιαύτη ήτο η γενεαλογία του Αλεξάνδρου, υιού του Αμύντου.

140. Ότε δε έφθασεν εις τας Αθήνας, πεμφθείς υπό του Μαρδονίου, είπε τα εξής· 1. «Άνδρες Αθηναίοι, ο Μαρδόνιος τάδε λέγει· Με ήλθεν αγγελία από τον βασιλέα λέγουσα ούτω. Συγχωρώ τους Αθηναίους δι' όσα μοι έπταισαν, και πράξον, Μαρδόνιε, τα εξής. Πρώτον απόδος την γην των, δεύτερον όντες αυτόνομοι ας εκλέξωσιν εκτός αυτής και άλλην γην, οίαν θέλουσι· προσέτι ανοικοδόμησον τα ιερά των όσα εγώ έκαυσα, αν θέλωσι να συνθηκολογήσωσι με εμέ. Επειδή τοιαύται με ήλθον διαταγαί, λέγει ο Μαρδόνιος, είναι ανάγκη να τας εκτελέσω, εάν εκ μέρους σας δεν εύρω αντίστασιν. Σας λέγω δε οίκοθεν τούτο· διατί μαίνεσθε πολεμούντες εναντίον του βασιλέως, αφού ούτε να υπερισχύσετε θα δυνηθήτε ούτε να ανθέξετε είσθε ικανοί; Είδατε το πλήθος των στρατευμάτων του Ξέρξου και τι έπραξεν· ηξεύρετε πόσας δυνάμεις έχω ακόμη περί εμέ. Εάν υπερισχύσετε και μας νικήσετε, το οποίον δεν πρέπει να ελπίζετε εάν σκέπτεσθε ορθώς, πάλιν θα έλθη άλλος στρατός πολλαπλάσιος. Μη θέλετε λοιπόν, ζητούντες να εξισωθήτε με τον βασιλέα, να στερηθήτε της χώρας σας και να διακινδυνεύετε πάντοτε την ύπαρξίν σας, αλλά παύσατε τον πόλεμον· Τώρα είναι καιρός να παύσετε αυτόν εντίμως, καθότι πρώτος ο βασιλεύς προτείνει τούτο. Έστε ελεύθεροι, ποιούντες συμμαχίαν μεθ' ημών άνευ δόλου και απάτης.» 2. Ταύτα με διέταξεν ο Μαρδόνιος, ω Αθηναίοι, να είπω προς υμάς. Εγώ δε περί μεν της προς υμάς ευνοίας μου ουδέν λέγω, διότι δεν θα την μάθετε τώρα κατά πρώτον. Σας παρακαλώ δε εκ μέρους μου να ενδώσετε εις τον Μαρδόνιον, καθότι προβλέπω ότι δεν θα δυνηθήτε να πολεμήτε πάντοτε τον Ξέρξην. Εάν έβλεπα ότι έχετε τοιαύτην δύναμιν, δεν θα ηρχόμην ποτέ θα σας είπω τούτους τους λόγους. Σκεφθήτε ότι η δύναμις του βασιλέως είναι υπέρ άνθρωπον και ότι η χειρ του εκτείνεται μακράν. Εάν δεν δεχθήτε τον συμβιβασμόν αμέσως τώρα, ότε αι Πέρσαι σας υπόσχονται μεγάλα και είναι πρόθυμοι να συμβιβασθώσι με τοιούτους όρους, φοβούμαι δι υμάς οίτινες είσθε εις τον δρόμον πλειότερον των άλλων συμμάχων και πάντοτε καταστρέφεσθε μόνοι, καθότι η γη σας είναι κατ' εξοχήν το μεταίχμιον του πολέμου. Όθεν πεισθήτε· δεν είναι αρκούσα δόξα δι' υμάς ότι ο βασιλεύς εις υμάς μόνους εξ όλων των Ελλήνων συγχωρεί τα αμαρτήματά σας και θέλει να γίνη φίλος σας;» Ο μεν Αλέξανδρος ταύτα είπεν.

141. Οι δε Λακεδαιμόνιοι μαθόντες ότι ο Αλέξανδρος μετέβη εις τας Αθήνας διά να συμβιβάση τους Αθηναίους με τους βαρβάρους, ανεμνήσθησαν του χρησμού κατά τον οποίον αυτοί και οι άλλοι Δωριείς έμελλον να διωχθώσιν εκ της Πελοποννήσου υπό των Μήδων και των Αθηναίων· φοβούμενοι λοιπόν μήπως οι Αθηναίοι συμφωνήσωσι με τον Πέρσην, απεφάσισαν να πέμψωσιν αμέσως πρέσβεις εις τας Αθήνας. Συνέπεσε δε να παρουσιασθώσιν οι πρέσβεις ούτοι εις τον δήμον συγχρόνως με τον Αλέξανδρον, καθότι οι Αθηναίοι ηργοπόρουν και επερίμενον, όντες βέβαιοι ότι οι Λακεδαιμόνιοι θα μάθωσιν, ότι απεσταλμένος επέμφθη παρά των βαρβάρων εις τας Αθήνας προς συμβιβασμόν, και ότι μανθάνοντες τούτο θα σπεύσωσι να πέμψωσι και αυτοί πρέσβεις. Επίτηδες λοιπόν έκαμνον τούτο, θέλοντες να δείξωσι την γνώμην των εις τους Λακεδαιμονίους.

142. Αφού δε έπαυσε λέγων ο Αλέξανδρος, διεδέχθησαν αυτόν οι εκ της Σπάρτης ελθόντες πρέσβεις και είπον τα εξής· «Εμάς δε έπεμψαν οι Λακεδαιμόνιοι διά να σας παρακαλέσωμεν, μήτε νεωτερισμόν τινα να κάμετε εις την Ελλάδα, μήτε να δεχθήτε τους λόγους του βαρβάρου, διότι τούτο δεν είναι δίκαιον κατ' ουδένα τρόπον· ουδείς Έλλην θα το έπραττεν άνευ ατιμίας, και πολύ ολιγώτερον υμείς διά πολλάς αιτίας. Υμείς υπεκινήσητε τον πόλεμον τούτον χωρίς να θέλωμεν ημείς, και ο αγών ήτο πρώτον διά την χώραν σας· τώρα δε εγένετο κοινός δι' όλην την Ελλάδα. Έπειτα, ότε τα πράγματα ήλθον εις αυτήν την κατάστασιν, σεις οι Αθηναίοι να γίνετε αίτιοι της δουλείας των Ελλήνων, τούτο θα ήτο ανυπόφορον· σεις οίτινες πάντοτε και εκ παλαιών χρόνων εφάνητε ελευθερωταί πολλών λαών. Λυπούμεθα δι' όσα δεινά σας πιέζουσι· καθότι επί δύο έτη εστερήθητε των καρπών σας και αι οικίαι σας είναι κατεστραμμέναι. Διά να σας αποζημιώσωσιν όμως οι Λακεδαιμόνιοι και οι σύμμαχοι σας υπόσχονται, εφ' όσον διαρκέση ο πόλεμος ούτος, να τρέφωσι τας γυναίκας σας και όσους άλλους οικέτας έχετε μη δυναμένους να σας ήναι χρήσιμοι εις τον πόλεμον. Ας μη σας μεταπείση ο Μακεδών Αλέξανδρος λεαίνων τους λόγους του Μαρδονίου. Ούτος πράττει ό,τι οφείλει να πράξη, καθότι τύραννος ων συμπράττει με τύραννον. Υμείς όμως δεν πρέπει να μιμηθήτε το παράδειγμά του, εάν φρονήτε ορθώς, ηξεύροντες ότι παρά τοις βαρβάροις ούτε πίστις υπάρχει, ούτε αλήθεια.» Ταύτα είπον οι πρέσβεις.

143. Οι δε Αθηναίοι προς μεν τον Αλέξανδρον απεκρίθησαν τα εξής· «Και ημείς ηξεύρομεν ότι η δύναμις του Μήδου είναι ανωτέρα της ιδικής μας, ώστε είναι περιττόν να μας ονειδίζης διά την έλλειψίν μας ταύτην Αλλ' όμως αγαπώντες πολύ την ελευθερίαν θα υπερασπίσωμεν αυτήν όπως αν δυνηθώμεν. Μη πειράσαι λοιπόν να μας συμβιβάσης με τον βάρβαρον, διότι δεν θα πεισθώμεν. Ύπαγε τώρα και ειπέ εις τον Μαρδόνιον ότι οι Αθηναίοι λέγουσιν, ενόσω ο ήλιος ακολουθεί την αυτήν οδόν την οποίαν πορεύεται σήμερον, ποτέ δεν θα συμβιβασθώμεν με τον Ξέρξην, αλλ' έχοντες τας ελπίδας μας εις την συμμαχίαν των θεών και των ηρώων, των οποίων εκείνος ασεβώς ενέπρησε τους ναούς και τα αγάλματα, θα τον πολεμήσωμεν εκδικούμενοι. Συ δε πρόσεξον μη εμφανισθής άλλοτε ενώπιον ημών με τοιαύτας προτάσεις, και υπό το φαινόμενον ότι μας προσφέρεις εκδούλευσιν, μη μας συμβουλεύσης να πράξωμεν έργα παράνομα· καθότι δεν θέλομεν να πάθης τι δυσάρεστον υπό των Αθηναίων, πρόξενος ων και φίλος αυτών.»

144. Προς μεν τον Αλέξανδρον ταύτα απεκρίθησαν, προς δε τους εκ Σπάρτης πρέσβεις είπον τα εξής· «Το να φοβώνται οι Λακεδαιμόνιοι μήπως συμβιβασθώμεν με τον βάρβαρον, τούτο έγκειται εις την ανθρωπίνην φύσιν· εφάνητε όμως πολύ μικροπρεπείς φοβηθέντες τόσον, καθότι ηξεύρετε καλώς το φρόνημα των Αθηναίων, ότι ούτε χρυσός τοσούτος υπάρχει ουδαμού της γης, ούτε χώρα τόσον ωραία και τόσον εύφορος, των οποίων η προσφορά να μας πείση να μηδίσωμεν και να συνεργασθώμεν εις την υποδούλωσιν της Ελλάδος. Είναι πολλά και μεγάλα τα αίτια τα οποία, και αν θελήσωμεν, πάλιν μας εμποδίζουσι να πράξωμεν τούτο. Πρώτον μεν και μέγιστον τα αγάλματα και τα οικήματα των θεών εμπεπρησμένα και συγκεχωσμένα, τα οποία καθήκον έχομεν να εκδικήσωμεν μάλλον ή να συμμαχήσωμεν με τον πράξαντα τας καταστροφάς ταύτας· δεύτερον δε οι Έλληνες όλοι έχουσι το αυτό αίμα, την αυτήν γλώσσαν τα ιδρύματα των θεών είναι κοινά εις αυτούς, ομοίως και αι θυσίαι, και τα ήθη ομοιότροπα· τούτων προδόται να γίνωσιν οι Αθηναίοι, δεν είναι ορθόν. Μάθετε λοιπόν τούτο, εάν πρότερον δεν το ηξεύρατε, ότι ενόσω και είς των Αθηναίων μένη ζων, ουδεμία συνθηκολογία θα υπάρξη μεταξύ Αθηνών και Ξέρξου. Επαινούμεν πολύ την φροντίδα σας διά την καταστροφήν των υπαρχόντων μας και την απόφασιν ην σας ενέπνευσεν αύτη να θέλετε να θρέψετε τας οικογενείας μας. Εκ μέρους σας η χάρις είναι τελεία· ημείς όμως απεφασίσαμεν να μείνωμεν ως έχομεν και να μη γίνωμεν βάρος εις υμάς. Τώρα δε, ούτως εχόντων των πραγμάτων, εκπέμψατε όσον τάχιστα στρατόν, καθότι ως εικάζομεν, όχι μετά πολύ, αλλ' άμα λάβη την είδησιν ότι απορρίπτομεν τας προτάσεις του, ο βάρβαρος θα εισβάλη εις την χώραν μας. Πριν λοιπόν εκείνος εισέλθη εις την Αττικήν, πρέπει ημείς να εκστρατεύσωμεν εις την Βοιωτίαν.» Μετά την απόκρισιν ταύτην των Αθηναίων, οι πρέσβεις επέστρεψαν εις την Σπάρτην.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΝΝΑΤΟΝ ΚΑΛΛΙΟΠΗ

1. Ο δε Μαρδόνιος, αφού ο Αλεξάνδρος επιστρέψας τω ανεκοίνωσε τας αποκρίσεις των Αθηναίων, κινήσας εκ της Θεσσαλίας έφερε μετά σπουδής τον στρατόν κατά των Αθηνών, παραλαμβάνων εξ όλων των μερών δι' ων διήρχετο πάντας τους δυναμένους να φέρωσιν όπλα. Οι δε στρατηγοί των Θεσσαλών ου μόνον δεν μετενόησαν διά τας προλαβούσας πράξεις των, αλλά πολύ περισσότερον εξώτρυνον τον Πέρσην· και ο Θώραξ ο Λαρισσαίος ου μόνον συμπροέπεμψε τον Ξέρξην φεύγοντα, αλλά και τότε αναφανδόν ευκόλυνε την είσοδον του Μαρδονίου εις την Ελλάδα.

2. Αφού δε πορευόμενος ο στρατός έφθασεν εις την Βοιωτίαν, οι Θηβαίοι προσεπάθησαν να κρατήσωσι τον Μαρδόνιον εκεί και τον συνεβούλευσαν να στήση το στρατόπεδόν του εις την χώραν των, αρμοδιωτάτην προς τούτο κατ' αυτούς. «Μη προχωρής περισσότερον, τω είπον, και πράξον ούτως ώστε εντεύθεν, χωρίς να πολεμήσης, υποτάξης όλην την Ελλάδα. Σκέφθητι ότι εάν οι Έλληνες ήναι ηνωμένοι ως ήσαν και πρότερον, θα ήναι δύσκολον να τους νικήσωσιν, έστω και αν όλοι οι άνθρωποι έλθωσιν εναντίον των. Εάν δε παραδεχθής το σχέδιον το οποίον θα σε συμβουλεύσωμεν, απόνως θα γίνης κύριος όλων των αποφάσεών των. Πέμψον χρήματα εις τους μάλλον ισχυρούς των πόλεων, και διά των δώρων τούτων θα διαιρέσης την Ελλάδα. Έπειτα δε με τους ομοφρονούντας σου, ευκόλως θα καταστρέψης τους αντιφρονούντας.»

3. Οι μεν Θηβαίοι ταύτα συνεβουλεύον· αλλ' ο Μαρδόνιος δεν επείθετο και είχε μεγάλην επιθυμίαν να κυριεύση τας Αθήνας εκ δευτέρου, άμα μεν υπό αφροσύνης, άμα δε ίνα διά πυρσών από νήσου εις νήσον αναπτομένων αναγγείλη εις τον βασιλέα όντα έτι εις τας Σάρδεις ότι έχει τας Αθήνας. Ελθών όμως εις την Αττικήν, ούτε τότε δεν εύρε τους Αθηναίους· αλλ έμαθεν ότι οι πλειότεροι ήσαν εις την Σαλαμίνα και εις τα πλοία, και εκυρίευσε την πόλιν έρημον. Από της πρώτης δε υπό του βασιλέως αλώσεως μέχρι της δευτέρας της υπό του Μαρδονίου γενομένης παρήλθον μήνες δέκα.

4. Αφού δε έφθασεν εις τας Αθήνας ο Μαρδόνιος, έπεμψεν εις την Σαλαμίνα τον Ελλησπόντιον Μουρυχίδην, φέροντα τους αυτούς λόγους τους οποίους και ο Μακεδών Αλέξανδρος διεπόρθμευσεν εις τους Αθηναίους. Τους εμήνυσε δε ταύτα εκ δευτέρου ο Μαρδόνιος ουχί διότι έλαβε φιλικάς αποκρίσεις την πρώτην φοράν, αλλά διότι ήλπιζεν ότι ήθελε μετριασθή το πείσμα των, αφού έβλεπον ότι όλη η Αττική ήτο πλέον δορυάλωτος και υπό την εξουσίαν του. Τούτων ένεκα έπεμψε τον Μουρυχίδην εις την Σαλαμίνα.

5. Ούτος δε παρουσιασθείς εις το συμβούλιον είπε τα παρά του Μαρδονίου εντεταλμένα, και ο Λυκίδης, των του συμβουλίου, έδωσε γνώμην ότι ενόμιζε συμφέρον να δεχθώσι τας προτάσεις τας οποίας έφερεν ο Ελλησπόντιος και να τας αναφέρωσιν εις τον δήμον. Ο μεν Λυκίδης ταύτην την γνώμην απεφάνθη, είτε δεχθείς χρήματα από τον Μαρδόνιον, είτε ευρίσκων τωόντι τούτο καλόν. Οι δε Αθηναίοι, και οι εν τω συμβουλίω και οι έξωθεν ελθόντες, άμα το ήκουσαν τοσούτον ωργίσθησαν ώστε περικυκλώσαντες τον Λυκίδην τον εφόνευσαν με λίθους· τον δε Ελλησπόντιον Μουρυχίδην απέπεμψαν αβλαβή. Θορύβου δε γενομένου εις την Σαλαμίνα περί του Λυκίδου, έμαθον το πράγμα αι γυναίκες των Αθηναίων και παροτρύνουσαι η μία την άλλην όρμησαν αυθορμήτως εις την οικίαν του Λυκίδου και κατελιθοβόλησαν την γυναίκα του και τα τέκνα του.

6. Εις δε την Σαλαμίνα διέβησαν οι Αθηναίοι διά την εξής αιτίαν. Ενόσω μεν επρόσμενον να έλθη στρατός εκ της Πελοποννήσου προς βοήθειάν των, έμενον εις την Αττικήν· επειδή δε οι μεν Πελοποννήσιοι εβράδυνον πολύ, ο δε Μαρδόνιος εισερχόμενος ηκούετο ότι ήτο εις την Βοιωτίαν, τότε έλαβον τα πράγματά των και διέβησαν εις την Σαλαμίνα. Εις δε την Λακεδαίμονα έπεμψαν απεσταλμένους, άμα μεν διά να μεμφθώσι τους Λακεδαιμονίους ότι άφησαν τον βάρβαρον να εισβάλη εις την Αττικήν και δεν εξήλθον μετ' αυτών να τον απαντήσωσιν εις την Βοιωτίαν, άμα δε διά να τοις υπομνήσωσιν όσα ο Πέρσης υπεσχέθη να τοις δώση εάν εγίνοντο με το μέρος του· προς τούτοις διά να τοις είπωσιν ότι εάν δεν βοηθήσωσι τους Αθηναίους οι Αθηναίοι μόνοι των θα φροντίσωσι περί της σωτηρίας των.

7. Κατ' εκείνας τας ημέρας οι Λακεδαιμόνιοι εώρταζον τα Υακίνθια και πολύ περισσότερον εφρόντιζον να τιμήσωσι τον θεόν τούτον. Συγχρόνως όμως έκτιζον και το τείχος εις τον Ισθμόν το οποίον είχεν ήδη υψωθή μέχρι των επάλξεων. Ότε δε οι απεσταλμένοι των Αθηναίων και συν αυτοίς οι των Μεγάρων και των Πλαταιών έφθασαν εις την Λακεδαίμονα, παρουσιάσθησαν εις τους εφόρους και είπον τα εξής· 1. «Έπεμψαν ημάς οι Αθηναίοι λέγοντες ότι ο βασιλεύς των Μήδων πρώτον μεν αποδίδει εις ημάς την χώραν μας και δεύτερον θέλει να μας κάμη συμμάχους του επί ίσοις και ομοίοις δικαιώμασιν άνευ δόλου και απάτης· πλην δε της Αττικής, προσφέρει να μας δώση και άλλην χώραν την οποίαν να εκλέξωμεν ημείς. Αλλ' ημείς αιδούμενοι τον Ελλήνιον Δία και μη ανεχόμενοι να παραδώσωμεν την Ελλάδα, δεν εδέχθημεν, και απερρίψαμεν τας προτάσεις του, καίπερ αδικούμενοι υπό των Ελλήνων και καταπροδιδόμενοι και ηξεύροντες καλώς ότι θα ήτο συμφερώτερον δι' ημάς να συμφωνήσωμεν με τον Πέρσην μάλλον ή να πολεμώμεν αυτόν. Εκουσίως όμως ουδέποτε θα ειρηνεύσωμεν μετ' αυτού. Και ημείς μεν ειλικρινώς υπηρετούμεν την Ελλάδα. 2. Σεις δε, ενώ τότε κατεφοβήθητε μήπως συμβιβασθώμεν με τον Πέρσην, τώρα επειδή εμάθετε σαφώς τα φρονήματα ημών ότι ουδαμώς θα προδώσωμεν την Ελλάδα, και επειδή το τείχος το οποίον κτίζετε εις τον Ισθμόν είναι περί το τέλος του, αδιαφορείτε εντελώς περί των Αθηναίων, και ενώ εσυμφωνήσατε με ημάς να απαντήσωμεν τον Πέρσην εις την Βοιωτίαν, μας επροδώσατε και αφήσατε τον βάρβαρον να εισβάλη εις την Αττικήν. Σήμερον λοιπόν οι Αθηναίοι είναι ωργισμένοι καθ' υμών, διότι δεν εφέρθητε ως έπρεπε, και σας λέγουσι τώρα να πέμψητε τον στρατόν σας συγχρόνως με ημάς διά να αντισταθώμεν τουλάχιστον κατά του βαρβάρου εις την Αττικήν αφού δεν τον επροφθάσαμεν εις την Βοιωτίαν. Εν τη ημετέρα χώρα το Θριάσιον πεδίον είναι επιτηδειότατον προς μάχην.»

8. Ακούσαντες ταύτα οι έφοροι, ανέβαλον την απόκρισιν διά την ακόλουθον ημέραν, και την ακόλουθον διά την ακόλουθον, και τούτο έπραττον επί δέκα ημέρας, αναβάλλοντες από ημέρας εις ημέραν. Εν τούτω δε τω χρόνω όλος οι Πελοποννήσιοι ετείχιζον τον Ισθμόν μετά πολλής σπουδής, και ήτο πλέον το τείχος περί το τέλος. Διατί οι Πελοποννήσιοι, ότε μεν ήλθεν ο Μακεδών Αλέξανδρος εις τας Αθήνας, εφοβήθησαν τόσον μη μηδίσωσιν οι Αθηναίοι, τότε δε ουδόλως εφρόντιζον περί αυτών, αιτίαν τούτου δεν ημπορώ να είπω άλλην ειμή ότι όντος του Ισθμού τετειχισμένου, ενόμιζον ότι δεν είχον πλέον την ανάγκην των. Ότε όμως ο Αλέξανδρος μετέβη εις την Αττικήν, το τείχος δεν είχε τελειώσει, και ειργάζοντο μετά σπουδής διά τον φόβον των Περσών.

9. Επί τέλους η απόκρισις και η εκστρατεία των Σπαρτιατών εγένοντο τοιουτοτρόπως. Την προτεραίαν της ημέρας καθ ην έμελλε να γίνη η τελευταία παρουσίασις των απεσταλμένων, ο Τεγεάτης Χίλεος όστις εις την Λακεδαίμονα είχε μεγαλειτέραν επιρροήν από όλους τους ξένους, έμαθεν από τους εφόρους όσα είπον οι Αθηναίοι. Μαθών δε ταύτα τοις είπε τα εξής· «Ω έφοροι, τοιαύτη είναι η κατάστασις των πραγμάτων μας, ώστε εάν οι Αθηναίοι δεν ήναι ηνωμένοι με ημάς και συμμαχήσωσι με τον βάρβαρον, όσον δυνατόν και αν ήναι το τείχος το οποίον εκτίσατε εις τον Ισθμόν, μεγάλαι θύραι είναι αναπεπταμέναι εις την Πελοπόννησον διά τον Πέρσην. Ακούσατε λοιπόν τους Αθηναίους πριν αποφασίσωσιν άλλο τι, το οποίον ήθελεν επιφέρει την πτώσιν της Ελλάδος.»

10. Ο μεν Χίλεος ταύτα συνεβούλευσεν, οι δε έφοροι σκεφθέντες καλώς τους λόγους του, αμέσως, χωρίς να είπωσι τίποτε εις τους απεσταλμένους των πόλεων, προ του τέλους της νυκτός, εξέπεμψαν υπό την στρατηγίαν του Παυσανίου, υιού του Κλεομβρότου, πεντακισχιλίους Σπαρτιάτας, δόντες εις έκαστον επτά είλωτας. Η στρατηγία αύτη ανήκε μεν δικαιωματικώς εις τον Πλείσταρχον του Λεωνίδου, αλλ' ούτος ήτο εισέτι παιδίον, και ο Παυσανίας ήτο επίτροπος του και εξάδελφος. Καθότι ο Κλεόμβροτος, ο πατήρ του Λεωνίδου και υιός του Αναξανδρίδου, δεν έζη πλέον· αλλ' αφού επανέφερεν εκ του Ισθμού τον στρατόν όστις έκτισε το τείχος, μετ' ολίγον απέθανεν. Επανέφερε δε ο Κλεόμβροτος τον στρατόν εκ του Ισθμού διά την εξής αιτίαν. Ενώ εθυσίαζε κατά του Πέρσου, ο ήλιος εσκοτίσθη εν τω ουρανώ. Ο Παυσανίας προσέλαβε συνάρχοντα τον Ευρυάνακτα του Δωριέως, όντα εκ της αυτής οικογενείας. Και ο μεν στρατός, μετά του Παυσανίου, εξήλθε της Σπάρτης.

11. Οι δε πρέσβεις, άμα εγένετο ημέρα, μη ηξεύροντες τίποτε περί της εξόδου, παρουσιάσθησαν εις τους εφόρους, έχοντες κατά νουν να αναχωρήσωσι και αυτοί, έκαστος εις τα ίδια. Παρουσιασθέντες δε είπον τα εξής· «Υμείς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, μένοντες εδώ πανηγυρίζετε Υακίνθια και παίζετε, καταπροδίδοντες τους συμμάχους· οι δε Αθηναίοι, ως αδικούμενοι παρ' υμών, θα ειρηνεύσωσι με τον Πέρσην όπως δυνηθώσι δι' έλλειψιν συμμάχων. Ειρηνεύοντες δε είναι φανερόν ότι γινόμεθα σύμμαχοι του βασιλέως και θα εκστρατεύωμεν μετά των Περσών όπου ήθελον μας οδηγεί. Τότε θα εννοήσετε τι δύναται να σας συμβή εκ τούτου.» Ταύτα ειπόντων των απεσταλμένων, οι έφοροι εβεβαίωσαν μεθ' όρκου ότι οι κατά των ξένων εκπεμφθέντες θα ήσαν πλέον εις το Ορέστιον· ξένους δε εκάλουν τους βαρβάρους. Οι δε απεσταλμένοι μη ηξεύροντες τίποτε ηρώτησαν εκ δευτέρου τι εσήμαινον τα λεγόμενα, και ερωτήσαντες έμαθον ακριβώς όλην την αλήθειαν· ώστε θαυμάσαντες ανεχώρησαν τάχιστα διά να τους φθάσωσι. Συν αυτοίς δε ανεχώρησαν και πεντακισχίλιοι λογάδες οπλίται εκ των περιοίκων Λακεδαιμονίων.

12. Ούτοι μεν έσπευδον να φθάσωσι εις τον Ισθμόν οι δε Αργείοι, οίτινες είχον υποσχεθή πρότερον εις τον Μαρδόνιον να εμποδίσωσι τους Σπαρτιάτας από του να εκστρατεύσωσιν, άμα έμαθον ότι ο στρατός του Παυσανίου εξήλθε της Σπάρτης, έπεμψαν εις την Αττικήν κήρυκα, τον καλλίτερον ημεροδρόμον τον οποίον ηδυνήθησαν να εύρωσι. Φθάσας ούτος εις τας Αθήνας, είπε τα εξής· «Μαρδόνιε, με έπεμψαν οι Αργείοι διά να σε είπω ότι η νεολαία εξήλθε της Λακεδαίμονος και ότι δεν ηδυνήθησαν να την εμποδίσωσιν. Ήξευρε λοιπόν τούτο και πράξον ό,τι νομίσης καλόν.» Ο μεν κήρυξ ταύτα ειπών ανεχώρησε.

13. Ο δε Μαρδόνιος, ως ήκουσε ταύτα, δεν ηθέλησε πλέον να μείνη, εις την Αττικήν· και πρότερον μάλιστα, δεν έμενεν εκεί ειμή διότι ήθελε να μάθη τι ήθελαν αποφασίσει οι Αθηναίοι· και ούτε έβλαπτε τίποτε ούτε έφθειρε την Αττικήν, ελπίζων πάντοτε ότι οι Αθηναίοι ήθελον συνθηκολογήσει μετ' αυτού. Ότε όμως είδεν ότι δεν τους έπειθε και έμαθε τα συμβαίνοντα, πριν φθάσωσιν οι μετά του Παυσανίου εις τον Ισθμόν, εξήλθε της Αττικής αφού προηγουμένως ενέπρησε τας Αθήνας και κατεκρήμνισε παν ό,τι ίστατο ακόμη ορθόν εκ των τειχών ή των οικημάτων ή των ναών. Έφυγε δε εκείθεν διά την εξής αιτίαν. Η Αττική δεν ήτο χώρα κατάλληλος εις ιππικούς ελιγμούς, και εάν ενικάτο εις μάχην δεν είχεν άλλην έξοδον ειμή από στενόν τι μέρος, όπου και ολίγοι άνθρωποι ηδύναντο να εμποδίσωσι τον στρατόν του. Εσκόπευε λοιπόν να επιστρέψη εις τας Θήβας, διά να πολεμήση πλησίον πόλεως φιλικής και χώρας επιτηδείας εις το ιππικόν.

14. Ενώ ο Μαρδόνιος ανεχώρει εκ της Αττικής, συνήντησε καθ' οδόν ταχυδρόμον όστις τον ειδοποίησεν ότι άλλος στρατός εκ χιλίων Λακεδαιμονίων ήτο εις τα Μέγαρα. Ακούσας τούτο εσκέφθη να κυριεύση πρώτον τούτους· όθεν στρέψας προς αριστερά, έλαβε την προς τα Μέγαρα οδόν, το δε ιππικόν προπορευόμενον κατεπάτει την χώραν της Μεγαρίδος. Τούτο είναι το δυτικώτατον της Ευρώπης μέρος εις το οποίον έφθασεν ο Περσικός ούτος στρατός.

15. Μετά ταύτα ήλθεν εις τον Μαρδόνιον αγγελία ότι οι Έλληνες όλοι ήσαν συνηθροισμένοι εις τον Ισθμόν· και ούτω πάλιν επέστρεφεν οπίσω διά της Δεκελείας, καθότι οι βοιωτάρχαι είχον πέμψει ως οδηγούς τους πλησιοχώρους των Ασωπίων, και ούτοι τον έφερον εις τους Σφενδαλείς και εκείθεν εις την Τάναγραν. Διατρίψας δε εις την Τάναγραν μίαν νύκτα, την ακόλουθον ημέραν ετράπη προς την Σκώλον και εισήλθεν εις την γην των Θηβαίων. Εκεί, μολονότι οι Θηβαίοι εμήδιζον, εδενδροτόμησε την χώραν, ουχί ένεκα έχθρας προς αυτούς, αλλ' ευρεθείς εις μεγάλην ανάγκην· καθότι ήθελε να οχυρώση το στρατόπεδον και ητοίμαζε καταφύγιον εν περιπτώσει καθ' ην η έκβασις του πολέμου απέβαινεν εναντία προς τας επιθυμίας τους. Το στρατόπεδον τούτο, τεταγμένον εις τας όχθας του Ασωπού ποταμού, ήρχιζεν από τας πλησίον των Υσιών Ερυθράς και εξετείνετο μέχρι της Πλαταιίδος γης. Δεν ήγειρον όμως οι βάρβαροι τόσον εκτεταμένον τείχος, αλλ' έν τετράγωνον του οποίου έκαστον μέτωπον είχε δέκα σταδίους. Ενώ δε οι βάρβαροι ειργάζοντο εις τούτο, ο Θηβαίος Ατταγίνος του Φρύνωνος έκαμε μεγάλας ετοιμασίας και προσεκάλεσεν εις φιλοξενίαν τον Μαρδόνιον και πεντήκοντα εκ των μάλλον εγκρίτων Περσών. Κληθέντες δε ούτοι εδέχθησαν, και το δείπνον εγένετο εις τας Θήβας.

16. Τα δε επίλοιπα, όσα θα είπω τώρα, ήκουσα από τον Ορχομένιον Θέρσανδρον, άνδρα επιφανή και εκ των πρώτων του Ορχομενού. Με είπε δε ο Θέρσανδρος ότι και αυτός προσεκλήθη υπό του Ατταγίνου εις το δείπνον τούτο ομού με πεντήκοντα άλλους Θηβαίους· προς τούτοις ότι ο Ατταγίνας δεν κατέκλινε περί την τράπεζαν χωριστά τους Πέρσας από τους Έλληνας, αλλ' εις εκάστην κλίνην έθεσεν ένα Πέρσην και ένα Θηβαίον. Μετά το δείπνον ήρχισαν να πίνωσι και ο ομόκλινός του Πέρσης, ομιλών Ελληνιστί, τον ηρώτησε πόθεν ήτο· ο Θέρσανδρος απεκρίθη ότι ήτο Ορχομένιος. Τότε ο Πέρσης είπεν· «Επειδή τώρα έγινες ομοτράπεζος και ομόσπονδός μου, θέλω να σε αφήσω ανάμνησιν της σκέψεως την οποίαν έχω, διά να προηξεύρης και συ, και να δύνασαι να φροντίσης περί των συμφερόντων σου. Βλέπεις τους Πέρσας τους συμποσιάζοντας εδώ και τον στρατόν τον οποίον αφήσαμεν εστρατοπεδευμένον παρά τον ποταμόν; Δεν θα παρέλθη πολύς χρόνος και εξ όλων τούτων ολίγους μόνον θα ίδης να σωθώσι.» Ταύτα είπεν ο Πέρσης και αίφνης έχυσε πολλά δάκρυα. Ο δε Θέρσανδρος εκπλαγείς διά τους λόγους τούτους είπε· «Λοιπόν πρέπει να είπης ταύτα εις τον Μαρδόνιον και τους μετ' εκείνον εγκρίτους Πέρσας.» Ο δε Πέρσης είπε μετά ταύτα· «Φίλε, ό,τι είναι πεπρωμένον να συμβή εκ θείας βουλήσεως, οι άνθρωποι δεν δύνανται να το εμποδίσωσι, διότι κανείς δεν θέλει να πιστεύση εκείνους οίτινες ομιλούσι φρονίμως. Μολονότι πολλοί εξ ημών ηξεύρομεν ταύτα, ακολουθούμεν όμως δεδεμένοι υπό της ανάγκης. Η πικροτέρα οδύνη την οποίαν δύναται να υποστή άνθρωπος, είναι να εννοή πολλά πράγματα και να μη δύναται να πράξη τίποτε.» Ταύτα ήκουσα να λέγη ο Ορχομένιος Θέρσανδρος και προς τούτοις ότι τα είπεν αμέσως εις πολλούς ανθρώπους πριν γίνη η εν Πλαταιαίς μάχη.

17. Ότε δε ο Μαρδόνιος ήτο εστρατοπεδευμένος εις την Βοιωτίαν, οι μεν άλλοι (όσοι εκ των εις εκείνα τα μέρη κατοικούντων Ελλήνων εμήδιζον) όλοι έδοσαν στρατόν και συνεισέβαλον εις τας Αθήνας· μόνοι δε οι Φωκείς δεν συνεισέβαλον, καθότι εμήδιζον μεν και ούτοι σφόδρα, αλλ' ακουσίως και εξ ανάγκης. Ολίγας δε ημέρας μετά την άφιξιν του Μαρδονίου εις τας Θήβας, ήλθον και εκ των Φωκέων χίλιοι οπλίται, των οποίων αρχηγός ήτο ο Αρμοκύδης, ο μάλλον επιφανής των πολιτών. Μόλις δε έφθασαν εις τας Θήβας, έπεμψεν ο Μαρδόνιος προς αυτούς ιππείς και τους διέταξε να στρατοπεδεύσωσι χωριστά εις την πεδιάδα. Αφού έπραξαν τούτο, αμέσως έδραμεν εκεί όλον το ιππικόν. Μετά ταύτα δε διεδόθη φήμη μεταξύ των Ελλήνων των όντων με τους Μήδους ότι ο Μαρδόνιος είχε σκοπόν να κατακοντίση τους Φωκείς. Τότε ο στρατηγός αυτών Αρμοκύδης τους ενεθάρρυνε διά των λόγων τούτων· «Ω Φωκείς, είναι πρόδηλον ότι οι άνθρωποι ούτοι θέλουσιν εκ προμελέτης να μας θανατώσωσι, διότι ως εικάζω μας διέβαλον οι Θεσσαλοί. Τώρα λοιπόν πρέπει έκαστος υμών να φανή γενναίος· διότι προτιμότερον να τελευτήσωμεν τον βίον πράττοντές τι και αμυνόμενοι, ή αφεθέντες ν' απολεσθώμεν με ατιμότατον θάνατον. Ας μάθωσιν οι άνθρωποι ούτοι ότι ατιμωρητί δεν δύνανται βάρβαροι να σκευωρήσωσι τον θάνατον ανδρών Ελλήνων.»

18. Ο μεν Αρμοκύδης τοιαύτα συνεβούλευσεν. Οι δε ιππείς, αφού περικύκλωσαν τους Φωκείς, ώρμησαν εναντίον των δεικνύοντες ότι είχον σκοπόν να τους θανατώσωσι, και έτεινον και τα τόξα διά να ρίψωσι, τινές δε μάλιστα έρριψαν· οι δε Φωκείς, στρεφόμενοι προς όλα τα μέρη και πεπυκνωμένοι, ανθίσταντο. Τότε οι ιππείς υπέστρεψαν και ανεχώρησαν οπίσω. Δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος ούτε εάν τωόντι, κατ' αίτησιν των Θεσσαλών, ήλθον να θανατώσωσι τους Φωκείς, και έπειτα, επειδή τους είδον λαβόντας αμυντικήν θέσιν και εφοβήθησαν μήπως φονευθώσι και εκ των ιδίων των στρατιωτών, τους άφησαν και ανεχώρησαν (καθότι τοιαύτη ήτο η διαταγή του Μαρδονίου), ούτε εάν ηθέλησεν ο Μαρδόνιος να τους δοκιμάση εάν ήναι γενναίοι. Αφού δε επέστρεψαν οι ιππείς, πέμψας κήρυκα ο Μαρδόνιος είπε τα εξής· «Θαρρείτε, ω Φωκείς· διότι εφάνητε ότι είσθε άνδρες γενναίοι και όχι ως ήκουον εγώ. Τώρα λοιπόν δείξατε την προθυμίαν σας εις τον πόλεμον τούτον, και δεν θα υπερβηθήτε εις τας ευεργεσίας. ούτε εμέ ούτε τον βασιλέα». Ταύτα συνέβησαν εις τους Φωκείς.

19. Οι δε Λακεδαιμόνιοι ελθόντας εις τον Ισθμόν εστρατοπεδεύσαντο εκεί. Μαθόντες δε τούτο οι λοιποί Πελοποννήσιοι, οίτινες είχον ασπασθή την πατριωτικήν μερίδα, και βλέποντες ότι εξεστράτευσαν οι Λακεδαιμόνιοι, δεν ενέκρινον να αφήσωσιν αυτούς μόνους. Εκ του Ισθμού λοιπόν, αφού συνεβουλεύθησαν τα θύματα και είδον ότι ήσαν καλά, εκίνησαν όλοι και έφθασαν εις την Ελευσίνα. Αφού δε έκαμον και εκεί θυσίας αίτινες απέβησαν επίσης καλαί, επορεύθησαν επί τα πρόσω· συν αυτοίς δε και οι Αθηναίοι οίτινες ήλθον εκ της Σαλαμίνος και ηνώθησαν μετ' αυτών εις την Ελευσίνα. Ότε δε έφθασαν εις τας Ερυθράς της Βοιωτίας και έμαθον ότι οι βάρβαροι ήσαν εστρατοπεδευμένοι εις τον Ασωπόν, απεφάσισαν και αυτοί να αντιστρατοπεδευθώσιν εις τας υπωρείας του Κιθαιρώνος.

20. Ο δε Μαρδόνιος, επειδή οι Έλληνες δεν κατέβαινον εις την πεδιάδα, έπεμψε κατ' αυτών όλον το ιππικόν, του οποίου ίππαρχος ήτο ο Μασίστιος, ανήρ μεγάλην φήμην χαίρων παρά τοις Πέρσαις, τον οποίον οι Έλληνες καλούσι Μακίστιον. Ούτος είχεν ίππον Νισαίον χρυσοχάλινον και καθ' όλα τα άλλα κεκοσμημένον καλώς. Εκεί πλησιάσαντες οι ιππείς και εις τάγματα διαιρεθέντες, προσέβαλον τους Έλληνας, επροξένησαν εις αυτούς μεγάλην βλάβην και τους απεκάλεσαν γυναίκας.

21. Κατά συντυχίαν δε οι Μεγαρείς έτυχον να ώσι παρατεταγμένοι εις την μάλλον ευπρόσβλητον όλων των θέσεων, και εκεί ώρμα το ιππικόν περισσότερον. Πιεζόμενοι λοιπόν οι Μεγαρείς υπό των ιππέων, έπεμψαν προς τους στρατηγούς των Ελλήνων κήρυκα. Ελθών δε ο κήρυξ είπε προς αυτούς τα εξής· «Οι Μεγαρείς λέγουσιν: Ω σύμμαχοι, ημείς δεν είμεθα ικανοί να αντιστώμεν μόνοι κατά του ιππικού των Περσών, έχοντες την θέσιν εις ην ετάχθημεν εξ αρχής· αλλά και έως τώρα αντέχομεν καρτερικώς και ανδρείως, καίπερ πιεζόμενοι. Τώρα δε εάν δεν στείλετε άλλους να μας αντικαταστήσωσι, μάθετε ότι θα αφήσωμεν την θέσιν.» Ο μεν κήρυξ ταύτα απήγγειλεν, ο δε Παυσανίας προσεκάλεσε τους Έλληνας και εζήτησεν εθελοντάς διά να υπάγωσιν εις εκείνο το μέρος και διαδεχθώσι τους Μεγαρείς. Μη θελόντων δε των άλλων, εδέχθησαν οι Αθηναίοι, και εκ των Αθηναίων οι τριακόσιοι επίλεκτοι των οποίων λοχαγός ήτο ο Ολυμπιόδωρος του Λάμπωνος.

22. Ούτοι ήσαν οι δεχθέντες και οι προ των άλλων Ελλήνων, όσοι ήσαν εις τας Ερυθράς, ταχθέντες μετά των τοξοτών. Εμάχοντο δε επί αρκετήν ώραν και το τέλος της μάχης εγένετο τοιούτο. Ότε ώρμησε το ιππικόν κατά τάγματα, ο ίππος του Μασιστίου προέχων των άλλων, εβλήθη υπό βέλους εις τα πλευρά· αλγήσας δε, έστη ορθός και ετίναξε τον Μασίστιον. Τούτου πεσόντος, πρόσδραμον οι Αθηναίοι. Τότε και τον ίππον αυτού έλαβον και αυτόν αμυνόμενον εφόνευσαν, ουχί άνευ δυσκολίας καθότι ήτο ωπλισμένος ως εξής. Έσωθεν είχε χρυσόν θώρακα, λεπιδωτόν και άνωθεν του θώρακος εφόρει χιτώνα φοινικούν. Όθεν τύπτοντες εις τον θώρακα δεν έκαμνον τίποτε, μέχρις ου νοήσας τις το πράγμα εκτύπησεν αυτόν εις τον οφθαλμόν και τοιουτοτρόπως έπεσε και απέθανε. Ταύτα πάντα πραττόμενα διέλαθον τους άλλους ιππείς, καθότι ούτε πεσόντα από του ίππου τον είδον, ούτε αποθνήσκοντα. Δεν είδον δε τα γενόμενα καθότι κατ' εκείνην την ώραν είχον στρέψει τους χαλινούς και ανεχώρουν. Ότε όμως εστάθησαν, αμέσως τον εζήτησαν, μη έχοντες πλέον κανένα διά να τους οδηγήση· μαθόντες δε το γεγονός και εξοτρύναντες αλλήλους, επανέλαβον την επίθεσιν διά να λάβωσι τον νεκρόν.

23. Ιδόντες δε οι Αθηναίοι ότι οι ιππείς επήρχοντο ουχί κατά τάγματα αλλ' όλοι ομού, εζήτησαν την συνδρομήν του άλλου στρατού. Ενώ δε ο πεζός στρατός ήρχετο εις βοήθειαν, μάχη βιαία εγένετο περί τον νεκρόν. Και ενόσω μεν ήσαν οι τριακόσιοι μόνοι, υπενέδιδον και εμακρύνοντο από τον νεκρόν· ότε δε έφθασεν εις βοήθειάν των το πλήθος, τότε πλέον οι ιππείς δεν ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν ούτε κατώρθωσαν να λάβωσι τον νεκρόν, αλλά πλην εκείνου προσαπώλεσαν και άλλους εκ των ιππέων. Μακρυθέντες δε δύο περίπου στάδια συνεσκέφθησαν τι έπρεπε να πράξωσι· δι' έλλειψιν δε αρχηγού απεφάσισαν να επιστρέψωσι προς τον Μαρδόνιον.

24. Ότε το ιππικόν έφθασεν εις το στρατόπεδον, όλος ο στρατός και προ πάντων ο Μαρδόνιος επένθησαν τον Μασίστιον, κείραντες εαυτούς και τους ίππους και τα υποζύγια και αφέντες θρήνον μέγαν. Εις όλην δε την Βοιωτίαν αντήχησεν ότι απώλετο ανήρ τα μέγιστα τιμώμενος μετά τον Μαρδόνιον υπό των Περσών και του βασιλέως. Και οι μεν βάρβαροι κατά τα έθιμα των ετίμησαν τον Μαστίστιον αποθανόντα.

25. Οι δε Έλληνες επειδή εδέχθησαν την επίθεσιν του ιππικού και απώθησαν αυτά, έλαβον θάρρος πολύ περισσότερον, και πρώτον θέσαντες τον νεκρόν εις άμαξαν περιέφερον αυτόν εις τας τάξεις. Ο δε νεκρός ήτο άξιος θαυμασμού διά το μέγα του ανάστημα και το κάλλος· εκείνο δε το οποίον τους ηνάγκασε να τον περιφέρωσιν εις τας τάξεις ήτο διά να μη εγκαταλείπωσιν αυτάς οι στρατιώται και έρχωνται να τον βλέπωσι. Μετά ταύτα απεφάσισαν να καταβώσιν εις τας Πλαταιάς, διότι ο Πλαταιικός χώρος τοις εφαίνετο επιτηδειότερος του Ερυθραίου προς στρατοπέδευσιν, και διότι το ύδωρ εκεί ήτο καλλίτερον. Εις τούτον λοιπόν τον χώρον και πλησίον της εν τω χώρω τούτω ούσης Γαργαφίας κρήνης έκρινον ότι έπρεπε να έλθωσι και να στρατοπεδευθώσι. Αναλαβόντες λοιπόν τα όπλα διήλθον πλησίον των Υσιών διά της υπωρείας του Κιθαιρώνος και έφθασαν εις την Πλαταιίδα γην. Φθάσαντες εκεί ετάχθησαν κατά έθνη πλησίον της Γαργαφίας κρήνης και του τεμένους του ήρωος Ανδροκράτους, οι μεν εις όχθους όχι υψηλούς οι δε εις μέρος επίπεδον.

26. Τότε κατά την διάταξιν εγένετο πολλή λογομαχία μεταξύ Τεγεατών και Αθηναίων. Αμφότερα τα έθνη ηξίουν να έχωσι το έν κέρας, προβάλλοντες εις υποστήριξιν των δικαιωμάτων των παλαιά και νέα κατορθώματα. Αφ' ενός μεν οι Τεγεάται έλεγον· «Ημείς πάντοτε εις όσας εκστρατείας κοινάς έκαμον οι Πελοποννήσιοι παλαιάς και νέας, εκρίθημεν άξιοι της τιμής ταύτης παρ' όλων των συμμάχων. Από της εποχής δε καθ' ην οι Ηρακλείδαι μετά τον θάνατον του Ευρυσθέως επειράθησαν να καταβώσιν εις την Πελοπόννησον, ελάβομεν το δικαίωμα τούτο διά την εξής αιτίαν. Ότε μετά των Αχαιών και των Ιώνων, των κατοικούντων τότε εις την Πελοπόννησον, εξεστρατεύσαμεν εις τον Ισθμόν διά να αντιταχθώμεν κατά των θελόντων να καταβώσιν εις την Πελοπόννησον Ηρακλειδών· τότε λέγουσιν ότι επειδή ο Ύλλος είπεν ότι δεν έπρεπε να συμπλακώσιν οι δύο στρατοί, αλλ' όστις ήθελε κριθή μάλλον άξιος εκ του Πελοποννησιακού στρατού, αυτός να μονομαχήση μετά του Ύλλου επί συμπεφωνημένοις όροις, ενέκριναν οι Πελοποννήσιοι να πράξωσι τούτο και θυσιάσαντες ωρκίσθησαν τα εξής· εάν μεν ο Ύλλος νικήση τον ηγεμόνα των Πελοποννησίων, να καταβώσιν οι Ηρακλείδαι εις τα πατρώα· εάν δε εξ εναντίας νικηθή, να αναχωρήσωσιν εκείθεν οι Ηρακλείδαι και να απαγάγωσι τον στρατόν, επί εκατόν δε έτη να μη ζητήσωσι κάθοδον εις την Πελοπόννησον. Ο βασιλεύς ημών και στρατηγός Έχεμος, υιός του Φηγέως Αερόπου, προσεφέρθη εκουσίως και όλοι οι σύμμαχοι εδέχθησαν· μονομαχήσας δε εφόνευσε τον Ύλλον. Εκ του έργου τούτου, ημείς ελάβομεν τότε μεταξύ των Πελοποννησίων και άλλα μεγάλα προνόμια τα οποία διετηρήσαμεν μέχρι σήμερον, και προσέτι να διοικώμεν πάντοτε έν κέρας οσάκις γίνεται κοινή εκστρατεία. Εις υμάς μεν, ω Λακεδαιμόνιοι, δεν εναντιούμεθα· σας αφίνομεν να εκλέξετε το κέρας το οποίον θέλετε, και εκ των προτέρων δίδομεν την συγκατάθεσίν μας· το άλλο όμως λέγομεν ότι εις ημάς ανήκει να έχωμεν ως πάντοτε. Πλην δε του έργου τούτου το οποίον ανεφέραμεν, ημείς είμεθα μάλλον άξιοι των Αθηναίων να έχωμεν αυτήν την τάξιν, καθότι πολλάκις επολεμήσαμεν ανδρείως και καθ' υμών, ω Σπαρτιάται, και κατ' άλλων Ελλήνων. Ούτω λοιπόν είναι δίκαιον ημείς να έχωμεν το έν κέρας και όχι οι Αθηναίοι, καθότι ουδέποτε έπραξαν τόσα κατορθώματα όσα ημείς, ούτε παλαιά ούτε νέα.» Οι μεν Τεγεάται ταύτα είπον.

27. Οι δε Αθηναίοι ακούσαντες ταύτα απεκρίθησαν ως εξής· «Ενομίζομεν ότι συνήχθημεν εδώ ουχί διά να λογομαχήσωμεν, αλλά διά να πολεμήσωμεν τον βάρβαρον· επειδή όμως ο Τεγεάτης έδωκε το παράδειγμα να διηγηθή παλαιά και νέα κατορθώματα όσα έπραξεν έκαστος εν παντί χρόνω, ευρισκόμεθα εις την ανάγκην να δηλώσωμεν εις υμάς ότι παρ' ημίν, πλειότερον ή παρά τοις Αρκάσιν, είναι πατροπαράδοτον να αφοσιούμεθα υπέρ της σωτηρίας όλων και να πολεμώμεν εις την πρώτην τάξιν. Τους Ηρακλείδας, των οποίων τον ηγεμόνα λέγουσιν ούτοι ότι εφόνευσαν, τούτους προ της περιστάσεως ταύτης διωκομένους υπό πάντων των Ελλήνων προς ους ήρχοντο φεύγοντες την δουλείαν των Μυκηναίων, μόνοι ημείς εδέχθημεν, και εταπεινώσαμεν την θρασύτητα του Ευρυσθέως, μετ' εκείνων πολεμήσαντες και νικήσαντες τους έχοντες τότε την Πελοπόννησον. Έπειτα, ότε οι Αργείοι ήλασαν μετά του Πολυνείκους κατά των Θηβών και φονευθέντες έκειντο άταφοι, ημείς εκστρατεύσαντες κατά των Καδμείων, ελάβομεν τους νεκρούς και εθάψαμεν αυτούς εις την Ελευσίνα της ημετέρας χώρας. Επίσης ένδοξον είναι το κατόρθωμά μας εναντίον των Αμαζόνων, αίτινες, ελθούσαι ποτε από του Θερμώδοντος ποταμού, εισέβαλον εις την Αττικήν· προσέτι και εις τον Τρωικόν πόλεμον δεν εφάνημεν κατώτεροι ουδενός άλλου έθνους. Πλην η ανάμνησις αυτών, ουδεμίαν δίδει υπεροχήν· καθόσον οι αυτοί άνθρωποι οίτινες τότε ήσαν γενναίοι, τώρα δυνατόν να ήναι ασθενέστεροι, και οι όντες τότε ασθενείς, να ήναι τώρα γενναίοι· όθεν ας αφήσωμεν τα παλαιά έργα. Ημείς, και τίποτε άλλο αν δεν επράξαμεν, μολονότι επράξαμεν πολλά και λαμπρά και ουχί κατώτερα των άλλων Ελλήνων, πάλιν μόνον διά το έργον του Μαραθώνος είμεθα άξιοι να λάβωμεν τούτο το γέρας και άλλα πλην τούτου. Κατ' εκείνην την ημέραν μόνοι των Ελλήνων επολεμήσαμεν κατά του Πέρσου, και επιχειρήσαντες τοιούτο έργον υπερισχύσαμεν και ενικήσαμεν τεσσαράκοντα έξ έθνη. Δεν είναι λοιπόν δίκαιον, δι' αυτό και μόνον το κατόρθωμα να έχωμεν την τάξιν ταύτην; Αλλ' εις την παρούσαν περίστασιν δεν αρμόζει να ερίζωμεν περί τάξεως· είμεθα έτοιμοι να σας υπακούσωμεν, ω Λακεδαιμόνιοι· θα λάβωμεν την θέσιν την οποίαν θέλετε κρίνει κατάλληλον να μας υποδείξετε και εναντίον οιωνδήποτε αντιπάλων. Όπου όμως και αν ταχθώμεν, θα προσπαθήσωμεν να πολεμήσωμεν ανδρείως. Διατάξατε και υπακούομεν.»

28. Οι μεν Αθηναίοι ταύτα απεκρίθησαν, όλος δε ο στρατός των Λακεδαιμονίων ανεβόησεν ότι οι Αθηναίοι μάλλον άξιοι να έχωσι το έν κέρας ή οι Αρκάδες. Τοιουτοτρόπως λοιπόν το έλαβον οι Αθηναίοι και επροτιμήθησαν των Τεγεατών. Μετά ταύτα δε ετάχθησαν ως ακολούθως όσοι Έλληνες ήλθον ύστερον και όσοι είχον έλθει εξ αρχής. Το μεν δεξιόν κέρας έχον δεκακισχίλιοι Λακεδαιμόνιοι, εξ ων οι πεντακισχίλιοι ήσαν Σπαρτιάται και είχον ως βοηθούς τριάκοντα πέντε χιλιάδας ψιλούς είλωτας, επτά έκαστος. Πλησίον των οι Σπαρτιάται έταζαν τους Τεγεάτας τιμής ένεκεν και αρετής· ούτοι δε ήσαν χίλιοι και πεντακόσιοι οπλίται. Μετ' αυτούς ίσταντο πεντακισχίλιοι Κορίνθιοι και πλησίον αυτών έλαβον την άδειαν να σταθώσι τριακόσιοι Ποτιδαιάται ελθόντες εκ της Παλλήνης. Αμέσως μετ' αυτούς ίσταντο Αρκάδες Ορχομένιοι εξακόσιοι, έπειτα τρισχίλιοι Σικυώνιοι, έπειτα οκτακόσιοι Επιδαύριοι. Πλησίον αυτών ήσαν τεταγμένοι χίλιοι Τροιζήνιοι, έπειτα διακόσιοι Λεπρεάται, έπειτα τετρακόσιοι Μυκηναίοι και Κορίνθιοι. Μετ' αυτούς χίλιοι Φλιάσιοι και πλησίον αυτών τριακόσιοι Ερμιονείς. Μετά τους Ερμιονείς ίσταντο εξακόσιοι Ερετριείς και Στυρείς, έπειτα τετρακόσιοι Χαλκιδείς, έπειτα πεντακόσιοι Αμπρακιώται. Μετά τους Αμπρακιώτας ετάχθησαν οκτακόσιοι Λευκάδιοι και Ανακτόριοι μετ' αυτούς διακόσιοι Παλείς εκ της Κεφαλληνίας, μετ' αυτούς πεντακόσιοι Αιγινήται, έπειτα τρισχίλιοι Μεγαρείς, κατόπιν εξακόσιοι Πλαταιείς. Τελευταίοι δε και πρώτοι ετάχθησαν οκτακισχίλιοι Αθηναίοι έχοντες το ευώνυμον κέρας· εστρατήγει δε αυτών Αριστείδης ο Λυσιμάχου.

29. Ούτοι δε, πλην των επτά ειλώτων των τεταγμένων περί έκαστον Σπαρτιάτην, ήσαν οπλίται και όλοι ομού τριάκοντα οκτώ χιλιάδες τον αριθμόν. Όλοι λοιπόν οι οπλίται οι συλλεγέντες κατά του βαρβάρου ήσαν τοσούτοι· των ψιλών δε το πλήθος ήτο το εξής. Τριάκοντα πέντε μεν χιλιάδες εκ του Σπαρτιατικού τάγματος· καθότι επτά ήσαν περί έκαστον Σπαρτιάτην, όλοι παρεσκευασμένοι ως εις πόλεμον. Οι δε ψιλοί των λοιπών Λακεδαιμονίων και Ελλήνων ήσαν τριάκοντα τέσσαρες χιλιάδες και πεντακόσιοι, ως να ήτο είς ψιλός πλησίον ενός οπλίτου. Ώστε όλοι οι μάχιμοι ψιλοί ήσαν εξήκοντα εννέα χιλιάδες και πεντακόσιοι.

30. Όλος δε ομού ο Ελληνικός στρατός ο συνελθών εις τας Πλαταιάς, οπλίται και ψιλοί μάχιμοι, ήτο ένδεκα μυριάδες μείον χιλίων οκτακοσίων (26)· μετά των ελθόντων δε έπειτα Θεσπιέων συνεπληρώθησαν αι ένδεκα μυριάδες· καθότι ήλθον εις το στρατόπεδον όσοι διεσώθησαν Θεσπιείς, χίλιοι οκτακόσιοι τον αριθμόν, αλλ' ούτε αυτοί δεν είχον όπλα. Ούτω διατεταγμένοι οι Έλληνες εστρατοπεδεύοντο εις τας όχθας του Ασωπού.

31. Οι δε βάρβαροι και ο Μαρδόνιος, αφού απεκήδευσαν τον Μασίστιον μαθόντες ότι οι Έλληνες ήσαν εις τας Πλαταιάς, ήλθον και αυτοί προς εκείνο το μέρος του Ασωπού· ελθόντες δε αντετάχθησαν υπό του Μαρδονίου ως ακολούθως. Απέναντι μεν των Λακεδαιμονίων έστησε τους Πέρσας· και επειδή οι Πέρσαι ήσαν περισσότεροι κατά το πλήθος τους εσχημάτισεν εις πολλάς τάξεις τας οποίας εξέτεινε μέχρι του μετώπου των Τεγεατών· και τους μεν δυνατωτάτους των Περσών εκλέξας έστησεν εναντίον των Λακεδαιμονίων, τους δε ασθενεστέρους παρέταξεν εναντίον των Τεγεατών. Ταύτα έπραξε κατά συμβουλήν των Θηβαίων. Αμέσως δε μετά τους Πέρσας έταξε τους Μήδους απέναντι των Κορινθίων, των Ποτιδαιατών, των Ορχομενίων και των Σικυωνίων. Μετά τους Μήδους έταξε τους Βακτρίους απέναντι των Επιδαυρίων, των Τροιζηνίων, των Λεπρεατών, των Τιρυνθίων, των Μυκηναίων και των Φλιασίων. Μετά τους Βακτρίους έστησε τους Ινδούς απέναντι των Ερμιονέων, των Ερεριέων, των Στυρών και των Χαλκιδέων. Μετά τους Ινδούς έταξε τους Σάκας εναντίον των Αμπρακιωτών, των Ανακτορίων, των Λευκαδίων, των Παλέων και των Αιγινητών. Τελευταίον δε κατά των Αθηναίων και των συμμάχων των Πλαταιέων και Μεγαρέων έταξε τους Βοιωτούς, τους Λοκρούς, τους Μαλιείς, τους Θεσσαλούς και τους χιλίους Φωκείς, διότι όλοι οι Φωκείς δεν εμήδισαν, αλλά τινές εξ αυτών καταφυγόντες εις τον Παρνασσόν εβοήθουν τους Έλληνας και εκείθεν ορμώμενοι έβλαπτον τον στρατόν του Μαρδονίου και τους μεταυτού όντας Έλληνας. Έταξε προσέτι εναντίον των Αθηναίων και τους περί την Θεσσαλίαν κατοικούντας.

32. Ταύτα μεν είναι τα ονόματα των μεγίστων εθνών όσα παρέταξεν ο Μαρδόνιος, και ήσαν τα επιφανέστατα και πλείστου λόγου άξια. Ευρίσκοντο δε μεταξύ αυτών και άλλων εθνών άνδρες αναμεμιγμένοι, Φρυγών, Θρακών, Μυσών, Παιόνων και άλλων· προσέτι και εκ των Αιθιόπων και Αιγυπτίων οι καλούμενοι Ερμοτύβιες και Καλασίριες, μαχαιροφόροι, οίτινες είναι οι μόνοι μάχιμοι εκ των Αιγυπτίων. Τούτους έτι ων εν Φαλήρω ο Μαρδόνιος είχεν αποβιβάσει εκ των πλοίων, διότι ήσαν μεταξύ των πληρωμάτων και διότι εις τον πεζόν στρατόν τον οποίον έφερεν ο Ξέρξης εις τας Αθήνας δεν υπήρχον Αιγύπτιοι. Οι μεν βάρβαροι λοιπόν ήσαν τριακόσιαι χιλιάδες, ως και πρότερον εκδήλωσα· των δε Ελλήνων των συμμάχων του Μαρδονίου ουδείς γνωρίζει τον αριθμόν· καθότι δεν ηριθμήθησαν· εικάζω όμως ότι προσήλθον έως πεντήκοντα χιλιάδες. Ούτοι ήσαν οι παραταχθέντες πεζοί· το δε ιππικόν ήτο τεταγμένον κατά μέρος.

33. Αφού όλοι ούτοι διετάχθησαν κατά έθνη και κατά τάγματα, την δευτέραν ημέραν εγένοντο θυσίαι εις αμφότερα τα μέρη. Και εις μεν τους Έλληνας ο θύων ήτο ο Τισαμενός του Αντιόχου, διότι ούτος ηκολούθει το στράτευμα τούτο ως μάντις· όντα δε εκ της Ήλιδος και κατά το γένος Κλυτιάδην εξ Ιμιδών, οι Λακεδαιμόνιοι έκαμον πολίτην των. Ότε ο Τισαμενός ήλθεν εις τους Δελφούς διά να ζητήση χρησμόν περί τέκνων, η Πυθία τω είπεν ότι θα νικήση πέντε μεγίστους αγώνας. Ούτος δε παρεξηγήσας τον χρησμόν, επεδίδετο εις γυμνικάς ασκήσεις, νομίζων ότι έμελλε να νικήση γυμνικούς αγώνας. Όθεν ασκηθείς εις το πένταθλον, ολίγον έλειψε να νικήση εις μίαν ολυμπιάδα· αλλ' ο εξ Άνδρου Ιερώνυμος τον ενίκησεν εις την πάλην. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εννοήσαντες ότι ο περί του Τισαμενού χρησμός δεν απέβλεπεν εις γενικούς αγώνας αλλ' εις πολεμικούς, επειρώντο να πείσωσιν αυτόν επί μισθώ να γίνη αρχηγός των πολέμων ομού με τους βασιλείς των Ηρακλείδας. Βλέπων δε ο Τισαμενός ότι οι Σπαρτιάται περί πολλοί εποιούτο να κάμωσιν αυτόν φίλον, ηύξησε τας αξιώσεις του, προβάλλων ότι, εάν τον δεχθώσιν ως πολίτην των και παρέξωσιν εις αυτόν όλα τα προνόμια, θα πράξη ό,τι επεθύμουν· επ' ουδενί όμως άλλω μισθώ. Οι Σπαρτιάται κατ' αρχάς μεν ακούσαντες τούτο δυσηρεστήθησαν και αδιαφόρησαν περί του χρησμού· επί τέλους όμως, επικρεμασθέντος του μεγάλου φόβου της Περσικής ταύτης εκστρατείας, εδέχθησαν τας αιτήσεις του και τον προσεκάλεσαν. Τότε ο Τισαμενός, ιδών αυτούς μεταβαλόντας γνώμην, είπεν ότι πλέον ούτε με ταύτα μόνα ηρκείτο, αλλ' ότι έπρεπε προσέτι να γίνη Σπαρτιάτης και ο αδελφός του Ηγίας, με τα αυτά δικαιώματα με τα οποία γίνεται και αυτός.

34. Ταύτα λέγων ο Τισαμενός εμιμείτο τον Μελάμποδα, εάν δύναταί τις να παραβάλη την βασιλείαν με την πολιτογράφησιν. Διότι και ο Μελάμπους, ότε εμάνησαν αι γυναίκες του Άργους, επειδή τον εζήτησαν οι Αργείοι να έλθη από την Πύλον επί μισθώ διά να θεραπεύση τας γυναίκας των, εζήτησεν ως μισθόν το ήμισυ της βασιλείας· και επειδή οι Αργείοι δεν ηδυνήθησαν να ανεχθώσι τοιαύτην αξίωσιν και ανεχώρησαν, αι δε γυναίκες των εμαίνοντο πολύ περισσότεραι, τότε αποφασίσαντες να δεχθώσι τας προτάσεις του Μελάμποδος, επέστρεψαν προς αυτόν και τω παρεχώρησαν ό,τι εζήτει. Ο Μελάμπους όμως, ιδών τους Αργείους μεταβληθέντας, εζήτησε περισσότερα λέγων ότι δεν θα κάμη όσα θέλουσιν, εάν δεν μεταδώσωσι και εις τον αδελφόν του Βίαντα τα τριτημόριον της βασιλείας. Οι δε Αχρείοι, ευρισκόμενοι εις τα στενά, εδέχθησαν και τούτο.

35. Ούτω και οι Σπαρτιάται, επειδή είχον μεγάλην ανάγκην του Τισαμενού, έδοσαν ό,τι εζήτησεν. Αφού δε τω παρεχώρησαν ταύτα, τότε ο πλείος Τισαμενός, εγένετο μάντις των εις πέντε μεγάλας μάχας και εθριάμβευσαν ομού. Μόνοι δε ούτοι εξ όλων των ανθρώπων εγένοντο πολίται Σπαρτιάται. Αι δε πέντε μάχαι εισίν αι εξής· πρώτη αύτη η εν Πλαταιαίς έπειτα η εν Τεγέα προς τους Τεγεάτας και τους Αργείους, έπειτα η εν Διπαία προς όλους τους Αρκάδας πλην των Μαντινέων, έπειτα η εν Ιθώμη προς τους Μεσσηνίους, και τελευταίον η εν Τανάγρα προς τους Αθηναίους και τους Αργείους. Αύτη είναι η τελευταία των πέντε μαχών.

36. Ούτος λοιπόν ο Τισαμενός τον οποίον είχον μεθ' εαυτών οι Σπαρτιάται, ήτο ο μάντις των Ελλήνων εις τας Πλαταιάς. Εις δε τους Έλληνας προεμήνυον μεν νίκην τα θύματα εάν μείνωσιν εις αμυντικήν θέσιν, ουχί όμως και εάν διαβάντες τον Ασωπόν αρχίσωσι πρώτοι την μάχην.

37. Ομοίως και εις τον Μαρδόνιον προθυμούμενον να αρχίση την μάχην τα θύματα δεν εφαίνοντο καλά, εκτός εάν πολεμήση αφού τον προσβάλωσι πρώτοι οι εναντίοι· καθότι και ούτος μετεχειρίζετο ελληνικάς μαντείας, έχων μάντιν τον Ηλείον Ηγησίστρατον, τον επιφανέστατον των Τελλιαδών τον οποίον προ του πολέμου τούτου συλλαβόντες οι Σπαρτιάται έρριψαν εις τα δεσμά διά να τον θανατώσωσιν, ως παθόντες υπ' αυτού πολλά και απρεπή. Εις τοιαύτην κατάστασιν ευρισκόμενος ο Ηγησίστρατος και τρέχων κίνδυνον περί της ζωής του, και προσέτι μέλλων προ του θάνατον να υποστή πολλά και δεινά, έπραξεν έργον μείζον παντός λόγου. Ενώ ήτο δεδεμένος εις ξύλον σιδηρόδετον, έλαβε μάχαιραν την οποίαν βεβαίως τω έφερέ τις εντός της φυλακής και αμέσως εμηχανήθη έργον ανδρειότατον από όσα ημείς ηξεύρομεν. Αφού εμέτρησεν ακριβώς πόσον μέρος του ποδός ηδύνατο να εξέλθη της ποδοκάκης, έκοψε τον ταρσόν. Τούτου γενομένου, όπως λάθη τους φύλακας, διετρύπησε τον τοίχον και απέδρα εις την Τεγέαν, τας μεν νύκτας πορευόμενος, τας δε ημέρας κρυπτόμενος εις δάση και διημερεύων εκεί· ώστε με όλας τας αναζητήσεις τας οποίας έκαμνον όλοι οι Λακεδαιμόνιοι, αυτός την τρίτην νύκτα ήτο εις την Τεγέαν. Οι δε Σπαρτιάται εθαύμαζον μεγάλως διά την τόλμην του, και βλέποντες κείμενον χαμαί το ήμισυ του ποδός, εκείνον δεν ηδύναντο να εύρωσι. Και τότε μεν ούτω διαφυγών τους Λακεδαιμονίους εύρεν άσυλον εις τους Τεγεάτας, οίτινες κατ' εκείνην την εποχήν δεν ήσαν φίλοι των Λακεδαιμονίων. Ιαθείς δε και κατασκευάσας ξύλινον πόδα, εγένετο φανερός εχθρός των Λακεδαιμονίων· πλην η έχθρα αύτη την οποίαν συνέλαβε κατά των Λακεδαιμονίων δεν τον ωφέλησε μέχρι τέλους, καθότι μετεσχόμενος την μαντικήν εις την Ζάκυνθον, συνελήφθη παρ' αυτών και εφονεύθη.

38. Αλλ' ο μεν θάνατος του Ηγησιστράτου συνέβη μετά τα Πλαταιικά· τότε δε εις τον Ασωπόν, μεμισθωμένος υπό του Μαρδονίου αντί μεγάλης ποσότητος, εθυσίαζε και ήτο πρόθυμος υπέρ αυτού τόσον διά την προς τους Λακεδαιμονίους έχθραν του, όσον και χάριν κέρδους. Επειδή δε τα θύματα δεν επέτρεπον την έναρξιν του πολέμου ούτε εις τους Πέρσας ούτε εις τους μετ' αυτών όντας Έλληνας (καθότι και ούτοι είχαν ωσαύτως ιδικόν των μάντιν, τον Λευκάδιον Ιππόμαχον) και επειδή συνέτρεχον πανταχόθεν οι Έλληνες και ηύξανεν ο αριθμός αυτών, ο Θηβαίος Τιμηγενίδης του Έρπυος συνεβούλευσε τον Μαρδόνιον να φυλάξη τας διόδους του Κιθαιρώνος, λέγων ότι ανά πάσαν ημέραν συρρέουσιν εκείθεν οι Έλληνες και ήτο ελπίς να συλλάβη πολλούς.

39. Ότε ο Μαρδόνιος έλαβε την συμβουλήν ταύτην είχον παρέλθει οκτώ ημέραι αφότου οι δύο στρατοί ήσαν εστρατοπεδευμένοι απέναντι αλλήλων. Ευρών δε ο Μαρδόνιος την συμβουλήν ταύτην καλήν άμα ενύκτωσεν, έπεμψε το ιππικόν εις τας διόδους του Κιθαιρώνος αίτινες απολήγουσιν εις τας Πλαταιάς. Ταύτας οι μεν Βοιωτοί καλούσι Τρεις κεφαλάς, αι δε Αθηναίοι Δρυός κεφαλάς. Πεμφθέντες οι ιππείς εκεί, δεν ήλθον ματαίως· καθότι συνέλαβον πεντακόσια υποζύγια, τα οποία εισήρχοντο εις την πεδιάδα φέροντα τροφάς εκ Πελοποννήσου εις το στρατόπεδον, και ανθρώπους οίτινες ηκολούθουν τα ζεύγη ταύτα. Οι Πέρσαι, γενόμενοι κύριοι τούτων, εφόνευον αφειδώς, μη φειδόμενοι ούτε υποζυγίου ουδενός ούτε ανθρώπου. Αφού δε εκορέσθησαν φονεύοντες, έβαλον εμπρός τα λοιπά και τα ήλαυνον προς τον Μαρδόνιον και εις το στρατόπεδον.

40. Μετά το έργον τούτο ετέρας δύο ημέρας δέτριψαν μη θέλοντες μήτε οι μεν μήτε οι δε ν' αρχίσωσι πρώτοι τον πόλεμον. Οι βάρβαροι επροχώρουν μόνον μέχρι του Ασωπού διά να προκαλέσωσι τους Έλληνας· δεν διέβαινον όμως τον ποταμόν ούτε αυτοί ούτε οι Έλληνες. Εν τούτοις το ιππικόν του Μαρδονίου δεν έπαυεν επιτιθέμενον και βλάπτον τους Έλληνας· καθότι οι Θηβαίοι μηδίζοντες μεγάλως, προθύμως διήγειρον τον πόλεμον και έδιδον αίτιον να αρχίση, έπειτα δε διεδέχοντο την μάχην οι Πέρσαι και οι Μήδοι και ούτοι ήσαν οι πράττοντες ανδραγαθίας.

41. Μέχρι μεν των δέκα ημερών ουδέν περισσότερον τούτων εγένετο· ήτο δε η ενδεκάτη ημέρα αφ' ης ήσαν αντιστρατοπεδευμένοι εις τας Πλαταιάς, και οι μεν Έλληνες είχον λάβει πολλάς επικουρίας, ο δε Μαρδόνιος ηγανάκτει απρακτών. Τότε συνωμίλησαν ο Μαρδόνιος του Γωβρύου και ο Αρτάβαζος του Φαρνάκους όστις έχαιρε παρά τω Ξέρξη υπόληψιν όσην ολίγοι Πέρσαι. Κατά την διάσκεψιν ταύτην, αι γνώμαι των υπήρξαν διάφοροι· ο μεν Αρτάβαζος εγνωμοδότησεν ότι έπρεπε να σηκώσωσι τάχιστα όλον τον στρατόν και να εισέλθωσιν εις τα τείχη των Θηβαίων όπου είχον αποθηκεύσει πολλάς τροφάς και χόρτον διά τα υποζύγια· εκεί δε καθήμενοι ήσυχοι να τελειώσωσι τον πόλεμον διά του ακολούθου τρόπου. Επειδή είχον πολύν χρυσόν εις νομίσματα, πολύν άργυρον και ποτήρια, μη φειδόμενοι ουδενός τούτων να πέμπωσιν, εις τους Έλληνας, και μάλιστα εις τους προεστώτας των πόλεων, οίτινες δεν θα βραδύνωσι να παραδώσωσι την ελευθερίαν των διά να αποφύγωσι τους κινδύνους νέας μάχης. Η γνώμη αύτη συνεφώνει με την των Θηβαίων, και ο Αρτάβαζος ήτο προνοητικώτερος του Μαρδονίου, του οποίου η γνώμη ήτο βιαιοτέρα, αποφασιστικωτέρα και ουδεμιάς διαπραγματεύσεως επιδεκτική. Ο Μαρδόνιος έλεγεν, ότι ο στρατός των ήτο πολυαριθμότερος του Ελληνικού και ότι έπρεπε να πολεμήσωσιν όσον τάχιον και όχι να παρορώσι τους Έλληνας εισχυομένους ολοέν· προσέτι να αδιαφορήσωσι διά τα σφάγια του Ηγησιστράτου, και μη παραβαίνοντες τα Περσικά έθιμα να επιτεθώσι φυλάττοντες αυτά.

42. Τούτου ταύτην την γνώμην εξενεγκόντος, ουδείς ετόλμησε να αντείπη, και τοιουτοτρόπως υπερίσχυσε, καθότι εις αυτόν και ουχί εις τον Αρτάβαζον είχεν αναθέσει ο βασιλεύς την αρχηγίαν του στρατεύματος. Όθεν καλέσας τους ταξιάρχους των ταγμάτων και τους στρατηγούς των ακολουθούντων αυτόν Ελλήνων, ηρώτα εάν εγνώριζον χρησμόν τινα προλέγοντα ότι οι Πέρσαι έμελλον να απολεσθώσιν εις την Ελλάδα. Επειδή δε οι προσκληθέντες εσιώπων άλλοι μεν διότι δεν ήξευρον τους χρησμούς, άλλοι δε διότι τους ήξευρον μεν, δεν είχον όμως την τόλμην να τους είπωσι, τότε ο Μαρδόνιος είπεν· «Αφού λοιπόν ή δεν ηξεύρεις τίποτε ή δεν τολμάτε να ειπήτε τίποτε, εγώ θα σας είπω εκείνο περί του οποίου είμαι βέβαιος. Υπάρχει χρησμός ότι είναι πεπρωμένον οι Πέρσαι ελθόντες εις την Ελλάδα να διαρπάσωσι τον ναόν των Δελφών, και μετά την διαρπαγήν να απολεσθώσιν όλοι. Ημείς λοιπόν γνωρίζοντες τούτο ούτε εις τον ναόν τούτον θα υπάγωμεν, ούτε θα επιχειρήσωμεν να τον διαρπάσωμεν· επομένως διά την αιτίαν ταύτην δεν θα απολεσθώμεν. Ώστε όσοι εξ υμών τυγχάνετε ευνοϊκώς διατεθειμένοι υπέρ των Περσών, χαρήτε διά τούτο, καθότι είμεθα προωρισμένοι να νικήσωμεν τους Έλληνας.» Αφού είπε ταύτα, διέταξεν έπειτα να ετοιμασθώσι και να θέσωσι τα πάντα εις τάξιν, λέγων ότι άμα τη πρωία της επομένης ημέρας έμελλε να γίνη η συμπλοκή.

43. Εκείνος δε ο χρησμός τον οποίον ο Μαρδόνιος είπεν ότι εδόθη εις τους Πέρσας, ενώ ηξεύρω ότι ανεφέρετο εις τους Ιλλυριούς και τον στρατόν των Εγχελέων και όχι εις τους Πέρσας. Υπάρχουσιν όμως οι εξής στίχοι του Βάκιδος αναφερόμενοι εις ταύτην την μάχην.

Επί του Θερμώδοντος και των χλοηφόρων οχθών του Ασωπού γενήσεται συνάθροισις Ελλήνων και βοή βαρβαρόφωνος. Εκεί, όταν φθάση η διωρισμένη ημέρα, πολλοί τοξοφόροι Μήδοι θα φονευθώσι παρακαίρως και πριν αποφασίσωσι, τούτο αι Μοίραι.

Ταύτα και άλλα παραπλήσια τούτων γνωρίζω αναφερόμενα εις τους Πέρσας. Ο δε Θερμώδων ποταμός ρέει μεταξύ Τανάγρας και Γλίσαντος.

44. Μετά τας περί των χρησμών ερωτήσεις ταύτας και την παρακίνησιν του Μαρδονίου, επήλθεν η νυξ και ετοποθετήθησαν αι φυλακαί. Ότε δε επροχώρησεν η νυξ και εφαίνετο ότι ήτο ησυχία εις τα στρατόπεδα και οι άνθρωποι εκοιμώντο, τότε πλησιάσας έφιππος εις τας φυλακάς των Αθηναίων ο Αλέξανδρος του Αμύντου, όστις ήτο στρατηγός και βασιλεύς των Μακεδόνων, εζήτει να ομιλήση εις τους στρατηγούς. Οι μεν πλειότεροι φύλακες έμειναν εις τας θέσεις των τινές δε έδραμον προς τους στρατηγούς· ελθόντες δε είπον ότι έφθασεν άνθρωπος έφιππος εκ του στρατοπέδου των Μήδων, όστις τίποτε άλλο δεν εδήλου, ειμή μόνον αναφέρων τα ονόματα των στρατηγών έλεγεν ότι επεθύμει να ομιλήση εις αυτούς.

45. Οι δε στρατηγοί, άμα ήκουσαν ταύτα, αμέσως μετέβησαν εις τας φύλακας· ότε δε έφθασαν, τοις είπεν ο Αλέξανδρος τα εξής· «Άνδρες Αθηναίοι, σας εμπιστεύομαι τους λόγους τούτους και σας παρακαλώ να τους φυλάξετε μυστικούς, χωρίς να τους ειπήτε εις άλλον τινά ειμή εις τον Παυσανίαν, εκτός εάν θέλετε να με θανατώσετε. Δεν θα τους έλεγον δε εάν δεν εκηδόμην μεγάλως περί απάσης της Ελλάδος· καθότι είμαι Έλλην την καταγωγήν και δεν θέλω να βλέπω την Ελλάδα δεδουλωμένην αντί ελευθέρας. Σας λέγω λοιπόν ότι τα θύματα δεν ηδυνήθησαν να αποβώσιν αίσια προς τον Μαρδόνιον και τον στρατόν· άλλως προ πολλού ηθέλετε πολεμήσει. Τώρα όμως απεφάσισε να μη δώση προσοχήν εις τα θύματα και να προσβάλη άμα τη ημέρα υποφωσκούση, καθότι ως εικάζω φοβείται μήπως συναχθήτε περισσότεροι. Ηξεύρετε λοιπόν τούτο και ετοιμάζεσθε. Εάν δε τυχόν ο Μαρδόνιος αναβάλη την επίθεσιν και δεν επιχειρήση· αυτήν, εγκαρτερείτε προσμένοντες, καθότι μόνον δι' ολίγας ημέρας έχει τροφάς. Και εάν ο πόλεμος ούτος τελειώση κατ' ευχήν, ας ενθυμηθή έκαστος υμών και περί της ελευθερώσεως εμού όστις χάριν των Ελλήνων έπραξα υπό ζήλου τόσον επικίνδυνον έργον, θέλων να σας φανερώσω τους σκοπούς του Μαρδονίου διά να μη επιπέσωσιν οι βάρβαροι εξαίφνης καθ' υμών χωρίς ακόμη να τους περιμένετε. Ειμί δε Αλέξανδρος ο Μακεδών.»

Ούτος μεν ταύτα ειπών, έστρεψε τον ίππον και επανήλθεν εις το στρατόπεδον και εις την τάξιν του.

46. Οι δε στρατηγοί των Αθηναίων ελθόντες εις το δεξιόν κέρας είπον εις τον Παυσανίαν όσα ήκουσαν παρά του Αλεξάνδρου. Ο Παυσανίας ακούσας τούτο και φοβηθείς τους Πέρσας είπε τα εξής· «Επειδή λοιπόν η μάχη θα αρχίση από πρωίας, πρέπει υμείς μεν οι Αθηναίοι να σταθήτε απέναντι των Περσών, ημείς δε απέναντι των Βοιωτών και των λοιπών Ελλήνων οίτινες είναι παρατεταγμένοι απέναντί σας, διά την εξής αιτίαν. Υμείς πολεμήσαντες εις τον Μαραθώνα, γνωρίζετε τους Μήδους και την μάχην αυτών, ημείς δε είμεθα άπειροι και αδαείς των ανδρών τούτων, καθότι ουδείς Σπαρτιάτης εδοκίμασε τους Μήδους· εξ εναντίας δε είμεθα έμπειροι των Βοιωτών και των Θεσσαλών. Όθεν πρέπει αναλαβόντες τι όπλα υμείς μεν να έλθετε εις τούτο το κέρας, ημείς δε εις το ευώνυμον.» Προς ταύτα οι Αθηναίοι απεκρίθησαν τα εξής· «Εξ αρχής, ότε είδομεν τους Πέρσας παραταχθέντας απέναντί σας, διενοήθημεν να είπωμεν τούτο το οποίον επρολάβετε και επροτείνετε· αλλ' εφοβούμεθα μήπως δεν σας αρέση η πρότασις. Αφού λοιπόν υμείς αυτοί το εσκέφθητε και ημείς το ακούομεν με πολλήν ευχαρίστησιν, είμεθα έτοιμοι να το πράξωμεν.»

47. Αφού δε εδέχθησαν τούτο προθύμως αμφότεροι, ήρχισε να διαφαίνη η ηώς και αυτοί ήλλαξαν τας τάξεις μεταξύ των. Εννοήσαντες δε το πράγμα οι Βοιωτοί, ανέφερον τούτο εις τον Μαρδόνιον. Ούτος δε ακούσας, διέταξεν αμέσως ομοίαν μεταβολήν και έφερε τους Πέρσας απέναντι των Λακεδαιμονίων. Τότε ο Παυσανίας ιδών ότι ανεκαλύφθη το σχέδιόν του, επανήλθε μετά των Σπαρτιατών εις το δεξιόν κέρας και ο Μαρδόνιος επανέφερε τους Πέρσας εις το αριστερόν.

48. Αφού δε επανέλαβον τας πρώτας θέσεις των, πέμψας ο Μαρδόνιος κήρυκα εις τους Σπαρτιάτας έλεγε τα εξής· «Ω Λακεδαιμόνιοι, οι άνθρωποι των μερών τούτων λέγουσιν ότι είσθε ανδρειότατοι, και σας θαυμάζουσιν ότι ούτε φεύγετε από τον πόλεμον ούτε αφίνετε τας τάξεις σας, αλλά μένοντες ή φονεύετε τους εναντίους ή φονεύεσθε· αλλ ουδέν τούτων είνε αληθές, καθότι πριν ακόμη πλησιάσωμεν και έλθωμεν εις χείρας, σας είπομεν εγκαταλείποντας τας τάξεις σας, αφίνοντας εις τους Αθηναίους να κάμωσι την πρώτην απόπειραν, και τασσομένους απέναντι των ημετέρων δούλων. Ταύτα ουδόλως είναι έργα ανδρών γενναίων και βλέπομεν ότι πολύ εψεύσθημεν εις την ιδέαν την οποίαν είχομεν δι' υμάς. Τωόντι, ένεκα της φήμης σας, περιεμένομεν να πέμψετε κήρυκα εις ημάς προκαλούντες και θέλοντες να πολεμήσετε με μόνους τους Πέρσας· ενώ δε περιεμένομεν να δεχθώμεν τούτο, υμείς ουδέν τοιούτο είπετε, αλλ' εξ εναντίας σας εύρομεν τρέμοντας. Όθεν, επειδή δεν επροτείνατε πρώτοι τον λόγον τούτον, τον προτείνομεν ημείς. Διατί αφού φημίζεσθε ως ανδρειότατοι μεταξύ των Ελλήνων, ως και ημείς μεταξύ των βαρβάρων, διατί να μη πολεμήσωμεν ίσοι προς ίσους τον αριθμόν; Έπειτα δε, εάν μεν φανή εύλογον να πολεμήσωσι και οι άλλοι ας πολεμήσωσιν ύστερον εάν δε δεν φανή εύλογον, και μόνη η ιδική μας μάχη αρκή, ας πολεμήσωμεν ημείς, και εκείνοι εξ ημών οίτινες νικήσωσιν, αυτοί να θεωρούνται ότι ενίκησαν δι' όλον τον στρατόν.»

49. Ο μεν κήρυξ ταύτα ειπών, περιέμεινεν ολίγας στιγμάς, αλλ' ουδείς τω απεκρίθη και επέστρεψεν οπίσω· επιστρέψας δε ανέφερεν εις τον Μαρδόνιον τα διατρέξαντα. Ούτος δε περιχαρής γενόμενος και επαρθείς διά την ασήμαντον ταύτην νίκην, έπεμψε το ιππικόν κατά των Ελλήνων. Ορμήσαντες λοιπόν οι ιππείς έβλαπτον όλον τον Ελληνικόν στρατόν ακοντίζοντες και τοξεύοντες εις αυτόν, καθότι ήσαν ιπποτοξόται και δεν ηδύναντο οι Έλληνες να τους πλησιάσωσι και να τους κτυπήσωσι. Συνετάραξαν επίσης και συνέχωσαν την Γαργαφίαν κρήνην εξ ης υδρεύετο όλον το Ελληνικόν στράτευμα. Πλησίον της κρήνης ταύτης ήσαν παρατεταγμένοι μόνοι οι Λακεδαιμόνιοι· εις δε τους άλλους Έλληνας, αναλόγως εκάστης τάξεως, η μεν κρήνη ήτο απωτέρω, ο δε Ασωπός πλησιέστερον οσάκις όμως εμποδίζοντο να υδρεύσωσιν εκ του ποταμού τούτου, ήρχοντο εις την κρήνην. Κατ' εκείνην δε την στιγμήν οι ιππείς και τα τοξεύματα δεν τους άφινον να λάβωσιν τον Ασωπόν.

50. Τούτων ούτως εχόντων, οι στρατηγοί των Ελλήνων βλέποντες ότι ο στρατός εστερήτο ύδατος και εταράσσετο υπό του ιππικού, συνηθροίσθησαν περί τον Παυσανίαν εις το δεξιόν κέρας όπως συσκεφθώσι περί τούτου και περί άλλων πραγμάτων. Τωόντι είχον ακόμη και άλλας σπουδαιοτέρας φροντίδας· τα τρόφιμα είχον εκλείψει, οι δε υπηρέται τους οποίους είχον πέμψει εις την Πελοπόννησον διά να φέρωσι τροφάς, απεκλείσθησαν υπό του ιππικού και δεν ηδύναντο να έλθωσιν εις το στρατόπεδον.

51. Συσκεφθέντες λοιπόν οι στρατηγοί απεφάσισαν, εάν διέλθωσιν εκείνην την ημέραν οι Πέρσαι χωρίς να πολεμήσωσι, να υπάγωσιν αυτοί εις την νήσον την κειμένην απέναντι των Πλαταιών, δέκα στάδια μακράν του Ασωπού και της κρήνης Γαργαφίας, όπου κατ' εκείνην την στιγμήν ήσαν εστρατοπεδευμένοι. Ιδού δε πώς ευρίσκεται νήσος εν μέσω της ηπείρου· σχιζόμενος ο ποταμός άνωθεν εκ του Κιθαιρώνος, ρέει κάτω εις την πεδιάδα, τα δε ρεύματα απέχουσιν αλλήλων περίπου τρία στάδια, και έπειτα ενούνται πάλιν επί το αυτό. Όνομα δε της νήσου είναι Ωερόη, και λέγουσιν οι επιχώριοι ότι αύτη είναι θυγάτηρ του Ασωπού. Εις τούτο λοιπόν το μέρος ήθελον οι Έλληνες να μεταβώσι, διά να έχωσιν ύδωρ άφθονον και να μη ενοχλώνται υπό του ιππικού, ως συνέβαινε τότε ότε είχον αυτό απέναντί των. Συνεφώνησαν δε να μετακινηθώσι περί την δευτέραν φυλακήν της νυκτός, διά να μη τους ίδωσιν οι Πέρσαι αναχωρούντας και τους ταράττωσιν οι ιππείς ερχόμενοι κατόπιν των. Το σχέδιόν των επίσης ήτο, άμα φθάσωσιν εις το μέρος εκείνο όπου σχίζεται ο ποταμός ρέων εκ του Κιθαιρώνος και σχηματίζει την Ασωπίδα Ωερόην, να στείλωσι τους ημίσεις του στρατού προς τον Κιθαιρώνα διά να απαλλάξωσι τους υπηρέτας οίτινες είχον αναχωρήσει διά τροφάς και οίτινες ήσαν εκεί αποκεκλεισμένοι.

52. Αφού απεφάσισαν ταύτα, όλην μεν εκείνην την ημέραν ένεκα των αδιακόπων επιθέσεων του ιππικού υπέφερον πολύ. Ότε δε έληξεν η ημέρα, οι ιππείς έπαυσαν· γενομένης δε νυκτός και ελθούσης της ώρας καθ' ην είχον συμφωνήσει να αναχωρήσωσι, τότε εγερθέντες οι περισσότεροι έφυγον χωρίς να έχωσι παντάπασι κατά νουν να υπάγωσιν εις το συμπεφωνημένον μέρος· καθότι άμα εκινήθησαν, έφευγον ευχαρίστως από το ιππικόν, διευθυνόμενοι προς την πόλιν των Πλαταιέων. Φεύγοντες δε έφθασαν εις το Ηραίον. Είναι δε το Ηραίον απέναντι των Πλαταιών και απέχει είκοσι στάδια από της κρήνης Γαργαφίας. Εκεί φθάσαντες κατέθεσαν τα όπλα προ του ιερού.

53. Και ούτοι μεν εστρατοπεδεύσαντο περί το Ηραίον· ο δε Παυσανίας, βλέπων αυτούς αναχωρούντας εκ του στρατοπέδου, παρήγγειλεν εις τους Λακεδαιμονίους να αναλάβωσι τα όπλα και να ακολουθήσωσι τους προπορευομένους, νομίσας ότι μεταβαίνουσιν εις το συμφωνηθέν μέρος. Αμέσως οι μεν άλλοι ταξίαρχοι ητοιμάσθησαν να υπακούσωσιν εις τον Παυσανίαν, αλλ' ο Αμομφάρετος του Πολιάδου, διοικών τον λόχον των Πιτανατών, είπεν ότι ποτέ δεν θα φύγη τους ξένους, ούτε εκών θα καταισχύνη την Σπάρτην· μη παρευρεθείς εις την προλαβούσαν συνομιλίαν, εξεπλήττετο διά τα πραττόμενα. Ο δε Παυσανίας και ο Ευρυάναξ εστοχάζοντο μεν άτοπον την απείθειάν του, εστοχάζοντο όμως έτι μάλλον άτοπον, αφού εκείνος έκαμε τοιαύτην απόφασιν και δεν ήθελε να τους ακολουθήση, να αφήσωσι τον λόχον των Πιτανατών, φοβούμενοι μήπως, εάν τον αφήσωσι πράττοντες όσα είχον συμφωνήσει με τους άλλους Έλληνας, απολεσθώσι και ο Αμομφάρετος και οι μετ' αυτού, μείναντες μόνοι. Ταύτα αναλογιζόμενοι, εσταμάτησαν την αναχώρησι του Λακωνικού στρατοπέδου και επειρώντο να πείσωσιν αυτόν ότι δεν ήτο φρόνιμον αυτό το οποίον έπραττε.

54. Και ούτοι μεν συνεβούλευον τον Αμομφάρετον, όστις μόνος εκ των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών είχε μείνει. Οι δε Αθηναίοι έπραξαν τα εξής. Έμενον ήσυχοι εις τας τάξεις των, γνωρίζοντες τα φρονήματα των Λακεδαιμονίων ως άλλα φρονούντων και άλλα λεγόντων. Ότε δε εκινήθη ο στρατός, έπεμψαν ένα ιππέα των διά να ίδη εάν οι Σπαρτιάται ήρχισαν να κινώνται ή εάν εσκόπευον να μη μεταβάλωσι θέσιν, και εν πάση περιπτώσει να ζητήσωσι διαταγάς παρά του Παυσανίου.

55. Ότε δε έφθασεν ο κήρυξ εις τους Λακεδαιμονίους, τους εύρε τεταγμένους εις τας θέσεις των, τους δε πρώτους αυτών φιλονεικούντας καθότι ο Ευρυάναξ και ο Παυσανίας συνεβούλευον τον Αμομφάρετον να μη εκθέση τον λόχον του εις κίνδυνον αναπόφευκτον μένων εκεί μόνος εκ των Λακεδαιμονίων, και δεν ηδύναντο να τον πείσωσιν. Εξηκολούθει λοιπόν η φιλονεικία, ότε ήλθεν ο κήρυξ των Αθηναίων. Τότε ο Αμομφάρετος, φιλονεικών, λαμβάνει λίθον δι' αμφοτέρων των χειρών και ρίψας αυτόν προ των ποδών του Παυσανίου· «Διά ταύτης της ψήφου, είπε, ψηφίζω να μη φεύγωμεν τους ξένους.» Ξένους δε ενόει τους βαρβάρους. Ο δε Παυσανίας αποκαλών αυτόν μαινόμενον και παράφρονα, εστράφη προς τον κήρυκα και απεκρίνετο εις εκείνα τα οποία τον είχον επιφορτίσει οι Αθηναίοι να ερωτήση. Ο Παυσανίας τω παρήγγειλε να αναφέρη εις τους Αθηναίους τα διατρέχοντα και να τους παρακαλέση να πλησιάσωσι τους Λακεδαιμονίους διά να συμφωνώσι τα κινήματά των.

56. Και ο μεν κήρυξ επέστρεψεν εις τους Αθηναίους, τους Λακεδαιμονίους κατέλαβεν η ηώς εισέτι λογομαχούντας. Ο Παυσανίας μείνας αναποφάσιστος μέχρις εκείνης της ώρας εσκέφθη τέλος ότι εάν κινήσωσιν οι άλλοι Λακεδαιμόνιοι δε δυνηθή να μείνη μόνος ο Αμομφάρετος· είπε και εγένετο. Δους λοιπόν το σημείον της αναχωρήσεως, απήγαγεν όλους τους λοιπούς διά των λόφων. Οι Τεγεάται τον ηκολούθησαν, και οι Αθηναίοι εν τάξει έλαβον εναντίον διεύθυνσιν της των Λακεδαιμονίων· καθότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι, φοβούμενοι το ιππικόν, δεν εμακρύνοντο από τους λόφους και τας υπωρείας του Κιθαιρώνος, οι δε Αθηναίοι ετράπησαν προς την πεδιάδα.

57. Ο δε Αμομφάρατος, νομίσας κατ' αρχάς ότι ο Παυσανίας δεν ήθελε τολμήση και να τους εγκαταλείψη επέμενε να μείνωσιν αυτού και να μη αφήσωσι τας τάξεις των· όταν όμως είδε τον Παυσανίαν και τους μετ' αυτού μακρυνομένους, πεισθείς πλέον ότι τον άφινον άνευ προσποιήσεως διέταξε τον λόχον του να αναλάβη τα όπλα και τον ωδήγησε βραδέως επί τα βήματα των άλλων Σπαρτιατών. Ούτοι είχον διανύσει ήδη δέκα στάδια, και σταθέντες περί τον ποταμόν Μολόεντα εις τόπον τινα καλούμενον Αρμόπιον, όπου ευρίσκεται και ιερόν της Ελευσινίας Δήμητρος, περιέμενον τον λόχον του Αμομφαράτου. Τον περιέμενον δε δια την εξής αιτίαν· εάν ο Αμομφάρετος και ο λόχος του δεν αφήσωσι την θέσιν εις ην είχον εξ αρχής ταχθή, αλλά μείνωσιν αυτό, να επιτρέψωσιν οπίσω εις βοήθειάν των. Μόλις δε ο Αμομφάρετος και οι μετ' αυτού έφθασαν, αμέσως εφάνη όλον το ιππικόν των βαρβάρων· καθότι οι ιππείς ήρχισαν πάλιν να κάμνωσιν εκείνην την ημέραν ό,τι συνείθιζον να πράττωσι κατά τας προλαβούσας. Ιδόντες δε κενόν τον χώρον όπου κατά τας προηγουμένας ημέρας ήσαν τεταγμένοι οι Έλληνες, ήλασαν τους ίππους επί τα πρόσω, και φθάσαντες τον Άμομφάρετον κατεδίωκον αυτόν.

58. Άμα ο Μαρδόνιος έμαθεν ότι οι Έλληνες απεχώρησαν κατά την νύκτα και είδε τον χώρον έρημον, καλέσας τον Λαρισσαίον Θώρακα και τους αδελφούς αυτού Ευρύπυλον και Θρασυδαίον, τοις είπε τα εξής· «Ω παίδες του Αλεύου, τι θα ειπήτε ακόμη βλέποντες το μέρος τούτο έρημον; Υμείς οι πλησιόχωροι ελέγετε ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν φεύγουσιν εις τας μάχας, αλλ' είναι πρώτοι άνδρες εις τα πολεμικά. Είδετε αυτούς πρότερον μετακινηθέντας από τας θέσεις των, και τώρα βλέπομεν όλοι ότι κατά την παρελθούσαν νύκτα έφυγον. Καθ' ην στιγμήν έπρεπε ν' αντιταχθώσι προς ανθρώπους αληθώς ανδρειοτάτους, έδειξαν φανερά ότι είναι μηδέν και ότι επεδεικνύοντο εις τους Έλληνας, ανθρώπους όντας ομοίως μηδέν. Και υμάς μεν, επειδή δεν εδοκιμάσατε τους Πέρσας, συγχωρώ εάν επαινήτε τους ανθρώπους τούτους των οποίων είδετε ποτέ πράξεις τινάς· εκπλήττομαι όμως πως ο Αρτάβαζος εφοβείτο τους Λακεδαιμονίους, και φοβούμενος αυτούς έδιδε συμβουλήν δειλοτάτην, να εγείρωμεν το στρατόπεδον και να υπάγωμεν εις την πόλιν των Θηβαίων να πολιορκηθώμεν. Αυτήν την συμβουλήν του θα αναφέρω και εις τον βασιλέα. Αλλά περί μεν τούτων και άλλοτε θα συνομιλήσωμεν. Τώρα δε δεν πρέπει να αφήσωμεν τους Έλληνας φεύγοντας, αλλ' ας τους καταδιώξωμεν μέχρις ού τους φθάσωμεν και τους τιμωρήσωμεν δι' όσα κακά έκαμον εις τους Πέρσας.»

59. Ταύτα ειπών διέβη τον Ασωπόν (27) με τους Πέρσας τους οποίους ήγεν επί τα ίχνη των Ελλήνων, καθότι ενόμιζεν ότι έφευγον· διευθύνθη δε μόνον εναντίον των Λακεδαιμονίων και των Τεγεατών, καθότι ένεκα των όχθων δεν έβλεπε τους Αθηναίους καταβάντας εις την πεδιάδα. Οι λοιποί αρχηγοί των βαρβάρων, βλέποντες τους Πέρσας διώκοντας ζωηρώς τους Έλληνας, ύψωσαν όλοι τα σημεία και ήρχισαν να καταδιώκωσιν όσον ταχύτερον ηδύνατο έκαστος, άνευ τάξεως, άνευ κοσμιότητος. Και ούτοι μεν ώρμησαν μετά βοής και θορύβου, νομίζοντες ότι θα αναρπάσωσι τους Έλληνας.

60. Ο δε Παυσανίας, επειδή επιέζετο υπό του ιππικού, έπεμψε προς τους Αθηναίους ιππέα και τοις είπεν «Άνδρες Αθηναίοι, αγώνος μεγίστου προκειμένου, ή να μείνη ελευθέρα ή να δουλωθή η Ελλάς, ημείς οι Λακεδαιμόνιοι και υμείς οι Αθηναίοι επροδόθημεν υπό των συμμάχων φυγόντων κατά την προλαβούσαν νύκτα. Νομίζομεν λοιπόν ότι εις το εξής τούτο πρέπει να κάμωμεν αμυνόμενοι όσον δυνάμεθα καλλίτερον, ας υποστηρίζωμεν αλλήλους. Και επειδή, εάν το ιππικόν ώρμα πρώτον εναντίον σας, έπρεπε να σας βοηθήσωμεν ημείς και οι μεθ' ημών μη προδώσαντες την Ελλάδα Τεγεάται· τώρα, επειδή όλον το ιππικόν επέπεσεν εναντίον ημών, είναι δίκαιον υμείς να έλθετε προς υπεράσπισιν της βαρέως πιεζομένης μοίρας. Εάν δε ευρίσκεσθε εις ανάγκην και σας είναι αδύνατον να έλθετε εις βοήθειάν μας, κάμετέ μας την χάριν να μας πέμψετε τους τοξότας σας. Εκ των διαφόρων συμβάντων του παρόντος πολέμου εγνωρίσαμεν ότι είσθε προθυμότατοι, ώστε να εισακούσετε και την παράκλησιν ταύτην.»

61. Άμα ήκουσαν ταύτα οι Αθηναίοι απεφάσισαν αμέσως να υπάγωσι και να βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους πάση δυνάμει. Ενώ όμως επορεύοντο, επετέθησαν κατ' αυτών οι μηδίζοντες Έλληνες όσοι ήσαν αντιτεταγμένοι εναντίον των και τους ημπόδισαν να βοηθήσωσι τους Λακεδαιμονίους· καθότι οι ενάντιοι ακολουθούντες έβλαπτον αυτούς. Τοιουτοτρόπως μονωθέντες οι Λακεδαιμόνιοι και οι Τεγεάται, όντες οι μεν πρώτοι ομού με τους ψιλούς πεντήκοντα χιλιάδες, οι δε δεύτεροι, οίτινες δεν απεχωρίζοντο από τους Λακεδαιμονίους, τρισχίλιοι, έκαμνον θυσίας δια να συμπλακώσι με τον Μαρδόνιον και τον στρατόν αυτού. Αλλά τα θύματα δεν απέβαινον αίσια δι' αυτούς, και εφονεύοντο πολλοί και ετραυματίζοντο πολύ περισσότεροι· καθότι Πέρσαι σχηματίζοντες ως φράκτην έμπροσθέν των τας ασπίδας, έρριπτον τόσον άφθονα τοξεύματα ώστε ο Παυσανίας, βλέπων τας απωλείας των Σπαρτιατών και τους κακούς οιωνούς των θυμάτων, έστρεψε τα βλέμματα προς το Ηραίον των Πλαταιών κα επεκαλέσατο την θεάν, ικετεύων αυτήν να μη ψευσθώσιν οι Έλληνες εις τας ελπίδας των.

62. Ενώ ακόμη ο Παυσανίας επικαλείτο την θεάν, πρώτοι, οι Τεγεάται αναστάντες εχώρησαν κατά των βαρβάρων· αμέσως δε μετά την ευχήν του Παυσανίου εφάνησαν και τα θύματα αίσια εις τους Λακεδαιμονίους. Αφού δε τέλος εγένοντο αίσια, εχώρησαν και ούτοι κατά των Περσών, οίτινες διά να αντισταθώσιν απέθεσαν τα τόξα. Εγένετο δε κατά πρώτον η μάχη περί το πρόφραγμα των ασπίδων· αφού δε τούτο ανετράπη, εξηκολούθησεν ισχυρά και επί πολλήν ώραν περί τον ναόν της Δήμητρος, μέχρις ου συνεπλάκησαν τέλος σώμα προς σώμα· καθότι οι βάρβαροι δράττοντες τα δόρατα τα έθραυον, και δεν ήσαν οι Πέρσαι κατώτεροι των Ελλήνων κατά το θάρρος και την δύναμιν· δεν είχον όμως αμυντικά όπλα, δεν εγνώριζον τον τρόπον του πολεμείν των Ελλήνων, και ήσαν ολιγώτερον επιτήδειοι των αντιπάλων των. Χωριζόμενοι ανά είς ή ανά δέκα, και γινόμενοι σώματα μάλλον ή ήττον πολυάριθμα, έπιπτον ατάκτως εις τας τάξεις των Σπαρτιατών και εφονεύοντο.

63. Εις το μέρος δε όπου ευρίσκετο αυτός ο Μαρδόνιος και εμάχετο επί ίππου λευκού έχων περί εαυτόν χιλίους λογάδας Πέρσας τους αρίστους, εκεί προ πάντων επίεσαν τα μάλιστα τους εναντίους. Ενόσω έζη ο Μαρδόνιος, αντείχον και αμυνόμενοι κατέβαλλον πολλούς των Λακεδαιμονίων. Άμα όμως εφονεύθη ο Μαρδόνιος και έπεσαν οι περί αυτόν τεταγμένοι οίτινες ήσαν ισχυρότατοι πάντων, τότε και οι άλλοι έστρεψαν τα νώτα παραχωρήσαντες την νίκην εις τους Λακεδαιμονίους. Πάμπολυ δε τους έβλαπτεν η ενδυμασία των, καθότι δεν είχον ισχυρούς θώρακας, αλλ' όντες γυμνήται ηγωνίζοντο εναντίον οπλιτών.

64. Τότε εδόθη ικανοποίησις διά τον φόνον του Λεωνίδου, την οποίαν κατά τον χρησμόν ώφειλε να δώση ο Μαρδόνιος εις τους Σπαρτιάτας, και ο Παυσανίας του Κλεομβρότου του Αναξανδρίδου εκέρδισε την αρίστην των νικών από όσας ημείς ηξεύρομεν. Είπομεν ανωτέρω τα ονόματα των προγόνων του Λεωνίδου· είναι τα αυτά εις αμφοτέρους. Ο δε Μαρδόνιος εφονεύθη υπό του Αειμνήστου, πολίτου επιφανούς της Σπάρτης, όστις ύστερον, μετά τον Μηδικόν πόλεμον, έχων τριακοσίους άνδρας, επολέμησε με όλους τους Μεσσηνίους εις το Στενύκληρον, όπου απέθανε και αυτός και οι τριακόσιοι.

65. Οι δε Πέρσαι, άμα ενικήθησαν υπό των Λακεδαιμονίων εις τας Πλαταιάς, έφυγον ατάκτως εις το στρατόπεδόν των και εκλείσθησαν εις το ξύλινον τείχος το οποίον είχον κατασκευάσει εις μέρος τι της Θηβαΐδος. Θαυμάζω δε πώς, ενώ εγίνετο ο πόλεμος πλησίον του άλσους της Δήμητρος, δεν εφάνη κανείς Πέρσης, ούτε να εισέλθη εις το τέμενος, ούτε να φονευθή εντός αυτού· αλλ' οι περισσότεροι έπεσον περί το ιερόν, επί εδάφους βεβήλου. Εικάζω λοιπόν (εάν ήναι επιτετραμμένον να εκφράζη τις εικασίας επί πραγμάτων θείων) ότι αύτη ης θεά δεν τους εδέχθη, ως εμπρήσαντας τον εν Ελευσίνι σεβαστόν ναόν της. Τοιαύτη υπήρξεν η μεγάλη αύτη μάχη.

66. Ο δε Αρτάβαζος του Φαρνάκους, όστις και εξ αρχής είχεν αποδοκιμάσει την απόφασιν την οποίαν έλαβεν ο βασιλεύς να αφήση τον Μαρδόνιον εις την Ελλάδα, και βραδύτερον πολλάκις ζητήσας να μεταπείση τον Μαρδόνιον από το να δώση μάχην δεν κατώρθωσε τίποτε, ούτος λοιπόν μη αρεσκόμενος εις τας πράξεις του Μαρδονίου, έπραξε τα εξής· άμα ήρχισεν η μάχη, ο Αρτάβαζος ηξεύρων το αποβησόμενον, έθεσεν εις τάξιν τους υπό την στρατηγίαν του (είχε δε όχι ολίγην δύναμιν, αλλά τετρακισμυρίους περίπου άνδρας περί εαυτόν) εβάδιζε παραγγείλας να τον ακολουθήσωσιν όλοι όπου ήθελον τον ίδει διευθυνόμενον ταχέως. Ταύτα παραγγείλας εκίνησεν, ως να τους ωδήγει τάχα εις την μάχην προπορευόμενος δε είδε τους Πέρσας φεύγοντας. Τότε πλέον δεν εβάδισε με την αυτήν ευταξίαν, αλλ' ήρχισε να τροχάζη τάχιστα φεύγων ουχί εις το ξύλινον τείχος ούτε εις το τείχος των Θηβαίων, αλλ' εις τους Φωκείς, θέλων εκείθεν να φθάση τάχιστα εις τον Ελλήσποντον. Και ούτοι μεν ταύτην την οδόν ετράπησαν.

67. Εκ δε των Ελλήνων όσοι ήσαν με τον βασιλέα, οι μεν άλλοι εδεικνύοντο εκουσίως νωθροί, μόνοι δε οι Βοιωτοί επολέμησαν αρκετήν ώραν με τους Αθηναίους· καθότι οι μηδίζοντες εκ των Θηβαίων εδείκνυον υπερβάλλοντα ζήλον και δεν εφαίνοντο άνανδροι, τόσον ώστε τριακόσιοι εξ αυτών οι πρώτοι και ανδρειότατοι εφονεύθησαν εκεί υπό των Αθηναίων. Ότε δε ηττήθησαν και ούτοι, έφυγον εις τας Θήβας, και ουχί εις το αυτό μέρος όπου κατέφυγον οι Πέρσαι και όλον το πλήθος των άλλων συμμάχων, οίτινες ούτε επολέμησαν μετ' ουδενός ούτε έπραξαν λαμπρόν τι έργον.

68. Ότι δε η επιτυχία ή η αποτυχία των βαρβάρων εξηρτάτο από τους Πέρσας, το βλέπω και εκ τούτου, ότι τότε ούτοι, χωρίς να έλθωσιν εις χείρας με τους πολεμίους, ετράπησαν εις φυγήν βλέποντες τους Πέρσας φεύγοντας. Τοιουτοτρόπως δε έφυγον όλοι πλην του ιππικού, τόσον του άλλου όσον και του Βοιωτικού. Τούτο μάλιστα μεγάλην ωφέλειαν παρέσχε, καθότι ακολουθούν τους πολεμίους εκ του σύνεγγυς εβοήθει τους φίλους του φεύγοντας από τους Έλληνας. Οι Έλληνες λοιπόν νικώντες δεν έπαυον διώκοντες και φονεύοντες τους ηττηθέντας.

69. Διαρκούντος δε του διωγμού τούτου, αγγέλλεται εις τους Έλληνας τους τεταγμένους περί το Ηραίον και αποχωρήσαντας της μάχης, ότι οι μείναντες μετά του Παυσανίου εμάχοντο και ενίκων. Ταύτα ακούσαντες χωρίς να τεθώσιν εις καμμίαν τάξιν, οι μεν Κορίνθιοι ετράπησαν διά της υπωρείας και των λόφων κατ' ευθείαν προς το ιερόν της Δήμητρος· οι Μεγαρείς και οι Φλιάσιοι έλαβον διά της πεδιάδος την λειοτάτην των οδών· αλλ' όταν ούτοι επλησίαζον τους μαχομένους, οι ιππείς των Θηβαίων· των οποίων ίππαρχος ήτο ο Ασωπόδωρος του Τιμάνδρου, ιδόντες αυτούς ότι ήρχοντο με βίαν και χωρίς τάξιν, απέλυσαν εναντίον των τους ίππους, και επιπεσόντες κατ' αυτών εξακόσιους μεν εφόνευσαν, τους δε λοιπούς διώκοντες απέκλεισαν εις τον Κιθαιρώνα. Και ούτοι μεν απώλοντο αδόξως.

70. Οι δε Πέρσαι και το άλλο πλήθος των βαρβάρων, άμα κατέφυγον εις το ξύλινον τείχος, επρόφθασαν και ανέβησαν εις τους πύργους πριν έλθωσιν οι Λακεδαιμόνιοι· αναβάντες δε ησφάλισαν το τείχος όσον ηδύναντο καλλίτερον. Ότε επλησίασαν οι Λακεδαιμόνιοι, συνεκροτήθη τειχομαχία με πολλήν επιμονήν. Ενόσω οι Αθηναίοι έλειπον, οι βάρβαροι ημύνοντο και υπερίσχυον των Λακεδαιμονίων, οίτινες δεν ήξευρον να τειχομαχώσιν· ότε όμως προσήλθον οι Αθηναίοι, τότε ήρχισε τειχομαχία ισχυρά ήτις διήρκεσε πολλήν ώραν. Τέλος οι Αθηναίοι, ανδρείως και επιμόνως, πολεμήσαντες, ανέβησαν εις το τείχος και το εκρήμνισαν. Πρώτοι εισήλθον οι Τεγεάται, και ούτοι ήσαν οι διαρπάσαντες την σκηνήν του Μαρδονίου, όπου μεταξύ άλλων ήτο και η φάτνη των ίππων, όλη χαλκίνη και θαυμασμού αξία. Ταύτην την φάτνην του Μαρδονίου αφιέρωσαν οι Τεγεάται εις τον ναόν της Αλέας Αθηνάς, τα δε άλλα έφερον αμέσως εις το μέρος όπου οι άλλοι Έλληνες απέθετον τα λάφυρα. Πεσόντος του τείχους, οι βάρβαροι δεν συνεκρότησαν πλέον σώμα διά να αντισταθή, ούτε τις αυτών εφρόντιζε να φανή, ανδρείος, αλλά περιέπεσαν εις φόβον πολύν, ως συμβαίνει όταν περιορισθώσιν εις τόπον ολίγον πολλαί μυριάδες ανθρώπων. Ο Έλληνες λοιπόν δεν είχον ή να φονεύωσιν, εις τρόπον ώστε εκ τριάκοντα μυριάδων στρατού, πλην των τεσσάρων τας οποίας έλαβεν ο Αρτάβαζος και έφυγεν, εκ των λοιπών δεν εσώθησαν μήτε τρεις χιλιάδες. Εκ των εκ Σπάρτης Λακεδαιμονίων απέθανον εις την μάχην ταύτην όλοι εννενήκοντα και είς, εκ των Τεγεατών δεκαέξ και εκ των Αθηναίων πεντήκοντα δύο.

71. Ηρίστευσε εκ των βαρβάρων το πεζόν των Περσών και το ιππικόν των Σακών, εκ των ανδρών δε ιδιαιτέρως ο Μαρδόνιος. Εκ των Ελλήνων μολονότι οι Τεγεάται και οι Αθηναίοι εφάνησαν ανδρείοι, υπερέβησαν όμως όλους οι Λακεδαιμόνιοι κατά την ανδρίαν. Λέγω δε τούτο ουχί δι' άλλο τι, καθότι όλοι ενίκων εκείνους εναντίον των οποίων ετάχθησαν αλλά διότι οι Λακεδαιμόνιοι εκτυπήθησαν με το ισχυρότατον μέρος του εχθρικού στρατού και το ενίκησαν. Κατά την γνώμην μου, ο Αριστόδημος, ο μόνος εκ των τριακοσίων όστις εσώθη εις τας Θερμοπύλας και ένεκα τούτου είχεν όνειδος και ατιμίαν, εφάνη ανδρειότατος. Μετά τούτον ηρίστευσαν ο Ποσειδώνιος, ο Φιλοκύων και ο Σπαρτιάτης Αμομφάρετος. Εν τούτοις εις την συνδιάλεξιν ήτις εγένετο διά να γνωσθή τις εφάνη όλων ανδρειότατος, οι παρευρεθέντες Σπαρτιάται έκρινον ότι ο μεν Αριστόδημος θέλων αναμφιβόλως να αποθάνη διά να εκπλύνη το αρχαίον στίγμα, διά τούτο ως λυσσών αφήσας την τάξιν του έπραξεν έργα μεγάλα· ο δε Ποσειδώνιος, χωρίς να θέλη να αποθάνη, εφάνη ανδρείος, και διά τούτο αυτός έπρεπε να προτιμηθή. Ίσως όμως είπον ταύτα εκ φθόνου. Εκ των αποθανόντων λοιπόν εις την μάχην ταύτην, ετιμήθησαν ούτοι τους οποίους απηρίθμησα, πλην του Αριστοδήμου. Δεν ετιμήθη δε ο Αριστόδημος, καθότι ήθελε να αποθάνη διά την προειρημένην αιτίαν.

72. Ούτοι ήσαν οι ονομαστότατοι των εν Πλαταιαίς πεσόντων· καθότι ο Καλλικράτης εφονεύθη έξω της μάχης. Ήτο ούτος ο ωραιότατος άνθρωπος του στρατού, ου μόνον μεταξύ των Λακεδαιμονίων, αλλά και μεταξύ όλων των Ελλήνων. Ούτος ότε έσφαζε τα θύματα ο Παυσανίας, καθήμενος εις την τάξιν του, ετραυματίσθη υπό βέλους εις τα πλευρά. Και οι μεν άλλοι εμάχοντο, αυτός δε εκκομισθείς απέθνησκε λυπημένος, και έλεγε προς Πλαταιέα Αρίμνηστον ότι δεν τον έμελε διότι απέθνησκεν υπέρ της Ελλάδος, αλλά διότι δεν μεταχειρίσθη τον βραχίονά του, ούτε έπραξέ τι άξιον εαυτού και της προθυμίας ην είχε να πράξη.

73. Εκ δε των Αθηναίων λέγουσιν ότι ευδοκίμησεν ο Σωφάνης του Ευτυχίδου εκ του δήμου της Δεκελείας. Οι δε Δεκελείς, ως λέγουσιν αυτοί οι Αθηναίοι, έπραξαν έργον διά παντός ωφέλιμον εις εαυτούς. Ότε το πάλαι οι Τυνδαρίδαι ζητούντες την Ελένην εισέβαλον εις την Αττικήν μετά στρατού πολυαρίθμου και ανεστάτονον τους δήμους μη ηξεύροντες πού ήτο κεκρυμμένη, τότε λέγεται ότι ο δήμος της Δεκελείας, ή κατ' άλλους αυτός ο Δέκελος, αγανακτών διά την θρασύτητα του Θησέως και φοβούμενος δι' όλην την χώραν των Αθηναίων, απεκάλυψεν όλην την υπόθεσιν εις τους Τυνδαρίδας και τους ωδήγησεν εξ τας Αφίδνας τας οποίας τοις παρέδωκεν είς των αυτοχθόνων ο Τιτακός. Από της εποχής ταύτης οι Δεκελείς εν Σπάρτη εισίν απηλλαγμένοι φόρου και έχουσι θέσιν τιμής· το δε προνόμιον τούτο διατηρείται μέχρι σήμερον, ούτως ώστε κατά τον πόλεμον όστις εγένετο πολλά έτη ύστερον μεταξύ Αθηναίων και Πελοποννησίων, οι Λακεδαιμόνιοι, δηώσαντες όλην την Αττικήν, εφείσθησαν της Δεκελείας.

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings