Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I ΗΡΟΔΟΤΟΥ (continued 3)
Reading edition
113. Η μάχη αύτη του Μαραθώνος διήρκεσε πολύ· και εις μεν το μέσον του στρατοπέδου, όπου ήσαν τεταγμένοι οι Πέρσαι και οι Σάκαι, ενίκων οι βάρβαροι, και ρήξαντες τους αντιπάλους εδίωκον αυτούς προς τα μεσόγεια· εις τα δύο όμως κέρατα ενίκων οι Αθηναίοι και οι Πλαταιείς. Νικώντες δε, τους μεν τραπέντας βαρβάρους άφινον να φεύγωσιν, αυτοί δε ενώσαντες τα δύο κέρατα εστράφησαν κατ' εκείνων οίτινες είχον ρήξει το μέσον. Η νίκη των Αθηναίων υπήρξε τελεία. Ακολουθούντες τούς Πέρσας φεύγοντας έκοπτον αυτούς, και όταν έφθασαν εις την θάλασσαν, εζήτησαν πυρ και ώρμησαν κατά των πλοίων.
114. Εις την μάχην ταύτην πρώτος εφονεύθη ο πολέμαρχος Καλλίμαχος, αγωνισθείς ανδρείως, και εκ τον στρατηγών εφονεύθη ο Στησίλαος του Θρασύλου. Αφ' ετέρου ο Κυνέγειρος του Ευφορίωνος, καθ' ην στιγμήν έδραξε την πρύμνην ενός πλοίου, πίπτει αποκοπείς την χείρα διά πελέκεως· έπεσαν δε και άλλοι Αθηναίοι πολλοί και ονομαστοί.
115. Τοιουτοτρόπως οι Αθηναίοι εκυρίευσαν επτά πλοία, οι δε βάρβαροι αναχωρήσαντες με τα υπολειπόμενα και αναλαβόντες τα εκ της Ερετρίας ανδράποδα εκ της νήσου οπού τα είχον αφήσει περιέπλεον το Σούνιον, θέλοντες να προλάβωσι τους Αθηναίους και να φθάσωσιν εις την πόλιν. Ελέχθη έπειτα εις τας Αθήνας ότι εκ ραδιουργίας των Αλκμαιωνιδών έπραξαν τούτο οι Πέρσαι, και ότι αυτοί συνεννοηθέντες με τους βαρβάρους όντας ήδη εντός των πλοίων, ύψωσαν ασπίδα.
116. Και ούτοι μεν περιέπλεον το Σούνιον· οι δε Αθηναίοι όσον το δυνατόν ταχύτερον έτρεχον εις την πόλιν και έφθασαν πριν έλθωσιν οι βάρβαροι. Αναχωρήσαντες εκ του Ηρακλείου του εν Μαραθώνι, εστρατοπεδεύσαντες εις άλλο Ηράκλειον το εν Κυνοσάργει. Οι δε βάρβαροι ελθόντες με τα πλοία ανωτέρω του Φαλήρου (διότι τούτο ήτο τότε το επίνειον των Αθηναίων) και ανακωχεύσαντες εκεί επί τινα χρόνον, απέπλευσαν οπίσω εις την Ασίαν.
117. Εις την μάχην ταύτην του Μαραθώνος απώλεσαν οι βάρβαροι έξ χιλιάδας και τετρακοσίους, οι δε Αθηναίοι εκατόν εννενήκοντα δύο· τοιούτος ήτο ο αριθμός των πεσόντων εκατέρωθεν. Συνέβη δε κατά την μάχην το εξής θαύμα. Αθηναίος τις ο Επίζηλος του Κουφαγόρου, εμάχετο ανδρειότατα εις την θέσιν του, όταν χωρίς να κτυπηθή μήτε μακρόθεν μήτε εγγύθεν, έχασεν αίφνης την όρασίν του και απ' εκείνης της στιγμής μέχρι τέλους της ζωής του έμεινε τυφλός. Ήκουσα δε ότι ο ίδιος εξήγει το πάθημά του ως εξής. «Μοι εφάνη, έλεγεν, ότι υψηλόσωμος οπλίτης ήτο πλησίον μου· το μακρόν γένειόν του εσκίαζεν όλην την ασπίδα του. Το φάσμα τούτο εμέ μεν παρέτρεξεν, εφόνευσε δε τον παραστάτην μου.» Ταύτα με είπον ότι διηγείτο ο Επίζηλος.
118. Ο Δάτις επιστρέφων εις την Ασίαν μετά του στρατού, ότε έφθασεν εις την Μύκονον είδεν όνειρον εις τον ύπνον του. Και τι μεν ήτο το όνειρον δεν λέγουσιν· άμα όμως εγένετο ημέρα, έκαμεν έρευναν εις τα πλοία και ευρών εις πλοίον Φοινικικόν έν άγαλμα του Απόλλωνος κεχρυσωμένον ηρώτησε πόθεν εσυλήθη· μαθών δε εκ ποίου ιερού, έπλευσε με το πλοίον του εις την Δήλον· και επειδή τότε οι Δήλιοι είχον επιστρέψει εις την νήσον, κατέθεσε το άγαλμα εις το ιερόν και παρήγγειλε τους Δηλίους να το μεταφέρωσιν εις το Δήλιον των Θηβαίων· κείται δε ο ναός ούτος εις την παραθαλασσίαν καταντικρύ της Χαλκίδος. Και ο μεν Δάτις ταύτα εντειλάμενος απέπλευσεν· οι Δήλιοι όμως δεν μετέφερον τον ανδριάντα αλλά μετά είκοσιν έτη αυτοί οι Θηβαίοι, κατά τινα χρησμόν, τον εκόμισαν εις το Δήλιον.
119. Ο δε Δάτις και ο Αρταφέρνης, άμα απέβησαν εις την Ασίαν, ανεβίβασαν εις τα Σούσα τους αιχμαλώτους της Ερετρίας. Ο Δαρείος, πριν αιχμαλωτευθώσιν οι Ερετριείς, ήτο κατ' αυτών σφόδρα ωργισμένος, καθότι αυτοί είχον αρχίσει να αδικώσιν· αλλ' ότε τους είδε φερθέντας ενώπιόν του και όντας υποχειρίους του, δεν τους εκακοποίησε και τους αποκατέστησεν εις κτήμα τι ιδικόν του κείμενον εις την Κισσίαν χώραν και καλούμενον Αρδέρικκα. Το χωρίον τούτο από μεν των Σούσων απέχει διακόσια δέκα στάδια, τεσσαράκοντα δε από του φρέατος τα οποίον παρέχει τρεις ιδίας ουσίας, καθότι αντλούσιν εξ αυτού άσφαλτον, άλας και έλαιον κατά τον ακόλουθον τρόπον. Καταβιβάζουσιν εις αυτό κηλώνιον εις το οποίον είναι δεδεμένον αντί υδρίας το ήμισυ ασκού· αφού δε το βυθίσωσιν εις το φρέαρ, το ανασύρουσιν έπειτα και το κενούσιν εις δεξαμενήν, εκ της οποίας χύνεται εις άλλο μέρος και εκεί λαμβάνει τρεις μορφάς. Και η μεν άσφαλτος και το άλας πήγνυνται αμέσως, το δε έλαιον συνάγουσιν εις αγγεία και οι Πέρσαι καλούσιν αυτό ραδινάκην· είναι δε μέλαν και εκβάλλει οσμήν βαρείαν. Εκεί εγκατέστησεν ο βασιλεύς τους Ερετριείς, οίτινες και μέχρι της εποχής μου είχον το χωρίον τούτο φυλάσσοντες την αρχαίαν γλώσσαν. Ταύτα τα αφορώντα τους Ερετριείς.
120. Εις δε τας Αθήνας ήλθον μετά την πανσέληνον δισχίλιοι Λακεδαιμόνιοι, τόσην σπουδήν έχοντες να προφθάσωσιν ώστε την τρίτην ημέραν από της αναχωρήσεώς των ήσαν εις την Αττικήν. Φθάσαντες όμως μετά την μάχην, επεθύμησαν να ίδωσι τουλάχιστον τους Μήδους· όθεν μετέβησαν εις τον Μαραθώνα και τους είδον. Μετά ταύτα επαινέσαντες τους Αθηναίους και το κατόρθωμα αυτών, επέστρεψαν εις την Σπάρτην.
121. Θαύμα φαίνεται εις εμέ και δεν πιστεύω εις τα λεγόμενα ότι οι Αλκμαιωνίδαι ήτο δυνατόν εκ συνεννοήσεως με τους Πέρσας να υψώσωσιν ασπίδα, θέλοντες να υποτάξωσι τας Αθήνας εις τους βαρβάρους και τον Ιππίαν, αυτοί οίτινες ήσαν μισοτύραννοι, αν όχι περισσότερον, τουλάχιστον όσον και ο Καλλίας ο υιός του Φαινίππου και πατήρ του Ιππονίκου, ο μόνος εξ όλων των Αθηναίων όστις, όταν ο Πεισίστρατος εξωρίσθη από τας Αθήνας και ο κήρυξ του δημοσίου επώλει τα πράγματά του, ετόλμησε να αγοράση εξ αυτών και ουδεμίαν παρέλειψε περίστασιν διά να δείξη την προς αυτόν έχθραν του.
122. Τον Καλλίαν τούτον πρέπει πολλάκις να αναφέρη τις τόσον διά τα προλελεγμένα και διά τον ζήλον του υπέρ της απελευθερώσεως της πατρίδος του, όσον και δι εκείνα τα οποία έκαμεν εις την Ολυμπίαν, νικήσας εις την ιππηλασίαν και λαβών τα δευτερεία εις τον διά τεθρίππου αγώνα· προ τούτων δε νικήσας εις τα Πύθια εγένετο γνωστός εις όλους τους Έλληνας διά τας μεγάλας δαπάνας του. Έτι δε πώς εφέρθη εις τας τρεις θυγατέρας του. Όταν αύται έφθασαν εις ώραν γάμου, ου μόνον τας επροίκισε μεγαλοπρεπέστατα, αλλά διά να τας ευχαριστήση ταις επέτρεψε να εκλέξωσιν εξ όλων των Αθηναίων τους συζύγους τους οποίους ήθελον.
123. Και οι Αλκμαιωνίδαι ομοίως και ουχί ολιγώτερον ήσαν μισοτύραννοι. Θαυμάζω λοιπόν και δεν δέχομαι την διαβολήν ότι υψώσαντες ασπίδα έκαμον σημείον εις τους βαρβάρους, αυτοί οίτινες ένεκα των τυράννων ήσαν φυγάδες από την πατρίδα των και διά των ενεργειών των έχασαν την τυραννίδα οι Πεισιστρατίδαι. Ώστε, κατά την εμήν κρίσιν, πολύ περισσότερον αυτοί ηλευθέρωσαν τας Αθήνας ή ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων καθότι ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, φονεύσαντες τον Ίππαρχον, εξηγρίωσαν τους υπολοίπους Πεισιστρατίδας και ουδόλως έπαυσαν αυτούς της τυραννίας, ενώ οι Αλκμαιωνίδαι ηλευθέρωσαν αναντιρρήτως την πόλιν των, εάν ήναι αληθές ότι αυτοί ανέπεισαν την Πυθίαν να παραγγείλη τους Λακεδαιμονίους να ελευθερώσωσι τας Αθήνας, ως πρότερον διηγήθην.
124. Αλλ' ίσως είπη τις ότι παρεκινήθησαν να προδώσωσι την πατρίδα έχοντες παράπονά τινα κατά του δήμου των Αθηναίων· αλλ' είναι γνωστόν ότι εις τας Αθήνας ούτε άλλοι σημαντικώτεροι ήσαν, ούτε ετιμώντο άλλοι περισσότερον. Ώστε ο ορθός λόγος δεν επιτρέπει να πιστεύσωμεν ότι ύψωσαν ασπίδα με τοιούτον σκοπόν. Και ασπίς μεν ότι εφάνη υψωμένη, ουδείς δύναται να αρνηθή, καθότι εγένετο· τις όμως την ύψωσε, δεν έχω τι να προσθέσω.
125. Οι δε Αλκμαιωνίδαι ήσαν μεν ανέκαθεν επιφανείς εις τας Αθήνας, από του Αλκμαίωνος όμως και του Μεγακλέους εγένοντο επιφανέστατοι. Ο Αλκμαίων, υιός του Μεγακλέους, απεδέχθη ποτέ και υπηρέτησε προθύμως τους Λυδούς των Σάρδεων τους οποίους ο Κροίσος είχε στείλει διά να συμβουλευθώσι το μαντείον των Δελφών. Μαθών δε ο Κροίσος από τους επιστρέψαντας Λυδούς τας εκδουλεύσεις αυτού, τον εκάλεσεν εις τας Σάρδεις και τω εχάρισε τόσον χρυσίον όσον ηδύνατο να φέρη επάνω του άπαξ. Ο δε Αλκμαίων προς τοιαύτην δωρεάν τοιούτον τι εμηχανεύθη· φορέσας χιτώνα μέγαν και αφήσας πολλήν ευρυχωρίαν περί το στήθος, και υποδησάμενος τους μάλλον ευρείς κοθόρνους τους οποίους ηδυνήθη να εύρη, εισήλθεν εις το θησαυροφυλάκιον όπου τον ωδήγησαν. Εισπεσών δε εις σωρόν ψήγματος, πρώτον μεν εγέμισε τους κοθόρνους περί τας κνήμας, όσον ηδύναντο να χωρήσωσιν· έπειτα δε γεμίσας όλον τον κόλπον και σκορπίσας και εις τας τρίχας της κεφαλής και άλλο λαβών εις το στόμα εξήλθε του θησαυροφυλακίου, μόλις σύρων τούς κοθόρνους και ομοιάζων παν άλλο ή άνθρωπον, καθότι και το στόμα ήτο πεφραγμένον και το σώμα όλον εξωγκωμένον. Ιδών αυτόν ο Κροίσος κατελήφθη υπό γέλωτος, και ου μόνον εκείνα τω εχάρισεν, αλλά και άλλα ουχί ολιγώτερα εκείνων. Τοιουτοτρόπως επλούτησεν η οικία αύτη μεγάλως, και ο Αλκμαίων ούτος ηδυνήθη να συντηρή ίππους και να κερδίζη νίκας εις τα Ολύμπια αγωνιζόμενος με τέθριππον.
126. Έπειτα, κατά την επομένην γενεάν, ο τύραννος της Σικυώνος Κλεισθένης τοσούτον ύψωσε την οικίαν ταύτην ώστε εγένετο μεταξύ των Ελλήνων πολύ ονομαστοτέρα ή πρότερον. Ο Κλεισθένης του Αριστωνύμου, του Μύρωνος, του Ανδρέου, είχε θυγατέρα της οποίας το όνομα ήτο Αγαρίστη και ήθελε να εύρει τον άριστον πάντων των Ελλήνων και με τούτον να συζεύξη αυτήν. Ήλθεν η εορτή των Ολυμπίων· νικήσας ο Κλεισθένης με τέθριππον, εδημοσίευσε διά κήρυκος, όστις των Ελλήνων νoμίζει εαυτόν άξιον να γίνη γαμβρός του Κλεισθένους ας μεταβή εις την Σικυώνα κατά την εξηκοστήν ημέραν ή και πρότερον, καθότι μετά έν έτος αρχόμενον από της εξηκοστής ημέρας ήθελεν ο Κλεισθένης να τελεσθή ο γάμος. Τότε όσοι των Ελλήνων εμεγαλοφρόνουν ή διά τα ίδια προτερήματά των ή διά την πατρίδα των, έσπευσαν ως μνηστήρες, και ο Κλεισθένης διατάξας να ετοιμάσωσι στάδιον και παλαίστραν είχεν αυτά επί τω σκοπώ να αγωνισθώσι.
127. Και από μεν της Ιταλίας ήλθεν ο Συβαρίτης Σμινδυρίδης υιός του Ιπποκράτους όστις είχε φθάσει εις ύψιστον βαθμόν τρυφής (ήτο δε η Σύβαρις κατ' εκείνην την εποχήν ακμαιοτάτη) και ο Σιρίτης Δάμασος, υιός του Αμύριος του επιλεγομένου σοφού. Ούτοι ήλθον εκ της Ιταλίας. Από δε του Ιονίου κόλπου ο Αμφίμνηστος του Επιστρόφου Επιδάμνιος. Από της Αιτωλίας ήλθεν ο Μάλης αδελφός του Τιτόρμου εκείνου όστις υπερέβη πάντας τους Έλληνας εις την δύναμιν και διά να φύγη την μετά των ανθρώπων κοινωνίαν ανεχώρησεν εις τας εσχατίας της Αιτωλίδος χώρας. Από της Πελοποννήσου ήλθεν ο Λεωκήδης, απόγονος του τυράννου των Αργείων Φείδωνος· του Φείδωνος όστις εκανόνισε τα μέτρα των Πελοποννησίων και υπήρξεν ο μάλλον θρασύς από όλους τους Έλληνας, καθότι διώξας τους αγωνοθέτας των Ηλείων, ερρύθμιζεν αυτός τα των αγώνων των Ολυμπίων. Τούτου ο απόγονος ήλθε, και προσέτι ο Αμίαντος του Λυκούργου Αρκάς εκ της Τραπεζούντος και ο Αζήνιος Λαφάνης εκ της πόλεως Παίου, υιός του Ευφορίωνος όστις, ως λέγεται εις την Αρκαδίαν, εδέχθη εις την οικίαν του τους Διοσκούρους και έκτοτε εφιλοξένει όλους τους ανθρώπους, και ο Ηλείος Ονομαστός, υιός του Αγαίου. Ούτοι ήλθον εκ της Πελοποννήσου. Εκ δε των Αθηνών ήλθον ο Μεγακλής, υιός του Αλκμαίωνος εκείνου όστις είχε μεταβή προς τον Κροίσον, και είς άλλος, ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου, όστις υπερέβαινε τους Αθηναίους κατά τα πλούτη και το κάλλος. Από δε της Ερετρίας, ανθούσης τότε, ήλθεν ο Λυσανίας. Ούτος μόνος ήτο εκ της Ευβοίας. Εκ δε της Θεσσαλίας ήλθεν από μεν τους Σκοπάδας ο Κραννώνιος Διακτορίδης, από δε τους Μολοσσούς ο Άλκων. Ούτοι ήσαν οι μνηστήρες.
128. Ελθόντων δε τούτων κατά την ωρισμένην ημέραν, ο Κλεισθένης πρώτον μεν ηρώτησεν έκαστον περί της πατρίδος και της οικογενείας του, μετά ταύτα δε κρατήσας αυτούς επί ένα χρόνον πλησίον του εδοκίμαζε την ανδρίαν των, τον χαρακτήρα των, την ανατροφήν των, τα ήθη των, συνδιαλεγόμενος μεθ' εκάστου ιδιαιτέρως ή μεθ' όλων ομού και φέρων εις τα γυμνάσια τους νεωτέρους αυτών· προ πάντων όμως τους εδοκίμαζεν εις την τράπεζαν, διότι εφ' όσον χρόνον τους είχε πλησίον του τοις έδιδε τα πάντα και τους εξένιζε μεγαλοπρεπώς. Εξ όλων δε των μνηστήρων προ πάντων ήρεσκον εις αυτόν οι εξ Αθηνών ελθόντες, και εκ τούτων περισσότερον ο Ιπποκλείδης του Τισάνδρου τον οποίον επροτίμα διά την ανδρίαν του και διότι κατήγετο από τους Κυψελίδας της Κορίνθου.
129. Ότε δε έφθασεν η προσδιορισθείσα διά την τελετήν του γάμου ημέρα και να είπη ο Κλεισθένης ποίον εξέλεγεν ως γαμβρόν του, εθυσίασεν ο Κλεισθένης εκατόν βόας και ευώχησεν ου μόνον τους μνηστήρας αλλά και όλους τους Σκυωνίους. Περαιωθέντος του δείπνου, οι μνηστήρες συνεζήτησαν περί μουσικής και περί άλλων αντικειμένων τα οποία έφερεν η συνομιλία. Προβαίνοντος δε του πότου, ο Ιπποκλείδης όστις υπερείχε των άλλων διέταξε τον αυλητήν να παίξη χορόν. Ο αυλητής υπήκουσεν, ο δε Ιπποκλείδης εξετέλεσε χορόν τινα της αρεσκείας του. Αλλ' ο Κλεισθένης, ων θεατής, έβλεπε δυσαρέστως όλον το πράγμα. Μετά ταύτα, σταθείς ολίγον ο Κλεισθένης, διέταξε να τω φέρωσι τράπεζαν· ελθούσης δε της τραπέζης, πρώτον μεν εχόρευσεν επ' αυτής κατά τρόπους Λακωνικούς, έπειτα δε κατά τρόπους Αττικούς και επί τέλους στηρίξας την κεφαλήν επί της τραπέζης ανετίναξε τα σκέλη. Ο δε Κλεισθένης, ενόσω μεν ο Ιπποκλείδης εχόρευε τα πρώτα και τα δεύτερα είδη, μολονότι τα εύρισκεν απρεπή και απεφάσισε να μη τον κάμνη γαμβρόν του, συνείχεν όμως εαυτόν και δεν ήθελε να εκραγή κατ' αυτού. Αλλ' ότε τον είδεν ανατινάσσοντα τα σκέλη εις τον αέρα, μη δυνάμενος πλέον να υποφέρη είπεν· «Ω υιέ του Τισάνδρου διά του χορού απελάκτισας τον γάμον» ο δε Ιπποκλείδης υπολαβών είπεν: «Ου φροντίς Ιπποκλείδη.» Και έκτοτε ο λόγος ούτος έμεινε παροιμιώδης.
130. Τότε ο Κλεισθένης ζητήσας να σιωπήσωσιν είπεν εις το μέσον τα εξής· «Ω μνηστήρες της θυγατρός μου, εγώ όλους σας επαινώ, και εάν ήτο δυνατόν ήθελον σας ευχαριστήσει όλους χωρίς να προτιμήσω ένα μόνον εξ υμών και να απορρίψω τους άλλους. Επειδή όμως τούτο είναι αδύνατον να ευχαριστήσω όλους προκειμένου να αποφασίσω περί μιας κόρης, δίδω εις έκαστον εξ υμών των αποπεμπομένων έν τάλαντον αργυρίου διά την τιμήν την οποίαν με εκάματε θελήσαντες να λάβητε γυναίκα την θυγατέρα μου και διά τα έξοδα της αποδημίας σας, μνηστεύω δε την θυγατέρα μου Αγαρίστην με τον υιόν του Αλκμαίωνος Μεγακλέα κατά τους νόμους των Αθηναίων.» Ειπόντος τότε του Μεγακλέους ότι την λαμβάνει ως γυναίκα, επεκυρώθη ο γάμος υπό του Κλεισθένους.
131. Τοιαύτη ήτο η εκλογή του Κλεισθένους και ούτως οι Αλκμαιωνίδαι εφημίσθησαν ανά την Ελλάδα, Εκ του γάμου δε τούτου εγεννήθη ο Κλεισθένης όστις έχων το όνομα του Σικυωνίου μητροπάτορός του κατέστησε τας φυλάς και την δημοκρατίαν εις τας Αθήνας. Ούτος ο υιός εγεννήθη εις τον Μεγακλέα και ο Ιπποκράτης, εκ δε του Ιπποκράτους εγεννήθη άλλος Μεγακλής και άλλη Αγαρίστη λαβούσα το όνομα από τις Αγαρίστης του Κλεισθένους· αύτη δε συζευχθείσα τον Ξάνθιππον του Αρίφρονος και εγκυμονήσασα είδεν όνειρον εν τω ύπνω· τη εφάνη ότι έτεκε λέοντα· και μετ' ολίγας ημέρας τίκτει τω Ξανθίππω τον Περικλέα,
132. Μετά την εν Μαραθώνι δε καταστροφήν των Περσών, ο Μιλτιάδης ήδη έγκριτος μεταξύ των Αθηναίων, εγένετο τότε σημαντικώτερος. Εζήτησε λοιπόν παρά του δήμου εβδομήκοντα πλοία, στρατόν και χρήματα, χωρίς να είπη κατά τίνων ήθελε να εκστρατεύση, αλλά μόνον ότι θα καταπλουτίση αυτούς εάν έστεργον να τον ακολουθήσωσι, διότι θα τους φέρη εις τοιούτον τόπον από τον οποίον ευκόλως θα λάβωσιν άφθονον χρυσόν. Ταύτα λέγων εζήτει τα πλοία, οι δε Αθηναίοι παρασυρθέντες υπό των λόγων τον τα έδοσαν.
133. Παραλαβών ο Μιλτιάδης τον στρατόν έπλευσε κατά της Πάρου επί προφάσει μεν ότι οι Πάριοι είχον αρχίσει πρώτοι τον πόλεμον πέμψαντες μετά του περσικού στόλου μίαν τριήρη εις τον Μαραθώνα, πράγματι δε διότι είχεν έχθραν κατά των Παρίων ένεκα του Λυσαγόρου, υιού του Τισίου, όστις Πάριος ων το γένος τον διέβαλεν εις τον Πέρσην Υδάρνη. Φθάσας ο Μιλτιάδης εις την οποίαν έπλεε νήσον, επολιόρκησε διά του στρατού τους Παρίους κεκλεισμένους εις τα τείχη των, και πέμψας εντός της πόλεως κήρυκα εζήτει εκατόν τάλαντα λέγων ότι εάν δεν τα δώσωσι δεν θα λύση την παλιορκίαν πριν τους καταστρέψη. Αλλ' οι Πάριοι ούτε καν εσκέφθησαν να δώσωσι χρήματα εις τον Μιλτιάδην, το μόνον δε όπερ απεφάσισαν ήτο πώς να φυλάξωσι την πόλιν· όθεν και άλλα μέτρα ελάμβανον, και συγχρόνως όπου έβλεπον ότι το τείχος ήτο ευπρόσβλητον αμέσως την ιδίαν νύκτα ύψωνον τα μέρος διπλάσιον του παλαιού.
134. Και όσα μεν είπα μέχρι του σημείου τούτου της διηγήσεως, λέγουσιν αυτά και όλοι οι Έλληνες· τα λοιπά δε, ως λέγουσιν οι Πάριοι συνέβησαν ως εξής. Ενώ ο Μιλτιάδης ηπόρει περί του πρακτέου, παρουσιάσθη εις αυτόν γυνή τις αιχμάλωτος, Παρία το γένος, καλουμένη Τιμώ, υποδιάκονος των χθονίων θεών, ήτις τον συνεβούλευσεν, εάν επεθύμει να κυριεύση την Πάρον, να πράξη όσα τον υπαγορεύση αυτή. Μετά ταύτα λέγουσιν ότι αυτή μεν έδωκε τας αναγκαίας συμβουλάς, ο δε Μιλτιάδης αναβάς εις τον λόφον όστις είναι προ της πόλεως, υπερεπήδησε το περίφραγμα και εισήλθεν εις τον ναόν της θεσμοφόρου Δήμητρος, καθότι δεν ήτο δυνατόν να ανοίξη τας θύρας. Υπερπηδήσας λοιπόν τον τοίχον, εβάδισε κατ' ευθείαν προς τον ναόν αγνοώ τίνα σκοπόν έχων, είτε διά να μετακινήση τι εξ εκείνων τα οποία πρέπει να μένωσιν ακίνητα, είτε διά να πράξη οτιδήποτε άλλο. Ότε όμως έφθασε προ της θύρας, αίφνης τον κατέλαβεν ιερός τρόμος και επέστρεψε διά της αυτής οδού· πηδήσας δε εκ δευτέρου τον φράκτην έθλασε τον μηρόν, κατ' άλλους δε εξήρθρωσε το γόνυ.
135. Ο Μιλτιάδης λοιπόν κακώς έχων απέπλευσεν οπίσω, ούτε χρήματα φέρων εις τους Αθηναίους ούτε την Πάρον κυριεύσας. Είχε πολιορκήσει αυτήν είκοσι και έξ ημέρας και κατερημώσει τα πέριξ. Μαθόντες δε Πάριοι ότι η υποδιάκονος των θεών Τιμώ είχε δώσει οδηγίας εις τον Μιλτιάδην και θέλοντες διά τούτο να την τιμωρήσωσιν, άμα ησύχασαν μετά την πολιορκίαν έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσιν εάν έπρεπε να επιβάλωσι τιμωρίαν τινά εις την υποδιάκονον των θεών, καθότι υπέδειξεν εις τους εχθρούς το μέσον να κυριεύσωσι την πόλιν και εφανέρωσεν εις τον Μιλτιάδην πράγματα τα οποία δεν έπρεπε να φανερωθώσιν εις άνδρα. Αλλ' η Πυθία δεν επέτρεψε τούτο, ειπούσα ότι η Τιμώ δεν ήτο ένοχος, ότι ήτο πεπρωμένον ο Μιλτιάδης να έχη κακόν τέλος και ότι εκείνη υπήρξε το όργανον των κακών του. Και εις μεν τους Παρίους ταύτα απεκρίθη η Πυθία.
136. Αφού δε επέστρεψεν ο Μιλτιάδης εκ της Πάρου, μία ομόθυμος κραυγή ηγέρθη κατ' αυτού, τινές δε και μάλιστα ο Ξάνθιππος του Αρίφρονος ενήγαγον αυτόν ενώπιον του δήμου ως ένοχον θανάτου και τον κατεδίωκον ως απατήσαντα τους Αθηναίους. Ο δε Μιλτιάδης, μη δυνάμενος να εμφανισθή αυτοπροσώπως, δεν απελογήθη, καθότι ο μηρός του ήρχισεν ήδη να σήπεται· αλλ' ενώ έκειτο εις την κλίνην, οι φίλοι του απελογούντο αντ' αυτού αναφέροντες μετ' εμφάσεως την εν Μαραθώνι μάχην, την άλωσιν της Λήμνου και λέγοντες ότι κυριεύσας αυτήν και εκδικηθείς τους Πελασγούς την παρέδωκεν εις τους Αθηναίους. Ο δε δήμος τον απέλυσε μεν της θανατικής καταδίκης, τον εζημίωσεν όμως ως αδικήσαντα εις πρόστιμον πεντήκοντα ταλάντων. Ολίγον μετά ταύτα προχωρησάσης της γαγγραίνης απέθανεν ο Μιλτιάδης, τα δε πεντήκοντα τάλαντα επλήρωσεν ο υιός του Κίμων.
137. Εκυρίευσε δε την Λήμνον ο Μιλτιάδης ο υιός του Κίμωνος ως ακολούθως. Οι Πελασγοί είχον διωχθή εκ της Αττικής υπό των Αθηναίων, είτε δικαίως είτε αδίκως· περί τούτου δεν θα είπω άλλο τι παρ' ό,τι λέγουσιν άλλοι. Αφ' ενός μεν ο Εκαταίος του Ηγησάνδρου εν τη ιστορία του λέγει ότι εδιώχθησαν αδίκως· κατ' αυτόν, όταν οι Αθηναίοι είδον την εις τους πρόποδες του Υμηττού χώραν την οποίαν είχον δώσει εις τους Πελασγούς εις αντάλλαγμα του υπό των Πελασγών κτισθέντος τείχους της ακροπόλεως, όταν είδον την χώραν ταύτην καλώς δεδουλευμένην, πρότερον ούσαν άγονον και μηδαμινήν, εφθόνησαν και επεθύμησαν να την λάβωσι, και εδίωξαν τους Πελασγούς χωρίς να προβάλωσι την ελαχίστην πρόφασιν. Αφ' ετέρου δε οι Αθηναίοι λέγουσιν ότι δικαίως τους εδίωξαν, διότι κατοικούντες οι Πελασγοί εις τους πρόποδας του Υμηττού και ορμώμενοι εκείθεν επροξένουν τας εξής αδικίας. Επειδή αι θυγατέρες των Αθηναίων εσύχναζον εις την Εννεάκρουνον διά να λάβωσιν ύδωρ (καθότι κατ' εκείνην την εποχήν μήτε οι Αθηναίοι μήτε οι άλλοι Έλληνες είχον δούλους) οι Πελασγοί, όταν ήρχοντο αύται εις την πηγήν, τας εβίαζον αυθαδώς και περιφρονητικώς. Δεν ήρκει δε τούτο, αλλά τελευταίον τους συνέλαβον επ' αυτοφώρω επιβουλεύοντας να κυριεύσωσι τας Αθήνας. Τότε δε εφάνησαν τόσον καλλίτεροι εκείνων ώστε ενώ ηδύναντο να τους φονεύσωσιν ως επιβούλους, δεν έπραξαν τούτο, αλλ' ηρκέσθησαν να τους διατάξωσι να εξέλθωσι της χώρας. Ανεχώρησαν λοιπόν οι Πελασγοί και εκυρίευσαν άλλους τόπους, ιδίως δε την Λήμνον. Και εκείνα μεν είπεν ο Εκαταίος, ταύτα δε λέγουσιν οι Αθηναίοι.
138. Ούτοι δε οι Πελασγοί νεμόμενοι τότε την Λήμνον και θέλοντες να εκδικηθώσι τους Αθηναίους, επειδή εγνώριζον καλώς τας εορτάς των Αθηναίων, αποστείλαντες πεντηκοντόρους ενήδρευσαν τας γυναίκας αυτών ότε ετέλουν εις την Βραυρώνα την εορτήν της Αρτέμιδος. Αρπάσαντες δε εκείθεν πολλάς εξ αυτών απέπλευσαν και ελθόντες εις την Λήμνον είχον αυτάς ως παλλακάς. Αφού δε αι γυναίκες αύται ετεκνοποίησαν, εδίδασκον εις τους παίδας των την Αττικήν γλώσσαν και τα ήθη των Αθηναίων. Οι δε παίδες ούτε να συναναστρέφονται ήθελον με τους παίδας τους γεννηθέντας εκ των Πελασγίδων γυναικών, και εάν τις εξ αυτών ετύπτετο υπό τινος παιδός Πελασγίδος, έτρεχον όλοι και εβοήθουν αλλήλους. Προσέτι και να άρχωσιν ήθελον των άλλων παιδίων και ήσαν ισχυρότεροι. Ιδόντες ταύτα οι Πελασγοί συνηθροίσθησαν όπως συσκεφθώσι· συσκεπτόμενοι δε εύρον ότι το πράγμα ήτο επικίνδυνον καθότι αφού εις τοιαύτην μικράν ηλικίαν οι παίδες εκείνοι ήξευραν να βοηθώνται μεταξύ των εναντίον των παίδων των νομίμων των γυναικών, και ήθελον από τούδε να τους διοικώσι, τι άρα γε θα ήσαν ικανοί να πράξωσιν αφού ανδρωθώσιν; Όθεν απεφάσισαν να φονεύσωσι τους παίδας τους εκ των Αττικών γυναικών, και εκτελέσαντες τούτο εφόνευσαν προσέτι και τας μητέρας. Από τούτου δε του έργου και του προτέρου το οποίον διέπραξαν αι Λήμνιαι γυναίκες, φονεύσασαι συγχρόνως τον βασιλέα Θόαντα και όλους τους συζύγους των, έμεινε συνήθεια εις την Ελλάδα να καλώνται Λήμνια όλα τα εγκληματικά έργα.
139. Αφού δε οι Πελασγοί εφόνευσαν τους παίδας και τας γυναίκας των ούτε η γη των εβλάστησε πλέον καρπόν, ούτε αι γυναίκες των και αι ποιμναί των εγέννησαν. Πιεζόμενοι υπό του λιμού και της ατεκνίας, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ζητήσωσι λύσιν των παρόντων κακών. Η δε Πυθία τους διέταξε να δώσωσιν εις τους Αθηναίους ικανοποίησιν οποίαν αυτοί οι Αθηναίοι ήθελον ζητήσει. Μετέβησαν λοιπόν οι Πελασγοί εις τας Αθήνας και είπον ότι προθύμως έδιδον ικανοποίησιν διά τα αδικήματά των. Οι δε Αθηναίοι στήσαντες κλίνην εις το πρυτανείον όσον ηδυνήθησαν μεγαλοπρεπέστερον και παραθέσαντες τράπεζαν κεκαλυμμένην υπό εξαιρέτων φαγητών, είπον εις τους Πελασγούς να παραδώσωσι την χώραν των εις τοιαύτην κατάστασιν. Οι δε Πελασγοί αποκριθέντες εις ταύτα είπον· «Όταν εις μίαν ημέραν ο βορράς άνεμος φέρη έν πλοίον εκ της χώρας σας εις την ιδικήν μας, τότε σας την παραδίδομεν.» Είπον τούτο βέβαιοι όντες ότι ήτο αδύνατον να γίνη, καθότι η Αττική κείται πολύ μακράν της Λήμνου προς νότον.
140 Ταύτα συνέβησαν τότε. Μετά πολλά δε έτη, ότε η Χερσόνησος υπετάγη εις τους Αθηναίους, ο Μιλτιάδης του Κίμωνος, ενώ έπνεον οι ετησίαι άνεμοι, πλεύσας εκ του Ελαιούντος του εν τη Χερσονήσω εις την Λήμνον, είπεν εις τους Πελασγούς να εκκενώσωσι την νήσον, αναμιμνήσκων αυτοίς τον χρησμόν τον οποίον ούτοι ουδέποτε ήλπιζον ότι ήθελεν εκπληρωθή. Και οι μεν Ηφαιστιείς υπήκουσαν, οι δε Μυριναίοι μη πειθόμενοι και λέγοντες ότι η Χερσόνησος δεν ήτο Αττική, επολιορκήθησαν μέχρις ου παρεδόθησαν. Τοιουτοτρόπως λοιπόν οι Αθηναίοι και ο Μιλτιάδης κατέλαβον την Λήμνον.
ΒΙΒΛΙΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ ΠΟΛΥΜΝΙΑ.
1. Ότε ήλθεν η αγγελία περί της μάχης του Μαραθώνος εις τον βασιλέα Δαρείον του Υστάσπους, ούτος ων και πρότερον ωργισμένος κατά των Αθηναίων διά την εις τας Σάρδεις εισβολήν, τότε έτι μάλλον ωργίσθη και έτι μάλλον έσπευσε να στρατεύση κατά της Ελλάδος. Αμέσως λοιπόν πέμψας απεσταλμένους εις τας πόλεις παρήγγειλε να ετοιμάσωσι στρατόν περισσότερο του προτέρου, και εζήτησε πλοία, ίππους, τροφάς, λέμβους. Επί τρία έτη η Ασία ήτο εις κίνησιν ένεκα των διαταγών τούτων· πανταχού εστρατολογούντο οι μάλλον ανδρείοι και ητοιμάζοντο να στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος. Κατά το τέταρτον δε έτος οι Αιγύπτιοι, τους οποίους είχεν υποδουλώσει ο Καμβύσης, απεστάτησαν από τους Πέρσας. Τότε έτι μάλλον παρωξύνθη ο Δαρείος και απεφάσισε να εκστρατεύση κατ' αμφοτέρων των εθνών.
2. Ενώ δε ο βασιλεύς ητοιμάζετο να εκστρατεύση κατά της Αιγύπτου και των Αθηνών, μεγάλη έρις ανεφύη μεταξύ των υιών του περί της ηγεμονίας, διότι όταν ο βασιλεύς απέρχεται εις εκστρατείαν οφείλει κατά τον νόμον των Περσών να υποδεικνύη τον διάδοχόν του. Είχε δε ο Δαρείος τρεις υιούς εκ της πρώτης του γυναικός, της θυγατρός του Γωβρύου, και αφότου εγένετο βασιλεύς, άλλους τέσσαρας εκ της Ατόσσης, θυγατρός του Κύρου. Εκ των πρώτων πρεσβύτερος ήτο ο Αρταβαρζάνης, εκ των δευτέρων ο Ξέρξης. Επειδή λοιπόν δεν ήσαν εκ της ιδίας μητρός όλοι, διεφώνουν. Ο μεν Αρτοβαρζάνης ηξίου να βασιλεύση επειδή ήτο ο πρεσβύτατος όλων των τέκνων και επειδή κατά τους νόμους όλων των εθνών ο πρεσβύτατος διαδέχεται την αρχήν· ο δε Ξέρξης επειδή ήτο υιός της θυγατρός του Κύρου και εις τον Κύρον οι Πέρσαι ώφειλον την ελευθερίαν των.
3. Ο Δαρείος δεν είχε φανερώσει ακόμη την γνώμην του, ότε έτυχε να έλθη εις τα Σούσα ο Δημάρατος του Αρίστωνος, στερηθείς την βασιλείαν της Σπάρτης και καταδικάσας εαυτόν εις φυγήν εκουσίαν. Ο Δημάρατος ούτος, μαθών την διαφοράν των υιών του Δαρείου, επορεύθη ως λέγουσι να εύρη τον Ξέρξην και τον συνεβούλευσε, πλην των δικαιωμάτων όσα είχεν ήδη προβάλει, να λέγη και τούτο, ότι εγεννήθη ότε εβασίλευεν ο πατήρ του και είχεν επί των Περσών την υπερτάτην κυριαρχίαν, ενώ ο Αρτοβαρζάνης εγεννήθη ότε ο Δαρείος ήτο ακόμη ιδιώτης. Όθεν ούτε πρέπον είναι ούτε δίκαιον να προτιμηθή άλλος· καθότι και εις την Σπάρτην, προσέθεσε καταλήγων ο Δημάρατος, τοιούτος ήτο ο νόμος· εάν υπάρχωσιν υιοί γεννηθέντες πριν γίνη βασιλεύς ο πατήρ των, και γεννηθή άλλος αφού βασιλεύση ο πατήρ, διαδέχεται ο νεώτερος ούτος την βασιλείαν. Και ο μεν Ξέρξης μετεχειρίσθη την συμβουλήν ταύτην του Δημαράτου, ο δε Δαρείος αναγνωρίσας ότι ωμίλει δικαίως, τον υπέδειξεν ως μέλλοντα βασιλέα. Εγώ όμως φρονώ ότι και άνευ της συμβουλής ταύτης ο Ξέρξης ήθελε βασιλεύσει, καθότι η Άτοσσα ήτο παντοδύναμος.
4. Υποδείξας δε ο Δαρείος τον Ξέρξην ως βασιλέα των Περσών, έσπευσε να εκστρατεύση. Αλλά μετά τα συμβάντα ταύτα, διαρκούντος του δευτέρου έτους μετά την αποστασίαν της Αιγύπτου, συνέπεσε να αποθάνη ο Δαρείος ενώ παρεσκευάζετο διά την εκστρατείαν (14), βασιλεύσας τριάκοντα και έξ έτη και μη προφτάσας να τιμωρήση μήτε τους αποστατήσαντας Αιγυπτίους μήτε τους Αθηναίους.
5. Αποθανόντος δε του Δαρείου μετέβη η βασιλεία εις τον υιόν αυτού Ξέρξην. Ο δε Ξέρξης κατ' αρχάς ποσώς δεν ήτο πρόθυμος να στρατεύση κατά της Ελλάδος. Αλλ' άνθρωπός τις έχων επιρροήν μεγαλειτέραν των άλλων εν τη αυλή των Περσών, ο υιός του Γωβρύου Μαρδόνιος, εξάδελφος του Ξέρξου και υιός αδελφής του Δαρείου, τω είπε τα εξής· «Δέσποτα, δεν είναι πρέπον οι Αθηναίοι, αφού επροξένησαν τόσα κακά εις τους Πέρσας, να μη τιμωρηθώσι δι' όσα έπραξαν. Προς το παρόν τελείωσον ό,τι έχεις ανά χείρας· αφού δε ταπεινώσης την αυθάδη Αίγυπτον, στρέψον τα όπλα κατά των Αθηνών, διά να φημισθή το όνομά σου μεταξύ των ανθρώπων και διά να μάθη καθείς να μη στρατεύη κατά της χώρας σου.» Ταύτα δε έλεγεν εμπνεόμενος υπό της εκδικήσεως, εκτός δε τούτου συνείθισε να επαναλαμβάνη ότι η Ευρώπη ήτο ωραία χώρα, είχε διάφορα δένδρα ήμερα, η γη αυτής ήτο ευφορωτάτη και ότι εξ όλων των θνητών μόνος ο βασιλεύς ήτο άξιος να κατέχη αυτήν.
6. Ταύτα έλεγεν επιθυμών νέας επιχειρήσεις και θέλων να γίνη ύπαρχος της Ελλάδος. Επί τέλους το κατώρθωσε και έπεισε τον Ξέρξην να πράξη ταύτα· και άλλαι όμως περιστάσεις συνετέλεσαν εις το να πεισθή ο βασιλεύς. Αφ' ενός ελθόντες απεσταλμένοι από της Θεσσαλίας, σταλέντες παρά των Αλευαδών, παρώτρυνον τον βασιλέα κατά της Ελλάδος υποσχόμενοι να συμπράξωσι μετά πάσης προθυμίας· ήσαν δε οι Αλευάδαι ούτοι βασιλείς της Θεσσαλίας. Αφ' ετέρου όσοι Πεισιστρατίδαι είχον αναβή εις τα Σούσα, ου μόνον έλεγον όσα και οι Αλευάδαι, αλλά προς τούτοις τω έδιδον και ελπίδας ότι θα επιτύχη, έχοντες μεθ' εαυτών τον Αθηναίον μάντιν Ονομάκριτον όστις είχε συλλέξει τους χρησμούς του Μουσαίου. Είχον έλθει εις τα Σούσα αφού πρώτον συνεφιλιώθησαν μετ' αυτού· καθότι ο Ονομάκριτος είχεν εξορισθή εκ των Αθηνών υπό του Ιππάρχου του Πεισιστράτου, συλληφθείς επ' αυτοφώρω υπό του Ερμιονέως Λάσου παρεισάγων εις τους χρησμούς του Μουσαίου ένα ιδικόν του προλέγοντα ότι αι περί την Λήμνον νήσοι έμελλον να καταβυθισθώσιν εις την θάλασσαν. Τούτου ένεκα εξώρισεν αυτόν ο Ίππαρχος ενώ πρότερον ήτο φίλος του. Τότε δε αναβάς μετ' αυτών εις τα Σούσα, οσάκις παρουσιάζετο εις τον βασιλέα, προς τον οποίον οι Πεισιστρατίδαι πολλά εγκώμια έλεγον περί αυτού, απήγγελλε χρησμούς τινας· και εάν μεν ήτο τι το οποίον προεμήνυε κακόν εις τον βάρβαρον, απεσιώπα αυτό, και εκλέγων τα μάλλον ευνοϊκά έλεγεν ότι ήτο πεπρωμένον να ζευχθή ο Ελλήσποντος υπό ανδρός Πέρσου και περιέγραφε την πορείαν του στρατού. Τοιουτοτρόπως αφ' ενός μεν ο Ονομάκριτος διά των χρησμών, αφ' ετέρου δε οι Αλευάδαι διά των συμβουλών των παρεκίνουν τον βασιλέα.
7. Αφού λοιπόν ο Ξέρξης επείσθη να στρατεύση κατά της Ελλάδος, το δεύτερον έτος μετά τον θάνατον του πατρός του εξεστράτευσε πρώτον κατά των αποστατών. Τούτους δε καταστρέψας και υποβαλών την Αίγυπτον εις δουλείαν βαρυτέραν ή πρότερον αφήκεν αυτήν εις τον αδελφόν του Αχαιμένη. Μετά τινα χρόνον ο Λίβυς Ινάρως του Ψαμμιτίχου εφόνευσε τον Αχαιμένη τούτον, διοικητήν όντα της Αιγύπτου.
8. Ο δε Ξέρξης μετά την άλωσιν της Αιγύπτου, επειδή εσκόπευε να διευθύνη αυτοπροσώπως την κατά των Αθηνών εκστρατείαν, συνεκάλεσε συνέλευσιν εκ των πρώτων Περσών διά να ακούση τας γνώμας των και να είπη εις όλους εκείνα τα οποία ήθελεν. 1. Αφού δε συνήχθησαν, είπεν ο Ξέρξης τα εξής· «Ω Πέρσαι, δεν επιχειρώ να σας επιβάλω νόμον νέον, αλλ' ευρών αυτόν εν ισχύι θα τον μεταχειρισθώ. Ως ακούω από τους πρεσβυτέρους, ουδέποτε εμείναμεν ήσυχοι αφότου ο Κύρος κατέστρεψε τον Αστυάγη και αφηρέσαμεν την ηγεμονίαν από τους Μήδους, αλλά θεός τις μας οδηγεί προς νέας πράξεις και ημείς ακολουθούντες αυτόν ευδοκιμούμεν. Και όσα μεν έθνη κατετρόπωσαν και προσεκτήσαντο ο Κύρος, ο Καμβύσης και ο πατήρ μου Δαρείος, είναι περιττόν να τα λέγη τις προς ειδότας. Το κατ' εμέ δε, αφότου παρέλαβον τον θρόνον, αδιακόπως σκέπτομαι πώς να μη φανώ κατώτερος από τους προ εμού έχοντας την τιμήν ταύτην και να προσθέσω εις τους Πέρσας δύναμιν όχι ολιγωτέραν. Σκεπτόμενος δε ευρίσκω ότι και δόξαν δυνάμεθα να λάβωμεν και χώραν να κατακτήσωμεν ουχί μικροτέραν ουδέ χειροτέραν αυτής την οποίαν έχομεν, ίσως μάλιστα ευφορωτέραν, συγχρόνως δε να τιμωρήσωμεν και να εκδικηθώμεν τους εχθρούς μας. Τούτου ένεκα εκάλεσα υμάς ενταύθα διά να ανακοινώσω τι σκοπεύω να πράξω. 2. Ζεύξας τον Ελλήσποντον θα φέρω τον στρατόν μου κατά της Ελλάδος διερχόμενος την Ευρώπην, όπως τιμωρήσω τους Αθηναίους δι' όσα έπραξαν εις τους Πέρσας και εις τον πατέρα μου. Είδετε τον Δαρείον επιθυμούντα διακαώς να κινήση στρατόν κατά των ανθρώπων τούτων αλλ' εκείνος μεν απέθανε και δεν επρόφθασε να τους τιμωρήση, εγώ δε υπέρ εκείνου και των άλλων Περσών δεν θα παύσω μέχρις ου κυριεύσω και κατακαύσω τας Αθήνας, καθότι πρώτοι οι Αθηναίοι ηδίκησαν εμέ και τον πατέρα μου. Πρώτον μεν ελθόντες εις τας Σάρδεις μετά του ημετέρου δούλου Αρισταγόρου του Μιλησίου ενέπρησαν τα άλση και τους ναούς, έπειτα δε ηξεύρετε όλοι βεβαίως πώς μας μετεχειρίσθησαν όταν απέβημεν εις την γην αυτών υπό την στρατηγίαν του Δάτιδος και του Αρταφέρνους. 3. Ταύτα είναι τα αίτια τα οποία με παρακινούσι να τους πολεμήσω. Τα δε αγαθά τα οποία σκεπτόμενος ευρίσκω εις αυτήν την εκστρατείαν είναι τα εξής. Εάν υποτάξωμεν αυτούς και τους γείτονάς των οίτινες κατέχουσι την χώραν του Φρυγός Πέλοπος, θα καταστήσωμεν την Περσικήν γην όμορον του ουρανού του Διός, διότι ο ήλιος δεν θα βλέπη πλέον άλλην χώραν συνορεύουσαν με αυτήν, αφού θα ήναι η μόνη με την οποίαν θα ενώσω όλας τας άλλας διερχόμενος διά πάσης της Ευρώπης. Επληροφορήθην δε ότι ούτε πόλις μένει πλέον ούτε έθνος το οποίον να δυνηθή να έλθη εις πόλεμον με ημάς, αφού υποδουλώσω τους ανθρώπους τους οποίους ανέφερα. Τοιουτοτρόπως και εκείνοι οίτινες μας έπταισαν και εκείνοι οίτινες δεν μας έπταισαν, θα κύψωσιν υπό τον ζυγόν της δουλείας. 4. Υμείς δε θέλετε με ευχαριστήσει εάν πράξετε τα εξής. Όταν σας αναγγείλω την στιγμήν κατά την οποίαν πρέπει να έλθετε, ας δράμη έκαστος υμών μετά προθυμίας· εκείνος δε όστις έλθη με κάλλιστα παρεσκευασμένον στρατόν θα λάβη παρ' εμού δώρα όσα νομίζονται τιμιώτατα εις την αυλήν μου. Και ταύτα μεν ούτω πρέπει να γίνωσι· διά να μη νομίσετε δε ότι ιδιοβουλεύω, εκθέτω το πράγμα ενώπιόν σας και ζητώ όστις θέλει να εκφράση την γνώμην του.» Ταύτα ειπών εσιώπησεν.
9. Μετ' αυτόν δε ο Μαρδόνιος είπε· «Δέσποτα, συ είσαι ο άριστος ου μόνον των γεννηθέντων Περσών αλλά και των μελλόντων να γεννηθώσι, διότι και αι ιδέαι τας οποίας εξέθεσες είναι άρισται και αληθέσταται, και τους εις την Ευρώπην κατοικούντες Ίωνας, ανθρώπους μηδαμινούς, δεν θα αφήσης να μας εμπαίξωσιν. Εάν προς μόνον τον σκοπόν να αυξήσωμεν την δύναμίν μας υπεδουλώσαμεν τους Σάκας, τους Ινδούς, τους Αιθίοπας, τους Ασσυρίους και τόσα άλλα έθνη πολλά και μεγάλα άτινα ουδόλως ηδίκησαν τους Πέρσας, δεν θα ήναι αίσχος δι ημάς εάν δεν τιμωρήσωμεν τους Έλληνας οίτινες πρώτοι μας ηδίκησαν; Τι φοβούμεθα; ποίον στρατόν μέγαν; ποίαν χρημάτων δύναμιν; 1. Ηξεύρομεν τον τρόπον με τον οποίον πολεμούσιν, ηξεύρομεν ότι τα μέσα των είναι ασθενή, είμεθα κύριοι των παίδων των τους οποίους υπετάξαμεν και οίτινες κατοικούσιν εις την χώραν μας καλούμενοι Ίωνες, Αιολείς, Δωριείς. Τους εδοκίμασα εγώ ο ίδιος όταν εστράτευσα κατ' αυτών κατά προσταγήν του πατρός σου. Εισήλασα μέχρι της Μακεδονίας και ολίγον έλειψε να φθάσω και εις αυτάς τας Αθήνας χωρίς να εξέλθη κανείς διά να με πολεμήση. 2. Και εν τούτοις, ως μανθάνω, οι Έλληνες συνειθίζουσι να συγκροτώσι πολέμους απερισκέπτως, αφρόνως, αναιτίως. Άμα κηρύξωσι πόλεμον μεταξύ των, εκλέγουσι την ωραιοτέραν και ομαλωτέραν πεδιάδα και καταβαίνοντες πολεμούσιν ούτως ώστε οι νικώντες αναχωρούσιν έπειτα με μεγάλην ζημίαν· περί των ηττωμένων δεν λέγω τίποτε, καθότι αφανίζονται κατά κράτος, ενώ έπρεπεν, επειδή είναι ομόγλωσσοι, να μεταχειρίζωνται κήρυκας και πρέσβεις και να καταπαύωσι τας διαφοράς των διά παντός άλλου τρόπου ή διά της μάχης. Εάν δε ήτο άφευκτον να πολεμήσωσι προς αλλήλους, έπρεπε να εκλέγωσι θέσεις όπου εκάτερον μέρος δυσκόλως ήθελε νικάται και εκεί να δοκιμάζωσι την τύχην των όπλων. Οι Έλληνες λοιπόν οι μετά τοσαύτης προθυμίας συγκροτούντες ανωφελείς μάχας, όταν εγώ εισήλασα μέχρι της Μακεδονίας, ούτε καν εσκέφθησαν να πολεμήσωσι. 3. Εις σε δε, ω βασιλεύ, ποίος θα εναντιωθή και θα σε πολεμήση άγοντα αναρίθμητον στρατόν και όλα τα πλοία της Ασίας; Ως φρονώ δεν έφθασαν οι Έλληνες εις τοιαύτην αυθάδειαν. Εάν όμως απατώμαι, εάν παρασυρθέντες υπό της επάρσεως θελήσωσι να μας πολεμήσωσι, θα μάθωσιν ότι είμεθα οι άριστοι των ανθρώπων εις τα πολεμικά. Ας μεταχειρισθώμεν κατ' αυτών όλα τα μέσα, διότι ουδέν γίνεται αυτόματον, αλλ' όλα τα ανθρώπινα πράγματα απαιτούσι δοκιμήν.»
10. Ο μεν Μαρδόνιος ούτως εξομαλίσας την γνώμην του Ξέρξου έπαυσε. Σιωπώντων δε των άλλων Περσών και μη τολμώντων να εκφράσωσι γνώμην εναντίαν της προκειμένης, ο Αρτάβανος του Υστάσπους, θείος ων του Ξέρξου και τούτου ένεκα τολμηρότερος, είπε τα εξής. 1. «Βασιλεύ, εάν δεν λεχθώσι γνώμαι εναντίαι προς αλλήλας, δεν είναι δυνατόν να αποφανθή τις υπέρ της καλλιτέρας, αλλ' είναι ηναγκασμένος να παραδεχθή την μόνην ήτις επροτάθη, ενώ, όταν εκτεθώσι διάφοροι γνώμαι, δύναται τότε να εκλέξη. Το αυτό συμβαίνει με τον καθαρόν χρυσόν όστις αφ' εαυτού μεν δεν διακρίνεται, εάν όμως τρίψωμεν αυτόν εις την λίθον πλησίον άλλου χρυσού διακρίνομεν τον καλλίτερον. Άλλοτε συνεβούλευσα τον πατέρα σου, τον αδελφόν μου Δαρείον, να μη στρατεύση κατά των Σκυθών, ανθρώπων οίτινες δεν έχουσι πόλιν εις κανέν μέρος της γης· εκείνος όμως ελπίσας ότι θα καταστρέψη τους νομάδας Σκύθας δεν με ήκουσε και έκαμε την εκστρατείαν εκείνην από την οποίαν επέστρεψεν αφού απώλεσε πολλούς και ανδρείους άνδρας του στρατού του. Συ δε, ω βασιλεύ, προτίθεσαι να εκστρατεύσης εναντίον ανθρώπων πολύ γενναιοτέρων από τους Σκύθας και οίτινες λέγονται ότι είναι εμπειρότατοι και εις την θάλασσαν και εις την ξηράν. Όθεν είναι πρέπον να σε είπω εκείνο το οποίον βλέπω εις αυτούς φοβερόν. 2. Λέγεις να ζεύξης τον Ελλήσποντον και να οδηγήσης τον στρατόν σου διά της Ευρώπης, Υπόθεσον όμως ότι συμβαίνει να νικηθώμεν ή κατά γην ή κατά θάλασσαν, ή και κατ' αμφότερα, διότι οι άνθρωποι ούτοι φημίζονται ότι είναι ανδρειότατοι και είναι επιτετραμμένον να το συμπεράνη τις εκ τούτου ότι μόνοι οι Αθηναίοι κατέστρεψαν τον μέγαν στρατόν τον οποίον ωδήγησεν εις την Αττικήν ο Δάτις και ο Αρταφέρνης· Και τούτο, ενώ μόνον κατά ξηράν ευδοκίμησαν. Αλλ' εάν ναυμαχήσωσιν, εάν πλεύσωσι νικηφόροι προς τον Ελλήσποντον, εάν λύσωσι την γέφυραν, ω βασιλεύ, πόσον τρομεράς συνεπείας θα είχε τούτο. 3. Αι ανησυχίαι αύται δεν προέρχονται εξ ιδίων μου σκέψεων. Ενθυμούμαι ποίαν καταστροφήν ολίγον έλειψε να πάθωμεν ότε ο πατήρ σου ζεύξας τον Θρακικόν Βόσπορον και γεφυρώσας τον ποταμόν Ίστρον διέβη εις τους Σκύθας. Τότε οι Σκύθαι τα πάντα έκαμον παρακαλούντες τους Ίωνας, εις τους οποίους ήτο εμπεπιστευμένη η φύλαξις των γεφυρών του Ίστρου, να λύσωσιν αυτάς. Εάν κατ' εκείνην την στιγμήν ο τύραννος της Μιλήτου Ιστιαίος ηκολούθει την γνώμην των άλλων τυράννων και δεν ηναντιούτο, οι Πέρσαι θα εχάνοντο· μολονότι είναι τρομερόν και τον λόγον να ακούση τις τούτον, ότι η σωτηρία του βασιλέως εξηρτάτο παρ' ενός ανθρώπου. 4. Μη λοιπόν αποφασίσης να εκτεθής εις τοιούτον κίνδυνον, μηδεμιάς ανάγκης υπαρχούσης, αλλά πείσθητι εις τας συμβουλάς μου. Τώρα μεν διάλυσον τον σύλλογον τούτον· έπειτα δε, όταν σε φανή εύλογον, αφού σκεφθής καλώς, πράξον ό,τι νομίσης ωφελιμώτατον. Να σκέπτεταί τις καλώς, εγώ νομίζω ότι είναι μέγιστον κέρδος, διότι και αν συμβή εναντίον τι, πάλιν ο άνθρωπος εβουλεύθη μεν καλώς, τα βουλεύματά του όμως ενικήθησαν υπό της τύχης. Όταν όμως βουλευθή τις κακώς, έστω και αν η τύχη τον βοηθήση, η επιτυχία του είναι τυχαία και ουχ ήττον εσκέφθη κακώς. 5. Ιδέ πώς ο θεός κεραυνολογεί τα υπερέχοντα όντα και δεν τα αφίνει να φαντάζωνται, ενώ τα μικρά ούτε καν εγγίζει. Ιδέ πώς ρίπτει πάντοτε τα βέλη του επί των υψηλών οικημάτων και των μεγάλων δένδρων, διότι το θείον αρέσκεται να ταπεινόνη πάντα τα υπερέχοντα. Διά τον αυτόν λόγον πολλάκις και πολυάριθμος στρατός καταστρέφεται υπό ολίγου, εάν ο θεός φθονήσας εμβάλη εις αυτόν φόβον ή μωρίαν· τότε οι πολεμισταί καταστρέφονται διά τρόπου αναξίου εαυτών, καθότι ο θεός δεν επιτρέπει να μεγαλοφρονή άλλος ή αυτός μόνος. 6. Εις οιονδήποτε πράγμα η πολλή σπουδή γεννά σφάλματα εκ των οποίων συνήθως προέχονται μεγάλαι ζημίαι· η υπομονή όμως παρέχει πολλά αγαθά τα οποία, εάν δεν φανώσιν αμέσως, με τον καιρόν όμως τα ευρίσκει ο άνθρωπος. 7. Εις σε μεν ω βασιλεύ, ταύτα συμβουλεύω· συ δε, ω υιέ του Γωβρύου Μαρδόνιε, παύσον φλυαρών περί των Ελλήνων, διότι δεν είναι άνθρωποι διά να ομιλή τις περί αυτών με καταφρόνησιν. Κατηγορών τους Έλληνας, ερεθίζεις τον βασιλέα να κάμη την εκστρατείαν ταύτη, προς τούτον δε τον σκοπόν με φαίνεται ότι τείνει όλη σου η προθυμία. Είθε να μη επιτύχης, διότι η διαβολή είναι κάκιστον πράγμα· εις αυτήν δύο μεν είναι οι αδικούντες, είς δε ο αδικούμενος· ο διαβάλλων αδικεί, διότι κατηγορεί άνθρωπον απόντα· ο ακούων αδικεί, διότι πείθεται πριν μάθη την αλήθειαν· ο δε τρίτος, όστις δεν είναι παρών εις την συνομιλίαν, αδικείται τοιουτοτρόπως υπ' αμφοτέρων· υπό μεν του ενός διαβάλλεται, υπό δε του ετέρου κρίνεται ότι είναι κακός. 8. Αλλ' εάν πρέπη αφεύκτως να γίνη εκστρατεία κατά των ανθρώπων τούτων, ας μείνη τουλάχιστον ο βασιλεύς εις την Περσίαν· συ δε, ω Μαρδόνιε, αφού και οι δύο δώσωμεν τα τέκνα μας ως ομήρους, στράτευσον εκλέξας όσους θέλεις άνδρας και λαβών όσον θέλεις στρατόν. Και εάν μεν τα πράγματα αποβώσιν εις τον βασιλέα ως λέγεις συ, ας φονευθώσι τα ιδικά μου τέκνα· εάν δε αποβώσιν ως προλέγω εγώ, ας πάθωσι τούτο τα ιδικά σου τέκνα, μετ' αυτών δε και συ, εάν επιστρέψης. Αλλ' εάν δεν δέχεσαι την συμφωνίαν ταύτην και επιμένης να οδηγήσης τον στρατόν κατά της Ελλάδος, λέγω μετά βεβαιότατος ότι όστις μείνη εις τα Σούσα θα ακούση ότι ο Μαρδόνιος, αφού επροξένησε μέγα κακόν εις τους Πέρσας, εσπαράχθη υπό κυνών και ορνέων εις μέρος τι ή των Αθηνών ή της Λακεδαίμονος, εκτός εάν συμβή τούτο καθ' οδόν πριν φθάσης εκεί, διά να γνωρίση πας τις εναντίον τίνων ανθρώπων συμβουλεύεις τον βασιλέα να στρατεύση.»
11. Ο μεν Αρτάβανος ταύτα είπεν, ο δε Ξέρξης θυμωθείς απεκρίθη τα εξής· «Άρτάβανε, είσαι αδελφός του πατρός μου και τούτο σε απαλλάττει του να λάβης την αξίαν αμοιβήν των ασυνέτων λόγων σου. Επειδή δε είσαι άνανδρος και μικρόψυχος, σοι επιβάλλω την εξής ατιμίαν· να μη συστρατεύσης μετ' εμού κατά της Ελλάδος, αλλά να μείνης εδώ με τας γυναίκας, εγώ δε και άνευ σου θα εκτελέσω όσα είπα. Δεν θα ήμην απόγονος του Δαρείου, του Ιστάσπους, του Αρσάμους, του Αριαράμνου, του Τεΐσπους, του Κύρου, του Καμβύσου, του Τεΐσπους, του Αχαιμένους, εάν παρητούμην να τιμωρήσω τους Αθηναίους, ων μάλιστα βέβαιος ότι και ημείς εάν μείνωμεν ήσυχοι, εκείνοι δεν θα ησυχάσωσιν, αλλά θα στρατεύσωσι καθ' ημών, εάν κρίνωμεν από τας προλαβούσας των πράξεις· καθότι αυτοί ενέπρησαν τας Σάρδεις και εισέβαλον εις την Ασίαν. Ουδεμία είναι δυνατή εκατέρωθεν υποχώρησις· πρόκειται αγών να κάμωμεν ή να πάθωμεν· πρέπει ή όλον τούτο το μέγα βασίλειον να υποταχθή εις τους Έλληνας ή η Ελλάς εις τους Πέρσας· μέσος όρος της έχθρας δεν υπάρχει κανείς. Καλόν λοιπόν είναι να τους τιμωρήσωμεν ημείς οίτινες πρώτοι επάθομεν υπ' αυτών, διά να γνωρίσω και εγώ το δεινόν το οποίον έχω να πάθω στρατεύων κατά τοιούτων ανθρώπων τους οποίους και ο Φρυξ Πέλοψ, ο δούλος των προπατόρων μου, κατέστρεψε τόσον, ώστε μέχρι της σήμερον και οι άνθρωποι ούτοι και η χώρα των έχουσι το όνομά των από του καταστρέψαντος αυτούς.»
12. Τοιούτοι ήσαν οι λόγοι οι απαγγελθέντες εν τω συλλόγω τούτω· ακολούθως ενύκτωσε και η γνώμη του Αρταβάνου ετάραττε τον Ξέρξην· σκεπτόμενος ούτος εύρισκεν ότι τωόντι δεν ήτο συμφέρον να στρατεύση κατά της Ελλάδος και αφού μετήλλαξε γνώμην απεκοιμήθη. Είδε δε εις τον ύπνον του, ως λέγουσιν οι Πέρσαι, το εξής όνειρον· τω εφάνη ότι παρουσιασθείς μέγας και ευειδής ανήρ, είπεν εις αυτόν τα ακόλουθα· «Αλλάσσεις γνώμην, ω Πέρσα, και δεν θέλεις να στρατεύσης κατά της Ελλάδος, αφού ανήγγειλες εις τους Πέρσας να συναθροίσωσι στρατόν; έχεις άδικον μεταμελόμενος, και κανείς δεν θα συμφωνήση μετά σου. Εκτέλεσον λοιπόν ό,τι απεφάσισες την ημέραν και ακολούθησον ταύτην την οδόν.» Εφάνη δε ει τον Ξέρξην ότι ο άνθρωπος εκείνος, αφού είπε ταύτα, απέπτη.
13. Επιλαμψάσης δε της ημέρας, περί μεν του ονείρου τούτου ουδένα λόγον έκαμε, συγκαλέσας δε τους ιδίους Πέρσας της προτεραίας, είπε προς αυτούς τα ακόλουθα· «Ω Πέρσαι, συγχωρήσατε την παλιμβουλίαν μου, πρώτον μεν διότι δεν έχω ακόμη την απαιτουμένην σύνεσιν, και δεύτερον διότι εκείνοι οίτινες με παρακινούσι να πράξω όσα είπα χθες, δεν με αφίνουν ούτε στιγμήν. Ότε ήκουσα την γνώμην του Αρταβάνου, τότε μεν ησθάνθην αναβράζον το αίμα μου και με διέφυγον λόγοι τους οποίους απρεπές ήτο να είπω προς άνδρα προβεβηκότα· τώρα όμως συνελθών εις εμαυτόν θα ακολουθήσω την γνώμην εκείνου. Επειδή λοιπόν μετέβαλον απόφασιν και δεν θέλω να στρατεύσω κατά της Ελλάδος, μένετε ήσυχοι.» Οι μεν Πέρσαι, ως ήκουσαν ταύτα, χαίροντες προσεκύνησαν.
14. Νυκτός δε γενομένης, αύθις το αυτό όνειρον παρουσιασθέν εις τον υπνώττοντα Ξέρξην είπε τα εξής· «Ω υιέ του Δαρείου, είπες λοιπόν εις τους Πέρσας ότι παραιτείσαι της εκστρατείας, και εις ουδέν ελογίσθης τους λόγους μου, ως να μη τους ήκουσες. Μάθε όμως ότι εάν δεν επιχειρήσης αμέσως την εκστρατείαν ταύτην, θα σε συμβή το εξής· ως εν ολίγω χρόνω εγένεσο μέγας και πολύς, ούτω πάλιν θα γίνης ταχέως ταπεινός.»
15. Γενόμενος ο Ξέρξης περιδεής εκ του ονείρου τούτου ανεπήδησεν από της κλίνης και έπεμψε να καλέση τον Αρτάβανον. Προσελθότος δε τούτου είπε τα εξής· «Αρτάβανε, εκείνην την ώραν δεν ήμην εις τας φρένας μου ειπών σε λόγους προσβλητικούς διά την καλήν σου συμβουλήν, μετ' ολίγον όμως μετενόησα και επείσθην ότι έπρεπε να πράξω όσα με συνεβούλευσες. Αλλά μολονότι θέλω, δεν είμαι κύριος να τα εκτελέσω, διότι αφού παρεδέχθην την γνώμην σου και απέρριψα την ιδικήν μου, έν όνειρον μοι εμφανίζεται και με μέμφεται πράττοντα ούτω· ταύτην μάλιστα την στιγμήν ανεχώρησε με απειλάς. Εάν λοιπόν ο πέμπων αυτό ήναι θεός και χαίρη εάν γίνη εκστρατεία κατά της Ελλάδος, το όνειρον τούτο θα καταβή και εις σε και θα σε δώση τας αυτάς διαταγάς τας οποίας έδωκεν εις εμέ. Δεν αμφιβάλλω δε ότι θα γίνη ούτω εάν λάβης τα ενδύματά μου και ενδυθείς αυτά καθίσης εις τον θρόνον μου και έπειτα κοιμηθής εις την κλίνην μου.»
16. Ο μεν Ξέρξης ταύτα είπεν. Ο δε Αρτάβανος κατ' αρχάς μεν δεν ηθέλησε να υπακούση, μη κρίνων εαυτόν άξιον να καθίση εις τον βασιλικόν θρόνον· επί τέλους όμως, επειδή ηναγκάσθη, έπραξε το προσταζόμενον αφού πρώτον είπε τα εξής. 1. «Επίσης είναι προτέρημα, ω βασιλεύ, να φρονή τις ορθώς και να πείθεται εις τας διδομένας καλάς συμβουλάς. Συ έχεις αμφότερα ταύτα, πλην η μετ' ανθρώπων κακών συναναστροφή σε αποπλανά, ως λέγουσι διά την θάλασσαν ότι ενώ είναι χρησιμωτάτη εις τους ανθρώπους, οι πνέοντες άνεμοι την εμποδίζουσι να φέρεται κατά την φύσιν της. Εγώ ελυπήθην ουχί τόσον διά τους υβριστικούς λόγους σου, όσον διότι εκ των δύο προτεθεισών εις τους Πέρσας γνωμών, ενώ η μία έτεινε να αυξήση την κενοδοξίαν των, η δε άλλη να την καταπαύση και να δείξη ότι είναι κακόν να συνειθίζη τις τον άνθρωπον να επιθυμή πάντοτε περισσότερα από όσα έχει, εκ των δύο τούτων γνωμών, συ επροτίμησες την μάλλον σφαλεράν εις σε και εις τους Πέρσας. 2. Τώρα λοιπόν, επειδή εστράφης προς την καλλιτέραν και παρήτησες την ιδέαν να στρατεύσης κατά της Ελλάδος, λέγεις ότι σοι εμφανίζεται όνειρον εκ θεού τινος πεμπόμενον το οποίον δεν σε αφίνει να καταπαύσης τας πολεμικάς ετοιμασίας. Αλλ' ουδέ ταύτα, υιέ μου, είναι θεία· διότι τα ενύπνια τα οποία πλανώνται περί τους ανθρώπους είναι οποία θα σε είπω εγώ όστις ήμαι πρεσβύτερός σου κατά πολλά έτη. Τα ενύπνια ταύτα είναι συνήθως πεπλανημένα όταν σχετίζωνται προς τα πράγματα περί των οποίων ενησχολήθημεν κατά την ημέραν· ημείς δε κατά τας προλαβούσας ημέρας δεν είχομεν άλλην ομιλίαν ή περί της εκστρατείας ταύτης. 3. Αλλ' εάν το όνειρον δεν ήναι ως το εξηγώ, εάν μετέχη θειότητός τινος, θα συμβή ως είπες συ, θα φανή δηλαδή και εις εμέ και θα με διατάξη ως σε. Εν τούτοις, εάν θέλη να φανή, θα φανή είτε έχω το ιδικόν σου φόρεμα είτε το ιδικόν μου, είτε αναπαύομαι εις την ιδικήν σου κλίνην είτε εις την ιδικήν μου· διότι ό,τι και αν ήναι εκείνο το οποίον σε επισκέπτεται εις τον ύπνον σου, δεν είναι τόσον ανόητον ώστε βλέπον το φόρεμά μου να νομίση ότι είσαι συ. Εάν δεν με λάβη ουδόλως υπ' όψιν, εάν δεν με αξιώση εμφανίσεως, αδιάφορον υπό ποίαν ενδυμασίαν, είναι καλόν εν τοιαύτη περιστάσει να μάθωμεν εάν θα έλθη να σε εύρη. Διότι εάν εξακολουθήση να έρχεται εις σε, θα είπω και εγώ ότι είναι ον θείον. Επειδή λοιπόν απεφάσισες να γίνη η δοκιμή αύτη και δεν είναι δυνατόν να μεταπεισθής, αλλά πρέπει εγώ να κοιμηθώ εις την κλίνην σου, ας υπακούσω και ας εμφανισθή και εις εμέ, το όνειρον. Μέχρις όμως εκείνης της ώρας θα διατηρήσω την γνώμην την οποίαν έχω.»
17. Ταύτα είπεν ο Αρτάβανος ελπίζων να δείξη εις τον βασιλέα ότι οι λόγοι του ουδεμίαν είχον σημασίαν. Μετά ταύτα εσιώπησε και έπραξε το προσταχθέν. Ενδυθείς την εσθήτα του Ξέρξου, εκάθισεν εις τον βασιλικόν θρόνον. Έπειτα, άμα κατεκλίθη και απεκοιμήθη, ήλθε το αυτό όνειρον το οποίον επεσκέπτετο τον Ξέρξην και σταθέν υπεράνω της κεφαλής του τω είπε ταύτα· «Συ λοιπόν εμποδίζεις τον Ξέρξην από του να στρατεύση κατά της Ελλάδος, φροντίζων τάχα διά την ασφάλειάν του; Αλλ' ούτε εις το μέλλον ούτε κατά την παρούσαν στιγμήν θα κατορθώσης να αποτρέψης το πεπρωμένον. Τι δε μέλλει να πάθη ο Ξέρξης εάν παρακούση το είπα εις αυτόν τον ίδιον.»
18. Τοιαύται ήσαν αι απειλαί τας οποίας ο Αρτάβανος ενόμισεν εις τον ύπνον του ότι έλεγε το όνειρον, το οποίον ενώ ωμίλει εφαίνετο ως να ήθελε να καύση τους οφθαλμούς του διά πεπυρακτωμένου σιδήρου. Ανακράξας λοιπόν επήδησεν από της κλίνης, μετέβη να εύρη τον Ξέρξην και τω διηγήθη το όραμα· έπειτα προσέθηκε τα εξής· «Ω βασιλεύ, ως άνθρωπος ιδών πολλάς και μεγάλας δυνάμεις καταστραφείσας υπό μικροτέρων, δεν σε άφινον να ενδίδης καθ' όλα εις τας ορμάς της νεότητος, γνωρίζων πόσον είναι επικίνδυνον να επιθυμή τις πολλά, διότι ουδόλως ελησμόνησα την κακήν έκβασιν της εκστρατείας του Κύρου κατά των Μασσαγετών, της του Καμβύσου κατά των Αιθιόπων και της του Δαρείου κατά των Σκυθών. Ταύτας ενθυμούμενος είχον γνώμην ότι μένων ήσυχος ήθελες είσθαι ο μάλλον μακάριος των ανθρώπων. Αλλ' επειδή υποδεικνύεται θεία τις ώθησις και ως φαίνεται οργή θεήλατος περιμένει τους Έλληνας, ενδίδω και εγώ, και μεταβάλλω γνώμην. Συ δε ανάγγειλον μεν εις τους Πέρσας το εκ του θεού πεμπόμενον όνειρον, διάταξον δε αυτούς να συμμορφωθώσι με τας πρώτας σου παραγγελίας περί ετοιμασίας. Κάμε δε τρόπον ώστε, αφού θεός τις σε τους παραδίδει, να μη σε λείψη τίποτε.» Αφού ελέχθησαν ταύτα, παρακινηθέντες αμφότεροι υπό του ονείρου, άμα εγένετο ημέρα, ο μεν Ξέρξης εξέθηκε την υπόθεσιν εις τους Πέρσας, ο δε Αρτάβανος, όστις πρότερον μόνος εφαίνετο εναντιούμενος εις την εκστρατείαν, τότε αναφανδόν τους παρεκίνει και αυτός.
19. Αφού λοιπόν ο Ξέρξης απεφάσισε να εκστρατεύση, τρίτον όνειρον ήλθεν εις τον ύπνον του το οποίον οι μάγοι εξήγησαν ότι ανεφέρετο προς όλην την γην και εσήμαινεν ότι όλοι οι άνθρωποι έμελλαν να γίνωσι δούλοι του βασιλέως. Το δε όνειρον ήτο το εξής· εφάνη εις τον Ξέρξην ότι ήτο εστεφανωμένος με θαλλόν ελαίας και ότι οι κλάδοι αυτής εκάλυπτον όλην την γην, και ότι αίφνης ο περί την κεφαλήν του στέφανος εγένετο άφαντος. Επειδή δε ούτως εξήγησαν το όνειρον οι μάγοι, αμέσως οι απαρτίζοντες τον σύλλογον Πέρσαι μετέβησαν εις τας ηγεμονίας των και ήρχισαν μετά προθυμίας να εκτελώσι τας διαταγάς τας οποίας είχον λάβει, επιθυμών έκαστος να λάβη αυτός τα υποσχεθέντα δώρα. Και τοιουτοτρόπως ο Ξέρξης εσύναξε στρατόν από όλα τα μέρη της ηπείρου.
20. Τέσσαρα ολόκληρα έτη παρήλθον από της αλώσεως της Αιγύπτου μέχρι ου ετοιμασθή ο στρατός και συναχθώσι τροφαί δι' αυτόν, κατά δε το πέμπτον έτος εστράτευσε μετ' απείρου πλήθους. Εξ όλων των στρατειών τας οποίας γνωρίζομεν, αύτη υπήρξεν η μεγαλειτέρα, τόσον ώστε ούτε η στρατεία του Δαρείου κατά των Σκυθών, φαίνεται μηδέν ως προς αυτήν· ούτε η των Σκυθών, όταν καταδιώκοντες τους Κιμμερίους εισέβαλον εις την Μηδικήν χώραν, υπέταξαν σχεδόν όλην την άνω Ασίαν και αποκατεστάθησαν εκεί, αιτία διά την οποίαν ύστερον ο Δαρείος ηθέλησε να τους τιμωρήση· ούτε η κατά τα λεγόμενα στρατεία των Ατρειδών κατά του Ιλίου· ούτε προ των Τρωικών ή των Μυσών και των Τευκρών, οίτινες διαβάντες διά του Βοσπόρου εις την Ευρώπην, υπέταξαν όλους τους Θράκας και κατέβησαν μέχρι της μεσημβρίας, αφ' ενός μεν μέχρι του Ιονίου πελάγους, αφ' ετέρου δε μέχρι του Πηνειού ποταμού.
21. Όλαι αύται αι στρατηλασίαι και όσαι προηγουμένως εγένοντο δεν εξισούνται προς την μίαν ταύτην· καθότι ποιον έθνος δεν ωδήγησε κατά της Ελλάδος ο Ξέρξης ποίον ύδωρ, πλην των μεγάλων ποταμών, δεν εξέλιπε πινόμενον; Οι μεν παρέσχον πλοία, άλλοι πεζικόν, άλλοι ιππικόν, άλλοι ιππαγωγά πλοιάρια και συγχρόνως στρατιώτας, άλλοι μακρά πλοία διά τας γεφύρας, άλλοι δε τροφάς και πλοία.
22. Προς τούτοις, επειδή οι πρώτοι περί τον Άθων περιπλεύσαντες είχον υποστή μεγάλας ζημίας, διά τούτο από τριών ετών εγίνοντο πολλαί ετοιμασίαι εις τον Άθων. Εις την Ελαιούντα της Χερσονήσου ίσταντο τριήρεις και εκείθεν μετεφέροντο άνθρωποι διαφόρων εθνών λαμβανόμενοι εκ του στρατού και ηναγκάζοντο διά της μάστιγος να σκάπτωσιν· έσκαπτον δε και οι περί τον Άθων κατοικούντες. Επεστάτουν δε του έργου δύο Πέρσαι, ο Βουβάρης του Μεγαβάζου και ο Αρταχαίης του Αρταίου. Είναι δε ο Άθως όρος μέγα και ονομαστόν, καταβαίνον εις την θάλασσαν και κατοικούμενον υπό ανθρώπων. Εις το μέρος δε της ηπείρου όπου απολήγει σχηματίζει είδος τι χερσονήσου και ισθμόν τινα δώδεκα περίπου σταδίων. Τούτο το διάστημα εκ της θαλάσσης των Ακανθίων μέχρι της άλλης θαλάσσης της αντικρύ της Τορώνης, είναι πεδιάς και λοφίδια. Επί του ισθμού δε τούτου, εις τον οποίον τελευτά ο Άθως, είναι η ελληνική πόλις Σάνη. Αι δε έσωθεν της Σάνης εις τον Άθων πόλεις τας οποίας ο Πέρσης επεχείρησε να κάμη νησιώτιδας αντί ηπειρωτικών, είναι το Δίον, η Ολόφυξος, το Ακρόθωον, η Θύσσος και αι Κλεωναί. Αύται εισίν αι πόλεις αι κείμεναι εις τον Άθων.
23. Έσκαπτον δε κατά τον ακόλουθον τρόπον· οι βάρβαροι, ελκύσαντες γραμμήν ευθείαν προς την πόλιν Σάνην, εμοίρασαν το έδαφος κατά έθνη. Αφού δε έγινε βαθεία η διώρυξ, οι μεν ίσταντο εις το βάθος και έσκαπτον, άλλοι δε παρέδιδον το πάντοτε εξορυσσόμενον χώμα εις άλλους ανωτέρω ισταμένους επί βάθρων, ούτοι πάλιν το παρελάμβανον και το έδιδον εις άλλους μέχρις ου έφθανεν εις τους ανωτάτω οίτινες το εξέφερον και το διεσκόρπιζον. Πλην των Φοινίκων όλοι οι λοιποί διπλάσιον κατέβαλον κόπον ένεκα των καταπιπτουσών κλιτύων του ορύγματος· και δεν ήτο δυνατόν να μη συμβή τούτο, καθότι είχον δώσει το αυτό πλάτος εις το στόμα και εις το βάθος. Οι Φοίνικες όμως οίτινες και εις τα άλλα πράγματα φαίνονται σοφοί, έδειξαν την σοφίαν των και εις τούτο. Λαβόντες τα λαχόν εις αυτούς μέρος, έδωκαν εις το στόμα της διώρυγος πλάτος διπλάσιον εκείνου το οποίον ώφειλε να έχη το βάθος, έπειτα προχωρούντες το εστένευον ολίγον κατ' ολίγον, ώστε όταν έφθασαν κάτω το μέρος αυτών είχε το αυτό πλάτος με τα μέρη των άλλων. Εκεί υπάρχει λειμών όπου εγίνοντο αι αγοραί και πωλήσεις πολλού αλεύρου ερχομένου εκ της Ασίας.
24. Ως εγώ συμπεραίνων ευρίσκω, ο Ξέρξης διέταξε να ορύξωσι το μέρος τούτο ένεκα οιήσεως, θέλων να δείξη την δύναμίν του και να αφήση μνημείον αυτής· διότι ενώ ήτο δυνατόν άνευ ουδενός κόπου να σύρωσι τα πλοία άνωθεν του ισθμού, διέταξε να ορύξωσι διώρυγα εις την οποίαν να εισέρχεται η θάλασσα, αρκετά πλατείαν ώστε να πλέωσιν ομού δύο τριήρεις κωπηλατούμεναι. Οι ίδιοι δε οίτινες έσκαψαν την διώρυγα, διετάχθησαν επίσης να γεφυρώσωσι τον ποταμόν Στρυμόνα.
25. Ταύτα έκαμνεν αφ' ενός· αφ' ετέρου δε εσύναζε διά τας γεφύρας σχοινία εκ βύβλου και εκ λίνου λευκού. Διέταξε προσέτι τους Φοίνικας και τους Αιγυπτίους να προμηθεύσωσιν εις τον στρατόν τροφάς, ώστε μήτε αυτός να πεινάση μήτε τα υποζύγια τα ελαυνόμενα κατά της Ελλάδος. Γνωρίσας τους τόπους επρόσταξε να συστήσωσιν αποθήκας εκεί όπου ήθελεν είσθαι ευκολώτερον να έρχωνται εκ των διαφόρων λιμένων της Ασίας ολκάδες και πορθμεία. Αι σημαντικώτεραι αποθήκαι εγένοντο εις την Λευκήν καλουμένην ακτήν της Θράκης, εις την Τυρόδιζαν των Περινθίων, εις τον Δορίσκον, εις την επί του Στρυμόνος Ηιόνα και εις την Μακεδονίαν.
26. Ενώ ούτοι κατεγίνοντο εις τα διορισθέντα έργα, όλος ο πεζός στρατός όστις είχε συναχθή, αναχωρήσας εκ των Κριτάλλων της Καππαδοκίας επορεύετο μετά του Ξέρξου εις τας Σάρδεις, διότι εκεί εδόθη διαταγή να ενωθή όλος ο στρατός όστις έμελλε ν' ακολουθήση τον Ξέρξην διά ξηράς. Δεν δύναμαι να είπω ποίος των διοικητών έφερε τον εντελέστερον στρατόν και έλαβε τα παρά του βασιλέως υποσχεθέντα δώρα, ούτε ηξεύρω αν εγένετο περί τούτου κρίσις. Ούτοι λοιπόν, αφού διαβάντες τον Άλυν ποταμόν εισήλθον εις την Φρυγίαν, πορευόμενοι δι' αυτής· έφθασαν εις τας Κελαινάς, όπου αναδίδουσιν αι πηγαί του Μαιάνδρου ποταμού και ενός άλλου ουχί μικροτέρου όστις ονομάζεται Καταρράκτης και όστις αναβρύων εκ του μέσου της αγοράς των Κελαινών χύνεται εις τον Μαίανδρον. Εν τη πόλει ταύτη είναι ανηρτημένον και το δέρμα του σιληνού Μαρσύου, το οποίον εκδαρέν, ως λέγουσιν οι Φρύγες, υπό του Απόλλωνος, ανεκρεμάσθη εκεί.
27. Εις ταύτην την πόλιν περιμένων ο Λυδός Πύθιος, υιός του Άτυος, εφιλοξένησε μεγαλοπρεπέστατα όλον τον στρατόν του βασιλέως, και αυτόν τον Ξέρξην, και είπεν ότι ήτο πρόθυμος να προσφέρη και χρήματα διά τον πόλεμον. Ο Ξέρξης ηρώτησε τους περί αυτόν Πέρσας τις ήτο αυτός ο Πύθιος και πόσα πλούτη είχεν ώστε να κάμνη τοιαύτας υποσχέσεις· οι δε απεκρίθησαν «Βασιλεύ, είναι εκείνος όστις προσέφερεν εις τον πατέρα σου Δαρείου την χρυσήν πλάτανον και την χρυσήν άμπελον, και σήμερον είναι μετά σε εις τα πλούτη ο πρώτος από τους ανθρώπους όσους ημείς γνωρίζομεν.»
28. Θαυμάσας διά τους τελευταίους τούτους λόγους ο Ξέρξης, ηρώτησεν ο ίδιος έπειτα τον Πύθιον πόσα χρήματα έχει. Αυτός δε απεκρίθη· «Ω βασιλεύ, δεν σε κρύπτω την αλήθειαν, ούτε πρέπει να προφασισθώ ότι δεν ηξεύρω την περιουσίαν μου· την ηξεύρω και θα σοι την είπω ακριβώς. Άμα έμαθον ότι καταβαίνεις εις την Ελληνικήν θάλασσαν, θέλων να σοι προσφέρω χρήματα διά τον πόλεμον, ηρεύνησα και αριθμήσας εύρον ότι έχω δύο χιλιάδας τάλαντα αργυρίου, χρυσίου δε μοι ελλείπουσιν επτά χιλιάδες διά να έχω τετρακοσίας μυριάδας στατέρων Δαρεικών· ταύτα σοι προσφέρω. Δι' εμέ αρκούσι τα ανδράποδά μου και αι γαίαι μου.» Ο μεν Πύθιος ταύτα έλεγεν.
29. Ο δε Ξέρξης ευφρανθείς διά τους λόγους τούτους είπε· «Ξένε Λυδέ, αφότου εξήλθον της Περσικής χώρας ουδαμού συνήντησα μέχρι τούδε άνθρωπον όστις ηθέλησε να φιλοξενήση τον στρατόν μου και όστις παρουσιασθείς εις εμέ αυτοπροαιρέτως ηθέλησε να με προσφέρη χρήματα διά τον πόλεμον τον οποίον επιχειρώ. Συ δε και τον στρατόν μου εφιλοξένησες μεγαλοπρεπώς και χρήματα πολλά μοι προσφέρεις. Αντ' αυτών λοιπόν ιδού εγώ σε δίδω τα εξής δώρα· σε κάμνω ξένον μου και συμπληρώ τα τέσσαρα εκατομμύρια των στατήρων σου δίδων σοι εκ των ιδίων μου χρημάτων επτά χιλιάδας στατήρων, διά να μη ήναι ελλιπείς αι τετρακόσιαι μυριάδες σου κατά επτά χιλιάδας αλλά να γίνη άρτιος ο αριθμός συμπληρωθείς παρ' εμού. Έχε λοιπόν όσα εκτήσω και ήξευρε να μένης πάντοτε οίος είσαι· διότι εάν φέρεσαι ούτω, δεν θα μεταμεληθής ουδέποτε, ούτε εις το παρόν ούτε εις το μέλλον.»
30. Ταύτα ειπών και εκτελέσας την υπόσχεσίν του επορεύετο πάντοτε εις τα πρόσω. Αφού δε διήλθε πλησίον της πόλεως των Φρυγών ήτις καλείται Άναυα, και πλησίον λίμνης τινός εκ της οποίας εξάγεται άλας, έφθασεν εις τας Κολοσσάς, πόλιν μεγάλην της Φρυγίας, όπου ο ποταμός Λύκος χυνόμενος εις χάσμα γης αφανίζεται και έπειτα αναφαινόμενος εις πέντε σταδίων απόστασιν πίπτει και αυτός εις τον Μαίανδρον. Εκ δε των Κολοσσών αναχωρήσας ο στρατός προς τα όρια των Φρυγών και των Λυδών έφθασεν εις την πόλιν Κύδραρα όπου υπάρχει στήλη εμπεπηγμένη την οποίαν έστησεν ο Κροίσος και ήτις δεικνύει διά γραμμάτων τα όρια.
31. Αφού διέλθη τις εκ της Φρυγίας εις την Λυδίαν η οδός σχίζεται εις δύο· και η μεν αριστερά φέρει εις την Καρίαν, η δε δεξιά εις τας Σάρδεις. Ταύτην την τελευταίαν εάν ακολουθήση τις, είναι ηναγκασμένος να διαβή τον Μαίανδρον ποταμόν πλησίον της πόλεως Καλλατήβου όπου άνθρωποι τεχνίται κατασκευάζουσι μέλι εκ μυρίκης και σίτου. Ταύτην την οδόν πορευόμενος ο Ξέρξης εύρη πλάτανον εις την οποίαν διά το κάλλος της δωρήσας κοσμήματα χρυσά και καταστήσας επιμελητήν αυτής ένα των αθανάτων, έφθασε την δευτέραν ημέραν εις την πόλιν των Λυδών.
32. Φθάσας εις τας Σάρδεις, πρώτον μεν έπεμψε κήρυκας εις την Ελλάδα διά να ζητήσωσι γην και ύδωρ και παραγγείλωσι να προετοιμάζωσι δείπνα διά τον βασιλέα· πλην ούτε εις την Λακεδαίμονα ούτε εις τας Αθήνας έπεμψε να ζητήση γην, αλλά μόνον εις τα άλλα μέρη· έπραττε δε τούτο εκ δευτέρου, καθότι εσκέπτετο ότι όσοι προηγουμένως ηρνήθησαν τούτο εις τον Δαρείαν, βεβαίως τότε θα έδιδον υπό φόβου. Θέλων δε να πληροφορηθή περί τούτου ακριβώς, έπεμψε τους κήρυκας.
33. Μετά δε ταύτα παρεσκευάζετο να μεταβή εις την Άβυδον. Οι εργάται εν τούτοις έζευξαν τον Ελλήσποντον εκ της Ασίας εις την Ευρώπην. Μεταξύ δε της πόλεως Σηστού και Μαδύτου, απέναντι της Αβύδου, υψούται απόκρημνον ακρωτήριον όπερ εκτείνετο επί του Ελλησπόντου, εις το αυτό μέρος όπου ολίγα έτη ύστερον Αθηναίοι τίνες υπό τον στρατηγόν Ξάνθιππον του Αρίφρονος, συλλαβόντες τον Πέρσην Αρταΰκτην, ύπαρχον της Σηστού, τον εκάρφωσαν ζώντα εις πάσσαλον· διότι σύρων γυναίκας εις το εν Ελαιούντι ιερόν του Πρωτεσίλαου, έπραττεν έργα αθέμιτα.
34. Εις τούτο λοιπόν το ακρωτήριον αρχίσαντες από την Άβυδον, οι μεν Φοίνικες με λευκόν λίνον, οι δε Αιγύπτιοι με βύβλον, προσέδενον τα πλοία ως διετάχθησαν και κατεσκεύαζον ούτω τας γεφύρας. Είναι δε επτά στάδια από της Αβύδου μέχρι της αντικρύ ξηράς. Μόλις όμως ετελείωσε το ζεύγμα, και μεγάλη τρικυμία επιπεσούσα, διέλυσεν όλα εκείνα.
35. Άμα έμαθε τούτο ο Ξέρξης ωργίσθη και διέταξε να δώσωσιν εις τον Ελλήσποντον τριακοσίας πληγάς διά της μάστιγος και να ρίψωσιν εις το πέλαγος δύο πέδας. Ήκουσα προς τούτοις ότι έστειλε και στιγματιστάς διά να στίξωσι τον Ελλήσποντον, και διέταξεν εις τους ραπίζοντας να λέγωσι τους ακολούθους βαρβάρους και ατασθάλους λόγους «Ω πικρόν ύδωρ, ο δεσπότης ημών σοι επιβάλλει την τιμωρίαν ταύτην διότι τον έβλαψες χωρίς εκείνος να σε αδικήση. Και ο μεν βασιλεύς Ξέρξης θα σε διαβή, είτε θέλεις είτε δεν θέλεις, εις σε δε δικαίως ουδείς άνθρωπος θυσιάζει καθότι είσαι ποταμός απατηλός και αλμυρός.» Τοιουτοτρόπως ετιμώρησε την θάλασσαν ταύτην, και προσέτι διέταξε ν' αποκεφαλίσωσι τους ανθρώπους οίτινες επεστάτησαν εις την ζεύξιν του Ελλησπόντου.
36. Και οι μεν έχοντες την αθλίαν ταύτην τιμήν εξετέλεσαν τα προσταχθέντα, τας δε γεφύρας έζευξαν άλλοι αρχιτέκτονες, και τας έζευξαν ως ακολούθως. Πρώτον ήνωσαν πεντηκοντόρους και τριήρεις, τριακοσίας εξήκοντα μεν προς το μέρος του Ευξείνου πόντου, τριακοσίας δεκατέσσαρας δε προς το άλλο μέρος, εις τρόπον ώστε να ήναι επικάρσιαι μεν εις τον Πόντον, ευθείαι δε εις το ρεύμα του Ελλησπόντου, ίνα τοιουτοτρόπως μετριάζεται η έντασις των σχοινίων· έπειτα δε, αφού συνέδεσαν τα πλοία προς άλληλα, κατεβίβασαν εις την θάλασσαν μακράς αγκύρας τας μεν προς το μέρος του Πόντου διά να ασφαλισθώσιν από τους ανέμους τους πνέοντας εκείθεν, τας δε προς δυσμάς και προς το Αιγαίον πέλαγος διά να ασφαλισθώσιν από τον εύρον και τον νότον. Εις τρία δε μέρη άφησαν περάσματα διά μέσου των πεντηκοντόρων και των τριήρεων ως θυρίδας διά να δύναται όστις ήθελε και να εισπλέη με πλοία μικρά εις τον Πόντον και να εκπλέη. Τούτου γενομένου ετάνυσαν από της μιας όχθης εις την άλλην διά μηχανής σχοινία ουχί πλέον χωριστά, ένθεν τα βύβλινα και ένθεν τα εκ λευκολίνου, αλλ' εκατέρωθεν εντείναντες δύο εκ λευκολίνου και τέσσαρα βύβλινα. Τα σχοινία ταύτα ήσαν όλα του αυτού πάχους και επίσης ωραία, κατά φυσικόν λόγον όμως τα λινά ήσαν βαρύτερα, καθότι ο πήχυς εζύγιζεν έν τάλαντον. Αφού δε τα πλοία εστερεώθησαν, πριονίσαντες κορμούς ξύλων και ποιήσαντες αυτούς ίσους προς το πλάτος των γεφυρών, τους έθεσαν κατά σειράν επί των τεταμένων σχοινίων· αφού δε τους έθεσαν κατά τάξιν, τότε τους συνέσφιγξαν μεταξύ των. Έπειτα έφερον και έρριψαν επ' αυτών σανίδας· αφού δε εφήρμοσαν αυτάς, διεσκόρπισαν επ' αυτών χώμα. Τέλος δε πατήσαντες και το χώμα ήγειρον φραγμούς εκατέρωθεν διά να μη βλέπωσιν οι ίπποι και τα υποζύγια την θάλασσαν και φοβώνται.
37. Αφού δε ετελείωσεν η εργασία των γεφυρών, και η του Άθω, και αι κρηπίδες περί τα στόματα της διώρυγος, αίτινες υψώθησαν διά να εμποδίζωσι την συσσώρευσιν της άμμου ως εκ της πλημμύρας, και ηγγέλθη εις τον Δαρείον ότι η διώρυξ καθ' όλα ετελείωσε, τότε ο στρατός όστις είχε διαχειμάσει εις τας Σάρδεις, ευθύς ητοιμάσθη την πρώτην άνοιξιν και εκίνησε διευθυνόμενος εις την Άβυδον. Ότε δε εκίνησεν, ο ήλιος αφήσας την θέσιν του από τον ουρανόν εγένετο άφαντος χωρίς να υπάρχωσι νέφη αλλ' εξ εναντίας ήτο άκρα αίθρια, και αντί ημέρας εγένετο νυξ (15). Ιδών το φαινόμενον τούτο ο Ξέρξης κατελήφθη υπό ανησυχίας και ηρώτησε τους μάγους τι εσήμαινεν. Οι δε μάγοι απεκρίθησαν ότι ο θεός προδεικνύει εις τους Έλληνας την καταστροφήν των πόλεών των, προστιθέντες ότι ο μεν ήλιος αναγγέλλει τα μέλλοντα εις τους Έλληνας, η δε σελήνη εις τους Πέρσας. Περιχαρής γενόμενος ο Ξέρξης διά την απόκρισιν ταύτην, εξηκολούθησε την πορείαν του.
38. Καθ' ην στιγμήν ο Ξέρξης εξεκίνησε το στράτευμα, φοβηθείς ο Λυδός Πύθιος διά το σημείον του ουρανού και ενθαρρυνόμενος εκ των δώρων τα οποία τω προσέφερεν ο βασιλεύς, ήλθε προς αυτόν και τω είπεν: «Ω δέσποτα, θέλεις να με χορηγήσης εκείνο το οποίον επιθυμώ να απολαύσω από σε, και το οποίον εις σε με είναι μικρόν εάν κάμης, εις εμέ δε μέγα εάν γίνη;» Ο μεν Ξέρξης υποθέτων ότι παν άλλο ηδύνατο να ζητήση ή εκείνο το οποίον εζήτησεν, είπεν ότι θα τον ευχαριστήση και τον διέταξε να φανερώση τι επεθύμει. Ακούσας ταύτα ο Πύθιος, ενεθαρρύνθη έτι μάλλον και επανέλαβε· «Δέσποτα, έχω πέντε υιούς και ούτοι αναχωρούσι μετά σου κατά της Ελλάδος. Λυπήθητί με, ω βασιλεύ, διά την μεγάλην μου ηλικίαν και απάλλαξον της στρατείας ένα εξ αυτών, τον πρεσβύτατον, διά να φροντίζη περί εμού και των πραγμάτων μου. Λάβε τους άλλους τέσσαρας και είθε να επιστρέψης αφού εκτελέσης όσα κατά νουν έχεις.»
39. Πολύ εθύμωσεν ο Ξέρξης και τω απεκρίθη ως εξής· «Ω κακέ άνθρωπε, ενώ εγώ στρατεύω κατά της Ελλάδος έχων μετ' εμού τους υιούς μου, τους αδελφούς μου, τους συγγενείς μου, τους φίλους μου, ετόλμησας συ ο δούλος μου να αναφέρης τον ιδικόν σου υιόν όστις έπρεπε να με ακολουθήση πανοικεί και με αυτήν την γυναίκα του; Τώρα μάθε καλώς ότι το πνεύμα του ανθρώπου οικεί εις τα ώτα του, και εάν μεν ακούση καλά πράγματα πληροί χαράς όλον το σώμα, εάν δε ακούση τα εναντία πληροί αυτό οργής. Ότε έπραξες πράξεις χρηστάς και επρότεινες να πράξης άλλας χρηστοτέρας, είδες κάλλιστα ότι δεν ηδυνήθης να καυχηθής ότι υπερέβης τον βασιλέα εις τας γενναιοδωρίας. Επειδή δε ακολούθως ετράπης προς την αναίδειαν, ναι μεν δεν θα λάβης την τιμωρίαν ης είσαι άξιος, θα λάβης όμως μικροτέραν. Σε μεν και τους παίδας σου σώζει η φιλοξενία σου, θα τιμωρηθής δε διά του θανάτου του ενός, τον οποίον αγαπάς πολύ.» Ταύτα ειπών, αμέσως διέταξεν εις εκείνους οίτινες είχαν τα καθήκοντα ταύτα, να συλλάβωσι τον πρεσβύτατον υιόν του Πυθίου και να τον σχίσωσιν εις δύο· αφού δε τον σχίσωσι, να θέσωσι το εν ημίτομον εις τα δεξιά και το άλλο εις τα αριστερά της οδού, και να διέλθη διά μέσου αυτών ο στρατός.
40. Αφού δε εκείνοι έπραξαν το προσταχθέν, διήλθε μετά ταύτα ο στρατός. Προηγούντο οι σκευοφόροι και τα υποζύγια, ακολούθως δε ήρχοντο τα στρατεύματα διαφόρων εθνών, αναμίξ και ουχί διακεκριμένως. Τα στρατεύματα ταύτα απετέλουν υπέρ το ήμισυ σχεδόν του όλου στρατού· μετά τούτο αφίνετο διάστημα αρκετόν ώστε να μη αναμιγνύωνται με τας τάξεις όπου ήτο ο βασιλεύς. Έμπροσθεν δε του βασιλέως επροχώρουν χίλιοι ιππείς εκλελεγμένοι μεταξύ όλων των Περσών, κατόπιν έτεροι χίλιοι αιχμοφόροι, εκλεκτοί και ούτοι, έχοντες την λόγχην εστραμμένην προς την γην· μετά ταύτα δέκα ίπποι ιεροί, καλούμενοι Νισαίοι, κεκοσμημένοι δε πολυτελώς. Ονομάζονται δε οι ίπποι ούτοι Νισαίοι διότι υπάρχει πεδίον μέγα εις την Μηδικήν καλούμενον Νίσαιον και εις αυτό το πεδίον τρέφονται μεγάλοι ίπποι. Όπισθεν τούτων των δέκα ίππων έσυρε το υπό οκτώ λευκών ίππων άρμα ιερόν του Διός, και όπισθεν αυτών ηνίοχος πεζός εκράτει τους χαλινούς, καθότι εις το θρανίον ουδείς άνθρωπος αναβαίνει. Έπειτα ήρχετο αυτός ο Ξέρξης επί άρματος συρομένου υπό ίππων Νισαίων (16), πλησίον του δε εβάδιζεν ηνίοχος όστις ωνομάζετο Πατιράμφης και ήτο υιός του Πέρσου Οτάνου.
41. Με ταύτην πομπήν εξήλθεν ο Ξέρξης εκ των Σάρδεων και μετέβαινεν, οσάκις ήθελεν, από του άρματος εις αρμάμαξαν. Όπισθεν αυτού ήσαν χίλιοι λογχοφόροι, οι ανδρειότατοι και εκλεκτότατοι των Περσών, έχοντες τας λόγχας προς τα άνω, έπειτα άλλοι χίλιοι ιππείς εκλεκτοί, και μετά τούτους δεκακισχίλιοι άνδρες εκλελεγμένοι μεταξύ των επιλοίπων Περσών. Ούτοι ήσαν πεζοί, και εκ τούτων χίλιοι μεν αντί σιδήρου εις το κάτω μέρος της λόγχης είχον ροιάν χρυσήν και περιεκύκλουν τους άλλους, οι δε εντός τούτων εννεάκις χίλιοι είχον ροιάς αργυράς. Επίσης και οι έχοντες εστραμμένας τας λόγχας προς την γην είχον ροιάς χρυσάς, οι δε πλησιέστατα ακολουθούντες τον Ξέρξην είχον μήλα χρυσά. Μετά τους δεκακιςχιλίους τούτους ήρχοντο δεκακιςχίλιοι ιππείς Πέρσαι αφίνοντες όπισθεν των κενόν διάστημα δύο σταδίων· τέλος ο επίλοιπος όμιλος επροχώρει αναμίξ.
42. Εξελθών δε της Λυδίας ο στρατός επορεύετο την οδόν την άγουσαν προς τον ποταμόν Κάικον και την Μυσίαν· κινήσας δε από του Καΐκου και έχων το όρος της Κάνης αριστερά, διήλθε τον Αταρνέα και έφθασεν εις την Καρίνην. Αναχωρήσας και από αυτήν επορεύετο διά της πεδιάδος της Θήβης, διερχόμενος τας πόλεις Ατραμύττειον και Άντανδρον την Πελασγικήν. Έπειτα στραφείς δεξιά της Ίδης εισήλθεν εις την Τρωικήν γην. Την πρώτην δε νύκτα την οποίαν διήλθεν εις τους πρόποδας της Ίδης, ηκολούθησαν βρονταί και έπεσαν εις το στρατόπεδον κεραυνοί οίτινες εφόνευσαν πολλούς ανθρώπους.
43. Ο στρατός έφθασεν εις τον Σκάμανδρον ο ποταμός ούτος, αφότου εκίνησαν από τας Σάρδεις, ήτο ο πρώτος όστις ετελείωσε και δεν ήρκεσε το ύδωρ αυτού πινόμενον υπό του στρατού και των κτηνών. Εις τον ποταμόν τούτον ότε έφθασεν ο Ξέρξης, ανέβη εις το Πέργαμον του Πριάμου επιθυμίαν έχων να το θεωρήση. Θεωρήσας δε και ερωτήσας περί πάντων έθυσε χιλίας βους εις την Αθηνάν του Ιλίου και οι μάγοι έκαμον σπονδάς εις τους ήρωας. Με όλα όμως ταύτα, την νύκτα ενέπεσε φόβος εις το στρατόπεδον. Όθεν άμα εγένετο ημέρα αναχωρήσας εκείθεν ο στρατός επορεύετο έχων αριστερά μεν τας πόλεις Ροίτειον, Οφρύνειον και Δάρδανον ήτις συνορεύει με την Άβυδον, δεξιά δε τους Γέργιθας Τευκρούς.
44. Ότε δε έφθασαν εις την Άβυδον, ο Ξέρξης ηθέλησε να ίδη όλον τον στρατόν. Είχον προετοιμάσει επίτηδες εκεί προεξέδραν εκ λευκού λίθου (την είχον δε κατασκευάσει οι Αβυδηνοί κατά προλαβούσαν προσταγήν του βασιλέως). Ενώ δε εκάθησεν εκεί βλέψας κάτω εις το παράλιον, εθεώρησε μετά θαυμασμού το πεζικόν και τα πλοία. Θεωρών δε επιθύμησε να ίδη άμιλλαν των πλοίων. Γενομένου λοιπόν τούτου, ενίκησαν οι της Σιδόνος Φοίνικες· ο δε Ξέρξης ευχαριστήθη πολύ διά την άμιλλαν και τον στρατόν.
45. Ενώ δε έβλεπε τον Ελλήσποντον κεκαλυμμένον υπό πλοίων, και όλα τα παράλια και τας πεδιάδας της Αβύδου πλήρεις ανθρώπων, εμακάρισεν εαυτόν ο Ξέρξης, μετά ταύτα δε εδάκρυσε.
46. Ο πατρικός θείος του τον έβλεπεν· αυτός ήτο όστις εις την πρώτην συνεδρίασιν των Περσών είχεν εκφράσει ελευθέρως την γνώμην του και είχε συμβουλεύσει τον Ξέρξην να μη στρατεύση κατά της Ελλάδος· ούτος λοιπόν ιδών τον Ξέρξην δακρύσαντα, είπε τα εξής· «Ω βασιλεύ, πόσον διαφορετικά έπραξες τώρα και ολίγον προ τούτου· αφού εμακάρισες σεαυτόν, δακρύεις.» Ο δε Ξέρξης απεκρίθη· «Εσυλλογίσθην πόσον βραχύς είναι όλος ο ανθρώπινος βίος και ησθάνθην οίκτον εις την καρδίαν, διότι εξ αυτών των τόσων ανθρώπων δεν θα υπάρχη μήτε είς μετά εκατόν έτη.» Τότε ο Αρτάβανος επανέλαβε λέγων· «Υπάρχουσιν άλλα οικτρότερα εν τω βίω· καθότι, με όλην αυτού την βραχύτητα, δεν υπάρχει άνθρωπος τόσον ευτυχής όστις είτε διά τούτον τον λόγον είτε διά τον άλλον, να μη επεθύμησεν ουχί άπαξ αλλά πολλάκις να αποθάνη μάλλον ή να ζη. Αι αλλεπάλληλοι συμφοραί και αι νόσοι, συνταράττουσαι τον άνθρωπον, κάμνουσι τον βραχύν τούτον βίον να φαίνεται μακρός. Τοιουτοτρόπως ο θάνατος, όταν η ζωή ήναι τεθλιμμένη, γίνεται διά τον άνθρωπον το μάλλον επιθυμητόν καταφύγιον· ο δε θεός, αφού μας κάμη να γευθώμεν γλυκύτητάς τινας του κόσμου, δεικνύεται αμέσως φθονερός.»
47. Ο δε Ξέρξης απεκρίθη· «Αρτάβανε, ας παύσωμεν τώρα περί του ανθρωπίνου βίου όστις είναι τοιούτος ως τον περιγράφεις, και ας μη ενθυμώμεθα κακά ενώ κατά το παρόν έχομεν καλά. Ειπέ μοι δε το εξής· εάν το νυκτερινόν εκείνο όραμα δεν σοι εφαίνετο τόσον ζωηρόν, θα εξηκολούθεις να έχης την πρώτην γνώμην και να με εμποδίζης από την κατά της Ελλάδος στρατείαν, ή ήθελες μεταβληθή; Ομίλει, αποκρίθητι ειλικρινώς.» Ο δε Αρτάβανος απεκρίθη λέγων· «Ω βασιλεύ, τον μεν όραμα το οποίον είδομεν εις τον ύπνον μας είθε να αποβή ως επιθυμούμεν αμφότεροι, εγώ όμως είμαι εισέτι πλήρης φόβου και εκτός εμαυτού στοχαζόμενος και άλλα πολλά, και προς τούτοις βλέπων ότι δύο πράγματα σε είναι πολεμιώτατα.»
48. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης, απεκρίθη τα εξής· «Σκληρέ άνθρωπε, ποία είναι λοιπόν αυτά τα δύο πολεμιώτατα πράγματα τα οποία με λέγεις; Μήπως ο στρατός ούτος σε φαίνεται ότι δεν είναι αρκετός, και ότι ο Ελληνικός είναι περισσότερος του ιδικού μας; ή μήπως ο στόλος μας ήναι υποδεέστερος του ιδικού των; ή τέλος και τα δύο; Εάν αι δυνάμεις μας σοι φαίνονται ανεπαρκείς, αμέσως δυνάμεθα να συνάξωμεν και άλλον στρατόν.»
49. Ο δε Αρτάβανος απεκρίθη λέγων· «Βασιλεύ, ούτε τον στρατόν τούτον, ούτε το πλήθος των πλοίων δύναται να μεμφθή άνθρωπος έχων σύνεσιν. 1. Εάν συνάξης περισσότερα, τότε τα δύο τα οποία λέγω θα γίνωσι πολύ μάλλον πολεμιώτερα. Τα δύο ταύτα πολέμια είναι η γη και η θάλασσα, διότι ως νομίζω εις κανέν μέρος της θαλάσσης δεν ευρίσκεται λιμήν τόσον μέγας ώστε εν περιπτώσει τρικυμίας να δεχθή το ναυτικόν σου και να ήναι ικανός να διασώση αυτό· μολονότι δεν αρκεί να υπάρχη είς μόνον τοιούτος λιμήν, αλλά πρέπει να υπάρχωσι πολλοί τοιούτοι λιμένες εις όλα τα παράλια της ηπείρου πλησίον της οποίας θα πλεύσης. Επειδή λοιπόν δεν έχεις ασφαλείς λιμένας, μάθε ότι αι περιστάσεις εξουσιάζουσι τους ανθρώπους και ουχί οι άνθρωποι τας περιστάσεις. 2. Αφού ωνόμασα το έν των πραγμάτων τούτων, έρχομαι να ομιλήσω και περί του ετέρου. Η γη είναι εχθρά σου κατά τον εξής τρόπον· και επί τη υποθέσει ότι ευθύς εξ αρχής δεν εύρης καμμίαν αντίστασιν, πάλιν, ενόσω προχωρείς δελεαζόμενος από την επιθυμίαν του προχωρείν, αυτή θα γίνεται πολεμιωτέρα, επειδή ο άνθρωπος είναι άπληστος εις τας ευτυχίας. Και επί τη υποθέσει λοιπόν ότι κανείς δεν θα εναντιωθή εις την πορείαν σου, το μήκος όμως της οδού και η μακρά διαμονή σου θα γεννήσωσι πείναν. Η φρόνησις του ανθρώπου συνίσταται εις το να φοβήται μεν όταν σκέπτεται, αναλογιζόμενος όσα ήναι δυνατόν να πάθη, να ήναι δε τολμηρός όταν ενεργή.»
50. Απεκρίθη δε ο Ξέρξης ως εξής· «Αρτάβανε, καλώς εξέθηκες τας ιδέας σου επί εκάστου πράγματος, αλλά μήτε όλα να φοβήσαι μήτε όλα να συλλογίζεσαι τόσον πολύ. 1. Εάν θέλης εις πάσαν υπόθεσιν να ακριβολογής παν ό,τι δύναται να ακολουθήση, ποτέ δεν θα κάμης τίποτε. Όθεν είναι προτιμότερον τολμών τις τα πάντα να πάθη το ήμισυ των δεινών μάλλον ή να μη πάθη τίποτε επειδή φοβείται τα πάντα. Εάν αντιτείνων εις πάντα λόγον δεν ειμπορείς να αποδείξης το βέβαιον, σφάλλεις και συ ομοίως ως εκείνος όστις ήθελεν ειπεί τα εναντία· ούτως έχει και διά τους δύο. Αλλά πώς είναι δυνατόν, ων τις άνθρωπος, να γνωρίση μετά βεβαιότητος τι πρέπει να πράξη; εγώ φρονώ ότι τούτο είναι αδύνατον. Όσοι όμως ενεργούσι μετ' αποφάσεως, αυτοί συνήθως επιτυγχάνουσιν, ενώ οι υπολογίζοντες τα πάντα και οκνούντες, αυτοί αποτυγχάνουσι. 2. Βλέπεις εις πόσην δύναμιν έφθασε το βασίλειον των Περσών· εάν οι προ εμού βασιλεύσαντες είχον ομοίας γνώμας με σε, ή εάν χωρίς να έχωσιν αυτάς ήκουον όμως άλλους συμβούλους ως σε, ουδέποτε ήθελες ιδεί το βασίλειον ταύτο να φθάση εις τόσην ακμήν. Αλλ' οι βασιλείς εκείνοι, αψηφούντες τους κινδύνους, προήγαγον αυτό εις το σημείον τούτο, καθότι τα μεγάλα πράγματα με μεγάλους κινδύνους καταρθούνται. Ημείς λοιπόν μιμούμενοι τους προγενεστέρους στρατεύομεν εις την καλλιτέραν εποχήν του έτους, και αφού υποτάξωμεν όλην την Ευρώπην θα επανέλθωμεν οπίσω χωρίς ούτε λιμόν να απαντήσωμεν ουδαμού ούτε δυσάρεστόν τι να πάθωμεν· καθότι πρώτον μεν πορευόμεθα φέροντες μεθ' ημών πολλάς τροφάς και δεύτερον διότι εις οιανδήποτε γην και έθνος αν πατήσωμεν, θα έχωμεν εις την εξουσίαν μας τον σίτον αυτών· εκστρατεύομεν δε κατ' ανθρώπων γεωργών και ουχί κατά νομάδων.»
51. Είπε δε ο Άρτάβανος μετά ταύτα· «Ω βασιλεύ, επειδή δεν φοβείσαι τίποτε, δέχθητι τουλάχιστον μίαν συμβουλήν, καθότι εις πολλά πράγματα είναι ανάγκη να λέγη τις πολλά. Ο Κύρος του Καμβύσου υπέταξεν όλους τους Ίωνας πλην των Αθηναίων και κατέστησεν αυτούς υποτελείς εις τους Πέρσας. Αυτούς τους ανθρώπους σε συμβουλεύω να μη συμπαραλάβης κατ' ουδένα τρόπον εις τον κατά των προγόνων των πόλεμον, καθότι και άνευ τούτων είμεθα ικανοί να υπερνικήσωμεν τους εχθρούς· Βεβαίως, εάν σε ακολουθήσωσι, πρέπει ή αδικώτατοι να γίνωσιν υποδουλούντες την μητρόπολίν των, ή δικαιότατοι συμπράττοντες εις την ελευθέρωσίν της. Και εάν μεν γίνωσιν αδικώτατοι, ουδέν μέγα κέρδος προσθέτουσιν εις ημάς· εάν όμως γίνωσι δικαιότατοι, δύνανται να βλάψωσι μεγάλως τον στρατόν σου. Ενθυμήθητι λοιπόν, ω βασιλεύ, το παλαιόν λόγιον πόσον ορθώς λέγει ότι άμα τη αρχή δεν καταφαίνεται όλον το τέλος.»
52. Προς ταύτα ο Ξέρξης απεκρίθη· «Αρτάβανε, από όσας γνώμας έδωκες, εις αυτήν σφάλλης περισσότερον, φοβούμενος τους Ίωνας μήπως μας προδώσωσι. Της προαιρέσεως των Ιώνων έχομεν απόδειξιν μεγίστην· υπέρ αυτών και συ μαρτυρείς και όσοι άλλοι συνεξεστράτευσαν μετά του Δαρείου κατά των Σκυθών· ότι εις τας χείρας αυτών ήτο να αφανίσωσι ή να σώσωσι τον Περσικόν στρατόν και ότι έδειξαν την πίστιν των και όχι απιστίαν. Πλην δε τούτου, επειδή άφησαν εις την χώραν ημών τέκνα, γυναίκας και πλούτη, δεν πρέπει ούτε να το στοχασθή τις ότι δυνατόν να νεωτερίσωσι. Μη φοβήσαι λοιπόν τίποτε από αυτούς, αλλ' έχων θάρρος φρόντιζε περί της διατηρήσεως της οικίας και την βασιλείας μου, καθότι εις σε μόνον μεταξύ όλων εμπιστεύομαι το σκήπτρον μου.»
53. Ταύτα ειπών και αποστείλας τον Αρτάβανον εις τα Σούσα, εκάλεσε μετά ταύτα τους σημαντικωτέρους των Περσών· αφού δε ήλθον, είπεν εις αυτούς τα εξής· «Ω Πέρσαι, σας συνήθροισα διά να σας παρακινήσω να φανήτε γενναίοι και να μη καταισχύνετε τα αρχαία κατορθώματα των Περσών, κατορθώματα μεγάλα και πολλού λόγου άξια. Έκαστος ιδιαιτέρως και όλοι ομού ας έχωμεν προθυμίαν, καθότι υπ' όψιν έχομεν το κοινόν καλόν. Τούτου ένεκα σας παροτρύνω να καταβάλετε πάντα ζήλον εις τον πόλεμον τούτον, διότι ως ακούω εκστρατεύομεν εναντίον ανθρώπων γενναίων τους οποίους εάν νικήσωμεν δεν θα ευρεθή πλέον άλλος στρατός ανθρώπων διά να μας εναντιωθή. Τώρα, ας διαβαίνωμεν την θάλασσαν αφού προσευχηθώμεν εις τους θεούς όσοι έχουσιν υπό την προστασίαν των την Περσίδα γην.»
54. Όλη εκείνη η ημέρα εδαπανήθη εις την ετοιμασίαν της διαβάσεως, την δε ακόλουθον περιέμενον ανυπομόνως την ανατολήν του ηλίου καίοντες επί των γεφυρών θυμιάματα διάφορα και στρώνοντες την οδόν με μυρσίνας. Ενώ δε ανέτελλεν ο ήλιος, ο Ξέρξης κάμνων σπονδάς εις την θάλασσαν με χρυσούν ποτήριον, ηύχετο εις αυτόν να μη τω συμβή περιστατικόν τι το οποίον να τον εμποδίση από του να καθυποτάξη την Ευρώπην, αλλά να τον βοηθήση να φθάση έως εις τα άκρα αυτής. Αφού δε ευχήθη έρριψε το ποτήριον εις τον Ελλήσποντον μεθ' ενός κρατήρος χρυσού και του Περσικού ξίφους το οποίον καλούσιν ακινάκην. Δεν δύναμαι να αποφανθώ ακριβώς εάν αφιερών αυτά εις τον ήλιον τα έρριψεν εις το πέλαγος, ή εάν μετανοήσας διότι εμαστίγωσε τον Ελλήσποντον προσέφερε τα δώρα ταύτα εις την θάλασσαν.
55. Αφού εγένοντο ταύτα, ήρχισεν η διάβασις· και διά μεν της γεφύρας της προς το μέρος του Ευξείνου διέβη όλον το πεζόν και το ιππικόν, διά δε της προς το Αιγαίον τα υποζύγια και η θεραπεία. Επορεύοντο δε πρώτοι οι δεκακισχίλιοι Πέρσαι, όλοι εστεφανωμένοι, και μετ' αυτού ο σύμμικτος στρατός των διαφόρων εθνών. Και ταύτην μεν την ημέραν ούτοι διέβησαν, την δε ακόλουθον, πρώτον μεν οι ιππείς και οι κρατούντες τας προς τα κάτω εστραμμένας λόγχας· ήσαν δε και ούτοι εστεφανωμένοι· μετ' αυτούς δε οι ιεροί ίπποι και το ιερόν άρμα· έπειτα αυτός ο Ξέρξης και οι αιχμοφόροι και οι χίλιοι ιππείς, και μετ' αυτούς ο επίλοιπος στρατός. Συγχρόνως και τα πλοία ανήγοντο αντικρύ· ήκουσα επίσης ότι ο Ξέρξης διέβη τελευταίος όλων.
56. Διαβάς ο Ξέρξης εις την Ευρώπην εθεάτο τον στρατόν διαβαίνοντα με μαστιγώσεις· διέβη δε ο στρατός εις επτά ημέρας και επτά νύκτας άνευ διακοπής. Τότε λέγουσιν ότι αφού ο Ξέρξης διέβη τον Ελλήσποντον, Ελλησπόντιός τις είπεν· «ω Ζευ, διατί υπό μορφήν ανδρός Πέρσου και λαβών το όνομα Ξέρξης θέλεις να αναστατώσης την Ελλάδα άγων κατ' αυτής όλους τους ανθρώπους; ηδύνασο και άνευ τούτων να πράξης ταύτα.»
57. Αφού διέβησαν όλοι και ήρχισαν να οδεύωσιν, εφάνη εις αυτούς μέγα θαύμα περί του οποίου ο Ξέρξης δεν εφρόντισε ποσώς, μολονότι ήτο ευεξήγητον. Ίππος εγέννησε λαγόν, εξ ου ευκόλως ηδύνατό τις να εννοήση ότι ο Ξέρξης έμελλε να ελάση στρατόν κατά της Ελλάδος υπερηφανώτατα και μεγαλοπρεπέστατα και ότι θα επέστρεφεν οπίσω, αναγκαζόμενος χάριν της σωτηρίας του να τρέχη. Και άλλο θαύμα είχε φανή εις τας Σάρδεις· ημίονος εγέννησεν ημίονον διπλά έχουσαν αιδοία, τα μεν άρρενος τα δε θηλείας· τα του άρρενος δε ήσαν υπεράνω των της θηλείας.
58. Μη φροντίσας λοιπόν μήτε περί του ενός μήτε περί του άλλου, επορεύετο επί τα πρόσω, συν αυτώ δε ο πεζός στρατός. Ο δε ναυτικός στρατός, έξω του Ελλησπόντου, έπλεε παρακολουθών την ακτήν και έχων εστραμμένην την πρύμνην προς τον πεζόν, καθότι έπλεε προς δυσμάς διευθυνόμενος εις το Σαρπηδόνιον ακρωτήριον όπου ήτο διατεταγμένος να φθάση και να περιμένη, ενώ ο στρατός της ξηράς εξηκολούθει τον δρόμον του διά της χερσονήσου διευθυνόμενος προς ανατολάς του ηλίου και έχων εις τα δεξιά μεν τον τάφον της Έλλης, θυγατρός του Αδάμαντος, αριστερά δε την πόλιν Καρδίαν. Διελθών διά μέσου πόλεώς τινος ης το όνομα ήτο Αγορά και κάμψας τον καλούμενον Μέλανα κόλπον και τον Μέλανα ποταμόν του οποίου το ύδωρ δεν εξήρκεσεν εις τον στρατόν αλλ' εξηντλήθη, τούτον τον ποταμόν διαβάς, εξ ου και ο κόλπος έχει την επωνυμίαν, επορεύετο προς δυσμάς μέχρις ου έφθασεν εις τον Δορίσκον, πέραν της Αιολίδος πόλεως Αίνου και της Στεντορίδος λίμνης.
59. Ο δε Δορίσκος είναι αιγιαλός της Θρακικής και πεδιάς μεγάλη, διά μέσου της οποίας ρέει ποταμός μέγας ο Έβρος. Εκεί ήτο εκτισμένον τείχος βασιλικόν, όπερ εκαλείτο Δορίσκος και φρουρά Περσική κατασταθείσα υπό του Δαρείου το κατείχεν από της εποχής της εναντίον των Σκυθών εκστρατείας. Εφάνη δε εις τον Ξέρξην επιτήδειος ο χώρος εκείνος όπως θέση εις τάξιν και αριθμήση τον στρατόν· όπερ και έπραξεν. Αφού δε ήλθον όλα τα πλοία εις τον Δορίσκον, οι ναύαρχοι, διατάξαντος του Ξέρξου, τα έφερον εις τον πλησιέστερον αιγιαλόν του Δορίσκου όπου είναι αι Σαμοθρακικαί πόλεις Σάλη και Ζώνη, εις το τέλος δε αυτού του αιγιαλού είναι το ονομαστόν ακρωτήριον Σέρρειον. Ο χώρος ούτος ήτο άλλοτε των Κικόνων. Εις τούτον λοιπόν τον αιγιαλόν καταπλεύσαντες οι Πέρσαι, έσυρον έξω τα πλοία και τα εξήραινον. Κατ' αυτό δε το διάστημα ο Ξέρξης έκαμνε την απαρίθμησιν του στρατού εις τον Δορίσκον.
60. Πόσον πλήθος ευρέθη εις την απαρίθμησιν ταύτην ότι έδωκεν έκαστον έθνος δεν δύναμαι να είπω ακριβώς, διότι ουδείς το είπεν. Όλος δε ο πεζός στρατός ανέβη εις έν εκατομμύριον και επτακοσίας χιλιάδας, και ηριθμήθη κατά τον ακόλουθον τρόπον. Συναγαγόντες εις ένα χώρον δεκακισχίλιους ανθρώπους και συσφίγξαντες αυτούς όσον το δυνατόν περισσότερον, περιεχάραξαν έξωθεν κύκλον· περιχαράξαντες δε τον κύκλον και εξαγαγόντες τους μυρίους έκαμον περίτραγμα του οποίου το ύψος έφθανεν έως τον ομφαλόν ανθρώπου. Τούτα ποιήσαντες, εισεβίβασαν άλλους εις την περιοχήν ταύτην, μέχρις ου ηρίθμησαν όλους κατ' αυτόν τον τρόπον. Αφού δε τους ηρίθμησαν, κατέταξαν αυτούς κατά έθνη.
61. Τα δε έθνη όσα έλαβον μέρος εις την εκστρατείαν ήσαν τα εξής. Οι Πέρσαι οίτινες είχον την ακόλουθον σκευήν· περί τας κεφαλάς έφερον πίλους όχι στερεούς, καλουμένους τιάρας, περί δε το σώμα θώρακας χειριδωτούς εκ ποικίλων τεμαχίων και ομοίων την όψιν με λέπια ιχθύων, και περί τα σκέλη αναξυρίδας· αντί δε ασπίδων είχον γέρρα, υποκάτω των οποίων εκρέμαντο φαρέτραι. Τα ακόντιά των ήσαν μικρά, τα τόξα μεγάλα και τα βέλη καλάμινα· εκρέματο δε προς τον δεξιόν μηρόν εγχειρίδιον δεδεμένον εις την ζώνην. Αρχηγός αυτών ήτο ο Οτάνης, πατήρ της Αμήστριος γυναικός του Ξέρξου. Οι Έλληνες ωνόμαζον αυτούς άλλοτε Κηφήνας, αυτοί δε οι ίδιοι εκαλούντο Αρταίοι και οι περίοικοί των τους εκάλουν ούτω. Ότε δε ο Περσεύς της Δανάης και του Διός ήλθεν εις τον Κηφέα του Βήλου και έλαβε την θυγατέρα του Ανδρομέδαν, εγέννησεν εξ αυτής υιόν τον οποίον ωνόμασε Πέρσην και τον οποίον άφησεν εκεί, διότι ο Κηφεύς ετύγχανε μη έχων άρρενα τέκνα. Από τούτου δε του Πέρσου έλαβον την επωνυμίαν.
62. Οι δε Μήδοι εστρατεύοντο έχοντες την αυτήν στολήν με τους Πέρσας, διότι κυρίως ειπείν η στολή αύτη ήναι Μηδική και ουχί Περσική. Αρχηγός αυτών ήτο ο Τιγράνης εκ της οικογενείας των Αχαιμενιδών. Άλλοτε ούτοι εκαλούντο παρ' όλων Άριοι· αλλ' ελθούσης της Κολχίδος Μηδείας εξ Αθηνών εις την χώραν των, μετέβαλαν και αυτοί το όνομά των. Τούτο τουλάχιστον λέγουσι περί εαυτών οι Μήδοι. Οι δε Κίσσιοι κατά μεν τα άλλα ήσαν εσκευασμένοι ως οι Πέρσαι, μόνον δε εις την κεφαλήν αντί πίλων είχον μίτρας. Αρχηγός αυτών ήτο ο Ανάφης του Οτάνου. Οι δε Υρκάνιοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι Πέρσαι και είχον ηγεμόνα τον Μεγάπανον όστις μετά τα συμβάντα ταύτα εγένετο διοικητής της Βαβυλώνος.
63. Οι δε Ασσύριοι εις μεν τας κεφαλάς εφόρουν περικεφαλαίας χαλκίνας και πεπλεγμένας κατά τρόπον τινά βάρβαρον ουχί εύκολον να περιγραφή· ασπίδας δε και ακόντια και εγχειρίδια είχον όμοια με τους Αιγυπτίους· προς τούτοις είχον ρόπαλα ξύλινα με τύλους σιδηρούς και θώρακας λινούς. Ούτοι υπό μεν των Ελλήνων εκαλούντο Σύριοι, υπό δε των βαρβάρων Ασσύριοι, Μεταξύ αυτών ήσαν οι Χαλδαίοι, και είχον αρχηγόν τον Οτάσπην, υιόν του Αρταχαίου.
64. Οι Βάκτριοι δε εστρατεύοντο έχοντες εις τας κεφαλάς ό,τι σχεδόν και οι Μήδοι· τόξα δε καλάμινα εντόπια και ακόντια βραχέα. Οι δε Σάκαι, φυλή Σκυθική, περί μεν τας κεφαλάς είχον κυρβασίας ορθάς και ληγούσας εις οξύ, εφόρουν δε αναξυρίδας, τόξα δε είχον επιχώρια και εγχειρίδια, προς τούτοις και αξίνας καλουμένας σαγάρεις. Τούτους δε όντας Σκύθας, Αμυργίους, εκάλουν Σάκας, διότι οι Πέρσαι όλους τους Σκύθας καλούσι Σάκας. Τούτων δε των Σακών και των Βακτρίων αρχηγός ήτο ο Υστάσπης, υιός του Δαρείου και της Ατόσης, θυγατρός του Κύρου.
65. Οι δε Ινδοί εφόρουν ενδύματα κατεσκευασμένα εκ βάμβακος· είχον τόξα καλάμινα και βέλη καλάμινα με αιχμάς σιδηράς. Εστρατεύοντο δε υπό την αρχηγίαν του Φαρναζάθρου, υιού του Αρταβάτου.
66. Οι δε Άριοι τόξα μεν είχον Μηδικά, κατά δε τα λοιπά ήσαν ως οι Βάκτριοι. Αρχηγός αυτών ήτο ο Σισάμνης, υιός του Υδάρνους. Οι δε Πάρθιοι και οι Χοράσμιοι και οι Σογδοί και οι Γανδάριοι και οι Δαδίκαι εστρατεύοντο έχοντες τον αυτόν οπλισμόν ως οι Βάκτριοι. Τούτων αρχηγοί ήσαν οι εξής· των μεν Πάρθων και Χορασμίων ο Αρτάβαζος του Φαρνάκους, των δε Σογδών ο Αζάνης του Αρταίου, των δε Γανδαρίων και Δαδικών ο Αρτύφιος του Αρταβάνου.
67. Οι δε Κάσπιοι εστρατεύοντο ενδεδυμένοι επανωφόρια εκ δέρματος αιγός και έχοντες επιχώρια τόξα καλάμινα και ακινάκας. Και ούτοι μεν ούτως ήσαν ωπλισμένοι, και είχον ηγεμόνα τον Αριόμαρδον, αδελφόν του Αρτυφίου· οι δε Σαράγγαι διέπρεπον διά την βαφήν των ενδυμάτων των, και είχον πέδιλα αναβαίνοντα εις το γόνυ, τα δε τόξα και τα ακόντιά των ήσαν Μηδικά. Αρχηγός των αρχηγών ήτο ο Φαρενδάτης του Μεγαβάζου. Οι Πάκτυες δε είχαν τα αυτά ενδύματα και είχον τόξα επιχώρια και εγχειρίδια· αρχηγός δε αυτών ήτο ο Αρτύντης του Ιθαμάτρου.
68. Οι δε Ούτιοι, οι Μύκοι και οι Παρικάνιοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι Πάκτυες. Τούτων αρχηγοί ήσαν οι εξής· των μεν Ουτίων και των Μύκων ο Αρσαμένης του Δαρείου, των δε Παρικανίων ο Σιρομίτρης του Οιοβάζου.
69. Οι δε Αράβιοι εφόρουν μακρά επανωφόρια και εις τα δεξιά των είχον παλίντονα τόξα μακρά. Οι δε Αιθίοπες εφόρουν παρδαλάς και λεοντάς, τόξα δε είχαν μακρά μέχρι τεσσάρων πήχεων κατεσκευασμένα από κλάδους φοινίκων προς τούτοις βέλη καλάμινα μικρά, εις την άκραν των οποίων αντί σιδήρου ήτα λίθος οξύς εξ εκείνου με τον οποίον σκαλίζουσι τας σφραγίδας των· Είχον δε ακόντια εις την άκραν των οποίων ήτο κέρας δορκάδος οξύ κατεσκευασμένον εις τρόπον λόγχης· είχον δε και ρόπαλα τυλωτά· και το μεν ήμισυ του σώματος όταν εξέρχωνται εις πόλεμον αλείφουσι με γύψον, το δε άλλο ήμισυ με μίλτον. Των Αραβίων δε και των υπεράνω της Αιγύπτου κατοικούντων Αιθιόπων αρχηγός ήτο ο Αρσάμης, υιός του Δαρείου και της Αρτυστώνης, θυγατρός του Κύρου, την οποίαν ο Δαρείος ηγάπησε πλειότερον όλων των άλλων γυναικών του και διέταξε να κατασκευάσωσι την εικόνα της εκ χρυσού σφυρηλατημένου. Των μεν λοιπόν Αραβίων και των υπέρ την Αίγυπτον κατοικούντων Αιθιόπων αρχηγός ήτο ο Αρσάμης.
70. Οι δε ανατολικοί Αιθίοπες (διότι και οι μεν και οι δε εστρατεύοντο) ήσαν κατατεταγμένοι μεταξύ των Ινδών. Ούτοι δεν διαφέρουσιν ουδόλως από τους άλλους κατά την μορφήν, αλλά μόνον κατά το ιδίωμα της γλώσσης και τα τρίχωμα, διότι των μεν ανατολικών Αιθιόπων αι τρίχες ήναι ευθείαι, των δε Αιθιόπων της Λιβύας η κόμη είναι η μάλλον ουλόθριξ όλων των ανθρώπων. Ούτοι δε οι εκ της Ασίας Αιθίοπες ήσαν κατά το πλείστον ωπλισμένοι ως οι Ινδοί, και εις τας κεφαλάς είχον προμετωπίδια ίππων εκδεδαρμένα ομού με τα ώτα και τας χαίτας. Αι χαίται αύται επείχον τόπον λόφου, τα δε ώτα των ίππων ήσαν εστημένα ορθά. Τα αμυντήρια δε όπλα των ήσαν δοραί γερανών εν είδει ασπίδων.
71. Οι Λίβυες ηκολούθουν έχοντες στολήν δερματίνην και ωπλισμένοι με ακόντια σκληρυνθέντα εις το πυρ. Αρχηγός δε αυτών ήτο ο Μασσάγης του Οαρίζου.
72. Οι δε Παφλαγόνες εστράτευον έχοντες επί της κεφαλής κράνη πλεκτά, ασπίδας μικράς, λόγχας όχι μεγάλας, και προς τούτοις ακόντια και εγχειρίδια· είχον δε περί τους πόδας πέδιλα επιχώρια, αναβαίνοντα εις το μέσον της κνήμης. Οι Λίγυες δε, οι Ματιανοί, οι Μαριανδυνοί και οι Σύριοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι Παφλαγόνες. Οι Σύριοι ούτοι υπό των Περσών καλούνται Καππαδόκαι. Και των μεν Παφλαγόνων και των Ματιανών αρχηγός ήτο ο Δώτος του Μεγασίδρου, των δε Μαριανδυνών, των Λιγύων και των Συρίων ο Γωβρύας του Δαρείου και της Αρτυστώνης υιός.
73. Οι δε Φρύγες είχον σχεδόν τον αυτόν οπλισμόν με τους Παφλαγόνας. Οι Φρύγες ούτοι, ως λέγουσιν οι Μακεδόνες, εκαλούντο Βρίγες εφ' όσον χρόνον Ευρωπαίοι όντες ήσαν σύνοικοι των Μακεδόνων μετοικήσαντες δε εις την Ασίαν, ομού με την χώραν μετέβαλον και το όνομα εις Φρύγας. Οι δε Αρμένιοι ήσαν οπλισμένοι ως οι Φρύγες διότι είναι άποικοι των Φρυγών. Αμφοτέρων τούτων αρχηγός ήτο ο Αρτόχμης, γαμβρός του Δαρείου.
74. Οι Λυδοί δε είχον όπλα ομοιότατα με τα Ελληνικά. Άλλοτε οι Λυδοί εκαλούντο Μήονες, μεταβαλόντες δε το όνομα έλαβον την επωνυμίαν ταύτην από του Λυδού, υιού του Άτυος. Οι δε Μυσοί εις μεν τας κεφαλάς είχον κράνη επιχώρια, ασπίδας δε μικράς, μετεχειρίζοντο δε ακόντια σκληρυνθέντα εις το πυρ. Ούτοι οι Μυσοί είναι άποικοι των Λυδών και από του όρους Ολύμπου καλούνται Ολυμπιανοί. Αρχηγός δε των Λυδών και των Μυσών ήτο ο Αρταφέρνης του Αρταφέρνους εκείνου όστις μετά του Δάτιδος εισέβαλεν εις τον Μαραθώνα.
75. Οι δε Θράκες εστράτευον έχοντες εις μεν τας κεφαλάς των αλωπεκάς, περί δε το σώμα χιτώνας και άνωθεν αυτών επανωφόρια ποικιλόστικτα· περί τους πόδας και τας κνήμας είχον πέδιλα εκ δέρματος ελάφου, και προς τούτοις ακόντια, μικράς ασπίδας και εγχειρίδια μικρά. Οι Θράκες ούτοι ότε διέβησαν εις την Ασίαν εκλήθησαν Βιθυνοί. Άλλοτε, ως αυτοί λέγουσιν εκαλούντο Στρυμόνιοι, καθότι κατώκουν περί τον Στρυμόνα· λέγουσι δε ότι τους εδίωξαν εκ της χώρας των οι Τευκροί και οι Μυσοί. Τούτων δε των εν τη Ασία Θρακών αρχηγός ήτο ο Βασσάκης του Αρταβάνου.
76. Οι δε Χάλυβες (17) είχον ασπίδας μικράς εκ δέρματος βοός ακατεργάστου, και έκαστος δύο ακόντια ως εκείνα τα οποία κατασκευάζουσιν εις την Λυκίαν. Εις τας κεφαλάς των είχον κράνη χάλκινα προ των οποίων υψούντο κέρατα και ώτα βοός χάλκινα και επ' αυτών λόφοι. Περί τας κνίμας είχον τεμάχια υφάσματος πορφυροβαφή. Εις την χώραν δε αυτών υπάρχει χρηστήριον του Άρεως.
77. Οι δε Καβηλείς, άποικοι των Μηόνων, καλούμενοι Λασόνιοι, είχον οπλισμόν όμοιον με τους Κίλικας, τον οποίον θα εκθέσω όταν φθάσει η σειρά να ομιλήσω διά τους Κίλικας (18). Οι δε Μιλύαι είχον αιχμάς κοντάς και ενδύματα εμπεπορπημένα. Τινές εξ αυτών είχον τόξα Λύκια, εις δε τας κεφαλάς περικεφαλαίας δερματίνας. Τούτων όλων αρχηγός ήτο ο Βάδρης του Υστάνους.
78. Οι Μόσχοι δε είχον περικεφαλαίας μεν ξυλίνας, ασπίδας δε μικράς και ακόντια βραχέα των οποίων όμως αι λόγχαι ήσαν μακραί. Οι δε Τιβαρηνοί, οι Μάκρωνες και οι Μοσύνοικοι εστράτευον εσκευασμένοι ως οι Μόσχοι. Τούτους δε ωδήγουν οι εξής αρχηγοί· τους μεν Μόσχους και τους Τιβαρηνούς ο Αριόμαρδος, υιός του Δαρείου και της Πάρμυος, θυγατρός του Σμέρδιος, υιού του Κύρου· τους δε Μάκρωνας και τους Μοσυνοίκους ο Αρταΰκτης του Χοράσμιος, όστις ήτο διοικητής της εν Ελλησπόντω Σηστού.
79. Οι δε Μάρες είχον κράνη μεν επιχώρια πλεκτά, ασπίδας δε δερματίνας μικράς και ακόντια. Οι δε Κόλχοι είχον κράνη ξύλινα, ασπίδας εκ δέρματος βοός ακατεργάστου, αιχμάς βραχείας και προσέτι μαχαίρας. Τούτων των Μαρών και των Κόλχων αρχηγός ήτο ο Φαρανδάτης του Τεάσπιδος. Οι δε Αλαρόδιοι και οι Σάσπειρες εστρατεύοντο ωπλισμένοι ως οι Κόλχοι. Τούτων αρχηγός ήτο ο Μασίστιος του Σιρομίτρου.
80. Τα δε νησιωτικά έθνη τα ακολουθούντα εκ της Ερυθράς Θαλάσσης και των νήσων όπου ο βασιλεύς πέμπει τους εκπατριζομένους, είχον ενδύματα και όπλα ομοιότατα με τα Μηδικά. Τούτων των νησιωτών αρχηγός ήτο ο Μαρδόντης του Βαγαίου όστις κατά το δεύτερον έτος έπεσεν εις την εν Μυκάλη μάχην, είς ων των στρατηγών.
81. Ταύτα ήταν τα έθνη άτινα εστρατεύοντο διά ξηράς και απετέλουν το πεζόν, αρχηγοί δε αυτών ήσαν οι ανωτέρω ρηθέντες οίτινες και τα ωργάνωσαν και τα ηρίθμησαν δίδοντες αυτοίς χιλιάρχας και μυριάρχας· οι δε μυριάρχαι διώρισαν εκατοντάρχας και δεκάρχας· Άλλοι αξιωματικοί ιθαγενείς επεστάτουν τα τάγματα εκάστου έθνους, αλλά και ούτοι υπήκουον εις τους ανωτέρω ρηθέντας αρχηγούς.
82. Τούτων δε και σύμπαντος του πεζού στρατού εστρατήγουν ο Μαρδόνιος του Γωβρύου, ο Τριτανταίχμης του Αρταβάνου του συμβουλεύσαντος να μη στρατεύσωσι κατά της Ελλάδος, ο Σμερδομένης του Οτάνου (αμφότεροι ούτοι ήταν παίδες αδελφών του Δαρείου και επομένως εξάδελφοι του Ξέρξου), ο Μασίστης, υιός του Δαρείου και της Ατόσσης, ο Γέργις του Αρίζου και ο Μεγάβυζος του Ζωπύρου.
83. Ούτοι ήσαν οι στρατηγοί όλου του πεζού χωρίς των μυρίων· των δε μυρίων λογάδων τούτων Περσών εστρατήγει μεν ο Υδάρνης του Υδάρνους, εκαλούντο δε αθάνατοι διά την εξής αιτίαν. Εάν τις εξ αυτών ήθελε λείψει είτε, ένεκα θανάτου είτε ένεκα ασθενείας, εξελέγετο άλλος και ουδέποτε ήσαν ούτε πλείονες των μυρίων ούτε ελάσσονες. Μεταξύ όλου του στρατού διεκρίνοντο οι Πέρσαι διά τον οπλισμόν των, ούτοι δε οι μύριοι ήσαν υπέρτεροι των άλλων Περσών. Ωπλισμένοι ως είπα, διεκρίνοντο διά την αφθονίαν των χρυσών κοσμημάτων των· έφερον μεθ' εαυτών αρμαμάξας εντός των οποίων είχον τας παλλακάς των και την πολλήν και πλουσίως κεκοσμημένην θεραπείαν των. Ιδιαίτεραι δε κάμηλοι και άλλα υποζύγια ζώα έφερον τας τροφάς των.
84. Τα έθνη ταύτα έχουσι και ιππικόν, εν τούτοις δεν έδωκαν ιππείς όλα, αλλά μόνον τα εξής. Οι Πέρσαι, των οποίων οι ιππείς ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί· μόνον εις τας κεφαλάς είχον τινες ελάσματα σιδηρά ή χαλκά.
85. Υπάρχουσι νομάδες τινές καλούμενοι Σαγάρτιοι φυλή Περσική καθ' όλα και κατά την γλώσσαν, η ενδυμασία των δε είναι μεταξύ της Περσικής και της Πακτυικής. Ούτοι είχον δώσει οκτακισχιλίους ιππείς. Οι άνθρωποι ούτοι απαξιούσι να έχωσιν άλλα όπλα χάλκικα ή σιδηρά και μεταχειρίζονται μόνον σχοινία δερμάτινα πεπλεγμένα, εις τα οποία έχουσιν όλον το θάρρος των όταν εξέρχωνται εις πόλεμον. Ο τρόπος δε της μάχης των ανθρώπων τούτων είναι ο εξής: Όταν συμπλακώσι με τους πολεμίους, ρίπτουσι τα σχοινία τα οποία εις την άκραν έχουσι βρόχον, όντινα δε τύχωσιν, ίππον ή άνθρωπον, τον έλκουσι προς εαυτούς· ούτοι δε εμπλεκόμενοι ως εις δίκτυα διαφθείρονται. Τούτων λοιπόν τοιούτος είναι ο τρόπος του πολεμείν, και ήσαν τεταγμένοι εις τους Πέρσας.
86. Οι δε Μήδοι ιππείς είχον την ιδίαν σκευήν με τους πεζούς, και οι Κίσσιοι ομοίως· έτι δε και το ιππικόν των Ινδών είχε την ιδίαν σκευήν με το πεζόν· οι Ινδοί όμως ήλαυνον και κέλητας και άρματα· εις δε τα άρματα ήταν εζευγμένοι ίπποι και όνοι άγριοι. Οι δε Βάκτριοι ιππείς ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί· ομοίως και οι Κάσπιοι, ομοίως και οι Λίβυες. Όλοι δε ούτοι ήλαυνον άρματα. Προσέτι δε και οι Κάσπειροι και οι Παρικάνιοι ήσαν ωπλισμένοι ως οι πεζοί. Οι δε Αράβιοι ιππείς σκευήν μεν είχον ως οι πεζοί, ήλαυνον δε όλοι καμήλους αίτινες δεν είναι υποδεέστεραι των ίππων κατά την ταχύτητα.
87. Ταύτα μόνα τα έθνη είχον ιππικόν, ο αριθμός δε των ίππων εγένετο ογδοήκοντα χιλιάδες, πάρεξ των καμήλων και των αρμάτων. Είχον οργανωθή κατά τάγματα και οι Αράβιοι ετάχθησαν τελευταίοι· επειδή οι ίπποι δεν ανέχονται τας καμήλους, διά τούτο ετάχθησαν ύστεροι ίνα μη φοβήται το ιππικόν.
88. Ίππαρχοι ήσαν ο Αρμαμίθρης και ο Τίθαιος, υιοί του Δάτιδος· ο τρίτος συνίππαρχος Φαρνούχης είχε μείνει ασθενής εις τας Σάρδεις, καθότι ότε ανεχώρουν εκ της πόλεως ταύτης τω συνέβη συμφορά δυσάρεστος. Ενώ ίππευε, κύων διήλθεν υπό τους πόδας του ίππου, και ο ίππος μη προϊδών εφοβήθη και στας ορθός έρριψε κάτω τον Φαρνούχην, όστις πεσών ήμεσεν αίμα και η ασθένεια του μετετράπη εις φθίσιν. Οι υπηρέται του έκαμον τον ίππον ως επρόσταξεν· απαγαγόντες αυτόν εις τον τόπον όπου έρριψε τον δεσπότην του, τω έκοψαν τους πόδας μέχρι γονάτων. Τοιουτοτρόπως ο Φαρνάκης εστερήθη της αρχηγίας.
89. Των δε τριήρεων ο αριθμός συνεποσώθη εις χιλίας διακοσίας, και παρέσχον αυτάς οι εξής. Οι μεν Φοίνικες και οι της Παλαιστίνης Σύριοι τριακοσίας, ωπλισμένοι όντες οι άνδρες κατά τον ακόλουθον τρόπον· εις μεν τας κεφαλάς είχον περικεφαλαίας κατεσκευασμένας σχεδόν ως τας των Ελλήνων· ενδεδυμένοι δε θώρακας λινούς, είχον ασπίδας μη πέρικεκοσμημένας και ακόντια. Ούτοι δε οι Φοίνικες άλλοτε κατώκουν, ως αυτοί λέγουσιν, εις τα παράλια της Ερυθράς θαλάσσης· εκείθεν δε αναχωρήσαντες ήλθον εις την Συρίαν και εγκατεστάθησαν εις τα παραθαλάσσια. Όλον τούτο το μέρος της Συρίας μέχρι της Αιγύπτου καλείται Παλαιστίνη. Οι δε Αιγύπτιοι παρέσχον πλοία διακόσια. Ούτοι είχον περί τας κεφαλάς κράνη πλεκτά, ασπίδας κοίλας με πλατέα περικοσμήματα και δόρατα ναυμαχίας, και πελέκεις μεγάλους. Οι πλείστοι δε εξ αυτών ήσαν θωρακοφόροι και είχον μαχαίρας μεγάλας. Και ούτοι μεν ούτως ήσαν ωπλισμένοι.
90. Οι δε Κύπριοι παρέσχον εκατόν πεντήκοντα πλοία και ήσαν ωπλισμέναι ως εξής. Οι μεν βασιλείς αυτών είχον εις τας κεφαλάς μίτρας περιτετυλιγμένας (19), οι δε άλλοι εφόρουν χιτώνας, κατά τα λοιπά δε ήταν ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Τα δε έθνη των Κυπρίων, ως αυτοί οι Κύπριοι λέγουσιν, είναι τα εξής. Οι από της Σαλαμίνος των Αθηνών καταγόμενοι, οι από της Αρκαδίας, οι από της Κύθνου, οι από της Φοινίκης και οι από της Αιθιοπίας.
91. Οι δε Κίλικες παρέσχον εκατόν πλοία. Ούτοι δε πάλιν περί τας κεφαλάς μεν είχον κράνη επιχώρια, μικράς ασπίδας εκ δέρματος βοείου ακατεργάστου και χιτώνας μαλλίνους· έκαστος δε είχε δύο ακόντια και ξίφος ομοιότατον με τας Αιγυπτιακάς μαχαίρας. Ούτοι πάλαι μεν εκαλούντο Υπαχαιοί, έλαβον δε έπειτα την επωνυμίαν Κίλικες εκ του Κίλικος, υιού του Φοίνικος Αγήνορος. Οι Πάμφυλοι δε παρέσχον τριάκοντα πλοία και ήσαν ωπλισμένοι με Ελληνικά όπλα. Οι Πάμφυλοι ούτοι κατάγονται εκ των Ελλήνων εκείνων οίτινες επιστρέφοντες εκ της Τροίας αποπλανήθησαν μετά του Αμφιλόχου και του Κάλχαντος.
92. Οι δε Λύκιοι έδοσαν πλοία πεντήκοντα και εφόρουν θώρακας και κνημίδας· τόξα είχον εκ ξύλου κρανέας, βέλη καλάμινα, άνευ πτερών, και ακόντια. Προς τούτοις είχον δέρματα αιγών ερριμμένα εις τους ώμους, εις δε τας κεφαλάς πίλους περιεστεφανωμένους με πτερά· είχον δε και εγχειρίδια και δρέπανα. Οι Λύκιοι ούτοι, καταγόμενοι εκ της Κρήτης, εκαλούντο Τερμίλαι, έλαβον δε την επωνυμίαν Λύκιοι εκ του Λύκου, υιού του Αθηναίου Πανδίονος.
93. Οι δε Δωριείς της Ασίας έδοσαν τριάκοντα πλοία έχοντες όπλα Ελληνικά και καταγόμενοι εκ της Πελοποννήσου. Οι Κάρες δε παρέσχον εβδομήκοντα πλοία· και ήσαν ωπλισμένοι κατά τα άλλα ως οι Έλληνες, είχον δε δρέπανα και εγχειρίδια. Πώς εκαλούντο δε ούτοι πρότερον, το είπον εις τα προλαβόντα βιβλία (20).
94. Οι δε Ίωνες ωπλισμένοι ως οι Έλληνες έδοσαν εκατόν πλοία. Ούτοι ενόσω κατώκουν εν τη Πελοποννήσω την χώραν ήτις καλείται σήμερον Αχαΐα, και πριν έλθωσιν εις την Πελοπόννησον ο Δαναός και ο Ξούθος, εκαλούντο, ως λέγουσιν οι Έλληνες, Πελασγοί Αιγιαλείς· μετωνομάσθησαν δε Ίωνες από του Ίωνος, υιού του Ξούθου.
95. Οι δε νησιώται έδοσαν δεκαεπτά πλοία και ήσαν ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Και ούτοι είναι έθνος Πελασγικόν, ύστερον δε εκλήθη Ιωνικόν, διά τον αυτόν λόγον δι' ον οι κατέχοντες τας δώδεκα πόλεις εκλήθησαν Ίωνες, άποικοι όντες των Αθηνών. Οι δε Ελλησπόντιοι πλην των Αβυδηνών (διότι οι Αβυδηνοί διετάχθησαν παρά του βασιλέως να μείνωσιν εις τον τόπον των και να φυλάττωσι τας γεφύρας) οι λοιποί οι εκ του πόντου στρατευόμενοι έδοσαν μεν πλοία εκατόν, ήσαν δε ωπλισμένοι ως οι Έλληνες. Ήσαν δε ούτοι άποικοι, των Ιώνων και των Δωριέων.
96. Εις όλα δε τα πλοία είχον επιβιβασθή Πέρσαι, Μήδοι και Σάκαι. Τα πλοία των Φοινίκων ήσαν τα άριστα του στόλου, και τα των Σιδωνίων τα άριστα μεταξύ των Φοινίκων. Όλοι δε ούτοι ως και οι τεταγμένοι εις το πεζόν είχον αρχηγούς επιχωρίους τους οποίους εγώ δεν αναφέρω επειδή ούτε είναι άξιοι μνημονεύσεως. Όσαι πόλεις ήσαν εις έκαστον έθνος, τόσοι αρχηγοί ήσαν, αλλ' ούτοι ακολούθησαν ουχί τόσον ως στρατηγοί, αλλά μάλλον ως δούλοι στρατιώται. Και τους μεν στρατηγούς του πεζού όσοι είχον πάσαν της εξουσίαν και τους Πέρσας όσοι ώριζον έκαστον έθνος, ανέφερα ανωτέρω.