Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I ΗΡΟΔΟΤΟΥ (continued 4)
Reading edition
97. Του δε ναυτικού στρατηγοί ήσαν οι εξής· ο Αριαβίγνης του Δαρείου, ο Πρηξάσπης του Ασπαθίνου, ο Μεγάβαζος του Μεγαβάτου και ο Αχαιμένης του Δαρείου. Της μεν Ιωνικής και Καρικής μοίρας αρχηγός ήτο ο Αριαβίγνης, υιός του Δαρείου και της θυγατρός του Γωβρύου· της δε Αιγυπτιακής ο Αχαιμένης, αδελφός του Ξέρξου εκ πατρός και μητρός· του δε λοιπού στόλου ήσαν οι άλλοι δύο. Τριακόντοροι δε και πεντηκόντοροι και κέρκουροι και πλοία ιππαγωγά μικρά περιληφθέντα εις την απαρίθμησιν, ευρέθησαν τρεις χιλιάδες.
98. Μετά τους στρατηγούς, οι μάλλον ονομαστοί εκ των ευρισκομένων εις τον στόλον ήσαν οι εξής· ο Σιδώνιος Τετράμνηστος του Ανύσου, ο Τύριος Μάπην του Σιρώμου, ο Αράδιος Μέρβαλος του Αγβάλου, ο Κίλιξ Συέννεσις του Ωρομέδοντος, ο Λύκιος Κυβερνίσκος του Σίκα, οι Κύπριοι Γόργος του Χέρσιος και Τιμώναξ του Τιμαγόρου, οι Κάρες Ιστιαίος του Τύμνου, Τίγρης του Σελδώμου και Δαμασίθυμος του Κανδαύλου.
99. Τους μεν άλλους ταξιάρχους δεν είναι ανάγκη να αναφέρω, αλλά μόνον την Αρτεμισίαν, ήτις εστράτευσε κατά της Ελλάδος και την οποίαν μεγάλως θαυμάζω. Η γυνή αύτη, αφού απέθανεν ο σύζυγός της, ανέλαβε την βασιλείαν και την κηδεμονίαν του ανήλικος υιού της και ενώ δεν ήτο ουδεμία ανάγκη, ηκολούθησεν εις την εκστρατείαν μετά θάρρους ανδρικού. Εκαλείτο Αρτεμισία, και ήτο θυγάτηρ του Λυγδάμιδος· κατά δε το γένος πατρόθεν μεν ήτο εκ της Αλικαρνασού, μητρόθεν δε Κρήσσα. Ηγεμόνευε δε των Αλικαρνασέων, των Κώων, των Νισυρίων και των Καλυδνίων, δώσασα πέντε πλοία, άτινα ήσαν τα μάλλον αξιοπαρατήρητα όλου του στόλου, μετά τα πλοία των Σιδωνίων, εξ όλων δε των συμμάχων αυτή έδιδε τας αρίστας συμβουλάς εις τον βασιλέα. Αι πόλεις τας οποίας είπα ότι εκυβέρνα, είναι όλαι Δωρικαί· καθότι οι μεν Αλικαρνασείς είναι Τροιζήνιοι, οι δε άλλοι Επιδαύριοι. Και όσα μεν είπα διά τον ναυτικόν στρατόν αρκούσιν.
100. Ο δε Ξέρξης αφού ηριθμήθη και διετάχθη ο στρατός, επεθύμησε να περιέλθη ο ίδιος τας τάξεις του και να τον επιθεωρήση. Όθεν αναβάς επί άρματος διήρχετο έμπροσθεν εκάστου έθνους αποτείνων διαφόρους ερωτήσεις, οι δε γραματείς εσημείωνον τας αποκρίσεις, μέχρις ου μετέβη από την μίαν εις την άλλην άκραν του ιππικού και του πεζού. Τούτου γενομένου, και των πλοίων καθελκυσθέντων εις την θάλασσαν, ο Ξέρξης κατέβη από του άρματος, εισήλθεν εις πλοίον Σιδώνιον το οποίον εσκίαζε χρυσή σκηνή, και παρέπλευσεν έμπροσθεν των πρωρών των πλοίων, ερωτών αυτά ως είχε πράξει διά τον πεζόν στρατόν και καταγράφων τας αποκρίσεις. Οι ναύαρχοι είχον μακρυνθή τέσσαρα πλέθρα από του αιγιαλού, έπειτα έστρεψαν όλοι τας πρώρας προς την γην μετωπηδόν και εξώπλισαν τους επιβάτας ως εις πόλεμον. Ο δε Ξέρξης πλέων μεταξύ των πρωρών και του αιγιαλού, τα επεθεώρει.
101. Αφού δε επεθεώρησε και τον στόλον και εξήλθεν εις την ξηράν, προσεκάλεσε τον Δημάρατον του Αρίστωνος, όστις ηκολούθει αυτόν εις την κατά της Ελλάδος εκστρατείαν. Καλέσας δε αυτόν τον ηρώτησε τα εξής· «Δημάρατε, ευχαριστούμαι να σε ερωτήσω κατ' αυτήν την στιγμήν περί τινος πράγματος· είσαι Έλλην, και ως ήκουσα από σε και από τους άλλους Έλληνας μεθ' ων συνωμίλησα, είσαι εκ πόλεως ουχί μικράς ούτε ασθενούς. Τώρα λοιπόν ειπέ μοι εάν οι Έλληνες θα τολμήσωσι να άρωσι χείρας εναντίον μου· διότι, ως μεν φρονώ εγώ, όλοι οι Έλληνες και όλοι οι λοιποί άνθρωποι όσοι κατοικούσι προς δυσμάς εάν ενωθώσι, δεν είναι ικανοί να με αντισταθώσι, διότι δεν είναι σύμφωνοι μεταξύ των. Θέλω όμως ν' ακούσω και παρά σου τι φρονείς περί αυτών.» Ο μεν Ξέρξης ταύτα ηρώτα, ο δε Δημάρατος αποκριθείς είπεν· «ω βασιλεύ, τι προτιμάς; την αλήθειαν να σε ειπώ ή εκείνο το οποίον σε είναι αρεστόν;» Εκείνος δε τον διέταξε να είπη την αλήθειαν, λέγων ότι δεν ήθελε τον αγαπήσει διά τούτο ολιγώτερον ή πρότερον.
102. Αφού ήκουσε ταύτα ο Δημάρατος, είπε τα εξής· «Βασιλεύ, αφού με διατάττεις να σε είπω όλην την αλήθειαν, ώστε να μη φωραθώ ύστερον παρά σου ψευδόμενος, μάθε ότι η πενία είναι πάντοτε η πιστή φίλη των Ελλήνων, εις αυτήν δε προστίθεται η αρετή ήτις κτάται διά της φρονήσεως και των σταθερών νόμων. Ταύτην την αρετήν μεταχειριζομένη η Ελλάς, υπερασπίζεται κατά της πενίας και της τυραννίας. Και επαινώ μεν όλους τους Έλληνας τους κατοικούντας περί εκείνους τους Δωρικούς τόπους, ο σκοπός μου όμως είναι να μη σε ομιλήσω περί όλων αλλά μόνον περί των Λακαδαιμονίων. Πρώτον μεν ότι δεν είναι δυνατόν να δεχθώσι τους λόγους σου προτείνοντας την δούλωσιν της Ελλάδος, έπειτα δε ότι θα εξέλθωσιν εναντίον σου εις μάχην, έστω και αν όλοι οι άλλοι Έλληνες ταχθώσι με το μέρος σου. Όσον αφορά διά τον αριθμόν αυτών, μη ερωτάς πόσοι όντες δύνανται να πράξωσι ταύτα, διότι και χίλιοι εάν εκστρατεύσωσι θα σε πολεμήσωσι· και ολιγώτερρι τούτων ή και περισσότεροι.»
103. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης εγέλασε και είπε· «Δημάρατε, τι λέγεις; χίλιοι άνθρωποι να πολεμήσωσιν εναντίον τοσούτου στρατού! Έλα, ειπέ μοι· συ λέγεις ότι υπήρξες βασιλεύς τούτων των ανθρώπων· δέχεσαι λοιπόν τώρα αμέσως να πολεμήσης με δέκα; καθότι αν οι πολίται σας ήναι τοιούτοι οίους τους περιγράφεις, συ ο βασιλεύς εκείνων πρέπει να αντιτάσσεται κατά διπλασίου αριθμού αντιπάλων, συμφώνως με τους νόμους σας· ώστε, εάν έκαστος αυτών ήναι αντάξιος να πολεμήση με δέκα εκ των ιδικών μου στρατιωτών, κρίνω ότι συ πρέπει να ήσαι αντάξιος να πολεμήσης με είκοσι, και τότε ειμπορεί να ήναι ορθός ο λόγος ο παρά σου ειρημένος. Αλλ' εάν ήσθε όλοι του αυτού αναστήματος ως συ και οι άλλοι Έλληνες μεθ' ων συνωμίλησα, καυχάσαι. Πρόσεξε λοιπόν μήπως όσα λέγεις είναι κομπορρημοσύνη. Φέρε να εξετάσωμεν το πιθανόν· χίλιοι ή και μύριοι ή και πεντακισμύριοι, όλοι ελεύθεροι και ίσοι, μη υποτασσόμενοι εις ένα μόνον αρχηγόν, πώς είναι δυνατόν να αντισταθώσιν εις τοσούτον στρατόν; θα ήμεθα τουλάχιστον χίλιοι προς ένα, εάν εκείνοι αντιτάξωσι πέντε χιλιάδας. Προσέτι οι ιδικοί μας στρατιώται, κατά τους ημετέρους νόμους, διοικούμενοι παρ' ενός μόνου, θα εδεικνύοντο εκ φόβου γενναιότεροι παρ' όσον είναι εκ φύσεως· μαστιγούμενοι, δε θα ηδύναντο να ορμήσωσι και κατά περισσοτέρων. Οι ιδικοί σας όμως, αφειμένοι ελεύθεροι, δεν είναι δυνατόν να πράξωσιν ουδέν τούτων. Νομίζω λοιπόν ότι και ισάριθμοι αν ήσαν οι Έλληνες, δυσκόλως θα ηδύναντο να πολεμήσωσι με τους Πέρσας μόνους. Αυτό το οποίον λέγεις, ευρίσκεται παρ' ημίν, ουχί μεταξύ του πλήθους, αλλά μεταξύ των λογάδων ανδρών· διότι έχω περί εμέ φύλακας Πέρσας οίτινες δεν θα εδίσταζον να πολεμήσωσι με τρεις Έλληνας συγχρόνως. Επειδή όμως δεν τους εδοκίμασες, λεγεις πολλάς φλυαρίας.»
104. Προς ταύτα ο Δημάρατος είπεν· «Ω βασιλεύ, εξ αρχής ήξευρα ότι η αλήθεια δεν θα σε ήτο αρεστή, επειδή όμως με ηνάγκασες να είπω αληθεστάτους λόγους, σε είπον τα προσήκοντα περί των Σπαρτιατών. Εν τούτοις πόσον τους αγαπώ το ηξεύρεις πολύ καλά, διότι αυτοί αφαιρέσαντές με την τιμήν και τα πατρικά μου δικαιώματα με κατέστησαν φυγάδα και άπολιν, ο δε πατήρ σου με εδέχθη και με έδωκε κατοικίαν και πλούτη. Δεν είναι δε πρέπον ο φρόνιμος άνθρωπος να λησμονή εκείνους οίτινες έδειξαν προς αυτόν εύνοιαν, αλλά να τους αγαπά ευγνωμόνως. Δεν καυχώμαι ότι είμαι ικανός να πολεμήσω με δέκα ανθρώπους ούτε με δύο, εκουσίως δε δεν ήθελον πολεμήσει ούτε με ένα. Εάν όμως ήτο ανάγκη ή εάν επρόκειτο να κερδίσω μέγα βραβείον, ευχαρίστως θα ηγωνιζόμην με ένα εκ των ανδρών τούτων, έκαστος των οποίων ως λέγεται είναι αντάξιος τριών Ελλήνων. Οι Λακεδαιμόνιοι είς προς ένα πολεμούντες, δεν ήναι κατώτεροι ουδενός· πολεμούντες όμως πολλοί ομού, είναι οι ανδρειότατοι των ανθρώπων, καθότι εάν ήναι ελεύθεροι, δεν έχουσιν ελευθερίαν απεριόριστον, αλλ' υπακούουσιν εις ένα δεσπότην, τον νόμον, τον οποίον φοβούνται πολύ περισσότερον παρ' όσον φοβούνται σε οι σοι. Εκτελούσι παν ό,τι εκείνος τους προστάζει τους προστάζει δε πάντοτε το αυτό, και δεν τους συγχωρεί να φεύγωσιν από την μάχην, όσον και αν ήναι το πλήθος των εναντίων, αλλά μένοντες εις τας τάξεις των ή να νικώσιν ή να αποθνήσκωσιν. Εάν ταύτα λέγων σοι φαίνομαι ότι φλυαρώ, εις το εξής θα σιωπώ· τώρα όμως αναγκασθείς ωμίλησα. Είθε δε, ω βασιλεύ, να γίνωσι τα πράγματα, ως επιθυμείς.»
105. Ο μεν Δημάρατος ταύτα είπεν, ο δε Ξέρξης ετράπη εις γέλωτα και δεν ωργίσθη παντάπασιν, αλλά τον απέπεμψεν ηπίως. Μετά την συνομιλίαν ταύτην ο βασιλεύς διώρισεν υπάρχον του Δορίσκου τον Μασκάμην του Μεγαδόστου προς αντικατάστασιν εκείνου, τον οποίον είχε διορίσει ο Δαρείος, και έπειτα εκίνησε τον στρατόν κατά της Ελλάδος διά μέσου της Θράκης.
106. Ο δε Μασκάμης τον οποίον άφησεν εκεί τοιούτος εγένετο, ώστε ο Ξέρξης εις αυτόν μόνον έπεμπε δώρα ως τον αξιώτερον όλων όσους ή αυτός ο Ξέρξης ή ο Δαρείος διώρισαν υπάρχους. Τα έπεμπε δε ανά παν έτος, ως έπεμπε και ο υιός του Αρταξέρξης εις τους υιούς του Μεσκάμη. Ήδη, προ της εκστρατείας ταύτης, ήσαν διωρισμένοι ύπαρχοι εις όλα τα μέρη της Θράκης και του Ελλησπόντου· όλου όμως και από την Θράκην και από τον Ελλήσποντον, πλην εκείνου όστις ήτο εις τον Δορίσκον, εδίωξαν οι Έλληνες μετά την εκστρατείαν ταύτην· τον δε εν τω Δορίσκω Μασκάμην, μολονότι επανειλημμένως απεπειράθησαν, ουδείς ηδυνήθη να τον διώξη. Τούτου ένεκα οι βασιλείς της Περσίας πέμπουσι πάντοτε δώρα εις την οικογένειάν του.
107. Εξ όλων δε των υπάρχων των οποίων τας τοπαρχίας εκυρίευσαν οι Έλληνες, ουδένα ο βασιλεύς έκρινεν ανδρείον ειμή τον Βόγην μόνον, ύπαρχον της Ηιόνος. Τούτον ουδέποτε έπαυσε να επαινή, και ετίμησε μεγάλως τους παίδας αυτού όσοι επέζησαν εις την Περσίαν. Και τωόντι άξιος μεγάλου επαίνου εφάνη ο Βόγης· Αυτός ότε επολεμήθη από τους Αθηναίους και τον Κίμωνα του Μιλτιάδου, μολονότι ηδύνατο να εξέλθη υπόσπονδος και να επιστρέψη εις την Ασίαν, δεν ηθέλησε, μήπως φανή εις τον βασιλέα ότι υπό δειλίας εφρόντισε να σώση την ζωήν του, και διεκαρτέρησε μέχρις εσχάτων. Αφού δε εξηντλήθησαν όλαι αι ζωοτροφίαι, σωρεύσας πυράν μεγάλην, έσφαξε τα τέκνα, την γυναίκα, τας παλάκας, τους οικέτας, και τους έρριψεν εις το πυρ· έπειτα έλαβεν όλον τον χρυσόν και τον άργυρον της πόλεως και τον έρριψεν από τα τείχη εις τον Στρυμόνα. Αφού δε έπραξεν όλα ταύτα, ερρίφθη και αυτός εις το πυρ. Τούτου ένεκα δικαίως επαινείται μέχρι της σήμερον υπό των Περσών.
108. Ο δε Ξέρξης εκ του Δορίσκου επορεύετο κατά της Ελλάδος, όσα δε έθνη ευρίσκοντο εις την πορείαν του τα ηνάγκαζε ν' ακολουθώσι τον στρατόν· καθότι, ως είπον ήδη προηγουμένως, όλη η μέχρι της Θεσσαλίας χώρα ήτο υποδεδουλωμένη και φόρου υποτελής, πρώτον μεν υπό του Μεγαβάζου, έπειτα δε υπό του Μαρδονίου. Πορευόμενος δε εκ του Δορίσκου, πρώτον διήλθε πλησίον των Σαμοθρακικών τειχών, των οποίων το τελευταίον προς δυσμάς είναι η Μεσαμβρία· κατόπιν αυτής είναι η πόλις των Θασίων Στρύμη, και μεταξύ των δύο τούτων πόλεων ρέει ο Λίσσος ποταμός, του οποίου το ύδωρ δεν ήρκεσε τότε εις τον στρατόν του Ξέρξου, αλλ' εξέλιπεν. Η χώρα αύτη πάλαι μεν εκαλείτο Γαλλαϊκή, νυν δε Βριαντική· αληθώς όμως ειπείν είναι και αύτη των Κικόνων.
109. Διαβάς δε το αποξηρανθέν ρείθρον του Λίσσου ποταμού, διήλθε πλησίον των Ελληνίδων πόλεων Μαρωνείας, Δικαίας και Αβδήρων· εκ τούτων διήλθε και προσέτι διά των ονομαστών λιμνών Ισμαρίδος, ήτις είναι μεταξύ Μαρωνείας και Στρύμης, και Βριστονίδος, ήτις είναι πλησίον της πόλεως Δικαίας, και εις την οποίαν χύνονται δύο ποταμοί, ο Τραύος και ο Κόμψατος. Πλησίον δε των Αβδήρων δεν υπάρχει λίμνη αξία μνήμης· διέβη δε μόνον τον ποταμόν Νέστον όστις ρέει εις την θάλασσαν. Μετά τας χώρας ταύτας εξακολουθών την οδοιπορίαν του διήλθε πλησίον των ηπειρωτίδων πόλεων, εις μίαν των οποίων ευρίσκεται λίμνη, της οποίας η περιφέρεια είναι ακριβώς τριάκοντα σταδίων, ιχθυώδης και λίαν αλμυρά. Ταύτην εξήρανον μόνον τα υποζύγια ποτιζόμενα. Η πόλις αύτη ονομάζεται Πίστυρος. Ταύτας τας παραθαλασσίας και Ελληνίδας πόλεις αφίνων εις τα αριστερά του επροχώρει.
110. Έθνη δε Θρακών, διά της χώρας των οποίων επορεύετο, εισί τα εξής, Παίτοι Κίκονες, Βίστονες, Σαπαίοι, Δερσαίοι, Ηδωνοί, Σάτραι. Εξ αυτών οι μεν κατοικούντες παρά την θάλασσαν ηκολούθουν με τα πλοία, οι δε κατοικούντες την μεσόγειον, οι υπ' εμού απαριθμηθέντες, πλην των Σατρών, όλοι οι άλλοι ηναγκάσθησαν ν' ακολουθώσι διά ξηράς.
111. Οι Σάτραι ούτοι, καθ' όσον ηξεύρομεν, ουδενός υπήκοοι εγένοντο, αλλά μέχρι της εποχής μου μόνοι από τους Θράκας εξηκολούθησαν να μένωσιν ελεύθεροι, καθότι κατοικούσιν όρη υψηλά κεκαλυμμένα υπό διαφόρων δασών και χιόνων, και είναι περί τα πολεμικά επιτηδηότατοι. Αυτοί είναι οι έχοντες το μαντείον του Διονύσου· το δε μαντείον τούτο υπάρχει επί του υψηλοτάτου των ορέων. Εκ των Σατρών οι Βησσοί είναι οι επιμελούμενοι τον ναόν, χρησμοδοτεί δε μία πρόμαντις, ως και εις τους Δελφούς, και οι χρησμοί αυτής είναι επίσης διφορούμενοι.
112. Αφού δε διήλθεν ο Ξέρξης τας χώρας τας οποίας ηρίθμησα, διήλθεν έπειτα πλησίον των τειχών των Πιέρων εξ ων το μεν καλείται Φάγρης το δε Πέργαμος. Πλησίον τούτων των τειχών διήλθεν, αφήσας προς τα δεξιά το Πάγγαιον, όρος μέγα και υψηλόν, έχον μεταλλεία χρυσού και αργύρου άτινα νέμονται οι Πίερες, οι Οδόμαντοι, και προ πάντων οι Σάτρα.
113. Διελθών δε πλησίον των Παιόνων, των Δοβήρων και των Παιοπλών, οίτινες κατοικούσι προς τα βόρεια του Παγγαίου, επορεύετο προς δυσμάς μέχρις ου έφθασεν εις τον ποταμόν Στρυμόνα και την πόλιν Ηιόνα την οποίαν, τότε ζων, εκυβέρνα ο Βόγης περί του οποίου συντόμως ωμίλησα προ ολίγου. Η δε γη αύτη η περί το Πάγγαιον όρος καλείται Φυλλίς, και εκτείνεται προς δυσμάς μεν μέχρι του ποταμού Αγγίτου εκδίδοντος εις τον Στρυμόνα, προς μεσημβρίαν δε μέχρις αυτού του Στρυμόνος, εις τον οποίον οι μάγοι σφάζοντες ίππους λευκούς εζήτουν αισίους οιωνούς.
114. Αφού δε εγένοντο οι εξορκισμοί ούτοι εις τον ποταμόν και πολλά άλλα πλην τούτων, ο στρατοί εξηκολούθησε την οδοιπορίαν του προς τας γεφύρας διά των Εννέα οδών, ήτις γη είναι των Ηδωνών, και εύρε τον Στρυμόνα εζευγμένον. Μαθόντες δε οι Πέρσαι ότι ο τόπος εκείνος εκαλείτο Εννέα οδοί, έθαψαν εν αυτώ εννέα νέους ζώντας και εννέα παρθένους των εντοπίων. Είναι δε έθιμον Περσικόν να θάπτωνται άνθρωποι ζωντανοί· καθότι ήκουσα ότι και η Άμηστρις, η γυνή του Ξέρξου, γηράσασα, κατώρυξε δεκατέσσαρας παίδας Περσών επιφανών θέλουσα να ευχαριστήση τον θεόν όστις ως λέγουσιν είναι υπό την γην.
115. Κινήσας δε ο στρατός από του Στρυμόνος διήλθε πλησίον πόλεως τίνος Ελληνικής της Αργίλου ήτις είναι εις τον προς δυσμάς αιγιαλόν. Η γη αύτη ως και η ανωτέρω ταύτης καλείται Βισαλτία. Εκείθεν αφήσας προς τα αριστερά τον κόλπον όστις εκτείνεται προς τον ναόν του Ποσειδώνος, επορεύθη διά του Συλέος καλουμένου πεδίου, έπειτα διά της Ελληνικής πόλεως Σταγείρου, και έφθασεν εις την Άκανθον, παρασύρων όλα τα έθνη όσα κατώκουν περί το Πάγγαιον όρος, καθώς και εκείνα τα οποία απαρίθμησα προηγουμένως. Και οι μεν παρά την θάλασσαν οικούντες εισεβιβάζοντο εις τα πλοία, οι δε ορεινοί ηκολούθουν διά ξηράς. Την οδόν δε ταύτην, διά της οποίας ο βασιλεύς Ξέρξης ήλασε τον στρατόν, οι Θράκες ούτε σκάπτουσιν ούτε σπείρουσιν, αλλά μέχρι της εποχής μου την σέβονται μεγάλως.
116. Ότε έφθασεν ο Ξέρξης εις την Άκανθον εκήριξε τους Ακανθίους ξένους του, τοις έδωκε δώρον ενδυμασίαν Μηδικήν και τους επήνεσε βλέπων την προθυμίαν των εις τον πόλεμον και ακούων πόσον ειργάσθησαν διά την διώρυχα.
117. Ενώ δε ο Ξέρξης ήτο εις την Άκανθον συνέβη να αποθάνη υπό νόσου ο επιστατών εις τας εργασίας της διώρυχας Αρταχαίης. Απελάμβανε δε ούτος μεγάλην υπόληψιν παρά τω Ξέρξη και ήτο εκ του γένους των Αχαιμενιδών. Κατά το ανάστημα υπερέβαινεν όλους τους Πέρσας (καθότι τέσσαρες δάκτυλοι έλιπον διά να ήναι πέντε πήχεων βασιλικών) και ήτο μεγαλοφωνότερος όλων των ανθρώπων, ώστε ο Ξέρξης, θεωρήσας την απώλειάν του ως συμφοράν μεγίστην, τον εξέθεσε και τον έθαψε μεγαλοπρεπώς· όλος δε ο στρατός ειργάσθη εις την κατασκευήν του τάφου, οι δε Ακάνθιοι κατά χρησμόν τινα θυσιάζουσιν εις αυτόν ως εις ήρωα επικαλούμενοι το όνομά του. Και ο μεν βασιλεύς Ξέρξης ελυπήθη υπερβαλόντως διά τον θάνατον τού Αρταχαίου.
118. Όσοι δε των Ελλήνων υπεδέχοντο τον στρατόν και προσέφερον δείπνον εις τον Ξέρξην εις τοσαύτην δυστυχίαν περιέπιπτον ώστε άφινον τας οικίας των και έφευγον. Εις τους Θασίους οίτινες εδέχθησαν τον στρατόν εκ μέρους των πόλεων όσας έχουσιν εις την ξηράν, ο Αντίπατρος του Οργέως, είς των μάλα εγκρίτων πολιτών, εκλεχθείς να επιστατή εις τα δείπνα, έδειξε λογαριασμόν ότι εδαπανήθησαν εις ταύτα τετρακόσια τάλαντα αργυρά.
119.Ομοίους λογαριασμούς εδείκνυον και εις άλλας πόλεις οι επιστάται, διότι το δείπνον το οποίον εκ των προτέρων παρηγγέλλετο και εθεωρείτο ως σπουδαίον πράγμα, ήτο τοιούτο οίον θέλω περιγράψει. Πρώτον μεν, άμα ήκουον τους κήρυκας οίτινες πεμπόμενοι εις όλα τα μέρη έδιδον τας περί τούτου διαταγάς, οι κάτοικοι των πόλεων κατεγίνοντο επί πολλούς μήνας να αλέθωσι τον σίτον και την κριθήν τα οποία εσύναζον από όλας τας πόλεις· έπειτα ευρίσκοντες αντί μεγάλης τιμής τα κάλλιστα ζώα, τα επάχυνον, και εις οικήματα ή λάκκους έτρεφον πτηνά χερσαία ή λιμναία διά να υποδεχθώσι τον στρατόν. Κατεσκεύαζον προς τούτοις αργυρά και χρυσά ποτήρια και κρατήρας, και όλα τα άλλα όσα τίθενται επί της τραπέζης. Και ταύτα μεν εγίνοντο διά τον βασιλέα και τους ομοσίτους αυτού, διά δε τον άλλον στρατόν τροφαί μόνον εζητούντο. Ότε λοιπόν έφθανεν ο στρατός, ήτο εστημένη σκηνή εις την οποίαν έκαμνε σταθμόν ο Ξέρξης, ο δε άλλος στρατός έμενεν εις το ύπαιθρον. Ηρχομένης της ώρας του δείπνου όλοι οι κόποι έμενον διά τους υποδεχομένους, οι δε Πέρσαι αφού εχόρταινον και διενυκτέρευον αυτού, την επομένην ημέραν ανασπώντες την σκηνήν και λαμβάνοντες όλα τα έπιπλα ανεχώρουν μη αφίνοντες ουδέν.
120. Τότε ο Μεγακρέων, ανήρ Αβδηρίτης, είπε λόγον τινά πολύ καλόν· συνεβούλευσε τους Αβδηρίτας να υπάγωσι πανδημεί, αυτοί και αι γυναίκες των εις τους ναούς, να καθίσωσιν ως ικέται των θεών να τους παρακαλέσωσι να αποτρέπωσιν εις το εξής από αυτούς τα ημίσεα εκ των μελλόντων κακών και τέλος να τους ευχαριστήσωσιν ότι ο Ξέρξης δεν είχε συνήθειαν να τρώγη δις της ημέρας· διότι αν τοις παρήγγελλε να ετοιμάζωσι και πρόγευμα όμοιον με το δείπνον, έπρεπε να μη περιμείνωσι τον Ξέρξην ερχόμενον εις την χώραν των, ή εάν τον περιέμενον να αφανισθώσιν εξ ολοκλήρου.
121. Ούτοι λοιπόν πιεζόμενοι, εξετέλουν όμως τα διαταπόμενα. Ο δε Ξέρξης εκ της Ακάνθου παρήγγειλεν εις τους στρατηγούς του ναυτικού στρατού να αναχωρήσωσι με τα πλοία των και να τον περιμένωσιν εις την Θέρμην, πόλιν κειμένην εις τον Θερμαίον κόλπον, εκ της οποίας και ο κόλπος ούτος έχει την επωνυμίαν, διότι αυτή η οδός έμαθεν ότι ήτο η συντομωτάτη. Εκ του Δορίσκου δε μέχρι της Ακάνθου ο στρατός επορεύετο κατά την ακόλουθον τάξιν. Μερίσας ο Ξέρξης όλον τον πεζόν στρατόν εις τρεις μοίρας, μίαν αυτού παρήγγειλε να ακολουθή το παραθαλάσσιον ομού με το ναυτικόν· ταύτης της μοίρας στρατηγοί ήσαν ο Μαρδόνιος και ο Μασίστης. Το έτερον τριτημόριον του στρατού παρηγγέλθη να τραπή προς τα μεσόγεια· στρατηγοί της μοίρας ταύτης ήσαν ο Τριτανταίχμης και ο Γέργις. Η δε τρίτη των μοιρών, μεθ' ης ήτο και αυτός ο Ξέρξης, επορεύετο μεν μεταξύ των δύο, είχε δε στρατηγούς τον Σμερδομένη και τον Μεγάβυζον.
122. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός αφεθείς υπό του Ξέρξου, διεξέπλευσε την διώρυχα του Άθωνος ήτις εξετείνετο μέχρι του κόλπου όπου κείνται αι πόλεις Άσσα, Πίλωρος, Σίγγος και Σάρτη· εκείθεν δε, αφού έλαβε τα στρατεύματα των πόλεων τούτων, έπλευσε ταχέως προς τον Θερμαίον κόλπον. Κάμψας δε το ακρωτήριον της Τορώνης Άμπελον, διήλθε πλησίον των εξής Ελληνίδων πόλεων εκ των οποίων παρέλαβε πλοία και στρατόν· της Τορώνης, της Γαλυψού, της Σερμύλης, της Μηκυβέρνης και της Ολύνθου. Καλείται δε η χώρα αυτή Σιθωνία.
123. Μετά ταύτα ο ναυτικός στρατός συντέμνων τον πλουν του διευθύνθη από την άκραν Άμπελον εις την άκραν Καναστραίον, το οποίον εισέρχεται εις την θάλασσαν πλειότερον από όλα τα άλλα μέρη της Παλλήνης, παραλαβών πλοία και στρατόν εκ της Ποτιδαίας, της Αφύτιος, της Νέας πόλεως, της Αιγής, της Θεράμβου, της Σκιώνης, της Μένδης και της Σάνης, διότι αυταί είναι αι πόλεις της σήμερον καλουμένης Παλλήνης πρότερον δε Φλέγρης. Παραπλέων δε και ταύτην την χώραν, έπλεεν εις την Θέρμην, όπου ήτο προσδιωρισμένος να υπάγη, παραλαμβάνων στρατόν και εκ των γειτονικών της Παλλήνης πόλεων και συνορευουσών με τον Θερμαίον κόλπον, ων τα ονόματα είναι τα εξής· Λίπαξος, Κάμβρεια, Αίσαι, Γίγωνος, Κάμψα, Σμέλα, Αίνεια. Η δε χώρα τούτων μέχρι της σήμερον καλείται Κροσσαία. Από δε τις Αινείας, της τελευταίας των πόλεων τας οποίας απηρίθμησα, από ταύτης ο ναυτικός στρατός εισήλθεν εις τον Θερμαίον κόλπον και την Μυγδονίαν γην, και εξακολουθών τον πλουν του έφθασεν εις την προειρημένην Θέρμην, και την Σίνδον, και την χαλέστραν την επί του Αξιού ποταμού, όστις χωρίζει την Μυγδονίαν από της Βοττιαιΐδος· ταύτης το παραθαλάσσιον, όπερ είναι στενόν, έχουσιν αι πόλεις Ίχναι και Πέλλα.
124. Ο μεν ναυτικός στρατός, περιμένων τον βασιλέα, εστρατοπεδεύσατο αυτού περί τoν Αξιόν ποταμόν, περί την πόλιν Θέρμην και περί τας πόλεις αίτινες ευρίσκονται μεταξύ αυτής και του Αξιού· ο δε Ξέρξης μετά του πεζού στρατού εκίνησεν από την Άκανθον και ήρχετο διά της μεσογείου, θέλων να φθάση εις την Θέρμην. Επορεύτο δε διά της Παιονικής και της Κρηστωνικής χώρας προς τον ποταμόν Εχείδωρον, όστις αρχίζων εκ των Κρηστωναίαν ρέει διά τις Μαγδονίας χώρας και χύνεται πλησίον του έλους του εις τας όχθας του Αξιού ποταμού.
125. Ενώ δε επορεύετο διά της οδού ταύτης, επετέθησαν κατά των σιτοφόρων καμήλων λέοντες, οίτινες εγκαταλείποντες τα συνήθη διαμονητήριά των, περιφέροντο όλην την νύχτα και δεν ήγγιζον ουδέν άλλο, ούτε υποζύγιον, ούτε άνθρωπον, ειμή μόνον κατέτρεχον τας καμήλους, θαυμάζω δε διά ποίαν αιτίαν οι λέοντες απείχον των άλλων και επετίθεντο κατά των καμήλων, ζώων τα οποία μήτε είχον ιδεί μήτε δοκιμάσει πρότερον.
126. Είναι δε εις ταύτα τα μέρη και λέοντες πολλοί και βόες άγριοι των οποίων τα κέρατα είναι υπερμεγέθη και κομίζονται εις την Ελλάδα. Όρια δε τα οποία οι λέοντες δεν υπερβαίνουσιν είναι ο ποταμός Νέστος όστις τρέχει διά των Αβδήρων, ο Αχελώος όστις τρέχει διά Ακαρνανίας. Τωόντι ούτε προς ανατολάς του Νέστου εις κανέν μέρος όλης της έμπροσθεν Ευρώπης θέλει ιδεί τις λέοντα, ούτε προς δυσμάς του Αχελώου εις την λοιπήν ήπειρον· αλλά μόνον εν τω μεταξύ των δύο τούτων ποταμών ευρίσκονται τοιούτοι.
127. Φθάσας ο Ξέρξης εις την θέρμην εσταμάτησεν αυτού τον στρατόν, όστις κατέλαβε το εξής διάστημα του παραθαλασσίου· αρχίζων από της Θέρμης και της Μυγδονίας, έφθανε μέχρι των ποταμών Λυδίου και Αλιάκμονος οίτινες χωρίζουσι την Βοττιαιΐδα από της Μακεδονίας και ενούνται εις έν μόνον ρεύμα. Εστρατοπεδεύσαντο λοιπόν οι βάρβαροι εις ταύτα τα μέρη. Εκ των ρηθέντων δε ποταμών μόνος ο Εχείδωρος, όστις ρέει εκ της Κρηστωναίης, δεν επήρκεσεν εις τον στρατόν πινόμενος, αλλ' εστείρευσεν.
128. Ο δε Ξέρξης βλέπων εκ της Θέρμης τα Θεσσαλικά όρη, τον Όλυμπον και την Όσσαν, υπερύψηλα όντα, και προς τούτοις μαθών ότι μεταξύ αυτών υπάρχει λαιμός στενός διά του οποίου ρέει ο Πηνειός, και ακούσας ότι δι' αυτού τού λαιμού είναι η οδός η φέρουσα εις την Θεσσαλίαν, επεθύμησε να υπάγη με πλοίον και να ίδη την εκβολήν του Πηνειού, καθότι εσκόπευε να λάβη την άνω οδόν διά της Μακεδονίας και να καταβή εις τους Περραιβούς διερχόμενος πλησίον της πόλεως Γόννου· εκείθεν ήξευρεν ότι η οδός ήτο ασφαλεστάτη. Ταύτην την επιθυμίαν έχων εισήλθεν εις πλοίον Σιδώνιον εις το οποίον συνήθως εισήρχετο οσάκις ήθελε να κάμη τοιούτο τι, και έδωκε σημείον και εις τα άλλα πλοία να προχωρήσωσι, καταλιπών αυτού τον πεζόν στρατόν. Ότε δε έφθασεν ο Ξέρξης και εθεώρησε την εκβολή του Πηνειού, εθαύμασε μεγάλως και προσκαλέσας τους οδηγούς ηρώτησεν αυτούς εάν ήτο δυνατόν να τρέψη τις τον ποταμόν και να τον εκβάλη δι' άλλου μέρους εις την θάλασσαν.
129. Η δε Θεσσαλία λέγουσιν ότι το πάλαι ήτο λίμνη συγκλειομένη πάντοθεν υπό υψηλοτάτων ορέων· διότι προς ανατολάς αποκλείουσιν αυτήν το Πήλιον όρος και η Όσσα, των οποίων αι υπώρειαι ενούνται· προς βορράν την αποκλείει ο Όλυμπος· προς δυσμάς ο Πίνδος και προς μεσημβρίαν η Όθρυς. Εις το μέσον δε των ορίων τούτων είναι η Θεσσαλία, κοιλάς βαθεία. Ώστε εκ των πολλών εις αυτήν εμπιπτόντων ποταμών, πέντε, οι σημαντικώτατοι, ο Πηνειός, ο Απιδανός, ο Ονόχωνος, ο Ενιπεύς, ο Πάμισος οίτινες καταβαίνουσιν εις την πεδιάδα εκ των περικυκλούντων την Θεσσαλίαν ορέων, χωρίς να χάσωσιν έως εκεί τα ονόματά των, ενούσι τέλος τα ύδατά των και χύνονται εις την θάλασσαν δι' ενός αυλώνος όστις και αυτός είναι στενός. Όταν δε ενωθώσι, τότε υπερισχύει το όνομα του Πηνειού και οι άλλοι χάνουσι τα ονόματά των. Τον παλαιόν καιρόν δε, λέγουσιν, ότε δεν υπήρχεν ακόμη ο αυλών και η διέκρευσις αύτη, οι ποταμοί ούτοι, και προς τούτοις η Βοιβηίς λίμνη, δεν είχον μεν τα σημερινά ονόματα, έρεον όμως ως σήμερον, ρέοντες δε έκαμνον όλην την Θεσσαλίας πέλαγος. Οι Θεσσαλοί λέγουσιν ότι ο Ποσειδών έκαμε τον αυλώνα δι' ου ρέει ο Πηνειός, και ο λόγος ούτος φαίνεται ορθός· διότι όστις πιστεύει ότι ο Ποσειδών σείει την γην και ότι όσα σχίσματα γης προέρχονται από σεισμόν είναι έργα του θεού τούτου, εάν ιδή και εκείνο, θέλει ειπεί ότι το έκαμεν ο Ποσειδών. Τωόντι, η διαχώρισις αύτη των ορέων, ως μοι εφάνη είναι έργον σεισμού.
130. Οι δε οδηγοί τους οποίους ο Ξέρξης ηρώτησεν εάν υπάρχει άλλη έξοδος διά να φέρωσι τον Πηνειόν εις την θάλασσαν, απεκρίθησαν μετά βεβαιότητος τα εξής· «Βασιλεύ, άλλη έξοδος εις τον Πηνειόν λήγουσα εις την θάλασσαν δεν υπάρχει, αλλ' αυτή μόνον· διότι όλη η Θεσσαλία είναι περικυκλωμένη υπό ορέων.» Προς ταύτα ο Ξέρξης λέγεται ότι απεκρίθη· «Φρόνιμοι άνθρωποι είναι οι Θεσσαλοί, διότι προ πολλού προείδον ότι πλην των άλλων η χώρα των ευκόλως δύναται να κυριευθή. Τωόντι διά να καταποντίση τις όλην την Θεσσαλίαν, πλην των ορέων, αρκεί να εμποδίση με έμφραγμα τον ρουν του ποταμού τον οποίον ακολουθεί τώρα, και να κάμει τον αυλώνα να εκχειλίση και να χυθή εις την χώραν αυτών.» Ταύτα δε λέγων ενόει τους παίδας του Αλεύου, διότι αυτοί πρώτοι εκ των Ελλήνων της Θεσσαλίας παρεδόθησαν εις τον βασιλέα, και ενόμιζεν ότι η φιλία την οποίαν τω υπεσχέθησαν ήτο εκ μέρους όλου του έθνους. Ταύτα δε ειπών και θεωρήσας την εκβολήν του ποταμού, επέστρεψεν εις την Θέρμην.
131. Και ούτος μεν διέτριψε περί την Πιερίαν ημέρας αρκετάς (διότι μία των τριών μοιρών του στρατού εδενδροτόμησε το Μακεδονικόν όρος διά να διέλθη εκείθεν όλος ο στρατός εις τους Περραιβούς), οι δε κήρυκες οι πεμφθέντες εις την Ελλάδα προς ζήτησιν γης, έφθασαν άλλοι μεν με κενάς χείρας άλλοι δε φέροντες γην και ύδωρ.
132. Μεταξύ δε των δόντων ταύτα ήσαν οι εξής· Θεσσαλοί, Δόλοπες, Αινιάνες, Περραιβοί, Λοκροί, Μαγνήτες, Μαλιείς, Αχαιοί οι Φθιώται, Θηβαίοι και οι άλλοι Βοιωτοί πλην των Θεσπιέων και Πλαταιέων. Εναντίον δε τούτων των λαών οι Έλληνες, όσοι ανέλαβαν τον πόλεμον κατά των βαρβάρων, έκαμαν τον εξής όρκον· «Όλοι εκείνοι οίτινες όντες Έλληνες παρεδόθησαν εις τον Πέρσην χωρίς να αναγκασθώσιν, όταν ησυχάσωσι τα πράγματα, θα πληρώσωσι το δέκατον εις τον εν Δελφοίς θεόν.» Και ο μεν όρκος των Ελλήνων τοιούτος ήτο.
133. Εις δε τας Αθήνας και την Σπάρτην ο Πέρσης δεν έπεμψε κήρυκας προς ζήτησιν γης διά την εξής αιτίαν· ότε προηγουμένως ο Δαρείος τοις εζήτησεν, οι μεν Αθηναίοι έρριψαν τους απεσταλμένους εις το βάραθρον, οι δε Λακεδαιμόνιοι εις φρέαρ και τοις είπον να λάβωσιν εκείθεν γην και ύδωρ και να το φέρωσιν εις τον βασιλέα. Τούτου ένεκα λοιπόν ο Ξέρξης δεν έπεμψεν εις τας δύο ταύτας πόλεις κήρυκας. Δεν ηξεύρω να είπω πώς ετιμωρήθησαν οι Αθηναίοι δι' αυτό το οποίον έκαμαν εις τους κήρυκας, πλην μόνον ότι εδηώθη η χώρα και η πόλις των αλλά τούτο δεν νομίζω ότι συνέβη διά την αιτίαν ταύτην.
134. Εν τούτοις εις τους Λακεδαιμονίους έπεσεν η οργή του Ταλθυβίου, κήρυκος του Αγαμέμνονος· διότι εις την Σπάρτην υπάρχει ιερόν του Ταλθυβίου, οι δε απόγονοι αυτού, Ταλθυβιάδαι καλούμενοι, είναι οι μόνοι οίτινες έχουσι το προνόμιον να ήναι κήρυκες της Σπάρτης. Μετά το συμβάν το οποίον διηγήθην, οσάκις οι Σπαρτιάται έκαμνον θυσίας, αδύνατον ήτο να επιτύχωσιν αισίους οιωνούς, και η κατάστασις αύτη διήρκεσεν επί πολύ. Εθεώρησαν λοιπόν τούτο ως δημοσίαν συμφοράν και ελυπήθησαν μεγάλως. Πολλαί συνελεύσεις εγένοντο και προεκηρύχθη εάν Λακεδαιμόνιός τις έστεργε ν' αποθάνη διά την Σπάρτην. Τότε ο Σπερθίας του Αναρίστου και ο Βούλις του Νικολάου, άνδρες Σπαρτιάται, τα πρωτεία έχοντες διά το γένος και τα πλούτη των, ανεδέχθησαν να υποφέρωσι τιμωρίαν από τον Ξέρξην διά τους κήρυκας του Αχρείου τους θανατωθέντας εις την Σπάρτην. Τοιουτοτρόπως οι Σπαρτιάται έπεμψαν αυτούς εις τους Μήδους διά να θανατωθώσιν.
135. Αξιοθαύμαστος είναι η τόλμη των ανδρών τούτων και οι εξής λόγοι των. Πορευόμενοι εις τα Σούσα έφθασαν εις τον οίκον του Υδάρνου. Ήτο δε ο Υδάρνης ούτος Πέρσης το γένος και στρατηγός των παραθαλασσίων επαρχιών της Ασίας. Δεικνύων δε φιλοφροσύνην εις τους δύο Σπαρτιάτας, τους εκάλεσεν εις δείπνον, και ενώ τους εξένιζε, τους ηρώτησε λέγων τα εξής· «Άνδρες Λακεδαιμόνιοι, διατί αποφεύγετε να γίνετε φίλοι του βασιλέως; Αποβλέψατε εις εμέ και εις την ευτυχίαν μου διά να πληροφορηθήτε πόσον ο βασιλεύς ηξεύρει να τιμά τους γενναίους άνδρας. Εάν λοιπόν και υμείς αφιερωθήτε εις τον βασιλέα επειδή σας εκτιμά ως γενναίους άνδρας, δύνασθε να γίνετε ηγεμόνες γης ελληνικής την οποίαν ήθελε δώσει εις έκαστον υμών ο βασιλεύς.» Προς ταύτα εκείνοι απεκρίθησαν· «Ύδαρνες, συμβουλεύεις ημάς χωρίς να γνωρίζης επίσης και τα δύο πράγματα περί των οποίων ομιλείς· διότι περί του ενός μεν συμβουλεύεις εκ πείρας, του άλλου όμως ουδεμίαν πείραν έχεις. Ηξεύρεις τι εστί δουλεία, ελευθερίας όμως δεν επειράθης εισέτι και αγνοείς εάν ήναι γλυκεία ή όχι· διότι εάν επειράσο αυτής θα μας συνεβούλευες να πολεμώμεν δι' αυτήν ουχί μόνον με δόρατα, αλλά και με πελέκεις.» Ταύτα απεκρίθησαν προς τον Υδάρνη.
136. Όταν δε εκείθεν έφθασαν εις τα Σούσα και ενεφανίσθησαν εις τον βασιλέα, πρώτον μεν, επειδή οι δορυφόροι τους επρόσταζον και τους ηνάγκαζον να προσκυνήσωσι τον βασιλέα προσπίπτοντες, είπον ότι δεν πράττουσι τούτο έστω και αν πρόκηται να πέση η κεφαλή των. «Δεν υπάρχει συνήθεια, είπον, παρ' ημίν να προσπίπτωμεν ενώπιον ανθρώπου, ούτε ήλθομεν διά τούτο.» Αφού δε απεποιήθησαν να πράξωσι τούτο, είπον έπειτα προς τον βασιλέα τα εξής· «Ω βασιλεύ των Μήδων, οι Λακεδαιμόνιοι έπεμψαν ημάς αντί των εν Σπάρτη θανατωθέντων κηρύκων, όπως αποτίσωμεν την ποινήν του εγκλήματος τούτου.» Ταύτα είπον, ο δε Ξέρξης υπό μεγαλοφροσύνης είπεν ότι δεν ήθελε να γίνη όμοιος με τους Λακεδαιμονίους· ότι εκείνοι μεν, φονεύσαντες κήρυκας, παρεβίασαν νόμους τους οποίους όλοι οι άνθρωποι αναγνωρίζουσιν· αυτός όμως δεν θα πράξη εκείνο διά το οποίον ελέγχει τους άλλους ούτε θα εξαγνίση τους Λακεδαιμονίους φονεύων τους απεσταλμένους των.
137. Τοιουτοτρόπως και επειδή έπραξαν τούτο οι Σπαρτιάται, έπαυσε τότε παραυτίκα η οργή του Ταλθυβίου, μολονότι ο Σπερθίας και ο Βούλις δεν εφονεύθησαν αλλ' επέστρεψαν εις την Σπάρτην αβλαβείς. Μετά πολύν όμως χρόνον ύστερον, η μήνις αύτη ανενεώθη, ως λέγουσιν οι Λακεδαιμόνιοι, κατά τον πόλεμον μεταξύ Πελοποννησίων και Αθηναίων. Και αληθώς, εις αυτό το οποίον μέλλω να διηγηθώ με φαίνεται ότι υπάρχει τι όλως υπερφυσικόν· ότι η οργή του Ταλθυβίου έπεσεν εις πρέσβεις· ότι δεν έπαυσε πριν ή φέρη αποτέλεσμα, το δίκαιον ούτως ήτο. Να πέση όμως εις τους υιούς των ανδρών εκείνων οίτινες διά να κάμψωσι την οργήν ταύτην ανέβησαν προς τον βασιλέα, εις τον Ανήριστον τον υιόν του Σπερθίου (όστις λαβών ολκάδα πλήρη ανδρών ελήστευσε τους αλιείς της Τίρυνθος), τούτο καθιστά εις εμέ προφανές ότι το πράγμα εγένετο θεόθεν ένεκα της οργής. Πεμφθέντες οι δύο ούτοι υπό των Λακεδαιμονίων ως πρέσβεις εις την Ασίαν και προδοθέντες υπό του Σιτάλκου του Τήρου, βασιλέως των Θρακών, και υπό του Νυμφοδώρου του Πύθου, ανδρός Αβδηρίτου, συνελήφθησαν πλησίον της εν Ελλησπόντω Βισάνθης και απαχθέντες ες την Αττικήν εθανατώθησαν υπό των Αθηναίων, μετ' αυτών δε και ο Κορίνθιος Αριστέας ο Αδειμάντου. Και ταύτα μεν συνέβησαν πολλά έτη μετά την εκστρατείαν του βασιλέως (21), εγώ δε επανέρχομαι εις την σειράν της ιστορίας μου.
138. Η εκστρατεία του βασιλέως είχε μεν το όνομα ότι εγένετο εναντίον των Αθηνών, πράγματι όμως ο βασιλεύς κατέβαινεν εναντίον όλης της Ελλάδος· και μολονότι οι Έλληνες είχον μάθει προ πολλού τας προπαρασκευάς αυτού, δεν ενήργησαν όμως όλοι ομοίως. Οι μεν, όσοι έδωκαν εις τον Πέρσην γην και ύδωρ, ήλπιζον ότι δεν ήθελον πάθει τι δυσάρεστον από τον βάρβαρον. Οι δε άλλοι όσοι δεν έδωκαν ήσαν εις μέγαν φόβον, καθότι η Ελλάς δεν είχεν αρκετά πλοία όπως αντιταχθή εις την εισβολήν του εχθρού. Οι πλείστοι δε εδίσταζον να αναμιχθώσιν εις τον πόλεμον και εμήδιζον προθύμως.
139. Εδώ βιάζομαι εξ ανάγκης να είπω γνώμην ήτις ίσως δεν θα αρέση εις τους περισσοτέρους ανθρώπους, αλλ' επειδή με φαίνεται αληθής δεν θέλω την παρασιωπήσει. Εάν οι Αθηναίοι, φοβηθέντες τον απειλούντα κίνδυνον άφινον την χώραν των, ή, μη αφίνοντες αυτήν αλλά μένοντες παρεδίδοντο εις τον Ξέρξην, ουδείς ήθελε πειραθή να αντισταθή εις τον βασιλέα κατά θάλασσαν. Και εάν ουδείς ήθελεν αντισταθή εις τον Ξέρξην κατά θάλασσαν, ιδού τι ήθελε συμβή κατά ξηράν· μολονότι πολλά τείχη θα ανηγείροντο υπό των Πελοποννησίων εις τον Ισθμόν, οι Λακεδαιμόνιοι, εγκαταλειπόμενοι υπό των συμμάχων των (οίτινες δεν ήθελον τους παραδώσει εκουσίως, αλλ' εξ ανάγκης, διότι ο στόλος των βαρβάρων ήθελε τους κυριεύσει κατά πόλεις), θα απέθνησκον γενναίως δεικνύοντες μεγάλας ανδραγαθίας. Και ή τούτο ήθελον πάθει, ή προ τούτον, βλέποντες τους άλλους Έλληνας μηδίζοντας, ήθελον έλθει εις συμβιβασμούς μετά του Ξέρξου· ώστε εις αμφοτέρας τας περιπτώσεις η Ελλάς ήθελεν υποταγή εις τους Πέρσας· καθότι εγώ δεν δύναμαι να εννοήσω ποίαν ωφέλειαν ηδύναντο να παρέξωσι τα τείχη τα οποία ήθελαν εγερθή εις τον Ισθμόν εάν ο βασιλεύς ήτο κύριος της θαλάσσης. Τώρα λοιπόν όστις είπει ότι οι Αθηναίοι εγένοντο σωτήρες της Ελλάδος, λέγει την αλήθειαν, διότι προς οιονδήποτε μέρος ήθελον στραφή, εκεί θα έκλινεν η πλάστιγξ. Προτιμήσαντες δε την ελευθερίαν της Ελλάδος, ενεθάρρυναν και όλους τους άλλους Έλληνας όσοι δεν είχαν μηδίσει, και με την βοήθειαν των θεών έδιωξαν τον βασιλέα. Ούτε χρησμοί τρομεροί ελθόντες εκ των Δελφών και ενσπείροντες εις αυτούς φόβον τους έπεισαν να αφήσωσι την Ελλάδα, αλλά μένοντες εκεί ανεδέχθησαν να πολεμήσωσι τον επερχόμενον κατά της χώρας των εχθρόν.
140. Οι Αθηναίοι πέμψαντες εις τους Δελφούς εζήτουν χρησμόν. Όταν δε οι απεσταλμένοι εξεπλήρωσαν εις τον ναόν τα νενομισμένα, εισήλθον εις τον βωμόν και εκάθισαν· τότε η Πυθία, το όνομα της οποίας ήτο Αριστονίνη, εχρησμοδότησε τα εξής.
«Ω δυστυχείς, διατί κάθησθε; Φύγετε εις τα άκρα της γης, εγκαταλείψατε τα δώματα και τας υψηλάς κορυφάς της στρογγύλης πόλεώς σας, διότι μήτε η κεφαλή μένει πλέον στερεά, μήτε το σώμα, μήτε τα άκρα των ποδών ή των χειρών, μήτε κανέν μέρος του μέσου σώζεται, αλλά φθείρονται όλα διότι κατεδαφίζει αυτά το πυρ και ο ορμητικός Άρης συνοδεύων Αριανόν άρμα. Ο θεός ούτος θα καταστρέψη πολλά άλλα πυργώματα, και όχι το ιδικόν σας μόνον, θα παραδώση δε εις την οργήν του πυρός πολλούς ναούς των αθανάτων, οίτινες τώρα ίστανται όρθιοι, περιρρεόμενοι υπό ιδρώτος και κλονιζόμενοι υπό φόβου. Άνωθεν δε της οροφής αυτών ρέει αίμα μέλαν, προμηνύον αφεύκτους δυστυχίας. Αλλ' αναχωρήσατε εκ του αδύτου, και υπομείνατε γενναίως τα δεινά.»
141. Ταύτα ακούσαντες οι απεσταλμένοι των Αθηναίων, μεγάλην ησθάνθησαν θλίψιν. Ενώ δε ήσαν απελπισμένοι διά τα δεινά τα οποία τοις προείπε το μαντείον, ο Τίμων του Ανδροβούλου, ανήρ εκ των σημαντικωτάτων εις τους Δελφούς, τους συνεβούλευσε να λάβωσι κλάδους ελαίας, να επιστρέψωσιν εις τον ναόν ως ικέται και ερωτήσωσιν εκ δευτέρου τα μαντείον. Εις δε τους Αθηναίους πεισθέντας και λέγοντας· «Ω βασιλεύ, δος ημίν χρησμόν καλλίτερον περί της πατρίδος. Σεβάσθητι τας ικετρίας ταύτας τας οποίας φέροντες ήλθομεν· άλλως δεν θα εξέλθωμεν από το άδυτον, αλλά θα μείνωμεν εδώ μέχρις ου αποθάνωμεν.» Εις τους Αθηναίους λοιπόν ταύτα λέγοντας, η Πυθία χρησμοδοτεί πάλιν τα εξής·
«Η Παλλάς δεν ειμπορεί να εξιλεώση τον Ολύμπιον Δια, τον οποίον ικετεύει διά πολλών λόγων και φρονίμων συμβουλών. Εις σε δε λέγω αύθις τον λόγον τούτον όστις θα ήναι στερεός ως ο αδάμας. Όταν θα κυριεύωνται τα άλλα μέρη όσα είναι εντός των ορίων του Κέκροπος και του σπηλαίου του ιερού Κιθαιρώνος, ο παντεπόπτης Ζεύς επιτρέπει εις την Τριτογενή να μείνη απόρθητον μόνον το ξύλινον τείχος, το οποίον θα ωφελήσει σε και τα τέκνα σου. Μη περιμείνης ήσυχος το ιππικόν και τον πολύν πεζόν στρατόν όστις έρχεται εκ της ηπείρου, αλλ' υποχώρησον στρέψας τα νώτα, διότι θα έλθη ποτέ καιρός να αντισταθής. Ω θεία Σαλαμίς, συ θ' απολέσης τέκνα γραικών, είτε όταν σκορπίζονται οι δημητριακοί καρποί είτε όταν συνάζονται.»
142. Η απόκρισις αύτη και ήτο και τοις εφάνη ηπιωτέρα της προτέρας· γράψαντες λοιπόν αυτήν επέστρεψαν εις τας Αθήνας. Ότε δε την ανέφερον εις τον δήμον, πολλαί γνώμαι εδόθησαν προς εξήγησιν του χρησμού, και προσέτι αι εξής αίτινες ήσαν εναντιώταται προς αλλήλας. Τινές των πρεσβυτέρων εφρόνουν, ως είπον, ότι ο θεός υπεσχέθη μόνον την σωτηρίαν της ακροπόλεως, διότι η ακρόπολις των Αθηνών το πάλαι ήτο πεφραγμένη διά ξύλων, και ο φραγμός ούτος ήτο κατ' αυτούς το ξύλινον τείχος της Πυθίας. Άλλοι πάλιν έλεγον εξ εναντίας ότι ο θεός εσήμαινε τα πλοία, και διά τούτο επέμενον να εξοπλίσωσιν αυτά και να αφήσωσιν όλα τα λοιπά. Την γνώμην όμως των λεγόντων ότι τα πλοία ήσαν το ξύλινον τείχος, ανέτρεπον οι δύο τελευταίοι στίχοι της Πυθίας. Ω θεία Σαλαμίς, συ θ' απολέσης τέκνα γυναικών, είτε όταν σπείρωνται οι δημητριακοί καρποί, είτε όταν συγκομίζωνται.» Εις τους στίχους λοιπόν τούτους συνεχέοντο αι γνώμαι των λεγόντων ότι το ξύλινον τείχος ήσαν τα πλοία, διότι οι χρησμολόγοι εξήγουν αυτούς τοιουτοτρόπως, ότι εάν οι Αθηναίοι αποφασίσωσι να ναυμαχήσωσι, θα νικηθώσι περί την Σαλαμίνα.
143. Ήτο δε μεταξύ των Αθηναίων ανήρ τις τότε νεωστί υψωθείς εις τας πρώτας τάξεις· το όνομα αυτού ήτο Θεμιστοκλής, αλλά τον εκάλουν υιόν του Νεοκλέους. Ο ανήρ ούτος είπεν ότι οι χρησμολόγοι δεν ενόουν ορθώς όλον τον χρησμόν, και έδιδε τούτον τον λόγον· «Νομίζω, είπεν, ότι αν οι δύο ούτοι στίχοι ανεφέροντο τωόντι εις τους Αθηναίους, δεν θα είχον αυτόν τον γλυκύν τύπον της εκφράσεως, αλλά θα ήρχιζον ούτω· ω αθλία Σαλαμίς, αντί του, ω θεία Σαλαμίς, εάν περί αυτήν έμελλον να απολεσθώσιν οι κάτοικοι της χώρας. Ώστε, προσέθηκεν, ο θεός εχρησμοδότησε ταύτα αναφερόμενος εις τους πολεμίους και όχι εις τους Αθηναίους, αν θέλη τις να εξηγήση ορθώς τον χρησμόν.» Όθεν τους συνεβούλευσε να ετοιμασθώσι προς ναυμαχίαν, επιμένων ότι τα πλοία ήσαν το ξύλινον τείχος. Αφού δε ο Θεμιστοκλής τοιαύτην έδωκεν εξήγησιν εις τον χρησμόν, οι Αθηναίοι είδον ότι προτιμοτέρα είναι η γνώμη αύτη παρά η των χρησμολόγων οίτινες δεν τους άφινον να παρασκευασθώσι προς ναυμαχίαν, όπερ ουδέν άλλο εσήμαινεν ειμή να μη εγείρωσι τας χείρας εναντίον του εχθρού, αλλά να εγκαταλίπωσι την Αττικήν και να κατοικήσωσιν άλλην τινά χώραν.
144. Προ ταύτης, και άλλη γνώμη του Θεμιστοκλέους υπερίσχυσεν ευτυχώς. Ότε εισήλθον εις το κοινόν των Αθηναίων πολλά χρήματα προερχόμενα εκ των μεταλλείων του Λαυρίου και έμελλον να μοιρασθώσιν αυτά και να λάβη έκαστος με την σειράν του δέκα δραχμάς, τότε ο Θεμιστοκλής έπεισε τους Αθηναίους να παραιτηθώσι της διανομής ταύτης και να κατασκευάσωσι διά των χρημάτων τούτων διακόσια πλοία διά τον πόλεμον, εννοών τον πόλεμον τον οποίον είχον προς τους Αιγινήτας. Ο πόλεμος λοιπόν εκείνος ακολουθήσας έσωσε τότε την Ελλάδα, διότι ηνάγκασε τους Αθηναίους να γίνωσι θαλασσινοί, και τα πλοία εκείνα εις μεν τον σκοπόν διά τον οποίον κατεσκευάσθησαν δεν μετεχειρίσθησαν, εχρησίμευσαν όμως εις την Ελλάδα εις αρμόδιον καιρόν. Είχαν λοιπόν οι Αθηναίοι τα πλοία ταύτα, αλλ' εδέησε να ναυπηγήσωσι και άλλα. Τέλος σκεφθέντες περί του χρησμού, απεφάσισαν να υπακούσωσιν εις τον θεόν, να εισέλθωσιν εις τα πλοία πανδημεί, και, μετά των άλλων Ελλήνων όσοι ήσαν πρόθυμοι να ενωθώσι με αυτούς, να υπομείνωσι μετά του στόλου την επίθεσιν του επερχομένου βαρβάρου. Τοιούτοι ήσαν οι χρησμοί οι ελθόντες εις τους Αθηναίους.
145. Εν τούτοις οι Έλληνες όσοι είχον καλά αισθήματα υπέρ της πατρίδος συνελθόντες και δόντες εχέγγυα πίστεως μεταξύ των, συνεφώνησαν προ παντός άλλου να παύσωσι τας έχθρας των και τους προς αλλήλους πολέμους. Όλοι ήσαν περιπεπλεγμένοι εις πολέμους, ο μέγιστος όμως πάντων ήτο ο των Αθηναίων και Αιγινητών. Μετά ταύτα μαθόντες ότι ο Ξέρξης ήτο με τον στρατόν του εις τας Σάρδεις, ενέκρινον να πέμψωσιν εις της Ασίαν κατασκόπους διά να ίδωσι τας δυνάμεις του βασιλέως, και πρέσβεις εις το Άργος διά να συνάψωσι συμμαχίαν κατά του Πέρσου· άλλους εις την Σικελίαν προς τον Γέλωνα του Δεινομένους, και άλλους εις την Κέρκυραν και την Κρήτην διά να ζητήσωσι βοήθειαν υπέρ της Ελλάδος, επί τη ελπίδι ίσως ενωθώσι οι Έλληνες και συμφωνήσαντες να ενεργώσιν από κοινού, διότι ο κίνδυνος ήτο ο αυτός δι' όλους. Η δε δύναμις του Γέλωνος έλεγον ότι ήτο μεγάλη, και ουδενός σχεδόν Ελληνικού λαού η δύναμις ήτο μεγαλειτέρα.
146. Ταύτα αποφασίσαντες, έπαυσαν τας έχθρας και πρώτον μεν έπεμψαν τρεις κατασκόπους εις την Ασίαν, οίτινες αφού έφθασαν εις τας Σάρδεις και παρετήρησαν τον στρατόν του βασιλέως, ανεγνωρίσθησαν και βασανισθέντες υπό των στρατηγών του πεζού στρατού απήχθησαν διά να θανατωθώσι. Και ούτοι μεν κατεδικάσθησαν εις θάνατον, ο δε Ξέρξης μαθών τούτο και μη εγκρίνων την απόφασιν των στρατηγών, έπεμψε δορυφόρους τινάς με διαταγήν εάν προφθάσωσι τους κατασκόπους ακόμη ζώντας να τους φέρωσιν εις αυτόν. Προφθάσαντες δε αυτούς οι δορυφόροι πριν τους θανατώσωσι, τους έφερον ενώπιον του βασιλέως, όστις μαθών διά ποίον σκοπόν ήλθον διέταξε τους δορυφόρους να τους περιφέρωσι και να τοις δείξωσιν όλον τον πεζόν και ναυτικόν στρατόν. Αφού δε ευχαριστήσωσι την περιέργειάν των, να τους αποπέμψωσιν αβλαβείς όπου ήθελον επιθυμήσει.
147. Διά να εξηγήση δε την διαταγήν ταύτην έλεγεν· «Εάν οι κατάσκοποι θανατωθώσιν, ούτε περί της δυνάμεώς μου ήθελον μάθει τι οι Έλληνες ότι είναι ανωτέρα παρ' ό,τι η φήμη δύναται να διαδώση, ούτε θανατόνων τρεις ανθρώπους ήθελον βλάψει πολύ τους πολεμίους. Εάν όμως επιστρέψωσιν ούτοι εις την Ελλάδα, ελπίζω ότι μανθάνοντες οι Έλληνες την δύναμίν μου, πριν γίνη η εκστρατεία, θα παραδώσωσι την ιδίαν των ελευθερίαν, και τοιουτοτρόπως δεν θα λάβωμεν ανάγκη να εκστρατεύσωμεν κατ' αυτών.» Αύτη η γνώμη του Ξέρξου ομοιάζει με μίαν του άλλην. Ευρισκόμενος εις την Άβυδον είδεν ημέραν τινά πλοία σιταγωγά τα οποία ερχόμενα από τον Πόντον διεξέπλεον τον Ελλήσποντον διά να υπάγωσιν εις την Αίγιναν και την Πελοπόννησον. Οι περί αυτόν ιστάμενοι, άμα ήκουσαν ότι τα πλοία ήσαν εχθρικά, ήσαν έτοιμοι να τα συλλάβωσι και έβλεπον τον βασιλέα, περιμένοντες να τους διατάξη. Αλλ' ο Ξέρξης τους ηρώτησεν εις ποίον μέρος έπλεαν. «Εις τους εχθρούς σου, ω δέσποτα, φέροντα σίτον,» απεκρίθησαν εκείνοι. Τότε ο Ξέρξης είπε· «Λοιπόν και ημείς εκεί πλέομεν όπου και αυτά, έχοντες πλην των άλλων και σίτον κατά τι λοιπόν μας αδικούσι κομίζοντα εις ημάς τροφάς;» Ούτως οι μεν κατάσκοποι θεωρήσαντες και αποπεμφθέντες, επέστρεψαν εις την Ευρώπην.
148. Οι δε Έλληνες οι συνωμόσαντες κατά του Πέρσου, μετά την αναχώρησιν των κατασκόπων έπεμψαν δεύτερον πρέσβεις εις το Άργος. Οι δε Αργείοι λέγουσιν ότι τα κατ' αυτούς συνέβησαν ως εξής· άμα ήκουσαν ότι ο βάρβαρος ετοιμάζεται να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος, μαθόντες ότι οι Έλληνες θα προσπαθήσωσι να τους παραλάβωσι κατά του Πέρσου, έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι τον θεόν τι ήτο συμφερώτερον εις αυτούς να πράξωσι· καθότι αρτίως είχον φονευθή εξ αυτών εξακισχίλιοι από τους Λακεδαιμονίους και τον Κλεομένη του Αναξανδρίδου. Τούτου ένεκα λοιπόν έπεμψαν να ερωτήσωσιν· η δε Πυθία εις αυτούς ερωτώντας απεκρίθη τα εξής· «Εχθρέ των γειτόνων σου, φίλε των αθανάτων θεών, μένε εις τα ίδια φρουρών με την λόγχην εις την χείρα. Φύλαττε την κεφαλήν σου, και η κεφαλή θα σώση το σώμα.» Ταύτα λέγουσιν Αργείοι ότι εχρησμοδότησεν εις αυτούς η Πυθία κατ' εκείνην την εποχήν. Μετά ταύτα δε ελθόντες οι πρέσβεις εις το Άργος παρουσιάσθηκαν εις το βουλευτήριον και έλεγον τα εντεταλμένα. Οι δε βουλευταί απεκρίθησαν ότι ήσαν έτοιμοι οι Αργείοι να πράξωσι τα ζητούμενα εάν εδέχοντο οι Λακεδαιμόνιοι να κλείσωσι με αυτούς ειρήνην τριακονταετή και εάν τοις εδιδον το ήμισυ της ηγεμονίας όλων των συμμάχων. «Κατά δίκαιον λόγον, προσέθετον, έπρεπε να έχωμεν την απόλυτον ηγεμονίαν· αλλ' ευχαριστούμεθα και εις το ήμισυ.»
149. Ταύτα λέγουσιν ότι απεκρίθη η βουλή, μολονότι το μαντείον τους απαγόρευσε να συμμαχήσωσι μετά των Ελλήνων. Επεθύμουν δε, με όλον τον φόβον του χρησμού, να γίνωσι τριακονταετείς σπονδαί διά να ανδρωθώσιν εις το διάστημα τούτο οι παίδες των· καθότι εάν δεν εγίνοντο αι σπονδαί αύται και εάν προς τα γενόμενα τοις συνέβαινε και ζημία τις εις τον κατά του Ξέρξου πόλεμον, εφοβούντο ότι ήθελον γίνει καθ' όλα υπήκοοι των Λακεδαιμονίων. Ακούσαντες τους λόγους τούτους οι εις το Άργος ευρισκόμενοι πρέσβεις της Σπάρτης, απεκρίθησαν τα εξής· «Όσον μεν διά τας σπονδάς, θα αναφέρωμεν περί τούτου εις το πλήθος, όσον δ' αφορά την ηγεμονίαν έχομεν την άδειαν να είπωμεν ότι εις μεν την Σπάρτην είναι δύο βασιλείς, εις δε το Άργος είς· δεν είναι λοιπόν δυνατόν να στερηθή της ηγεμονίας μήτε ο είς μήτε ο άλλος των βασιλέων της Σπάρτης· ουδέν όμως κωλύει τον βασιλέα των Αργείων να ήναι ομόψηφος με τους ημετέρους δύο.» Ούτω, λέγουσιν οι Αργείοι, δεν ηδυνήθησαν να νικήσωσι την πλεονεξίαν των Λακεδαιμονίων, και επροτίμησαν να διοικηθώσι μάλλον υπό των βαρβάρων ή να υποκύψωσιν εις τας απαιτήσεις των Λακεδαιμονίων. Εδήλωσαν λοιπόν εις τους πρέσβεις ότι πρέπει να αναχωρήσωσιν εκ της χώρας των Αργείων προ της δύσεως του ηλίου, άλλως θα τους θεωρήσωσιν ως εχθρούς.
150. Αυτοί μεν τόσα λέγουσι περί τούτων, λέγεται όμως και άλλος τις λόγος ανά την Ελλάδα· ότι ο Ξέρξης, πριν εκστρατεύση κατά της Ελλάδος έπεμψε κήρυκα εις το Άργος, όστις ελθών είπε τα εξής, ως λέγεται· «Άνδρες Αργείοι, ταύτα λέγει προς υμάς ο βασιλεύς Ξέρξης. Ημείς νομίζομεν ότι ο Πέρσης εξ ου καταγόμεθα, ήτο υιός του Περσέως υιού της Δανάης, γεννηθείς εκ της Ανδρομέδης θυγατρός τον Κηφέως. Ούτω λοιπόν είμεθα απόγονοί σας και δεν είναι πρέπον μήτε ημείς να εκστρατεύσωμεν κατά των προγόνων μας, μήτε σεις βοηθούντες άλλους να γίνετε εχθροί μας. Μείνατε λοιπόν ήσυχοι εις τας οικίας σας, διότι εάν τα πράγματα αποβώσι κατά την επιθυμίαν μου, ουδέν άλλο έθνος θα αναδείξω μεγαλείτερον υμών.» Ταύτα ακούσαντες οι Αργείοι, λέγεται ότι εύρον το πράγμα πολύ ωφέλιμον. Και τότε μεν αμέσως δεν εζήτησαν τίποτε και δεν έδωκαν ουδεμίαν υπόσχεσιν· ότε δε οι Έλληνες ηθέλησαν να τους προσλάβωσιν εις την συμμαχίαν των, τότε, όντες βέβαιοι ότι οι Λακεδαιμόνιοι δεν ήθελον τους καταστήσει κοινωνούς της αρχής, εζήτησαν αυτήν διά να εύρωσι πρόφασιν και να μένωσιν ήσυχοι.
151. Τινές των Ελλήνων διηγούνται ότι μετά πολλά έτη ο λόγος ούτος ευρέθη επιβεβαιούμενος υπό των κατωτέρω· έτυχον να ώσιν εις τα Σούσα τα Μεμνόνεια, δι' άλλην υπόθεσιν, πρέσβεις των Αθηναίων, ο Καλλίας του Ιππονίκου και οι μετ' αυτού συναναβάντες· συγχρόνως οι Αργείοι πέμψαντες πρέσβεις ηρώτων τον Αρταξέρξην του Ξέρξου εάν σώζεται η φιλία ην είχον συνδέσει μετά του Ξέρξου, ή εάν τους νομίζη ότι είναι πολέμιοι. Ο δε βασιλεύς Αρταξέρξης απεκρίθη ότι η φιλία σώζεται και ότι ουδεμίαν άλλην πόλιν νομίζει φιλιωτέραν του Άργους.
152. Εάν ο Ξέρξης έπεμψεν εις το Άργος τον ειρημένον κήρυκα, και εάν πρέσβεις των Αργείων αναβάντες εις τα Σούσα ηρώτησαν τον Αρταξέρξην περί φιλίας, δεν δύναμαι να βεβαιώσω ακριβώς, και επί του αντικειμένου τούτου ουδεμίαν δίδω γνώμην εναντίαν προς την διήγησιν των Αργείων. Ηξεύρω μόνον τούτο, ότι εάν όλοι οι άνθρωποι απέθετον εις τον αυτόν τόπον τα ίδιά των σφάλματα θέλοντες να τα ανταλλάξωσι με εκείνα των γειτόνων των, άμα έκυπτον την κεφαλήν διά να παρατηρήσωσι τα ξένα σφάλματα, προθύμως έκαστος θα ανελάμβανεν οπίσω τα ιδικά του. Ούτω λοιπόν δεν είναι οι Αργείοι οίτινες έπραξαν τα αίσχιστα. Εγώ δε οφείλω μεν να λέγω τα λεγόμενα, δεν οφείλω όμως ποσώς να τα πιστεύω· και τούτο λέγω δι' όλην την ιστορίαν μου. Λέγουσι μάλιστα ότι οι Αργείοι ήσαν οι προσκαλέσαντες τον Πέρσην κατά της Ελλάδος, διότι ο προς τους Λακεδαιμονίους πόλεμος δεν απέβαινεν υπέρ αυτών και επροτίμων παν άλλο κακόν ή την παρούσαν δυστυχίαν. Αλλ' αρκούσι ταύτα διά τους Αργείους.
153. Εις δε την Σικελίαν ήλθον άλλοι πρέσβεις εκ μέρους των συμμάχων διά να συνομιλήσωσι με τον Γέλωτα, και μεταξύ αυτών ευρίσκετο ο Σύαγρος, πεμφθείς υπό των Λακεδαιμονίων. Τούτου του Γέλωνος πρόγονός τις, όστις εγένετο οικήτωρ της Γέλης, ήτο εκ της νήσου Τήλου της πλησίον της Τριοπίου κειμένης· ότε δε εκτίζετο η Γέλα υπό του Αντιφήμου και των εκ της Ρόδου Λινδίων, αυτός τους ηκολούθησεν εις την αποικίαν. Μετά καιρόν οι απόγονοι αυτού γενόμενοι ιεροφάνται των χθονίων θεών, διετήρησαν το προνόμιον τούτο το οποίον είς των προγόνων των ο Τηλίνης εκτήσατο κατά τον εξής τρόπον. Γελωοί τινες νικηθέντες έν τινι στάσει κατέφυγον εις την υπεράνω της Γέλης κατοικουμένην πόλιν Μακτώριον· τούτους δε επανέφερεν ο Τηλίνης εις την πατρίδα των χωρίς να μεταχειρισθή ουδεμίαν ανθρωπίνην δύναμιν, αλλά μόνον διότι εγνώριζε τα μυστήρια αυτών των θεών· πού και πώς εδιδάχθη την επιστήμην ταύτην, δεν ηξεύρω. Εις ταύτην όμως έχων πεποίθησιν, επανέφερεν αυτούς επί τη συμφωνία να ήναι πάντοτε οι απόγονοί του ιεροφάνται των θεών. Θαυμάζω δε τη αληθεία, εξ όσων με διηγήθησαν, πως ο Τηλίνης κατώρθωσε τόσον μέγα έργον, διότι νομίζω ότι τα τοιαύτα έργα δεν είναι ίδια παντός ανθρώπου, αλλ' απαιτούσι ψυχήν γενναίαν και σώμα εύρωστον, οι δε Σικελοί λέγουσιν εξ εναντίας ότι ο Τηλίνης ήτο φύσει θηλυδρίας και άνθρωπος χαύνος. Τοιουτοτρόπως εκτήσατο το προνόμιον τούτο.
154. Μετά τον θάνατον δε του Κλεάνδρου του Παντάρεως, όστις εβασίλευσεν επτά έτη εις την Γέλαν και εφονεύθη υπό του Γελώου Σαβύλλου, ανέλαβε την μοναρχίαν ο αδελφός του Κλεάνδρου Ιπποκράτης. Έχοντος δε την τυραννίδα του Ιπποκράτους, ο Γέλων, απόγονος του ιεροφάντου Τηλίνου, ήτο δορυφόρος του Ιπποκράτους μετ' άλλων πολλών και μετά του Αινησιδήμου του Παταίου. Μετ' ου πολύν δε χρόνον διά την ανδρίαν του εγένετο ίππαρχος όλου του ιππικού, καθότι όταν ο Ιπποκράτης επολιόρκησε τους Καλλιπολίτας, και τους Ναξίους, και τους Ζαγκλαίους, και τους Λεοντίνους, και τους Συρακουσίους και πολλούς βαρβάρους, ο Γέλων εις όλους τούτους τους πολέμους έδειξεν ανδρίαν λαμπροτάτην. Εξ όλων δε τούτων των πόλεων ουδεμία, πλην των Συρακουσών, έμεινε χωρίς να αλωθή υπό του Ιπποκράτους, τους δε Συρακουσίους ηττηθέντας εις μάχην πλησίον του Ελώρου ποταμού, έσωσαν οι Κορίνθιοι και οι Κερκυραίοι· τους έσωσαν δε και τους συνεβίβασαν μετά του Ιπποκράτους με την συμφωνίαν να τω παραδώσωσι την Καμάριναν, πόλιν ήτις ανέκαθεν ανήκεν εις αυτούς.
155. Ο Ιπποκράτης, αφού εβασίλευσε τόσα έτη όσα ο αδελφός του Κλέανδρος, συνέβη να αποθάνη πλησίον της πόλεως Ύβλης ενώ επολέμει τους Σικελούς. Τότε ο Γέλων επί τω λόγω ότι βοηθεί τους παίδας του Ιπποκράτους Ευκλείδην και Κλέανδρον, εις των οποίων τον ζυγόν ηρνούντο οι πολίται να υποκύψωσιν, ενίκησε τους επαναστάτας και εκράτησε την αρχήν δι' εαυτόν, αποστερήσας αυτήν από τους παίδας του Ιπποκράτους. Μετά την ανέλπιστον ταύτην ευτυχίαν συνέβη να διωχθώσιν από τον δήμον και τους ιδίους των δούλους τους καλουμένους Κυλλυρίους, οι λεγόμενοι γεωμόροι (22) των Συρακουσίων. Λαβών τους διωχθέντας τούτους ο Γέλων τους έφερεν εκ της Κασμένης πόλεως εις τας Συρακούσας τας οποίας εκυρίευσε· διότι ο δήμος των Συρακουσίων, ενώ ήρχετο κατ' αυτού ο Γέλων, τω παρέδωκε την πόλιν και εαυτόν.
156. Παραλαβών ο Γέλων τας Συρακούσας, ολιγώτερον πλέον εφρόντιζε διά την Γέλαν, και επέτρεψεν αυτήν εις τον αδελφόν του Ιέρωνα· αυτός δε ενδυναμώσας τας Συρακούσας, περί αυτών μόνον εφρόντιζεν. Αι δε Συράκουσαι πάραυτα ηύξησαν και επληθύνθησαν, καθότι ο Γέλων αφ' ενός μεν κατέσκαψε την πόλιν Καμάριναν και έφερεν όλους τους Καμαριναίους εις τας Συρακούσας και τους έκαμε πολίτας· αφ' ετέρου δε έπραξε το αυτό και προς τους υπερημίσεις των Γελώων. Πλην τούτου, ενώ επολιόρκει τους Μεγαρείς της Σικελίας παρεδόθησαν ούτοι διά συνθήκης. Οι πλούσιοι ήσαν οι αίτιοι του πολέμου· περιέμενον λοιπόν να θανατωθώσιν· αλλ' ο Γέλων τους έφερεν εις τας Συρακούσας και τους έκαμε πολίτας· όσον δ' αφορά τον δήμον, όστις δεν ήτο αίτιος του πολέμου τούτου ουδέ υπέθετεν ότι ήθελε πάθει τι κακόν, έφερεν αυτούς ομοίως εις τας Συρακούσας και τους επώλησε διά να τους απαγάγωσιν εκ της Σικελίας. Το αυτό έπραξε και προς τους Ευβοείς της Σικελίας, χωρίσας τους πλουσίους από τους άλλους. Εφέρθη δε τοιουτοτρόπως προς αυτάς τας δύο πόλεις διότι ενόμισεν ότι ο δήμος είναι συνοίκημα οχληρότατον. Διά των μέσων τούτων ο Γέλων εγένετο τύραννος μέγας.
157. Τότε δε ελθόντες εις τας Συρακούσας οι πρέσβεις των Ελλήνων, ήλθον εις ομιλίαν μετ' αυτού και είπον τα εξής· «Οι Λακεδαιμόνιοι, οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοι αυτών έπεμψαν ημάς όπως σε συμπαραλάβωμεν εις τον κατά του βαρβάρου πόλεμον· καθότι βεβαίως ήκουσες ότι στρατεύει κατά της Ελλάδος, ότι ο Πέρσης ενώσας διά πλοίων τας δύο παραλίας του Ελλησπόντου και επάγων όλον τον ανατολικόν στρατόν εκ της Ασίας μέλλει να επιτεθή κατά της Ελλάδος επί προφάσει μεν ότι κινείται κατά των Αθηνών, πράγματι όμως σκοπεύων να υποτάξη όλην την Ελλάδα. Επειδή δε συ έχεις μεγάλην δύναμιν, και ορίζων την Σικελίαν μετέχεις ουκ ολίγον της Ελλάδος, βοήθησον τους πολεμούντας υπέρ της ελευθερίας αυτής και υπεράσπισον σύναμα την ιδικήν σου ελευθερίαν· διότι εάν ενωθώμεν όλοι οι Έλληνες σχηματίζομεν μέγαν στρατόν και γινόμεθα ικανοί ν' αντιταχθώμεν κατά του επερχομένου πολεμίου, ενώ εάν τινές μεταξύ ημών προδίδωσιν, εάν άλλοι δεν θέλωσι να βοηθήσωσι και εάν ολίγον μόνον μέρος της Ελλάδος έχη αισθήματα υγιή, τότε είναι φόβος μήπως υποκύψη όλη η Ελλάς. Μη ελπίσης δε ότι αν ο Πέρσης μας νικήση εις τον πόλεμον και μας υποτάξη, δεν θα έλθη και κατά σου. Πριν λοιπόν συμβή τούτο φυλάχθητι· ημάς βοηθών, σαυτόν βοηθείς. Εις καλώς μελετηθείσαν υπόθεσιν, ως επί το πλείστον ακολουθεί τέλος αγαθόν.»
158. Οι μεν πρέσβεις ταύτα είπον, ο δε Γέλων τοις απεκρίθη ζωηρώς· «Άνδρες Έλληνες, ενώ ο λόγος σας δεν αποβλέπει ειμή εις ιδίαν σας πλεονεξίαν, ετολμήσατε να έλθετε διά να με παρακινήσετε να γίνω σύμμαχός σας εναντίον του βαρβάρου. Σεις δε, ότε εγώ πρότερον ων εις πόλεμον με τους Καρχηδονίους σας εζήτησα να με βοηθήσετε κατά βαρβαρικού στρατού και σας προέτρεπον να εκδικήσωμεν τον φόνον του Δωριέως του Αναξανδρίδου θανατωθέντος εις την Έγεσταν, και προσέτι προέτεινον να σας ανοίξω τους λιμένας μου εις τους οποίους θα ευρίσκετε μεγάλας ωφελείας και αναπαύσεις, ούτε χάριν μού ηθελήσατε να με βοηθήσετε ούτε διά να εκδικήσετε τον φόνον του Δωριέως· ώστε παρ' υμών εξηρτάτο να μη διατελώσιν οι τόποι ούτοι υπό την εξουσίαν των βαρβάρων. Αλλ' ευδόκησεν η τύχη να τακτοποιηθώσιν αι υποθέσεις μου· επειδή δε ήλθεν η σειρά σας να έχετε πόλεμον, ενθυμείσθε τώρα τον Γέλωνα. Εν τούτοις, μολονότι περιεφρονήθην από υμάς, δεν θα σας μιμηθώ, αλλ' είμαι έτοιμος να σας βοηθήσω και να σας δώσω διακοσίας τριήρεις, εικοσακισχιλίους οπλίτας, δισχιλίους ίππους, δισχιλίους τοξότας, δισχιλίους οφενδονήτας και δισχιλίους ιππείς ελαφρώς ωπλισμένους· αναδέχομαι προς τούτοις να παρέξω τροφάς εις όλον τον Ελληνικόν στρατόν εφ' όσον ήθελε διαρκέσει ο πόλεμος. Ταύτα πάντα όμως υπόσχομαι με μίαν συμφωνίαν, να γίνω αρχιστράτηγος των Ελλήνων κατά του βαρβάρου· με άλλην δε συμφωνίαν, ούτε εγώ δύναμαι να έλθω, ούτε άλλους να πέμψω.»
159. Ταύτα ακούσας ο Σύαγρος δεν ειμπόρεσε να κρατηθή αλλ' είπε· «Βεβαίως θα στενάξη ο Πελοπίδης Αγαμέμνων εάν μάθη ότι οι Σπαρτιάται εστερήθησαν της ηγεμονίας υπό του Γέλωνος και των Συρακουσίων. Τούτον τον λόγον, να σοι παραδώσωμεν ημείς την ηγεμονίαν, μη αναφέρης πλέον· αλλ' αν έχης διάθεσιν να βοηθήσης την Ελλάδα, ήξευρε ότι θα ήσαι υπό τας διαταγάς των Λακεδαιμονίων· εάν δε δεν εγκρίνης να άρχεσαι, μη μας βοηθήσης.»
160. Ιδών ο Γέλων ότι ο Σύαγρος ανθίστατο τόσον σταθερώς, είπε τον εξής τελευταίον λόγον· «Ω ξένε Σπαρτιάτα, αι ύβρεις διεγείρουσι τον θυμόν του ανθρώπου· συ όμως με όλα τα υβρίσματα τα οποία μετεχειρίσθης εις τον λόγον σου, δεν θα με πείσης να σοι αποκριθώ και εγώ απρεπώς. Αλλ' αφού σεις τόσον πολύ επιμένετε εις την ηγεμονίαν, δεν είναι δίκαιον να επιμένω και εγώ περισσότερον, εγώ όστις είμαι ηγεμών πολλαπλασίας στρατιάς και πλοίων πολύ περισσοτέρων; Επειδή όμως ο λόγος μου σας εφάνη βαρύς, μετριάζομεν την πρώτην πρότασιν. Εάν μεν θέλετε να έχετε την αρχηγίαν του κατά γην στρατού, ας έχω εγώ την αρχηγίαν του ναυτικού· εάν πάλιν ευχαριστήσθε να ηγεμονεύετε κατά θάλασσαν, ας ηγεμονεύω εγώ κατά ξηράν. Ή εις ταύτα λοιπόν πρέπει να αρκεσθήτε, ή να αναχωρήσετε εστερημένοι τοσούτων συμμάχων.» Ταύτα προέτεινεν ο Γέλων.
161. Προλαβών δε τον πρέσβυν των Λακεδαιμονίων ο πρέσβυς των Αθηναίων, απεκρίθη ως εξής· «Ω βασιλεύ των Συρακούσιων, ουχί ηγεμόνος αλλά στρατιάς έχουσα ανάγκην η Ελλάς μας έπεμψε προς σε· συ δε δεικνύεις ότι εάν δεν γείνης ηγεμών της Ελλάδος δεν θέλεις στείλει στρατεύματα και φροντίζεις πώς να ανακηρυχθής στρατηγός αυτής. Και ενόσω μεν εζήτεις να γίνης ηγεμών όλου του στρατού των Ελλήνων, ημείς οι Αθηναίοι ηρκούμεθα να σιωπώμεν, όντες βέβαιοι ότι ο Λάκων ήτο ικανός να απολογηθή υπέρ αμφοτέρων· επειδή όμως αποτυχών της όλης αρχής ζητείς να λάβης την της ναυτικής δυνάμεως, μάθε ότι και ο Λάκων αν σε δώση αυτήν ημείς όμως δεν την δίδομεν, διότι ανήκει εις ημάς εάν δεν θελήσωσιν οι Λακεδαιμόνιοι. Και αν μεν αυτοί θέλωσι να ήναι ηγεμόνες, δεν αντιτείνομεν· εις ουδένα όμως άλλον παραχωρούμεν την ναυαρχίαν, διότι εις μάτην θέλομεν έχει τόσον ναυτικόν στρατόν εάν παραχωρήσωμεν την ηγεμονίαν εις τους Συρακουσίους, ημείς όντες Αθηναίοι, συγκροτούντες έθνος αρχαιότατον και οι μόνοι εκ των Ελλήνων οίτινες δεν εγίνομεν μετανάσται. Δεν λέγει ο εποποιός Όμηρος ότι είς εκ των ημετέρων (23) μετέβη εις το Ίλιον και ελαμπρύνθη τακτοποιήσας και διακοσμήσας τον στρατόν; Δεν αισχυνόμεθα λοιπόν ποσώς λέγοντες ταύτα.»
162. Απεκρίθη δε ο Γέλων τα εξής· «Ξένε Αθηναίε, άρχοντας μεν φαίνεσθε ότι έχετε, αρχομένους όμως δεν έχετε παντάπασιν. Επειδή λοιπόν μη παραχωρούντες τίποτε, θέλετε να έχετε το παν, σπεύσατε να φύγετε τάχιστα και να αναγγείλετε εις την Ελλάδα ότι από τον ενιαυτόν της λείπει το έαρ.» Η έννοια του λόγου τούτου ήτο ότι καθώς το έαρ είναι το καλλίτερον μέρος του ενιαυτού, ούτω και ο καλλίτερος στρατός των Ελλήνων ήτο ο ιδικός του. Κατ' αυτόν λοιπόν η Ελλάς, στερουμένη της συμμαχίας του, ωμοίαζε με ενιαυτόν εκ του οποίου είναι αφηρημένον το έαρ.
163. Οι μεν πρέσβεις των Ελλήνων τόσα ειπόντες μετά του Γέλωνος απέπλευσαν. Ο δε Γέλων, φοβούμενος μεν περί των Ελλήνων ότι δεν θα δυνηθώσι να αποκρούσωσι τους βαρβάρους, αφ' ετέρου δε θεωρών σκληρόν και ανυπόφορον να υπάγη εις την Πελοπόννησον και ακούση εις τους Λακεδαιμονίους, ων τύραννος της Σικελίας, παρήτησεν εντελώς τα σχέδιον τούτο και εσκέφθη να λάβη άλλο. Τωόντι, άμα έμαθεν ότι ο Πέρσης διέβη τον Ελλήσποντον, έπεμψεν εις τους Δελφούς μετά τριών πεντηκοντόρων τον Κάδμον του Σκύθου, άνδρα Κώον, εις τον οποίον ενεπιστεύθη χρήματα πολλά και λόγους φιλικούς και τον παρήγγειλε να παρατηρή την μάχην προς ποίον μέρος ήθελε κλίνει· και εάν μεν νικά ο βάρβαρος, και τα χρήματα να δώση εις αυτόν, και γην και ύδωρ δι' όσα μέρη εξουσίαζεν ο Γέλων· εάν δε νικώσιν οι Έλληνες, να τα φέρη οπίσω.
164. Ο δε Κάδμος ούτος προ των γεγονότων τούτων παραλαβών παρά του πατρός του την βασιλείαν των Κώων καλώς εδραιωμένην, εκουσίως και χωρίς να απειλήται υπό κινδύνου τινός, αλλά εκ δικαιοσύνης του, κατέθεσε την αρχήν εις τους Κώους και ανεχώρησεν εις την Σικελίαν. Εκεί ηνώθη με τους Σαμίους και κατώκησε την πόλιν Ζάγκλην ήτις μετά ταύτα μετέβαλε το όνομα εις Μεσσήνην. Τούτον λοιπόν τον Κάδμον ελθόντα τοιουτοτρόπως εις την Σικελίαν, έπεμψεν ο Γέλων εις τους Δελφούς γνωρίζων την δικαιοσύνην του την οποίαν έδειξε και εις άλλας περιστάσεις. Και τωόντι, εκτός άλλων έργων δικαίων, έπραξε και τούτο όπερ δεν είναι μικρόν· καθότι ενώ είχεν εις χείρας του μεγάλην ποσότητα χρημάτων τα οποία τω ενεπιστεύθη ο Γέλων, και ενώ ηδύνατο να τα κρατήση, δεν ηθέλησεν, αλλ' αφού οι Έλληνες ενίκησαν εις την ναυμαχίαν και ο Ξέρξης έφυγε διωχθείς, τότε και ο Κάδμος επέστρεψεν εις την Σικελίαν φέρων όλα τα χρήματα.
165. Λέγεται δε και το εξής υπό των κατοικούντων εις την Σικελίαν, ότι έστω και επί τω όρω να διατελή υπό τας διαταγάς των Λακεδαιμονίων ο Γέλων θα εβοήθει τους Έλληνας, εάν κατά την αυτήν εποχήν ο Τήριλλος του Κρινίππου, τον οποίον τύραννον όντα της Ιμέρας εδίωξεν ο τύραννος των Ακραγαντίνων Θήρων του Αινησιδήμου, δεν εκίνει κατά της Σικελίας στρατόν εκ τριακοσίων χιλιάδων Φοινίκων, Λιβύων, Ιβήρων, Λιγύων, Ελισύκων, Σαρδονίων, Κυρνίων υπό των στρατηγόν Αμίλκαν του Άννωνος, βασιλέα των Καρχηδονίων, πεισθέντα εις τούτο από τον Τήριλλον διά την ιδιαιτέραν αυτού ξενίαν και την προθυμίαν του Αναξιλάου του Κρητίνου, όστις τύραννος ων του Ρηγίου έδωκεν αυτώ τα τέκνα του ως ομήρους και τον παρεκίνησε να έλθη κατά της Σικελίας και να εκδικήση τον πενθερόν του· καθότι ο Αναξίλαος του Κρητίνου είχε γυναίκα την θυγατέρα του Τηρίλλου, της οποίας το όνομα ήτο Κυδίππη. Ούτω λοιπόν, λέγουσιν οι Σικελοί, μη δυνάμενος ο Γέλων να βοηθήση τους Έλληνας, έπεμψε τα χρήματα εις τους Δελφούς.
166. Προς τούτοις λέγουσι και τα εξής, ότι συνέπεσε κατά την αυτήν ημέραν ο μεν Γέλων και ο Θήρων να νικώσι τον Αμίλκαν και τους Καρχηδονίους εις την Σικελίαν, οι δε Έλληνες τον Πέρσην εις την Σαλαμίνα. Ούτος δε ο Αμίλκας, όστις προς πατρός μεν ήτο Καρχηδόνιος, μητρόθεν δε Συρακούσιος και διά της ανδρίας του εγένετο βασιλεύς των Καρχηδονίων, άμα εγένετο η συμπλοκή και ενικήθη, εγένετο, ως ήκουσα να λέγωσιν, άφαντος, καθότι ούτε ζων ούτε φονευμένος, ευρέθη ουδαμού γης, μολονότι ο Γέλων τον εζήτησε πανταχού.
167. Λέγεται δε και το εξής υπό των Καρχηδονίων όπερ δεν φαίνεται απίθανον· ότι οι βάρβαροι εις την Σικελίαν, αρχίσαντες από πρωίας, επολέμουν με τους Έλληνας μέχρι δείλης οψίας, καθότι έως τότε λέγουσιν ότι διήρκεσεν η συμπλοκή. Ο δε Αμίλκας κατά τούτο το διάστημα μένων εις το στρατόπεδον εθυσίαζε και εζήτει αίσια σημεία, καίων επί μεγάλης πυράς σώματα ακέραια. Ιδών δε την τροπήν των στρατευμάτων του, ως ευρέθη σπεύδων επί των ιερείων, ερρίφθη εις το πυρ και ούτω κατακαυθείς εγένετο άφαντος. Εις τούτον δε τον Αμίλκαν γενόμενον άφαντον είτε κατά τον τρόπον τούτον, ως λέγουσιν οι Φοίνικες, είτε κατά τον άλλον τον οποίον λέγουσιν οι Συρακούσιοι, προσφέρουσι θυσίας οι Καρχηδόνιοι και τω ήγειρον μνημεία εις όλας τας πόλεις των αποικιών έν δε μέγιστον εν αυτή τη Καρχηδόνα. Και ταύτα μεν αρκούσι περί της Σικελίας.
168. Οι δε Κερκυραίοι άλλα μεν απεκρίθησαν εις τους πρέσβεις άλλα δε έπραξαν καθότι οι αυτοί πρέσβεις οίτινες είχον μεταβή εις την Σικελίαν, ήλθον και εις την Κέρκυραν και επανέλαβον τους αυτούς λόγους τους οποίους είχον ειπή εις τον Γέλωνα. Οι δε Κερκυραίοι τότε μεν αμέσως υπεσχέθησαν ότι θα πέμψωσι βοηθείας λέγοντες ότι δεν πρέπει να αφήσωσι την Ελλάδα να απολεσθή, διότι εάν πέση η Ελλάς δεν μένει άλλο ειμή τας πρώτας ημέρας να γίνωσι και ούτοι δούλοι των βαρβάρων, και επομένως οφείλουσι να βοηθήσωσι δι' όλων των δυνάμεών των. Ταύτα απεκρίθησαν μετά παρρησίας. Ότε όμως επέστη η στιγμή να εκπέμψωσι βοηθείας, σκεπτόμενοι άλλα, εξώπλισαν εξήκοντα πλοία· μόλις δε αναχθέντες, εστάθησαν εις τας ακτάς της Πελοποννήσου και ηγκυροβόλησαν περί την Πύλον και το Ταίναρον της λακωνικής, περιμένοντες και ούτοι να ίδωσι προς ποίον μέρος ήθελε κλίνει ο πόλεμος, καθότι δεν ήλπιζον ότι ήθελον υπερισχύσει οι Έλληνες, αλλ' ότι ήθελε νικήσει ο Πέρσης και κυριεύσει όλην την Ελλάδα. Ενήργουν λοιπόν επίτηδες, διά να δύνανται να είπωσι προς τον Ξέρξην· «Ω βασιλεύ, οι Έλληνες εζήτουν να μας συμπεραλάβωσιν εις τον πόλεμον τούτον, αλλ' ημείς οίτινες έχομεν ουκ ολίγην δύναμιν και δυνάμεθα να παρέξωμεν πλοία όχι ολίγα αλλά τα πλείστα μετά τας Αθήνας, δεν ηθελήσαμεν να αντισταθώμεν, ούτε να σε δυσαρεστήσωμεν.» Ταύτα λέγοντες ήλπιζον ότι η θέσις των ήθελεν αποβή καλλιτέρα της των άλλων, και τούτο θα εγίνετο, ως εγώ φρονώ. Προς δε τους Έλληνας είχον προητοιμασμένην πρόφασιν, την οποίαν και μετεχειρίσθησαν διότι ότε οι Έλληνες τους εμέμφθησαν ότι δεν τους εβοήθησαν, είπον ότι εξώπλισαν μεν εξήκοντα τριήρεις, αλλ' ότι οι ετησίαι άνεμοι τους εμπόδισαν να κάμψωσι τον Μαλέαν. Αύτη ήτο η αιτία δι' ην δεν έφθασαν εις την Σαλαμίνα και έλειψαν από την ναυμαχίαν χωρίς να έχωσι κανένα κακόν σκοπόν. Ούτοι μεν τοιουτοτρόπως ηπάτησαν τους Έλληνας.
169. Οι δε Κρήτες, όταν οι επί τούτω διορισθέντες Έλληνες μετέβησαν να ζητήσωσι την συμμαχίαν των, έπραξαν το εξής. Πέμψαντες εξ ονόματος του κοινού εις τους Δελφούς θεοπρόπους, ηρώτων τον θεόν εάν τοις ήτο συμφερώτερον να βοηθήσωσι τους Έλληνας· η δε Πυθία τοις απεκρίθη «Μωροί άνθρωποι, σεις παραπονείσθε ακόμη διά τα δάκρυα τα οποία ο Μίνως σας έκαμε να χύσετε μνησικακών διά την βοήθειαν την οποίαν εδώσατε εις τον Μενέλαον· καθότι οι μεν Λακεδαιμόνιοι σας ηρνήθησαν την βοήθειάν των διά να εκδικήσετε τον εν Καμικώ γενόμενον θάνατόν του, σεις δε εβοηθήσατε εκείνους χάριν γυναικός την οποίαν ανήρ βάρβαρος ήρπασεν εκ της Σπάρτης.» Ελθούσης της αποκρίσεως τούτης εις την Κρήτην, απεποιήθησαν οι Κρήτες να βοηθήσωσι τους Έλληνας.
170. Λέγουσι δε ότι ο Μίνως, κατά ζήτησιν του Δαιδάλου, ήλθεν εις την Σικανίαν, την νυν Σικελίαν καλουμένην και εκεί απέθανε βιαίω θανάτω. Μετά καιρόν δε οι Κρήτες, κατά παρακίνησιν θεού τινος, όλοι πλην των Πολιχνιτών και των Πραισίων, πλεύσαντες μετά μεγάλου στόλου κατά της Σικελίας, επολιόρκουν επί πέντε έτη την πόλιν Καμικόν, την οποίαν εις τας ημέρας μου ενέμοντο οι Ακραγαντίνοι. Τέλος μη δυνάμενοι μήτε να την κυριεύσωσι μήτε να εξακολουθήσωσι την πολιορκίαν, ένεκα του επισυμβάντος λιμού, την άφησαν και ανεχώρησαν. Ενώ δε πλέοντες έφθασαν εις την Ιαπυγίαν, σφοδρά τρικυμία κατέλαβεν αυτούς και τους έρριψεν εις την ξηράν. Επειδή δε τα πλοία των συνετρίβησαν και είδον ότι δεν υπήρχε μέσον να επιστρέψωσιν εις την Κρήτην, έκτισαν την πόλιν Υρίαν, εγκατεστάθησαν εκεί και αντί μεν Κρητών μετωνομάσθησαν Ιάπυγες Μεσσάπιοι, αντί δε νησιωτών εγένοντο ηπειρώται. Εκ της πόλεως ταύτης Υρίας πολλαί αποικίαι εξήλθον, και πολύ μετά ταύτα οι Ταραντίνοι γενόμενοι εχθροί των, επετέθησαν κατ' αυτών εις τοιούτον τρόπον ώστε ο φόνος ούτος των Ελλήνων υπήρξεν ο μέγιστος εξ όσων ημείς γνωρίζομεν. Μόνοι οι Ρηγίνοι οίτινες αναγκασθέντες υπό του Μικύθου του Χοίρου ήλθον εις βοήθειαν των Ταραντίνων, απώλεσαν τρισχιλίους εις τον πόλεμον τούτον· όσον δ' αφορά αυτούς τους Ταραντίνους, ο αριθμός αυτών ήτο άπειρος. Ο δε Μίκυθος ούτος, υπηρέτης ων του Αναξιλάου, είχε μείνει επίτροπος εις το Ρήγιον. Ούτος δε είναι όστις διωχθείς εκ του Ρηγίου και κατοικήσας εις την Τεγέαν της Αρκαδίας, αφιέρωσεν εις την Ολυμπίαν πολλούς ανδριάντας.
171. Αλλά τα μεν κατά Ρηγίνους και Ταραντίνους ετέθησαν εν παρενθέσει εις την διήγησίν μου· εις δε την Κρήτην ερημωθείσαν, ως λέγουσιν οι Πραίσιοι, ήλθον και κατώκησαν άλλοι άνθρωποι, και προ πάντων Έλληνες. Τρεις γενεάς μετά τον θάνατον του Μίνωος συνέβησαν τα Τρωικά, εις τα οποία οι Κρήτες εφάνησαν ουχί ευκαταφρόνητοι βοηθοί του Μενελάου. Αλλ' ένεκα της βοηθείας ταύτης, κατά την επιστροφήν των εκ της Τρωάδος, ενέσκηψεν εις αυτούς και εις τα ποίμνιά των λιμός και λοιμός, ώστε ερημωθείσης της Κρήτης το δεύτερον, οι σήμερον νεμόμενοι αυτήν Κρήτες είναι ο τρίτος λαός όστις κατώκησεν εις αυτήν μετά των επιζησάντων. Ταύτα λοιπόν υπομνήσασα η Πυθία, εμπόδισε τους βουλομένους να βοηθήσωσι τους Έλληνας.
172. Οι δε Θεσσαλοί κατ' αρχάς εμήδισαν εξ ανάγκης, αλλ' ως έδειξαν σαφώς, δεν τοις ήρεσκον αι μηχανορραφίαι των Αλευαδών· καθότι άμα έμαθον ότι ο Πέρσης έμελλε να διαβή εις την Ευρώπην, έπεμψαν εις τον Ισθμόν κήρυκας. Ήσαν δε συνηθροισμένοι εις τον Ισθμόν άνθρωποι εκλελεγμένοι από των πόλεων όσαι επεθύμουν την σωτηρίαν της Ελλάδος. Φθάσαντες δε οι πρέσβεις των Θεσσαλών και παρουσιασθέντες εις αυτούς έλεγον τα εξής· «Άνδρες Έλληνες, πρέπει να φυλάξωμεν το στενόν του Ολύμπου διά να ήναι εν σκέπη του πολέμου η Θεσσαλία και όλη η Ελλάς. ημείς είμεθα πρόθυμοι να συνεργήσωμεν εις τούτο, αλλά πρέπει και ημείς να πέμψητε στρατόν πολύν. Εάν δεν πέμψητε, μάθετε ότι θα συμβιβασθώμεν μετά του Πέρσου, καθότι ευρισκόμενοι τοσούτον έμπροσθεν της άλλης Ελλάδος, δεν πρέπει να απολεσθώμεν μόνοι διά σας. Εάν δεν μας βοηθήσητε, ουδεμίαν υποχρέωσιν δύνασθε να μας επιβάλητε, διότι ουδεμία υποχρέωσις υπερισχύει της αδυναμίας, και επομένως ημείς αυτοί θα φροντίσωμεν να εύρωμεν σωτηρίαν τινά.» Ταύτα είπον οι Θεσσαλοί.
173. Οι δε Έλληνες ακούσαντες ταύτα απεφάσισαν να πέμψωσι διά θαλάσσης εις την Θεσσαλίαν πεζόν στρατόν διά να φυλάξη το στενόν. Αφού δε συνελέγη ο στρατός, έπλευσε διά του Ευρίπου και φθάσας εις την Άλον της Αχαΐας απέβη εκ των πλοίων και επορεύετο προς την Θεσσαλίαν, αφήσας αυτού τα πλοία. Έφθασε δε εις τα Τέμπη, όπου ευρίσκεται το στενόν το οποίον από την κάτω Μακεδονίαν φέρει εις Θεσσαλίαν, κατά μήκος του Πηνειού, μεταξύ Ολύμπου και Όσσης. Ενταύθα εστρατοπεδεύσαντο μυρίοι οπλίται Έλληνες και οι ιππείς των Θεσσαλών. Εστρατήγει δε των μεν Λακεδαιμονίων ο Ευαίνετος του Καρήνου εκλεχθείς υπό των πολεμάρχων, μη ων όμως εκ γένους βασιλικού, των δε Αθηναίων ο Θεμιστοκλής του Νεοκλέους. Ολίγας ημέρας έμειναν εκεί, καθότι ελθόντες απεσταλμένοι εκ μέρους του Μακεδόνος Αλεξάνδρου του Αμύντου, τους συνεβούλευσαν να αναχωρήσωσι διά να μη καταπατηθώσιν υπό του επερχομένου στρατού εάν μείνωσιν εις το στενόν· τοις έλεγον δε το πλήθος του στρατού και των πλοίων. Αφού οι απεσταλμένοι συνεβούλευσαν ταύτα, κρίνοντες οι Έλληνες ότι η συμβουλή αύτη ήτο προς καλόν των και ότι ο Μακεδών εφαίνετο εύνους προς αυτούς επείσθησαν· ως εγώ νομίζω, έπεισεν αυτούς ο φόβος, διότι έμαθον ότι κατά την άνω Μακεδονίαν, διά των Περραιβών και κατά την πόλιν Γόννον, υπήρχε και άλλο στενόν εις την Θεσσαλίαν, εκείνο διά του οποίου τωόντι εισήλθεν η στρατιά του Ξέρξου. Όθεν καταβάντες οι Έλληνες εις τα πλοία επέστρεψαν εις τον Ισθμόν.
174. Τοιαύτη υπήρξεν η εις την Θεσσαλίαν στρατεία, ότε ο βασιλεύς, έμελλε να διαβή εκ της Ασίας εις την Ευρώπην και ήτο ήδη εις την Άβυδον. Οι δε Θεσσαλοί μείναντες άνευ συμμάχων, εμήδισαν τότε προθύμως χωρίς πλέον να διστάσωσι και εφάνησαν πράγματι χρησιμώτατοι εις τον βασιλέα.
175. Οι δε Έλληνες επιστρέψαντες εις τον Ισθμόν συνεσκέφθησαν περί εκείνων τα οποία τοις εμήνυσεν ο Αλέξανδρος και περί του μέρους όπου έπρεπε να συγκροτήσωσι τον πόλεμον. Η υπερισχύσασα γνώμη ήτο να φυλάξωσι το στενόν των Θερμοπυλών, διότι εφαίνετο ότι ήτο στενώτερον του εν Θεσσαλία και πλησιέστερον εις την χώραν των. Την δε ατραπόν διά της οποίας απώλοντο οι εν Θερμοπύλαις απολεσθέντες Έλληνες ούτε ήξευρον ότι υπήρχε μέχρις ου ελθόντες εις τας Θερμοπύλας το έμαθον από τους Τραχινίους. Απεφάσισαν λοιπόν εις τον Ισθμόν να φυλάξωσι το στενόν τούτο και να μη αφήσωσι τον βάρβαρον να εισέλθη εις την Ελλάδα, ο δε ναυτικός στρατός να πλεύση εις το Αρτεμίσιον της Ιστιαιήτιδος χώρας· διότι αι Θερμοπύλαι και το Αρτεμίσιον τόσον είναι πλησίον αλλήλων, ώστε ευκόλως ο είς στρατός ηδύνατο να έχη ειδήσεις περί του άλλου. Ο δε χώροι ούτοι έχουσιν ως εξής.
176. Πρώτον μεν το Αρτεμίσιον από το μέρος του Θρακικού πελάγους, ον πλατύ κατ' ολίγον στενεύει και σχηματίζει τον μεταξύ της νήσου Σκιάθου και της ηπείρου της Μαγνησίας πόρον· εκ δε του στενού τούτου, διαδέχεται το Αρτεμίσιον αιγιαλός της Ευβοίας όπου είναι ιερόν της Αρτέμιδος. Δεύτερον, η είσοδος εις την Ελλάδα, διά της Τραχίνος, κατά το στενώτατον αυτής μέρος είναι ήμισυ πλέθρον· πλην τούτο δεν είναι το στενώτατον μέρος, καθότι υπάρχουσιν άλλα πολύ στενώτερα, ως το έμπροσθεν και το όπισθεν των Θερμοπυλών. Όπισθεν μεν, προς τους Αλπηνούς, δεν υπάρχει θέσις ειμή δι' έν μόνον άρμα· έμπροσθεν δε, προς τον Φοίνικα ποταμόν και πλησίον της πόλεως Ανθηλής, όπου πάλιν ο δρόμος είναι διά μίαν μόνην άμαξαν. Των δε Θερμοπυλών, το μεν προς δυσμάς μέρος είναι όρος υψηλόν, απρόσιτον και κρημνώδες, οψούμενον μέχρι τις Οίτης· το δε προς ανατολάς είναι θάλασσα και τενάγη· εις δε την είσοδον ταύτην υπάρχουσι θερμά λουτρά τα οποία οι επιχώριοι καλούσι Χύτιους και όπου είναι ιδρυμένος βωμός του Ηρακλέους. Η δίοδος αύτη κλείεται διά τείχους και εις την αρχαιότητα ήσαν και πύλαι. Το τείχος τούτο έκτισαν οι Φωκείς φοβηθέντες, όταν οι Θεσσαλοί ήλθον εκ της χώρας των Θεσπρωτών διά να κατοικήσωσι την Αιολίδα γην την οποίαν κατέχουσι σήμερον. Επειδή δε οι Θεσσαλοί προσεπάθουν να τους υποτάξωσιν, οι Φωκείς έκτισαν τούτο χάριν προφυλάξεως. Τότε άφησαν το θερμόν ύδωρ εις την είσοδον διά να πλημμυρίση το μέρος εκείνο, τα πάντα μηχανώμεναι διά να μη εισβάλωσιν οι Θεσσαλοί εις την χώραν των. Το μεν τείχος λοιπόν το αρχαίον ήτο εκ παλαιού εκτισμένον, και το πλέον αυτού ήδη υπό του χρόνου είχε καταρρεύσει· τότε δε απεφάσισαν οι Έλληνες να το ανοικοδομήσωσι και εκεί να υπερασπίσωσι την Ελλάδα κατά του βαρβάρου. Πλησιέστατα δε της οδού ταύτης υπάρχει κώμη τις καλουμένη Αλπηνοί· εκ ταύτης της κώμης εσκέπτοντο οι Έλληνες να λαμβάνωσι τας αναγκαίας τροφάς.
177. Ούτοι λοιπόν οι χώροι εφαίνοντο εις τους Έλληνας ότι ήσαν επιτήδειοι, καθότι προϊδόντες όλα και υπολογίσαντες ότι οι βάρβαροι δεν θα δυνηθώσι να μεταχειρισθώσιν εις το στενόν ούτε πλήθος ούτε ιππικόν, απεφάσισαν να δεχθώσιν εκεί τον επερχόμενον κατά της Ελλάδος στρατόν. Όθεν, άμα έμαθον ότι ο Πέρσης ήτο εις την Πιερίαν, διαλυθέντες εκ του Ισθμού μετέβησαν άλλοι μεν διά ξηράς εις τας Θερμοπύλας, άλλοι δε διά θαλάσσης εις το Αρτεμίσιον.
178. Ενώ οι Έλληνες έσπευδον προς άμυναν εις τα δύο ταύτα μέρη, οι Δελφοί κατά το διάστημα τούτο εζήτουν χρησμόν παρά του θεού, φοβηθέντες δι' εαυτούς και διά την Ελλάδα· τοις εδόθη δε χρησμός να προσευχηθώσιν εις τους ανέμους, καθότι αυτοί έμελλον να γίνωσι μεγάλοι σύμμαχοι της Ελλάδος. Όθεν οι Δελφοί αφού ήκουσαν τον χρησμόν πρώτον μεν ανήγγειλον τα χρησθέντα εις τους Έλληνας τους θέλοντας να ώσιν ελεύθεροι, και αναγγείλαντες ταύτα καθ' ην στιγμήν οι Έλληνες ήσαν έμπλεοι φόβου διά τον βάρβαρον, εγένοντο άξιοι αιωνίας ευγνωμοσύνης. Μετά ταύτα δε οι Δελφοί στήσαντες βωμόν εις τους ανέμους, ου μακράν του τεμένους της Θυίας, θυγατρός του Κηφισσού, εξ ης έλαβε το όνομα η χώρα, εξιλέωναν αυτούς διά θυσιών. Και οι μεν Δελφοί ένεκα του χρησμού τούτου προσεύχονται μέχρι σήμερον ες τους ανέμους.
179. Ο δε ναυτικός στρατός του Ξέρξου κινήσας εκ της Θέρμης προεξέπεμψε δέκα ταχυπλοώτατα πλοία εις την Σκίαθον όπου ως προφύλακες εστάθμευον τρία Ελληνικά· έν Τροιζήνιον, έν Αιγινητικόν, και έν Αττικόν. Οι δε επί των τριών τούτων πλοίων, άμα είδον τα πλοία των βαρβάρων, ώρμησαν εις φυγήν.
180. Και το μεν Τροιζήνιον, του οποίου πλοίαρχος ήτο ο Πρηξίνος, διώξαντες εκυρίευσαν οι βάρβαροι αμέσως· άμα δε εγένοντο κύριοι αυτού, αγαγόντες εις την πρώραν τον ωραιότατον των επιβατών έσφαξαν αυτόν, θεωρούντες ως αίσιον οιωνόν να θυσιάσωσι τον πρώτον και ωραιότατον των Ελλήνων τους οποίους συνέλαβον. Το όνομα δε του θυσιασθέντος ήτο Λέων· ώστε ίσως και το όνομα συνέτρεξε κατά τι εις την δυστυχίαν του.
181. Η δε Αιγιναία ναυς της οποίας τριήραρχος ήτο ο Ασωνίδης, αύτη επροξένησεν εις τους βαρβάρους κόπον τινά, καθότι εντός αύτης ήτο ο Πύθης του Ισχενόου, ανήρ όστις την ημέραν εκείνην εφάνη ανδρειότατος. Ο Πύθης ούτος ενώ εκυριεύθη πλέον η ναυς, αντείχε μαχόμενος μέχρις ου κατεκρεουργήθη. Επειδή δε πεσών δεν απέθανεν αλλ' ανέπνεεν εισέτι, οι Πέρσαι οίτινες ήσαν εις τα πλοία, θαυμάσαντες την ανδρίαν του, εφιλοτιμήθησαν να τον περιποιηθώσιν ιατρεύοντες τας πληγάς του με σμύρναν και τυλίσσοντες αυτάς με λωρία εκ βύσσου. Και ότε επέστρεψαν εις το στρατόπεδον, επεδείκνυον αυτόν ως ον έκτακτον εις όλον τον στρατόν και τω εδείκνυον μέγα σέβας, ενώ τους άλλους όσους συνέλαβον εις το πλοίον εκείνο, τους μετεχειρίζοντο ως ανδράποδα.
182. Τα μεν δύο των πλοίων τοιουτοτρόπως εκυριεύθησαν· το δε τρίτον το οποίον εκυβέρνα ο Αθηναίος Φόρμιος, φεύγον εξώκειλεν εις τας εκβολάς του Πηνειού· και το μεν σκάφος εκυρίευσαν οι βάρβαροι, τους δε ανθρώπους όχι· καθότι άμα έρριψαν έξω το πλοίον οι Αθηναίοι, πηδήσαντες εις την ξηράν επορεύθησαν διά της Θεσσαλίας εις τας Αθήνας. Οι δε εις το Αρτεμίσιον εστρατοπεδευμένοι Έλληνες μαθόντες ταύτα εκ των πυρών των αναφθέντων εις την Σκίαθον και καταφοβηθέντες, άφησαν ημεροσκόπους εις τα υψηλά της Ευβοίας και έπλευσαν εις την Χαλκίδα διά να φυλάξωσι τον Εύριπον.
183. Εκ δε των δέκα πλοίων των βαρβάρων τρία επλησίασαν τον σκόπελον όστις υπάρχει μεταξύ Σκιάθου και Μαγνησίας και όστις καλείται Μύρμηξ. Ενταύθα οι βάρβαροι έστησαν στήλην λιθίνην την οποίαν είχον κομίσει. Τούτου δε γενομένου, ο εκ της Θέρμης κινήσας στόλος, μη έχων άλλο εμπόδιον να φοβηθή, έπλευσεν αφού αφήκε να παρέλθωσιν ένδεκα ημέραι από της αναχωρήσεως του Ξέρξου εκ της Θέρμης. Τον δε σκόπελον όστις ήτο εις το μέσον του στενού έδειξεν εις αυτούς ο Πάμμων ο Σκύριος. Πλεύσαντες δε όλην την ημέραν οι βάρβαροι έφθασαν εις το ακρωτήριον της Μαγνησίας Σηπιάδα και εις τον αιγιαλόν όστις είναι μεταξύ της Σηπιάδος και της πόλεως Κασθαναίας.
184. Μέχρι του μέρους τούτου και μέχρι των Θερμοπυλών ο στρατός των βαρβάρων ουδέν κακόν έπαθε, και την στιγμήν ταύτην ακόμη, κατά τον υπολογισμόν μου, ο αριθμός των πολεμιστών ήτο ο εξής. Επί των χιλίων διακοσίων επτά πλοίων της Ασίας, υπήρχον αρχήθεν, εξ όλων των εθνών, εικοσιτέσσαρες μυριάδες και χίλιοι τετρακόσιοι άνδρες, εάν υπολογίσωμεν διακόσιους εις έκαστον πλοίον. Εκτός δε του επιχωρίου πληρώματος, υπήρχον εις έκαστον των πλοίων τούτων τριάκοντα Πέρσαι, Μήδοι ή Σάκαι. Ούτος δε ο άλλος όμιλος αποτελεί τριάκοντα έξ χιλιάδας και διακοσίους δέκα άνδρας. Εις τούτους και εις τους πρώτους προσθέτω ακόμη και εκείνους οίτινες ήσαν εις τας πεντηκοντόρους, ογδοήκοντα άνδρας κατά μέσον όρον εις εκάστην πεντηκόντορον. Τοιαύτα δε πλοία, ως είπα προηγουμένως, συνελέχθησαν τρισχίλια και εν αυτοίς θα ήσαν περίπου διακόσιαι τεσσαράκοντα χιλιάδες άνδρες. Ώστε το όλον των εκ της Ασίας ναυτικών δυνάμεων ανέβαινεν εις πεντακοσίας δεκαεπτά χιλιάδας και εξακοσίους δέκα άνδρας· του δε πεζού ο αριθμός ανέβαινεν εις έν εκατομμύριον και επτακοσίας χιλιάδας· των δε ιππέων εις ογδοήκοντα χιλιάδας. Εις τούτους τους αριθμούς πρέπει να ενώσωμεν τους Αραβίους με τας καμήλους και τους Λίβυας με τα άρματα, το πλήθος των οποίων ήτο είκοσι χιλιάδες. Ώστε εάν προσθέσωμεν τας δυνάμεις της ξηράς και της θαλάσσης, έχομεν εν όλοις δύο εκατομμύρια τριακοσίας δεκαεπτά χιλιάδας και εξακοσίους δέκα άνδρας. Ούτος ήτο ο στρατός όστις εκίνησεν εξ αυτής της Ασίας, χωρίς να συμπεριλάβωμεν τους ακολουθούντας υπηρέτας και τα σιταγωγά πλοία και τους ναύτας αυτών.
185. Εις όλον τούτον τον απαριθμηθέντα στρατόν πρέπει να προσθέσωμεν ακόμη και όσον έλαβον εκ της Ευρώπης, περί του οποίου όμως μόνον κατ' εικασίαν δύναμαι να ομιλήσω. Πλοία μεν οι Έλληνες της Θράκης και των πλησίον αυτής νήσων έδοσαν εκατόν είκοσιν· εκ τούτων λοιπόν των πλοίων εκ μεν άνδρας εικοσιτέσσαρας χιλιάδας. Πεζόν δε, όσον έδοσαν οι Θράκες, οι Παίονες, οι Εορδοί, οι Βοττινίοι, το Χαλκιδικόν γένος, οι Βρύγοι, οι Πίερες, οι Μακεδόνες, οι Περραιβοί, οι Αινιάνες, οι Δόλοπες, οι Μάγνητες, οι Αχαιοί και όσοι νέμονται τα Θρακικά παράλια, όλων των εθνών τούτων το πεζόν νομίζω ότι ήτο τριακόσιοι χιλιάδες. Ο αριθμός ούτος προστιθέμενος εις τον της Ασίας, δίδει ολικόν ποσόν δύο εκατομμύρια εξακοσίας τεσσαράκοντα μίαν χιλιάδας και εξακοσίους δέκα πολεμιστάς.
186. Τοσούτου όντος του αριθμού των μαχίμων ανδρών, νομίζω ότι οι ακολουθούντες τον στρατόν υπηρέται και όσοι ήσαν εις τα σιταγωγά ακάτια, και μάλιστα οι εις τα άλλα πλοία, ούτοι δεν νομίζω να ήσαν ολιγώτεροι των μαχίμων, αλλά περισσότεροι· μολοντούτο υποθέτω ότι ήσαν ίσοι μ' εκείνους, και ούτε ολιγώτεροι ούτε περισσότεροι. Εξισούμενοι λοιπόν με τους μαχίμους, απαρτίζουσιν ίσας μυριάδας με εκείνους και τοιουτοτρόπως όλος ο στρατός τον οποίον ο Ξέρξης του Δαρείου έφερεν εις την Σηπιάδα και τας Θερμοπύλας είναι πέντε εκατομμύρια διακόσιαι ογδοήκοντα τρεις χιλιάδες και διακόσιοι είκοσι άνδρες.
187. Ούτος μεν είναι ο αριθμός σύμπαντος του στρατού του Ξέρξου· των δε αρτοποιών γυναικών, των παλλακών και των ευνούχων ουδείς δύναται να προσδιορίση τον αριθμόν ακριβώς. Ούτε των υποζυγίων και άλλων κτηνών αχθοφόρων και των Ινδικών κυνών των ακολουθούντων τον στρατόν, ούτε τούτων δύναταί τις να προσδιορίση τον αριθμόν, διότι ήσαν άπειροι. Ουδόλως λοιπόν θαυμάζω εάν δεν εξήρκεσαν εις αυτούς τα ύδατα ποταμών τινων, αλλά μάλλον θαυμάζω πώς ήρκεσαν αι τροφαί εις τοσαύτας μυριάδας· διότι υπολογίζων ευρίσκω ότι, εάν έκαστος ελάμβανεν ένα χοίνικα σίτου την ημέραν και ουχί πλειότερον, η καθημερνή κατανάλωσις θα ήτο εκατόν δέκα χιλιάδες και τριακόσιοι τεσσαράκοντα μέδιμνοι, και δεν υπολογίζω την τροφήν των γυναικών, των ευνούχων, των κυνών και των υποζυγίων. Μεταξύ δε τόσων μυριάδων ανθρώπων ουδείς διά το κάλλος και το μέγα ανάστημα ήτο αξιώτερος του Ξέρξου να έχη το απόλυτον κράτος.
188. Αφού δε ο ναυτικός στρατός κινήσας έπλευσε και προσήγγισεν εις τον αιγιαλόν της Μαγνησίας χώρας όστις είναι μεταξύ της πόλεως Κασθαναίας και της ακτής Σηπιάδος, τα μεν πρώτα των πλοίων εδέθησαν πλησίον της ξηράς, τα δε άλλα έμειναν επί των αγκυρών των. Επειδή δε ο αιγιαλός δεν είχεν έκτασιν, τα πλοία εστάθμευσαν κλιμακηδόν, ανά οκτώ εις εκάστην σειράν. Και εκείνην μεν την νύκτα έμειναν εκεί· άμα δε τω όρθρω, ενώ ήτο αιθρία και νηνεμία, αίφνης εγένετο αναβρασμός της θαλάσσης και επέπεσε κατά των Περσών τρικυμία βιαία και πολύς άνεμος απηλιώτης, τον οποίον οι περί ταύτα τα μέρη κατοικούντες καλούσιν Ελλησποντίαν. Όσοι λοιπόν εξ αυτών προείδον την αύξησιν του ανέμου και η θέσις εις ην ήσαν αγκυροβολημένοι το συνεχώρει, προέλαβον τα αποτελέσματα της τρικυμίας και είλκυσαν τα πλοία εις την ξηράν, ώστε και αυτοί εσώθησαν και τα πλοία των. Όσα δε πλοία κατέλαβεν η τρικυμία εις το πέλαγος, άλλα μεν ήρπασε και έρριψεν εις τους καλουμένους Ιπνούς του Πηλίου όρους, άλλα δε εκεί εις τον αιγιαλόν. Τινά συνετρίβησαν περί αυτήν την Σηπιάδα, άλλα δε εξέβρασεν η θάλασσα εις την πόλιν Μελίβοιαν και άλλα εις την Κασθαναίαν. Ήτο δε η ορμή του ανέμου αφόρητος.
189. Διηγούνται ότι οι Αθηναίοι κατά χρησμόν τινα επεκαλέσαντο τον Βορέαν· καθότι, πλην των προηγουμένων χρησμών, τοις είχεν έλθει και χρησμός να επικαλεσθώσι τον γαμβρόν των. Ο δε Βορέας, ως λέγουσιν οι Έλληνες, έχει γυναίκα Αττικήν, την Ωρείθυιαν, θυγατέρα του Ερεχθέως. Ένεκα λοιπόν της επιγαμίας ταύτης οι Αθηναίοι, άμα ήκουσαν τον χρησμόν, ενθυμήθησαν ότι γαμβρός των ήτο ο Βορέας. Εναυλόχουν δε τότε εις την Χαλκίδα της Ευβοίας· όθεν άμα είδον αυξάνουσαν την τρικυμίαν, ή και προ αυτής, έκαμον θυσίαν και επεκαλούντο τον Βορέαν και την Ωρείθυιαν να τους βοηθήσωσι και να καταστρέψωσι τα πλοία των βαρβάρων, ως τα είχον καταστρέψει προηγουμένως περί τον Άθωνα. Εάν μεν διά την αιτίαν ταύτην επέπεσεν ο Βορέας εις τους σταθμεύοντας βαρβάρους, δεν δύναμαι να βεβαιώσω· λέγουσιν όμως οι Αθηναίοι ότι γενόμενος πρότερον βοηθός των τους εβοήθησε και εις εκείνην την περίστασιν. Διά τούτο, αφού ανεχώρησαν εκείθεν, ήγειραν ιερόν εις τον Βορέαν παρά τας όχθας του ποταμού Ιλισσού.
190. Εις ταύτην την συμφοράν, κατ' εκείνους οίτινες λέγουσι το ολιγώτατον, κατεστράφησαν πλοία ουχί ολιγώτερα των τετρακοσίων και άνθρωποι αναρίθμητοι. Τόση δε αφθονία πραγμάτων εχάθη ώστε εκ του ναυαγίου εκείνου ωφελήθη μεγάλως Μάγνης τις, ο Αμεινοκλής του Κρητίνου, έχων κτήματα περί την Σηπιάδα. Ούτος συνήθροισε πολλά ποτήρια χρυσά και αργυρά τα οποία ύστερον ερρίφθησαν εις το παράλιον, και εύρε θησαυρούς των Περσών και άλλα χρυσά αντικείμενα άπειρα. Και ούτος μεν εκ των ευρημάτων τούτων εγένετο πλουσιώτατος, μολονότι κατά τα άλλα δεν ήτο ευτυχής, καθότι συμφορά απαραμύθητος τον έθλιβεν ο φόνος του υιού του.
191. Τας δε σιταγωγούς ολκάδας και τα άλλα πλοιάρια ούτε να αριθμήση τις δύναται. Ώστε φοβηθέντες οι στρατηγοί του ναυτικού στρατού μήπως επιτεθώσι κατ' αυτών οι Θεσσαλοί εις τοιαύτην κατάστασιν, περιεκυκλώθησαν με υψηλόν πρόφραγμα κατασκευασθέν εκ των ναυαγίων. Η τρικυμία διήρκεσεν ημέρας τρεις· τέλος οι μάγοι προσέφεραν θυσίας εις τον άνεμον και έκραξαν προς αυτόν γοερώς· προσέτι δε θυσιάσαντες εις την Θέτιδα και εις τας Νηρηίδας, τον έπαυσαν την τετάρτην ημέραν, ή και απλώς αφ' εαυτού εκόπασεν. Εθυσίασαν δε εις την Θέτιδα, καθότι έμαθον από τους Ίωνας ότι εκ του μέρους εκείνου ήρπασεν αυτήν ο Πηλεύς και ότι όλη η ακτή της Σηπιάδος ήτο εκείνης και των άλλων Νηρηίδων. Ο μεν άνεμος λοιπόν έπαυσε την τετάρτην ημέραν.
192. Την δε δευτέραν ημέραν της τρικυμίας οι ημεροσκόποι της Ευβοίας έδραμον να αναγγείλωσιν εις τους Έλληνας τα συμβάντα και τας καταστροφάς της τρικυμίας αφότου ήρχισεν αύτη. Ούτοι δε άμα ήκουσαν τούτο ευχηθέντες εις τον Ποσειδώνα σωτήρα και χύσαντες σπονδάς, έσπευσαν τάχιστα να επιστρέψωσιν εις το Αρτεμίσιον, ελπίζοντες ότι ολίγιστα μόνον εχθρικά πλοία θα εύρισκον εκεί. Οι μεν Έλληνες λοιπόν ελθόντες το δεύτερον περί το Αρτεμίσιον εναυλόχουν, έκτοτε λαβόντες την μέχρι σήμερον διατηρουμένην συνήθειαν να καλώσι σωτήρα τον Ποσειδώνα.
193. Οι δε βάρβαροι αφού έπαυσεν ο άνεμος και τα κύματα έστρωσαν, καταβιβάσαντες τα πλοία έπλεον παρά την ήπειρον· κάμψαντες δε το ακρωτήριον της Μαγνησίας, έπλεον κατ' ευθείαν προς τον κόλπον όστις φέρει εις τας Παγασάς. Είναι δε εις τον κόλπον τούτον της Μαγνησίας μέρος τι όπου λέγουσιν ότι εγκατέλιπον τον Ηρακλέα ο Ιάσων και οι άλλοι αργοναύται, πέμψαντες αυτόν να φέρη ύδωρ, ότε έπλεον διά το χρυσούν δέρας εις την Αίαν της Κολχίδος· καθότι εντεύθεν έμελλον να προμηθευθώσιν ύδωρ και να εξέλθωσιν εις το πέλαγος. Ένεκα του γεγονότος τούτου το μέρος εκείνο καλείται Αφεταί, και εκεί ωρμίσθησαν τα πλοία του Ξέρξου.
194. Δεκαπέντε εκ των πλοίων τούτων, τα οποία έτυχον να αναχθώσιν ύστερον των άλλων, παρετήρησαν τα πλοία των Ελλήνων εις το Αρτεμίσιον. Νομίσαντες δε οι βάρβαροι ότι ήσαν ιδικά των, διευθύνθησαν προς το μέρος εκείνο και έπεσαν εις το μέσον του εχθρικού στόλου. Των δεκαπέντε εκείνων πλοίων εστρατήγει ο εκ της Αιολικής Κύμης ύπαρχος Σανδώκης του Θαμασίου, τον οποίον όντα εκ των βασιλικών δικαστών, ο βασιλεύς Δαρείος συνέλαβε και ανεσταύρωσε διά την εξής αιτίαν· ο Σανδώκης, δωροδοκηθείς, εδίκασε δίκην άδικον. Ήτο δε ήδη ο Σανδώκης επί του σταυρού, ότε ο Δαρείος σκεπτόμενος εύρεν ότι αι προς τον βασιλικόν οίκον εκδουλεύσεις του ήσαν πλειότεραι των σφαλμάτων του· ευρών δε τούτο και ενοήσας ότι η απόφασίς του ήτο εσπευσμένη μάλλον ή σοφή, διέταξε να τον απολύσωσι. Τοιουτοτρόπως ο Σανδώκης, διαφυγών την οργήν του βασιλέως Δαρείου έζησεν· αλλ' ότε επλησίασε με τα πλοία εις τους Έλληνας, δεν ήτο πεπρωμένον να διαφύγη εκ δευτέρου· διότι οι Έλληνες, άμα τους είδον πλησιάζοντας, εννοήσαντες το λάθος των, έπλευσαν εναντίον των και τους συνέλαβον ευκόλως.
195. Εις έν των πλοίων τούτων συνελήφθη ο Αρίδωλις, τύραννος των εν Καρία Αλαβάνδων· εις έτερον δε ο Πάριος στρατηγός Πενθύλος, υιός του Δημονόου, όστις είχε μεν δώδεκα πλοία ότε εκίνησαν εκ της Πάφου, τα ένδεκα όμως απώλεσε κατά την τρικυμίαν την συμβάσαν περί την Σηπιάδα, και με έν μόνον, το περισωθέν, πλέων εις το Αρτεμίσιον συνελήφθη. Τούτους οι Έλληνες, ερωτήσαντες και μαθόντες όσα ήθελον περί του στρατού του Ξέρξου, έπεμψαν δεδεμένους εις τον ισθμόν της Κορίνθου.
196. Ο ναυτικός λοιπόν στρατός των βαρβάρων, πλην των δεκαπέντε πλοίων των οποίων στρατηγός είπον ότι ήτο ο Σανδώκης, έφθασεν εις τας Αφετάς. Ο δε Ξέρξης μετά του πεζού πορευθείς διά της Θεσσαλίας και της Αχαΐας, έφθασε την τρίτην ημέραν εις τους Μαλιείς. Εις την Θεσσαλίαν διέταξε να γίνη άμιλλα μεταξύ των ίππων του και των της Θεσσαλίας, καθότι ήκουεν ότι οι Θεσσαλικοί ίπποι εθεωρούντο ως οι άριστοι εις την Ελλάδα, και εις ταύτην την δοκιμασίαν οι Ελληνικοί ίπποι εφάνησαν πολύ κατώτεροι. Και εκ μεν των ποταμών της Θεσσαλίας μόνος ο Ονόχωνος δεν εξήρκεσε διά να πίη ο στρατός· εκ δε των ποταμών όσοι ρέουσιν εις την Αχαΐαν, ουδέ ο μέγιστος αυτών ο Απιδανός, ουδέ ούτος εξήρκεσεν, ειμή μόλις και μετά βίας.
197. Ότε δε έφθασεν ο Ξέρξης εις την Άλον της Αχαΐας, οι οδηγοί θέλοντες να τον πληροφορήσωσι περί πάντων, τω διηγήθησαν επιχωρίαν τινά παράδοσιν περί του ιερού του Λαφυστίου Διός· ότι ο Αθάμας του Αιόλου συμφωνήσας με την Ινώ εμηχανεύθη τον θάνατον του Φρίξου, και ότι μετά ταύτα κατά τινα χρησμόν οι Αχαιοί επέβαλον εις τους απογόνους του Αθάμαντος τας εξής δοκιμασίας· απηγόρευσαν εις τον πρωτότοκον της οικογενείας ταύτης να εισέρχεται εις το πρυτανείον φυλάσσοντες επιμελώς την είσοδον αυτού (καλούσι δε το πρυτανείον οι Αχαιοί λήιτον). Εάν δε τολμήση και εισέλθη, να μη εξέρχεται ειμή διά να θανατωθή. Οι οδηγοί προσέθετον ότι πολλοί από τους κινδυνεύοντας τούτους να θανατωθώσι, φοβηθέντες έφυγον εις άλλην χώραν· επειδή δε με τον καιρόν επέστρεψαν, πάλιν ο νόμος φυλάττεται, και όστις συλληφθή ότι εισήλθεν εις το πρυτανείον, τον στολίζουσιν όλον με ταινίας και τον θυσιάζουσιν, εξάγοντες αυτόν μετά πομπής. Εις την αυτήν δε ποινήν κατεδικάσθησαν και οι απόγονοι του Κυτισσώρου, υιού του Φρίξου· καθότι ετοιμαζομένων κατά χρησμόν τινα των Αχαιών να κάμωσιν εξιλαστήριον θυσίαν προς καθαρισμόν της χώρας και μελλόντων να θυσιάσωσι τον Αθάμαντα του Αιόλου, φθάσας ο Κυτίσσωρος ούτος εκ της Αίας της Κολχίδος, τον έσωσε. Διά ταύτης δε της πράξεως επέσυρεν εις τους απογόνους του την οργήν των θεών. Ταύτα ακούσας ο Ξέρξης, όταν ήλθε πλησίον του άλσους, και αυτός απέφυγε να εισέλθη εις αυτό, και εις τον στρατόν όλον παρήγγειλε τα ίδια· εσεβάσθη δε ομοίως την οικίαν και το τέμενος των απογόνων του Αθάμαντος.
198. Ταύτα μεν τα εν Θεσσαλία και τα εν Αχαΐα· εκ τούτων δε των επαρχιών ο βασιλεύς μετέβη εις την Μαλίδα, ακολουθών τα άκρα κόλπου τινός όπου καθ' ημέραν γίνεται παλίρροια. Περί τον κόλπον τούτον εκτείνεται πεδιάς οτέ μεν πλατεία, οτέ δε στενωτάτη, περικυκλουμένη υπό ορέων υψηλών και αβάτων, τα οποία περικλείουσιν όλην την Μαλίδα γην και καλούνται Τραχίνιαι πέτραι. Όταν έρχεται τις εκ της Αχαΐας εις τον κόλπον, η πρώτη πόλις είναι η Αντικύρα, πλησίον της οποίας ο ποταμός Σπερχειός, ρέων εκ των Αινιάνων, χύνεται εις την θάλασσαν. Είκοσι περίπου στάδια μακράν αυτού είναι άλλος ποταμός, ο Δύρας, όστις ως λέγουσιν ανεφάνη διά να βοηθήση τον Ηρακλέα καιόμενον. Μετά άλλα δε είκοσι στάδια απ' αυτού είναι άλλος ποταμός όστις καλείται Μέλας.
199. Η δε πόλις Τραχίς απέχει από του Μέλανος τούτου ποταμού πέντε στάδια· είναι δε εκτισμένη επί του πλατυτάτου μέρους όλης της χώρας, μεταξύ των ορέων και της θαλάσσης· καθότι η πεδιάς είναι είκοσι δύο χιλιάδων πλέθρων. Τα δε όρη τα οποία περικλείουσι την Τραχινίαν γην έχουσι προς μεσημβρίαν της Τραχίνος διασφάγα, διά δε της διασφάγος ρέει ο ποταμός Ασωπός παρά τους πρόποδας του όρους.
200. Προς μεσημβρίαν του Ασωπού υπάρχει και άλλος ποταμός όχι μέγας, ο Φοίνιξ, όστις καταβαίνων εκ των ορέων τούτων χύνεται εις τον Ασωπόν. Κατά το μέρος τούτου του Φοίνικος ποταμού η δίοδος είναι στενωτάτη, και μόνον μία άμαξα δύναται να διέλθη δι' αυτής. Από δε του Φοίνικος ποταμού εις τας Θερμοπύλας είναι στάδια δεκαπέντε· και εις μεταξύ του Φοίνικος ποταμού και των Θερμοπυλών είναι κώμη καλουμένη Ανθήλη, πλησίον της οποίας ρέων ο Ασωπός χύνεται εις την θάλασσαν. Περί αυτήν ο χώρος ευρύνεται, και εκεί υπάρχει ναός της Αμφκτυονίδος Δήμητρος και έδραι διά τους Αμφικτύονας, και ιερόν αυτού του Αμφικτύονος.
201. Ο μεν βασιλεύς Ξέρξης είχε το στρατόπεδόν του εις την Μαλίδα της Τραχινίας, οι δε Έλληνες εις το στενόν. Καλείται δε ο χώρος ούτος υπό μεν των περισσοτέρων Ελλήνων Θερμοπύλαι, υπό δε των επιχωρίων και των περιοίκων Πύλαι. Εις ταύτα τα μέρη ήσαν εστρατοπεδευμένοι οι δύο στρατοί. Είχον δε ο μεν βασιλεύς τα προς βοράν μέρη όλα μέχρι της Τραχίνος, οι δε Έλληνες τα προς νότον και μεσημβρίαν της ηπείρου ταύτης.
202. Οι Έλληνες δε οίτινες περιέμενον τον Ξέρξην εις τούτο το μέρος, ήσαν οι εξής· εκ των Σπαρτιατών τριακόσιοι οπλίται· εκ των Τεγεατών και Μαντινέων χίλιοι, ήτοι πεντακόσιοι εξ εκατέρου έθνους· εκ του Ορχομενού της Αρκαδίας εκατόν είκοσι, και εκ της λοιπής Αρκαδίας χίλιοι. Τοσούτοι ήσαν εκ των Αρκάδων. Εκ δε της Κορίνθου τετρακόσιοι, εκ του Φλιούντος διακόσιοι και εκ των Μυκηναίων ογδοήκοντα. Ούτοι ήλθον εκ της Πελοποννήσου· εκ δε της Βοιωτίας ήλθον επτακόσιοι Θεσπιείς και τετρακόσιοι Θηβαίοι.
203. Προς τούτοις προσεβλήθησαν και ήλθον οι Οπούντιοι Λοκροί πανστρατιά, και χίλιοι Φωκείς. Τους εκάλεσαν δε εις βοήθειαν οι Έλληνες, λέγοντες διά πρέσβεων ότι αυτοί μεν ήλθον προς το παρόν, οι δε λοιποί σύμμαχοι περιμένονται ημέρα τη ημέρα και ότι η θάλασσα ήτο ησφαλισμένη και εφυλάσσετο υπό των Αθηναίων, των Αιγινητών και των άλλων των τεθέντων εις τον ναυτικόν στρατόν· προσέτι δε ότι δεν είχον τίποτε να φοβηθώσι, καθότι ο κατά της Ελλάδος επερχόμενος δεν ήτο θεός, αλλ' άνθρωπος· δεν υπάρχει δε ουδέ θα υπάρξη ποτέ θνητός εις τας τύχας του οποίου από της γεννήσεώς του να μη ανεμίχθησαν και δυστυχίαι· μάλιστα δε εις τας τύχας των μεγάλων ανεμίχθησαν μέγισται. Είναι λοιπόν άφευκτον, έλεγον, και ο καθ' ημών επερχόμενος, καθό θνητός, να εκπέση ποτέ της δόξης του. Ταύτα ακούσαντες εκείνοι έσπευσαν να πέμψωσιν επικουρίας εις την Τραχίνα.
204. Είχον μεν και άλλους στρατηγούς οι Έλληνες, εκάστη πόλις τον ίδιον εαυτής, ο υπέρ πάντας όμως θαυμαζόμενος και έχων την αρχηγίαν όλου του στρατεύματος ήτο ο Λακεδαιμόνιος Λεωνίδας, υιός του Αναξανδρίδου, υιού του Λέοντος, του Ευρυκρατίδου, του Αλεξάνδρου, του Ευρυκράτους, του Πολυδώρου, του Αλκαμένους, του Τηλέκλου, του Αρχελάου, του Αγησιλάου, του Δορύσσου, του Λεωβότου, του Εχεστράτου, του Άγιδος, του Ευρυσθένους, του Αριστοδήμου, του Αριστομάχου, του Κλεοδαίου, του Ύλλου, του Ηρακλέους. Έλαβε δε την βασιλείαν της Σπάρτης απροσδοκήτως.
205. Ο Λεωνίδας είχε δύο αδελφούς πρεσβυτέρους, τον Κλεομένη και τον Δωριέα· μακράν ήτο λοιπόν να φαντασθή ότι ήτο δυνατόν να γίνη βασιλεύς. Αλλ' επειδή ο μεν Κλεομένης απέθανεν άνευ τέκνου άρρενος, ο δε Δωριεύς δεν υπήρχε πλέον αλλ' είχεν αποθάνει εις την Σικελίαν, τοιουτοτρόπως έλαχεν η βασιλεία εις τον Λεωνίδαν· διότι είχε γεννηθή προ του Κλεομβρότου, όστις ήτο ο μικρότατος υιός του Αναξανδρίδου, και προσέτι είχε νυμφευθή την θυγατέρα του Κλεομένους. Ούτος λοιπόν ο Λεωνίδας μετέβη τότε εις τας Θερμοπύλας εκλέξας και λαβών μεθ' εαυτού τριακοσίους άνδρας εις την ακμήν της ηλικίας και έχοντας τέκνα. Διερχόμενος δε παρέλαβε τους Θηβαίους τους οποίους ανέφερα εις την απαρίθμησιν και των οποίων στρατηγός ήτο ο Λεοντιάδης του Ευρυμάχου. Εφρόντισε δε ο Λεωνίδας να παραλάβη εκ των Ελλήνων μόνον τους Θηβαίους, καθότι εκατηγορούντο πολύ ότι εμήδιζον. Όθεν προσεκάλεσεν αυτούς εις τον πόλεμον διά να ίδη εάν θα πέμψωσι μετ' αυτού στρατόν, ή θα αρνηθώσιν αναφανδόν την συμμαχίαν των Ελλήνων. Οι δε Θηβαίοι, μολονότι είχον άλλα φρονήματα, έδοσαν όμως στρατόν.
206. Οι Σπαρτιάται έπεμψαν πρώτους τούτους τους τριακοσίους και τον Λεωνίδαν, διά να λάβωσι τα όπλα και οι άλλοι σύμμαχοι, και να μη μηδίσωσιν, εάν μάθωσι τον δισταγμόν αυτών. Μετά ταύτα δε, επειδή τους εμπόδιζεν η εορτή των Καρνείων, εσκόπευον, αφού εορτάσωσι και αφήσωσι φύλακας εις την Σπάρτην, να σπεύσωσι τάχιστα προς βοήθειαν πανδημεί. Τούτο εσκόπευον να πράξωσι και οι άλλοι σύμμαχοι, καθότι συγχρόνως με ταύτας τας περιστάσεις συνέπεσε να ήναι Ολυμπιάς. Φρονούντες δε ότι ο πόλεμος των Θερμοπυλών δεν ήθελε διεξαχθή τόσον ταχέως, έπεμψαν τους προδρόμους. Αυτοί μεν ταύτα εσκέφθησαν να πράξωσι.
207. Οι δε εν Θερμοπύλαις Έλληνες, όταν ο Πέρσης επλησίασεν εις το στενόν, εφοβήθησαν και εσκέπτοντο να αναχωρήσωσι. Και οι μεν άλλοι Πελοποννήσιοι γνωμάτευον να επιστρέψωσιν εις την Πελοπόννησον και να φυλάξωσι τον Ισθμόν· ο δε Λεωνίδας, ιδών ότι οι Φωκείς και οι Λοκροί δυσαρεστήθησαν δι' αυτήν την γνώμην, εψήφισε να μείνωσιν εκεί, και πέμψαντες κήρυκας εις τας πόλεις να τας παρακινήσουν να πέμψουν βοηθείας, λέγοντες ότι αυτοί είναι ολίγοι διά να αποδιώξωσι τον στρατόν των Μήδων.
208. Ενώ δε ούτοι εβουλεύοντο ταύτα, ο Ξέρξης έπεμψε κατάσκοπον ιππέα διά να ίδη πόσοι ήσαν και τι έπραττον· καθότι ων ακόμη εις την Θεσσαλίαν είχεν ακούσει ότι ολίγιστοι ήσαν συνηθροισμένοι εις εκείνο το μέρος, και ότι αρχηγοί αυτών ήσαν οι Λακεδαιμόνιοι και ο Λεωνίδας όστις κατήγετο από τον Ηρακλέα. Όταν δε επλησίασεν ο ιππεύς προς το στρατόπεδον, εθεώρησεν αλλά δεν είδεν ακριβώς όλον το στρατόπεδον· καθότι εκείνους μεν οίτινες ήσαν τεταγμένοι έσωθεν και εφύλαττον το τείχος το οποίον είχον ανεγείρει δεν ηδύνατο να ίδη, είδε δε μόνον τους έξω, των οποίων τα όπλα εστηρίζοντο επί του τείχους. Έτυχον δε κατ' εκείνην την στιγμήν να ήναι τεταγμένοι έξω οι Λακεδαιμόνιοι. Είδε λοιπόν άλλους μεν εξ αυτών γυμναζομένους, άλλους δε κτενιζομένους τας κόμας. Ταύτα ιδών εθαύμασε και εμέτρησεν αυτούς. Αφού δε παρετήρησε τα πάντα ακριβώς, επέστρεψεν οπίσω ησύχως· καθότι κανείς δεν τον κατεδίωξε· μόλις μάλιστα επρόσεξαν εις αυτόν. Επιστρέψας δε είπεν είς τον Ξέρξην όλα όσα είδε.
209. Ακούσας ταύτα ο Ξέρξης δεν ηδύνατο να εννοήση εκείνο το οποίον ήτο τωόντι· ότι αυτοί ητοιμάζοντο να θανατωθώσιν αφού θανατώσωσιν όσους δυνηθώσιν. Αλλ' επειδή τω εφαίνοντο ότι έπραττον γελοία πράγματα, εκάλεσε τον Δημάρατον του Αρίστωνος, ευρισκόμενον εις το στρατόπεδον. Ελθόντα δε ηρώτα ο Ξέρξης περί όλων τούτων, θέλων να μάθη τι ήτο εκείνο το οποίον έκαμνον οι Λακεδαιμόνιοι. Εκείνος δε τω απεκρίθη· «Με ήκουσες και πρότερον, ότε εκινούμεν διά την Ελλάδα, να σε ομιλώ περί των ανθρώπων τούτων· ακούσας δε εγέλασες με εμέ, διότι σε προείπον πώς έμελλον να γίνωσι τα πράγματα ταύτα. Εν τούτοις εγώ φιλοτιμούμαι πάντοτε, ω βασιλεύ, να λέγω ενώπιόν σου την αλήθειαν. Άκουσόν με λοιπόν και τώρα. Οι άνθρωποι ούτοι ήλθον να μας εμποδίσωσι την δίοδον του στενού, και τούτο ετοιμάζονται να πράξωσιν. Είναι δε εις αυτούς ο εξής νόμος· όταν μέλλωσι να κινδυνεύσωσι την ζωήν των, τότε κοσμούσι τας κεφαλάς. Μάθε δε, ότι εάν νικήσης αυτούς και εκείνους όσοι έμειναν εις την Σπάρτην, δεν υπάρχει άλλο έθνος, ω βασιλεύ, το οποίον να τολμήση να εγείρη χείρα κατά σου· διότι τώρα βαδίζεις κατά των πολιτών του λαμπροτέρου βασιλείου της Ελλάδος και κατ' ανδρών γενναιοτάτων.» Όλοι όμως οι λόγοι ούτοι εφάνησαν εις τον Ξέρξην ελαχίστης πίστεως άξιοι, και ηρώτησε τον Δημάρατον εκ δευτέρου πώς, τοσούτοι όντες, θα πολεμήσωσι με τον στρατόν του. Ο δε Δημάρατος απεκρίθη· «Ο βασιλεύ, έχε με ως ψεύστην εάν τα πράγματα δεν εκβώσιν ούτως ως εγώ λέγω.»
210. Ταύτα λέγων δεν έπειθε τον Ξέρξην, όστις άφησε να παρέλθωσι τέσσαρες ημέραι, ελπίζων πάντοτε ότι αυτοί θα φύγωσι· την δε πέμπτην ημέραν, επειδή δεν ανεχώρουν, αλλ' εφαίνοντο εις αυτόν ότι έμενον από αναίδειαν και ανοησίαν, θυμωθείς εξέπεμψε κατ' αυτών τους Μήδους και τους Κισσίους, με την διαταγήν να τους συλλάβωσι και να τους φέρωσιν ενώπιόν του. Επέπεσαν λοιπόν οι Μήδοι κατά των Ελλήνων μανιωδώς, αλλ' έπεσαν πολλοί· τότε επέπεσαν και οι Κίσσιοι, αλλά δεν ηδυνήθησαν να κλονίοωσι τους εχθρούς των, με όλην την ορμήν της επιθέσεως. Τότε εγένετο καταφανές εις όλους και ιδίως εις τους οφθαλμούς του Ξέρξου, ότι ο βασιλεύς είχε μεν πολλούς ανθρώπους, άνδρας όμως ολίγους. Διήρκεσε δε η συμπλοκή όλην την ημέραν.
211. Επειδή δε οι Μήδοι έπαθον πολύ, τότε αυτοί μεν υπεχώρησαν, διεδέχθησαν δε αυτούς οι Πέρσαι εκείνοι τους οποίους ο βασιλεύς εκάλει αθανάτους· αρχηγός αυτών ήτο ο Υδάρνης, και ο βασιλεύς ενόμισεν ότι τους έπεμπεν εις εύκολον νίκην. Αλλά και ούτοι συμπλακέντες με τους Έλληνας, ουδέν περισσότερον κατώρθωσαν του Μηδικού στρατού· καθότι και εις στενώτατον μέρος εμάχοντο, και δόρατα μετεχειρίζοντο βραχύτερα των Ελληνικών, και πλήθος δεν ηδύναντο να μεταχειρισθώσι πολύ. Οι δε Λακεδαιμόνιοι εμάχοντο θαυμασίως και έδειξαν τι δύνανται άνδρες εξησκημένοι εις τον πόλεμον εναντίον μη εξησκημένων. Όταν έστρεφον τα νώτα όλοι ομού διά να φύγωσι δήθεν, τότε οι βάρβαροι βλέποντες αυτούς φεύγοντας επήρχοντο μετά βοής και πατάγου· αλλ' οι Λακεδαιμόνιοι, άμα εκείνοι επλησίαζον να τους φθάσωσι, μεταστρεφόμενοι κατέβαλλον πλήθος αναρίθμητον Περσών· έπιπτον δε και εξ αυτών των Σπαρτιατών ολίγοι. Επειδή δε οι Πέρσαι με όλας τας προσπαθείας των, είτε κατά τάγματα ορμώντες, είτε διά διαφόρων άλλων τρόπων, δεν ηδυνήθησαν να καταλάβωσιν ουδέν μέρος του στενού, έφυγον οπίσω.
212. Κατά τας φάσεις ταύτας της μάχης λέγεται ότι ο βασιλεύς θεωρών ανετινάχθη τρις εκ του θρόνου, φοβηθείς διά τον στρατόν. Και τότε μεν όντως ηγωνίσθησαν· την δε δευτέραν ημέραν οι βάρβαροι δεν έπραξαν άλλο τι καλλίτερον. Η αριθμητική αδυναμία των Ελλήνων, η ελπίς ότι αι πληγαί των θα τους καθίστων ανικάνους να εγείρωσι χείρας εναντίον των, ενεθάρρυνον τους Πέρσας να αρχίσωσι πάλιν την μάχην. Αλλ' οι Έλληνες διηρημένοι κατά τάγματα και έθνη, επολέμησαν αλλήλοδιαδόχως, πλην των Φωκέων, καθότι ούτοι είχον διαταχθή να αναβώσιν εις την κορυφήν του όρους διά να φυλάττωσι την ατραπόν. Μη βλέποντες λοιπόν οι Πέρσαι καμμίαν διαφοράν μεταξύ της ημέρας εκείνης και της προλαβούσης, έφυγον εκ δευτέρου.
213. Ενώ δε ο βασιλεύς ήτο εις αμηχανίαν και δεν ήξευρε τι να πράξη εις την προκειμένην περίστασιν, ο Εφιάλτης του Ευρυδήμου, ανήρ Μαλιεύς, ελπίζων να λάβη μεγάλην αμοιβήν παρά του βασιλέως, παρουσιάσθη εις αυτόν και τω υπέδειξε την ατραπόν ήτις διά του όρους έφερεν εις Θερμοπύλας, και ούτω διέφθειρε τους Έλληνας οίτινες εφύλαττον εκείνο το μέρος. Ύστερον δε φοβηθείς τους Λακεδαιμονίους έφυγεν εις την Θεσσαλίαν. Και αφού έφυγεν, οι πυλαγόραι, ενώ οι Αμφικτύονες ήσαν συνηθροισμένοι εις τας Πύλας, προεκήρυξαν χρηματικήν αμοιβήν δι' εκείνον όστις ήθελε τον φονεύσει· και μετά καιρόν, όταν κατέβη εις την Αντικύραν, εφονεύθη υπό του Τραχινίου Αθηνάδου. Ο δε Αθηνάδης ούτος, απέκτεινε μεν τον Εφιάλτην δι' άλλην αιτίαν την οποίαν θα φανερώσω ακολούθως (24), ετιμήθη όμως ουδέν ήττον υπό των Λακεδαιμονίων. Ο μεν Εφιάλτης τοιουτοτρόπως ύστερον ετελεύτησε.
214. Λέγεται δε και άλλος λόγος, ότι ο Καρύστιος Ονήτης του Φαναγόρου και ο Αντικυρεύς Κορυδαλός ήσαν οι ειπόντες εις τον βασιλέα τούτους τους λόγους και οδηγήσαντες τους Πέρσας περί το όρος. Τούτο όμως εις εμέ δεν φαίνεται πιστευτόν. Και πρώτον μεν δύναταί τις να κρίνη εκ τούτου, ότι οι πυλαγόραι των Ελλήνων προεκήρυξαν αμοιβήν ουχί διά τον θάνατον του Ονήτου και του Κορυδαλού, αλλά διά τον θάνατον του Τραχινίου Εφιάλτου, καλώς πληροφορημένοι περί της αληθείας· έπειτα δε ηξεύρομεν ότι ο Εφιάλτης ήτο φυγάς δι' αυτήν την αιτίαν. Ναι μεν χωρίς να ήναι Μαλιεύς ο Ονήτης ηδύνατο να γνωρίζη την ατραπόν ταύτην, εάν ήξευρε καλώς τας τοποθεσίας, αλλ' ο Εφιάλτης είναι όστις ωδήγησε τους Πέρσας διά της ατραπού περί το όρος. Τούτον εγώ κηρύττω ένοχον.