← Table of contents
Ιστορίαι Ηροδότου, Τόμος 2

Ι Σ Τ Ο Ρ I Α I ΗΡΟΔΟΤΟΥ (continued 5)

Reading edition

215. Ο δε Ξέρξης, επειδή τω ήρεσαν όσα υπέσχετο ο Εφιάλτης να κατορθώση, πλήρης χαράς εξέπεμψεν αμέσως τον Υδάρνη και εκείνους επί των οποίων εστρατήγει ο Υδάρνης. Εξήλθον δε ούτοι εκ του στρατοπέδου περί λύχνων αφάς. Την ατραπόν ταύτην πρώτοι άλλοτε είχον ανακαλύψει οι Μαλιείς και την έδειξαν εις τους Θεσσαλούς διά να προσβάλωσιν εκείθεν τους Φωκείς, τότε, ότε οι Φωκείς φράξαντες διά τείχους το στενόν ήσαν εν σκέπη του πολέμου. Έκτοτε όμως φαίνεται ότι δεν την μεταχειρίζονται οι Μαλιείς.

216. Είναι δε τοιαύτη αυτή η ατραπός· άρχεται μεν από του Ασωπού ποταμού του ρέοντος διά της διασφάγος του όρους, όπερ καλείται Ανόπαια, ως και η ατραπός, διευθύνεται δε η ατραπός αύτη Ανόπαια προς ράχιν τινά του όρους και λήγει εις την πόλιν Αλπηνόν, την πρώτην πόλιν των Λοκρών προς το μέρος των Μαλιέων, και εις τον Μιλάμπυγον καλούμενον βράχον και τας έδρας των Κερκώπων, όπου είναι το στενώτατον μέρος αυτής.

217. Διά ταύτης λοιπόν της ατραπού, τοιαύτης ούσης, οι Πέρσαι διαβάντες τον Ασωπόν επορεύοντο δι' όλης της νυκτός έχοντες εν δεξιά μεν τα όρη των Οιταίων, εν αριστερά δε τα των Τραχινίων. Υπέφωσκε δε η ηώς όταν έφθασαν εις άκραν τινά του όρους, όπου, ως εδήλωσα προηγουμένως, εφύλασσον χίλιοι οπλίται Φωκείς, αμυνόμενοι υπέρ της χώρας των και φρουρούντες την ατραπόν καθότι το μεν κάτω στενόν εφυλάσσετο υπ' εκείνων τους οποίους εδήλωσα, την δε διά του όρους ατραπόν προσεφέρθησαν εκουσίως εις τον Λεωνίδαν να φυλάξωσιν οι Φωκείς.

218. Ιδού δε πώς ενόησαν οι Φωκείς τους Πέρσας αναβάντας. Ούτοι ανέβαινον κρυπτόμενοι υπό των δρυών υπό των οποίων είναι κεκαλυμμένον το όρος· ήτο νηνεμία· ψόφου δε πολλού γενομένου, ως ήτο επόμενον, καθότι υπό τους πόδας των ήσαν φύλλα περικεχυμένα, ανεπήδησαν οι Φωκείς και ενεδύοντο τα όπλα· αμέσως δε ενεφανίσθησαν οι βάρβαροι. Οι Πέρσαι ιδόντες ανθρώπους ωπλισμένους ηπόρησαν, καθότι ελπίζοντες ότι δεν ήθελε φανή κανείς εναντίον των, αίφνης απήντησαν στρατόν. Τότε ο Υδάρνης, φοβηθείς μήπως οι Φωκείς είναι Λακεδαιμόνιοι, ηρώτησε τον Εφιάλτην τίνων ήτο ο στρατός· πληροφηρηθείς δε ακριβώς περί του πράγματος, παρέταξε τους Πέρσας εις μάχην. Οι δε Φωκείς επειδή εκτυπώντο από πολλά και πυκνά τοξεύματα, έφυγον και ανέβησαν εις την κορυφήν του όρους, θεωρούντες ως βέβαιον ότι αυτοί ήσαν ο κύριος σκοπός της εφόδου των βαρβάρων και απόφασιν έχοντες να αποθάνωσι. Και ούτοι μεν ταύτα εφρόνουν. Οι δε μετά του Εφιάλτου και του Υδάρνου Πέρσαι ουδόλως εφρόντισαν περί των Φωκέων, αλλά κατέβησαν το όρος ταχέως.

219. Εις δε τους εν Θερμοπύλαις μένοντας Έλληνας πρώτον μεν ο μάντις Μεγιστίας επιθεωρήσας τα θύματα προείπε τον μέλλοντα εις αυτούς θάνατον περί την αυγήν· έπειτα δε ήλθον και αυτόμολοι και τοις ανήγγειλον την περικύκλωσιν των Περσών. Ότε ούτοι έφερον την είδησιν ήτο ακόμη νυξ· τρίτοι δε τους ειδοποίησαν οι ημεροσκόποι, καταβάντες δρομαίως από των άκρων ήδη υποφωσκούσης της ημέρας. Τότε οι Έλληνες συνεσκέφθησαν και αι γνώμαι αυτών εσχίζοντο, διότι άλλοι μεν δεν ήθελον να αφήσωσι την θέσιν των, άλλοι δε εζήτουν να αναχωρήσωσι. Μετά δε τούτο χωρισθέντες, τινές μεν απήλθον και διασκεδασθέντες ετράπησαν έκαστοι εις τας πόλεις των, τινές δε μετά του Λεωνίδου ητοιμάσθησαν να μείνωσιν αυτού.

220. Λέγεται δε και ότι αυτός τους απέπεμψε, κηδόμενος περί της μη απωλείας των· εις εαυτόν δε και εις τους Σπαρτιάτας δεν ενόμισεν ευπρεπές να αφήσωσι την θέσιν την οποίαν ήλθον εξ αρχής να φυλάξωσι. Με ταύτην την γνώμην συμφωνώ και εγώ πολύ, ότι ο Λεωνίδας, εννοήσας ότι εψυχράνθη ο ζήλος των συμμάχων και δεν ήθελον να συνδιακινδυνεύσωσι, τους διέταξε να αναχωρήσωσι, πεπεισμένος ότι αυτός δεν ηδύνατο να αναχωρήση χωρίς να ατιμασθή. Μένων αυτού, και κλέος μέγα ήθελεν αφήσει και η ευδαιμονία της Σπάρτης δεν ήθελεν εξαλειφθή· διότι εξαρχής του πολέμου οι Σπαρτιάται είχον ερωτήσει την Πυθίαν, και αύτη τοις απεκρίθη ότι ή η Λακεδαίμων ήθελε καταστραφή υπό των βαρβάρων, ή ο βασιλεύς αυτών ήθελεν απολεσθή. Ταύτα δε εχρησμοδότησεν η Πυθία εις στίχους εξαμέτρους, έχοντας ως εξής·

«Εις υμάς, ω οικήτορες της ευρυχώρου Σπάρτης, ή μεγάλη και ένδοξος πόλις θέλει ερημωθή υπό ανδρών απογόνων του Πέρσου, ή τούτο μεν όχι, η δε Λακεδαίμων θα κλαύση τον θάνατον βασιλέως καταγομένου από τον Ηρακλέα. Τούτον ούτε ταύροι ούτε λέοντες, εάν έλθωσιν εναντίον του, θα δυνηθώσι να εμποδίσωσι, διότι έχει δύναμιν Διός. Σας λέγω όμως ότι ο Ζευς δεν θα παύση πριν απολαύση εντελώς έν εκ των δύο.»

Τούτον τον χρησμόν ενθυμούμενος ο Λεωνίδας και θέλων να δοξάση μόνους τους Σπαρτιάτας, φρονώ ότι απέπεμψε μάλλον τους συμμάχους ή ότι αυτοί μη συμφωνούντες περί του πρακτέου ανεχώρησαν τόσον ακαίρως.

221. Μαρτύριον δε τούτου μέγα είναι και το εξής· ου μόνον τους άλλους, αλλά και τον μάντιν όστις ηκολούθει τον στρατόν, τον Ακαρνάνα Μεγιστίαν, όστις ως ελέγετο κατήγετο από του Μελάμποδος και όστις εκ της επιθεωρήσεως των σφαγίων είχε προειπεί τα μέλλοντα συμβήναι, είναι γνωστόν ότι ο Λεωνίδας απέπεμψε και τούτον διά να μη συναπολεσθή. Αλλ' ο Μεγιστίας αποπεμπόμενος δεν ηθέλησε να αναχωρήση, αλλ' απέπεμψε τον μονογενή τον υιόν όστις ηκολούθει τον στρατόν.

222. Οι μεν λοιπόν σύμμαχοι οι αποπεμφθέντες, υπήκουσαν εις τον Λεωνίδαν και ανεχώρησαν· μόνοι δε οι Θεσπιείς και οι Θηβαίοι έμειναν πλησίον των Λακεδαιμονίων. Εκ τούτων δε οι μεν Θηβαίοι έμειναν ουχί εξ οικείας προαιρέσεως, αλλά διότι ο Λεωνίδας τους εκράτησεν ως ομήρους· οι δε Θεσπιείς έμειναν μετά πάσης προθυμίας, ειπόντες ότι ποτέ δεν θα αναχωρήσωσιν αφίνοντες τον Λεωνίδαν και τους μετ' αυτού. Και ούτω μείναντες συναπέθανον. Εστρατήγει δε αυτών ο Δημόφιλος του Διαδρόμου.

223. Ο δε Ξέρξης, αφού έκαμε σπονδάς ανατέλλοντος του ηλίου, περιμείνας μέχρι της ώρας καθ' ην πληρούται η αγορά, ώρμησεν. Ούτω παρήγγειλεν ο Εφιάλτης, υπολογίσας τον αναγκαίον χρόνον διά την κατάβασιν, ήτις γίνεται ταχύτερον ή η ανάβασις. Αφ' ενός λοιπόν μέρους ήρχοντο οι μετά του Ξέρξου βάρβαροι, αφ' ετέρου δε οι μετά του Λεωνίδου Έλληνες, ηξεύροντες ότι η έξοδός των ήτο θάνατος, τότε πολύ περισσότερον ή κατά τας προλαβούσας μάχας επροχώρησαν εις το ευρύτερον μέρος του αυχένος. Κατά τας προτέρας ημέρας, στηριζόμενοι επί του τείχους εμάχοντο εις το στενώτατον μέρος· τότε δε, επειδή η συμπλοκή εγένετο επί ευρυτέρου χώρου, έπιπτον βάρβαροι πολλοί· καθότι όπισθεν αυτών οι ταγματάρχαι, κρατούντες μάστιγας, τους ερράπιζον και τους ώθουν εις τα εμπρός. Και πολλοί μεν εξ αυτών έπιπτον εις την θάλασσαν και επνίγοντο, πολύ δε περισσότεροι κατεπατούντο υπό των όπισθεν ερχομένων. Ουδείς δε εφρόντιζεν όσοι και αν εφονεύοντο. Οι δε Έλληνες, βέβαιοι όντες περί του θανάτου τον οποίον έμελλον να υποστώσιν από τους ελθόντας εκ του όπισθεν μέρους του όρους, έδειξαν όλην την ανδρίαν των κατά των βαρβάρων, περιφρονούντες τον κίνδυνον και αψηφούντες την ζωήν των.

224. Τότε τα μεν δόρατα των περισσοτέρων είχον θραυσθή πλέον και εφόνευον τους Πέρσας με τα ξίφη. Εις ταύτην δε την συμπλοκήν πίπτει ο Λεωνίδας αφού επολέμησεν ανδρείως, και άλλοι μετ' αυτού ονομαστοί Σπαρτιάται των οποίων έμαθον τα ονόματα, ως ανδρών αξίων αιωνίας μνήμης· έμαθον δε όλων και των τριακοσίων τα ονόματα. Εκ δε των Περσών έπεσαν ενταύθα και άλλοι πολλοί και ονομαστοί, μεταξύ δε άλλων δύο υιοί του Δαρείου, ο Αβροκόμης και ο Υπεράνθης, τους οποίους εγέννησεν ο Δαρείος εκ της Φραταγούνης θυγατρός του Αρτάνου. Ήτο δε ο Αρτάνης αδελφός μεν του βασιλέως Δαρείου, υιός δε του Υστάσπους του Αρσάμους. Δους την θυγατέρα του ο Αρτάνης έδωκεν ομού εις τον βασιλέα όλην του την περιουσίαν, καθότι το μόνον του τέκνον ήτο η θυγάτηρ αύτη.

225. Τοιουτοτρόπως δυο αδελφοί του Ξέρξου εφονεύθησαν μαχόμενοι περί του σώματος του Λεωνίδου, διά το οποίον τρομερός συνωθισμός εγένετο μεταξύ Περσών και Λακεδαιμονίων, μέχρις ου οι Έλληνες διά της ανδρίας των τον ανήγειρον και έτρεψαν τους εναντίους τετράκις· η πάλη δε αύτη διήρκεσε μέχρι της αφίξεως του στρατού τον οποίον ωδήγει ο Εφιάλτης. Άμα είδον τούτους οι Έλληνες ελθόντας, τότε ο πόλεμος άλλαξε φάσιν· καθότι υπεχώρησαν εις το στενώτερον μέρος της οδού, εισήλθον πάλιν εις το τείχος και ετοποθετήθησαν επί του λόφου όλοι ομού πλην των Θηβαίων. Ο δε λόφος ούτος είναι εις την είσοδον του στενού, όπου τώρα ίσταται λίθινος λέων προς τιμήν του Λεωνίδου. Εκεί υπερασπιζομένους με περισωθείσας τινάς μαχαίρας, με χείρας και με στόματα, κατέχωσαν οι βαρβάρους διά βελών, άλλοι μεν κρημνίσαντες το οχύρωμα και επιτεθέντες κατ' αυτών κατά μέτωπον, άλλοι δε περικυκλώσαντες αυτούς πάντοθεν.

226. Μολονότι τοιούτοι εγένοντο όλοι οι Λακεδαιμόνιοι και οι Θεσπιείς, ανδρειότατος όμως εφάνη ως λέγουσιν ο Σπαρτιάτης Διηνέκης. Εις τούτον αναφέρεται λόγος τις τον οποίον είπε πριν συμπλακώσι με τους Μήδους. Ακούσας παρ' ενός Τραχινίου ότι όταν οι βάρβαροι ρίπτωσι τα βέλη των σκεπάζουσι τον ήλιον διά του πλήθους αυτών, δεν εταράχθη εις τους λόγους τούτους· αλλ' αδιαφορών διά το πλήθος των Μήδων, είπεν· «Ο Τραχίνιος ξένος μας, φέρει αγαθάς ειδήσεις· εάν οι Μύδοι κρύπτωσι τον ήλιον, θα τους πολεμήσωμεν υπό σκιάν και όχι εις τον ήλιον.» Αυτούς και άλλους ομοίους λόγους λέγουσιν ότι άφησεν εις ανάμνησιν ο Λακεδαιμόνιος Διηνέκης.

227. Μετά τούτον λέγονται αριστεύσαντες δύο αδελφοί Λακεδαιμόνιοι, ο Αλφειός και ο Μάρων, υιοί του Ορσιφάντου. Εκ δε των Θεσπιέων ηρίστευσεν ο Διθύραμβος του Αρματίδου. 228. Εις δε τους ταφέντας εκεί όπου έπεσον και εις τους αποθανόντας πριν αναχωρήσωσιν οι υπό του Λεωνίδου αποπεμφθέντες, εχαράχθη επίγραμμα, λέγον ούτω:

«Ενταύθα, εναντίον τριακοσίων μυριάδων, επολέμησαν τέσσαρες χιλιάδες άνδρες εκ Πελοποννήσου.» Τούτο το επίγραμμα εγένετο δι' όλους· ιδίως όμως διά τους Σπαρτιάτας εγράφη το εξής:

«Ω ξένε, ειπέ εις τοις Λακεδαιμονίους ότι ενταύθα κείμεθα πειθόμενοι εις τους νόμους των.»

Ταύτα μεν επεγράφησαν εις όλους τους Λακεδαιμονίους, εις δε τον μάντιν τα εξής:

«Τόδε εστί το μνήμα του κλεινού Μεγιστίου, τον οποίον οι Μήδοι διαβάντες τον Σπερχειόν ποταμόν εφόνευσαν, του μάντεως, όστις γινώσκων σαφώς το πεπρωμένον των Σπαρτιατών, δεν ηθέλησε να εγκαταλίπη τους ηγεμόνας της Σπάρτης.»

Οι τιμήσαντες αυτούς με επιγράμματα και με στήλας πλην του επιγράμματος του Μεγιστίου, είναι οι Αμφικτύονες· το δε επίγραμμα του μάντεως Μεγιστίου επέγραψεν ο ξένος του Σιμωνίδης του Λεωπρέπους.

229. Λέγεται ότι δύο εκ τούτων των τριακοσίων, ο Εύρυτος και ο Αριστόδημος, ενώ τοις ήτο δυνατόν, εάν συνεφώνουν, να επιστρέψωσιν ομού ζώντες εις την Σπάρτην (καθότι ο Λεωνίδας τους είχεν αποπέμψει εκ του στρατοπέδου και έμενον εις τους Αλπηνούς πάσχοντας εξ οφθαλμίας,) ή, εάν δεν ήθελον να επιστρέψωσι, να αποθάνωσι μετά των άλλων, ενώ εδύναντο να πράξωσιν ομού ή το έν ή το άλλο, δεν ηθέλησαν να συμφωνήσωσιν, αλλ' έχοντες διάφορον γνώμην, ο μεν Εύρυτος, άμα ήκουσε την περικύκλωσιν των Περσών, εζήτησε τα όπλα του, και αφού τα εφόρεσε, διέταξε τον είλωτά του να τον φέρη εις τους μαχομένους· αφού δε εφέρθη, εκείνος μεν όστις τον έφερε στραφείς έφυγεν, ο δε Εύρυτος ερρίφθη εις την συμπλοκήν και εφονεύθη. Αλλ' ο Αριστόδημος λειποψυχήσας έμεινεν όπου ήτο. Εάν μόνος ο Αριστόδημος συνέβαινε να πάσχη και επέστρεφεν εις την Σπάρτην, ή εάν επέστρεφον και οι δύο ομού, φρονώ ότι οι Σπαρτιάται δεν ήθελον οργισθή κατ' αυτών· αλλ' επειδή ο μεν είς εξ αυτών εφονεύθη, ο δε άλλος την αυτήν έχων πρόφασιν δεν ηθέλησε να αποθάνη, αναγκαίως ωργίσθησαν πολύ κατά του Αριστοδήμου οι συμπολίται του.

230. Άλλοι μεν ούτω και με τοιαύτην πρόφασιν λέγουσιν ότι εσώθη ο Αριστόδημος εις την Σπάρτην· άλλοι δε ότι πεμφθείς ως αγγελιαφόρος εκ του στρατοπέδου, ενώ ηδύνατο να προφθάση και λάβη μέρος εις την μάχην, δεν ηθέλησεν αλλ' εβράδυνε καθ' οδόν και εσώθη. Ο συνάγγελος όμως αυτού επιστρέψας εγκαίρως εφονεύθη.

231. Επιστρέψας εις την Σπάρτην ο Αριστόδημος είχεν όνειδος και ατιμίαν. Και η μεν ατιμία την οποίαν έπασχεν ήτο τοιαύτη· ούτε πυρ τω έδιδεν ουδείς των Σπαρτιατών διά να ανάψη, ούτε τω ωμίλει· όνειδος δε είχε καλούμενος ο δειλός Αριστόδημος. Αλλ' ούτος μεν εις την μάχην των Πλαταιών εξήλειψεν όλην την κατ' αυτού εκφερομένην κατηγορίαν.

232. Λέγουσι δε προσέτι ότι και άλλος τις εξ αυτών των τριακοσίων σταλείς ως αγγελιαφόρος εις την Θεσσαλίαν εσώθη· το όνομα αυτού ήτο Παντίτης. Ότε δε επέστρεψεν εις την Σπάρτην, επειδή περιφρονείτο, απηγχονίσθη.

233. Οι δε Θηβαίοι, των οποίων εστρατήγει ο Λεοντιάδης, ενόσω μεν ήσαν με τους Έλληνας επολέμουν εξ ανάγκης κατά του στρατού του βασιλέως· ότε δε είδον ότι υπερίσχυσαν οι Πέρσαι, τότε ενώ οι μετά του Λεωνίδου Έλληνες έτρεχον επί τον λόφον, αυτοί χωρισθέντες προέτεινον τας χείρας, επλησίασαν τους βαρβάρους και είπον εις αυτούς ό,τι ήτο αληθέστατον· ότι και εμήδιζον και ήσαν εκ των πρώτων οίτινες έδοσαν εις τον βασιλέα γην και ύδωρ, αλλ' ότι αναγκασθέντες ήλθον εις τας Θερμοπύλας και ουδόλως πταίουσιν εις την καταστροφήν την οποίαν έπαθεν ο βασιλεύς. Ταύτα ειπόντες εσώθησαν, διότι είχον μάρτυρας των λόγων τούτων και τους Θεσσαλούς. Πλην δεν επέτυχον καθ' ολοκληρίαν, διότι άμα τους έλαβον εις τας χείρας των οι βάρβαροι, τινάς μεν εφόνευσαν ενώ ακόμη επλησίαζον, τους δε περισσοτέρους, κατά διαταγήν του Ξέρξου, έστιξαν με στίγματα βασιλικά, αρχίσαντες από τον στρατηγόν Λεοντιάδην, του οποίου ο υιός Αντίμαχος εφονεύθη βραδύτερον υπό των Πλαταιέων, ότε κατέλαβε την ακρόπολίν των μετά τετρακοσίων Θηβαίων.

234. Οι μεν περί τας Θερμοπύλας Έλληνες ούτως ηγωνίσθησαν, ο δε Ξέρξης καλέσας τον Δημάρατον ηρώτα αρχίσας ως εξής· «Δημάρατε, είσαι καλός άνθρωπος, τεκμαίρομαι δε τούτο εκ της φιλαληθείας σου, διότι όσα με είπες, όλα απέβησαν ούτω. Τώρα δε ειπέ μοι πόσοι είναι οι λοιποί Λακεδαιμόνιοι και πόσοι εξ αυτών είναι τοιούτοι εις τα πολεμικά, ή εάν ήναι όλοι.» Ο δε Δημάρατος απεκρίθη· «Βασιλεύ, ο αριθμός των Λακεδαιμονίων είναι μέγας και πόλεις έχουσι πολλάς· άκουσον δε εκείνο το οποίον θέλεις να μάθης ακριβώς. Εις την Λακεδαίμονα είναι η Σπάρτη, πόλις ήτις έχει τουλάχιστον οκτακισχιλίους άνδρας, τοιούτους οίοι ήσαν οι ενταύθα πολεμήσαντες· οι άλλοι δε Λακεδαιμόνιοι, αν δεν ήναι όμοιοι με αυτούς, είναι όμως και αυτοί ανδρείοι.» Τότε ο Ξέρξης επανέλαβε· «Δημάρατε, τίνι τρόπω θα δυνηθώμεν ευκολώτερον να επικρατήσωμεν των ανδρών τούτων; Μη διστάζης, λέγε, καθότι υπάρξας βασιλεύς αυτών, γνωρίζεις τους διαλογισμούς των.»

235. Ο δε Δημάρατος απεκρίθη· «Βασιλεύ, επειδή με συμβουλεύεσαι προθύμως, είναι δίκαιον να σε είπω το ασφαλέστερον μέσον. Πέμψον κατά της Λακωνικής τριακόσια πλοία του ναυτικού στρατού. Πλησίον αυτής υπάρχει νήσος καλουμένη Κύθηρα, περί της οποίας ο Χίλων, ο σοφώτατος των παρ' ημίν ανδρών, είπεν ότι μεγαλείτερον κέρδος θα ήτο εις τους Σπαρτιάτας εάν κατεβυθίζετο εις την θάλασσαν ή να υπερέχη, διότι υπώπτευε πάντοτε ότι εξ αυτής δυνατόν να συμβή τοιούτο τι, οποίον εγώ σε λέγω να πράξης· ουχί διότι προείδε την εκστρατείαν σου, αλλά διότι εφοβείτο οιουδήποτε έθνους εκστατείαν, Εκ ταύτης λοιπόν της νήσου ορμώμενοι ας φοβίζωσι τους Λακεδαιμονίους και όταν αυτοί έχωσι πόλεμον εντός της χώρας των, μη φοβηθείς πλέον ότι θα πέμψωσι βοηθείας εις την Ελλάδα κυριευομένην υπό του πεζού στρατού σου· υποδουλουμένης δε της άλλης Ελλάδος, η Λακωνική, μεμονωμένη, δεν θα έχη πλέον δύναμιν. Εάν πράξης άλλως, έχε ως βέβαιον ότι θα γίνη το εξής. Ο ισθμός της Πελοποννήσου είναι στενός· εις τούτο το μέρος συνελθόντες όλοι οι Πελοποννήσιοι θα συνομόσωσι κατά σου, ώστε περίμενε να έχης άλλας μάχας αιματηροτέρας των προλαβουσών· εάν όμως πράξης ως λέγω, τότε αμαχητί και ο ισθμός ούτος και αι πόλεις θα παραδοθώσι.»

236. Μετ' αυτόν ωμίλησεν ο αδελφός του Ξέρξου Αχαιμένης, στρατηγός του ναυτικού στρατού· παρατυχών εις την συνδιάλεξιν και φοβηθείς μήπως πεισθή και πράξη ταύτα ο Ξέρξης, είπε· «Βασιλεύ, βλέπω ότι παραδέχεσαι τους λόγους ανθρώπου φθονούντος την ευτυχίαν σου και προδίδοντος τα συμφέροντά σου· διότι οι Έλληνες συνειθίζουσι να ήναι τοιούτοι· φθονούσι τους ευτυχούντας και μισούσι τους ανωτέρους των. Εάν εις τας παρούσας περιστάσεις καθ' ας εναυάγησαν τετρακόσια πλοία, αποχωρίσης και άλλα τριακόσια από τον στόλον, και τα πέμψης να περιπλέωσι την Πελοπόννησον, οι αντίπαλοι γίνονται αξιόμαχοι σου· ων όμως ο ναυτικός στρατός ηνωμένος, τότε γίνεται δυσκαταγώνιστος και ποτέ δεν θα τολμήσωσι να τον προσβάλωσι· προσέτι όλος ο ναυτικός στρατός θα βοηθή τον πεζόν, και ο πεζός τον ναυτικόν ομού πορευόμενος. Εάν δε τους διασπάσης, ούτε συ θα ήσαι χρήσιμος εις εκείνους, ούτε εκείνοι εις σε. Όθεν κανονίζων καλώς τας υποθέσεις σου, μη φροντίζης διά τας των πολεμίων, πού θα στήσωσι τον πόλεμον, τι θα πράξωσι και πόσοι είναι. Εκείνοι είναι ικανοί να φροντίζωσι περί εαυτών, ωσαύτως και ημείς περί ημών. Οι δε Λακεδαιμόνιοι, και αν εξέλθωσιν εις μάχην εναντίον των Περσών· ποσώς δεν θα θεραπεύσωσι το παρόν τραύμα των.»

237. Απεκρίθη δε ο Ξέρξης τα ακόλουθα· «Αχαίμενες, με φαίνεται ότι ομιλείς ορθώς και θα πράξω κατά την συμβουλήν σου. Ο Δημάρατος λέγει μεν όσα νομίζει ωφελιμώτερα εις εμέ, η γνώμη σου όμως είναι ορθοτέρα της ιδικής του. Δεν δύναμαι να παραδεχθώ ότι δεν ενδιαφέρεται υπέρ της ευτυχίας μου· εικάζω δε τούτο και εξ όσων με είπε προηγουμένως και εκ του αξιώματος ότι ο πολίτης φθονεί και μισεί εν σιγή τον ευτυχούντα συμπολίτην του· εάν ο τελευταίος αυτός τω ζητήση συμβουλήν, απέχει να τον συμβουλεύση ό,τι νομίζει ορθόν, εκτός μόνον εάν ήναι εις άκρον βαθμόν ενάρετος· σπάνιοι δε είναι οι τοιούτοι άνθρωποι. Ο ξένος όμως προς τον ευτυχούντα ξένον του είναι ο μάλλον εύνους των φίλων, και αν τω ζητηθή συμβουλή, συμβουλεύει τα άριστα. Απαγορεύω λοιπόν να ομιλώσιν εις το εξής υβριστικώς περί του Δημάρατου, όστις είναι ξένος μου.»

238. Ταύτα ειπών ο Ξέρξης διήλθε διά μέσου των νεκρών· μαθών δε ότι ο Λεωνίδας ήτο βασιλεύς και στρατηγός των Λακεδαιμονίων, διέταξε να κόψωσι την κεφαλήν του και να την κρεμάσωσιν εις πάσσαλον. Το συμβάν τούτο και πολλά άλλα καθιστώσι προφανές ότι ο βασιλεύς Ξέρξης ήτο ωργισμένος εναντίον του Λεωνίδου ζώντος, πλειότερον ή καταπαντός άλλου ανθρώπου· άλλως δεν ήθελε πράξει τοιαύτην παρανομίαν εις τον νεκρόν, αφού, ως εγώ ηξεύρω, οι Πέρσαι τιμώσιν ιδιαζόντως τους αξίους άνδρας εις τα πολεμικά. Οι μεν λοιπόν διαταχθέντες να πράξωσι τούτο, το έπραξαν.

239. Εγώ δε επανέρχομαι εις το μέρος όπου διέκοψα την διήγησίν μου. Πρώτοι οι Λακεδαιμόνιοι έμαθον ότι ο βασιλεύς ητοιμάζετο να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος, και έπεμψαν εις τους Δελφούς διά να ερωτήσωσι· το δε μαντείον έδωκεν εις αυτούς την απόκρισιν την οποίαν ανέφερα ολίγον ανωτέρω. Έμαθον δε την προετοιμαζόμενην εκστρατείαν κατά τρόπον παράδοξον. Ο Δημάρατος του Αρίστωνος, φυγών εις τους Μήδους, δεν είχεν ως νομίζω (και τα φαινόμενα συμφωνούσι με την γνώμην μου) ουδεμίαν συμπάθειαν προς τους Λακεδαιμονίους· δύναταί τις λοιπόν να εικάση εάν έπραξε τούτο εξ ευνοίας προς τους Έλληνας ή διά να δείξη εις αυτούς ότι έχαιρε διά τας δυστυχίας των καθότι, ότε ο Ξέρξης απεφάσισε να στρατεύση κατά της Ελλάδος, ο Δημάρατος, ευρισκόμενος εις τα Σούσα και μαθών το σχέδιον τούτο, ηθέλησε να το αναγγείλη εις τους Λακεδαιμονίους. Επειδή δε ήτο κίνδυνος μήπως φωραθή και δεν υπήρχεν άλλος τρόπος να φανερώση το πράγμα, μηχανάται τα εξής. Λαβών διπλήν πινακίδα έξυσε τον κηρόν και επί του ξύλου της πινακίδος έγραψε το σχέδιον τού βασιλέως· τούτου γενομένου, ήλειψε πάλιν με κηρόν τα γράμματα, διά να φαίνεται ότι μεταφέρεται άγραφος η πινακίς και να μη συλλάβωσιν υπονοίας οι οδοφύλακες. Ότε δε ήλθεν η πινακίς εις την Λακεδαίμονα, οι Λακεδαιμόνιοι δεν ενόουν τίποτε μέχρις ου, ως ήκουσα, η θυγάτηρ του Κλεομένους και γυνή του Λεωνίδου Γοργώ ενόησε και διέταξε να ξύσωσι τον κηρόν, λέγουσα ότι εις το ξύλον θα εύρωσι γράμματα. Υπακούσαντες οι Λακεδαιμόνιοι εύρον και ανέγνωσαν τας γράμματτα· έπειτα δε τα έστειλαν και εις τους άλλους Έλληνας. Ταύτα μεν ούτω λέγουσιν ότι εγένοντο.

ΒΙΒΛΙΟΝ ΟΓΔΟΟΝ ΟΥΡΑΝΙΑ

1. Οι δε ταχθέντες εις τον ναυτικόν στρατόν Έλληνες ήσαν οι εξής. Οι Αθηναίοι, με εκατόν εικοσεπτά πλοία, οι Πλαταιείς, οίτινες με όλην την απειρίαν των περί τα ναυτικά, πλήρεις όμως προθυμίας και θάρρους, εισήλθον εις τα πλοία των Αθηναίων· οι Κορίνθιοι με τεσσαράκοντα πλοία· οι Μεγαρείς με είκοσιν· οι Χαλκιδείς με είκοσι πλοία τα οποία τοις εδάνεισαν οι Αθηναίοι και εξώπλισαν αυτοί· οι Αιγινήται με δεκαοκτώ· οι Σικυώνιοι με δώδεκα, οι Λακεδαιμόνιοι με δέκα, οι Επιδαύριοι με οκτώ· οι Ερετριείς με επτά· οι Τριζήνιοι με πέντε· οι Στυρείς με δύο και οι Κείοι με δύο πλοία και δύο πεντηκοντόρους. Οι δε Λοκροί οι Οπούντιοι επεβοηθούν τους Έλληνας έχοντες επτά πεντηκοντόρους.

2. Αυτοί ήσαν οι ηγκυροβολημένοι εις το Αρτεμίσιον· είπα δε πόσα πλοία παρέσχεν έκαστον έθνος. Όλων δε των συλλεχθέντων πλοίων ο αριθμός, πάρεξ των πεντηκοντόρων, ήτο διακόσια εβδομήκοντα έν. Ο στρατηγός, όστις είχε την υπερτάτην εξουσίαν, ήτο ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης του Ευρυκλείδου, διορισθείς υπό των Σπαρτιατών καθότι οι σύμμαχοι είχον ειπεί ότι εάν δεν έχη την ηγεμονίαν ο Λάκων δεν θα ακολουθήσωσι τους Αθηναίους ηγεμονεύοντας αλλά θα διαλύσωσι τον ετοιμαζόμενον στόλον.

3. Εγένετο δε κατ' αρχάς λόγος, πριν ακόμη πέμψωσι διά να ζητήσωσι την συμμαχίαν της Σικελίας, ότι έπρεπε να επιτραπή το ναυτικόν εις τους Αθηναίους· αλλ' επειδή αντέστησαν οι σύμμαχοι, υπεχώρησαν οι Αθηναίοι περί πολλού ποιούμενοι την σωτηρίαν της Ελλάδος. Βλέποντες λοιπόν ότι εάν ανεφύοντο έριδες περί της ηγεμονίας θα ηφανίζετο η Ελλάς, δεν επέμειναν και έπραξαν ορθώς, καθότι εμφυλία στάσις, αναφυομένη καθ' ον καιρόν γίνεται πόλεμος από κοινού, είναι χειροτέρα του πολέμου του ταράττοντος την ειρήνην. Ηξεύροντες δε τούτο καλώς, δεν αντέτεινον αλλ' ενέδωσαν εφ' όσον είχον την ανάγκην των Σπαρτιατών ως το απέδειξαν, καθότι αφού οι Πέρσαι απεκρούσθησαν διήγειρον περί του αυτού πράγματος αγώνα, και λαβόντες πρόφασιν την αυθάδειαν του Παυσανίου, αφήρεσαν από τους Λακεδαιμονίους την ηγεμονίαν. Αλλά ταύτα συνέβησαν βραδύτερον.

4. Τότε δε ούτοι οι εις το Αρτεμίσιον ελθόντες Έλληνες ιδόντες ότι πολλά πλοία είχον καταβή εις τας Αφετάς, ότι όλη η χώρα έβριθε στρατευμάτων, ότι αι υποθέσεις των βαρβάρων επετύγχανον πλειότερον παρ' όσον υπέθετον, εφοβήθησαν και εσκέπτοντο να φύγωσιν από του Αρτεμισίου εις τα ενδότερα της Ελλάδος. Εννοήσαντες δε οι Ευβοείς ότι συνεσκέπτοντο ταύτα, παρακάλεσαν τον Ευρυβιάδην να προσμείνη ολίγον χρόνον μέχρις ου θέσωσιν εν ασφαλεί τόπω τα τέκνα και τους οικέτας των. Επειδή όμως δεν τον έπειθον, μεταβάντες εις τον στρατηγόν των Αθηναίων Θεμιστοκλέα έπεισαν αυτόν διά τριάκοντα ταλάντων να μείνη ο στόλος προ της Ευβοίας και να ναυμαχήση.

5. Ο δε Θεμιστοκλής διά να κρατήση εκεί τους Έλληνας, ιδού τι έπραξεν· εκ των τριάκοντα ταλάντων δίδει πέντε εις τον Ευρυβιάδην, ως να τα έδιδε δήθεν αφ' εαυτού. Τούτου πεισθέντος, δεν έμενε πλέον ειμή ο Αδείμαντος του Ωκύτου, στρατηγός των Κορινθίων, όστις εθορύβει λέγων ότι θα αποπλεύση του Αρτεμισίου και δεν θα προσμείνη πλειότερον. Εις τούτον λοιπόν ο Θεμιστοκλής είπε μεθ' όρκου· «Όχι, δεν θα μας αφήσης, διότι εγώ θα σε δώσω δώρα μεγαλείτερα παρ' όσα θα σοι έστελλεν ο βασιλεύς των Μήδων εάν άφινες τους συμμάχους.» Ενώ δε έλεγε ταύτα, έπεμπε συγχρόνως εις το πλοίον του Αδειμάντου τρία τάλαντα αργυρίου. Ούτοι λοιπόν θαμβωθέντες υπό των δώρων ανεπείσθησαν, ώστε και η επιθυμία των Ευβοέων εξεπληρώθη και ο Θεμιστοκλής εκέρδησε χωρίς να ηξεύρη κανείς ότι αυτός εκράτησε τα λοιπά· καθότι οι λαβόντες μέρος εκ των χρημάτων τούτων επίστευον ότι εστάλησαν εξ Αθηνών επί τούτω.

6. Ούτω λοιπόν έμειναν εις την Εύβοιαν και εναυμάχησαν· εγένετο δε η ναυμαχία κατά τον ακόλουθον τρόπον. Ελθόντες οι βάρβαροι περί το εσπέρας της προτεραίας εις τας Αφετάς, έμαθον ότι ολίγα πλοία Ελληνικά εναυλόχουν προ πολλών ημερών περί το Αρτεμίσιον. Βεβαιωθέντες δε περί τούτου, απεφάσισαν να αποπειραθώσι την σύλληψίν των. Να πλεύσωσιν όμως αμέσως και κατ' ευθείαν εναντίον των δεν ενέκρινον, φοβηθέντες μήπως ιδόντες αυτούς οι Έλληνες επερχομένους τραπώσιν εις φυγήν έπειτα δε προφθάση και η νυξ, και τοιουτοτρόπως δυνηθώσι να διαφύγωσιν. Έπρεπε δε, κατ' αυτούς, μήτε πυρφόρος να μη μείνη ζων.

7. Ταύτα σκοπεύοντες εμηχανώντο τα εξής. Αποσπάσαντες εκ του στόλου διακόσια πλοία, τα έπεμψαν έξωθεν της Σκιάθου, εις τρόπον ώστε χωρίς να τα ίδωσιν οι εχθροί, να δυνηθώσι να περιπλεύσωσι την Εύβοιαν και να εισέλθωσιν εις τον Εύριπον δια του Καφηρέως και της Γεραιστού. Το σχέδιόν των ήτο να περικυκλώσωσι τους Έλληνας, τα μεν πλοία ερχόμενα εκ του μέρους τούτου και φράττοντα εις αυτούς την εις τα οπίσω φέρουσαν οδόν, οι δε λοιποί επιτιθέμενοι εκ των έμπροσθεν. Ταύτα αποφασίσαντες απέπεμψαν τα εκλεγέντα πλοία, αλλά δεν είχον κατά νουν να επιτεθώσι κατά των Ελλήνων εκείνην την ημέραν, ουδέ πριν γίνη το σημείον ότι οι περιπλέοντες έφθασαν όπου διετάχθησαν. Αφού δε έπεμψαν τα πλοία ταύτα, ηρίθμησαν τα λοιπά εις τας Αφετάς.

8. Καθ' ον χρόνον έκαμνον ούτοι την απαρίθμησιν των πλοίων (ήτο δε εις το στρατόπεδον Σκιωναίος τις ονόματι Σκύλλας, άριστος δύτης της εποχής εκείνης, όστις εις το ναυάγιον το γενόμενον κατά το Πήλιον πολλά μεν πράγματα έσωσεν εις τους Πέρσας, πολλά δε και αυτός εκέρδησεν), ούτος ο Σκυλλίας προ πολλού είχε κατά νουν να αυτομολήση εις τους Έλληνας, ουδεμία όμως μέχρι τότε παρουσιάσθη ευκαιρία. Κατά ποίον τρόπον έφθασεν εις τους Έλληνας, δεν δύναμαι να είπω μετά βεβαιότητος, εκπλήττομαι μάλιστα εάν τα λεγόμενα ήναι αληθή· καθότι λέγουσιν ότι βυθισθείς εις την θάλασσαν από τας Αφετάς δεν ανέβη εις την επιφάνειαν πριν φθάση εις το Αρτεμίσιον, διελθών διά του ύδατος ογδοήκοντα περίπου στάδια. Διηγούνται δε και άλλα πολλά περί του ανθρώπου τούτου τα οποία φαίνονται ψευδή· τινά όμως είναι αληθή. Περί του γεγονότος δε τούτου ας γίνη αποδεκτή η γνώμη μου ότι ήλθεν εις το Αρτεμίσιον μετά πλοιαρίου. Άμα δε έφθασε, διηγήθη εις τους στρατηγούς το ναυάγιον πώς εγένετο και έδωκε πληροφορίας περί των πλοίων τα οποία επέμφθησαν περί την Εύβοιαν.

9. Τούτο ακούσαντες οι Έλληνες συνήλθον διά να ομιλήσωσιν· αφού δε είπον πολλά, υπερίσχυσεν η γνώμη να μείνωσι και να διέλθωσιν εκεί την ημέραν εκείνην· έπειτα δε αφού αφήσωσι να παρέλθη το μεσονύκτιον, να πλεύσωσι προς απάντησιν των περιπλεόντων πλοίων. Μετά ταύτα, επειδή ουδείς ήρχετο εναντίον των, φυλάξαντες μέχρι της δύσεως του ηλίου έπλευσαν κατά των βαρβάρων, θέλοντες να κάμωσι δοκιμήν της μάχης και να διασχίσωσι την εχθρικήν γραμμήν.

10. Οι στρατιώται του Ξέρξου και οι στρατηγοί, βλέποντες αυτούς προχωρούντας ες ολίγα πλοία, τους ενόμισαν παράφρονας και απήγαγον και αυτοί τα πλοία, ελπίσαντες ότι ευκόλως ήθελον τους αιχμαλωτεύσει· είχον δε δίκαιον ελπίζοντες τούτο, διότι έβλεπον ότι τα πλοία των Ελλήνων ήσαν ολίγα και ότι τα ιδικά των και πολλαπλάσια ήσαν κατά τον αριθμόν και έπλεον καλλίτερον. Ταύτα φρονούντες, προσεπάθουν να περικυκλώσωσι τους Έλληνας. Τότε όσοι μεν Ίωνες ήσαν εύνοοι προς τους Έλληνας και ηκολούθουν ακουσίως την εκστρατείαν, ελυπούντο πολύ βλέποντες τους Έλληνας περικυκλωμένους και όντες βέβαιοι ότι ουδείς αυτών θα επιστρέψη οπίσω· τόσον ασθενής τοις εφαίνετο ο Ελληνικός στόλος. Όσοι δε ηρέσκοντο εις τα γινόμενα, εφιλοτιμούντο τις πρώτος να κυριεύση πλοίον Αττικόν διά να λάβη δώρα παρά του βασιλέως· διότι εις τον στόλον των βαρβάρων πλείστος λόγος εγίνετο διά τους Αθηναίους.

11. Άμα εδόθη εις τους Έλληνας σημείον, πρώτον μεν στρέψαντες τας πρώρας προς τους βαρβάρους, συνήγαγον τας πρύμνας εις το μέσον· εις δε το δεύτερον σημείον άρχισαν την μάχην, περιορισθέντες όλοι εις ολίγον διάστημα και παραταχθέντες κατά πρόσωπον. Εις ταύτην την ναυμαχίαν εκυρίευσαν τριάκοντα πλοία των βαρβάρων, και συνέλαβον τον Φιλάονα του Χέρσιος, αδελφόν του βασιλέως των Σαλαμινίων Γόργου και άνδρα σημαντικόν εν τω στρατοπέδω. Πρώτος δε Έλλην εκυρίευσε πλοίον των πολεμίων ο Αθηναίος Λυκομήδης του Αισχραίου, και ούτος έλαβε το αριστείον. Αλλ' επελθούσα η νυξ διεχώρισεν αυτούς, και η νίκη έμεινεν αμφίβολος εις ταύτην την ναυμαχίαν. Τότε οι μεν Έλληνες επέστρεψαν εις το Αρτεμίσιον· οι δε βάρβαροι εις τας Αφετάς, αποβάντος του πολέμου πολύ διαφόρως παρ' ό,τι ήλπισαν. Εις ταύτην την ναυμαχίαν από τους όντας μετά του βασιλέως Έλληνας, μόνος ο Λήμνιος Αντίδωρος ηυτομόλησεν εις τους Έλληνας, και τούτου ένεκα οι Αθηναίοι τω εχάρισαν γην εις την Σαλαμίνα.

12. Ότε ενύκτωσε (ήτο δε κατά τα μέσα του θέρους) βροχή ραγδαία έπεσε διαρκέσασα δι' όλης της νυκτός και βρονταί ισχυραί ήρχοντο από του Πηλίου· νεκρά σώματα και ναυάγια ερρίπτοντο έξω εις τας Αφετάς, και κυλιόμενα εις τας πρώρας των πλοίων, ετάραττον τας άκρας των κωπών. Οι στρατιώται οίτινες εκ του στόλου ήκουον ταύτα, ενεπλήσθησαν φόβου νομίζοντες ότι αφεύκτως ήθελον απολεσθή από τόσων κακών· καθότι πριν αναπνεύσωσιν εκ του ναυαγίου και της τρικυμίας ήτις τους ηκολούθησε περί το Πήλιον, ιδού κατελήφθησαν υπό κρατεράς ναυμαχίας, και αμέσως μετ' αυτήν βροχή ραγδαία και χείμαρροι ορμητικοί πίπτοντες εις την θάλασσαν και βρονταί φοβεραί. Τοιαύτη ήτο δι' αυτούς η νυξ αύτη.

13. Εις δε τους διαταχθέντας να περιπλεύσωσι την Εύβοιαν, αυτή εκείνη η νυξ υπήρξεν αγριωτέρα, καθόσον τους κατέλαβεν εν τω πελάγει και κατέστη επί τέλους ολεθρία. Έπλεον περί τα Κοίλα της Ευβοίας, όταν η βροχή και η τρικυμία κατέλαβον αυτούς. Φερόμενοι δε από τον άνεμον, και μη ηξεύροντες πού εφέροντο, εξέπιπτον προς τας πέτρας, Ταύτα πάντα εγένοντο κατά θείαν οικονομίαν, διά να εξισωθή το Περσικόν ναυτικόν με το Ελληνικόν και να μη ήναι πολύ περισσότερον. Και ούτοι μεν κατεστράφησαν περί τα Κοίλα της Ευβοίας.

14. Οι δε εν ταις Αφεταίς βάρβαροι, άμα είδον μετά χαράς το φως της ημέρας, εκράτουν ήσυχα τα πλοία, και μεθ' όσα είχον υποφέρει, ηρκούντο εις την παρούσαν κατάστασιν να μένωσιν ακίνητοι. Εις δε τους Έλληνας ήλθεν επικουρία εκ πεντηκοντατριών πλοίων Αττικών. Ταύτα φθάσαντα τους ενεθάρρυναν, και προς τούτοις η ελθούσα αγγελία ότι οι περιπλέοντες την Εύβοιαν απώλοντο υπό της συμβάσης τρικυμίας. Φυλάξαντες λοιπόν την αυτήν ώραν επέπεσον κατά των πλοίων των Κιλίκων· αφού δε τα κατέστρεψαν, επελθούσης της νυκτός, απέπλευσαν οπίσω εις το Αρτεμίσιον.

15. Την τρίτην ημέραν οργισθέντες οι στρατηγοί των βαρβάρων ότι τόσον ολίγα πλοία τους έβλαπτον και φοβούμενοι την οργήν του Ξέρξου, δεν ανέμειναν πλέον τους Έλληνας να αρχίσωσι την μάχην, αλλά παροτρύναντες αλλήλους ανήγαγον τα πλοία, περί την μεσημβρίαν. Συνέπεσε δε ώστε κατά τας ιδίας ημέρας να γίνωνται αι ναυμαχίαι αύται και αι πεζομαχίαι εις τας Θερμοπύλας· κατά θάλασσαν επρόκειτο να υπερασπίσωσι τον Εύριπον, κατά ξηράν οι περί τον Λεωνίδαν ηγωνίζοντο να φυλάξωσι το στενόν. Οι μεν λοιπόν Έλληνες ενεθάρρυνον αλλήλους διά να μη αφήσωσι τους βαρβάρους να εισέλθωσιν εις την Ελλάδα, οι δε βάρβαροι επειρώντο, καταστρέφοντες τας δυνάμεις των Ελλήνων, να γίνωσι κύριοι αμφοτέρων των εισόδων.

16. Ενώ ο στόλος του Ξέρξου επροχώρει με τάξιν κατά των Ελλήνων, ούτοι έμενον ήσυχοι πλησίον του Αρτεμισίου. Οι βάρβαροι, διά να τους περικυκλώσωσι και τους συλλάβωσιν, εσχημάτισαν με τα πλοία ημισέληνον· τότε οι Έλληνες επέπεσαν κατ' αυτών και ήρχισεν η συμπλοκή. Εις ταύτην δε την ναυμαχίαν αι δυνάμεις αμφοτέρων εφάνησαν ισόρροποι. Ο στρατός του Ξέρξου διά το μέγεθος και το πλήθος των πλοίων του εβλάπτετο αυτός αφ' εαυτού, διότι ταρασσόμενα τα πλοία συνεκρούοντο προς άλληλα· αντείχεν όμως και δεν υπενέδιδε, καθότι οι Πέρσαι ησχύνοντο να τραπώσιν εις φυγήν υπό ολίγων πλοίων. Όθεν πολλά μεν πλοία και άνδρας απώλεσαν οι Έλληνες, πολύ δε περισσότερα οι βάρβαροι. Τέλος, μετά την αναποφάσιστον ταύτην μάχην, τα δύο μέρη εχωρίσθησαν.

17. Είς την ναυμαχίαν ταύτην, εκ μεν των στρατιωτών του Ξέρξου ηρίστευσαν οι Αιγύπτιοι, οίτινες και άλλα μεγάλα έπραξαν και πλοία Ελληνικά αύτανδρα συνέλαβον πέντε. Εκ δε των Ελλήνων κατά ταύτην την ημέραν ηρίστευσαν οι Αθηναίοι, και εκ των Αθηναίων ο Κλεινίας του Αλκιβιάδου, όστις είχεν οπλίσει δι' εξόδων του διακοσίους άνδρας και τους έφερε μεθ' ενός πλοίου ανήκοντος εις αυτόν.

18. Αφού λοιπόν ευχαρίστως εχωρίσθησαν και τα δύο μέρη έσπευσαν να επανέλθωσιν εις τους οικείους όρμους. Οι δε Έλληνες, αφού χωρισθέντες έπαυσαν την ναυμαχίαν, τους μεν νεκρούς και τα ναυάγια εσύναξαν· επειδή όμως υπέστησαν μεγάλας ζημίας, και μάλιστα οι Αθηναίοι των οποίων τα ημίσεα των πλοίων ήσαν βεβλαμμένα, εσκέπτοντο να φύγωσιν εις τα ενδότερα της Ελλάδος.

19. Σκεφθείς δε ο Θεμιστοκλής ότι εάν αποσπασθώσιν από του βαρβάρου οι Ίωνες και οι Κάρες, θα δυνηθώσιν οι Έλληνες να νικήσωσι τους λοιπούς, συναθροίσας τους στρατηγούς εις το παραθαλάσσιον όπου οι Ευβοείς έβοσκον τα ποίμνιά των, τοις είπε· «Νομίζω ότι εύρον μέσον διά του οποίου να αποσπάσω τους αρίστους συμμάχους του βασιλέως.» Δεν τοις είπε περισσότερα, ηρκέσθη δε να τοις αποδείξη ότι εις τας παρούσας περιστάσεις ώφειλον να πράξωσι τα εξής. Να σφάξωσιν όσα δυνηθώσι ζώα Ευβοϊκά, διότι είναι προτιμότερον να λάβη ταύτα ο στρατός ή οι πολέμιοι· και τους συνεβούλευε να διατάξη έκαστος στρατηγός τους στρατιώτας του να καίωσι πυρά. Όσον δε διά την επιστροφήν, έλεγεν ότι αυτός, θα φροντίση περί της αρμοδίας ώρας ώστε να φθάσωσιν εις την Ελλάδα σώοι και αβλαβείς. Αρεστή εφάνη εις αυτούς η εκτέλεσις των συμβουλών τούτων, και αμέσως ανάψαντες πυρ έδραμον προς τα ποίμνια.

20. Οι δε Ευβοείς περιφρονήσαντες τον χρησμόν του Βάκιδος ως ασήμαντον, ούτε εξεκομίσαντο τίποτε εκ της χώρας των ούτε εισήγαγον προβλέποντες τον προσεχή πόλεμον, αλλ' άφησαν τα πράγματά των εις την τύχην. Ο δε περί τούτων χρησμός του Βάκιδος είναι ο εξής.

Πρόσεξον, όταν ο βαρβαρόφωνος ρίψη εις την θάλασσαν γέφυραν βυβλίνην, ν' απομακρύνης εκ της Ευβοίας τας μηκωμένας αίγας.

Αμελήσαντες οι Ευβοείς να ωφεληθώσιν εκ των λόγων τούτων, έπρεπε να υποστώσι μεγάλας συμφοράς.

21. Ταύτα έπραττον οι Έλληνες όταν έφθασεν εκ της Τραχίνος ο πρόσκοπος· διότι εις τα ύψη του Αρτεμισίου είχον θέσει πρόσκοπον τον Αντικυρέα Πολύαν εις τον οποίον παρήγγειλαν να έχη πλοιάριον έτοιμο· και εάν ίδη ναυμαχούντα τον ναυτικόν στρατόν να φέρη την είδησιν εις τας Θερμοπύλας· ομοίως πλησίον του Λεωνίδου ίστατο έτοιμος με τριακόντορον ο Αθηναίος Αβρώνιχος του Λυσικλέους, διά να ειδοποιήση τους εις το Αρτεμίσιον εάν συμβή τι εις τον πεζόν στρατόν. Ούτος λοιπόν ο Αβρώνιχος φθάσας τους εφανέρωσεν όσα συνέβησαν εις τον Λεωνίδαν και τον στρατόν αυτού. Οι δε άμα ήκουσαν ταύτα δεν ανέβαλον πλέον την αναχώρησιν, αλλ' έφυγον ως ήσαν τεταγμένοι, πρώτοι οι Κορίνθιοι και τελευταίοι οι Αθηναίοι.

22. Ο δε Θεμιστοκλής εκλέξας τα άριστα πλέοντα πλοία των Αθηναίων, κατέβαινεν όπου υπήρχον πόσιμα ύδατα και εχάραττεν επί των βράχων γράμματα τα οποία ελθόντες την ακόλουθον ημέραν οι Ίωνες εις το Αρτεμίσιον είδον και ανέγνωσαν. Τα γράμματα δε έλεγον τα εξής· «Κακώς ποιείτε, ω Ίωνες, πολεμούντες τους πατέρας σας και υποδουλούντες την Ελλάδα. Έλθετε εις ημάς· εάν όμως τούτο σας ήναι αδύνατον, τουλάχιστον μένετε μακράν των πλοίων μας και παρακινήσατε τους Κάρας να μιμηθώσι το παράδειγμά σας. Εάν δεν ήναι δυνατόν να γίνη μήτε το έν μήτε το άλλο, εάν υπό μείζονος ανάγκης εμποδίζεσθε να αποστατήσετε, όταν ημείς πολεμώμεν, φανήτε εκουσίως νωθροί, ενθυμούμενοι ότι κατάγεσθε από ημάς και ότι εξ αρχής η προς τον βάρβαρον έχθρα προήλθεν από υμάς.» Ο Θεμιστοκλής έγραφε ταύτα, ως νομίζω, με τον διπλούν σκοπόν, ή, εάν μείνωσιν άγνωστα εις τον βασιλέα, να πείσωσι τους Ίωνας, να μεταβληθώσι και να έλθωσι με το μέρος των Ελλήνων, ή, εάν αναφερθώσιν εις τον Ξέρξην εν είδει κατηγορίας, να καταστήσωσι τους Ίωνας υπόπτους και να μη τους μεταχειρισθή ο Βασιλεύς εις τας ναυμαχίας.

23. Ο μεν Θεμιστοκλής ταύτα έγραψεν εις τους βράχους, εις δε τους βαρβάρους αμέσως μετά ταύτα Ιστιεύς τις ανεχώρησε μετά πλοιαρίου και ανήγγειλε την από του Αρτεμισίου αναχώρησιν των Ελλήνων· Ούτοι όμως μη πιστεύσαντες εις τα λεχθέντα, τον μεν αγγελιαφόρον εφυλάκισαν, έπεμψαν δε ταχέα τινά πλοία διά να παρατηρήσωσιν. Αφού δε επανελθόντα ταύτα επεβεβαίωσαν την είδησιν, αμέσως ότε ο ήλιος εσκόρπισε τας ακτίνας του, όλος ο στόλος ομού έπλευσεν εις το Αρτεμίσιον. Μείνας δε εκεί μέχρι της μεσημβρίας, έπλευσε μετά ταύτα εις την Ιστιαίαν. Ελθόντες οι βάρβαροι κατέλαβον την πόλιν των Ιστιαίων και διήρπασαν όλας τας παραθαλασσίας κώμας της Ελλοπίας μοίρας, ήτις είναι γη Ιστιαιώτις.

24. Τούτων δε όντων εκεί, ο Ξέρξης, ετοιμάσας τα περί τους νεκρούς, έπεμψε κήρυκα εις τον ναυτικόν στρατόν· αι δε ετοιμασίαι τας οποίας έκαμεν ήταν αι εξής. Εξ όλων όσοι είχον φονευθή εκ του ιδίου του στρατού (είχον δε φονευθή είκοσι χιλιάδες) χιλίους μόνον άφησε, τους δε λοιπούς διέταξε να ορύξωσι τάφρους και να τους θάψωσιν· έπειτα να τους καλύψωσι με χώμα και να ρίψωσιν επάνω φύλλα, διά να μη τους ίδη ο στρατός. Ότε δε ήλθεν ο κήρυξ εις την Ιστιαίαν, συνεκάλεσεν όλον τον στρατόν του στόλου και είπε τα εξής· «Άνδρες σύμμαχοι, ο βασιλεύς Ξέρξης επιτρέπει εις όντινα θέλει εξ υμών να αφήση τας τάξεις του και να έλθη να ιδή πώς πολεμεί τους ανοήτους ανθρώπους, οίτινες ήλπιζον ότι ήθελον υπερνικήσει τας δυνάμεις του βασιλέως.»

25. Άμα εγένετο η προκήρυξις αύτη, τότε ουδέν δυσκολώτερον, ή η εύρεσις λέμβων, τόσον πολυπληθείς ήσαν εκείνοι οίτινες επεθύμουν να υπάγουν και να παρατηρήσωσιν. Διεκπεραιωθέντες αντικρύ, περιήρχοντο και εθεώρουν τους νεκρούς· όλοι δε επίστευον, βλέποντες και τους είλωτας, ότι όλοι οι φονευμένοι ήσαν Λακεδαιμόνιοι και Θεσπιείς. Αλλά το τέχνασμα του Ξέρξου περί τους νεκρούς τους ιδικούς του δεν έμεινε κρυπτόν εις τους ελθόντας. Και τωόντι ήτο γελοίον εκ μεν των βαρβάρων να φαίνονται μόνον χίλιοι νεκροί διασκορπισμένοι, οι δε Έλληνες να κήνται όλοι ομού σωρευμένοι εις έν μέρος τέσσαρες χιλιάδες. Και ταύτην μεν την ημέραν διήλθον θεωρούντες· την δε ακόλουθον, οι μεν έστρεψαν εις την Ιστιαίαν όπου ήσαν τα πλοία των, οι δε περί τον Ξέρξην εξηκολούθησαν την πορείαν των.

26. Ήλθον δε εις αυτούς ολίγοι τινές αυτόμολοι εκ της Αρκαδίας, ενδεείς και ζητούντες εργασίαν. Τούτους φέροντες έμπροσθεν του βασιλέως, ηρώτων οι Πέρσαι τι έπραττον οι Έλληνες· είς δε προ πάντων ήτο ο ερωτών αυτούς ταύτα. Εκείνοι δε τοις έλεγον ότι εώρταζον τα Ολύμπια · και ότι εθεώρουν τους γυμνικούς και ιππικούς αγώνας. Ο δε ερωτών επανέλαβε τι ήτο το βραβείον περί του οποίου αγωνίζονται. Οι δε είπον ότι εδίδετο στέφανος ελαίας. Τότε ο Τριτανταίχμης του Αρταβάνου είπε λόγον γενναίον διά τον οποίον ο βασιλεύς τον εμέμφθη επί δειλία. Διότι όταν ήκουσεν ότι το άθλον ήτο στέφανος ελαίας και όχι χρήματα, δεν ηδυνήθη να σιωπήση αλλ' ενώπιον όλων είπε· «Φευ! Μαρδόνιε, κατά τίνων ανδρών μας έφερες να πολεμήσωμεν, οίτινες αγωνίζονται ουχί χάριν χρημάτων αλλά χάριν τιμής· Αυτός μεν ταύτα είπεν.

27. Εν τω μεταξύ δε τούτω, αμέσως μετά την εν Θερμοπύλαις καταστροφήν, οι Θεσσαλοί έπεμψαν κήρυκα εις τους Φωκείς, κατά των οποίων είχον αντιπάθειαν, και μάλιστα μετά την τελευταίαν θραύσιν των· καθότι ολίγα έτη προ της εκστρατείας ταύτης του βασιλέως, οι Θεσσαλοί και οι σύμμαχοι αυτών εισβαλόντες πανστρατιά εις την Φωκίδα ηττήθησαν και υπέφερον πολλά. Ότε οι Φωκείς περιεκυκλώθησαν εις τον Παρνασσόν, είχον μεθ' εαυτών τον Ηλείον μάντιν Τελλίαν όστις εσοφίσθη το εξής στρατήγημα. Γυψώσας εξακοσίους άνδρας των Φωκέων τους αρίστους, αυτούς τούτους και τα όπλα αυτών, μετέβη διά νυκτός και επετέθη κατά των Θεσσαλών, προειπών εις αυτούς να φονεύωσι πάντα όστις δεν εφαίνετο λευκός. Πρώτοι οι φύλακες των Θεσσαλών είδον αυτούς και εφοβήθησαν νομίσαντες ότι ήσαν τέρατα, και μετά τούς φύλακας όλος ο στρατός, ούτως ώστε οι Φωκείς έλαβον εκ τετρακισχιλίων νεκρών τας ασπίδας των, εκ των οποίων τας μεν ημισείας αφιέρωσαν εις τους Άβας, τας δε άλλας εις τους Δελφούς. Από δε του δεκάτου των λαφύρων της μάχης ταύτης εγένοντο οι μεγάλοι ανδριάντες οι στηθέντες περί τον τρίποδα, προ του ναού των Δελφών, και άλλοι όμοιοι αφιερωθέντες εις τους Άβας.

28. Ταύτα έπραξαν οι Φωκείς εις το πεζόν των Θεσσαλών το οποίον επολιόρκει αυτούς· προσέτι δε έβλαψαν ανιάτως και το ιππικόν το οποίον εισέβαλεν εις την χώραν των· καθότι εις το στενόν το οποίον είναι κατά την Υάμπολιν, ορύξαντες τάφρον μεγάλην έθεσαν εις αυτήν αμφορείς κενούς, την εκάλυψαν με χώμα διά να ομοιωθεί το μέρος με το άλλο έδαφος και περιέμειναν την επίθεσιν των Θεσσαλών. Ούτοι δε, επιτεθέντες διά να αρπάσωσι τους Φωκείς, έπεσαν εις τους αμφορείς, και τα σκέλη των ίππων εθραύσθησαν.

29. Δι' αυτάς λοιπόν τας δύο αιτίας μνησικακούντες οι Θεσσαλοί, έπεμψαν κήρυκα και τοις είπον· «Ώ Φωκείς, τώρα ίσως αναγνωρίζετε ότι δεν είσθε ίσοι με ημάς· καθότι και πρότερον, ενόσω ηθέλομεν να μένωμεν μετά των Ελλήνων, ήμεθα ανώτεροί σας, και τώρα παρά τω βαρβάρω τοσούτον δυνάμεθα ώστε εις την εξουσίαν μας είναι και την γην σας να στερηθήτε και να ανδραποδισθήτε. Ημείς όμως το παν έχοντες δεν μνησικακούμεν· αντί της ευεργεσίας δε ταύτης σας ζητούμεν να μας δώσετε πεντήκοντα τάλαντα αργυρίου, και σας υποσχόμεθα να εμποδίσωμεν όσα κακά απειλούσι την χώραν σας.»

30. Ταύτα υπέσχοντο οι Θεσσαλοί, διότι μόνοι οι Φωκείς από τους εις εκείνα τα μέρη κατοικούντας δεν εμήδιζον, ουχί δι' άλλην τινά αιτίαν, ως εγώ ευρίσκω βασανίζων τα γεγονότα, αλλά διά την έχθραν την οποίαν είχον κατά των Θεσσαλών· εάν όμως οι Θεσσαλοί ήσαν με το μέρος των Ελλήνων, νομίζω ότι οι Φωκείς θα εμήδιζον. Εις τας υποσχέσεις δε ταύτας των Θεσσαλών απεκρίθησαν ότι χρήματα δεν δίδουσι, και ότι εάν ήθελον ηδύναντο να μηδίσωσι μετά της αυτής ευκολίας ως οι Θεσσαλοί· αλλ' ουδέποτε εκόντες θα γίνωσι προδόται της Ελλάδος.

31. Όταν ήλθεν η απόκρισις αύτη τοσούτον εχολώθησαν οι Θεσσαλοί κατά των Φωκέων, ώστε εγένοντο οδηγοί της οδού εις τον βάρβαρον. Εκ της Τραχινίας λοιπόν εισέβαλον εις την Δωρίδα, διότι στενή τις γλώσσα της Δωρίδος χώρας, πλάτος έχουσα περί τα τριάκοντα στάδια και ούσα μεταξύ της Μαλίδος και της Φωκίδος, εκτείνεται μέχρι της Τραχινίας. Η δε Δωρίς ήτο το πάλαι Δρυοπίς και είναι η μητρόπολις των Δωριέων της Πελοποννήσου. Ταύτην την Δωρίδα γην οι εισβαλόντες βάρβαροι ουδόλως έβλαψαν, καθότι εμήδιζε και οι Θεσσαλοί έκρινον καλόν να φεισθώσιν αυτής.

32. Ότε δε εισέβαλον εκ της Δωρίδος εις την Φωκίδα, αυτούς μεν τους Φωκείς δεν εύρον, διότι τινές μεν αυτών ανέβησαν εις τα άκρα του Παρνασσού (η δε κορυφή του Παρνασσού προς το μέρος της πόλεως Νέωνος, ούσα μεμονωμένη, είναι επιτηδεία να δεχθή πλήθος πολύ, και καλείται Τιθορέα· εκεί λοιπόν ανεβίβασαν τα πράγματά των και ανέβησαν και οι ίδιοι·) οι δε περισσότεροι έφυγον εις τους Οζόλας Λοκρούς και εις την πόλιν Άμφισσαν, κειμένην υπό το Κρισσαίον πεδίον. Οι δε βάρβαροι διέβησαν δι' όλης της Φωκίδος, καθότι οι Θεσσαλοί ωδήγουν τον στρατόν· όσα δε εύρισκον, όλα τα έκαιον και τα έκοπτον, θέτοντες πυρ και εις τας πόλεις και εις τους ναούς.

33. Ταύτην την οδόν πορευόμενοι παρά τας όχθας του Κηφισσού ποταμού κατέστρεφον τα πάντα και κατέκαυσαν τας πόλεις Δρυμόν, Χαράδραν, Έρωχον, Τεθρώνιον, Αμφίκαιαν, Νέωνα, Πεδιέαν, Τριταίαν, Ελάτειαν, Υάμπολιν, Παραποταμίους και Άβας όπου ήτο πλούσιος ναός του Απόλλωνος, έχων θησαυρούς και πολλά αναθήματα· ήτο δε και τότε, και τώρα είναι εκεί χρηστήριον. Και τούτον μεν τον ναόν συλήσαντες ενέπρησαν· καταδιώκοντες δε τους Φωκείς, συνέλαβον τινάς εξ αυτών πλησίον των ορέων. Τινές δε γυναίκες απέθανον ως εκ του πλήθους των επ' αυτών ασελγησάντων.

34. Διελθόντες πλησίον των Παραποταμίων οι βάρβαροι έφθασαν εις τους Πανοπείς· εκείθεν δε εχωρίσθη ο στρατός εις δύο, και το πλείστον και δυνατώτατον μέρος, πορευόμενον μετά του Ξέρξου κατά των Αθηνών εισέβαλεν εις την Βοιωτίαν διά της γης των Ορχομενίων. Εμήδιζον δε όλοι οι Βοιωτοί, και τας πόλεις αυτών εφύλαττον Μακεδόνες πεμφθέντες υπό του Αλεξάνδρου· τας εφύλαττον δε θέλοντες διά τούτου να καταστήσωσι δήλον εις τον Ξέρξην ότι οι Βοιωτοί εφρόνουν τα των Μήδων. Ηρκέσθησαν λοιπόν οι βάρβαροι να διέλθωσι μόνον διά της χώρας ταύτης.

35. Το δε άλλο σώμα του στρατού μετά των οδηγών εκίνησε διά το ιερόν των Δελφών, έχον τον Παρνασσόν εις τα δεξιά και καταστρέφον όσα μέρη της Φωκίδος εύρισκε και αυτό. Αποσπασθέν εκ του άλλου στρατού διά να αρπάση τους θησαυρούς του ναού των Δελφών, και να τους φέρη εις τον βασιλέα, ενέπρησε κατά την διάβασίν του τας πόλεις των Πανοπέων, των Δαυλίων και των Αιολιδών. Ήκουσα δε ότι ο Ξέρξης, επειδή συνεχώς τω ωμίλουν περί αυτών, εγνώριζεν όλα τα εν τω ναώ άξια λόγου πράγματα και μάλιστα τα αναθήματα του Κροίσου του Αλυάττου, καλλίτερον ή όσα άφησεν εις την οικίαν του.

36. Οι δε Δελφοί ακούσαντες ότι επλησίαζον οι βάρβαροι εκυριεύθησαν υπό πανικού φόβου και ηρώτησαν το μαντείον εάν έπρεπε να κατορύξωσιν εις την γην τους ιερούς θησαυρούς ή να εκκομίσωσιν αυτούς εις άλλην χώραν. Ο δε θεός δεν τους άφησε να τους μετακινήσωσιν, ειπών ότι αυτός είναι ικανός να φυλάξη τα ιδικά του. Ακούσαντες λοιπόν ταύτα οι Δελφοί εφρόντιζον μόνον περί εαυτών. Και τα μεν τέκνα και τας γυναίκας έπεμψαν εις την Αχαΐαν, εξ αυτών δε οι μεν περισσότεροι ανέβησαν εις τας κορυφάς του Παρνασσού και έκρυψαν τα πράγματά των εις το Κωρύκιον άντρον, άλλοι δε έφυγον εις την Άμφισσαν της Λοκρίδος.

Ώστε όλοι οι Δελφοί εγκατέλειπον την πόλιν, πλην εξήκοντα ανδρών και του προφήτου (25).

37. Ότε επλησίασαν τόσον οι βάρβαροι ώστε να διακρίνωσι τον ναόν, τότε ο προφήτης όστις ωνομάζετο Ακήρατος είδε προ του ναού τα ιερά όπλα τα οποία εις ουδένα των ανθρώπων ήτο επιτετραμμένον να εγγίση και τα οποία είχον μεταφερθεί εκεί εκ των ένδον του μεγάρου. Και ούτος μεν έσπευσε να ανακοινώση το θαύμα τούτο εις τους εκεί παρόντας Δελφούς· οι δε βάρβαροι, άμα έφθασαν κατεπειγόντως εις τον ναόν της Προναίας Αθηνάς, συνέβησαν θαύματα πολύ μείζονα του πριν γενομένου θαύματος. Διότι ήναι μεν και τούτο θαύμα μέγα, όπλα πολεμικά να έλθωσιν έξω αυτόματα και να σταθώσι προ του ναού, τα μετά ταύτα όμως γενόμενα είναι άξια να θαυμάση τις πλειότερον από όλα τα τεράστια. Ότε οι βάρβαροι επερχόμενοι επλησίασαν εις τον ναόν της Προναίας Αθηνάς, τότε εκ μεν του ουρανού έπεσαν επ' αυτών κεραυνοί, από δε του Παρνασσού απορραγείσαι δύο κορυφαί εφέροντο μετά πολλού πατάγου κατ' αυτών και κατέλαβον πολλούς. Προσέτι δε εκ του ιερού της Προναίας βοή ηκούσθη και αλλαλαγμός.

38. Όλα ταύτα ομού επελθόντα ενέβαλον εις τους βαρβάρους φόβον. Μαθόντες δε οι Δελφοί ότι έφευγον, κατέβησαν κατ' αυτών και εφόνευσαν πλείστους· και όσοι εσώθησαν έφυγον κατ' ευθείαν εις τους Βοιωτούς. Έλεγον δε οι επιστρέψαντες ούτοι βάρβαροι, ως μανθάνω, ότι πλην τούτων είδον και άλλα πράγματα υπερφυσικά, και ότι δύο οπλίται υψηλότεροι παρ' όσον είναι οι άνθρωποι, τους ηκολούθουν φονεύοντες και καταδιώκοντες.

39. Ούτοι οι δύο, ως λέγουσιν οι Δελφοί, είναι ήρωες επιχώριοι, ο Φύλακος και ο Αυτόνους, των οποίων τα τεμένη είναι πλησίον του ναού. Του μεν Φυλάκου παρ' αυτήν την οδόν ανωτέρω του ναού της Προναίας, του δε Αυτονόου προς την πηγήν της Κασταλίας, κάτωθεν της Υαμπείας κορυφής. Οι δε πεσόντες από του Παρνασσού λίθοι έτι και εις τας ημέρας μου ήσαν σώοι, κείμενοι εις το τέμενος της Προναίας Αθηνάς, όπου έπεσαν κυλιόμενοι διά των βαρβάρων. Και τούτων μεν των ανδρών τοιαύτη υπήρξεν η από του ναού απομάκρυνσις.

40. Ο δε ναυτικός στρατός των Ελλήνων, κατά παράκλησιν των Αθηναίων, κατέβη από του Αρτεμισίου, εις την Σαλαμίνα. Παρεκάλεσαν δε οι Αθηναίοι να αγκυροβολήσωσιν εις την Σαλαμίνα, διά να μετακομίσωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των εκ της Αττικής, και προς τούτοις να σκεφθώσι περί του πρακτέου· καθότι ήτο επάναγκες να διασκεφθώσιν επί της παρούσης καταστάσεως, αφού όλαι των αι ελπίδες εψεύσθησαν. Τωόντι ενώ ήλπιζον να εύρωσιν όλους τους Πελοποννησίους εστρατοπεδευμένος εις την Βοιωτίαν κατά του βαρβάρου, έμαθον ότι ετείχιζον τον Ισθμόν, περί πλείστου ποιούμενοι την Πελοπόννησον και ότι ταύτην εφύλαττον αφίνοντες τα άλλα μέρη. Ταύτα μαθόντες παρεκάλεσαν τους Έλληνας να προσορμισθώσιν εις την Σαλαμίνα.

41. Οι μεν άλλοι λοιπόν κατέσχον εις την Σαλαμίνα, οι δε Αθηναίοι εις την χώραν των. Μετά την άφιξίν των εκήρυξαν όπως δύναται έκαστος Αθηναίος να σώζη τα τέκνα και τους οικίας του. Τότε οι μεν πλείστοι απέστειλαν αυτά εις την Τροιζήνα, άλλοι δε εις την Αίγιναν και άλλοι εις την Σαλαμίνα. Έσπευσαν δε να τα ασφαλίσωσι θέλοντες να υπακούσωσιν εις τον χρησμόν, όχι δε ολιγώτερον και διά την εξής αιτίαν. Λέγουσιν οι Αθηναίοι ότι μέγας τις όφις, φύλαξ της ακροπόλεως, ενδιαιτάται εις τον ναόν. Ταύτα λέγοντες και πιστεύοντες ότι υπάρχει τωόντι, τω φέρουσι κατά μήνα προσφοράν· η μηνιαία δε αύτη προσφορά είναι πλακούντιον μελιτόεν. Τούτο λοιπόν το πλακούντιον, ενώ πρότερον ετρώγετο πάντοτε, τότε είχε μείνει ανέπαφον. Δηλωσάσης δε ταύτα της ιερείας, οι Αθηναίοι έτι μάλλον προθύμως εγκατέλιπον την πόλιν των, πιστεύοντες ότι και η θεά άφησε την ακρόπολιν. Αφού δε απεκόμισαν τα πάντα, επέστρεψαν εις το στρατόπεδον.

42. Ενώ δε τα από του Αρτεμισίου επανελθόντα πλοία ήσαν ηγκυροβολημένα εξ την Σαλαμίνα, μαθών τούτο και ο λοιπός ναυτικός στρατός των Ελλήνων συνέρρευσεν εκεί εκ της Τροιζήνος, καθότι τοις είχον ειπεί πρότερον να συναθροίζωνται εις τον Πώγωνα λιμένα των Τροιζηνίων. Συνελέχθησαν δε πολύ περισσότερα πλοία παρ' όσα εναυμάχησαν εις το Αρτεμίσιον, και από πόλεων περισσοτέρων. Και ναύαρχος μεν ήτο ο αυτός όστις ήτο εις το Αρτεμίσιον, ο Σπαρτιάτης Ευρυβιάδης του Ευρυκλείδου, μολονότι δεν κατήγετο από βασιλικόν γένος, πλοία δε πολύ περισσότερα και άριστα πλέοντα παρέσχον οι Αθηναίοι.

43. Τον στόλον απετέλουν οι εξής· εκ της Πελοποννήσου οι Λακεδαιμόνιοι, δόντες πλοία δεκαέξ· οι Κορίνθιοι δόντες το αυτό πλήρωμα όσον έδοσαν και εις το Αρτεμίσιον· οι Σικυώνιοι έδοσαν πλοία δεκαπέντε· οι Επιδαύριοι δέκα· οι Τροιζήνιοι πέντε· οι Ερμιονείς τρία· όλοι δε ούτοι, πλην των Ερμιονέων, είναι έθνος Δωρικόν και Μακεδνόν, ελθόντες πρώτον εκ του Ερινεού και του Πίνδου, και τελευταίον εκ της Δρυοπίδος. Οι δε Ερμιονείς είναι Δρύοπες, διωχθέντες υπό του Ηρακλέους και των Μαλιέων εκ της σήμερον Δωρίδος καλουμένης χώρας. Ούτοι ήσαν όσοι ήλθον εις τον στόλον Πελοποννήσιοι.

44. Εκ της έξω του ισθμού ηπείρου ήσαν οι Αθηναίοι μόνοι υπέρ πάντας τους άλλους δόντες πλοία εκατόν ογδοήκοντα, καθότι εις την Σαλαμίνα οι Πλαταιείς δεν συνεναυμάχησαν με τους Αθηναίους διά την εξής αιτίαν. Όταν αναχωρήσαντες οι Έλληνες από του Αρτεμισίου έφθασαν προ της Χαλκίδος, οι Πλαταιείς απέβησαν εις τα αντιπέραν της Βοιωτίας μέρη διά να μεταφέρωσι τας οικογενείας των έξω της χώρας ταύτης. Ενώ δε τας εξησφάλιζον, καθυστέρησαν. Οι Αθηναίοι δε επί μεν των Πελασγών εχόντων την σήμερον καλουμένην Ελλάδα ήσαν Πελασγοί και ωνομάζοντο Κραναοί· επί δε του Κέκροπος βασιλέως, επεκλήθησαν Κεκροπίδαι. Παραλαβόντος δε την βασιλείαν του Ερεχθέως, μετωνομάσθησαν Αθηναίοι. Τέλος ότε ο Ίων, υιός του Ξούθου, εγένετο στρατάρχης των Αθηναίων, εκλήθησαν από τούτου Ίωνες.

45. Οι δε Μεγαρείς παρέσχον τον αυτόν αριθμόν των πλοίων τον οποίον και εις το Αρτεμίσιον· οι Αμπρακιώται επεβοήθησαν έχοντες επτά πλοία, και οι Λευκάδιοι τρία, όντες ούτοι έθνος Δωρικόν εκ της Κορίνθου. 46. Εκ των νησιωτών οι μεν Αιγινήται έδοσαν τριάκοντα πλοία· είχον πεπληρωμένα και άλλα ακόμη, αλλά δι' αυτών εφύλαττον την χώραν των, και μόνον με τριάκοντα άριστα πλέοντα εναυμάχησαν εν Σαλαμίνι. Οι δε Αιγινήται είναι έθνος Δωρικόν εκ της Επιδαύρου και της νήσου ταύτης πρότερον το όνομα ήτο Οινώνη. Μετά δε τους Αιγινήτας οι Χαλκιδείς με τα είκοσι πλοία τα οποία είχον δώσει εις το Αρτεμίσιον, και οι Ερετριείς με τα επτά. Ούτοι είναι Ίωνες. Μετ' αυτούς οι Κείοι τα αυτά έχοντες· είναι δε ούτοι Ίωνες εξ Αθηνών. Οι δε Νάξιοι έδοσαν τέσσαρα. Ούτοι είχον σταλή από τους συμπολίτας των, ως και οι άλλοι νησιώται των Κυκλάδων, εις τους Μήδους, αλλά καταφρονήσαντες τους εντολείς ήλθον εις τους Έλληνας κατά παρακίνησιν του Δημοκρίτου, ανδρός εγκρίτου μεταξύ των αστών, και τότε όντος τριηράρχου. Οι Νάξιοι δε είναι Ίωνες και κατάγονται εξ Αθηνών. Οι Στυρείς έδοσαν τα αυτά πλοία τα οποία είχον δώσει πρότερον, οι δε Κύθνιοι έν πλοίον και μίαν πεντηκόντορον. Οι δύο ούτοι λαοί είναι Δρύοπες. Απετέλουν επίσης μέρος του στόλου οι Σερίφιοι, οι Σίφνιοι και οι Μήλιοι. Ούτοι μόνοι εκ των νησιωτών δεν έδοσαν εις τον βάρβαρον γην και ύδωρ.

47. Όλοι ούτοι, κατοικούντες έσωθεν των Θεσπρωτών και του Αχέροντος, έλαβον μέρος εις τον πόλεμον, καθότι οι Θεσπρωτοί συνορεύουσι με τους Αμπρακιώτας και τους Λευκαδίους, οίτινες προσήλθον εκ των απωτάτων μερών. Εκ των έξω των ορίων τούτων κατοικούντων, μόνοι οι Κροτωνιάται εβοήθησαν την Ελλάδα κινδυνεύουσαν μεθ' ενός πλοίου του οποίου αρχηγός ήτο ο Φαύλλος, ανήρ τρις νικήσας εις τα Πύθια. Είναι δε οι Κροτωνιάται κατά το γένος Αχαιοί.

48. Τοιουτοτρόπως οι μεν άλλοι σύμμαχοι έδοσαν τριήρεις οι δε Μήλιοι, οι Σίφνιοι και οι Σερίφιοι, πεντηκοντόρους. Οι Μήλιοι, καταγόμενοι εκ της Λακεδαίμονος, έφερον δύο· οι Σίφνιοι και οι Σερίφιοι, όντες Ίωνες εξ Αθηνών, έφερον από μίαν. Ο δε αριθμός των πλοίων όλων, πλην των πεντηκοντόρων, ήτο τριακόσια εβδομήκοντα και οκτώ.

49. Ότε δε συνήλθον από των ειρημένων πόλεων οι στρατηγοί εις την Σαλαμίνα, διεσκέφθησαν· και ο Ευρυβιάδης προέτεινε να ειπή ο θέλων την γνώμην του εις ποίον μέρος εξ όσων ήσαν ακόμη κύριοι ενόμιζεν ότι ήτο επιτηδειότατον να γίνη ναυμαχία, καθότι είχον αφήσει πλέον την Αττικήν και επρόκειτο λόγος περί των λοιπών μερών. Αι πλείσται δε των λεγόντων γνώμαι συνεφώνουν να πλεύσωσιν εις τον Ισθμόν και να ναυμαχήσωσι προ της Πελοποννήσου· εστηρίζοντο δε εις τούτον τον λόγον, ότι αν νικηθώσιν εις την ναυμαχίαν, όντες μεν εις την Σαλαμίνα, θα πολιορκηθώσιν εις νήσον όπου δεν θα έχωσι να ελπίσωσιν ουδεμίαν βοήθειαν, όντες δε πλησίον του Ισθμού δύνανται να καταφύγωσιν εις τους ιδικούς των.

50. Ταύτα σκεπτομένων των εκ Πελοποννήσου στρατηγών, ήλθεν άνθρωπός τις από τας Αθήνας αγγέλλων ότι ο βάρβαρος έφθασεν εις την Αττικήν και έκαιεν αυτήν όλην· διότι ο μετά του Ξέρξου ερχόμενος διά των Βοιωτών στρατός, εμπρήσας τας πόλεις των Θεσπιέων και των Πλαταιέων των οποίων οι κάτοικοι είχον καταφύγει εις την Πελοπόννησον, έφθασεν εις τας Αθήνας και κατέστρεφε τα πάντα. Ενέπρησε δε ο βάρβαρος την Θέσπειαν και την Πλάταιαν, μαθών παρά των Θηβαίων ότι δεν εμήδιζον.

51. Από της διαβάσεως του Ελλησπόντου, όθεν οι βάρβαροι ήρχισαν να έρχωνται πεζοί, αφού διέτριψαν εκεί ένα μήνα έως ου διαβώσιν εις την Ευρώπην, εχρειάσθησαν άλλους τρεις μήνας διά να έλθωσιν εις την Αττικήν, επί άρχοντος των Αθηναίων Καλλιάδου. Φθάσαντες εκυρίευσαν το άστυ έρημον ευρόντες μόνον ολίγους τινάς Αθηναίους διαχειριστάς του ιερού και πτωχούς ανθρώπους, οίτινες φράξαντες διά σανίδων και ξύλων την ακρόπολιν, επερίμενον να πολεμήσωσι τους επερχομένους, αφ' ενός μεν διότι ένεκα της πενίας των δεν ηδυνήθησαν να υπάγωσιν εις την Σαλαμίνα, αφ' ετέρου δε διότι ενόμισαν ότι αυτοί ενόησαν τον χρησμόν τον οποίον είπεν η Πυθία, ότι το ξύλινον τείχος θα ήναι ανάλωτον, και ότι κατά τον χρησμόν αυτό είναι το άσυλον και όχι τα πλοία.

52. Οι Πέρσαι εστρατοπεδεύσαντο εις τον απέναντι της ακροπόλεως όχθον, τον οποίον οι Αθηναίοι καλούσιν Άρειον πάγον, και επολιόρκησαν τον ναόν κατά τον εξής τρόπον. Τυλίσσοντες με στυπείον τα βέλη και ανάπτοντες αυτό, ετόξευον εις το φράγμα. Οι δε πολιορκούμενοι Αθηναίοι, μολονότι έφθασαν εις τα έσχατα δεινά και κατεστράφη το φράγμα, αντείχον όμως και δεν εδέχοντο τους λόγους των Πεισιστρατιδών οίτινες τους προέτρεψαν να συνθηκολογήσουν. Αμυνόμενοι δε και άλλα πολλά αντεμηχανώντο και προσέτι ότε οι βάρβαροι επλησίαζον εις τας πύλας έρριπτον κατ' αυτών μεγάλας πέτρας στρογγύλας· ώστε ο Ξέρξης επί πολύν χρόνον ήτο εις απορίαν μη δυνάμενος να τους κυριεύση.

53. Τέλος οι βάρβαροι ανεκάλυψαν είσοδόν τινα ανελπίστως, καθότι ήτο πεπρωμένον, κατά τον χρησμόν, όλη η εις την ήπειρον Αττική να πέση υπό τους Πέρσας. Έμπροσθεν της ακροπόλεως όπισθεν δε των πυλών και της ανόδου, πλησίον του ιερού της Αγλαύρου, θυγατρός του Κέκροπος, εις το μέρος όπου ούτε εφύλαττέ τις ούτε ηδύνατο να φαντασθή ότι εκείθεν δύναται ν' αναβή άνθρωπος, καθότι ήτο πολύ απόκρημνον, βάρβαροί τινες ανέβησαν. Οι Αθηναίοι ιδόντες αυτούς αναβάντας εις την ακρόπολιν, άλλοι μεν εκρημνίσθησαν από του τείχους και εφονεύθησαν, άλλοι δε κατέφυγον εντός του ναού της Αθήνας. Οι δε αναβάντες Πέρσαι, πρώτον μεν έδραμον εις τας πύλας, και αφού ήνοιξαν αυτάς εφόνευσαν τους ικέτας· και αφού τους έστρωσαν όλους νεκρούς υπό τους πόδας των, εσύλησαν το ιερόν και ενέπρησαν πάσαν την ακρόπολιν.

54. Κυριεύσας λοιπόν ο Ξέρξης κατά κράτος τας Αθήνας, έπεμψεν εις τα Σούσα ιππέα αγγελιαφόρον διά να αναγγείλη εις τον Αρτάβανον την μεγάλην ταύτην επιτυχίαν. Δύο δε ημέρας μετά την αναχώρησιν του κήρυκος συγκαλέσας τους Αθηναίους όσοι εξορισθέντες άλλοτε από την πόλιν ηκολούθουν τότε αυτόν, τοις είπε να αναβώσιν εις την ακρόπολιν και να θυσιάσωσι κατά τον ιδικόν των τρόπον. Παρήγγειλε δε ταύτα είτε διότι είδε φάσμα τι εις τον ύπνον του, είτε διότι μετενόησε διά τον εμπρησμόν του ιερού. Οι δι φυγάδες των Αθηναίων διετέλεσαν τα προσταχθέντα.

55. Τώρα θα είπω διά ποίον λόγον ανέφερον τούτο. Υπάρχει εις την ακρόπολιν ταύτην ναός του Ερεχθέως, του λεγομένου γηγενούς, εντός του οποίον ευρίσκονται ελαία και θάλασσα, τα οποία ως λέγουσιν οι Αθηναίοι έθεσαν εκεί ο Ποσειδών και η Αθηνά εις μαρτύριον της έριδός των περί της κατοχής της χώρας. Αύτη λοιπόν η ελαία, ομού με το άλλο ιερόν, εκάη υπό των βαρβάρων. Δύο δε ημέρας μετά τον εμπρησμόν, ότε ανέβησαν εις το ιερόν οι υπό του βασιλέως προσταχθέντες Αθηναίοι να θυσιάσωσιν, είδον βλαστόν περίπου πηχυαίον αναδεδραμηκότα εκ του στελέχους. Ούτοι μεν ταύτα είπον.

56. Οι δε εν Σαλαμίνι Έλληνες, άμα ανηγγέλθησαν εις αυτούς τα περί την ακρόπολιν των Αθηναίων διατρέξαντα, τοσούτον εταράχθησαν ώστε τινές των στρατηγών ουδέ να κυρωθή περιέμεινον το ζήτημα το οποίον είχον υπό συζήτησιν, αλλ' έδραμον εις τα πλοία των και ανεπέτασαν τα ιστία διά να αποπλεύσωσιν· όσοι δε έμειναν απεφάσισαν να ναυμαχήσωσι προ του Ισθμού. Εν τούτοις εγένετο νυξ, και διαλυθέντες εκ του συνεδρίου εισήλθον εις τα πλοία.

57. Τότε τον Θεμιστοκλέα ελθόντα εις το πλοίον ηρώτησεν ο Αθηναίος Μνησίφιλος τι απεφασίσθη εις το συνέδριον· μαθών δε παρ' αυτού ότι απεφασίσθη να φέρωσι τα πλοία εις τον Ισθμόν και να ναυμαχήσωσι προ της Πελοποννήσου, είπεν· «Εάν απομακρύνωσι τα πλοία από την Σαλαμίνα, δεν θα ναυμαχήσης πλέον περί μιας πατρίδος, καθότι όλοι θα τραπώσιν εις τας πόλεις των και ούτε ο Ευρυβιάδης ούτε άλλος τις άνθρωπος δεν θα δυνηθή να τους κρατήση ώστε να μη διασκορπισθή ο στρατός· και τοιουτοτρόπως η Ελλάς θα χαθή εκ της ανοησίας των αρχηγών της. Εάν υπάρχη ακόμη μέσον τι, δράμε και προσπάθησον να ματαιώσης τα αποφασισθέντα, πράξον ό,τι δυνηθής διά να πείσης τον Ευρυβιάδη ότι πρέπει να μεταβάλη γνώμην και να μείνωσι αυτού.»

58. Η συμβουλή αύτη ήρεσε πολύ εις τον Θεμιστοκλέα και χωρίς να αποκριθή τίποτε υπήγεν εις το πλοίον του Ευρυβιάδου· φθάσας είπεν ότι ήθελε να τω ομιλήση περί κοινής τίνος υποθέσεως, ο δε Ευρυβιάδης τω εμήνυσε να αναβή εις το πλοίον εάν ήθελε να τω ομιλήση. Τότε ο Θεμιστοκλής καθεσθείς πλησίον του επανέλαβεν όλα όσα ήκουσεν από τον Μνησίφιλον οικειοποιούμενος αυτά και προστεθείς και άλλα πολλά μέχρις ου τον έπεισε να εξέλθη του πλοίου και να συγκαλέση τους στρατηγούς εις το συνέδριον.

59. Συναχθέντων δε αυτών, πριν εκθέση ο Ευρυβιάδης τον λόγον διά τον οποίον τους συνεκάλεσεν, ο Θεμιστοκλής είχεν ήδη αρχίσει να λέγη πολλά όπως κατορθώση τον σκοπόν του. Ενώ δε ωμίλει, ο Κορίνθιος στρατηγός Αδείμαντος του Ωκύτου είπεν· «Ω Θεμιστόκλεις, οι παρεξανιστάμενοι εις τους αγώνας ραπίζονται.» Ο δε Θεμιστοκλής απολογούμενος είπε· «Και οι εγκαταλειπόμενοι δεν στεφανούνται.»

60. Και τότε μεν απήντησεν ηπίως προς τον Κορίνθιον, προς δε τον Ευρυβιάδη δεν είπε πλέον τίποτε εξ εκείνων τα οποία τω είπε προηγουμένως, ότι δηλαδή εάν αναχωρήσωσιν εκ της Σαλαμίνος θα διασκορπισθώσιν εδώ και εκεί, καθότι ενόμισεν απρεπές να κατηγορήση τους συμμάχους παρόντας. Μετεχειρίσθη λοιπόν άλλα επιχειρήματα και είπεν. 1. «Εις σε τώρα απόκειται να σώσης την Ελλάδα εάν πεισθής εις εμέ και ναυμαχήσης μένων εδώ, χωρίς να ακούσης εκείνους οίτινες προτείνουσι να φέρωμεν τα πλοία εις τον Ισθμόν. Άκουσον και παράβαλε τας δύο γνώμας. Ναυμαχών εις τον Ισθμόν, θα ναυμαχήσης εν πελάγει αναπεπταμένω, όπερ ουδόλως συμφέρει εις ημάς, διότι έχομεν πλοία βαρύτερα και ελάσσονα τον αριθμόν. Διά τούτον δε, εάν κατά τα άλλα ευτυχήσωμεν, θα χάσωμεν όμως την Σαλαμίνα, τα Μέγαρα και την Αίγιναν, καθότι ο πεζός στρατός θέλει ακολουθήσει τον εχθρικόν στόλον. Τοιουτοτρόπως θα τους σύρης εις την Πελοπόννησον και θα θέσης εις κίνδυνον όλην την Ελλάδα. 2. Εάν εκτελέσης όσα λέγω, ιδού ποίας ωφελείας θα εύρης εις αυτά· πρώτον μεν ναυμαχούντες εις στενόν μέρος με ολίγα πλοία εναντίον πολλών, εάν ο πόλεμος λάβη την εις τοιαύτας περιστάσεις συνήθη έκβασιν, ημείς θα υπερισχύσωμεν πολύ· διότι να ναυμαχήσωμεν εις στενόν συμφέρει εις ημάς, να ναυμαχήσωμεν όμως εις ευρυχωρίαν συμφέρει εις εκείνους. Προς τούτοις αφ' ενός μεν σώζεται η Σαλαμίς, όπου έχομεν τα τέκνα και τας γυναίκας ημών, αφ' ετέρου δε επιτυγχάνεται εκείνο το οποίον τόσον επιθυμείτε· μένων εδώ θα ναυμαχήσης υπέρ της Πελοποννήσου επίσης, ως και πλησίον του Ισθμού, και δεν θα φέρης, αν φρονής ορθώς, τους βαρβάρους εις την Πελοπόννησον. 3. Εάν δε γίνωσι και όσα εγώ ελπίζω, εάν νικήσωμεν με τα πλοία, ούτε θα έλθωσιν εις τον Ισθμόν οι βάρβαροι ούτε θα προχωρήσωσι μακρύτερον της Αττικής, αλλά θα φύγωσιν εν αταξία και θα έχωμεν το κέρδος ότι θα σωθώσι τα Μέγαρα, η Αίγινα και η Σαλαμίς, εις την οποίαν έχομεν και χρησμόν ότι θα νικήσωμεν τους εχθρούς. Όταν οι άνθρωποι βουλεύωνται καλώς, ως επί το πλείστον και η επιτυχία είναι βεβαία, ενώ όταν δεν βουλεύωνται καλώς, ούτε ο θεός δεν θέλει να τους βοηθή.»

61. Ταύτα λέγοντος του Θεμιστοκλέους, πάλιν ο Κορίνθιος Αδείμαντος ανθίστατο λέγων να σιωπήση άνθρωπος μη έχων πατρίδα, και δεν άφινε τον Ευρυβιάδην να θέση εις ψηφοφορίαν την πρότασιν ανδρός απόλιδος. Προς δε τον Θεμιστοκλέα έλεγε να δείξη πρώτον ποία ήτο η πόλις του και έπειτα να δίδη γνώμας εις το κοινόν. Έλεγε δε ταύτα καθότι αι Αθήναι είχον αλωθή και κατείχοντο υπό των βαρβάρων. Τότε ο Θεμιστοκλής δεν ηδυνήθη πλέον να κρατηθή, αλλ' αφού ύβρισε πικρώς τους Κορινθίους και τον Αδείμαντον, υπέδειξεν ότι ενόσω οι Αθηναίοι, είναι κύριοι διακοσίων πλοίων με πληρώματα τέλεια, και πόλιν έχουσι και γην μείζονα της ιδικής των, καθότι ουδείς των Ελλήνων θα δυνηθή να αποκρούση την έφοδόν των.

62. Μετά τας εξηγήσεις ταύτας, έστρεψε πάλιν τον λόγον προς τον Ευρυβιάδην και τω είπε με τόνον περισσότερον· «Εάν μείνης εδώ, θα φανής ανήρ δίκαιος· ει δε μη, θα απολέσης την Ελλάδα, καθότι η τύχη του πολέμου εξαρτάται από τα πλοία ταύτα. Αλλά πρόσεξον, εάν δεν εκτελέσης ταύτα, ημείς μεν, ως έχομεν, λαμβάνοντες τα τέκνα και τας γυναίκας μας, αναχωρούμεν εις την Σίριν της Ιταλίας, ήτις είναι ημετέρα εκ παλαιού και οι χρησμοί λέγουσιν ότι πρέπει να οικισθή από ημάς· υμείς δε μονωθέντες τοιούτων συμμάχων, θα ενθυμηθήτε τους εμούς λόγους.»

63. Ταύτα ειπόντος του Θεμιστοκλέους, ο Ευρυβιάδης μετέβαλε γνώμην, φοβηθείς, ως νομίζω, προ πάντων μήπως εάν φέρωσι τα πλοία εις τον Ισθμόν τους αφήσωσιν οι Αθηναίοι και φύγωσι· καθότι αν άφινον αυτούς οι Αθηναίοι, οι λοιποί δεν ήσαν πλέον ικανοί ν' αντιταχθώσι κατά των πολεμίων. Όθεν επροτίμησε την γνώμην να μείνωσιν αυτού και να ναυμαχήσωσιν.

64. Ούτω λοιπόν οι περί την Σαλαμίνα αφού ηκροβολίσθησαν διά λόγων, ητοιμάζοντο να ναυμαχήσωσιν αυτού, επειδή το ενέκρινεν ο Ευρυβιάδης. Εφάνη εν τούτοις η ημέρα, και άμα ανέτειλεν ο ήλιος, εγένετο σεισμός εις την γην και εις την θάλασσαν. Έκρινον λοιπόν εύλογον να προσευχηθώσιν εις τους θεούς και να επικαλεσθώσι την βοήθειαν των Αιακιδών. Άμ' έπος, άμ' έργον. Αφού δε προσευχήθησαν εις όλους τους θεούς, τον μεν Αίαντα και τον Τελαμώνα επεκαλέσθησαν εκεί εις την Σαλαμίνα, τον δε Αιακόν και τους άλλους Αιακίδας έπεμψαν πλοίον εις την Αίγιναν διά να τους μεταφέρη.

65. Ο Αθηναίος Δίκαιος του Θεοκύδους, φυγάς και πολλήν υπόληψιν απολαμβάνων παρά τοις Μήδοις, κατ' εκείνην την εποχήν, είπεν ότι όταν η Αττική έρημος ούσα Αθηναίων κατεστρέφετο υπό του πεζού στρατού του Ξέρξου, έτυχε τότε να ήναι αυτός ομού με τον Λακεδαιμόνιον Δημάρατον εις το Θριάσιον πεδίον, και είδε κονιορτόν ερχόμενον εκ της Ελευσίνος ως να ηγείρετο υπό τριάκοντα τουλάχιστον χιλιάδων ανθρώπων. Ενώ δε εθαύμαζον αυτός και ο Δημάρατος και ηρώτων καθ' εαυτούς ποίων αρά γε ανθρώπων να ήτο ο κονιορτός· «Αίφνης, είπεν, ηκούσαμεν φωνήν και ανεγνώρισα ότι η φωνή αύτη ήτο ο μυστικός ίακχος. Ο Δημάρατος αδαής ων των Ελευσινίων μυστηρίων, ηθέλησε να μάθη τι ήτο τούτο το φθεγγόμενον. Εγώ δε είπον· «Δημάρατε, αδύνατον είναι να μη συμβή μεγάλη τις βλάβη εις τον στρατόν του βασιλέως· διότι, αφού η Αττική είναι έρημος, δεν μένει αμφιβολία ότι το φθεγγόμενον είναι θείον τι, και έρχεται εκ της Ελευσίνος προς βοήθειαν των Αθηναίων και των συμμάχων. Εάν ο κονιορτός ούτος επισκήψη εις την Πελοπόννησον, θα ήναι ο κίνδυνος εις αυτόν τον βασιλέα και εις τον στρατόν της ξηράς· εάν δε εις τα πλοία τα εν Σαλαμίνι, ο βασιλεύς θα κινδυνεύση να χάση τον ναυτικόν στρατόν. Οι Αθηναίοι κατά παν έτος τελούσιν εορτήν προς τιμήν της μητρός και της κόρης και μυείται εις αυτήν όστις θέλει εξ αυτών και εκ των άλλων Ελλήνων· η δε φωνή την οποίαν ακούεις είναι μυστική φωνή την οποίαν εκπέμπουσιν εις αυτήν την εορτήν και ήτις καλείται ίακχος.» Προς ταύτα ο Δημάρατος επανέλαβε· «Σιώπα, και μη είπης τούτο εις κανένα άλλον, διότι εάν οι λόγοι ούτοι φθάσωσιν εις τα ώτα του βασιλέως, θα χάσης την κεφαλήν σου· ούτε εγώ θα δυνηθώ να σε σώσω, ούτε άλλος κανείς άνθρωπος. Μένε λοιπόν ήσυχος· όσον δ' αφορά τον στρατόν, ας φροντίσωσι περί τούτου οι θεοί. Τοιαύτη ήτο η συμβουλή του Δημαράτου· εν τούτοις η φωνή και το νέφος του κονιορτού εξ ου αύτη εξήρχετο εφέροντο προς την Σαλαμίνα όπου ήτο ο ελληνικός στόλος και τοιουτοτρόπως ενοήσαμεν ότι το ναυτικόν του Ξέρξου έμελλε να καταστραφή.» Ταύτα μεν διηγήθη ο Δίκαιος του Θεοκύδους, επικαλούμενος την μαρτυρίαν του Δημαράτου καί τινων άλλων.

66. Ο δε ναυτικός στρατός του Ξέρξου, αφού εθεώρησε την θραύσιν των Λακεδαιμονίων διέβη εκ της Τραχίνος εις την Ιστίαιαν· μείνας εκεί τρεις ημέρας, έπλευσεν έπειτα διά του Ευρίπου και εις τρεις άλλας ημέρας έφθασεν εις το Φάληρον. Ως εγώ νομίζω ο αριθμός των διά ξηράς εισβαλόντων εις τας Αθήνας και των διά θαλάσσης ελθόντων δεν ήτο ελάσσων εκείνων οίτινες ήλθον εις την Σκηπιάδα και εις τας Θερμοπύλας. Διότι αντί εκείνων οίτινες απώλοντο είτε εις τας Θερμοπύλας είτε εις τας ναυμαχίας του Αρτεμισίου, καθιστώ τους εξής, οίτινες τότε ακόμη δεν ηκολούθουν τον βασιλέα· τους Μαλιής, τους Δωριείς, τους Λοκρούς και όλους τους Βοιωτούς πλην των Θεσπιέων και των Πλαταιέων· προς τούτοις δε τους Καρυστίους τους Ανδρίους, τους Γοννίους και τους λοιπούς νησιώτας όλους, πλην των πέντε πόλεων των οποίων τα ονόματα εμνήσθην ανωτέρω διότι όσον περισσότερον επροχώρει ο Πέρσης εις τα ενδότερα της Ελλάδος, τόσον περισσότερα έθνη τον ηκολούθουν.

67. Όταν λοιπόν όλοι ούτοι πλην των Παρίων (οίτινες είχον μείνει εις την Κύθνον και εκαραδόκουν πώς ήθελεν αποβή ο πόλεμος) έφθασαν οι μεν εις τας Αθήνας οι δε εις το Φάληρον, ο Ξέρξης κατέβη αυτοπροσώπως εις τα πλοία επιθυμών να ομιλήση με τους ναυτικούς και να μάθη τας γνώμας αυτών. Αφού δε ελθών εκάθισε, παρέστησαν προσκληθέντες οι των υπ' αυτόν εθνών τύραννοι και ταξίαρχοι και εκάθισαν κατά τον βαθμόν με τον οποίον είχε τιμήσει έκαστον ο βασιλεύς· πρώτος μεν ο Σιδώνιος βασιλεύς, μετά τούτον ο Τύριος, και κατόπιν οι άλλοι. Αφού δε εκάθησαν όλοι με τάξιν, έπεμψεν ο Ξέρξης τον Μαρδόνιον διά να ερωτά και να εξετάζη την γνώμην εκάστου, εάν ενέκρινον να δοθή ναυμαχία.

68. Επειδή δε ο Μαρδόνιος περιερχόμενος ήρχισεν από τον Σιδώνιον και ηρώτα, οι μεν άλλοι έδιδον όλοι την αυτήν γνώμην, παρακινούντες να γίνη ναυμαχία· η δε Αρτεμισία είπε τα εξής· 1. «Ειπέ εκ μέρους μου εις τον βασιλέα, Μαρδόνιε, ότι εγώ ταύτα λέγω· Δέσποτα, επειδή εις τας ναυμαχίας τας περί την Εύβοιαν δεν εφάνην άνανδρος ούτε έπραξα ολιγώτερα των άλλων, είναι δίκαιον να είπω την γνώμην την οποίαν έχω και ό,τι φρονώ ωφελιμώτατον εις τα συμφέροντά σου. Όθεν ταύτα λέγω· Φείδου των πλοίων και μη κάμνης ναυμαχίαν· καθότι οι άνθρωποι ούτοι εις την θάλασσαν είναι τόσον κρείττονες των σων ανδρών, όσον άνδρες γυναικών. Ποία η απόλυτος ανάγκη να κινδυνεύσης πάλιν ναυμαχών; Δεν έχεις τας Αθήνας διά τας οποίας απεφάσισες να εκστρατεύσης; δεν έχεις και την άλλην Ελλάδα; Ιδού, κανείς πλέον δεν ίσταται ενώπιόν σου εμπόδιον, διότι όσοι αντέστησαν, ετιμωρήθησαν ως τους έπρεπε. 2. Πώς δε θα αποβώσι τα πράγματα ταύτα εις τους εχθρούς σου, θα σοι είπω αμέσως· εάν μεν δεν βιασθής να δώσης ναυμαχίαν, αλλ' έχης εδώ τα πλοία μένων πλησίον της γης ή και προβαίνων εις την Πελοπόννησον, ευκόλως, ω δέσποτα, θα επιτύχης όσα κατά νουν έχων ήλθες, καθότι δεν δύνανται να αντέχωσιν επί πολύ οι Έλληνες και θα τους αναγκάσης τοιουτοτρόπως να διασκεδασθώσι και να φύγωσιν έκαστος εις την πόλιν του. Η νήσος αύτη, ως έμαθον, δεν έχει αρκούσας τροφάς δι' αυτούς, και ουδεμία πιθανότης υπάρχει, εάν φέρης τον πεζόν στρατόν εις την Πελοπόννησον, ότι θα μείνωσιν εδώ ήσυχοι όσοι εξ αυτών ήλθον εκείθεν, ούτε θα τους μέλη να ναυμαχήσωσιν υπέρ των Αθηνών. 3. Εάν όμως βιασθής να ναυμαχήσης αμέσως, φοβούμαι μήπως βλαφθείς ο ναυτικός στρατός βλάψη και τον πεζόν. Προς τούτοις, ω βασιλεύ, σκέφθητι και τούτο ότι συνήθως οι καλοί άνθρωποι έχουσι δούλους κακούς και οι κακοί καλούς· συ λοιπόν όστις είσαι ο κάλλιστος των ανθρώπων, έχεις δούλους κακούς οίτινες λέγονται σύμμαχοί σου, οι Αιγύπτιοι, οι Κύπριοι, οι Κίλικες, οι Πάμφυλοι, παρά των οποίων μη περιμένης όφελος.»

69. Ότε η Αρτεμισία είπε ταύτα προς τον Μαρδόνιον, όσον μεν ήσαν εύνοοι προς αυτήν εθεώρησαν τους λόγους τούτους ως δυστύχημα και εφοβήθησαν μήπως πάθη κακόν από τον βασιλέα εμποδίζουσα αυτόν να ναυμαχήση· όσοι δε την εμίσουν και την εφθόνουν, καθότι μεταξύ των συμμάχων απελάμβανε τας πρώτας τιμάς, έχαιρον δια την αντίστασίν της, ελπίζοντες ότι αύτη ήθελε την απολέσει. Ότε όμως ανεφέρθησαν αι γνώμαι εις τον Ξέρξην, πολύ ήρεσεν η γνώμη της Αρτεμισίας, και κρίνων ούτος ότι η βασίλισσα αύτη ήτο έτι μάλλον αξία της υπολήψεώς του, την επήνεσε τότε πολύ περισσότερον. Συγχρόνως όμως διέταξε ν' ακολουθήσωσι την γνώμην των περισσοτέρων, και υποθέτων ότι εις την Εύβοιαν εφέρθησαν χαλαρώς, διότι δεν ήτο αυτός εκεί, ητοιμάσθη ο ίδιος να γίνη θεατής της ναυμαχίας.

70. Ότε εδόθη η διαταγή να κινήσωσιν, ανήγαγον τα πλοία και ελθόντες εις την Σαλαμίνα παρετάχθησαν εκεί ησύχως. Τότε όμως δεν τους έφθασεν η ημέρα διά να ναυμαχήσωσι, καθότι επήλθεν η νυξ· όθεν ητοιμάσθησαν διά την ακόλουθον ημέραν. Εν τούτοις φόβος και τρόμος κατέλαβε τους Έλληνας, προ πάντων τους εκ Πελοποννήσου. Εφοβούντο δε, διότι μένοντες εις την Σαλαμίνα έμελλον να ναυμαχήσωσιν υπέρ της χώρας των Αθηναίων, και ότι εάν νικηθώσι θα πολιορκηθώσι περιωρισμένοι εις νήσον αφίνοντες την ιδίαν εαυτών χώραν αφύλακτον.

71. Κατ' αυτήν την ιδίαν νύκτα ο πεζός στρατός των βαρβάρων επορεύετο και ήρχετο εις την Πελοπόννησον, μολονότι όλα τα μέτρα ελήφθησαν διά να μη εισέλθωσιν οι βάρβαροι εις αυτήν διά ξηράς. Τωόντι, άμα έμαθον οι Πελοποννήσιοι τον θάνατον των μετά του Λεωνίδου εις τας Θερμοπύλας, συνδραμόντες εκ των πόλεων, εστρατοπεδεύσαντο εις τον Ισθμόν. Στρατηγός δε αυτών ήτο ο Κλεόμβροτος του Αναξανδρίδου, αδελφός του Λεωνίδου. Στρατοτεδευσάμενοι λοιπόν εις τον Ισθμόν, πρώτον μεν περιχαράκωσαν την Σκιρωνίδα οδόν μετά ταύτα δε σκεφθέντες απεφάσισαν και ήρχισαν να κτίζωσι τείχος εκ του ενός μέχρι του άλλου άκρου του Ισθμού. Επειδή δε ήσαν πολλαί μυριάδες και όλοι εν γένει ειργάζοντο, το έργον προώδευε ταχέως καθότι όλοι έφερον άλλος λίθους, άλλος πλίνθους, άλλος ξύλα, άλλος κοφίνους πλήρεις άμμου και δεν έπαυον εργαζόμενοι ούτε ημέραν ούτε νύκτα.

72. Οι δε Έλληνες οι ελθόντες πανδημεί εις τον Ισθμόν ήσαν οι εξής· όλοι οι Λακεδαιμόνιοι, οι Αρκάδες, οι Ηλείοι, οι Κορίνθιοι, οι Σικυώνιοι, οι Επιδαύριοι, οι Φλιάσιοι, οι Τροιζήνιοι και οι Ερμιονείς. Ούτοι ήσαν οι ελθόντες και απόφασιν έχοντες να σώσωσι την Ελλάδα κινδυνεύουσαν, οι δε άλλοι Πελοποννήσιοι ουδεμίαν φροντίδα έλαβον, μολονότι τα Ολύμπια και τα Κάρνεια είχον ήδη παρέλθει.

73. Κατοικούσι δε την Πελοπόννησον έθνη επτά. Εκ τούτων τα μεν δύο, οι Αρκάδες και οι Κυνούριοι, είναι αυτόχθονα και κατέχουσι την αυτήν γην έκπαλαι· έν δε έθνος, το Αχαϊκόν, εκ μεν της Πελοποννήσου δεν εξήλθεν, αφήκεν όμως την πάλαιάν χώραν του και τώρα κατοικεί άλλην. Τα δε λοιπά τέσσαρα ήλθον έξωθεν, και είναι Δωριείς, Αιτωλοί, Δρύοπες και Λήμνιοι. Και οι μεν Δωριείς έχουσι πολλάς και αξιολόγους πόλεις· οι Αιτωλοί μίαν μόνην, την Ήλιδα· οι Δρύοπες την Ερμιόνην και την Ασίνην ήτις είναι πλησίον της Καρδαμύλης της Λακωνικής· οι δε Λήμνιοι όλοι την γην των Παρωρεατών. Οι δε Κυνούριοι, αυτόχθονες όντες, μόνοι φαίνοντες Ίωνες και ότι με τον καιρόν εγένοντο Δωριείς, καθό κυβερνηθέντες υπό των Αργείων ότε εκαλούντο Ορνεάται και ήσαν περίοικοι αυτών. Τούτων λοιπών των επτά εθνών αι λοιπαί πόλεις, πλην εκείνων τας οποίας απηρίθμησα, έμενον ουδέτεραι, και εάν μοι ήναι επιτετραμμένον να ομιλήσω ελευθέρως, μένουσαι ουδέτεραι εμήδιζον.

74. Όσοι λοιπόν ήσαν εις τον Ισθμόν, τοιαύτας εργασίας είχον, καθότι διέτρεχον κίνδυνον περί του παντός και δεν ήλπιζον να κατορθώσωσι διά των πλοίων λαμπρόν τι έργον. Οι δε εν Σαλαμίνι όντες μολονότι εμάνθανον αυτάς τας ετοιμασίας, πάλιν ανησύχουν, φοβούμενοι ουχί τόσον περί εαυτών όσον περί της Πελοποννήσου. Και επί τινα μεν χρόνον περιωρίζοντο αθορύβως να ανακοινώσι τας σκέψεις των, συνομιλούντες ανήρ προς άνδρα και εκπληττόμενοι διά την αφροσύνην του Ευρυβιάδου. Τέλος οι ψιθυρισμοί εξερράγησαν και συνεκροτήθη συνέλευσις εις την οποίαν ελέχθησαν πολλά περί των αυτών. Οι μεν έλεγον ότι έπρεπεν, αποπλεύσαντες εις την Πελοπόννησον, να πολεμήσωσιν υπέρ αυτής, και όχι μένοντες εις την Σαλαμίνα να πολεμήσωσιν υπέρ χώρας κατακτηθείσης· οι δε Αθηναίοι, οι Αιγινήται και οι Μεγαρείς έλεγον ότι έπρεπεν αυτού μένοντες να πολεμήσωσιν.

75. Τότε ο Θεμιστοκλής, επειδή υπερίσχυεν η γνώμη των Πελοποννησίων, εξέρχεται κρυφίως εκ του συνεδρίου, και εξελθών πέμπει άνθρωπον με πλοίον εις το στρατόπεδον των Μήδων εντείλας αυτώ τι έπρεπε να είπη· ωνομάζετο δε ο άνθρωπος ούτος Σίκιννος και ήτο οικέτης και παιδαγωγός των παίδων του Θεμιστοκλέους, τον οποίον μετά τα γεγονότα ταύτα τον έκαμε Θεσπιέα (επειδή οι Θεσπιείς εδέχοντο πολίτας) και τον υπερεπλούτισε. Τότε φθάσας ούτος με πλοίον έλεγεν εις τους στρατηγούς των βαρβάρων τα εξής· «Ο στρατηγός των Αθηναίων με έπεμψε λάθρα των άλλων στρατηγών (καθότι ενδιαφέρεται υπέρ του βασιλέως και επιθυμεί να υπερισχύσετε υμείς μάλλον ή οι Έλληνες) διά να σας είπω ότι οι Έλληνες φοβηθέντες απεφάσισαν να φύγωσι. Τώρα είναι καιρός να κατορθώσετε έργον λαμπρότατον πάντων, εάν δεν τους αφήσετε να φύγωσι, καθότι ούτε ομοφρονούσι προς αλλήλους ούτε θα σας αντισταθώσι πλέον, αλλά θα ιδήτε να ναυμαχώσι προς εαυτούς, οι τα υμέτερα φρονούντες με τους εναντίους σας.» Ο μεν Σίκιννος ταύτα αναγγείλας ανεχώρησεν.

76. Οι δε Πέρσαι, επειδή επίστευσαν εις τα αγγελθέντα, πρώτον μεν απεβίβασαν πολλούς εις την νησίδα Ψυττάλειαν, ήτις είναι μεταξύ της Σαλαμίνος και της ξηράς· έπειτα δε, ότε εγένετο μεσονύκτιον, εξέτεινον το αριστερόν κέρας του στόλου και εσχημάτισαν ημικύκλιον προς την Σαλαμίνα· συγχρόνως δε ανήγαγον τα πλοία οι περί την Κέον και την Κυνόσουραν τεταγμένοι και κατέλαβον όλον τον πορθμόν μέχρι της Μουνυχίας. Ο σκοπός δε διά τον οποίαν παρέταξαν τοιουτοτρόπως τα πλοία ήτο ο εξής, να μη αφήσωσιν έξοδον εις τους Έλληνας, αλλά να τους αποκλείσωσιν εις την Σαλαμίνα και να τους τιμωρήσωσι δι' όσα έπαθον παρ' αυτών εις το Αρτεμίσιον. Εις δε την νησίδα την καλουμένην Ψυττάλειαν απεβίβασαν Πέρσας διά την εξής αιτίαν, ότι όταν γίνη ναυμαχία, εκεί ήθελον παρασυρθή και οι άνδρες και τα ναυάγια, καθότι η νήσος αύτη κείται εις το στενόν όπου έμελλε να γίνη η ναυμαχία· ώστε τους μεν ιδικούς των να περιποιώνται, τους δε εχθρούς να φονεύωσιν. Έκαμνον δε ταύτα εν σιγή διά να μη τους εννοήσωσιν οι εναντίοι. Και ούτοι μεν, χωρίς να κοιμηθώσι δι' όλης της νυκτός, ητοίμαζον ταύτα.

77. Όταν δε αποβλέπω εις αυτά τα γεγονότα, δεν δύναμαι να κατηγορήσω τους χρησμούς ως ψευδείς, ούτε θέλω να πολεμήσω αυτούς εκφραζομένους τοσούτον σαφώς, ως εξής·

Αλλ' όταν με πλοία γεφυρώσωσι την ιεράν ακτήν της χρυσά όπλα εχούσης Αρτέμιδος και την παραθαλασσίαν Κυνόσουραν, πυρπολήσαντες μετά μαινομένης ελπίδος τας πλουσίας Αθήνας, τότε η θεία Δίκη θα σβέση τον κρατερόν Κόρον, τον υιόν της Ύβρεως, τον δεινώς μανιώδη και θέλοντα να υπακούωσιν εις αυτόν τα πάντα. Ο χαλκός θα συγκρουσθή με τον χαλκόν, και ο Άρης θα κοκκινίση με αίμα την θάλασσαν. Τότε ο παντεπόπτης Ζευς και η σεβασμία Νίκη θα φέρωσιν ημέραν ελευθερίας εις την Ελλάδα.

Εις τοιούτους λόγους τοσούτον σαφώς λεγομένους υπό του Βάκιδος ούτε ο ίδιος τολμώ να αντιλέγω, ούτε παρ' άλλων ανέχομαι τούτο.

78. Οι δε εν Σαλαμίνι στρατηγοί εξηκολούθουν λογομαχούντες και δεν ήξευρον ακόμη ότι τους είχον περικυκλώσει οι βάρβαροι με τα πλοία, αλλ' όπως τους είδον τεταγμένους την ημέραν, ούτως ενόμιζον ότι ίσταντο εις τας θέσεις των.

79. Ενώ δε οι στρατηγοί εφιλονείκουν ήλθεν εξ Αιγίνης ο Αριστείδης του Λυσιμάχου, ανήρ Αθηναίος, εξωστρακισμένος υπό του δήμου. Έμαθον ποία ήσαν τα ήθη αυτού και έκρινα ότι εξωστρακίσθη διότι ήτο ο εναρετώτατος και δικαιότατος των Αθηναίων. Ελθών ούτος εις το συνέδριον, εκάλεσεν έξω τον Θεμιστοκλέα, μη όντα φίλον του, αλλά μάλιστα εχθρόν του· διά το μέγεθος όμως των παρόντων δεινών, ελησμόνησεν όλας τας μεταξύ των έριδας, και τον εκάλεσε διά να συνομιλήση μετ' αυτού, καθότι είχεν ακούσει προλαβόντως ότι οι Πελοποννήσιοι έσπευδον να μεταφέρωσι τα πλοία εις τον Ισθμόν. Εξελθόντος του Θεμιστοκλέους, ο Αριστείδης τω είπε τα εξής· «Ας αναβάλωμεν τας έριδάς μας δι' άλλον αρμοδιώτερον καιρόν· τώρα δε ας αγωνισθώμεν τις των δύο να πράξη περισσότερα καλά εις την πατρίδα. Σε λέγω λοιπόν ότι είτε ολίγον ομιλήσωσιν οι Πελοποννήσιοι περί του εντεύθεν απόπλου των είτε πολύ, είναι έν και το αυτό, διότι εγώ είδον ιδίοις όμμασι, και σε βεβαιώ ότι οι Κορίνθιοι και ο Ευρυβιάδης είτε θέλωσιν είτε δεν θέλωσι, δεν θα δυνηθώσι να εκπλεύσωσι. Περιεκυκλώθημεν υπό των εχθρών. Είσελθον λοιπόν και ανάγγελον αυτοίς ταύτα.»

80. Ο δε Θεμιστοκλής απεκρίθη· «Αι συμβουλαί σου είναι ωφέλιμοι και αι ειδήσεις σου κάλλισται, καθότι με βεβαιοίς ότι είδες εκείνο το οποίον επιθύμουν να γίνη. Ήξευρε ότι εγώ συνήργησα να πράξωσι τούτο οι Μήδοι, καθότι αφού δεν ήθελον εκόντες οι Έλληνες να πολεμήσωσιν, έπρεπεν άκοντας να τους αναγκάση τις εις τούτο. Συ δε, επειδή ήλθες με καλάς ειδήσεις, είσελθον και ειπέ τας εις αυτούς ο ίδιος· καθότι αν τας είπω εγώ θα υπολάβωσιν ότι τας έπλασα και δεν θα τους πείσω, νομίζοντας ότι οι βάρβαροι δεν έκαμον τίποτε. Είσελθον λοιπόν και είπε εις αυτούς το πράγμα πώς έχει. Αφού δε τους ειδοποιήσης, εάν μεν πεισθώσιν, έχει καλώς· εάν δε δεν το πιστεύσωσιν, εις ημάς είναι το αυτό, καθότι δεν θα δυνηθώσι πλέον να φύγωσιν αφού ως λέγεις είμεθα περικυκλωμένοι πανταχόθεν.»

81. Εισελθών ο Αριστείδης διηγήθη ότι ήλθεν εξ Αιγίνης και ότι διήλθε χωρίς να τον ίδωσι τα εχθρικά πλοία, καθότι όλος ο Ελληνικός στόλος ήτο περικυκλωμένος υπό των πλοίων του Ξέρξου· τους συνεβούλευσε δε να ετοιμασθώσι προς υπεράσπισιν. Και ο μεν Αριστείδης ταύτα ειπών ανεχώρησεν· εκείνοι δε πάλιν ήσαν εις αμφισβητήσεις, καθότι οι περισσότεροι των στρατηγών δεν επίστευον εις την είδησιν.

82. Ενώ δε ούτοι ηπίστουν εις τα αγγελθέντα, ήλθον Τήνιοι τινες αυτόμολοι μετά τριήρεως, αρχηγός των οποίων ήτο ο Παναίτιος του Σωσιμένους, και αυτοί έφερον όλην την αλήθειαν. Χάριν της εκδουλεύσεως ταύτης το όνομα των Τηνίων ενεγράφη εις τον εν Δελφοίς αφιερωθέντα τρίποδα, μεταξύ των καταστρεψάντων τον βάρβαρον. Με το πλοίον τούτο το αυτομολήσαν εις την Σαλαμίνα, και το Λήμνιον το αυτομολήσαν προλαβόντως εις το Αρτεμίσιον, συνεπληρώθη ο αριθμός του Ελληνικού στόλου εις τριακόσια ογδοήκοντα πλοία, καθότι προ τούτων δύο μόνον έλειπον όπως συμπληρωθή ο αριθμός ούτος.

83. Επειδή λοιπόν οι λόγοι των Τηνίων εγένοντο πιστευτοί εις τους Έλληνας, ητοιμάσθησαν ούτοι να ναυμαχήσωσιν. Η ηώς εν τούτοις ήρχισε να διαφαίνη και όταν συνηθροίσθησαν οι στρατιώται, ο Θεμιστοκλής κάλλιον παντός άλλου ωμίλησε προς αυτούς ενθουσιωδώς. Ο λόγος του ήτο σύγκρισις των καλών με τα κακά. Αφού δε τους συνεβούλευσε να εκλέγωσι τα καλλίτερα εξ εκείνων άτινα εξήρτηνται εκ της φύσεως και της καταστάσεως του ανθρώπου, κατέληξε τον λόγον συμβουλεύσας αυτούς να εισέλθωσιν εις τα πλοία. Και ούτοι μεν εισήλθον· επέστρεψε δε κατ' εκείνην την στιγμήν εκ της Αιγίνης η τριήρης ήτις είχε σταλή διά τους Αιακίδας. Τότε οι Έλληνες ανήγαγον όλα τα πλοία.

84. Άμα δε εξήλθον εις το πέλαγος, επέπεσον κατ' αυτών οι βάρβαροι. Και οι μεν άλλοι Έλληνες, πρύμνην ανακρούοντες, επλησίαζον τα πλοία των προς την γην· ο δε Αμεινίας ο Παλληνεύς, ανήρ Αθηναίος, πλέων εκτός της γραμμής, προσέκρουσεν εις πλοίον εχθρικόν. Επειδή δε τα δύο πλοία περιεπλέχθησαν και δεν ηδύναντο να χωρισθώσι, τότε δραμόντες και οι άλλοι εις βοήθειαν του Αμεινίου, συνεπλάκησαν. Οι μεν Αθηναίοι ούτω λέγουσιν ότι εγένετο η αρχή της ναυμαχίας, οι δε Αιγινήται λέγουσιν ότι το πλοίον το οποίον εστάλη εις την Αίγιναν διά τους Αιακίδας, τούτο ήρχισε την ναυμαχίαν. Λέγονται προσέτι και τα εξής, ότι εφάνη εις τους Έλληνας φάσμα γυναικός και ότι η γυνή αύτη τους παρώτρυνε διά φωνής τοσούτον βροντώδους ώστε ηκούσθη παρ' όλου του στρατού των Ελλήνων, ονειδίζουσα αυτούς διά των εξής λέξεων: «Ω ανδρείοι μου, έως πότε θα οπισθοδρομείτε με την πρύμνην;»

85. Απέναντι μεν των Αθηναίων ετάχθησαν οι Φοίνικες (καθότι είχον το προς την Ελευσίνα και προς δυσμάς κέρας), απέναντι δε των Λακεδαιμονίων οι Ίωνες, οίτινες είχον το προς ανατολάς και προς τον Πειραιά κέρας. Τινές όμως τούτων εφέροντο νωθρώς κατά την παραγγελίαν του Θεμιστοκλέους, οι δε περισσότεροι έπραττον το εναντίον. Και δύναμαι μεν να απαριθμήσω τα ονόματα πολλών τριηράρχων οίτινες εκυρίευσαν Ελληνικά πλοία, δεν αναφέρω όμως ειμή δύο Σαμίων, του Θεομήστορος, υιού του Ανδροδάμαντος και του Φυλάκου υιού του Ιστιαίου. Αναφέρω δε τούτους μόνον, καθότι ο μεν Θεομήστωρ διά τούτο το έργον ετυράννευσε της Σάμου διορισθείς υπό των Περσών ο δε Φύλακος, αναγραφείς ευεργέτης του βασιλέως, έλαβε πολλήν χώραν. Οι δε ευεργέται του βασιλέως καλούνται Περσιστί οροσάγγαι. Ταύτα όσον αφορά τους δύο Σαμίους.

86. Τα δε πλειότερα πλοία των βαρβάρων κατεστράφησαν εις την Σαλαμίνα, άλλα μεν υπό των Αθηναίων, άλλα δε υπό των Αιγινητών· καθότι, επειδή οι μεν Έλληνες επολέμουν με τάξιν, οι δε βάρβαροι μη έχοντες ακόμη τότε ουδεμίαν τακτικήν δεν έκαμνον τίποτε με σκέψιν, έπρεπεν αναγκαίως να συμβή ό,τι συνέβη, μολονότι κατ' εκείνην την ημέραν εφάνησαν πολύ ανδρειότεροι παρ' όσον εφάνησαν εις την Εύβοιαν, προθυμούμενοι και φοβούμενοι τον Ξέρξην· καθότι έκαστος ενόμιζεν ότι τον έβλεπεν ο βασιλεύς.

87. Δεν δύναμαι να είπω ακριβώς ποίαι υπήρξαν κατά την ναυμαχίαν ταύτην αι πράξεις ενός εκάστου των βαρβάρων ή των Ελλήνων, ιδού όμως το γνωρίζω περί της Αρτεμισίας και τι κατέστησεν αυτήν αξίαν μεγαλειτέρας υπολήψεως παρά τω βασιλεί. Καθ' ην στιγμήν περιήλθον εις αταξίαν πολλήν αι δυνάμεις του βασιλέως, το πλοίον της Αρτεμισίας κατεδιώχθη υπό πλοίου Αττικού· μη δυναμένη δε η Αρτεμισία να διαφύγη, καθότι έμπροσθέν της ήσαν άλλα φίλια πλοία και το ιδικόν της ήτο από το μέρος όθεν ήρχοντο οι εχθροί, κατέφυγεν εις το εξής στρατήγημα όπερ και επέτυχεν. Ενώ η Αττική τριήρης την κατεδίωκεν, αυτή ορμά και επιπίπτει καθ' ενός πλοίου των Καλυνδών, εντός του οποίου ήτο και αυτός ο βασιλεύς των Καλυνδών Δαμασίθυμος. Αγνοώ εάν είχε προηγουμένην τινά έριδα μετ' αυτού ότε ήσαν ακόμη εις τον Ελλήσποντον, ή εάν έπραξε τούτο εσκεμμένος, ή εάν κατά τύχην ευρέθη ενώπιόν της το πλοίον των Καλυνδών. Όπως και αν έχη το πράγμα, κτυπήσασα και βυθίσασα το πλοίον κατ' ευτυχίαν, ωφελήθη διττώς. Πρώτον μεν ο του Αττικού πλοίου τριήραρχος, ιδών αυτήν βυθίζουσαν βαρβαρικόν πλοίον, ενόμισεν ότι το πλοίον της Αρτεμισίας ήτο Ελληνικόν ή ότι ηυτομόλησεν εκ του Περσικού στόλου και ήλθε προς βοήθειαν των Ελλήνων, και στραφείς ήρχισε να καταδιώκη άλλα πλοία.

88. Τούτο ήτο το πρώτον καλόν το οποίον εγένετο εις αυτήν, να διαφύγη και να μη απολεσθή· δεύτερον δε συνέβη ώστε πράξασα κακόν να συστηθή τούτου ένεκα μεγάλως παρά τω Ξέρξη. Καθότι λέγουσιν ότι ο Ξέρξης ακολουθών αυτήν διά του βλέμματος την είδε βυθίζουσαν πλοίον, και είς των παρόντων είπε· «Βλέπεις, ω δέσποτα, πώς η Αρτεμισία αγωνίζεται ανδρείως και εβύθισε πλοίον των πολεμίων;» Ο δε βασιλεύς ηρώτησεν εάν αληθώς το έργον είναι της Αρτεμισίας. Τότε εκείνοι τον εβεβαίωσαν περί τούτου λέγοντες ότι εγνώριζον καλώς τα σημεία του πλοίου της και ότι το βυθισθέν πλοίον ήτο εχθρικόν. Άλλως τε, επαναλαμβάνω, η τύχη την ηυνόησε και ουδείς των Καλυνδών του πλοίου εσώθη διά να την κατηγορήση. Ο δε Ξέρξης ακούσας ταύτα λέγεται ότι είπεν· «Οι άνδρες μου εγένοντο γυναίκες, και αι γυναίκες μου άνδρες.» Ταύτα λέγουσιν ότι είπεν ο Ξέρξης.

89. Εις την μάχην ταύτην εφονεύθη ο στρατηγός Αριαβίγνης, υιός του Δαρείου και αδελφός του Ξέρξου, απέθανον δε και πολλοί άλλοι ονομαστοί από τους Πέρσας, τους Μήδους και τους άλλους συμμάχους· απέθανον δε και ολίγοι τινές από τους Έλληνας. Εκ τούτων εκείνοι των οποίων τα μεν πλοία εβυθίζοντο αλλ' οι ίδιοι δεν εφονεύοντο υπό χειρός εχθρικής, εξήρχοντο κολυμβώντες εις την Σαλαμίνα. Εκ των βαρβάρων όμως πάμπολλα εχάθησαν εις την θάλασσαν, μη ηξεύροντες να κολυμβώσιν. Ότε τα πρώτα πλοία ετράπησαν εις φυγήν, τότε αι απώλειαι υπήρξαν μέγισται· καθότι οι όπισθεν τεταγμένοι, θέλοντες να περάσωσιν εμπρός διά να δείξωσιν εις τον βασιλέα ότι κατώρθωσάν τι, έπιπτον επί των ιδικών των πλοίων τα οποία εζήτουν να φύγωσιν.

90. Εγένετο δε και τούτο μεταξύ του θορύβου. Τινές των Φοινίκων, των οποίων τα πλοία είχον διαφθαρή, ελθόντες εις τον βασιλέα, κατηγόρουν τους Ίωνας ότι προδοτικώς τους κατέστρεψαν. Έτυχεν όμως το ακόλουθον συμβεβηκός, ώστε και οι στρατηγοί των Ιώνων να μη καταδικασθώσι, και οι κατηγορήσαντες αυτούς Φοίνικες να λάβωσι την εξής τιμωρίαν. Ενώ ούτοι ωμίλουν ακόμη, πλοίον Σαμοθρακικόν εκτύπησε πλοίον Αττικόν· το Αττικόν εβυθίσθη, και άλλο πλοίον Αιγινητικόν ορμήσαν εβύθισε το Σαμοθρακικόν. Αλλ' οι Σαμοθράκες ήταν ακοντισταί και κτυπώντες από του βυθιζομένου πλοίου των τους επιβάτας του εχθρικού πλοίου, τους εφόνευσαν και εκυρίευσαν το πλοίον των. Τούτο το κατόρθωμα έσωσε τους Ίωνας· καθότι άμα είδεν ο Ξέρξης ότι έκαμον τόσον μέγα έργον, εστράφη προς τους Φοίνικας, όλος αγανακτών, και αιτιώμενος πάντας διέταξε να κόψωσι τας κεφαλάς των Φοινίκων διά να μη διαβάλλωσι τους καλλιτέρους των ενώ αυτοί εφάνησαν άνανδροι. Ο Ξέρξης διά να βλέπη τους ιδικούς του και τα κατορθώματά των, εκάθητο εις τους πρόποδας του αντικρύ της Σαλαμίνος όρους, όπερ καλείται Αιγάλεως· εζήτει πληροφορίας περί αυτών και οι γραμματείς εσημείουν τους τριηράρχους διά του ονόματος του πατρός και της πόλεώς των. Προσέτι και ο Πέρσης Αριαράμνης, φίλος των Ιώνων, ευρεθείς εκεί, συνήργησεν εις την καταδίκην των Φοινίκων.

91. Τοιουτοτρόπως η οργή του βασιλέως έπεσεν επί των Φοινίκων· εν τούτοις οι βάρβαροι έφευγον και εζήτουν καταφύγιον εις το Φάληρον, οι δε Αιγινήται στάντες εις τον πορθμόν έπραξαν έργα αξιοσημείωτα. Καθότι οι μεν Αθηναίοι εν τω μέσω του θορύβου κατέστρεφον όσα πλοία ή ανθίσταντο ή έφευγον, οι δε Αιγινήται εκτύπων τα πλοία όσα εμακρύνοντο από το μέρος της μάχης. Τοιουτοτρόπως όσα πλοία διέφευγον τους Αθηναίους, ήρχοντο και έπιπτον εις τους Αιγινήτας.

92. Τότε συνέπεσε να συναντηθώσι δύο πλοία. Το μεν, επί του οποίου ήτο ο Θεμιστοκλής, διώκον άλλο εχθρικόν· το δε, επί του οποίου ήτο ο Αιγινήτης Κρίος του Πολυκρίτου, όπερ προ ολίγου είχε καταβυθίσει το Σιδώνιον πλοίον, εκείνο το οποίον είχε συλλάβει το Αιγινητικόν το φυλάττον προ της Σκιάθου τον Πυθέα του Ισχενόου τον οποίον οι Πέρσαι θαυμάζοντες την ανδρείαν του έλαβον πλήρη πληγών. Τούτον έχον το Σιδώνιον πλοίον ομού με τους Πέρσας συνελήφθη· ώστε τοιουτοτρόπως ο Πυθέας σωθείς ήλθεν εις την Αίγιναν. Άμα ο Πολύκριτος είδε το Αττικόν πλοίον, ανεγνώρισεν αυτό εκ των σημείων της ναυαρχίδος, και φωνάξας προς τον Θεμιστοκλέα, είπε προς αυτόν χλευαστικώς να ιδή τον μηδισμόν των Αιγινητών. Τούτον τον σαρκασμόν επέρριψε κατά του Θεμιστοκλέους ο Πολύκριτος καθ' ην στιγμήν επέπιπτε κατά του εχθρικού πλοίου. Όσα δε πλοία των βαρβάρων εσώθησαν, κατέφυγον εις το Φάληρον υπό την προστασίαν του πεζού στρατού.

93. Εις ταύτην την ναυμαχίαν εδοξάσθησαν υπέρ πάντας τους Έλληνας οι Αιγινήται· και μετ' αυτούς οι Αθηναίοι. Ατομικώς δε εκ των ανδρών επηνέθησαν ο Αιγινήτης Πολύκριτος, οι Αθηναίοι Ευμένης και Αναγυράσιος, και ο Παλληνεύς Αμεινίας, όστις και κατεδίωξε την Αρτεμισίαν. Και εάν ήξευρεν ότι εις εκείνο το πλοίον έπλεεν η Αρτεμισία, δεν ήθελε παύσει πριν ή εκείνην συλλάβη ή αυτός συλληφθή· καθότι είχε δοθή διαταγή εις τους τριηράρχους των Αθηναίων, επί υποσχέσει αμοιβής δέκα χιλιάδων δραχμών, να συλλάβωσιν αυτήν ζώσαν. Ζωηροτάτην αγανάκτησιν ησθάνοντο να βλέπωσι γυναίκα πολεμούσαν τους Αθηναίους. Αλλ' η μεν Αρτεμισία, ως είπον προηγουμένως, διέφυγε και ήτο εις το Φάληρον μετά των άλλων όσων τα πλοία εσώθησαν.

94. Οι δε Αθηναίοι λέγουσιν ότι ο στρατηγός των Κορινθίων Αδείμαντος, φοβηθείς άμα τη ενάρξει της συμπλοκής, ανεπέτασε τα ιστία και έφυγεν. Ιδόντες δε οι Κορίνθιοι την στρατηγίδα φεύγουσαν, έφυγον και αυτοί. Ότε δε φεύγοντες έφθασαν πλησίον του εν Σαλαμίνι ιερού της Σκιράδος Αθηνάς, συνήντησαν πλοιάριον σταλέν θεόθεν. Τούτο χωρίς να φανή τις ότι το έστειλεν, επλησίασε τους Κορινθίους οίτινες δεν εγνώριζον τίποτε εκ των συμβαινόντων εις τον στόλον. Εκ τούτου λοιπόν ενόησαν ότι το πράγμα ήτο θείον. Ότε δε επλησίασεν εις τα πλοία, οι από του πλοιαρίου είπον τα εξής· «Αδείμαντε, συ μεν έστρεψες τα πλοία και ετράπης εις φυγήν καταπροδίδων τους Έλληνας· ούτοι όμως πάλιν νικώσι και κατά την επιθυμίαν των υπερίσχυσαν των εχθρών.» Τούτα είπον και επειδή ο Αδείμαντος δεν τους επίστευεν, είπον προσέτι ότι προσεφέροντο ως όμηροι· και ότι αν ίδωσιν ότι οι Έλληνες δεν νικώσι, να τους θανατώσωσιν. Ούτω λοιπόν στρέψαντες τα πλοία ο Αδείμαντος και οι άλλοι, ήλθον εις τον στόλον ότε πλέον το πράγμα είχε τελειώσει. Τοιαύτη φήμη επικρατεί περί αυτών μεταξύ των Αθηναίων. Οι Κορίνθιοι όμως δεν το δέχονται, αλλά βεβαιούσιν ότι έλαβον μέρος εις την ναυμαχίαν εν τοις πρώτοις. Μαρτυρεί δε τούτο υπέρ αυτών και η άλλη Ελλάς.

95. Ο δε Αθηναίος Αριστείδης ο Λυσιμάχου τον οποίον ολίγον ανωτέρω ανέφερα ως άνδρα άριστον, ούτος εν τω περί την Σαλαμίνα γενομένω τούτω θορύβω έπραξε τα εξής. Παραλαβών πολλούς των οπλιτών τους οποίους είχον παρατάξει εις την ακτήν της Σαλαμινίας χώρας, και οίτινες ήσαν όλοι Αθηναίοι, τους απεβίβασεν εις την νήσον Ψυττάλειαν, και κατεφόνευσαν όλους τους εν τη νησίδι ταύτη Πέρσας.

96. Αφού δε διελύθη η ναυμαχία, σύραντες οι Έλληνες εις την Σαλαμίνα όσα ναυάγια επέπλεον ακόμη, ήσαν έτοιμοι να συγκροτήσωσι και άλλην ναυμαχίαν, νομίζοντες ότι ο βασιλεύς θα κάμη ακόμη κανέν τόλμημα με τα περισωθέντα πλοία. Εν τούτοις φυσήσας ο ζέφυρος έφερε πολλά των ναυαγίων εις την παραθαλασσίαν της Αττικής την καλουμένην Κωλιάδα. Ώστε εξεπληρώθηοαν και όλοι οι άλλοι χρησμοί όσους είπον ο Βάκις και ο Μουσαίος περί της ναυμαχίας ταύτης και προσέτι ο εξής όστις προ πολλών ετών περί των ναυαγίων και του μέρους όπου έμελλον να ριφθώσιν εδόθη υπό του Αθηναίου Λυσιστράτου, ερμηνευτού των χρησμών. Αλλ' η έννοια του χρησμού τούτου ελάνθανεν όλους τους Έλληνας.

Αι Κωλιάδες γυναίκες θα ψήσωσι με ξύλα κωπίων· Όπερ και συνέβη μετά την αναχώρησιν του βασιλέως.

97. Ο δε Ξέρξης, άμα είδε την γενομένην καταστροφήν, φοβηθείς μη τις των Ιώνων συμβουλεύση τους Έλληνας, ή αυτοί αφ' εαυτών νοήσωσι να πλεύσωσιν εις τον Ελλήσποντον και λύσωσι τας γεφύρας, και ούτω περικλεισθείς εις την Ευρώπην κινδυνεύση και απολεσθή, απεφάσισε να φύγη. Θέλων όμως να μη εννοήσωσι τούτο μήτε οι Έλληνες μήτε οι ιδικοί του, επειράθη να ρίψη γέφυραν μέχρι της Σαλαμίνος και προς τούτο συνέδεσε φορτηγά πλοιάρια Φοινικικά, διά να χρησιμεύσωσιν ως γέφυρα και τείχος· συγχρόνως δε έκαμνον ετοιμασίας πολεμικάς, ως να ήθελον να συγκροτήσωσι και άλλην ναυμαχίαν. Βλέποντες αυτόν πράττοντα ταύτα, πάντες μεν οι άλλοι ήσαν πεπεισμένοι ότι τωόντι είχε κατά νουν να μείνη εις την Αττικήν και να εξακολουθήση τον πόλεμον· τον Μαρδόνιον όμως ουδέν τούτων ελάνθανε, καθότι ήτο λίαν έμπειρος των διανοημάτων αυτού. Ταύτα πράττων ο Ξέρξης έπεμπε συγχρόνως εις την Περσίαν ταχυδρόμον διά να αναγγείλη την παρούσαν συμφοράν.

98. Ουδέν ταχύτερον των ταχυδρόμων τούτων. Ιδού δε πώς η υπηρεσία των είναι ωργανωμένη· όσαι ημέραι πορείας είναι, εις τόσα μέρη ίστανται ίπποι και άνθρωποι απέχοντες αλλήλων κατά ημερήσια διαστήματα. Τούτους ούτε χιών, ούτε βροχή, ούτε καύμα, ούτε νυξ εμποδίζει να διατρέξωσι τάχιστα το ωρισμένον διάστημα. Αφού διανύσας ο πρώτος τον δρόμον του, δίδει την εντολήν εις τον δεύτερον, ο δεύτερος εις τον τρίτον, και ούτως ακολούθως παραδιδομένη η εντολή διέρχεται από του ενός εις τον άλλον, ως η λαμπαδηφορία παρά τοις Έλλησι κατά την εορτήν του Ηφαίστου. Καλούσι δε οι Πέρσαι το δράμημα τούτο των ίππων αγγαρείαν.

99. Η μεν πρώτη είδησις, ότι ο Ξέρξης εκυρίευσε τας Αθήνας, φθάσασα εις τα Σούσα τόσην χαράν επροξένησεν εις τους μείναντας εκεί Πέρσας, ώστε έστρωσαν όλας τας οδούς με μυρσίνας, έκαιον θυμιάματα, έκαμνον θυσίας και εώρταζον· η δε δευτέρα είδησις, φθάσασα κατόπιν, τοσούτον συνετάραξεν αυτούς, ώστε έσχισαν όλοι τα φορέματά των και παρεδόθησαν εις απλέτους θρήνους και οδυρμούς, κατακρίνοντες τον Μαρδόνιον. Έπραττον δε ούτω οι Πέρσαι ουχί τόσον διότι ελυπούντο διά τα πλοία, όσον διότι εφοβούντο διά την ζωήν αυτού του Ξέρξου.

100. Το πένθος τούτο των Περσών εξηκολούθησε καθ' όλον τον μεταξύ χρόνον, μέχρις ου φθάσας ο Ξέρξης ησύχασεν αυτούς. Ο δε Μαρδόνιος, βλέπων τον Ξέρξην λυπούμενον πολύ διά την καταστροφήν του στόλου του και υποπτεύων ότι είχε σκοπόν να φύγη εκ των Αθηνών, εσκέφθη καθ' εαυτόν ότι θα τιμωρηθή διότι έπεισε τον βασιλέα να εκστρατεύση κατά της Ελλάδος, και επομένως ότι ήτο προτιμότερον αναδεχόμενος δεύτερον κίνδυνον ή να καθυποτάξη την Ελλάδα, ή να τελευτήση καλώς τον βίον επιχειρών μεγάλα έργα· περισσότερον όμως ήλπιζεν ότι θα υποτάξη την Ελλάδα. Ταύτα, λοιπόν σκεφθείς, είπε προς τον βασιλέα· «Μη λυπείσαι, δέσποτα, μήτε νόμιζε αυτό το οποίον συνέβη ως μεγάλην συμφοράν, καθότι ο αγών εις τον οποίον περιεπλέχθημεν δεν εξαρτάται ολόκληρος εκ των ξύλων των πλοίων, αλλ' εκ των ανδρών και των ίππων. Ουδείς θα τολμήση να σε εναντιωθή, ούτε εξ εκείνων οίτινες νομίζουσιν ότι κατώρθωσαν τα παν και οίτινες δεν θα εξέλθωσιν από τα πλοία των, ούτε κανείς κάτοικος της ηπείρου ταύτης. Όσοι ηντιώθησαν εις ημάς, ετιμωρήθησαν. Εάν λοιπόν εγκρίνης, ας επιχειρήσωμεν κατά της Πελοποννήσου αμέσως· εάν δε κρίνης να αναβάλωμεν, και τούτο δυνάμεθα να πράξωμεν. Μη δυσθύμει όμως, διότι δεν είναι δυνατόν να μη δώσωσιν οι Έλληνες λόγον δι' όσα έπραξαν τώρα και πρότερον, και να μη γίνωσι δούλοι σου. Λέγω λοιπόν τούτο να πράξωμεν προ παντός άλλου· εάν όμως θέλης να λάβης τον στρατόν και να αναχωρήσης, τότε έχω άλλην γνώμην να προβάλλω. Ω βασιλεύ, μη κάμης τους Πέρσας να γίνωσι καταγέλαστοι εις τους Έλληνας, καθότι δεν εβλάφθησαν εξ αιτίας των τα πράγματα, ούτε δύνασαι να είπης πού εφάνησαν άνανδροι. Εάν δε οι Φοίνικες ή οι Αιγύπτιοι, ή οι Κύπριοι, ή οι Κίλικες εφάνησαν δειλοί, οι Πέρσαι όμως δεν είναι υπεύθυνοι διά το δυστύχημα τούτο. Όθεν, επειδή οι Πέρσαι ουδόλως έπταισαν, άκουσον τούτο το οποίον θα σε είπω. Εάν απεφάσισες να μη παραμείνης εδώ, επίστρεψον εις τα βασίλειά σου λαβών το περισσότερον μέρος του στρατού· εγώ δε εκλέξας εξ όλου του στρατού τριακοσίας χιλιάδας ανδρών, θα σοι προσφέρω την Ελλάδα δεδουλωμένην.»

101. Ο Ξέρξης ακούσας τούτο εχάρη και κατεθέλχθη, ως ήτο επόμενον ύστερον από τόσην καταστροφήν την οποίαν έπαθεν· είπε λοιπόν εις τον Μαρδόνιον ότι θα σκεφθή και θα τω ανακοινώση ποίαν εκ των δύο τούτων προτάσεων θα παραδεχθή. Ενώ δε συνεσκέπτετο μετά των Περσών τους οποίους συνεκάλεσεν, ενόμισεν εύλογον να προσκαλέση επίσης εις το συνέδριον τούτο την Αρτεμισίαν, ήτις τω εφαίνετο ότι εις τα προλαβόντα είχε δώσει φρονίμους συμβουλάς τι έπρεπε να πράξωσιν. Άμα λοιπόν ήλθεν η Αρτεμισία, διατάξας τους συμβούλους Πέρσας και τους δορυφόρους να αποχωρήσωσιν, είπε προς αυτήν τα εξής· «Ο Μαρδόνιος με παρακινεί να μείνω εδώ και να επιχειρήσω κατά της Πελοποννήσου, λέγων ότι οι Πέρσαι και ο πεζός στρατός δεν είναι αίτιοι της συμφοράς και ότι είναι πρόθυμοι να αποδείξωσι τούτο. Με παρακινεί λοιπόν ή τούτο να πράξω, ή να τον αφήσω να εκλέξη τριακοσίας χιλιάδας άνδρας και υπόσχεται να μοι παραδώση την Ελλάδα δεδουλωμένην, εγώ δε μετά του επιλοίπου στρατού να επιστρέψω εις τα βασίλειά μου. Συ λοιπόν ήτις σοφώς είχες προΐδει την έκβασιν της ναυμαχίας και με είχες συμβουλεύσει να μη την κάμω, συμβούλευσόν με και τώρα ποίον εκ των δύο είναι ωφελιμώτερον να πράξω.» Ο μεν Ξέρξης ταύτα συνεβουλεύετο.

102. Η δε Αρτεμισία απεκρίθη τα εξής· «Δύσκολον είναι, ω βασιλεύ, να επιτύχω την καλλιτέραν γνώμην εις ταύτα τα οποία με ερωτάς· εν τούτοις, ως ήλθον τα πράγματα, νομίζω συμφέρον συ μεν να επιστρέψης οπίσω, τον δε Μαρδόνιον, εάν θέλη και υπόσχεται να πράξη ταύτα, να αφήσης εδώ με αυτούς τους οποίους ζητεί. Καθότι εάν μεν υποτάξη αυτοίς τους οποίους θέλει να υποτάξη και ευδοκιμήσωσιν οι σκοποί του, το έργον τούτο θα αποδοθή εις σε, ω βασιλεύ, διότι οι δούλοι σου θα κατορθώσωσιν αυτό· εάν δε τα πράγματα αποβώσιν άλλως ή όπως ελπίζει ο Μαρδόνιος, ουδεμία μεγάλη συμφορά γίνεται σού σωζομένου και του οίκου σου μη καταστρεφομένου, διότι ενόσω υπάρχεις συ και ο οίκος σου, πολλάκις πολλούς αγώνας θα διατρέξωσιν οι Έλληνες περί της σωτηρίας των. Όσον δ' αφορά τον Μαρδόνιον, εάν ούτος πάθη τι, ουδείς λόγος θα γίνη, καθότι οι Έλληνες δεν θα δοξασθώσι πολύ καταστρέφοντες ένα δούλον σου. Συ δε, αφού εξεπλήρωσες τον σκοπόν της εκστρατείες σου καύσας τας Αθήνας, δύνασαι να επιστρέψης.»

103. Η συμβουλή αύτη ήρεσεν εις τον Ξέρξην, καθότι η Αρτεμισία επέτυχε να τω είπη ακριβώς όσα διενοήτο. Τωόντι, αν όλοι οι άνδρες και όλαι αι γυναίκες συνεβούλευον αυτόν να μείνη, νομίζω ότι δεν θα έμενε· τόσος φόβος τον είχε κυριεύσει. Όθεν επαινέσας την Αρτεμισίαν, την απέπεμψε και την επεφόρτισε να φέρη τους παίδας του εις την Έφεσον, καθότι τον ηκολούθουν νόθοι τινές παίδες του.

104. Μετά των παίδων δε τούτων συνέπεμψε φύλακα τον Πηδασέα Ερμότιμον, όστις παρά τω βασιλεί κατείχε την πρώτην τάξιν μεταξύ των ευνούχων. Κατοικούσι δε οι Πηδασείς υπέρ την Αλικαρνασόν. Ιδού τι συμβαίνει εις τούτους τους Πηδασείς· όταν εις αυτούς η εις τους περί την πόλιν ταύτην κατοικούντας μέλλη εντός ολίγου να συμβή τι κακόν, τότε η αυτόθι ιέρεια της Αθηνάς καταβιβάζει μεγάλην γενειάδα. Τούτο δε συνέβη εις αυτούς δις ήδη.

105. Εκ τούτων λοιπόν των Πηδασέων ήτο ο Ερμότιμος, όστις αδικηθείς υπό τινος εξεδικήθη σκληρότατα. Τούτον αιχμαλωτισθέντα υπό πολεμίων και πωληθέντα ηγόρασεν ο Χίος Πανιώνιος, όστις έζη πράττων ανοσιώτατα έργα. Οσάκις ηγόραζε παίδας ευειδείς, ευνούχιζεν αυτούς και τους επώλει αντί πολλών χρημάτων εις τας Σάρδεις και εις την Έφεσον, καθότι παρά τοις βαρβάροις οι ευνούχοι διά την πίστιν των είναι πολυτιμότεροι των μη ευνούχων. Όθεν και άλλους πολλούς ευνούχισεν ο Πανιώνιος διότι εκ τούτου έζη, και προσέτι τον Ερμότιμον. Αλλ' ο Ερμότιμος δεν υπήρξε καθ' όλα ατυχής· οι Σάρδιοι τον έπεμψαν μετ' άλλων δώρων εις τον βασιλέα και προϊόντος του χρόνου ετιμήθη υπό του Ξέρξου πλειότερον όλων των ευνούχων.

106. Ότε δε ο βασιλεύς ων εις τας Σάρδεις εκίνει το Περσικόν στράτευμα κατά των Αθηνών, τότε ο Ερμότιμος, καταβάς δι' υπόθεσίν τινα εις την πόλιν της Μυσίας την οποίαν νέμονται οι Χίοι και ήτις καλείται Αταρνεύς, ευρίσκει εκεί τον Πανιώνιον. Γνωρίσας αυτόν, τω είπε πολλούς και φιλικούς λόγους· και πρώτον τω απηρίθμησε τα αγαθά τα οποία χάρις εις αυτόν απελάμβανεν, έπειτα δε τω υπεσχέθη αντί τούτων να τον τιμήση με άπειρα αγαθά, εάν έστεργε να έλθει μεθ' όλης της οικογενείας του εις τας Σάρδεις. Αφού δε ο Ερμότιμος τον έβαλεν εις χείρας πανοικί, τω είπεν· «Ω κάκιστε άνθρωπε, όστις ζης δι' έργων ανοσιωτάτων, τι κακόν σοι έκαμα εγώ ή των εμών τις, εις σε ή είς τινα των σων, ώστε αντί ανδρός με έκαμες να ήμαι μηδέν; Ενόμιζες ότι το έγκλημά σου ήθελε λανθάσει τους θεούς, οίτινες διά τας ανοσίας πράξεις σου δικαίως σ' έφεραν εις τας χείρας μου, ώστε δεν θα παραπονεθής λαμβάνων παρ' εμού την πρέπουσαν τιμωρίαν.» Αφού δε τον ωνείδισε τοιουτοτρόπως, έφερε τους παίδας του ενώπιόν του και ηνάγκασε τον Πανιώνιον να αποκόψη τα αιδοία των τεσσάρων παίδων του· ακολούθως οι παίδες ηναγκάσθησαν να αποκόψωσι τα αιδοία του πατρός των. Τοιουτοτρόπως ετιμώρησε τον Πανιώνιον ο Ερμότιμος.

107. Ο δε Ξέρξης αφού ενεπιστεύθη τους παίδας του εις την Αρτεμισίαν να τους φέρη εις την Έφεσον, καλέσας τον Μαρδόνιον διέταξεν αυτόν να εκλέξη εκ του στρατού όσους ήθελε και να προσπαθήση να πραγματοποιήση τας υποσχέσεις του. Ταύτην μεν την ημέραν τόσον μόνον έγινε· την δε νύκτα, κατά διαταγήν του βασιλέως, οι στρατηγοί απήγαγον οπίσω τα πλοία εκ του Φαλήρου εις τον Ελλήσποντον όσον ηδύνατο ταχύτερον έκαστος διά να φυλάξωσι την διά πλοίων γέφυραν όθεν έμελλε να διέλθη ο βασιλεύς. Όταν οι βάρβαροι πλέοντες έφθασαν πλησίον του Ζωστήρος όπου μικραί τινες άκραι συνεχόμεναι με την ξηράν εξέχουσιν από την θαλασσαν, εξέλαβον αυτάς ως πλοία και έφυγον μακράν· μαθόντες δε τέλος ότι δεν ήσαν πλοία, αλλά βράχοι, ηνώθησαν πάλιν και εξακολούθησαν τον πλουν των.

108. Άμα εγένετο ημέρα, βλέποντες οι Έλληνες τον πεζόν στρατόν ότι ίστατο εις τας θέσεις του, ήλπιζον ότι και τα πλοία ήσαν εις το Φάληρον, και νομίζοντες ότι θα ναυμαχήσωσιν, ητοιμάζοντο προς άμυναν. Μαθόντες όμως ότι ανεχώρησαν, αμέσως απεφάσισαν να τα καταδιώξωσιν· αλλά δεν απήντησαν αυτά, μολονότι έπλευσαν μέχρι της Άνδρου. Εκεί δε φθάσαντες συνεκρότησαν συμβούλιον. Και ο μεν Θεμιστοκλής έδιδε γνώμην να πλεύσωσι διά των νήσων, και διώκοντες τα πλοία να έλθωσι κατ' ευθείαν εις τον Ελλήσποντον διά να λύσωσι τας γεφύρας· ο δε Ευρυβιάδης υπέβαλε γνώμην εναντίαν ταύτης, λέγων ότι εάν λύσωσι τας γεφύρας, τούτο ήθελεν είσθαι το μέγιστον αδίκημα το οποίον οι ίδιοι ηδύναντο να πράξωσιν εις την Ελλάδα. Διότι εάν ο Πέρσης αποκλεισθείς αναγκασθή να μένη εις την Ευρώπην, βεβαίως δεν θα κάθηται ήσυχος, καθότι η απραξία ήθελε καταστρέψει τας υποθέσεις του, ήθελε τω αφαιρέσει την ελπίδα της επιστροφής και ήθελε διαφθείρει τον στρατόν του εκ της πείνης. Θα κινήται λοιπόν, και είναι ακόμη αρκετά ισχυρός, ώστε να υποτάξη την Ευρώπην όλην, πόλιν προς πόλιν, έθνος προς έθνος, είτε κυριεύων αυτάς, είτε συμβιβαζόμενος μετ' αυτών. Τότε δε θα έχη και τροφήν τον ετήσιον καρπόν των Ελλήνων. Τώρα όμως επειδή ενικήθη εις την ναυμαχίαν, βεβαίως δεν θα μείνη εις την Ευρώπην, και πρέπει να τον αφήσωσι να φύγη, μέχρις ου φεύγων φθάση εις το βασίλειόν του. Διά να επιτύχωσι δε το αποτέλεσμα τούτο τους συνεβούλευε ν' αφιερώσωσιν όλους των τους αγώνας. Ταύτην την γνώμην του Ευρυβιάδου ενέκρινον και οι στρατηγοί των άλλων Πελοποννησίων.

Notes in this chapter

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings