← Table of contents
Η Γυφτοπούλα

Front matter

Reading edition

Produced by Sophia Canoni

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic, otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words are included in &. Two footnotes have been placed at the end of the book.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Δύο υποσημειώσεις σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.

Η ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΑ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

Α. ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ

Η ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΑ

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ

ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΕΞΗ ΣΤΑΔΙΟΥ 43 — ΑΘΗΝΑΙ

Η ΓΥΦΤΟΠΟΥΛΑ

Ημέραν τινά βοσκός τις απώλεσεν επί των ορέων της Λακωνικής ερίφιόν τι εκ της αγέλης του. Αναζητών αυτό μεταξύ των φαράγγων και δρυμών, έφθασεν εις κρημνώδες τι μέρος, δι' ου δεν είχεν άλλοτε διαβή, και παρετήρησεν ότι το έδαφος εκρότει υποκώφως υπό τους πόδας του. Ερευνήσας μετά προσοχής ανεκάλυψε βαθείαν οπήν κρυπτομένην υπό τινας θάμνους. Έρριψε λίθον· μόλις ήκουσε τον κρότον της πτώσεως. Ο πυθμήν δεν ήτο ορατός ένεκα του σκότους. Ο βοσκός ήτο τολμηρός, εξετύλιξε το σχοινίον, όπερ έφερε περί την οσφύν διά σκοπούς χρησίμους εις το επάγγελμα και προσέδεσε λίαν σφιγκτώς την άκραν αυτού εις τον κορμόν σχοίνου, το δε μήκος του σχοινίου κατεβίβασεν εις το βάθος της οπής. Είτα πτύσας εις τας παλάμας του και τρίψας προς αλλήλας τας χείρας, εκρεμάσθη εις το βάθος του κοιλώματος, κρατών ηρέμα το σχοινίον. Ότε έφθασεν εις τον πυθμένα, εξέβαλεν εκ του κόλπου του τον πυρίτην λίθον, τον χάλυβα και την ίσκαν και ήναψε δάδα. Ερευνών εις τα υποχθόνια εκείνα σκότη, εύρε δυο ή τρία αγάλματα θεών, τον Απόλλωνα, την Ήραν και τον Δία. Δεν εγίνωσκε την αξίαν των, αλλά παρετήρει περιέργως αυτά. Είτα ανεκάλυψε την κυρίαν είσοδον του σπηλαίου και εξήλθεν εις το φως, χωρίς πλέον να λάβη ανάγκην της διά του σχοινιού αναρριχήσεως. Ταύτα συνέβησαν περί τα μέσα της παρελθούσης εκατονταετηρίδος.

Τα τρία αγάλματα ήσαν εκ των περικαλλεστάτων, όσα παρήγαγέ ποτε η αρχαία τέχνη. Αγνοώ ποία μαύρα πελάγη διέπλευσαν και εις ποίον μουσείον της Εσπερίας διεπεραιώθησαν τα κειμήλια ταύτα. Αν κατωρθώθη να μείνωσιν επί του πατρίου εδάφους, θα ήτο τούτο αναμφιβόλως το ύστατον θαύμα των ταλαιπώρων εκείνων θεών.

Το σπήλαιον υπήρξε κατοικία του τελευταίου των ελλήνων φιλοσόφων, του οψίμου αναμορφωτού της ΙΕ' εκατονταετηρίδος. Περίεργον είναι ότι η περί του σπηλαίου τούτου παράδοσις δεν απώλετο, ενώ το σπήλαιον αυτό ήτο άγνωστον μέχρι της τυχαίας ανακαλύψεως αυτού. Υποθέτω ότι η παράδοσις ανεγεννήθη εκ της τέφρας της κατά τον προλαβόντα αιώνα, αφού πρότερον επί μακρούς χρόνους είχε ταφή. Πιθανώτερον δε μοι φαίνεται, ότι η δευτέρα παράδοσις διαφέρει της αρχαιοτέρας. Όπως και αν έχη τούτο, φίλος τις συνέλεξεν εκ του στόματος των περιοίκων αγροτών πληροφορίας τινάς περί της παραδόσεως. Εφιλοτιμήθη δε να μοι χορηγήση τας σημειώσεις του υπό τον όρον να μη μνημονεύσω το όνομα αυτού εν τη παρούση εκδόσει. Αλλ' όμως δεν δύναται να μοι απαγορεύση και την δημοσίαν έκφρασιν της ευγνωμοσύνης μου.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

Εάν ο Ιωάννης Βράγγης είχε προλάβει να αρπάση από των χειρών του Δαρώτα την φλοκάταν, ην είχε δανεισθή όπως φέρη προς τον κύριόν του, και με τόσην τέχνην του αφείλεν εκείνος, διαλαθών την ουχί λίαν εντεταμένην προσοχήν του, δεν ήθελεν υποστή την απώλειαν τούτην, εφ' ή ουδέποτε έμελλε να παρηγορηθή.

Αλλ' ήτο πεπρωμένον εις το αγαθόν τούτο πλάσμα να χάνη τα πάντα και μηδέν να κερδίζη εις τον πλάνον τούτον κόσμον. Η δανεισθείσα και ανάρπαστος γενομένη φλοκάτα δεν ήτο το μόνον, όπερ ποτέ απώλεσε. Μεταξύ των άλλων απωλειών του ατυχούς πρέπει να καταλογισθώσι μία αμνάς, έν δίκρανον, μία δαμασκηνή σπάθη, τέσσαρα υποκάμισα, είς όνος, έν ζεύγος περικνημίδων και είς αγρός, ο μόνος κληροδοτηθείς αυτώ υπό του πατρός του, επί ποινή αφορισμού, αν δεν έμελλε να φανή άξιος όπως διατηρήση αυτόν. Άλλως δε κατά τον καιρόν εκείνον ουδείς ήτο κτήτωρ του ιδίου αυτού αγρού, ουδέ κάτοχος των πεδίλων του. Η γη δεν ανήκεν εις τους κατοίκους αυτής. Τα μεν παράλια περιήρχοντο αμοιβαδόν εις την κατοχήν των πειρατών και των τολμηρών τυχοδιωκτών παντός είδους, τα δε μεσόγεια ανήκον εις τους τιμαριούχους και εις τους άρχοντας.

Δυστυχώς, την ημέραν εκείνην ειπέρ ποτε, ήτο λίαν ανιαρά εις τον Βράγγην η απώλεια της καπότας. Διότι είχε πεμφθή επίτηδες δι' αυτήν παρά του κυρίου του, και αν επέστρεφε με κενάς χείρας, πολύ ήθελε τον λυπήσει. Από της πρωίας της προτεραίας, προ της ανατολής του ηλίου, καθ' ην στιγμήν της Ηούς τα ρόδα διεχύνοντο εις τον αιθέρα, ο γέρων Γάρμπος, παλαιός πολέμαρχος, όστις είχε διέλθει τον βίον του συναθροίζων μισθωτούς στρατιώτας, όπως αγωνίζηται μετ' αυτών, οτέ μεν συμμαχών με τους Τούρκους ή με τους Βενετούς, οτέ δε με τους Φράγκους ή με τους Έλληνας, είχε εγερθή εκ της σκληράς στρωμνής του και κράξας τον Βράγγην, παλαιόν σύντροφόν του, τω είπεν·

— Όλην την νύκτα εσυλλογιζόμην δι' αυτό, αλλά τέλος το ηύρα.

— Και τι ηύρες αφέντη; τω είπεν ο Βράγγης.

— Σηκώσου γρήγορα.

— Είμαι όρθιος, αφέντη.

— Ετοίμασε το άλογόν σου, παιδί μου.

— Αλλά δεν έχω άλογον, είπε μετ' απορίας ο Βράγγης.

— Δεν πειράζει, πηγαίνεις με τους πόδας σου.

— Και με τας χείρας μου, αν ήτο τρόπος.

— Να υπάγης γρήγορα να εύρης τον παλαιόν μου φίλον τον Λιμπέρην.

— Είναι εννέα ωρών δρόμος, είπεν απηλπισμένος ο Βράγγης.

— Δεν βλάπτει, τον παίρνεις δι' επτά ώρας.

— Και τι θα κάμω;

— Να του είπης ….

— Τι;

— Να σου δώση την φλοκάταν του . . .

— Την φλοκάταν του;

— Ναι.

— Να την κάμω τι;

— Να μου την φέρης.

Ο Βράγγης εκρέμασε τας χείρας περί τα πλευρά, και το ήθος του ήτο πλήρες ερωτημάτων και αποριών. Ο γέρων Γάρμπος δικαιολογούμενος μάλλον προς εαυτόν ή απαντών εις τας ερωτήσεις του συντρόφου του, είπε μετ' εμφάσεως·

— Αλλά συ είσαι ανόητος, δεν σκέπτεσαι τίποτε πλειότερον από τα μυαλά σου. Δεν ειξεύρεις λοιπόν ότι αύριον φθάνει ο κόμης, και θα παρουσιασθώ εις αυτόν να του ζητήσω την άδειαν να στρατολογήσω! Και πώς θα παρουσιασθώ εις αυτόν χωρίς φλοκάτα; . . .

— Αλλ' η γενναιότης σας με συγχωρεί να της ενθυμίσω, δεν στερείται μόνον την φλοκάταν, είπε δειλώς ο Βράγγης. Η γεναιότης σας δεν έχει ούτε στολήν καθαράν, ούτε θώρακα, ούτε υποκάμισον . . .

— Ανόητε, και δεν ειξεύρεις ότι η τάξις απαιτεί να είμαι κομβωμένος, όταν θα παρουσιασθώ; Πού θα ίδη ο κόμης αν θα έχω θώρακα ή υποκάμισον; Η φλοκάτα τα σκεπάζει όλα.

— Υπομονή, είπεν αποφασιστικώς ο Βράγγης.

— Λοιπόν μη χάνης καιρόν.

Ο Βράγγης εκρέμασεν επ' ώμου την πήραν του, έλαβεν εις την χείρα την ράβδον, έκαμε το σημείον του σταυρού, και ήρχισε την οδοιπορίαν. Διήλθεν εις οκτώ ώρας τεσσαράκοντα περίπου μιλίων οδόν, και έφθασεν εις το άλλο άκρον της νήσου, όπου κατώκει ο γέρων Λιμπέρης, διάσημος εις τα χρονικά της Ρόδου, διότι ήτο ο μόνος όστις διεπραγματεύθη εξ αρχής προς τους Τούρκους χωρίς να παραβή και τον προς τους ιππότας της νήσου όρκον πίστεως. Ο ατυχής Βράγγης έχων την γλώσσαν έξω των χειλέων κρεμαμένην, επαρουσιάσθη προς αυτόν και τω μετεβίβασε την παραγγελίαν του κυρίου του. Ο Λιμπέρης, ου μόνον δεν δυσηρεστήθη διά το αίτημα, αλλ' εμακάρισεν εαυτόν διότι τόσον μικρόν πράγμα εζήτουν παρ' αυτού. Είξευρεν ότι ο Γάρμπος δεν ηστεΐζετο, και αν σήμερον εδυστύχει, ηδύνατο άλλην τινά ημέραν να οπλίση δέκα ή δώδεκα τολμητίας, και να του τα κάμη θάλασσα.

Την αυτήν όμως διάκρισιν δεν έδειξε και ο ημίγυμνος Δαρώτας, κλέπτης εκ γενετής, επιτήδειος αλήτης, όστις παρεμόνευε τους διαβάτας και ηλάφρυνε πολλάκις αυτούς, αν είχον φορτίον τι, όπερ έκρινε δυσανάλογον προς τους ώμους των. Ιδών τον Βράγγην διερχόμενον και φέροντα επί των ώμων την περίφημον φλοκάταν, ήτις ήτο προωρισμένη να καλύψη το ατημέλητον διασήμου πολεμάρχου και παραστήση αυτόν ευπρεπή εις τας όψεις του κόμητος, του μέλλοντος να καταπλεύση την επιούσαν μετά του υπ' αυτόν στόλου και κομίση την ευδαιμονίαν εις τους κατοίκους της Ρόδου, ιδών την ατονίαν μεθ' ής εβάδιζεν ο Βράγγης, ενόησεν ότι ήτο κεκμηκώς και συμπεράνας ότι έμελλε να σταθή μετ' ολίγον όπως αναλάβη δυνάμεις παρηκολούθησε μακρόθεν αυτόν. Τω όντι ο Βράγγης ως εξήλθεν εκ της κώμης, εστάθη παρά τινα πηγήν εντός ρεύματος, υπό την σκιάν των πλατάνων και ήκουε τον μελαγχολικόν ψίθυρον του ρύακος όπου εσχηματίζετο και καταρράκτης αρκούντως υψηλός. Εξέβαλεν εκ της πήρας τεμάχιον ξηρού άρτου, έβρεξεν αυτό εις την πηγήν και έφαγε. Την αυτήν στιγμήν ενεφανίσθη ο Δαρώτας, και τον εχαιρέτισεν. Εζήτησε ν' αρχίση ομιλίαν μετ' αυτού, αλλ' ο Βράγγης προφανώς ενύσταζε και δεν είχεν όρεξιν. Τούτο έκρινεν ο Δαρώτας ως κάλλιστον οιωνόν.

— Πόθεν ήλθες, ξένε; τω έλεγεν.

Ο Βράγγης απήντησε διά νεύματος, ότι ήλθεν από της άλλης άκρας της νήσου.

— Και επιστρέφεις τώρα εις τα ίδια;

— Ναι.

— Τι είχες έλθει να κάμης εδώ;

Ο Βράγγης απήντησε διά κινήσεως των ώμων. Είχε τους οφθαλμούς ημικλείστους και προσεπάθει ν' αποσείση τον ύπνον, όστις ήρχισε ν' αποναρκόνη αυτόν κατ' ολίγον. Την πήραν, την ράβδον και την φλοκάταν είχεν ακουμβήσει όπισθεν αυτού παρά τον κορμόν της πλατάνου. Ο Δαρώτας τω είπεν, ως να τον είχε καλέσει ο Βράγγης, ή ως να τον προέτρεπε να μείνη·

— Θα υπάγω. Είναι καιρός. Τόσον δρόμον έτρεξα σήμερον!…

Συγχρόνως υπεξείλεν ηρέμα την φλοκάταν όπισθεν των ώμων του Βράγγη, μη παρατηρήσαντος αυτόν, και έφυγε τραπείς την προς την κώμην άγουσαν. Διότι, ότε επαρουσιάσθη το πρώτον προς τον Βράγγην, δεν ήλθε διά της αυτής οδού, ην ηκολούθησε και ούτος, αλλά διά της αντιθέτου. Πριν ή έλθη προς αυτόν, εφρόντισε να λάβη ατραπόν τινα, ήτις έφερεν αυτόν εις το εναντίον άκρον, και ούτως, ότε επέστρεψεν εις την κυρίαν οδόν, έδειξεν ότι μετέβαινεν εις την κώμην, και ουχί ότι εξήρχετο, ως αληθές, εξ αυτής, ακολουθήσας τα ίχνη του Βράγγη.

Όσον σιγανόν και αν ήτο το κίνημα του Δαρώτα, αρπάσαντος την φλοκάταν, και όσον εγγύς του ύπνου και αν ευρίσκετο ο Βράγγης, ήκουσεν ουχ ήττον ελαφρόν κρότον όπισθέν του.

Εστράφη, αλλά δεν ενόησε κατ' αρχάς την έλλειψιν της πολυτίμου φλοκάτας. Από της κενής όμως θέσεως το βλέμμα του μετέβη γοργώς εις τον φεύγοντα Δαρώταν. Ούτος ευρίσκετο ήδη τριάκοντα βήματα μακράν, και ήρχισε να εντείνη το βήμα και να ανοίγη φοβερώς τα σκέλη, ώστε θα τον εφθόνει και αυτός ο κολοσσός της Ρόδου. Προφανώς ελησμόνησε πόσον δρόμον είχε τρέξει, ως ισχυρίζετο. Ο Βράγγης απετίναξε την νάρκην του νυσταγμού, ανωρθώθη εν ακαρεί, έβαλε κραυγήν, και τον κατεδίωξεν, εκσφενδονίζων κατ' αυτού λίθους και βώλους γης. Εξηκολούθησε να τρέχη επί πολύ κατόπιν αυτού, αλλά μάτην. Ο Δαρώτας είχεν εντείνει τους διασκελισμούς, και ημιλλάτο προς τον αρχαίον εκείνον κομπαστήν, τον πηδήσαντα το παρά τω μυθοποιώ αναφερόμενον πήδημα…

Ο Βράγγης κατεδίωξεν ευσυνειδήτως τον άρπαγα μέχρι των προθύρων της πολίχνης. Εκεί εισέδυ ούτος εις οδόν τινα εν μέσω καλυβών και μανδρών, εστράφη επιδεξίως πολλάκις προς τους διαφόρους ελιγμούς του λαβυρινθώδους εκείνου μέρους, και ο ατυχής Βράγγης τον έχασεν από των οφθαλμών αυτού. Μόνη δε αντηχούσα διαμαρτύρησις έμειναν αι κραυγαί του διώκτου, αίτινες άνθρωπον ουδένα προσείλκυσαν. Ο τόπος εφαίνετο έρημος και μόνον δύο ή τρεις γυναίκες πλύνουσαι οθόνια εντός κήπου, διέκοψαν απορούσαι το έργον και εκύτταζον μηδέν εννοούσαι. Είς δε μέγας μανδρόσκυλος και έτερος σκύλαξ νεογνός ήρχισαν να υλακτώσι και ερρίφθησαν κατά του Βράγγη. Τότε μία των πλυντριών έκραξε: Κλέπτης! Ο δυστυχής Βράγγης, ου η ψυχή είχεν αναβή εις τους οδόντας, κατά το κοινόν λόγιον, ησθάνθη ότι μάταιον ήτο του λοιπού να μεριμνά περί του αρπαγέντος πράγματος και ότι καλλίτερον θα ήτο να φροντίση περί της ιδίας αυτού ασφαλείας. Όθεν σταθείς επί στιγμήν τινα, εστράφη εις τα οπίσω, και αμυνόμενος διά λίθων κατά των δύο κυνών, εξήλθεν ως τάχιστα εκ του μέρους εκείνου. Τότε παιδία τινά, προσδραμόντα αίφνης εκ του θορύβου, ήρχισαν να ερεθίζωσι κατ' αυτού τους κύνας. Το έν έκραζε·

— Μη χτυπάς το σκυλί μου!

Έν άλλο δεν έχασε καιρόν εις λόγια, αλλά συλλέξαν όσους ηδυνήθη πλείστους λίθους ήρχισε να λιθοβολή διά της τακτικωτάτης μεθόδου τον φεύγοντα. Τα άλλα δεν ήργησαν να μιμηθώσι τον σύντροφόν των, και εν τω άμα εσχηματίσθη πλήρης στρατιά εμπείρων και τολμηρών λιθοβολητών, καταδιώξασα τον φυγάδα μέχρι του λόφου. Ο ατυχής Βράγγης, πνευστιών, αγωνιών, κάθιδρως, τετραυματισμένος, ουδ' ετόλμησε ν' αντεπεξέλθη κατά τοσούτον πολυαρίθμου εχθρού, αλλ' ετράπη κανονικώς εις φυγήν, εντείνων τας υπολειπομένας αυτώ δυνάμεις εις το μη περαιτέρω της καρτερίας και ευψυχίας. Ότε εισήλθεν εις την πρώτην εν μέσω των αγρών οδόν, την περιερχομένην οφιοειδώς τον λόφον, τα παιδία τον άφησαν ήσυχον, μη τολμήσαντα να καταδιώξωσιν αυτόν πορρωτέρω. Ήδη είχεν αρχίσει να νυκτόνη, και εφοβούντο το σκιόφως, όπερ εν τω μέσω των θάμνων και των δένδρων εφαίνετο πυκνότερον, και είχε φανταστικόν τι και απειλητικόν.

Φθάσας ο Βράγγης εις την πηγήν εκείνην, την μάρτυρα του παθήματός του, εύρεν ευτυχώς την ράβδον και την πήραν, όπου τας είχεν αφήσει, και επαρηγορήθη μικρόν τι, διότι δεν ευρέθη και άλλος τις απροσδόκητος αλήτης, όστις να κλέψη και τους δύο τούτους συντρόφους της οδοιπορίας του. Αλλ' ήτο τοσούτον απηυδηκώς ήδη ώστε δεν ηδύνατο να εξακολουθήση την πορείαν του. Εκάθισε παρά την βρύσιν, απέμαξε διά της χειρός τον ιδρώτα από του μετώπου του, εστέναξε παρατεταμένως και διηπόρει τι ώφειλε να πράξη. Αδύνατον τω εφαίνετο να επανέλθη με κενάς χείρας προς τον κύριόν του. Τι να τω είπη; Να ψευσθή προς αυτόν ότι ο Λιμπέρης δεν ηθέλησε να τω δώση την φλοκάταν; Αλλ' ο γέρων αρματωλός ταχέως ήθελε μάθει την αλήθειαν. Να διηγηθή το πράγμα όπως συνέβη; Αλλά προσεβάλλετο δεινώς η φιλαυτία του. Το άριστον μέτρον εφαίνετο αυτώ το εξής: Να διανυκτερεύση παρά την πηγήν, και εγερθείς την επαύριον να επιστρέψη εις τον Λιμπέρην, προς ον να διηγηθή με μικράν παραλλαγήν το γεγονός, να περιγράψη τους χαρακτήρας του κλέπτου, και να αιτήση δικαιοσύνην διά των νομίμων μέσων. Ή εν αποτυχία αυτών, να καταζητήση αυτός τον ένοχον και να λάβη ταντίποινα με την χείρα του. Αυτό ήτο το καλλίτερον καταφύγιον. Άλλως δε ουδέ είχε να εκλέξη άλλο. Αποφασίσας ούτως, εδείπνησε με τον υπολειπόμενον κρίθινον άρτον, και έπιε δροσερόν ύδωρ. Είτα εξέλεξε θέσιν καλήν επί των βρύων, υπό τινα βράχον επικαμπή, όστις ηδύνατο να τον στεγάση εν μέρει, έκοψε πτέριδας και κλώνας πλατάνου, έστρωσε δι' αυτών την κλίνην του, έθεσε την πήραν προσκεφάλαιον, έλαβεν εις τας αγκάλας την ράβδον του και απεκοιμήθη δροσερόν και βαυκαλιζόμενον ύπνον.

Δεν είχον αρχίσει ακόμη τα όνειρα να καταβαίνωσιν εις την καταπεπονημένην ψυχήν του δυστυχούς απομάχου, και αφυπνίσθη υπό κρότου βημάτων και ήχου φωνής ανθρωπίνης. Ανοίξας τους οφθαλμούς είδε τότε όψιν τινά, ην έμελλεν εσαεί να εκλάβη ως όνειρον, αν δεν ετύγχανεν έκτοτε ψηλαφητών τεκμηρίων περί του πραγματικού της εμφανίσεως εκείνης. Άνθρωπός τις εφάνη κρατών δέμα εν τη χειρί, ως εφαίνετο, διότι ο Βράγγης δεν ηδύνατο καλώς να διακρίνη. Το φέγγος της σελήνης κατήρχετο διά του ανοίγματος των δένδρων επί του προσώπου του αγνώστου και εφώτισε τους χαρακτήρας του. Ήτο άνθρωπος με χρώμα ηλιοκαές ή φύσει μελαψόν, με οστεώδεις και μακράς εξοχάς εν τη μορφή, με ερρυτιδωμένον μέτωπον. Υψηλός το ανάστημα, αλλά κυρτός. Εφόρει πενιχρότατα ενδύματα. Εκ των χειρίδων του εξήρχοντο δύο σκελετώδεις βραχίονες, αι χείρες του δε ήσαν τόσον ρικναί και κατάξηροι και μαύραι, ώστε εφαίνετο έχουσαι συγγένειάν τινα με τα σκληρά μέταλλα, τον σίδηρον και τον χαλκόν. Ήτο ίσως Αιγύπτιος, εξ εκείνων οίτινες μόνοι κατειργάζοντο κατά τον χρόνον εκείνον εν τη Ανατολή τα ειρημένα μέταλλα.

Εκράτει, ως είπομεν, δέμα μεταξύ των δύο χειρών του. Αι χείρες αύται ωμοίαζον προφανώς η μία με σφύραν και η άλλη με άκμονα. Ο άνθρωπος ούτος ενεποίησε παράδοξον εντύπωσιν εις τον Βράγγην. Έρριψεν άπληστα βλέμματα επ' αυτού. Δεν ήτο συνήθης οδοιπόρος, δεν ήτο απλούς παροδίτης. Τα πάντα ενέφαινον πολύ το μυστηριώδες και το αλλόκοτον εν αυτώ. Η νυξ με τα τόσα αυτής μυστήρια, προσετίθει και άλλο τι σκότιον και φανταστικόν εις τον άνθρωπον τούτον. Δεν εφαίνετο εκ του κόσμου τούτου. Ενόμιζέ τις ότι τον είχε γεννήσει η νυξ. Η μόνη σωτηρία του Βράγγη ήτο το να νομίζη ότι ονειρεύεται, ει δε μη, ήθελεν εκβάλει κραυγήν τρόμου. Ο άγνωστος δεν επλησίασεν εις την πηγήν του ρύακος, δεν εκάθισεν υπό τα δένδρα, τεκμήριον ότι δεν ήτο οδοιπόρος κεκμηκώς. Ανέβη εις τον μέγιστον βράχον, αντικρύ της κοιτίδος, εν ή εκοιμάτο ο Βράγγης, και δεν εκάθισεν επ' αυτού, έμεινεν όρθιος. Ύψωσε το βλέμμα προς τον ουρανόν, είτα περιέφερεν αυτό γύρω. Τι διενοείτο; Είτα ήρχισε να μονολογή.

Ο βράχος, εφ' ον ανήλθεν ο άγνωστος, ήτο το εκφαντότερον μέρος της μικράς κοιλάδος. Ήτο όλος περίοπτος. Εκεί η λάμψις της σελήνης κατέπιπτε καθαρωτέρα και ο Βράγγης είδε τότε ή τω εφάνη ότι είδεν, ότι το δέμα όπερ εκράτει ο παράδοξος άνθρωπος εις τους βραχίονας, εκινείτο, ως να ήτο έμψυχον.

Ο άγνωστος ήρχισε να ψιθυρίζη, αρκούντως ευκρινώς, ώστε ν' ακούη ο Βράγγης:

— Τετέλεσται, τέκνον, δεν δύναμαι πλέον να σε σώσω. Το πεπρωμένον το θέλει. Ήτο γραπτόν. Τις δύναται να παλαίση με την Μοίραν; Επί μακρά έτη περιπλανώμαι. Ύπνος δεν έκλεισε τα βλέφαρά μου, ανάπαυσιν δεν εύρε το σώμα μου. Εις την κοιλάδα αυτήν είναι το τέλος. Μοι το είπεν η αψευδής φωνή. Ήτο ειμαρμένον να τελειώση εδώ το μαρτύριόν σου. Σώζων σε καταστρέφω την πίστιν, φυλάττων σε προδίδω τον όρκον. Μετήλθον όλα τα μέσα. Δεν ήτο γραπτόν να σωθής. Περιήλθον όλην την γην, διέδραμον όλην την οικουμένην. Οι διώκται σου είναι ισχυροί. Έχουσι την συμμαχίαν του πεπρωμένου. Τον άρτον μου δεν τον έθεσα ποτέ επί τραπέζης, επί προσκεφαλαίου δεν εστήριξα την κεφαλήν μου. Ουδέποτε ανεπαύθην υπό τον ήλιον, πάντοτε ηκολούθησα την πορείαν αυτού, πάντοτε διεσταύρωσα την επιστροφήν του. Οι αστέρες έλαμπον εις τον ουρανόν και τα όμματά μου δεν εκλείσθησαν επί της γης. Οι άνεμοι εφύσων εκ των τεσσάρων σημείων, και μετ' αυτών έτρεχον. Αι νεφέλαι ενεκυμόνουν τους υετούς και επί της γης στέγασμα δεν εζήτησα. Η χιών επυκνούτο εις τα όρη και εστίαν πυρός ποτέ δεν ήναψα. Οι κεραυνοί εβρόντων εις τον αιθέρα και δεν με κατεπτόησεν η φλοξ αυτών. Οι χειμώνες περιέβαλλον την γην με πάγους και τους δακτύλους μου δεν εθέρμανα. Οι νάρκισσοι ήνθησαν από των λειμώνων, αλλά την ευωδίαν αυτών δεν απήλαυσα. Ο Σείριος ηπείλησε τους θνητούς με βέλη του Φοίβου, αλλ' ουδέποτε εδρόσισα το στόμα μου. Υπό στρώμα φύλλων κατεκαλύφθη το έδαφος της γης, και δεν επόθησα την σκιάν, ην δεν είχον απολαύσει. Και τώρα τι μέλλομεν; Η γη ολισθηρά, το πεπρωμένον ωθεί, τα γόνατα τρέμουσιν. Η ψυχή αγωνιά, το στόμα δέεται, ο ουρανός κωφεύει. Τα γεγονότα σπεύδουσιν, οι εχθροί αγρυπνούσι, με καταδιώκουσι. Θεοί, θεοί τι θα πράξω!

Και έμεινεν επί τινας στιγμάς σιγών, ακίνητος, βλέπων προς τον υπό τους πόδας του καταφερόμενον καταρράκτην. Ο Βράγγης συνέχων την αναπνοήν του, ήκουεν, έβλεπεν, ηπόρει, εσίγα.

Ο άγνωστος έστρεψεν αίφνης προς τα οπίσω την κεφαλήν. Είχεν ακούσει ελαφρόν τινα κρότον, ον απετέλεσαν βεβαίως τα φύλλα υπό του ανέμου σειόμενα. Ηκροάσθη επί πολύ. Είτα επανέλαβε τον μονόλογόν του.

— Ο άνεμος σείει τα δένδρα, είπε, καθώς εμέ η πνοή της συμφοράς. Οι διώκται όμως δεν αργούσι. Κοιμάσαι, αθώον πλάσμα, εις τας αγκάλας μου, αλλ' ουδέ υποπτεύεις πού θ' αφυπνισθής. Δεν θα σε παραδώσω εις τας χείρας των, θα σε μεταβιβάσω εις την αθανασίαν. Εις τους υποχθονίους θεούς θα σ' αφιερώσω. Συ, ω θείε άνερ, καλώς είπες, ουδ' ηδύνατο νους τις να ίδη όσα συ κατενόησας. Μετά την ζωήν η μετεμψύχωσις, μετά την φθοράν η αθανασία. Η ιδέα ζη εν τη ψυχή ως λύχνος καιόμενος. Αύτη κατοπτρίζει το θείον κάλλος, αύτη γεννά την ευδαιμονίαν. Ο έρως ηράσθη της ψυχής, η ένωσις αυτών παρήγαγε την ανθρωπότητα. Ευτυχία, απόλαυσις, γλυκασμός, τρυφή, ηδυπάθεια, πάντα εν τω έρωτι. Ο θείος έρως δεν είναι γήινος, και η ψυχή δεν είναι πηλίνη. Το άυλον εν τω αΰλω, το ιδεώδες εν τω ιδεώδει. Το σώμα είναι το σκότος, η ψυχή είναι η ακτίς. Ακτίς του αϊδίου, του απείρου, του υπερτελείου φωτός. Το μηδενός επιθυμείν, η σωφροσύνη, η απάθεια, τούτο θείον. Το όμμα σου, ω θείε άνερ, ήτο όμμα αετού, η διάνοιά σου ήτο της θείας διανοίας κοινωνός. Και ευτυχώς επέστη ήδη ο χρόνος, όπως τα δόγματά σου βασιλεύσωσιν επί της γης. Αι δυστυχίαι της ανθρωπότητος, επί δεκατέσσαρας αιώνας, ήσαν η τιμωρία αυτής, διότι σε παρεγνώρισε. Δεν παραπονούμαι δι' όσα υπέφερα, αρκεί ότι θα ίδω τον θρίαμβον του δόγματος. Εις σε αφιερώ την κόρην ταύτην, αξίωσον αυτήν της δόξης και της αθανασίας. Το μέγιστον δώρον, όπερ δύναται θνητός να προσφέρη εις θνητόν…

Διεκόπη. Ήκουσε και πάλιν παρατεταμένον θρουν όπισθέν του. Ηκροάσθη επί μακρόν. Ουδέν. Και όμως εφαίνετο περιμένων να έλθωσί τινες.

Ο Βράγγης είχεν ιδεί αύθις το δέμα κινούμενον εις τας αγκάλας του αγνώστου, και εσκέπτετο ότι ίσως να ήτο βρέφος τι. Εφρικίασεν. Ο άγνωστος επανέλαβεν·

— Ούτω πρέπει να πράξω και να μη διστάσω πλέον.

Από στιγμής εις στιγμήν οι διώκται δύνανται να φθάσωσι.

Πρώτον το χρέος, είτα η ελευθερία. Συ, ω θείε Πλάτων, αν ήσο, το αυτό θα έπραττες!…

Και εκινήθη, ετοιμαζόμενος, ως διά να ρίψη το εν ταις αγκάλαις αυτού κρατούμενον πράγμα εις τον καταρράκτην. Ο Βράγγης είδε τότε ευκρινέστερον ότι το πράγμα τούτο ήτο όντως έμψυχον. Εκινήθη προφανώς. Το παιδίον (διότι ήτο μικρά κόρη εξαετής, περιτετυλιγμένη εντός λευκής οθόνης) αφυπνίσθη εκ της κινήσεως των χειρών του αγνώστου. Έσφιγξε σπασμωδικώς τους βραχίονας και εκρατήθη εκ του τραχήλου του. Έβαλε μίαν κραυγήν.

Ο άγνωστος προσεπάθησε ν' αποσπάση τους βραχίονας της παιδίσκης από του λαιμού του. Αλλ' αύτη τον εκράτει με όλην την δύναμίν της.

— Πατέρα, έκραξε μετά δακρύων, πατέρα!

— Τι έχεις, κόρη μου;

Η μικρά ήρχισε να ολολύζη.

— Πατέρα, μη με φονεύης, έλεγε μετά λυγμών.

Ο άνθρωπος εκείνος εφάνη ότι συνεκινήθη· αλλ' όμως κατέπνιξε το αίσθημα τούτο και απήντησεν·

— Όχι κόρη μου, υπάρχει αθανασία!

Και προσεπάθησε πάλιν ν' απαλλάξη τον τράχηλόν του από της περισφίγξεως των μικρών βραχιόνων.

Ο Βράγγης ταραχθείς, έκθαμβος, ιλιγγιών, ανεσηκώθη επί της στρωμνής του, και ήτο έτοιμος να εφορμήση προς βοήθειαν. Αλλ' η κοιτίς εφ' ης ευρίσκετο, εχωρίζετο από του βράχου, εφ' ου ίστατο ο άγνωστος, διά πλατείας χαράδρας, και όπως φθάση εκείσε ο Βράγγης, ώφειλε να περιγράψη ευρύν κύκλον. Ανωρθώθη και έσπευσεν, ίνα φθάση εγκαίρως, αλλ' εις μάτην. Η παιδίσκη έσφιγγε σφοδρώς τον τράχηλον του αγνώστου, αλλ' ούτος ήτο ισχυρότερος και επί τέλους κατώρθωσε ν' αποσπάση τους βραχίονας αυτής…

Φοβερόν και παθητικόν ήτο το θέαμα της αντιστάσεως της μικράς ταύτης κόρης, υπερασπιζούσης την ζωήν της κατά των αγώνων του παραδόξου εκείνου ανθρώπου. Και τούτο μακράν πάσης ανθρωπίνης αρωγής, εν τω σκότει της νυκτός, εν τη ερημία εκείνη, επί του ύψους του μεμονωμένου βράχου, υπέρ τον πίπτοντα καταρράκτην, όστις αν δεν είχεν αρκετόν βάθος προς πνιγμόν, είχεν όμως αρκετόν ύψος προς κατασύντριψιν ασθενούς πλάσματος.

Οι ολολυγμοί της κόρης αντήχουν κατανυκτικοί και σπαραξικάρδιοι.

— Πατέρα! μη με φονεύης!…

Ο Βράγγης ησθάνθη την καρδίαν του μαλαττομένην και πιεζομένην. Είχε φθάσει ήδη εις την ρίζαν του βράχου, εφ' ου ίστατο ο άγνωστος μετά της κόρης. Εκείνος ουδέ είχε παρατηρήσει την παρουσίαν αυτού. Διά σφοδρού άλματος ανέβη ούτος εις την κορυφήν του βράχου. Αλλά δεν ήτο πλέον καιρός.

Ο Βράγγης ήκουσε μόνον ψόφον τινά, πάταγον σώματος καταπεσόντος εντός ύδατος. Είτα είδε τον απαίσιον εκείνον άνθρωπον ιστάμενον ενώπιον του όρθιον, με εσταυρωμένας τας χείρας υψούντα προς τον ουρανόν το βλέμμα, ως να απήγγελλε δέησιν… δέησιν υπέρ της ψυχής του θύματος, όπερ είχε προπέμψει αρτίως εις την αιωνιότητα. Έστρεφε δε τα νώτα προς τον Βράγγην.

Ούτος ησθάνθη τότε τοσαύτην ορμήν παραφόρου αγανακτήσεως, ώστε μικρού εδέησε να κατενέγκη επί των ώμων αυτού σφοδρόν κτύπον, όστις έμελλε να τον αποστείλη προς συνάντησιν του αθώου εκείνου μικρού πλάσματος. Αλλ' εκράτησε την χείρα του συλλαβών αίφνης σκέψιν τινά. Ο κρότος της πτώσεως της μικράς παιδίσκης, ον είχεν ακούσει, δεν ήτο σκληρός, οίος ο επί αντιτύπου σώματος. Ήτο πλατάγημα όμοιον με το παραγόμενον εκ της συγκρούσεως προς ρευστόν σώμα. Δυνατόν να έζη εισέτι η μικρά κόρη, αν δεν εκτύπησεν επί του βράχου. Τω όντι δε εις την λεκάνην, όπου κατέρρεεν ο χείμαρρος, εσχηματίζετο λάκκος τις, έχων βάθος ίσον προς το τρίτον αναστήματος ανθρώπου. Η σκέψις αύτη εφώτισεν ένδοθεν την ψυχήν τον δυστυχούς απομάχου.

Διά μιας εστράφη εις τα οπίσω, και με τρία άλματα κατέβη εις το ρίζωμα του κρημνού, υπερεπήδησε την χαράδραν, διέβη δύο ή τρεις χθαμαλούς βράχους και τέλος έφθασεν εις τον βόθρον. Το σώμα της μικράς κόρης ήτο κατά το ήμισυ βεβυθισμένον εις το ύδωρ, και τα ενδύματά της επέπλεον. Ο Βράγγης έκυψε, την ανέσυρε και περιέβαλλεν αυτήν εις τας αγκάλας του. Ρύακες ύδατος έρρεον εκ των ενδυμάτων της, και ο γέρων απόμαχος κατεβράχη όλος. Αλλά δεν τον έμελε διά τούτο. Έσπευσε να ψηλαφήση την καρδίαν, να βεβαιωθή αν ήτο ζώσα η παιδίσκη. Το σώμα ήτο κατάψυχρον. Παρ' ολίγον ο γέρων στρατιώτης απηλπίζετο. Έψαυσεν επανειλημμένως την καρδίαν, εκάθισε παρά τον λάκκον, εθέρμανε το σώμα διά προστριβών. Εφύσησεν εις το πρόσωπον της ατυχούς μικράς. Τέλος ενόησεν ότι έζη, αλλ' ήτο βεβυθισμένη εις βαθείαν λιποθυμίαν. Ο Βράγγης δεν εδειλίασεν εξηκολούθησε να εφαρμόζη τα γνωστά αυτώ πρόχειρα μέσα της θεραπείας.

— Ω, θεέ μου, έλεγε, φωτιά, να είχα τρόπον ν' ανάψω φωτιά. Υψώσας το βλέμμα προς την κορυφήν του υψηλού βράχου, είδε μετά χαράς ότι ο άγνωστος δεν ήτο πλέον εκεί. Αφού εκρήμνισε την μικράν κόρην, ενόμισε καλόν να γείνη άφαντος. — Τω όντι, διενόθη ο Βράγγης, τούτο ήτο το καλλίτερον όπου είχε να κάμη. Αλλ' εγώ τι να κάμω; Αν δε μου έκλεφταν την φλοκάταν, ιδού πού θα εχρησίμευε τώρα. Αλλά και πάλιν καλλίτερον οπού μου έκλεψαν μίαν φλοκάταν, και έσωσα μίαν ψυχήν. Αλλά πρέπει να την σώσω μέχρι τέλους.

Εξηκολούθησεν ανενδότως τας προστρίψεις και τας εμπνοάς. Η παιδίσκη παρείχε κατά μικρόν σημεία ζωής. Στεναγμός τις ελαφρός, ως λεπτή αύρα εν γαλήνη, εξήλθεν εκ των χειλέων της. Το πρόσωπον ήτο λευκόν, ως κηρός, και οι καστανοί βόστρυχοι της περιέβαλλον την μορφήν, ως στεφάνη γραπτής αγίας. Ο παλαιός στρατιώτης ησθάνετο παράδοξον και συμπαθή γοητείαν εις την θέαν του δυστήνου τούτου πλάσματος. Εσκέπτετο ότι και αυτός, αν δεν εδαπάνα την νεότητά του εις αγόνους και σκαιάς επιχειρήσεις, θα ηδύνατο να είναι πατήρ, και να έχη εις το γήρας του μικράν κόρην, οία αύτη, ήτις θα ήτο η παραμυθία του. — Τώρα δε τι εκέρδισα; έλεγεν. Ηκολούθησα όλην την ζωήν μου τον Γάρμπον, όστις μ' εδίδαξε να καταφρονήσω όλα τα επίγεια, χωρίς να κερδίσω τα ουράνια τουλάχιστον. Αλλά διατί να μη υιοθετήσω αυτήν την μικράν; Αυτή δεν έχει ούτε πατέρα, ούτε μητέρα. Έκαστος δύναται να γείνη φυσικώς πατήρ μιας κόρης, αλλά δεν δύναται να σώση και μίαν κόρην από τον θάνατον, καθώς εγώ. Αλλά τις ειξεύρει αν δεν είμαι και πατήρ της; Ταύτα σκεπτόμενος κατήντησε να πιστεύση ότι τω όντι η μικρά αύτη ήτο θυγάτηρ του. Εσυλλογίζετο δε την έκπληξιν, ην ήθελεν αισθανθή ο Γάρμπος, αν εμάνθανεν ότι ο παλαιός σύντροφός του απέκτησεν αίφνης εις το γήρας μίαν κόρην. Πιθανόν ο αλλόκοτος εκείνος άνθρωπος, όστις την κατεκρήμνισεν από του ύψους του βράχου, να ήτο πατήρ της, ως τον είχεν ονομάσει αύτη. Αλλά προφανώς, αφού υπερέβη πάντα όρον αστοργίας, επιχειρήσας να την φονεύση, απέβαλε διά τούτο τα δικαιώματα της πατρότητος. Και αφού ούτως είχε το πράγμα, η νεαρά αύτη κόρη είχεν ανάγκην πατρός.

Εκ της σκέψεως ταύτης ησθάνθη αγαλλίασιν ο Βράγγης. Έλαβε την μικράν εις τας αγκάλας του, υπερεπήδησε τους βράχους πατών με ασφαλές και έμπεδον βήμα, και ελθών απέθεσε την κόρην επί της κλίνης του. Την εσκέπασε με τα ενδύματά του, την περιέθαλψε, την εθέρμανε, και εκάθισε παρ' αυτήν. Τα σημεία της εις την ζωήν επανόδου ήσαν ήδη προδηλότερα. Αλλ' όμως βηξ και άσθμα κατείχε το στήθος της. Ο γέρων ανησύχει. Ήτο ήδη βαθεία νυξ και εφοβείτο το νυκτερινόν ψύχος. Εκράτει πάντοτε τας χείρας της, αίτινες ήσαν έτι ψυχραί. Η παιδίσκη δεν ωμίλησε, και εφαίνετο εν αγνωσία διατελούσα. Η δύσπνοια του στήθους επετείνετο και ο φόβος του καλού απομάχου παρηκολούθει μετά προσοχής τα συμπτώματα ταύτα. Αν και εγίνωσκε την χρήσιν του ξαντού διά τα τραύματα, ποτέ δεν εφαντάσθη ότι ηδύνατο να είναι τόσον αγαθός νοσοκόμος.

Διελογίσθη ότι εκεί πλησίον, εις το χωρίον, όπερ δεν απείχε πολύ, όθεν οι κύνες και τα παιδία τον είχον εξώσει θριαμβευτικώς την εσπέραν, υπήρχον μικραί τινες επαύλεις, καλύβαι μάλλον ή οικίαι, κεχωρισμέναι από της κυρίως κώμης, αίτινες κατωκούντο υπό ανθρώπων, και ηδύναντο να έχωσι πυρ εις την εστίαν και θερμήν κλίνην δι' ύπνον. Αν ελάμβανε την ατυχή ταύτην παίδα εις τας αγκάλας του, και εβάδιζε δύο ή τρία μίλια, διότι δεν ησθάνετο πλέον κάματον, αν έβλεπε φως λάμπον εις τον φεγγίτην, και έκρουε μετά θάρρους και συστολής άμα την θύραν . .. . . . πιθανόν να δυσηρεστούντο οι κάτοικοι της καλύβης διά το άκαιρον και απροσδόκητον της ενοχλήσεως, αλλ' αυτός θα ωμίλει, θα διηγείτο με δύο λέξεις το πράγμα, θα μετήρχετο την ευγλωττίαν του πάθους και της οδύνης, και ίσως θα τους συνεκίνει.

Δεν εδίστασεν επί πλέον. Ανήγειρε την μικράν κόρην, ετύλιξεν αυτήν με το ένδυμά του, και λαβών την πέτραν και την ράβδον του, ήρχισε να βαδίζη. Καθ' ην στιγμήν διήρχετο υπό την πλάτανον, την εγγυτέραν προς τον βράχον όθεν έπιπτεν ο καταρράκτης, είδε, βοηθεία ακτίνος τινος της σελήνης, στίλβον τι πράγμα κείμενον κατά γης. Έκυψε και το έλαβε. Το έθηκεν εις την πήραν, χωρίς να το περιεργασθή, διότι το συμπαθές φορτίον όπερ εβάσταζε δεν επέτρεπε αυτώ τούτο. Ετάχυνε γενναίως το βήμα, και εισήλθεν εις την σύνδενδρον και σκιεράν οδόν, την άγουσαν εις το χωρίον.

Ότε προέβη αρκετήν οδόν, ήκουσεν αίφνης ποδοβολητόν ίππων ερχομένων όπισθέν του. Τα σιδηρά πέταλα αντήχουν επί του εδάφους και αι φωναί των ιππέων ηκούοντο. Η πρώτη ελθούσα αυτώ ιδέα ήτο να αποταθή προς τους ιππείς και να ζητήση την βοήθειαν, ης είχεν ανάγκην. Ουδεμίαν αντίληψιν ή ανάμνησιν είχε των λόγων του αγνώστου, δι' ων υπηνίχθη διώκτας της μικράς κόρης επερχομένους. Αλλ' όμως συνέλαβεν αόριστον τινα φόβον, και εσκέφθη ότι ουχί παρά των διαβατών, οίτινες δεν είχον προφανώς τα μέσα, αλλά παρά των εν οίκω ώφειλε να ζητήση βοήθειαν. Παρεμέρισεν εκ της οδού, επορεύθη εις πυκνόν θάμνον, και εκρύβη όπισθεν αυτού, περιμένων να περάσωσιν οι ιππείς. Ότε επλησίασαν ούτοι, ήκουσε τον εξής διάλογον.

— Δεν ημπορεί να είναι μακράν.

— Αυτός ο διαβολόγερος ειξεύρει τον τρόπον να χάνεται ως κονιορτός.

— Πώς ευρέθης εδώ και τι συνέβη; ηρώτησε τον Βράγγην ο φαινόμενος ως αρχηγός των ιππέων.

— Βοήθειαν πρώτον, αυτή η μικρά κινδυνεύει.

— Και τι έχει;

— Κρυόνει θανατηφόρως.

— Τύλιξέ την μ' αυτό.

Ο ιππεύς εξέβαλεν εκ του μαρσίπου του μάλλινον σκέπασμα και το έρριψεν εις τον Βράγγην. Ούτος δε έσπευσε να περιτυλίξη το σώμα της κόρης.

— Αλλ' ειπέ με δύο λέξεις τι συνέβη, επανέλαβεν ο ιππεύς.

Άλλος εκ των ιππέων εξέβαλε φιάλην εκ του κόλπου του και την έδωκεν εις τον Βράγγην.

— Δος της να μυρισθή αυτό, είπεν.

Ο Βράγγης εξετέλεσε και την δευτέραν ταύτην παραγγελίαν.

— Ειπέ τι συνέβη, επανέλαβεν ανυπομόνως ο πρώτος των ιππέων.

— Κύριοι, εγώ εκοιμώμην, εκεί υποκάτω των δένδρων, σιμά εις τον ρύακα. Έξαφνα βλέπω ένα μανιακόν, ένα αλλόκοτον άνθρωπον, ένα έξω απ' εδώ, και ήλθε και έρριψεν αυτήν την μικράν, την εκρήμνισεν εις τον καταρράκτην. Επρόφθασα και την έσωσα, αλλ' όμως αποθνήσκει!

Πριν ή τελειώση τον λόγον του ο Βράγγης, ο πρώτος των ιππέων ένευσε προς ένα των συντρόφων του. Ούτος έκαμε δύο βήματα με τον ίππον και εκτείνας τας χείρας προς τον Βράγγην.

— Δος μοι αυτήν την μικράν, είπε.

— Τι θέλετε;

— Δος μοι την μικράν και πήγαινε τον δρόμον σου, γέρο. Ο Βράγγης κατελυπήθη, ιλιγγίασεν, ησθάνθη επιθυμίαν ν'αντισταθή.

— Αλλ' είναι 'δική μου η μικρά, είπεν. Εγώ μόνον βοήθειαν εζήτησα.

— Είναι 'δική σου;

— Είναι 'δική μου, κόρη μου. Δεν ειμπορώ ν' αποχωρισθώ απ' αυτήν.

— Ετρελλάθης, γέρο!

— Σας λέγω, είναι κόρη μου, επέμεινεν ο Βράγγης, μεταμεληθείς ότι δεν διηγήθη εξ αρχής τον μύθον τούτον.

— Μη αστεϊσμούς, γέρο! είπεν αυστηρώς ο πρώτος των ιππέων. Δος την μικράν, και τράβα!

— Αλλ' είναι 'δική μου, κύριε!

— Όταν θέλης να λέγης ψεύματα, να τα σκέπτεσαι εξ αρχής.

Ο Βράγγης κατεταράχθη, επόνεσεν, έκλαυσεν. Αντεστάθη μέχρις εσχάτων.

— Και όταν συλλογίζωμαι ότι το άλογόν μου κοντεύει να σκάση.

— Μήπως θα είναι το πρώτον;

— Και τρέχομεν τόσας ώρας, χωρίς να ειξεύρωμεν διατί!

— Και ποίος ημπορεί να παραπονεθή;

— Αλλά δεν είναι ευχάριστον να ενεργή τις εις τα τυφλά.

— Πιστεύεις ότι ενεργούν εις τα τυφλά;

— Δι' ημάς είναι άγνωστον.

— Εγώ λέγω ότι χάνομεν τον κόπον μας.

— Οι καταδιωκόμενοι δεν ευρίσκονται εις τους μεγάλους δρόμους.

Αι τελευταίαι λέξεις μόλις ηκούσθησαν. Η συνοδία παρήλθεν. Ο Βράγγης ουδεμίαν υπόνοιαν συνέλαβεν εκ του διαλόγου τούτου. Προέκυψεν όπισθεν του θάμνου, παρετήρησε μετά προσοχής, και ότε οι ιππείς απεμακρύνθησαν αρκούντως, εξηκολούθησε και ούτος τον δρόμον του.

Αλλά μόλις προέβη δύο τρία βήματα, και εξέπεμψε σπαρακτικήν κραυγήν. Ησθάνθη εις τας αγκάλας του κατάψυχρον το σώμα της μικράς κόρης. Τότε δεν εδίστασε πλέον. Οι ιππείς δεν ήσαν παραπολύ μακράν, και ηδύναντο εισέτι να τον ακούσωσιν. Έκραξε με όλην την δύναμιν του στήθους.

— Κύριοι! Ιππείς! βοήθειαν!

Οι ιππείς εστάθησαν ευθύς. Ήσαν επτά ή οκτώ τον αριθμόν. Ο Βράγγης έσπευσε να φθάση εις το μέρος, όπου εσταμάτησαν, όλος ταραχή και αγωνία.

— Τι τρέχει, έκραξεν εις των ιππέων. Ποίος φωνάζει;

— Κύριος, δι' έλεος, βοήθειαν!

— Ποίος είσαι;

— Πτωχός γέρος απόμαχος.

— Και τι θέλεις;

— Βοήθειαν εις ένα πλάσμα, κύριοι!

— Τι πλάσμα;

— Μίαν μικράν κόρην, ήτις αποθνήσκει.

Οι ιππείς παρετήρησαν μετά προσοχής, διότι ο Βράγγης είχε πλησιάσει ήδη, και είδον το εν ταις αγκάλαις αυτού βασταζόμενον. Παρετήρησαν αλλήλους ερωτηματικώς.

Εφαίνοντο ως να έλεγον·

— Αυτή να είναι;

— Και όμως ο γέρος δεν είναι αυτός, είπε μεγαλοφώνως είς αυτών.

— Ειμπορεί να μην είναι ο γέρος, και να είναι η μικρά, απήντησεν άλλος.

Οι ιππείς εδέησε να μετέλθωσι βίαν. Ήρπασαν από των χειρών του Βράγγη την μικράν παιδίσκην, και εξηκολούθησαν τον δρόμον των.

Ο Βράγγης έκλαιεν ως παιδίον.

— Πάρε αυτό, γέρο, διά να παρηγορηθής! έκραξεν ο πρώτος των ιππέων ρίψας αυτώ βαλάντιον πλήρες χρημάτων.

Ο Βράγγης κατεπάτησε το βαλάντιον με τους δύο πόδας του, και έτρεξε κλαίων κατόπιν των καλπαζόντων ίππων. Έμελλε δε να τρέχη μέχρι της αυγής, διότι οι ιππείς δεν απήλθον εις μέρος εγγύς κείμενον. Τέλος απώλεσε τα ίχνη των.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ότε ανέτειλεν η ημέρα, και ο Βράγγης συνήλθεν ολίγον τι, θέσας τυχαίως την χείρα εις την πήραν του, ανεύρεν εκεί το μόνον ενθύμιον, όπερ τω έμεινεν εκ της νυκτερινής οπτασίας. Ήτο το στίλβον εκείνο πράγμα όπερ είχεν εύρει υπό την πλάτανον. Ήτο δε είδος αργυρού εγκολπίου, έχον εγκεχαραγμένα σύμβολα και μίαν λέξις. Τα σύμβολα παρίστων γλαύκα, θύρσον, και στέφανον δάφνης. Η λέξις, ην και αν είξευρε ν' αναγινώσκη, δεν θα ενόει πάντως ο Βράγγης, έλεγε κεφαλαίοις γράμμασι ΠΛΗΘΩΝ.

ΜΕΡΟΣ Α'.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Η ικέτις.

Μίλιά τινα μακράν της Μονεμβασίας, έκειτο παρά τον αιγιαλόν, κατά τον ΙΕ' αιώνα, συνοικία τις αλιέων καλουμένη κοινώς Στάμπα. Ο όρμος ήτο αρκούντως ευρύς και πλήρης λέμβων και ακατίων, υπήρχον λίθιναι αποβάθραι, εργαστήριά τινα, και έν πλινθοποιείον. Παρά την αντίθετον άκραν της παραλίας έκειτο πύργος, όστις δυνατόν να κατωκείτο πάλαι ποτέ, αλλά κατά τον ειρημένον χρόνον ήτο έρημος.

Νύκτα τινά του Απριλίου του έτους 1453, καθ' ην ώραν οι αλιείς ητοίμαζον τους πυρσούς διά τας νυκτερινάς οψοθηρίας, αι δε γυναίκες των απεκοιμίζον τα βρέφη επί των γονάτων αυτών, συρίζουσαι το σύνηθες νανούρισμα και ημικλείστους έχουσαι υπό νυσταγμού τους οφθαλμούς, παράπηγμά τι ήτο ανοικτόν εις την άκραν της συνοικίας. Ο μπάρμπα Κατούνας ο οινοπώλης δεν ήτο δύσκολος άνθρωπος, και εδέχετο πάσης τάξεως πελάτας εις το καπηλείον του, ήρκει να ήσαν οινοπόται. Κατά την παρούσαν στιγμήν δύο μόνον θαμώνες υπήρχον εν τω παραπήγματι και έπινον καθήμενοι παρά τράπεζαν. Ο Κατούνας όρθιος, με την ποδιάν κρεμαμένην εκ της οσφύος, περιέμενε, πριν ή αποκοιμηθή, να κενώσωσι τα ποτήρια οι δύο πόται, ίνα παραγγείλωσι και άλλον οίνον.

Οι δύο ούτοι ηλιοκαείς άνθρωποι συνδιελέγοντο σιγά, ενώ έπινον. Ο Κατούνας ουδέ λέξιν ήκουεν. Εις μάτην έτεινε τα ώτα. Είνε αληθές ότι οι δύο ομιληταί δεν επεθύμουν προφανώς νακουσθώσι. Δεν ήσαν εξ εκείνων οίτινες ενεργούσι τα πράγματα προς επίδειξιν.

— Λοιπόν, έλεγεν ο είς, πώς το ειξεύρεις;

— Έχω πληροφορίας, σοι λέγω, απήντα ο έτερος.

— Πόθεν σου ήλθαν; ηρώτα ο πρώτος, όστις εφημίζετο ως επιτήδειος κλέπτης, ήτο δε διάσημος εις τα πέριξ. Ωνομάζετο Σκούντας, επεκαλείτο δε κοινώς &Περίδρομος&.

— Μου ήλθαν από την Ρώμην, απήντα ο δεύτερος, Τρανταχτής ονόματι. Ούτος είχε δύο επαγγέλματα. Με τους τιμίους ήτο τίμιος, και με τον Σκούνταν ομότεχνός του.

— Και έχεις εσύ σχέσεις εις την Ρώμην, διαβόλου Τρανταχτή;

— Δεν το ειξεύρεις; απήντησεν ο Τρανταχτής ιλλωπίζων τους οφθαλμούς.

Και ποίος είνε ο ανταποκριτής σου;

— Ο Πάπας, είπεν απαθώς ο Τρανταχτής.

Ο Σκούντας έβαλε πλατύν γέλωτα.

— Διατί γελάς;

— Διότι μ' εμπαίζεις, είπεν ο Σκούντας.

Την στιγμήν ταύτην ο Κατούνας, ιδών την φαιδρότητα του Σκούντα έλαβε θάρρος και επλησίασε δύο βήματα. Αλλ' ο Περίδρομος συνέστειλε τας οφρύς.

— Τι θέλεις, Κατούνα; είπεν οργίλως.

— Ενόμισα ότι είχετε σώσει το κρασί, εμορμύρισεν ο Κατούνας.

— Φέρε μίαν φιάλην, ανόητε, διά να μην ευρίσκης πρόφασιν να έρχεσαι κάθε λίγο.

Ο Κατούνας έσπευσε να υπακούση.

— Και πώς συμβαίνει ώστε ο Πάπας να είνε ανταποκριτής σου; επανέλαβεν ο Σκούντας.

— Όπως συμβαίνουν όλα τα πράγματα, απήντησεν ο Τρανταχτής.

— Εξήγησέ μου λοιπόν πώς συμβαίνουν τότε, διότι εγώ δεν το ειξεύρω.

— Διά να συμβή κάτι, είπεν ο Τρανταχτής, εγώ ωμίλησα με σπουδαίους ανθρώπους και το έμαθα αυτό, απαιτούνται δύο τινά· θέλησις και δύναμις.

— Λοιπόν;

— Λοιπόν, την θέλησιν την έχουν όλοι, την δύναμιν όμως ολίγοι.

— Και έπειτα;

— Και διά τούτο βλέπομεν ότι ολίγοι επιτυγχάνουν εις αυτόν τον κόσμον.

— Και είσαι συ εκ των ολίγων;

— Εννοείται, αφού έχω τόσα μέσα.

— Και τι μέσα έχεις;

— Όσα θέλω.

Ο Σκούντας έλαβε το ποτήριόν του και το συνέκρουσε με το του συμπότου. Εξεκένωσε δε ο Σκούντας τον οίνον απνευστί. Ο Τρανταχτής μόνον ολίγον έπιεν.

— Ας αφήσωμεν τους αστεϊσμούς, επανέλαβεν ο Σκούντας.

— Δεν είνε αστεϊσμοί, είπεν ο Τρανταχτής.

— Ομιλείς σπουδαία;

— Βέβαια.

— Λέγε λοιπόν καθαρά τότε.

— Καθαρά όπως αυτό το ποτήρι.

— Έμαθες αληθώς ότι θα έλθη;

— Ναι.

— Από πού λοιπόν το έμαθες;

— Σοι είπα, από τον Πάπαν.

Ο Σκούντας εμόρφασεν ανυπομόνως.

— Αλλά δεν είνε παράξενον, μοι φαίνεται, επανέλαβεν ο Τρανταχτής, να το έμαθα από τον Πάπαν, αφού αυτός, διά τον οποίον ομιλούμεν, είνε καρδινάλιος.

— Το ειξεύρω.

— Και από τον καρδινάλιον έως τον Πάπαν δεν είνε, μοι φαίνεται, μεγάλη απόστασις.

— Δεν ειξεύρω.

— Αλλ' ας είνε, εγώ σοι λέγω ότι το έμαθα από τον θαλαμηπόλον του.

— Και τον γνωρίζεις;

— Είνε φίλος μου.

— Τι διάβολο! όλους τους έχεις φίλους; είπεν ο Σκούντας.

— Και διά να πεισθής, ιδού.

Ο Τρανταχτής ήνοιξε το περιστήθιόν του και εξήγαγε φάκελλον εκ του κόλπου. Έσυρε δε ένδοθεν του φακέλλου χαρτίον και το έδωκεν εις τον Σκούνταν.

— Ιδού, διάβασε, είπεν.

Ο Σκούντας ανέγνω την εξής επιστολήν:

«Αγαπητέ μοι εν Χω αδελφέ. Πολύ ταχέως ελπίζω να ενταμωθώμεν, Θεού θέλοντος, και με την ευχήν του Αγίου ημών Πατρός. Ο κύριός μου σκοπεύει μετά ένα μήνα να έλθη εις την Ανατολήν. Μοι φαίνεται ότι η αποστολή του έχει εκκλησιαστικόν και πολιτικόν σκοπόν, αλλά πλειότερα δεν ανεκάλυψα. Ό,τι άλλο μάθω, θα σε πληροφορήσω. Θα μεταβή δε, πιστεύω, εις Κωνσταντινούπολη, αλλά θα περάσωμεν και από τα χώματά σας, διότι έχει σκοπόν να επισκεφθή τον παλαιόν διδάσκαλόν του. Αν ως είνε βέβαιον εκτελέση την επίσκεψιν ταύτην, θα αποβιβασθώμεν χωρίς άλλο εις την παραλίαν της Μονεμβασίας. Επιθυμώ ο πρώτος άνθρωπος, τον οποίον θα ενταμώσω, να είσαι συ, διότι το νομίζω ως καλόν οιωνόν. Άσπασαί μοι την Πογγίαν, την Βεάτην και την Πίαν, τας αγαπητάς μοι εν Χω αδελφάς. Να τας συμβουλεύης να μη δοθώσιν εις την άσκησιν και εις την σκληραγωγίαν, διότι τούτο θα τας κάμη να φαίνωνται ως γραίαι, και θ' αποβάλωσι το κόσμημα του κάλλους, το οποίον είνε έν εκ των επτά αγίων χαρισμάτων. Όλος ασπασίως εις σε, μένω. Ο φίλος, Άγγελος Δερμίνιος, μοναχός εκ του τάγματος του Αγ. Βενεδίκτου. Είθε η ευχή του Αγίου Πατρός να είνε μεθ' ημών. Αμήν».

Αφού ανέγνω ο Σκούντας την ανωτέρω επιστολήν, την απέδωκεν εις τον Τρανταχτήν, όστις εμειδία πονηρώς.

— Τώρα ναι, σε πιστεύω. Διότι, δεν γίνεται να είνε πλαστόν αυτό το γράμμα, τι διάβολο!

— Δεν πιστεύω να με κάμης και πλαστογράφον, είπεν ο Τρανταχτής, υποκρινόμενος ότι δυσαρεστείται.

— Και ποίαι είνε αυταί, οπού λέγει;

— Ποίαι;

— Η Μπογγία, η Πεάτη και η Βία…

— Η Πογγία, η Βεάτη και η Πία;

— Ναι.

— Είνε μοναχαί.

— Εις ποιον μέρος;

— Δεν ειξεύρεις ότι έχω σχέσεις εις έν γυναικείον μοναστήριον;

— Νομίζω να ήκουσα.

— Είνε το μοναστήριον της Αγίας Ελισάβετ. Απέχει τρεις ώρας απ' εδώ.

— Το ειξεύρω.

— Εκεί έχω πολλάς σχέσεις.

— Τίνος είδους;

— Καλάς.

— Καλάς, το ειξεύρω, αλλά….

— Αγνάς εννοείται.

— Τόσον το καλλίτερον, είπεν ο Σκούντας στενάζων.

Παραδόξως δ' εσκυθρώπασε, και δεν επέμεινε περιπλέον εις το θέμα τούτο του λόγου.

— Ας έλθωμεν εις το προκείμενον, είπεν.

— Ας έλθωμεν.

— Έως πότε λέγεις να φθάση εδώ;

— Ποίος;

— Ο Καρδινάλιος, αυτός, πώς τον λέγουν.

— Δυστυχώς αυτός ο Δερμίνιος, ο υποκριτής, ελησμόνησε να βάλη την χρονολογίαν εις την επιστολήν.

— Όστε δεν ειξεύρεις;

— Την έλαβα προ οκτώ ημερών. Η επιστολή λέγει ότι μετά ένα μήνα θα γείνη το ταξείδιον.

— Λοιπόν;

— Αν υπολογίσωμεν και τρεις εβδομάδας επάνω κάτω ίσως να φθάση εις χείρας μου η επιστολή . . .

— Ως τόσον, πιστεύω.

— Ο καρδινάλιος τότε είνε εις τον δρόμον.

— Βέβαια.

— Λοιπόν;…..

Ο Τρανταχτής εκύτταξεν ατενώς κατά πρόσωπον τον Σκούνταν. Ούτος δε κατέστη σύννους και σκεπτικός επί τινας στιγμάς. Είτα εκένωσε και άλλο ποτήριον και απέμαξε τον μύστακα.

— Δεν έχω κανέν σχέδιον, είπεν. Αλλά θα σκεφθώ και σοι λέγω.

Ο Τρανταχτής προσήλθεν εγγύτερον προς τον Σκούνταν και εσφίγχθη παρ' αυτόν. Εταπείνωσε πολύ την φωνήν και τω είπεν·

— Ο καρδινάλιος είνε αδύνατον να μη φέρη μαζύ του πολλά χρήματα.

— Το ειξεύρω. Αλλά θα τα φέρη επάνω του; Αδύνατον.

— Όχι. Αλλ' ένα πράγμα δεν μοι λέγει η επιστολή.

— Το ποίον;

— Αν θα έχη ιδιαίτερον πλοίον.

— Τω όντι.

— Αλλ' εγώ πιστεύω ότι, αν αληθεύη αυτό οπού λέγει αυτός ο υποκριτής, ο Δερμίνιος…

— Τι λέγει;

— Λέγει ότι έρχεται διά πολιτικήν αποστολήν.

— Ναι.

— Λοιπόν αφού έρχεται διά πολιτικήν αποστολήν…

— Έπειτα;

— Θα ειπή ότι τον στέλλει ο Πάπας.

— Ίσως.

— Και αφού τον στέλλη ο Πάπας….

— Ε;

— Τούτο σημαίνει ότι θα του δώση πλοίον.

— Πιθανόν.

— Και αφού θα έχη πλοίον…

— Λοιπόν;

— Θα ειπή ότι τα χρήματα θα τα έχη εις το πλοίον μέσα.

Ο Σκούντας εσκυθρώπασεν αύθις.

— Είνε δύσκολον, είπε.

— Το ειξεύρω.

— Ειμπορούμεν ημείς να;

— Τι να;

— Να ληστεύσωμεν το πλοίον, είπεν ο Σκούντας.

— Πιθανόν να μη λάβωμεν ανάγκην να το ληστεύσωμεν.

— Αλλά τι;

— Να το γδύσωμεν μόνον.

— Δεν είνε το ίδιον; είπε μειδιάσας ο Σκούντας.

— Κατά τας περιστάσεις.

— Διατί;

— Υπόθεσε ότι δεν είμεθα ικανοί δι' έφοδον.

— Υποθέτω.

— Ούτε διά καύσιμον.

— Ούτε.

— Ούτε διά βούλιαγμα.

— Ούτε.

— Τότε δεν βλέπεις έν άλλο μέσον;

— Ποίον;

— Ο Δερμίνιος αυτός είνε φίλος μου.

— Το ειξεύρω.

— Εμβαίνει ολίγον εις τα έντιμα μέσα.

— Ίσως.

— Είνε ψευδευλαβής, υποκριτής, ασυνείδητος Φαρισαίος

— Πιστεύω.

— Αν συνεννοηθώμεν μ' αυτόν…

— Ε;

— Τότε αυτός θα μας εύρη το μέσον.

— Άμποτε.

— Ή θα το εύρωμεν ημείς.

Ο Σκούντας έσεισε τους ώμους. Παρετήρησεν ότι η φιάλη είχε κενωθή. Έκρουσεν αυτήν επί της σανίδος της τραπέζης. Ο κρότος εξύπνισε τον Κατούναν, όστις μόνον με τους οφθαλμούς εκοιμάτο, με τα ώτα όμως ηγρύπνει.

— Τι αγαπάτε; ηρώτησε.

— Κρασί.

Ο Κατούνας έλαβε την φιάλην και επορεύθη προς το βαρέλιον.

— Θα ίδωμεν, απήντησεν ο Σκούντας προς τον σύντροφόν του. Σαν δύσκολα βλέπω τα πράγματα, αλλά ο Θεός βοηθός.

Δεν είχε τελειώσει ακόμη ο Σκούντας τον λόγον και παράδοξος κρότος ηκούσθη έξωθεν. Βήματα δρομαία αντήχησαν, πνοή δε και κραυγή διακεκομμένη έπληξε τα ώτα των δύο συμποτών.

— Τι τρέχει; είπεν ο Σκούντας.

Ο Τρανταχτής δεν ωμίλησεν· έμεινε με το στόμα κεχηνός, βλέπων προς την θύραν του παραπήγματος, ο δε Κατούνας, όστις είχεν ανοίξει την στιγμήν εκείνην τον κρουνόν του βαρελίου, έχυσεν αρκετόν ρεύμα οίνου εκτός της φιάλης, κάτω εις το έδαφος, διότι έστρεψεν ακουσίως το πρόσωπον προς τον θόρυβον.

Νεάνις τις ατημελώς ενδεδυμένη, λυσίκομος, ανυπόδυτος, εν εξάλλω ταραχή διατελούσα, εισώρμησεν εις το καπηλείον κράζουσα·

— Σώσατέ με! Σώσατέ με!

Οι δύο συμπόται ανωρθώθησαν αυτομάτως. Η νεάνις ήσθμαινεν, είχε το πρόσωπον κάτωχρον και έτρεμεν όλον το σώμα της.

— Αϊμά, έκραξεν ο Σκούντας, αναγνωρίσας αυτήν, συ είσαι, Αϊμά;

Συγχρόνως τρεις άνδρες μαυρισμένον το πρόσωπον έχοντες, ημίγυμνοι, κατησβολωμένοι, κρατούντες σφύρας και πυράγρας εισέβαλον κατόπιν της νέας κόρης εις το καπηλείον κράζοντες·

— Τζάνουμ! Πιάστε την! Πιάστε την, για το Θεό!…

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

Καπνοί και σκωρίαι.

Όπως διηγηθώμεν τι συνέβη, ανάγκη μικράς αναδρομής εις το παρελθόν.

Ουχί μακράν του καπηλείου του Κατούνα, περί τα δισχίλια βήματα, έκειτο μεμονωμένη τις καλύβη, σκαιά και αλλόκοτος την θέαν, ιδρυμένη εις την υπώρειαν πετρώδους τινός λόφου, όπου ουδέ ίχνος βλάστης υπήρχεν. Ο άχαρις εκείνος και γυμνός βράχος ηδύνατο να προκαλή πάμπολλα σχόλια και μομφάς επί ελλείψει φιλοκαλίας, αν ήτο έργον ανθρώπινον. Επειδή όμως ήτο έργον της φύσεως, ουδείς εδικαιούτο να παραπονεθή.

Η εν λόγω καλύβη ήτο ευρεία και είχε μεγίστην οπήν εν τω μέσω της στέγης. Κατωκείτο δε υπό οικογενείας σιδηρουργών, συγκειμένης εκ τριών ανδρών και δύο γυναικών, εις ους εχρησίμευεν ου μόνον ως κατοικία αλλά και ως εργαστήριον. Εν τω μέσω έκειτο η κάμινος, κτιστή και υψηλή μέχρι των βουβώνων ανδρικού αναστήματος, εφ' ης νυχθημερόν έκαιον οι εξ ερείκης άνθρακες. Αύτη συνείχετο με ισοϋψές ίκριον, εφ' ου ήσαν ιδρυμέναι αι δύο φύσαι. Διά της εν τη οροφή μεγίστης οπής εξήρχετο ο καπνός. Περί την κάμινον ίσταντο τρεις μεγάλοι άκμονες, παρ' αυτούς έκειντο οι ραιστήρες, αι σφύραι, αι πυράγραι και τα λοιπά εργαλεία.

Παρά τας τέσσαρας γωνίας της καλύβης εκοιμώντο επί του εδάφους οι σιδηρουργοί και αι δύο γυναίκες. Ώρα του ύπνου ήτο συνήθως από της δύσεως του ηλίου μέχρι μέσων νυκτών και τότε αφυπνίζοντο, ήναπτον το πυρ και ήρχιζον την εργασίαν, μέχρι της πρωίας διαρκούσαν. Την ημέραν σπανίως ευρίσκοντο οι άρρενες εν τω εργαστηρίω. Εξετέλουν εκδρομάς εις τα πέριξ, είτε προς πώλησιν των προϊόντων της τέχνης είτε και προς άλλους αγνώστους σκοπούς. Επέστρεφον δε την εσπέραν κατάκοποι και κατεκλίνοντο. Ότε δε ηγείροντο προς το μεσονύκτιον, ως ελέχθη, δεν ήσαν συνήθως μόνον οι τρεις σιδηρουργοί, οίτινες ειργάζοντο. Ως επί το πλείστον ήρχοντο και άλλοι ομότεχνοι και συνηγωνίζοντο μετ' αυτών. Αι δύο γυναίκες δεν υστέρουν και αυταί εις το να βοηθώσι τους άνδρας. Ο ριπισμός των ανθράκων διά των φυσών, ο ραντισμός του πυρός, η κατάσβεσις του πεπυρακτωμένου μετάλλου ήσαν ίδια αυτών έργα. Ενίοτε δε και εις τον χειρισμόν του ραιστήρος ελάμβανε μέρος η πρεσβυτέρα των δύο. Ήτο δε αύτη εξηκοντούτις, ερρυτιδωμένη τας παρειάς, με δύο μεγάλους κυνόδοντας κρεμαμένους εκ της άνω σιαγόνας. Είτε ήνοιγε το στόμα, είτε κλειστόν είχεν αυτό, οι δύο κυνόδοντες ουδέποτε ηδύναντο να κρυβώσιν. Ότε εμειδία (μειδίαμα δ' εννοούμεν τον συνήθη αυτή μορφασμόν του προσώπου), επροξένει τρόμον εις την μικράν προστατευομένην της. Η γραία αύτη ήτο σύζυγος του πρεσβυτέρου των τριών ανδρών και μήτηρ των δύο νεαρών γύφτων. Ηδύνατο δε να ορκισθή εις τον Ήφαιστον ότι και της νέας κόρης επίσης ήτο μήτηρ.

Ο γέρων ήτο παράξενος, δριμύς, οξύχολος, εμορμύριζε πάντοτε, ποτέ δεν ήτο ευχαριστημένος. Έκαστος γογγυσμός αυτού απήντα εις έκαστον μορφασμόν, εις εκάστην θωπείαν και φιλοφρόνησιν της γραίας. Οι δυο νέοι γύφτοι εσύριζον, ετραγώδουν αδιαλείπτως, και δεν ωμίλουν ποτέ. Ο είς ήτο 22 ετών, ο έτερος 19. Ο είς ωνομάζετο Βούγκος και ο έτερος Μάχτος. Ούτω τους παρονώμαζεν ο πατήρ· αγνοείται αν είχον και άλλα ονόματα. Η μήτηρ τους απεκάλει &μεγάλον& και &μικρόν&. Ως δείγμα περί του τρόπου, καθ' ον συνεννοούντο προς άλληλα τα τέσσαρα ταύτα πρόσωπα, αρκεί να παράσχωμεν το εξής· Ο Βούγκος, έθετε τον σίδηρον εις το πυρ και ετραγώδει:

Με το βαρειό, με το βαρειό, ξυπνά ο γύφτος το χωριό. Το χωριό, το χωριό. Τρα λα λα λα ρο λα ρο… Για το σφυρί, για το σφυρί, Τρελλαίνεται κι' η λυγερή. Λυγερή, λυγερή. Τρα λα λα λα ρη λα ρη, κτλ.

Ο Μάχτος εσύριζεν άλλον ήχον, όστις αντέφασκε και κατά μέλος και κατ' έννοιαν προς τον υπό του Βούγκου αδόμενον. Ο γέρων εγόγγυζεν, εψιθύριζεν, εστέναζεν αδιακόπως, και συνάμα κατέφερε την σφύραν επί του άκμονος. Η μαστόρισσα εμειδία, εμόρφαζεν, εδείκνυε τους δύο κρεμαστούς οδόντας, και έλεγεν·

— Άκουσέ τους, πώς το τερετίζουν. Μία χαρά!

— Σκάσε, παληόστριγλα, εγόγγυζεν ο γέρων. Χμι.. Γμ!..

— Σι σι σι, σι σι σι! εσύριζεν ο Μάχτος.

— Ώμορφα που σφυρίζεις, μικρό μου! έλεγεν η γραία.

— Σκασμός, γρηά φούρκα! έκραζεν ο μέγας Γύφτος. Γρου!….

Ο Βούγκος εξηκολούθει το άσμα·

Μες την φωτιά, μες την φωτιά Παίζει ο Γύφτος τη ματιά, Τη ματιά, τη ματιά, Τρα λα λα λα τρα λα τα, κτλ.

Η γραία ενεθάρρυνεν αυτόν·

— Μπράβο, παιδί μου, ώμορφα!

— Θα σκάσης, γραία λώβα! έκραζεν ο γέρων.

Και τότε ήρπαζε τον ραιστήρα και τον ανύψου κατά της γραίας. Ο Βούγκος εξέτεινε την χείρα και προελάμβανε το κτύπημα. Διότι η δυστυχής γύφτισσα δεν είχεν ουδεμίαν πλευράν σώαν. Το ραχοκόκκαλόν της είχε κυρτωθή, και τα παγίδιά της εκρέμαντο γύρω τόσον ανειμένως, ώστε το σύνολον των ώμων και της ράχεως είχον όψιν σωρού. Και αν ο είς των υιών της, αφότου ήλθον εις ηλικίαν, ή η νέα κόρη, δεν απέτρεπόν τινα περιπλέον κτυπήματα, και δεν ήρπαζον τολμηρώς το βαρύ εργαλείον από των χειρών του σκληρού Γύφτου, προ πολλού ο σωρός ούτος δεν θα ήτο υπέρ την επιφάνειαν της γης.

Η νέα, περί ης δεν ωμιλήσαμεν, Αϊμά ονόματι, ήτο δεκαέξ ετών. Μέχρις ου χρόνου εξικνείτο η μνήμη της, εκτός μιας μόνης και φρικώδους αναμνήσεως της βρεφικής της ηλικίας, δεν ενθυμείτο άλλην οικίαν πλην της καλύβης των σιδηρουργών, ουδέ άλλους γονείς πλην του σεβασμίου τούτου ανδρογύνου. Ενταύθα είχεν ηλικιωθή, το μόνον δε όπερ κατώρθωσεν ήτο, αφότου ηλικιώθη, το να αποφύγη την βαναυσότητα του πρώτου των γύφτων, και τούτο διά της γλυκείας γλώσσης της. Είχε μέλανας και μεγάλους οφθαλμούς, ωχράν και αδύνατον την όψιν, και ωραίαν καστανήν κόμην. Το ανάστημά της εφαίνετο ολίγον κυρτόν. Ηδύνατο να καταστή ωραία, αν δεν έζη εν μέσω τοιούτου κύκλου, αλλά νυν δυσκόλως ηδύνατό τις να διακρίνη αν ήτο ευειδής ή άσχημος. Μεθ' όλην την ασβόλην καθ' ης επάλαιε, προσεπάθει να ενδύηται κοσμίως, και σπανίως εφαίνετο κηλιδωμένη. Άλλοτε ίσως εχειρίζετο και αυτή τους φυσητήρας και εβοήθει και εις τα λοιπά έργα. Αλλά προ πολλού ήτο απηλλαγμένη ήδη της αγγαρείας ταύτης. Η γραία μαστόρισσα είχε συναισθανθή την ανάγκην της οικιακής τάξεως, και ανέθηκεν αυτήν εις την Αϊμάν. Πλην τούτου οι δύο νέοι γύφτοι είχον αγαθήν καρδίαν, και οσάκις έπαυον να τραγωδώσι, συνηγόρουν υπέρ της νεάνιδος πάντοτε. Ο δε γέρων ήτο αφοπλισμένος υπ' αυτής και ποτέ το τρομερόν εργαλείον του κατ' αυτής δεν εστράφη.

Η Αϊμά διετήρει, όσον ενήν, την καθαριότητα, έπλυνε τα ενδύματα των τριών γύφτων, παρεσκεύαζε το φαγητόν, έκλωθεν, έπλεκεν, έρραπτε και επεσκεύαζε τας ποδιάς και τα υποκάμισα. Κατώρθωσε δε να εκτελέση και άλλον άθλον, ανήκουστον τέως, ως προς τον πετρώδη εκείνον τόπον, τον ηδικημένον υπό της φύσεως, τον μη ευλογημένον υπό του ουρανού, τον απεξηραμένον υπό των σκωριών και μαυρισμένον υπό των ανθράκων. Μεταξύ δύο υψηλών βράχων ανεκάλυψεν ως εκ θαύματος γην, και μάλιστα λιπαράν. Συνέλαβε την ιδέαν να κάμη κήπον. Μετεχειρίσθη το ολίγον εκείνο χώμα ως ζώπυρον, μετέφερε μακρόθεν επί των ώμων της εκατοντάδας κοφίνων μεστών χώματος, και ούτω κατεσκεύασε την φωλεάν της. Εφύτευσε διάφορα δένδρα και ευώδη φυτά, βασιλικούς, καρυόφυλλα, ηδυόσμους, τα απότιζε δις της ημέρας, κατεσκεύασεν αιμασιάν εκ λίθων με τας χείρας της, και μετ' ολίγον χρόνον πάντες οι γύφτοι ηναγκάσθησαν να σέβωνται το έργον τούτο των χειρών της. Τω όντι δε ο κήπος εκείνος, μικρός όσον ήτο, απετέλει ευάρεστον θέαμα και ήτο εις αντίθεσιν προς τους σκυθρωπούς και καπνισμένους τοίχους της μελαγχολικής καλύβης.

Καθ' όσον ηλικιούτο η Αϊμά, ησθάνετο εν εαυτή ορμεμφύτως της συστολής και ευπρεπείας το αίσθημα. Εντός της ακόμψου εκείνης καλύβης κατώρθωσε να κάμη και είδος κοιτώνος δι' εαυτήν. Δύο σανίδες ήρκεσαν όπως αποτελέσωσι χώρισμα εις μίαν των γωνιών, δι' ου εκρύπτετο από των οφθαλμών των άλλων, και έτεραι δύο οριζοντίως καρφωθείσαι απετέλεσαν κλίνην. Άλλως δεν κατεκλίνετο αυτή αφ' εσπέρας, όπως οι λοιποί σύνοικοι. Την μεν ημέραν πλην της επιμελείας του κήπου, είχε την παρασκευήν του φαγητού, και την πλύσιν καθ' εβδομάδα, την δ' εσπέραν μέχρι βαθείας νυκτός έρραπτεν, έπλενε και εμβάλωνε. Ότε δε οι γύφτοι εξύπνουν με την φωνήν του αλέκτορος, όπως αρχίσωσι την σφυρηλασίαν, αύτη απεκοιμάτο τότε. Ο βαρύς κρότος των σφυρών και των ραιστήρων δεν ηνώχλει πλέον, φευ! τα ώτα της, από πολλού συνειθισμένα εις τον ήχον τούτον. Ίσως μάλιστα η μακρά συνήθεια είχε καταστήσει ευαρέστους εις την ακοήν αυτής τους κρότους εκείνους. Πλην τούτου ήκουεν από όρθρου βαθέως μέχρι πρωίας συνδιαλέξεις, βλασφημίας, επιφωνήσεις και άσματα. Είπομεν ότι όχι μόνοι οι τρεις γύφτοι ειργάζοντο πάντοτε, και τούτο εμετρίαζε την μονοτονίαν των γογγυσμών του πρώτου γύφτου, των μειδιαμάτων και ακκισμών της γραίας και των αδιαλείπτων συριγμών των δύο μικρών γύφτων. Οι άλλοι προσερχόμενοι εις συνεργασίαν χαλκείς ήσαν εύθυμοι οπωσούν σύντροφοι. Ο είς αυτών διηγείτο μύθους, οίτινες δεν ετελείονόν ποτε αυτονυχί, οι δε άλλοι δύο έλεγον πολλά τετριμμένα αστεία εν τω μεταξύ και ημπόδιζον τον πρώτον να τελειώση. Η μαστόρισσα ήτο η δυστυχεστάτη πασών γυναικών, διότι, ενώ ύψονε και κατεβίβαζε τας δύο σφύρας, ενύσταζεν. Αλλά τις έπταιε; Την ημέραν δεν ήθελε να κοιμηθή, φιλοτιμουμένη να δίδη εις την μικράν συμβουλάς εις όλα τα έργα της.

Ηδύνατο ν' ακούση τις, κατά τους βαθείς όρθρους, καθ' ον χρόνον τα μαυρισμένα πρόσωπα των γύφτων έλαμπον φανταστικήν λάμψιν αντικρύ του πυρός, ο δε βαρύγδουπος ραιστήρ κατεφέρετο εκ διαλειμμάτων διακόπτων την μονότονον ιαχήν των δύο φυσητήρων, και ο μέλας καπνός ανεπέμπετο διά της ύπερθεν ρωγμής, και οι σπινθήρες ανέβαιναν απειράριθμοι εις ύψος, ηδύνατο ν' ακούση διαλόγους οίος ο επόμενος·

— Κάργα, γέρο μάστορη!

— Βρόντα!

— Τζάνουμ! σπρώξε.

— Σβύσε το!

— Μπουφ! Μπουφ!

— Ακόμα!

— Κτύπα! Δύναμι!

— Φόρτσα!

— Δος μου χέρι!

— Φόρτε!

— Σώνει, μάστορη!

— Δος του!

— Βάρδα, Μάχτο!

— Ωχ! κόμπιασα…

— &Θα χραπανίσης ψιλούς& ( 1).

— Ο διάβολος να σε πνίξη, πανούκλα!

— &Μη περιβολάς& ( 2).

— &Χαρχανταίς, μανταίς και αντάραις&!

Και ούτω παρήρχοντο αι νύκτες εκείναι, προπεμπόμεναι υπό γελώτων, θορύβων, βλασφημιών και υπό της κραυγής &Ήλιος!& ην συνείθιζε να εκπέμπη πάντοτε ο Μάχτος, ότε η πρώτη ακτίς ανέτελλεν επί του στερεώματος.

Εν μέσω του αλλοκότου τούτου κύκλου, όπου έζη η Αϊμά, παράδοξον πράγμα, ήτο σχεδόν ευτυχής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

Η συνάντησις.

Θα ήτο δ' ευτυχεστέρα, αν δεν συνέβαινον και μικρά δυσάρεστα από καιρού εις καιρόν. Όπισθεν του πετρώδους λόφου ευρίσκετο η έπαυλις αγρότου τινός, όστις έβοσκε πέντε πρόβατα, δύο αγελάδες, μίαν αίγα και αγέλην χηνών. Η οικία ήτο έρημος σχεδόν όλην την ημέραν, διότι ο χωρικός μετά της γυναικός και των δύο μικρών υιών του μετέβαινεν εις τα λειβάδια, όπου εύρισκε βοσκήν δι' όλους τους υποτελείς αυτού. Αλλ' ενίοτε αι δύο μικραί μάγκαι επανήρχοντο εις την οικίαν ενωρίς, και τότε έβρισκον διασκέδασιν εις το να ρίπτωσι μεγάλους λίθους κατά των τοίχων της καλύβης, Επειδή όμως δεν ετόλμων να πλησιάσωσι πολύ, διότι εφοβούντο την βρεχτούραν του Μάχτου, όστις δεν ηγάπα τα αστεία, φυσικώ τω λόγω οι λίθοι έπιπτον εντός του κήπου της Αϊμάς, και επροξένουν θραύσιν εις τα βασιλικά και εις τον δενδρολίβανον. Απερίγραπτος ήτο η λύπη της Αϊμάς, ότε έβλεπε τα άνθη της και τα ευώδη της φυτά, δι' α είχε τόσον πολύ κοπιάσει, θραυόμενα ούτοι και καταστρεφόμενα. Επειδή δεν ήθελε να βλάψη τους μικρούς βοσκούς, ων ο μεγαλείτερος μόλις ήτο δεκαετής, δεν έκαμε κανέν παράπονον εις τον Μάχτον. Αλλ' εφαντάσθη άλλον τρόπον, δι' ου ήλπιζε να αφοπλίση τους δύο μικρούς βανδάλους. Έδρεψε παντός είδους ευώδη φυτά και τα προσέφερεν εις τους μικρούς βοσκούς, ειπούσα αυτοίς·

Μη ρίχνετε πέτραις, διότι κάμνετε κακόν. Με τα χέρια θέλουν κόψιμον αυτά τα πράγματα. Ιδού, λάβετε.

Οι δύο μικροί έπαυσαν την εσπέραν εκείνην να λιθοβολώσι. Την επαύριον όμως ήρχισαν εκ νέου τα αυτά.

Ιδούσα η Αϊμά ότι απέτυχε το άκρως αφελές εκείνο μέσον, εσκέφθη να μεταβή εις τον οίκον του αγρότου, και να παρακαλέση την μητέρα των δύο οχληρών να περιορίση ολίγον τας κακάς έξεις των. Τω όντι μετά δύο ημέρας μετέβη εις την μικράν έπαυλιν. Η γυνή του χωρικού ήτο ανίκανος όλως να παιδεύση τους δύο μικρούς διαβόλους. Ήτο μεγαλόσωμος γυνή, έχουσα δύο υπερμεγέθεις μαστούς κρεμαμένους έξω της τραχηλιάς, και ποτέ δεν κατώρθωσε να τους συμμαζεύση εις το περιστήθιόν της. Ήτο πελιδνή, λημώσα τους οφθαλμούς, αδρανής και άτονος. Ότε είδε την νέαν εισερχομένην,

— Τι θέλεις; τη είπε.

— Κυρά, είπεν ικετευτικώς η Αϊμά, να χαρής το στέφανόν σου και τα παιδιά σου, μίαν χάριν ήλθα να σου ζητήσω.

— Τι χάριν; είπεν η χωρική.

— Μάλωσε τα παιδιά σου να μη μου χαλνούν τον κήπον.

— Έχεις κήπον;

— Έχω ένα μικρόν.

— Και τι έχεις σπαρμένα; κρομμύδια, μαρούλια; . . .

— Όχι. Βασιλικούς και άλλα διάφορα μυριστικά.

— Ουφ! είπεν η χωρική, αισθανθείσα αηδίαν επί τη ματαιοπονία της νέας. Και τι σου χρησιμεύουν αυτά;

— Μ' αρέσουν, είπεν η Αϊμά.

— Και σου τα χαλνούν τα παιδιά μου;

— Ναι,

— Με ποίον τρόπον;

— Ρίχνουν πέτραις κάθε βράδυ.

— Κάθε βράδυ; Αλλά τα παιδιά μου πηγαίνουν με τον πατέρα των. Μήπως ευρίσκονται εδώ;

— Όταν έρχωνται, τέλος.

Η χωρική εσιώπησε.

— Σε παρακαλώ, κυρά, επανέλαβεν η νέα, μάλωσέ τα, να μη μου πειράζουν τα φυτά μου. Τι κακόν τους κάμνουν τα καϋμένα τα φυτά μου; Εγώ τα περιποιούμαι, τα ποτίζω, κοπιάζω τόσον δι' αυτά. Δεν είνε κρίμα να μου ρίχνουν πέτραις, να μου τα καταστρέφουν;

— Και τι πταίω εγώ; είπεν η χωρική.

— Δεν λέγω πως πταίεις, αλλά να τα μαλώσης, κυρά. Μου φαίνεται ότι ως μητέρα ειμπορείς πολύ καλά να τα παιδεύσης.

— Είνε παιδεμμένα τα παιδιά μου, είπεν η γυνή τρωθείσα.

— Ειμπορεί να είνε παιδεμμένα, αλλ' ας μη βλάπτουν τον κήπον μου.

— Θα τα επείραξες τίποτε.

— Εγώ; είπεν η νέα αγανακτούσα. Εγώ τα επείραξα; Και τι είχα εγώ να κάμω με αυτά; Όχι μόνον δεν τα επείραξα, αλλ' ουδέ είπα εις τον αδελφόν μου να τα πειράξη, ενώ αν το έλεγα, τότε δεν θα είχα ανάγκην να σας παρακαλέσω διά τίποτε. Αλλά θέλω με το καλόν.

— Δεν εκατάλαβα τι είπες, είπεν η αγρότις.

— Είπα ότι, αν το έλεγα του Μάχτου τι τρέχει, ο Μάχτος δεν χωρατεύει, και θα τα έδερνε.

— Έχομε και απ' αυτά; έκραξεν η χωρική· μας φοβερίζεις κι' όλας, παληογύφτισσα! Φεύγ' απ' εδώ, να μην έλθουν τώρα, και σου σχίσουν το φουστάνι…

Η Αϊμά ησθάνθη το αίμα της αναβαίνον εις την κεφαλήν, και πρώτην φοράν εις την ζωήν της κατελήφθη υπό επιθυμίας όπως πνίξη άνθρωπον. Εν τούτοις συνέσχε τον θυμόν της, ενθυμηθείσα ότι ευρίσκετο εις τον οίκον της γυναικός εκείνης, και δεν θα έπραττε καλώς. Τη είπεν όμως με φωνήν τρέμουσαν·

— Δεν φέρεσαι καλά, κυρά· εγώ ήλθα να σε παρακαλέσω δι' ένα μικρόν πράγμα, καθώς ενόμιζα, και συ το έκαμες βουνόν. Ας είνε, εγώ θα παραπονεθώ και εις τον άνδρα σου ακόμη, και ελπίζω εκείνος να φερθή διακριτικώτερα.

— Φεύγ' απ' εδώ, έγρυξεν η χωρική.

Η Αϊμά εξήλθεν εκ της μικράς επαύλεως αιδήμων και τεταραγμένη. Εκυριεύθη δε υπό τοσαύτης λύπης, ώστε επί πολύ περιεπάτει αλλόφρων, και εξετράπη απροσέκτως εκ της οδού. Ότε ήλθεν εις εαυτήν ενόησεν ότι ήτο μακράν της οδού αυτής, και είχεν ανάγκην να περιγράψη μέγαν κύκλον, όπως παρακάμψη τα βραχώδη μέρη της ακτής και επανέλθη εις την καλύβην της. Είχε δε δύσει αρτίως ο ήλιος, και η αμφιλύκη ήρχιζε να πίπτη επί την γην. Η νεάνις ετάχυνε το βήμα. Ευτυχώς εγνώριζε καλώς όλα τα μονοπάτια των πέριξ μερών.

Φθάσασα εις ρεύμα τι, όπερ ώφειλε να διαβή, όπως ανέλθη εις το ύψωμα το κείμενον αντικρύ της καλύβης, ησθάνθη φόβον. Το μέρος ήτο σκιερόν και υγρόν, θάμνοι δε και καλαμώνες πυκνοί υψούντο πέριξ. Πάντοτε εφοβείτο να διαβή νύκτα διά του ρεύματος εκείνου. Και δεν ήτο μεν νυξ, αλλ' επέκειτο. Ευτυχώς βλέπει αιφνιδίως εκεί ένα ίππον προσδεδεμένον εις κορμόν δένδρου, και ακούει φωνήν ανθρωπίνην. Δύο άνθρωποι εκάθηντο παρά την οδόν και συνδιελέγοντο. Η Αϊμά δεν ήκουσε τι έλεγαν, καθότι δεν είχε περιέργειαν ν' ακούση λέξεις, αλλ' επεθύμει φωνήν ανθρωπίνην.

Τους εχαιρέτισε και διέβη. Αλλ' αίφνης η φωνή του ενός των δύο ανθρώπων παρήγαγε παλμούς εις την καρδίαν της. Η νέα εσταμάτησεν άκουσα. Ηκροάσθη μετά προσοχής. Τω όντι δεν ηπατάτο. Η φωνή ήτο γνωστή εις την ακοήν της. Ηδύνατο να μη την είχεν ακούσει από πολλών ετών, αλλ' όμως δεν την είχε λησμονήσει. Η φωνή αύτη ενεποίησε βόμβον και ζάλην εις την κεφαλήν της. Τη ενθύμιζε παλαιόν τι συμβάν, φοβερόν συμβάν της βρεφικής ηλικίας της. Και οποία τρομερά, αλλά και εναργής ανάμνησις! Πάντα τα άλλα του παλαιού εκείνου χρόνου ήσαν συγκεχυμένα εν τη διανοία αυτής, μόνον η ανάμνησις αύτη έμενε σαφής. Ηκροάσθη πάλιν. Τω όντι, ήτο η φωνή, η φωνή ης τον ήχον δεν είχε λησμονήσει.

Οι δύο οδοιπόροι παρετήρησαν ότι είχε σταματήσει η νέα, και η προσοχή των εστράφη προς αυτήν.

— Τι τρέχει; Μήπως θέλεις τίποτε, κόρη; είπεν ο ανήρ, ου είχεν αναγνωρίσει την φωνήν η Αϊμά.

— Όχι, εψέλλισεν η νεάνις.

Ο απευθύνας την ανωτέρω ερώτησιν ήτο γηραλέος ανήρ, και εφαίνετο σεβάσμιος. Ηγέρθη και επλησίασεν εις την νέαν.

— Μήπως έχεις ανάγκην από τίποτε; Μήπως έχασες τον δρόμον;

Η Αϊμά είδεν οπωσούν καλώς τους χαρακτήρας του ανθρώπου τούτου, και έφριξεν. Όχι μόνον η φωνή, αλλά και η μορφή αυτού αλλόκοτον εντύπωσιν τη επροξένει.

— Πού υπάγεις; ηρώτησεν ο ξένος.

Η Αϊμά δεν απήντησεν. Επεθύμει να φύγη, και δεν ηδύνατο. Το συνέχον αυτήν αίσθημα ήτο κράμα φόβου, συγκινήσεως και δειλίας.

— Μήπως ονειρεύομαι; έλεγε καθ' εαυτήν.

— Πού κατοικείς; τη είπε μετ' αγαθότητος ο ξένος.

Η νέα εψεύσθη. Αγνοώ αν τυχαίως ή εκ προθέσεως.

— Κατοικώ πολύ μακράν, εψιθύρισεν.

Αλλ' ο άγνωστος έλαβε τότε ενδιαφέρον.

— Ειπέ εις ποίον μέρος, διά να σε οδηγήσωμεν εκεί. Δύνασαι να αναβής εις τον ίππον μου, αν είσαι κουρασμένη.

— Όχι, είπεν η Αϊμά.

— Θεόδωρε! έκραξεν ο ξένος προς τον σύντροφόν του.

— Τι διατάττει ο άρχων; απήντησεν ο Θεόδωρος.

— Θα αναβιβάσης αυτήν την κόρην εις τον ίππον. Ημείς περιπατούμεν πεζοί.

— Ορισμός σας, άρχων!

— Είνε λοιπόν άρχων; είπε καθ' εαυτήν η Αϊμά. Αλλ' εκείνος τότε, ο ιδικός μου, εφαίνετο επαίτης. Δεν θα είνε αυτός.

— Έλα λοιπόν, κόρη, είπεν ο &άρχων&, λαβών την χείρα της νέας. Μη συστέλλεσαι. Να μας είπης μόνον πού θέλεις να σε φέρωμεν.

Εις την επαφήν της χειρός εκείνης, η Αϊμά ησθάνθη παράδοξον φρικίασιν. Απώθησε την χείρα, και ετράπη εις φυγήν, αφήσασα εκπλήκτους τους δυο ανθρώπους.

— Πού υπάγεις, κόρη; έκραξεν ο &άρχων&.

— Θα είνε τρελή, είπεν ο Θεόδωρος.

Το συμπέρασμα τούτο ηναγκάσθη να παραδεχθή και ο &άρχων& προσωρινώς Αλλ' ύστερον εσκέφθη, και ανεύρεν απορίας και φόβους εις την συνείδησίν του. Η σκέψις δε αύτη προήγαγεν αυτόν εις το να συλλάβη υπονοίας, ας επί μακρόν χρόνον έμελλε να ανακυκά εν τη ψυχή.

Εν τούτοις η Αϊμά είχε γείνει άφαντος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Αι γειτονοπούλαι.

Από τινος χρόνου και άλλο τι ηνώχλει την Αϊμάν. Σχεδόν καθ' εκάστην, ότε μετέβαινεν ίνα αντλήση ύδωρ εκ του φρέατος ή δι' άλλον έργον απεμακρύνετο εκ της καλύβης, νέος τις διήρχετο, ίστατο, έφευγεν, επανήρχετο και την ωφθαλμοβόλει αδιακόπως. Ήτο δε ούτος ο γνώριμος ημών Σκούντας, ο επιλεγόμενος Περίδρομος, διαβόητος αλήτης καθ' όλα τα περίχωρα. Η Αϊμά δεν εγνώριζεν ούτε αυτόν ούτε το επάγγελμά του. Ουδεμίαν αντιπάθειαν είχε προς αυτόν, αλλ' όμως εις μάτην εκείνος εξετέλει εις τα πέριξ τόσους δρόμους. Η πνοή αυτού δεν ήτο τόσον ισχυρά, όπως ανοίξη τον κάλυκα. Η Αϊμά δεν ησθάνετο ουδέν εν τη καρδία. Ουδέν άλλο ηγάπα ειμή το φως, την αύραν, τα άνθη και την εργασίαν. Ο προς την οικογένειαν των χαλκέων σύνδεσμος αυτής δεν ήτο στοργή. Πλην του Μάχτου, όστις είξευρε να περιποιήται αυτήν στοιχειωδώς, προς ουδένα άλλον είχε συμπάθειαν. Ο Βούγκος, καίπερ λίαν αφελής τους τρόπους, μετείχεν ολίγον της βαναυσότητος του γέροντος. Η δε γραία θα ήτο ανεκτή, αν δεν είχε τους δύο μακρούς οδόντας κρεμαμένους έξω του στόματος. Το συνδέον αυτήν προς την οικογένειαν εκείνην πλειότερον ακόμη και του άρτου και της στέγης και της συνηθείας, ήτο το κοινόν των παθημάτων. Το όνομα &γύφτισσα&, το ζοφερόν τούτο μορμολύκειον των νηπίων, το κατάμαυρον εκ σκωρίας και καπνού, ο κεραυνός ούτος της περιφρονήσεως, ο εκσφενδονιζόμενος καθ' εκάστην κατά των δυστυχών εκείνων πλασμάτων, δεν ερρίπτετο μόνον κατά της δυστυχούς γραίας, ερρίπτετο και κατ' αυτής της Αϊμάς. Πας διαβάτης, παν παιδίον, πας μοχθηρός γείτων, πάσα κακότροπος γραυς εξετόξευε το βέλος τούτο κατά της ατυχούς Αϊμάς. Τι να πράξη τότε; Αναλογιζομένη ότι ήτο γύφτισσα, ότι ήτο καταδικασμένη να είνε γύφτισσα, ώφειλε τουλάχιστον να συμπονή τους συναδέλφους αυτής εν τη δυστυχία. Πανταχού όπου μετέβαινεν, όπου ίστατο, όθεν διήρχετο, ερρίπτετο κατ' αυτής ως λίθος αναθέματος η λέξις αύτη. Γειτονοπούλαι τινες ήσαν τόσον μοχθηραί (λέγομεν τας κατοικούσας τρία ή τέσσαρα στάδια μακράν, διότι δεν υπήρχον άλλαι πλησιέστεραι), ώστε ουδ' ετόλμα ποτέ η Αϊμά να διαβή υπό τα παράθυρα αυτών. Η μία τούτων ήρκει να την ίδη, και παρευθύς εσάλπιζε σύναξιν. Εκτύπα τας παλάμας ως κώδωνα, ύψου ως σύριγγα την φωνήν, και ανέκραζεν·

— Η γυφτοπούλα! Η γυφτοπούλα!

Και όλαι αι γειτόνισσαι, όσαι δεν είχον εργασίαν να κάμουν, έτρεχον. Είνε δε περίεργον πόσον ολίγον απητείτο (και ίσως γενικώς ισχύει τούτο), όπως επιφέρη άκραν θυμηδίαν και ιλαρότητα εις εκείνην την συναναστροφήν. Τα πάντα εφαίνοντο αστεία εις τας γειτονοπούλας εκείνας, χωρίς να είνε τοιαύτα. Αι γυναίκες εκείναι εφαιδρύνοντο, εκάγχαζον, εξεκαρδίζοντο άνευ αιτίας σχεδόν. Διότι, αυστηρώς αν κρίνωμεν τα πράγματα, η Αϊμά ουδέν το γελοίον είχεν. Αλλ' αι καλαί γειτόνισσαι εγέλων, μόνον διότι ήτο γυφτοπούλα. Διά του ονόματος τούτου εξεδικούντο δι' ό,τι φοβερόν υπέστησάν ποτε εκ του άλλου τύπου, &γύφτισσα&. Διότι η Αϊμά, παρά πάσαν την σοβαρότητά της, εφαίνετο φαιδρά, ένεκα της νεότητος αυτής. Η μήτηρ της όμως, με τους δύο προκύπτοντας και επικαμπείς οδόντας, ήτο το φόβητρον όλων των μικρών παιδίων.

Από παραθύρου εις παράθυρον, περί την πρώτην αμφιλύκην της εσπέρας, συνήπτοντο πολλάκις διάλογοι οίος ο εξής μεταξύ νεαρών γυναικών, και ηδύνατο ο διαβάτης να τους ακούση·

— Γειτόνισσα!

— Τι θέλεις;

— Είδες την Γυφτοπούλαν;

— Όχι.

— Κρίμα!

— Διατί;

— Είνε τόσον νόστιμη!

— Αστειεύεσαι!

— Όχι.

— Αλήθεια;

— Να χαρώ τα μάτια μου.

— Και πώς σου ήλθεν αυτό;

— Να σου ειπώ, δεν είνε τόσον άσχημη.

— Είνε πολύ μαύρη.

— Σου φαίνεται;

— Βέβαια.

— Θα είνε άνιφτη, πιστεύω.

— Να νίπτωνται λέγεις ποτέ, αυταίς η Τσιγγάναις;

— Ποιος ξεύρει;

— Αλλά, ως γυφτοπούλα, δεν φαίνεται και πολύ μαύρη.

— Όχι.

— Και ίσως, αν εσυνείθιζε να νίπτεται…

Η γειτόνισσα εκάγχαζε, προφανώς χωρίς νακούση κανέν αστείον. Και ούτως αι εύθυμοι εκείναι νέαι εύρισκον εύκολον διασκέδασιν. Η Αϊμά ετρέπετο εις φυγήν, οσάκις έβλεπεν όμιλον δύο ή τριών γυναικών επί το αυτό. Ημέραν τινά εις το φρέαρ προτού να γεμίση ακόμη την στάμναν της, έφθασαν τέσσαρες νεαραί γυναίκες όπως αντλήσωσι. Και τότε εύρον πρόχειρον θύμα.

— Α! η γυφτοπούλα! Εδώ είσαι;

— Γυφτοπούλα, τι κάμνεις;

— Καλά, εψέλλισεν η Αϊμά ενοχληθείσα, και επέσπευσεν όπως ανασύρη το ταχύτερον δύο ή τρία ιβάνια ύδατος και απογεμίση την λάγηνον.

— Και πώς δεν σε βλέπομεν, γυφτοπούλα;

— Μη την πειράζης, είπεν άλλη, δεν έχει την όρεξίν σου,

— Και δεν μας λες, γυφτοπούλα, πώς περνάς τον καιρόν σου;

— Και πού κρύβεσαι και δεν σε βλέπομεν συχνά;

— Γυφτοπούλα, είπεν άλλη των γυναικών, ένα πράγμα ήθελα να σ' ερωτήσω. Αληθεύει, ότι εσείς, η φυλή σας, τρώγετε ανθρώπινον κρέας;

— Μπα, αυτό δεν το κάμνουν, μη κολάζεσαι άδικα.

— Και ότι ξεχώνετε την νύκτα τους πεθαμένους και τους γδύνετε;

— Τέτοιο φριχτό πράγμα!

— Πιστεύεις να το κάμνουν αυτό;

— Μήπως είνε αυτοί άνθρωποι σαν ημάς;

— Αυτοί είνε άπιστοι.

— Άθρησκοι.

— Αφύσικοι.

— Και κάμνουν και μαγείας.

— Το κάμνετε και αυτό, γυφτοπούλα;

— Αυτό το πιστεύω.

— Τίποτε δεν αφήνουν.

— Όλα τα διαβολικά εις ενέργειαν τα έχουν.

— Τι ασυνείδητοι!

— Και άλλα χειρότερα ακόμα.

— Είνε και άλλα χειρότερα;

— Βέβαια.

— Σαν τι;

— Αυτοί παίρνονται αναμεταξύ τους, αδελφός με αδελφή, πατέρας με κόρη.

— Τι λέγεις!

— Δεν το πιστεύεις;

— Ερώτησε την Γυφτοπούλαν.

— Γυφτοπούλα, είνε αληθές;

Η Αϊμά είχε τελειώσει το άντλημα και ητοιμάζετο να άρη την λάγηνον επ' ώμων. Αγνοείται αν το ερύθημα, όπερ έβαπτε τας παρειάς της, προήλθεν εκ του κόπου και εκ της σωματικής κινήσεως, ην έκαμε κύψασα προς την γην όπως αναλάβη την βαρείαν στάμνον.

Την στιγμήν εκείνην εξέλεξεν η τολμηροτέρα των τεσσάρων γυναικών, όπως τη δώση το τελευταίον κτύπημα.

— Γυφτοπούλα, είπεν, είνε αληθές ότι κάμνεις τον έρωτα με τον αδελφόν σου;

Η Αϊμά δεν ησθάνθη πλειοτέραν αγανάκτησιν προς το άκουσμα της διαβολής ταύτης. Έλεγε καθ' εαυτήν ότι είνε ψεύδος, και δεν την έμελεν. Ουδ' ενόει ευκρινώς ποίαν έννοιαν είχον οι λόγοι ούτοι, και αν είχον δ' έννοιάν τινα, πάλιν ώφειλε να είνε ψευδής αύτη. Είχε φορτωθή την στάμναν και απεμακρύνθη.

Εν τούτοις τα παρά των γυναικών τούτων εκπεμπόμενα βέλη δεν ήσαν τα δριμύτατα. Υπήρχεν άλλη τις τάξις, η τάξις των γραϊδίων, ων οι ονειδισμοί ουδεμίαν είχον φαιδρότητα, αλλ' ωμοίαζον με βέλη αγρίων. Μία τούτων, ήτις κατώκει μόνη εις οπήν τινα υποχθόνιον, ουχί μακράν της καλύβης των χαλκέων, ωνομάζετο δε κοινώς &Εφταλουτρού&, ήτο το φόβητρον της δυστυχούς νέας. Η γραυς αύτη εκράτει οζώδη ράβδον, δι' ης υπεστήριζε το βήμα, έτρεμε, και είχεν επί της ράχεως δύο ογκώδεις ύβους ουχί ισομεγέθεις. Ο είς ήτο διπλάσιος του ετέρου, και υψούτο προς τον δεξιόν ώμον. Τούτο έδιδεν εις το κυρτόν σώμα της γραίας τοιαύτην ροπήν, ώστε εβάδιζε πάντοτε με την μίαν πλευράν, την ευώνυμον, ήτις έκλινεν χαμηλότερον προς το έδαφος.

Η Εφταλουτρού εξήρχετο δις της ημέρας εκ της φωλεάς της, και έκαμνε γύρον περί την ακτήν επεσκέπτετο όλας τας οικίας, και εισέπραττεν ουχί ελεημοσύνην, αλλά φόρον παρ' όλων των γυναικών. Διότι την εφοβούντο, και δεν ηδύναντο να μη της δώσουν κάτι. Εάν εύρισκε θύραν τινά κλειστήν, δεν έφευγεν. Εστρώνετο επί του κατωφλίου και ήρχιζε με ικεσίας πρώτον και με υποκοριστικά λέγουσα·

— Ανοίξατε την πορτίτσα σας εις την φτωχήν, την άμοιρην, την έρημην γρήτσα. Θα σας δώσω την ευχούλα μου, να τα χιλιάνετε, να τα μυριάνετε, να πάρετε τα χρονάκια μου, όχι τα βάσανά μου. Πάντα μοναχή, έρημη και σκοτεινή ζω εις αυτόν τον κοσμάκη. Δεν έχω ψωμάκι, δεν έχω λαδάκι, δεν έχω φαγάκι. Ανοίξατε την πορτούλα σας χριστιαναίς.

Αν η οικοδέσποινα εκάμπτετο ευθύς και ήνοιγε το έν θυρόφυλλον, η γραία εστήριζε τον ύβον της ως μοχλόν επ' αυτού, μετεχειρίζετο ως αντηρίδα την βακτηρίαν της και εισεχώρει εις την οικίαν. Τούτου καταργουμένου, μετέβαινε και εγκαθιδρύετο παρά την εστίαν, μεθ' όλους τους μορφασμούς της οικοδεσποίνης. Τότε αύτη τη έδιδε τεμάχιον άρτου.

— Τι να το κάμω ψωμί μοναχό; έγρυζεν η γραία. Δόσε μου και ολίγο τυράκι, δυο ελήτσαις ή άλλο τίποτα.

Η οικοδέσποινα τη έδιδε τότε ό,τι ευρίσκετο εις το ερμάριον.

— Νάχης την ευχίτσα μου, έλεγεν η Εφταλουτρού. Δόσε μου και λίγο λαδάκι, ν' ανάψω το καντήλι.

Και ανέσυρεν εκ του θυλάκου, ον είχεν εις την εσθήτα της εις βάθος τριών σπιθαμών, μικράν φιάλην, και την επαρουσίαζε προς την οικοδέσποιναν. Αύτη εκούσα άκουσα εγέμιζεν με έλαιον την φιάλην.

— Να χαρής τα νειάτα σου, να ζήσης, να ιδής τέκνα τέκνων δεν σου βρίσκεται κανένα παληό υποκάμισο, καμμιά μαντήλα, κανένα μισοφούστανο…

— Δεν μου περισσεύει τέτοιο πράγμα, έλεγεν η οικοκυρά. Μακάρι να είχα.

— Για ψάξε, κόρη μου, ειμπορεί να ευρεθή. Κάμε τον κόπον. Η οικοδέσποινα εκούσα άκουσα της έδιδεν ημιτριβή τινα μανδήλαν. Η γραία την εδίπλονε και την έρριπτεν εις τον πυθμένα του θυλάκου της. Ελέγετο δε ότι τα τοιαύτα ενδύματα, όσα κατώρθου συχνάκις να αποσπά, τα επώλει εις τους εβραίους μεταπράτας, οίτινες ήρχοντο είς τον τόπον από καιρού εις καιρόν.

— Δώσε μου και δυο κάρβουνα, κόρη μου, έλεγεν είτα η γραία. Ήθελα ν' ανάψω ολίγη φωτίτσα, να πυρωθώ. Κρύο, κόρη μου, κάμνει κρύο εις εκείνη την τρύπα.

Η οικοδέσποινα της έδιδε και κάρβουνα. Είτα η γραία εζήτει προσέτι οίνον, όξος, καυσόξυλα, δαδίον, και άλλα πολλά. Αφού δ' έμενεν επί πολλάς ώρας, απήρχετο τέλος περί την δύσιν του ηλίου αποκομίζουσα όλα τα λάφυρα. Ταύτα συνέβαιναν καθ' εκάστην, αν η οικοδέσποινα τη ήνοιγε την θύραν. Αν όμως εσκληρύνετο και δεν ήθελε να τη ανοίξη, τότε η γραία από των ικεσιών μετέβαινεν εις τας επιπλήξεις και παραινέσεις.

— Τόσον σκληραίς και αδιάκριταις είσθε! Μη το παίρνετε απάνω σας. Ο κόσμος είνε σφαίρα και γυρίζει. Κ' εγώ είδα χρόνια, κ' εγώ είδα ευτυχίαις. Μην είσθε παράξεναις. Θα το μετανοήσετε. Και σεις θα γεράσετε. Εις αυτόν τον κόσμον είδαμεν δα πολλά. Μη θαρρείτε πως θα είσθε πάντα νέαις, πως θα έχετε πάντα τους άνδραις σας να σας κουβαλούν. Έχετε του κόσμου τα καλά, μα είναι ψεύτικα. Έρχεται μια ώρα και γίνονται άφαντα όλα. Φαγητά, πιοτά, στολίδια, φορεσιές, ασημικά, διαμαντικά, όλα φεύγουν. Κ' εγώ είχα. Τώρα δεν έχω ουδέ ψωμί.

Η οικοδέσποινα επτοείτο συνήθως εκ των λόγων τούτων και ήνοιγεν. Αν όμως επέμενεν αύτη εις την απόφασίν της, τότε η Εφταλουτρού από των παραινέσεων μεθίστατο εις τας λοιδορίας,

— Κακή και διεστραμμένη! Άσπλαχνη και αγλύκαντη! Μην είσαι δα τόσον υπερήφανη. Η κακή σου γνώμη θα σε βλάψη. Πολύ γρήγορα το επήρες επάνω σου. Δεν είδα γυναίκα ανόητη σαν εσέ. Τι εθάρρεψες δα, πως είσαι καμμιά νοικοκυρά, από κείναις; Επίστεψες πως ήθελα να ζητήσω τίποτα; Και τι έχεις να μου δώσης; Τι έκλεισες την πόρτα σου; Έχει καμμιά την ανάγκη σου, θαρρείς; Και πού ηκούσθη να ζητήσωμεν ελεημοσύνην από μίαν ολόγυμνην, από μίαν τσιτσάνω, από μίαν ψώραν!..

Τέλος, αφού και το τελευταίον επιχείρημα δεν έπειθε την οικοδέσποιναν, η γραία μετέπιπτεν από των λοιδοριών εις τας αράς και βλασφημίας, ων ο χείμαρρος έρρεε τόσον προχείρως και δαψιλώς από του λάρυγγος αυτής, όσον και η βρύσις των φιλοφρονήσεων και των θωπευμάτων.

— Αστραπή και πούλβερη, φωτιά και αστροπελέκι να πέση εις το ερμάδι σου, να το κάψη, να το κάμη στάχτη και κορνιαχτό!… Κακή χολέρα να σας κόψη, μαύρη πανούκλα και οστρακιά να σας θερίση! Καθώς έκλεισες την πόρτα σου, έτσι να μένη πάντα κλειστή, κλειστή ναι, και ποτέ να μην ανοίξη. Να ρημάξη το ερμαδιακό σου, να πέση, να βουλιάξη, να καή. Ο χρόνος να μη σε 'βγάλη, ο μήνας να μη σ' εύρη, πέντε να είν' αι ώραις σου. Να σαβανώσης τον άντρα σου ανήμερα τη λαμπρή και να θάψης ταις &κλήραις σου&. Κακή τρομάρα και συμφορά να σας έλθη! Από πνίξιμο να μη γλυτώσης, από σεισμό και καταποντισμό να μη σωθής. Να πέση το έρμο σου να σε πλακώση, τα σκυλιά να σε τραβούν, τα φείδια να σε φάγουν, και του χρόνου να μη σώσης, αμήν, Παναγία μου.

Το αποτέλεσμα της τοιαύτης σκηνής ήτο, ότι συνήθως η οικοδέσποινα μη δυναμένη ν' ανέχηται τας τοσαύτας αράς, ήνοιγε βιαίως την θύραν, και κατεδίωκε με σανίδα τινά την γραίαν. Αλλ' αύτη ήτο ήδη μακράν, και άμα εκπέμπουσα τους κεραυνούς της, έφευγε. Παράδοξον δε ότι μ' όλον τον δίδυμον ύβον και τον συνεχή τρόμον του σώματος, τα σκέλη της τότε ανελάμβανον ασυνήθη δύναμιν, και έτρεχε. Συνείθιζε δε εις την οδόν, ότε έβλεπε μακρόθεν προσερχόμενον διαβάτην, να αρχίζη συχνόν και παρατεταμένον γογγυσμόν, όστις έπαυεν ευθύς ως ο διαβάτης παρήρχετο.

Η τοιαύτη γραία, οσάκις συνήντα την Αϊμάν, αν μάλιστα ετύγχανεν επιστρέφουσα εξ αποτυχούσης επιδρομής, οίαν περιεγράψαμεν ανωτέρω, εξέσπα κατά της αθώας νεανίδος πάσαν την οργήν και την λύσσαν της αποτυχίας, ως να της έπταιεν αυτή τίποτε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Η μαντεία.

Ήρκει να παρατηρήση αυτήν πόρρωθεν, και κύπτουσα προς την γην, εξ ης η ρις της δεν απείχε πολύ, ελάμβανε λίθον και εξεσφενδόνιζεν αυτόν κατά της νέας κόρης, κράζουσα·

— Εδώ είσαι, άπιστη; Εδώ είσαι, άθεη; Πάντα εσένα θα βλέπω; Πάντα εμπροστά 'στά ' μάτια μου 'βρίσκεσαι; Δεν πάγεις εις καμμίαν τρύπαν να χωθής, να μη σε βλέπω!

Η Αϊμά δεν ησθάνθη ποτέ πικρίαν εξ ουδενός πράγματος. Όλα έβλεπε μειδιώντα πέριξ της, ουχί ότι εμειδίων δι αυτήν, διότι δεν είχε ζηλευτήν τύχην, αλλά δύναμαι να είπω ότι η νέα τοις εδάνειζε το μειδίαμα τούτο, επιστρέφον και αντανακλώμενον επ' αυτήν, και εις αυτήν μόνην ορατόν. Αλλά δεν ηδυνήθη ποτέ να εννοήση και την μοχθηρίαν της γραίας ταύτης. Έλεγεν αφελώς·

— Τι σου έκαμα;…

Τούτο δε υπήρξεν η πρώτη σταγών χολής η εγχυθείσα εις την καρδίαν της, και εγέννησεν απαισίους λογισμούς. Ήτο άρα μοχθηρά η ανθρωπότης, ή αύτη η κόρη ήτο αξία μίσους; Αλλά διατί;

Εν τούτοις το παρηγορήσαν αυτήν ήτο ότι δεν ήσαν πάσαι αι γραίαι εξ ίσου κακαί. Τουλάχιστον ημέραν τινά απήντησε μίαν, ήτις έδειξε προς αυτήν μεγίστην αγαθότητα. Αλλ' όμως το πράγμα, όπως συνέβη, ηδύνατο να το εκλάβη ως απατηλήν οπτασίαν, διότι η γραία εκείνη πρώτην και τελευταίαν φοράν ώφθη, ουδ' είξευρέ τις πόθεν ήρχετο και πού διηυθύνετο, ουδέ την είδεν έκτοτε ανθρώπινον όμμα είτε παρά την ακτήν, είτε εις την κώμην, είτε παρά την συνοικίαν των αλιέων. Εφόρει δε αλλόκοτον εσθήτα, ασυνήθη εις τον τόπον, και ελθούσα Κυριακήν τινα πρωί έκρουσε την θύραν της καλύβης. Η Αϊμά ήτο μόνη. Η μήτηρ Αθιγγανίς είχεν ακολουθήσει τους δύο υιούς της και τον άνδρα της εις την συνήθη εκδρομήν. Εγερθέντες λίαν πρωί εφορτώθησαν πυράγρας, εσχάρας, καρφία και άλλα τεχνήματα, και απήλθον ίνα τα πωλήσωσιν εις τα περίχωρα. Η δε Αϊμά μόλις είχεν εγερθή και ενεδύετο. Διενοείτο δε ότι, επειδή ήτο Κυριακή, οι χριστιανοί θα ήσαν εις την λειτουργίαν, και θα προσηύχοντο. Αύτη δεν είξευρε να δεηθή, διότι δεν την είχον διδάξει καμμίαν θρησκείαν. Και όμως πολλάκις ησθάνετο την ανάγκην να ψιθυρίζη αυτοσχεδίους δεήσεις. Περί τούτου ηρώτησε τον πατέρα της, τον Πρωτόγυφτον (ούτως ωνομάζετο υπό των περιοίκων, αγνοούντων αν είχε κύριον τι όνομα), αν είνε καλόν να φοιτά εις την εκκλησίαν και να προσεύχηται. Ο γέρων απήντησε διά του συνήθους αυτώ γρυσμού, όστις αν είχεν έννοιάν τινα, θα εσήμαινε βεβαίως ότι «οι γύφτοι δεν έχουν εκκλησίαν».

— Διατί, πατέρα: είπεν η Αϊμά.

— Δεν ειξεύρω.

— Δεν τους δέχονται μέσα;

— Δεν υπήγα ποτέ, είπεν ο γέρων, αλλ' αν επήγαινα θα μ' έδιωχναν.

— Είνε λοιπόν εμποδισμένον;

— Δεν ειξεύρω.

— Και δεν είμεθα ημείς βαπτισμένοι;

— Δι' αυτό ερώτα την μητέρα σου.

Η Αϊμά έσπευσε να ερωτήση την μητέρα Γύφτισσαν, τρέψασα την ερώτησιν επί το ατομικώτερον.

— Μητέρα, είμ' εγώ βαπτισμένη;

— Δεν ειξεύρω, απήντησεν αδιστάκτως η Γύφτισσα.

Βεβαίως δε, αν ηδύνατο να σκεφθή, ήθελε μετανοήσει διότι έσπευσε ν' απαντήση ούτω. Η απάντησις αύτη έκαμε την Αϊμάν να πεισθή περί όσων αμφέβαλλε. Δεν είξευρεν αν η κόρη της ήτο βαπτισμένη. Δεν ήτο άρα η μήτηρ της.

Περί τούτου εσκέπτετο καθ' εκάστην η Αϊμά. Πλην της αναμνήσεως, ήτις έλαμπεν ως λύχνος ανημμένος εν τη συνειδήσει, υπήρχον και άλλαι ενδόμυχοι νύξεις, υπήρχε φωνή τις ήτις εψιθύριζε λίαν ηρέμα, ώστε να μη ανατέλλη μηδεμία κακή εντύπωσις επί του προσώπου της κόρης, αλλ' αρκούντως μεγαλοφώνως ώστε ν' ακούηται υπό της καρδίας αυτής, υπήρχε φωνή ψελλίζουσα ότι δεν ήτο η Αϊμά γνησία κόρη της οικογενείας εκείνης. Αλλ' η γραία γύφτισσα οσάκις ηρωτάτο περί τούτου υπό των περιέργων και των οχληρών, εκήρυττε μεγαλοφώνως και εβεβαίου μεθ' όρκου ότι, η Αϊμά ήτο θυγάτηρ της. Ίσως δε και αυτή επί τέλους κατήντησε να το πιστεύση.

Η ξένη έκρουσεν, ως είπομεν, την θύραν. Η Αϊμα έκραξε·

— Ποίος είνε;

— Άνοιξε, Αϊμά.

Η φωνή αυτή προυξένησεν απορίαν εις την νέαν. Πλην των μελών της οικογενείας, ουδείς άλλος εκάλει αυτήν ονομαστί. Οι άλλοι την ωνόμαζον Γυφτοπούλαν. Αλλά τώρα ήτο γυναικεία φωνή, φωνή εύηχος και μειλιχία, ήτις κατ' ουδέν ωμοίαζε με την βραγχνήν φωνήν της μητρός της. Τις άρα ηδύνατο να είνε;

Η Αϊμά εβράδυνεν ολίγον να μεταβή προς την θύραν. Η ξένη επανέλαβεν·

— Άνοιξε, σε παρακαλώ, Αϊμά.

Η κόρη, χωρίς να αισθανθή φόβον, ελθούσα ήνοιξεν. Εισήλθε δε γυνή υψηλή, εύσωμος, φέρουσα τα σημεία του γήρως επί της μορφής. Αλλά το γήρας τούτο ήτο ιλαρόν και εύχαρι. Υπό τον λευκόν κρήδεμνον, όστις εκάλυπτε την κεφαλήν, εφαίνοντο οι πολιοί βόστρυχοι της κόμης, στιλπνοί και οιονεί επάργυροι. Εφόρει δε ποδήρη εσθήτα φαιάν και κιτρινοβαφή. Η Αϊμά την παρετήρησε μετά περιέργειας. Ήτο η πρώτη φορά καθ' ην έβλεπε την γυναίκα ταύτην.

Η ξένη προέβη εις τα έσω της καλύβης και περιειργάζετο μετά πολλού διαφέροντος πάντα όσα έβλεπεν. Ηρεμαία τις απόχρωσις λύπης και οίκτου εσκίασε την μορφήν της. Το λεπτόν τούτο νέφος παρετήρησεν η Αϊμά. Ησθάνθη δε ευθύς συμπάθειαν προς την ξένην, και ουδεμία κακή ιδέα διέβη διά της φαντασίας της.

— Δος μοι έν κάθισμα, διότι είμαι πολύ κουρασμένη, Αϊμά,

Η νέα έσπευσε να προσφέρη αυτή τον μόνον σκίμποδα, όστις ευρίσκετο εν τη καλύβη. Καθίσασα η ξένη έρριψε παρατεταμένον βλέμμα επί της κόρης. Αύτη ησθάνθη ηλεκτρικήν την επίδρασιν του βλέμματος τούτου, και εταπείνωσε τους οφθαλμούς.

— Αϊμά, σε λυπούμαι, κόρη μου, είπεν η ξένη.

— Διατί με λυπείσθε; είπεν Αϊμά.

— Διότι σε αγαπώ, απήντησεν η ξένη.

— Και πώς με γνωρίζετε;

— Ω, σε γνωρίζω πάντοτε, σε γνωρίζω από του λίκνου σου, Αϊμά.

— Αληθώς; είπεν η νέα, και οι οφθαλμοί της ήστραψαν.

— Σε γνωρίζω από της μήτρας, σε γνωρίζω και προ της συλλήψεως

Η Αϊμά δεν ενόει πλέον.

— Προτού να γεννηθής και να συλληφθής σ' εγνώριζον.

— Αλλά γίνεται τούτο; ηρώτησεν αφελώς η νεάνις.

— Εις την ανθρωπίνην φύσιν είνε αδύνατον.

Η Αϊμά ουδέν είπεν.

— Εις την υπεράνθρωπον όμως είνε δυνατόν, επανέλαβεν η ξένη.

— Δεν εννοώ, είπεν η Αϊμά.

— Και σε λυπούμαι πολύ, κόρη μου.

Η Αϊμά δεν απήντησεν. Ήτο έκπληκτος.

— Έχεις εχθρούς, έχεις διώκτας. Το πεπρωμένον σε αδικεί. Τα πάντα συνώμοσαν εναντίον σου. Και όμως είσαι τόσον συμπαθής, και τόσον καλή!

— Ειπέτε καθαρώτερα, κυρία, εψέλλισεν η Αϊμά.

— Και εις τι ήμαρτες, ταλαίπωρον πλάσμα! Εις τι ηδύνασο να παροργίσης τον Θεόν; Είσαι αθώα και αγνή, ως τα ουράνια πλάσματα. Και όμως πάντες σε καταδιώκουσι. Πάντες σε αδικούσιν. Ουδείς σε υπερασπίζει.

— Και τίνες είνε αυτοί οι εχθροί; ηρώτησεν η Αϊμά.

— Όλη η ανθρωπότης, απήντησεν η ξένη.

— Τι τους έκαμα;

— Εις ουδέν έπταισες. Αλλ' είνε ανάγκη να πληρωθή το πεπρωμένον. Μεγάλας δυστυχίας υπέστης, αλλ' ήσο ανήλικος, και δεν ηδύνασο να τας αισθανθής. Του λοιπού όμως τις οίδεν; ίσως σοι επιφυλάττονται μεγαλείτεραι. Πρέπει να οπλισθής με καρτερίαν, Αϊμά.

Η νέα δεν ηδυνήθη να κρατηθή και ήρχισε να κλαίη. Έκυψε την κεφαλήν και απέμασσε τα δάκρυα εκ των παρειών της.

— Μη κλαίης, μη κλαίης, είπεν η ξένη. Δεν είσαι συ μόνη δυστυχής. Υπάρχουν και άλλοι δυστυχέστεροι. Με βλέπεις εμέ; είπε φέρουσα την χείρα επί του στήθους, όπως ελκύση την προσοχήν της νεανίδος.

Η Αϊμά την εκύτταζε με τους οφθαμούς πλήρεις δακρύων.

— Με βλέπεις; Είμαι πολύ δυστυχεστέρα σου.

— Δυστυχεστέρα; εψιθύρισεν η κόρη.

— Παραπολύ, ασυγκρίτως.

— Διατί;

— Διότι κ' εγώ έχω εχθρούς, κ' εγώ καταδιώκομαι.

— Από ποίους;

— Καταδιώκομαι και πολιορκούμαι ήδη, επανέλαβεν η ξένη.

— Πολιορκείσθε;

— Πολιορκούμαι, Αϊμά, και μέχρι τέλους δεν θα σωθώ.

— Δεν θα σωθήτε! είπεν η Αϊμά συμπονούσα.

— Δεν θα σωθώ. Οι εχθροί μου είνε ισχυροί, και έχουσι πολλούς συμμάχους.

Η Αϊμά δεν ενόει.

— Και ίσως μετά ένα μήνα θα φύγω διά παντός.

— Θα φύγετε;

— Θα φύγω από την οικίαν μου.

— Και διά πού; ηρώτησεν η Αϊμά, υποπτεύσασα ότι η γυνή αύτη παρεφρόνει.

— Δι' αγνώστους τόπους, απήντησεν η ξένη.

Η Αϊμά δεν απήντησεν.

— Ήλθα να σ' αποχαιρετίσω διά τελευταίαν φοράν, κόρη μου. Έλα να σε φιλήσω.

Και ορθωθείσα έσυρε την κόρην προς εαυτήν και ενετύπωσεν επί των χειλέων της ένθερμον φίλημα. Η Αϊμά συνέλαβεν ιδέαν τινά.

— Μήπως είνε η μήτηρ μου; είπε καθ' εαυτήν. Και νέα δάκρυα, ανέβλυσαν εκ των οφθαλμών της.

Ήθελε, να την ερωτήση και δεν ετόλμα. Τέλος εσχημάτισε το ερώτημα εις τρόπον πλάγιον, διότι τη εφαίνετο απότομον να την ερωτήση απ' ευθείας αν είνε μήτηρ της.

— Κυρία, είπεν, ειξεύρετε πού είνε η μήτηρ μου;

— Η μήτηρ σου; Η μήτηρ σου, Αϊμά, δεν ζη πλέον.

— Απέθανεν! εψέλλισε θλιβερώς η Αϊμά.

— Αλλ' όμως είσαι έν των τέκνων μου.

— Σεις λοιπόν;…

Η Αϊμά δεν ετόλμα να συμπληρώση το συμπέρασμα τούτο.

— Όχι, ένευσεν η ξένη. Τα τέκνα μου είνε αναρίθμητα. Και εκινήθη προς την θύραν, όπως εξέλθη.

— Πού θα υπάγητε, ηρώτησεν η Αϊμά.

— Θα υπάγω εις την οικίαν μου, οπόθεν ήλθα.

— Και πού ευρίσκεται η οικία σας;

— Είνε πολύ μακράν απ' εδώ.

Η Αϊμά την ηκολούθησεν έξω της θύρας. Είδεν αυτήν λαβούσαν την οδόν, ήτις περιέκαμπτε τον λόφον, και γενομένην άφαντον όπισθεν της πρώτης καμπής. Είτα έτρεξε κατόπιν της. Είχε περιέργειαν να ίδη πού θα διηυθύνετο η ξένη. Φθάσασα η νέα εις το σύμπλεγμα των βράχων, ων όπισθεν είχε κρυβή από των όψεων αυτής η ξένη, παρετήρησε, και είδε, πράγμα παράδοξον, ότι αύτη δεν ήτο ορατή πλέον, καθ' όλον το μήκος της οδού. Κάτωθεν εσχηματίζετο πεδιάς, το μέρος δ' εφ' ου ίστατο η Αϊμά, ήτο υψηλότερον και ουδέν απεκρύπτετο από των οφθαλμών του εκείθεν θεωμένου. Πού λοιπόν εκρύβη η ξένη; Η Αϊμά παρετήρησε γύρω εις όλα τα μέρη τα ύποπτα, εις όλα τα κοιλώματα, όπου ηδύνατο να κρυβή προσκαίρως άνθρωπος. Ούδαμού εύρεν ουδέ ίχνος της ξένης. Παρέτεινε τας ερεύνας της επί πολλήν ώραν. Ουδαμού. Η ξένη είχε γείνει άφαντος.

Τότε η Αϊμά ησθάνθη φόβον και επέστρεψε σύννους εις την καλύβην. Εις μάτην εβασάνιζε τον νουν της. Δεν ηδύνατο να λύση το αίνιγμα τούτο. Επί πολύν χρόνον έμελλε να σκέπτεται εις μάτην περί τούτου. Η ανάμνησις της οπτασίας έμενεν εσαεί εις την φαντασίαν της. Ησθάνετο δε και τα χείλη της καίοντα εκ του φιλήματος εκείνου. Δεν είχε δε συνείδησιν, αν κατ' όναρ ή καθ' ύπαρ είδε την όψιν ταύτην.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

Αι παραγγελίαι.

Η Αϊμά κατέστη σύννους και σκυθρωπή. Αδιαλείπτως εβόμβουν περί τα ώτα της αι εν ονείρω προρρήσεις της αγνώστου. Είχε λοιπόν εχθρούς και έμελλε να υποφέρη! Δεν ηδύνατο να πιστεύση τούτο. Αυτή η τόσον ταπεινή, η τόσον πενιχρώς ζώσα, είχεν εχθρούς; Και υπήρχε τις, όστις ηδύνατο να φθονήση το ευτελές του βίου της; Και τι πλειότερον ηδύνατο να υποφέρη, ειμή την ένδειαν και τας περιφρονήσεις ας καθ' εκάστην υπέφερεν;

Δεν ηδύνατο εν τούτοις ν' αποφύγη την επίδρασιν των προρρήσεων εκείνων. Ησθάνετο ήδη ανησυχίαν προς πάσαν εμφάνισιν ανθρώπου. Εφαντάζετο ότι ηδύνατο να είνε είς των διωκτών της, περί ων είχεν ειπεί η άγνωστος. Έμελλε δε ταχέως να λάβη αφορμήν, όπως αποδεχθή μετά μείζονος δεισιδαιμονίας την ορθότητα των προρρήσεων.

Τούτο συνέβη εσπέραν τινά, ολίγας ημέρας μετά την οπτασίαν. Ο γέρων Πρωτόγυφτος είχεν επανέλθει αρτίως εκ της εκδρομής και εκάθητο έξωθεν της καλύβης. Η Αϊμά ήτο εν τω κήπω. Οι δύο νεαροί Γύφτοι ήσαν εν τη καλύβη και διηυθέτουν τα εργαλεία, Ηκούετο ο συριγμός του Μάχτου, και το άσμα του Βούγκου «Εσύ πεθαίνεις, μάστορη». Η γραία γύφτισσα εκάθητο αντικρύ του συζύγου της, όστις ηκούετο γογγύζων.

— Τι να φάμε απόψε; έλεγεν η γραία.

— Εμένα ρωτάς; εγόγγυζεν ο γέρος. Γμου!… Γρου!…

— Δεν έχομε τίποτα, είπεν αύθις η γυφτισσα.

— Εγώ είμαι κουρασμένος. Γκρου! Χρου!…

— Να βράσω ολίγα λάχανα;

— Τάντερά σου να βράσης, έγρυζεν ο γέρος. Γκου!.,.

Την στιγμήν εκείνην εφάνη καλπάζων ιππεύς, όστις ήρχετο προς την καλύβην. Ηκολουθείτο δε υπό πεζού θεράποντος. Πριν ή φθάση εις την καλύβην, ο ιππεύς επέζευσε και εκάθισεν επί όχθου τινός της οδού. Απείχε δε περί τα πεντακόσια βήματα. Η Αϊμά είδεν εκ του κήπου τους δυο οδοιπόρους, και έμενεν εμβλέπουσα ατενώς προς αυτούς.

Ο πεζός θεράπων διηυθύνθη προς την καλύβην. Πλησιάσας, εχαιρέτισε τους δύο συζύγους. Η Αϊμά παρετήρει προσεκτικώς, και έλεγε καθ' εαυτήν ότι κάπου είχεν ιδή τον άνθρωπον τούτον. Του άλλου, όστις είχε καταβή εκ του ίππου, οι χαρακτήρες του δεν διεκρίνοντο καλώς. Ήτο ήδη εσπερινή αμφιλύκη.

Ο οδοιπόρος εκάθισε και ήρχισεν ασήμαντον συνδιάλεξιν με τον γέροντα.

— Πώς πάγουν η δουλειαίς;

— Πώς θέλεις να πάγουν;

— Πάγουν καλά;

— Στραβά και ανάποδα, απήντησεν ο Γύφτος. Γμ..

— Δεν έχετε πολλή δουλειά; ..

— Τίποτα.

— Δεν κερδίζετε πολλά;…

— Κεσσάτια, είπεν ο Γύφτος.

— Το έχουν η χρονιαίς, φαίνεται.

— Λόγια. Εγώ δεν θυμάμαι καμμία διαφορά από χρονιά εις χρονιά…

— Όλο τα ίδια;

— Εκτός εις το χειρότερο, απήντησεν ο Πρωτόγυφτος. Γρ…

— Και δουλεύεις μόνος σου;

— Έχω τον Βούγκον και τον Μάχτον.

— Ποίοι είν' αυτοί;

— Είνε οι γυιοί μου.

— Και πού ευρίσκονται;

— Μέσα, είπε, δείξας την καλύβην.

— Και κατοικείτε πάντοτε εδώ;

— Ναι.

— Είνε πολλά χρόνια;

— Είνε καθώς εγεννήθηκα. Γκμρ…

Ο ξένος, ενώ ελάλει, έρριπτε συνάμα λαθραία βλέμματα προς τον κήπον, όπου ευρίσκετο η Αϊμά. Αύτη παρετήρησε την πολυπραγμοσύνην ταύτην του οδοιπόρου. Ο γέρων ουδέν είδε.

— Θα μου κάμης μερικαίς παραγγελίαις; επανέλαβεν ο ξένος.

— Τι παραγγελίαις;

— Της τέχνης σου.

— Σαν τι;

— Από πολλά είδη.

— Λέγε.

— Κάμνεις σύρταις και μάνδαλα διά ταις πόρταις;

— Κάμνω.

— Σιδηροσιαίς διά θεμέλια;

— Κάμνω.

— Λωστούς, δικέλλια, φτυάρια;

— Κάμνω.

— Κλειδαριές, καρφιά, ρεζέδες;

— Κάμνω απ' όλα, είπεν ανυπομόνως ο Γύφτος.

— Τότε θα μου κάμης.

— Θα σου κάμω.

— Και εις πόσον καιρόν;

— Τι πράγμα;

— Πότε ειμπορείς να τελειώσης την παραγγελίαν μου;

— Δεν μου την είπες. Ειπέ μου πρώτα.

— Τι να σ' είπω;

— Την παραγγελία σου.

— Αλλά σου την είπα, μοι φαίνεται.

— Πώς;

— Απ' όλα αυτά μου χρειάζονται.

— Ποία όλα;

— Όλα όσα κάμνεις.

— Θέλεις κάθε λογής πράγματα;

— Ναι.

— Τότε πρέπει να μ' είπης…

— Τι;

— Να μ' είπης και από πόσα.

— Συ προσδιόρισε την πληρωμήν.

— Όχι την πληρωμήν, να μ' είπης από πόσα σου χρειάζονται από κάθε είδος.

Ο Γύφτος ησθάνετο στενοχωρίαν διότι τον εβίαζεν ο ξένος, να ομιλή παραπολλά. Από μακρού ήδη χρόνου δεν είχεν εκπέμψει τόσους φθόγγους ανθρωπίνους εκ του λάρυγγος. Έλεγε καθ' εαυτόν ότι παρόμοιον &μουστερήν& ποτέ δεν είχεν ιδεί, και καλλίτερον ήτο να έλειπε και αυτός και το &αλεσβερίσι& του. Εις επίμετρον δεν ηδύνατο, βιαζόμενος υπό της προς τον πελάτην εξηναγκασμένης φιλοφροσύνης, να εκβάλη εκ του στόματος προς ανακούφισιν ούτε &γρου&, ούτε &χμου&, ούτε κανέν των επιφωνημάτων εκείνων, δι' ων κατεμυκτήριζε την ανθρωπίνην λαλιάν, ως όλως άσκοπον και ανόητον.

Ο ξένος απήντησεν εις την τελευταίαν παρατήρησιν του Γύφτου.

— Φτειάσε μου, όσα θέλεις, και βάλε τα δυνατά σου.

— Όσα θέλω;

— Βέβαια.

— Μη τα έχης χαμένα; είπεν ο Γύφτος μη δυνηθείς να κρατηθή.

— Διατί; είπεν ο ξένος, χωρίς να φανή δυσαρεστηθείς.

— Οι μουστερήδες που κάμνουν παραγγελιαίς, ξεύρω 'γώ, εμυρμύρισεν ο Γύφτος, λέγουν σωστά πράγματα, πόσα τους χρειάζονται.

— Κάμε μου τότε από μίαν δωδεκάδα από όλα, είπεν ο ξένος.

— Από τα χονδρά, ναι. Μα από τα ψιλά;

— Τα ψιλά πώς λογαριάζονται, με το καντάρι;

— Με το κοντάρι.

— Κάμε λοιπόν από ένα καντάρι.

— Πάγει καλά. Και πότε τα θέλεις;

— Οπόταν ειμπορέσης, είπεν ο ξένος.

— Και την πληρωμήν; ηρώτησεν ο Γύφτος.

— Την πληρωμήν όρισέ την, απήντησεν ο ξένος.

Ο Γύφτος ελογάριασε με τας χείρας επί τινα ώραν, κρατών τους δακτύλους της αριστεράς εκτεταμένους, και μεταφέρων επ' αυτούς αμοιβαδόν τον δείκτην της δεξιάς. Είτα συνέπτυξε την χείρα και συνήγαγε το άθροισμα επί των αρμών των δακτύλων, διά του αυτού δείκτου. Μετά τούτο εξήγγειλε το αποτέλεσμα προς τον πελάτην, όστις τον εθεώρει μετά περιεργείας.

— Δεκαοχτώ φλωριά διά το σίδερον, είπε, και εικοσιπέντε διά την δουλειά.

— Καλά.

— Το σίδερο εδικό σου θα είνε;

— Όχι, εδικό σου.

— Τότε θα μου πληρώσης τη σερμαγιά, είπεν ο Γύφτος.

Ο ξένος εξέβαλεν εκ της ζώνης το βαλάντιον και τω έδωκε ποσόν τι φλωρίων. Ο Γύφτος εφαιδρύνθη εκ της θέας και της ψαύσεως του χρυσού.

— Και πότε θέλεις να είνε έτοιμα; ηρώτησεν.

— Οπόταν ειμπορείς. Σιγά σιγά.

— Παράξενος μουστερής! διενοήθη ο Γύφτος.

— Εγώ θα είμαι εδώ σιμά, είπεν ο ξένος, και θα έρχωμαι να βλέπω πώς πάγει η εργασία. Πειράζει τούτο;

— Όχι.

— Και εν τω μεταξύ θα γνωρισθώμεν καλλίτερα.

— Πιστεύω. Αφού είσαι τόσον καλοπληρωτής.

— Έχω συνήθειαν να πληρόνω καλά, είπεν ο ξένος. Φρονώ ότι η εργασία πρέπει ν' ανταμείβηται.

— Βέβαια, βέβαια, είπεν ο Πρωτόγυφτος, μη ελθών από πολλού χρόνου εις τοιαύτην εύθυμον διάθεσιν.

— Και μάλιστα εις τους καλούς τεχνίτας, προσέθηκεν ο ξένος.

— Σωστά.

— Έχεις πολλήν υπόληψιν εις την τέχνην, είπεν ο ξένος. Αλήθεια ότι σε ονομάζουν όλοι Πρωτόγυφτον;

— Αλήθεια.

— Και δικαίως, φρονώ.

— Κ' εγώ αυτό λέγω.

Ο ξένος εσηκώθη και ητοιμάζετο ίνα απέλθη. Περιέφερε και αύθις το βλέμμα προς τον κήπον, όπου ευρίσκετο εισέτι η Αϊμά.

— Πώς βιάζεσαι τόσον, είπεν ο Γύφτος. Δεν θα σε φιλεύσωμεν κάτι;

— Ευχαριστώ.

— Ύπαγε, μωρή, να φέρης την φιάλην με το κρασί να κεράσωμεν τον μουστερήν, είπεν ο Γύφτος προς την γυναίκα του. Αλλ' ας είνε, κάθισε, πηγαίνω εγώ.

Η δευτέρα αύτη σκέψις προήλθεν εκ της επιθυμίας ην είχεν όπως κρύψη τα χρήματα χωρίς να τον ίδη η γυνή, εντός της καλύβης, κατά την στιγμήν ταύτην, καθ' ην αύτη ήτο ηναγκασμένη να κρατήση συντροφίαν εις τον ξένον. Όσον διά τους δύο νεαρούς Γύφτους, ούτοι ευρίσκοντο εισέτι εν τη καλύβη. Ο γέρος εισελθών είπε προς αυτούς·

— Σύρτε να ιδήτε ένα παράξενο πράγμα έξω.

— Τι παράξενο; είπεν ο Μάχτος.

— Ευρέθη μουστερής δι' όλον τον χρόνον.

— Αλήθεια;

— Αλήθεια. Τρέξατε.

Ο Μάχτος μετέβη προς την θύραν. Ο Βούγκος έμενεν έτι εντός, και ησχολείτο, κεκυφώς εις το έδαφος, εις την τοποθέτησιν εργαλείου τινός.

— Πηγαίνετε λοιπόν γρήγορα, τρέξε, Βούγκο! Η μάννα σου φοβούμαι μη μας τον χαλάση με την ανοησίαν της. Σύρτε να του κρατήσετε συντροφιά.

Ώθησε δε τον Βούγκον προς την θύραν και εβίασε αυτόν να εξέλθη, μηδέν εννοούντα.

Αφού εξήλθε και ούτος, έσπευσεν ο Πρωτόγυφτος ν' αποσπάση μίαν πλίνθον εκ της καμίνου, ης το μυστικόν ήτο εις αυτόν μόνον γνωστόν, και έκρυψεν εκεί τα αστράπτοντα φλωρία. Είτα έλαβε την φιάλην του οίνου μετά του ποτηρίου και εξήλθε.

Καθ' ην στιγμήν είχεν εισέλθει ο Γύφτος εις την καλύβην και προτού να εξέλθωσιν οι δύο νέοι εξ αυτής, ο ξένος ήρχισε συνδιάλεξιν με την Γύφτισσαν.

— Δεν μου λες, μαστόρισσα, εκείνη εκεί…

Και έδειξε την Αϊμάν.

— Τι; είπεν η Γύφτισσα.

— Εκείνη η κόρη, επανέλαβεν ο ξένος.

— Ε;

— Ποία είνε;

— Ποία είνε;

— Ναι.

— Είνε η Αϊμά.

— Αϊμά;

— Ναι.

— Είνε το όνομά της;

— Βέβαια.

— Και τι όνομα είνε αυτό;

— Όνομα.

— Βαπτιστικόν της;

Η Γύφτισσα εκίνησε τους ώμους.

— Και τι κάμνει εκεί; επανέλαβεν ο ξένος.

— Τι κάμνει;

— Ναι.

— Δουλεύει.

— Τι δουλεύει;

— Τον κήπον της.

— Και πού κατοικεί;

— Πού κατοικεί;

— Ναι.

— Εδώ.

— Πού;

— Εις το σπίτι μου.

— Την έχεις εις το σπίτι σου;

— Βέβαια.

— Διατί;

— Διατί;

— Ναι.

— Μα πού θέλεις να την έχω;

— Δεν έχει αυτή σπίτι;

— Αυτή σπίτι;

— Ναι.

— Πού να το βρη;

— Είνε λοιπόν ορφανή;

— Ορφανή είπες;

— Βέβαια.

— Μα όχι.

— Έχει γονείς;

— Βέβαια έχει.

— Και πού ευρίσκονται;

— Πού θέλεις να ευρίσκωνται; Δεν μας βλέπεις;

— Σας βλέπω. Και τι μ' αυτό;

— Εγώ και ο γέρος μου.

— Ε;

— Είμεθα ζωντανοί;

— Βέβαια.

— Θα ειπή πως δεν απεθάναμεν.

— Σωστά.

— Και η Αϊμά…

— Η Αϊμά…

— Ζουν οι γονείς της…

— Ζουν;

— Ζουν, αφού ημείς ζώμεν.

— Εννοώ…

— Εννοείς βέβαια.

— Θέλεις να πης…

— Τι;

— Ότι την έχετε ψυχοκόρην.

— Ψυχοκόρην;

— Ναι.

— Ποίαν;

— Την Αϊμάν.

— Θεός φυλάξοι!

— Διατί;

— Διότι είνε κόρη μας.

— Κόρη σας;

— Εγκαρδιακή.

— Με τα σωστά σου;

— Παίρνω όρκον.

— Όρκον;

— Βέβαια.

— Εις τι πράγμα;

— Εις ό,τι θέλεις.

Και η Γύφτισσα ως να ήτο χριστιανή, διότι δεν είχε περί τούτου σαφή συνείδησιν αν ήτο ή όχι, ήνωσε τους λιχανούς εκατέρας των χειρών εις σχήμα σταυρού, και έφερε το σημείον τούτο εις τα χείλη της. Ο ξένος εμειδίασε σαρκαστικώς.

— Ποίος ειμπορεί ν' αμφιβάλλη τώρα; είπε.

— Είνε κόρη μου, επανέλαβεν η Γύφτισσα με τραγικόν ήθος. Κόρη μου, από τα σπλάχνα μου και από τα σωθικά μου.

— Και διά πολύν καιρόν; είπεν ο ξένος.

— Τι, διά πολύν καιρόν;

— Εννοώ, διά πόσον καιρόν είνε κόρη σου;

— Δεν αγροικώ, είπεν η Γύφτισσα.

— Δεν αγροικάς;

— Ναι. Τι θέλεις να πης;

— Έχεις δίκαιον.

— Αμμή;…

— Άλλο ήθελα να είπω.

— Τι άλλο;

— Διά πόσα χρήματα;

— Χρήματα;

— Ναι.

— Τι θα πη;

— Άσπρα.

— Ε, και τι;

— Διά πόσα άσπρα είνε κόρη σας;

— Πάλιν δεν &αγροίκησα&, είπεν η Γύφτισσα. Την στιγμήν εκείνην εξήλθον εκ της καλύβης εξωσθέντες παρά του πατρός των, ο Μάχτος και κατόπιν ο Βούγκος. Ο Μάχτος εσύριζε το σύνηθες αυτώ σφύριγμα. Ο ξένος ηναγκάσθη να παύση την συνδιάλεξιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Αι συμφωνίαι.

Πολλήν δραστηριότητα παρήγαγεν εν τω χαλκείω η απροσδόκητος και κολοσσαία εκείνη παραγγελία του παραδόξου πελάτου. Ο Πρωτόγυφτος ησθάνθη το αίμα του σφύζον και τας δυνάμεις του νεαζούσας. Δεν απητείτο δε πολλή επιτηδειότης, όπως η προθυμία αύτη μεταδοθή και εις τους δύο νεαρούς γύφτους, οίτινες πάντοτε ήσαν φιλόπονοι. Ο θεόπεμπτος πελάτης ήρχετο καθ' εκάστην εις το εργαστήριον και προσέκειτο παρακολουθών μετά διαφέροντος την πρόοδον της εργασίας. Ο Πρωτόγυφτος τον είχε συνειθίσει και συνήπτε πάντοτε συνδιαλέξεις μετ' αυτού. Οι δύο νέοι, ως τον έβλεπον, έπαυον τα συρίγματα και ηναγκάζοντο να δάκνωσι τα χείλη των, όπως φαίνονται σοβαροί. Ο ξένος εφαίνετο μεγαλοπρεπής και ενεδύετο πλουσίως. Η Γύφτισσα εθαύμαζε τον καλόν τρόπον του ξένου, είχε δε λησμονήσει εντελώς την εξέτασιν, εις ην την υπέβαλεν ούτος περί της νέας Αϊμάς. Αύτη δε, απησχολημένη όλην σχεδόν την ημέραν, μόλις τον έβλεπε μακρόθεν φαινόμενον, και δεν προσείχεν εις αυτόν. Υπόνοιά τις την εβασάνιζεν εν τούτοις. Αλλ' ημέρα τη ημέρα εξηλείφετο και η εντύπωσις του ονείρου εκείνου, διότι όνειρον πρέπει να ήτο. Η Αϊμά εις ουδένα είπε τι περί της εμφανίσεως της παραδόξου γυναικός. Ούτε πεποίθησιν είχεν εις την σοφίαν των περί αυτήν, ότι ηδύναντο να την διαφωτίσωσι περί της σημασίας του πράγματος, εφοβείτο δε και τους μυκτηρισμούς των, αν εδείκνυεν ότι επίστευε την εμφάνισιν ως πραγματικήν. Και ούτως ήτο ηναγκασμένη να συνέχη εν τη καρδία αυτής τόσους κρυφίους λογισμούς. Άλλως δε ο ξένος δεν την ηνώχλει. Εφυλάττετο να την κυττάξη, και δεν ωμίλησε πλέον περί αυτής εις την γραίαν. Αύτη πάλιν δεν είχε διηγηθή εις την νεάνιδα τι τη είπεν ο ξένος κατά την πρώτην συνέντευξιν. Περί αλλοίας δ' επιβουλής ουδένα είχε φόβον η Αϊμά, διότι ηγνόει σχεδόν και το δυνατόν τοιαύτης. Προς δε τους χαλκείς ο ξένος ήτο όλως ανύποπτος, διότι δεν εφαίνετο πολύ νέος. Ήτο πλέον ή τεσσαράκοντα ετών. Έπειτα το κόσμιον και χρηστόν του ήθους απήλαυνε πάσαν κακήν υπόνοιαν.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings