← Table of contents
Η Γυφτοπούλα

Front matter (continued 6)

Reading edition

— Σηκώσου γρήγορα να πάμε.

Ο Γύφτος τρίψας τους οφθαλμούς απήντησε προς αυτήν·

— Πού θέλεις να πάμε;

— Να φύγωμε απ' εδώ! είπεν η Αϊμά ανορθωθείσα.

— Τι σου ήλθε πάλι; είπε ψυχρώς ο Πρωτόγυφτος. Έπαθες τίποτε μες τον ύπνον σου;

— Σηκώσου, πατέρα, ή θα φύγω.

— Φύγε.

Η Αϊμά μετέβη εις την θύραν, αλλ' αύτη ήτο κλειστή.

Τότε ενεθυμήθη ότι είχε αυτή την κλείδα, και ερευνήσασα εις το ένδυμά της την εύρε.

Προσήρμοσεν εις το κλείθρον την κλείδα, απώθησε τον μοχλόν. Ο μοχλός απεσύρθη και το κλείθρον ηνοίχθη. Αλλ' η θύρα έμενε κλειστή.

Όσον διά τον Πρωτόγυφτον, ούτος δεν εκινείτο, και ίσως θα είξευρεν ότι δεν ηδύνατο ν' ανοιχθή η θύρα.

Η Αϊμά στραφείσα, εύρε κατάραν τινά να εκφράση, και τω είπε·

— Δαίμονα! μ' επρόδωσες.

— Εγώ; είπεν ο Γύφτος.

— Εσύ.

— Γιατί;

— Η πόρτα δεν ανοίγει.

— Και τι φταίω εγώ; . .

— Μου είχες υποσχεθή . . ., ήρχισε να λέγη η Αϊμά, και ο λόγος της εκόπη. Κύμα αγανακτήσεως πλημμυρήσαν έπνιγε την φωνήν εν τω λάγυγγι αυτής.

Την φοράν ταύτην ο Πρωτόγυφτος ηναγκάσθη ν' απολογηθή, αλλ' όπως συμβαίνει εις πάντας τους μη κατέχοντας την τέχνην του ήττονος λόγου, τους ανεπιτηδείους, έμελλε να καταστήση τα πράγματα χείρονα διά της απολογίας του.

— Και τι σου φταίω εγώ, αφού συ αγαπάς τον ύπνον, είπε μετά σαρκασμού. Δεν αγροίκησες τον άνθρωπον οπού εμβήκε τώρα εδώ μέσα;

— Άνθρωπος εμβήκε; Τι λέγεις;

— Άνθρωπος, ναι. Κ' εγώ εφοβήθην άμα τον είδα. Έμεινε μισήν ώραν, και έφυγεν. Αυτός μας εκλείδωσεν απ' έξω.

— Ω Σατανά! είπεν η νέα, και η οργή εκόχλαζεν εις τα στήθη της.

— Φώναζε όσον θέλεις, είπεν αμέριμνος ο Πρωτόγυφτος. Εγώ θα πέσω να κοιμηθώ. Δεν έφεξε ακόμα καλά.

Και τυλιχθείς με την κάπαν του ο Πρωτόγυφτος εξηπλώθη ανέτως επί του χαλικοστρώτου εδάφους, θεις και τα πέδιλά του ως προσκεφάλαιον.

Ενώ δε η Αϊμά συνήπτε τας χείρας και διετέλει εν τη εσχάτη εκείνη της απογνώσεως στιγμή, εφ' ης η αρχαία ποίησις και τέχνη δεν εύρεν άλλο κορύφωμα να επιθέση ή την απολίθωσιν, αίφνης κρότος ηκούσθη, η θύρα έτριξεν επί των στροφίγγων της και εισήλθεν ο Πλήθων.

Η Αϊμά έμεινε με το στόμα κεχηνός θεωρούσα αυτόν, άναυδος και κατάπληκτος. Ο φιλόσοφος έθηκε την χείρα επί του στόματος όπως επιτάξη σιγήν, και προέβη μετά σοβαρότητος προς την νεάνιδα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Η παραμονή.

Η επανατέλλουσα ημέρα ήτο η προτεραία της κθ' Μαΐου 'αυνγ'. Οποίον ρίγος έπρεπε να διατρέχη τας φλέβας των Ελλήνων!

Αλλά τις εγίνωσκεν ότι η υστεραία έμελλε να είνε τοιούτων γεγονότων πρόξενος; Τις ηδύνατο να προείπη ότι έμελλεν αύτη να σημειωθή διά μελανών γραμμάτων εις τας δέλτους της ιστορίας;

Τις ηδύνατο; Και όμως αν θεωρήσωμεν ανεπίδεκτον πάσης αμφιλογίας την αξιοπιστίαν των συγχρόνων παραδόσεων και χρονικών προεσημάνθη η ημέρα αύτη, ουχί βεβαίως παρά των ανθρώπων. Τις ήθελε πιστεύσει τούτο; Αλλά τα στοιχεία προεσήμαινον αυτήν. Τουλάχιστον όλα τα γραΐδια των πέριξ χωρίων, εν τη σκηνή της ιστορίας, ημών Λακωνική, ή και αλλαχού, εσταυροκοπούντο εκτενώς από πολλών ημερών. Και εν πρώτοις έκτακτος πλημμύρα είχε συμβή εις την παραλίαν της Οιτύλου, συνοδευομένη μετά πατάγου και υπογείου βοής, ότε δ' επήλθεν η άμπωτις αιφνίδια και αύτη, μυριάδων ιχθύων και άλλων κατοίκων της θαλάσσης έμειναν τα τεθνεώτα σώματα σηπόμενα υπό τας ακτίνας του ηλίου.

Έπειτα η Σελήνη εφαίνετο επί ημέρας εστεμμένη με είδος τι ξιφοειδούς τόξου ερυθρού. Οι γέροντες από εβδομήκοντα ετών και ενωτέρω δεν ετήρουν εν τη μνήμη των εκ μακρών χρόνων το τέρας τούτο.

Τρίτον, καθ' όλον τον μήνα Μάιον σεισμοί σενέβαινον πολλαχού της Πελοποννήσου. Πολλών χωρίων οι κάτοικοι δεν ετόλμων να κατακλιθώσι τας νύκτας υπόστεγοι, ετρύπονον δε υπό τους σχοίνους ή κατεσκεύαζον προχείρους σκηνάς και καλύβας όπως κοιμηθώσι την νύκτα.

Ιερεύς τις εφημερεύων είς τινα κώμην, ηγέρθη περί την εβδόμην ώραν της νυκτός (ήτοι την πρώτην μετά τα μεσάνυκτα, κατά τους νεωτέρους) όπως μεταβή εις την εκκλησίαν του και τον όρθρον. Δεν ήτο η συνήθης ώρα, αλλ' ο ατυχής ρασοφόρος είχεν απατηθή. Και ουδέν παράδοξον, διότι εις τον ύπνον του τω εφάνη ότι ήκουσε σφοδρόν κρότον κώδωνος. Ο δυστυχής ιερεύς ενόμισε φυσικώ τω λόγω ότι ο συνεφημέριός του, προς ον αντεφέρετο αμοιβαίως, είχε προλάβει αυτόν, και ιδών ότι δεν ηδύνατο να αποσπασθή ευκόλως εκ της αγκάλης του ύπνου, ωφελήθη εκ της ευκαιρίας όπως δυσφημήση αυτόν παρά τοις ενορίταις του ως οκνηρόν. Ο ιερεύς εγείρεται, αναπηδά, περιβάλλεται ταχέως το ράσον, φορεί την μίαν κάλτσαν, υποδένεται τα πέδιλα, και τρέχει. Ότε έφθασεν εις τον ναόν, ψυχή. Ίσως ο συνάδελφος του εσήμανε τον κώδωνα, και έφυγεν, αλλ' η εικασία αύτη ήτο απίθανος. Ίσως θορυβοποιοί τινες ή κωμασταί αγρυπνούντες ηθέλησαν να παίξωσι την παιδιάν ταύτην. Αλλ' η κώμη ήτο ήσυχος, ούτε άσμα ούτε βήμα ηκούετο. Ο αγαθός ιερεύς επίστευσε μικρού δειν ότι συνέβη υπερφυσικόν τι, και αόρατα πνεύματα ενησμενίσθησαν να κρούσωσι τον κώδωνα του ναού όπως πειράξωσι τον ευλαβή ιερέα. Κατ' αρχάς εσκέφθη να επιστρέψη εις την εισέτι θερμήν κλίνην του, όπως συνεχίση την τόσον ευάρεστον εκείνην ανάπαυσιν, εξ ης αποτόμως είχεν αποσπασθή. Αλλά την ιδέαν ταύτην έκρινεν απορριπτέαν. Ανέσυρεν εκ της ζώνης την κλείδα, και ανοίξας την θύραν του ναού εισήλθε. Τι είδε τότε; Δυστυχώς έμεινε βωβός έκτοτε, και δεν ηδύνατο να το διηγηθή. Δυστυχέστερος του Ζαχαρίου, πατρός του Προδρόμου, δεν ελύθη την γλώσσαν μετ' εννέα μήνας από του συμβάντος τούτου, και ουδέν διηγήθη προφορικώς προς τους ενορίτας του. Έτι δυστυχέστερος του αυτού Ζαχαρίου, εγίνωσκε μεν ναναγινώσκη τας Ώρας και τας ευχάς, ήτο, καθώς λέγει ο Ραβελαί, «λαμπρός ξεχαλινωτής των λειτουργιών και ξελασπωτής των παννυχίδων», αλλά τόσον μόνον και ουδέν πλέον. Να γράφη δεν είξευρε. Και πάλιν είνε αμφίβολον αν, ότε έλεγε τας Ώρας, τας ανεγίνωσκεν έσωθεν, ή μάλλον εκ μνήμης απήγγελλε τους ψαλμούς, και ας έβλεπεν εντός του βιβλίου. Ο αγαθός ιερεύς ουδέν εις ουδένα κατώρθωσε να διηγηθή περί του συμβάντος. Έκαμνε μόνον προς τους ερωτώντας αυτόν φρικώδεις χειρονομίας και φοβερά νεύματα, δι' ων απαίσια τινα ήθελε να σημάνη. Αλλ' ουδείς ηδύνατο να εννοήση ουδέν των νευμάτων και χειρονομιών, ουδ' εκ του ανάρθρου γρυσμού όστις απέμεινεν εις το βάθος του ουρανίσκου του ως ίχνος της πάλαι ανθρωπίνης φωνής. Πολλοί όμως ύστερον επίστευσαν και διέδωκαν μύθον τινα, οίος ο εξής: Ο ατυχής κληρικός είχεν ιδεί παραδοξότατα πράγματα εντός του ναού την νύκτα εκείνην, και ευλόγως κατέστη άλαλος. Τέσσαρες λευκοχίτωνες δερβίσαι ωρχούντο μανιωδώς περί το ιερόν Θυσιαστήριον, πλήττοντες τα στήθη και εκβάλλοντες αφρούς εκ του στόματος. Περί την Ωραίαν Πύλην ιμάμαι είχον στρώσει ψιάθους και τάπητας επί του εδάφους και γονυπετείς επ' αυτών ανέπεμπον τας αλλοθρόους και βαρβαροφώνους αυτών προσευχάς. Οι θόλοι του ναού αντήχουν εκ των αήθων τούτων φθόγγων, και ήθελε τις νομίσει ότι ακούει μελαγχολικώς επαναλαμβανόμενον εκεί τον στίχον του ψαλμωδού: «ο Θεός, ήλασαν έθνη εις την κληρονομίαν σου, εμίαναν τον ναόν τον άγιόν σου…»

Πού ευρέθησαν εκεί οι δερβίσαι και οι ιμάμαι ούτοι; Υπήρχον ήδη τοιούτοι εν τη μικρά της Πελοποννήσου κώμη; Ουχί. Αναμφιβόλως η εμφάνισις ήτο υπερφυσική, και υπήρχε λόγος όπως απομείνη τις βωβός διά βίου.

Τοιαύτα σημεία επεφάνησαν τότε, κατά τας οικείας παραδόσεις, προάγγελα της επικειμένης εσχάτης συμφοράς.

Η βασιλίς των πόλεων, η πόλις της Θεοτόκου, η λατρευτή Κωνσταντινούπολις, έμελλε να πέση εις τας χείρας των αλλοπίστων. Προσκυνήσατε πάντες οι Έλληνες την ανάμνησιν ταύτην, ενόσω αύτη δεν εξηλείφθη ακόμη. Διότι είνε ανάμνησις μόνον και ουχί πλέον ελπίς. Δεν ενθυμούμαι τίνος λαού παροιμία λέγει: «Η ελπίς ήτο καλή, αλλ' ο όνος την έφαγεν». Αγνοώ ποίος όνος έφαγε την ελπίδα των Ελλήνων. Όπως και αν έχη τούτο, πταίουσιν οι Έλληνες, οίτινες επέτρεψαν εις τον όνον να την φάγη. Αλλά ταύτα περιττά.

Είπομεν ότι οι χωρικοί εσταυροκοπούντο, μη έχοντες άλλο πρόχειρον μέσον όπως δείξωσι την απορίαν των. Κατά τα περίχωρα της Σπάρτης είχον συμβή συνεχείς σεισμοί τας ημέρας εκείνας. Γραία τις διηγείτο την οπτασίαν ην είδε. Χάριν συντομίας παραλείπομεν την αφήγησιν ταύτην. Αλλά το συμπέρασμα αυτής απέβη εναντίον προς τα πράγματα, διότι αύτη διετείνετο ότι η βασιλίς των πόλεων δεν έμελλέ ποτε να πέση. Και τις ηδύνατο να προεικάση το εναντίον; Οι λαοί οι ζώντες υπό το κράτος της προλήψεως υπόκεινται, ως γνωστόν, εις αΐδιον πλάνην. Ολίγιστοι άνθρωποι ευρίσκοντο τότε εν Ελλάδι μη βεβυθισμένοι μέχρι της κορυφής εις την ιλύν της προλήψεως. Άλλως δε, όστις ηδύνατο ν' απαλλαχθή, δυνάμει της ιδίας υπεροχής, της γενικής ταύτης επηρείας, υπέπιπτεν εις άλλον χείρονα τούτου παραλογισμόν. Και παράδειγμα ο Γεώργιος Γεμιστός, όστις ηθέλησε να παίξη κατά τον χρόνον τούτον την παιδιάν του Εωσφόρου. Αλλ' η παιδιά αύτη υπήρξε πάντοτε κινδυνωδεστάτη και δεν ωφέλησε πολύ τους αποπειραθέντας αυτής. Μάρτυρες τούτου αυτός ο Εωσφόρος, ο Ήφαιστος, ο Σαλμωνεύς και τόσοι άλλοι, ων αμνημονούμεν τα ονόματα.

Ημέραν τινά ο Γεώργιος Γεμιστός (τούτο συνέβη είκοσιν έτη προ του χρόνου, καθ' ον συμβαίνουσι τα τη εν παρούση ιστορία) διηγήθη εις ένα των μαθητών του μύθον τινα, όστις δεν ηδύνατο να εύρη πολλούς τους δυναμένους να τον πιστεύσωσιν. Ο Γεώργιος Γεμιστός παραδόξως εφαίνετο την ημέραν εκείνην φοιβόληπτος. Ήτο νέος τότε. Κατ' εκείνον τον χρόνον συνέλαβε, φαίνεται, πρώτην φοράν την ιδέαν του να παραστήση το πρόσωπον του αναμορφωτού. Από πολλού είχε καταληφθή υπό παραδόξου οργασμού, και ήτο προφανής η κυριεύουσα αυτού έξαψις. Συχνοί αϋπνίαι, άτακτος δίαιτα, αλλόκοτοι λόγοι, μονήρεις περίπατοι, ταύτα ήσαν τα συμπτώματα, τα ελέγχοντα τον παροξυσμόν αυτού. Ο Γεώργιος Γεμιστός εύρε τον φίλον του εν τη αγορά Σπάρτης, όπου κατά μίμησιν των αρχαίων φιλοσόφων περιεπάτει ενίοτε. Εκάλεσεν αυτόν κατά μέρος και τω είπε: «Παράδοξόν τι μοι συνέβη την παρελθούσαν νύκτα. Είδον καθ' ύπνους την Αθηνάν, αυτήν την Παλλάδα Αθηνάν». Ο ακροατής του αφήκε κραυγήν εκπλήξεως και απιστίας. Ο Πλήθων ατάραχος επανέλαβε: «Ήτο τοιαύτη οποία παρίσταται εις το Άλφα της Ιλιάδος, οποίαν παρέστησεν αυτήν ο Φειδίας και οι άλλοι μαρμαροξόοι. Εφόρει απαστράπτον κράνος επί της κεφαλής, τον θώρακα μετά της αιγίδος επί του στήθους. Εκράτει το δόρυ με την δεξιάν, και οι οφθαλμοί αυτής εφαίνοντο δεινοί την όψιν. Έστη εγγύς εμού κοιμωμένου. Με ήγγισε με την άκραν του δόρατός της, και με αφύπνισεν. Εθαύμασα και μετετράπην. Ευθύς δ' εγνώρισα την Παλλάδα Αθηνάν, οίαν σοι την περιέγραψα προ μικρού». Ο ομιλητής υπέλαβε κατ' αρχάς ότι ο Πλήθων είχεν ιδεί την Αθηνάν πριν ή αφυπνισθή, αλλ' ύστερον ενόησεν ότι το σχήμα, όπερ μετήλθεν ο διδάσκαλος εις την διήγησίν του, ήτο πρωθύστερον και ούτως ησύχασεν. Ο Πλήθων επανέλαβε: «Μοι ωμίλησε με την λαμπράν φωνήν της. Έμεινα κατάπληκτος ακούων τους ουρανίους εκείνους φθόγγους, ων παραπλήσιοι από μακρού χρόνου δεν αντήχησαν εις ώτα θνητών. Μοι είπε δε·

— Εγέρθητι, ω Πλήθων, εγέρθητι και ανίδρυσον τους βωμούς, ανάστησον τα αγάλματα, και επανόρθωσον την λατρείαν των θεών. Από μακρών αιώνων, οίτινες εις τους οφθαλμούς των θεών φαίνονται ως μία ημέρα, αλλ' εις τα όμματα των ανθρώπων αποτελούσιν αμέτρητον χρόνον, από αιώνων έπαυσαν οι βωμοί να καπνίζωσιν, έπαυσαν οι ναοί να προσκυνούνται, και η ιερά λύρα δεν μελωδεί πλέον τους ύμνους των θεών. Υστερείται λατρεία οφειλομένη, απρακτεί οσία καλλιέρησις, αποδημεί νεμεσητή θυσία. Μη οι θνητοί απέβαλον την συνείδησιν της ιεράς οφειλής, και ελησμόνησαν τα προς τους θεούς νόμιμα; Η χλόη κατεκάλυψε τους ιερούς ουδούς, και η αράχνη υφαίνει τους ιστούς αυτής επί των σεπτών φλιών. Ιώθη το φάσγανον του θύτου, έρημα αναθημάτων απέμειναν τα περιζώματα, εξέλιπον τα εναγίσματα και αι σπονδαί, υστέρησαν οι δαδούχοι και αι κανηφόροι. Περιηρέθη η αειθαλής κόμη των ελαιών, η ποθεινή μύρτος έκρυψεν υπό αισχύνης τα άνθη της και η γεραρά δάφνη έκλινε τους σεμνούς κλώνας προς την γην απαξιούσα να στέψη κορυφάς αδόξους. Πού η αλκή και η ρώμη; πού οι άθλοι και οι αγώνες; Ώχετο το κράτος και η δύναμις, «απόλωλεν ανδρός αρετά», &το κάλλιστον θήραμα του βίου&. Εις τους νυν Έλληνας λυσιτελεί &τεθνάναι μάλλον ή ζην&, κατά την συμβουλήν του θείου Πλάτωνος. Εγέρθητι, ω Πλήθων, και τήρησον τας παραδόσεις αυτού, εγέρθητι και δείξον συ, ότι &ζην μάλλον ή τεθνάναι.& Πάρασχε σαυτόν πρόθυμον εις τα υπ' εμού κελευόμενα, παρασκεύασον την σαυτού ψυχήν ως ταμείον των σοφών τούτων υποθηκών και δογμάτων. Η οικουμένη μετεβλήθη την όψιν, λαοί και βασιλείς οπλίζονται, βάρβαροι αμφισβητούσι προς τους έλληνας το γέρας της νίκης. Φορά βαρβαρική κατέκλυσε την Ελλάδα, βέβηλοι πόδες μολύνουσι τα ιερά εδάφη, βαρβαρόφωνοι φθόγγοι μιαίνουσι τας ηχούς. Απεσβέσθησαν της σοφίας τα νάματα, εξηράνθησαν αι πηγαί της γνώσεως, εσίγησαν οι μινυρισμοί της εμμούσου αηδόνος και ο Φοίβος αφηρέθη την αινετήν λύραν και την μαντικήν δάφνην. Έκθαψον τους τεθαμμένους θησαυρούς, περισύλλεξον τα εσκορπισμένα κειμήλια, εισποίησον τα απωσμένα τίμια σκεύη και μετάδος αυτών εις τας επερχομένας γενεάς. Εγέρθητι, ω Πλήθων, εγέρθητι και ανίδρυσον τα αγάλματα των θεών!

«Ταύτα και άλλα έτι μοι είπεν η θεά. Έμεινα έκθαμβος και ιλιγγιών προ της απίστου όψεως, και της ανηκούστου εντολής. Επεθύμουν να παραστήσω προς την θεάν την αναξιότητα εμού διά το τηλικούτον έργον. Αλλ' η θεά, ιδούσα με ενδοιάζοντα, διέγνω τα διανοήματά μου και μοι είπεν·

— Ουχί παρ' ανθρώπων αλλά παρά των θεών η τοιαύτη βουλή προέρχεται. Οι θεοί θα γείνωσι συναρωγοί και του έργου. Μη όκνει. Τάχιστα θα ίδης την παρά των θεών βοήθειαν επερχομένην.

»Ταύτα ειπούσα, προέβη ενώπιον των οφθαλμών μου, όλη δι' ενός κινήματος, χωρίς να φαίνεται κινούσα τους πόδας, μηδέ πατούσα επί του εδάφους. Τότε εθάρρησα να τη είπω·

— Πού βαίνεις, ω θεά;

— Εις τον οίκον μου, απήντησεν εκείνη.

»Και το μεν πρώτον υπέλαβον ότι έβαινεν εις τον Όλυμπον. Αλλ' ευθύς ύστερον ενόησα ότι οίκον αυτής ενόει την Ακρόπολιν και τον Παρθενώνα. Διότι δεν ανήλθεν εις τα άνω, αλλά κατηυθύνθη προς άρκτον, γείτων της γης, μόλις υπερέχουσα του εδάφους. Αλλά πλην τούτου μοι είπε το τελευταίον·

— Απέρχομαι ίνα καθάρω τον ναόν μου από των συμβούλων της βαρβαρότητος, και ίνα καταλάβω αυτόν ως ανήκοντα εις εμέ μόνην.

»Ήδη δε εβεβαιώθην ότι απήρχετο εις τον Παρθενώνα. Έμεινα επί πολύ, βλέπων αυτήν ατενώς, επί νεφέλης πατούσαν και βαίνουσαν διά των ακρωρειών του Ταϋγέτου, μέχρις ου έγεινεν άφαντος από των οφθαλμών μου, απευθύνασά μοι τελευταίον νεύμα διά της αμβροσίας αυτής χειρός. Τη δε υστάτη στιγμή εφάνη πάλλουσα το δόρυ, κινούσα την ασπίδα, και δεινή αστραπή κατέλαβε τον Ταΰγετον, ο δε αήρ επλήσθη αμβροσίας οσμής. Έμεινα επί πολλήν ώραν έκπληκτος, ανασκοπών εν εμαυτώ την οπτασίαν ταύτην. Εγερθείς δε, εύρον εμαυτόν αλλοίος ή οίος ήμην πρότερον. Το βήμα μου κατέστη ως υπόπτερον, και η διάνοιά μου ήτο διαυγής, ως να κατωπτρίζετο εν εαυτή η περικαλλής μορφή της θεάς. Σήμερον δε συναντιλήπτορας μόνον ζητώ, όπως εκτελέσω την επιτραπείσαν μοι εντολήν. Διότι βουλής ουδεμιάς έχρηζον, αφού είχε διαλεχθή προς εμέ αύτη η πηγή της αληθούς βουλής και συνέσεως».

Ο Πλήθων, εις το αυτό πάντοτε συμπέρασμα καταφθάνων, διηγήθη το μύθευμα τούτο εις πολλούς άλλους κατόπιν, και προς πάντας έλεγε: «Συναντιλήπτορας μόνον ζητώ», ως να έλεγεν:

«Έχω ανάγκην οπαδών, όπως επεχειρήσω την μεταρρύθμισιν ταύτην». Εύρε δε ουκ ολίγους οπαδούς, ως είνε γνωστόν. Αλλ' όσοι και αν ήσαν ούτοι, ήσαν ανεπαρκείς. Και ασυγκρίτως δε αν ήσαν πολυαριθμότεροι, βεβαίως ουδέν ηδύνατο ο Πλήθων να κατορθώση. Οι πλείστοι των λογίων του καιρού εκείνου υπήρξαν ομιληταί του Πλήθωνος, εκ δε των λογίων των καταφυγόντων εις Ιταλίαν άμα τη αλώσει, πολλοί ήσαν οπαδοί των δογμάτων αυτού. Αλλ' η διδασκαλία του Πλήθωνος, μηδέν θετικόν δυναμένη να δημιουργήση, ήτο βεβαίως αρνητική και ανατρεπτική, ούτω δε προελείανε μόνον την οδόν του εκλατινισμού των τοιούτων λογίων. Διότι αποβαλόντες οίκοι πάσαν χριστιανικήν πεποίθησιν, ευρέθησαν έτοιμοι να δεχθώσιν εν τη αλλοδαπή, εμπορίας χάριν, πάσαν άλλην, ην ήθελε προτείνει τις εις αυτούς. Τα δόγματα άρα του Πλήθωνος, αδυνάτου όντος να ιδρυθώσιν επί εδραίας βάσεως εν Ελλάδι, συνετέλεσαν μόνον εις το να διασαλεύσωσιν ου μικρόν τα θεμέλια της Ανατολικής Εκκλησίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

Η αποπλάνησις.

Όπως και αν έχη τούτο, είνε αληθές ότι ο Πλήθων υπήρξε και αυτός επί των ημερών του δεινός της χριστιανικής θρησκείας διώκτης. Υπήρχε μάλιστα γνώμη τις, ην φειδόμενος μέχρι τούδε δεν ανεκοίνωσα εις τους αναγνώστας, αλλά σκληρόν χρέος με βιάζει να πράξω τούτο σήμερον. Το πρόσωπον της Αϊμάς, οίον εν τοις χρονικοίς μνημονεύεται, εξελήφθη υπό τινων ως πρόσωπον αλληγορικόν, ως σκότιον της φαντασίας πλάσμα, μηδέποτε δυνάμενον να υπάρξη. Και αναφέρεται ρητώς ότι το πρόσωπον τούτο ήτο η προσωποποίησις αυτής της ιδέας ην κατεδίωκεν ο Πλήθων, ήτοι της θρησκείας του Χριστού!…Το επ' εμοί, δεν ασπάζομαι την γνώμην ταύτην. Αλλ' όμως οι κριτικοί των πραγμάτων του μεσαίωνος, οι σκληροί ούτοι περιτρώκται των μεμβρανών, και των κωδίκων, εμμένουσι μετά τινος πιθανότητος επί της αλλοκότου ταύτης ιδέας, ήτις και ορθή αν ήτο, τόσω το χειρότερον, θ' αφήρει παν διαφέρον από του μυθιστορήματος τούτου, και δεν ηδυνάμην διά τούτο να την παραδεχθώ. Απαγορεύεται εις τους γράφοντας διηγήματα να παρακολουθώσι πιστώς εις πάσας τας σκοτεινάς τρωγλοδυσίας αυτών τους τυμβωρύχους του μεσαίωνος. Οι μυθογράφοι δεν είνε κριτικοί.

Την ανωτέρω παράγραφον δύναται να θεωρήση ο αναγνώστης ως μη γραφείσαν.

Εν τούτοις ο Πλήθων, αν κατώρθωσε να εύρη οπαδούς διά την νεοφανή σχολήν, δεν δύναται να είπη τις ότι δεν υπήρξεν άξιος τούτου. Όπως επιτύχη τούτου εδέησε να εργασθή και ειργάσθη υπερανθρώπως. Ότε κατ' αρχάς έρριψεν εις το μέσον διά των συγγραμμάτων του την περί καταργήσεως του Χριστιανισμού ιδέαν, είχεν ήδη θέσιν κεκτημένην, φήμην εξόχου λογίου και φιλοσόφου. Το γόητρον αυτού είχεν ασκηθή ήδη παρά τοις συγχρόνοις. Πριν ή εύρη οπαδούς διά την θρησκευτικήν μεταρρύθμισιν, είχεν ήδη τοιούτους των φιλοσοφικών του δογμάτων. Αι δε αξιώσεις αυτού δεν ήσαν κατά τούτο μέτριαι. Ο Πλήθων παρίστα εαυτόν ουδέν ήττον ή νέον Πλάτωνα, μέλλοντα να διαδεχθή τον παλαιόν εις την ίθυνσιν της Ακαδημαϊκής φιλοσοφίας. Ο Πλήθων δεν ηνείχετο να καλήται νεοπλατωνικός, απεκήρυττε δε τα δόγματα πασών των νεωτέρων σχολών. Η δε παρ' αυτού εισαγομένη διδασκαλία ήτο μίγμα πλατωνικών δογμάτων και αριστοτελικών αποδείξεων. Το χάσμα το οποίον εφαντάζοντο πάντες υπάρχον μεταξύ του διδασκάλου και του μαθητού, ο Πλήθων ηξίου ότι ήτο ικανός να το ισοπεδώση. Επεχείρει να ιδρύση ζεύγμα τι μεταξύ της πλατωνικής εξάρσεως και της αριστοτελικής ερεύνης. Το βάθος του ετέρου των συστημάτων τούτων ήθελε να το αναπληρώση διά του ύψους του ετέρου. Και μετά πολλούς αγώνας κατώρθωσε να φθάση σύστημά τι ευπρόσωπον ως προς την τότε εποχήν, όπερ ηδύνατο ίσως να επαρκέση εις τας πνευματικάς των ευπαιδεύτων ανάγκας. Αλλ' εν τούτοις δεν ηδύνατο άνευ δυσχερειών και κινδύνων να πράξη τοσαύτα, το δε χείριστον ήτο ότι ηναγκάζετο να περιβάλλη τον βίον του με ζοφερόν τι μυστήριον. Γνωσταί είνε αι παρά τω λαώ διαδοθείσαι προλήψεις περί τον απαισίου της κατοικίας του και περί των αθεμίτων σχέσεων ας είχε συνάψει με τους πονηρούς δαίμονας. Τω 1448 επανειλημμένως σύστασις εγένετο εναντίον αυτού εν Σπάρτη. Ο λαός ηθέλησε να παραβιάση το άσυλον του φιλοσόφου, να καύση τον οίκον του και να ανατρέψη τα κωφά και αναίσθητα ξόανα, εις α προσέφερεν απηγορευμένην λατρείαν. Ερημίτης μοναχός, ασκητεύων υπό βράχον τινά, όχι μακράν του Πληθωνείου άντρου, εδέχετο ταπεινοφρόνως τα ελέη των ευλαβών χριστιανών. Νύκτα τινά ωνειρεύθη ότι έμελλε να καή απ' άκρου εις άκρον η άλλως άκαρπος και πετρώδης χώρα, αν δεν κατεστρέφετο εκ βάθρων η φωλεά εκείνη της λατρείας των δαιμόνων. Την δε πρωίαν ηυτήχησε να διηγηθή την οπτασίαν του εις τον πρώτον χοιροβοσκόν, ον συνήντησε παρά την ακρώρειαν. Ούτος δε καταλιπών τους χοίρους του εις τον ευλαβή ασκητήν, όπως ποιμάνη προσκαίρως αυτούς, επέστρεψεν εις το χωρίον και διηγήθη το πράγμα εις δύο τρεις άλλους. Ο ιερεύς του χωρίου, όστις από πολλού ηγωνίζετο να σκάψη υπονόμους εναντίον του Πλήθωνος ησθάνθη αγίαν πνευματικήν αγαλλίασιν, μαθών ότι και ο ευλαβής ασκητής, ο τρεφόμενος διά κερατίων, προσήλθεν αρωγός των ευσεβών προσπαθειών του, και ημίσεια δωδεκάς γραϊδίων, άτινα δεν ήτο δύσκολον να συναθροισθώσιν από των τεσσάρων άκρων του χωρίου και να ευρεθώσιν εγκαίρως πανταχού όπου συνέβαινε συνδιάλεξίς τις προσοχής αξία, έθεσαν ευθύς τας θρυαλλίδας. Ήτο ημέρα Σάββατον, μέχρι δε της εσπέρας το άγγελμα είχε διακωδωνισθή εις όλα τα περίχωρα. Την επαύριον κυριακήν οι αγρόται δεν είχον εργασίαν να κάμωσι, και συναθροισθέντες πανταχόθεν περί τους πεντήκοντα τον αριθμόν, μετά σκαπανών, πελέκεων, αξινών και πτύων, μετέβησαν εις το άντρον και ήρχισαν να πολιορκώσι το άσυλον του φιλοσόφου. Ο Πλήθων, αν και ουδέν είχε πληροφορηθή περί των χαλκευομένων, είχεν όμως πάντοτε μισθοφόρους υπηρετούντας αυτόν. Αλλ' ούτοι δεν ήσαν αρκετοί τον αριθμόν, όπως σώσωσιν αυτόν από της μανίας του πλήθους. Την φοράν εκείνην η οργή του λαού ήτο έξαλλος, και ο κίνδυνος επέκειτο φοβερός. Ο Πλήθων ηναγκάσθη να εξέλθη διά της άνω εξόδου του άντρου, αγνώστου ούσης διά το κοινόν, και να κρυβή όπισθεν των απορρώγων βράχων, όπου ουδείς οφθαλμός ηδύνατο να τον ανακαλύψη. Αλλ' ο Θευδάς διαταχθείς να μείνη εκεί μέχρι τέλους, εμωλωπίσθη δεινώς υπό των επιδρομέων, και οι μισθοφόροι ηττηθέντες αφωπλίσθησαν και εδεσμεύθησαν. Αλλ' ευτυχώς κατέφθασεν εγκαίρως επικουρία εκ Σπάρτης, και αύτη κατώρθωσε να διασκορπίση το πλήθος και να σώση τα αγάλματα από της απειλουμένης καταστροφής.

Η μνήμη όμως του συμβάντος τούτου έμεινεν ανεξίτηλος εν τη διανοία του Πλατωνικού. Πικρία δέ τις υπελείφθη πάντοτε αλλοιούσα την άλλοτε άπλαστον φαιδρότητα, ήτις επεκράτει εν τω ήθει του φιλοσόφου. Και ούτοι δεν ήσαν οι μόνοι κίνδυνοι ούς ποτε εκινδύνευσε.

Κατά τινα χρόνον ο Πλήθων είχεν επιχειρήσει μακράν οδοιπορίαν ανά τας πόλεις και κώμας της Ανατολής. Επεσκέφθη πάσας σχεδόν τας πόλεις της Ελλάδος και της Μικράς Ασίας. Έπλευσεν εις πάσας τας νήσους του Αιγαίου και του Ιονίου. Ο σκοπός της περιοδείας ταύτης δεν σαφηνίζεται αρκούντως εν ταις ιστορικαίς παραδόσεσι. Λέγεται όμως ότι η κυριωτέρα του φιλοσόφου πρόθεσις ήτο η διάδοσις των δογμάτων του νεοπαγούς θρησκεύματος παρά τω λαώ της Ελλάδος. Ο Πλήθων έγραψεν αυτός σχοινοτενή απομνημονεύματα της αποδημίας ταύτης, αλλά το σύγγραμμα τούτο δεν διεσώθη. Εν τούτοις η οδοιπορία δεν ηδύνατο να διεξαχθή άνευ πολλών δυσχερειών και μόχθων. Ο φιλόσοφος παρηκολουθείτο μέχρι τινός υπό του μαθητού αυτού Ανδρονίκου, ή Νικάνδρου, ως φέρεται διττώς το όνομά του εν τοις κειμένοις, αλλά μετ' ολίγον βαρυνθείς ούτος το τραχύ της πορείας εγκατέλιπε τον διδάσκαλον εις το ήμισυ της οδού και επανήλθεν οίκαδε. Η μακρά εκείνη πορεία του Πλατωνικού ήτο πάντη αλλόκοτος. Κατ' αρχάς είχε πόρους εις την διάθεσίν του, προερχομένους εκ της ελευθεριότητος των φίλων του αρχόντων της Πελοποννήσου. Αλλ' ύστερον τα χρήματα απέλιπον. Εν τούτοις ο Πλήθων εξηκολούθει επιμόνως την οδοιπορίαν. Όπως αποφεύγη τας ενοχλήσεις, επλάττετο άλλοτε ως Εβραίος πραγματευτής και άλλοτε ως αλήτης Αθίγγανος. Τούτο επήνεγκεν αυτώ πολλά δυσάρεστα. Αλλ' ο Πλήθων αντείχε και μόνον εν εσχάτη ανάγκη κατέφευγεν εις τα άκρα μέσα. Οσάκις άρχων τις εζήτει να τον φυλακίση, τότε επεδείκνυεν ο Πλήθων τα βασιλικά χρυσόβουλλα, άτινα έφερε μεθ' εαυτού. Οσάκις ο όχλος εζήτει να τον λιθοβολήση, τότε εδημηγόρει εκ του προχείρου περί ομονοίας και ειρήνης, και περί της εις τα θεία ευσεβείας. Εν τούτοις ο σκοπός του εβράδυνε να κατορθωθή, και το θάρρος ήρχισε να καταπίπτη. Νύκτα τινά, ενώ διήρχετο μόνος δάσος τι, και αι δυνάμεις του ήσαν εκλελυμέναι, καταιγίς εξερράγη, και εζήτησε να στεγασθή υπό δρυν τινα, αλλ' όμως ο όμβρος διεπέρα τους κλώνας και τον κατέβρεχεν. Ο Πλήθων την στιγμήν εκείνην ησθάνθη το άκρον άωτον της απογνώσεως, και κατηράτο ενδομύχως τον σκοπόν του. Αίφνης παρά την ρίζαν της δρυός βλέπει θύραν ανοικτήν, ήτις άδηλον πώς ευρέθη εκεί. Έπειτα οι τέσσαρες τοίχοι της οικοδομής εφάνησαν ως να εξήλθον εκ του στελέχους του δένδρου. Είτα φως έλαμψεν ένδοθεν του οικήματος και ο Πλήθων έκπληκτος εισήλθεν. Ήτο μικρόν οίκημα αρκούν ίνα σκεπάση κατά της καταιγίδος τον οδοιπόρον, αλλά δεν ήτο κτιστή οικία, ως το εξέλαβε κατ' αρχάς. Ήτο κοίλωμα εις την ρίζαν της δρυός, αιφνιδίως αυτοσχεδιασθέν διά θείας δυνάμεως. Και η λυχνία, ήτις έκαιε κρεμαμένη από της οροφής, και το ξύλινον βάθρον όπερ εύρεν ο Πλήθων ίνα καθίση, και η εκ πτερίδων και χλοερών φύλλων κλίνη, ήτις έκειτο παρά την γωνίαν όπως αναπαυθή ο οδοιπόρος; Πώς ευρέθησαν ταύτα πάντα; Ο Πλήθων εξέλαβε το δώρον ως παρά των θεών προερχόμενον, και ανέπεμψεν ένθερμον προσευχήν. Πριν ή τελειώση ταύτην, βλέπει μικρόν τρίπουν κείμενον ενώπιόν του, και επ' αυτού εφθά ωά αχνίζοντα, οπώρας και γάλα. Ο Πλήθων εδείπνησε σιωπηλός, και δεν ετόλμα να άρη την φωνήν προς ευχαριστίαν σεβόμενος της φιλοξένου θεάς το αόρατον. Ότε δε απεκοιμήθη επί της χλωράς κοιτίδος, τότε τω επεφάνη καθ' ύπνους η Δρυάς. Ήτο υψηλή και ωραία, η ξανθή κόμη της ήτο περιδεδεμένη με θαλλούς και με αστάχεις. Εφόρει εγκαρσίως περί την οσφύν και περί τας λαγόνας πρασινόχρουν οθόνιον, το δε λοιπόν του σώματος ήτο γυμνόν. Έφερε τον δάκτυλον εις τα χείλη, κατά το έθος όπερ ασκούσιν αι νύμφαι όταν θέλωσι να επιτάξωσιν εις τους θνητούς σιγήν, και αφού επράυνε την ψυχήν του Πλήθωνος διά των δώρων του ύπνου, ελκύσασα ακεραίαν την προσοχήν αυτού, τω είπε·

— Διατί, ω Πλήθων, εβαρυθύμησας εναντίον των θεών; Αγνοείς ότι η ευδαιμονία απαιτεί μακράν οδόν, και οι θνητοί διά πόνων και μόχθων βραβεύονται παρά των αθανάτων; Ιδού ότι οι θεοί σε προώρισαν εις έργον, όπερ δεν ήτο παρεσκευασμένον δι' άλλον θνητόν. Αντί να σεμνύνεσαι δικαίως διά τούτο, οκνείς και βαρέως φέρεις; Τι θα είπωσιν οι Ολύμπιοι, όταν η Ίρις τοις κομίση το άγγελμα τούτο, ότι ο Πλήθων εδειλίασεν εις τον όμβρον και τον άνεμον; Χειμών και ευδία, θύελλα και καταιγίς, πάντα υπηρέται των θεών είνε. Η βροντή του υψιβρεμέτου Διός εκπέμπεται εκ του Ολύμπου, και ο αιθαλόεις κεραυνός διασχίζει μετά της αστραπής τον αιθέρα, απειλών τους ασεβείς και ανοσίους και φειδόμενος των αγαθών και θεοφιλών. Μη έχε φόβον τινά, κοιμήθητι εν ειρήνη. Είσαι υπό την στέγην της νύμφης των δρυμώνων. Ουδέν δύναται να σ' ενοχλήση. Ήδη, ότε ασυνήθης αίγλη ήρχισε να διαυγάζη εν τω αιθέρι, ότε οι ύμνοι των θεών ήρχισαν αύθις να πληρώσι τας ήχους, ότε τα αγάλματα μέλλουσι να επανιδρυθώσι και οι βωμοί να καπνίζωσιν, ήδη η ελπίς σου διεσείσθη και φόβος σε κατέλαβεν; Άνοιξον τους οφθαλμούς και τείνον τα ώτα.

Μόλις είχε προφέρει τας τελευταίας λέξεις η Δρυάς, και ο Πλήθων ήκουσε μακρόθεν θεσπεσίαν αοιδήν αντηχούσαν. Τας λέξεις του άσματος δεν ηδυνήθη να νοήση, και το μέλος επί μακρόν χρόνον προσεπάθει ακολούθως να ανασχηματίση εν εαυτώ, αλλ' υπήρξεν αδύνατον. Ήτο ουρανία φωνή άδουσα εξαίσιον μέλος, συνοδευομένη υπό θαυμασίων οργάνων. Κατά μικρόν ο ήχος προσήγγιζε. Τότε ηκούσθησαν βήματα αντηχούντα. Ο Πλήθων αυτομάτως ήνοιξε τους οφθαλμούς, ως τω είχεν ειπεί η Νύμφη, και είδε φαεινάς όψεις υπερφυείς, αστραπομόρφων ανδρών και γυναικών διερχομένων ενώπιον αυτού. Ο ηγέτης του θιάσου ήτο περικαλλής και λαμπρός νεανίας. Εκράτει χρυσήν λύραν εν τη δεξιά, και η όψις του ήτο φαιδρά και εξαισία. Ήτο ο Φοίβος Απόλλων. Εισήλθε διά της θύρας του άντρου, έστη επί μίαν στιγμήν προ του Πλήθωνος (όστις, ως τω εφαίνετο, ίστατο όρθιος μετά σεβασμού) και τω είπε: «Μη φοβού. Είμαι ο Φοίβος Απόλλων. Λάβε την δάφνην ταύτην, και θάρρει». Και έγεινεν ευθύς άφαντος διά του ορόφου, όστις είχεν εκλίπει, και ο αιθήρ εφαίνετο αναπεπταμένος ύπερθεν. Ακολούθως διέβη ενώπιον του Πλήθωνος θίασος εννέα περικαλλών παρθένων. Εκράτουν βαρβίτους, κιθάρας και φόρμιγγας, δι' ων έμελπον τους ύμνους των θεών. Ουδέποτε θνητός εφαντάσθη τηλικούτον κάλλος ευαρμοστούν μετά τοσαύτης σεμνότητος, οίαν ενέφαινον αι εννέα αύται αγλαόμορφοι αδελφαί, αίτινες ωμοίαζον προς αλλήλας κατά την λαμπρότητα, αλλ' άλλη άλλο είχεν αθάνατον δώρημα διακρίνον την μορφήν αυτής από πασών των λοιπών. Αύται παρήλθον αμοιβαδόν προ του εκπεπληγμένου φιλοσόφου και, αφού εθάμβουν αυτόν διά της ουρανίας αίγλης ην εξέπεμπον, εγίνοντο άφαντοι, αποτείνουσαι προς αυτόν έπος τι παραμυθητικόν. Και η μεν πρώτη αυτών, ήτις ήτο έξοχος το είδος και το μέγεθος, και εφαίνετο πρεσβυτάτη πασών, τω είπε: «Χαίρε, ω Πλήθων. Το σεμνόν της αοιδής μου επί σοι». Η δε δευτέρα τω είπε: «Χαίρε. Το κλέος της φήμης παρά σοι». Η δε τρίτη είπε προς αυτόν: «Χαίρε. Το λιγύ του άσματος προς σε». Η τετάρτη: «Χαίρε. Το φαιδρόν της μολπής επί σε». Η πέμπτη: «Το σεμνόν του βίου μετά σου». Η έκτη: «Η χάρις και αρμονία παρά σοι». Η εβδόμη: «Το ερατεινόν του πόθου παρά σε». Η ογδόη: «Χαίρε. Ύμνος και σπονδή διά σου». Και η ενάτη: «Χαίρε, ω Πλήθων. Το ύψος της γνώσεως παρά σοι». Και ούτως έγειναν άφαντοι. Ευθύς μετ' αυτάς εφάνη ευειδής νεανίας, μόλις χνοάζων την μορφήν, απαστράπτων δε φαιδρότητα εκ της όψεως. Έστη επί μίαν στιγμήν ενώπιον του Πλήθωνος, και επέθηκε περί τον τράχηλον αυτού στέμμα εκ κισσού, χωρίς μηδέν να είπη. Προέπεμπον δε αυτόν λυσίκομοι νεανίδες, βαστάζουσαι δάδας και ανακράζουσαι. Ευοί! Ευοί! Εν μέσω του χορού των νεανίδων τούτων εφέρετο γέρων τις επί όνου καθήμενος. Δύο των νεανίδων κρατούσαι φιάλας οίνου υπεβάσταζον τον γηραιόν, διότι μόλις ηδύνατο να κρατηθή επί του όνου, και η κεφαλή του αδιαλείπτως ένευεν. Ουδέποτε ο Πλήθων είδε θορυβωδεστέραν ουδέ φαιδροτέραν συνοδίαν ταύτης. Τα μειδιάματα των νεανίδων εκείνων επί πολύν χρόνον μετά ταύτα περιεπλανώντο υπό τας όψεις του φιλοσόφου, και η ακοή αυτού αντήχει απαύστως την φαιδράν ταύτην επιφώνησιν: &Ευοί! Ευοί!&

Εν τούτοις ο Πλήθων αφυπνίσθη, και επειδή η αυτοσχεδιασθείσα καλύβη όπου εκοιμήθη είχε γείνει άφαντος, ενόμισε καλόν να επαναλάβη την πορείαν του. Διήρκεσε δε η περιοδεία επί πολύν εισέτι χρόνον, και απεπερατώθη εις την βασιλεύουσαν πόλιν, όπου μείνας επί τινας εβδομάδας, επανήλθεν είτα εις το άντρον του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Ψήγματα ευτυχίας.

Ουδέποτε η Αϊμά ευρέθη εις τοσαύτην αμηχανίαν, όσην ησθάνθη ότε έστη αιφνιδίως αντιμέτωπος του Γεωργίου Γεμιστού. Ότε ο φιλόσοφος είχεν εξέλθει μετά την μακράν εκείνην προσευχήν ην απηύθυνε εις τους θεούς, είχε καθίσει έξω εγγύς της θύρας, και έπλεεν εις πέλαγος διανοημάτων και δισταγμών. Δεν παρήλθε πολύς χρόνος, και η Αϊμά είχεν εξεγερθή. Τότε ο φιλόσοφος ήκουσε τον σφοδρόν εκείνον διάλογον μεταξύ της κόρης και του πρώτου των Γύφτων. Κατανυγείς την καρδίαν, έκρινεν επίκαιρον να εμφανισθή, και ανοίξας την θύραν, εισήλθε. Το πρώτον κίνημα όπερ έκαμεν, ήτο να νεύση προς τον Πρωτόγυφτον ίνα αποσυρθή. Ούτος δε αφορμήν περιέμενε, και εξήλθεν ευθύς, προτού η Αϊμά προλάβη να τον παρατηρήση. Αλλ' όμως έστρεψεν ακολούθως το όμμα και είδε την αφάνειαν του Γύφτου. Τότε περιέφερε μετά τρόμου το βλέμμα επί του προσώπου του Πλήθωνος. Ο φιλόσοφος ενέβλεπεν αύτη μετά πολλής ημερότητος, και η κόρη έλαβε μικρόν θάρρος.

— Μη φοβού, τη είπεν.

Η νέα, τρέμουσα τα γόνατα, κατέπεσε και εκάθισεν επί τινος βάθρου.

— Διατί τρέμεις, κόρη μου; επανέλαβεν ο Πλήθων. Μάθε ότι δεν είμαι εχθρός σου, καθώς νομίζεις. Είμαι φίλος.

— Φίλος, επανέλαβε μηχανικώς η Αϊμά.

— Φίλος, και μάλιστα προστάτης. Ουδείς επί της γης σε αγαπά πατρικώς, ως εγώ.

Η Αϊμά εσίγησεν. Αλλ' όμως το βλέμμα αυτής εξέφραζεν απορίαν.

— Και δύναμαι ν' αποδείξω τούτο. Ζήτησόν μου τι επιθυμείς, και θα ίδης αν είμαι πρόθυμος να σοι το παραχωρήσω.

Η Αϊμά δεν ετόλμα να λαλήση. Ο φιλόσοφος έβλεπε τον δισταγμόν της διά μέσου των βλεφαρίδων της, αίτινες εσκέπαζον τους τεταπεινωμένους αυτής οφθαλμούς.

— Είνε αδύνατον να μη επιθυμής τι, επανέλαβεν ο Πλήθων. Δεν υπάρχει ανθρώπινον πλάσμα, όπερ να μη φλογίζη η επιθυμία. Αλλά τούτο δεν απαγορεύουσιν οι θεοί. Αρκεί η τοιαύτη επιθυμία να είνε θεμιτή.

Η νέα εφάνη αποφασίσασα. Είπε δε διά ταπεινής φωνής·

— Ειπέ μοι τίνες είνε οι γονείς μου, και δεν επιθυμώ τίποτε άλλο.

Ο Πλήθων ανεσκίρτησεν. Ως φαίνεται δεν είχε προβλέψει εγγύθεν την τοιαύτην απαίτησιν.

— Τους γονείς σου; επανέλαβε. Μόνον αυτό ζητείς;

— Μόνον αυτό, είπεν η Αϊμά.

— Και τούτο υπόσχομαι να σοι το είπω, ω κόρη.

— Ειπέ μοι λοιπόν, είπεν υψώσασα το βλέμμα η Αϊμά.

— Όχι τώρα, είπεν ο φιλόσοφος.

— Διατί όχι τώρα; ηρώτησε μετά θάρρους η νέα.

— Εν καιρώ θα μάθης τούτο.

Η Αϊμά εφάνη λυπηθείσα.

— Διατί ανυπομονείς; είπεν ο Πλήθων. Όταν σοι λέγω ότι είμαι φίλος, διστάζεις;

— Φίλος; επανέλαβε μετά πικρίας η Αϊμά. Και με καταδιώκεις!…

— Εγώ;

— Δέκα έτη και πλειότερον. Από τότε που ήμουν μικρή! Δεν με έρριψες εις τον κρημνόν διά να αποθάνω;

Ο Πλήθων ανεσκίρτησε βιαίως. Ίσως δεν επίστευεν ότι τον ενεθυμείτο η νέα. Ενόμιζεν ότι αύτη δεν ηδύνατο να τον αναγνωρίση εκ τόσον μακρού χρόνου.

— Ενθυμείσαι λοιπόν; είπεν.

— Ενόμιζες ότι το ελησμόνησα; είπεν η Αϊμά.

Ο Πλήθων σκεφθείς επ' ολίγον, είπε·

— Και όμως… όταν σοι είπω… πιστεύω ότι και εις τούτο θα μοι αποδώσης το δίκαιον.

— Ειπέ μοι, διηγήσου μοι τούτο· και εγώ αυτό ζητώ, είπεν η Αϊμά.

— Τούτο αποτελεί ακριβώς την δυσκολίαν. Όταν σοι διηγηθώ τούτο, θα σ' είπω όλην την ιστορίαν.

— Και δεν θέλεις να μοι την είπης;

— Δεν δύναμαι σήμερον.

— Διατί;

— Διά να σοι είπω το διατί, πρέπει να σοι διηγηθώ αυτό το πράγμα, όπερ απαιτείς. Άκουσον, κόρη. Έχε υπομονήν. Θέλω να σοι είπω τα πάντα, πίστευσόν με. Και όχι μόνον θέλω, αλλ' οφείλω να σοι τα είπω. Διότι η ιστορία αύτη σοι ανήκει, είνε ιδιοκτησία σου, και εγώ είμαι θεματοφύλαξ αυτής. Είσαι ισχυρά εν τω δικαίω σου, και δεν πρέπει να καταχράσαι. Θα σοι τα είπω τάχιστα. Μη αδημονής.

— Αλλά πότε; είπεν η Αϊμά. Προσδιόρισε πότε θα μοι το είπης.

— Μετ' ολίγας ημέρας.

— Και εγώ τι θα κάμω εν τω μεταξύ;

— Θα περιμένης.

— Πού; Εδώ δεν θα μείνω.

— Διά της βίας δεν σε κρατώ. Αλλά σε παρακαλώ να μείνης.

Η Αϊμά εδίσταζεν. Ο Πλήθων επανέλαβε·

— Σοι είπα να μοι ζητήσης ό,τι επιθυμείς. Δεν επιθυμείς τι;

— Αλλά σοι είπα κ' εγώ τι επιθυμώ.

— Είνε το μόνον; ως νέα δεν έχεις επιθυμίαν τινά;

— Ποίαν επιθυμίαν να έχω; απήντησεν αφελώς η Αϊμά.

— Ήκουσα ότι…ειξεύρεις ότι ο Μάχτος δεν είνε αδελφός σου, είπεν ο Πλήθων.

Η περίφρασις δε αύτη εσήμαινεν: «Ήκουσα ότι…αγαπάς τον Μάχτον».

— Ειξεύρω βεβαίως ότι δεν είνε αδελφός μου, είπεν η Αϊμά ερμηνεύουσα κατά γράμμα την φράσιν.

— Λοιπόν… μήπως τυχόν θέλεις;…„

— Τι να θέλω; ηρώτησεν απορούσα η Αϊμά.

— Μήπως θέλεις να τον νυμφευθής;

— Εγώ; έκραξεν έκπληκτος η Αϊμά.

— Ούτω πρέπει να είνε, είπεν ως να ωμίλει καθ' εαυτόν ο Πλήθων, εκλαβών την έκπληξιν της νεανίδος ως δισταγμόν εκ παρθενικής απορρέοντα δειλίας.

— Η Αϊμά εσίγα.

— Λοιπόν θα σας νυμφεύσω, επανέλαβε φαιδρώς ο φιλόσοφος. Ναι, από πολλού επεθύμουν να συμπέση τοιαύτη περίστασις, προσέθηκε μάλλον μονολογών. Κατά τον χρόνον του ιερατικού μου σταδίου δεν ετέλεσα γάμον, ουδέ προσήνεγκον σπονδάς υπέρ νεονύμφων. Έθυσα θυσίας άλλας βιωτικάς και νεκρωσίμους, αλλ' υμέναιον ουδένα ετέλεσα. Και ήδη είνε καιρός να σπείσω την σπονδήν ταύτην. Ειξεύρεις, ω κόρη, ότι είμαι ιερεύς;

— Ιερεύς; επανέλαβεν η Αϊμά.

— Ναι, ιερεύς των θεών. Εγώ αυτός θα τελέσω τον γάμον σου μετά του Μάχτου.

Και ταύτα λέγων επίστευεν ενδομύχως ο Πλήθων, ότι μεγίστην και αμύθητον προυξένει ευτυχίαν εις την Αϊμάν. Αλλ' οι θεοί, τοσαύτα απονείμαντες αυτώ δωρήματα, εφείσθησαν του μαντικού χαρίσματος, και δεν κατέστησαν αυτόν οιωνοσκόπον.

— Και ευθύς μετά τον γάμον, επανέλαβε, θα σοι δηγηθώ τέλος την ιστορίαν εκείνην, δι' ην τοσούτον ανυπομονείς. Λέγουσιν, ότι οι θεοί δεν δωρούσι τέλειον το ευεργέτημα των αγαθών φρενών εις την κόρην προτού να καταστή αύτη γυνή. Περί σπουδαίων πραγμάτων δύναται ν' ακούση τις όταν είνε ήδη σύνευνος και μέλλει όσον ούπω να καταστή μήτηρ αγαθών τέκνων, βλαστών του υμεναίου. Αλλ' εις κόρην τίς δύναται να διηγηθή σοβαρά πράγματα; Η κόρη είνε κούφη ως το πτερόν, ελαφρά ως νεφέλη, ευαπάτητος και ευπαγίδευτος ως στρουθίον. Όταν αναφθώσιν αι δάδες του ιμέρου και αντηχήση ο ύμνος του υμεναίου, τότε το στρουθίον συνελήφθη εις την παγίδα, η κόρη υπερέβη τον ουδόν του βίου, και μετέστη από του προσκαίρου σταθμού εις την αληθή κονίστραν του εγκοσμίου αγώνος. Ήκουσάς ποτε, ω κόρη, υμέναιον αδόμενον;

— Όχι, είπεν η Αϊμά.

— Λοιπόν ευτύχημα, ότι ο πρώτος ον θ' ακούσης θα είνε ο εδικός σου. Ειπέ, είσαι ευχαριστημένη;

Η Αϊμά ένευσε κάτω και ουδέν απήντησε.

— Παρθενική αιδώς, είπε μονολογών ο Πλήθων. Παν έαρ έχει τα ρόδα του, και το μάλιστα ευώδες και εύχρουν ρόδον είνε το της παρθενίας, του καλλίστου τούτου έαρος. Δύσμοιρον γήρας, βαρύς και παγετώδης χειμών του βίου, όστις μόνον την ανάμνησιν της ευωδίας ταύτης διασώζεις! Και πάλιν ευτύχημα τούτο διά σε. Όταν τα ρόδα εξηράνθησαν, τα διατηρεί τις επιμελώς εξηραμμένα. Αν οι θεοί παράσχωσιν εις γέροντα τινα αγαθήν μέχρι τέλους συνείδησιν, και στρώσωσι διά των αποξηραμμένων τούτων ανθέων το προσκεφάλαιον αυτού, τούτο είνε η αρίστη εξόφλησις της απαραιτήτου ταύτης οφειλής, η καλλίστη συντέλεσις του μοχθηρού τούτου αγώνος, του επιβαλλομένου εις πάντας. Αλλ' η μεγίστη επιθυμία του γήρατος είνε το να δύναταί τις να δώση εις άλλους την ευτυχίαν, χωρίς να την έχη αυτός. Τι λέγω; Τούτο καθ' αυτό αποτελεί την μεγίστην ευτυχίαν. Μη φθόνει, ω θνητέ. Τούτο είνε θείον, διότι οι θεοί μόνοι δύνανται να καθιστώσιν ευτυχείς. Και ο Πλάτων ορίζει ούτω το θείον, παρέχων αυτώ γνωρίσματα τοιαύτα· « αγαθός, φθόνου εκτός ων». Όταν δύναται τις να είνε εκτός φθόνου, τότε αληθώς είνε υπεράνθρωπος, τότε εξαίρεται, τότε θεούται.

Η Αϊμά εθεώρει άφωνος τον παράδοξον τούτον άνθρωπον, και ήκουεν αυτόν μονολογούντα χωρίς να εννοή λέξιν.

— Λοιπόν, τη είπεν αίφνης ο φιλόσοφος, σύμφωνοι; Θα μείνης εδώ, αύριον θα έλθη ο Μάχτος, και θα σας νυμφεύσω. Δεν έχει ούτω;

Η κόρη εδίσταζε.

— Δεν απαντάς; επανέλαβεν ο Πλήθων

— Ναι, είπεν η Αϊμά πεπνιγμένη τη φωνή.

Και ο Πλήθων εξήλθεν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

Ουδέν καινόν.

Εκείνο όπερ ηνάγκασε την Αϊμάν να προφέρη το πεπνιγμένον τούτο ναι, ήτο η ελπίς και η προσδοκία της αποκαλύψεως ην τη υπεσχέθη ο Πλήθων. Άλλως δε η κόρη αύτη συνέλαβεν ένοχον σχέδιον. Ο σκοπός αυτής ήτο να μείνη, να υποστή τον γάμου τούτον ον τη επέβαλλεν ο Πλήθων, ν' ακούση αυθημερόν τας αποκαλύψεις αυτού, και ακολούθως…..να δραπετεύση.

Τις ήθελε το πιστεύσει ότι ηδύνατο να διανοηθή τοιαύτα το ήμερον τούτο πλάσμα; Και όμως είνε αληθές. Ο χρονογράφος διαβεβαιοί τούτο μεθ' όρκου, καίπερ συνειδώς ότι οφείλει να συνηγορήση υπέρ αυτής. Άλλως δε οι αναγνώσται ημών θ' αποδώσωσιν ημίν δικαιοσύνην, ότι δε περιπίπτομεν ως προς τούτο εις αντίφασιν. Ουδέποτε μέχρι τούδε είπομεν ότι η Αϊμά ηγάπα ερωτικώς τον Μάχτον, ουδ' υπηνίχθημεν τούτο. Η προς τον νέον στοργήν αυτής ήτο αδελφική, παρομαρτούσης και της ευγνωμοσύνης επί τη χρηστοτέρα φιλοφροσύνη, ην επεδείκνυεν ο νεαρός Αθίγγανος προς αυτήν. Και αυτού δε του Μάχτου το προς την Αϊμάν αίσθημα δεν ωνομάσαμεν ρητώς έρωτα, αν και ως τοιούτο απ' αρχής το ενοήσαμεν. Λυπηρόν ότι η φαντασία τινών των αναγνωστών προέδραμε της ημετέρας. Τούτο είνε δυστύχημα διά τον μυθιστοριογράφον ουχ ήττον ή διά τους αναγνώστας. Ενόμισάν τινες ότι η Αϊμά ώφειλε πάντως ν' αγαπά τον Μάχτον, και άλλως δεν ηδύνατο να γείνη το πράγμα.

Η προκατάληψις αύτη δεν κατέλαβε μόνους τους αναγνώστας, αλλ' επεξετάθη και αλλαχόσε. Φιλόμουσός τις κύριος ευαρεστηθείς να παραφράση ιταλιστήν την «Γυφτοπούλαν», έκρινεν εύλογον να αλλοιώση πολλά μέρη της αφηγήσεως, προσθείς ουδέν ήττον ή αφελών. Ότε είδον κατά τύχην έν φύλλον της εφημερίδος εν η δημοσιεύεται η μετάφρασις, δεν ανεγνώρισα πλέον την &«Γυφτοπούλαν»&. Ούτως εν τη σκηνή εκείνη του πρώτου μέρους, εν η εκφεύγει εκ του σιδηρουργείου διά μέσου των διωκτών της, εισάγεται η Αϊμά φοβουμένη και τρέμουσα ουχί υπέρ εαυτής, αλλ' υπέρ του Μάχτου. Τοιούτον μελοδραματικόν αίσθημα, το κατ' εμέ, δεν ηδυνάμην να δώσω εις την Αϊμάν, αφού δεν ήτο βέβαιον ότι η Αϊμά ηρωτεύετο τον Μάχτον. Και πώς η Αϊμά, αυτή κινδυνεύουσα, φοβείται διά τον Μάχτον, όστις δεν κινδυνεύει; Τούτο είνε δυσνόητον. Έπειτα ο Μάχτος κρατεί ακίνητον τον Πρωτόγυφτον επίτηδες, διά να δώση καιρόν εις την Αϊμάν να φύγη, ως να προϋπήρχε συνεννόησις μεταξύ των δύο περί της φυγής! Τρίτον η Αϊμά παραβάλλεται με Νεράιδα, «μίαν των ωραίων, πονηρών και τρομερών εκείνων νυμφών, δι' ων η φαντασία του ελληνικού λαού οικίζει μέχρι της σήμερον πάντα τα σπήλαια και τους δρυμώνας». Όσον λαμπρά και αν φαίνεται η παραβολή αύτη, κατ' εμέ, είνε άκαιρος και απροσφυής.

Είπομεν ότι η Αϊμά διενοήθη να υποκλέψη τας ομολογίας του Πλήθωνος και ακολούθως να φύγη. Οφείλομεν να είπωμεν και άλλο τι μάλλον επίπονον. Πού εστρέφετο η φαντασία της Αϊμάς, ταύτα μελετώσης; Έβλεπε πόρρωθεν τον πολικόν αστέρα της Ειμαρμένης φωτίζοντα τα διαβήματα αυτής; Επεθύμει να βαδίση εν τω σκότει, και είχε το προς τούτο θάρρος; Ποίαν μυστικήν ελπίδα είχε συλλάβει και ποίον μύχιον αίσθημα έτρεφε; Φευ! Ουδένα αστέρα έβλεπεν ανατέλλοντα. Εφοβείτο να βαδίση εν τω σκότει, και θάρρους εστερείτο παντελώς. Σπινθήρ τις μόνον έφεγγεν εις το βάθος της συνειδήσεως αυτής, αλλ' ούτος μηδέν εξαρκών να φωτίση, καθίστα το σκότος πυκνότερον έτι εις το βάθος της ψυχής της.

Η Αϊμά εν πρώτοις ησθάνετο ελέγχους συνειδήσεως μαστίζοντας αυτήν. Ηγνόει το φονικόν τέλος της νυκτερινής εκείνης πάλης μεταξύ του Σκούντα του άρπαγος και του Τρέκλα του υβρισθέντος συζύγου. Ο Πρωτόγυφτος είχεν απομακρύνει ταύτην ως τάχιστα εκ της σκηνής εκείνης αδρανώς έχουσαν και μήτε να σκεφθή μήτε ν' αντισταθή δυναμένην. Νυν δε αναπολούσα καθ' εαυτήν την σκηνήν εκείνην, έπασχε συνειδυία ότι δεν ηνάγκασε τον Πρωτόγυφτον να έλθη εις βοήθειαν του κινδυνεύοντος Σκούντα, ου επί του στήθους επάτει τον πόδα ο εχθρός του. Η ανάμνησις αυτής περιέβαλλε μετά τινος ευγνωμοσύνης το πρόσωπον του Σκούντα. Ίσως ο νέος εκείνος να μη είχε κακούς σκοπούς δι' αυτήν, και ηθέλησε να ελευθερώση αυτήν εκ φιλανθρωπίας. Εις τας όψεις αυτής η τολμηρά αύτη πράξις του ξένου εκείνου εφαίνετο ως ανδραγάθημα. Ήτο γυνή, και ήτο λίαν ευπτόητος. Τέλος δεν ηδύνατο να μη ευγνωμονή προς τον Σκούνταν. Ούτως ενόμιζεν: Αν εκείνος μετήλθεν απάτην, όπως πείση αυτήν να τον ακολουθήση, βεβαίως έπραξε τούτο επ' αγαθώ, διότι άλλως δεν θα τον ηκολούθει. Επειδή σπανιώτατα εύρεν εν τω βίω της ανθρώπους προς ους να ευγνωμονή, υπελάμβανεν ότι προς τον πρώτον τυχόν παρουσιασθέντα δεν έπρεπε να φείδηται της ευγνωμοσύνης της. Ησθάνετο λοιπόν τύψεις, και κατέκρινεν ενδομύχως την ιδίαν αυτής διαγωγήν. Αναπαρίστα εν τη μνήμη την εναγώνιον εκείνην σκηνήν. Ο απαγωγεύς αυτής εφαίνετο υψηλός και ρωμαλέος. Πώς ο άλλος εκείνος άνθρωπος κατώρθωσε να τον καταβάλη κατ' αρχάς, διότι το τέλος ηγνόει η Αϊμά. Το πράγμα συνέβη λίαν αιφνιδίως και ορμητικώς. Ο απαγωγεύς δεν έλαβε καιρόν ν' αντισταθή.

Αλλ' ημείς προς συμπλήρωσιν οφείλομεν να είπωμεν ότι ο Τρέκλας, άναλκις και θρασύδειλος ων, ενέδωκεν εις το πρώτον κίνημα της μανιώδους μνησικακίας, και ήρπασεν από του λαιμού τον εχθρόν του, ον καταχθόνιός τις Νέμεσις εφαίνετο παραπέμπουσα προς αυτόν, καθ' ην στιγμήν δεν τον περιέμενεν. Αλλ' αφού άπαξ τον συνέλαβεν, έσφιγξε τον βρόχθον αυτού λυσσωδώς, διότι αν τον απέλυεν, εφοβείτο μη καταστή θύμα αυτού. Δειλία λοιπόν και σκληρότης απαιτείται — και ουχί γενναία καρδία (!), κατά την άξεστον και χυδαίαν πρόληψιν — όπως φονεύση τις τον εχθρόν του, συντρεχούσης και της τύχης. Δειλία δε και σκληρότης είνε ανόμοια, ή το πολύ αντίθετα, αλλ' ουχί και αντιφατικά, και δύνανται να συνυπάρχωσι παρά τω αυτώ προσώπω.

Η άτυχης Αϊμά αγνοούσα, ως είπομεν, το τέλος της συμπλοκής εκείνης, επόνει μόνον διότι εγκατέλιπε κινδυνεύοντα τον νομιζόμενον παρ' αυτής ως ευεργέτην, χωρίς να αποδώση αυτώ την οφειλομένην χάριν. Και ίσως εν τω βάθει της συνειδήσεως αυτής ο στίλβων εκείνος σπινθήρ υπέφαινε την οδόν, ην ώφειλεν η κόρη να πορευθή όπως επανεύρη τον ευεργέτην εκείνον. Ίσως (τις οίδε;) το αίσθημα αυτής τούτο δεν απείχε πολύ απ' εκείνου όπερ δύναται να αισθανθή τρυφερώτατον και μυχιώτατον πάσα καρδία. Ουδέν το παράδοξον. Τα τοιαύτα αισθήματα γεννώνται συνήθως υπό αλλοκότους περιστάσεις. Λέγουσιν, ότι σπέρμα είδους τινός φυτού, αναρπαζόμενον υπό του ανέμου, δύναται να πέση εις οιανδήποτε γην και να παραγάγη την οικείαν βλάστησιν. Το δε σπέρμα του αισθήματος άδηλον εκ ποίας γης αναδίδεται, υπό ποίου ανέμου φέρεται και εις ποίον έδαφος πίπτει. Εν τούτοις είνε βέβαιον ότι η νεάνις επόθει διακαώς να επανίδη τον νέον εκείνον ον αποτόμως είχεν εγκαταλίπει.

Όσον διά τον Πλήθωνα, ούτος, αφού ενόμιζεν ότι κατέστησε την νέαν ευτυχή, και εσεμνύνετο διά τούτο, έπεμψε τον Θευδάν όπως προσκαλέση τον Μάχτον να έλθη. Ο φιλόσοφος, όσον και αν εβίαζεν εαυτόν, έπασχεν ενδομύχως, και δεν είχε την δύναμιν όπως διηγηθή από τούδε εις την Αϊμάν εκείνο όπερ υπεσχέθη αύτη. Ήλπιζε δε ότι μετά την τελετήν της θυσίας έμελλε ν' αναλάβη το ίδιον εφ' εαυτού κράτος, όπερ θα ενίσχυεν η εγκαρτέρησις, η συνήθως παρομαρτούσα μετά τα γεγονότα, η απελαύνουσα τους ενδοιασμούς ους παράγει πάσα εκκρεμής κατάστασις. Προσεδόκα δε μετά πολλής ανυπομονησίας την επάνοδον του θεράποντός του.

Παράδοξον δε ότι εφοβείτο μήπως ο Μάχτος δεν έλθη, μήπως ο Θευδάς δεν επιστρέψη, και καθ' όλου προέβλεπε πρόσκομμά τι εις την εκτέλεσιν της αποφάσεώς του. Διέκρινεν ως σκιάν τινα ορθίαν εν τω σκότει, απειλητικήν και ζητούσαν να ματαιώση τα σχέδιά του. Ο Πλήθων εκάθισεν επί σκοπιάς τινος, οπόθεν η οδός ήτο ορατή επί τινα στάδια, και έβλεπε μήπως εφαίνετο μακρόθεν ο Θευδάς επιστρέφων.

Ο δε Πρωτόγυφτος, άπαξ μόνον ανεφανίσθη μετά την συνδιάλεξιν του Πλήθωνος και της Αϊμάς. Ήτο περί το λυκαυγές. Ο λύχνος ο καίων υπό την εστίαν ημαυρώθη και απεσβέννυτο βραδέως, το ερυθρόφαιον φως της ηούς εφώτιζε την είσοδον του σπηλαίου, και οι γλυκείς ψιθυρισμοί της εξεγειρομένης φύσεως ηκούοντο εναρμονίως αντηχούντες περί τας φάραγγας και τους δρυμώνας. Ο Πρωτόγυφτος με το υψηλόν και άκαμπτον αυτού σώμα, με την βαρείαν στάσιν και το απηνθρακωμένον πρόσωπον είχεν ολισθήσει λαθραίως και επλησίασεν εις την θύραν. Ο Πλήθων εξερχόμενος είδεν αυτόν και τω έκαμεν έν νεύμα δι' ου τω επέταττε ν' απομακρυνθή. Ο Πρωτόγυφτος ιδών το νεύμα εκείνο, έγεινεν ευθύς άφαντος, και έκτοτε δεν εφάνη πλέον επί του προσώπου της γης.

Κεφάλαιον ιδιόγραφον.

Το κεφάλαιον τούτο απεσπάσθη εκ του επιλόγου του παρόντος μυθιστορήματος. Επειδή δεν ήτο πεπρωμένον να διηγηθή ο Πλήθων προς την Αϊμάν εκείνο, όπερ επεθύμει αύτη να μάθη, οφείλει η σειρά της διηγήσεως ν' αναπληρώση χάριν του αναγνώστου την έλλειψιν ταύτην. Το μυστήριον, όπερ εξ ανάγκης περιέβαλλε τας σχέσεις των δύο κυριωτέρων προσώπων του διηγήματος τούτου, άκοντος εμού, ηλέκτρισε παραδόξως των αναγνωστών τινας. Τούτο τη αληθεία ουδόλως εκολάκευσε την ημετέραν φιλαυτίαν, ως λογογράφου. Νομίζομεν ότι η ύπαρξις της περιεργείας είνε τεκμήριον της ελλείψεως παντός διαφέροντος. Πλανώνται δε οι συγχέοντες τα δύο ταύτα όλως διάφορα πράγματα. Ή εις την καρδίαν πρέπει ν' απευθύνεται διήγησίς τις ή εις την φαντασίαν, όστις δε στοχάζεται του ενός, εξ ανάγκης αστοχεί του ετέρου. Αλλ' όστις και του πρώτου αστοχεί και του δευτέρου αποτυγχάνει, είνε ατυχής συγγραφεύς, άξιος οίκτου. Ουδέποτε ηθέλομεν κατορθώσει να επαρκέσωμεν εις την απαίτησιν περί διαλύσεως του μυστηρίου, του περικαλύπτοντος την παράδοσιν ην επραγματεύθημεν.

Δεν επετρέπετο ημίν να πλάσωμεν απίθανα μυθεύματα προς εξήγησιν παραδόσεων απιθανωτέρων. Απηγορεύετο προσέτι ημίν να μηκύνωμεν επί πλέον την διήγησιν ταύτην, ήτις φόβος είνε μη κατέστη ήδη φορτική. Ευτυχώς εγκαίρως επήλθεν ημίν επίκουρος η ανακοίνωσις δύο ανεκδότων χειρογράφων, άτινα διηγούνται κατ' ίδιον όλως τρόπον τα περί της σχέσεως του Πλήθωνος προς την Αϊμάν. Το περιεχόμενον των δύο τούτων χρονικών επίσης μας φαίνεται απίθανον, και όπερ χείρον, αντιφάσκουσι προς άλληλα. Αλλά διά του μέσου τούτου μετριάζεται τουλάχιστον η ημετέρα ευθύνη. Εφεξής μάλιστα παρατίθεμεν αυτολεξεί τα δύο ταύτα ανέκδοτα χρονικά:

«Διήγησις λίαν ψυχωφελής διά τας μαγγανείας όπου εμεθοδεύθη ο κατάρατος Σατάν διά μέσου του γόητος Γεμιστού, και διά το θαύμα οπού ακολούθησεν.

Αρχή συν Θεώ αγίω. Εις τας ημέρας του πολυχρονεμένου βασιλέως Ιωάννου εζούσεν άνθρωπος ονόματι Γεώργιος Γεμιστός, αγγείον του Σατανά και γεμάτος από κάθε λογής γοητείαν και ασέβειαν. Ούτος γουν ο άθλιος, πηγαινάμενός ποτε καιρού εις την Αδριανούπολιν, πολιτείαν της Ρούμελης λίαν μεγάλην και θαυμαστήν, ευρίσκει εκεί έναν πραγματευτήν εβραίον, ονόματι Ελιέζερ, όπου εις το φαινόμενον ήτον πραγματευτής, κατ' αλήθειαν δε ήτον μάγος και ψεύστης. Ούτος γουν ο μισόχριστος εφιλιώθη με τον Γεμιστόν και παρέλαβεν αυτόν εις τον οίκον του, διά να τον έχη μαθητήν του, και από αυτόν τον διδάσκαλον της κακίας εδιδάχθη ο Γεώργιος Γεμιστός κάθε είδους πονηρίαν και ανομίαν, εις τόσον οπού ο εχθρός του ανθρωπίνου γένους δεν εύρεν άλλο σκεύος εκλεκτότερον διά λόγου του, και τον έκαμε πιστόν φίλον και όργανόν του, διά να καταργήση — ω της θεοστυγούς ανομίας! ίλεως να είσαι εις ημάς, Κύριε! — την αμώμητον πίστιν του Χριστού και να φέρη εις τον κόσμον την άθεον ειδωλολατρείαν. Τέτοια εσοφίσθη ο παμπόνηρος ανθρωποκτόνος να κατορθώση διά μέσου του άφρονος Γεμιστού. Αμμή ο φιλάνθρωπος και πολυέλεος Κύριος, οπού προείπε διά την εκκλησίαν του ότι Πύλαι Άδου δεν ήτον βολετόν να την καταπονέσουν, δεν ηθέλησε να κάμη τέτοιαν εγκατάλειψιν εις το πλάσμα του και ηυδόκησε να κατασυντρίψη τας Πύλας αυτάς του Άδου, από τας οποίας εξεράσθη ο παράφρων Γεμιστός και οι όμοιοί του κακόφρονες, και ηλευθέρωσε τον περιούσιον λαόν του από το κράτος των πονηρών δαιμόνων. Αφόντις γουν εποτίσθη βαθέως ο Γεμιστός με τα κακόδοξα νάματα της εβραϊκής απονοίας, ήλθεν εις την βασιλεύουσαν πόλιν και έμεινεν εκεί χρόνους επτά διδάσκοντας εις το φανερόν τα ιερά γράμματα και την φιλοσοφίαν, αμμή εις το κρυφόν όσους ειμπορούσε να σαγηνεύση διά να τους κάμη ομόφρονάς του, τους εδίδασκε την κακόδοξον πλάνην του, και πολλούς από τους μαθητάς του εφαρμάκωσε με αυτόν τον τρόπον, φέρνοντάς τους εις την απώλειαν, ώστε να μη λατρεύουν πλέον τον αληθινόν Θεόν, αλλά να προσκυνούν — ω της απονοίας και αναισχυντίας! — κωφά και αναίσθητα ξόανα. Σιμά εις τούτο κατεγίνετο ο άθλιος και εις την μαγείαν, και εδίδασκε τους πιστούς του πώς να ομιλούν με τους δαίμονας, προσκαλώντας με ασεβή και ανόσια μηχανήματα από τα κατώτατα του Άδου τους πονηρούς δαίμονας, να παρουσιάζονται ολοφάνεροι εμπρός εις τα όμματά τους και να συνομιλούν αναμεταξύ τους ως πιστοί φίλοι. Και ό,τι μοχθηρόν και παράνομον θέλημα εζήτει ο Γεμιστός, τούτο εκτελούσε κατά θείαν παραχώρησιν ο μισόκαλος. Και κοντολογής δεν ήτον τρόπος και είδος κακίας και ανομίας οπού να μη το εδίδασκεν εις τους μαθητάς του ούτος ο δυσσεβής Γεμιστός, πολλαπλασιάζοντας μετά τόκου το χάρισμα οπού έλαβεν από τον διδάσκαλόν του τον μισόθεον Ελιέζερ, ή μάλλον από τους ακαθάρτους δαίμονας. Μίαν γουν ημέραν ο ανόσιος Γεμιστός, θέλοντας να δείξη την δύναμιν και εξουσίαν οπού είχε λάβει από τους καταράτους δαίμονας, ώστε να του κάμνωσιν όλα τα θελήματά του, λέγει εις έναν από τους μαθητάς του, ονόματι Νίκανδρον: «Γνωρίζεις πόσην εξουσίαν έχω. Όλα τα θελήματά μου τα εκτελούσιν οι θεοί» (θεούς ονομάζοντας τους ακαθάρτους δαίμονας). Λέγει του ο Νίκανδρος: «Γνωρίζω, διδάσκαλε, ότι έχεις μεγάλην εξουσίαν, αμμή πώς γίνεται να σου εκτελούσιν οι θεοί όλα τα θελήματά σου;» Λέγει του ο Γεμιστός: «Όλα, πίστευσόν μου, ω Νίκανδρε, ό,τι και αν επιθυμήσω, χωρίς αργοπορίαν το απολαμβάνω από τους θεούς». Λέγει του ο Νίκανδρος: «Ό,τι και αν επιθυμήσης, διδάσκαλε; Και αν επιθυμήσης ένα πράγμα, όπου να είνε φυσικά αδύνατον;» Και ο Γεμιστός: «Σώνει να μην είνε κατά πλάτος γενικόν και απεριόριστον, ήγουν αν ζητήσω την καταστροφήν της κτίσεως, δεν την εκτελούσιν οι θεοί. Αμμή αν είνε κατά βάθος μέγα το ζητούμενον, αγκαλά και να είνε αδύνατον κατά πράξιν, οι θεοί θα μου το εκτελέσουν». Και ο Νίκανδρος: «Ας είνε όσον μέγα και εξαίσιον;» Ο Γεμιστός: «Ας είνε όσον ενδέχεται εξαίσιον και θαυμάσιον». Λέγει του ο Νίκανδρος: «Παράδοξα συντυχαίνεις, διδάσκαλε». Λέγει του ο Γεμιστός: «Διά να μη στοχασθής ότι είνε εις το μέσον καμμία απάτη, σου δίδω ελευθερίαν να προσδιορίσης εσύ το ζητούμενον, και εγώ να το ζητήσω από τους θεούς, ό,τι συ προσδιορίσης, και οι θεοί ευθύς θα μου το δώσουν». Λέγει του ο Νίκανδρος: «Ειμπορούν οι θεοί να πλάσουν νέαν πλάσιν;» Και ο Γεμιστός αποκριθείς είπε: «Είπαμεν ότι τέτοιαν απόφασιν δεν έχουν οι θεοί, ύστερα από τον κατακλυσμόν του Δευκαλίωνος». Και ο Νίκανδρος: «Δεν θέλεις τους ζητήσει να πλάσουν νέαν δημιουργίαν εις όλον το πρόσωπον της γης· μόνον ένα δείγμα θέλεις τους ζητήσει». Και ο Γεμιστός είπε: «Τι λογής δείγμα;» Και ο Νίκανδρος: «Ωσάν ένα πλάσμα ανθρώπινον, οπού να μην είνε γεννημένον από γονείς κατά σάρκα.» Και ο Γεμιστός γελάσας είπε: «Το ευκολώτερον μου εζήτησες.» Λέγει του ο Νίκανδρος: «Δύνασαι να το απολαύσης τούτο»; Ο γουν Γεμιστός, χωρίς να του αποκριθή, εκλείσθη εις την μιαράν φωλεάν του και ήρχισε να επικαλήται τους πονηρούς δαίμονας, συντυχαίνοντας ολοφάνερα με αυτούς και λέγοντας: «Κάμετέ μου το θέλημα τούτο, ω αθάνατοι θεοί, διά να ίδη και ο Νίκανδρος να πιστεύση.» Μόλις γουν επρόφθασε να είπη τους λόγους τούτους, και ευθύς ο πονηρός δαίμων εμφανίζεται εν μορφή ευειδούς νέου ο μιαρός, με το σχήμα του θεού του Απόλλωνος, όπως τον παρίσταναν εις τα κωφά και αναίσθητα είδωλα, κρατώντας εις την αγκάλην έν νήπιον θηλυκόν, κλαυθμυρίζον, και δίδοντάς το εις τον Γεμιστόν είπε: «Λάβε ταύτην, ω Πλήθων, και γείνε τροφός να την αναθρέψης, επειδή το εζήτησες.» Ο γουν Γεμιστός έλαβε το νήπιον εκείνο, και έδειξέ το εις τον μαθητήν του, λέγοντας: «Ιδού βλέπε, ω Νίκανδρε, οπού δεν το επίστευες». Αύτη γουν η μικρά κόρη ήτον αληθώς πλάσμα του διαβόλου, και δεν εγεννήθη κατά την ανθρωπίνην φύσιν εκ συνουσίας ανδρός και γυναικός, αλλ' εγεννήθη κατά τας μεθοδείας του πονηρού δαίμονος. Και ο Γεμιστός θέλοντας να υπακούση εις τα κελεύσματα του πατρός του, του βδελύου Σατάν, δεν την έδωκεν εις γυναίκα να την βυζάση, αλλά την ανέθρεψεν αυτός, τρέφοντάς την με το γάλα μιας αιγός ήγουν κατσίκας, και όταν εμίσευσεν από την βασιλεύουσαν πόλιν, την έφερε μαζή του, περιπλανώμενος εις την υφήλιον διά να εύρη και άλλους να σαγηνεύση εις την μιαράν και κακόδοξον πλάνην του. Οι γουν φίλοι και ομόφρονές του, έστωντας να μισεύση ο Γεμιστός από την βασιλεύουσαν, διέδωκαν ότι η παιδίσκη εκείνη ήτο εξ ιχώρος ήγουν θεογέννητος — ω της κακοδόξου πλάνης και αθεΐας! — γεννημένη από τον θεόν τον Απόλλωνα και από θνητήν γυναίκα. Και άλλοι πάλιν έλεγαν ότι ήτον εκ βασιλικού αίματος, αναφέροντας εις μαρτυρίαν ότι την ιδίαν ημέραν οπού έφερεν ο πονηρός Σατάν το κόριον εκείνο εις τον πιστόν του δούλον και θεράποντα Γεμιστόν, η νύμφη του βασιλέως Ιωάννου Ευδοκία είχε τέκει βρέφος θηλυκόν, οπού έγεινεν άφαντον ευθύς άμα εγεννήθη, και όσας ερεύνας και αν έκαμαν οι οφφικιάλοι και οι δορυφόροι του βασιλέως, εστάθη αδύνατον να ευρεθή. Είπαν γουν τινες ότι το πορφυρογέννητον εκείνο νήπιον το είχαν αρπάσει Αθίγγανοι και το ανέθρεψαν, και εμεγάλωσεν εις μέσον τους μη γνωρίζοντας τους γονείς του, και όλον τούτο έγεινε διά τας αμαρτίας του βασιλέως, διά να παιδευθή εις αυτόν τον πρόσκαιρον κόσμον, και ν' αποφύγη εις τον άλλον την αιώνιον κόλασιν, οπού υπήγε να προσκυνήση τον αντίθεον Πάπαν.

Άλλοι πάλιν λέγουσιν ότι το συμβάν τούτο ακολούθησεν εις τους ,αυλς' χρόνους προτού να υπάγη ο βασιλεύς εις την Ιταλίαν, και δεν ήτο πρέπον να παιδευθή δι' έν αμάρτημα όπου δεν είχε πέσει ακόμη. Αλλ' ως τόσον το αληθές είνε, ότι η κόρη που ανέθρεψεν ο Γεμιστός ήτο πλάσμα των πονηρών δαιμόνων. Έστωντας γουν να υπάγη εις την Ρόδον ο παμμίαρος ήρχισε να διδάσκη εις τας αγοράς και εις τας πλατείας των πόλεων την ασεβή καινοτομίαν του, και οι ευλαβείς προεστοί και ιερείς του τόπου, φοβούμενοι μήπως ακολουθήση ο λαός κατόπιν του, διά να προφυλάξωσι το ποίμνιον να μη γείνη βορά του μιαιφόνου λύκου, τον κατεδίωξαν και εζήτουν να τον φυλακώσωσιν. Αλλά το δαιμόνιον όπου είχε μέσα του του προανήγγειλε τον κίνδυνον όπου έτρεχε, και σηκωθείς διά νυκτός έφυγεν από την χώραν, τρέχοντας εις τα βουνά, και φέροντας μαζή και την δαιμονόπλαστον κόρην, όπου ήτον έως έξ χρόνων τότε. Αμμή οι στρατιώται έτρεχον κατόπιν του να τον φθάσουν, και επειδή η κόρη δεν ηδύνατο να περιπατήση, ο Γεμιστός την εβάστα εις τον κόλπον του, έως ότου απέκαμε να τρέχη, και ο ανίσχυρος Σατάν δεν ηδύνατο να τον βοηθήση. Τότε θυμωθείς ο Γεμιστός (διότι τέτοιαι είνε αι ανόσιοι αφοσιώσεις, ως τόσον μόνον ισχύουν τα παράνομα συμβόλαια, και τόση ήτον η λυκοφιλία του Σατάν με τον Γεμιστόν, όπου του υπεσχέθη να τον υπουργή εις αυτόν τον κόσμον, παίρνοντας εις αντάλλαγμα την ψυχήν του) ρίπτει την κόρην εις τον ποταμόν, και ελαφρωθείς, φεύγει διά να γλυτώση από την δίωξιν. Αλλ' η δαιμονογενής κόρη ούτε επνίγη ούτε εφονεύθη, διότι όπως η γέννησίς της ήτον παρά φύσιν, έτσι και ο θάνατός της δεν ηδύνατο να έλθη κατά φύσιν. Και ο μεν Γεμιστός έφυγε διά νυκτός από την Ρόδον και εγλύτωσε προς καιρόν από την δικαίαν παίδευσιν, όμως δεν ηδύνατο να σωθή και από την αιώνιον κόλασιν. Και πηγαινάμενος εις την Σπάρτην εκατοίκησεν εκεί, διδάσκοντας εις τους οπαδούς του τα ασεβή δόγματα. Αλλ' ο πονηρός Σατάν εβοήθησε το πλάσμα του, και η κόρη εγλύτωσεν από τον πνιγμόν. Αλλ' όμως εναντίον του Γεμιστού υπεκρίθη ο παμπόνηρος ότι έτρεφε μνησικακίαν διά την εγκατάλειψιν της κόρης, και παίρνοντας αυτήν εις τας χείρας του, την έφερεν αοράτως εις το σπήλαιον του Γεμιστού, και την παρέστησεν αιφνιδίως εις τας όψεις του. Ο γουν Γεμιστός απ' εκείνης της στιγμής ήρχισε να τρέφη προς την κόρην ακάθαρτον και σατανικόν έρωτα. Και διά να πειράξη ο παμπόνηρος τον δείλαιον Γεμιστόν, οπού ήτον ήδη εξήντα χρόνων γέροντας (ούτω γαρ ανταμείβει τους αυτόν δουλεύοντας), άναψε εις τα στήθη του φλόγα ερωτικήν λίαν χαλεπήν και άσβεστον, ως να ήτον είκοσι χρόνων νεανίσκος. Εις καιρόν γουν οπού ο άθλιος Γεμιστός τυφλωμένος από το απονενοημένον πάθος άπλωσε την χείρα διά να δρέψη τον καρπόν του έρωτος, (η γαρ δαιμονόπλαστος κόρη είχεν ηλικιωθή με τους χρόνους οπού επέρασαν), έξαφνα αυτή η αφύσικος παιδίσκη χάνεται απ' εμπρός των οφθαλμών του, και (ω του θαύματος!) μεταβάλλεται εις ένα σωρόν στάκτης, ώστε οπού το χέρι του Γεμιστού αντί ανθρωπίνης σαρκός έπιασε στάκτην. Διότι το δαιμονικόν τούτο πλάσμα, κατά παραχώρησιν Θεού γενόμενον, ήτον μόνον κατά φαντασίαν, και δεν υπήρχε κατ' ουσίαν άνθρωπος, αλλ' είχε μόνον τους χαρακτήρας έξωθεν, ώστε οπού δεν ηδύνατο να μείνη διά πάντα εις την ανθρωπίνην ύπαρξιν. Αφόντις γουν εξετέλεσεν ο πονηρός τον σκοπόν του, θέλοντας να καύση και εις αυτόν τον κόσμον τον παράνομον Γεμιστόν, όπως έμελλε να τον καίη αιωνίως εις τον μέλλοντα, (η γαρ φλόγα του έρωτος είνε πείρα και εικών και τύπος του αιωνίου πυρός της Κολάσεως), τότε ο Θεός ωργίσθη και δεν εσυγχώρησε να έλθη εις δαιμονόμικτον πείραν το πλάσμα του, αλλ' εδίωξε τους πονηρούς δαίμονας κατακρημνίζοντάς τους εις το πυρ το εξώτερον, καθώς λέγει ο ιερός λόγος. Έπονται και άλλαι τινές πληροφορίαι, αλλ' ημείς ευλαβούμενοι διακόπτομεν ενταύθα την δημοσίευσιν του ανωτέρω κειμένου, και μεταβαίνομεν εξής εις το δεύτερον:

«Τάδε γέγραπταί μοι Δομετίω τω ευλαβεί ιερομονάχω, εξ ων αυτός τε εώρακα και άλλων ακήκοα διαλεγομένων. Φημί δε πάσας τας ιστορίας ή προς σπουδήν ή προς τερπωλήν γεγράφθαι. Η μεταξύ δε τούτων λοιπή, είη δ' αν αύτη ή εφ' εκάτερα ή επ' ουδέτερα. Και τα μεν πρώτον είδος Θουκυδίδης μάλιστα ήσκησε, το δεύτερον δε Ηρόδοτος. Το δε τρίτον άλλοις τε καμοί πεπείραται. (Ενταύθα παραλείπονται πολλά χάριν συντομίας). Εγένετο δε τηνικαύτα ανήρ ω όνομα Γεώργιος ο Γεμιστός, μέγας τε και πολύς ούτος εν τοις Έλλησιν. Ούτος ουν άλλα τε πολλά κεκαινοτόμηκεν, έν δε και μέγιστον τόδε: Εβούλετο γαρ την επί των ειδώλων λατρείαν μεταστήσαι τους Έλληνας. Οι δ' έφασαν αυτόν τοις δαίμοσιν ομιλείν, και πονηρών πνευμάτων επιφοίτησιν υφίστασθαι. Ο δ' ου τοις δαίμοσιν αληθώς ωμίλει (φημί γαρ ουδενί ανθρώπων εξείναι το παράπαν) αλλά τοις θεοίς διαλέγεσθαι και άλλα τοιαύτα επλάττετο. Οι γαρ δαίμονες, είπερ αληθώς εισί τινες, δήλον ότι αόρατοι και άυλοι τυγχάνουσι. Πώς ουν αν τις σφίσιν ομιλοίη; (Πάλιν παραλείπονταί τινα χάριν των αναγνωστών). Έφασαν δ' αυτόν και νεάνιδά τινα ευνοία τη των δαιμόνων απολαβείν, ευχάς τούτοις και λιτάς αποδόντα. Εμοί δ' ου δοκεί παρά των δαιμόνων το δώρον τούτο δέξασθαι εξόν αυτώ παρά των ανθρώπων ευκοπώτερον της τοιαύτης ευνοίας τυχείν. Χρησμόν δέ τινα είναι έλεγον, ος αν ανθρώπων της κόρης ταύτης ως υπερφυούς τύχη, τούτω την ηγεμονίαν της Έω περιέσεσθαι. Οίμαι δε λήρους και ανοίας ανθρώπων τα τοιαύτα είναι, τα τε άλλα εική ειρήσθαι, και την βασιλεύουσαν πόλιν ει πέπτωκεν, ουχί μοίρα και αίση τινί θεία πεπτωκέναι, αλλά δι' ολιγωρίαν και ραστώνην την συμφοράν ταύτην επελθείν…»

Λυπούμεθα ότι ο χρόνος επείγει και δεν δυνάμεθα να παραθέσωμεν πλείονα τεμάχια του πολυτίμου τούτου δοκιμίου, όπερ ηδύνατο πολλά να διδάξη τους ημετέρους αναγνώστας. Το μέγιστον δυστύχημα είνε ότι κατ' ουδέν σχεδόν προήγαγον την ημετέραν ιστορίαν τα δύο ταύτα γραπτά μνημεία, και το ζήτημα περί των σχέσεων της Αϊμάς και του Πλήθωνος μένει σκοτεινόν ως προτού. Εν τούτοις ο αναγνώστης δύναται να κρίνη μεταξύ των δύο χρονικών, ων το μεν πρώτον διηγούμενον μύθους ουδεμιάς πίστεως είνε άξιον, το δε δεύτερον είνε άντικρυς σοφιστικόν και αρνητικόν. Το κατ' εμέ, απονίπτω τας χείρας. Εν τούτοις φρονώ ότι δύναμαι να εκφέρω γνώμην τινά, ως είς των αναγνωστών. Ο Πλήθων, ως μοι φαίνεται, είχε λάβει υπό την προστασίαν του κόρην τινά ορφανήν και την ανέθρεψε. Το μυστήριον όπερ περιέφερε πανταχόσε μεθ' εαυτού ο ειδωλολάτρης φιλόσοφος, και η απαίσιος φήμη ην είχε παρά τω λαώ, περιέβαλε και την κόρην ταύτην. Και άλλοι μεν είπον ότι η παιδίσκη αύτη ήτο κόρη των δαιμόνων, άλλοι δε ότι είχεν αρπασθή διά σατανικών μαγγανειών εκ των ανακτόρων. Φαίνεται δε ότι θήλυ τι βρέφος βασιλικόν είχε γείνει ανάρπαστον εκ του λίκνου κατά τον αυτόν χρόνον, αγνοείται υπό τινος. Εννοείται ότι πολύ απέχω του να πιστεύσω ότι ο Πλήθων είχεν αποκομίσει το βρέφος τούτο εκ των ανακτόρων. Ο Πλήθων δεν ήτο τοιούτος, οίον τον παρίστων αι τότε παραδόσεις· ήτο θετικός ανήρ, και δεν ηδύνατο ν' ασχολήται εις ύποπτα, ουδέ να πιστεύη χρησμούς και μαντείας. Απελθών εκ Κωνσταντινουπόλεως ο Πλήθων έλαβε μεθ' εαυτού την παιδίσκην, και ανέτρεφεν αυτήν φιλοστόργως. Μεταβάς εις Ρόδον κατεδιώχθη είτε διά πολιτικούς λόγους παρά των φράγκων ιπποτών, είτε διά θρησκευτικούς παρά των εντοπίων. Ευρεθείς εις το έσχατον της ανάγκης ο φιλόσοφος έπαθε, φαίνεται, πρόσκαιρον των φρενών διατάραξιν, και έρριψε την μικράν εις τον καταρράκτην, πράξας τούτο ως ο αμυνόμενος υπέρ της ιδίας αυτού ζωής, και διότι δεν ήθελε, φαίνεται, ν' αφήση την μικράν κόρην εις χείρας των διωκτών του, ους εγίνωσκεν απανθρώπους και δυναμένους να εκδικηθώσι κατά της μικράς, όσω μάλλον αύτη εθεωρείτο παρά τω λαώ τέρας δαιμονόληπτον. Επίστευσεν ίσως ότι έπραττε φιλανθρωπίας έργον, απαλλάττων το αθώον εκείνο πλάσμα μακράς και φρικώδους βασάνου. Ακολούθως κρυβείς εν Ρόδω ο φιλόσοφος ήκουσε την περί της διασώσεως αυτής φήμην. Τότε κατενύγη την καρδίαν, και δελεάσας διά χρημάτων τους φρουρούς εισήλθε διά νυκτός εις το νοσοκομείον, όπου ευρίσκετο η μικρά, ελπίζων να πείση την νοσοκόμον όπως τω αποδώση αυτήν. Αποτυχών τούτου, κατώρθωσεν ύστερον δι' ισχυρών μέσων (διότι πανταχού και πάντοτε είχεν ισχυρά μέσα, παρά την καταδρομήν ης ήτο θύμα) ν' αρπάση αυτήν διά τρίτων και να φύγη εκ Ρόδου. Ελθών εις Μονεμβασίαν ενεπιστεύθη διά τρίτου πάλιν την κόρην εις τον Πρωτόγυφτον, διότι έτοιμος ων δι' άλλας αποδημίας, δεν ηδύνατο να την έχη αυτός πλησίον του. Ότε μετά τινα έτη επανήλθεν οριστικώς εκ των περιοδειών, ο Πρωτόγυφτος δεν ηθέλησεν οίκοθεν να τον αναγνωρίση ως θετόν πατέρα της νεανίδος, αλλά συνήνεσε μόνον να τω την πωλήση. Ο Πλήθων δεν ηθέλησε να ομιλήση εξ αρχής με την Αϊμάν απ' ευθείας, διότι κατά την συνάντησιν εκείνην, ην διηγήθημεν εν τω Α' μέρει του βιβλίου τούτου, ο φιλόσοφος είχεν εννοήσει ότι η Αϊμά δεν είχεν αποβάλει την ανάμνησιν της φρικώδους σκηνής, της εις τον καταρράκτην εκσφενδονίσεως, και έπασχεν είδος τρόμου επί παρουσία αυτού. Πλην τούτου και ο Πλήθων έπασχεν εκ τύψεων συνειδήσεως διά την πράξιν εκείνην. Ήτο δε ηναγκασμένος και να κρύπτη πάντοτε πάσαν αυτού ενέργειαν, διότι η περιβάλλουσα το όνομα αυτού απαίσιος φήμη εβόμβει εις τα ώτα του ως διηνεκής απειλή, και είχεν εξοικειωθή προς τον αλλόκοτον βίον ον διήγε. Διά τον αυτόν λόγον απέφυγε και να μετέλθει την βίαν, δι' ων μέσων είχεν, όπως αποσπάση εκ των ονύχων του Γύφτου την νεανίδα. Προς αποφυγήν δε σκανδάλου και θορύβου έπεμψεν αυτήν εις το μοναστήριον. Ίσως δε προώριζεν αυτήν ως ιέρειαν των ειδώλων· ούτος πρέπει να ήτο ο σκοπός του. Τελευταίον πρέπει να είπωμεν, ότι ο Πλήθων, καίπερ πρεσβύτης ήδη, συνέλαβεν ίσως επί μίαν στιγμήν όψιμόν τι αίσθημα, και εμελέτησε καθ' εαυτόν την μετά της Αϊμάς ένωσιν, αλλ' όμως απώθησεν ευθύς την ιδέαν ταύτην, φοβηθείς το γελοίον, και απεφάσισε να νυμφεύση την Αϊμάν, προικίζων αυτήν και τον Μάχτον, και καθιστών διά μιας χειρός δύο ευτυχείς. Ο δε λόγος δι' ον δεν ηθέλησε να είπη ευθύς προς την νεανίδα, όσα εκείνη επεθύμει να μάθη, αλλ' ανέβαλλε τούτο όσον το δυνατόν, προήρχετο εκ της συγκινήσεως υφ' ης κατείχετο ο πλατωνικός, και εκ των οξέων παλμών του υστερογενούς τούτου αισθήματος ίσως. Αύτη μοι φαίνεται η πιθανωτάτη γνώμη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Ο τελευταίος φθόγγος.

Ότε ανέτειλεν η ημέρα, η παραμονή της κθ' Μαΐου ουδεμία ακτίς ηλίου κατέβη να φωτίση την Αϊμάν εις το ειδωλολατρικόν εκείνο άσυλον όπου άκουσα είχε καταφύγει. Υγρός και τεθολωμένος αιθήρ επέκειτο υπέρ την γην και πυκνά νέφη εκάλυπτον την κτίσιν. Πικρά κατήφεια εδέσποζε της φύσεως. Ουδεμία αηδών ηκούσθη μινυρίζουσα εις τους δρυμώνας, ουδείς βοσκός ηκούσθη φυσών χαρμοσύνως τον αυλόν του επί των βράχων, και ουδέν έρρυθμον άσμα υλοτόμου ή γεωργού επράυνε τον σκληρόν και μονότονον κτύπον της σκαπάνης και του πελέκεως. Απειράριθμος αγέλη μαύρων κοράκων εφάνη την πρωίαν υπεριπταμένη, αντήχησαν οι κρωγμοί αυτών απαύστως και, αφού επ' ολίγον εσκίασαν τας υψηλάς και απορρώγας του Ταϋγέτου κορυφάς, έγειναν κατά μικρόν άφαντοι, διευθυνθέντες προς τα βορειανατολικά. Ουδέν άλλο πτηνόν εφάνη ιπτάμενον ή ηκούσθη κελαδούν. Περί των χελιδόνων ιστορείται ότι αύται, μόλις μείνασαι ένα μήνα κατά το έτος εκείνο υπό τον ελληνικόν ουρανόν, μετηνάστευσαν αθρόαι εις την Ιταλίαν. Την πρωίαν εκείνην ο ουρανός ήτο μολύβδινος και η γη εφαίνετο φαιά, η δε θάλασσα λεία και γαλήνιος είχε χρώμα μέλαν και υπέρυθρον. Ουδεμία πνοή υπέσιζεν, ακίνητα έμενον τα κύματα εις το πέλαγος, ακίνητα τα φύλλα εις τους δρυμώνας. Τα επικαθήμενα νέφη ούτε όμβρον ηπείλουν ούτε άνεμον, εφαίνοντο μόνον ότι έμενον κρεμάμενα επί του ορίζοντος ως μορμολύκεια, ως ράκη πενίας ηπλωμένα επί δώματος και μάτην επαιτούντα μίαν ακτίνα παρά του ηλίου. Οι άνθρωποι ησθάνοντο ανεξήγητον αγωνίαν υπό την πίεσιν ταύτην των στοιχείων, και το πένθος της φύσεως μετεδίδετο εις αυτούς.

Η Αϊμά αισθανθείσα ψύχος περί την αυγήν, είχε συσταλή εις μίαν κόγχην και έκλινε την κεφαλήν. Ανοίξασα δε τους οφθαλμούς μετ' ολίγον, εύρεν εαυτήν μόνην, και ανεζήτει τον Πρωτόγυφτον. Αλλ' ούτος είχε γείνει άφαντος ήδη. Η Αϊμά ήλθε μέχρι της θύρας και περιέβλεψε μήπως ίδη αυτόν. Αλλ' ουδαμού ήτο ο Πρωτόγυφτος. Είδε μόνον η Αϊμά τον Πλήθωνα, καθήμενον μακράν του σπηλαίου και εμβλέποντα προς αυτήν. Η κόρη ήθελε να τον ερωτήση πού ήτο ο πατήρ της, αλλ' ηδέσθη και δεν τω απέτεινε τον λόγον. Διότι ο σκοπός δι' ον εζήτει τον Πρωτόγυφτον ήτο ένοχος και δεν ηδύνατο να τον εκφράση. Επεθύμει να πέμψη αυτόν εις το μοναστήριον, όπως μάθη τι απέγεινεν έν πρόσωπον, υπέρ ου εμέριμνα. Ελυπήθη διότι δεν εύρισκε τον Πρωτόγυφτον. Αλλ' αν τον εύρισκεν, είνε άδηλον αν θα ετόλμα να εκφράση προς αυτόν την επιθυμίαν της ταύτην. Πιθανώτερον είνε ότι ήθελε σιγήσει.

Όσον διά τον Πλήθωνα, ούτος εμερίμα περί του Μάχτου. Επεθύμει να έλθη ως τάχιστα ο νέος Αθίγγανος, όπως απαλλάξη αυτόν της παρούσης βασάνου.

Εν τούτοις μετ' ολίγον ήτο μεσημβρία και ο Πρωτόγυφτος δεν εφάνη. Η Αϊμά κατέστειλεν εν εαυτή το αίσθημα εκείνο, και ουδέν είπε προς τον Πλήθωνα. Αλλ' ο φιλόσοφος ενόησεν εκ των απορηματικών βλεμμάτων της και τη είπεν οίκοθεν ότι έπεμψε τον Πρωτόγυφτον εις το σιδηρουργείον. Την ηρώτησε δε προς τούτοις αν επεθύμει να έλθη και αυτός και τα λοιπά μέλη της οικογενείας μετά του Μάχτου εις την τελετήν του γάμου. Η Αϊμά απήντησε δι' αδιαφόρου νεύματος.

Ο Πλήθων εξηκολούθει να πιστεύη ότι η Αϊμά ήτο ευτυχής μέλλουσα να νυμφευθή τον Μάχτον. Αλλ' όμως η ψυχρότης, ήτις εδείκνυεν επιμόνως η νεάνις, ήρχισε να εμπνέη αυτώ αμφιβολίας. Ο Πλήθων δεν επεθύμει βεβαίως κατά προτίμησιν τον γάμον τούτον. Ηδύνατο να εκδώση την Αϊμάν εις πλουσιώτερον και επιφανέστερον σύζυγον, και ευκόλως εύρισκε τοιούτον. Εκείνο όπερ τον εβίασε να τη προτείνη τον Μάχτον ως νυμφίον, ήτο η πεποίθησις ότι η νέα έτρεφε προς εκείνον τρυφερόν αίσθημα. Αλλά την στιγμήν ταύτην πρώτην φοράν συνέλαβεν αμφιβολίαν. Η παγερά εκείνη και αδιάλυτος ψυχρότης, ην έφερεν επί του κατηφούς προσώπου η Αϊμά, ήτο άλλως ανεξήγητος. Αφού εσκέφθη επί μικρόν ο Πλήθων, επείσθη ότι η Αϊμά δεν ηγάπα τον Μάχτον. Τότε ενόμισε χρέος του να εξακριβώση τούτο, και αποτείνας μετά δισταγμού τον λόγον προς την νεανίδα, προσεπάθησε διά περιφραστικών ερωτήσεων, ας ήτο δύσκολον να εννοήση η άπειρος νέα, να εξακριβώση την αλήθειαν. Η Αϊμά απήντησε και αυτή συγκεχυμένως εις τα βεβιασμένα ερωτήματα του φιλοσόφου. Μόνον δε, ότε διαρρήδην την ηρώτησεν ούτος αν δεν επεθύμει να νυμφευθή τον Μάχτον, τότε απήντησε ναι, προσθείσα και τον όρον της εκτελέσεως υπεσχημένον παρά του Πλήθωνος, ήτοι την περί της τύχης αυτής εκμυστήρευσιν. Ο φιλόσοφος ανενέωσε την υπόσχεσίν του. Τότε και η Αϊμά επανέλαβεν εκ δευτέρου και εκ τρίτου ότι εδέχετο να νυμφευθή τον Μάχτον.

Η περίστασις αύτη επροξένησεν άλλην πάλιν εντύπωσιν εις τον Πλήθωνα. Η κόρη αύτη, διενοήθη ο φιλόσοφος, θέτει το ζήτημα της βιωτικής αυτής ευτυχίας εν δευτέρα μοίρα, μετά την επιθυμίαν όπως μάθη την καταγωγήν της. Την εκπλήρωσιν της επιθυμίας ταύτης νομίζει χρέος ιερόν, και τον γάμον αυτής θεωρεί ως δικαίωμα, όπερ συναινεί να εξασκήση μόνον ως ταπεινότερόν τι μέσον προς επίτευξιν του κυριωτέρου αυτής σκοπού. Τούτο είνε αλλόκοτον, εσκέφθη ο Πλατωνικός. Όσον και αν επιθυμή νεάνις τις να εύρη τους αγνοουμένους γονείς της, βεβαίως σφοδρότερον θα επιθυμή να εύρη ένα νυμφίον, όπερ είνε χρήσιμον εφόδιον του βίου, δυνάμενον να καταστή εν καιρώ ωφέλιμον. Ποία λοιπόν φύσις είνε αύτη; Ο φιλόσοφος ησθάνθη οίκτον προς την ατυχή κόρην. Προήχθη εις το συμπέρασμα ότι το ανθρώπινον τούτο πλάσμα ωνειροπόλει, αν και ήτο εγρηγορός. Τούτο τω εφαίνετο βέβαιον σύμπτωμα ότι ενόσει. Διότι, αφού τα ονειροπολήματα των υγιών ανθρώπων είνε ήδη νοσηρά, πόσω μάλλον τα των νοσούντων θα είνε νοσηρότερα;

Εν τούτοις ο φιλόσοφος δεν εφησύχασεν εκ της τελευταίας απαντήσεως της Αϊμάς, και απέτεινε προς αυτήν και άλλην παρατήρησιν.

— Λοιπόν, κόρη μου, τη είπεν, αν δεν σοι υπεσχόμην τούτο, (την φανέρωσιν των γονέων σου), δεν ήθελες συναινέσει να νυμφευθής τον Μάχτον;

Η νέα εκίνησε τους ώμους και απετέλεσεν ελαφρόν μορφασμόν διά των χειλέων της. Δεν είξευρεν αν έπρεπε ν' απαντήση &ναι ή όχι&. Αλλ' ο φιλόσοφος απεκόμισεν ήδη το συμπέρασμά του εκ της συνδιαλέξεως ταύτης, ήτις διεξήχθη μάλλον σιωπηλώς εκ μέρους της Αϊμάς, ότι δεν ηγάπα η νέα τον Μάχτον. Τω επήλθε δε τότε η ιδέα να τη είπη, ότι δεν την εβίαζε, και ήτο ελευθέρα να νυμφευθή τον Μάχτον ή άλλον τινά. Αλλ' ενταύθα τον εγκατέλιπε το θάρρος του. Αόρατον πρόσκομμα έκειτο εμποδών. Ο Πλήθων δεν ετόλμα να είπη τούτο. Είχε συνειθίσει ήδη από της πρωίας εις την ιδέαν του γάμου τούτου. Παράδοξον φόβον ησθάνετο εκ της αβεβαιότητος. Αν δεν ενυμφεύετο τάχιστα, τι έμελλε να γείνη η Αϊμά, ή μάλλον τι έμελλεν αυτός να γείνη; Μέχρις ου ευρεθή άλλος σύζυγος, ήτο δυνατόν να παρέλθωσιν ημέραι, μήνες, έτη. Πού θα έμενεν η πτωχή νέα, και τις ήθελε την προστατεύει; Ο Πλήθων δεν ετόλμα να επιθυμήση όπως μείνη η Αϊμά πλησίον του. Άλλως δεν ήτο βέβαιον ότι έμελλε να κατοικήση ησύχως εις το άντρον του ο φιλόσοφος επί πολύν χρόνον εισέτι. Ο σκοπός του ήτο ν' αναχωρήση. Ίσως εμελέτα να μεταβή εις την βασιλεύουσαν πόλιν. Διότι οι θεοί δεν ηυδόκησαν να προσημάνωσιν ιδία προς αυτόν την επικειμένην και παρούσαν ήδη καταστροφήν. Μη λησμονώμεν ότι ταύτα συνέβαινον την παραμονήν της κθ' Μαΐου! Και αν έμενε δε εις τον άσυλόν του ο Πλήθων, πάλιν δεν ηδύνατο να έχη την Αϊμάν πλησίον του. Όσον αμυδρόν και αν ήτο το αίσθημα όπερ εμπόδιζε τον Πλήθωνα, αλλ' όμως δι' αυτόν ήτο ισχυρόν. Δεν ηδύνατο, όχι! Οι θεοί δεν ηδύναντο να το επιτρέψωσιν. Αυτός είχε θέσιν πατρός προς την Αϊμάν, και έπρεπε να είνε πάντοτε ως πατήρ της.

Προς περιφρούρησιν του ιερού χαρακτήρος της πατρότητος, τις οίδε διατί, ησθάνετο ο Πλήθων την ανάγκην να εκδώση εις γάμον την Αϊμάν. Άλλως δε και αυτή η νεάνις αμφίβολον ήτο αν ήθελε συναινέσει να μείνη επί πολύ εις το άντρον. Αν απήλλαττεν αυτήν ο Πλήθων του όρου της νυμφεύσεως, και έσπευδεν άνευ του όρου τούτου να εκπληρώση την υπόσχεσίν του, τι έμελλε να συμβή; Τοιούτον ερώτημα προέτεινεν εις εαυτόν ο φιλόσοφος. Δεχομένη η Αϊμά να μένη παρ' αυτώ, και αποτόμως διαρρηγνύουσα πάντα δεσμόν με τους σιδηρουργούς, παρ' οις ανετράφη, ήθελεν αποδειχθή μόνον παραπολύ εύκολος εις τας φιλοστοργίας της, ή μάλλον όλως άστοργος. Πιθανόν να εδέχετο εκ των προτέρων τοιαύτην πρότασιν, αλλ' αν έπραττε τούτο, θα ωρμάτο εξ υπολογισμού, διότι εν αγνοία εισέτι διατελούσα, επλανάτο υπό της ελπίδος ότι έμελλε να επανεύρη τους αληθείς γονείς της. Αλλ' ο Πλήθων εγίνωσκεν ότι η τοιαύτη ελπίς ήτο ματαία.

Επί τέλους ο Πλήθων ησθάνθη την κεφαλήν πολύ βαρείαν εκ των σκέψεων τούτων, και ηναγκάσθη ν' αφήση το πρόβλημα άλυτον. Είπε καθ' εαυτόν ότι το καλλίτερον ήτο να μη σκέπτηται περί τούτου. Τι το όφελος; Ησθάνετο εαυτόν ανίσχυρον να εύρη άλλην παρά την προταθείσαν λύσιν. Ώφειλε να περιμείνη μεθ' υπομονής μέχρις ου έλθη ο Μάχτος, και τότε πας δισταγμός θα ήτο ανωφελής. Η Αϊμά ωμολόγησεν ότι εδέχετο να νυμφευθή τον νέον σιδηρουργόν, και ο φιλόσοφος ώφειλε να διατελή εν ειρήνη με την συνείδησίν του.

Ήδη η ημέρα έκλινε προς την δύσιν, αλλ' ούτε ο Μάχτος εφάνη, ούτε ο Θευδάς επανήλθεν εκ της αποστολής. Τα μελανά και πεπυκνωμένα νέφη εκάλυπτον πάντοτε τον αιθέρα, και η σκοτεινή εκείνη ημέρα εφαίνετο προωρισμένη να μεταβή εις την νύκτα, όπως μεταβαίνει τις εκ του ληθάργου εις τον θάνατον, άνευ παρηγόρου βλέμματος, άνευ επαισθητής πνοής, άνευ χρυσών νεφών και άνευ ανατολής Εσπέρου. Ο Πλήθων εκάθητο επί βράχου, και όλος έκδοτος εις τους λογισμούς του, διηύθυνε το βλέμμα εις την μακράν και κατάντη οδόν, όπου εξικνείτο, και δεν έβλεπε την σκυθρωπότητα εκείνην της φύσεως. Η Αϊμά είχεν εξέλθει εκ του σπηλαίου, και έβλεπε μετά φόβου τον μολύβδινον εκείνον ουρανόν, επεθύμει δ' εν τη αφελεία της να ερωτήση τον φιλόσοφον τι εσήμαινε το φαινόμενον εκείνο. Αλλ' ο φιλόσοφος απείχεν αυτής υπέρ τα πεντακόσια βήματα. Η Αϊμά ησθάνθη ρίγος, και τυλιχθείσα εις το περιώμιόν της έσπευσε να επανέλθη έμφοβος εις το σπήλαιον. Ήναψε τον λύχνον, διότι το σκότος επήλθεν ήδη προ της νυκτός. Φαίνεται δε ότι την ημέραν εκείνην είχε συμβή έκλειψις ηλίου.

Μετ' ολίγον ήλθε και ο φιλόσοφος. Ήτο λίαν κατηφής, και δεν ηδυνήθη να μη ανακοινώση προς την Αϊμάν την απορίαν του επί τη βραδύτητι της επιστροφής του απεσταλμένου. Η Αϊμά δεν εγίνωσκε τας αποστάσεις και ηγνόει πόσον απείχε το σιδηρουργείον από της κατοικίας του φιλοσόφου. Εν τούτοις ουδέν απήντησεν εις την παρατήρησιν αυτού. Άλλη αύτη αφορμή απορίας διά τον πλατωνικόν.

Εν τούτοις η νυξ προυχώρει, και τούτο πάλιν προυξένει αμηχανίαν. Ο Πλήθων δεν ήθελε να κοιμηθή υπό την αυτήν στέγην μετά της Αϊμάς και δεν επεθύμει πάλιν ν' αφήση αυτήν μόνην. Την στιγμήν εκείνην ο φιλόσοφος μετενόει διότι απέπεμψε τον Πρωτόγυφτον. Ο δισταγμός του Πλήθωνος όπως μείνη μετά της Αϊμάς την νύκτα ουδέν το επίμεμπτον είχε. Προήρχετο καθαρώς εξ αβρότητος. Ο φιλόσοφος ενόει καλώς, ότι η νέα δεν εδύνατο να έχη τόσον ηθικόν κράτος εφ' εαυτής, ώστε να εκριζώση διά μιας εκ της καρδίας της πάσαν πρόληψιν και πάσαν μνησικακίαν, αφού μέχρι της χθες μετά λόγου ενόμιζεν αυτόν ως διώκτην της. Συνέλαβεν ιδέαν τινά, να μεταβή διά νυκτός εις την πλησιεστέραν αγροτικήν οικίαν και να προσκαλέση γραίαν τινα χωρικήν να έλθη όπως κοιμηθή εις το σπήλαιον, διότι η Αϊμά θα εφοβείτο βεβαίως να μείνη μόνη την νύκτα εις την αλλόκοτον εκείνην κατοικίαν, όπου το νυσταλέον της λυχνίας φως πίπτον επί των ορθίων και υψηλών αγαλμάτων απετέλει παραδόξους εναλλαγμούς σκότους και σκιαυγείας. Την ιδέαν ταύτην υπέβαλεν εις την Αϊμάν.

Η νέα δεν απήντησε πάλιν μετά σαφηνείας. Το νεύμα όπερ έκαμεν, εσήμαινε: «Πράξον όπως θέλεις». Ο Πλήθων δεν εδίστασεν, αλλά προτρέψας την νέαν να μη φοβήται, και υποσχεθείς ότι έμελλε να επανέλθη τάχιστα, ηγέρθη και εξήλθεν. Η Αϊμά εκλείδωσεν έσωθεν και έμεινε μόνη.

Καθήσασα επί του βάθρου παρά την εστίαν, περιέφερε το βλέμμα εις τας πλευράς και εις τας γωνίας του εσωτερικού, και υφίστατο παράδοξον εντύπωσιν. Στέγη ανώμαλος και μαυρισμένη, πού μεν εισέχουσα, πού δε κυφή, ως να ήτο σεσαλευμένη εκ σεισμού, ραγάδες και εξοχαί εις τας άκρας και τας γωνίας, τεμάχια κιόνων, ανάμικτα μετ' ανεπεξεργάστων λίθων, αποτελούντα τους τοίχους της οικοδομής, τοιούτον ήτο το μέλαθρον του φιλοσόφου. Έπειτα ήσαν τα τρομερά εκείνα πράγματα, οι λίθινοι εκείνοι άνθρωποι, επτά ή οκτώ τον αριθμόν, οίτινες ίσταντο παρ' αλλήλους ακίνητοι και βλοσυροί και ουδέν είχον το φαιδρόν, αλλ' εφαίνοντο αλλόκοτοι την νύκτα. Η Αϊμά ελκυσμένη υπό του φόβου, ως υπό θελγήτρου τινός μυστηριώδους, έλαβε τον λύχνον και επλησίασεν εις τα αγάλματα. Την ημέραν δεν είχε περιεργασθή αυτά. Εις το κίνημα τούτο προήλθεν ορμεμφύτως η Αϊμά, ως να υπηγόρευεν εις αυτήν τούτο δίδαγμά τι της πείρας, ως να είχε συνείδησιν, ότι παν το φοβερόν πάθει να είνε τοιούτον, όταν εγγύθεν το εξετάση τις, και αν γνωρισθή τις εκ του σύνεγγυς με πράγμα τι εμπνέον αντιπάθειαν, η αντιπάθεια ευθύς εκλείπει. Λαβούσα λοιπόν την λυχνίαν και πλησιάσασα ήρχισε να εξετάζη λεπτομερώς τα αγάλματα.

Πρώτον ίστατο το άγαλμα της Αρτέμιδος, ανδρικής γυναικός, ης η εσθής, μόλις καλύπτουσα έν μέρος του σώματος, είχε τοιαύτας πτυχάς, ως να εκινείτο σφοδρώς υπό του ανέμου, και τα σκέλη δεν απείχον απ' αλλήλων υπέρ την μίαν σπιθαμήν, ώστε εφαίνετο εσπευσμένως βαδίζουσα. Το βάθρον, εφ' ου ήτο ιδρυμένον το άγαλμα ήτο χθαμαλόν, μόλις δακτύλους τινάς ανέχον υπέρ το έδαφος. Παρά την πλευράν της Αρτέμιδος ίστατο η Δημήτηρ με την δέσμην των σταχυών υπό μάλης και το δρέπανον εν τη δεξιά. Το ανάστημα ήτο βραχύτερον, αλλ' είχε τους ώμους πλατυτέρους, και ρωμαλέαν τινά ανδρικήν έκφρασιν ενέφαινε το πρόσωπον της θεάς. Παρ' αυτήν ίστατο ο Φοίβος Απόλλων, ο καλλιμορφότατος των θεών και των ανδρών απάντων. Είχε χρυσάς ακτίνας περί την μορφήν, και το πρόσωπόν του εξέπεμπε θείαν αίγλην. Τους οφθαλμούς αυτού επέστεφον καμπύλα τόξα οφρύων και μειδίαμα αρρήτου ηδύτητος ήνθει περί τα χείλη αυτού. Η κεφαλή, ο τράχηλος και ο κορμός είχον αρμονικωτάτην προς άλληλα συμμετρίαν. Ο έτερος των ποδών υψούτο ως προς όρχησιν, ο δ' έτερος έβαινε σεμνώς επί του στυλοβάτου. Εν τη δεξιά χειρί εβάσταζε την χρυσήν λύραν, ης δια των θεσπεσίων φθόγγων κατεκήλει ποτέ τους ομίλους των αθανάτων θεών. Παρά το άγαλμα του Απόλλωνος ίστατο το της Ουρανίας Αφροδίτης, της ηδυπαθεστάτης και ποθεινοτάτης των θεαινών. Οι βόστρυχοι της κόμης, κύμα χρυσού απέφθου, έστεφον την αμβροσίαν κεφαλήν και το ακτινοβόλον της θεάς μέτωπον. Το βλέμμα αυτής, μελιχρόν και πλήρες γοητείας, διένεμεν έρωτας και ηδονάς γλυκείας εις τους πιστούς αυτής λατρευτάς. Εν τούτοις οξυδερκής παρατηρητής ήθελεν ανακαλύψει εις την έκφρασιν του προσώπου αυτής και αδιόρατόν τινα πικρίαν ανεπαίσθητον εις τους πολλούς των ανθρώπων. Πόθεν προήρχετο το πικρόν τούτο αίσθημα; Διατί το αμαυρόν τούτο ίχνος της οδύνης επί της μορφής της φαιδροτάτης των θεών; Μη εδυσφόρει η θεά επί τη σπάνει της λατρείας, ήτις προσεφέρετο αύτη; Μη ελυπείτο διότι έπαυσε φανερώς λατρευομένη, η δε σκότιος λατρεία ηνώχλει αυτήν; Μη ηγανάκτει επί τη διαβολή και τη συκοφαντία, ης εγίνετο θύμα; Ίσως. Η εγκατάλειψις δεν ελύπει αυτήν τα μέγιστα. Πάντες οι θεοί εγκατελείφθησαν, και ουχί αύτη μόνη. Τουναντίον, αύτη ήττον των άλλων εγκατελείφθη. Πάντες οι θεοί εσυκοφαντήθησαν, αλλ' ουχί όσον αυτή. Πάντων των αιώνων οι υποκριταί και οι ταρτούφοι υπέρ πάσας τας θεάς την Κύπριδα εσυκοφάντησαν. Δεν υπήρξε βωμολοχία και ψεύδος, όπερ να μη εξετόξευσαν κατά της απλουστάτης ταύτης και αθωοτάτης θεότητος, ήτις επλάσθη κατά φύσιν, ως έπρεπε να πλασθή, και ουδέν έγκλημα είχε. Δεν υπήρξεν ιλύς και βόρβορος, δι' ου δεν έχραναν το πρόσωπον της θεάς ταύτης οι ζοφεροί του μεσαίωνος τρωγλοδύται, δεν υπήρξε ράκος, δι' ου δεν εζήτησαν να καλύψωσι την γυμνότητα της περικαλλούς ταύτης μορφής οι σεμνότυφοι εκείνοι σχολαστικοί! Και εν τω κρυπτώ μεν έθυον εις αυτήν και εις τον Διόνυσον και εις την αγέλην αυτού, εν τω φανερώ δε ύβριζον και διέσυρον. Παρηγορήθητι, ατυχής θεά, μέχρι ου έλθη ημέρα καθ' ην πάντες οι λατρευτοί σου αναφανδόν εις σε θα θύωσι, και ουδείς θα τολμά πλέον να σε συκοφαντήση.

Εγγύς του αγάλματος της Αφροδίτης ίστατο ο Ζεύς, η Αθηνά και η Ήρα. Και ο μεν πατήρ των ανδρών και των θεών ήτο πεπλασμένος κατά το πρότυπον του Ομήρου και του Φειδίου (όρα Ιλιάδος Λ). Η δε Παλλάς Αθηνά ωμοίαζε με την οπτασίαν του φιλοσόφου Πλήθωνος, ην εν τοις έμπροσθεν διηγήθημεν. Τέλος η Ήρα, η άνασσα αύτη του Ολύμπου, το σεμνότατον τούτο πρότυπον των βασιλισσών, των θεαινών και των γυναικών, το τέλειον εσαεί και ανυπέρβλητον, όπερ ούτε φαντασία ούτε σμίλη ούτε γραφίς ηδυνήθη ποτέ να υπερβή ή να φθάση ή να προσεγγίση. Εν κεφαλαίω δε ειπείν, το άσυλον τούτο του ειδωλολάτρου διά των λειψάνων τούτων της αγλαομόρφου αρχαιότητος, άτινα περιέθαλπεν, απέπνεεν ως τελευταίαν τινά πνοήν των απαραμίλλων εκείνων τύπων της τέχνης και του κάλλους, των τελειοτάτων εκείνων μύθων, των διδακτικωτέρων της ιστορίας, των αληθεστέρων της πραγματικότητος, των ανεφίκτων εκείνων αριστοτεχνημάτων, ων η αίγλη αντιλάμπει διά των γενεών μέχρι της σήμερον, ων η πρόσκαιρος συγκάλυψις έκαμε τόσους αιώνας να μελανειμονώσιν, ων η κατάργησις διέχυσε πένθος και σκοτίαν επί του προσώπου της γης…

Αφού εξήτασε μετά προσοχής η Αϊμά έκαστον των αγαλμάτων τούτων, δεν είχε πλέον ουδέ σκιάν φόβου εν τη διανοία, αλλά τουναντίον ησθάνετο τόσον θάρρος και οικειότητα, ώστε παρ' ολίγον θ' απέτεινε τον λόγον προς τα σιωπηλά ταύτα αγάλματα. Αλλ' είπε καθ' εαυτήν: «Κρίμα, όπου δεν μιλούν!» Εν τούτοις και σιωπώντα, ήσαν σύντροφοι της μοναξίας της, και δεν έπαυε να τα θαυμάζη. Τα ψυχρά ταύτα μάρμαρα είχον τοσαύτην ημερότητα, οίαν δεν απήντησεν η δύστηνος κόρη επί της μορφής ζώντος πλάσματος. Ουδέποτε τοιούτον μειδίαμα ανέτειλεν επί ανθρωπίνου χείλους, ουδέποτε τοιούτον βλέμμα εξεπέμφθη εκ των θνητών οφθαλμών. Παράδοξον δε, ότι και αυτή η γυμνότης του σώματος δεν προσέβαλλε την παρθενικήν αυτής αιδώ, ουδ' εσκανδάλιζε τας αισθήσεις αυτής. Η γυμνότης αύτη τη εφαίνετο λογικωτάτη και φυσικωτάτη. Ίσως δε η σκέψις της διετυπούτο ούτως επί το αφελέστερον: «Διατί να εντρέπωμαι, αφού είναι από μάρμαρον;» Τέλος δε ησθάνθη του λοιπού τοσαύτην εμπιστοσύνην και ασφάλειαν εν μέσω των αφώνων τούτων συντρόφων, ώστε εστήριξε την κεφαλήν επί του βάθρου του αγάλματος της Αρτέμιδος, και κατεκλίθη όπως κοιμηθή.

Μόλις έκλεισε τους οφθαλμούς εις τον ύπνον, και η θύρα ηνοίχθη. Ήτο ο Θευδάς, όστις είχε κλείδα ως και ο κύριός του, δυναμένην έξωθεν νανοίγη την θύραν, αν και ήτο μεμοχλευμένη έσωθεν. Όπισθεν τούτου ίστατο και άλλος τις, όστις είχε την χείρα επί της καρδίας προσπαθών να συνέχη τους βιαίους αυτής παλμούς. Ήτο ο Μάχτος, όστις ήρχετο συντετριμμένος εξ ευτυχίας … Ο Θευδάς τω έδειξε την νέαν κοιμωμένην. Ο Μάχτος εισώρμησε κράξας: «Αϊμά! ». Αλλ' η κόρη εκοιμάτο. Ο νέος επλησίασε πατών επ' άκρων των ποδών. Ο Θευδάς ήθελε ναποσυρθή, αλλ' όμως έμεινε θεωρών εκ περιεργείας. «Κοιμάται!», είπε στραφείς προς αυτόν ο Μάχτος. «Άφησέ την να κοιμηθή», απήντησεν ο Θευδάς, κατά λάθος, διότι σκοπός του ήτο να είπη: «Εξύπνησέ την!» Ηγνόει και αυτός πώς να εξηγήση τούτο, αλλ' όμως δεν επεθύμει ναφήση την Αϊμάν κοιμωμένην και ναπομακρυνθή εκείθεν. « Εξύπνησέ την! », είπεν ο Θευδάς, ζητήσας να επανορθώση το αμάρτημα της γλώσσης του. Αλλά τότε ο Μάχτος τω απήντησεν: «Ας κοιμηθή καλλίτερα! Πόσον θα υπέφερεν η δυστυχής! » Εν τούτοις ο Θευδάς έμεινε, στηριχθείς όρθιος επί της παραστάδος της θύρας. Ο Μάχτος αδιαφορών αν ήτο αυτός παρών, προέβη προς το μέρος όπου έκειτο η Αϊμά, και εγονυπέτησε πλησίον αυτής. Έλαβε την χείρα αυτής κοιμωμένης και την ησπάσθη μετά σεβασμού. Το στήθος της κόρης εκινήθη και η εκπνοή κατέστη σφοδροτέρα. «Αϊμά! », εψέλλισεν ο Μάχτος νομίσας ότι αφυπνίσθη. Αλλ' όμως εκοιμάτο αύτη εισέτι. Ο Θευδάς προέβη δύο ή τρία βήματα προς το νεανικόν εκείνο σύμπλεγμα. «Πάμε να βρούμε τον κύριόν μου;» είπε προς τον Μάχτον. «Και πού είνε ο κύριός σου;», ηρώτησεν ο Μάχτος. «Δεν ειξεύρω», απήντησεν ο Θευδάς. «Τότε πού θέλεις να τον βρούμε;» Και αποστραφείς εξηκολούθησε να θεωρή την κόρην υπνώττουσαν. Ουδέποτε την είχε παρατηρήσει ούτως, επί της κλίνης κειμένην, αν και συγκατώκουν εκ μακρού χρόνου υπό την αυτήν στέγην. Τω όντι δε είνε ωραίον θέαμα το να βλέπη ούτως ο αγαπών την αγαπωμένην υπνώττουσαν ύπνον αρνίου, ύπνον γαλήνης και αθωότητος, υπό το ωχρόν της λυχνίας φως, είνε γλυκύ το να απαριθμή τας εισπνοάς και εκπνοάς αυτής, είνε επίφθονον το να θεωρή τας κυμάνσεις του στήθους της, είνε μεθυστικόν το να εκμυζά την ευώδη πνοήν της και να θαυμάζη τους μαργαρίτας της δρόσου περί τους κροτάφους αυτής και τους ξανθούς βοστρύχους της κόμης περιστέφοντας το μέτωπόν της. Ο ευτυχής Μάχτος απερρόφα κατά σταγόνα το ποτήριον τούτο της μέθης την στιγμήν ταύτην. Ουδέν άλλο έβλεπεν. Ελησμόνει ότι ήτο παρών ο Θευδάς, αν και ούτος εφιλοτιμείτο, ως είδομεν, να τω υπομιμνήσκη την παρουσίαν του. Δεν παρετήρησεν όλως τα ένδον της παραδόξου ταύτης κατοικίας, δεν είδε τα υψηλά εκείνα αγάλματα, τους εφεστίους, τας συνεσταλμένας αυλαίας, ουδέν τω επροξένησεν εντύπωσιν. Δεν ενεθυμείτο ούτε πώς ήλθεν, ούτε ησθάνετο τον κόπον της οδοιπορίας. Είνε αληθές ότι ο Θευδάς ενεφανίσθη αιφνιδίως εις αυτόν την πρωίαν, και τω είπεν ότι τον ζητεί η Αϊμά, ουδέν άλλο. Ο Μάχτος καταλιπών το εργαστήριον, την σφύραν, τον άκμονα, την πυράγραν και τους φυσητήρας, εξεζώσθη την δερματίνην ποδιάν, ην εφόρει, και ηκολούθησε τον Θευδάν, ή μάλλον προεπορεύθη αυτού. Ο Θευδάς έτρεχε κατόπιν του πνευστιών και τον παρεκάλει να μη βαδίζη τόσον δρομαίως. Αλλ' ο Μάχτος δεν τον ήκουεν. Ο Θευδάς διά να τον φοβίση τω έλεγε: «Συ δεν ξέρεις τον δρόμο. Και αν σε χάσω, θα χαθής». «Θα χαθώ», απήντα παρωδών ο Μάχτος, και τούτο συνέτεινεν εις το να επισπεύδη έτι μάλλον το βήμα. Τότε ο Θευδάς τω έκραζε: «Ξορκίζω σε!» Ο Μάχτος δεν απήντα, ή μάλλον η ηχώ της φωνής δεν έφθανεν εις τα ώτα του Θευδά, διότι ούτος καθυστέρει τετρακόσια βήματα. Δις μόνον είχεν αναγκασθή να σταματήση ο Μάχτος περιμένων να εξέλθη των καμπών της οδού ο Θευδάς, και τούτο διότι ευρέθη εν δισταγμώ, ενώπιον δυο οδών, μη γνωρίζων ποτέραν να βαδίση. Αλλά τούτο συνέτεινε μάλλον εις μείζονα ατυχίαν του Θευδά, διότι ο Μάχτος είχε μεν σταθή με τους πόδας, αλλά με τας χειρονομίας έκαμνε τόσον θόρυβον, προσκαλών τον Θευδάν να φθάση το ταχύτερον, ώστε ο δυστυχής εκείνος εδάγκασε τρις την γλώσσαν του, και έπαθεν αιμορραγίαν της ρινός. Τέλος τον έφθασε και τω υπέδειξε την οδόν, και τότε ήρχισε νέος αγών αθλητικού δρόμου.

Ότε έφθασαν εις το Πληθώνειον, ο Θευδάς ήτο εκλελυμένος υπό του καμάτου, αλλ' η φιλοπραγμοσύνη και η ανησυχία υπεστήριζεν αυτόν να ίσταται όρθιος. Εν τούτοις ο Μάχτος εξηκολούθει να ασπάζηται την χείρα της Αϊμάς, και ο Θευδάς προέβη εις δευτέραν απόπειραν: «Φίλε μου, θα έλθη τώρα ο φιλόσοφος, κάμε φρόνιμα», τω είπε. «Ποίος φιλόσοφος;» — «Ο αυθέντης μου». — «Τώρα δεν μου έλεγες να πάμε να τον βρούμε;» — «Αλήθεια», είπεν ο Θευδάς. «Αφού λοιπόν θα έλθη, διατί μου είπες να πάμε;» — «Αν θέλης πηγαίνομε», απήντησεν ο Θευδάς. «Αλλ' αφού θα έλθη», είπε ο Μάχτος. «Δεν ειξεύρω σίγουρα, αν θα έλθη». — «Λοιπόν τότε πήγαινε συ να μάθης, είπεν ο Μάχτος, και έλα να μου πης αν πρέπει να πάμε ή να περιμένουμε». — «Αλλ' εγώ είμαι κουρασμένος, απήντησεν ο Θευδάς· συ μ' εξεγλώσσασες, μ' αφάνισες 'στόν δρόμο». — «Και μήπως αν θα έλθω και εγώ μαζύ, δεν θα ήσαι κουρασμένος;» Ο Θευδάς δεν απήντησεν. Εν τούτοις ο Μάχτος όχι διότι παρεπείσθη εκ των προτροπών του, αλλά μάλλον διότι ησθάνθη το οχληρόν του πράγματος, εδοκίμασε να ανασηκωθή, διότι ήτο γονυπετής, και τότε ο Θευδάς τω έτεινε την χείρα ειπών αυτώ: «Είνε ανάγκη να εύρωμεν τον αυθέντην μου».

Η τελευταία λέξεις εκόπη διχή μεταξύ του λάρυγγος και των οδόντων του Θευδά. Αίφνης τρομερός κρότος ηκούσθη, υποχθόνιος βοή αντήχησε, το έδαφος εσαλεύθη υπό τους πόδας των δύο τούτων ανθρώπων. Σεισμός μετά πατάγου και βροντής μεγάλης συνέβη. Τα δύο ταύτα πρόσωπα αντήλλαξαν πεπηγότα βλέμματα. Ο Μάχτος κατέστη κάτωχρος. Τι είνε; Τι συμβαίνει; Τας λέξεις ταύτας ουδείς εξήνεγκεν εκ του στόματος, αλλ' ενδομύχως μόνον εσχηματίσθησαν αύται εις το βάθος των φρενών. Ηκούσθη παρατεταμένος τριγμός, και σφοδροτάτη δόνησις διαρκέσασα επί τινα χρόνον. Κονίαι και τεμάχια λίθων απεσπάσθησαν από της οροφής του σπηλαίου και κατέπιπτον μετά δούπου επί του εδάφους. Ο Θευδάς έφερε την χείρα εις την κεφαλήν. Τα είδωλα εφάνησαν κινούμενα, ως να ωρχούντο άγνωστόν τινα όρχησιν. Η Αϊμά εστέναξεν, αφυπνίσθη αποτόμως, εκινήθη και ανεκάθισεν. Ύψωσε μετά τρόμου τους οφθαλμούς, αλλά δεν επρόλαβε να αναγνωρίση τον Μάχτον. Η λυχνία πεσούσα εκ της κόγχης, εφ' ης έκειτο, συνετρίβη, και σκότος βαθύ κατέστη εντός του σπηλαίου. «Θάρρος», έκραξεν ο Μάχτος, τείνων την χείρα. Εγώ είμαι, Αϊμά!» Η νεάνις απήντησε διά βαθέος στεναγμού, «Θάρρος», επανέλαβεν ο Μάχτος. Αλλ' η κόρη είχε χάσει τας αισθήσεις της και ελιποθύμησεν. Ο νέος προσεπάθησε ν' ανεγείρη αυτήν και να την λάβη εις τας αγκάλας, όπως την μεταφέρη εκτός του σπηλαίου. Ο δε Θευδάς ήδη είχεν εξέλθει ψηλαφών. Οι λίθοι, οίτινες είχον πέσει εκ της οροφής, ήσαν ως προαγγελία προς αυτόν, και έσπευσε να φύγη, όπως σώση την ζωήν του. «Υπάγωμεν, Αϊμά, είπεν ο Μάχτος. Εγώ είμαι». Αλλ' η νέα δεν ηδύνατο να κινηθή, είχε καταστή βαρεία ως μόλυβδος. Ο Μάχτος την κατησπάζετο, την περιεπτύσσετο και ήτο ευτυχής εν τω μέσω της καταστροφής ταύτης, ευτυχής εν τω σκότει, ευτυχής εν τη θεομηνία, ευτυχής εν τη απογνώσει. Συγχρόνως δε προσεπάθει να ανεγείρη αυτήν και την μεταφέρη εις το ύπαιθρον. Αλλ' αι δυνάμεις του νέου είχον παραλυθή, οι πόδες παρεπάτουν, οι βραχίονες έτρεμον. «Υπάγωμεν, Αϊμά», εψιθύριζεν εις το ους της νέας, αποτυπών άμα φλογερόν φίλημα επί της παρειάς αυτής. «Υπάγωμεν Αϊμά». Αλλ' η Αϊμά ήτο λιπόθυμος, και ο Μάχτος έκλεπτε τας περιπτύξεις, έκλεπτε τας θωπείας, έκλεπτε τα φιλήματα. Φιλήματα εξ εκείνων άτινα δεν λησμονούνται, αλλά θάπτονται. Φιλήματα, ον δεν αρκεί βίος ανθρώπου ίνα εξαλείψη τα ίχνη εκ των χειλέων, αλλ' ο θάνατος μόνος αρπάζει αυτά εκ του στόματος. «Φύγωμεν, Αϊμά, επανέλαβεν ο νέος, φύγωμεν! » Και ο ήχος της λέξεως ταύτης συνέπιπτε παραδόξως με τον κρότον των φιλημάτων. Ποία γραφική δύναται να παραστήση το είδος του φιλήματος; Ποία μουσική ισχύει να μελοποιήση τον ήχον αυτού; «Φύγωμεν, Αϊμά, φύγωμεν, φιλτάτη μου Αϊμά! Αϊμά, αγαπητή μου Αϊμά! φύγωμεν! φύγωμεν!» Και η ώρα εκείνη αν ήτο στιγμή φόβου και αγωνίας, αν ήτο στιγμή συντελείας και φρίκης, αλλ' ήτο αιών ευδαιμονίας. «Φύγωμεν, Αϊμά, αγαπητή μου Αϊμά, φύγωμεν! φύγωμεν!»

Η σκηνή αύτη δεν διήρκεσεν εν τούτοις πλέον στιγμών τινων. Ο Θευδάς, όστις είχεν εξέλθει έντρομος εκ του σπηλαίου, απεμακρύνθη δέκα βήματα, και στραφείς έβλεπεν εις την θύραν. Συγχρόνως δε ήκουσε πολλαπλούν και παμμιγή κτύπον, ταρτάριον βροντήν και πάταγον, αντηχήσαντα ένδοθεν του άντρου. Ο Θευδάς, αν και είχε διακόψει πάσαν σχέσιν με τους τύπους της χριστιανικής εκκλησίας αφ' ου χρόνου είχε προσληφθή εις θεραπείαν του φιλοσόφου Πλήθωνος, έκαμε δι' αυτομάτου κινήσεως το σημείον του σταυρού επί του στήθους. Η γη έτρεμεν επί τινας στιγμάς εισέτι (διότι είχον συμβή τρεις αλλεπάλληλοι δονήσεις) και τέλος εσταμάτησεν. Αλλ' ο Θευδάς δεν ετόλμα να εισέλθη εις το άντρον, όπως ίδη τι είχε συμβή. Εφοβείτο μη επέλθη και άλλος σεισμός. Εις μάτην δε περιέμενε μέχρι της πρωίας να εξέλθωσιν εκ του άντρου η Αϊμά και ο Μάχτος. Αλλ' όμως ενόησεν ότι ήσαν νεκροί.

Τη επαύριον ευρέθησαν τα δύο πτώματα κείμενα ομού υπό το ψυχρόν μάρμαρον και σφιγκτώς ενηγκαλισμένα. Το άγαλμα της Αρτέμιδος ανατραπέν εκ βάθρων, ως εκ του επισυμβάντος σεισμού, τους είχε θρυμματίσει αμφοτέρους. Αι δύο νεαραί μορφαί εφαίνοντο βλέπουσαι προς αλλήλας, εγγύθεν αλλήλων απτόμεναι, και είχον εκπέμψει ομού τας δύο υστάτας πνοάς. Το πρόσωπον του Μάχτου έφερε πρόδηλα τα ίχνη της πρώτης και τελευταίας ευτυχίας, ην απέλαυσεν επί της γης. Το πρόσωπον της Αϊμάς εξέφραζεν οδύνην και πικρίαν.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

(Όρα «Κεφάλαιον Ιδιόγραφον».)

…………………………………………… ……………………………………………

Ο Πλήθων εφιλοτιμήθη να κηδεύση μεγαλοπρεπώς τα σώματα των δύο νέων. Αλλ' όμως δεν ηυτύχησε να άση υπέρ της Αϊμάς τον ειδωλολατρικόν υμέναιον, καθώς είχεν ελπίσει. Αντί τούτου έθυσε νεκρωσίμους θυσίας και έσπεισε πενθίμους σπονδάς εις τους θεούς τους υποχθονίους.

Ο φιλόσοφος έζησεν επί πολύ έτι. Φαίνεται δε ότι κατά τας τελευταίας αυτού ημέρας είχε θεραπευθή εκ της ειδωλολατρικής φαντασίας, ήτις είχε κυριεύσει αυτού, συνειδώς ότι μετά την κατάργησιν της ελευθερίας, ουδέ λόγος ηδύνατο να γείνη περί οιασδήποτε μεταρρυθμίσεως. Αφιέρωσε δε τα έσχατα του βίου του εις το νομοθετικόν και κοινωνικόν στάδιον όπερ ηνοίγετο αυτώ εν Πελοποννήσω.

Ημέραν τινά γέρων τις πένης, ταπεινός το σχήμα, κεκυφώς, ενεφανίσθη ενώπιον αυτού (τούτο συνέβη μετ' ολίγας ημέρας από της καταστροφής, ην αρτίως διηγήθημεν) και τον ηρώτησεν αν αυτός ήτο ο φιλόσοφος Γεμιστός ή Πλήθων. Επί τη καταφατική απαντήσει του Πλατωνικού, ο γέρων τον ηρώτησεν αν είξευρε πού ευρίσκετο η Αϊμά, προσθείς·

— Είδα κ' έπαθα έως ου να μάθω πώς ονομάζεται. Αλλά φαίνεται ότι αυτό είνε το όνομά της.

— Απέθανεν, απήντησε μετ' ειλικρινούς θλίψεως ο φιλόσοφος.

— Απέθανεν! επανέλαβεν ο πτωχός γέρων κ' εγώ οπού την έσωσα….

— Την έσωσες; επανέλαβεν ο Γεμιστός.

— Βέβαια την έσωσα.

— Από τι;

— Από τον θάνατον.

— Δεν σημαίνει, αφού απέθανε.

— Και ήλπιζα να την εύρω ζωντανήν, είπεν ο γέρων. Κρίμα, κρίμα!

— Και δύναμαι να σ' ερωτήσω εις ποίαν περίστασιν την είχες σώσει; ηρώτησεν ο Πλήθων.

— Γνωρίζεις αυτό; είπεν ο γέρων.

Και τω έδειξεν αργυρούν εγκόλπιον, φέρον εγκεχαραγμένην διά κεφαλαίων την λέξιν: ΠΛΗΘΩΝ!

— Το γνωρίζω, είπεν ο φιλόσοφος, αλλά πού το ηύρες;

— Εκεί όπου είχες ρίψει την Αϊμάν, εις τον καταρράκτην.

Ο Πλήθων ανεσκίρτησε.

— Λοιπόν συ την έσωσες τότε;

— Εγώ ο ίδιος.

Ο Πλήθων συγκινηθείς έδωκε γενναίον χρηματικόν βοήθημα εις τον γέροντα Βράγγην, όστις μετά τον θάνατον του διασήμου και ημιγύμνου πολεμάρχου Γάρμπου, δεν εστρατολογείτο πλέον και εις ουδέν ηδύνατο να χρησιμεύση του λοιπού επί της γης. . .

……………………………………………………

Ο Πρωτόγυφτος έγεινε πράγματι άφαντος και ουδέν πλέον ηκούσθη περί αυτού. Όσον διά τον Βούγκον, ούτος εργαζόμενος φιλοπόνως εγηροτρόφησε την πτωχήν Γύφτισσαν, μέχρις ότου οι δύο αυτής κρεμαστοί οδόντες έπεσον, και δεν ηδύνατο πλέον να μασσήση. Τότε δε παθούσα εξ ατροφίας μετέβη εις ανεύρεσιν των δύο κοπτήρων της.

Περί του Τρέκλα λέγεται, ότι ο Χόμο, ασιτήσας εκ της σκληρότητος του κυρίου του, και εκ της συστηματικής καταφοράς του μοναστικού τάγματος (εννοούμεν τους αιλούρους, οίτινες ετρέφοντο εν τω μοναστηρίω), εβιάσθη να εκχώση προς τροφήν το πτώμα του Σκούντα μετά τινας ημέρας από του φόνου. Η περίστασις αύτη συνετέλεσεν εις την ανακάλυψιν του εγκλήματος και εις τον απαγχονισμόν του ενόχου.

Ο δε Τρανταχτής έτυχεν ισοβίου συντάξεως παρά του ταμείου της εν Ρώμη προπαγάνδας, ως προσενεγκών δήθεν εκδουλεύσεις εις τον ιερόν αγώνα του παπισμού. Τότε έπαυσεν αιφνιδίως να φοιτά εις το καπηλείον του Κατούνα, αλλ' ο οινοπώλης δεν εζημιώθη εκ τούτου. Τουναντίον εύρε καλλιτέρους πελάτας.

Περί της οπτασίας εκείνης, ήτις δις ενεφανίσθη καθ' ύπνον εις την Αϊμάν, διτταί υπάρχουσι γνώμαι. Εννοούμεν την μυστηριώδη εκείνην γυναίκα, περί ης δεν κατώρθωσεν η νέα να σχηματίση ευκρινή ιδέαν, αν ήτο όνειρον ή πραγματικότης. Ως προς τούτο και αύθις παραπέμπομεν τον αναγνώστην εις τας ιδιαιτέρας πληροφορίας, ας εδημοσιεύσαμεν ανωτέρω υπό τον τίτλον «Κεφάλαιον Ιδιόγραφον». Αν η περί της ευκλεούς καταγωγής της Αϊμάς γνώμη ήτο ορθή, (όπερ ουδόλως παραδεχόμεθα), η μυστηριώδης εκείνη γυνή ήτο η προσωποποίησις των ενδόξων παραδόσεων της καταγωγής της. Αν η γνώμη αύτη είνε εσφαλμένη,(όπερ φαίνεται πιθανώτερον),τότε το όνειρον ή η οπτασία εκείνη ανάγεται εις την χώραν του ληθαργικού παραλήρου. Όπως και αν έχη τούτο, απέχομεν να εκφράσωμεν ρητήν γνώμην, αλλ' όμως ως πιστοί αντιγραφείς δεν ηδυνάμεθα να παραλίπωμεν την περί τούτου διήγησιν, καίπερ πεποιθότες απ' αρχής ότι το παράδοξον του πράγματος ήθελε λυπήσει τους πλείστους των αναγνωστών. Γράφων τις μυθιστόρημα, ου η υπόθεσις είνε ηρανισμένη εκ των παραδόσεων του μέσου αιώνος, όσην και αν έχη προθυμίαν, δεν δύναται ν' αποφύγη πράγματά τινα, άτινα δεν δύνανται ή να φανώσιν αλλόκοτα κατά τας σήμερον επικρατούσας δοξασίας.

Αι δε αδελφαί του μοναστηρίου διέλαμψαν εν αρετή και ευσεβεία, μέχρι τέλους του βίου των. Αλλ' ότε απέθανεν η Βεάτη, ο ατυχής Χόμο δεν είχε πλέον τινά, όστις να τω ρίπτη έν κόκκαλον. Προέβλεπε δε ότι έμελλε να έχη κακά γηρατεία. Οργισθείς λοιπόν υπερέβη τα σύνορα και ηυτομόλησε προς τον Θευδάν, αρχαίον γνώριμόν του, όστις τον εγηροκόμησεν εξαιρέτως.

Όσον διά την Εφταλουτρού, αύτη εξερχομένη ημέραν τινά έκ τινος οικίας, και έχουσα τους θυλάκους πλήρεις λαφύρων, ώστε δυσκόλως εβάδιζεν εκ του βάρους, ωλίσθησε και κατεκρημνίσθη επί της κλίμακος, και συντριβείσα τας δώδεκα πλευράς παρέδωκε το πνεύμα.

Τ Ε Λ Ο Σ

1) Θα κερδήσης χρήματα.

2) Μη βλασφημής.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings