← Table of contents
Η Γυφτοπούλα

Front matter (continued 3)

Reading edition

— Αύτη κοιμάται;

— Και αν κοιμάται, εξυπνά, είπεν αύθις ο Γύφτος.

— Σκληρόν, είπε στρυφνώς ο πρώτος των ξένων, όστις εφαίνετο αρχηγός αυτών.

Ουδείς απήντησε προς την παρατήρησιν ταύτην.

— Θα την εξυπνίσης; είπεν ο δεύτερος.

— Θα την εξυπνίσω, είπεν ο Γύφτος.

— Είνε εύκολον;

— Είνε. Έχετε τους ημιόνους;

— Έχομεν.

— Έχετε και όλα τα μέσα;

— Έχομεν.

— Θα την δέσετε με σχοινιά; είπε ψυχρώς ο Πρωτόγυφτος.

— Όχι, φίλε. Δυνάμεθα να την φυλάξωμεν, τόσοι άνθρωποι ένοπλοι.

— Είσθε πολλοί;

— Είμεθα οκτώ.

— Έξ βλέπω, είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Οι άλλοι δύο φυλάττουσι τα υποζύγια.

— Πού είνε;

— Ιδού αυτοί.

— Ποίοι είνε αυτοί, πατέρα; ηρώτησεν ο Μάχτος, εγερθείς και πλησιάσας εις την θύραν.

— Κοιμήσου, Μάχτο, είπεν αυστηρώς ο Πρωτόγυφτος. Μην ονειρεύεσαι;

— Εγώ ονειρεύομαι;

— Σύρε να πλαγιάσης, Μάχτο, επανέλαβεν αμειλίκτως ο Γύφτος.

Αλλ' η τελευταία αύτη παρακέλευσις επήνεγκε το εναντίον του σκοπουμένου αποτελέσματος. Αφύπνισε τον Μάχτον ολοσχερώς. Διότι μέχρι τούδε ο Πρωτόγυφτος δεν ηπατάτο λέγων ότι ο Μάχτος ωνειρεύετο.

— Θα μου πης, πατέρα, τι είνε; έκραξεν ανυπομόνως ο νέος.

— Όταν ξυπνήσης, Μάχτο, είπε σαρκαστικώς ο Πρωτόγυφτος.

Ο αρχηγός των ξένων είχε σκεφθή επί τινας στιγμάς και κατενόησεν ότι δεν ώφειλε να υποχωρήση.

— Λοιπόν, τι κάμνομεν; είπε προς τον Πρωτόγυφτον.

— Ό,τι αγαπά ο αφέντης, απήντησεν ούτος.

— Όλα τα &μέσα& τα έχομεν, είπεν εκείνος τονίζων την λέξιν.

— Χμ . . . έκαμεν ο Πρωτόγυφτος.

— Ιδού, εψιθύρισεν ο ξένος.

Και έθηκεν εις την παλάμην του Γύφτου υπερμέγεθες βαλάντιον. Ούτος δεν ηδυνήθη να κρατηθή και το ήνοιξεν. Εφάνησαν δε τα φλωρία ακτινοβολούντα εις το σκότος.

— Και της αλήθειας, &μέσα& είνε, είπε μειδιάσας.

— Τώρα; είπεν ο ξένος.

— Ορισμός σας, είπεν ο Πρωτόγυφτος.

Και προσήλθεν ευθύς προς την κλίνην της Αϊμάς. Έσεισεν αποτόμως τον ώμον της κόρης και την αφύπνισεν, αν εκοιμάτο ήδη.

Ο Μάχτος ενόμισεν ότι βλέπει όνειρον, έσπευσε κατόπιν του πατρός του.

— Τι θέλεις, πατέρα; είπε τρέμων.

— Σηκώσου, Αϊμά, έκραξεν ο Πρωτόγυφτος με κεραυνώδη φωνήν.

Η νέα εστηρίχθη επί της ετέρας των πλευρών και έτριβε τους οφθαλμούς.

— Σηκώσου, κόρη μου, είπεν ο Γύφτος με πραότερον τόνον.

— Τι την θέλεις, πατέρα; ηρώτησεν ο Μάχτος αγωνιών.

— Σηκώσου, επανέλαβεν ο Γύφτος, χωρίς να στραφή προς υιόν του.

— Άφησέ την, πατέρα, είπεν ούτος, θέτων την χείρα επί του βραχίονος του πατρός του.

— Τι γυρεύεις εσύ; εγόγγυσεν ο Πρωτόγυφτος. Κοιμήσου γρήγορα.

— Δεν κάνεις καλά, πατέρα μου, είπεν ο νέος, ως να διετέλει εν παραλήρω.

— Εσύ θα μου πης; είπεν οργίλως ο Γύφτος. Γκρεμίσου.

Ο Μάχτος εκινδυνευε να παραφρονήση. Έβλεπεν ότι το πράγμα καθίστατο σπουδαιότερον. Εις την θύραν έβλεπεν αγνώστους ανθρώπους, οίτινες εφαίνοντο πολυαριθμότεροι ένεκεν του σκότους, ενώπιον αυτού δε είχε τον πατέρα του, όστις τον ηπείλει. Ο νέος τα έχασε και ηγνόει τι ώφειλε να πράξη, Η Αϊμά είχεν ανασηκωθή επί της κλίνης και εθεώρει με μεγάλους οφθαλμούς, βοηθεία του διπλού φέγγους, όπερ εισεχώρει διά της ανοικτής θύρας και διά της επωροφίου ρωγμής, τον Πρωτόγυφτον και τον Μάχτον, χωρίς να εννοή τι συνέβαινεν.

Εν τοσούτω δε είχον αφυπνισθή υπό του συμβάντος θορύβου ο Βούγκος και η γραία Γύφτισσα. Ο Βούγκος είχεν ανοίξει τους οφθαλμούς, αλλ' επειδή ήτο κεκμηκώς, διότι είχεν εργασθή όλην την ημέραν, εβαρύνετο να εγερθή και εσκέπτετο αν ήτο ορθόν να τους κλείση πάλιν. Η δε Γύφτισσα είχεν αναγγείλει την αφύπνισίν της διά τελευταίου και παρατεταμένου ρογχασμού, όστις εχρησίμευεν αύτη ως τρόπος μεταβάσεως από του ύπνου εις την εγρήγορσιν. Είχε δε ανακαθίσει επί της πενιχράς στρωμνής και έξεεν αμφοτέρας τας μασχάλας, λέγουσα·

— Τι είνε τάχα; Τι είνε;

Αλλ' ουδείς ηυκαίρει όπως απαντήση προς αυτήν. Έκαστος απησχολείτο περί της ιδίας αυτού φροντίδος. Οι εκτός της θύρας εφαίνοντο ότι είχον αρχίσει ν' ανησυχώσι. Χωρίς να τολμήσωσι να εισέλθωσι, δι' ελαφρών συριγμών προσεπάθουν να παροξύνωσι τας ενεργείας του Πρωτογύφτου, συνιστώντες αυτώ ταχύτητα. Ο δε Μάχτος απεπειράτο να εμποδίση τον πατέρα του, καίπερ αγνοών τι εσκόπει να πράξη ούτος.

Ο Πρωτόγυφτον είλκυσε την Αϊμάν σφοδρώς από του βραχίονος.

— Σηκώσου, κορίτσι, γρήγορα, είπεν. Δεν έχομεν καιρόν διά χάσιμο. Γμου! Χμου!…

— Τι με θέλεις, πατέρα; εψέλλισεν η Αϊμά.

— Είσαι διά ταξείδι, είπεν ο Γύφτος.

— Διά ταξείδι; επανέλαβεν ο Μάχτος απορηματικώς.

— Θα υπάγης μαζύ με τους φίλους μου εκεί, είπεν αυθαδώς ο Πρωτόγυφτος, δείξας την θύραν.

— Διά πού, πατέρα; ηρώτησεν ενεός ο Μάχτος.

— Δεν είνε δουλειά σου, εγόγγυσεν ο Πρωτόγυφτος. Σύρε να πλαγιάσης. Γμρου!

— Δεν θα σε αφήσω, είπε τολμηρώς ο Μάχτος, τύψας το έδαφος διά του ποδός.

— Ακόμη εδώ είσαι; έγρυξεν ο Γύφτος. Άμε χάσου γρήγορα. Κρου!…..

Η Αϊμά είχε ρίψει βλέμμα επί του Μάχτου, και μεθ' όλον το ψηλαφητόν σκότος, οι τέσσαρες ούτοι οφθαλμοί έλαμπον αρκούντως, ώστε να συνεννοώνται. Το βλέμμα εκείνο ήτο ικευτικόν και εξέφραζεν υπερτάτην οδύνην και απόγνωσιν. Η Αϊμά ενόησε καλώς περί τίνος επρόκειτο. Την στιγμήν εκείνην επήλθεν εις την μνήμην της ιδέα τις, ην πολλάκις ήκουσεν εκφραζομένην παρά των ανθρώπων του λαού, δεν είχε δε δώσει σημασίαν εις αυτήν άλλοτε. Αλλά σήμερον αντελαμβάνετο πάσαν την έννοιαν αυτής. Εβόμβουν συνεχώς εις τα ώτα αυτής αι μομφαί, ας ήκουεν εκάστοτε εκτοξευομένας κατά της φυλής των Αθιγγάνων. Μία των μορφών τούτων ήτο, ότι συνείθιζον ούτοι προς τοις άλλοις εγκλήμασιν, άτινα διέπραττον, να πωλώσι, τα ίδια τέκνα των, οσάκις εύρισκον αγοραστάς, και μάλιστα τας θυγατέρας, όσαι ήσαν ανεκταί το είδος. Η Αϊμά λοιπόν ανεμνήσθη συγκεχυμένως το πράγμα τούτο.

— Θα μ' επώλησεν, είπε καθ' εαυτήν, και θέλει να με παραδώση εις τον αγοραστήν, όστις ευρέθη να με αγοράση.

Ταύτα διανοηθείσα η Αϊμά, επειράθη να κατακλιθή εκ νέου και να σκεπασθή. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος την έσυρε βαναύσως από της χειρίδος του υποκαμίσου.

— Σηκώσου, σου λένε, να πάμε. Πολύ, βλέπω, αγαπάς τον ύπνο.

— Πού να πάμε: είπεν η Αϊμά.

Ο Πρωτόγυφτος δεν απήντησεν, εξηκολούθησεν όμως να σύρη αυτήν τόσον σφοδρώς, ώστε έσχισε το ύφασμα, όπερ εκάλυπτε το σώμα της νέας.

— Τι την τραβάς, πατέρα; έκραξεν ο Μάχτος.

Ο Πρωτόγυφτος εφαίνετο αλλόφρων και δεν απήντα εις ουδέν ερώτημα. Το πράγμα τω εφαίνετο ανωφελές.

Συγχρόνως μεταξύ της Γύφτισσας και του Βούγκου συνήφθη ταπεινή τη φωνή μικρός διάλογος. Οι δύο ούτοι μόλις είχον αποσείσει τέλος τον ύπνον, και ήρχισαν να εννοώσιν ότι συνέβαινέ τι.

— Κοιμάσαι, μεγάλε;

— Κοιμάσαι, μάννα;

— Εγώ δεν κοιμούμαι.

— Ουδ' εγώ.

— Και τι ακούς;

— Κάτι τρέχει.

— Τι είνε;

— Ο αφέντης εσηκώθη.

— Και τι κάνει;

— Δεν ξέρω.

— Σηκώσου να ιδής.

— Νυστάζω, μάννα.

— Α, τεμπέλη.

— Όλη μέρα δούλευα.

— Δεν λαγκεύει η καρδιά σου;

— Διά τι πράγμα;

— Δι' αυτό που γίνεται.

— Τι με μέλει;

— Σηκώσου ν' ανάψης τον λύχνο.

— Τι να τον κάμης τον λύχνο;

— Διά να ιδούμε τι είνε.

— Δεν 'μπορούμε να ιδούμε και δίχως λύχνο;

— Συ είσαι νιος και βλέπεις.

— Ε, πώς νυστάζω.

— Α, υπναρά.

— Άφσε με να κοιμηθώ.

— Νάνι, νάνι, το μικρό.

— Ωχού, ουχού! έκαμεν ο Βούγκος χασμώμενος.

— Δεν ακούς και τον Μάχτο;

— Πού 'νέ τος;

— Σηκώθηκε.

— Τι κάνει;

— Μιλά με τον πατέρα σου.

— Ε, άφσε τους να 'μιλούν.

— Και συ να κοιμάσαι; Δεν χόρτασες τον ύπνο;

Ο Βούγκος δεν απήντησε πλέον. Είχεν επανακλείσει τους οφθαλμούς και σχεδόν απεκοιμήθη ήδη. Αλλ' εκ του ληθάργου τούτου έμελλε να τον αποσπάση η διάτορος φωνή του Γύφτου. Ούτος ηκούσθη κράξας μεγαλοφώνως.

— Σηκώσου, Βούγκο! Τρέξετε, παιδιά, να την φθάσωμε!

Ο Βούγκος ανετινάχθη δι' ηλεκτρικού κινήματος, και αναπηδήσας ωρθώθη, χωρίς να ειξεύρη τι είχε συμβή. Ήκουσε μόνον βήματα και φωνάς ανθρώπων, και έσπευσεν εις την θύραν. Ο θόρυβος ούτος προήλθεν εκ του τελευταίου βαναύσου κινήματος του Γύφτου, όστις ηγωνίζετο ν' αποσπάση την Αϊμάν εκ της κλίνης της, εκ της αντιστάσεως αυτής και εκ της παρεμβάσεως του Μάχτου. Ο νέος ηναγκάσθη να κρατήση τας δυο χείρας του πατρός του όπως απαλλάξη την Αϊμάν εκ της ενοχλήσεως. Ήλπιζε δε να κατορθώση εν τω μεταξύ να περιορίση τον πατέρα του, και ν' αντισταθή απηλπισμένως κατά των πολιορκούντων την είσοδον της καλύβης. Αλλ' ουδέ ούτος προείδε τι έμελλε να συμβή.

Ιδούσα η Αϊμά ότι ο Μάχτος είχε συλλάβει στιβαρώς τον πατέρα του με τας δύο χείρας, δεν έχασε καιρόν. Ήρπασε τη πρώτην απεγνωσμένην ιδέαν, ήτις τη επήλθε, και έσπευσε να εκτελέση αυτήν, χωρίς να δύναται να σκεφθή καλώς. Όρμησεν εκτός της κλίνης, όπως ήτο, με τόσον γοργόν, ελαφρόν και σχεδόν αδιανόητον κίνημα, ώστε ουδέ παρετήρησεν ο Πρωτόγυφτος το πήδημα αυτής. Ο Μάχτος μόνον την είδε, και ηθέλησε να την εμποδίση διά του νεύματος, αλλ' η νέα απήντησε δι' ετέρου νεύματος επιτακτικού, και ορμήσασα, ήρπασε σιδηρούν τι εργαλείον, όπερ εύρε ψηλαφίνδα, διότι είξευρε καλώς την συνήθη θέσιν αυτού από της ημέρας. Σφίγξασα αυτό με όλην την δύναμίν της εις την παλάμην, ερρίφθη εις την θύραν, όπως ευρίσκετο, ασκεπής, ανυπόδυτος και ημίγυμνος. Τοσούτον δε αιφνίδιον και απροσδόκητον ήτο το κίνημα αυτής, ώστε οι εκτός της θύρας, μόλις την παρετήρησαν ως οπτασίαν, διολισθήσασαν διά μέσου αυτών. Εν τούτοις είς των ανθρώπων τούτων έδραμεν ευθύς κατόπιν της όπως την συλλάβη, αλλ' η Αϊμά στραφείσα, εχύθη με βιαίαν ορμήν επ' αυτού, και κατήνεγκε κατά της κεφαλής αυτού ισχυρόν κτύπον με το βαρύ εργαλείον. Μέχρις ου οι άλλοι προλάβωσι να την καταδιώξωσιν, η Αϊμά, πατούσα με πόδας σεισουρίδος, έγεινεν άφαντος.

Τότε ο Πρωτόγυφτος ενόησε μόλις την φυγήν αυτής, και έρρηξε την αγρίαν εκείνην κραυγήν·

— Σηκώσου, Βούγκο! Τρέξετε, παιδιά.

Αλλ' ο Μάχτος τον εκράτει σφιγκτώς. Αγών συνήφθη μεταξύ πατρός και υιού. Η πάλη διήρκεσεν επί πολύ. Ο Γύφτος είλκυε τον Μάχτον ολονέν προς την θύραν. Αι δυνάμεις δε του νέου ενέδιδον εις τούτο, αλλ' όμως δεν ήθελε να τον αφήση. Ότε ανηγέρθη ο Βούγκος, εύρε τους δύο παλαίοντας ακριβώς παρά την θύραν.

— Τι είνε, Μάχτο; Τι έχεις, πατέρα; τι επάθετε;

Και ερρίφθη να τους χωρίση. Ο Μάχτος δεν ηδύνατο επί πλέον ν' αντιστή. Άλλως δε ορμεμφύτως ενόησεν ότι ο κίνδυνος ήτο αλλαχού του λοιπού, και αφήσας τον πατέρα του, ώρμησε και εξεπήδησε της θύρας. Έτρεξε κατόπιν της Αϊμάς.

— Πάμε, Βούγκο! γρήγορα! είπεν ασθμαίνων ο Πρωτόγυφτος. Μας έφυγεν αυτή η δαιμονισμένη.

— Πού, πατέρα;

Ο Γύφτος, χωρίς ν' απαντήση, έσπευσε να εξέλθη. Ο Βούγκος τον ηκολούθησε μηχανικώς.

Ο Μάχτος είχεν οδηγηθή εκ των βλεμμάτων και της στάσεως των ξένων, ων δύο είχον τρέξει κατόπιν της Αϊμάς, οι δε λοιποί έμενον. Ο δε πέμπτος είχε παραλυθή ήδη, διότι ο κτύπος ον έλαβε κατά κεφαλής ήτο λίαν σφοδρός. Ιδών ο Μάχτος τα κινήματα ταύτα, δεν έχασε τα ίχνη της Αϊμάς, και έδραμε πνευστιών κατόπιν αυτής.

Ο δε Γύφτος μετά του Βούγκου δεν εβράδυναν ν' ακολουθήσωσιν αυτούς.

Η δυστυχής νέα, έντρομος, αγωνιώσα, φρίττουσα, αισθανομένη εαυτήν έρημον της θείας και της ανθρωπίνης βοηθείας, αφού έτρεξεν επί πολλήν ώραν, όπως ηδυνήθη, και δι' ης οδού έτυχεν, απηύδησε τέλος. Φθάσασα παρά τον αιγιαλόν, δεν είχεν άλλην διέξοδον ή να ριφθή εις την θάλασσαν, αλλ' όμως δεν είχε την τόλμην ταύτην. Ήκουε τα βήματα των καταδιωκόντων αυτήν προσεγγίζοντα. Κατά τύχην είδε μακρόθεν φως λάμπον, εύρε θύραν τινά ανοικτήν, και εισώρμησεν εκείσε απηλπισμένη. Η θύρα αύτη ήτο η του καπηλείου του Κατούνα, όπου είδομεν αυτήν καταφυγούσαν εν αρχή της ιστορίας ταύτης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

Η δίωξις.

Έτρεχον κατόπιν αυτής οι Γύφτοι, αλλά δεν έτρεχον πάντες με τον αυτόν σκοπόν. Ο μεν Βούγκος έτρεχεν όλως αυτοματικώς, όπως υπακούση εις τον πατέρα του, και χωρίς να έχη συναίσθησιν του γεγονότος. Ο δε Πρωτόγυφτος, με την γλώσσαν κρεμαμένην εκτός των οδόντων, έτρεχεν όπως συλλάβη αυτήν και την παραδώση εκεί όπου την επώλησε. Τέλος ο Μάχτος έτρεχεν ίνα την σώση, ή ίνα συναποθάνη μετ' αυτής.

— Κατόπιν τούτων έτρεχον και οι ένοπλοι εκείνοι άνθρωποι, οίτινες δεν ηδύναντο ευκόλως να τους παρακολουθώσι, διότι το φέγγος της σελήνης ήτο θεϊκόν, και ηγνόουν το έδαφος του τόπου. Εν τούτοις και ούτοι έφθασαν μετά τινα χρόνον ύστερον των τριών Γύφτων.

— Πιάστε την! πιάστε την! έκραζε λυσσών ο Πρωτόγυφτος, σείων την πυράγραν ην επρόφθασε ν' αρπάση εκ του χαλκείου,

— Πιάστε την! πιάστε την! έλεγε μηχανικώς και ο Βούγκος.

Ο Κατούνας, ο Σκούντας και ο Τρανταχτής είχον περικυκλώσει την Αϊμάν, και οι Γύφτοι δεν ηδύναντο ευκόλως να πλησιάσωσι.

— Γλυτώστε την! έκραξεν ο Μάχτος, ελπίσας βοήθειαν παρά των ανθρώπων ταύτων.

— Τι τρέχει; ηρώτα ο μπάρμπα Κατούνας διανοούμενος ότι έπραξε κακώς να βραδύνη τόσον να κλείση το καπηλείον. Ούτος δεν είχε πολλήν περιέργειαν εις τας θορυβώδεις σκηνάς, και δεν ηγάπα άλλους επίσκέπτας πλην των συνήθων οινοποτών.

— Ησυχάσατε! έλεγεν ο Τρανταχτής. Τι έτρεξε;

— Μη ζυγόνετε, Γύφτοι! έκραξεν ο Σκούντας. Ιδών ούτος το ερεθιστικόν της σκηνής ταύτης, ενόμισε καλόν να κάμη τον ανδρείον.

— Ειπέτε μου εμένα, τι θέλετε; είπεν ο Τρανταχτής, επιθυμών να γείνη διαιτητής.

— Πιάστε την! έκραξε φρυάττων ο Πρωτόγυφτος. Και ηθέλησε να συλλάβη την Αϊμάν. Αλλ' ο Σκούντας ετέθη ενώπιον αυτής και απέκρουσε τον Πρωτόγυφτον.

— Θάρρος, Αϊμά, θα σε σώσω, έκραξεν ο Μάχτος, βλέπων μετά σπαραγμού καρδίας την νέαν όλην τρέμουσαν.

Την στιγμήν ταύτην εισήλθεν η συνοδεία των οπλοφόρων.

Ο μπάρπα Κατούνας ησθάνθη μεγίστην στενοχωρίαν, ως είδε τους νέους τούτους επισκέπτας. Ο Σκούντας και ο Τρανταχτής εστράφησαν ανήσυχοι προς την θύραν.

Ο Μάχτος έτυπτε το στήθος και απέσπα τας τρίχας της κόμης του.

— Ας είνε, θ' αποθάνω μαζύ της! Από τούτο δεν ειμπορεί κανείς να μ' εμποδίση, είπε μεγαλοφώνως.

— Τι έπαθες, φίλε μου; τον ηρώτησε μετ' οικειότητος ο Σκούντας.

Την στιγμήν εκείνην, οι τρεις οπλοφόροι άνδρες προέβησαν αποφασιστικώς προς το μέρος, όπου ευρίσκετο η Αϊμά. Αύτη μη δυναμένη να σταθή ορθία, είχε ριφθή με το σώμα επικάρσιον παρά την γωνίαν, και εκάθητο τρέμουσα εις την άκρην. Ο Σκούντας ίστατο ως προστάτης ενώπιον αυτής. Παρ' αυτόν ίσταντο ο Τρανταχτής και ο Κατούνας, είτα εφεξής ο Πρωτόγυφτος, ο Βούγκος και ο Μάχτος.

Οι τρεις ένοπλοι άνδρες εζήτησαν ν' αποσπάσωσι την Αϊμάν από της κόγχης, εν η έκειτο. Αλλ' ο Σκούντας επεχείρησε ν' αντιστή.

Ο Μάχτος ησθάνθη τας δυνάμεις του εντεινομένας εις έσχατον και απεγνωσμένον αγώνα. Ύψωσε την χείρα και κατήνεγκε σφοδρόν και αιφνίδιον κτύπημα κατά του πρώτου εφορμήσαντος. Ούτος έσυρε τότε το ξίφος και ηθέλησε να διαπεράση τον Μάχτον. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος ιδών τον κίνδυνον ώρμησε ταχύς και προέλαβε το κτύπημα.

— Είνε γυιός μου, είπεν.

Ο άνθρωπος εκείνος επέστρεψε το ξίφος εις τον κολεόν και εξηκολούθησε να προχωρή προς το καταφύγιον της Αϊμάς. Αλλ' ο Σκούντας ερρίφθη εκ των όπισθεν και έκρουσεν αυτόν κατά των νώτων. Πάλη τρομερά συνήφθη τότε μεταξύ των τριών ενόπλων και του Σκούντα και Μάχτου. Ο Σκούντας δεν ήτο άοπλος. Αίφνης ανέσυρε μακρόν εγχειρίδιον εκ της ζώνης του, και η λάμψις αυτού ιλλώπιζεν εις την χείρα του, πάλλουσαν ορμητικώς αυτό. Ο Κατούνας αφήκε κραυγήν·

— Πάει! Χαθήκαμε!

Και συνήψε τας χείρας, ως να έμελλε ν' απαγγείλη την τελευταίαν αυτού προσευχήν. Περιέφερε τεθλιμμένα βλέμματα από των βαρελιών μέχρι του συρταρίου του λογιστηρίου του, και δεν ήξευρε τι πρώτον να οικτείρη.

Η μάχη εξηκολούθει. Οι πέντε άνθρωποι αντήλλασσον προς αλλήλους πληγάς με τα όπλα, με τας χείρας, με τους όνυχας. Ο Πρωτόγυφτος έκραξε μόνον·

— Μη χτυπάτε το γυιό μου!

Αλλά δεν μετέσχε της συμπλοκής. Ο Βούγκος όμως δεν ηδυνήθη μέχρι τέλους να κρατηθή, και ερρίφθη και αυτός, όπως υπερασπίση τον Μάχτον. Ιδών το κίνημα τούτο, ο Πρωτόγυφτος ησθάνθη το νύγμα της μεταμελείας δάκνον την ψυχήν αυτού.

— Τι έκαμα εγώ! είπε συνάψας τας χείρας. Τώρα βλέπω ότι κακά έκαμα! Γμου, Γρου! Να έσπαζα το ποδάρι μου. Να έβγαζα το λαιμό μου. Τζάνουμ μη χτυπιέσθε έτσι. Χμου, Γρου! Μάχτο, φεύγα, μη κτυπάς. Θα σε σκοτώσουν, Μάχτο! Ε, δεν κάνετε ήσυχα. Κύτταξέ τους! Βούγκο! άκουοε τον πατέρα σου. Λυσσασμένοι είστε όλοι. Ωχ, καϋμένος! Ησυχάσατε, και μη κάμετε τόσο άσχημα. Ε, δεν ακούτε; Ποίος διάβολος σας έβαλε να μαλόνετε έτσι; Δεν μας μέλει. Τι λέγω εγώ; Χμ.. Γρ.. Όρεξι που είχα να κάμω τέτοια κουταμάρα. Φταίγω εγώ; ας έλειπε αυτός και τα υπέρπυρά του. Κέφι που το έχετε να τρώγεσθε έτσι τόσην ώρα! Βούγκο! Μάχτο! ησυχάσετε. Τίνος το λέγω; Θα σας σκοτώσουν. Μη βαρεθήκατε τη ζωή σας; Ε, Βούγκο! εσένα το λέγω. Άφησε αυτόν τον άλλον, είνε τρελλός. Εσύ κάμε φρόνιμα.

Ο μονόλογος ούτος εχρησίμευεν, ούτως ειπείν, ως κέλευσμα εις τους διαπληκτιζομένους. Έμελλε δε να παραταθή και η πάλη και ο μονόλογος του Γύφτου επ' άπειρον, αν δεν εισήρχετο τελευταίον τι πρόσωπον εις την σκηνήν.

Το πρόσωπον τούτο ήτο ανήρ μεσήλιξ, αυστηρότατος το ήθος, πλουσίως ενδεδυμένος, και συνωδεύετο υπό έξ στρατιωτών. Προέβη δε λίαν ατάραχος προς το θορυβώδες εκείνο σύμπλεγμα και αποτείνας τον λόγον προς τους παρόντας είπεν·

— Ησυχάσετε. Σας διατάττω εν ονόματι της εξουσίας.

Και οι έξ στρατιώται, όπως υποστηρίξωσι το παράγγελμα τούτο, προέβησαν κατόπιν αυτού και έτειναν τας λόγχας προς τους παλαίοντας. Ο ξένος έκαμε νεύμα, αν δεν επέλθη ησυχία, να μετέλθωσι κατ' αυτών την βίαν. Αλλ' ήτο περιττή η πρόνοια αύτη. Οι άνθρωποι εκείνοι απηυδηκότες ήδη και όλοι μεμωλωπισμένοι, δεν είχον όρεξιν να εξακολουθήσωσι την πάλην και αφορμήν εζήτουν όπως ειρηνεύσωσι.

— Τι τρέχει εδώ; ηρώτησεν αυστηρώς ο αρχηγός των στρατιωτών. Διατί μαλόνετε; Τι θέλει εδώ αυτή η νέα;

Ουδείς απήντησε.

— Σε, λέγω, Πρωτόγυφτε, είπεν ο αρχηγός, στραφείς προς τον τρέμοντα Γύφτον. Συ τα πταίεις όλα.

Ο Πρωτόγυφτος έφερε την χείρα εις την κεφαλήν, και τα είχε χάσει από πολλού, ώστε ήτο απηλλαγμένος της ανάγκης του να ομιλήση.

— Επληροφορήθην την αισχράν διαγωγήν σου, επανέλαβεν ο αρχηγός. Αλλά δεν θα φέρης εις πέρας τον σκοπόν σου.

— Ορισμός σας, αφέντη, ετραύλισε τρέμων ο Πρωτόγυφτος.

— Ποίος δαίμων σ' ενέπνευσε να πωλήσης την κόρην σου; είπεν αμειλίκτως ο αρχηγός.

— Εγώ; εγόγγυσεν ο Πρωτόγυφτος· ησθάνετο δε μεγίστην ατολμίαν και ελυπείτο διότι δεν ήτο φύσει θρασύτερος, ώστε να ψευσθή μετ' ευχερείας.

— Και ποίος άλλος; επανέλαβεν ο αρχηγός. Υπάρχει εδώ άλλος, όστις να δύναται να κάμη τοιούτον έγκλημα; Την κόρην σου, την κόρην σου να πωλήσης!

— Ποιος το είπεν! Είνε ψέμματα, είπεν ο Πρωτόγυφτος, αποκτήσας προσκαίρως την δύναμιν του ψεύδους.

— Είνε αληθέστατον, επέμενε λέγων ο αρχηγός. Την επώλησες, την επώλησες αντί εκατοντάδων τινών φλωρίων. Ομολογώ ότι εζήτησες ακριβά. Ηδύνασο να το κάμης και ευθηνότερα.

— Αχ! γρου! έγρυξεν ο Πρωτόγυφτος,

— Αλλ' είχες δίκαιον, επανέλαβεν ο αρχηγός. Δίκαιον είχες, διότι δεν είνε κόρη σου.

— Ποιος το λέγει; εμορμύρισεν ο Πρωτόγυφτος.

— Εγώ το λέγω, και το ειξεύρω. Δεν είνε κόρη σου, και την επώλησες. Αλλά μήπως και αν ήτο, δεν ήθελες την πωλήσει;

— Ουχ! έκαμεν ο Γύφτος.

— Και επειδή δεν είνε κόρη σου, δεν έχεις πλέον δικαίωμα να την κρατής, αφού εφάνης άπιστος προς αυτήν.

— Ε; έκαμεν ο Γύφτος ερεθισθείς.

— Και διά τούτο εγώ θα γείνω εγγυητής υπέρ αυτής, επανέλαβεν ο ξένος.

— Εγγυητής;

— Και θα την παραδώσω εις μέρος ασφαλές, ώστε να μη φοβήται πλέον

τίποτε από καμμίαν επιβουλήν.

— Τόσο καλλίτερα, είπεν ο Γύφτος μη εννοών τι έλεγε.

— Βλέπω, σου αρέσει, είπεν ειρωνικώς ο ξένος. Αληθώς, αφού εξέκαμες απ' αυτήν πλέον, θα ευχαριστηθής ν' απαλλαχθής πάσης ευθύνης εις το μέλλον.

— Γκρου! έγρυξεν ο Πρωτόγυφτος.

— Αλλ' ησύχασε, εγώ δεν το κάμνω αυτό διά το καλόν σου. Σκοπεύω να σε φυλακίσω αύριον. Όσον δι' απόψε έχεις το δωδεκάωρον δικαίωμα και το νυκτερινόν άσυλον, το οποίον σοι χορηγεί ο νόμος, διά να κρυφθής ή να φύγης, αν προλάβης.

Ο Πρωτόγυφτος κατελήφθη υπό αληθούς τρόμου ακούσας τας τελευταίας ταύτας λέξεις. Εγονυπέτησε δε αυτομάτως, και εξαγαγών βαλάντιόν τι εκ του κόλπου του, είπε·

— Τζάνουμ μη με φυλακώνης, αφέντη. Να και τα φλωριά οπού πήρα, τα παραδίδω εις την εξουσίαν. Δεν τα έγγιξα ακόμα, ούτε τα εμέτρησα. Μετρήστε τα, να ιδήτε αν είνε σωστά, προσέθηκεν ως να παρελάλει.

— Εγώ; είπε μετά περιφρονήσεως ο αρχηγός.

— Μα μη μου παίρνετε το κορίτσι μου, εξηκολούθησεν ο Πρωτόγυφτος, μετ' αιφνιδίας εκρήξεως φιλοστοργίας. Εγώ το αγαπώ το κορίτσι μου. Ήμουν μωρός να το πωλήσω το κορίτσι μου, το έκαμα χωρίς να θέλω. Δεν είξευρα, τζάνουμ τι μου γίνεται. Σκυλί σου είμαι, γαττί σου είμαι, αφέντη, μη μου παίρνης το κορίτσι μου.

Ειδεχθώς κωμική ήτο η σκηνή αύτη της γονυκλισίας και των ικεσιών του Γύφτου. Οι παρεστώτες δεν ηδύναντο ουδέ να γελάσωσιν, ησθάνοντο δε οίκτον και αποστροφήν. Ο αρχηγός έμεινεν άκαμπτος και δεν απήντησεν εις τας τελευταίας ικευτικάς λέξεις. Ένευσε δε προς τους στρατιώτας αυτού, και ούτοι απήγαγαν την Αϊμάν χωρίς αύτη να δύναται ν' αντιστή. Ο Μάχτος ησθάνθη νέον σπαραγμόν, ότε είδε την νέαν απαχθείσαν, αλλ' ουδέν ηδύνατο να πράξη. Άλλως δε τω επήνεγκε παραμυθίαν τινά και ελπίδα η τελευταία αύτη σκηνή. Ότε ο αρχηγός μετά των στρατιωτών εξήλθον εκ του παραπήγματος απάγοντες την νέαν, τα μεν άλλα πρόσωπα της σκηνής έμειναν ακίνητα, ο δε Μάχτος ως να ειλκύετο υπό αοράτου ηλεκτρικής δυνάμεως εξήλθε κατόπιν της συνοδείας και ηκολούθησεν αυτήν χωρίς να διστάση. Τούτο δε έπραξεν όλως αυθορμήτως, και άνευ προμελέτης, ως εφαίνετο. Μετ' ολίγας στιγμάς και άλλο πρόσωπον εξήλθεν εκ του καπηλείου και ηκολούθησε κατόπιν του Μάχτου. Ήτο ο Σκούντας. Ούτος, τουναντίον προς τον νεαρόν Αθίγγανον, εφαίνετο ότι έπραττε βεβουλευμένως. Εβάδισαν επί τινα ώραν. Η συνοδεία προεπορεύετο. Ο Μάχτος είπετο δεκαπέντε βήματα όπισθεν, ο δε Σκούντας εβάδιζεν άλλα πεντήκοντα βήματα κατόπιν αυτού. Έφθασαν δε μετ' ολίγον εις την κατοικίαν του αρχηγού, και οι στρατιώται μετά της Αϊμάς ανέβησαν εκείσε, ο δε Μάχτος έμεινε διστάζων κάτωθεν του οίκου. Ο δε Σκούντας εκρύπτετο, και είχε σταθή κατασκοπεύων όπισθεν του τοίχου.

Προ μιας μόλις ώρας εις την οικίαν ταύτην είχε συμβή το εξής. Άνθρωπός τις επαρουσιάσθη και έκρουσε την θύραν. Ανοιχθείσης ταύτης εισήλθε και εύρε τον κάτοικον της οικίας, όστις ήτο εκατόνταρχος, και διώκει την εν τω τόπω στρατιωτικήν δύναμιν. Ούτος έδειξε μέγιστον σέβας προς τον επισκέπτην του, ευθύς ως τον είδε.

— Τι διατάττει ο &άρχων&; είπε. Πώς ευρέθη εδώ;

— Φίλε μου, θέλω την συνδρομήν σου, είπεν ο επισκέπτης.

— Ορισμός σας.

— Συνέβη κάτι.

Και διηγήθη με δυο λέξεις ο επισκέπτης τα πρό τινων στιγμών συμβάντα εν τω χαλκείω, ως και άλλην τινά λεπτομέρειαν, ην έκρινεν εύλογον ν' ανακοινώση προς τον εκατόνταρχον. Ούτος δε τον ήκουσε μετά περιεργείας.

— Και τώρα τι μέλλει να γείνη; είπεν.

— Έχεις στρατιώτας αρκετούς; είπεν ο &άρχων&.

— Εδώ έχω πέντε ή έξ. Κοιμώνται.

— Αφύπνισέ τους.

Ο εκαντόταρχος προσεκάλεσε διά παλαμοκρουσίας τον υπηρέτην του, και μετεβίβασεν αυτώ την διαταγήν του άρχοντος. Εντός ολίγων στιγμών οι τέως υπνώττοντες στρατιώται ήσαν όρθιοι και έτοιμοι. Εν τω μεταξύ ο άρχων έλεγεν·

— Αυτοί θα είνε εδώ σιμά. Νομίζω, μετέβησαν προς εκείνο το μέρος, είπε δείξας την παραλίαν.

— Πιστεύω.

— Όπως και αν έχη, δεν δύνανται ν' απομακρυνθώσι πολύ. Δύνασαι να τους φθάσης;

— Δύναμαι.

— Αν εύρης την νέαν μεμονωμένην, άρπασέ την, και μη φροντίζης πλέον διά τους άλλους.

— Καλώς.

— Αν την εύρης περικυκλωμένην, σκόρπισέ τους και απείλησον ολίγον τον Πρωτόγυφτον. Ύστερον παράλαβε την νέαν και φύγε.

— Πού να την οδηγήσω;

— Εδώ θα σας περιμένω.

— Καλώς έχει.

Και ο εκατόνταρχος τεθείς επί κεφαλής της εξανδρίας, ανεχώρησε προθυμότατος εις την αποστολήν ταύτην. Αποτέλεσμα των οδηγιών, ας είχε δώσει αυτώ ο άρχων, ήτο η σκηνή ην ανωτέρω διηγήθημεν, καθ' ην ο εκατόνταρχος παρέστησε τοιούτον μέρος, ώστε να εμπνεύση τρόμον εις τον Πρωτόγυφτον, να καταπτοήση τους άλλους πάντας και να αρπάση την Αϊμάν εκ των χειρών αυτών.

Ο μόνος, όστις αν δεν εκέρδησέ τι, δεν εζημιώθη τουλάχιστον εκ της σκηνής ταύτης, ήτο ο Τρανταχτής. Ο φίλος ούτος είχε προς τοις άλλοις το σπάνιον προτέρημα να μη αποβάλλη ευκόλως την αταραξίαν εις τας δυσκόλους περιστάσεις. Ο μπάρμπα Κατούνας, ότε είδε τα πράγματα στενά, καθ' ην στιγμήν είχεν εισέλθει εις το καπηλείον ο εκατόνταρχος μετά των υπ' αυτόν ανδρών, δεν έχασε καιρόν. Έρριψε τελευταίον τεθλιμμένον βλέμμα εις τα πράγματά του και ετράπη εις φυγήν, εγκαταλιπών εις την διάκρισιν του εχθρού τα βαρέλια, τας φιάλας, τα ποτήρια και προ πάντων το συρτάριον, όπου είχε τας πενιχράς εισπράξεις του. Μετ' αυτόν εξήλθον αμοιβαδόν ο εκατόνταρχος και οι στρατιώται άγοντες την Αϊμάν, είτα ο Μάχτος και ο Σκούντας, είτα ο Πρωτόγυφτος, ο Βούγκος και οι λοιποί. Πάντες ούτοι ούτ' είχον παρατηρήσει την λαθραίαν εξαφάνισιν του Κατούνα, ούτε ηδύναντο να υποπτεύσωσιν αυτήν. Αλλ' ο ημέτερος φίλος Τρανταχτής είχε συνήθειαν να παρατηρή πάντοτε τα συμβαίνοντα, και ουδεμία λεπτομέρεια διέφευγε την προσοχήν αυτού. Άλλως δε και αν ήτο αφηρημένος, ήθελεν ευκόλως παρατηρήσει ότι είχεν απομονωθή, μετά την έξοδον των λοιπών προσώπων.

Ότε λοιπόν είδεν εαυτόν μόνον εν τω καπηλείω, εγέμισε δύο φιάλας οίνον, έθεσεν αυτάς εις τα ευρύχωρα θυλάκια του επενδύτου του, είτα ήνοιξε το συρτάριον του Κατούνα, εύρεν εκεί κέρματά τινα, την πώλησιν όλης της ημέρας, μη υπερβαίνουσαν δύο δραχμάς του παρ' ημίν νομίσματος, εμέτρησεν αυτά, τα έθεσεν εις τον πυθμένα του θυλακίου του, έσβεσε τον λύχνον και εξελθών έκλεισε την θύραν και έγεινεν άφαντος.

ΜΕΡΟΣ Β'.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

Ιστορική παρέκβασις.

Στάδια τινα μακράν της Σπάρτης εκείτο το &Πληθώνειον& άντρον, εν ώ κατώκει ο Γεώργιος Γεμιστός, ο μετονομασθείς &Πλήθων&, ου το κλέος ευρύ τότε ανά πάσαν την Ελλάδα.

Ο Γεώργιος Γεμιστός ήτο ο οψιγενής Έλλην πλατωνικός του ιε' αιώνος, ο ονειροπολήσας να αρχίση εκ νέου κατά τον χρόνον εκείνον το έργον του Ιουλιανού, ο μετά τον Παραβάτην δεύτερος Παραβάτης. Ο Γεώργιος Γεμιστός ήτο ανήρ σοφώτατος και πολυμαθέστατος. Ήτο τόσον ανώτερος του χρόνου καθ' ον έζη, όσον η αρχαία εποχή ήτο ανωτέρα της τότε αθλίας εποχής, και όσον η αθλία εκείνη εποχή ήτο ουχ ήττον ανωτέρα της σήμερον απροσδιορίστου εποχής.

Αλλά παρά πάσαν την σοφίαν και πολυμάθειαν αυτού ο Γεώργιος Γεμιστός ήμαρτε, και ήμαρτε λίαν αδικαιολογήτως. Διότι εφαντάσθη ότι ήτο δυνατόν να επανορθώση θεσμούς και ήδη ταφέντα εσαεί και κείμενα υπό την σεσωρευμένην σκωρίαν του χρόνου.

Ο Γεώργιος Γεμιστός επεθύμει ουδέν ήττον ή να επανιδρύση εις την Ελλάδα την αρχαίαν θρησκείαν, την λατρείαν του Διός, της Ήρας, της Αθηνάς, της Αφροδίτης και των άλλων της αρχαιότητος θεών. Και όμως ήτο ευφυής, και ηδύνατο να προΐδη ότι η θρησκεία του Χριστού δεν ηδύνατο να αντικαταστή δι' άλλης θρησκείας, πλην της ελλείψεως πάσης θρησκείας, όπως και συνέβη επί των ημερών ημών.

Αλλ' όπως εγκαταλίπωμεν ταχέως τα ολισθήματα ταύτα της γραφίδος, άτινα ημείς πρώτοι αποκηρύττομεν, ανάγκη να περιορισθώμεν εις όσα έχουσι στενήν σχέσιν προς την ημετέραν ιστορίαν, και καταλείπομεν εις την ιστορικήν κριτικήν, εις ην ουδεμίαν έχομεν εμπιστοσύνην, πάσαν εκτίμησιν των γεγονότων. Το καθ' ημάς, θ' αρκεσθώμεν εις την περιγραφήν των προσώπων και των πραγμάτων, όπερ είνε στενώς και ακριβώς το ημέτερον έργον.

Ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων κατώκει εν τω Πληθωνείω άντρω όπερ είχε φροντίσει να παρασκευάση ευαρμόστως προς τας αρχαίας ελληνικάς παραδόσεις. Είδωλα και ξόανα θεών, τα μόνα άτινα είχον διασωθή εκ της φανατικής μανίας των μοναχών, σύμβολα και εμβλήματα αρχαία, βωμοί, θυμέλαι, θύρσοι, γλαύκες, ουδέν εκ των κλασσικών εμβλημάτων έλειπεν εκ του άντρου του Πλήθωνος. Οσάκις απεσύρετο ούτος εις το άντρον, επεθύμει να έχη πάσας ταύτας τας μυστικάς ψυχαγωγίας, αίτινες έτερπον το πνεύμα αυτού. Το λοιπόν του χρόνου διήγε περιπλανώμενος ανά την Ανατολήν, όπου είχεν οπαδούς και θαυμαστάς ικανούς, διότι οι λόγιοι του καιρού εκείνου ηλαύνοντο υπό παραδόξου οργασμού, και ή εγίνοντο οπαδοί των δοξασιών του Πλήθωνος, ή ενεκολπούντο τα δόγματα της Ρώμης. Οφείλομεν όμως, προς αποφυγήν μείζονος απαισιοδοξίας, ν' αναγνωρίσωμεν ότι, μόνον μετά την άλωσιν της βασιλευούσης, έπεσον οι πλείστοι των λογίων το έσχατον τούτο οικτρόν πτώμα. Πρότερον είχον αντίσχει οι πλείστοι κατά του πειρασμού. Και όμως πόσα ελεεινά πτώματα!

Παράδοξος βεβαίως και αλλόκοτος η εποχή εκείνη, καθ' ην, όπως διατηρήση τις την ελευθερίαν του να φαντάζηται και ν' αναμιμνήσκεται, ή να συρράπτη έωλα πολλάκις και σχολαστικά εξαγόμενα επιπόνων ερευνών, ώφειλε πρώτον να υποδουλώση εσαεί την δύναμιν του να σκέπτηται και να φρονή. Και όμως πλείστοι ηρκέσθησαν εις τον πενιχρόν εκείνον διανοητικόν βίον. Αλλ' ουχ ούτω και ο Γεώργιος Γεμιστός.

Ούτος είχε λίαν παράβολον πνεύμα και ηγωνίζετο καθ' άπαντα τον βίον αυτού να εξέλθη εκ της στενής σφαίρας εν η έζη. Προς τούτο δ' εφεύρεν αλλόκοτα ψυχαγωγήματα, οία ουδ ηδύνατό τις να φαντασθή κατ' εκείνον τον χρόνον.

Εν των ψυχαγωγημάτων τούτων συνίστατο εις τα μυστήρια, ά ετέλει εν τω άντρω κατά καιρούς ο Πλήθων. Τα μυστήρια ταύτα ήσαν κατά μίμησιν των αρχαίων μυστηρίων, ήσαν αλλόκοτοι τελεταί, αίτινες ευλόγως ενεποίουν κακήν εντύπωσιν εις τους χωρικούς των περιχώρων. Και δεν ήσαν μεν πολλοί θεαταί των τελετών τούτων, αλλ' η φήμη αυτών παρείχεν απαισιωτέραν φήμην, και καθίστα αυτά φοβερώτερα ή όσον πράγματι ήσαν. Δικαίως άρα ο Γεώργιος Γεμιστός εφημίζετο ως μάγος εις τα περίχωρα. Και όμως ο ανήρ ούτος είχεν ευεργετήσει όλην την Πελοπόννησον. Τους υπ' αυτού συνταχθέντας νόμους πάντες οι νεώτεροι ιστορικοί ευδοκούσι να μνημονεύωσιν ως ωφελίμους και χρηστούς. Είχεν ευεργετήσει τον λαόν της Πελοποννήσου, και όμως είχε κακήν φήμην. Ας φαντασθή τις πόσον χείρονα φήμην θα είχεν αν είχε πράξει κακόν, ή αν ουδενός ωφελήματος είχε γείνη αίτιος εις τους συμπολίτας του.

Ο Γεώργιος Γεμιστός, προς τοις άλλοις αυτού ελαττώμασι, είχε και έν ελάττωμα άγνωστον και ανήκουστον κατ' εκείνον τον χρόνον. Ήτο είς εκ των ολιγίστων, οίτινες είχον συνείδησιν του εθνισμού, η καρδία του εφλέγετο υπό φιλοπατρίας. Είχεν αναμιχθή εις τα πολιτικά της εποχής, και συνεβούλευσεν εκάστοτε τα βέλτιστα εις τους εν τη αρχή. Ήτο δε και ο μόνος όστις κατώρθωσε να μαντεύση πού έκειτο η σωτηρία. Πάντες οι σύγχρονοι αυτού ήσαν υπέρ των άκρων. Οι μεν ήθελον την εσχάτην κατά της Ρώμης αντίστασιν και την απεγνωσμένην υποδούλωσιν εις τους Αγαρηνούς. Οι δε επεθύμουν την οικονομικήν αναγνώρισιν του πρωτείου του Πάπα, την διά προχείρων φαρμάκων θεραπείαν της μονομανίας ταύτης ήτις έβοσκε τους δυτικούς, και συνάμα τον μυκτηρισμόν αυτής, ελπίζοντες πρόσκαιρον σωτηρίαν διά του μέσου τούτου. Αλλ' ο Πλήθων, νέος έτι, πολλά έτη προ της αλώσεως, είχεν υποβάλει τέλειον σύστημα πολιτικής και στρατιωτικής ανοργανώσεως, όπερ αν ελαμβάνετο υπ' όψει, και αν ήτο δυνατόν να εκτελεσθή, ήθελε προλάβει ίσως την πεπρωμένην καταστροφήν, ήτις έμελλε να επέλθη λήγοντος του Μαΐου του έτους αυνγ'.

Είς των μαθητών του Πλήθωνος και οπαδών των δογμάτων αυτού ήτο και ο καρδινάλιος Βησσαρίων. Ο ευφυέστατος ούτος και πολυγραφώτατος της εποχής εκείνης συγγραφεύς δεν ηδυνήθη ν' αντιστή εις τον πειρασμόν, ότε συνέβη η εν Φλωρεντία σύνοδος του έτους αυμγ'. Τετρακόσιοι και πλέον ανατολικοί επίσκοποι είχον μεταβή εις την σύνοδον ταύτην και μετ' αυτών ο Βησσαρίων. Οι αγαθοί ούτοι άνθρωποι, μετά του βασιλέως Ιωάννου του Παλαιολόγου, ενόμισαν καλόν, προς αποφυγήν μακρών δογματικών συζητήσεων, υφ' ων αντήχουν τα όρη και τα πελάγη επί ένδεκα αιώνας, ενόμισαν, λέγω, καλόν να υπογράψωσιν ασυζητητεί τον τόμον εκείνον, δι' ου οι επίσκοποι της Ανατολής ανεγνώριζον το πρωτείον του Πάπα, όπερ εδόθη παρά του Ιησού Χριστού εις τον Πέτρον, και μετέβαινε πάντως και εις τους διαδόχους αυτού. Κατά την παράδοσιν, είς μόνος επίσκοπος αντέστη και ηρνήθη διαρρήδην να υπογράψη, ο Εφέσου Μάρκος, ο επικαλούμενος Ευγενικός. Ο διδάσκαλος Αθανάσιος ο Πάριος, εκκλησιαστικός συγγραφεύς ακμάσας εν αρχή της ενεστώσης εκατονταετηρίδος, λέγει περί του Μάρκου τούτου του Ευγενικού, ότι είνε ουχί μόνον ίσος προς τους Βασιλείους και Χρυσοστόμους, αλλά πολλώ ανώτερος αυτών.

Διότι εκείνοι μεν εν μέσω πολλών ομοφρόνων εκήρυττον τα ορθόδοξα δόγματα. Ούτος δε μόνος προς πολλούς ηδυνήθη να αντιστή εις τας υπερφιάλους αξιώσεις της παπωσύνης, εγκαταλειφθείς δε, κατά τον ψαλμωδόν, παρά γονέων και αδελφών, δεν απέβαλε το θάρρος, αλλά κατέρριψε την «δυτικήν οφρύν» κατά τον πολύν Φώτιον. Όσοι επιθυμούσι πλείονας πληροφορίας περί τούτου παραπέμπονται εις το σύγγραμμα του ειρημένου Αθανασίου του Παρίου το επιγραφόμενον «Ο Αντίπαπας».

Τινές δε των ζωγράφων της Ανατολικής Εκκλησίας εφιλοτιμήθηοαν να ζωγραφήσωσι τον Μάρκον τον Ευγενικόν καθήμενον επί του αρχιερατικού θρόνου, βαστάζοντα το ιερόν ευαγγέλιον και την ποιμαντικήν ράβδον, και παρά τους πόδας αυτού κείμενον τον Πάπαν Νικόλαον, ου η τιάρα πεπτωκυία από της κεφαλής κυλινδείται υπό τους πόδας του Μάρκου. Ο αυτός Πάπας, κατά τον ειρημένον Αθανάσιον τον Πάριον, εκ συγγραφέων της ιε' εκατονταετηρίδος ερανιζόμενον τας πληροφορίας αυτού, ότε είδε την υποταγήν μεν των λοιπών επισκόπων, αλλά την άκραν και ισχυρογνώμονα αντίστασιν του Εφέσου Μάρκου, ηναγκάσθη να είπη· «Νίχιλ φέτσιμους». &Ουδέν εποιήσαμεν&. Ως φαίνεται, επιθύμει ο Πάπας ίνα πάντες ανεξαιρέτως οι επίσκοποι υπογράψωσι την παραδοχήν των δογμάτων της Ρώμης, και μηδείς μείνη αμφίβολος.

Δύσκολον τω όντι ζήτημα προτείνεται εις την προσοχήν του μελετητού της Ιστορίας. Και αν υπήρχον εν τη συνόδω εκείνη δευτερεύοντα τινα και τριτεύοντα πρόσωπα φρονούντα τα αυτά προς τον μητροπολίτην της Εφέσου, οίος ο μετέπειτα πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γεώργιος ο Σχολάριος και άλλοι, πάλιν το ζήτημα μένει ακέραιον. Οι επίσκοποι της Ανατολής υπέγραψαν σύμπαντες τον όρον της παπικής συνόδου. Αλλ' αντιπροσώπευον οι άνδρες εκείνοι τας θρησκευτικάς δοξασίας του ελληνικού λαού, ή όχι; Εάν ναι, διατί ο λαός ο ελληνικός δεν απεδέχθη τα υπ' αυτών εψηφισμένα; Εάν όχι, τι παθόντες υπέγραψαν δόγματα, ά δεν είχον εντολή να παραδεχθώσιν; Αλλ' ίσως έπραξαν τούτο οικονομικώς, όπως αναπαύσωσι το θηρίον, και αύτη είνε η πιθανωτέρα λύσις, ην δύναταί τις να εύρη αναγινώσκων τα χρονικά της εποχής εκείνης και διαπορών. Διότι είνε γεγονός πασιφανέστατον, ότι ο ελληνικός λαός και μετά την υπογραφήν του αστόργου και παρανόμου εκείνου όρου έμεινεν ειπέρ ποτε ορθόδοξος.

Είς των υπογραφόντων τον όρον ήτο και ο Βησσαρίων. Ο άνθρωπος ούτος έκρινεν, ως φαίνεται, εντιμότερον δι' εαυτόν να είνε μάλλον καρδινάλιος της Ρώμης ή μητροπολίτης της Ανατολικής Εκκλησίας. Όθεν μετά την υπογραφήν του τόμου της ενώσεως έμεινεν εν Ρώμη και δεν επανήλθεν εις την Ανατολήν. Και όμως είχεν άδικον. Ηδύνατο να επανέλθη ως επανήλθον οι άλλοι επίσκοποι, και η υπογραφή αυτού να λογισθή άκυρος παρά τω ελληνικώ λαώ, αν επανήρχετο, οία ελογίσθη και μη επανελθόντος αυτού και των άλλων των επανελθόντων.

Παιδαριώδους βεβαίως πανουργίας τέχνασμα πρέπει να ήτο το πραξικόπημα τούτο, αν ήτο όντως τέχνασμα. Οι ανατολικοί, εν τη αφελεί αυτών πονηρία, τι ενόμιζον άρα, ότι ηδύναντο να πείσωσι τους δυτικούς περί της ειλικρινείας των; Αλλ' οι εν Ρώμη ήσαν αείποτε πονηρότεροι των εν Κωνσταντινουπόλει, και δεν επείθοντο ουδέ διά των ψηλαφητών τεκμηρίων. Οι εν Ρώμη ήσαν δυσπιστότεροι και του Θωμά αυτού, και δεν επίστευον ουδέ τα αναμφηρίστως αποδεδειγμένα.

Μάρτυς τούτου αυτός ο καρδινάλιος Βησσαρίων, όστις επί ήμισυ αιώνα ηγωνίζετο ματαίως να εμπνεύση εμπιστοσύνην εις τους συναδέλφους αυτού. Τούτο αποδεικνύει ότι πρέπει να μένη τις εν τη τάξει εν η ευρέθη απ' αρχής, όσον ταπεινή και πενιχρά και αν φαίνεται αύτη, αιρετωτέρα δε είνε αείποτε η έντιμος ευτέλεια της αδόξου και κομώσης πολυτελείας και τρυφής.

Ουδέν πλεονέκτημα δύναται να ισοφαρίση ποτέ το αίσχος του αυτομόλου και του δραπέτου. Η φιλοπατρία του καρδιναλίου Βησσαρίωνος και οι συνεχείς αυτού και καρτερικοί αγώνες, ους ηγωνίσθη όπως πείση τους εν τη εσπερία να έλθωσιν επίκουροι ημών κατά τον βαθύν εκείνον και σκοτεινόν μεσαίωνα, η παιδεία και η πολυμάθεια αυτού, η εγκράτεια και σωφροσύνη του βίου, το μακρόν μαρτύριον όπερ υφίστατο έξωθεν μεν εκ της δυσπιστίας και ψυχρότητος των περί αυτόν, έσωθεν δε εκ των ελέγχων της ιδίας αυτού συνειδήσεως ουδέν δύναται να εκπλύνη το άγος του εξωμότου. Το μόνον όπερ ηδύνατο εν μέρει ν' αναπαύη την κεκμηκυίαν ταύτην συνείδησιν, ήτο η ενδόμυχος αυτού πεποίθησις, ή μάλλον η ένδεια πάσης πεποιθήσεως χριστιανικής. Ο καρδινάλιος Βησσαρίων, ιεράρχης δύο χριστιανικών εκκλησιών εξ υπαμοιβής, ουδεμίαν είχεν εις τον χριστιανισμόν πίστιν. Τούτο εμφαίνεται έκ τινων αποσπασμάτων επιστολών αυτού προς τον φιλόσοφον Πλήθωνα, ου ήτο μαθητής και οπαδός.

Εν τούτοις ο Πλήθων τουλάχιστον καθ' έν τι αλλά σπουδαίον επλεονέκτει του Βησσαρίωνος. Δεν υπηρέτει την εκκλησίαν ην επολέμει, ουδέ μεθίστατο από εκκλησίας εις εκκλησίαν εις μηδετέραν τούτων ανήκων. Ήτο ελεύθερος, και ουδεμία υλική υποχρέωσις συνέδεεν αυτόν προς το πνευματικόν καθεστώς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

Το άντρον.

Ο Γεώργιος Γεμιστός είχε φροντίσει ίνα μετακομισθώσι αγάλματά τινα σωζόμενα εν τοις ερειπίοις της αρχαίας Σπάρτης, τα μόνα άτινα είχον σεβασθή οι αιώνες και οι βάρβαροι, και είχεν ηυπρεπισμένην την κατοικίαν αυτού ελληνικώ τω τρόπω. Εις τους αγρότας των περιχώρων ήτο απηγορευμένη η είσοδος. Οι αγαθοί ούτοι άνθρωποι εσκανδαλίζοντο βλέποντες τα δαιμονικά εκείνα πράγματα, και εσταυροκοπούντο αφθόνως. Και όμως τόση ήτο η περιέργεια, ήτις ηρέθιζεν αυτούς, ώστε μεθ' όλον τον φόβον και την αποστροφήν ην ησθάνοντο, προέβαλλον δειλώς τας μορφάς έξω της εισόδου, οσάκις διέβαινον πλησίον εκεί όπως ίδωσι τι συνέβαινεν εντός. Μάλιστα αι γυναίκες υπέκειντο εις τον πειρασμόν τούτον. Εφαντάζοντο ότι θα έβλεπαν εκεί μαύρα τριχώματα, ουράς και άλλα τοιαύτα προσόντα, οία η χριστιανική φαντασία και τέχνη απέδιδεν εις τον πονηρόν δαίμονα. Αλλ' η περιέργεια αυτών δεν εκορέννυτο. Ουδέν το σατανικόν έβλεπον εις το αρχαϊκόν εκείνο ενδιαίτημα. Εις το πρώτον χώρισμα ήτο το μελετητήριον και ο κοιτών του φιλοσόφου, εις το δεύτερον υπήρχον αγάλματά τινα, είς βωμός και άλλα σύμβολα, ακατανόητα μεν, αλλ' ουδέν τα απαίσιον έχοντα. Ούτω δε αι περίεργοι απεμακρύνοντο εκείθεν, μηδεμίαν μεν αληθή πληροφορίαν αποκομίζουσαι, αλλ' όμως φέρουσαι εναύσματα προς διήγησιν μεγεθοποιημένων και φασματωδών πλασμάτων εις τας φίλας και γνωρίμους αυτών. Επί τέλους ο Πλήθων ηναγκάσθη ν' απαγορεύση την προσέγγισιν του τυχόντος, και ουδείς ηδύνατο να πατήση τα σύνορα αυτού. Την εκτέλεσιν της διαταγής ταύτης ανέθηκεν εις στρατιωτικόν σταθμόν κείμενον ου μακράν του σπηλαίου. Ο δεσπότης της Πελοποννήσου και πάσα άλλη αρχή ουδέν ηδύνατο ν' αποποιηθή εις τον Πλήθωνα, όστις ιδιώτευε μόνον διότι ούτω ήθελεν. Άλλως όμως είχε μεγίστην πολιτικήν σημασίαν εν τω τόπω.

Είνε αληθές ότι δεν είχεν εις τι να μεταχειρισθή αυτήν. Έβλεπε το μοιραίον τέλος επικείμενον και προσεγγίζον οσημέραι, ουδεμίαν δε είχε δύναμιν όπως αποτρέψη αυτό.

Ο Πλήθων εμόναζεν από μακρού χρόνου εν τω άντρω αυτού και δεν είχε σκοπόν να εξέλθη εκ της προσφιλούς αυτώ ησυχίας. Εν τούτοις η ησυχία αύτη διεκόπτετο από καιρού εις καιρόν δι' επισκέψεων ξένων τινών ή εντοπίων λογίων, οίτινες ήρχοντο να συζητήσωσι μετά του διδασκάλου τα αιωνίως άλυτα εκείνα ζητήματα, τα άψαυστα και συγκεχυμένα, άτινα έχουσι την ιδιότητα όσον πλειότερον τα κινεί τις, τόσον αδρανή να μένωσι, και όσον μάλλον επιμόνως ζητή τις να τα διαφωτίση, τόσον να καθίστανται σκοτεινότερα.

Είς τοιούτος επισκέπτης ήλθεν άπαξ πρότινος χρόνου και εύρε τον Πλήθωνα εις το αναχωρητήριόν του. Ο οδοιπόρος ούτος έφερε το καλογηρικόν ένδυμα και είχεν ήθος ταπεινόν και χριστιανικόν. Επαρουσιάσθη εις τα πρόθυρα του αναχωρητηρίου και εζήτησε την άδειαν να επισκεφθή τον Πλήθωνα. Ο Θεόδωρος παρουσιασθείς παρετήρησεν αυτόν μετά περιεργείας. Διότι εγίνωσκεν ότι ο κύριός του είχε προ πολλού διακόψει πάσαν προς τους μοναχούς σχέσιν και ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην ετόλμα άνθρωπος φορών ράσον να παρουσιασθή όπως ζητήση συνέντευξιν μετά του Πλήθωνος.

— Και τι τον θέλεις; ηρώτησεν ο Θεόδωρος αποτόμως.

— Θέλω να τω ωμιλήσω, απήντησε μετά συστολής ο ξένος.

— Τι έχεις να το είπης;

Ο ξένος εκίνησε τους ώμους.

— Έχεις βεβαιότητα ότι θα σε δεχθή; επέμεινεν ο Θεόδωρος.

— Ειπέ του ότι τον ζητεί ένας, ο όποιος έχει κάτι να του ειπή.

Ο Θεόδωρος εδίσταζεν. Ο ξένος δεν είπε τι προς αυτόν, αλλ' η στάσις του ενέφαινεν αξιοπρεπή επιμονήν.

— Και ποίος να είπω ότι τον ζητεί; ηρώτησεν ο Θεόδωρος.

— Είς μοναχός, δούλος του Θεού του αληθινού, όστις έχει σπουδαία να τω είπη.

Εν τούτοις αυτό δεν είνε το όνομά σου, παρετήρησεν ο Θεόδωρος.

— Αυτό το όνομα αρκεί εις εμέ, είπεν ο ξένος.

— Αλλά θα αρκέση τάχα εις τον κύριόν μου;

— Δοκίμασε, είπεν ο ξένος.

— Δεν ειμπορώ, χωρίς να μοι είπης το όνομά σου.

Ο ξένος εξέβαλε τότε εκ του κόλπου του χαρτοφυλάκιόν τι, και εχάραξε μίαν μόνην λέξιν επί τεμαχίου χάρτου.

— Δος αυτό εις τον κύριόν σου, είπε, και αν θέλη να με δεχθή, καλώς.

Ο Θεόδωρος έλαβε το πιττάκιον, αλλά δεν εγίνωσκε γράμματα και δεν ηδύνατο ν' αναγνώση την υπό του μοναχού γραφείσαν λέξιν. Εν τούτοις ηναγκάσθη να μεταβιβάση το τεμάχιον του χάρτου προς τον Πλήθωνα. Ο φιλόσοφος δεν ηδυνήθη να καταπνίξη αίσθημά τι συγκινήσεως, ότε ανέγνω την λέξιν εκείνην. Ήτο δε αύτη γεγραμμένη μονογραφικώς και συντετμημένως, κατά την συνήθειαν του καιρού εκείνου, και έλεγε: «Γ. Σχολάριος».

Ήτο το όνομα του ασπόνδου και θανασίμου εχθρού του Γ. Γεμιστού. Τι παθών άρα ο Γεώργιος ούτος ο Σχολάριος ήλθε να επισκεφθή τον Πλήθωνα; Ο φιλόσοφος εις μάτην διελογίζετο. Δεν ηδύνατο να λύση το αίνιγμα τούτο.

Εν τούτοις δεν εδίστασε να δώση διαταγήν προς τον υπηρέτην του, όπως εισαγάγη παρ' αυτώ τον επισκέπτην.

Ειπέ του να έλθη, είπεν ησύχως. Ο Θεόδωρος υπήκουσεν.

Ο Πλήθων μεθ' όλην την φιλοσοφίαν του, δεν ηδύνατο να υπερνικήση προλήψεις τινάς, αίτινες εσώζοντο παρ' αυτώ από του χρόνου, καθ' ον ήτο άνθρωπος μόνον και δεν είχε γείνει ακόμη φιλόσοφος. Ούτω μείνας μόνος μετά την έξοδον του υπηρέτου εφρόντισε να κλείση την εσωτερικήν θύραν του ευρυχώρου άντρου, να σύρη τα παραπετάσματα και να καταστήση αόρατα εις τους οφθαλμούς του Γεωργίου Σχολαρίου τα παρ' αυτού λατρευόμενα. Ούτος δε, ως εισήλθε, παρά πάσαν την ταπεινότητα του ήθους αυτού, το πρώτον βλέμμα διηύθυνε προς τα επιπροσθούντα παραπετάσματα, και ματαίως προσεπάθει να διίδη διά του πυκνού υφάσματος τι έκρυπτον ταύτα.

Ο Πλήθων ηγέρθη και έδειξεν έδραν προς τον επισκέπτην. Αντήλλαξαν δε τότε και οι δύο ούτοι άνδρες βλέμμα απερίγραπτον.

Καλώς ήλθες, είπε μετά βεβιασμένης προθυμίας ο Πλήθων. Παράδοξον μοι φαίνεται πώς ευρέθης εδώ.

Έκαμα περιοδείαν εις την Πελοπόννησον, απήντησεν ο Σχολάριος. Επειδή επλησίασα εις τα χώματά σου, εφαντάσθην ότι δεν ήθελες μοι αρνηθή την φιλοξενίαν σου δι' ολίγην ώραν.

— Και διά πολλήν, είπεν ο Γεμιστός.

Ο Σχολάριος εκάθισε και περιέμενε να λάβη ο οικοδεσπότης τον λόγον. Παρήλθον στιγμαί τινες.

— Από πολλού χρόνου δεν έχομεν ιδεί αλλήλους, είπεν ο Γεώργιος Γεμιστός.

— Τω όντι, είπεν ο Σχολάριος. Δεν ήλθες εις την βασιλεύουσαν Πόλιν.

— Εγώ; Τι να πράξω εκεί; Είμαι ερημίτης, είπε ο Πλήθων.

— Όλοι ερημίται είμεθα, είπεν ο Σχολάριος.

— Εγώ δεν αναμιγνύομαι πλέον εις τα κοινά.

— Καλώς πράττεις.

— Ασχολούμαι εις μελέτην και συγγραφήν μόνον, είπεν ο Πλήθων.

— Και θα ωφελήσης ούτω το έθνος, διδάσκαλε, είπεν ο Σχολάριος.

Ο Γεμιστός τον εθεώρησε με βλέμμα πλήρες δυσπιστίας.

— Αλήθειαν λέγω, είπεν ο Σχολάριος. Μη έχης προκατάληψιν, ω Πλήθων.

— Και όμως.., είπεν ο Γεμιστός μετά δισταγμού.

— Αν έγραψα κατά σου, ω Πλήθων, δεν έπραξα τούτο εκ μίσους. Ουδεμίαν έχθραν έχω κατά σου.

— Πιστεύω, είπεν ο Πλήθων.

— Εις πάντα τα ζητήματα συμφωνούμεν. Αλλ' ως προς τα θρησκευτικά, αν έγραψα κατά σου, έγραψα εκ πεποιθήσεως.

Ο Πλήθων εσίγα.

— Και πάλιν δεν περιήλθον εις την υπερβολήν, εις ην έφθασαν άλλοι. Δεν δύναμαι να παραδεχθώ ότι είσαι άθεος, ω Πλήθων, και ότι επιθυμείς να διαδώσης εις το έθνος τούτο δόγματα ολέθρια και άκαιρα όλως. Λέγω μόνον ότι είσαι ισχυρογνώμων. Δυνατόν να φρονής ότι πρέπει να λατρεύηται το θείον υπό άλλην μορφήν και δι' άλλων τύπων, ή όπως ορίζει η αγία ημών Εκκλησία. Αλλά τούτο δεν είνε λόγος όπως κηρύξης μεγαλοφώνως τα τοιαύτα δόγματα.

Ο Πλήθων ετήρει σιγήν.

— Είσαι ελεύθερος, ω Πλήθων, επανέλαβε μετά παρρησίας ο Γεώργιος Σχολάριος, είσαι ελεύθερος να δοξάζης όν τινα θεόν θέλης, ή να μη δοξάζης μηδένα. Δύνασαι να συγχέης τα φιλοσοφικά δόγματα προς τα χριστιανικά, και να ζητής διά των θεωριών του Πλάτωνος και των ερευνών του Αριστοτέλους ν' αντικαταστήσης την διδασκαλίαν του Χριστού. Δύνασαι να επιθυμής εγκαρδίως την επάνοδον της λατρείας των ειδώλων, και πάσαν την πομπήν και την συμβολικήν του αρχαίου κόσμου της πολυθεΐας. Δύνασαι προσέτι, όπερ χείρον κατ' εμέ, να πιστεύης ότι είνε ποτε δυνατόν και να πραγματοποιηθώσι τα όνειρα ταύτα. Αλλά δεν δύνασαι, δεν πρέπει, δεν είνε θεμιτόν ουδέ όσιον, το να κηρύττης τα διδάγματα ταύτα εις τον κόσμον και να προσπαθής να προσηλυτίσης άλλους εις τα υπό σου πρεσβευόμενα.

Ο Πλήθων ησθάνετο ιδρώτα περιρρέοντα το μέτωπον αυτού και δεν είχε δύναμιν ν' απαντήση προς τας λέξεις ταύτας.

— Εις τούτο μόνον διαφωνούμεν, επανέλαβε πραότερον ο Σχολάριος. Κατά τάλλα ομολογώ ότι είσαι τίμιος και γενναίος ανήρ και ουδέν κακόν επιθυμώ διά σε.

Εν τούτοις ο Πλήθων, αν και δεν ωμίλει, εσκέπτετο όμως εφ' όσον ο Σχολάριος έλεγε τανωτέρω. Εσκέπτετο ότι ο τόνος ούτος ήτο απροσδόκητος εις το στόμα του άγαν τούτου ορθοδόξου μοναχού, του κεκηρυγμένου εχθρού πάσης καινοτομίας. Ήτο απροσδόκητος διότι είχε λογικόν τι και μετριοπαθές, και δεν ωμοίαζε με τον τόνον, ον απήντα εις τα συγγράμματά του, αυτού του Σχολαρίου, εν οις είχε κατενεχθή κατά τον Πλήθωνος, όπως είχεν υπαινιχθή αρτίως ούτος. Εν τοις συγγράμμασι τούτοις ο Σχολάριος κατεφέοετο κατά του Πλήθωνος σκληρότατα και φανατικότατα. Ο Πλήθων δεν ηδύνατο να λύση το πρόβλημα τούτο, πώς ο αυτός άνθρωπος, συγγράφων μεν ήτο απότομος και υβριστής, διαλεγόμενος δε ήτο διαλλακτικός και μέτριος. Ούτω δε ο Πλήθων ηναγκάζετο να παραδεχθή, ότι πάσα εποχή, ως φαίνεται, έχει ιδιαίτερον τόνον και κοινούς τόπους επιβαλλομένους εις πάντας εν γένει τους συγγραφείς, επί ποινή αποτεφρώσεως και σκορπισμού εις τον αέρα, αν τις τολμήση να παραβή τους επιβαλλομένους κανόνας. Δύναταί τις λοιπόν να είνε άλλως μέτριος και επιεικής καθ' εαυτόν, αλλ' εις το δημόσιον δεν επιτρέπεται να μετέρχηται τοιούτον ύφος, όταν η εποχή δεν επιτρέπη τούτο. Όθεν η συγγραφική τέχνη παρά τοις «λογίοις» πολύ απέχει του να είνε έκφρασις ατομικών αισθημάτων, και η παρατήρησις αύτη του Πλήθωνος έτεινεν εις το να ψεύση εκ προκαταβολής το γνωστόν αξίωμα περιωνύμου τινός νεωτέρου φυσιοδίφου.

Εν τούτοις ο Πλήθων συνάψας τας ιδέας του είπε·

— Καλώς λέγεις, ω Σχολάριε. Αλλ' ουδαμού εκήρυξα εγώ δόγματα τοιαύτα, αν δε και εγράφη τι φιλοσοφικώτερον, δεν ήτο τούτο προωρισμένον όπως αναγνωσθή παρά του λαού. Αλλ' ας αφήσωμεν τούτο το ζήτημα, διότι μοι προξενεί κόπον.

Ο Σχολάριος συνεστάλη και εσιώπησε.

— Και είσαι απών εκ της Κωνσταντινουπόλεως από πόσου χρόνου; ηρώτησεν ο Πλήθων.

— Από έξ μηνών, είπεν ο Σχολάριος.

— Είχες περιοδεύσει εις Πελοπόννησον;

— Ναι.

— Μετέβης εις πολλάς πόλεις;

— Εις πολλάς.

— Και ποίας εντυπώσεις έλαβες;

— Αγαθάς.

— Εκ Κωνσταντινουπόλεως λαμβάνεις ειδήσεις τακτικώς;

— Ουχί τακτικώς.

— Δεν έμαθες τελευταίον ουδέν;

— Ουχί.

— Αν εξεστράτευσαν οι Τούρκοι;

— Αγνοώ.

— Μετ' απαθείας πολλής λέγεις τούτο.

— Αληθώς.

— Δεν φαίνεσαι ανήσυχος.

— Τουναντίον. Αλλ' έχω λάβει την απόφασιν.

— Ποίαν απόφασιν;

— Τούτο θα είνε η θεία δίκη, είπε μυστηριωδώς ο Σχολάριος.

— Ούτω λοιπόν ουδεμίαν ελπίδα τρέφεις; είπεν ο Πλήθων.

— Ουδεμίαν. Οι βάρβαροι μέλλουσι να κυριεύσωσι την πόλιν. Εν κεφαλίδι βιβλίου γέγραπται.

Ο Πλήθων εστέναξε.

— Δεν φρονείς και συ το αυτό;

— Ουχί, είπεν ο Πλήθων. Νομίζω ότι οι αρμόδιοι πρέπει να μη απελπισθώσι.

— Τίνες αρμόδιοι;

— Ο βασιλεύς.

— Αλλ' ο βασιλεύς ουδέν δύναται να πράξη, είπεν ο Σχολάριος.

— Διατί τούτο;

— Διότι περικυκλούται υπό ανθρώπων ανικάνων, είνε δε και αυτός αναποφάσιστος.

— Και ποία δύναται να πράξη και τα παραλείπει; ηρώτησεν ο Πλήθων μετά μεγίστης περιεργείας, διότι κατά τας πληροφορίας αυτού ο Γεώργιος Σχολάριος δεν είχε δικαίωμα να είπη τα παρ' αυτού λεγόμενα.

— Εν πρώτοις κατ' εμέ δεν πρέπει να ζητή επικουρίας, και μη σας φανή παράδοξος η γνώμη μου. Οφείλει μάλλον να συντάξη τας ιδίας αυτού δυνάμεις.

— Αλλ' έχει δυνάμεις;

— Εκ των ενόντων, είπεν ο Σχολάριος. Ο αδελφός αυτού Ιωάννης ήτο λογικώτερος. Εζήτει μεν επικουρίας, αλλά τουλάχιστον προσεχώρει εις την ένωσιν. Ο νυν βασιλεύς και επικουρίας ζητεί και την ένωσιν αποκρούει.

— Και ηδύνασο συ να συμβουλεύσης την ένωσιν; είπεν ο Πλήθων.

— Άπαγε, ουδ' αν μίαν ημέραν μέλλω να ζήσω.

— Τότε διατί κατακρίνεις τον βασιλέα;

— Δεν τον κατακρίνω διά τας πεποιθήσεις του, τον κατακρίνω μόνον, διότι τα παρ' αυτού εκλεγόμενα μέσα αντίκεινται προς τον επιδιωκόμενον σκοπόν.

— Ορθώς λέγεις, είπεν ο Πλήθων. Αλλά δύναται να εύρη δυνάμεις αρκούσας;

— Δύσκολον, αλλ' ουχί αδύνατον. Αρκεί να εύρη χρήματα. Εις την Ευρώπην και εις την Ασίαν υπάρχουσι μυριάδες μισθοφόρων, οίτινες δύνανται να υπηρετήσωσιν.

— Αλλά και η δύναμις των μισθοφόρων θα είνε ξένη, είπεν ο Πλήθων, οποία θα είνε και η επικουρική. Εκατέρα τούτων πρόσκαιρος. Δεν έχει ούτω;

— Λέγε.

— Ο δε βασιλεύς χρήζει δυνάμεως σταθεράς και παραμενούσης, διότι σταθερός και παραμένων είνε και ο απειλούμενος κίνδυνος.

— Αληθές.

— Διά προσκαίρου άρα δυνάμεως δεν δύναται ο βασιλεύς ν' απωθήση τον κίνδυνον τούτον ή προσκαίρως μόνον.

— Ορθώς.

— Και οψέποτε θα πέση η πόλις.

— Θα πέση όταν έλθη η &προεγνωσμένη& ώρα, είπεν ο Σχολάριος.

— Βεβαίως, είπεν ο Πλήθων μειδιάσας ότε ήκουσε τον θεολογικόν όρον &προεγνωσμένη&.

Ο Σχολάριος δεν ηδύνατο να είπη &πεπρωμένη&, διότι τοιαύτη λέξις τω εφαίνετο βλάσφημος και απάδουσα προς τας θεολογικάς αυτού δοξασίας.

Ο Γ. Σχολάριος παρετήρησε το μειδίαμα τούτο τον Πλήθωνος και δυσηρεστήθη. Δεν ηδυνήθη δε να κρατηθή και έδωκεν έξοδον εις τα θεολογικά αυτού ένστικτα.

— Διατί μειδιάς, ω Πλήθων; είπε. Μήπως δεν σοι αρέσει η λέξις &προεγνωσμένη;&

— Δεν είπον τούτο, είπεν ο Πλήθων.

— Αλλά μοι φαίνεται, είπεν ο Σχολάριος, ότι ουδείς των θύραθεν φιλοσόφων ηδύνατο να λύση ορθότερον το ζήτημα τούτο ή όσον το έλυσαν οι ημέτεροι.

— Αγνοώ τα περί τούτου, είπεν ο Πλήθων.

— Κακώς πράττεις ν' αγνοής, είπεν ο Σχολάριος. Θα μοι επιτρέψης να σοι αναπτύξω το δόγμα τούτο;

— Λέγε

— Ιδού. Οι εθνικοί έλεγον, ότι υπήρχε &τύχη& και &πεπρωμένον&. Οι ορθόδοξοι πρεσβεύουσιν, ότι υπάρχει &πρόγνωσις& και &προορισμός&. Οι ενάντιοι ημίν παραδέχονται και αυτοί &πρόγνωσιν& και &προορισμόν&, αλλά δεν έχουσι περί αμφοτέρων ορθήν έννοιαν.

Κατ' αυτούς ό,τι αν προγνώ και προορίση ο Θεός, τούτο είνε ανέκκλητον, αμαρτωλός δε τις ων θα σωθή, μόνον διότι ο Θεός τον προώρισεν εις σωτηρίαν, και πάλιν ενάρετός τις ων θα κολασθή, μόνον διότι ο Θεός τον προώρισεν εις κόλασιν. Υπάρχει τι κακοδοξότερον τούτου; Υπάρχει τι αλογώτερον; Οι ορθόδοξοι τουναντίον πιστεύουσιν ότι ο προορισμός είνε ανεξάρτητος από της προγνώσεως. Τουτέστι, προέγνω ο Θεός ότι θα αμαρτήση τις, και τον προώρισεν εις κόλασιν· προέγνω ότι θα μετανοήση, τον προώρισεν εις σωτηρίαν· προέγνω ότι θα ζήση ενάρετον βίον, τον προώρισεν εις βασιλείαν αιώνιον. Αλλ' όμως ουχί διότι προέγνω ο Θεός και προώρισε, διά τούτο θα αμαρτήση τις ή θα αγαθοποιήση, αλλά διότι θα αμαρτήση ή θα πολιτευθή εναρέτως, διά τούτο προέγνω και προώρισεν ο Θεός. Η ατομική βούλησις του ανθρώπου μένει ελευθέρα και ανεξάρτητος από της θείας βουλήσεως. Όπως έπλασεν ο Θεός απ' αρχής τον άνθρωπον, λογικόν, ήτοι ελεύθερον, ούτω μέχρι τέλους καταλείπει αυτόν λογικόν και ελεύθερον. Ουδείς επηρεασμός θεόθεν εγγίνεται επί της θελήσεως του ανθρώπου (πλην της πνευματικής αρωγής της επιφοιτώσης προς ενίσχυσιν αγαθής ήδη προαιρέσεως υφισταμένης και ελευθέρως πλασθείσης παρά του ατόμου). Και ταύτα μεν δοξάζουσιν οι ημέτεροι. Ουδέν ορθοδοξότερον ουδέ λογικώτερον του δόγματος τούτου. Τι δε &λέγουσιν& οι εναντίοι; Προέγνω ο Θεός, προώρισεν ο Θεός, θα κολασθή άρα ο άνθρωπος. Και η θεία πρόγνωσις τυφλή, και η ανθρωπίνη θέλησις αδρανής. Ω της κακοδοξίας! ω της πωρώσεως! Φείσαι, Κύριε!…

Ο Πλήθων παραδόξως έμενε σκυθρωπός ακούων τας λέξεις ταύτας. Ο Σχολάριος τον ώκτειρε, και εσιώπησε. Κατ' αρχάς είχε σκοπόν να πραγματευθή και περί της αναλόγου δοξασίας των εθνικών, αλλά μεταμεληθείς παρέλιπε τούτο.

Ο Πλήθων ηγέρθη και περιήλθε δις περί την τράπεζαν και περί το λίθινον εδώλιον εφ' ου εκάθητο.

— Θα απέλθω, είπεν εγερθείς ο Σχολάριος. Είνε καιρός ήδη.

— Εξερχόμεθα ομού, είπεν ο Πλήθων.

Και εξήλθον ομού εις τα πρόθυρα του άντρου. Ο Σχολάριος επέμενε ν' αναχωρήση, αλλ' ο Πλήθων τον εβίασε να μείνη εισέτι.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

Τα μυστήρια.

Ολίγας ημέρας μετά τα συμβάντα ά διηγήθημεν εν τοις τελευταίοις κεφαλαίοις του Α' μέρους του παρόντος μυθιστορήματος, έκτακτόν τι συνέβαινεν εν τω Πληθωνείω άντρω. Ο Πλήθων εώρταζε μίαν των υπ' αυτού επανορθωθεισών ειδωλολατρικών εορτών. Εις τας τοιαύτας περιστάσεις, δις ή τρις του έτους, ο Πλήθων προσεκάλει εκτάκτως πολλαχόθεν της Πελοποννήσου τινάς των οπαδών του, εις ους είχε κατορθώσει να μεταδώση τας ειδωλολατρικάς αυτού δοξασίας.

— Αυτό εννοείται. [Άσχετη φράση εντός του κειμένου]

Κατωρθώθη προς τούτοις να ευρεθώσι τρεις νεανίδες χωρικαί, τρεις ωραίαι ποιμενίδες, αίτινες επί μισθώ εδέχοντο να εκτελέσωσιν έργα κανηφόρου εις την εορτήν. Τούτο ήτο θαύμα, διότι η επικρατούσα πρόληψις παρά τοις χωρικοίς κατά του Πλήθωνος ήτο ισχυροτάτη. Και όμως το γόητρον του χρυσίου είνε πάντοτε ισχυρότερον, και ο Πλήθων αντήμειβε γενναίως πάσαν τοιαύτην υπηρεσίαν.

Δώδεκα παίδες δεκαετείς λίαν καθαρίως ενδεδυμένοι απετέλουν χορόν, και είχον διδαχθή ν' απαγγέλλωσι ψιττακίζοντες παρόδους και στάσιμα εκ των αρχαίων δραμάτων, ουδεμίαν σχέσιν έχοντα άλλως κατά την έννοιαν προς τα τότε πράγματα, οίον το εξής τεμάχιον·

Ω Διός αδυεπές φάτι, τις ποτε τας πολυχρύσου Πυθώνος αγλαάς έβας Θήβας; εκτέταμαι φοβεράν φρένα, δείματι πάλλων Ιήτε, Δάλιε Παιάν, Αμφί σοι αζόμενος τι μοι ή νέον Ή περιτελλομέναις ώραις πάλιν εξανύσεις χρέος. Ειπέ μοι, ω χρυσέας τέκνον Ελπίδος, άμβροτε φάμα. Πρώτα σε κεκλόμενος, θύγατερ Διός, άμβροτ' Αθάνα, Γαιάοχόν τ' αδελφεάν Άρτεμιν, ά κυκλόεντ' αγοράς θρόνον ευκλέα θάσσει.

Ή το εξής.

Ακτίς αελίου, το κάλλιστον επταπύλω φανέν Θήβα των προτέρων φάος, Εφάνθης ποτ', ω χρυσέας αμέρας βλέφαρον, Διρκαίων υπέρ ρεέθρων μολούσα, Τον λεύκασπιν Αργόθεν φώτα βάντα πανσαγία Φυγάδα πρόδρομον οξυτέρω κινήσασα χαλινώ· Ον εφ' ημετέρα γα Πολυνείκης Αρθείς νεικέων εξ αμφιλόγων Οξέα κλάζων Αιετός ες γαν ως υπερέπτα Λευκής χιόνος πτέρυγι στεγανός, κτλ. κτλ.

Και είτα τους ομηρικούς ύμνους των θεών, και άλλα.

Οι δέκα ή δεκαπέντε οπαδοί του Πλήθωνος, όσοι ήρχοντο εις τας τελετάς ταύτας, εφόρουν χιτώνας και ιμάτια κατά τον αρχαίον τρόπον, εν καιρώ της τελετής. Αι τρεις κανηφόροι και οι δώδεκα παίδες έφερον στεφάνους. Ο δε Πλήθων εφόρει εφεστρίδα και εξετέλη έργα ιερέως. Ο Θεόδωρος, όστις δεν ενόει ουδέν εξ όλων τούτων, δεν ηδύνατο να πλησιάση, ήτο απηγορευμένον αυτώ.

Είς των παίδων ανήπτε το πυρ επί του βωμού, και ο Πλήθων έσφαζεν αμνόν ή τράγον και έκαιεν αυτόν ενώπιον των ειδώλων των θεών. Είτα εξήταζε τα σπλάγχνα, και έλεγεν εις τους κεκλημένους αν εσήμαινον ευτυχίαν ή δυστυχίαν. Την ημέραν εκείνην η τελετή προηγγέλλετο πομπωδεστέρα του συνήθους. Οι ελθόντες εις την εορτήν ήσαν πλείονες, περί τους είκοσιν. Ο δε Πλήθων αυτός εφαίνετο φαιδρός, ως να είχε κερδήσει τι. Αρτίως είχε κλεισθή η θύρα του σπηλαίου και οι μεμυημένοι είχον αποχωρήσει εις τα έσω αυτού. Ο δε Θεόδωρος εκάθητο έξωθεν, θεωρών μακρόθεν την θύραν. Ήτο δε ώρα περί δυσμάς ηλίου.

Ο Θεόδωρος εσκέπτετο ότι δεν έπρεπε να είνε ευχαριστημένος παρά του αυθέντου του, διότι ενώ αυτός τον υπηρέτει τόσον πιστώς, και εμπιστευτικάς παραγγελίας ελάμβανε πολλάκις παρ' αυτού, άς επιτυχώς εξετέλει, εκείνος τον απέκλειε, και δεν τον άφηνε να ίδη τα συμβαίνοντα, έστω και χάριν τέρψεως. Την στιγμήν ταύτην ο Θεόδωρος ουδεμίαν είχε πρόληψιν κατά των τελουμένων, και ησθάνετο παράδοξον επιθυμίαν να προσκυνήση και αυτός τα είδωλα, όπως τα προσεκύνει ο κύριός του. Βεβαίως ουδέν το σατανικόν θα είχον ταύτα, όπως ισχυρίζοντο οι άνθρωποι του λαού, τουναντίον εφαίνοντο λίαν φαιδρά και ωραία. Διατί λοιπόν και ο Θεόδωρος να μη δύναται ν' απολαύση του καλού εκείνου θεάματος, αλλά να κάθηται έξωθεν της θύρας εν αποκλεισμώ, ως να έπασχεν εκ λώβης; Δεν ήτο τούτο άδικον; Τας σκέψεις του Θεοδώρου ή Θευδά (διότι ούτω τον εκάλει ενίοτε υποκοριζόμενος ο Πλήθων), διέκοψε κύων τις, όστις προσέδραμεν ελαφρώς υλακτών, και έχων την γλώσσαν κρεμαμένην έξω των οδόντων. Εφαίνετο ως να ήρχετο μακρόθεν.

Προσήλθε παρά τους πόδας του Θεοδώρου σείων την ουράν. Ο Θεόδωρος τον παρετήρει έκπληκτος.

— Σαν να τον γνωρίζω, μου φαίνεται, αυτόν τον σκύλο, είπε. Τίνος είνε; Τίνος είνε;

Και επροσπάθει ν' αναμνησθή. Αλλ' εδυσκολεύετο.

— Κάποιου φίλου μου θα είνε βέβαια, έλεγε. Μπα! και θέλει θεολογία πως είνε φίλου μου; Αφού έρχεται και μου σει την ουρά. Μεγάλο πράγμα πώς το κατάλαβα! Αλλά τίνος να είνε;

Και εβίαζε την μνήμην του να τω είπη το όνομα του κυρίου του κυνός.

— Έλα, σκύλε, είπε θωπεύων αυτόν, δεν ειξεύρω πώς σε λένε· να είξευρα το δικό σου όνομα, θα εύρισκα εύκολα και του αυθέντου σου. Ή να είξευρα καν της κυράς σου;…

Και εμειδίασεν εις την λέξιν ταύτην ο Θευδάς.

— Της κυράς σου; επανέλαβε· να είχες τουλάχιστον κυρίαν;…

Ω, διάβολε, διάβολε! είπε κρούων το μέτωπον αυτού. Το ηύρα το ηύρα!…

Και εθώπευε τον κύνα.

— Ω διάβολε, και φαίνεσαι, είσαι καλοθρεμμένο σκυλί. Έπρεπε να το καταλάβω. Ναι, ναι. Φαίνεσαι όπου ζης από μοναστηριακά κομμάτια. Και μάλιστα από καλόγρηαις! Και τι καλόγρηαις!

Ο Θευδάς εστέναξε.

Την αυτήν στιγμήν ηκούσθη βήμα όπισθεν των θάμνων και φύσημα ανθρώπου ερχομένου εκ μακράς οδοιπορίας, κεκμηκότος. Εφάνη δε άνθρωπος ραιβοσκελής, δυσκόλως βαδίζων, σύρων επιπόνως τον αριστερόν πόδα παρά τον δεξιόν. Ο Θευδάς τον ανεγνώρισε.

— Τρέκλα, φίλε μου, είπε, συ είσαι λοιπόν;

— Εγώ, απήντησε πνευστιών ο έχων το όνομα Τρέκλας.

— Πώς ευρέθης εδώ;

— Μ' εστείλανε.

— Ποιος;

— Αυταίς η καλογρηαίς, είπε μυκτηρίζων ο Τρέκλας. Η φωνή του δε ήτο έρρινος.

— Σένα βρέθηκαν να στείλουν; είπε μετ' οίκτου ο Θευδάς.

— Τι να γείνη!

— Και θα έχης ώραις εις τον δρόμο.

— Είμαι περήφανος 'στά πόδια, είπεν ο Τρέκλας δεικνύων τους στρεβλούς πόδας του.

— Το ξεύρω.

— Μ' εστείλανε διά δουλειά.

— Διά τι δουλειά;

— Τώρα θα σου πω. Άφησέ με να ξαποστάσω, είπε καθίσας.

— Ξαπόστασε, καϋμένε Τρέκλα. Και αυτός ο σκύλος πώς ευρέθη;

— Με ακολούθησε.

— Σε ακολούθησε; είπεν ο Θευδάς. Θέλεις να πης, σου έδειχνε το δρόμο.

— Όταν είνε κανείς υπερήφανος 'στά πόδια… είπεν ο Τρέκλας.

— Βέβαια, έχεις δίκηο.

— Τότε έχει ανάγκη από ένα σκυλί διά να του δείχνη το δρόμο.

— Σωστά.

— Και δι' αυτό μου το δίνουν η καλόγρηαις, αυτό το σκυλί, διά οδηγόν.

— Κατάλαβα.

— Αλλοιώς δεν ειμπορούσα να τα καταφέρω.

— Αυτό εννοείται.

— Μα αυταίς η καλόγρηαις!…

— Τι;

— Σκύλιασαν.

— Σκύλιασαν;

— Βέβαια. Κοντεύουν να λυσσάξουν.

— Όχι δα!

— Στην τιμή μου.

— Η καϋμέναις!

— Ε, δεν ταις λυπάσαι;

— Αλήθεια.

— Μα είνε αξιολύπηταις.

— Διατί;

— Έχει πολλά &διατί&.

— Ως πόσα;

— Όσα θέλεις.

— Ειπέ ένα.

— Πρώτον αυταίς είνε…

— Τι είνε;

— Είνε όλαις θηλυκαίς.

— Αυτό θα πης;

— Ναι.

— Το είξευρα.

— Κ' εγώ γι' αυτό σου το λέγω.

— Διά ποιο &αυτό&;

— Διατί το είξευρες.

— Α, ενόησα.

— Θα ήσουν πολύ βαρυκέφαλος…

— Εγώ;

— Ναι.

— Πώς;

— Αν δεν το εννοούσες.

— Εμπήκα μέσα. Δεύτερο;

— Δεύτερος

— Ναι. Δεν έχει και άλλο;

— Έχει.

— Λέγε.

— Η γυναίκαις αυταίς είνε…

— Τι;

— Είνε όλαις σπαναίς.

— Μπα! αυτό;

— Ναι.

— Τόσον καλλίτερα.

— Διατί;

— Διατί δεν χρειάζονται και ξυράφισμα.

— Α, έτσι;

— Βέβαια. Και ύστερα;

— Ε;

— Και τι άλλο ακόμα;

— Τι άλλο;

— Ναι. Τρίτο;

— Τρίτο, είνε όλαις μακρυμαλλούσαις.

— Α! αυτό λοιπόν είνε το τρίτο; είπεν ο Θευδάς.

— Μάλιστα, το τρίτο το καλλίτερο.

— Το καλλίτερο;

— Και αν θέλης, και κάτι άλλο· είνε αυτό το τρίτο.

— Τι άλλο;

— Δεν το λέγω αυτό.

— Γιατί;

— Γιατί σκιάζομαι.

— Τι σκιάζεσαι;

— Μήπως σε τρομάξη.

— Να με τρομάξη εμέ;

— Ναι.

— Γιατί;

— Γιατί είνε πράγμα που τρομάζει.

— Δεν βαρυέσαι!

— Φαντάσου γυναίκα με μακρυά μαλλιά.

— Και λίγη γνώσι;

— Δεν θα φαίνεται σαν νεράιδα;

— Μες σε κανένα ρέμα;

— Μα δεν πειράζει, είνε το μόνο.

— Ποιο μόνο;

Ο Τρέκλας κατέπαυσεν ενταύθα τον λόγον και δεν ηθέλησε πλέον ν' απαντήση. Είχε στηριχθή επί του στελέχους δένδρου τινός και εφαίνετο ονειροπολών. Ήτο άνθρωπος τεσσαρακοντούτης με ηλιοκαή την όψιν και οι χαρακτήρες του εξέφραζον πολλήν πανουργίαν. Ο Θευδάς εγίνωσκεν ότι ματαίως θα επέμενε, και απέσχε πάσης περαιτέρω ερωτήσεως. Αν είχον έννοιάν τινα οι ανωτέρω παιγνιώδεις λόγοι, μόνος ο Τρέκλας είξευρε τούτο, ο δε Θευθάς επώπτευε μόνον, αλλ' ουδέν βέβαιον εγίνωσκεν. Αλλ' όμως ευτυχέστερος ήτο ούτος του χρονογράφου, διατελούντος εν ζοφερά αγνοία περί του πράγματος.

Αφού ανεπαύθη επ' ολίγας στιγμάς ο Τρέκλας, εσηκώθη και είπε προς τον Θεόδωρον·

— Ειξεύρεις διατί ήλθα;

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Τα ψεύδη του Τρέκλα.

Ο Θεόδωρος τον εθεώρησε μετ' απορίας και απήντησε·

— Πώς θέλεις να ειξεύρω διατί ήλθες;

— Μήπως έμαθες τίποτε;

— Τι να μάθω;

— Επειδή εγώ δεν είμαι τόσον γρήγορος εις τον δρόμον…

— Έλα δα!

— Ειμπορεί να έφθασε το μαντάτον πρωτήτερα από εμέ, αν και εγώ εστάλθηκα διά να το φέρω.

— Να μου φέρης εμέ μαντάτο;

— Όχι εις εσέ, εις τον αυθέντην σου.

— Εις τον αυθέντην μου;

— Ναι. Πού είνε τος;

Ο Θευδάς έδειξε την κλειστήν θύραν του άντρου.

— Είνε εκεί μέσα; ηρώτησεν ο Τρέκλας.

— Ναι.

— Και τι κάμνει;

Ο Θευδάς εκίνησε τους ώμους.

— Νόστιμο. Δεν ειξεύρεις;

— Δεν ειξεύρω, είπεν ο Θευδάς.

— Τότε λοιπόν τι είσαι εδώ;

— Διά να φυλάγω την πόρτα.

— Και είνε μοναχός ο αυθέντης σου;

— Όχι

— Είνε και άλλοι;

— Πολλοί.

— Ποιος και ποιος;

— Δεν τους γνωρίζω.

— Θα πάγης όμως να του πης…

— Εγώ;

— Θα πης ότι ήλθα διά σπουδαίαν υπόθεσιν.

— Όχι δα.

— Και έχω ανάγκην να του μιλήσω.

— Δεν γίνεται.

— Σου λέγω, είμαι σταλμένος.

— Ας πα να είσαι.

— Δεν το κουνάς, βλέπω.

— Αφού μέρωσε και δεν κλαίει…

— Θα πας να του πης;

— Δεν πάγω.

— Διατί;

— Είμαι εμποδισμένος.

— Τότε θέλεις ξαμπόδεμα.

— Χρειάζονται μαγικά.

— Ο αφέντης σου τα ξέρει

— Και δεν μας το έλεγες;

— Σύρε να του πης.

— Σου λέγω δεν πηγαίνω.

— Θα πας και θα τραγουδήσης.

— Δεν ξέρω τραγούδια.

— Να μάθης.

— Δεν παίρνω.

— Σαν δεν παίρνεις, δίνε.

— Δεν έχω.

— Άμε στο διάβολο.

— Δεν ξέρω το δρόμο.

— Να αυτός είνε, είπεν ο Τρέκλας δεικνύων το σπήλαιον.

— Οδήγησέ με συ, που έχεις γερά πόδια.

— Θ' αναγκασθώ της αλήθειας να σε οδηγήσω, είπεν ο Τρέκλας.

Και ορθωθείς, προσεποιήθη ότι βαδίζει προς την θύραν του άντρου. Ο Θευδάς έσπευσε να κωλύση αυτόν.

— Ε, πού πας; πίσω!

— Σύρε λοιπόν να πης του αυθέντου σου· είμαι σταλμένος από ταις καλογρηαίς.

— Πε μου τουλάχιστον τι τον θέλεις, και τότε μπορώ ναποφασίσω.

— Αν σου το πω, θα πας;

— Θα πάω.

— Κάνεις όρκο;

— Κάνω.

— Λοιπόν άκουσε, είπεν ο Τρέκλας.

Και αναλαβών αιφνιδίως ήθος κωμικής σοβαρότητας, είπε·

— Το βέβαιον είνε ότι συμβαίνουν σπουδαία πράγματα, και ημείς οι παραμικροί δεν τα καταλαβαίνομε καλά. Η ηγουμένισσα μ' έστειλε να ειδοποιήσω τον &άρχοντα&.

— Και να του πης τι; είπεν ο Θευδάς, εξαφθείσης της περιεργείας αυτού.

— Να του πω τα συμβάντα, είπεν ο Τρέκλας.

— Και ποια είνε τέλος πάντων αυτά τα συμβάντα, διάβολε! έκραξεν ανυπομονήσας ο Θευδάς.

— Πολλά και σπουδαία. Έχε υπομονήν, είπε μετά της αυτής σοβαρότητος ο Τρέκλας. Πρώτον φωτιά άναψεν εις το μοναστήρι.

— Φωτιά; και τι έχει να κάμη ο αφέντης μου;

— Δεύτερον, μια αρμάδα άραξεν αντικρύ, εις το γιαλό μας, είπεν ο Τρέκλας.

— Αρμάδα! και τι αρμάδα είνε αυτή; βενετική, γενοβέζικη, τούρκικη;

— Γύφτικη, είπε σοβαρώς ο Τρέκλας.

— Γύφτικη! ω διάβολε, με περιπαίζεις τόσην ώρα κ' εγώ δεν τώξερα!

— Δεν σε περιπαίζω διόλου, είπε μετ' αγωνιώδους τόνου φωνής ο Τρέκλας. Γύφτικη, από την Αίγυπτο. Και μήπως η Αίγυπτος, το Μισήρι που λένε, δεν είνε βασίλειο, καθώς τα άλλα;

— Δεν ξέρω, είπεν ο Θευδάς εν αμηχανία.

— Αν δεν το ξέρης να πας να το μάθης. Κρίμα που συναναστρέφεσαι τόσον καιρό ένα φιλόσοφο άνθρωπο, σαν τον αφέντη σου! Και να μη ξέρης ότι η Αίγυπτος είνε βασίλειο, και έχει και αρμάδαις!

— Δεν τώξερα τόσον καιρό, και να με συγχωρής, είπεν ο Θευδάς.

— Πολλά έχεις να μάθης ακόμα, είπεν ο Τρέκλας. Όσο γηράζεις, τόσο θα μαθαίνης.

— Ε, ύστερα, τι άλλο;

— Τρίτον, επανέλαβεν ο Τρέκλας, καβαλλαρία ήρθεν εις το μοναστήρι.

— Καβαλλαρία;

— Είνε πεντακόσιοι, χίλιοι, αμέτρητοι και εγώ δεν ξέρω πόσοι. Και μας πολιορκούν, είπεν ο Τρέκλας μετ' ελεγειακού τόνου.

— Σας πολιορκούν!

— Και μας χρειάζεται βοήθεια. Εγώ εβγήκα από την παραπόρτα, έγεινα ίσωμα κάτω εις την γη, και έτσι εβγήκα. Πώς δεν μ' επήραν οι καβαλλάρηδες διά λαγόν, να με ρίξουν κάτω με καμμιά σαγιττιά!

— Διά λαγόν, δεν έχεις τα πόδιά του, είπεν ειλικρινώς ο Θευδάς.

— Ας είνε, ειμπορούσαν να με πάρουν διά χελώναν. Ξέρεις αυτοί οι παληόφραγκοι τρώνε και ταις χελώναις.

— Φράγκοι λοιπόν είνε αυτοί οι καβαλλαρέοι που σας πολιορκούν;

— Φράγκοι, και τι θέλεις να είνε;

— Αλλά πώς οι φράγκοι κατατρέχουν τους φράγκους;

— Δεν κατατρέχουν τους φράγκους, αλλά ταις φράγκισσαις.

Ο Θευδάς ηναγκάσθη να πεισθή, μη έχων άλλο επιχείρημα να προτείνη. Επί δυο ώρας συνομιλών με τον Τρέκλαν είχεν εξαντλήσει πάσαν την προμήθειαν αυτού. Εν τούτοις τελευταίος τις δισταγμός τω απέμεινε.

— Αλήθεια, εις την ψυχή σου μου τα λες αυτά; είπε.

— Αλήθεια, εις την ψυχήν μου, απήντησεν απαθώς ο Τρέκλας.

— Αλλά πώς δεν μου τάλεγες πρωτήτερα, όταν ήλθες, αλλ' εφαίνεσο να είχες τόσην όρεξι.

— Δεν ήθελα να σε τρομάξω από μιας αρχής, είπεν ο Τρέκλας.

— Τι διάβολε! Και θα μας έλθουν κ' εδώ αυτοί οι καβαλλαρέοι; είπε μετ' αφελούς τρόμου ο Θευδάς.

— Δεν ξέρω, δεν μου είπαν ακόμα τα σχέδιά των, είπεν ο Τρέκλας. Αργότερα, ειμπορώ να τους κάμω φίλους.

— Το έχεις σκοπόν; είπε μετά θαυμασμού ο Θευδάς.

— Βέβαια, αν τύχη.

Ο Θευδάς εσιώπησε. Παρήλθαν στιγμαί τινες, και ο Τρέκλας ηναγκάσθη να τω είπη·

— Ε, δεν πας τώρα;

— Πού;

— Εις τον κύριόν σου.

— Να κάμω τι;

— Να του πης ότι τον ζητούν.

— Εγώ;

— Ποίος άλλος;

— Δεν πάγω, είπεν ο Θευδάς μεταμεληθείς.

— Είσαι ψεύτης λοιπόν, τω είπεν ο Τρέκλας.

— Να μαζώξης τα λόγια σου, είπεν οργίλως ο Θευδάς.

— Ο διάβολε! και τι σου χρεωστούσα να με γελάσης μες τα μάτια;

— Εγώ σε γέλασα;

— Δεν μου υποσχέθηκες να πας;

— Δεν σου το υπεσχέθην επισήμως, είπεν ο γεννάδας.

— Και τι θα πη &επισήμως&; Δεν καταλαβαίνω εγώ απ' αυτά, να σε χαρώ.

— Σαν δεν καταλαβαίνης, κατάλαβε, είπεν ο Θευδάς.

— Μη χειρότερα.

— Δεν θα τα πης του αφέντη μου αυτά που μου είπες;

— Βέβαια.

— Τότε περίμενε να έβγη έξω απ' εκεί.

— Και πότε θα έβγη;

— Όποτε θέλη.

— Την πάθαμε, είπε μετά κωμικής χειρονομίας ο Τρέκλας.

— Υπομονή.

— Μα είσαι ψεύτης τέλος πάντων. Δεν το πίστευα να λες τέτοια ψέμματα.

— Αφού ειμπορείς να του τα πης ο ίδιος του αφέντη μου…

— Ε;…

— Διατί δεν έχεις υπομονήν;

— Έτσι;

— Αλλά με βιάζεις να του πω εγώ αυτά οπού συνέβησαν;

— Ποία;

— Ταις φωτιαίς, ταις αρμάδαις και τους καβαλλαρέους οπού ήλθαν!

— Εγώ; Σοι είπα εγώ να τα διηγηθής αυτά εις τον αφέντη σου;

— Αμμή τι;

— Έχεις λάθος.

— Μη τα έχασες;

— Ο ένας από τους δυο.

— Τι λες εκεί;

— Σου είπα εγώ να διηγηθής εις τον αφέντη σου τέτοια πράγματα;

— Τι άλλο;

— Εγώ σου είπα μόνον να του πης ότι τον ζητώ.

— Έτσι ε;

— Τα άλλα αυτά τα είπαμεν μεταξύ μας, είπεν ο Τρέκλας.

— Μπράβο σου! Λοιπόν είνε όλα ψέμματα;

— Αμμέ; Θάρρεψες πως ήσαν αλήθεια;

— Είσαι τρομερός ψεύτης.

— Είσαι ψεύτης με δίπλωμα.

— Είσαι αδιάντροπος.

— Είσαι ξετσίπωτος.

— Είσαι…

— Είσαι…

Ο Τρέκλας, αφού εσκέφθη επ' ολίγας στιγμάς, εψιθύρισεν ως να ωμίλει καθ' εαυτόν·

— Ξεύρω εγώ τι θα κάμω. Είνε ανάγκη να καταφύγη κανείς εις τα μεγάλα μέσα. Τα καταφέρνω εγώ καλά. Δεν είμαι ζώον, καθώς ο Θευδάς. θα τον καταφέρω εγώ τον Γεμιστόν να πεταχθή εξω έξαφνα. Δεν θέλει και πολλή φιλοσοφία. Φτάνει να μην είνε κανείς κουτός, και πολλά γράμματα δεν χρειάζονται. Χόμο! Χόμο! έκραξε· κουτ, κουτ!

Χόμο ήτο το όνομα του κυνός. Το ζώον τούτο, ακούσαν το όνομά του, έσπευσε προς τον καλούντα αυτό.

Ο Τρέκλας τον εθώπευσε, τον έλαβεν από των δυο προσθίων ποδών, ένυξε τους πόδας του, είτα την ουράν, κατ' ιδιάζοντα τινα τρόπον γνωστόν εις μόνον τον Τρέκλαν.

Το ζώον αισθανθέν δριμείαν οδύνην, ήρχισε να εκπέμπη τρομερούς και παρατεταμένους ολολυγμούς, και οι πέριξ βράχοι αντήχησαν. Ο Θευδάς κατεπτοήθη.

— Τι είνε; Τι είνε; έκραξεν.

Ο Τρέκλας, κρατών τον Χόμο από του λαιμού, εξηκολούθησεν απτόητος την μέθοδόν του. Ο Χόμο εξηκολούθησε να ολολύζη φρικωδώς.

— Τι έπαθε το σκυλί; έκραξεν ο Θευδάς, αλλ' εφοβείτο να πλησιάση, βλέπων εξαγριούμενον τον κύνα.

— Σκάσε! είπε μετά περιφρονήσεως ο Τρέκλας. Έχει και αυτός την σειράν του, καθώς συ.

— Μην ελύσσαξε; είπεν ο Θευδάς.

— Αυτό δεν είνε παράξενο να λυσσάξη, είνε σκυλί. Κοντεύεις εσύ να το πάθης, που είσαι άλλης λογής ζωντίμι.

Εν τούτοις ο κύων εξακολουθεί να ολολύζη. Ολίγος χρόνος παρήλθεν εισέτι, και η θύρα του σπηλαίου ηνοίχθη αιφνιδίως.

— Τι είνε, Θεόδωρε; έκραξε μετά μεμπτικού τόνου ο Πλήθων.

Αι θρηνώδεις φωναί του κυνός ήσαν τόσον διάτοροι, ώστε αντήχησαν έσω του άντρου, και ο Πλήθων δεν ηδυνήθη να υπομείνη. Εξήλθεν εις την θύραν όπως μάθη τι συνέβανε, φορών έτι τα εμβλήματα της ιερωσύνης, ά περιεβάλλετο κατά τας τελετάς, ή κατά τας παρωδίας εκείνας.

Ο Θεόδωρος πλήρης φόβου και ανησυχίας έσπευσε προς αυτόν.

— Δεν ειξεύρω. Δεν είνε τίποτε. Ένα σκυλί φωνάζει. Ησυχάσατε, κύριέ μου. Φταίγει αυτός ο κούτσαυλος, οπού μου έφερεν εδώ αυτό το μανδρόσκυλο.

Συγχρόνως ο Τρέκλας, ως είδε τον Πλήθωνα εξελθόντα, αφήκε τον κύνα ήσυχον, και ήρχισε να πηδά και να τρέχη διά κωμικών σκιρτημάτων, με τους ραιβούς πόδας του, όπως φθάση εις την θύραν του σπηλαίου.

— Άρχων! Άρχων! μην ακούς αυτόν. Στάσου να σου πω. Περίμενε. Είνε ανάγκη. Ξεύρεις από πόσον δρόμον ήρθα με τα στραβά πόδια μου;

— Τι θέλεις; είπε μετ' ολιγωρίας ο Πλήθων, και ητοιμάζετο να κλείση την θύραν και ν' αποσυρθή.

— Περίμενε, αφέντη, μίαν στιγμήν. Εγώ δεν φταίγω τίποτε. Δεν ήρθα εγώ μοναχός μου. Άλλος μ' έστειλε.

— Ποίος άλλος;

— Η καλόγρηαις.

— Και τι θέλεις;

— Να σου πω ένα πράγμα.

— Τι;

— Μου είπαν να σου το πω κρυφά εις τ' αυτί σου.

— Έλα εδώ.

Ο Τρέκλας επλησίασε δειλώς προς τον Πλήθωνα με το εγκάρσιον κίνημα εκείνο του σώματος, το ομοιάζον τόσον καλώς προς τον κλυδωνισμόν της νηός εν σάλω, και τω είπε μίαν λέξιν μυστικά.

Οι χαρακτήρες του Πλήθωνος ηλλοιώθησαν.

— Τι λέγεις; είπε.

— Είνε αλήθεια, αυθέντα.

— Και πώς έγεινε αυτό;

— Δεν ειξεύρω.

— Ποίος ήλθεν εκεί;

— Κανείς.

— Πώς έφυγε;

— Έφυγε.

— Μόνη της;

— Δεν ξεύρω.

— Πόθεν εξήλθε;

— Δεν ξεύρω.

— Ω θεοί, θεοί, εψιθύρισεν ο Πλήθων συνάπτων τας χείρας.

— Ω θεοί, είπε και ο Θεόδωρος, κρίνας καλόν να μιμηθή το κίνημα και την επίκλησιν του κυρίου του.

— Και ήδη, τι ποιητέον; είπεν ο Πλήθων.

— Τι ποιητέον; επανέλαβεν ο Θεόδωρος χωρίς να ειξεύρη τι είχε συμβή.

— Είνε ανάγκη ενεργείας, είπε μεγαλοφώνως, σκεπτόμενος ο Πλήθων.

— Ενεργείας, επανέλαβε ψιττακίζων ο Θεόδωρος.

— Ειξεύρεις, φίλε, είπεν ο Πλήθων προς τον Τρέκλαν, ειξεύρεις ποιον δρόμον έλαβεν η φυγάς;

— Πού να το ξεύρω; είπε μιμικώς ο Τρέκλας, αφού δεν την είδα;

— Και είνε πολλαί ώραι αφότου έγεινεν άφαντος;

— Δεν το ξέρομε αυτό, αφέντη, είπε μετ' εκτάκτου σοβαρότητος ο Τρέκλας· ένα μόνο ξέρομε, ότι έφυγε.

— Αυτό μας το είπες.

— Σωστά σας το είπα.

— Αλλά τέλος, δεν ευρέθη το δωμάτιον κενόν;

— Βέβαια, αφέντη· αφού το πουλί επέταξε, επόμενον ήτο να ευρέθη το κλουβί άδειο.

— Και δεν ήτο κανέν παράθυρον ανοικτόν, δι' ου να εξήλθε;

— Δεν ξέρω αν ήτον ανοιχτό ή κλειστό, αφέντη. Αυτό μονάχα ξέρω, ότι αυτή θα εβγήκεν από κάπου.

— Και ποίαν ώραν εύρετε το δωμάτιον κενόν;

— Το κελλί ευρέθη άδειο σήμερα.

— Ποίαν ώραν;

— Είνε κάμποσαις ώραις.

— Ως πόσαι ώραι; είπεν ο Πλήθων.

— Δεν σέρνω ρωλόγι απάνω μου, απήντησεν ο Τρέκλας.

— Και δεν ενήργησε τι η ηγουμένη, όπως καταδιώξη την φυγάδα; ηρώτησεν αύθις ο Πλήθων.

— Ήθελε να στείλη εμέ κατόπιν της, απήντησεν ο Τρέκλας, και εκίνησεν άμα τους δυο πόδας, ώστε παρήχθη εντύπωσις ως θάμνου σειομένου υπό του βορρά.

— Εύγε, είπεν ο Γεμιστός, μη δυνηθείς να μη υπομειδιάση.

— Εύγε, επανέλαβεν ο Θευδάς.

Ο Πλήθων εσκέφθη επ' ολίγας στιγμάς, και είτα, αποταθείς προς τον υπηρέτην του·

— Κάλεσόν μοι ενταύθα τον οδηγούντα τους στρατιώτας, είπεν.

Ο Θευδάς απήλθεν εν τω άμα εις τον στρατιωτικόν σταθμόν, όπως καλέση τον διοικητήν της φρουράς.

Εν τω μεταξύ ο Πλήθων εξήταζε τον Τρέκλαν περί τινων άλλων περιστάσεων της αποδράσεως. Αλλ' ουδεμίαν πληροφορίαν κατώρθωσε παρ' αυτού να λάβη.

Ο Θεόδωρος επανήλθε μετά του επί της κεφαλής του σταθμού, και τότε ο Γεμιστός έδωκε παραγγελίας προς τον άνθρωπον τούτον, όπως καταδιώξη μετά των υπ' αυτών στρατιωτών εκείνην ήτις είχε δραπετεύσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Τα εν τω Μοναστηρίω.

Επί τινος απορρώγος ακτής της Λακωνικής έκειτο Μοναστήριόν τι, όπερ πάλαι μεν κατωκείτο υπό ανδρών μοναζόντων και ωνομάζετο η Μονή του Αγίου Αθανασίου, σήμερον δε κατωκείτο υπό γυναικών και εκαλείτο η Μονή της Αγίας Περπετούας.

Αι δύο αύται χρονικαί μεταβολαί δεν ήσαν αι μόναι, αίτινες είχον επέλθει εις το ερημικόν τούτο ενδιαίτημα. Και τρίτη αλλοίωσις πολλώ σπουδαιοτέρα είχε συμβή. Ήτο δε αύτη η αλλαγή της πνευματικής υπηκοότητος του μοναστηρίου, υποταχθέντος εις τους δυτικούς κατά τα τελευταία έτη.

Το εκκλησιαστικόν τούτο ίδρυμα έφερεν όλον και ακέραιον τον τελειότατον βυζαντιακόν τύπον προκύπτοντα εφ' απάσης αυτού της απόψεως. Θόλοι, νάρθηκες, αχιβάδες, στέγαι, πύργοι, άνδηρα, φατνώματα, τα πάντα απέπνεον το σεμνόν εκείνο και επιβάλλον του ρυθμού, όπερ και μέχρι των ημερών ημών διεγείρει τοσαύτας συγκινήσεις, εις όσους δύνανται εισέτι να συγκινώνται. Ο ναός του μοναστηρίου έφερεν επί της πύλης του νάρθηκος χρονολογίαν ωπς' και επιγραφήν τοιαύτην «Θεοδώρας και Μιχαήλ των ευσεβάστων βασιλέων αιωνία η μνήμη τρις». Τα ένδον του ναού ήσαν ευπρεπέστατα. Το εικονοστάσιον, όπερ δεν ήρθη και μετά τον εκλατινισμόν του μοναστηρίου, ήτο έργον λεπτοτάτης ξυλογραφίας και όλον κεχρυσωμένον. Οι τοίχοι κατάμεστοι εκ των γενειοφόρων μορφών των αγίων, ενέπνεον πολλήν κατάνυξιν εις τους μοναστάς.

Εν τούτοις αι σειραί των κελλίων, υψηλαί και τριώροφοι αι πλείσται, εφαίνοντο ουχί εν ακμή διατελούσαι. Αλλεπάληλοι δηώσεις και εμπρησμοί είχον συμβή από αμνημονεύτων χρόνων. Μετά τους Αβάρους είχον επέλθει οι Άραβες, μετά τους Ενετούς οι Φράγκοι. Τα τριώροφα ταύτα δώματα έτρεμον επί των βάθρων των, ως να εκάμπτοντο υπό το βήμα τοσούτων παρελθόντων αιώνων. Αι γλαύκες εγόγγυζον την νύκτα επί των στεγών, οι κώδωνες αντήχουν περί μέσας νύκτας καλούντες τας μοναχάς εις την προσευχήν. Η βαρεία δόνησις των σιδηρών σημάντρων διεκλόνει τας γηραιάς δοκούς και τας σαπράς σανίδας, αι ήχοι των κρότων τούτων με τους μυστηριώδεις νυκτερινούς ψιθύρους της φύσεως συμφυρόμεναι απετέλουν εναρμόνιον αντήχησιν βυθίζουσαν την ψυχήν εις υπερφυά ρέμβην. Εν τοις τοιούτοις ερημικοίς ενδιαιτήμασιν, εις ά ιδιάζουσιν οι ανεκλάλητοι εκείνοι ψίθυροι, φαίνονται συμψιθυρίζοντες μετ' αυτών και οι στίχοι ούτοι του ποιητού της Αλβιώνος·

Του ίυγγος ο γογγυσμός ο πένθιμος ηκούσθη, ο κώδων ο ερημικός της προσευχής εκρούσθη. Χαίρε Μαρία! έρωτος και προσευχής η ώρα. Χαίρε Μαρία! δέχθητι τα δάκρυα ως δώρα.

Το μοναστήριον ήτο ιδρυμένον εντός βαθείας φάραγγος, χωρούσης κατωφερώς προς την θάλασσαν, και αποληγούσης εις όρμον. Από των μικρών παραθύρων εφαίνοντο τα κυανά κύματα εξαπλούμενα ως άπειρος υγρά άρουρα, ην ο βορράς ώργονε διά της ισχυράς πνοής του. Η αντίπνους ριπή του ορμητικού τούτου ανέμου έφθανε μέχρι του γηραιού κτιρίου, και οι τοίχοι αυτού εσείοντο υπό τον ισχυρόν κτύπον της πνοής του. Η φύσις ηγωνία υπό την ακάματον ταύτην μάστιγα, δένδρα και φυτά ελάμβανον καχεκτικόν τύπον, καμπτόμενα υπό το άχθος της παραφόρου ορμής. Η παμπάλαιος οικοδομή, πλήρης ρωγάδων και χασμάτων, εφαίνετο ασθμαίνουσα και αντέδιδε μελαγχολικόν ψόφον διά των κενών κοιλωμάτων της, των ιχνών τούτων του διαβάντος χρόνου. Τα ανθρώπινα σώματα επάγωνον υπό τα τρίχηνα περιβλήματα αυτών και ουδεμία ηδύνατο να υπάρχη εστία πυρός πλην της καρδίας. Και όμως το ψύχος έφθανε και μέχρις αυτής. Το τραχύ του κλίματος υπέσκαπτε κατά μικρόν πάσαν ζωτικήν δύναμιν, και ουδείς των κατοικούντων ήλαυνεν εις βαθύ γήρας. Υπεράνω του μοναστηρίου εκρέματο υψηλόν όρος, το κτίριον δ' έκειτο ακριβώς παρά την ρίζαν αυτού. Η ψυχή του θεατού ανεπτερούτο, και ώρμα ως στρουθίον προς το επιβάλλον εκείνο ύψος. Το όρος ήτο βραχώδες και παρείχε θέαν σοβαράν και μεγαλοπρεπή. Άγρια δένδρα προσείρπον μεταξύ των υψηρεφών βράχων, και απετέλουν ποικίλον και αρμονικόν το σύνολον. Θεώμενός τις, εφαντάζετο ότι πατεί από κλώνος εις κλώνα και από βράχου εις βράχον, και συναναβαίνει με την ανάντη εκείνην κλιτύν την αιθερίαν ανάβασιν.

Άξιον σημειώσεως είνε, ότι οι ιδρυταί των μονών κατά τον μέσον αιώνα εγίνωσκον να εκλέγωσι τοποθεσίας αναλογούσας προς τα αισθήματα υφ' ων ενεπνέοντο και προσφυείς προς τους σκοπούς του θεωρητικού βίου, ον ήσκουν. Εάν οι αρχαίοι, ως πλεονάκις παρετηρήθη, είχον την υπερτάτην τέχνην να εκλέγωσι τας θέσεις των ναών των, αξίους στυλοβάτας των φαιδρών θεοτήτων ας ελάτρευον, εάν τα μνημεία της Αττικής είνε το συμπλήρωμα του ουρανού της, ως είπον νεώτεροι τινες φιλάρχαιοι, ωσαύτως αληθεύει ότι και οι ζηλωταί των μέσων αιώνων εζήτουν τας προσφιλείς αυτοίς εμπνεύσεις του χριστιανικού αισθήματος εν μέσω γραφικωτάτων τοποθεσιών. Ως προς τούτο δ' επεκράτησαν δύο σχολαί. Οι μεν πραότεροι και ανθρωπινώτεροι εθήρευον τας ημέρους και χλοεράς θέσεις, οι δε άγαν ζηλωταί ήσαν αυτόχρημα «κρημνοποιοί», κατά την λέξιν του αρχαίου κωμικού. Ούτοι δεν ανεπαύοντο εκ των μειλιχίων και ηρέμα μελαγχολικών θέσεων, αλλ' επεδίωκον απορρώγας βράχους, αβάτους κρημνούς και τραχείας φάραγγας.

Η εν λόγω μονή του Αγίου Αθανασίου ήτο κράμα αμφοτέρων των σχολών τούτων. Ο ιδρυτής αυτής, ακμάσας κατά τον θ' αιώνα, ήτο ευπαίδευτος μοναχός, πιστός οπαδός των αυταδέλφων Γραπτών και του Θεοδώρου του Στουδίτου, ακολουθήσας τα ίχνη αυτών εις τον κατά των εικονομάχων πόλεμον. Εκαλείτο Δαυίδ Παργολάς, και η θέσις εν η έκειτο το υπ' αυτού κτισθέν ησυχαστήριον ωνομάζετο εκ του ονόματος αυτού μέχρι του χρόνου καθ' ον συμβαίνουσι τα ενταύθα ιστορούμενα. Περί του ανδρός τούτου εσώζετο παράδοσις ότι είχε καταφρονήσει το αξίωμα του οικουμενικού πατριάρχου, όπερ προσέφερεν αυτώ είς των εικονοκλαστών βασιλέων, υπό τον όρον να μεταστή προς το εναντίον στρατόπεδον, προτιμήσας να είνε απλούς μοναχός και να μένη εν τη ορθοδοξία. Μετά δε την αναστήλωσιν των εικόνων, έκτισε το μοναστήριον τη συνδρομή της βασιλίδος Θεοδώρας. Εν τη βιβλιοθήκη εσώζετο χειρόγραφόν τι, περιέχον ακριβή καταγραφήν των τε προνομίων και της προικοδοτήσεως της σταυροπηγιακής ταύτης μονής, και αναφέρον ότι η οικοδομή δεν συνεπληρώθη ευθύς υπό του Δαυίδ, αλλά παρήλθον πολλά έτη μετά τον θάνατόν του και επερατώθη αύτη. Έφερε δε τω όντι καταφανή τα ίχνη των επιπτυχών και του πολλαπλού σχεδίου. Πάντα τα μέρη της οικοδομής ούτε το αυτό ύψος και εύρος είχον, ούτε τον αυτόν ρυθμόν. Η βόρειος πλευρά ήτο μονώροφος κατά τα τρία τέταρτα και μέρος της δυτικής πλευράς. Αι λοιπαί ήσαν τριώροφοι. Εν τούτοις η ανωμαλία αύτη δεν εζημίου την πρόσοψιν του κτιρίου, διότι συνετέλει εις το να φαίνονται εκ του μέρους της θαλάσσης οι θόλοι και οι όροφοι του ναού, η άποψις δε αύτη ήτο όντως γεραρά και σεβασμία. Τινές των πλευρών έφερον ίχνη εμπρησμού και καταστροφής, διερχόμενος δέ τις διά νυκτός υπό τους παλαιοκτίστους εκείνους ορόφους, ησθάνετο διπλούν ρίγος, το ρίγος της υγρασίας και του ευρώτος, και το ρίγος του φόβου. Ευτυχής δε θα ήτο αν ο φόβος δεν προέβαινε μέχρι δεισιδαιμονίας. Ανθρώπινον πλάσμα, μονάζουσά τις, εκ των τότε διαιτωμένων εν τη μονή, ή μοναχός εκ των πάλαι ακμασάντων βαστάζων δέλετρον, εκ των μονοπλεύρων εκείνων και ετεροφαών και διαβαίνων εν νυκτί διά των θλιβερών τούτων διαδρόμων, θα παρείχεν όψιν φάσματος εξελθόντος αρτίως εκ της τελευταίας του κατοικίας όπως επισκεφθή άπαξ έτι τα δώματα ταύτα, εν οις έζησέ ποτε τον πρόσκαιρον βίον. Βήμα αντηχούν υπό τους θόλους τούτους, μη όντος ορατού του βαδίζοντος, ήθελεν εκληφθή ως ηχώ υπάρξεως πάλαι εκλιπούσης. Πνοή τυχαία ακουομένη περί τα υγρά ταύτα τείχη ήθελε νομισθή ως ύστατος αποχαιρετισμός ψυχής απελθούσης εις την αιωνιότητα, και μυστικόν παράπονον νεκρού, εις ον είνε λίαν στενή η ορισθείσα αυτώ κατοικία. Ενταύθα δεν ηκούοντο φαιδραί λαλιαί, δεν αντήχουν άσματα, δεν ωπτάνοντο πρόσωπα μειδιώντα, δεν ηκούοντο φιλήματα. Το μόνον ερύθημα όπερ ενεφανίζετο, ήτο το ερύθημα της Ηούς, προκυπτούσης καθ' εκάστην εκ του ορίζοντος, και ο μόνος ερωτικός στεναγμός, όστις αντήχει, ήτο ο του άνεμου, όστις ενίοτε καθίστατο ηπιώτερος, αλλά συνήθως εβρυχάτο απειλητικώς. Η μόνη θωπεία επί των παρθενικών παρειών ήτο η της αύρας και το μόνον φίλημα ήτο το φλοισβίζον ρεύμα του ρύακος το προσπαίζον στιγμιαίως επί της χλόης, και είτα χυνόμενον εις τον βαθύν χείμαρον.

Και όμως η φύσις ήτο ουχ' ήττον φαιδρά, αλλ' η τύχη είχεν επιζητήσει να καταστρέψη πάσαν αυτής την ευεργετικήν χάριν. Το σεβάσμιον τούτο ίδρυμα εφαίνετο ως πολιός γέρων κατακεκλιμένος επί της χλόης, και απολαύων εκ περισσού άπας έτι των ευεργετημάτων της φύσεως. Η κοιλάς διερρέετο υπό χειμάρρου αρδεύοντος πλουσίως τας φυτείας και τους κήπους. Σύσκια και χλοερά άσυλα εσχηματίζοντο παρά τας εκατέρωθεν κλιτύς, εις ά αι ακτίνες του ηλίου δυσκόλως εισεχώρουν. Κλήματα άγρια, έρποντες κισσοί και περιπλοκάδες περιεπτύσσοντο τα στελέχη των πλατάνων και αρκεύθων. Ίχνη αρχαίας φιλοπονίας εσώζοντο περί τους διατηρουμένους εισέτι κήπους, αλλά καθ' ον χρόνον υπόκειται η παρούσα ιστορία, η καλλιέργεια αυτών είχε παραμεληθή. Βάτοι και άκανθαι απέφραττον τας κανονικώς άλλοτε τμηθείσας διόδους μεταξύ των πρασιών, και αι αμαδρυάδες αι κατοικούσαι τα άλση ταύτα βαδίζουσαι, θα ηναγκάζοντο βεβαίως να ανασηκόνωσι τα κράσπεδα των εσθήτων αυτών, αν ήθελον να μη σχισθώσιν αύται υπό των βάτων. Λέγομεν τούτο φανταζόμενοι, ότι κατά τους χριστιανικούς αιώνας και αύται αι μυθολογικαί νύμφαι, όσαι επέζων εισέτι, ενεδύθησαν πάντως εσθήτας, και δεν ετόλμων πλέον να εμφανίζωνται γυμναί, όπως κατά την ειδωλολατρικήν αρχαιότητα. Αν όμως η εικασία ημών είνε εσφαλμένη, αιτούμεν ταπεινώς συγγνώμην παρά των εγκρατών της αρχαίας και νεωτέρας μυθολογίας.

Εν τούτοις κηπουρός τις υπήρχεν, αλλά και ούτος, αν είχε τινα ικανότητα, ήτο αύτη διά παν άλλο έργον πλην του έργου του κηπουρού. Ο άνθρωπος ούτος, γνωστός ήδη εις τον αναγνώστην, κατώκει παρά το ρεύμα, εντός καλύβης τινός, ήτις άλλοτε ήτο αχυροσκεπής, ως εφαίνετο εκ της ολίγης καλάμης, ήτις εσώζετο έτι επί της στέγης της. Μύλος τις εφαίνετο υποκάτω δεξαμενής, όστις άλλοτε πρέπει να είχε και τροχόν, ως ηδύνατό τις να συμπεράνη εκ της ρωγμής δι' ης εχύνετο το ύδωρ. Παρά το ερείπιον τούτο έβλεπέ τις κειμένας δέσμας καλάμων και ράβδους αιγοκλήματος, και ο κηπουρός εκάθητο, ή μάλλον έκειτο βλέπων μετά ζηλοτύπου οφθαλμού κύνα τινά, όστις ήτο εξηπλωμένος μακαρίως επί της πεπατημένης χλόης. Προφανώς τον εζήλευε διότι δεν ήτο υποχρεωμένος να εργάζηται, ενώ αυτός ήτο ηναγκασμένος να πλέκη καλάθια διά να ζήση. Από καιρού εις καιρόν ο κηπουρός, διακόπτων την εργασίαν ταύτην εχασμάτο βλέπων τον κύνα. Ούτος δε απήντα διά νωθρού γαυγισμού εις τον προκλητικόν τούτον τρόπον του κυρίου του. Περιττήν θεωρούμεν πάσαν περαιτέρω σύστασιν προς τον αναγνώστην. Αμφότερα τα όντα ταύτα είνε ήδη αυτοσύστατα, και ο μεν κύων εκαλείτο Χόμο, ο δε άνθρωπος ωνομάζετο Τρέκλας. Διά να είνε όμως σωστή η ανταλλαγή των ονομάτων έπρεπε και ούτος να καλήται &Κάνις&. Αλλ' αν θέλη ο αναγνώστης, είνε ελεύθερος να τω δώση και το όνομα τούτο, ή και οιονδήποτε άλλο.

Είνε άξιαι πολλού διαφέροντος αι ανθρωποκυνικαί σχέσεις μεταξύ των δύο τούτων όντων. Αύται εποίκιλλον εφ' απάσης της διατονικής κλίμακος των αισθημάτων, από της σκληροτάτης τραχύτητος μέχρι της μαλακωτάτης τρυφερότητος. Ως χαρακτήρ ο Χόμο ήξιζεν αναμφιβόλως κάτι πλειότερον του Τρέκλα, αλλ' όμως δεν εξετιμάτο κατά την αξίαν του. Ο Χόμο ησθάνετο άκραν αφοσίωσιν προς πάντας τους κυρίους του, και είχε πολλούς και πολλάς, έλειχε δε τας ποδιάς όλων. Αλλ' η διαγωγή του Τρέκλα προς τον Χόμο ηδύνατο ου μόνον παρά τοις κυσί, αλλά και παρά τοις ανθρώποις να χαρακτηρισθή ως επίμεμπτος. Σπανίως τω έρριπτε κόκκαλόν τι, συχνότατα όμως τω επεδαψίλευε μαστιγώσεις. Και όμως ο Χόμο δεν απέκαμνε να υπομένη τας δυστροπίας του, εκάθητο δε παρά τους πόδας αυτού μετά παραδειγματικής εγκαρτερήσεως. Οι δε μεταξύ των δύο συναπτόμενοι διάλογοι είνε άξιοι ιδιαιτέρας περιγραφής. Εάν ο Χόμο, βαρυνόμενος την αργίαν, και μη έχων εκδρομήν τινα να εκτελέση, ήρχιζε να σκαλίζη χάριν ασκήσεως το έδαφος με τους πόδας του, ο Τρέκλας τω έλεγε·

— Ησύχασε, Χόμο.

— Γαυ! απήντα ο κύων, και εξηκολούθει να σκαλίζη.

— Μη σκαλίζης, σου λέγω.

— Γαυ! Γαυ!

— Θα σε δείρω, Χόμο.

Ενταύθα ο Χόμο μετέβαλλε τον συνήθη αυτώ γρυσμόν επί το βαθυφωνότερον, από &Γαυ& εις &Γωύ&. Τότε ο Τρέκλας ήρπαζε λεπτήν ράβδον και έτυπτε τον Χόμο.

Ο Χόμο εξέπεμπεν ωρυγμόν, και μετά την πρώτην πληγήν απεμακρύνετο. Το ευτύχημα ήτο ότι ο Τρέκλας και εβαρύνετο να τον καταδιώκη και δεν ίσχυε με τους στρεβλούς πόδας του να τον φθάση. Άπαξ όμως είχεν οργισθή πολύ, και απεφάσισεν αντί πάσης θυσίας να τον φθάση. Έρριψε ρόπαλόν τι κατόπιν του, αλλ' ο Χόμο υπερεπήδησε τον ρύακα και έφυγεν. Ο Τρέκλας έτρεχε κατόπιν του, και προσεποιείτο ότι έχει να τω δώση έν κόκκαλον. Αλλ' ο Χόμο δεν ηπατάτο ευκόλως. Ενόει καλώς ότι ο σκοπός του Τρέκλα ήτο εχθρικός. Εν τούτοις ο Τρέκλας, βλέπων το ανωφελές της καταδιώξεως, μετέβαλε τακτικήν, και επανελθών εις τον μύλον εκάθισε και ήρχισε να πλέκη το καλάθιον. Ο Χόμο, μη ων πανούργος, ενόμισεν ότι ο θυμός του παρήλθε, και επέστρεψε προς αυτόν σείων την ουράν. Αλλά τότε ο Τρέκλας αρπάζει αιφνιδίως τον Χόμο από του λαιμού και τον έτυπτεν ασπλάγχνως. Και όμως ο κύων δεν εμνησικάκει.

Αξία ιδιαιτέρας προσοχής είνε η συνήθως επαναλαμβανομένη περιπαθής εκείνη σκηνή, καθ' ην ο Τρέκλας διηγείτο εμπιστευτικώς τους καϋμούς του εις τον Χόμο. Τότε ο Χόμο τον επαρηγόρει, ως ηδύνατο.

— Χόμο, φίλε μου, νηστικούς θα μας αφήσουν σήμερα.

— Γαυ! έκαμνεν ο Χόμο. Το επιφώνημα τούτο ίσως εσήμαινεν «Εμέ με αφήνεις πολλαίς φοραίς νηστικόν, και δεν παραπονούμαι».

— Αυταίς η διαβολοκαλόγρηαις, η ψεύτραις, η παληοβρώμες….

— Γαυ! Γαυ!

— Αυταίς η υποκρίτριαις, η άνοσταις….

— Γαυ!

— Θα μας αφήσουν να ψοφήσωμε της πείνας και οι δυο.

— Γαυ! Γωύ!

— Αταίς τους ξέρουν να τρώνε, και έχουν πολλά για να φάνε, που να βγάλουν τη φάγουσα.

Ο κύων έσεισε την ουράν.

— Για μένα και για σένα είνε η νηστεία.

Ο κύων κατεβίβασε τα ώτα.

— Εμάς τους δύο θέλουν και καλά να μας πάνε στον παράδεισο.

— Γωύ! έκαμνεν αρνητικώς ο κύων.

— Με το στανιό θέλουν να μας αγιάσουνε.

— Γωύ!

— Δεν μας σώνουν τα άλλα τα βάσανά μας, μας αφήνουν και νηστικούς.

— Γαυ! έκαμεν ο κύων καταφατικώς.

— Να είχα τουλάχιστον ένα κόκκαλο να σου ρίξω εσένα, και μένα δεν με μέλει, ειμπορώ να μείνω και νηστικός.

— Γουβ! το επιφώνημα τούτο εξέφραζεν ίσως απορίαν, πού τα εύρεν ο Τρέκλας τόσα αγαθά αισθήματα. Βεβαίως θα ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην θα έκαμνε τοιαύτην θυσίαν.

— Πόσον ευχαριστούμαι, καλέ μου Χόμο, που σ' έχω συντροφιά.

Του κυνός η μορφή εξέφραζεν έκπληξιν.

— Είνε καλό να έχη κανείς ένα φίλον εις αυτόν τον κόσμο. Και εμέ τα βάσανά μου είνε πολλά.

Ο κύων δεν μετείχε πλέον του διαλόγου. Ο Τρέκλας εμονολόγει.

— Φαντάσου να σ' αφήση έξαφνα η γυναίκα σου, Χόμο. Το έπαθα εγώ αυτό. Μ' επαράτησεν η άπιστη. Και τι τα θέλεις, είνε άσχημο να σε παρατήση η γυναίκα σου. Ας λέγουν ότι θέλουν, μοναχός του δεν ειμπορεί να ζήση κανείς. Τραβά τον διάβολο του, Χόμο. Ξαλαφρόνω που σου τα λέγω, και είνε το καλό οπού έχω βεβαιότητα πως δεν θα πας να τα πης αλλού. Αλλ' ως τόσο, καλλίτερα είχα να μη σου τα 'λεγα και να μην είχαν συμβή. Να κοιμηθής μια βραδειά με την αγκαλιά ζεστή, Χόμο, και την άλλη να μείνης μάρμαρο, δεν είνε καλή δουλειά, Εσείς οι σκύλοι τώχετε ως τόσο καλά. Κάνετε όλαις ταις δουλειαίς σας με μεγάλη ελευθερία, χωρίς να σας μέλη τέσσερα. Εμείς είμεθα αναγκασμένοι να κλειδομανταλόνωμε ταις πόρταις, και πάλι οι μουσαφεραίοι μας έρχονται απ' τα παράθυρα.

Ο Χόμο εφαίνετο ότι ηκροάτο την παθητικήν ταύτην εξομολόγησιν, αλλά δεν ήτο διατεθειμένος να δώση απάντησιν. Άλλως δε δεν ηγάπα να συζητή περί ανέμων και υδάτων. Είνε αληθές ότι δεν είχεν ανάγκην να λάβη μαθήματα ηθικής παρά του Τρέκλα, όπως δεν είχεν ανάγκην ουδέ τροφήν να λάβη παρ' αυτού. Αν ήτο να περιμένη ο Χόμο την τροφήν του εκ της χειρός του Τρέκλα, θα ήτο άξιος οίκτου. Το καλόν ήτο ότι ο Χόμο περιήρχετο δις και τρις της ημέρας περί τα μαγειρεία των καλογραιών, και εκείθεν τακτικώς εψωμίζετο. Εκείσε δε διηυθύνθη και σήμερον, αφού ήκουσε την εποικοδομητικήν ταύτην διδαχήν του Τρέκλα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

Ο μοναστικός βίος.

Εν τω περιβόλω του μοναστηρίου συνέβαινον καθ' εκάστην τρομεραί μάχαι μεταξύ του επιδρομέως Χόμο και πολυαρίθμων αμυνομένων. Δύο δωδεκάδες γαλών ετρέφοντο εν τω περιβόλω τούτω, αίτινες θα ήσαν ικαναί να καταδιώκωσι τελεσφόρως τους μυς, αν δεν επαχύνοντο υπερμέτρως. Αλλ' όσον διά τον Χόμο, ούτος δεν ηδύνατο ο δυστυχής να εισχωρήση αποινεί εις το ιερόν οίκημα. Διά την τύχην αυτού η τοσαύτη πιμελή εχρησίμευεν οιονεί προς λίπανσιν των σωμάτων και όξυνσιν των ονύχων των εχθρών του. Αλλ' όμως ο φόβος δεν εκώλυεν αυτόν του να εισχωρή εις το μοναστήριον, βιαζόμενος υπό του ενστίκτου της ζωής. Είνε βέβαιον ότι μεταξύ των μοναζουσών είχε και προστάτιδας. Μία αυτών, η αδελφή Βεάτη, εδεικνύετο εξόχως ευμενής προς τον κύνα. Η ευμένεια δε ήτο το κυριώτατον γνώρισμα της γυναικός ταύτης. Αύτη εμειδία τόσον προθύμως και περιχαρώς προς πάντα τα περί αυτήν, ώστε ουδείς ηδύνατο να την μεμφθή ούτε διά το υψηλόν της ανάστημα ούτε διά την άπλυτον εμπροσθέλλαν ην εφόρει. Η αδελφή Βεάτη ήτο η επιτηδειοτάτη των μαγείρων και η αμελεστάτη των καλογραιών. Εις μάτην οι κώδωνες εκώφαινον νυχθημερόν τα ώτα της. Εις την εκκλησίαν δεν επάτει. Δεν ενόει να καταλίπη ουδέ στιγμήν το μαγειρείον. Ήτο δ' ευχαριστημένη με το επάγγελμά της, όπερ εδικαιολόγει αποχρώντως την εκ του ναού απουσίαν. Εδήλωσε δε εις την ηγουμένην, ότι αν εις το μέλλον τυχόν επαύετο από του διακονήματος τούτου, η προτιμώμενη παρ' αυτής θέσις ήτο η της κωδωνοκρουστρίας.

Η Βεάτη εύρισκε καιρόν να συμβιβάζη τα χρέη της με τας αδυναμίας της και τούτο ήτο επίσης αξιόλογον προτέρημα. Μία των αδυναμιών της συνίστατο εις το να περιέρχηται νύκτωρ τα δωμάτια των μοναζουσών, και ν' αρχίζη μετ' αυτών συνδιαλέξεις σχοινοτενείς περί παντός πράγματος. Θέμα αυτών συνήθως ήτο, ως εννοείται, η κακολογία. Η αδελφή Βεάτη είχε την καλήν συνήθειαν να λοιδορή αδυσωπήτως πάσας τας μοναχάς, όσαι είχον την ευτυχίαν να συζώσι μετ' αυτής υπό την αυτήν στέγην. Η αδελφή Βεάτη ήτο φιλοπράγμων και ανυπόμονος εις το έπακρον. Δεν ηνείχετο να υπάρχωσι μυστικά δι' αυτήν. Τω όντι εσκέπτετο ότι, αφού παν μυστικόν ήτο προωρισμένον να είνε γνωστόν εις δύο τουλάχιστον πρόσωπα, διατί να μη είνε και εις τρίτον, και διατί το τρίτον τούτο να μη είνε αυτή αντί πάσης άλλης; Ησθάνετο δε τοσούτον γαργαλισμόν περιεργείας, οσάκις εδίδετο αφορμή προς ανίχνευσιν μυστικού τινος, ώστε δεν ηδύνατο ούτε να κοιμηθή ούτε να φάγη. Εάν δεν κατώρθου νανακαλύψη τι συνέβαινε, κατέφευγεν εις εικασίας, εις συνδυασμούς, εις πλάσματα, και τέλος έλυεν οπωσδήποτε την απορίαν της. Σπανίως δε ηστόχει ολοσχερώς του επιδιωκομένου παρ' αυτής αξιεπαίνου σκοπού.

Μία τοιαύτη περίστασις απαιτούσα θηρευτικήν και ανιχνευτικήν όσφρησιν είχε παρουσιασθή αρτίως εις το μοναστήριον και διήγειρε σκανδαλωδώς ορθήν και άγρυπνον την προσοχήν της Βεάτης. Νέα τις άγνωστος εις πάσας τας μοναχάς είχεν έλθει εις το μοναστήριον και την είχον κλείσει εις δωμάτιόν τι χωρίς μηδεμία των μοναζουσών να ίδη αυτήν. Εψιθυρίσθη μόνον το πράγμα, και τις των αδελφών, ονομαζομένη Πογκία, ισχυρίζετο ότι την είδεν, αλλ' ήσαν συνειθισμέναι να μη πιστεύωσιν εις τας διαβεβαιώσεις της Πογκίας, καθόσον αύτη ήτο γνωστή ως ελαφρόσκιος, και είχε τόσας δράσεις όσους και οφθαλμούς. Οι οφθαλμοί της δ' έβλεπον προς τα εντός μάλλον ή προς τα εκτός, και υπείκον αποκλειστικώς εις την φαντασίαν της. Ήτο γνωστόν μόνον ότι η εν λόγω νέα είχεν έλθει διά νυκτός, αλλ' ουδεμία των μοναχών είξευρεν ούτε τις την έφερεν ούτε διατί ήλθε. Περιέμενον την επιούσαν και την μεθεπομένην, ελπίζουσαι να την ίδωσιν εξερχομένην του κελλίου, όπου είχε κλεισθή τη διαταγή της ηγουμένης. Αλλ' η προσδοκία αύτη υπήρξε ματαία. Ουδεμία των καλογραιών ηξιώθη να ίδη το πρόσωπόν της. Τις άρα ήτο η ξένη αύτη; Ήτο δόκιμος; Ήτο νεοφώτιστος; Ήτο κατηχουμένη; Ήτο μετανοούσα; Ήτο κατάδικος; Άγνωστον.

Η αδελφή Βεάτη ετριγυρίσθη. Αύτη μόνη είχε τόσην περιέργειαν, όσην αι άλλαι μοναχαί όλαι ομού. Τι να κάμη; Ανάγκη πάσα νανακαλύψη το μυστικόν. Ν' αποθάνη τις εκ σκληραγωγίας, υπομονή. Ν' αποθάνη εκ γήρατος, χάρισμα. Ν' αποθάνη εκ νόσου, υποφέρεται. Ν' αποθάνη εκ βιαίου θανάτου, τι να γείνη; Αλλά ν' αποθάνη εκ περιεργείας; Τούτο θα ήτο πρωτάκουστον. Και όμως η αδελφή Βεάτη θα ήτο ικανή να δώση εις τον κόσμον το τοιούτον παράδειγμα.

Η Βεάτη, ιδούσα ότι δεν έμελλε να κατορθώση τι διά των συνήθων μέσων, ήρχισε να σκέπτηται ήδη ότι ήτο ανάγκη εκτάκτου τινός διαβήματος. Εν τω μεταξύ δ' εξέφαζε διαφόρους αλλήλας αναιρούσας εικασίας. Κατά την αδελφήν Πογκίαν, η νέα ήτις είχεν έλθει είχεν όλως φανταστικά χρώματα. Ήτο υψηλή ως ανήρ και ωμοίαζε κατά την φυσιογνωμίαν με την Αγίαν Περπέτουαν, την προστάτιν του μοναστηρίου, ήτις είχε την έκτακτον όλως χάριν να δαμάζη τα άγρια θηρία. Τοιαύτην την είχεν ιδεί η αδελφή Πογκία εις τας οπτασίας της.

Η Βεάτη ουδέν εκ πάντων τούτων παρεδέχετο. Τα συμπεράσματα αυτής ήσαν άλλα, έμελλε δε να πλάση ολόκληρον ιστορίαν περί του πράγματος, αν δεν επροτίμα να κάμη μίαν αληθή. Προς τούτο ήρχισε να κατασκοπεύη περί την εσπέραν τα κατατόπια, όπου είχε μάθει ότι κατώκει η ξένη. Αύτη ήτο έγκλειστος εις το υψηλότερον δώμα, κτίριόν τι πυργοειδές, μέρος έρημον, οπού σπανίως ανέβαινον αι μοναχαί. Άλλως δε η θύρα του χωρίσματος τούτου ήτο από αμνημονεύτων χρόνων ερμητικώς κεκλεισμένη.

Περί την δευτέραν ώραν της νυκτός, ενώ αι μοναχαί ανεγίνωσκον εν τω καθολικώ το απόδειπνον, η αδελφή Βεάτη εσκέφθη ότι δεν έπρεπε να χάση καιρόν, έλαβεν εκ του μαγειρείου δάδα ανημμένην και ανήλθε τα τρία πατώματα της &κόρδας&. Έφθασεν εις την θύραν του πυργοειδούς δώματος. Ώθησεν αυτήν, και εξεπλάγη ιδούσα ότι ήτο ανοικτή. Στενή κλίμαξ ήτο ενώπιόν της άγουσα προς το δώμα, όπου έπρεπε να κατοική η ξένη, αν υπήρχε τοιαύτη και δεν ήτο πλάσμα της φαντασίας. Η Βεάτη έθηκεν αποφασιστικώς τον πόδα επί της πρώτης βαθμίδος, και αι σεσαθρωμέναι σανίδες έτρεμον υπό τα γόνατά της. Ευρώς και υγρασία διέπνεε διά των χωρισμάτων τούτων. Η δας ην εκράτει η μοναχή επλησίαζε να σβεσθή. Έφθασεν εις το ύψος της κλίμακος. Η θύρα του πρώτου χωρίσματος ενέδωκεν επίσης. Ήτο τούτο είδος προθαλάμου, μετ' αυτόν δε είπετο ο κύριος θάλαμος, εν ώ έπρεπε να κατοική το μυστηριώδες πρόσωπον. Περί των δύο τούτων θαλάμων υπήρχεν αρχαία τις παράδοσις. Η Βεάτη ήθελεν αισθανθή φόβον, αν δεν κατείχετο υπό μεγίστης πολυπραγμοσύνης και έμενε χώρος δι' άλλο αίσθημα εν τη καρδία της.

Η παράδοσις αύτη έλεγεν ότι μοναχός τις κατοικών το πάλαι εις τα δώματα ταύτα, ασκήσας μεγίστην εγκράτειαν, είχεν αγιάσει. Κατ' άλλους δεν είχεν αγιάσει, αλλά τουναντίον εβρυκολάκιασε, και κατά την συνήθειαν των ομοίων του ηρέσκετο να επανέρχηται νύκτωρ εις το έρημον τούτο δώμα, όπως επισκέπτηται μετά θάνατον την πάλαι κατοικίαν του. Την τελευταίαν ταύτην γνώμην παρεδέχετο και η ηγουμένη του μοναστηρίου, η μήτηρ Πία, καθότι δεν εδέχετο αύτη ότι ήτο δυνατόν να αγιάση σχισματικός μη πρεσβεύων τα δόγματα του Πάπα. Αγνοώ ποτέρα των δύο γνωμών είνε η ορθή.

Ο προθάλαμος, εν ώ ευρίσκετο η αδελφή Βεάτη, κάθυγρος, με τους τοίχους μαύρους και αραχνιώντας, ήτο θλιβερώτατος. Εφ' ενός των τοίχων, σώζοντος εισέτι ολίγην κονίαν, εφαίνετο κεχαραγμένος μέλας Σταυρός μετά της λόγχης και του σπογγοφόρου καλάμου. Υπό το σημείον τούτο υπήρχεν ελληνική τις επιγραφή λέγουσα: «Ίδε, έφθασε, ταλαίπωρε ψυχή, ο απόστολος ο ερχόμενος οπίσω μας. Τι καθήμεθα; Αποδημία εστίν αιώνιος, μη έχουσα πάλιν επάνοδον». Την επιγραφήν ταύτην εχάραξε πιθανώς αυτός ο πάλαι ποτέ ζήσας αναχωρητής, όστις δεν εφαντάσθη, φαίνεται, ότι έμελλε να βρυκολακιάση και να επανέρχηται ενταύθα και μετά την αιώνιον αποδημίαν.

Όπως και αν έχη τούτο, η Βεάτη δεν κατείχετο την στιγμήν ταύτην υπό ουδενός δεισιδαίμονος αισθήματος. Επλησίασε θαρραλέως και έκρουσε την θύραν. Αλλ' αύτη ανθίστατο. Ήτο στερρώς κεκλεισμένη. Η Βεάτη επανέλαβε την κρούσιν. Έκρουσε δε ηρέμα και συνεχώς. Ουδεμία φωνή ηκούσθη.

— Ποία είσαι αυτού μέσα; ηρώτησεν η Βεάτη.

Ουδεμία απάντησις.

— Ποία είσαι; επανέλαβεν η Βεάτη. Δεν ομιλείς δι' αγάπην Θεού;

Τη στιγμή ταύτη εφάνη εις την Βεάτην ότι ήκουσεν ως πνοήν ή στεναγμόν τινα, κίνημά τι ανθρώπου αφυπνιζομένου. Ηκροάσθη. Δεν ήκουσε πλέον τίποτε. Ενόμισεν ότι ηπατήθη την πρώτην φοράν.

Ητοιμάζετο να κρούση και εκ τρίτου. Αλλά συγχρόνως ήκουσε βήματα εκ του αντιθέτου μέρους. Διά της κλίμακος ην είχεν αρτίως αναβή, ανέβαινέ τις.

Η Βεάτη μόλις επρόφθασε να κρυφθή όπισθεν της θύρας, δι' ης είχεν εισέλθει, και είχεν αφήσει αυτήν ανοικτήν. Διενοήθη ότι πρέπει να ήτο η ηγουμένη αυτή ήτις ήρχετο.

— Ποίος ήνοιξε αυτήν την πόρτα; ηκούσθη μορμυρίζουσα φωνή τις. Εγώ την άφησα ανοικτή; Παναγία μου! Μη χειρότερα! Μη ήρθεν ο βρυκόλακας;

Η Βεάτη ανεγνώρισε την γυναίκα ταύτην. Δεν ήτο η ηγουμένη. Ήτο η αδελφή Σιξτίνα, ήτις εξετέλει χρέη νοσοκόμου εν τη μονή. Η Βεάτη διενοήθη ότι αύτη βεβαίως θα ανέλαβε να υπηρετή την έγκλειστον εις τα προς τροφήν και πάσαν άλλην διακονίαν του σώματος, και διά τούτο ήρχετο ενταύθα.

Η Βεάτη εκόλλησεν όπως ηδυνήθη εις την κόγχην της θύρας. Άλλως θα ήτο ήδη σκότος, διότι είχε σβέσει την δάδα. Η αδελφή Σιξτίνα, φοβουμένη μη την κατασκοπεύωσι μακρόθεν, έφερεν ένα εκ των ετεροπλεύρων εκείνων φανών, των φωτιζόντων τα έμπροσθεν του βαστάζοντος, καθιστώντων δε βαθύτερον το όπισθεν σκότος. Δεν εστράφη να ίδη οπίσω της θύρας, ήτο δε και αδύνατον να φαντασθή, ότι ήτο τις ενταύθα. Αν και δεν ηρκέσθη βεβαίως εις την υπόνοιαν ότι ήλθεν ο βρυκόλαξ, δεν συνέλαβεν όμως αλλοίαν υποψίαν. Μη έχουσα πεποίθησιν εις την μνήμην της, δεν είξευρε μετά βεβαιότητος ότι είχε κλείσει πράγματι την θύραν, την τελευταίαν φοράν καθ' ην ήλθεν ενταύθα. Δυνατόν να την άφησε και ανοικτήν και να μη ενεθυμείτο. Εν τούτοις προυχώρησεν αύτη προς τον κλειστόν θάλαμον.

Ανέσυρεν εκ της ζώνης της βαρείαν κλείδα και έθηκεν αυτήν εις το κλείθρον. Η προστριβή και ο κρότος του σιδηρού εργαλείου αντήχησε βραχνώς υπό τον λίθινον θόλον. Η θύρα ηνοίχθη μετά βαρέος τριγμού.

Η Βεάτη προέβαλε γοργώς την κεφαλήν όπισθεν της Σιξτίνης και προσεπάθησε να ίδη τα εντός του ανοιχθέντος θαλάμου. Αλλ' όσον άπληστον και αν ήτο το βλέμμα της ουδέν προέλαβε να ίδη. Η αδελφή Σιξτίνα έκλεισεν αύθις την θύραν και σκότος βαθύ αποκατέστη.

Τότε η Βεάτη εσκέφθη ότι, αφού δεν είχεν ικανοποιήσει την όρασιν, ώφειλε τουλάχιστον να ευχαριστήση την ακοήν. Πατούσα επ' άκρων των ονύχων επλησίασεν εις την θύραν, και έτεινε τα ώτα. Αλλ' ουδέν ήκουεν. Έμεινε χρόνον τινά αυτόθι. Ουδέν.

Η Βεάτη εσκέφθη ότι ίσως η ξένη εκοιμάτο, και αφού το πράγμα ούτως είχεν, η Σιξτίνα μη έχουσα ν' αποτείνη τον λόγον πρός τινα, δεν ήτο ανόητος να ομιλή μόνη της, και ούτω συνέβαινεν ώστε αυτή, η Βεάτη, καίπερ τείνουσα υπερμέτρως τα ώτα, ουδέν όμως ήκουεν. Η εικασία αύτη εφάνη εις την Βεάτην η λογικωτάτη, εξ όσων είχε κάμει ποτέ.

Εν τούτοις ηκροάτο εισέτι. Έμελλε δε να μείνη επί μακρόν χρόνον ορθία ενταύθα, αν δεν επήρχετο εις αυτήν η προφυλακτική πρόνοια, ότι ήτο επόμενον η Σιξτίνα να εξέλθη όθεν εισήλθε, και τότε η Βεάτη έμελλε να καταληφθή επ' αυτοφώρω ωτακουστούσα. Η σκέψεις αύτη την έκαμε να τραπή εις φυγήν. Αλλ' ενταύθα πάλιν άλλη δυσκολία. Είπομεν ότι ήτο σκότος. Η Βεάτη ήτο ηναγκασμένη να βαδίση ψηλαφίνδα, να καταβή την σεσαθραιμένην κλίμακα, να διέλθη τους σκοτεινούς εκείνους διαδρόμους δι' ων από μακρού χρόνου δεν είχε διαβή.

Εν τη αμηχανία της εσκέφθη να κρυβή εις την κόγχην την όπισθεν της θύρας του προθαλάμου, και να περιμείνη μέχρις ου εξέλθη η Σιξτίνα, αφού, ως επίστευεν, έμελλε να εξέλθη αύτη. Αλλ' αν δεν εξήρχετο; Αν έμελλε να μείνη εις τον θάλαμον της ξένης και να διανυκτερεύση μετ' αυτής, όπερ δεν ήτο απίθανον; Τότε ουδέν έμελλε να χάση η Βεάτη. Διότι μετά δύο ή τρεις ώρας δεν έμελλε να πυκνωθή πλειότερον το σκότος, τουναντίον περί το μεσονύκτιον θ' ανέτελλεν η σελήνη, ης το φέγγος θα διήρχετο διά τινος φεγγίτου, και θα ωδηγείτο να βαδίση ευχερέστερον. Πλην τούτου οι οφθαλμοί της, οίτινες έβλεπον καλώς, ήθελον συνειθίσει εις το σκότος, και θα υπηρέτουν αυτήν καλλίτερον. Αν τουναντίον, παρά πάσαν πιθανήν εικασίαν, εξήρχετο εκ του θαλάμου η Σιξτίνα, τότε η Βεάτη δεν ηδύνατο να φοβηθή το τεχνητόν σκότος, όπερ προεκάλει όπισθεν της νυκτοβάτιδος το ημιφαές δέλετρον, και η ανιχνεύτρια έμελλε να οδηγηθή διά της αντιλαμπής του φωτός πλειότερον ή η Σιξτίνα διά της ορθής αυτού λάμψεως.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings