Front matter (continued 5)
Reading edition
— Τι να πω κ' εγώ; εσύ μπορεί τα ξεύρης,
Αφότου ήκουσε περί της κλειδός και περί του μοναστηρίου ο Σκούντας, είχε πέσει εις βαθείαν σύννοιαν, ην μάτην προσεπάθει να συγκαλύψη. Φαίνεται ότι εγίνωσκεν ούτος ότι η Αϊμά ευρίσκετο εν τω ειρημένω μοναστηρίω, ο δε Τρανταχτής ηγνόει το πράγμα.
— Και τώρα τι να κάμω εγώ; είπεν ο Τρανταχτής. Έχω εκείνην την δουλειά όπου ξεύρεις αύριο, και δεν ειμπορώ να πάγω εκεί.
— Τι να σε κάμω! είπεν ο Σκούντας μετ' άκρας απαθείας.
— Δεν θα ήτο άσχημον να εύρισκα μέσον να το στείλω.
— Ειμπορεί να εύρης.
— Ειξεύρεις κανένα;
— Εγώ; όχι, Μα το Ναι.
— Και τι έλεγες πρωτήτερα;
— Διά να πάγω εγώ; Εχωράτευα, είπεν ο Σκούντας.
— Ώστε έχεις και συ δουλειά;
— Δεν πιστεύω, αλλά τι με μέλει;
— Δεν σε μέλει λοιπόν διά την δυσκολίαν του φίλου σου;
— Ποίαν δυσκολίαν;
— Είνε μία δυσκολία αυτό δι' εμέ, είπεν ο Τρανταχτής. Δεν θέλω να δυσαρεστήσω την Βεάτην.
Ο Σκούντας έσεισε τους ώμους.
— Λοιπόν δεν γίνεται; είπεν ο Τρανταχτής.
— Τι πράγμα;
— Δεν μπορείς να πάγης;
— Πού;
— Εις το μοναστήρι.
— Με τα σωστά σου το λες;
— Δεν είνε τρόπος;
— Ω διάβολε, τρόπος.
— Ώστε θα μ' αφήσης εις την στενοχωρίαν;
— Να ήτο στενοχωρία, ναι. Αλλ' αυτό δεν μου φαίνεται σπουδαίον.
— Δεν σου φαίνεται; Νόστιμον.
— Ας είνε όσον νόστιμον θέλει.
— Ας αφήσωμε τα λόγια, είπεν ο Τρανταχτής. Θα υπάγης;
— Διάβολε! επιμένεις, βλέπω.
— Βέβαια επιμένω. Τόσο χατήρι δεν έχω;
— Τι να σου πω;
— Θα πάγης;
— Εσύ πρέπει να έχης λόγον να επιμένης τόσον, είπε μετά προσποιήτου ευηθείας ο Σκούντας.
— Λόγον; Ειμπορεί να έχω.
— Και δεν επιμένω να μου τον πης.
— Και να επιμείνης δεν σου λέγω τίποτε τώρα. Άλλην φοράν, μάλιστα.
— Λοιπόν απαιτείς να πάγω;
— Απαιτώ.
— Θα πάγω τότε, τι να γένη.
— Εύγε, είσαι φίλος, είπεν ο Τρανταχτής. Φίλος διά φίλου σώζεται.
Και τω έδωκε την κλείδα. Ο Σκούντας την έλαβε και την έκρυψεν εις την ζώνην του.
Και ιδού πώς ο Τρανταχτής ενόμισεν ότι &κατάφερε& τον Σκούνταν να τω κάμη την χάριν ταύτην, ενώ ούτος επίστευε πάλιν εν συνειδήσει, ότι αυτός ήτο ο πείσας τον Τρανταχτήν να τον πέμψη εις την αποστολήν ταύτην, και να τω είπη και &ευχαριστώ&.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
Μαθήματα συλλαβισμού.
Όσον ασύστατοι και αν ήσαν αι επαγγελίαι του Τρέκλα, ας ο Μάχτος εξεβίασε παρ' αυτού, ουχ ήττον κατώρθωσεν ο δίπους σύντροφος του Χόμο να τύχη πληροφοριών τινων περί της Αϊμάς και περί του κελλίου εν ώ ευρίσκετο εγκαθειργμένη αύτη. Έμαθε δε τούτο παρά της αδελφής Βεάτης, ήτις δεν ήτο φειδωλή λόγων, ουδ' απέφευγεν ουδεμίαν αφορμήν συνδιαλέξεως ή εξηγήσεως, προκειμένου περί πραγμάτων κινούντων την ιδίαν αυτής φιλοπραγμοσύνην. Ο Τρέκλας μαθών άπαξ ό,τι επεθύμει, περιέμεινε μεθ' υπομονής την στιγμήν καθ' ην απεμακρύνθη η Βεάτη εκ του μαγειρείου, και τότε έσπευσε ν' αναβή τας λιθίνας και ευρωτιώσας βαθμίδας της κλίμακος, ήτις ανήγεν εις το πρώτον πάτωμα, και εκείθεν ανήλθεν εις το δεύτερον και εις το τρίτον. Τέλος έφθασεν εις το υπερώον, όπου ήτο κεκλεισμένη η Αϊμά.
Ο Τρέκλας είχεν εκλέξει την στιγμήν καθ' ην αι μοναχαί έμελλον να καθίσωσιν εις την τράπεζαν, ώστε αναβαίνων χανδόν και μετά του συνήθους αυτώ υποσκασμού τας τρεις κλίμακας, δεν εφοβείτο μη συναντήση μοναχήν τινα δυναμένην να ενοχλήση αυτόν, και να τον ερωτήση πού διηυθύνετο.
Ότε έφθασεν ενώπιον της κλειστής θύρας του δευτέρου δωματίου, ο Τρέκλας υπέστη συναίσθημά τι αόριστον. Τω εφάνη ότι ησθάνετο παρουσίαν ανθρώπου όπισθεν της κεκλεισμένης θύρας.
— Εδώ πρέπει να είνε, εψιθύρισεν.
Επλησίασε και έκρουσε δειλώς. Παραχρήμα φωνή ηκούσθη έσωθεν.
— Ποίος είνε;
— Εδώ μέσα είσαι; ηρώτησεν ο Τρέκλας.
— Εδώ, απήντησεν η φωνή.
— Χαιρετίσματα απ' τον αδελφό σου, είπεν ο Τρέκλας.
— Τον αδελφό μου;
— Τον Μάχτο. Έτσι δεν τον λένε;
— Τον είδες;
— Τον είδα, και έχει σκοπόν να έλθη.
— Ο Μάχτος! εξεφώνησε περιχαρής η Αϊμά.
— Ο Μάχτος, βέβαια, είπε παρωδών ο Τρέκλας, συναισθανθείς ότι δεν ηδύνατο να βεβαιώση το πράγμα.
— Ω Μάχτο! είπεν η Αϊμά.
— Να είσαι έτοιμη, είπεν ο Τρέκλας.
— Έτοιμη;
— Θα έλθη να σε πάρη.
— Ω, πότε; είπεν η Αϊμά.
— Σε λίγο, είπε διφορουμένως ο Τρέκλας.
— Καλώς να έλθη. Ω Μάχτο!
— Μου έδωκε κ' ένα γράμμα, είπεν ο Τρέκλας.
— Γράμμα;
— Ναι. Αλλά πώς να σου το δώσω;
— Δεν ειμπορείς απ' την κλειδότρυπα; είπεν η Αϊμά.
— Να δοκιμάσω, απήντησεν ο Τρέκλας.
Και σχηματίσας τον φάκελλον εις λεπτόν κύλινδρον, επειράθη να εισαγάγη αυτόν διά της οπής. Μετά πολλούς αγώνας, ουδέν κατώρθωσεν.
— Είνε μπατάλικο το γράμμα, είπεν ο Τρέκλας. Πολύ χονδρό χαρτί.
— Τώρα πώς να γείνη;
— Θέλεις να το ξεβουλλώσω, και να το κόψω εις δύο;
— Κάμε όπως θέλεις, είπεν η Αϊμά.
Ο Τρέκλας απεσφράγισε τον φάκελλον, και έκοψε τον χάρτην εις δύο. Είτα εσχημάτισε δύο μικρούς κυλίνδρους. Εν τω μεταξύ δε το βλέμμα του έπεσεν εις το περιεχόμενον της επιστολής, και καλέσας εις βοήθειαν τα ολίγα μαθήματα αναγνώσεως, άτινα είχε διδαχθή κατά την παιδικήν του ηλικίαν εις την Οκτώηχον παρά του ψάλτου της ενορίας του, ανέγνω τα εξής:
«Αδελφή μου Αϊμά. Αφότου έφυγες, νύκτα και ημέραν σε ζητώ. Έμαθα πού ευρίσκεσαι. Όσον υψηλοί και αν είνε οι τοίχοι, θα τους υπερβώ, όσον στερεοί και αν είνε οι μοχλοί θα τους παραβιάσω. Θα έλθω να σ' εύρω, αδελφή μου· αισθάνομαι την δύναμιν ότι θα το κατορθώσω. Θα σ' εύρω, και θα έλθης μαζή μου, και θα ζήσωμεν μαζή εις μίαν άκρην της γης. Μακράν οι γονείς και οι αδελφοί, μακράν οι εχθροί και οι φίλοι. Ημείς οι δύο αρκούμεν εις ημάς. Κανένα μη ακούης, κανένα μη εμπιστεύησαι, κανείς άλλος δεν σε αγαπά, μόνος εγώ. Είνε ανάγκη να έλθης πλησίον μου, και εγώ δύναμαι να υπάγω διά σε εις την άκρην του κόσμου. Και αν δεν σ' εύρω, αν δεν σε ίδω πλέον, αν σε χάσω διά πάντοτε, Αϊμά, είξευρε ότι δεν δύναμαι πλέον να ζω και ότι ο κόσμος είνε μαύρος δι' εμέ, μαύρος ο ουρανός, ο οποίος με σκεπάζει, Αϊμά, μαύρη η γη, οπού πατώ, μαύρον το φως που με φωτίζει, όλα μαύρα, κατάμαυρα. Από σε περιμένω το φως, από σε την δρόσον, από σε τον αέρα, Αϊμά, και χωρίς εσέ όλα είνε σκότος, όλα βάσανος, και όλα κόλασις. Από σε ελπίζω να με συντροφεύσης εις τον έρημον τούτον κόσμον, και να με βοηθήσης να ζήσω την ζωήν μου, Αϊμά, και αν αποθάνω, να αποθάνω εις τους πόδας σου. Ο αδελφός σου, Μάχτος».
Η ανάγνωσις αύτη ενεποίησεν αλλόκοτον εντύπωσιν εις τον Τρέκλαν, και άκων εψιθύρισεν·
— Αδελφή του! Με πόσον πόνον γράφει!… Και είνε αδελφή του. Α! ειξεύρω τι αδελφή του είνε!
Προσέτι ο Τρέκλας εξέφερεν άκων και έν επιφώνημα, το εξής·
— Α! κ' εγώ κ' εγώ το έπαθα! Μην εμπιστεύεσαι, πτωχέ νέε! Είνε όλαις άπισταις, όλαις!
Εφαίνετο δε ότι η ανάγνωσις της επιστολής ταύτης ήνοιξε πληγήν εις το στήθος του Τρέκλα. Τούτο ήτο αναμφιβόλως τιμωρία του εγκλήματος, όπερ εξετέλεσε παραβιάσας την αλλοτρίαν επιστολήν και καταχρασθείς την εμπιστοσύνην.
Εν τούτοις κατώρθωσε τώρα να εισαγάγη διά της οπής τα δύο τεμάχια. Η Αϊμά τα ήρπασεν.
— Έχεις τίποτε να παραγγείλης διά τον Μάχτον; ηρώτησεν ο Τρέκλας.
Η Αϊμά δεν ήκουσεν. Έρριψε το βλέμμα επί της επιστολής. Αλλά δεν ηδύνατο να την αναγνώση.
— Έχεις τίποτε να παραγγείλης; επανέλαβεν η φωνή του Τρέκλα. Εγώ θα φύγω τώρα.
Η Αϊμά διετέλει εν αμηχανία, σκεπτομένη τι ηδύνατο να παραγγείλη χωρίς ναναγνώση την επιστολήν.
— Περίμενε, σε παρακαλώ, μίαν στιγμήν, είπε.
— Θα μ' εύρουν εδώ, και θα την έχω κακά. Κρυφά ήλθα.
Η Αϊμά προσεπάθει εις μάτην να συλλαβίση τα γράμματα.
Μία των λίαν μεμακρυσμένων και τεθαμμένων εν τη μνήμη αναμνήσεών της ήτο και αύτη. Ενεθυμείτο ότι είχε διδαχθή ανάγνωσιν, εν βρεφική σχεδόν ηλικία. Αλλ' επί μακρά έτη ουδέν βιβλίον είχεν αναγνώσει, και ελησμόνησε τα στοιχειώδη εκείνα μαθήματα. Τη ήλθε προς στιγμήν η ιδέα να ερωτήση τον Τρέκλαν αν είξευρεν ανάγνωσιν και να διαβιβάση διά του αυτού μέσου το γράμμα προς αυτόν, όπως τη το αναγνώση. Αλλ' απετράπη το μεν ένεκα της ανυπομονησίας του Τρέκλα όπως απέλθη, το δε εκ της επιθυμίας ην είχε ναναγνώση μόνη της την επιστολήν. Έπειτα η Αϊμά, κατά τας μακράς εκείνας ώρας της αυχμηράς μοναξιάς, ας διήγεν εν τη ειρκτή, έμελλε να εύρη έργον και ψυχαγωγίαν τινά εις την προσπάθειαν ταύτην. Απήντησε λοιπόν εις την ερώτησιν του Τρέκλα·
— Ειπέ του Μάχτου ότι είμαι καλά, και τον περιμένω.
— Άλλο τίποτε;
— Και ότι το γράμμα του δεν το διάβασα ακόμα.
— Καλά.
— Και τον ευχαριστώ.
— Πολύ καλά, είπε μορφάσας ο Τρέκλας.
— Και σ' ευχαριστώ διά τον κόπον οπού έλαβες.
— Έλα δα!
Και ο Τρέκλας απήλθε μυρμυρίζων·
— Α! αδελφή του. Κ' εγώ είχα τέτοιας λογής αδελφήν. Τώρα δεν έχω πλέον, μου έφυγε. Μα να σου πω, μου έκαμε και τη χάρι.
Απελθόντος τούτου, η Αϊμά ενέκυψεν εις το υπερφυές τούτο έργον, του να δυνηθή ναναγνώση το χειρόγραφον εκείνο χωρίς να έχη βεβαιότητα ότι είξευρε γράμματα. Μετά μακρούς αγώνας, τινών γραμμάτων η προφορά επανήρχετο εις την μνήμην της, άλλα δε τινα δεν τα ενεθυμείτο. Κατήντησε δε να κάμνη επί του χάρτου εκείνου μαθηματικούς υπολογισμούς, συγκρίνουσα το σχήμα των ομοίων, και ζητούσα να φθάση εκ των γνωστών εις τα άγνωστα. Αλλά μάτην.
Μετά πολύωρον και επίμοχθον εργασίαν, είχε φθάσει εις ατελέστατον πόρισμα, και ανεγίνωσκε τας πρώτας γραμμάς ως εξής «Αδελφή μου Αϊμά». Την πρώτην ταύτην φράσιν έλαβεν ως δεδομένον. Κατ' αρχάς ανεγίνωσκεν &Αϊμά& την πρώτην λέξιν. Αλλ' ακολούθως ηρίθμησε τα γράμματα της λέξεως &αδελφή&, και τη εφάνησαν παραπολλά. Η λέξις &Αϊμά& είχε τέσσαρα μόνον γράμματα, περί τούτου είχε βεβαιότητα. Μεταβάσα λοιπόν εις τας επομένας λέξεις, είδεν ότι η τρίτη είχε τω όντι τέσσαρα γράμματα. Αυτή άρα έπρεπε να λέγη &Αϊμά&. Όθεν κατά συμπερασμόν παρεδέχθη, &αδελφή μου Αϊμά&. Είτα παρέβαλε το πρώτον γράμμα της λέξεως &αδελφή& και το πρώτον και τελευταίον της λέξεως &Αϊμά&, και ανεγνώρισε την γραπτήν μορφήν του φθόγγου &Άλφα&. Ακολούθως παρέβαλε την του &Μυ&. Τέλος μετά πολλούς κόπους ανεγίνωσκεν ούτω: Αδελφή μου Αϊμά,.. Αφ… εφ… ε……. αι ημέ. α..έ. η… Εμα. ου.. ε.. αι. Οίον.. ηλο.. αι ά…. αι ο. .ο. ο .ά..ου… Και ούτω καθεξής.
Ύστερον όμως προχωρούσης της παραβολής, κατώρθωσε να εξακριβώση και άλλων στοιχείων το σχήμα και την φωνήν, και ανεγίνωσκεν:
Αδελφή μου Αϊμά, Αφότου έφυγες, ν., τα καΐ ημέραν σε ζητώ. Έμαθα πού ε. ρίσ. εσαϊ. Όσον υ.ηλοί καΐ αν εϊναϊ οι τοϊ — χοϊ θα τους… Και τα λοιπά.
Τέλος μετά μακρούς και απιστεύτους αγώνας, κατώρθωσε να εννοή μέρος τι του περιεχομένου της επιστολής. Η ημέρα δε είχε κλίνει προς την δύσιν, και η Αϊμά ησχολείτο εισέτι εις το επίπονον τούτο έργον. Αίφνης ήκουσε την περιστροφήν της κλειδός εις το κλείθρον. Έκρυψε ταχέως τα δύο τεμάχια του χάρτου εις τον κόλπον της, και ανωρθώθη όπως δεχθή την συνήθη επίσκεψιν της Σιξτίνης.
Ήλπισεν ότι την φοράν ταύτην θα ετύγχανεν η μοναχή ευκαιρίας όπως τη διηγηθή την ιστορίαν εκείνην, ην είχε διακόψει την προλαβούσαν νύκτα η απότομος της ηγουμένης είσοδος. Αλλ' ότε η θύρα ηνοίχθη, εξεπλάγη η Αϊμά.
Η εισελθούσα δεν ήτο η αδελφή Σιξτίνα. Ήτο γραία τις μοναχή, ην πρώτην φοράν έβλεπεν η έγκλειστος. Εχαιρέτισε την Αϊμάν και εκάθισεν.
— Είμαι η αδελφή Καρμήλη, είπε, και έλαβον ευχήν από την ηγουμένην να αντικαταστήσω τακτικώς την αδελφήν Σιξτίναν εις την διακονίαν ταύτην.
Η Αϊμά υπεκλίθη.
— Τούτο εφρόντισεν η ηγουμένη διά την σωτηρίαν σου, διά να μη αμαρτήσης. Τα βιβλία λέγουν· &βαριτάτεμ δίξιτ λίγγουα μέα&.
— Και η αδελφή Σιξτίνα; ηρώτησε μετά λύπης η Αϊμά.
— Δεν θα έλθη πλέον, απήντησεν η Καρμήλη. Η ηγουμένη, της ώρισεν άλλο διακόνημα.
Η Αϊμά εσιώπησεν.
— Εκ του στόματός μου, επανέλαβεν η μοναχή, δεν θα εξέλθη λόγος ψευδής, ουδέ δόλον θα μελετήση η καρδία μου. &Λαβάμπο ιν ιννοτσέντιμπονς μάνους μέας&.
Η Αϊμά ουδέ λέξιν ενόει εκ των λεγομένων υπό της αδελφής Καρμήλης.
— Ελπίζω ότι έχεις αγίους λογισμούς εις τον νουν σου, κόρη μου, και δεν επιθυμείς τα μάταια του κόσμου. &Νόλι ιντροδούτσερε νος ιν τεντατσιόνεμ.&
Η νεάνις εθεώρει μετ' εκπλήξεως και αλλόκοτος της εφαίνετο η γλώσσα της γυναικός ταύτης.
Η αδελφή Καρμήλη είχεν από μακρού χρόνου την έξιν ταύτην, να μη δύναται ουδέ λέξιν να προφέρη χωρίς να παραθέτη, συγχρόνως λατινικά κείμενα εκ της Βουλγάτας, ων δεν ενόει μεν την έννοιαν, αλλ' ενίοτε συνέπιπτεν ώστε η σημασία αυτών να συμφωνή τυχαίως προς τα υπ' αυτής λεγόμενα. Τούτο δε προήρχετο εκ του ότι αι συνδιαλέξεις της δεν εξήρχοντο ποτέ εκ του κύκλου των ρητών, όσα είχεν αποστηθίσει. Ο λόγος της ήτο πάντοτε ψηφιδωτόν εκ τεμαχίων διδαχών, και ουδεμίαν εξεστόμιζε φράσιν χωρίς να αποβλέπη προς ψυχικήν οικοδομήν των ακροατών. Παρακατιόντες δε θα ίδωσιν οι αναγνώσται πόσον εκήδετο υπέρ της ψυχικής σωτηρίας του πλησίον.
— Λοιπόν, τέκνον μου, επανέλαβε, μη περιφέρης τον νουν σου εδώ και εκεί, και φύλαττε τας αισθήσεις σου καθαράς από παντός ρύπου. Μη επαφήνης ραθύμως τας χείρας σου εις τα μέλη της σαρκός σου, και μη δίδης χώραν εις σαρκικούς γαργαλισμούς και ακαθάρτους επιθυμίας, αίτινες θα καταστήσωσι τα μέλη σου σκεύος άχρηστον εις την άσκησιν της αρετής. Φύλαττε τον νουν σου και την καρδίαν σου άσπιλον, και μη συλλάβης μεμολυσμένην φαντασίαν, ήτις θα κάμη την σάρκα σου να ασπαίρη εκ της επιθυμίας. &Κουινόν εξ σαγγούιμπους νέκουε ας βολουντάτε κάρνις νάτι σουντ.&
Η Καρμήλη εθεώρει ατενώς την Αϊμάν. Αλλ' αύτη δεν έδειξεν επί της όψεως ουδέν σημείον ότι είχεν εννοήσει τους λόγους της μοναχής. Εν τούτοις αύτη εξηκολούθησε να λέγη αναλυτικώτερον·
— Φύλαττε τον νουν σου, φύλαττε την καρδίαν σου, φύλαττε το μέλη του σώματός σου από παντός μολυσμού. Μη σχηματίσης ίνδαλμα σατανικού έρωτος και παχυλήν εικόνα γεώδους και ενύλου πάθους εντός της φαντασίας σου. Μη γαργαλισθής υπό σαρκικού ερεθισμού, διότι τάχιστα θα πέσης εις την αμαρτίαν. Η φαντασία γεννά την επιθυμίαν, και η επιθυμία την έμπρακτον πείραν της αμαρτίας. Τα είδη της αμαρτίας είνε πολλά και πολλαχώς διαιρούνται. Προκλήσεις εις ασέλγειαν, βλέμματα, νεύματα πορνικά, ένθερμοι πνοαί, στεναγμοί, αφαί, ερείσματα, εμπαθείς ασπασμοί, κνίσματα, εναγκαλισμοί, προστρίψεις, περισφίγξεις, συγκυλισμοί, εκμυζήσεις, δακτυλισμοί, καταγλλωττίσματα, λεσβιασμοί, ασέλγειαι κατά φύσιν, ασέλγειαι παρά φύσιν, αιμομιξίαι, κτηνοβασίαι και άλλα. Πας άνθρωπος δεν υπόκειται εις όλα ταύτα, αλλά πίπτει άλλος εις άλλα. Αλλ' όμως καλόν είνε να φυλάττηται, κόρη μου, εξ όλων τούτων. &Έκτσε ένιμ ιν ινικουιτάτιμπους κοντσέπτους σουμ ετ ιν πεκκάτις με γκένουιτ μάτερ μέα&.
Η ατυχής Αϊμά ήκουεν έκπληκτος τας αγνώστους ταύτας λέξεις, χωρίς να εννοή τι εσήμαινον. Εν τούτοις ενόμισε χρέος της ναπαντήση δι' ολίγων εις τας παρακελεύσεις ταύτας, διότι άλλως ήθελε φανή ψυχρά και αγνώμων εις την προθυμίαν της αδελφής Καρμήλης.
— Σ' ευχαριστώ, μήτερ μου, είπεν, όπου μου δίδεις αυτάς τας καλάς συμβουλάς. Θα τας ακολουθήσω και ελπίζω να ωφεληθώ.
Σημειωτέον ότι η Αϊμά κατά τας ολίγας ημέρας, καθ' ας διέμενεν εν τω μοναστηρίω, είχε συνηθίσει να επιτηδεύηται οπωσούν την γλώσσαν της, και έμαθε να ομιλή άλλως, ή ως ήτο πρότερον συνειθισμένη. Επτά ή οκτώ συνεντεύξεις μετά της Σιξτίνης και μία ή δύο μετά της ηγουμένης ήρκεσαν να μεταδώσωσιν αυτή χροιάν τινα σεμνοτυφίας, ην ουδέ κατ' όψιν εγίνωσκε πρότερον.
Μετά τινας άλλας παρατηρήσεις προσέτι, ας ο χρονογράφος δεν απεμνημόνεσε μετ' ίσης ακριβείας, η Καρμήλη απεχαιρέτισε την Αϊμάν. Αλλά πριν ή εξέλθη, ενεθυμήθη ν' απευθύνη προς αυτήν τελευταίαν τινά συμβουλήν, ην ενόμιζε λίαν επείγουσαν. Εστάθη κρατούσα ημίκλειστον την θύραν, και στραφείσα προς την νέαν τη είπε·
— Μη λησμονήσης να είπης την προσευχήν σου πριν να κοιμηθής. Η νυξ είνε το μέγα κράτος της αμαρτίας, είνε η κονίστρα του πονηρού δαίμονος. Οι πονηροί λογισμοί ενδύονται σχήμα ελκυστικών ονείρων και παρουσιάζονται καθ' ύπνον εις την ακρατή νεότητα, ψιθυρίζοντες εις τα ώτα αυτής λόγους διεγερτικούς προς την φιληδονίαν. Κλείσον τους οφθαλμούς σου εις τας απατηλάς όψεις, κλείσον τα ώτα σου εις τους ακολάστους ψιθυρισμούς. Ο ύπνος κοιμίζει το πνεύμα και διεγείρει την σάρκα εις την ακάθαρτον επιθυμίαν της ηδονής. Φυλάξου, κόρη μου. &Δεζιδέριουμ γένουιτ πεκκάτουμ, ετ πεκκάτονμ γένουιτ μόρτεμ&. Και απήλθε κλειδώσασα επιμελώς την θύραν. Η Αϊμά έμεινε μόνη εν τη νυκτερινή μοναξία, προς ην είχεν εξοικειωθή, μόνη μετά του νυσταλέου λύχνου, και της επιστολής του Μάχτου, ην δεν ηδύνατο ναναγνώση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.
Γραφή καθ' υπαγόρευσιν.
Ίσως διηπόρησεν ήδη ο αναγνώστης πώς κατώρθωσεν ο Μάχτος να γράψη την περίφημον ταύτην επιστολήν. Θα απαντήσωμεν εις την ερώτησιν ταύτην, τοσούτω μάλλον, όσω και άλλο κενόν συμπληρούται διά της απαντήσεως ταύτης, το εξής: Πόθεν εγίνωσκεν ο Σκούντας ότι η Αϊμά ευρίσκετο εν τω μοναστηρίω;
Και ηδύνατο μεν ο Σκούντας είτε κατά συγκυρίαν είτε εξ ερεύνης να μάθη πού ευρίσκετο η Αϊμά, όπως το είχε μάθει και ο Μάχτος. Αλλ' η τύχη, η ειρωνεία αύτη του Θεού, η καταγελώσα ασπλάγχνως πάσαν ελπίδα και ματαιούσα πάντα αγώνα, η τύχη, ηθέλησεν ώστε ο Σκούντας να μάθη τούτο παρ' αυτού του Μάχτου.
Δύο ή τρεις ημέρας μετά την εξαφάνισιν της Αϊμάς, ευρέθη ο Μάχτος περιπατών παρά τον αιγιαλόν, ονειροπολών, στενάζων και νομίζων εαυτόν άξιον οίκτου, υπέρ παν ανθρώπινον πλάσμα. Τότε περιφέρων εική το βλέμμα τήδε κακείσε, είδε μακρόθεν το καπηλείον του Κατούνα, όπερ αναπαρίστα εις τας όψεις αυτού την προχθές συμβάσαν αξιοθρήνητον σκηνήν. Προέβη δε ακουσίως σχεδόν προς το μέρος εκείνο, και δεν ηδυνήθη να μη εισέλθη.
Την προτεραίαν είχε μάθει παρά του φρουρού πού είχον μεταφέρει την Αϊμάν, και προς τοις άλλοις σχεδίοις άτινα ανεκύκλου εν τω νω, ήτο και το σχέδιον μιας επιστολής, ην ώφειλεν αντί πάσης θυσίας να πέμψη προς την έγκλειστον. Ησθάνετο δε παράδοξον θάρρος, όπως εκχύση εις τον χάρτην μέρος του υπερχειλούς αισθήματος, όπερ κατέκλυζε την καρδίαν του. Και ταύτα μεν καλώς, αλλά πώς να γράψη, αφού δεν εγίνωσκε γράμματα; Ήλπιζε να συναντήση αγαθόν τινα άνθρωπον, εις ον να υπαγορεύση τα αισθήματά του. Ότε εισήλθεν εις το παράπηγμα του Κατούνα, ήτο μεστός της ιδέας ταύτης.
Ο Μάχτος εκάθισεν επί σκίμποδος εγγύς της θύρας, και έβλεπε μελαγχολικώς το πέλαγος. Παρήγγειλεν εις τον κάπηλον να τω φέρη ποτήριον οίνου και ύδατος. Ο Κατούνας τον αναγνώρισεν, αλλ' ουδέν είπεν αυτώ.
Δύο ή τρεις θαμώνες ευρίσκοντο εν τω καπηλείω. Είς τούτων ήτο ο Σκούντας. Ο Μάχτος αν και εγνώριζεν αυτόν, δεν είχεν αφορμήν ίνα συλλάβη κακήν ιδέαν. Εν τούτοις ο Σκούντας εθεώρει αυτόν λοξώς.
Ο Μάχτος καλέσας τον κάπηλον τω είπε κρυφίως·
— Ειξεύρεις γράμματα;
— Δεν ειξεύρω, απήντησεν ο Κατούνας.
— Δεν είνε κανείς άλλος εδώ να ειξεύρη; ηρώτησεν ο νέος.
Ο Κατούνας τω έδειξε διά της χειρός τον Σκούνταν. Το βλέμμα του Μάχτου εστράφη προς αυτόν.
— Τι τρέχει; ηρώτησεν ο Σκούντας παρατηρήσας ότι ωμίλουν περί αυτού.
— Τίποτε, απήντησεν ο Κατούνας. Ο φίλος εδώ κάτι μ' ερωτά.
— Και τι σ' ερωτά; είπεν ο Σκούντας μετ' αυξομένης περιεργείας.
Και καταλιπών την θέσιν του, διευθύνθη προς το μέρος του Μάχτου.
— Μ' ερωτά αν ξεύρης γράμματα.
— Ξεύρω, είπε μετά προθυμίας ο Σκούντας.
— Φίλε μου, είπε συσταλείς ο Μάχτος, ερωτούσα εδώ τον ταβερνάρη αν ειμπορή να μου κάμη ένα γράμμα….
— Εγώ ειμπορώ, είπεν ο Σκούντας.
— Τότε….
— Σώνει να θέλης, είπεν ο Σκούντας, ειμπορώ να σου κάμω.
— Ευχαριστώ, είπεν ο Μάχτος. Αυτό ήθελα κ' εγώ.
— Ύπαγε να εύρης χαρτί, Κατούνα, είπε προστακτικώς ο Σκούντας. Βλέπεις ότι θέλομεν να κάμωμεν γράμμα.
Και ο Κατούνας υπήκουσεν.
Ο Μάχτος υπηγόρευσε μετ' εμπιστοσύνης την γνωστήν επιστολήν, και ο Σκούντας εχάραττεν ανελλιπώς τα υπαγορευόμενα. Μεταξύ δε, γράφων, ετόλμησε να ερωτήση τον Μάχτον·
— Και πού ευρίσκεται τώρα η αδελφή σου;
Ο Μάχτος ουδεμίαν είχεν αφορμήν ίνα ψευσθή, και απήντησεν ότι ευρίσκετο εις το γυναικείον μοναστήριον.
Εντεύθεν λοιπόν εγίνωσκεν ο Σκούντας το καταφύγιον της Αϊμάς, καθ' ον χρόνον ο Τρανταχτής τω ανέθηκεν την απροσδόκητον εκείνην αποστολήν, ίνα κομίση προς την Βεάτην την αντικλείδα, ην αυτός ο Μάχτος είχε πάλιν κατασκευάσει.
Και έπειτα λέγει ο Ρωμαίος σατυρικός, ότι ημείς οι άνθρωποι θεοποιούμεν την τύχην.
Περί όρθρον της επιούσης εγερθείς ο Σκούντας ήρχισε την οδοιπορίαν, και μικρόν μετά την ανατολήν του ηλίου έφθασεν εις το μοναστήριον. Ο πυλωρός τω προέτεινε δυσκολίας. Αλλ' ο Σκούντας εζήτησε θαρραλέως την Βεάτην, και μετ' ολίγον ήλθεν αύτη εις τον Πυλώνα. Ο Σκούντας τη εσύριξε μακρόθεν το όνομα του Τρανταχτή και η μοναχή έσπευσε να διατάξη να τον εισαγάγωσιν.
Ο Σκούντας δι' ολίγων λέξεων εξήγησεν ότι ο φίλος του Τρανταχτής, τυρβάζων περί σπουδαίας υποθέσεις, δεν εσχόλαζε να έλθη, και έπεμψεν αυτόν προς την Βεάτην. Η μοναχή ευηρεστήθη εκ της προθυμίας και εκ των φιλοφρόνων τρόπων του Σκούντα, και τον προσεκάλεσεν εις το μαγειρείον.
— Λοιπόν έφερες το κλειδί; τω είπε μυστηριωδώς.
— Ποιο κλειδί; ηρώτησε μετ' άκρας φυσικότητος ο Σκούντας.
— Το κλειδί που του παρήγγειλα να μου φτειάση, απήντησεν η Βεάτη.
Ο Σκούντας εκαμώθη ότι ανακαλεί τας αναμνήσεις του, και είπεν·
— Α! τώρα ενθυμούμαι. Μου είπεν ο Τρανταχτής για ένα κλειδί.
— Και δεν σου τώδωσεν; ηρώτησεν αποθσρρυνθείσα η Βεάτη.
— Είπεν ότι θα το φέρη ο ίδιος αύριον, είπεν ο Σκούντας.
— Α, έκαμεν η Βεάτη.
— Και αν δεν ειμπορέση, θα υπάγω ο ίδιος αύριον να σας το φέρω.
— Έτσι;
— Τώρα μ' έστειλε διά να σας αναγγείλω ότι αύριον το πρωί έρχεται το κλειδί.
— Πολύ καλά.
— Και κάτι άλλας παραγγελίας ακόμα, είπεν ο Σκούντας.
— Τι παραγγελίας;
Ο Σκούντας περιέβλεψε κύκλω.
— Δεν μας ακούει κανείς; είπεν.
— Είμεθα μόνοι. Λέγε.
— Ο φίλος μου, είπε σιγανή τη φωνή ο Σκούντας, ο φίλος μας ο Τρανταχτής έχει συμφέρον εις μίαν υπόθεσιν.
— Τι υπόθεσιν; ηρώτησεν η Βεάτη αισθανομένη άφατον ευδαιμονίαν, διότι εύρε νέαν φορβήν διά την ακόρεστον αυτής περιέργειαν.
— Δεν ήλθεν εδώ κάποιος; είπεν ο Σκούντας.
— Ποιος κάποιος;
— Μία νέα… μία Γυφτοπούλα…
— Α! έκαμεν η Βεάτη, μεθ' ηδονικής εκπλήξεως.
— Δεν είνε εδώ; επανέλαβεν ο Σκούντας.
— Ο Τρανταχτής έχει λοιπόν συμφέρον διά την νέαν ταύτην;
— Βέβαια, έχει συμφέρον.
— Και ποίον συμφέρον έχει; επέμεινεν η Βεάτη.
— Δεν είνε εδώ πρώτα; ηρώτησε κατ' επανάληψιν ο Σκούντας.
— Ποίον συμφέρον έχει; είπεν αύθις η Βεάτη.
— Συμφέρον… και πολύ μεγάλο συμφέρον. Αλλά δεν μ' είπατε αν είνε εδώ αυτή.
— Την γνωρίζει λοιπόν ο Τρανταχτής; εξηκολούθησεν η Βεάτη
— Βέβαια την γνωρίζει….
— Και ποίαν σχέσιν έχει μαζή της; επανέλαβεν η Βεάτη.
— Βέβαια πρέπει να έχη κάποιαν σχέσιν, είπε σοβαρώς ο Σκούντας. Αλλά δεν μοι λέγετε, ευρίσκεται αυτή εδώ;
— Και διά ποίον σκοπόν ο Τρανταχτής θέλει να μάθη δι' αυτήν;
— Έχει σκοπόν βέβαια, είπεν ανυπομόνως ο Σκούντας. Αλλ' είνε εδώ αυτή ακόμη;
— Εδώ είνε, είπε τέλος η Βεάτη. Αλλ' ειπέ μοι, διατί ο Τρανταχτής ενδιαφέρεται;
— Αυτή είνε πτωχή νέα αξιολύπητη, και φαίνεται ότι ο Τρανταχτής είνε φίλος της οικογενείας της, είπεν ο Σκούντας. Και εις ποίον μέρος, παρακαλώ, κατοικεί αυτή;
— Παντού ανακατόνεται αυτός ο ευλογημένος ο Τρανταχτής, είπεν η Βεάτη. Και πόθεν έμαθεν ότι ευρίσκεται αυτή εδώ;
— Το έμαθεν από τον αδελφόν της, είπεν ο Σκούντας. Αλλ' ειπέτε μοι, εις ποίον δωμάτιον κατοικεί αυτή;
— Έχει λοιπόν και αδελφόν; επανέλαβεν η Βεάτη. Και πώς την άφησε να την πάρουν;
— Είνε ανόητος, ως φαίνεται, είπεν ο Σκούντας. Εις ποίον μέρος του μοναστηρίου ευρίσκεται το δωμάτιόν της;
— Και ειξεύρει ο Τρανταχτής με ποίον σκοπόν την έφεραν εδώ; εξηκολούθησε να ερωτά η Βεάτη.
— Δεν πιστεύω να το ειξεύρη, απήντησεν ο Σκούντας. Αλλά δείξατε μοι, παρακαλώ, το δωμάτιόν της.
— Αυτή είνε κλεισμένη μέσα, είπεν η Βεάτη. Τι την θέλεις; Πώς την ζητείς;
— Είνε κλεισμένη; επανέλαβεν ο Σκούντας. Και δεν εξέρχεται ποτέ;
— Εγώ δεν την έχω ιδεί ακόμα, είπεν η Βεάτη.
— Δεν την έχεις ιδεί; Λοιπόν είνε φυλακωμένη;
— Την είδα από την κλειδότρυπα μόνον, είπε μηχανικώς η Βεάτη.
— Από την κλειδότρυπα; επανέλαβεν ο Σκούντας ενθυμηθείς την κλείδα ην είχεν εις το θυλάκιον.
— Και διατί θέλεις να την ιδής; είπεν η Βεάτη. Ο Τρανταχτής σου παρήγγειλε τίποτε να της πης;
— Ο Τρανταχτής… όχι μόνον ο Τρανταχτής.
— Αλλά και ποίος άλλος;
— Ο αδελφός της, είπε σκοπίμως ο Σκούντας.
— Ο αδελφός της; Και τι της παραγγέλλει ο αδελφός της;
— Δεν ειμπορώ να της ομιλήσω κ' εγώ από την κλειδότρυπα; είπεν ο Σκούντας.
— Δύσκολον πράγμα ζητείς… Και τι θα της είπης;
— Θα της είπω… ασπασμούς από την οικογένειάν της, είπεν ο Σκούντας.
— Της τους λέγω εγώ, είπεν η Βεάτη. Δεν ειμπορώ να σ' ανεβάσω εκεί επάνω χωρίς σκάνδαλον.
— Και πού είνε το δωμάτιόν της; ηρώτησεν εκ νέου ο Σκούντας, νεύων σηγχρόνως διά των οφθαλμών.
— Εκεί επάνω, είπεν η Βεάτη, και έκαμεν αόριστον χειρονομίαν.
— Πού; εκεί; επέμεινεν ο Σκούντας δεικνύων διά της χειρός.
Η Βεάτη ηναγκάσθη να δείξη το υπερώον.
— Ας έβλεπα μόνον το δωμάτιόν της, είπεν ο Σκούντας, και δεν επιμένω να της ομιλήσω.
— Υπομονή, είπεν η Βεάτη· όταν νυχτώση, ειμπορούμεν ναναβώμεν μαζή, προσέθηκε ταπεινή τη φωνή.
— Α, σας παρακαλώ, είπεν ικετικώς ο Σκούντας.
— Αλλά δεν μ' είπες τι συμφέρον έχει ο Τρανταχτής εις την υπόθεσιν αυτήν.
Ο Σκούντας ηναγκάσθη ν' αυτοσχεδιάση ιστορίαν τινά, και να διηγηθή αυτήν προς την Βεάτην.
— Ο Τρανταχτής ήλπιζεν ότι την βλέπεις καθ' ημέραν, και διά τούτο ήθελε να σου την συστήση να την περιποιήσαι. Ο Τρανταχτής είνε φίλος της οικογενείας της. Η οικογένειά της σύγκειται εξ εργατικών οι οποίοι, αν και Γύφτοι, είνε καλοί άνθρωποι. Μίαν εσπέραν ήρπασαν έξαφνα την Αϊμάν, και το πρωί δεν ευρέθη εις την κλίνην της. Και αν δεν ήτον ο Τρανταχτής, όστις έχει σχέσεις με όλον τον κόσμον και μανθάνει όλα τα νέα, η οικογένειά της ποτέ δεν ήθελε μάθει πού ευρίσκεται η Αϊμά. Όταν εξύπνησαν το πρωί και ηύραν την κλίνην της Αϊμάς αδειανήν, ηπόρησαν, και ήρχισαν να σταυροκοπούνται. Την επερίμεναν έως το μεσημέρι, αλλά πούποτε δεν εφάνη. Τότε ο γέρο Γύφτος έστειλε τους δυο υιούς του δεξιά και αριστερά, αλλά δεν ειμπόρεσαν νανακαλύψουν τίποτε. Ο Τρανταχτής, όστις ειξεύρει όλα τα μυστικά των, τους ελυπήθη και ανέλαβε να φροντίση. Το συμφέρον λοιπόν του φίλου μου του Τρανταχτή εις αυτήν την υπόθεσιν είνε όλως ηθικόν. Και τω όντι ο Τρανταχτής είνε χρυσή καρδιά και θυσιάζεται διά τους φίλους του. Εγώ αν ήμην, να σου πω, το κάτω κάτω, δεν θα μ' έμελεν εμέ να σκοτίζωμαι, διά μίαν Γυφτοπούλαν. Αλλά τι να γείνη; όταν εμπλέξη κανείς, ας είνε και με Γυφτοπούλαν, δεν ξεμπλέκει εύκολα. Ούτε τον διάβολο ναπαντήσης, ούτε τον σταυρόν σου να κάμης.
Ενταύθα η Βεάτη διέκοψε τον αφηγητήν.
— Πώς είπες; έμπλεξεν ο Τρανταχτής με την Γυφτοπούλαν;
— Όχι, δεν εννοούσα αυτό… Τάχα θέλω να πω ότι ανεκατώθη εις την υπόθεσιν.
— Αλλ' αντ' άλλων μοι λέγεις, είπεν η Βεάτη. Ησθάνετο δε αδημονίαν ότι δεν εκορέννυτο επαρκώς η πολυπραγμοσύνη της εκ των αυτοσχεδίων διηγημάτων του Σκούντα.
— Όχι, Μα τον Θεόν, απήντησεν ούτος, την αλήθειαν σας λέγω, έτσι να χαρώ, να έχης και καλήν ψυχήν. Αυτή είνε η αλήθεια.
Η Βεάτη ήτο έτοιμος να διηγηθή προς αυτόν τα περί της κλειδός, ην είχε παραγγείλει διά του Τρανταχτή, ότι ήτο ακριβώς προωρισμένη διά τον αυτόν σκοπόν, υπέρ ου και εκείνος διεφέρετο, κατά την αφήγησιν τουλάχιστον του Σκούντα. Αλλ' επέσχε μετ' αγώνος την γλώσσαν της, και απεφάσισε να φανή εχέμυθος. Βαρυνθείσα δε τέλος τον απέπεμψεν, ειπούσα αυτώ να περιέλθη τα πέριξ του μοναστηρίου, και την εσπέραν να επανέλθη, όπως αναβώσιν ομού εις το υπερώον.
Ο καλός Σκούντας έσπευσε να υπακούση, και καταβαίνων την κλίμακα του μαγειρείου, περιειργάζετο λίαν προσεκτικώς τα πάντα.
Ότε κατήλθεν εις την αυλήν, εστράφη προς τα αριστερά, ως να μη είξευρεν ότι η πύλη έκειτο προς τα δεξιά, και φθάσας παρά τινα γωνίαν του περιβόλου, έβλεπεν επιμόνως κάτω. Εφαίνετο ότι κατώπτευε τα θέμεθλα της οικοδομής. Αλλά μετ' ολίγον φοβηθείς μήπως παρατηρηθή παρά τινος των καλογραιών, ή μήπως επιπληχθή και παρ' αυτής της Βεάτης, μετέβαλε διεύθυνσιν, και απήλθεν εις την πύλην. Εξήλθε δ' εκ του περιβόλου.
Περιήλθε τα τείχη του κτιρίου έξωθεν, και εφαίνετο ως να ηρίθμει τας γωνίας και τας αντηρίδας του πολυσυνθέτου τούτου σχεδίου.
Φθάσας εις την δυτικήν πτέρυγα, είδεν ορσοθύραν ανοικτήν. Αύτη εχρησίμευε συνήθως εις τας εισόδους και εξόδους των κηπουρών και των εργατών. Έσωθεν της μονής κατήρχετό τις εις αυτήν δι' υπογείου διαδρόμου, κειμένου υπό ευρύ τι εξώστοον. Ο Σκούντας επλησίασεν, εισήλθεν, έψαυσε την θύραν, την ηρεύνησεν, έμπροσθεν και όπισθεν, και συγχρόνως περιέφερε προφυλακτικά βλέμματα πέριξ, προνοών μη τον ίδη τις. Τότε ανεκάλυψεν ότι η θύρα αύτη εκλείετο έσωθεν διά δύο παχέων μοχλών, και δεν εφαίνετο έχουσα κλείθρον. Ο κατοπτευτής εφάνη ότι ευχαριστήθη εκ της ανακαλύψεως ταύτης, και ρίψας τελευταίον βλέμμα εις το τείχος, ως διά να σημειώση καλώς την θέσιν της ορσοθύρας, απεμακρύνθη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
Ο ψευδής Μάχτος.
Ήτο μικρόν προ του μεσονυκτίου, και η Αϊμά είχεν αρτίως κατακλιθή. Την εσπέραν εκείνην είχε φαιδράς ελπίδας. Εσκέπτετο ότι υπήρχε τις, όστις δεν την είχε λησμονήσει, όστις προ τριών ημερών τη είχε πέμψει την επιστολήν εκείνην, ην ηγωνίσθη τοσούτον όπως κατορθώση να συλλαβίση η Αϊμά, και επί τέλους ουδέν κατώρθωσεν. Αλλ' ήτο έν και το αυτό. Δεν αναγινώσκει τις επί του χάρτου ειμή τα ίδια αυτού όνειρα, λέξεις δε διά μελάνης γεγραμμέναι δεν δύνανται ν' αμαυρώσωσι φαιδράς εικόνας. Κατόπιν της επιστολής τη έστειλεν ο Μάχτος και άλλον φίλον.
Προ δύο ωρών ο Σκούντας και η Βεάτη είχον αναβή τας τέσσαρας κλίμακας τας αγούσας εις το υπερώον, και συνωμίλησαν μετά της Αϊμάς διά του μέσου του γνωστού εις την Βεάτην. Ο Σκούντας μετεβίβασεν εις την Αϊμάν τους χαιρετισμούς του Μάχτου!
Η Αϊμά τον ηρώτησεν, αν θα έλθη ο Μάχτος ταχέως καθώς τη είχεν υποσχεθή διά της επιστολής. Ο Σκούντας απήντησε μηχανικώς ότι θα έλθη.
— Πότε; ηρώτησεν η Αϊμά.
— Πολύ γρήγορα, απήντησεν ο Σκούντας, ίσως….
Ήθελε να είπη «ίσως απόψε», αλλά διεκόπη επί τη παρουσία της Βεάτης. Ότε οι δύο απεσύρθησαν, η Αϊμά κατεκλίθη μεστή της ιδέας ταύτης, ότι ο αδελφός της έμελλεν όσον ούπω να έλθη, και περιέμενεν αυτόν εις τα όνειρά της. Αλλ' εσκέπτετο πάλιν ότι ενδέχεται να βραδύνη ένεκα των κωλυμάτων, άτινα ήθελεν απαντήσει, και τότε εσχεδίαζε την επιστολήν, ην ήθελε γράψει προς αυτόν, αν εγίνωσκε την γραφήν, εις απάντησιν της επιστολής του Μάχτου, ην η Αϊμά δεν ηδυνήθη ν' αναγνώση.
Απεκοιμήθη δε συντάττουσα καθ' εαυτήν απάντησιν τοιαύτην «Αδελφέ Μάχτο. Η επιστολή σου μοι επροξένησε πολλήν χαράν, διότι μοι λέγεις ότι θα έλθης. Έλα γρήγορα να μ' ελευθερώσης, διότι είμαι φυλακωμένη, και υποφέρω πoλύ. Διατί μ' έφεραν εδώ, δεν ειξεύρω. Είμαι κλεισμένη ολομόναχη. Κατ' αρχάς εφοβούμην πολύ την νύκτα, τώρα συνείθισα να μη φοβούμαι, αλλ' όμως στενοχωρούμαι παραπολύ. Τας πρώτας ημέρας ήρχετο μία καλογραία καθ' εκάστην και μ' έβλεπεν. Αυτή μ' ευχαριστούσε, διότι μου έλεγε πράγματα, τα οποία μοι εφαίνοντο ως να τα είχα υποφέρει άλλοτε. Τώρα μου την επήραν αυτήν, και έρχεται μία άλλη, ήτις δεν μ' ευχαριστεί καθόλου, διότι εκείνα οπού μοι λέγει δεν τα εννοώ, και μοι φαίνεται ότι και αν τα εννοούσα, θα ήτον ακόμη χειρότερα. Το μόνον οπού με παρηγορεί, είνε η ελπίς ότι θα έλθης να μ' ελευθερώσης. Η ηγουμένη μοι υπεσχέθη να μοι είπη διά ποίαν αιτίαν μ' έχουν κλεισμένην, αλλά δεν την ξαναείδα. Την καλογραίαν, ήτις έρχεται, την παρεκάλεσα να της ειπή να έλθη, αλλ' αυτή μοι απήντησεν ότι δεν πρέπει να έχω αμαρτωλάς επιθυμίας. Τι εννοεί, δεν ειξεύρω. Είνε απορίας άξιον διατί μ' έχουν κλεισμένην εδώ. Έλα λοιπόν γρήγορα, φίλτατε Μάχτο, και σε περιμένω νύκτα και ημέραν…… Τοιαύτην επιστολήν εσχεδίαζεν η Αϊμά.
Πριν ή αποκοιμηθή, ανηγέρθη επί μίαν στιγμήν και έσβυσε τον λύχνον. Είχε συνειθίσει ήδη εις το σκότος. Είπε καθ' εαυτήν ότι δεν ηδύνατο να ίδη όνειρα, αν άφηνε τον λύχνον ανημμένον. Τέλος έκλεισε τους οφθαλμούς και εταλαντεύετο μεταξύ ύπνου και εγρηγόρσεως.
Δεν είχεν ακόμη αποκοιμηθή και ήκουσε δούπον έξωθεν της θύρας, ως βήματα ανθρώπου. Είτα ήκουσε λείον κρότον, ως να έξεε τις την θύραν με τους όνυχας, ή ως να προσεπάθει τις να εισαγάγη κλείδα εις την οπήν του κλείθρου, ψηλαφών εν τω σκότει. Μετά τούτο αντήχησε σφοδρότερος κρότος, ως εκ περιστροφής της κλειδός. Τέλος, μετά τινας στιγμάς, η θύρα ηνοίχθη…
Η Αϊμά, ανετινάχθη επί της κλίνης της, και αφήκε πεπνιγμένην κραυγήν·
— Ποίος είνε;
— Εγώ, ο Μάχτος, απήντησεν ο εισελθών. Σιωπή!
— Συ! Μάχτο! Ήλθες! Ω Μάχτο! Συ είσαι; έκραξεν η Αϊμά.
— Σιωπή, φρόνιμα, εψιθύρισεν η φωνή του εισελθόντος.
Η Αϊμά, μη δυναμένη να κρατηθή, εν εξάλλω αγαλλιάσει, ερρίφθη εις τας αγκάλας του νομιζομένου Μάχτου.
— Υπάγωμεν, εψιθύρισε με υπόκωφον φωνήν ούτος. Είσαι έτοιμη;
— Έτοιμη, έτοιμη, Μάχτο! υπάγωμεν, ευθύς· ω, ήλθες, Μάχτο!
— Υπάγωμεν, επανέλαβεν εκείνος. Μην αργής!…
— Τώρα να ενδυθώ, Μάχτο! Νανάψω το φως.
— Ω μην ανάπτης φως, είπε μετά τρόμου ο αποκαλών εαυτόν Μάχτον. Θα μας ίδουν.
— Έχεις δίκαιον. Περίμενε να εύρω το φόρεμά μου.
Και η Αϊμά εψηλάφησεν εν τω σκότει, ευρούσα δε τας εμβάδας της, εφόρεσεν αυτάς ταχέως, είτα την εσθήτα της.
— Υπάγωμεν, εψιθύρισεν ο άνθρωπος εκείνος, τείνων την χείρα του προς την Αϊμάν.
— Υπάγωμεν, είπεν η νέα, λαβούσα την χείρα του.
Και κατέβησαν ομού, ψηλαφώντες τους τοίχους εν τω σκότει, πατούντες επ' άκρων των ονύχων, κωφαίνοντες τον κρότον των βημάτων, έρποντες και συνέχοντες την αναπνοήν· κατέβησαν την κλίμακα του υπερώου, έφθασαν εις τον πρώτον διάδρομον, κατήλθον την δευτέραν κλίμακα, έφθασαν εις το μεσαίον πάτωμα, και τέλος ευρέθηκαν εις την αυλήν. Η Αϊμά εφυλάττετο να ομιλήση, και ο συνοδεύων αυτήν ουδέν ετόλμα να υποψιθυρίση. Ότε έφθασαν εις το ύπαιθρον, αν και η νυξ ήτο ζοφερωτάτη και πυκνά νέφη εσκότιζαν το στερέωμα, ο καλούμενος Μάχτος έκυπτε τόσον το πρόσωπον προς την γην, ώστε η Αϊμά δεν ηδύνατο να διακρίνη τους χαρακτήρας του προσώπου του. Η νέα εκράτει σφιγκτώς τον βραχίονά του, εκείνος δε δεν έστρεφε προς αυτήν το πρόσωπον. Ωδήγησε δε αυτήν εις τον υπόγειον διάδρομον, τον άγοντα προς την μικράν θύραν.
— Πού υπάγομεν, Μάχτο; ηρώτησεν η Αϊμά, αισθανθείσα σκότος και υγρασίαν.
— Εις την θύραν, απήντησεν υπόκωφος η φωνή του ανθρώπου εκείνου.
Η Αϊμά δεν απηύθυνε δευτέραν ερώτησιν.
Ότε έφθασαν εις την ορσοθύραν, ο ψευδής Μάχτος απέσπασε τον βραχίονα από της χειρός της Αϊμάς και εψηλάφησε να εύρη τους μοχλούς της θύρας. Ώθησε τον ένα αυτών προς τον τοίχον, και ούτος ενέδωκεν. Είτα ώθησε τον δεύτερον, αλλ' αυτός αντέστη.
Ο ψευδής Μάχτος έψαυσεν επιμελώς διά των δακτύλων όλον το μήκος του μοχλού, ίνα εύρη πού ήτο η αντίστασις. Ανεκάλυψε δε κρεμαστόν κλείθρον προσαρμόζον τον μοχλόν επί δύο κρίκων. Εν τούτοις το κλείθρον τούτο ήτο ασθενές. Ο ξένος κατέβαλε σφοδρόν κόπον και τέλος το έθραυσεν.
— Ω, εψιθύρισε, κ' εγώ ενόμιζα ότι δεν είχε κλειδαριά.
Ο μοχλός ενέδωκε και απεσύρθη, αλλ' όμως η θύρα έμενεν εισέτι κλειστή.
Ο άγνωστος έξεεν ανυπομόνως διά των ονύχων την θύραν και τας παραστάδας. Τέλος ανεκάλυψεν ότι υπήρχε και δεύτερον κλείθρον, κρεμαστόν και τούτο, αλλ' όμως πολύ ισχυρότερον, προσαρμόζον το θύρωμα επί της παραστάδος. Εδοκίμασε μεθ' όλης της δυνάμεώς του να το συντρίψη. Αλλ' εις μάτην.
— Κατάρα! έκραξεν ο νομιζόμενος Μάχτος, και ήτο η πρώτη φορά καθ' ην εξέφερε φωνήν χωρίς να μεταπλάση ή να παραποιήση αυτήν.
— Δεν ομοιάζει με την φωνήν του Μάχτου! εσκέφθη η Αϊμά. Αλλ' όμως εξηκολούθει να πιστεύη ότι ήτο ο Μάχτος.
Ο άγνωστος ελύσσα. Προσεπάθει εις μάτην να συντρίψη το κλείθρον εκείνο.
— Τώρα, είπε, τώρα τι να κάμω;
— Βέβαια ο Μάχτος είνε, διενοήθη η Αϊμά, μεμφομένης εαυτήν επί τη δυσπιστία της.
Ο ψευδής Μάχτος κατέβαλε τελευταίον αγώνα, όπως θραύση το σιδηρούν εκείνο εμπόδιον, και τέλος απηλπίσθη.
— Τώρα, έλεγε καθ' εαυτόν, μία μόνη ελπίς μένει, να εξυπνίσω τον θυρωρόν, να τον απειλήσω, να τον βιάσω να μου ανοίξη την μεγάλην πύλην. Αλλ' ω! Τούτο είνε δύσκολον.
Εν τούτοις έλαβε την χείρα της Αϊμάς, και τη είπε με στυγνήν φωνήν·
— Υπάγωμεν.
— Πού υπάγομεν, Μάχτο; ηρώτησεν η κόρη.
— Εις την άλλην πόρταν, εψέλλισεν ο άγνωστος.
Η Αϊμά τον ηκολούθησεν εν σιγή· ο ξένος την ωδήγησεν ουχί διά της αυλής, αλλά διά των ευρέων διαδρόμων του μαγειρείου και της τραπέζης. Η Αϊμά εβάδιζε μετά καρτερίας και αποφάσεως, ο δε ξένος εφαίνετο κατεχόμενος υπό δεινής αγωνίας. Τέλος έφθασαν εις τον πυλώνα όπου ήτο το κελλίον του πυλωρού. Ο ψευδής Μάχτος έβαλε την νέαν να καθίση επί τινος πεζούλας, όπισθεν της κατοικίας του πυλωρού, αυτός δ' έκρουσε την θύραν του κελλίου.
Παρήλθε χρόνος τις μέχρις ου ο μπάρμπα Φούρβης, ο μεμψίμοιρος ούτος άνθρωπος, όστις παρεπονείτο προκειμένου περί παντός, ακούση και απαντήση εις την πρόσκλησιν του κρούοντος. Τέλος ηκούσθη υπόκωφος φωνή, φαινομένη ως να εξήρχετο εκ πίθου ή εξ αποξηραμμένου φρέατος.
— Ποίος είνε πάλι; Δεν σε αφίνουν ποτέ, ποτέ ήσυχον.
— Σηκώσου, έκραξεν ο ψευδώνυμος Μάχτος.
— Δεν έκλεισα μάτι, είπεν ο γέρων Φούρβης. Ακόμα δεν μ' επήρε ο ύπνος.
— Σηκώσου κι' άνοιξε, επανέλαβε η φωνή του κρούοντος την θύραν.
— Τι με θέλεις; Ο διάβολος σ' έβαλε, μεσάνυκτα;
— Κάμε γρήγορα!
Ο γέρων Φούρβης ήνοιξε την θύραν και ενεφανίσθη με το υποκάμισον εις το διάκονον αυτής.
— Ποίος είσαι; Ποιος σ' έστειλε; Τι θέλεις;
— Να μου ανοίξης την πόρτα.
— Σου την άνοιξα.
— Την πόρτα του μοναστηρίου.
— Διά να φύγης;
— Βέβαια.
— Και διά πού; Ο διάβολος σ' έβαλε, τέτοιαν ώρα;
— Να μου ανοίξης, επέμενεν ο ξένος.
— Βέβαια, δεν είσαι εις τα λογικά σου, είπεν ο μπάρμπα Φούρβης. Τέτοιαν ώρα να σου ανοίξω εγώ πόρτα; Μην τα έχεις χαμένα;
— Θα μου ανοίξης, είπεν ισχυρογνωμόνως ο ψευδής Μάχτος.
— Εγώ; Μην είσαι τρελλός; Και πού θα πας;
— Φέρε τα κλειδιά, γέρο, και μη μου κάνης το δύσκολο.
— Εγώ κλειδιά; Τέτοιαν ώραν μεσάνυκτα!
Ο Σκούντας (διότι ούτος ήτο ο υποδυθείς το πρόσωπον του Μάχτου) δεν έχασε καιρόν, αλλ' ορμήσας συνέλαβε τον Φούρβην από της γενειάδος, και με την άλλην χείρα του επίεσε σφοδρώς τον λαιμόν.
— Εχάθης, σ' εσκότωσα, δος μου τα κλειδιά γρήγορα. Αν φωνάξης, σε πνίγω.
— Ο γέρων έβαλε πεπνιγμένας κραυγάς, αλλ' ο Σκούντας διά της ισχυράς του λαιμού πιέσεως δεν επέτρεψε νακουσθώσιν αύται.
— Τα κλειδιά, έλεγε μόνον.
— Ω, διάβ.. . . ολε.. σου τα. .. δίν… ω. . . είπε κεκομμένη τη φωνή ο Φούρβης.
Ο Σκούντας άφησε τον λαιμόν του θύματός του, αλλά δεν άφησε και το γένειον αυτού.
— Έλα, κάμε γρήγορα, πού είνε;
Ο Φούρβης, ψηλαφών εις τον τοίχον, διότι δεν υπήρχε φως, και συνάμα κρατούμενος εγγύθεν υπό του Σκούντα, ανεύρε τα κλειδία και τω τα ενεχείρισε.
— Πάρε τα, και ξεφορτώσου με, είπεν. Ω διάβολε! Αυτό μας έλειπε. Θα μ' έπνιγες, ακόμα λίγο.
— Έλα να μου ανοίξης, είπεν ο Σκούντας, μη αρκεσθείς εις την κατοχήν των κλειδίων.
Ο Φούρβης δεν ετόλμησε ν' αντιστή, και εξήλθε μετά του Σκούντα, όστις εκράτει αυτόν σφιγκτώς εκ του βραχίονος.
Ότε είδε την Αϊμάν, είπεν ο Φούρβης·
— Αυτή πάλι τι είνε;
— Σιωπή, είπεν ο Σκούντας.
Ο Φούρβης εισήγαγε την κλείδα εις το μικρόν κλείθρον αποσύρας τον μοχλόν και ήνοιξε την θυρίδα.
— Απ' εδώ ειμπορείτε να εβγήτε, είπε· δεν είνε ανάγκη νανοίξωμεν την μεγάλη.
Ο Σκούντας και η Αϊμά έκυψαν ίνα εξέλθωσιν εκ του περιβόλου της μονής.
Την αυτήν στιγμήν οι κώδωνες ήρχισαν να σημαίνωσι διά το μεσονυκτικόν.
Τότε ο γέρων Φούρβης έβαλε κραυγήν και συνέλαβε τον Σκούνταν εκ των όπισθεν.
— Τρέξατε! εδώ τους έχω. Τους έπιασα.
Ο Σκούντας τοσούτον σφοδρώς τον ώθησεν, ώστε τον ανέτρεψεν ύπτιον επί του πλακοστρώτου εδάφους. Ο Φούρβης πεσών εδούπησεν ως αδρανής όγκος.
— Εφθηνά την γλυτώσαμε, διενοήθη ο Σκούντας. Ιδού εξύπνησαν αι καλογραίαι.
Και εξελθών αυτός διά της θυρίδος, έδωκε την χείρα εις την Αϊμάν, και εβοήθησεν αυτήν να διέλθη. Ήρχισαν δε την πορείαν των εν μέσω των αγρών και των δρυμώνων, εν τω σκότει της νυκτός. Την τελευταίαν στιγμήν καθ' ην ο Σκούντας κατέφερε τον σφοδρόν εκείνον κτύπον κατά του γέροντος πυλωρού, η Αϊμά εκ του κινήματός του υπώπτευσε πάλιν ότι δεν ήτο ο Μάχτος. Αλλ' όμως δεν επεθύμει πλέον να επανέλθη εις την ειρκτήν της, και απεφάσισε νακολουθήση καρτερικώς την τύχην της, όπου έμελλε να την οδηγήση αύτη.
ΜΕΡΟΣ Γ'.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.
Υπέρ βωμών και εστιών.
Επί τινος υψηλού λόφου υπερκειμένου της πόλεως Σπάρτης, ήτο ιδρυμένη μεγαλοπρεπής οικοδομή. Το μέγαρον τούτο έμενεν ακατοίκητον κατά τας τρεις ώρας του έτους, κατωκείτο δε συνήθως κατά τους χειμερινούς μήνας. Το μέγαρον τούτο ήτο του Δεσπότου της Πελοποννήσου. Καθ' ον χρόνον υπόκεινται τα της παρούσης ιστορίας, ήτοι κατά Μάιον του έτους αωνγ', ο οίκος ούτος έμενεν ακατοίκητος. Αλλ' όμως δις ή τρις του μηνός συνήρχοντο ενταύθα πολλοί των προκρίτων της Λακεδαίμονος, όπως συζητήσωσι τας τότε δεινάς περιστάσεις.
Πρωίαν τινά του ειρημένου μηνός, έκτακτος συρροή συνέβαινεν εις το μέγαρον. Πολλοί εκ των αρχοντίσκων των πέριξ και πολλοί εκ των ανθρώπων του λαού διευθύνοντο εις τον λόφον, εφ' ου έκειτο το μέγαρον, εισήρχοντο, ανέβαινον και κατέβαινον. Καί τινες μεν περιέμενον εν τω προαυλίω, τινές δ' εν τοις προθαλάμοις. Οι εισερχόμενοι συνήντων τους εξερχομένους, οι αναβαίνοντες ηρώτων διά νευμάτων και διά χειρονομιών τους καταβαίνοντας. Αλλ' όσον περιεργότεροι ήσαν οι πρώτοι, τόσον οι δεύτεροι εδεικνύοντο, ως συνήθως συμβαίνει, εχεμυθότεροι. Και εκείνοι μεν επεθύμουν, φυσικώ τω λόγω, να μάθωσιν όπερ ηγνόουν, ούτοι δε τυχόντες ήδη της εμπιστοσύνης, ή και ψευσθέντες της προσδοκίας, δεν έκρινον εύλογον να μεταδώσωσι και προς άλλους την μερίδα, ην έλαβον. Άλλως δε το αίσθημα το κινούν τους αναβαίνοντας εις την πρόωρον τούτην εξέτασιν ήτο η ανυπομονησία. Διότι έκαστος κατά σειράν εισήρχοντο ανά ένα εις μέγα θάλαμον, και η ακρόασις εκάστου ολίγας στιγμάς διήρκει.
Εν τω θαλάμω τούτω ευρίσκοντο δύο άνδρες καθήμενοι παρά τινα τράπεζαν. Ο πρεσβύτερος των δύο, ανήρ λίαν γεραρός με πολιόν γένειον, απέτεινε τον λόγον προς τους εισερχομένους, ο δε νεώτερος κύπτων επί τινος καταλόγου, εφαίνετο εκτελών έργα γραμματέως, απήγγελλεν ονόματα και ποσά, και εσημείου σταυρούς και κεραίας εις το περιθώριον. Ούτος ήτο ο Ιωάννης Κομνηνός, ελθών εκ της βασιλευούσης προ δύο μηνών, μετ' αποστολής ίνα στρατολογήση επικούρους υπέρ του Βασιλέως Κωνσταντίνου. Ο δε λευκοπώγων ήτο ο φιλόσοφος Πλήθων.
Έκαστος των εισερχομένων έλεγε το όνομά του προς τον γραμματέα· τότε ο Πλήθων τον ηρώτα·
— Πόσους άνδρας έχεις;
Ο ερωτώμενος απήντα, κατά τον βαθμόν της φιλαληθείας ή της θρασύτητος ην είχε. Δέκα, είκοσι, πεντήκοντα, εκατόν, κ.τ.λ.
Τότε ο Πλήθων έλεγε προς τον Κομνηνόν·
— Γράψον.
Και ο Κομνηνός εσημείου το ποσόν των χρημάτων, όπερ έμελλε να λάβη ως προκαταβολήν έκαστος των στρατολογούντων. Είτα έδιδεν αυτώ σημείωσιν του ποσού μετά της υπογραφής του, και τον παρέπεμπεν εις τον παρακείμενον θάλαμον, όπου ηκούετο κρότος νομισμάτων. Εκεί εγίνετο η εξόφλησις. Επιστρέφων εκείθεν έκαστος των στρατολόγων, ώφειλε να διέλθη αύθις διά του γραφείου.
Τότε ο Πλήθων τω απέτεινε τον λόγον·
— Πότε θα συνάξης τους άνδρας;
— Αύριον.
— Πού;
— Εις την Σπάρτην.
— Και πότε θ' αναχωρήσητε;
— Μεθαύριον
— Αγαθή τύχη, έλεγεν ενθέρμος ο Πλήθων. Εμπνεύσατε εις τους άνδρας σας πίστιν και ενθουσιασμόν. Πορεύεσθε εις τον μέγιστον κίνδυνον και εις τον ενδοξότατον αγώνα. Εγκαρτερήσατε. Η πατρίς ευγνωμονεί ήδη ημίν. Αναμνήσθητε ότι είσθε απόγονοι του Λεωνίδα και των τριακοσίων.
Και επειδή οι πλείστοι των ανδρών εκείνων ηγνόουν αν υπήρξέ ποτε Λεωνίδας και τίνες ήσαν οι τριακόσιοι, ο Πλήθων αυτοσχεδίως ηναγκάζετο να διηγήται εις ένα έκαστον αυτών την ιστορίαν της μάχης των Θερμοπυλών.
Περί τα τέλη σχεδόν της εργασίας ταύτης, ότε οι εισερχόμενοι καθίσταντο αραιότεροι, ενεφανίσθη εις την θύραν άνθρωπός τις, εις ου την παρουσίαν εξεπλάγη ο Πλήθων.
— Τι είνε, Θεόδωρε; ηρώτησεν.
Ο Θεόδωρος έκαμε νεύμα προς τον Πλήθωνα, και πλησιάσας εις την έδραν εφ' ης ούτος εκάθητο, τω εψιθύρισε λέξεις τινάς εις το ους.
— Εκείνη ήλθε.
— Πού;
— Εις το Σπήλαιον
— Πώς;
— Παράδοξον εφάνη και εις εμέ, αλλ' ήλθε.
— Μόνη;
Ο Θεόδωρος δεν απήντησεν ευκρινώς εις την τελευταίαν ερώτησιν. Ο Πλήθων τω είπε λέξεις τινάς και τον απέπεμψε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.
Το προσωπείον της νυκτός.
Ότε ο Σκούντας και η Αϊμά εξήλθον εκ του μοναστηρίου, σκότος βαθύ επεκράτει υπό τον ουρανόν. Ο αιθήρ εκαλύπτετο υπό μαύρων νεφών, και σφοδρός άνεμος εσύριζε διά μέσου των δένδρων. Ο Αργέστης ήστραπτεν ασθενών από καιρού εις καιρόν. Ο Σκούντας προσεπάθει να κρύπτη το πρόσωπον. Η καταιγίς προηγγέλλετο. Ψεκάδες τινές όμβρου είχον αρχίσει να πίπτωσιν. Η Αϊμά ησθάνετο το μέτωπόν της υγραινόμενον και το ψύχος διεπέρα τα φορέματά της.
Ο Σκούντας την ωδήγησεν προς το μέρος της κοιλάδος, όπου ήλπιζε να εύρη μέρος τι υπήνεμον, ίνα μείνωσι μέχρι της πρωίας. Διότι αδύνατον σχεδόν ήτο να οδηπορήσωσι την νύκτα. Η νέα εξηκολούθει να τον ερωτά πάντοτε·
— Πού θα υπάγωμεν, Μάχτο;
Ο ψευδής Μάχτος απήντα δι' είδους ανάρθρου υποτονθορισμού εις τας ερωτήσεις ταύτας. Απέφευγε δε το να συνάψη συνδιάλεξιν μετ' αυτής. Πατούντες μετά προφυλάξεως και ολισθαίνοντες επί του υγρού εδάφους έφθασαν εις το βάθος της σκοτεινής κοιλάδος, υπό τας πλατάνους, όπου δεν διέκρινον πλέον την ατραπόν, και δεν ηδύναντο να προβώσι. Μεταξύ των υψηλών τούτων δένδρων έκειτο κτίριόν τι ή μάλλον ερείπιον. Ήτο δε τούτο παλαιός νερόμυλος του μοναστηρίου, διότι δεν είχον εξέλθει εκ της περιοχής. Ο Σκούντας διελογίσθη ότι ουδείς κίνδυνος ήτο να διέλθωσιν ενταύθα την νύκτα, διότι αι καλογραίαι δεν εμελλον βεβαίως να τους καταδιώξωσι διά νυκτός. Το κτίριον ήτο ημισκεπές και ετοιμόρροπον. Ο Σκούντας έψαυσε την θύραν, πιστεύσας ότι αύτη θα ήτο ανοικτή. Αλλ' όμως δεν ηνοίχθη. Μέγας λίθος τεθειμένος όπισθεν εμπόδιζε τούτο.
Η Αϊμά κρυόνουσα, εκάθισε παρά τον τοίχον, και συνεστάλη, ο δε Σκούντας προσεπάθει νανοίξη την θύραν.
Αλλ' όμως άλλη τις ιδέα τω επήλθεν: Αφού η θύρα ήτο κλειστή, πιθανόν να υπήρχον εντός άνθρωποι, και τότε συνέφερε να παρουσιασθώσιν οι φυγάδες εις αυτούς; Τι θα υπώπτευον εκείνοι; Βεβαίως ο Σκούντας δεν θα έλεγεν ότι ήρχοντο εκ του μοναστηρίου, τουναντίον δε θα διηγείτο ότι έρχονται πολύ μακρόθεν. Αλλ' αν και εκείνοι, προς ους θα έλεγε τούτο, θα το επίστευον, ο Σκούντας όμως δεν θα επίστευεν εις αυτούς. Τοσούτον δ' εκυριεύθη υπό του φόβου, ώστε είπεν αίφνης προς την Αϊμάν
— Σηκώσου να πηγαίνωμεν.
— Πού να πηγαίνωμεν; ηρώτησεν εκείνη καταπλαγείσα.
— Εις τον δρόμον μας, απήντησε με ζοφεράν φωνήν ο Σκούντας.
Η Αϊμά δεν ησθάνετο δυνάμεις ίνα υπακούση. Τα γόνατά της είχον αρχίσει να τρέμωσιν. Η πολυήμερος κάθειρξις αυτής εν τω υπερώω, η εκούσιος ασιτία, εις ην είχεν υποβάλει εαυτήν, και η στενοχωρία είχον εξασθενίσει το σώμα της. Η βιαία δε και απότομος εις το ύπαιθρον μετάβασις, ο άνεμος, το ψύχος και η υγρασία τη επροξένουν νάρκην. Δεν ηδύνατο ουδέ να σταθή ορθία.
— Σηκώσου, επανέλαβε γογγύζων ο Σκούντας.
Η Αϊμά εσιώπα.
Ο Σκούντας ήρπασε τον βραχίονά της και εβίασεν αυτήν να ανορθωθή.
— Δεν μπορώ να περιπατήσω, Μάχτο, είπεν η νεάνις. Διατί δεν εμβαίνομεν εις αυτό το σπητάκι;
— Είνε κλεισμένον, εμορμύρισεν ο Σκούντας.
— Σπρώξε νανοίξης την πόρτα.
Και η Αϊμά εδοκίμασε με τας τρεμούσας χείρας της να ωθήση αυτή την θύραν προς τα έσω. Αλλ' η αντίστασις ήτο ισχυρά.
— Βοήθησε, Μάχτο, είπεν ικετικώς η νέα.
Αλλ' ο Σκούντας, όσον διελογίζετο, τόσον πλειοτέρους λόγους εύρισκεν όπως μη επιθυμή να εισέλθη εις τον οικίσκον εκείνον. Αν υπήρχον εντός άνθρωποι, θα ήναπτον φως πριν τοις ανοίξωσι την θύραν, και αυτός δεν επεθύμει να ίδη το πρόσωπόν του η Αϊμά μέχρι της πρωίας.
Την στιγμήν ταύτην τω εφάνη ότι ήκουσε ρογχασμόν τινα κοιμωμένου εντός του οικίσκου, και τόσω μείζονα σπουδήν ησθάνθη όπως απομακρυνθή τάχιστα.
— Υπάγωμεν γρήγορα, είπε λαμβάνων την Αϊμάν εκ της χειρός.
— Δεν μπορώ, Μάχτο.
Και ο Σκούντας την έσυρεν αυθαδώς. Αλλ' η νέα αντέστη ειπούσα.
— Ας περάση λίγο, διά να έλθω εις τον εαυτό μου.
Ο Σκούντας ηναγκάσθη να περιμένη. Η Αϊμά τον παρεκάλεσεν εκ νέου να προσπαθήση νανοίξη την θύραν του οικίσκου.
— Είνε άνθρωποι μέσα, απήντησεν ο Σκούντας.
— Αν είνε άνθρωποι, τόσον καλλίτερα, θα μας λυπηθούν, είπεν η Αϊμά.
Ο Σκούντας έμεινεν ακίνητος. Όσον διά την Αϊμάν, ησθάνθη και αύθις το τρίτον ήδη, αλλ' εναργέστερον την σκιάν εκείνην της υπονοίας, ότι ο άνθρωπος ούτος δεν ήτο ο Μάχτος. Αλλ' ουδέν ηδύνατο να πράξη όπως βεβαιωθή. Ο Σκούντας ήθελε να τη είπη ότι κίνδυνος ήτο μη αναγνωρίσωσιν αυτήν, διότι οι εν τω οικίσκω θα ήσαν εξ άπαντος άνθρωποι του μοναστηρίου και τότε θα την συνελάμβανον όπως την παραδώσωσιν εκ νέου εις τας καλογραίας. Αλλ' εκωλύετο, μη τολμών να προφέρη τοσαύτας λέξεις με την ιδίαν φωνήν του. Διότι όσον και αν ήτο μίμος, δεν ηδύνατο εντελώς να μιμηθή την φωνήν του αληθούς Μάχτου. Τελευταίον η Αϊμά τω είπε·
— Διατί δεν θέλεις, Μάχτο, να έμβωμεν μέσα;
— Δεν ανοίγει η πόρτα, εψιθύρισεν ο Σκούντας.
— Σπρώξε, Μάχτο· εσύ είσαι δυνατός. Ας είνε και άνθρωποι. Κτύπα να μας ανοίξουν.
Και ταύτα λέγουσα, εκράτει την κεφαλήν της δι' αμφοτέρων των χειρών και εφαίνετο καταβεβλημένη. Ο Σκούντας διενοήθη να πλησιάση προς αυτήν, να την θωπεύση, να την ονομάση αδελφήν του, και να την πείση ν' απέλθωσιν. Αλλά δεν ετόλμα. Τη έλεγε μόνον·
— Ας υπάγωμεν καλλίτερα.
— Πού;
— Εις το σπίτι μας.
— Είνε πολύ μακρυά;
— Δεν είνε πολύ.
Τέλος η Αϊμά μη δυνηθείσα να κατανικήση την επιμονήν του, απεφάσισε να τον ακολουθήση. Αλλά καθ' ην στιγμήν ηγέρθη, και προεχώρησαν ομού δύο βήματα, σφοδραί υλακαί ηκούσθησαν, και μεγαλόσωμος κύων πηδήσας διά μέσου των θάμνων ήρπασε την άκραν της εσθήτος της Αϊμάς. Ο Σκούντας ησθάνθη τρόμον, και η Αϊμά εφοβήθη πολύ. Ο Χόμο είλκυσε σφοδρώς το άκρον της αισθήτος, και ανέτρεψε την Αϊμάν επί της χλόης. Ο Σκούντας εζήτει ματαίως επί του εδάφους λίθον ή ξύλον τι, όπως μεταχειρισθή αυτό ως αλεξιτήριον κατά του επιδρομέως. Τέλος εύρεν ένα λίθον και ρίψας αυτόν κατά του κυνός τον εκτύπησεν εις την κεφαλήν.
Ο Χόμο ωλόλυξε και άφησε το φόρεμα της Αϊμάς, όπερ εκράτει με τους οδόντας.
— Η Αϊμά ησθάνθη αίφνης άλγος εις την κνήμην. Ο κύων την είχε δαγκάσει.
— Ω, πονώ, πονώ! έκραξεν. Ω Μάχτο, Μάχτο!
— Τι έχεις; Σ' εδάγκασε;
— Πονώ πολύ, επανέλαβε κλαυθμυρίζουσα.
Ο Σκούντας ηγωνίζετο ναπομακρύνη τον Χόμο, όστις επί ταις απειλαίς και ταις χειρονομίαις αυτού υπεχώρησε δύο ή τρία βήματα, και επανήρχετο πάλιν εις την έφοδον. Οι γαυγισμοί δε αντήχουν εις την βαθείαν φάραγγα. Τέλος ο Σκούντας κατώρθωσε διά βροχής λίθων και βώλων γης, να τον απομακρύνη. Ο Χόμο κατέβη εις την κοίτην του χειμάρρου, και οι ολολυγμοί του ηκούοντο εισέτι, αλλά οι λίθοι ους έρριπτε κατ' αυτού ο Σκούντας τον εκράτουν εις απόστασιν. Αίφνης έγεινεν άφαντος. Ίσως ετράπη προς άλλην διεύθυνσιν, και έμελλε να αρχίση αλλαχόθεν νέαν έφοδον.
Ο Σκούντας επανήλθε προς την Αϊμάν. Η νέα ήλγει και εκράτει την κνήμην με τας δύο χείρας.
— Πονείς πολύ; είπεν ο Σκούντας.
— Ω ναι. Και έκλαιεν ακατασχέτως.
Την στιγμήν εκείνην ο Σκούντας υπέστη παράδοξον ενδόμυχον τροπήν. Ησθάνθη τύψεις συνειδήσεως, ησθάνθη μεταμέλειαν και κατάνυξιν. Τότε πρώτην φοράν ανελογίσθη την πραξίν του, και εμέμφθη εαυτόν. Καθώς η αρπαγείσα εκείνη ψυχή (η δοξασία του λαού λέγει τούτο), η περιφερομένη παρά του αγγέλου επί τεσσαράκοντα ημέρας μετά τον από του σώματος χωρισμόν, είδε παρά τινα πηγήν δυσώδες και σκωληκόβρωτον σώμα, όπερ δεν ανεγνώρισεν, αλλ' εβδελύχθη, ότε δ' έμαθεν ότι τούτο ήτο το σκήνος, όπερ είχεν εγκαταλίπει, κατεπλάγη και ησχύνθη διά το μικρόψυχον αίσθημα όπερ εκράτει σφιγκτώς εγκαρθειγμένην αυτήν εντός του δυσώδους τούτου σκήνους….. ούτω και ο Σκούντας είδε πρώτην φοράν με γυμνούς οφθαλμούς την πράξιν του, και ησθάνθη το δυσώδες και αποτρόπαιον αυτής. Εβδελύχθη, έφριξε και κατεταράχθη. Έμεινεν επί τινας στιγμάς διαλογιζόμενος. Αλλ' όμως δεν είχε την γενναιότητα να ριφθή εις τους πόδας της Αϊμάς και να τη ομολογήση την αλήθειαν. Επροτίμησε ναγνοή και εκείνη και αυτός τι έμελλε να πράξη. Μίαν μόνην απόφασιν έλαβε. Να κρούση την θύραν του οικίσκου και να ζητήση άσυλον διά την Αϊμάν μέχρι της πρωίας. Τούτο δε και έπραξε.
Παρήλθε πολύς χρόνος μέχρις ου ο Τρέκλας, όστις εκοιμάτο εντός του οικίσκου, αφυπνισθή και ανοίξη την θύραν. Τέλος ηγέρθη μορμυρίζων, απέσυρε τον βαρύν λίθον όστις έκλειεν όπισθεν την θύραν, και ήνοιξεν.
Ο Σκούντας τω είπε·
— Μία κόρη είνε εδώ άρρωστη. Άνοιξε μας να έμβωμεν, διότι μας επήρε βροχή.
— Τι κάθεσαι και μου λες; είπεν ο Τρέκλας. Ποιος είσαι; Κάπως γνωρίζω την φωνήν σου.
Ο Σκούντας εταράχθη. Τω εφάνη ότι και αυτός τον ανεγνώριζε.
— Στάσου νανάψω φως, είπεν ο Τρέκλας.
— Μην ανάπτης, σε παρακαλώ, είπεν ο Σκούντας.
Ο Τρέκλας είχεν οπισθοχωρήσει και εν ακαρεί συνέκρουσε τον πυρίτην λίθον με τον σίδηρον, και ήναψε δάδα. Ο Σκούντας ερρίφθη ορμητικώς επ' αυτής και την έσβεσεν. Αλλ' όσον ασύλληπτος εν νω και αν ήτο η στιγμή καθ' ην διήρκεσε το φως, ο Τρέκλας είδε το πρόσωπον του ανθρώπου τούτου.
— Συ είσαι! Σε αναγνωρίζω! έκραξε μανιωδώς.
Και τον ήρπασεν εκ του λαιμού.
Ο Σκούντας τον συνέλαβε και αυτός εκ του πώγωνος.
Η Αϊμά τρέμουσα εκ του ψύχους, του άλγους και του φόβου, επλησίασε. Νέα αυτή συμφορά ην δεν ηδύνατο ουδέ να εννοήση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.
Δύο εχθροί.
Πάλη τότε τρομερά συνέβη εν τω σκότει μεταξύ των δύο τούτων ανθρώπων. Πάλη θηριώδης και αδιάλλακτος. Σύγχυσις, ταραχή, κραυγαί και κρότος. Η Αϊμά έμεινε με το στόμα ανοικτόν, και δεν ηδύνατο να εννοήση τι συνέβη. Καθ' ην στιγμήν ανήφθη επί μίαν στιγμήν η δας, η κόρη είχεν ιδεί ακαριαίως το πρόσωπον του Τρέκλα φωτισθέν, και πάλιν το σκότος επανήλθεν. Όσον διά τον Σκούνταν, ούτος είχεν εστραμμένα προς αυτήν τα νώτα, αλλ' όμως και πάλιν τον είδεν εκ πλαγίου, και τη εφάνη ότι δεν ήτο ο Μάχτος. Αλλά την ιδέαν ταύτην μόλις είχε προφθάσει να συλλάβη, και ευθύς η προσοχή της μετεβιβάσθη εις το θέαμα εκείνο της αγρίας πάλης, όπερ κατέπληξεν αυτήν. Ελησμόνησε δε και το άλγος της κνήμης της και το ψύχος, και πάσαν άλλην δυστυχίαν.
— Διά τον Θεόν! Τι είνε; έκραξε τρομάξασα η νέα.
Αλλά τις ήθελε απαντήσει προς αυτήν; Οι δύο εκείνοι άνθρωποι δεν είχον καιρόν να την ακούσωσιν. Ο Τρέκλας εκράτει τον εχθρόν του σφιγκτώς από του λαιμού, και τον είχε καταβάλει ήδη και εγονυπέτει επί του στήθους του. Ηκούετο το ρογχώδες άσθμα του Σκούντα και οι απειλητικοί γρυσμοί του αντιπάλου αυτού. Πέριξ δε σκότος, σιγή και ερημία. Οι κλώνες των δένδρων εσείοντο υπό του ανέμου, ο ρύαξ κάτωθεν εμορμύριζεν εις την κοίτην του, και τα νέφη εξηκολούθουν σωρευόμενα άνωθεν εις τον αιθέρα. Μεμακρυσμέναι βρονταί αντήχουν, και αι ψεκάδες του όμβρου διέλειπον επί μικρόν και πάλιν ήρχιζον να πίπτωσιν. Ο Τρέκλας ήτο άφωνος και δεν έλεγε το αίτιον της οργής του. Αλλά στιγμήν τινα ηκούσθη μασσωμένη μεταξύ των οδόντων του η λέξις·
Άθλιε! μου πήρες την….. Και διεκόπη.
Αλλ' ας σπεύσωμεν να είπωπεν προς τον αναγνώστην το πιθανώτατον αίτιον της επιθέσεως ταύτης. Δις ή τρις ήδη εν τοις προλαβούσι κεφαλαίοις ο Τρέκλας ηκούσθη παραπονούμενος ότι η σύζυγός του τον είχεν εγκαταλίπει. Το μυστικόν τούτο μόνον εις τον Χόμο ηδύνατο να εμπιστευθή. Αλλ' όμως εβάρυνε την καρδίαν του, και ήτο δι' αυτόν ως εφιάλτης. Φαίνεται λοιπόν ότι εκ της φωνής του Σκούντα και εκ της μορφής αυτού, ην κατώρθωσεν επί μίαν στιγμήν να ίδη, τον ανεγνώρισεν ότι ούτος ήτο ο άρπαξ της συζύγου του· το τραύμα δε αυτού ήτο πρόσφατον, και η οργή του αφορμήν εζήτει όπως εκραγή. Ευθύς δ' ως είδε τον Σκούνταν, εξέλαβε τούτον ως δώρον της Νεμέσεως και ερρίφθη επ' αυτού με την λύσσαν της τίγρεως. Ο Σκούντας είχεν ίσως τους βραχίονας ισχυροτέρους, αλλ' ήτο απαράσκευος, και ευρέθη εις θέσιν προχείρου αμύνης. Ο δε Τρέκλας ήτο θρασύδειλος και σκληρός, και ησθάνθη ότι οι βραχίονες του ανέλαβαν πρόσκαιρον νευρικήν δύναμιν.
Ο Σκούντας υπέκυψεν εις τον πνιγμόν, και αι χείρες αυτού, αρπάσαντες κατ' αρχάς τον αντίπαλόν του εκ του πώγωνος, ευθύς παρελύθησαν. Κατεβλήθη, και το γόνυ του εχθρού του ετέθη επί του στήθους του.
Η Αϊμά, συνάπτουσα τας χείρας, επτοημένη, έξαλλος, ηθέλησε να πλησιάση. Αν την έβλεπεν ο Τρέκλας, τις οίδε, ίσως έμελλε να την εκλάβη αντί της γυναικός αυτού. Ευτυχώς όμως η Αϊμά είχε στρέψει προς αυτόν τα νώτα.
— Διά τον Θεόν! επανέλαβεν η Αϊμά, τι έχετε;
Ο Τρέκλας ήκουσε την φωνήν ταύτην, και αυτομάτως εστράφη. Αποσπασθείσης δ' επί μίαν στιγμήν της προσοχής αυτού, εχαλαρώθη και η περίσφιγξις της χειρός του. Ο Σκούντας ανακουφισθείς μικρόν, επειράθη να εγερθή. Αλλ' ο Τρέκλας δεν επτοήθη, και επανέλαβε σφοδρότερον να τω σφίγγη τον λαιμόν. Δεν ηδύνατο δε ο Τρέκλας να ίδη την Αϊμάν, διότι έστρεφε προς αυτήν τα νώτα. Την στιγμήν εκείνην επανήλθε και επίκουρος του Τρέκλα ο Χόμο, όστις αφού εξετέλεσε την περίοδόν του, επανήλθε εκβάλλων φοβεράς υλακάς. Η Αϊμά οπισθοχώρησε τρέμουσα, αλλ' ο κύων δεν εστράφη κατ' αυτής. Την μανίαν του κατηύθυνε κατά του θύματος του Τρέκλα, και ορμήσας ήρχισε να δάκνη μανιωδώς τους ώμους και τας πλευράς αυτού. Συγχρόνως δε εκ του οικίσκου εξήλθε και άλλο τι πρόσωπον. Ανήρ υψηλός, σκυθρωπός και σιωπηλός ήλθε και έστη ως φάντασμα πλησίον της Αϊμάς. Η νέα ετρόμαξε και αφήκε κραυγήν.
— Θεέ μου! ποίος είσαι;
Ο άνθρωπος εκείνος ανεγνώρισε την φωνήν ταύτην, και αποτείνας τον λόγον προς την νέαν τη είπε·
— Συ είσαι, η Αϊμά;
— Ω Θεέ μου! εψιθύρισεν η κόρη.
— Υπάγωμεν, Αϊμά, είπε παραδόξως ο άνθρωπος εκείνος. Τώρα αυτοί θα σκοτωθούν.
— Ο Μάχτος;. . . είπε διστακτικώς η Αϊμά δεικνύουσα τον υπό τον πνιγμόν του Τρέκλα εκπνέοντα.
— Δεν είνε ο Μάχτος, είπεν ο άνθρωπος εκείνος. Ποίος σοι τω είπεν;
Η Αϊμά ανέπνευσεν.
— Υπάγωμεν, Αϊμά, επανέλαβεν ο υψηλός άνθρωπος.
Και έσυρε την νέαν μεθ' εαυτού. Αύτη δεν είχεν ουδέ δύναμιν ναντιστή. Άλλως δε αι τοιαύται συγκινήσεις την είχαν νεκρώσει. Εν τούτοις πριν ή κάμη βήμα εδοκίμασε να είπη·
— Δεν τον βοηθούμεν; και εδείκνυε πάλιν τον καταβεβλημένον υπό του Τρέκλα άνθρωπον.
— Να τον βοηθήσωμεν; είπε μετά ψυχρού σαρκασμού ο μυστηριώδης άνθρωπος. Έλα στο νου σου, Αϊμά.
Δεν ήτο δε ίσως και επίκουρος η τοιαύτη βοήθεια. Ο Σκούντας ήτο άδηλον αν έζη εισέτι. Η μανιώδης περίσφιγξις του Τρέκλα, και τα δήγματα του Χόμο, τον είχαν καταβάλει.
Εν τούτοις ουδείς μάρτυς παρέστη εις το τέλος της σκηνής ταύτης. Η χλόη εφαίνετο πεπατημένη την επαύριον, και χώμα είχε σωρευθή ενιαχού όπως καλύψη το αίμα, όπερ έκαμαν να ρεύση τα δήγματα του Χόμο. Όπισθεν δε του ερήμου νερομύλου, εις μέρος απάτητον και απρόσιτον, μεταξύ θάμνων και βάτων, μέγας σωρός χώματος ομοιάζων με τάφον είχεν εγερθή. Αλλά το μέρος εκείνο ήτο αόρατον από ατραπού και ουδείς ουδέν ηδύνατο να υποπτεύση.
Την επαύριον περί την μεσημβρίαν, ότε ο Τρέκλας διετάχθη να υπάγη εις το άντρον του Πλήθωνος, όπως κομίση την είδησιν περί της αποδράσεως της Αϊμάς εκ του μοναστηρίου, ουδέν ίχνος της νυκτερινής πάλης, πλην αμυχών τινων, εφαίνετο επί του προσώπου του Τρέκλα. Ήτο μάλιστα εύθυμος, και είχε διάθεσιν προς φλυαρίαν, ως να ήτο έωλος εξ οίνου. Αι δε αμυχαί εκείναι, λαμβανομένου υπ' όψιν του επαγγέλματος του κηπουρού, όπερ μετήρχετο, ηδύνατο να νομισθώσιν ότι προήλθον εκ των βάτων και ακανθών, καθ' ων επάλαιεν όπως καλλιεργήση τους από πολλού χέρσους κήπους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.
Νυξ εν τη ερημία.
Ο Πρωτόγυφτος, όστις είχε γείνει άφαντος από πολλών ημερών, δεν έμελλεν επί μακρόν χρόνον να μείνη αόρατος. Την νύκτα εκείνην και τας προλαβούσας είχε φιλοξενηθή παρά του Τρέκλα, και ευρέθη επικαίρως παρών όπως οδηγήση και προστατεύση την Αϊμάν. Αλλά πώς συνέβη τούτο; Ο Πρωτόγυφτος είχε λάβει από τινος χρόνου την έξιν του να παρέχη υπηρεσίας, όπως μη είνε παντελώς άχρηστος εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Γινώσκων λοιπόν πού ευρίσκετο η Αϊμά, ενόμισεν ότι ώφειλε να περιφοιτά τακτικώς εις τα μέρη εκείνα, και τούτο όπως μανθάνη εγκαίρως παν καινόν δυνάμενον να συμβή. Ηδύνατο δε λίαν επωφελώς, ως επίστευε, να αναγγέλλη τούτο εις τους περί τον Πλήθωνα, αν και ουδεμίαν παραγγελίαν είχε λάβει προς τούτο. Την ημέραν ο Πρωτόγυφτος ουδαμού εφαίνετο. Πιθανώς έμενε κεκρυμμένος έν τινι τρώγλη. Την δε νύκτα ανέβαινεν εις την επιφάνειαν και περιήρχετο ως πενθούσα σκιά περί τα τείχη του μοναστηρίου. Εις μάτην περιέμενε τον Βούγκον να έλθη να τον εύρη. Ο δυστυχής νέος δεν είχεν εννοήσει την παραγγελίαν του πρώτου των Γύφτων, και έμενεν αδρανής, προσπαθών να παρηγορήση την μητέρα του, ήτις έκλαιε καθ' εκάστην πρωίαν την στέρησιν του συζύγου. Την νύκτα εκείνην ο Πρωτόγυφτος ιδών το θυελλώδες του καιρού, ετόλμησε να ζητήση φιλοξενίαν παρά του Τρέκλα. Ότε δ' ευρίσκετο εις τον τρίτον και τελευταίον ύπνον, τον αφύπνισεν αποτόμως ο θόρυβος της συμπλοκής. Ο Πρωτόγυφτος ηγέρθη, έτριψε τους οφθαλμούς, επλησίασεν εις την θύραν και διασκελίσας τους δύο παλαίοντας, οίτινες έκειντο ο έτερος επί του ετέρου αποφράττοντες την είσοδον, εξήλθεν. Είδε τότε ορθίαν ενώπιον αυτού την Αϊμάν. Την ανεγνώρισε δε σχεδόν εξ ορμεμφύτου. Τη απέτεινε τον λόγον μετά δισταγμού, αλλ' εκ του ήχου της φωνής της, ότε αύτη απήντησε, την ανεγνώρισεν εντελώς. Η νεάνις παρεσύρθη υπ' αυτού μη έχουσα δύναμιν ίν' αντισταθή, και απεμακρύνθησαν.
Ο Γύφτος ωδήγησε την Αϊμάν εις λόχμην τινά, γνωστήν εις αυτόν, διότι κατά τας προλαβούσας ημέρας είχε κατοπτεύσει το έδαφος, και πολλά είχεν ανακαλύψει. Τη έδειξε κόγχην τινά υποκάτω ενός βράχου, και τη είπε να κοιμηθή. Η νέα συνεστάλη εντός του κοιλώματος εκείνου και ο Γύφτος εκάθισε πλησίον αυτής. Το μέρος ήτο υπήνεμον και εσκέπαζε την Αϊμάν από των σταγόνων της βροχής, ήτις κατά διαλείμματα έπιπτεν. Άνωθεν σκοτεινός αιθήρ επέκειτο, και αστραπαί διέσχιζαν τον αέρα. Η βροντή εμυκάτο και ο άνεμος εγόγγυζε διά μέσου των κλώνων των δένδρων. Η νέα περιετυλίχθη εντός του επενδύτου της, αλλά δεν είχε σκοπόν να κοιμηθή· εφοβείτο. Άγνωστα αισθήματα αποστροφής και οδύνης συνέθλιβον την καρδίαν της. Διετέλει εν αμηχανία και δεν είξευρε τι να σκεφθή περί του Γύφτου, ή τι να τω είπη. Ανεμιμνήσκετο ότι ο άνθρωπος ούτος την είχε πωλήσει. Η νέα είχεν εννοήσει καλώς τούτο. Και τώρα κατά παράδοξον της τύχης προδοσίαν έπιπτεν εκ νέου εις τους όνυχάς του. Η περίστασις ηδύνατο να χρησιμεύση διά τον Πρωτόγυφτον ως αφορμή όπως επιδείξη την εμπορικήν πίστιν και αρετήν αυτού, παραδίδων εκ δευτέρου την κόρην εις τας χείρας των αγοραστών. Πλην τούτου ηδύνατο να ελπίση και προσθέτου τιμήματος απολαβήν, αν έπραττε τούτο. Ήτο δε τοσούτω φοβερώτερος ο κίνδυνος ούτος, όσω η Αϊμά, ως πάντες, ηγνόει ποίοι τινες ήσαν οι αγορασταί και τις ο σκοπός των. Όσον διά τον Πρωτόγυφτον, ούτος εκάθητο ήσυχος εγγύς αυτής, και ουδ' υποπτεύων υπό ποίων λογισμών κατείχετο η νέα. Δεν ησθάνετο την ανάγκην του ν' απολογηθή προς την Αϊμάν, αλλά τη έλεγεν ηρέμα·
— Τώρα πλέον θα πάμε 'στό σπήτι μας, Αϊμά.. .. χμ..· θα ζήσωμεν ήσυχα από 'δώ κ' εμπρός. Κανένας δεν θα μας πειράξη. Πέρασες καλά αυταίς ταις ημέραις;
Η Αϊμά δεν απήντησε.
— Ο Βούγκος και ο Μάχτος, επανέλαβεν ο Πρωτόγυφτος, είνε καλά, έμαθα, τα δύο μας παιδιά. Να δουλεύουν τάχα το αργαστήρι, ή μη το παράτησαν; Εκείνη η στρίγλα η μάννα τους τα φταίγει όλα. Συ δεν της μοιάζεις, είσαι καλό κορίτσι, Αϊμά.
— Ο Μάχτος, εψιθύρισεν η νέα. Αλήθεια πως δεν ήτον ο Μάχτος αυτός;
— Ποίος;
— Εκείνος.
Και η Αϊμά εδείκνυε μόνον διά της χειρός την διεύθυνσιν προς ην έκειτο ο μύλος, όθεν είχον αναχωρήσει. Εφαίνετο δε μη έχουσα την δύναμιν να εξηγηθή διά λέξεων. Ο Πρωτόγυφτος απήντησε·
— Λέγεις εκείνους τους δύο που μάλωναν;
— Ναι.
— Δεν ήτον ο Μάχτος. Ποιος σου το είπε;
Ο Πρωτόγυφτος ηδύνατο εκ του διαλόγου τούτου να λάβη αφορμήν, όπως την ερωτήση πώς ευρέθη εκεί, και πώς κατώρθωσε να εξέλθη εκ του Μοναστηρίου, ακολουθήσασα τον άνθρωπον εκείνον. Αλλ' όμως δεν έπραξε τούτο. Ίσως επεθύμει ν' αποφύγη πάσαν αφορμήν προς εξήγησιν. Η Αϊμά τον ηρώτησε·
— Και ποιος ήτον;
— Δεν τον γνωρίζω.
Ο Γύφτος έλεγε την άλήθειαν. Δεν είχεν αναγνωρίσει τον Σκούνταν, άδηλον δε και αν τω ήτο εξ αρχής γνωστός.
Η Αϊμά δεν απηύθυνεν άλλην ερώτησιν.
— Κοιμήσου, της είπε και εκ δευτέρου ο Πρωτόγυφτος, και αύριον πρωί θα πάμε εις το σπήτι μας.
Αλλ' η Αϊμά πολύ απείχε του να υπακούση εις την παρακέλευσιν ταύτην, και εβυθίσθη εις αντιφατικούς διαλογισμούς. Εσκέπτετο ότι εις τον άνθρωπον τούτον θα ώφειλεν επί τέλους σέβας και ευγνωμοσύνην, διότι εις τον οίκον αυτού ανετράφη και ηυξήθη τη ηλικία. Αλλ' όμως την επώλησεν. Ηδύνατο άρα η ευγνωμοσύνη να νικήση την αγανάκτησιν; Αλλ' όμως μετ' ολίγον απέκρουσε τους διαλογισμούς τούτους ως προώρους. Η νυν θέσις της δεν ήτο ασφαλής. Περιέμενε την πρωίαν ν' ανατείλη. Ηγνόει τι έμελλε να πράξη. Ηδύνατο εκουσίως ν' ακολουθήση τον Πρωτόγυφτον, ή διά της βίας θα τον ηκολούθει; Έπρεπε να επανέλθη εις την οικίαν αυτού, αφού παρεβίασε το ιερόν της στέγης και της εστίας διά της πωλήσεως; Και αν ηρνείτο να μεταβή εκείσε, πού είχε να καταφύγη; Τρομεραί αι απορίαι αύται διά την ατυχή νέαν. Ήλθε στιγμή τις καθ' ην μικρού δειν μετενόει διατί να φύγη εκ του μοναστηρίου. Διότι ουδέν τω όντι είχε καταφύγιον.
Ούτω παρήλθεν η νυξ εκείνη. Μετά τρεις ώρας υπέφωσκεν η ηώς. Η Αϊμά δεν είχε κλείσει τους οφθαλμούς, ο δε Πρωτόγυφτος απεκοιμήθη καθήμενος και έρρεγχεν. Εις την Αϊμάν είχεν επέλθει η ιδέα να σηκωθή και να φύγη εγκαταλείπουσα τον Πρωτόγυφτον, αλλά δεν είχε σθένος φυσικόν ή ηθικόν να πράξη ούτω. Ο κάματος, η έκλυσις των δυνάμεων, ο φόβος υφ' ου κατείχετο, το αμυδρόν αλλ' επίμονον αίσθημα της ερημίας και της ελλείψεως ασύλου την ημπόδιζον, αποτελούντα φραγμόν εις τα διαβήματα αυτής. Ότε η πρώτη ακτίς της ηούς εφάνη, διαφωτίσασα το βαθύ σκότος της θυελλώδους νυκτός, τότε ήνοιξε και ο Πρωτόγυφτος τους οφθαλμούς.
— Δεν εκοιμήθης, Αϊμά; τη είπεν.
— Εκοιμήθην, απήντησεν η νέα.
Ο Πρωτόγυφτος ανωρθώθη, περιήλθε δις ή τρις περί τον βράχον, και είτα τη είπε·
— Σηκώσου να πάμε.
Η Αϊμά υπήκουσε. Τότε ήρχισαν να οδοιπορώσι διά μέσου των δρυμώνων. Η Αϊμά δεν εγίνωσκε τας οδούς και ηγνόει προς ποίαν διεύθυνσιν έπρεπε να μεταβώσι, και πού έκειτο η Μονεμβασία. Τον ηκολούθει δε μηχανικώς.
Ο Γύφτος εφαίνετο γνωρίζων κατά σπιθαμήν το έδαφος, την ωδήγει δε διά των πλαγίων ατραπών και των φαράγγων, αποφεύγων να συναντήση διαβάτην. Ήτο ήδη ημέρα. Ότε ήκουον μακρόθεν βήματα, ο Γύφτος την έσυρε προς απότομόν τι μέρος, και εκρύπτοντο εκεί. Είτα ο Πρωτόγυφτος την ηρώτα·
— Είσαι κουρασμένη;
— Όχι, απήντα η Αϊμά. Τω όντι δε τα μέλη του σώματος της εφαίνοντο απολέσαντα την αίσθησιν του καμάτου.
— Αν είν' έτσι, πάμε, έλεγεν ο Γύφτος.
Και η Αϊμά ηγείρετο και τον ηκολούθει. Ότε έφθασαν εις λόφον τινά, ου αντικρύ εφαίνετο κώμη τις, ο Πρωτόγυφτος τη είπε·
— Πεινάς;
— Όχι, απήντησεν η Αϊμά. Ουδ' ησθάνετο δε την πείναν, αν και ουδέν είχε φάγει από δύο ημερών.
— Δεν γίνεται, είπεν ο Γύφτος· κ' εγώ πεινώ. Περιμένεις εδώ, να υπάγω αντικρύ να αγοράσω ψωμί;
— Περιμένω, είπεν η Αϊμά.
Εις τον Πρωτόγυφτον επήλθεν η ιδέα ότι η Αϊμά ηδύνατο ευκόλως να φύγη, αν την άφηνε μόνην. Μεταμεληθείς λοιπόν είπε·
— Ειμπορεί να φοβήσαι να σ' αφήσω μοναχήν. Καλλίτερα να έλθης μαζή μου. Αυτοί οι χωριάταις δεν μας γνωρίζουν. Πάμε μαζή;
— Πάμε, είπε μετ' αδιαφορίας η Αϊμά.
Και καταβάντες τον λόφον, επλησίασαν εις τα πρόθυρα του χωρίου. Ουδείς παρετήρησεν αυτούς. Μία μόνον γυνή, ήτις εκάθητο υπό δένδρον τι παρά την θύραν της καλύβης της, κρατούσα ηλακάτην, έστρεψε το βλέμμα προς αυτούς.
— Από πού έρχεσθε; τους ηρώτησε.
— Από το χωριό μας, απήντησεν ο Γύφτος
— Και τι θέλετε;
— Περαστικοί είμασθε απ' εδώ.
— Και πού πάτε τάχατες;
— Στα χωράφια μας, είπεν ο Πρωτόγυφτος.
— Έχετε δω σιμά χωράφια; Εγώ δεν σας είδα άλλην φοράν.
— Τώρα γρήγορα ταγοράσαμε.
— Δεν μοιάζετε για χωραφάδες, είπεν η γυνή, παρατηρούσα το μαυρισμένον πρόσωπον και τας μολυβδόχρους χείρας του Γύφτου.
— Σαν τι μοιάζομε;
— Φαίνεσθε σαν Ατσίγγανοι.
— Ειμπορεί να είμασθε κι' όλας, εμορμύρισε δυσμενώς ο Πρωτόγυφτος. Σε πειράζει τούτο τίποτες;
— Όχι.
— Τότε γιατί ρωτάς;
— Και αυτή τι την έχεις; επανέλαβεν η γυνή δεικνύουσα την Αϊμάν.
— Είνε κόρη μου.
— Σαν άρρωστη μου φαίνεται, είπεν η φιλοπράγμων γυνή.
Ο Πρωτόγυφτος εμυρμύρισε·
— Πάμε, Αϊμά.
Και λαβών εκ της χειρός την νέαν προυχώρησεν, όπως αποφύγη τας φορτικάς ερωτήσεις της γυναικός εκείνης. Αύτη ηκολούθησεν αυτούς, ανυπόδητος και με την ηλακάτην όπως ήτο, βαδίζουσα τριάκοντα βήματα όπισθεν αυτών. Ο Γύφτος και η Αϊμά διευθύνθησαν εις το κέντρον του χωρίου, όπου ηγόρασαν τροφάς και εξήλθον εκείθεν σπεύδοντες. Η γυνή σταθείσα παρά τινα γωνίαν παρετήρει αυτούς μακρόθεν. Ιδούσα δε γειτόνισσάν τινα, την έκραξε·
— Βλέπεις εκεί;
— Ποίος είνε;
— Εκείνος ο άνθρωπος με το κορίτσι που σέρνει από το χέρι…
— Βλέπω.
— Μου φαίνεται παράξενο.
— Διατί;
— Σήμερα το πρωί επέρασ' απ' εδώ ένας άνθρωπος κουτσός.
— Ποίος;
— Ένας γνώριμος του ανδρός μου. Και μας είπεν ότι χθες βράδυ έγεινεν άφαντη από το μοναστήρι των καλογραιών μία νέα γυφτοπούλα.
— Αι, και τι μ' αυτό;
— Λοιπόν αυτός ο γέρος εκεί είνε γύφτος, μου φαίνεται. Και η νέα ειμπορεί να είνε εκείνη η γυφτοπούλα, όπου έφυγεν από το μοναστήρι.
— Αι, και τι μας μέλει;
— Δεν λέγω πως με μέλει, αλλά σου λέγω τάχατες διά να το ξεύρης και συ.
— Ώρα καλή!
Και η γειτόνισσα στρέψασα τα νώτα απεμακρύνθη.
Εν τούτοις οι δύο οδοιπόροι εξήλθον εκ της κώμης, και επανέλαβον την πορείαν των. Ο Γύφτος δεν είπε πλέον προς την Αϊμάν να φάγη, αλλά την εβίαζε να σπεύδη το βήμα, η δε κόρη τον ηκολούθει αγογγύστως. Φαίνεται ότι αι επίπονοι εξετάσεις της χώρας εκείνης είχον εμποιήσει ανησυχίαν εις τον Πρωτόγυφτον. Ότε δε απεμακρύνθησαν παραπολύ, τότε μόνον τη επρότεινε να καθίσωσιν εις μέρος τι και να αριστήσωσιν.
Είτα δε τη είπε·
— Τώρα είνε ανάγκη να καθίσωμε 'δω, που είνε παράμερα. Κοντεύομε να φθάσωμεν εις το χωριό μας. Δεν πρέπει να φανώμεν εκεί την ημέραν, μη μας ιδούν. Όταν νυχτώση, τότε θα πάμε.
Η Αϊμά δεν απήντησεν, αλλ' υπετάχθη σιωπηλώς. Έκλινε δε προς την δύσιν η ημέρα. Ότε επήλθεν η νυξ, τότε ο Πρωτόγυφτος τη λέγει·
— Σηκώσου τώρα. Είνε καιρός να πηγαίνωμε.
Και η νέα υπήκουσε. Διήλθον πολλών μιλίων οδόν. Η Αϊμά εβάδιζε μετ' απιστεύτου καρτερίας. Άλλως δε είχεν αναπαυθή κατά τον τελευταίον σταθμόν, και η λιτή τροφή, ην έλαβε, τη απέδωκε τας δυνάμεις της. Ήτο δε βαθύ σκότος. Ο καιρός είχε μεταβληθή από της πρωίας, και ήτο ευδία. Ο Γύφτος εγίνωσκε καλώς τας οδούς, και ωδήγει την Αϊμάν. Ότε όμως είχον αναβή εις απότομόν τινα ακρώρειαν του Ταϋγέτου, ο Γύφτος εστάθη αίφνης διστάζων. Εκύτταζε δεξιά και αριστερά, ως να διετέλει εν αμηχανία.
— Τι είνε; ηρώτησεν η Αϊμά.
— Δεν ξέρω, μου φαίνεται σαν να έχασα τον δρόμο.
— Αλήθεια; Εγώ και πρωτήτερα θα σου το έλεγα, είπεν η Αϊμά.
— Πώς; γνωρίζεις εσύ τους δρόμους; είπε με σκληρόν τόνον ο Πρωτόγυφτος.
— Δεν τους γνωρίζω, αλλά δεν ξέρω πώς μου εφάνη πως είμεθα πολύ μακρυά από το χωριό μας.
— Α! έκαμε πτοηθείς ο Γύφτος. Και πώς εκατάλαβες ότι είμασθε μακρυά;
— Έτσι μου εφάνη.
— Έχεις λάθος, πρωτήτερα επηγαίναμε πολύ καλά, κορίτσι μου. Τώρα όμως . . .
— Τώρα;
— Δεν ξεύρω αν θα μείνωμε και άλλην μίαν βραδειά εις το βουνό να ξενυχτίσωμεν.
— Ω!…
— Και εις αυτό το μέρος λέγουν πως είνε λύκοι.
— Λύκοι! είπε μετά τρόμου η Αϊμά.
— Σου λέγω, ο δρόμος μας είνε χαμένος, επανέλαβεν ο Γύφτος.
— Και τώρα τι να κάμωμεν; είπεν η Αϊμά συνάπτουσα τας χείρας.
Ο Γύφτος περιέβλεψεν εισέτι επί τινα χρόνον εξετάζων τα πέριξ, περιήλθε το μέρος, και επέστρεψε προς την Αϊμάν.
— Φαίνεται φως εκεί πέρα, είπε.
— Πού;
— Έλα να το ιδής αν θέλης.
Η Αϊμά τον ηκολούθησεν εις στροφήν τινα της ατραπού, και είδε τω όντι φως λάμπον εν μέσω των θάμνων, εις χιλίων βημάτων απόστασιν.
— Και τώρα θέλεις να πάμε εκεί να τους παρακαλέσωμεν να μας δεχθούν απόψε διά την νύκτα;
— Όπως θέλεις, απήντησεν η Αϊμά.
Επροχώρησαν. Το φως ήτον εις την ρίζαν ενός βράχου, και όσον επλησίαζον, τόσον ευκρινέστερον καθίστατο. Ότε ήλθον εγγύτερον, ο Πρωτόγυφτος είπε·
— Κάθησαι συ εδώ, να υπάγω εγώ μίαν στιγμήν να ιδώ τι άνθρωπος είνε, και γυρίζω και σε παίρνω.
— Ας είνε, είπεν η Αϊμά.
Ήδη μόλις απείχον περί τα εκατόν βήματα. Ο Γύφτος καταλιπών την Αϊμάν, έσπευσε προς το μέρος εκείνο με ελαφρόν και σταθερόν βήμα, ως να ήτο εξωκοιωμένος από πολλού να βαδίζη επί του εδάφους τούτου. Έκρουσε δε ασφαλώς και μετά πολλού θάρρους την θύραν της κατοικίας εκείνης.
— Ποίος είνε; ηρώτησεν ένδοθεν.
— Εγώ ο Πρωτόγυφτος
Η θύρα ανεώχθη, και άνθρωπός τις επαρουσιάσθη εις το διάκενον.
— Πού ευρέθεις εδώ; ηρώτησε.
— Ήλθα να περάσω εδώ την νύκτα.
— Και εκείνη έφυγε! τω είπε μετά μεμπτικού τόνου ο άνθρωπος.
— Έφυγεν, αλλ' ήλθεν.
— Ήλθε;
— Βέβαια.
— Πού είνε;
— Εκεί.
— Αλήθεια;
— Αλήθεια.
— Δεν με γελάς;
— Ο Πρωτόγυφτος δεν λέγει ψεύματα.
— Και πώς έγεινε τούτο;
— Θα σοι το διηγηθώ άλλην φοράν.
— Και τώρα;
— Τώρα να φύγης απ' εδώ, και να μας παραχωρήσης την φωλεάν σου.
— Διατί;
— Διά να μη σε γνωρίση.
— Έχεις δίκαιον.
— Και ο αφέντης πού είνε; ηρώτησεν ο Πρωτόγυφτος.
— Προ μιας ώρας ανεχώρησε διά την Σπάρτην.
— Λοιπόν θα υπάγης και συ εκεί;
— Αύριον πρωί.
— Ναι, αλλά φύγε απ' εδώ να μη σε ιδή.
Ο άνθρωπος εξελθών, εστράφη περί τον βράχον, και απεμακρύνθη ταχέως. Ο Γύφτος επανήλθε προς την Αϊμάν και τη είπε·
— Πάμε, κόρη μου.
— Μας δέχονται; ηρώτησεν η νέα.
— Μας δέχονται. Είνε καλοί άνθρωποι. Πολύ καλοί άνθρωποι.
Και προπορευομένου του Γύφτου, εισήλθεν η Αϊμά εις το ερημικόν εκείνο οίκημα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.
Κατόπιν εορτής.
Την εσπέραν της αυτής εκείνης ημέρας, καθ' ην ο Τρέκλας είχε κομίσει εις τον Πλήθωνα το άγγελμα της αποδράσεως της Αϊμάς, ο φιλόσοφος είχεν αναχωρήσει εκ του άντρου και μετέβη εις Σπάρτην. Ο αναχωρητής ούτος περιεσπάτο υπό πολλών φροντίδων. Μία τούτων ήτο η περί της στρατολογίας των επικούρων… Φευ! οψέ, λίαν οψέ, εμερίμνων εν Ελλάδι προς εκπλήρωσιν της ιεράς ταύτης οφειλής. Ήτο ήδη περί το τρίτον δεκαήμερον του Μαΐου του έτους ,αυνγ'. Και η βασιλεύουσα μετ' ολίγας ημέρας… Την επαύριον της ημέρας εκείνης συνέβη εν Σπάρτη η στρατολογία εκείνη και η χρηματική διανομή, ην περιεγράψαμεν διά βραχέων εν τοις προηγουμένοις. Μεταξύ των αυτοκλήτων ή αιρετών αρχηγών του κινήματος τούτου υπήρχον βεβαίως άνθρωποι μικρού άξιοι, κερδοσκοπούντες επί της δεινής εκείνης ανάγκης. Αλλ' υπήρχον και χρηστοί άνδρες, δυνάμενοι να συντελέσωσιν εις αγαθόν τι υπέρ του προκειμένου τότε αγώνος, αν η κίνησις εγίνετο δύο ή τρεις μήνας πρότερον. Ονόματά τινα αναφέρονται εν τοις χρονικοίς τα εξής: Ιωάννης Κομνηνός, όστις ήλθεν εκ της βασιλευούσης έχων παρά του βασιλέως εντολήν προς στρατολογίαν. Κωνσταντίνος ο Βεράτιος, ανήρ πολλάκις πολεμήσας και διαπρέψας. Ούτος εστρατολόγησεν εκ Μεσσηνίας πλείονας των διακοσίων ανδρών. Γεώργιος ο Πύλιος, πολεμήσας προς τους Βενετούς κατά θάλασσαν. Ο Αλβανός Ματθαίος Αρκουλάς, όστις ελάμβανεν εξ υπαμοιβής το άροτρον και την σπάθην, και εθέρισεν εκ των αγρών τόσους μεδίμνους σίτου, όσα σώματα εχθρών εν τοις στρατοπέδοις της Αλβανίας και της Βορείου Μακεδονίας. Είχε δ' εξορισθή εις Πελοπόννησον ένεκα μηχανορραφίας των εχθρών του εναντίον αυτού. Τέλος ο Αννίβας Βελμίννης, περί ου διηγούνται παράδοξα οι σύγχρονοι. Ούτος είχε γεννηθή εν Κεφαλληνία εκ πατρός Βενετού. Παις ων, ημέραν τινά ενώ ηλίευε παρά τας ακτάς της Ακαρνανίας είχεν αιχμαλωτισθή υπό των Βαρβαρέζων, οίτινες κατέστησαν αυτόν πιστόν Μουσουλμάνον και τολμηρόν πειρατήν. Είτα εφόνευσε τον κύριόν του και εδραπέτευσεν. Αλλ' επειδή ευκόλως δεν ηδύνατο ν' απομάθη την τέχνην ην είχε διδαχθή, κατώρθωσε να οπλίση, ή κατ' άλλους ν' αρπάση έκ τινος ναυστάθμου, πλοίον εσκευασμένον και έτοιμον καθ' όλα, και μετήρχετο την πειρατείαν δι' ίδιον λογαριασμόν. Και εν όσω μεν η τύχη τον ευνόει και εύρισκε λείαν δι' εαυτόν και τους συντρόφους του, καλώς είχε το πράγμα. Αλλ' έν έτος συνέβη να επέλθη αφορία κατά θάλασσαν, ή μάλλον απραξία εμπορική, και ο Βελμίννης δεν είχε να πληρώση τους μισθούς των συντρόφων του. Τότε και εκείνοι, οίτινες από πολλού αφορμήν μόνον εζήτουν όπως στασιάσωσι, τον έδεσαν οπισθάγκωνα επί του ιστού, και γυμνώσαντες το πλοίον απήλον διά της λέμβου. Εις μάτην ο δυστυχής Βελμίννης έκραζεν επικαλούμενος έλεος, λέγων ότι καλλίτερον ήτο να τον ρίψωσιν εις την θάλασσαν ν' αποθάνη τον οικείον εις τους ναυτικούς θάνατον, αλλά τα θηρία τον άφησαν δέσμιον και απήλθον. Το πλοίον εφέρετο επί των κυμάτων εική, όπου το ώθουν οι άνεμοι, ψυχή άλλη δεν υπήρχεν επ' αυτού, και ο Βελμίννης δέσμιος επί του ιστού δεν είχε τουλάχιστον την παρηγορίαν του να αποθάνη ελεύθερος και αγωνιζόμενος τον υπέρ της ζωής αγώνα.
Ο δεσμώτης ελύσσα, εφρύαττεν, έδακνε τας αλύσεις, αλλά δεν είχεν υπεράνθρωπον δύναμιν όπως διαρρήξη αυτάς. Τα κύματα έπληττον προκλητικώς τας πλευράς του σκάφους, ως να ενέπαιζον σκληρώς την αγωνίαν και απόγνωσιν του δυστυχούς τούτου. Είχε περιέλθει εις το έσχατον σημείον της απογνώσεως, και θαύμα μόνον ηδύνατο να τον σώση. Και το θαύμα τούτο συνέβη πράγματι. Τουλάχιστον ο Βελμίννης διηγείτο τούτο, και εφαίνετο πιστεύων εν πεποιθήσει ότι είχε συμβή. Ο ανήρ ούτος είχε καταστή οπαδός της νέας παλαιάς θρησκείας, της εγκαινισθείσης υπό του Γεωργίου Γεμιστού, και είτε επίστευεν αυτός είτε όχι τα θαύματα των επανιδρυθέντων θεών, επεθύμει όμως να κάμη τους άλλους να τα πιστεύσωσι.
Λοιπόν, ενώ ο Αννίβας Βελμίννης διετέλει εις την τρομεράν εκείνην θέσιν, αίφνης ακούει λείον κρότον, ως ολισθηρού σώματος αναβαίνοντος την πλευράν του σκάφους. Στρέφεται. Τι να ίδη; Περικαλλής κόρη ανέβη εις το κατάστρωμα, αλλά δεν ήτο όλη κόρη. Από της οσφύος και κάτω ήτο ιχθύς. Ο Αννίβας εξέστη προς το θέαμα τούτο. Αι Σειρήνες λοιπόν, ή Γοργόνες κατά τους ημετέρους ναύτας, αι μυθολογούμεναι αύται θαλάσσιαι νύμφαι, υπήρχον πραγματικώς, δεν ήσαν της φαντασίας πλάσματα! Ιδού ο Βελμίννης έβλεπε τούτο ιδίοις οφθαλμοίς. Και δεν εφοβήθη, δεν υπέστη το ζοφερόν εκείνο αίσθημα της δεισιδαιμονίας, το ιδιάζον εις τας τοιαύτας παραλόγους πίστεις. Ησθάνθη μόνον θάμβος και κατάνυξιν. Ηθέλησε να τη αποτείνη τον λόγον, να απαγγείλη προσευχήν προ της εμφανίσεως ταύτης. Αλλ' η γλώσσα του έμεινεν ακίνητος. Η θαλασσία νύμφη επλησίασεν ηρέμα, δι' ομαλού κινήματος, προ τον δεσμώτην, και κτυπήσασα διά της ουράς τας αλύσεις, τας διέρρηξεν. Ο Αννίβας ευρέθη όρθιος και ελεύθερος εν ακαρεί. Εγονυπέτησεν αυτομάτως. Αλλ' η νύμφη διολισθήσασα ταχέως επήδησεν εις την θάλασσαν, περιρραίνουσα το κατάστρωμα δι' ύδατος και έγεινεν άφαντος. Ο Βελμίννης έμεινε κατάπληκτος, διαπορών μη ήτο όνειρον το συμβάν τούτο. Αλλ' όμως ήτο αληθές. Αι αισθήσεις του δεν ηδύναντο να απατήσωσιν αυτόν, ουδ' αυτός ηδύνατο ναπατήση τους άλλους. Ότε συνήλθεν εκ της εκπλήξεως, το δεσπόζον αυτού αίσθημα ήτο η επιθυμία. Επόθει να επανίδη την άγνωστον εκείνην θεότητα, την διφυή εκείνην νύμφην, ήτις είχεν ευεργετήσει αυτόν τοσούτον επικαίρως. Αλλ' όμως ταχέως συνησθάνθη ότι, καίπερ απαλλαχθείς του κυριωτάτου κινδύνου, όμως είχεν εισέτι να εργασθή όπως σώση το σκάφος και εαυτόν. Ήτο μόνος επί του πλοίου. Η επαφή της ουράς εκείνης τω είχε δώσει δεκαπλασίαν δύναμιν. Εξετέλεσε πάντας τους αναγκαίους χειρισμούς των ιστίων, ίθυνε το πηδάλιον, και μετ' ολίγον προσωρμίζετο εις τον εγγύτατον λιμένα. Επώλησεν αντί ευτελούς τιμής το σκάφος και τον εξαρτισμόν, και αγοράσας λέμβον κατέστη εκ νέου αλιεύς, ως και κατά τους παλαιούς χρόνους. Αλλά σήμερον ο σκοπός του δεν ήτο μόνον όπως αλιεύη. Ο Βελμίννης ήτο ερωτόληπτος με την θαλασσίαν νύμφην. Ήλπιζεν εις την τύχην ότι ηδύνατο και πάλιν να την επανίδη, την ευεργετικήν εκείνην κόρην, την περικαλλή Σειρήνα, ης το πρόσωπον, το στήθος και ο κορμός ήσαν τόσον περικαλλή, όσον δεν ενδέχεται εις την θνητήν φύσιν. Το δε κατωτέρω της οσφύος τεράστιον ο Αννίβας ευκόλως συνεχώρει, λογικώς σκεπτόμενος ότι δεν ήτο δυνατόν να ζη εν τοις ύδασιν, αν δεν είχε την ουράν του δελφίνος προσηρτημένην εις το θελκτικόν σώμα αυτής. Εν τούτοις ο ερωτόληπτος αλιεύς, επιβάς της λέμβου του, ην είχε κοσμήσει και ευτρεπίσει λίαν φιλοκάλως, περιέπλεεν από κολπίσκου εις κολπίσκον, και από υφάλου εις ύφαλον, ερευνών όλα τα σπήλαια, όλας τας ακτάς και τους όρμους, και ελπίζων νανακαλύψη ημέραν τινά την κατοικίαν της θαλασσίας νύμφης. Είχε λάβει μεθ' εαυτού μίαν κιθάραν, το απαραίτητον τούτο εφόδιον όλων των ερωτευμένων, και κατά πάσαν νύκτα υπό το φέγγος της Σελήνης εξήγειρε τας θαλασσίας ηχούς διηγούμενος τον πόνον του εις τας ποντιάδας αύρας και εις τας απογείους. Το μονότονον άσμα ανεμίγνυτο με τον συριγμόν του ανέμου και το πορφυρούν κύμα εφλοίσφιζε περί την τρόπιν του ακατίου, αλλ' η θαλασσία νύμφη δεν συνήνεσεν ουδέ μίαν νύκτα να τονίση και αυτή την θεσπεσίαν μολπήν της, δι' ης ηδύνατο να βωβάνη τους γλυκείς εκείνους ήχους. Τέλος βαθείαν τινα πρωίαν, άμα τη ανατολή της κροκοπέπλου ηούς, ο αλιεύς επίστευσεν ότι έφθασεν εις το τέρμα των αγώνων. Μεμακρυσμένη τις και ασθενής φωνή ηκούσθη άδουσα, αλλά μόλις ηκούετο. Όσον ο Βελμίννης έτεινε τα ώτα, τόσον η φωνή καθίστατο ασθενεστέρα. Με σφοδρούς παλμούς καρδίας ήρπασεν ο αλιεύς τας κώπας και ήλασε προς το μέρος οπόθεν τω εφαίνετο ερχομένη η ηχώ της φωνής. Αλλ' εις μάτην. Όσον η λέμβος επλησίαζε, τόσον το άσμα απεμακρύνετο, εωσού τελείως απεσβέσθη και εσίγησεν. Ο Αννίβας ησθάνθη εαυτόν ειπέρποτε δυστυχέστερον. Αλλ' όμως δεν ήθελε ναποβάλη την παράφρονα ελπίδα, ουδέ να παύση τας επιμόνους ερεύνας. Νύκτα τινά ο πατήρ των ανέμων προσεποιήθη ότι ήτο ωργισμένος εναντίον του αυθάδους και καλέσας τους δύο κραταιούς υιούς του, τον Βορέαν και τον Αργέστην, διέταξεν αυτούς να οργώσωσι τα κύματα.
Οι δύο άνεμοι μόνον αφορμήν περιέμενον, όπως δοθώσιν εις την παιδιάν ταύτην, και ενώσαντας τας δύο ισχυράς πνοάς των εις μίαν και μόνην, ήρχισαν ευθύς να φυσώσι μανιωδώς. Τότε συνέβη φοβερά αλλοίωσις επί του προσώπου της θαλάσσης. Τα κύματα ήρχισαν ευθύς να πυργώνται, και απετέλεσαν κορυφάς, αίτινες ωρχούντο, ανέβαινον, κατέπιπτον, εσχίζοντο, διερρήγνυντο αφρίζουσαι, και ημιλλώντο να φθάσωσιν εις το ύψος τας προεξοχάς των απορρώγων ακτών.
Η θάλασσα μη ευχαριστουμένη να φαίνεται λεία και ομαλή, και να παραβάλληται υπό των ποιητών με κάτοπτρον, εφάνη ως να ήθελε να δείξη ότι έχει και αυτή όρη και κοιλάδας, αλλ' υγρά όρη και ρευστάς κοιλάδας. Τότε πού να φανή το ακάτιον του δυστυχούς ερωτολήπτου; Ισοβαρές με φύλλον, ομοιόσχημον με κέλυφος, είχεν εκσφενδονισθή επί της πρώτης τυχούσης σπιλάδος, και κατασυνετρίβη εις μυρία τεμάχια. Ο δε Αννίβας ο δυστυχής είχεν ακολουθήσει και αυτός τον αυτόν δρόμον, αλλά κατ' ευτυχίαν έν κύμα, μειλιχιώτερον των λοιπών, τον ευσπλαγχνίσθη, και απέθηκεν αυτόν ηρέμα επί της άμμου. Ο αλιεύς, αν και ιλιγγία και ήλγει την κεφαλήν εκ του τρομερού εκείνου κτύπου, υπηγέρθη ησύχως, και τετραποδίζων επί της άμμου κατώρθωσε να φθάση εις μέρος τι, όπου δεν τον έφθανον τα κύματα. Εκεί δε απηυδηκώς και εκλελυμένος υπό των παθημάτων απεκοιμήθη μέχρι της πρωίας. Αλλ' ότε αφυπνίσθη δεν ευρέθη πλέον εις το αυτό μέρος. Ήτο εντός σπηλαίου τινός. Εκ της οροφής εκρέμαντο σταλακτίται λάμποντες υπό των ακτίνων του ηλίου, εισερχομένων διά στενής θύρας, αι δε πλευραί του άντρου ήσαν κεκοσμημέναι με μαργαρίτας, πορφύρας και κοράλια. Η κλίνη του συνέκειτο εξ υγρών βρύων και αλμυρίδων, παρά τους πόδας του έκειντο κογχύλαι και άλλα θαλάσσια προϊόντα. Ο αήρ ήτο ελαφρός και ευώδης, και η καρδία του ησθάνετο ευδαιμονίαν. Πού ήτο; Δεν ετόλμα να συμπεράνη. Τέλος στρέψας το βλέμμα προς τα δεξιά βλέπει…..την θαλασσίαν νύμφην καθημένην ενώπιον αυτού! Ο Αννίβας εξέπεμψε κραυγήν. Εκείνη τω ένευσε να σιωπήση. Εκάθητο πλησίον του, και το ήμισυ του σώματός της το ιχθυοειδές ήτο κεκρυμμένον εντός του ύδατος, διότι το έδαφος του άντρου απετέλει η θάλασσα. Το δ' έτερον ήμισυ, το περικαλλές και θεσπέσιον, προέκυπτεν υπεράνω του κύματος εις τας εκπεπληγμένας όψεις του εραστού. Ο Αννίβας δεν είξευρε τι να πιστεύση. Η πρώτη σκέψις του υπήρξε: Με αγαπά! Αλλά το βλέμμα της νύμφης, καίπερ μειδιών, δεν έλεγε τούτο· εξέφραζε μάλλον οίκτον εκ συγκαταβάσεως και χαρίεσσαν περιφρόνησιν. Μετ' ολίγον δε τω είπε και διά λέξεων τα αυτά περίπου. Η φωνή της ήτο γλυκεία και συμπαθής. Ο Αννίβας ήκουεν αυτήν απλήστως, προσέχων μάλλον εις τον ήχον ή εις την έννοιαν των λέξεων.
— Νέε θνητέ, τω είπε, βλέπεις ότι σε θεωρώ μετ' οίκτου; Οφείλω να σοι είπω την αλήθειαν. Χείλη Νύμφης δεν πρέπει να ψεύδωνται. Παραφροσύνη είνε ο έρως, ον έχεις συλλάβει δι' εμέ. Η φύσις των θνητών ανθρώπων ομοιάζει με το ξύλινον εκείνον κέλυφος, όπερ οι αδελφοί μου Βορέας και Αργέστης συνέτριψαν προ μικρού επί τινος βράχου, εξ ης καταστροφής εγώ συνήνεσα εξ οίκτου προσκαίρως να σωθής. Παρήλθε πλέον προ πολλού ο χρόνος, καθ' ον οι θνητοί ετόλμων ν' αποβλέπωσι μετ' επιθυμίας προς τας θεαίνας, αύται δε συγκατέβαινον ενίοτε εις τα παράβολα ταύτα ορμήματα, ων η επιτυχία ήτο χείρων δι' αυτούς, διότι ήσαν προωρισμένοι μόνον εις δεινοτέραν συμφοράν και σκληρότερον θάνατον. Η θνητή φύσις δεν προσδέχεται την μετά της αθανάτου επιμιξίαν, όπως δεν στέργει το πυρ της Στυγός, όπως δεν δύναται να υποστή του κεραυνού την φλογώδη επαφήν. Και τι καλόν ήθελε προέλθει εκ της μετ' εμού ενώσεώς σου; Ουδέν και του ουδενός έλασσον. Άλλοτε η ένοχος συγκατάβασις των θεαινών είχε μίαν δικαιολογίαν, ότι οι θνητοί μας ελάτρευον, και προτού να καταστώσιν ερασταί, ήσαν ταπεινοί λάτρεις των ημετέρων αγαλμάτων. Τώρα όμως προ πολλού τα ολοκαυτώματα έπαυσαν να καπνίζωσιν επί των βωμών, το φάσγανον δεν τέμνει πλέον τους λαιμούς των σφαγίων, και η ιερά του τερασκόπου τέχνη δεν ερευνά πλέον τα σπλάγχνα των αμνών. Ηρημώθησαν τα τεμένη, εγκατελείφθησαν τα ηρώα, κατηδαφίσθησαν οι ναοί. Το πυρ δεν καίει πλέον εις τας εστίας, και αι εικόνες των εφεστίων δεν κοσμούσι πλέον τα μέλαθρα. Τα στέμματα αφηρέθησαν από των μετώπων ημών, και ό,τι πρότερον ελατρεύετο, σήμερον εμποιεί αποστροφήν και φρίκην. Εκείνο όπερ το πάλαι ήτο θρησκεία, κατέστη νυν δεισιδαιμονία, και οι άνθρωποι ήλλαξαν ως και τα ονόματα ημών, και μας αποκαλούσιν ακαθάρτους δαίμονας. Μισούσι και βδελύττονται πάσαν ανάμνησιν ην κατελίπομεν επί του εδάφους εκείνου, και αποστρέφουσιν αφ' ημών τας όψεις πιστεύοντες ότι είμεθα φθοροποιά και απαίσια πνεύματα. Ω, η γενεά αύτη είνε γενεά αγροίκων. Και συ εξ εκείνων είσαι, ω νέε θνητέ. Ποίος είσαι συ ο αυθάδης, όστις ετόλμησας να υψώσης τους οφθαλμούς επ' εμέ μετά τοσαύτης αναιδείας και θρασύτητος; Δεν ηρκέσθης ότι σ' ευηργέτησα, σώσασά σε εκ βεβαίου και σκληρού θανάτου, ότε οι σύντροφοί σου σε είχον δεσμεύσει επί του ιστού, αλλά τολμάς να ατενίζης μετ' επιθυμίας προς την υπερήφανον των θαλασσών Νύμφην, και να υβρίζης την εκπεσούσαν δόξαν και μεγαλειότητα; ..
Ταύτα είπεν η Νύμφη μετ' αγερώχου και προκλητικού ήθους, και εσίγησεν. Ήτο ευπλόκαμος, ξανθή, γλαυκή τους οφθαλμούς και χαριεστάτη. Ο αλιεύς ητένιζε προς αυτήν όλος μεθύων, και τω εφαίνετο ότι ήλλαζεν όψεις από στιγμής εις στιγμήν. Οτέ μεν χείμαρρος πυρός εξήρχετο εκ των οφθαλμών της, οτέ δε ευώδη ρόδα εξεχύνοντο εκ των χειλέων της. Ο ερωτόληπτος την εθεώρει έξαλλος. Αλλά δεν υπώπτευσεν ότι η οργή αυτής ήτο προσποιητός. Ουδ' είχε παρατηρήσει ότι εφρόντιζεν εκείνη να κρύπτη το ήμισυ του σώματός της, το δελφινοειδές, εντός των κυμάτων. Τούτο προσεκτικός παρατηρητής ήθελεν εκλάβει ως φιλαρέσκειαν. Αλλά δεν επιτρέπεται εις τους θνητούς να τηρώσι την αταραξίαν αυτών επί παρουσία των αθανάτων, και άνευ αταραξίας δεν δύναταί τις να είνε παρατηρητής.
Διά τούτο τα βουλεύματα των θεών μένουσι πάντοτε κεκρυμμένα από της όψεως των ανθρώπων, ενώ τούτων τα διανοήματα πάντοτε φανερά εις το βλέμμα εκείνων πρόκεινται. Ο Αννίβας τεθορυβημένος και αμηχανών, ηθέλησε να ψελλίση λέξεις τινάς εις απολογίαν του, αλλ' η Νύμφη τω επέβαλεν εκ δευτέρου διά του νεύματος σιγήν. Τω είπε να φάγη κογχύλας και καραβίδας, αν επείνα, και αίφνης εγένετο άφαντος καταλιπούσα αυτόν μόνον.
Τότε ήρχισεν ούτος να σκέπτηται μακρόν χρόνον περί του συμβάντος τούτου, όπερ δεν τω εφαίνετο ως όνειρον, αλλ' όμως μετά πολλάς σκέψεις έφθασεν εις το συμπέρασμα ότι ηδύνατο να μη συμβή όπως συνέβη. Προσέτι ηπόρει και δι' άλλο τι. Αν και ήτο τέχνη θαλάσσιος, ήτο όμως φύσει χερσαίος, και δεν ηδύνατο να καταστή υδρόβιος. Και όμως αν και η κλίνη, εφ' ης κατέκειτο ήτο όλη υγρά, δεν ηνόχλει αυτόν η τοιαύτη υγρότης. Μη άρα μετέβαλεν αιφνιδίως φύσιν; Τότε ενεθυμήθη και την τελευταίαν εντολήν της Νύμφης, ειπούσης αυτώ να φάγη, και συλλέξας κογχύλας, γαρίδας και καρκίνους ηρίστησε μετά πολλής ορέξεως. Μόλις είχεν αποφάγει, και καταληφθείς υπό ακαθέκτου νυσταγμού, απεκοιμήθη πάλιν. Αλλ' η εκ του δευτέρου τούτου ύπνου εξέγερσις δεν υπήρξεν ευάρεστος ως η προλαβούσα. Ότε αφυπνίσθη, έκειτο επί της άμμου παρά τον αιγιαλόν, το δε σπήλαιον της Νύμφης είχε γείνει άφαντον, ως ήτο επόμενον.
Ο Αννίβας επιστρέψας εις τον λιμένα του εφρόντισε να οπλίση νέαν λέμβον διά τας αλιευτικάς εκδρομάς του. Λέγεται δε ότι η θαλασία Νύμφη δεν έμεινε μέχρι τέλους άτεγκτος και συνήνεσε να είνε ορατή άπαξ του μηνός εις τον λατρευτόν της. Εις αμοιβήν της ευνοίας ταύτης ο Αννίβας κατέστη ένθερμος κήρυξ και απόστολος της παλιμψήστου θρησκείας του Πλήθωνος.
Το ανωτέρω διήγημα ετύγχανε πολλής πίστεως περί τα μέσα της ιε' εκατονταετηρίδος. Μοι είπον δε ότι αι θαλάσσιοι Γοργόνες, δι' ων χθες και πρώην έστιζον κατ' έθος τα στήθη και τας ωλένας πολλοί των ημετέρων ναυτικών, έχουσι την αρχήν εκ του διηγήματος τούτου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.
Το πένθιμον τέλος.
Σκότος βαθύ εκάλυπτε πάσαν την γην, και η Αϊμά είχεν εισέλθει μετά του πατρός της εις το καταφύγιον εκείνο. Η νέα εξεπλάγη εκ του ασυνήθους τούτου εσωτερικού. Λύχνος έφεγγεν επί τινος εστίας, και υπεράνω αυτής έκειντο δυσδιάκριτα τινα αντικείμενα. Ήσαν ταύτα αγαλμάτια. Περαιτέρω εφαίνοντο όρθια μεγάλα αγάλματα θεών. Η Αϊμά αφήκε κραυγήν. Είχεν εκλάβει εκ πρώτης όψεως ταύτα ως ανθρώπους ζώντας. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος τη είπε·
— Δεν είνε τίποτε. Μη φοβείσαι.
Η Αϊμά εμάντευσε πού ευρίσκοντο. Εψιθύρισε δε κεκομμένη τη φωνή·
— Διατί μ' έφερες εδώ;
— Μη φοβείσαι, απήντησεν ο σκληρός Γύφτος. Αλλ' η φωνή του έτρεμε.
Η Αϊμά παρετήρησεν ότι ήσαν μόνοι.
— Δεν είνε άνθρωποι εδώ; είπε.
— Τώρα θα έλθουν, απήντησεν ο ακάματος Πρωτόγυφτος.
— Καλλίτερα να μην έλθουν, εσκέφθη η Αϊμά. Μεγαλοφώνως δε είπε·
— Δεν θέλω να μείνω εδώ.
— Και πού θα υπάγης;
— Προτιμώ να φύγω.
— Για να σου πω, είπεν ο Γύφτος, εγώ είμαι κουρασμένος, θέλω να κοιμηθώ. Αν θέλης να φύγης, φύγε. Τι σου ήλθεν;
Η Αϊμά διηυθύνθη προς την θύραν. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος ήτο διπλούς υποκριτής. Ένθεν μεν προσεποιείτο ότι την άφηνεν αδιαφόρως να φύγη, ένθεν δε ότι την εμπόδιζεν εκ διαφέροντος.
— Πού θα πάγης, κορίτσι μου; Είσαι στα καλά σου; Θέλεις να σε φάνε οι λύκοι; Και πού θα πας τέτοιαν ώρα μοναχή σου; ολομόναχη;
Η Αϊμά δεν απήντησεν, αλλ' απεπειράθη να εξέλθη. Ο Γύφτος εστάθη έμπροσθεν της θύρας.
— Πίσω, της είπε. Μη τα κάμνης αυτά τα χωρατά.
— Χωρατά; είπε μετά πικρίας η νεάνις. Και ήρχισε να κλαίη.
Τότε ο Πρωτόγυφτος συνεκινήθη, και ικέτευεν αυτήν μειλιχίω τω τρόπω·
— Μείνε, κορίτσι μου. Εγώ ορκίζομαι ότι δεν θα πάθης κανένα κακό. Δεν σ' έφερα διά κακό εδώ. Πού θα πας νύχτα μονάχη σου; Απόψε θα μείνωμε οι δυο μας εδώ. Εγώ είμαι ικανός να σε γλυτώσω, αν σε πειράξη κανείς. Αύριο πρωί σου υπόσχομαι άμα ξυπνήσωμε, να φύγωμε μαζή. Μείνε. Σου το υπόσχομαι.
— Διατί να με φέρης εδώ; ηρώτησεν η Αϊμά.
— Δεν σ' έφερα διά κακόν σκοπόν, σου το ορκίζομαι.
— Και τίνος είνε αυτό το σπίτι;
— Είνε… ενός καλού ανθρώπου… αυτός σε αγαπά πολύ, αλλά δεν θέλει στανικώς να σε πάρη. Αν θέλης να τον ακολουθήσης…
— Ω Θεέ μου! έκραξεν η Αϊμά, συνάπτουσα τας χείρας. Σώσε με.
— Μη φοβείσαι.
Η Αϊμά εστάθη διστάζουσα επί μακρόν και βλέπουσα επιμόνως εις την θύραν. Αλλ' ο Πρωτόγυφτος, βαρύς, σκληρός και ακίνητος ως ανδριάς δεν παρεμέριζεν εκ της παραστάδος.
— Στάσου να σου πω, Αϊμά, τη είπε. Να, αυτή η πόρτα κλείει από μέσα. Συ η ιδία την κλειδόνεις, και έχεις το κλειδί απάνω σου, διά να μην υποπτεύεσαι τίποτε. Κοιμάσαι συ. Εγώ στέκω έξυπνος, και σε φυλάγω. Άμα φέξη, άμα εβγή ο αστέρας, άμα το πρώτο γλυκοχάραγμα φανή στον ουρανό, σ' εξυπνώ, ή ξυπνάς μοναχή σου, και φεύγομε. Θέλεις άλλο τίποτε; Δεν πιστεύεις εμένα; Εγώ είμαι πατέρας σου.
Η Αϊμά δεν ετόλμησε να επιμείνη, και ηναγκάσθη να δεχθή το μέσον τούτο. Ο Πρωτόγυφτος εκλείδωσεν έσωθεν την θύραν, και τη έδωκε την κλείδα. Είτα εκάθισαν παρά την φέγγουσαν εστίαν.
Η Αϊμά είχεν απόφασιν να μη κοιμηθή, αλλ' ο κάματος και ο ύπνος ενίκησαν αυτήν. Έκυψε την κεφαλήν επί των γονάτων της και απεκοιμήθη. Ο δε Πρωτόγυφτος έμεινεν άγρυπνος. Μόνον περί όρθρον βαθύν, ότε ήκουσε κρότον τινά, ως να απεπειράτο τις ν' ανοίξη την θύραν έξωθεν, τότε παραδόξως έκλεισε τους οφθαλμούς και εφάνη ότι εκοιμάτο.
Φαίνεται δε ότι παρά πάσας τας διαβεβαιώσεις του Γύφτου, η θύρα είχε και άλλο μέσον δι' ου ηνοίγετο και έξωθεν, διότι ηνοίχθη τω όντι αύτη και εισήλθεν άνθρωπός τις. Ούτος επλησίασε μετά προφυλάξεως προς τους δύο κοιμωμένους, και έμεινεν επί πολύ όρθιος, παρατηρών την Αϊμάν, ήτις έκυπτε την κεφαλήν επί των γονάτων, και οι καστανοί πλόκαμοι της κόμης αυτής, διχή σχιζόμενοι όπισθεν της κεφαλής, άφηνον να φαίνεται ο ωχρός και στρογγύλος τράχηλος αυτής. Είτα ο ξένος με το αυτό ελαφρόν βήμα εστράφη προς το μέρος όπου ίσταντο τα αγάλματα.
Ήτο ανήρ εξηκοντούτης περίπου, μέτριος το ανάστημα, έχων μακράν μεσαιπόλιον την κόμην, και στρογγύλον λευκόν το γένειον. Ήτο ασκεπής την κεφαλήν, και το υψηλόν του μέτωπον εφαίνετο όλον συνεσταλμένον υπό των ρυτίδων. Εφόρει βραχύν χιτώνα, περιεσφιγμένον υπό στενής μεταξίνης ζώνης περί την οσφύν και κατερχόμενον υπεράνω των γονάτων. Αι κνήμαι του ήσαν σπειροειδώς περιδεδεμέναι με ερυθρούς ιμάντας, και εις τους πόδας εφόρει ελαφρά πέδιλα. Ότε εισήλθεν, έφερεν υπεράνω του χιτώνος κυανόχρουν ιμάτιον, αλλ' άμα εισελθών απέρριψεν αυτό επί τινος επίπλου. Εστάθη εν μέσω των αγαλμάτων και συνάψας τας χείρας εγονυπέτησεν. Ηκούσθη τότε εν τη σιγή της νυκτός και υπό το σκιόφως εκείνο της ημισβέστου λυχνίας ένθερμος προσευχή:
Θεοί παντεπόπται και αθάνατοι, θεοί ουρανίωνες και υποχθόνιοι, οικτείρατέ με. Υμείς μόνοι βουλεύεσθε σταθεράς βουλάς, υμείς γινώσκετε αυτάς και να εκτελήτε, τα δε των θνητών είνε άστατα και αβέβαια. Επί πολύν χρόνον ενόμιζον ότι ήμην βελτίων πάντων των θνητών, αλλ' ιδού σήμερον αναγνωρίζω την ιδίαν μου ασθένειαν. Επίστευον ότι ηδυνάμην να συλλάβω σκοπούς και να τους εκτελέσω, αλλ' ότε έφθασεν η στιγμή, δισταγμός με καταλαμβάνει και ουδέν δύναμαι να αποφασίσω. Κάκιστον είνε το να πιστεύη τις ότι έχει σκοπόν, ότι έχει σχέδιον κατηρτισμένον, και όταν έλθη η στιγμή της εκτελέσεως, ν' ανακαλύπτη αίφνης ότι ουδέν σχέδιον, ουδένα σκοπόν έχει. Ή αφαιρέσατέ μου τελείως τας φρένας, θεοί, ή δότε μοι τόλμην. Διατί, όπως δύναταί τις να κλείη τους οφθαλμούς, να βύη τα ώτα, διατί δεν δύναται να κοιμίζη προσκαίρως και την σκέψιν, διατί να είνε κατάδικος εις το να κυλινδρή τον λίθον του Σισύφου εν τη ιδία αυτού ψυχή; Διά να ομολογή την αδυναμίαν αυτού; Διά να εννοή το ανίσχυρον και ατελές της ανθρωπίνης φύσεως; Φευ! Είμεθα λοιπόν χείρονες και των θηρίων; Τα κτήνη είνε τέλεια εν τη ατελεία. Ο λέων είνε τέλειος εις την δύναμιν αυτού, η τίγρις είνε τελεία εις την αγριότητα αυτής, ο όφις είνε τέλειος εις την ερπετήν αυτού φύσιν. Μόνος ο άνθρωπος, νομίζων εαυτόν υπέρτερον, είνε ατελής εις την αρετήν, ατελής και εις την κακίαν. Αλλά τις δύναται να καταστή διαιτητής των ιδίων αυτού αξιώσεων; Το επ' εμοί ουδεμίαν γινώσκω άλλην υπεροχήν, ή την εκ των συμφορών ας υπέστην. Και πάλιν θα μοι ήτο λυσιτελής αύτη, αν εγίνωσκον να ωφεληθώ εξ αυτών. Αλλ' εις μάτην! Τα κύματα πλήττουσι και τον βράχον, πλήττουσι και τα ναυάγια. Ο μεν βράχος ανθίσταται, τα δε ναυάγια παρασύρονται· αύτη είνε η διαφορά. Και ο μεν βράχος κατά μικρόν φθείρεται, αι δε σανίδες εξαφανίζονται, αλλά δεν θραύονται. Και αύτη άλλη διαφορά. Ο άνθρωπος έρμαιον της ιδίας αυτού αδυναμίας, ην οι μεν θεοί ονομάζουσι Μωρίαν οι δε θνητοί καλούσι Μοίραν κατ' αναγραμματισμόν ίσως, παρασύρεται υπό της ακαθέκτου φοράς των παθών, μέχρις ου ο κρημνός τον κατασυντρίψη ή η άβυσσος τον καταπίη και ούτως επανέλθη εις το μηδέν. Και τούτο θα ήτο το μέγιστον ευτύχημα. Αισθάνομαι ότι έγκειται εν τη ψυχή μου η νοσταλγία του μηδενός, ο πόθος της ανυπαρξίας. Μόνον η αναίσθητος φύσις δεν φοβείται την ανυπαρξίαν, διότι δεν αισθάνεται την ύπαρξιν. Τελειοποίησις άρα των όντων μη είνε η εις την ύλην επιστροφή; Επί τεσσαράκοντα έτη εθώπευσα επί της καρδίας μου τα δόγματα του θείου Πλάτωνος, ζητών παρ' αυτών αναψυχήν και παραμυθίαν. Αλλά και ούτος με ηπάτησεν. Αλλ' όμως Πλατωνικός εγώ, δεν δύναμαι να αποκηρύξω τα του Πλάτωνος. Τούτο θα ήτο τερατώδες. Εν τούτοις δεν ενθουσιώ πλέον. Το πυρ της διανοίας μου εσβέσθη, και έμεινε τέφρα και σποδός. Αισθάνομαι το κενόν περί εμέ, το κενόν και εν εμοί. Οποίος σαρκασμός διά το όνομα όπερ πομπωδώς ανέλαβον! Μετά τοσούτους δισταγμούς και ταλαντεύσεις επιθυμώ να επανέλθω εις τον κατά φύσιν άνθρωπον. Πιστεύω ότι οι αμαθείς είνε ευτυχέστεροι των σοφών. Να επανέλθη τις εις την αφορμήν, αφ' ης ανεχώρησε, τούτο δεν είνε το τέρμα πάσης αποδημίας; Και η ανθρωπότης μετά τοσαύτας περιπλανήσεις δυνατόν να επανέλθη ποτέ εις την αμάθειαν, προτιμώσα αυτήν της σοφίας, και εις την βαρβαρότητα, προκρίνουσα αυτήν του πολιτισμού…. Αλλά τι λέγω; Ληρείς, ω Πλήθων. Θεοί, σύγγνωτε! ελησμόνησα ότι ήλθον να ζητήσω βουλήν παρά των ιερών υμών βωμών, και εξετράπην εις αδολεσχίας. Και τώρα τι να πράξω, ω θεοί; Η ακμή του πάθους τούτου φλεγμαίνει εν εμοί, και σεις δεν μ' εμπνέετε; Ευδοκήσατε να μοι υποδείξητε την βουλήν σας. Από πολλού ουδένα οιωνόν είδον εις τον αέρα, ουδέν σημείον επί της γης. Υπαγορεύσατέ μοι διά σημείου μαντικού, δι' οιωνού ή και διά νυκτερινής όψεως την ευμενή υμών απόφασιν, μέχρι της ανατελλούσης ημέρας.
Και ταύτα ειπών ο Πλήθων ανωρθώθη. Επανήλθε προς την θύραν, χωρίς να ρίψη άλλο βλέμμα επί της κοιμωμένης Αϊμάς, έλαβε το ιμάτιόν του, και εξήλθε κλείσας την θύραν.
Ο Πρωτόγυφτος, όστις υπεκρίνετο ότι εκοιμάτο, ήνοιξε τους οφθαλμούς, και έβλεπεν αυτόν εξερχόμενον. Το βλέμμα του εξέφραζεν απορίαν. Διετύπωσε δε καθ' εαυτόν την επομένην σκέψιν, μη τολμών και να εκφράση αυτήν·
— Α! φεύγει. Τόσον καλλίτερα!
Όσον διά την Αϊμάν, αύτη εκοιμάτο ανήσυχον ύπνον. Και όχι μόνον εκοιμάτο, αλλά και ωνειρεύετο. Τούτο εδείκνυον τα κινήματα, άτινα ετάραττον αιφνιδίως το σώμα αυτής, και οι ελαφροί στεναγμοί, οι εξερχόμενοι εκ του στήθους της. Τη εφαίνετο ότι ευρέθη εις έρημον τόπον μη έχοντα βλάστην και φυτείαν και ήτο εκτεθειμένη εις το φλογερόν καύμα του ηλίου. Ήτο δε μόνη και ηγνόει την οδόν, ην έπρεπε να βαδίση όπως απομακρυνθή εκ του αυχμηρού εκείνου τόπου. Περιέβλεπεν εναγωνίως γύρω, αναζητούσα να ίδη ανθρωπίνην ψυχήν, όπως ερωτήση περί της οδού ην έπρεπε ν' ακολουθήση. Μετά πολλάς αναζητήσεις, εφάνη τέλος ως σκιά τις προσεγγίζουσα. Ότε προσήλθεν εγγύτερον αύτη, η Αϊμά εξεπλάγη αναγνωρίσασα την μυστηριώδη εκείνην γυναίκα, ήτις είχεν άλλοτε, κατ' όναρ, ή καθ' ύπαρ, (η Αϊμά ουδέποτε ενόησεν οριστικώς τούτο) εμφανισθή ήδη προς αυτήν. Η νέα την έβλεπεν έκπληκτος, και ηθέλησε να τη ομιλήση πρώτη. Αλλ' η ξένη ένευσεν επιτακτικώς να σιγήση, και ανοίξασα το στόμα τη είπε μυστηριωδώς: «Ζητείς να μάθης ποίον δρόμον θα βαδίσης; Έχε θάρρος. Βαδίζεις τον άριστον, τον δρόμου του μαρτυρίου». Η Αϊμά δεν ενόησε τι εσήμαινεν η φράσις αύτη: ο δρόμος του μαρτυρίου. Η ξένη επανέλαβε: «Μικρόν εισέτι και θα φθάσης εις το τέρμα. Σοι απόκειται της δικαιοσύνης στέφανος». Η Αϊμά δεν είχεν αναγνώσει τας επιστολάς του θείου Παύλου, και ηγνόει ποίος τις ήτο ο στέφανος της δικαιοσύνης, αν και η λέξις αύτη, στέφανος, ήρεσκεν αυτή, αναμιμνήσκων τον έρημον κήπον της, ον μετά τόσης εκαλλιέργει ποτέ στοργής. Τέλος η γυνή τη είπεν εκ τρίτου: «Δεν πρέπει να με καταισχύνης. Τα τέκνα μου είνε προωρισμένα εις τον σκληρότατον αγώνα. Δείξον καρτερίαν και θα σωθής». Η τελευταία αύτη παρακέλευσις ήτο εις την Αϊμάν μάλλον ακατανόητος ή αι προ αυτής δύο. Τέλος η ξένη έγεινε παραδόξως άφαντος, ή μάλλον, όπερ παραδοξότερον, μετεμορφώθη έμπροσθεν των οφθαλμών της Αϊμάς. Αλλ' η τοιαύτη μεταμόρφωσις πολύ απείχε του να είνε ευάρεστος. Η ξένη, οία εφαίνετο εξ αρχής, είχε συμπαθή την μορφήν και μειλίχιον τον λόγον. Το δε ανάστημά της ήτο ορθόν και ευθυτενές. Αλλ' υπό την νέαν μεταμόρφωσίν της, η μεν όψις κατέστη ρικνή και απεχθής, το δε ανάστημα εκάμφθη, και δύο ογκώδεις ύβοι εσχηματίσθησαν επί της ράχεώς της. Εκράτει εις την αριστεράν χείρα οζώδη ράβδον, και φυτευθείσα ακίνητος επί του εδάφους εθεώρει την Αϊμάν μετά σατανικού σαρκασμού και φαρμακερού μίσους. Τέλος όλοι οι χαρακτήρες της ωμοίαζον με τους της Εφταλουτρούς, της στυγεράς εκείνης γραίας. Αφού επί πολύ εθεώρησε χαιρεκάκως την τρέμουσαν Αϊμάν, ήρχισε να τη λέγη: «Εδώ είσαι, Γυφτοπούλεζα; Κ' εγώ σ' έχασα τόσον καιρόν, και δεν σ' έβλεπα; Να χαθή το χνάρι σου, να μη σε βλέπω! Τι έγεινες τόσον καιρόν και δεν εφάνης πουθενά, γυφτοκόνισμα; Καλά είσαι εδώ, καλά σ' έχω. Κοιμάσαι; Κοιμήσου, που να μη ξυπνήσης!» Η Αϊμά εν τούτοις εξύπνησε τεταραγμένη, και όλη ασπαίρουσα. Ήτο μίαν στιγμήν μετά την έξοδον του Πλήθωνος. Ιδρώς αγωνίας περιέβρεχε το μέτωπον αυτής, και στραφείσα προς τον Πρωτόγυφτον, όστις είχε ανοικτούς τους οφθαλμούς, τω είπε·