Front matter (continued 4)
Reading edition
Ταύτα διανοηθείσα η Βεάτη, απεφάσισε να παραμείνη. Εκάθισεν αναπαυτικώς επί της κόνεως της σεσωρευμένης όπισθεν της θύρας, και περιμένουσα μετ' άκρας υπομονής. Οφείλομεν προς τιμήν της να είπωμεν, ότι ουχί ο φόβος και το σκότος εκώλυσαν αυτήν να επανέλθη. Αν και είχε σβέσει εξ ανάγκης την δάδα, ην είχε φέρει, εν τούτοις ηδύνατο να καταβή και άνευ φωτός, και τούτο τη συνέφερε καλλίτερον. Αν είχεν ανάγκην φωτός, δεν ήθελε λησμονήσει να λάβη εκ του μαγειρείου μεθ' εαυτής πυρίτην λίθον και χάλυβα. Ουχί η επιλησμόνυση, αλλ' η ολιγωρία ήτο η αιτία της παραλείψεως ταύτης. Εν τοσούτω η αγαθή αύτη γυνή προυτίμησε να μείνη μάλλον ή ν' απέλθη, εκείνο δε όπερ έπεισεν αυτήν ν' αποφασίση τούτο, δεν ήτο ουδέν των προειρημένων αιτίων, αλλ' εκείνο όπερ προείπομεν, η πολυπραγμοσύνη υφ' ης κατείχετο. Και βεβαίως, αφού το αξιόλογον τούτο προτέρημα την έκαμνε ν' αναβή τρία ή τέσσαρα πατώματα εν καιρώ νυκτός, καθ' ον χρόνον αι άλλαι έψαλλον το &Χαίρε Μαρία&, δεν ηδύνατο άρα να την βιάση να μείνη δύο ή τρεις ώρας ενεδρεύουσα εις τον υψηλόν τούτον όροφον; Τι το κωλύον αυτήν;
Δεν περιέμενεν όμως πολύ. Εξαίφνης η θύρα του κελλίου ηνοίχθη. Η Βεάτη συνεμαζεύθη όπως καλλίτερον ηδύνατο παρά την γωνίαν της, αλλ' η αδελφή Σιξτίνα, ήτις εξήλθε βαστάζουσα το δέλετρον, δεν διηύθυνε το βλέμμα μακράν. Εστράφη ευθύς οπίσω, εισήγαγε την κλείδα εις το κλείθρον, αντήχησεν εκ νέου ο πένθιμος εκείνος τριγμός, έθηκε την κλείδα εις το θυλάκιόν της, και στραφείσα διηυθύνθη εις την κλίμακα.
Τότε η Βεάτη έμεινεν επί τινας στιγμάς αναποφάσιστος, διστάζουσα αν έπρεπε να την ακολουθήση ή να μείνη. Αλλ' όμως διελογίσθη ότι την κατόπτευσιν ην εξετέλεσεν απόψε ηδύνατο να την εκτελέση και την εσπέραν της αύριον, και μάλιστα μετ' ελπίδων μείζονος επιτυχίας. Όθεν ώρμησε κατόπιν της προπορευομέης Σιξτίνης.
Ότε αύτη είχε καταβή επτά βαθμίδας της κλίμακος, τότε και η Βεάτη εκινήθη. Αλλά περιέμεινε μέχρις ου η Σιξτίνα καταβή και την τελευταίαν βαθμίδα, και επειδή έμελλε τότε αύτη να στραφή επικάρσια όπως εύρη την θύραν, η Βεάτη ήθελεν ελλαμφθή υπό του φωτός του δελέτρου, όπως καταβή αφόβως την κλίμακα.
Τούτο και έπραξεν. Αλλά δυστυχώς καθ' ην στιγμήν η Βεάτη επάτει εις την δευτέραν εκ των άνω βαθμίδα, η σανίς έτριξε, και η αδελφή Σιξτίνα εκπλαγείσα εστράφη να ίδη.
Η Βεάτη παρεκάλει τον ουρανόν, ή εν ελλείψει αυτού την γην και τας υποχθονίους θεότητας, να τυφλώσωσι τα όμματα της Σιξτίνης, να αναπετάσωσι πυκνόν πέπλον προ των οφθαλμών αυτής, όπως μη δυνηθή να την ίδη. Ευτυχώς θαύμα συνέβη. Η Σιξτίνα εστράφη μεν, αλλ' ουδέν είδεν. Είτε διότι η ακτίς του οφθαλμού της δεν διηυθύνθη προσφυώς, είτε διότι η ακοή δεν ωδήγησεν αρκούντως την όρασιν, είτε διότι δεν έστρεψεν επαρκώς το δέλετρόν της, είτε τέλος διότι δεν αντελήφθη καλώς τον τριγμόν ον ήκουσεν ουδ' έδωκε πολλήν σημασίαν εις την αντίληψιν ταύτην, το βλέμμα της μόλις εστράφη και απεστράφη πάλιν, και εξηκολούθησε να βαδίζη διά του διαδρόμου. Η Βεάτη, ήτις είχε προσπαθήσει να ενωθή ει δυνατόν με τον μέλανα τοίχον, περιέμεινε στιγμάς τινας μέχρις ου απομακρυνθή, προτιμώσα να μείνη αυτή εις το σκότος ή να κινδυνεύση αύθις τον αυτόν κίνδυνον.
Η αδελφή Σιξτίνα προέβη. Η Βεάτη την ηκολούθησεν χωρις ν' ανησυχή πλέον.
Η Σιξτίνα προεπορεύετο, μηδαμώς υποπτεύουσα εις τι εχρησίμευεν η νυκτερινή αύτη περιοδεία της και ο φανός ον εκράτει. Αν είξευρεν ότι τα πάντα εγίνοντο όπως φωτίση τα βήματα της νυκτοπόλου Βεάτης, βεβαίως η Σιξτίνα ήθελε προτιμήσει να μείνη εις το πενιχρόν κελλίον της, να δαπανήση τα βήματα όσα έκαμεν εις τας γονυκλισίας, και να καύση το έλαιον προ της εικόνος της Αγίας Περπετούας μάλλον, ή προ των οφθαλμών της Βεάτης. Αλλά πάσαν την οσιότητα ην ήσκει, δεν είχε φθάσει ακόμη εις υψηλά μέτρα αρετής και δεν είχεν αποκτήσει το προορατικόν χάρισμα. Άλλως δε ο στέφανος αυτής προήρχετο εκ της υπακοής, διότι έπραττε τα πάντα όπως υπακούση εις την δέσποινάν της την ηγουμένην.
Η δυστυχής Βεάτη είχε και αυτή άλλην δέσποιναν, τοσούτω δεσποτικωτέραν όσω δεν είχε σάρκα και οστά, και εις αυτήν μόνην υπήκουεν. Ήτο δε αύτη η αδυναμία της, ήτις ώθει αυτήν να επιχειρή παραβόλους εκστρατείας, όπως ανακαλύψη πράγματα, περί ων ουσιωδώς δεν διεφέρετο. Αλλ' η πρώτη αποτυχία τη ενέπνευσεν ισχυρογνωμοσύνην και ωρκίσθη ν' ανακαλύψη το πράγμα ως τάχιστα.
Όλην την νύκτα η Βεάτη ωνειρεύετο ότι είχε παραβιάσει την θύραν του κλειστού θαλάμου, και συνδιελέγετο μετά της ξένης. Είνε αληθές ότι το όνειρόν της ήτο ατελές. Ωμίλει μεν μετ' αυτής, αλλά δεν την έβλεπε. Την πρωίαν, ότε αφυπνίσθη, δεν ανεπόλει τους χαρακτήρας του προσώπου της. Και αυταί δε αι λέξεις ας αντήλλαξε μετ' αυτής ήχουν μόνον ως βόμβος συγκεχυμένος εντός της κεφαλής της.
Όλην την επομένην ημέραν η αδελφή Βεάτη κατείχετο υπό νευρικής ανυπομονησίας. Περιέμενεν ανυπομόνως την νύκτα, όπως δυνηθή να εκτελέση το σχέδιόν της. Ήτο αφηρημένη όλην την ημέραν. Αι μοναχαί παρεπονούντο ότι το παρατεθέν αυταίς γεύμα ήτο άβραστον και ανάλατον. Η αδελφή Κλάρα, μία των φρονιμοτέρων καλογραιών, ελθούσα όπως τη μεταβιβάση παραγγελίαν τινά της ηγουμένης, ηναγκάσθη να επιστρέψη άπρακτος. Η Βεάτη δεν είχε την δύναμιν ν' ακούση, ουδέ να εννοήση τι.
— Λοιπόν τι να της είπω; ηρώτησεν η αδελφή Κλάρα.
— Ποίας; είπεν αλλόφρων η Βεάτη.
— Ποίας; Της ηγουμένης που μ' έστειλε.
— Ό,τι θέλεις, είπε μειδιώσα η Βεάτη.
— Πώς ό,τι θέλω;
— Πε της ότι δεν με ηύρες.
— Δεν σε ηύρα; Πώς γίνεται;
— Πώς δεν γίνεται; επανέλαβε φαιδρά η Βεάτη.
— Τότε θα μου πη, μην έφυγε το μαγειρείο από τον τόπον του;
— Ειμπορεί και να έφυγε, απήντησεν απροσέκτως η Βεάτη.
— Και τότε;
— Τότε;
— Η ηγουμένη θα μου πη πως ετρελλάθηκα.
— Ας σου πη.
— Και πως θέλω διάβασμα.
— Ας θέλης, είπεν η Βεάτη εξακολουθούσα να μειδιά προσηνώς.
— Αλλά τότε ο αββάς Βικέντιος Δεκρόττας….
— Ποίος Βικέντιος Δεκρόττας;
— Ο ιερεύς μας.
— Την ευχή του, είπεν η Βεάτη.
— Θα γυρεύη ν' ανοίξη την Σύνοψιν.
— Ας την ανοίξη.
— Και να με διαβάση.
— Ας σε διαβάση.
— Αλλά τούτο δεν θα με γλυτώση από την κατάραν της ηγουμένης, είπε μετά τρόμου η Κλάρα.
— Ποίας ηγουμένης; είπεν αλλοφρονούσα η Βεάτη.
— Ποίας ηγουμένης; Είσαι 'στά καλά σου;
— Στα καλά μου;
— Ναι. Είνε άλλη ηγουμένη;
— Άλλη ηγουμένη;
— Βέβαια.
— Δεν ξεύρω, είπεν αφελώς η Βεάτη.
— Δεν ξεύρεις; επανέλαβεν η Κλάρα.
— Βέβαια, απήντησεν η Βεάτη.
— Να ξεραθής, είπε ξηρώς η Κλάρα.
— Να μαραθής, απήντησε μεμαραμμένως η Βεάτη.
Και η αδελφή Κλάρα, αισθανθείσα ακατανίκητον αγανάκτησιν έκαμε το σημείον του Σταυρού, και εξήλθεν εκ του μαγειρείου χωρίς να στραφή να ίδη οπίσω της.
Ήτο ήδη περί εσπέραν. Η αδελφή Βεάτη ουδόλως ηνησύχησεν εκ του μικρού τούτου συμβάντος, αλλ' ελησμόνησεν ήδη αυτό πριν ή συμβή. Ότε ο αραχνώδης πέπλος του σκότους ήρχισε να καταπετάννυται περί τα ζοφερά τείχη του μοναστηρίου, και οι κώδωνες κατά το σύνηθες βραδέως κρουόμενοι αντήχησαν ανά το ύψος του κωδωνοστασίου καλούντες θορυβωδώς τας καλογραίας εις την επιλύχνιον προσευχήν, τότε η αδελφή Βεάτη έλαβε δύο κηρία, έθηκε το έν αυτών εις το θυλάκιόν της, ήναψε το έτερον και ανέβη ανά μίαν τας βαθμίδας της λιθίνης κλίμακος, της αγούοης από του μαγειρείου εις το πρώτον πάτωμα της μεσημβρινής πλευράς. Την φοράν ταύτην η Βεάτη ησθάνετο εν εαυτή διπλούν θάρρος ή την προλαβούσαν εσπέραν, είχε δε απόφασιν να εξαγάγη κέρδος τι, όπως ηδύνατο, εκ της δευτέρας ταύτης κατοπτεύσεως.
Αφού ανέβη και τας τεσσάρας κλίμακας, έστη επί στιγμήν όπως αναπνεύση, επλησίασεν εις την θύραν του κλειστού θαλάμου και ηκροάσθη. Ουδέ πνοή ηκούετο. Η Βεάτη ήθελε να βεβαιωθή μόνον, ότι η Σιξτίνα δεν ήτο εν επισκέψει παρά τη εγκλείστω. Είτα έκρουσε θαρραλέως την θύραν. Την φοράν ταύτην η Βεάτη υπήρξεν ευτυχεστέρα. Μετά την δευτέραν κρούσιν, στεναγμός ηκούσθη λίαν ευκρινώς. Η μοναχή εξέλαβε τούτο ως ευοίωνον σημείον και έκραξε·
— Κόρη μου! Είσαι μέσα;
— Ποίος είνε; ηρώτησεν ασθενής φωνή ένδοθεν του θαλάμου.
— Μία φίλη, απήντησεν η Βεάτη.
— Αχ, είπεν η έσωθεν φωνή.
— Διατί σ' έχουν εδώ; επανέλαβεν η Βεάτη.
— Δεν ειξεύρω.
— Ποίος σ' έφερεν;
— Άνθρωποι άγνωστοι.
— Πόθεν είσαι;
— Από τα περίχωρα.
— Και θα σε κρατήσουν πολύν καιρόν εδώ;
— Δεν ειξεύρω.
— Τι κακόν έπραξες διά να σε φυλακίσουν ούτω;
— Δεν ειξεύρω, αλλά…
— Αλλά; επανέλαβεν η Βεάτη.
— Έχω αμαρτίας, ως φαίνεται, είπεν η φωνή μετά στεναγμού.
— Και είσαι μόνη εδώ μέσα;
— Μόνη.
Η Βεάτη εσκέφθη επί μικρόν.
— Ποία είσαι; την ηρώτησε το αόριστον πρόσωπον.
— Είμαι καλογραία. Ησθάνθην συμπάθειαν, όταν έμαθα διά σε. Αν ειμπορούσα να σε σώσω…
— Αλλοίμονον, είπεν η φωνή.
— Μην απελπίζεσαι. Έχε θάρρος.
— Θάρρος…
— Και σ' έχουν κλεισμένην απ' έξω;
— Ναι.
— Είνε οι στροφείς στερεοί; Δοκίμασε την θύραν.
— Είνε πολύ βαρεία.
— Και αυτή η γυναίκα που έρχεται κάθε μέρα δεν σε περιποιείται;
— Ναι.
— Σοι φέρει τροφήν;
— Μοι φέρει.
— Και τι σοι λέγει;
— Δεν ειξεύρει και αυτή τίποτε.
— Μη την πιστεύης, είπε σχετλιαστικώς η Βεάτη. Είνε γεμάτη πονηρίαν.
— Αυτή!
— Ναι! Μη την εμπιστεύεσαι.
— Ω!…
— Αν ζητή να της ειπής τίποτε, μη της το λέγης.
— Τι να της είπω; είπεν η φωνή, ήτις εφαίνετο όλως καταβεβλημένη και ο διάλογος τη επροξένει κάματον.
— Μη καταβάλλεσαι, είπεν η Βεάτη, εννοήσασα το αίσθημα της ξένης· έχε θάρρος, σοι λέγω.
— Ναι, βέβαια.
— Εγώ θα πάρω τον τύπον του κλείθρου τώρα.
— Του κλείθρου;
— Ναι, θα κάμω αντικλείδι.
— Α! είπεν η φωνή και εφάνη ότι η λέξις αύτη τη επανέφερε ζοφεράν ανάμνησιν.
— Και θα την ανοίξω διά να σ' ελευθερώσω, είπεν η Βεάτη.
— Ω, Θεέ μου! είπε μετ' ελπίδος η άγνωστος.
— Δύο ή τρεις ημέρας υπομονήν.
— Αλλ' ειξεύρω αν θα μείνω εδώ;
— Πώς; Θα σε μεταφέρουν αλλού;
— Δεν ειξεύρω τίποτε.
— Αν σ' εβγάλουν ή ημέραν ή νύκτα, εγώ θα τρέξω κατόπιν.
— Ω, ευχαριστώ, είπεν η άγνωστος.
— Μη σε μέλη, είπεν η Βεάτη. Έλπιζε.
— Ελπίζω.
— Και κάθε βράδυ θα έρχωμαι να σ' επισκέπτωμαι, καθώς τώρα.
— Ω, ναι, παρακαλώ.
— Θα συνομιλώμεν χωρίς να βλεπώμεθα.
— Καλά.
— Έχεις φως μέσα;
— Έχω.
— Απομάκρυνε το σώμα σου, μη σκιάζης την οπήν του κλείθρου.
Ηκούσθη θρους τις εκ κινήματος, όπερ έκαμεν η άγνωστος.
— Καλώς, είπεν η Βεάτη.
Και προσεκόλλησε το όμμα της εις την οπήν του κλείθρου.
— Σκύψε με τρόπον, ώστε το πρόσωπόν σου να μη φράττη την οπήν. Στάσου δύο σπιθαμάς μακράν της θύρας. Αντίκρυσε το πρόσωπόν σου εις το κλείθρον.
Η άγνωστος εξετέλεσε τας οδηγίας ταύτας της Βεάτης. Αλλ' αύτη σχεδόν δεν διέκρινε την μορφήν της.
— Ο λύχνος σου είνε κινητός; ηρώτησεν η Βεάτη.
— Κινητός.
— Λάβε τον εις την χείρα και έλα να ιδώ το πρόσωπόν σου.
Η ξένη υπήκουσε και εις τούτο. Η Βεάτη προσήρμοσεν αύθις τον οφθαλμόν εις το κλείθρον και τότε κατώρθωσε να διακρίνη πρόσωπόν τι νεάνιδος ωχρόν και ισχνόν, περιβαλλόμενον υπό ατάκτου καστανής κόμης. Η Βεάτη ευηρεστήθη εκ της εξετάσεως ταύτης.
— Είσαι ωραία, είπε.
— Κ' εγώ δεν θα σε ίδω; είπεν η ξένη.
— Ιδέ με, αν ειμπορέσης, είπεν η Βεάτη πλησιάζουσα το ανημμένον κηρίον εις το πρόσωπον και τοποθετουμένη εις τρόπον ώστε ν' αντικρύση το βλέμμα της ξένης.
— Είσαι αγαθή, είπεν αύτη.
— Τώρα θα σε αφήσω, κόρη μου.
— Διατί; είπε παραπονετικώς η νέα.
— Δεν είνε καιρός να έλθη εκείνη η γυνή;
— Ναι, είπεν η ξένη.
— Θα λάβω μόνον τον τύπον του κλείθρου.
Και εξαγαγούσα εκ του θυλακίου της το κηρίον, όπερ είχε φέρει επίτηδες μεθ' εαυτής, απετύπωσε δι' αυτού το σχήμα του κλειδίου.
— Καλήν νύκτα, κόρη μου, είπεν αποσυρομένη.
— Καλήν νύκτα, απήντησεν η νέα μη δυναμένη ν' αποσυρθή εκ της θύρας, ης όπισθεν ίστατο.
Αλλά μακρυνθείσα δύο ή τρία βήματα η Βεάτη, επέστρεψεν αιφνιδίως πάλιν.
— Ελησμόνησα να σ' ερωτήσω πώς ονομάζεσαι, είπε.
— Αϊμά, απήντησεν η φωνή.
— Αϊμά; Αυτό είνε το όνομά σου;
— Αυτό.
— Ευχαριστώ.
Και η Βεάτη απεμακρύνθη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.
Η Σιξτίνα.
Ότε η Βεάτη έφθασεν εις το κατώτερον πάτωμα, ήκουσεν όπισθέν της το βήμα της Σιξτίνης, ήτις ανέβαινε διά της κλίμακος με το σοβαρόν βήμα της, κρατούσα τη ετέρα των χειρών το περίφημον μονόφωτον δέλετρόν της. Ο τρόπος δε μεθ' ου, εβάδιζε και πάντα τα κινήματα αυτής ενέφαινον γυναίκα έχουσαν την συναίσθησιν της ιδίας αξιοπρεπείας και μηδ' υποπτεύουσαν ότι είνε δυνατόν να σφάλη ή να παρεκκλίνη κατά κεραίαν εκ των χρεών της.
Η αδελφή Σιξτίνα ήτο μία εκ των γυναικών εκείνων, αίτινες ομοιάζουσι καθ' όλα με την χελώνην, αν υποθέσωμεν ότι το κολόβιον δύναται προσφυώς να παραβληθή με το καυκίον, όπερ δεν είνε απίθανον. Όλην την ζωήν της είχε προσπαθήσει να μάθη την τέχνην του να κρύπτη τους λογισμούς της, όπως κρύπτει η χελώνη την κεφαλήν και τα κώλα. Οφείλομεν δε να ομολογήσωμεν ότι είχε κατορθώσει να τελειοποιηθή εις την τέχνην ταύτην, τόσας δε προόδους είχε κάμει εις το επάγγελμα τούτο, ώστε κατήντησε να μη δύναται πλέον, και αν ήθελε, να εκφράση, ή να επιδείξη αφελές αίσθημα ή αληθή ιδέαν. Αν ενεφανίζετο αίφνης υπερφυής τις δύναμις, ήτις να τη επιβάλη ως απαραίτητον χρέος το να φανή εφάπαξ ειλικρινής, η Σιξτίνα και αν επεθύμει, δεν ηδύνατο να κατορθώση τούτο. Το ψεύδος και η υπόκρισις είχον καταστή παρ' αυτή δευτέρα φύσις, θάττον δε ηδύνατό τις να αποσπάση απ' αυτής την ψυχήν ή την μακροχρόνιον ταύτην έξιν. Ήθελε προτιμήσει δε να μείνη επί ένα όλον αιώνα εις το Καθαρτήριον πυρ, ή να εκστομίση έστω και μίαν λέξιν μη προλελογισμένην ή υπηγορευμένην πρός τινα απόρρητον πάντοτε σκοπόν.
Η αδελφή Σιξτίνα επρωταγωνίστει εις την τέχνην του να λέγη άλλα αντ' άλλων. Ηρίστευεν εις την τέχνην του να σιγά. Το στόμα της ήτο τόσον ερμητικώς κεκλεισμένον, ώστε εφαίνετο ότι εγεννήθη κωφάλαλος. Εκ της μακράς και κατηναγκασμένης συσφίγξεως των οδόντων, είχον σχηματισθή περί τας άκρας των χειλέων της δύο ελικοειδείς ρυτίδες, ήσαν δε αύται, ούτως ειπείν, η σκιά των λέξεων, αίτινες διήρχοντο αλλά δεν εξεφωνούντο. Το στόμα διέπνεεν αντί να λαλή. Αι σκέψεις της εξητμίζοντο εις αορίστους φθόγγους και εις ανάρθρους ψιθυρισμούς, αλλ' ουδέποτε εξεφράζοντο. Ηδύνατό τις ανατέμνων τον εγκέφαλόν της να εύρη μόρια εννοιών, αλλ' ουχί ακεραίας εννοίας. Τόσον εκ της πολυχρονίου έξεως του να συστέλλη τας λέξεις είχε μεταβή κατ' αντανάκλασιν ο τοιούτος περιορισμός και μέχρι της σκέψεως, ώστε μη δυναμένη να ομιλή, δεν ηδύνατο πλέον μηδέ να σκέπτηται.
Η αδελφή Σιξτίνα είχεν ασκήσει την πρώτην δοκιμασίαν της έν τινι σεμιναρίω θηλειών ιδρυμένω παρά τον Τίβεριν, ονόματι «Άκουα Σιλέντσιι», περιφήμω επί μοναστική πειθαρχία κατ' εκείνον τον χρόνον. Η αρχή και το τέλος της δοκιμασίας εν τω ειρημένω μοναχικώ παιδαγωγείω συνίστατο εις το να υποχρεώσι τας δοκίμους να κρατώσιν επί πολλάς καθ' εκάστην ώρας εντός του στόματος σταγόνας τινάς ύδατος χωρίς να τας καταπίνωσιν, εξ ου και το όνομα του σεμιναρίου. Σκοπός δε του πειράματος τούτου ήτο να γυμνάσωσι τας τροφίμους εις την σιωπήν. Φρονώ ότι η μέθοδος αύτη δεν εστερείτο επιβολής, απήτει δε τοσαύτας σταγόνας ευφυίας όσας και ύδατος. Φαίνεται δε ότι, πλην του ότι ώξυνε την έξιν, επενήργει αντιδραστικώς επί του λάρυγγος η τοιαύτη άσκησις, ώστε εκ της συνεχούς παρουσίας της υπερμέτρου υγρότητος επέφερεν αντιπεπονθότως την ξηρότητα, και εντεύθεν μάλλον προήρχετο η έξις της σιγής. Άλλως δεν τολμώ να υποβάλω εις τους φυσιολόγους την τοιαύτην εξ απειρίας προερχομένην εικασίαν.
Όπως και αν έχη τούτο, η αδελφή Σιξτίνα είχεν επαρθή εις τοιούτον υπεράνθρωπον σημείον εις την τέχνην ταύτην της σιωπής, ώστε καθ' ην στιγμήν ανένηψε και ενεθυμήθη ότι ήτο ανθρωπόμορφον πλάσμα και ώφειλε να απαντά τουλάχιστον εις τας απευθυνομένας αυτή ερωτήσεις, τότε μόνον παρετήρησεν ότι ο λάρυγξ αυτής ετραύλιζεν, η γλώσσα είχε καταστή ψελλή, τα δε χείλη εστρεβλώθησαν. Την στρεβλότητα δε ταύτην των αισθητηρίων είχε παρακολουθήσει και η στρέβλωσις του πνεύματος, ώστε κατ' αρχάς μόνον κολοβάς φράσεις κατώρθου να προφέρη, εδέησε δε να παρέλθη πολύς χρόνος μέχρις ου μάθη ν' απαγγέλλη αύθις περιόδους, και τότε εψεύδετο πλέον άνευ συνειδήσεως. Είχε καταστή αυτόματον, και αι απαιτήσεις της νέας αυτής θέσεως, επιβάλλουσαι αυτή την τυφλήν υπακοήν, την ηνάγκαζον να ψεύδηται κατά κόρον διά λογαριασμόν άλλων.
Επί τοσούτον δε προέβη το αξιόλογον τούτο προτέρημα, ώστε θαύμα θα ήτο αν η αδελφή Σιξτίνα κατώρθου ποτέ να είπη μίαν λέξιν αληθή, από αμνημονεύτων δε χρόνων δεν ηξιώθη να διαπράξη το σφάλμα τούτο. Εν τούτοις έμελλε να παρουσιασθή περίστασις, καθ' ην ήθελον ανατραπή πάσαι αι μεθοδείαι και αι τέχναι αύται, και η αδελφή Σιξτίνα έμελλε να χάση και αυτή την πυξίδα της.
Ότε εξήλθε τελεία εκ του σεμιναρίου του «Ύδατος της σιωπής», η αδελφή Σιξτίνα είχεν ακολουθήσει απόσπασμά τι του τάγματός της εις την Ανατολήν, των ιπποτών του Αγίου Ιωάννου. Μετ' αυτών είχε μεταβή εις την νήσον Ρόδον, την κτήσιν ταύτην των ειρημένων ιπποτών. Ταύτα συνέβησαν προ δέκα ετών και επέκεινα. Η Σιξτίνα είχε διατρίψει επί τινα έτη εν Ρόδω. Σήμερον δε, ότε διέμενεν εν τη Μονή της Αγίας Περπετούας, έτυχεν αφορμής ν' αναμνησθή γεγονότα τινά από μακρού χρόνου τεθαμμένα εν τη διανοία αυτής. Τα γεγονότα ταύτα δεν επίστευεν η Σιξτίνα ότι έμελλόν ποτε ν' αναζήσωσιν εν τη μνήμη της, και διά τούτο εξεπλάγη ότε ησθάνθη εν εαυτή νυγμόν τινα, ως ωδίνας εγκυμοσύνης, τας μόνας ας ποτε υπέστη. Η αφορμή δε της αναμνήσεως ταύτης εδόθη εκ της παρουσίας ξένου τινός προσώπου εις το μοναστήριον. Οι χαρακτήρες του προσώπου τούτου, ους επιμελώς ηδυνήθη να παρατηρήση, ενεποίησαν αυτή παράδοξον εντύπωσιν. Προ δέκα ετών είχε γνωρίσει νεαρώτατόν τι πρόσωπον, παιδίον ως όλα τα παιδία, το οποίον με τους χαρακτήρας μεταβεβλημένους εκ της ηλικίας, ενεφανίζετο σήμερον εις τους οφθαλμούς αυτής. Δυνατόν να ηπατάτο η Σιξτίνα, αλλά πιθανόν να έβλεπεν ορθώς. Η στομακάκη ης την βάσανον είχεν υποστή κατά την νεαράν αυτής ηλικίαν, δεν ηδύνατο να παραβλάψη και την όρασιν αυτής, αι αισθήσεις της δε ωξύνθησαν τοσούτω μάλλον, όσω τα φωνητήρια όργανα είχον αμβλυνθή. Η Σιξτίνα ησθάνθη κατ' αρχάς ασθενή παλμόν υποσείοντα το στήθος της, ότε είδε το πρόσωπον τούτο. Τη επαύριον ο παλμός μετεβλήθη εις σκίρτημα. Όσον μάλλον εθεώρει την μορφήν ταύτην, τόσον μάλλον επείθετο περί της ομοιότητος, και περί της πιθανής ταυτότητος του προσώπου. Την τρίτην ημέραν η Σιξτίνα ήλθεν εις πειρασμόν να εκστομίση προς το εν λόγω πρόσωπον τα αισθήματα υφ' ων κατείχετο. Αλλ' οίμοι! Η μακροχρόνιος έξις του να ψεύδηται, είτε διά του λόγου είτε διά της σιγής, καθότι και η σιγή ήτο είδος σιωπηλού ψεύδους, δεν τη επέτρεπε να έλθη εις τοιαύτην διάχυσιν. Πριν ή πέση εις το ολίσθημα τούτο, ώφειλε κατά τους κανόνας να εξομολογηθή εις την ηγουμένην ή εις τον αββάν Βικέντιον. Αλλά τούτο θα ισοδυνάμει προς άρνησιν της επιθυμίας της, και προς παντελή αποχήν.
Τέλος αφού επί πέντε ημέρας η αδελφή Σιξτίνα διήλθεν όλους τους σταθμούς της αμαρτίας, από της &προσβολής& και του &συνδυασμού& μέχρι της &συγκαταθέσεως& και της &πάλης&, έμελλε πιθανώς να φθάση εις το πέμπτον και τελευταίον στάδιον, εις το &πάθος&. Την εσπέραν καθ' ην επέστρεφεν η Βεάτη εκ της συνδιαλέξεως, ην είχε συνάψει διά της οπής του κλείθρου προς την έγκλειστον, η Σιξτίνα ανέβαινε μετά την κατάβασιν αυτής, απόφασιν έχουσα να μη οπισθοδρομήση, αλλά να παραβή εφάπαξ τους κανόνας της και να ικανοποιήση τέλος την εύλογον περιέργειαν ην ησθάνετο από τοσούτων ημερών. Προς ανάπαυσιν δε της συνειδήσεώς της εφαντάζετο ότι ίσως η θεία Πρόνοια εκάλει αυτήν να εκτελέση αγαθήν τινα πράξιν, και διά τούτο ησθάνετο τον ασυνήθη τούτον γαργαλισμόν μεταξύ της γλώσσης και του λάρυγγος.
Η Σιξτίνα κύπτουσα όλη υπό την ροπήν της απηγορευμένης ταύτης παραβάσεως των κανόνων ανέβαινεν ανά δύο, όσον ηδύνατο να εκταθώσι τα σκέλη της, τας λιθίνας βαθμίδας της κλίμακος. Φθάσασα εις το υπερώον, ήνοιξε την θύραν, και εύρε την ξένην ορθίαν εισέτι, και διατελούσαν προφανώς υπό την εντύπωσιν της συνδιαλέξεως αυτής μετά της Βεάτης. Αλλ' η Σιξτίνα ουδεμίαν είχεν αφορμήν να παρατηρήση τούτο.
— Ε, πώς πέρασες, κόρη μου; την ηρώτησεν η Σιξτίνα.
— Καλά, μητέρα μου, απήντησεν η Αϊμά, αναμιμνησκομένη την σύστασιν της Βεάτης, όπως μη εμπιστεύηται εις την Σιξτίναν.
— Σου έφερα φαγί, είπεν η Σιξτίνα, αποθέτουσα επί της τραπέζης πινάκιον.
— Ευχαριστώ, είπεν η Αϊμά.
— Η ηγουμένη επιτρέπει να τρώγης λάδι, είπεν η Σιξτίνα.
— Δεν με μέλει δι' αυτό, απήντησεν η Αϊμά.
— Τούτο το εκάμεν επειδή ήσουν αδύνατη. Άλλως πως οι κανόνες του μοναστηρίου δεν το επιτρέπουν, επειδή είνε σαρακοστή.
Η Αϊμά εσίγα.
— Φάγε, κόρη μου, είπεν η Σιξτίνα.
— Δεν πεινώ.
— Περιμένεις να φύγω, είπεν η Σιξτίνα.
Η Αϊμά την παρετήρει έκπληκτος. Ήτο η πρώτη φορά καθ' ην έλεγε τοσούτους λόγους η μοναχή.
— Μήπως σ' ενοχλώ; επανέλαβεν αύτη.
— Όχι, μήτερ μου.
— Διατί δεν γευματίζεις;
— Δεν έχω όρεξιν, είπεν η Αϊμά απορούσα διά την φιλοφροσύνην ταύτην, και δυσπιτούσα έτι μάλλον, επί τη αναμνήσει των νουθεσιών της Βεάτης.
Η Σιξτίνα έμεινεν επί τινας στιγμάς σιωπηλή και ήτο σύννους. Τέλος είπεν·
— Η ηγουμένη επιθυμούσε να εξαγορευθής, αν ήθελες.
— Να εξαγορευθώ;
— Ναι, βέβαια.
— Και τι θα πη αυτό; ηρώτησεν αμαθώς η Αϊμά.
— Δεν ειξεύρεις;
— Δεν ειξεύρω, είπεν η νέα.
— Η εξαγόρευσις είνε μυστήριον της αγίας καθολικής Εκκλησίας μας, είπε δογματικώς η Σιξτίνα, και είνε ανάγκη ο κάθε χριστιανός να εξομολογήται τακτικά. Άλλως, θα υπάγης εις την κόλασιν.
— Πού;
— Εις την κόλασιν, επανέλαβεν η Σιξτίνα.
— Και πού είνε αυτή η κόλασις; ηρώτησεν η Αϊμά.
— Η κόλασις είνε εις τα καταχθόνια του Άδου, είπε μετά πεποιθήσεως η Σιξτίνα.
Η Αϊμά εσιώπα.
Εν τούτοις ενόησεν η Σιξτίνα ότι είχεν εκλέξει κακήν μέθοδον. Ο σκοπός αυτής κατ' αρχάς ήτο να πείση την νέαν ότι οφείλει να εξομολογηθή, και να εκτελέση αυτή χρέη πνευματικού. Αλλ' ησθάνθη διττήν τύψιν συνειδήσεως, ένθεν μεν επί τη φυσική απάτη, ένθεν δε επί τη παραβάσει των ηθικών παραγγελμάτων. Όθεν έστη ενταύθα και μετέβαλε τακτικήν. Εσκέφθη ότι το καλλίτερον ήτο να έλθη αποτόμως εις το προκείμενον, και να υποβοηθήση την μνήμην της νέας, αν ήτο δυνατόν να ενθυμηθή τι αύτη, ει δ' άλλως να πεισθή αυτή ότι ηπατάτο. Αλλά δεν εφαντάζετο ότι έμελλεν από ανακριτρίας να περιέλθη εις την θέσιν της εξεταζομένης. Αιφνιδίως λοιπόν λέγει προς την Αϊμάν·
— Ενθυμείσαι, κόρη μου, αν έζησες ποτε εις την Ρόδον;
— Εις την Ρόδον; επανέλαβεν ενδοιάζουσα η Αϊμά.
— Εις την νήσον Ρόδον, επέμεινεν η Σιξτίνα. Είνε ωραία νήσος.
— Όχι, δε έζησα εκεί, είπεν η Αϊμά.
— Για θυμήσου καλά, είπεν ισχυρογνωμόνως η Σιξτίνα.
— Δεν θυμούμαι τίποτε.
— Ήσουν πολύ μικρή τότε.
— Δεν θυμούμαι.
— Και όμως, είπε βιάζουσα την γλώσσαν η Σιξτίνα, διότι ησθάνετο δυσκολίαν όπως κινή αυτήν, αν και ήσουν μικρή, έπρεπε να θυμάσαι.
— Διατί;
— Διότι έκαμες εις τα χέρια μου.
— Πώς;
— Έζησες καμπόσους μήνας σιμά μου.
— Εγώ;
— Ναι.
— Πότε;
— Εις εκείνον τον καιρόν.
— Πού;
— Σοι το είπα, εις την Ρόδον.
Η νεάνις εκίνησε τους ώμους.
— Βίασε το μνημονικόν σου να ενθυμηθής, είπεν η Σιξτίνα. Δεν ενθυμείσαι την Ρόδον;
— Σας είπα όχι.
— Δεν ενθυμείσαι τέλος πάντων τίποτε εκ της παιδικής σου ηλικίας;
Η νέα έκαμεν αμφίβολον κίνημα.
— Προτού να έλθης εις τον Μωρέαν, πού ήσουν;
— Δεν ειξεύρω.
— Δεν έζης έως τώρα με τους Γύφτους, καθώς έμαθα;
— Ναι.
— Και είνε αυτοί οι γονείς σου;
— Ποιος ξεύρει;
— Μέσα σου τι πιστεύεις; ότι είσαι θυγάτηρ των;
Η κόρη έκαμε μορφασμόν.
— Ειμπορεί να είμαι, είπεν.
— Ειμπορεί. Αλλά δεν έχεις βεβαιότητα, καθώς φαίνεται.
— Δεν έχω, είπεν η Αϊμά.
— Τότε, εις την κεφαλήν σου δεν κατέβη ποτέ καμμία ιδέα; δεν σ' εφώτισεν η φαντασία σου;
— Εις τι πράγμα;
— Ότι αυτοί δεν είνε γονείς σου.
— Τι ωφελεί αυτό; Αφού δεν γνωρίζω ποίοι είνε.
— Ειμπορείς να τους μάθης.
— Αλήθεια; είπεν η Αϊμά, και οι οφθαλμοί της ήστραψαν.
— Όλα γίνονται.
— Πώς; ειξεύρεις λοιπόν να μ' ειπής; έκραξεν η Αϊμά.
— Ειμπορεί και να ειξεύρω, είπε πανούργως η Σιξτίνα. Αλλά πρέπει να έχης υπομονήν.
— Ω, είπεν η Αϊμά μετ' ατονίας, και τούτο εσήμαινεν: Αλλ' έχω παραπολλήν. Έως τώρα τίποτε άλλο δεν είχα.
— Δεν σου λέγω με βεβαιότητα τίποτε, κόρη μου, είπε θωπευτικώς η Σιξτίνα. Εν τούτοις, αν με βοηθήσης…
— Τι να σε βοηθήσω; είπεν αφελώς η Αϊμά.
— Αλλά συ, φαίνεται, δεν ενθυμείσαι τίποτε. Αλλ' είνε δυνατόν να μην ενθυμήσαι αληθώς;
— Τι θέλεις να ενθυμούμαι;
— Την παιδικήν σου ηλικίαν.
— Εγώ τω όντι δεν ενθυμούμαι, είπεν η Αϊμά. Το μόνον, οπού…
— Λέγε, είπεν η Σιξτίνα, ιδούσα την νέαν διστάζουσαν.
— Το μόνον οπού ενθυμούμαι είνε, ότι δεν πρέπει να είμαι παιδί των.
— Ποίων; Των Γύφτων;
— Ναι.
— Και πού στηρίζεσαι, διά να συμπεραίνης τούτο;
— Αλλά…, είπεν ενδοιάζουσα η Αϊμά, δεν ενθυμούμαι κ' εγώ ουδέ το πιστεύω με βεβαιότητα. Ως όνειρον έρχεται εις την ενθύμησίν μου, ότι μίαν ημέραν ήμουν εις τον δρόμον, και δεν είχα ούτε πατέρα, ούτε μητέρα. Την άλλην ημέραν ευρέθην έξαφνα εις την καλύβην των ανθρώπων αυτών.
— Ιδού οπού ενθυμείσαι. Και τι άλλο ακόμη;
— Και… ενθυμούμαι και ένα πέλαγο οπού αρμένισα, προτού να ευρεθώ εκεί.
— Να, οπού δεν ήσουν πάντοτε εις αυτήν την χώραν. Διά να αρμενίσης πέλαγο, θα πη ότι ήλθες απ' αλλού …
— Βέβαια, είπεν η Αϊμά μειδιάσασα. Απ' αλλού θα ήλθα.
— Και αφού απ' αλλού ήλθες, θα ήλθες από την Ρόδον.
— Πώς το ειξεύρεις αυτό; παρετήρησεν η Αϊμά. Ειμπορεί να ήλθα από άλλο μέρος και όχι από την Ρόδον.
— Σωστά, γίνεται και τούτο, είπεν η Σιξτίνα. Αλλ' όμως, αφού εγώ σ' ενθυμούμαι από την Ρόδον.
— Λοιπόν ειπέτε μοι τούτο, είπεν ικετευτικώς η Αϊμά. Αφού μ' εγνωρίσατε, διηγηθήτέ μοι· ίσως ενθυμηθώ κεγώ.
— Μη βιάζεσαι, απήντησεν η Σιξτίνα. Ειπέ μοι ακόμη, δεν ενθυμείσαι τίποτε πλειότερον, απ' αυτά που μοι είπες;
— Τι άλλο;
— Προτού να σε πάρουν οι Γύφτοι ψυχοκόρην.
Και η Σιξτίνα διεκόπη, περιμένουσα ίνα συμπληρώση η Αϊμά την φράσιν. Αλλ' αύτη εσίγα.
Η Σιξτίνα επανέλαβε·
— Και προτού ν' αρμενίσης το μεγάλο πέλαγο, που ήλθες από την Ρόδον…
Και πάλιν η Σιξτίνα επέσχε τον λόγον. Αλλ' η Αϊμά ήκουε μόνον.
— Προτού να συμβούν όλα αυτά, δεν ενθυμείσαι άλλο τίποτε;
Η Σιξτίνα επέμενεν, ως να είξευρε τους λόγους, δι' ους η Αϊμά εδίσταζεν. Αλλ' αν είχε καταμετρήσει το βάθος του δισταγμού της κόρης, δεν θα ετόλμα, όσον και αν ήτο σκληρόκαρδος, να κινήση την νευράν ταύτην. Η ισχυρογνώμων επιμονή της μοναχής προεκάλει ακριβώς εν τη καρδία της νέας ανάμνησιν, ης η εξέγερσις έκαμνεν αυτήν να φρίττη. Εις τα ενδόμυχα της ψυχής ταύτης υπήρχε τι ως βάραθρον βαθύ ορωρυγμένον, ζοφερόν, ερεβώδες, απαίσιον, αλλ' εσφραγισμένον διά της σφραγίδος του χρόνου. Όστις παρεκινδύνευε να αποσπάση αποτόμως το επίπωμα τούτο, ώφειλε να ιλιγγιά προς το βάθος της αβύσσου, εξετέλει δ' εξ ανάγκης έργον βάρβαρον.
Η Αϊμά επίεσε με την χείρα το στήθος, εδίστασεν επί μακρόν, και είπεν
— Ενθυμούμαι… και κάτι άλλο … αλλ' είνε όνειρον.
— Όνειρον; επανέλαβεν η Σιξτίνα.
— Πολύ κακόν, πολύ φρικτόν όνειρον, είπεν επιμόνως η νέα.
— Και δεν θέλεις να το είπης;
— Ω, δεν ειμπορώ. Δεν ειμπορώ ουδέ να το ενθυμηθώ.
— Δοκίμασε, κόρη μου.
— Είνε ανάγκη; είπεν η Αϊμά φρικιώσα.
— Είνε ανάγκη. Χωρίς να ειξεύρω όσα ενθυμείσαι εκ του βίου σου, δεν ειμπορώ να σε βοηθήσω εις τίποτε.
— Ω, Θεέ μου, Θεέ μου!
— Διατί φοβείσαι τόσον; Μήπως τα παρελθόντα επανέρχονται;
— Ω, επανέρχονται είπεν η Αϊμά. Τω όντι, αυτός, αυτός είνε.
— Ποίος αυτός; ηρώτησεν η Σιξτίνα, διεγερθείσης της περιεργείας της εκ της τελευταίας φράσεως.
— Τίποτε, είπεν η Αϊμά, μεταμεληθείσα. Τίποτε.
— Αλλ' ομιλείς μυστηριωδώς, τέκνον μου. Δεν εννοώ.
— Ω, όχι.
— Θα μοι είπης λοιπόν;
— Ω, ποτέ! ποτέ! είπεν η Αϊμά μετά φρίκης.
Η κατατρύχουσα την νεανίδα ανάμνησις απετέλει δι' αυτήν συναίσθημα όλως αυτόματον και νευρικόν. Ο τρόμος αυτής προήρχετο εκ της σφοδροτάτης και σπαρακτικής εκείνης εντυπώσεως, ήτις εκφράζεται παρ' ημίν διά της φράσεως: &επήρε φρίξι!& Υπό την εντύπωσιν ταύτην, η κόρη ήσπαιρε κατά γράμμα ως ιχθύς. Και όμως είχον παρέλθει μακρά έτη, και η εντύπωσις αυτής εσώζετο εισέτι, και διηγείρετο εκάστοτε ακμαία εις πάσαν πρόκλησιν. Εντεύθεν εξηγείται ο τρόμος αυτής ενώπιον της δεσποτικής απαιτήσεως της Σιξτίνης.
Αύτη πάλιν βλέπουσα τον ακατανόητον τούτον φόβον της νέας ησθάνετο την περιέργειάν της ερεθιζομένην. Εν τούτοις φοβηθείσα μη απολέση τα πάντα, ενόησεν ορμεμφύτως ότι ώφειλε να υποχωρήση προς καιρόν. Αλλ' η Αϊμά κατείχετο και αυτή υπό υψίστου διαφέροντος. Ήλπιζε ν' ακούση τι παρά της Σιξτίνης περί της τύχης της. Επάλαιε δε μεταξύ διττών αισθημάτων. Η Σιξτίνα τη είπεν·
— Ας αναβάλωμεν, κόρη μου, αφού δυσκολεύεσαι να το είπης.
— Όχι, είπεν η Αϊμά, υπερνικώσα την φρίκην αυτής· θα μοι είπετε διά τους γονείς μου;
— Θα σοι είπω όσα ειξεύρω διά σε, απήντησεν η μοναχή.
— Διά τους γονείς μου; επανέλαβεν η Αϊμά.
— Και διά τους γονείς σου, αν ειξεύρω.
— Λοιπόν ακούσατε, μήτερ μου, είπεν η νέα, και συνέσφιγγε πάντοτε την καρδίαν της με την αριστεράν χείρα.
Όταν ήμουν μικρή, ενθυμούμαι οπού μ' έφερεν εις την αγκάλην του ένας άνθρωπος . ..
— Και τι άνθρωπος ήτον αυτός; ηρώτησεν η μοναχή.
— Αυτόν μοι φαίνεται ότι τον ανεγνώρισα αυτάς τας ημέρας, αλλά δεν ειξεύρω. Αργότερα σας λέγω τούτο.
— Εξακολούθει, κόρη μου.
— Πόσον καιρόν μ' έφερεν εις την αγκάλην του, δεν ειξεύρω, αλλά με ηγάπα και μ' επροστάτευεν.
— Έπειτα;
— Ενθυμούμαι οπού επεριπάτει πάντοτε την νύκτα εις τα δάση· την ημέραν εφοβείτο να παρουσιασθή εις τας πόλεις, διότι τον κατεδίωκον, ως φαίνεται.
— Τίνες;
— Οι εχθροί του. Δεν ειξεύρω ποίοι ήσαν. Την ημέραν ανεπαυόμεθα εις παράμερα μέρη· την νύκτα μ' εσήκωνε εις τους βραχίονάς του και εβαδίζομεν μεγάλα διαστήματα.
— Και ποίος ήτον ο σκοπός του;
— Δεν ειξεύρω εγώ. Μόνον ειξεύρω ότι εύρισκε πάντοτε καλήν τροφήν δι' εμέ, και όταν εκοιμώμην μ' εσκέπαζε με τον επενδύτην του. Υποκάτω εις πυκνά φυλλώματα, μέσα εις τους θάμνους, όπου εκοιμώμεθα, μου ετοίμαζε πάντοτε την καλλιτέραν θέσιν διά κλίνην, και ενώ εκοιμώμην, πολλαίς φοραίς μοι εφαίνετο ότι έβλεπα την σκιάν του να με φυλάττη ορθία εις το πλάγι μου. Διότι αυτός είχε λογισμούς και αγρυπνούσε πάντοτε.
— Και διατί σε αγαπούσε τόσον; Μήπως ήτο συγγενής σου;
— Δεν ειξεύρω. Με ωνόμαζε παιδί του, τον ωνόμαζα πατέρα μου. Και όμως…
Η Αϊμά διεκόπη.
— Τι έχεις πάλιν; είπεν η μοναχή.
— Τίποτε, είπεν αναλαμβάνουσα η Αϊμά. Κόμβος γίνεται εις τα στήθη μου.
— Κόμβος; Διατί;
— Όταν έλθω διά να είπω αυτό, αρχίζω να τρέμω όλη.
— Θάρρος, τέκνον…
Η Αϊμά εδίστασεν επί μικρόν, και είπε·
— Και όμως, ενώ με αγαπούσε τόσον, μ' έρριψεν εις τον κρημνόν διά να με φονεύση.
— Εκείνος;
— Εκείνος ο ίδιος, είπε τρέμουσα η Αϊμά και συσπώσα τους βραχίονας. Τα χείλη της δε είχον καταστή ωχρά. Οι οφθαλμοί της είχον στυλωθή εις αόρατόν τι φάσμα, ιστάμενον ενώπιόν της.
— Σ' έρριψε λοιπόν από τον κρημνόν; επανέλαβεν η Σιξτίνα.
— Μ' έρριψε διά να με φονεύση. Αλλ' έπεσα εις τον ποταμόν, και πάγωσα. Ω Θεέ μου! ακόμη είμαι παγωμένη, είπε ψυλαφώσα το σώμα με τας χείρας αυτής.
— Δεν γίνεται να είσαι παγωμένη, είπε μειδιώσα η Σιξτίνα. Εδώ κάμνει ζέστην, και ο χειμώνας μας πέρασεν. Έτσι σου φαίνεται.
— Ω Θεέ μου!
— Και έπεσες εις το νερόν;
— Ναι.
— Ήτο βαθύ;
— Πρέπει να ήτο πολύ βαθύ.
— Και πώς δεν επνίγης;
— Αυτό δεν ειμπορώ ακόμη να εννοήσω, είπεν η Αϊμά. Τι έγεινε δεν ειξεύρω. Αλλά φαίνεται ότι έμεινα πολύν καιρόν αναίσθητη. Εις αυτό το διάστημα μου εφαίνετο ως να ήμουν νεκρά, προσέθηκε παραλογιζομένη.
— Αλλ' αφού ήσουν αναίσθητη, πώς γίνεται να είχες αυτήν την ιδέαν; παρετήρησεν η Σιξτίνα· και αν ήσουν νεκρά, πώς θα το είξευρες;
— Έχεις δίκαιον, είπεν η Αϊμά. Δεν είξευρα πού ευρισκόμουν, ήμουν εις ένα χαμένον κόσμον.
— Και όταν ήλθες εις τον εαυτόν σου, πού ευρέθης; ηρώτησεν η μοναχή.
— Όταν άνοιξα τα όμματά μου, μου εφάνη ότι ήμουν επάνω εις μίαν κλίνην ζεστήν, και φωτία αναμμένη έκαιε πλησίον μου. Ένας αγνώριστος άνθρωπος έστεκεν επάνωθέν μου και μ' εκύτταζε με συμπάθειαν.
— Και έπειτα;
— Έπειτα δεν ενθυμούμαι πλέον. Εδώ σταματά η μνήμη μου. Ως φαίνεται έπεσα εις αρρώστιαν, η οποία διήρκεσε πολύν καιρόν.
— Είνε αληθές, είπεν η Σιξτίνα.
— Ειξεύρεις λοιπόν;
— Έκαμα την νοσοκόμον διά σε, κόρη μου, είπε μετ' ειλικρινούς συμπαθείας η Σιξτίνα.
— Λοιπόν είνε η σειρά σας να μου διηγηθήτε, μήτερ μου.
— Θα σοι διηγηθώ όσα ειξεύρω, απήντησεν η Σιξτίνα. Αλλά ποίους λόγους να είχεν ο άνθρωπος εκείνος διά να θελήση τον θάνατόν σου;
— Αυτό δεν ειξεύρω, είπεν η Αϊμά.
— Και όμως ήθελα να το μάθωμεν.
— Ποίος το ειξεύρει; είπε μετ' αμφιβολίας η Αϊμά.
— Θα υπάρχουν άνθρωποι να το ειξεύρουν, πιστεύω.
— Και πού να τους εύρωμεν;
— Αυτό πρέπει να το φροντίσωμεν χωρίς άλλο. Πιστεύεις ότι αισθάνομαι συμπάθειαν διά σε;
— Ευχαριστώ, μήτερ μου.
— Και επιθυμώ να μάθω ποία είσαι, προσέθηκεν η Σιξτίνα μη ευρίσκουσα άλλην ερμηνείαν της λέξεως συμπάθεια.
— Κ' εγώ επιθυμώ το ίδιον, είπεν η Αϊμά.
— Άκουσε λοιπόν.
Η Αϊμά ετοποθετήθη καλλίτερον επί του σκίμποδος εφ' ου εκάθητο, και ητοιμάσθη ν' ακούση απλήστως τας τοσούτον πομπωδώς προαγγελλομένας αποκαλύψεις της αδελφής Σιξτίνης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.
Ιππόται και πειραταί.
Η Σιξτίνα ήρχισεν ως εξής·
— Προ δέκα ετών ήμην εν Ρόδω περιποιουμένη τους ασθενείς και τους πληγωμένους. Οι ιππόται μας επολέμουν τότε προς τους πειρατάς, και πάσαν εβδομάδα μας έστελλον ανά μίαν καραβιάν πληγωμένων, εδικών μας ή αιχμαλώτων. Οι τελευταίοι ούτοι ήσαν άνθρωποι χωρίς ώτα, χωρίς ρίνας, και χωρίς όμματα πολλάκις. Δεν δύναμαι να πιστεύσω, ότι φύσει εστερούντο τοιούτων. Ως φαίνεται, τα βέλη των ιπποτών μας ήσαν επιτηδειότατα και μετέβαινον ακριβώς εκείσε, όπου η χειρ τα διεύθυνε.
Δύσκολον ήτο να δώσω ρίνας, ώτα και οφθαλμούς εις όσους δεν είχον. Αλλ' όσοι είχον μόνον πληγάς ανοικτάς, εξ ων έρρεε το αίμα, χωρίς να τους λείπη κανέν μέλος του σώματος, τούτους, ομολογώ, τους επεριποιούμην θαυμάσια. Καμμία νοσοκόμος δεν έκαμνε καλλίτερον εμού το ξαντόν, καμμία δεν επέδενε δεξιώτερον τα τραύματα.
Εγώ ήμην υπό τας διαταγάς του ανδρείου Ρολάνδου Μαλλεόρβη ενός των αρχηγών, όστις πολύ μ' ευνόει. Ο άνθρωπος ούτος είχε πολλά σχέδια. Δυστυχώς δεν επέζησεν, όπως τα εκτελέση. Αλλά και ούτω πρέπει να απέθανεν ευχαριστημένος, διότι αφήκε διαδόχους αξίους αυτού. Τις είδε ποτε τα σχέδιά του εκτελούμενα εις τον κόσμον τούτον; Ο Μωυσής αυτός δεν ηξιώθη να ίδη την γην της επαγγελίας. Ο θάνατος επέρχεται ή πολύ γρήγορα ή πολύ αργά. Ή κλείει τις τα όμματα προτού να ίδη τον σκοπόν του κατωρθωμένον, ή απέρχεται εις τας αιωνίους μονάς αφού τον ίδη ναυαγήσαντα, ή επιτυχόντα προς στιγμήν και καταστραφέντα διά πάντοτε, όπερ είνε το αυτό και κάτι χειρότερον. Διά τούτο ο Σολομών λέγει, ότι αυτός μακαρίζει τους αποθαμένους πλειότερον παρά τους ζωντανούς. Και εγώ το ίδιον λέγω. Αλλά συ δεν τα ειξεύρεις αυτά, κόρη μου. Στοιχηματίζω ότι αγνοείς και αν υπήρξε ποτε Σολομών. Τόσον καλλίτερον αγνόει, κόρη μου, αγνόει, επέφερε με αλλόκοτον μειδίαμα η μοναχή. Όσον πλειότερον αγνοείς, τόσον ευτυχεστέρα είσαι. Τι εκέρδησαν οι φιλόσοφοι και οι αστρολόγοι, οίτινες είξευρον τα πάντα; Το αυτό χώμα θα σκεπάση τους σοφούς και τους αμαθείς, η αυτή φωτία θα καύση τους πλουσίους και τους πτωχούς, τους ισχυρούς και τους αδυνάτους. Διότι παραπολύ λησμονούμεν, τέκνον μου, το πυρ της αιωνίου κολάσεως, ενόσω ζώμεν εις τον πρόσκαιρον κόσμον. Έπρεπε δε πάντοτε να το ενθυμώμεθα, διότι η κόλασις μας έδωκε προς ανάμνησίν της το πυρ των παθών, όπερ είνε μικρόν μέρος του αιωνίου πυρός της γεέννης· το πυρ τούτο μας καίει το σώμα και την ψυχήν κατά την νεότητα ημών, και ουδεμία δρόσος δύναται να το σβέση ειμή η της προσευχής και της εγκρατείας. Αλλά πολύ εμάκρυνα, κόρη μου. Τι έλεγον; Προ πολλού χρόνου δεν είχον ειπεί τας σκέψεις μου. Επειδή είσαι νέα, έχεις ανάγκην συμβουλών. Έλεγον λοιπόν ότι ο Ρολάνδος Μαλλεόρβης είχε σχέδια. Τον ήκουον πολλάκις μονολογούντα, αλλ' ουδέν ενόουν εκ των ασυναρτήτων φράσεων, αίτινες εξέφευγον εκ του στόματός του. Αλλ' ημέραν τινά ήκουσα συνδιάλεξιν αυτού πρός τινα άλλον ιππότην, εξ ης μικρόν τι ενόησα. Ο ιππότης ούτος ήτο είς εκ των τολμηροτέρων και παραβολωτέρων πολεμιστών, απέλαυε δε της εμπιστοσύνης του αρχηγού. Την πρωίαν ήλθε και τον εύρεν, εφαίνετο δ' εκ του ήθους του ότι ήθελε να τω ανακοινώση τι. Προς εμέ ουδεμίαν είχον δυσπιστίαν. Μ' ενόμιζον σχεδόν βωβήν, διότι είχον ασκηθή να μη ομιλώ. Έπειτα δεν ηδυνάμην να επέμβω εις τα σχέδια των ανδρών. Ήρχισαν λοιπόν να συνομιλώσι, χωρίς μηδέ να λάβωσιν υπ' όψιν την παρουσίαν μου. Μ' εθεώρουν σχεδόν ως απούσαν, εκείνο δε το ανθρώπινον σχήμα, όπερ έβλεπον εκεί, τοις εφαίνετο ότι ήτο η σκιά μου και ουχί εγώ αυτή. Ο αρχηγός τω είπε·
— Ποίας ειδήσεις μοι φέρεις, ιππότα; Προ πολλού δεν ευτύχησα να σε ίδω εκ του πλησίον, ώστε τώρα μοι φαίνεται, ότι αφορμή τις σε κάμνει να έρχησαι πλησίον μου.
— Έχω πληροφορίας, αρχηγέ, απήντησεν ο ιππότης.
— Ποίας πληροφορίας; ηρώτησεν ο αρχηγός.
Ο ιππότης απήντησε ταύτα·
— Ανεκαλύφθη υφ' ενός κατασκόπου μου είς παράδοξος άνθρωπος, όστις πρέπει να είνε ο ζητούμενος υφ' ημών.
— Και τι άλλο; είπεν ο αρχηγός, δείξας ότι επερίμενε και άλλο τι προς συμπλήρωσιν της πληροφορίας ταύτης.
Ο ιππότης απήντησε·
— Και ο άνθρωπος εκείνος φέρει μαζή του μίαν πενταετή ή εξαετή κόρην, ήτις πρέπει να είνε μικρά…
Ο αρχηγός κατέστη σύννους.
— Πού είνε ο κατάσκοπός σου, είπε προς τον ιππότην, όστις ανεκάλυψε ταύτα; Επεθύμουν να τον εξετάσω εγώ ο ίδιος.
— Το είχα προβλέψει, αρχηγέ, απήντησεν ο ιππότης, και διά τούτο τον έφερα μαζή μου. Διαταγήν μόνον της γενναιότητός σας περιμένει διά να παρουσιασθή.
— Λάβε τον κόπον να του είπης να έλθη, είπεν ο αρχηγός.
Ο ιππότης έκαμε σημείον προσκυνήσεως και εξήλθεν, όπως εκτελέση την διαταγήν ταύτην. Εγώ είχον ορθώσει τα ώτα, πρότερον δε δεν επίστευον ότι ήμην επιδεκτική του εγκοσμίου τούτου αισθήματος, της κούφης περιεργείας, διότι είχον φαντασθή ότι ενέκρωσα τα πάθη και δεν μ' έμελε πλέον περί ουδενός των επιγείων πραγμάτων. Αλλ' όμως η συνδιάλεξις αύτη μοι εφάνη αλλόκοτος και εκέντησε την περιέργειάν μου.
Καθημένη επί τινος ξυλίνου σκίμποδος, με τας χείρας κατεσκεύαζον το ξαντόν, με τα ώτα δε ηκροώμην, και με τους οφθαλμούς έβλεπον εις την θύραν, δι' ης έμελλε να εισέλθη ο κατάσκοπος.
Τέλος εισήλθεν ούτος. Ήτο γέρων βοσκός εκ των αγροικοτέρων, όστις εκ του βήματος και του ήθους του εφαίνετο ότι δεν είχε καταβή ποτέ εκ της σκοπιάς, όθεν επετήρει τα σκιρτήματα των αιγών ανά τους βράχους. Επέμενε πολύ να εκβάλη πριν εισέλθη τα πέδιλά του, δεδεμένα δι' ιμάντων περί τους ταρσούς των ποδών, και μετά δυσκολίας τον έπεισεν ο ιππότης να παραιτηθή το σχέδιον τούτο. Άμα εισελθών, εστράφη προς εκατέραν των παραστάδων της θύρας, όπως ίδη μη είνε τις κεκρυμμένος όπισθεν των θυρωμάτων, είτα εχαιρέτισεν έπιπλόν τι εκλαβών αυτό εν τη ταραχή του ως έμψυχον ον. Μετά τούτο εχαιρέτισεν εμέ και τελευταίον έκαμε πολλάς προσκυνήσεις ενώπιον του αρχηγού. Έτρεμε δε τα γόνατα, και μετέφερεν αδιαλείπτως τον σκούφον ον εκράτει από της μιας εις την ετέραν χείρα. Το βλέμμα του δε προσηλώθη εις σημείον τι του δαπέδου, εξ ου δεν ηδύνατο να το αποσπάση, ως να ήτο διά μαγγανείας κεκολλημένον εκεί.
— Πώς σε λέγουν, φίλε μου; τω είπεν ο αρχηγός.
— Νικόλα, απήντησεν ο αγρότης.
— Έχεις γυναίκα;
— Έχω, αφέντη.
— Και παιδιά;
— Έχω.
— Πόσα;
— Τρία, με συμπάθειο.
— Και τι τέχνην κάμνεις;
— Βοσκός, αφέντη.
Ηπόρουν εγώ διατί απηύθυνεν ο αρχηγός τας ερωτήσεις ταύτας προς τον αγρότην, αλλά φαίνεται ότι είχεν έξιν να προβαίνη πάντοτε κατά τάξιν. Ίσως δε είχε σκοπόν, διά της προκαταρκτικής ταύτης εξετάσεως, να εμπνεύση ολίγον θάρρος εις τον αγροδίαιτον.
— Είσαι κάθε μέρα έξω εις τα βουνά; εξηκολούθησε να ερωτά ο αρχηγός.
— Κάθε μέρα, απήντησεν ο αιπόλος.
— Και βόσκεις βώδια;
— Γίδια, να σε χαρώ, αφέντη.
— Και είνε εδικά σου;
— Να είχα εγώ αυτήν την τύχη, αφέντη!
— Ανήκουν εις άλλον λοιπόν;
— Εις άλλον, αφέντη.
— Και πόσα σε πληρόνει;
— Τίποτε, διά ψωμί, απήντησεν ο βοσκός.
— Διά ψωμί; φτωχέ! Και δεν κοπιάζεις;
— Κοπιάζω, αφέντη.
— Είνε πολλά τα πρόβατα που φυλάγεις;
— Τα γίδια, αφέντη. Είνε κάμποσα.
— Ως πόσα;
— Καμμιά εκατοστύ.
— Εις εκείνα τα μέρη όπου βόσκεις είνε πολύ παράμερα; Δεν πατούν άνθρωποι εκεί;
— Δεν πατούν, αφέντη.
— Λοιπόν αυτάς τας ημέρας εύρες κανένα άνθρωπον εκεί;
— Ναι.
— Και τι άνθρωπος ήτον;
— Αν ήτον άνθρωπος, μου εφάνη πολύ άγριος, αφέντη.
— Τον είδες μίαν φοράν μόνον;
— Τον είδα δύο φοραίς.
— Ημέραν ή νύκτα;
— Νύχτα και μέρα.
— Και ήτον μόνος του;
— Ολομόναχος θα ήτον, αν δεν εβαστούσε στην αγκαλιά του μία μικρή κορασίδα.
— Τον είδες από σιμά;
— Όπως σας βλέπω, αφέντη.
— Εκείνος σε είδε;
— Θα με είδε.
— Και δεν του ωμίλησες;
— Εφοβήθηκα, αφέντη.
— Τι εφοβήθηκες;
— Μου φάνηκε σαν έξω απ' εδώ, αφέντη.
— Και έφυγεν απ' εκεί;
— Έφυγε.
— Τον είδες πού διευθύνετο;
— Τον είδα.
— Ώστε ειξεύρεις τώρα πού είνε;
— Δεν ξέρω, αφέντη.
— Τι λέγεις λοιπόν;
— Δεν τον είδα πού πήγε. Τον είδα μόνον ποίον δρόμον επήρε.
— Και δεν τον ακολούθησες;
Ο βοσκός εκύτταξε τον ιππότην, ως να εζήτει παρ' αυτού δικαιολογίαν. Εφαίνετο λέγων αυτώ: Δεν μοι έδωκες παραγγελλίαν να τον ακολουθήσω.
Ο ιππότης λαβών τον λόγον είπε·
— Δεν φταίγει αυτός, αρχηγέ.
— Ποίος λοιπόν;
— Δεν τω είπα εγώ να τον ακολουθήση.
— Αλλά τι τω είπες;
— Τω είπα να έλθη να με πληροφορήση.
Ο αρχηγός σκεφθείς επ' ολίγον είπε προς τον ορεσίβιον·
— Τώρα, ειξεύρεις τα κατατόπια όλα του βουνού;
— Τα ξεύρω, αφέντη.
— Ειμπορείς να οδηγήσης έν απόσπασμα;
— Ειμπορώ.
— Δεν ειμπορείς να εύρης και τα ίχνη ενός οδοιπόρου, εις ένα τόπον απάτητον;
— Δι' αυτό δεν αποκρίνομαι, είπε σύννους ο βοσκός.
— Δεν έχεις κανένα σκύλον;
— Έχω ένα.
— Λαγωνικόν;
— Μανδρόσκυλον.
— Είνε μεγάλος;
— Είνε τόσος, είπεν ο χωρικός, σημειώσας ύψος τι από του εδάφους διά της χειρός.
— Δεν γνωρίζει ο σκύλος σου τα ίχνη; επανέλαβεν ο αρχηγός.
— Δεν ξέρω αν τα γνωρίζη.
— Δεν έκαμε αυτήν την τέχνην ποτέ;
— Είνε μανδρόσκυλος, επανέλαβεν υπερηφάνως ο βοσκός.
— Τέλος ειμπορείς, συ ή ο σκύλος σου, να οδηγήσητε αυτό το απόσπασμα;
— Ειμπορούμεν, αφέντη.
Ο αρχηγός, στραφείς προς τον ιππότην, είπεν·
— Ετοίμασε τους ανθρώπους σου. Ιππεύσατε και υπάγετε με τον καλόν τούτον άνθρωπον, όπου σας οδηγήση.
— Ορισμός σας, αρχηγέ, απήντησεν ευπειθώς ο ιππότης.
Και στραφείς απήλθεν, ακολουθούμενος υπό του βοσκού.
Τρεις ημέραι παρήλθον. Κατειχόμην υπό μεγίστης ανυπομονησίας, όπως μάθω το αποτέλεσμα της εκστρατείας ταύτης. Περί δε των αιτίων ουδέν κατώρθωσα να ανακαλύψω, αγνοώ δε και μέχρι της στιγμής ταύτης, διατί οι ιππόται διεφέροντο υπέρ της συλλήψεως του αγνώστου εκείνου, του φέροντος την τρυφεράν κόρην εις τους βραχίονας. Κατά τον χρόνον τούτον ο Μαλλεόρβης εισήρχετο, εξήρχετο, έμενε σύννους και σιγών.
Την τετάρτην ημέραν είς των ιπποτών ήλθε και μοι έφερε την μικράν κόρην, πάσχουσαν δεινώς, όπως την περιθάλψω. Ότε την είδον, δεν ηδυνήθην να κρατηθώ και είπον απροσέκτως·
— Και πού είνε ο άνθρωπος, όστις την είχε μαζή του; Τον συνελάβετε και αυτόν;
Ήτο η πρώτη φορά, καθ' ην είς των ιπποτών ηναγκάσθη να ρίψη επ' εμέ άγριον βλέμμα. Μ' έκαμε δε να μετανοήσω και εδάγκασα σφοδρώς τα χείλη μου. Ουδεμίαν άλλην απάντησιν μοι έδωκεν. Ελυπήθην διότι μετά πολυετή άσκησιν δεν είχον μάθει ακόμη εντελώς την τέχνην της σιωπής, και εξηλεγχόμην όλως αδόκιμος, ως παιδίον.
Εν τούτοις, όπως εξαγοράσω το αμάρτημα τούτο, ήρχισα να σε νοσηλεύω μετά ζήλου, κόρη μου. Όσα μέσα είχον, τα έθεσα εις ενέργειαν και μετήλθον πάσαν επιμέλειαν. Είνε ευτύχημα ότι σε βλέπω την στιγμήν ταύτην ηλικιωθείσαν και ακμαίαν νεανίδα. Σεμνύνομαι διά το έργον μου. Η χαρά μου μετέχει, αν δύναμαι άνευ βλασφημίας να είπω τούτο, της χαράς του Θεού, όστις αγάλλεται βλέπων πάντα αυτού τα κτίσματα εν αρμονία, ή μετέχει τουλάχιστον της χαράς της μητρός, ήτις αναπολούσα τους πόνους, ους υπέστη, αισθάνεται την φιλοστοργίαν της αυξανομένην. Καγώ δύναμαι να είπω ότι σε ανεγέννησα εκ της νόσου, όπως η μήτηρ σου σ' εγέννησεν εκ του μη όντος, ή εξ ελαχίστου ωού, όπερ μικρόν διαφέρει του μηδενός. Αλλ' εύρον φευ! πολλάς φιλοφρονήσεις υπό την γλώσσαν μου σήμερον. Εις τι χρησιμεύουσι ταύτα πάντα; Από αμνημονεύτων χρόνων η κολακεία υπεδύθη το πρόσωπον της φιλίας, αύτη δε εξ ανάγκης παριστά βωβόν πρόσωπον εις το δράμα του βίου. Ο φίλος αναγκάζεται να σιωπά, μη δυνάμενος ν' αμιλλάται προς τον κόλακα κατά την εύροιαν του λόγου, καθώς ενώπιον της κακίας ταπεινοί το βλέμμα η δυστυχής αρετή, και ερύθημα φλέγει τας παρειάς της, όταν αναλογίζηται ότι είχε σχηματίσει ίσως εσφαλμένην ιδέαν περί εαυτής. Διότι η αντίζηλος αυτής ματαιοί πάντας τους υπολογισμούς της. Αλλ' όμως ας επανέλθω εις το προκείμενον.
Μετά τρεις μήνας, μόλις είχες αναρρώσει και σ' εχώρισαν απ' εμού. Η διαταγή του αρχηγού ήτο ανέκκλητος και ουδέν ετόλμουν να είπω. Αλλ' αδύνατον να εκφράσω πόσον ελυπήθην διά το σκληρόν τούτο μέτρον. Δεν ηδυνάμην να μάθω πού σε μετέφεραν. Γνωρίζεις μέχρι πόσου υπόκειται ο άνθρωπος εις την συνήθειαν. Γνωρίζεις δε πόσον ανθρώπινον το στέλεχος, καταδικασθέν βιαίως εις το να μένη αμέτοχον πάσης παρηγόρου στοργής, παντός αισθήματος όπερ ο Θεός διά της αθανάτου πνοής του ενεφύσησεν εις την καρδίαν, γνωρίζεις πόσον ρέπει υπέρ παν άλλο πλάσμα εις την ανάγκην ταύτην του βίου; Πάσαν σημαντικήν κάκωσιν δύναται η φύσις να υπομείνη, την πείναν, το ψύχος, την οδύνην και την ένδειαν. Αλλ' η ένδεια της καρδίας, ω, αύτη μαραίνει το σώμα και την ψυχήν. Επί της γης δεν δύναται να υπάρξη τιμωρία σκληροτέρα της αστοργίας και του μονήρους βίου. Καγώ προσεκολλήθην τότε εις την ύπαρξίν σου, τέκνον μου. Ήσο τόσον μικρόν, τόσον τρυφερόν και συμπαθές πλάσμα, ώστε δεν ηδυνάμην να μη αισθανθώ ηδονήν εκ της προς σε επαφής. Οίμοι! Και τούτο παρήλθεν ως όνειρον. Σήμερον δεν έχω πλέον δύναμιν να αισθανθώ ό,τι ησθανόμην τότε. Ήδη ο κορμός εξηράνθη, αι ρίζαι εκόπησαν. Ουδέν δύναται να με συνδέση πλέον προς τα εγκόσμια αισθήματα. Όσα σοι είπον αρτίως, είνε αναμνήσεις. Εκπλήττομαι πώς είχον τότε δύναμιν να αισθάνωμαι τόσον βαθέως, ενώ σήμερον ουδ' εξ επιπολής μ' επιψαύουσι πλέον τοιαύται αυτόματοι ορμαί.
Είπον ότι μας απεχώρισαν. Αλλά πριν μας αποχωρίσωσι είχε συμβή τι, όπερ μοι επροξένησε πολλήν εντύπωσιν. Ήτο η τετάρτη ώρα της νυκτός. Είχες αποκοιμηθή. Διετέλεις ήδη εν αναρρώσει. Εγώ είχον κλείσει την θύραν και ετοιμαζόμην να κατακλιθώ πλησίον σου. Αίφνης ακούω ότι έκρουον έξωθεν την θύραν σιγανώς. Ηπόρησα. Οι ιππόται δεν ήρχοντο την νύκτα εις το νοσοκομείον, και ουδείς άλλος πλην αυτών επλησίαζεν εις τα τείχη, φρουρούμενα άλλως έξωθεν υπό στρατιωτών. Τις ήτο ο κρούων την θύραν; Επλησίασα ακροποδητί και ηκροάσθην. Δυνατόν να ηπατώμην. Ο κτύπος ήτο ασθενής και άτολμος, και ήλεγχε τους δισταγμούς του κρούοντος. Εν τούτοις μετά τινας στιγμάς επανελήφθη.
— Ποίος είνε; έκραξα.
— Άνοιξε, απήντησεν έξωθεν.
Εδίστασα. Κατ' αρχάς έκρινα συμφορώτερον να μην υπακούσω. Είτα μεταμεληθείσα εφρόντισα να κλείσω τα δύο θυρόφυλλα του θαλάμου, εν ώ εκοιμάσο, κόρη μου, μη θέλουσα να σε ίδη, όστις και αν ήτο, και ήνοιξα την έξω θύραν του προθαλάμου. Εισήλθεν άνθρωπος τις άγνωστος. Εξεπλάγην διά την ωχρότητα της μορφής του. Εφόρει δε αλλόκοτα ενδύματα. Εν τούτοις δεν εφοβήθην. Ησθανόμην ότι ήμην εν τω οίκω μου, και η αόριστος παρουσία του φύλακος Αγγέλου μ' επροστάτευε.
— Ποίος είσαι; είπον προς τον άγνωστον.
— Ξένος, απήντησεν ούτος.
— Τι θέλεις;
— Θέλω να σ' ερωτήσω κάτι.
— Και πώς ευρέθης εδώ;
Ο άγνωστος δεν απήντησε.
— Σ' ερωτώ πώς ευρέθης εδώ, επανέλαβον οργίλως. Και διά ποίας θύρας εισήλθες;
— Μη με ερωτάς, απήντησε θρασύς ο άγνωστος. Δεν ήλθον διά να μ' ερωτήσης, ήλθον διά να σ' ερωτήσω.
Ενόμισα ότι ήτο παράφρων, και δεν επέμεινα. Και όμως ευλόγως ηδύνατο να παραξενευθή τις, διότι αι θύραι του οικήματος ήσαν κλεισταί, η δε κυρία πύλη εφυλάττετο, ως σοι είπον ήδη.
— Τι θέλεις να μ' ερωτήσης; είπον.
— Σου έφεραν εδώ μίαν μικράν κόρην; είπεν ο άγνωστος.
Εδίστασα πάλιν. Ηγνόουν αν έπραττον καλλίτερον να είπω την αλήθειαν ή να ψευσθώ μάλλον. Τέλος απεφάσισα το δεύτερον.
— Δεν είδα καμμίαν μικράν κόρην, απήντησα.
Ο άγνωστος έδειξε διά του βλέμματος ότι δεν μ' επίστευε.
— Και πού είνε τώρα αυτή; είπε· πού την έχεις;
— Ποίαν;
— Η μικρή κόρη, οπού σου έφεραν.
Εξεπλάγην διά την επιμονήν του ανθρώπου. Ενώ εγώ τω έλεγον ότι δεν μοι έφεραν καμμίαν μικράν κόρην, αυτός πάλιν εξηκολούθει να μ' ερωτά πού την είχα θέσει.
— Σου λέγω δεν έχω καμμίαν μικράν, επανέλαβον εντόνως.
— Ζη αυτή ή απέθανεν; είπεν ο άγνωστος.
— Δεν ειξεύρω.
— Είνε ασθενής, καθώς έμαθα;
— Τι μου λέγεις εκεί;
— Και τι κάμνει τώρα; κοιμάται;
— Δεν είδα καμμίαν μικράν, σοι λέγω.
Ή ώφειλον να τον εκλάβω ως παράφρονα, ή έμελλον εγώ να παραφρονήσω. Τόσον αλλόκοτος μοι εφαίνετο η ισχυρογνωμοσύνη του.
— Μήπως είν' εκεί; ηρώτησε, δείξας μοι τα θυρόφυλλα του κοιτώνος σου, δι' ων εφαίνετο φως.
— Μη ονειρεύεσαι; Δεν είνε κανείς, σου είπα.
Εκ της αλλοκότου θρασύτητος του αγνώστου είχον εξαφθή εις το έπακρον. Ο άνθρωπος ούτος υπήρξεν ο μόνος όστις μοι απέδειξεν ότι το ψεύδος στομούται ενίοτε και καθίσταται ανίσχυρον όπλον. Μέχρι του καιρού εκείνου είχον καλλιτέραν ιδέαν περί της χρηστότητος του μέσου τούτου.
— Εκεί είνε; επανέλαβεν ο άγνωστος.
Και τούτο λέγων, ώρμησε διά ν' ανοίξη την θύραν, ην μοι εδείκνυε, την θύραν του θαλάμου, εν ώ ευρίσκεσο, κόρη μου. Ησθάνθην την κεφαλήν μου ιλιγγιώσαν εκ της απιστεύτου αυθαδείας του ξένου. Ώρμησα κατόπιν αυτού, και τον συνέλαβον από της χειρίδος.
— Πού πας; ανέκραξα. Πίσω! Μην ετρελλάθης χριστιανέ!
— Κοιμάται ή έξυπνη είνε; μοι απήντησεν απαθώς.
— Πού είσαι; Εδώ είνε μέρος ιερόν, είνε άσυλον!
— Μην κάμνης θόρυβον, μη την εξυπνήσης, μοι είπεν ησύχως.
Δεν ηδυνήθην να τον εμποδίσω και ήνοιξεν ήδη την θύραν.
— Ιδού αυτή, κοιμάται, είπε.
— Δεν είνε αυτή που ζητείς, είπον εγώ απηλπισμένη.
— Μη την εξυπνήσης, είπεν αύθις ο ξένος.
Και πατών επ' άκρων των ποδών επλησίασεν εις την κλίνην σου.
— Δυστυχής κόρη, εψιθύρισεν, ως είδε το πρόσωπόν σου. Εκοιμάσο ύπνον ήσυχον και η αναπνοή σου δεν ηκούετο.
Ομοίαζες με αρνίον αναπαυόμενον, μικρά μου κόρη. Ο ξένος σ' εθεώρησεν επί πολλήν ώραν. Εγώ διετέλουν εν αμηχανία και δεν είξευρον πλέον τι να πράξω. Είχον μετανοήσει πικρώς, διότι ήνοιξα την θύραν του προθαλάμου εις τον ξένον. Τώρα δε μοι επήλθεν επί μίαν στιγμήν η ιδέα να καλέσω εις βοήθειαν και να εκδιώξω διά της βίας τον άνθρωπον τούτον. Ομολογώ ότι η έμπνευσις αύτη ήτο του πείσματος, όπερ μ' εκυρίευσεν, ηττηθείσαν υπό του ξένου, διότι άλλως δεν εφαίνετο ούτος έχων κακούς σκοπούς. Εν τούτοις δεν ενέδωκα εις την ορμήν ταύτην του πάθους, και υπέμεινα.
— Είνε πολλαί ημέραι, αφότου είνε εις τας χείρας σου αυτή η μικρά; με ηρώτησεν ο άγνωστος.
Τότε ευρέθην εις νέαν αδημονίαν. Δεν είξευρον αν έπρεπε να μεταβάλω τακτικήν και ναπαντήσω μετ' ευθύτητος ή να εξακολουθήσω την πολεμικήν τέχνην του ψεύδους μετερχομένη και νυν ότε αύτη κατέστη ήδη όλως περιττή και ανωφελής. Επροτίμησα να μη απαντήσω το παράπαν εις την ερώτησιν του αγνώστου, και τούτο εύρον κάλλιστον μέσον προς εκδίκησιν. Αλλ' εκείνος εν ανάγκη είξευρε ν' απαντά και μόνος εις τας ιδίας αυτού ερωτήσεις, και τούτο πάλιν ήτο άλλη τέχνη, ης ουδέ την ύπαρξιν τέως υπώπτευον. Ιδών λοιπόν ότι δεν απήντων είπε·
— Πολλαί ημέραι είνε, διότι αυτή η μικρά φαίνεται να ήτον βαρειά άρρωστη, και τώρα είνε εις ανάρρωσιν.
Εγώ ουδέν είπον. Αλλ' ο ξένος μοι απηύθυνε και δευτέρα ερώτησιν·
— Εκείνοι που σου παρέδωκαν αυτήν την μικράν, ποίας συστάσεις σου έκαμαν; Ποίας παραγγελίας σοι άφησαν περί αυτής;
Δεν απήντησα. Αλλ' ο ξένος επανέλαβε μετ' ολίγον·
— Σπουδαίας συστάσεις σοι έκαμαν περί αυτής, διότι εκείνοι έχουν σκοπούς. Συ όμως δεν τους ειξεύρεις.
Εκ της τελευταίας φράσεως εκινήθη άκρως η περιέργειά μου. Η φράσις αύτη ένυξε πάσας τας απορίας μου, ανεκάλεσε πάσας τας υπονοίας, ας είχον συλλάβει από πολλών ημερών. Παραχρήμα η εκφρασις του προσώπου μου μετεβλήθη, και λαβούσα σκίμποδα έθηκα αυτόν παρά τον τοίχον και παρεκάλεσα τον ξένον να καθίση. Εκείνος υπήκουσε.
— Λοιπόν έχουν σκοπούς; είπον χωρίς να κρατηθώ· έχουν σκοπούς, είπες; Και τι σκοπούς έχουν δι' αυτήν την μικράν, παρακαλώ;
Ο άγνωστος εμειδίασε.
— Μήπως ξεύρω κ' εγώ; είπε.
— Δεν ειξεύρεις λοιπόν; Και όμως φαίνεσαι εν γνώσει των πραγμάτων.
Τότε εφάνη ότι έκαμεν απόφασίν τινα. Η μορφή του έδειξε συγκίνησιν. Εστέναξε και μοι είπε·
— Δύναμαι να εύρω συνδρομήν εκ μέρους σου, ω γύναι;
— Εξ όλης της ψυχής μου υπόσχομαι να σε συνδράμω, απήντησα εγώ. Αρκεί να είνε νόμιμος ο σκοπός σου.
— Αλλοίμονον, είπεν ο άγνωστος, και μήπως είνε εύκολον να κρίνη τις τι είνε νόμιμον και τι δεν είνε εις τας ημέρας μας; Το μόνον υπέρ ου εγγυώμαι είνε, ότι η υπόθεσις αύτη δεν είνε ιδιοτελής· δεν είνε, επανέλαβεν ενθέρμως.
— Κ' εγώ ησθάνθην συμπάθειαν διά την μικράν αυτήν, είπον. Αλλά σοι ομολογώ ότι η περιέργειά μου είνε μεγαλειτέρα και της συμπαθείας μου.
— Γυναίκες! γυναίκες! είπεν εκείνος· τω όντι διά τα μικρά πράγματα φροντίζετε πάντοτε μέχρι πάθους.
Εγώ δεν απήντησα. Ο ξένος μοι είπε μετά μικράν παύσιν·
— Μοι ορκίζεσαι ότι δεν θα εξέλθη εξ ακριτομυθίας λόγος εκ του στόματός σου, αν σοι είπω τι;
— Σοι ορκίζομαι, απήντησα προθύμως, τείνουσα την χείρα.
— Άκουσε λοιπόν. Άμποτε όσα μέλλω να σοι είπω να αποβώσι προς ευτυχίαν της μικράς ταύτης κόρης.
— Άμποτε, επανέλαβον.
Ο ξένος διετέθη κάλλιον επί του εδωλίου, εφ' ου εκάθητο. Εγώ δε προσήγγισα το εμόν όπως εγγύτερον ακούω, και ήρχισε να μοι λέγη ταύτα.
Η Αϊμά, ως να έπραττε καθ' υπαγόρευσιν της Σιξτίνης, έκαμε αυτά. Ήλθεν εγγύτερον προς αυτήν και ήκουε μετ' εντεταμένης προσοχής.
— Διά τον αυτόν λόγον, μοι είπεν ο ξένος (ήρχισεν η Σιξτίνα), δι' ον εγώ ήθελον να σώσω ή και να &απολέσω& την κόρην ταύτην, διά τον αυτόν οι ιππόται (την λέξιν ταύτην απήγγειλε μετ' αλλοκότου πικρίας) ηθέλησαν να την αποκτήσωσιν. Η παιδίσκη αύτη δεν δύναμαι να σοι είπω πόθεν κατάγεται, ουδέ πώς ήλθεν εις την θέσιν, εν η ευρίσκεται σήμερον. Τόσον μόνον μάθε, ότι ευθύς ως εγεννήθη, έδωκαν περί αυτής χρησμόν &οι θεοί&…..
Ενταύθα του λόγου είχε φθάσει η αδελφή Σιξτίνα και αίφνης ηκούσθη έξωθεν της θύρας του υπερώου φωνή καλούσα αυτήν ονομαστί·
— Σιξτίνα! Σιξτίνα!
Η μοναχή διέκοψεν αποτόμως την σειράν της διηγήσεώς της και ηγέρθη.
— Ποίος να είνε; είπεν έμφοβος.
Η νέα κόρη επτοήθη και αυτή, και συνεστάλη άκουσα παρά την γωνίαν της. Αι ώραι είχον παρέλθει, ήτο ήδη μεσονύκτιον. Η φωνή εκείνη εξεκάλεσεν αποτόμως τας δύο γυναίκας εκ του φανταστού κόσμου, εν ώ έπλεον, και επανήγαγεν αυτάς εις τον πραγματικόν κόσμον.
— Σιξτίνα! επανέλαβεν η φωνή.
— Ω Θεέ μου! είνε η ηγουμένη, είπεν η Σιξτίνα, αναγνωρίσασα την φωνήν εκείνην. Τι να με θέλη;
— Ανοίξατε την θύραν, επανέλαβεν η φωνή.
Η αδελφή Σιξτίνα ουδ' εφαντάσθη να παραβή την διαταγήν ταύτην. Κατ' αρχάς εσκέφθη να κρυβή υπό την κλίνην της Αϊμάς, αλλ' είτα ενόησεν ότι τούτο θα ήτο ανωφελές διότι, αφού η ηγουμένη είχεν υποψίας, ευκόλως έμελλε να την ανακαλύψη, και τούτο θα ήτο το χείριστον. Όθεν έσπευσεν ανδρείως εις την θύραν και ήνοιξεν.
Εισήλθεν η ηγουμένη. Ήτο γυνή πεντηκοντούτις, υψηλή, λευκή και κάτωχρος. Είχεν ήθος σοβαρόν και ψυχρότατον· η παρουσία της μόνη προυξένει παγετόν εν καιρώ φθινοπώρου.
— Τι θέλεις εδώ; είπε προς την Σιξτίναν ευθύς ως εισήλθεν.
— Ήλθα να υπηρετήσω την ξένην, απήντησε τρέμουσα η μοναχή.
— Τέτοια ώρα; Μεσάνυκτα;
— Είνε μεσάνυκτα; είπεν αυτομάτως η Σιξτίνα, αγνοούσα πράγματι τι ώρα ήτο.
— Λοιπόν τέτοια ώρα κάμνεις τας επισκέψεις σου; επανέλαβεν αγερώχως η ηγουμένη.
— Ήλθα ενωρίς, είπεν αναλαβούσα εν τω μεταξύ η Σιξτίνα, και επειδή την ελυπήθην, έμεινα να της κάμω συντροφιάν. Δεν είξευρα όμως αν είχε περάσει τόσον η ώρα.
— Άλλοτε να προσέχης εις τας ώρας, αδελφή Σιξτίνα, είπε ξηρώς η ηγουμένη. Αι ώραι του βίου περνούν τόσον γρήγορα, όσον και αι ώραι του ημερονυκτίου, και μία μοναχή, ήτις δεν τας μετρεί, θα ειπή δει είνε αμελής εις τα χρέη της.
Η Σιξτίνα υπεκλίθη και ανάψασα το δέλετρον ητοιμάσθη ναποχωρήση. Η ηγουμένη τη έδωκε το κλειδίον του ναού ειπούσα αυτή·
— Πάρε το κλειδί, και ύπαγε νανοίξης. Είνε η ώρα του όρθρου. Θα περάσης από το κελλί της αδελφής Φεβρωνίας. Εξύπνισέ την διά να σημάνη τους κώδωνας.
Η αδελφή Σιξτίνα εξήλθε σιωπηλή. Μείνασα η ηγουμένη μετά της Αϊμάς τη είπε·
— Τι σου έλεγε, κόρη μου, η Σιξτίνα;
— Τίποτε, απήντησεν αδημονούσα η Αϊμά.
— Πώς τίποτε, ενώ ωμιλούσατε τόσαις ώραις μαζή;
— Ελέγαμεν το ένα, το άλλο, είπεν η Αϊμά, διά να περάση η ώρα.
— Είσαι φιλαλήθης; είπεν αποτόμως η ηγουμένη.
Η Αϊμά κατένευσε.
— Λοιπόν είνε αδύνατον να με απατήσης. Δεν ειμπορούσε η Σιξτίνα να παραβή απλώς και ως έτυχε τους κανόνας, και να μείνη τόσας ώρας μαζή σου. Η εντολή της ήτο να σου φέρη την τροφήν σου και να φύγη.
Η Αϊμά δεν απήντησε.
— Διά να μείνη λοιπόν τεσσάρας ώρας κατά συνέχειαν μετά σου, παρέβη τα χρέη της, και διά να τα παραβή, θα ειπή ότι είχε λόγους. Τους λόγους λοιπόν τούτους επιθυμώ κ' εγώ να μάθω.
Η Αϊμά παρετήρει έκπληκτος.
— Ειξεύρεις έν πράγμα; επανέλαβεν η ηγουμένη. Και συ υπόκεισαι σήμερον εις τους κανόνας του μοναστηρίου, καθώς εκείνη. Ενόσω μένεις εδώ, κανείς νόμος ούτε θείος ούτε ανθρώπινος δεν δύναται να σε εξαιρέση εκ της εδικής μου εξουσίας. Δύναμαι να σε τιμωρήσω, αν θέλω. Θα υπακούσης ως καλή κόρη, να μοι είπης αυτό οπού σ' ερωτώ;
Η ατυχής Αϊμά περιήλθεν εις αμηχανίαν και ηγνόει τι ώφειλε να πράξη. Αι τοσαύται αντιφατικαί απαιτήσεις επροξένουν αύτη ίλιγγον. Ένθεν μεν η Βεάτη διά της οπής του κλείθρου είχε παραγγείλει αύτη αφ' εσπέρας να φυλαχθή από της Σιξτίνης και να μη εμπιστευθή τι εις αυτήν. Είτα δε ήλθεν η Σιξτίνα, ης αι προτάσεις και αι αναμνήσεις ήσαν λίαν δελεαστικαί, ώστε υπεράνθρωπον κατόρθωμα θα ήτο διά την άπειρον νέαν να ενθυμηθή τας συστάσεις εκείνας και να μη ενδώση εις τας υπό της Σιξτίνας διδομένας αυτή νύξεις. Τέλος ήρχετο η μήτηρ Πια, η ηγουμένη, ήτις εζήτει να ματαιώση πάσαν εντύπωσιν εκ της δευτέρας προερχομένην και ν' ανατρέψη πάντα υπολογισμόν της πτωχής κόρης.
Η μήτηρ Πία έν μόνον είχεν ελάττωμα, ότι είχε τελείαν την εξωτερικήν επίφανσιν της αρετής. Αν έμενον χάσματα εις τον ομοιόμορφον κίτρινον χιτώνα, ον εφόρει από της κορυφής μέχρι των ονύχων, θα ήτο αστειότατον θέαμα. Δεν εννοούμεν δε να υπήρχον τα χάσματα ταύτα φύσει, αλλά θέσει, επί της εσθήτος της μητρός Πίας. Την μεν γλαφυρότητα των μελών του γυναικείου σώματος απηθανάτισεν ήδη η πλαστική και εξυμνεί καθ' ημέραν η ποίησις, αν επιδημή εισέτι αύτη και δεν απήλθεν εις απροσίτους και αιθερίους χώρας, η δε δύστηνος λογογραφία μόλις τολμά να έρπη περί τα κράσπεδα της ποδήρους εσθήτος. Δυστυχώς ο κίτρινος χιτών ήτο ακέραιος, συνεχής και άνευ πτυχών σχεδόν, ώστε ουδέν ηδύνατό τις να διίδη εκ του παραδόξου τούτου φαινομένου. Έβλεπε μόνον έν όλον μονότονον και απερίγραπτον, τα δε μέρη διέφευγον και το προσεκτικώτατον εταστικόν βλέμμα. Η μήτηρ Πία ωμοίαζεν ουχί απροσφυώς με αγριόν τι άνθος, ου το όνομα εκφεύγει την μνήμην ημών, άνθος λευκόν, άοσμον και άμορφον. Το όλον του σώματός της είχε σχήμα κώδωνος. Δεν είχε λαιμόν, δεν είχεν οσφύν, δεν είχε πύελον. Τα κάτω μόνον του σώματός της ήσαν πλατύτερα των άνω, αλλ' αγνοείται αν τούτο ήτο του σώματος ή του ενδύματος ίδιον. Διά να την περιλάβη τις με το βλέμμα, ηναγκάζετο να χαράξη εις το κενόν καμπύλα γεωμετρικά σχήματα, και πάλιν θα ευρίσκετο εις αμηχανίαν αν ακριβώς επετύγχανε της αντιλήψεως.
Η μήτηρ Πία είχεν ενδυθή το μοναχικόν σχήμα κατ' εκλογήν και ησθάνετο εν εαυτή την προς τούτο κλήσιν. Κατώρθωσε δε να γείνη ηγουμένη από πολλών ετών. Ηδύνατο ουχί αφυώς να γείνη και προμνήστρια, αν αι περιστάσεις ετύγχανον ευνοϊκαί, αλλ' εις τα πρώτα βήματα είχε ναυαγήσει. Εμίσει φοβερώς τους άνδρας, και δεν ηδύνατο να υποφέρη την παρουσίαν μύστακος. Μόλις ηνείχετο τας αγενείους γνάθους, αλλ' υπό τον όρον του να μη είνε αύται λίαν ευτραφείς. Από δέκα ετών και επέκεινα μόνον κατ' όναρ έβλεπε μύστακας στρημμένους, καθ' ύπαρ δε ουδέν άλλο ή τους βαθυπώγωνας αγίους της Ανατολικής Εκκλησίας, τους εζωγραφημένους επί των τοίχων ένδον των ναών. Τη είχε δ' επέλθει προς στιγμήν η ιδέα να καλέση κουρέα, όπως καλλωπίση τους αγριωπούς τούτους μοναχούς τους εγκεκολημμένους επί των λίθων και επί της κονίας, αλλ' ύστερον μετεμελήθη ιδούσα το δύσκολον της εκτελέσεως του αλλοκότου τούτου σχεδίου. Ήτο δε η πρώτη φορά καθ' ην παρητήθη, διότι συνήθως επέμενε μέχρι τέλους εις τας ιδέας της, και η ισχυρογνωμοσύνη ήτο η κυριωτάτη αυτής αρετή. Το δεσποτικόν δε του χαρακτήρος αυτής εξεφαίνετο τοσούτον προχείρως επί του προσώπου της, ώστε εκ πρώτης όψεως ενέπνεε δυσάρεστον αίσθημα η παρουσία αυτής.
Η Αϊμά ησθάνετο ως κρίκον τινά πιέζοντα τα στήθη της επί τη παρουσία της γυναικός ταύτης. Ήτο δε η δευτέρα φορά καθ' ην την έβλεπε. Κατ' αρχάς η νέα υπετάχθη και ήτο έτοιμος να ενδώση εις πάσαν απαίτησιν, αλλ' είτα δι' αντιδράσεως εξηγέρθη εν αυτή το αίσθημα της αμύνης, και ανέλαβεν ισχύν οίαν δεν είχε συνήθως.
Η ηγουμένη επέμενεν, ως είπομεν, να μάθη ποίον ήτο το θέμα της συνομιλίας της με την Σιξτίναν. Αλλά χωρίς να προσδοκά τούτο, εύρε την νέαν αναλαβούσαν αρρενωπόν τι ενώπιον αυτής. Εις την απαίτησιν της μοναχής αντιπροέβαλεν η Αϊμά άλλην απαίτησιν:
— Θα μοι είπης λοιπόν, κόρη μου; επανέλαβε μειλιχίως η ηγουμένη.
— Θα μοι είπητε, μήτερ μου, απήντησεν αίφνης η Αϊμά, διατί με κρατείτε κλεισμένην εις το κελλίον τούτο;
Η ηγουμένη, αν και ώφειλε να περιμένη τοιαύτην ερώτησιν, ουχ ήττον εθορυβήθη. Αλλ' η αμηχανία της στιγμάς μόνον ολίγας διήρκεσεν. Είτα αναλαβούσα είπεν·
— Αλλά δεν ειξεύρεις λοιπόν, κόρη μου; Δεν ειξεύρεις διατί σ' εφέραμεν εδώ;
— Πώς να το ειξεύρω; είπεν η Αϊμά.
— Είνε η γνώμη του κραταιοτάτου αυθέντου μας, του Δεσπότου του Μωρέως, ως και των ευγενεστάτων ιπποτών, είπε μετ' αξιωματικού ήθους η ηγουμένη, ως να ανεγίνωσκε διάταγμά τι, να μην είνε κανείς αβάπτιστος εις όλην την Πελοπόννησον. Διά τους άνδρας ωρίσθησαν οι ενοριακοί ναοί, διά τας γυναίκας τα γυναικεία μοναστήρια, ως τόπος όπου θα τελεσθή το ιερόν μυστήριον του Βαπτίσματος. Και διά τούτο σ' έφεραν εδώ, διά να κατηχηθής και να βαπτισθής, κόρη μου. Βλέπεις ότι φροντίζουν διά την σωτηρίαν της ψυχής σου, πλειότερον παρά σε την ιδίαν.
— Και θα μείνω πολύν καιρόν εδώ; ηρώτησεν η Αϊμά.
— Όσον καιρόν διαρκέση η κατήχησις. Τούτο εξαρτάται από σε την ιδίαν. Ει μεν φανής πρόθυμος και γη αγαθή να δεχθής τον λόγον της αληθείας, ταχέως θα εξέλθης από εδώ. Ει δε και φανής σκληροτράχηλος, καθώς οι Εβραίοι εις την έρημον, τότε η κατήχησίς σου θα διαρκέση πολύν καιρόν και η εδώ διαμονή του άλλον τόσον.
— Αλλά δεν μοι είπες την αλήθειαν, μήτερ μου, απήντησεν η Αϊμά.
Η ηγουμένη έκαμε το σημείον του Σταυρού.
— Πώς το λέγεις αυτό; είπε.
— Εμέ δεν με ηρώτησε κανείς αν είμαι ή δεν είμαι βαπτισμένη, και κανείς δεν ειξεύρει ότι είμαι αβάπτιστη.
— Και όμως όλοι σ' έχουν δι' αβάπτιστην.
— Απατώνται, είπεν εν πεποιθήσει η Αϊμά.
— Τότε θα έχης πιστοποιητικόν της βαπτίσεώς σου. Αν είν' έτσι, δείξέ το και απαλάττεσαι.
— Δεν ειξεύρω εγώ πιστοποιητικόν, είπεν η Αϊμά. Αλλ' είμαι βαπτισμένη.
— Πώς θα μας πείσης;
— Ειμπορώ να πείσω τους ομοθρήσκους μου, όχι σας, είπε τολμηρώς η Αϊμά.
— Πώς είπες; εψιθύρισεν η ηγουμένη, εκπλαγείσα, πόθεν εγίνωσκεν η νέα να κάμνη τοιαύτην διάκρισιν.
— Δεν ανήκομεν εις την ιδίαν θρησκείαν, επανέλαβεν η Αϊμά. Και σας λέγω κ' εγώ, ότι δεν ειξεύρω αν είσθε βαπτισμένοι ή αβάπτιστοι.
— Σιώπα, αυθάδης! έκραξεν αγανακτούσα η ηγουμένη.
— Μη σας κακοφαίνεται διόλου. Καθένας έχει την θρησκείαν του.
Η ηγουμένη έδακνε τα χείλη, και δεν είχε πλέον τι να είπη.
— Ώστε βλέπετε, επανέλαβεν η Αϊμά, ότι δεν μ' έφεραν εδώ διά να βαπτισθώ, καθώς σας έλεγα.
Η ηγουμένη δεν απήντησε.
— Διότι κανείς δεν βαπτίζεται δυο φοράς, εκτός εκείνων οπού αλλάζουν την θρησκείαν των. Και επειδή η εδική μου είνε η καλλιτέρα, δεν θέλω να την αλλάξω. Εάν θέλουν να με βιάσουν να αλλαξοπιστήσω, ας ειξεύρουν ότι αυτή η χάρις δεν τους γίνεται, και ειμπορούν να με αφήσουν ελευθέραν να φύγω απ' εδώ. Αν πάλιν μ' έφεραν δι' άλλον σκοπόν, ας μοι το ειπούν, διότι πολύ στενοχωρούμαι, μήτερ μου, να μένω κλεισμένη εδώ μέσα.
Η ηγουμένη εβίασεν εαυτήν εν τω μεταξύ, και πραϋνθείσα είπεν·
— Υπομονή, θα μάθω αύριον και θα σοι είπω τι τρέχει. Λέγεις λοιπόν ότι είσαι βαπτισμένη;
— Ναι.
— Θα τους το είπω.
— Εις ποίους;
— Εις αυτούς οι όποιοι διέταξαν να έλθης εις το μοναστήριον.
— Καλώς.
— Και όταν άπαξ μάθουν τούτο, θα τους ερωτήσω περί σου.
— Ναι, μήτερ μου.
— Και θα σοι ανακοινώσω ό,τι μάθω.
— Ευχαριστώ.
Η ηγουμένη είχεν εκτελέσει την υποχώρησιν ταύτην σκοπίμως, και μετ' αυτήν επανήλθεν εις την προτέραν απαίτησίν της.
— Αλλ' όμως ελησμονήσαμεν την ομιλίαν μας την πρώτην, είπε.
— Ποίαν ομιλίαν;
— Διά την Σιξτίναν.
Η Αϊμά εσίγησε.
— Δεν μοι είπες τι σοι έλεγεν η Σιξτίνα, επανέλαβεν η ηγουμένη.
— Δεν μοι έλεγε τίποτε, εψέλλισεν η Αϊμά.
— Πρέπει να είσαι δικαία. Με ηρώτησες, σοι είπα όσα είξευρα. Εάν δεν σ' ευχαρίστησαν εντελώς, δεν πταίω εγώ. Τώρα είνε η σειρά μου να σ' ερωτήσω, και επανέρχομαι εις την ερώτησίν μου.
— Μοι έλεγε διάφορα, μοι διηγείτο ιστορίας, είπεν η Αϊμά. Τώρα εννοώ τον σκοπόν της.
— Ποίον σκοπόν της;
— Αυτό οπού μου έκαμνεν, ήτον κατήχησις, καθώς ελέγετε πρωτήτερα. Μοι διηγείτο συναξάρια και βίους των Αγίων.
Η μήτηρ Πία δεν επείσθη. Είπε καθ' εαυτήν ότι η κόρη αύτη ήτο πονηροτέρα ή όσον εφαίνετο. Εν τούτοις προσεποιήθη ότι επίστευσεν εις τους λόγους της. Διενοήθη δε ότι μάλλον έπρεπε να πιέση την Σιξτίναν όπως μάθη ό,τι επεθύμει. Αποχαιρετίσασα δε την Αϊμάν απήλθεν εις τον όρθρον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.
Τα έργα της νυκτός.
Την στιγμήν καθ' ην ανεγινώσκετο ο Άμωμος εν τω ναώ, σκηνή τις αξία περιγραφής συνέβαινεν εκτός των τειχών του μοναστηρίου. Άνθρωπός τις ελθών, ως εφαίνετο, μακρόθεν, βαδίζων ακροποδητί, έρπων μάλλον εντός του σκότους, επλησίασεν εις την μεσημβρινήν πλευράν της οικοδομής, την χθαμαλωτέραν, και ηρεύνησε μεταξύ των θάμνων, ως να εζήτει να εύρη τι, όπερ είχε κρύψει εις το αυτό μέρος. Δεν εδυσκολεύθη δε να εύρη το ζητούμενον. Εφαίνετο ότι έπραττε τα πάντα μετ' ευχερείας, και βεβαίως δεν ήτο η πρώτη φορά καθ' ην εξετέλει την νυκτερινήν ταύτην κατόπτευσιν.
Εκείνο όπερ ανεύρεν ήτο σιδηρούν εργαλείον, ου το σχήμα δεν διεκρίνετο καλώς εις το σκότος. Προσέτι δύο ξύλα και μία σανίς. Λαβών αυτά επλησίασεν εις τον τοίχον. Έκυψε και ψηλαφήσας επί στιγμήν, αφήρεσεν εκ του τοίχου ένα λίθον εις ύψος μέχρι της οσφύος ανθρωπίνου αναστήματος· είτα υψώσας την χείρα αφήρεσε δύο προσέτι λίθους εις ύψος υπέρ την κεφαλήν του. Οι λίθοι ούτοι εις μεν τον αγύμναστον οφθαλμόν εφαίνοντο καλώς προσηρμοσμένοι εις τον τοίχον, αλλ' αν προσεκτικώς παρετήρει τις, ήθελεν ανακαλύψει ότι είχον αποσπασθή πρότερον δι' επιπόνου εργασίας εκ του συνόλου, και είχον τεθή εκεί προσκαίρως όπως απατώσι τον οφθαλμόν. Εσχηματίσθησαν ούτω τρεις οπαί εν τω τοίχω. Ο άνθρωπος έλαβε τα εργαλεία του, επάτησε στερρώς επί της κατωτέρας οπής και στηριχθείς επί του τοίχου εισήγαγεν εις τας δύο υψηλοτέρας οπάς τα δύο ξύλα, και έθηκεν επ' αυτών την σανίδα. Αφού δ' εστερέωσε το σύνολον, ανερριχήθη τολμηρώς και μετ' ευκινησίας εις τα άνω, και επάτησε τον πόδα επί του ούτω σχηματισθέντος ικρίου. Έπειτα σταθείς όρθιος, έλαβε το εργαλείον του, όπερ ήτο βαρεία σφύρα, και ήρχισε να κτυπά ηρέμα, βραδέως και κανονικώς τους λίθους, έχων βεβαίως σκοπόν ν' ανοίξη εις το ανώτερον μέρος και άλλην ρωγμήν, ως εκείνας ας είχεν ορύξει ήδη.
Επί μακράς ώρας εξετέλει ήδη την εργασίαν ταύτην. Εφαίνετο ακάματος. Ησθάνετο ότι ο σκοπός του ενίσχυεν αυτόν εις τον παράδοξον τούτον κόπον. Πας λίθος αφαιρούμενος εκ της οικοδομής ταύτης ήτο λίθος προστιθέμενος εις άλλην οικοδομήν, ίσως φαντασιώδη, ην ησχολείτο κατασκευάζων ο νυκτερινός ούτος εργάτης. Ότε περί το μεσονύκτιον ήκουσε κρουομένους τους βαρείς κώδωνας, τους καλούντας τας μοναχάς εις την προσευχήν, η χειρ του αυτομάτως επέσχε, και το στόμα του εψιθύρισε·
— Τόσον γρήγορα!
Από τριών ήδη ωρών ευρίσκετο εις το επίπονον τούτο έργον. Αλλ' εις τον άνθρωπον τούτον εφαίνετο βραχύς ο χρόνος ούτος, ως να μη ήτο κόπος αλλ' ηδονή εκείνο εις ό ησχολείτο.
Και έμεινεν επί τινα χρόνον διστάζων αν έπρεπε να εξακολουθήση το έργον του ή να καταβή και να απέλθη εκείθεν. Διότι οι κώδωνες τω επροξένουν φόβον. Μετά τους κώδωνας θα ηγείροντο αι μοναχαί, θα διέβαινον διά του διαδρόμου, θα συνέρρεον εις τον ναόν, και ήτο δυνατόν ν' ακούση τις αυτόν τον κρότον της σφύρας, ως επίστευεν ο άνθρωπος ούτος, ή και να προκύψη διά τινος θυρίδος να τον ίδη ασχολούμενον εις την ύποπτον εκείνην επιχείρησιν. Εκάθισεν ολίγον επί της σανίδος του, όπως αναπαυθή, και εσκέπτετο τι να κάμη. Τέλος εφάνη ως να απεφάσισε τι, και έκαμε κίνημα όμοιον με το του υπνηλού του παλαίοντος με τα όνειρά του. Ανωρθώθη δε πάλιν και επανέλαβε το έργον του.
Αλλά την στιγμήν εκείνην, καθ' ην αντήχησεν η τελευταία δόνησις του μεγάλου κώδωνος, όστις τελευταίος εκρούσθη μετά το σιδηρούν σήμαντρον και τους μικρούς κώδωνας, υλακή κυνός ηκούσθη, απαντώσα εις τον εκπνέοντα βαρύγδουπον κρότον. Ο νυκτερινός αναρριχητής εθορυβήθη πλειότερον εκ της υλακής ταύτης ή εκ του ήχου των κωδώνων. Εστράφη εξ αυτομάτου προς το μέρος όθεν ήρχετο ο γρυσμός του κυνός. Μετ' αυτόν επηκολούθησε και δευτέρα υλακή, και είτα τρίτη.
Ο ικριοπηγός, περίφοβος, ητένιζε προς το μέρος εκείνο, προσπαθών να διακρίνη πού ήτο ο κύων. Αλλ' ουδέν έβλεπε μεταξύ των θάμνων. Ήκουσε μόνον θρουν σειομένων φύλλων, και ενόμισεν ότι τούτο επροξένει το βήμα του κυνός. Ο τοιχοβάτης εσκέφθη ότι, αν κατέβαινε, θα ήτο ίσως χειρότερον, και προσεπάθει να κολλήση επί του τοίχου, όπως μη τον ίδωσιν, αν ήσαν άνθρωποι.
Αλλά την στιγμήν εκείνην ο κύων επλησίασεν, υλακτών θορυβωδώς, εις τον τοίχον. Ο άνθρωπος εκείνος εφοβήθη τότε πολύ. Ήτο πρόδηλον ότι ο κύων δεν ηλάκτει άνευ αφορμής, αλλά τον είχεν ιδεί. Συγχρόνως ηκούσθη φωνή ανθρώπου κράζουσα·
— Σιούτ, Χόμο! εδώ, Χόμο!
Ο Χόμο δεν υπήκουσεν, αλλ' εξηκολούθει να υλακτή.
— Εδώ, Χόμο! επανανέλαβεν η φωνή.
Ήτο ο Τρέκλας, όστις εκοιμάτο υπαίθριος εν μέσω των θάμνων, διότι το είδος τούτο της δροσεράς κλίνης τω ήρεσκεν, ως γνωστόν. Ούτος δεν είδεν ούτε τον τοιχωρύχον, καθ' ου ωρύετο απειλητικώς ο Χόμο, ούτε το ίκριον, όπερ είχε πήξει, ουδ' ήκουσε τον κρότον της σφύρας του· ώστε οι φόβοι τούτου ήσαν υπερβολικοί. Και όμως δεν έχασε καιρόν, αλλ' επήδησεν εκ της σανίδος, εφ' ης επάτει, και ευρέθη εις το έδαφος μετά της σφύρας του. Απέσπασε τα τρία ξύλα, έβαλε τους λίθους εις τας θέσεις των, και ητοιμάζετο να φύγη. Τούτο ήτο παράδοξον μίγμα φόβου και αφοβίας, αλλ' όμως είνε αληθές. Διότι αμφότερα ένα είχον λόγον, το να μη αποτύχη ο σκοπός του. Ο άγνωστος δεν εφοβήθη υπέρ εαυτού, αλλά χάριν του σκοπού του. Ο κύων, ότε τον είδε πηδήσαντα αποτόμως, υπεχώρησε βήματά τινα, αλλ' είτα επανήλθεν εις την έφοδον. Ο άνθρωπος τον ηπείλησε με τα ξύλα, ά εκράτει, και απεμακρύνθη ο Χόμο, αλλά χωρίς να παύση να υλακτή. Συγχρόνως δε ηκούετο και η φωνή του Τρέκλα κράζοντος·
— Εδώ, Χόμο! Δεν ακούς;
Ο ξένος δεν έβλεπεν άνθρωπον, αλλ' όμως το φοβερώτερον είνε ν' ακούης ανθρωπίνην φωνήν και άνθρωπον να μη βλέπης. Ητοιμάζετο ήδη να τραπή εις φυγήν, αφού έκρυψε τα εργαλεία του εις τον αυτόν θάμνον, οπόθεν τα είχε λάβει.
Ο Τρέκλας δεν είχεν ακούσει ούτε τον μονότονον κρότον της σφύρας επί των λίθων, ούτε τον δούπον του πηδήματος του ικριοβάτου. Αλλά παραδόξως, φαίνεται, διότι τώρα μόλις είχεν εντελώς αφυπνισθή, ήκουσε τον άλλον τούτον κρότον, τον θρουν ον έκαμεν ο ξένος όπως κρύψη υπό το φύλλωμα τα εργαλεία του.
Ο Τρέκλας ήτο εξηπλωμένος περαιτέρω επί χθαμαλωτέρου εδάφους, απέχοντος περί τα εκατόν βήματα από του μέρους ένθα απέθηκε τα εργαλεία του ο άνθρωπος. Ήκουσε τον θρουν, είδε την σκιάν του ξένου, και αυτομάτως ανεσηκώθη.
— Ποίος είνε; είπεν.
Αλλά παραχρήμα εμαζεύθη πάλιν υπό την κάπαν του και εμουρμούρισεν·
— Αν είνε κλέφτης, τόσο χειρότερα! Τι με μέλει εμέ να ανακατωθώ; Δεν σου τα έλεγα, Χόμο;
— Γωύ! απήντησεν ο Χόμο περιφρονητικώς.
Ο ξένος έκαμε κίνημά τι και ανέσυρεν εγχειρίδιόν τι εκ της ζώνης του.
— Ποίος είν' εκεί; έκραξεν.
Ο Τρέκλας είχε προβάλει μίαν στιγμήν την κατατομήν του διά μέσου του σκότους, και είτα κατέστη αφανέστερος ή πρότερον. Αλλ' ο ξένος νομίσας ότι ήτο ενέδρα, ησθάνθη εν εαυτώ πολύ θάρρος, και διευθύνθη αποφασιστικώς προς το μέρος όπου εκοιμάτο ο Τρέκλας. Ο Χόμο παρηκολούθει εκβάλλων σφοδρούς γαυγισμούς.
— Ποίος είσαι; είπεν ο ξένος, αφού μετ' ολίγους διασκελισμούς έφθασεν εις το λίκνον του Τρέκλα.
Ούτος δε, μη έχων άλλο καταφύγιον, παρεκάλει ήδη την Αγίαν Περπέτουαν να κάμη το θαύμα της, και να τον αποκρύψη από των όψεων του ξένου. Εν τω μεταξύ υπεκρίνετο ότι ήτο νεκρός, και εγκορδυληθείς μέχρι της κορυφής συνείχε την αναπνοήν και έμενεν ακίνητος.
Αλλ' ο ξένος δεν ηρκέσθη εις το δείγμα τούτο της νεκροφανείας και ηθέλησε να ψαύση τον Τρέκλαν ίνα βεβαιωθή ότι ήτο πράγματι νεκρός. Διά σφοδρού κινήματος απελάκτισε την καπόταν, ήτις εσκέπαζε τον Τρέκλαν, και είδε τότε άνθρωπον συμμαζευμένον εν σχήματι καραβίδος ή τολύπης, όστις ήτο θερμός και έζη. Ο ξένος επανέλαβε την ερώτησίν του·
— Ποίος είσαι;
— Είμαι φτωχός άνθρωπος, απήντησε διά κλαυθμηράς φωνής ο Τρέκλας, ιδών ότι δεν ηδύνατο του λοιπού να υποκρίνεται τον νεκρόν.
— Και τι κάμνεις εδώ;
— Κοιμάμαι, απήντησεν αστείως ο Τρέκλας.
— Πώς ευρέθης εδώ, τέτοιαν ώραν;
— Εδώ έτυχε να νυκτωθώ, απήντησεν ψευδόμενος ο Τρέκλας.
— Μήπως είσαι υπηρέτης του μοναστηρίου;
— Είμαι κηπουρός.
— Λοιπόν εδώ κάθεσαι, και μη λέγης ότι έτυχες.
— Εδώ κάθομαι, σωστά, απήντησεν ο Τρέκλας.
— Και πρωτήτερα δεν με είδες;
— Δεν σε είδα.
— Διατί εκρύβης;
— Δεν εκρύφθηκα.
— Είσαι πολλήν ώραν εδώ;
— Τώρα ήλθα.
— Λοιπόν δεν με είδες εκεί;
— Κοιμώμουνα.
— Εκοιμώσουν; Και λες ότι ήλθες τώρα;
— Έχω ώραν εδώ.
— Πόσην ώραν;
— Αποβραδής εδώ είμαι.
— Λοιπόν θα με είδες εκεί; είπε μετά δισταγμού ο ξένος, δείξας τον τοίχον.
— Σε είδα, είπεν ο Τρέκλας.
— Ω διάβολε! χιλίων ειδών λόγια μου λες. Με είδες ή δεν με είδες;
— Σε είδα… δεν σε είδα… είπε διστάζων ο Τρέκλας.
— Με είδες, δεν με είδες;
— Δεν σε είδα, είπε τέλος ο Τρέκλας.
— Λοιπόν εκοιμάσο;
— Τώρα ήλθα.
— Πρωτήτερα έλεγες ότι εκοιμάσο.
— Εκοιμώμουν, είπεν ο Τρέκλας.
— Αλλ' αφού ήλθες τώρα, πώς γίνεται να εκοιμάσο; Ή μην ήλθες κοιμώμενος;
— Ναι, αυτό είνε, είπεν ο Τρέκλας.
— Μη μ' εμπαίζης, είπεν οργισθείς ο ξένος. Το βλέπεις αυτό; Και ήστραψεν εις το σκότος η λεπίς του εγχειριδίου.
— Δεν σε είδα, αφέντη, είπε τρέμων ο Τρέκλας. Τώρα ήλθα. Φταίγω εγώ; εκοιμώμουν και δεν σε είδα.
— Θα ομιλήσης σωστά; είπεν ο ξένος. Θα σε τρυπήσω τώρα μ' αυτό.
— Ω, αφέντη, ξεύρω κεγώ; Διατί μ' ερωτάς; Τι θέλεις από εμέ; Δεν έχω χρήματα.
— Δεν θέλω εγώ χρήματα. Μ' επήρες διά κλέπτην;
— Εγώ είμαι φτωχός άνθρωπος, επανέλαβεν ο Τρέκλας.
Ο ανωτέρω διάλογος εποικίλλετο υπό των υλακών του Χόμο, όστις δεν έδειξε δειλίαν εις την περίστασιν ταύτην. Ως εννοεί ο αναγνώστης, το δύσκολον της συνεννοήσεως των δύο τούτων ανθρώπων προήλθεν εκ του αμοιβαίου φόβου, ον είχον προς αλλήλους. Ο μεν ξένος εφοβείτο υπέρ του σκοπού του, ο δε Τρέκλας υπέρ του δέρματός του. Ο μεν υπώπτευεν ότι ο Τρέκλας τον είχεν ιδεί, εκτελούντα την νυκτερινήν εκείνην εργασίαν, και επεθύμει να βεβαιωθή περί τούτου, ο δε Τρέκλας ουδόλως τον είχεν ιδεί, και ηγνόει τους σκοπούς του ξένου, όθεν δεν είξευρε τι ήτο αρεστόν αυτώ να τω είπη, το ψεύδος ή η αλήθεια. Εν τούτοις εκ της τελευταίας φράσεως του Τρέκλα ο ξένος εσχημάτισεν ιδέαν τινά. Αφού έλεγε κατά κόρον ότι ήτο πτωχός, ίσως επεθύμει να κερδήση χρήματα.
— Είσαι πτωχός, είπες;
— Φτωχός… καθώς ο διάβολος, εψέλλισεν ο Τρέκλας.
— Και θέλεις χρήματα;
— Χρήματα; Ποιος τα έχασε;
— Ορκίσου ένα πράγμα.
— Τι;
— Ότι δεν με είδες εκεί, είπεν αύθις μυστηριωδώς ο ξένος, και ότι δεν είσαι βαλμένος να μου πης ψέμματα.
Ότε επρόφερε μεγαλοφώνως την τελευταίαν φράσιν ο ξένος, ήχησεν αύτη παραδόξως, ως ειρωνεία, εις το ους αυτού. Ενόσω εσκέπτετο ενδιαθέτως τούτο, εφαίνετο αυτώ πιθανόν, αλλ' ότε το εξέφρασε, τω εφάνη γελοίον, και είπε καθ' εαυτόν: Να είνε βαλμένος; Και ποιος είμαι εγώ διά να φροντίζουν δι' εμέ, να με κατασκοπεύουν; Ποίος ενδιαφέρεται διά τον δυστυχή εμέ; Και εστέναξεν. Εκ της σκέψεως ταύτης απέβαλε πάσαν υπόνοιαν, και επίστευσε του λοιπού εις την αθωότητα του Τρέκλα.
— Άκουσε, τω είπεν είσαι κηπουρός;
— Ναι.
— Και υπηρετείς το μοναστήρι;
— Ναι.
— Με μισθόν;
— Ε!… ας πω πως μου δίνουν και μισθόν, είπε σαρκαστικώς ο Τρέκλας.
— Λοιπόν δεν είσαι ευχαριστημένος;
— Ευχαριστημένος; ναι. Πλέκω όλην την ημέραν κοφίνια και ο Χόμο μου κάμνει συντροφιά.
— Ποιος είνε ο Χόμο;
— Ο Χόμο είνε ο σκύλος μου, αυτός εδώ που σε γαυγίζει. Σιούτ, Χόμο.
— Και ειμπορείς να μου κάμης μίαν εκδούλευσιν; επανέλαβεν ο ξένος.
— Εκδούλευσιν, βέβαια.
— Ειξεύρεις να μου πης ένα πράγμα που θα σ' ερωτήσω;
— Ερώτησέ με πρώτα, και ύστερα θα σου αποκριθώ.
— Είδες εις αυτό το μοναστήρι τίποτε αυτάς τας ημέρας;
— Τι τίποτε;
— Είδες μίαν νέαν που την έφεραν εδώ μέσα;
— Νέαις είνε πολλαίς εδώ μέσα, είπεν ο Τρέκλας παρωδών.
— Δεν σ' ερωτώ δι' αυταίς που είνε εξ αρχής. Καμμίαν ξένην είδες;
— Μου φαίνεται.
— Την είδες λοιπόν;
— Δεν ενθυμούμαι καλά.
— Είνε ολίγαις ημέραις, δεν είν' έτσι;
— Σαν να μου φαίνεται.
— Και αυτή ευρίσκεται ακόμη εις το μοναστήρι;
— Πιστεύω.
— Εμβαίνεις μέσα κάθε μέρα;
— Κάθε μήνα.
— Θα την έχουν κλεισμένην, βέβαια.
— Κλεισμένην;
— Δεν θα την ξαναείδες από την πρώτην φοράν.
— Προτού να την ιδώ δεν την είχα ιδεί, είπεν ο Τρέκλας.
— Και δεν την βλέπεις, όταν πηγαίνης μέσα εις το μοναστήρι;
— Βέβαια, δεν την βλέπω.
— Αλλά δεν έμαθες τίποτε δι' αυτήν;
— Δεν έμαθα.
Αν και του Τρέκλα αι απαντήσεις είχον διφορουμένην έννοιαν, ουχ ήττον ο ξένος επέμενεν εις τας ερωτήσεις του. Εφαίνετο δε τοσούτον έκδοτος εις το πάθος, υφ' ου κατείχετο, ώστε δεν ενόει το σκαιόν και ύπουλον των απαντήσεων εκείνων. Αφού δ' εσκέφθη επί τινα χρόνον, είπε μετά συγκεκινημένης φωνής·
— Άκουσε, φίλε μου· αν ήθελες να μου κάμης μίαν χάριν, ειμπορώ να σου την πληρώσω όσον ακριβά θέλεις. Ειμπορείς να μου πης προς ποίον μέρος είνε το δωμάτων, όπου την έχουν φυλακωμένην;
Ο Τρέκλας έδειξε τυχαίως την μίαν πλευράν της οικοδομής, χωρίς να ειξεύρη αν έλεγεν άλήθειαν ή όχι.
— Εκεί είνε, είπε.
— Και έχει παράθυρον προς τα έξω το δωμάτων της;
— Δεν ξεύρω.
— Πώς δεν ξεύρεις; Αφού το μέρος σου είνε γνωστόν.
— Ποιος σου είπε πως μου είνε γνωστόν;
— Εσύ το είπες.
— Εγώ;
— Αλλά μ' εμπαίζεις, φίλε μου, είπεν ο ξένος παρατείνων την υπομονήν του.
— Όχι.
— Δεν είπες ότι εκεί κατοικεί;
— Είπα προς εκείνο το μέρος, δεν είπα εις ποιο κελλί.
— Α, έκαμεν ο ξένος πεισθείς. Λοιπόν δεν το ειξεύρεις.
— Τώρα είπες την αλήθειαν.
— Αλλ' ειμπορείς να το μάθης; επανέλαβε μετά τινα σκέψιν.
— Ειμπορώ βέβαια.
— Και θα με πληροφορήσης;
— Σίγουρα.
— Ιδού, λάβε τούτο, είπε δίδων αυτώ χρυσούν νόμισμα.
Ο Τρέκλας το έλαβε, το έψαυσε, και το έκρυψεν εις την ζώνην του.
— Πότε να έλθω;
— Έλα αύριον βράδυ, είπε προθύμως ο Τρέκλας.
Ο ξένος έπεσεν εκ νέου εις σύννοιαν και, αφού διελογίσθη επί πολύ, είπε·
— Γίνεται και μία άλλη χάρις;
— Ποία;
— Ειμπορείς να κάμης τρόπον να έμβω… εις το μοναστήρι;
— Ειμπορώ, αν γείνης γυναίκα, είπε μειδιών ο Τρέκλας. Και ειμπορείς να γείνης εύκολα, δόξα σοι ο Θεός. Εις τα ρούχα μόνον είνε η διαφορά.
Ο ξένος δεν απήντησεν, αλλά σιωπηλώς εφαίνετο αποδοκιμάζων το σχέδιον τούτο.
— Λοιπόν δεν γίνεται; επανέλαβεν.
— Είνε πολύ δύσκολο.
— Αλλ' ειμπορείς τουλάχιστον να την ανταμώσης ο ίδιος;
— Γι' αυτό δεν ειξεύρω. Ίσως να ευρεθή τρόπος.
— Και αν εις τούτο αποτύχης, ειμπορείς να μάθης δι' αυτήν από άλλα πρόσωπα;
— Αυτό είνε το ευκολώτερο απ' όλα.
— Και να της στείλης μίαν παραγγελίαν;
— Τι παραγγελίαν;
— Ένα γράμμα.
— Αυτό γίνεται.
Ο ξένος εξέβαλεν εκ του κόλπου του μικρόν φάκελλον και το ενεχείρισεν εις τον Τρέκλαν. Ούτος λαβών αυτόν είπεν·
— Αύριον θα φροντίσω, ησύχασε.
— Ω, να είξευρες πόσον καλόν θα μου κάμης!
Και τω έδωκε δεύτερον νόμισμα.
— Ω, ω, είπεν ο Τρέκλας, ήρχισε βλέπω να φέγγη.
Και εστράφη κωμικώς προς ανατολάς, ως να εζήτει να ίδη αν υπέφωσκε πράγματι η ημέρα. Αλλ' όμως ήτο περί βαθύν όρθρον.
— Λοιπόν να έλθω αύριον βράδυ; ηρώτησεν αύθις ο ξένος.
— Να έλθης.
— Θα το έχης δοσμένον το γράμμα;
— Χωρίς άλλο.
— Και αν κατορθώσης να την ιδής…
— Αυτό είνε δυσκολώτερο.
— Να της ειπής ότι ο Μάχτος το έφερε το γράμμα.
— Ο Μάχτος;
— Μάχτος, έτσι ονομάζομαι.
— Καλό όνομα, εμουρμούρισεν ο Τρέκλας.
— Και είνε αδελφή μου.
— Έχω ευχαρίστησι.
Και ο Μάχτος αποχαιρετίσας τον Τρέκλαν απεμακρύνθη. Άξιε Μάχτο!
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.
Το αντικλείδιον.
Και όταν αναλογισθή τις ότι, διά να δώση εις τον Τρέκλαν το μέτριον εκείνο χρηματικόν ποσόν, είχεν αναγκασθή να κλέψη τον θησαυρόν του πατρός του, έγκλημα ού πρώτην φοράν ελάμβανε πείραν! Αλλά τις έπταιεν; Ο Πρωτόγυφτος είχε τρομάξει τόσον εκ της απειλής του εκατοντάρχου, ην δεν είχε σκοπόν εκείνος να εκτελέση, ώστε έγεινεν άφαντος την αυτήν νύκτα, καθ' ην είχε πωλήσει την Αϊμάν. Ουδ' ετόλμησε να επανέλθη εις την καλύβην, όπως λάβη μεθ' εαυτού τον θησαυρόν του. Εσύριξε μόνον μίαν λέξιν εις το ους του Βούγκου, αλλ' ούτος ουδέν ενόησε.
— Αποκάτω από το καμίνι… τρεις πιθαμαίς να μετρήσης… δεξιά κοντά εις την αγκωνή… εκεί τα έχω. Πάρε τα κ' έλα να μ' εύρης.
Ο Βούγκος εις μάτην έτεινε το ους όπως αντιληφθή την στιγμήν εκείνην, και εις μάτην εβίαζε την μνήμην του τη επαύριον. Η παραγγελία του Γύφτου, σεπτή ως πατρική διαθήκη, έμελλε να μένη εσαεί ανεκτέλεστος, αν ο Μάχτος, όστις είχεν ίσα δικαιώματα επί της υστάτης βουλήσεως του πατρός, δεν ήρχετο τρία βήματα όπισθεν και δεν ήκουε κλοπηδόν τας λέξεις ταύτας: «Αποκάτω από το καμίνι, τρεις πιθαμαίς να μετρήσης, δεξιά, κοντά εις την αγκωνή, εκεί τα έχω. Πάρε τα..,» Τας λέξεις ταύτας εχάραξεν εις την μνήμην του ο Μάχτος βαθέως και ανεξιτήλως, ως διά γλυφίδος. Παρέλιπε δε τον τελευταίον ορισμόν, «… κ' έλα να μ' εύρης», ως μη απευθυνόμενον προσωπικώς προς αυτόν.
Εν τούτοις ο Μάχτος δεν είχε σκοπόν να σφετερισθή τα χρήματα ταύτα, αλλ' έδωκεν έν φλωρίον εις την μητέρα του, έν εις τον αδελφόν του, και αφήσας τα επίλοιπα εις την κρύπτην, έλαβεν αυτός πέντε, ειπών καθ' εαυτόν: «Ένα δι' εμέ τον Μάχτον και τέσσαρα διά την Αϊμάν. Η Αϊμά έχει μεγαλειτέραν ανάγκην. Πρέπει να τα εξοδεύσω διά να την εύρω όπου και αν είναι». Τοιαύτη λοιπόν ήτο η κλοπή του Μάχτου, αν δύναται να χαρακτηρισθή ως κλοπή. Περιπλέον δε δεν εφανέρωσε την κρύπτην ούτε εις την μητέρα ούτε εις τον αδελφόν, αλλά προώριζε τον θησαυρόν να δαπανηθή όλος προς ανεύρεσιν της Αϊμάς, και ό,τι ήθελε περισσεύσει, θα διηρείτο πάντοτε εις τέσσαρα ίσα μέρη, διότι και το μερίδιον του πατρός του επεθύμει να μένη εν τη κρύπτη ανέπαφον. Ούτως έκρινεν εύλογον να εκτελέση την διαθήκην του Γύφτου.
Άπορον είνε πώς είχε κατορθώσει ναντιληφθή την παραγγελίαν ταύτην και να τηρήση αυτήν εις την μνήμην του. Διότι την στιγμήν εκείνην, ως ενθυμούνται οι αναγνώσται, πάντα τα πρόσωπα της σκηνής, και ιδία ο Μάχτος, διετέλουν εν μεγίστη ταραχή και παραζάλη. Αλλ' ακριβώς την στιγμήν καθ' ην ο εκατόνταρχος μετά των υπ' αυτόν ανδρών απήγαγον την Αϊμάν, ο Πρωτόγυφτος, τρέμων εκ της απειλής ην είχεν ακούσει, εστράφη προς τον Βούγκον και είπε τας ανωτέρω παρατεθείσας λέξεις, ο δε Μάχτος ηδυνήθη να τας ακούση ως εν ονείρω κατ' αρχάς, και επί πολύ εβόμβουν εις τα ώτα του χωρίς να εννοή τίνα έννοιαν είχον. Τη επιούση όμως αι λέξεις αύται ήλθον εις την μνήμην του εναργέστεραι, και τότε κατώρθωσε να τας εννοήση. Εν τούτοις την εσπέραν εκείνην ηκολούθησε την Αϊμάν απαγομένην, και κατόπιν αυτού ήρχετο ο Σκούντας.
Αδύνατον να φαντασθή τις την ταραχήν, την αγωνίαν, την απόγνωσιν του δυστυχούς νέου. Απεπειράθη δις ναναβή εις τον οίκον εκείνον, αλλά δις απεκρούσθη υπό του φυλάττοντος φρουρού, όστις τον εσκόπευσε με το τόξον του και τον ηπείλει ότι ήθελε τον φονεύση.
— Σκότωσέ με, έκραξεν ο Μάχτος· τούτο θα είνε το καλλίτερον.
— Φεύγ' απ' εδώ, τω έκραξεν οικτείρας αυτόν ο φρουρός.
Ο Μάχτος απεφάσισε να μείνη εκεί μέχρι της πρωίας, όπως ίδη, τι έμελλε ναπογείνη. Εκάθισεν επί λίθου αντικρύ το φρουρού και δεν εσάλευεν. Όσον διά τον Σκούνταν, ούτος ίστατο μακρόθεν εις το σκότος και δεν εσκέπτετο να πλησιάση.
Ο φρουρός, ιδών την παράδοξον επιμονήν του Μάχτου, επλησίασε και τω είπε·
— Τι θέλεις; Δεν μου λες;
Ο Μάχτος απεπειράθη να λαλήση, αλλά τα δάκρυα έπνιξαν την φωνήν του. Ο στρατιώτης τον ελυπήθη έτι μάλλον.
— Ησύχασε, και ειπέ μου, ποίον ζητείς; τον ηρώτησε.
— Την Αϊμάν, την αδελφήν μου, είπε μετά πάθους ο Μάχτος.
— Την αδελφήν σου; εκείνη η νέα είνε αδελφή σου;
— Ω, ναι.
— Και διατί σου την επήραν; Δεν μου λες;
— Ειξεύρω κ' εγώ; Αυτό ήθελα να σ' ερωτήσω.
— Και πού θα την φέρουν;
— Δεν ειξεύρω.
— Κλαίεις βλέπω. Είσαι δυστυχής;
— Πολύ δυστυχής.
— Ειμπορεί κανείς να κλαίη τόσον;…
— Ω, αχ, έκαμεν ο Μάχτος.
— Διά μίαν αδελφήν; επανέλαβεν ο φρουρός.
— Ναι, δι' αδελφήν, είπεν ο Μάχτος.
— Σε λυπούμαι, φίλε μου, είπεν ο φρουρός. Και εκινήθη όπως απομακρυνθή.
Ο Μάχτος τον εκράτησεν εκ της χειρίδος του χιτώνος.
— Στάσου, είπε.
— Τι θέλεις;
— Ειξεύρεις πού θα την πάγουν; ηρώτησεν ο Μάχτος, λησμονήσας ότι την αυτήν ερώτησιν απηύθυνεν αρτίως ο φρουρός προς αυτόν.
— Δεν ξεύρω, φίλε μου.
— Πού την έχουν τώρα;
— Είν' εκεί, είπεν ο φρουρός δείξας έν παράθυρον.
— Και ποίοι είν' εκεί μέσα; στρατιώται;
— Πώς στρατιώται; Αυτό είνε η κατοικία του αρχηγού μας. Ιδού ο στρατών μας πού είνε, προσέθηκε δείξας αριστερόθεν έτερον χαμηλότερον οικοδόμημα συνεχόμενον με την οικίαν.
— Και ο αρχηγός σας, επανέλαβεν ο Μάχτος, τι άνθρωπος είνε;
— Δεν τον είδες; είνε πολύ καλός άνθρωπος, είπεν ο στρατιώτης.
— Και κατοικεί εδώ επάνω μόνος του; επανέλαβε μετά δισταγμού ο Μάχτος.
— Πώς μόνος του; έχει την οικογένειάν του.
— Α, έχει γυναίκα και παιδιά; είπεν ο Μάχτος ανακουφισθείς.
— Βέβαια.
— Και κατοικούν επάνω εδώ;
— Εννοείται.
Ο Μάχτος εξέπεμψε στεναγμόν και παρηγορήθη.
— Ώστε τώρα η Αϊμά θα είνε με την γυναίκα του;
— Βέβαια, πιστεύω. Α, όσον διά τούτο, (προσέθηκεν ο φρουρός, εννοήσας ήδη την αγωνίαν του Μάχτου), μην έχης κανένα φόβον. Ο αρχηγός μας είνε πολύ τίμιος άνθρωπος. Και η γυναίκα του είνε καλής ψυχής.
— Σ' ευχαριστώ, είπεν ο Μάχτος.
Και ο φρουρός απεμακρύνθη.
Εν τούτοις ο Μάχτος έμεινε καρτερικώς μέχρι της πρωίας εις την θέσιν του. Ότε ανέτειλεν η ημέρα, ο αυτός φρουρός, αφού αντικατασταθείς εκοιμήθη και εξηγέρθη, τον είδε, τον ανεγνώρισε και τω είπεν·
— Ακόμα εδώ είσαι;
— Έφυγα, απήντησεν ο νέος, και πάλιν ήλθα. Είπε δε τούτο συστελλόμενος να είπη την αλήθειαν, ήτις θα εφαίνετο αλλόκοτος εις πάντα άνθρωπον.
Παρήλθεν ολίγος χρόνος, και ο φρουρός ηναγκάσθη να τω είπη φιλικώς·
— Τώρα δεν ειμπορείς να μένης εδώ, καθώς έμεινες την νύκτα, διότι είνε σταθμός, και θα σου το απαγορεύσουν. Πήγαινε, και σου υπόσχομαι, ό,τι μάθω, να σου το είπω διά την αδελφήν σου.
— Θα την μεταφέρουν απ' εδώ σήμερον;
— Τίποτε δεν ξεύρω, αλλ' όπου και αν την μεταφέρουν, θα το μάθω, και συ θα το μάθης απ' εμέ.
Ο Μάχτος τω εξέφρασε την ευγνωμοσύνην του και απεμακρύνθη.
Εν τούτοις δεν απήλθε πόρρω, αλλά κατέλαβε την πρώτην τρίοδον, δι' ης έμελλε να διέλθη πάσα συνοδεία μέλλουσα τυχόν να εξέλθη διά της κώμης, και εκεί έμεινε παραμονεύων επί μακράς ώρας.
Την ημέραν εκείνην ουδέν νεώτερον συνέβη. Η Αϊμά έμεινε βεβαίως εν τη οικία του εκατοντάρχου. Την επομένην νύκτα ο Μάχτος ενδούς εις τον τοσούτον κάματον, έκλεισε τους οφθαλμούς εις τον ύπνον και απεκοιμήθη παρά την οδόν, όπου έμενεν ενεδρεύων. Τότε δ' εν μέσω του ύπνου του τω εφάνη ότι ήκουσε βήματα ίππων και ανθρώπων και θόρυβόν τινα· προσεπάθησεν εν υπνοβασία διατελών να εγερθή, αλλά τα καταπεπονημένα μέλη του δεν εκινήθησαν. Εστέναξε και έμεινεν υπό τον σιδηρούν κλοιόν του ύπνου. Ότε μετά τινας ώρας ανηγέρθη, ανεπόλησε συγκεχυμένως τον θόρυβον, ον είχεν ακούσει εν τω ύπνω του, και επείσθη ότι δεν ήτο όνειρον. Βεβαίως απήγον την Αϊμάν εις τον τόπον τον προορισθέντα δι' αυτήν.
Την πρωίαν έσπευσε να εύρη τον αγαθόν εκείνον στρατιώτην και έμαθε παρ' αυτού ότι τω όντι η Αϊμά είχεν αναχωρήσει μετά των απαγωγέων της. Ουδέν πλέον εγίνωσκεν ο φρουρός, αλλ' υπεσχέθη ότι, αν εμάνθανέ τι, έμελλε να τω το ανακοινώση.
Παρήλθον δύο ή τρεις ημέραι. Ο Μάχτος επεσκέπετο καθ' εκάστην τον στρατιωτικόν σταθμόν. Εν δε τω χαλκείω κατήφεια και θλίψις επεκράτει. Ο Πρωτόγυφτος είχε γείνει άφαντος. Η μαστόρισσα ήτο απαρηγόρητος διά την αφάνειαν ταύτην, ως και διά την αναχώρησιν της Αϊμάς, ης δεν ενόει το κέρδος και τον σκοπόν.
Τέλος την τετάρτην ημέραν, ο φρουρός κατώρθωσε να πληροφορηθή ότι η Αϊμά ευρίσκετο εις το μοναστήριον, και μετέδωκε την πληροφορίαν ταύτην προς τον Μάχτον. Ο Μάχτος διά νυκτός επορεύθη εις το μέρος εκείνο, κατώπτευσε τα τείχη του οικοδομήματος, και συνέλαβε το παράβολον εκείνο σχέδιον, ου την εκτέλεσιν είδομεν ότι ήρχισεν. Αλλά πριν ή αρχίση, ήλθε την ημέραν και απεπειράθη να εισέλθη εις το μοναστήριον. Ο θυρωρός τω απηγόρευσεν αποτόμως την είσοδον, λέγων αυτώ ότι ουδείς άρρην ηδύνατο να πλησιάση εκείσε. Ηρνήθη δε και να δώση αυτώ πληροφορίαν τινά, εξ όσων εζήτει ούτος. Τότε κατέφυγεν εις την απεγνωσμένην εκείνην απόπειραν. Κατ' αρχάς εζήτησε να μεταφέρη ή να κατασκευάση προχείρως κλίμακα, όπως αναβή το τείχος. Αλλά πού να εύρη τόσον υψηλήν κλίμακα, και πόθεν ηδύνατο να την πορισθή, ή πόθεν να την μεταφέρη; Είτα εδοκίμασε το ικανώς αλλόκοτον εκείνο μέσον, της βαθμιαίας διατρήσεως και αναρριχήσεως του τείχους. Ευρίσκετο δε ήδη εις την τρίτην νύκτα, και η εργασία δεν προέβαινε πόρρω, καθ' ην εσπέραν συνήντησε τον Τρέκλαν και εγνωρίσθη μετ' αυτού. Τότε εκών άκων ανεπαύθη εις τας πληροφορίας, ας περιέμενε παρ' αυτού, και μάλλον τω επέβαλλε να τω τας δώση, παραγόμενος υπό των ελπίδων του, ή όσον εκείνος απηγγέλλετο αυθορμήτως να τω παράσχη ταύτας. Την επανατείλασαν πρωίαν επανήλθεν ο Μάχτος εις την καλύβην ησυχότερος, και εκοιμήθη μέχρι της μεσημβρίας, όπως συνείθιζεν, αφ' ου χρόνου είχε καταλάβει αυτόν η φοβερά αϋπνία. Ότε δε αφυπνίσθη, άνθρωπός τις ενεφανίσθη ενώπιον αυτού.
Τους χαρακτήρας του ανθρώπου τούτου ανεγνώριζεν ο Μάχτος, αλλά το όνομά του δεν εγίνωσκεν, ουδ' ανεμιμνήσκετο πού τον είχεν ιδεί. Ήτο δε ούτος ο Τρανταχτής, ο φίλος του Σκούντα, και γνώριμος ημών εκ του καπηλείου του Κατούνα.
— Φίλε μου, τω είπε, δουλεύεις τώρα εδώ, ή όχι;
— Δουλεύω, απήντησε συστελλόμενος ο Μάχτος, αν και από της ημέρας καθ' ην απήγαγον την Αϊμάν δεν είχεν εγγίσει την σφύραν.
— Και τι δουλειαίς κάμνεις;
— Δουλειαίς της τέχνης μου, απήντησεν ο Μάχτος.
— Κάμνεις ψιλή δουλειά;
— Κάμνω βέβαια, απήντησεν φιλοτιμούμενος ο νεαρός Γύφτος.
— Ειμπορείς· να μου φτιάσης ένα κλειδί, όπου μου έπεσε 'στόν δρόμο και το έχασα;
Ο Μάχτος εδίστασεν. Είνε αληθές ότι ποτέ δεν είχε κατασκευάσει κλειδίον. Αλλ' όμως η φιλαυτία του υπερίσχυσε, και είπε·
— Σαν να 'μπορώ, μου φαίνεται.
— Σου φαίνεται;
— Ειμπορώ χωρίς άλλο, απήντησεν οριστικώς ο νέος.
— Τότε λάβε αυτό.
Ο Τρανταχτής μετά τινος ενδοιασμού τω έδωκε τύπον πεπλασμένον εκ κηρού, παριστώντα το σχήμα του πτερυγίου της κλειδός. Όπως δε μη διαπορήση ο Μάχτος, έσπευσε να προσθέση·
— Δεν είχα σύνεργα διά να ξεκαρφώσω την κλειδωνιά, να σου την φέρω, και το σπίτι μου είνε μακρυά απ' εδώ, και δεν θέλω να σου δώσω κόπον να έλθης ο ίδιος. Δι' αυτό επήρα μοναχός μου τον τύπον με το κερί. Και όποιος με ιδή, προσέθηκε μειδιών βεβιασμένως, θα νομίση ότι θέλω να κάμω κανένα αντικλείδι.
— Ο τεχνίτης δεν ανακανόνεται σ' αυτά, απήντησεν υπερηφάνως ο Μάχτος. Μου δίδεις εργασίαν, θα σου την κάμω· δεν ξεύρω εγώ τίποτε πλειότερο.
— Ευχαριστώ, είπεν ο Τρανταχτής δάκνων τα χείλη. Και τι θα σου δώσω διά τον κόπον σου;
— Ό,τι ευχαριστείσαι, απήντησεν ο Μάχτος.
— Και πότε θα είνε έτοιμο;
— Αύριον το μεσημέρι χωρίς άλλο.
Ο Μάχτος συνέλαβε κατ' αρχάς ιδέαν εγκληματικήν. Εφαντάσθη να κατασκευάση δυο κλείδας, και την μεν να δώση εις τον εντολέα, την δε να κρατήση δι' εαυτόν. Αλλ' όμως προς τι τούτο; Πόθεν ηδύνατο να υποπτεύση ότι προύκειτο περί της Αϊμάς;
Ο Τρανταχτής αποχαιρετίσας αυτόν απήλθε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.
Φίλος αντί φίλου.
Την εσπέραν της επιούσης ο Σκούντας και ο Τρανταχτής συνηντήθησαν εις το καπηλείον του μπάρμπα Κατούνα, παρά τον γραφικόν εκείνον αιγιαλόν, όπου ο εμβάτης έπνεεν εισκομίζων εις τους ηδυπαθώς κινουμένους ρώθωνας των δύο φιλοποτών τα θαλάσσια αρώματα, τα τόσον προσφιλή εις τους κατοίκους της παραλίας.
Οι δύο ούτοι αξιέραστοι φίλοι δεν έπασχον εκ ναυτίας, και ηγάπων την υγρότητα του στομάχου και την θαλασσίαν άλμην. Ομολογητέον δε ότι τούτο δεν συνιστά κακώς αυτούς. Ουδέν ευαρεστότερον ουδέ ηδυπαθέστερον της μετακομίσεως δι' ερρύθμως κινουμένου και αρμονικώς έρποντος φορείου, καθ' ον χρόνον ο αστερισμός του Σειρίου, ως λέγει ο θείος Όμηρος, «φέρει πολλόν πυρετόν δειλοίσι βροτοίσιν»· τότε λικνιζόμενός τις υπό του αρμονικού τούτου ρόχθου, ριπιζόμενος υπό της διαπνεούσης αύρας, ουδέν ηδυπαθέστερον του να μετακομίζηται ούτως εις δροσερόν αιγιαλόν, όπου το ευρύ του ορίζοντος, το κυανούν της θαλάσσης και το προκλητικόν της ξένης αηδόνος προσδοκώσι τους απλήστους οφθαλμούς και τας ακορέστους ακοάς, χωρίς μηδεμία τύρβη μηδέ μέριμνα ναντιπερισπά τα αισθητήρια του ψυχαγωγουμένου, χωρίς μηδ' αυτή η σεπτή ανάμνησις της παραχρήμα οιχομένης γενεάς να παρενοχλή την φαντασίαν, μήτε οι τύμβοι των ηρώων ναναπέμπωσι μυστηριώδες παράπονον, μήτε τα αίματα των μαρτύρων να βοώσι. Αλλά προς τι ταύτα;
Ο Τρανταχτής και ο Σκούντας, μηδέν τούτων έχοντες εν νω, εκάθισαν παρά την τράπεζαν του μπάρμπα Κατούνα, και ήρχισαν να πίνωσι και να συνομιλώσιν. Ανεκοίνωσαν δε προς αλλήλους πολλά διαφέροντα άλλως πράγματα, αλλ' ημείς θα παραλείπωμέν τινα χάριν των αναγνωστών, και θα έλθωμεν εις το τέλος της συνδιαλέξεώς των.
— … Ω διάβολε, είπεν ο Σκούντας, κάτι σα συλλογισμένος φαίνεσαι απόψε.
— Τίποτε, απήντησεν ο Τρανταχτής.
— Δεν είσαι φίλος, είπεν ο Σκούντας (είχε δε κενώσει ήδη πέντε ποτήρια επιστεφή). Αν ήσουν φίλος, έπρεπε να μου πης την καρδιά σου, καθώς κάμνω εγώ.
— Διάβολε, αύριον έχω δουλειά.
— Ε, και τι;
— Και δεν αδειάζω.
Ο Σκούντας ουδέν ενόησε.
— Φίλε μου, αυτό πρώτον το είξευρα, μου το είχες ειπεί. Έπειτα, αφού έχεις δουλειά, το ξεύρω πως δεν αδειάζεις, και αφού δεν αδειάζεις, θα πη πως έχεις δουλειά· ώστε δεν μου λες τίποτε νεώτερον.
— Και νυστάζω, είπεν ο Τρανταχτής τρίβων τους οφθαλμούς.
— Αυτό κάθε μέρα συμβαίνει, ώστε και αυτό δεν είνε νεώτερον.
— Δεν είνε που έχω δουλειά, αλλά είχα δώσει μίαν υπόσχεσιν, και δεν ειμπορώ να φυλάξω τον λόγον μου.
— Ψυχή μου, αυτό είνε μεγάλο δυστύχημα, παρετήρησεν ο Σκούντας.
— Τω όντι, είπεν ο Τρανταχτής. Και πρώτη φορά μου συμβαίνει.
— Τι κρίμα, είπεν ειρωνικώς ο Σκούντας.
— Και δεν ξεύρεις πόσο κακό είνε να γελάση κανείς δικούς του ανθρώπους.
— Φίλοι σου λοιπόν είνε αυτοί που θα γελάσης;
— Είνε κάτι περισσότερο, είνε φιλενάδες μου.
— Φιλενάδες σου! μεγάλο θαύμα!
— Βέβαια. Δι' αυτό είμαι λυπημένος
— Και δεν γίνεναι άλλος τρόπος;
— Σαν τι τρόπος;
— Να με διορίσης εμένα αντιπρόσωπό σου, διά να φυλάξω εγώ τον λόγο σου, αφού δεν ειμπορείς να τον φυλάξης εσύ;
Ο Τρανταχτής εκάγχασεν.
— Έχεις βλέπω μεγάλας απαιτήσεις, είπε.
— Χάριν αν θέλης να σου κάμω, είπεν απαθώς ο Σκούντας, άλλως δεν ανακατόνομαι.
— Καλά.
— Και θα μου πης τέλος πάντων τι φιλενάδες είνε αυταίς, και ποίου είδους υπόσχεσιν ταις είχες δώσει;
— Παραιτείσαι από την άλλη απαίτησί σου;
— Ποιάν άλλη;
— Διά να με αντιπροσωπεύσης;
— Ω, αυτό το είπα χωρατά, είπεν ο Σκούντας.
— Να, διάβολε, τι είνε, είπεν ο Τρανταχτής. Αυτό είνε όλο όλο.
Και εκβαλών εκ του θυλακίου του κλείδα νεωστί κατασκευασμένην την έδειξε προς τον ομιλητήν του.
— Αυτό; Και τι είνε αυτό;
— Το βλέπεις, κλειδί είνε.
— Το βλέπω ότι είνε κλειδί, αλλά με αυτό δεν εννοώ τίποτε.
Ο Τρανταχτής έσεισε τους ώμους.
— Διά ποίον σκοπόν είνε αυτό το κλειδί; επανέλαβεν ο Σκούντας.
— Δι' αυτό δεν ξεύρω ούτ' εγώ.
— Αλλ' όμως ξεύρεις ποιος σου το έδωκε και διά ποίον είνε.
— Α, όσον δι' αυτό, μάλιστα.
— Αυτό σ' ερωτώ κ' εγώ.
— Λοιπόν επιμένεις να το μάθης;
— Αν θέλης να μου το πης.
— Ξεύρεις την γνωριμία μου, την αδελφή Βεάτη;
Ο Σκούντας έκαμε κίνημά τι, ελέγχον συγκίνησιν. Αλλ' όμως προσεποιήθη απάθειαν.
— Πού να την ξεύρω;
— Ξεύρεις το μοναστήρι των γυναικών;
Νέον κίνημα έκαμεν ακουσίως ο Σκούντας.
— Το έχω ακουστά, αλλά δεν υπήγα ποτέ.
— Λοιπόν η Βεάτη, μου είνε γνωστή από τον υποκριτήν εκείνον τον Δερμίνην, οπού σου είχα διαβάσει το γράμμα του.
— Ποίον Δερμίνην;
— Τον θαλαμηπόλον του καρδιναλίου.
— Ενθυμούμαι.
— Λοιπόν αυτή η Βεάτη μου παρήγγειλε να της κάμω ένα κλειδί.
— Α!
— Και μου έστειλε τον τύπον.
— Εννοώ.
— Λοιπόν το κλειδί είνε αυτό.
— Καλά.
— Και της υποσχέθηκα να της το φέρω αύριον.
— Λοιπόν;
— Λοιπόν, επειδή αύριον έχω εργασίαν, δεν έχω καιρόν να της το φέρω, και είνε αρκετά μακράν.
Ο Σκούντας εφαίνετο σύννους.
— Τι συλλογίζεσαι; τω είπεν ο Τρανταχτής.
— Τίποτε.
— Πώς σου φαίνεται αυτό το κλειδί; Δεν είνε παράξενο;
— Τι παράξενο; είπεν ο Σκούντας υποκρινόμενος άγνοιαν.
— Πρώτον, διατί να μου το παραγγείλη, εις εμένα, να της το κάμω;
— Αφού είνε γνώριμη, υπέλαβε μετ' επιπλάστου αφελείας ο Σκούντας.
— Και από πότε εις το μοναστήριον έχουν ανάγκην των γνωρίμων του διά να προμηθευθώσι κλειδιά;
— Δεν ειξεύρω, είπεν ο Σκούντας.
— Δεύτερον, διατί να μου στείλη κήρινον τύπον διά το κλειδί;
— Ποιος ξεύρει, είπε μετ' αδιαφορίας ο Σκούντας.
— Δεν σου φαίνεται παράξενο;