← Table of contents
Η Γυφτοπούλα

Front matter (continued 2)

Reading edition

Μετά τινας ημέρας ο ξένος απέκτησε πολλήν οικειότητα εν τω χαλκείω. Αι προς τον Πρωτόγυφτον συνδιαλέξεις του καθίσταντο διεξοδικαί και δεν εγίνοντο παρουσία άλλων. Περί την δύσιν του ηλίου έβλεπε τις τους δύο τούτους ανθρώπους καθημένους υπό βράχον τινά υψηλόν, αρκετά μακράν της καλύβης, και συνδιαλεγομένους εμπιστευτικώς. Τις οίδε τι έλεγον προς αλλήλους.

Εκ πάντων των κατοίκων της καλύβης μόνος ο Μάχτος ήρχισε να συλλαμβάνη υποψίαν τινά. Αλλ' ουδαμού εύρε να στηρίξη ταύτην. Κατ' αυτόν ο ξένος (αλλά πριν ή συμπληρώση την ιδέαν του ο Μάχτος ησθάνθη παράδοξον και άγνωστον τέως αίσθημα οδύνης και σπαραγμού)… Ο Μάχτος επεφυλάχθη και ώμοσε προς εαυτόν να εξακριβώση το πράγμα και να βεβαιωθή. Συνεφώνησε με την συνείδησίν του να μεταχειρισθή προς τούτο παν μέσον, διότι ησθάνετο εαυτόν πολύ δυστυχή. Περιέμενε δε ανυπομόνως πρόσφορον στιγμήν να βάλη εις πράξιν τα μέσα, άτινα είχε, τουτέστι την ατομικήν του ενέργειαν.

Εσπέραν τινά, ότε το πρώτον σκότος διεχύνετο υπέρ την γην, ο ξένος, ον από πολλών ημερών κατεσκόπευεν ο Μάχτος, ένευσε προς τον Πρωτόγυφτον να τον ακολουθήση, και απεμακρύνθησαν αμφότεροι της καλύβης. Βαδίσαντες επί πολύ έφθασαν εις μέρος τι και εκάθισαν. Ο Μάχτος τους παρηκολούθησεν ησύχως. Έρπων, συνέχων την αναπνοήν, και προσπαθών να καλυφθή υπό του σκότους και να συγχέηται προς αυτό, έφθασεν όπισθεν του βράχου εφ' ου είχον καθίσει ο ξένος και ο Πρωτόγυφτος. Έκυψε προς την γην, έπεσεν απίστομα παρά την ρίζαν τον βράχου και ηγωνίσθη να κρυβή υπ' αυτόν, προσκολληθείς εις το έδαφος. Η καρδία του πάλλετε δεινώς. Ο Μάχτος είξευρεν ότι η πράξις του ήτο κακή, αλλά δεν ηδύνατο να την παραλίπη. Είχεν ανάγκην να μάθη τι έλεγεν εις τον πατέρα του ο ξένος. Άλλως δεν ηδύνατο να ησυχάση.

Η υπόνοια, ην είχε συλλάβει ο Μάχτος, ας είπωμεν τούτο, ήτο περίπου τοιαύτη. Ο νέος υπώπτευσεν ότι ο ξένος ούτος ηράτο της Αϊμάς, και ήθελε να την νυμφευθή. Προς τούτο λοιπόν διεπραγματεύετο με τον πατέρα του. Αλλά διατί ο Μάχτος ησθάνθη τόσην λύπην επί τούτω; Ούτε είξευρε διατί, ούτε είχεν υποπτεύσει πρότερον τοιούτον πράγμα, ούτε ηδύνατο να είπη ποίαν σημασίαν είχεν. Αλλ' όμως ησθάνθη σφοδρότατον άλγος, ότε το πρώτον εφαντάσθη το ενδεχόμενον τούτο.

Ο Μάχτος έτεινε το ους και ηκροάσθη. Οι δύο ομιληταί έλεγον προς αλλήλους τα εξής·

— Και λέγεις να είνε αυτό; είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Τι άλλο θέλεις να είνε; απήντησεν ο ξένος.

— Δεν ειμπορώ να καταλάβω απ' αυτά, είπεν αύθις ο Γύφτος.

— Και ποίος ειμπορεί να καταλάβη;

— Είνε άλλοι οπού καταλαβαίνουν.

— Δεν βαρύνεσαι!

— Λοιπόν ουδέ συ δεν ειξεύρεις τίποτε;

— Τι ειμπορώ να ειξεύρω;

— Αφού είσαι μέσα.

— Πού μέσα;

— Μέσα στα πράγματα.

— Ε, απ' έξω απ' έξω.

— Πώς απ' έξω;

— Δεν ειξεύρω τα μυστικά.

— Διατί;

— Δεν μ' εμβάζουν μέσα.

— Λοιπόν δεν σ' εμπιστεύονται;

— Φαίνεται.

— Και δεν βλέπεις τίποτε;

— Από πού;

— Από καμμίαν τρύπαν.

— Δεν έχει τρύπαν.

— Δεν ακούεις τουλάχιστον;

— Τι ν' ακούσω;

— Τι λέγουν.

— Δεν ακούεται.

— Δεν μυρίζεσαι τον αέρα, δεν έχει τίποτε σημάδια;

— Τι σημάδια;

— Τίποτε οπού να μπορή να καταλάβη κανείς;

— Τίποτε.

— Κρίμα!

— Διατί;

— Διότι είνε καλά να ειξεύρη κανείς απ' όλα.

— Έχεις συ, μάστορη, τόσην περιέργειαν;

— Δεν λέγω.

— Αλλά τι;

— Αν ήμουν εις την θέσιν σου…

— Ε;

— Και ανεκατονόμουν μ' αυτούς τους διαβόλους…

— Καλά, ύστερα;

— Και ήμουν μέσα εις τα πράγματα, καθώς εσύ…

— Αλλά σου είπα, δεν είμαι μέσα.

— Ας είνε.

— Λοιπόν λέγε.

— Εγώ θα ήμουν μέσα, αν ήμουν εις την θέσιν σου.

— Πιστεύω.

— Και δεν θα με διέφευγεν ό,τι και αν εγίνετο.

— Ας είνε. Λέγε τώρα, τι θέλεις να πης;

— Το είπα.

— Τι είπες;

— Αυτό οπού είπα ίσα ίσα.

— Ήγουν;

— Ότι, αν ήμουν εις την θέσιν σου…

— Ε, και τι;

— Θα τα είξευρα όλα.

— Πιστεύεις;

— Και δεν θα μου διέφευγε τίποτε.

— Αλλά πώς θέλεις να το κατορθώσω εγώ αυτό;

— Δεν ειξεύρω.

— Τότε μη λέγης.

— Διαφέρει, αν ήμουν εγώ.

— Θα το κατώρθωνες;

— Βέβαια.

— Με ποίαν τέχνην;

— Δεν ειξεύρω.

— Αλλ' όμως;

— Αν ήτο τρόπος να ευρεθώ…

— Πού;

— Εις την θέσιν οπού ευρίσκεσαι.

— E, λοιπόν;

— Θα εύρισκα τότε μέσον.

— Λέγεις;

— Πιστεύω.

— Πολύ εύκολα το πιστεύεις.

— Διατί;

— Διότι απ' έξω όταν είνε κανείς …

— Καθώς συ;

— Καθώς συ.

— Δεν εκατάλαβα.

— Μακράν των πραγμάτων,

— Ναι, αλλ' είχες ειπή ότι και συ ήσο έξω.

— Άλλο πράγμα.

— Λοιπόν;

— Λέγω, όταν είνε κανείς μακράν… Ύστερα του φαίνονται όλα εύκολα.

— Αυτό;

— Όταν όμως είνε πλησίον…

— Τότε;

— Τα βλέπει όλα ζερβοδίμιτα;

— Ζερβοδίμιτα; είπεν ο Γύφτος. Τι θα πη;

— Ζερβανάποδα, ήθελε να πω.

— Α!

— Και μάλιστα εις εσέ…

— Τι;

— Θα εφαίνοντο πλέον ζερβά και πλέον ανάποδα..

— Ε, δα.

— Παρά εις κάθε άλλον.

— Διατί αυτό;

— Διότι θα τα ενόμιζες…

— Θα τα ενόμιζα;…

— Διά μαγείαν.

— Έτσι;

— Βέβαια.

— Πώς τούτο;

— Διότι αυτό λέγουν.

— Ποίοι το λέγουν;

— Ο κόσμος.

— Ε, και θα επίστευα εγώ τούτο.

— Ίσως.

— Αλλά τότε δεν θα είχα ανάγκην να ψάξω.

— Πώς;

— Διά να βεβαιωθώ με τα μάτια μου.

— Ε;…

— Έσωνε να παραδεχθώ τι λέγει ο κόσμος.

— Και ύστερα;

— Και δεν θα εζητούσα πληροφορίας.

— Λέγεις;

— Ούτε σε θα ερωτούσα.

— Όχι δα.

— Ούτε θα έλεγα τίποτε.

— Μη δα.

— Ούτε θα επιθυμούσα να είμαι στην θέσιν σου.

— Αυτά;

— Ούτε θα σου το έλεγα.

— Αλλά τι θάκαμνες;

— Θα εκύτταζα την δουλειά μου.

— Μήπως τώρα;

— Και δεν θα έβγαζα λόγον.

— Αλλά;

— Θα εσιωπούσα.

— Ναι;

— Και θα δάγκανα την γλώσσαν μου.

— Υπομονή.

— Και θα έσφιγγα τα δόντια μου.

— Ε, δα…

— Τι;

— Και θα το έκαμνες αυτό;

— Βέβαια.

— Στο Θεό σου;

— Αλήθεια.

— Αλλά… ξέχασα…

— Τι;

— Με συγχωρείς.

— Διά ποίον πράγμα;

— Είπα, &'στό θεό σου&.

— Ε, και σαν είπες;

— Εξέχασα.

— Τι;

— Ότι σεις οι Γύφτοι δεν έχετε.

— Τι πράγμα;

— Θεόν.

— Ε δα, μη, &τζάνουμ&..

— Πώς;

— Μη το λέγης αυτό, να σε χαρώ.

— Διατί;

— Μην ακούης τι λέγει ο κόσμος.

— Λοιπόν έχετε Θεόν;

— Βέβαια.

— Τότε έσφαλα.

Και ενταύθα ο διάλογος διεκόπη. Ο Μάχτος, όστις ήτο κολλημένος κάτω εις το έδαφος δεν ενόησε μεν ουδέν πλέον των ημετέρων αναγνωστών εκ της ανωτέρω συνδιαλέξεως, αλλ' ησθάνθη αμέτρητον ευτυχίαν. Ο πατήρ του και ο ξένος ωμίλουν περί άλλων πραγμάτων, και δεν διεπραγματεύοντο περί εκδόσεως της Αϊμάς εις γάμον, όπως είχεν υποπτεύσει ο νέος. Όθεν ανωρθώθη ηρέμα, προνοών και φειδόμενος μη καταλάβωσιν αυτόν ωτακουστήν επ' αυτοφώρω, εβώβανε τον κρότον των βημάτων του και απεμακρύνθη. Άλλως δε ήτο ανυπόδητος και το βήμα του ήτο φύσει ελαφρόν, πλειότερον δε ηδύνατο ν' ακουσθή η αναπνοή του ή τα βήματά του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

Δισταγμοί.

Παρήλθον πολλαί ημέραι. Ουδέν νεώτερον επισυνέβη. Τα πράγματα έβαινον ως το σύνηθες.

Και ο Μάχτος δεν είχεν εντελώς καθησυχάσει. Ο ξένος προσήδρευε πάντοτ' παρά την κάμινον του χαλκείου. Και τούτο μεν, καίπερ δυνάμενον να φανή αλλόκοτον, ουδεμίαν προυξένει ανησυχίαν. Αλλ' οι καθημερινοί περίπατοι αυτού μετά του γέροντος Γύφτου, και αι παρατεταμέναι κατά μόνας συνδιαλέξεις, εις ας ο Μάχτος δεν ηδύνανο πάντοτε να ωτακουστή, δεν άφηνον τον νέον να κοιμηθή ήσυχος.

Εν τη αμηχανία του ο Μάχτος διενοήθη να είπη τι εις την Αϊμάν περί του πράγματος. Αλλά δεν είξευρε πόθεν ν' αρχίση. Περίεργον ότι είχε καταληφθή υπό τόσης συστολής, οίας ηγνόει αν ήτο επιδεκτικός πρότερον. Ως να έμελλε να είπη κακόν τι προς αυτήν, τόσον εδίσταζε και εφοβείτο. Και όμως αυτό, όπερ ήθελε να τη ανακοινώση, ήτο τόσον επαινετόν, ώστε ουδείς λεπτολόγος ηδύνατο να τον ψέξη. Διότι τι άλλο θα τη έλεγεν, ειμή όσας είχεν υπονοίας, ότι ο πελάτης εκείνος είχε σκοπούς δι' αυτήν; Είχε τούτο τι το επίψογον;

Εσπέραν τινά η Αϊμά, ως συνήθως, ήτο εν τω κήπω. Ο Μάχτος είχε κυριευθή υπό πρωτοφανούς οκνηρίας και δεν ηδύνατο να εργασθή. Είχεν εξέλθει της καλύβης, και στηριχθείς επί του τοίχου έμενε σύννους. Από καιρού εις καιρόν έρριπτε βλέμματα προς τον κήπον. Έβλεπε μελαγχολικώς την Αϊμάν, ήτις επότιζε τας ρίζας των βοτάνων της, και δεν τον παρετήρει. Είτα ο νέος ήρχισε να περιπατή βραδέως, μεταξύ της καλύβης και του κήπου. Ίστατο κατά διαλείμματα και πάλιν δεν απεφάσιζεν. Επανελάμβανε δε τον περίπατόν του θλιβερώς.

Ο Μάχτος είχε κάμει απόφασιν, στερράν και αμετάτρεπτον, ως ενόμιζε, να ομιλήση την εσπέραν εκείνην προς την Αϊμάν. Αλλά φευ! ενόησεν ήδη ότι αι στερρόταται αποφάσεις είνε αι δυσεκτελεστόταται. Εν τη καρδία αυτού συνέβαινε τόσον σφοδρά πάλη, ώστε ήτο τω όντι θλιβερόν θέαμα να βλέπη τις την κατήφειαν της μορφής του. Και όμως οι μελαγχροινοί χαρακτήρες του ήσαν όχι άσχημοι. Ο Μάχτος ηδύνατο να φανή ανεκτός, αν μετρίως εκαλλωπίζετο. Είχε την συμμετρίαν των χαρακτήρων και την έκφρασιν του βλέμματος και το ήθος όπερ ονομάζουσί τινες των συγχρόνων «συμπαθητικόν» ελλείψει άλλης λέξεως δυναμένης να εκφράση ακριβέστερον το πράγμα. Αλλ' όμως μεθ' όλα τα φυσικά ταύτα δώρα, την στιγμήν ταύτην εφαίνετο άσχημος, με την σκαιάν εκείνην κατήφειαν του προσώπου. Ας φαντασθή τις πόσον ασχημότερος θα εφαίνετο, αν δεν είχε φύσει και μίαν ακτίνα καλλονής.

Βλέπων τις αυτόν, κλίνοντα την κεφαλήν προς το στήθος, συνεσταλμένος έχοντα τας οφρύς, μορφάζοντα κατά τας δύο άκρας του στόματος, στενάζοντα υποκώφως, μ' εσταυρωμένας επί του στήθους τας χείρας, με το πρόσωπον μεμελανωμένον και κάθιδρον, ημίγυμνον το στήθος και άχαριν τον ιματισμόν, θα ήρχετο εις πειρασμόν να τω είπη·

— Α, άσχημο λείψανο που θα κάμης, φίλε μου!

Τέλος ο Μάχτος, αφού εδίστασεν επί πολλήν έτι ώραν, εφάνη αίφνης ότι απεφάσισε, και ώρμησε προς τον κήπον με παράφορον βήμα. Διά της βεβιασμένης ταύτης σφοδρότητος ήθελεν, ως φαίνεται, να εμπνεύση θάρρος εις εαυτόν. Έφθασε λοιπόν εις τον κήπον. Αλλά της καρδίας του οι παλμοί επετάθησαν τόσον, και κατέστησαν τόσον βίαιοι, ώστε εκινδύνευσε να λιποθυμήση. Συγχρόνως δε τω επήλθε και ιδέα τις, ιδέα ην τω ενέπνευσεν η δειλία, υφ' ης κατείχετο.

— Ναι, έτσι είνε, είπε καθ' εαυτόν. Δεν ειξεύρω τίποτε βέβαιον. Δεν έχω αποδείξεις ακόμα. Δεν πρέπει να της ειπώ τίποτε. Αργότερα, όταν θα μάθω.

Και οπισθοδρόμησε. Κενόν τι έβλεπε και αυτός ότι είχεν ο συλλογισμός του. Συνεπλήρωσε δε την ιδέαν του ως εξής·

— Όχι δεν θ' αμελήσω. Ορκίζομαι να μάθω. Θα τους ακολουθώ παντού, θα γείνω ίσκιος τους, θα μάθω τι θέλει &αυτός&. Και όταν το μάθω, τότε θα της το είπω.

Αφού διενοήθη ταύτα, εξήλθεν εκ του κήπου.

Εν τούτοις η Αϊμά παρετήρησε τα τελευταία κινήματα του Μάχτου, και εστράφη προς αυτόν. Υπώπτευσεν ότι συνέβη τι.

— Τι είνε, Μάχτο; έκραξε.

Ο Μάχτος δεν ηδυνήθη ν' αρθρώση λέξιν.

— Τι θέλεις; επανέλαβεν η νέα.

— Τίποτε, εψέλλισεν ο Μάχτος αμηχανών.

— Τρέχει τίποτε;

— Όχι

— Διατί ήλθες και έφυγες ευθύς; επέμενεν η Αϊμά.

— Ήθελα να κόψω ένα λουλούδι, είπεν ο Μάχτος.

— Δεν κόβεις όσα θέλεις;

Και ο Μάχτος επανελθών εις τον κήπον έδρεψεν ίον τι.

— Αυτό μόνον ήτον; είπεν η νεάνις.

— Βέβαια αυτό.

— Και μ' ετρόμαξες.

— Σ' ετρόμαξα; όχι, Αϊμά.

— Πώς όχι;

— Δεν ήθελα εγώ να σε τρομάξω, Αϊμά, είπε χωρίς να εννοή τι έλεγε.

— Διατί λοιπόν έρχεσαι έτσι έξαφνα;

— Δεν θέλω εγώ το κακό σου, Αϊμά, επανέλαβεν ο νέος.

— Το ειξεύρω, Μάχτο, οπού δεν μου θέλεις κακόν. Αλλά διατί να γείνης παράξενος;

— Εγώ;

— Συ βέβαια.

— Εις τι απάνω;

— Έρχεσαι και φεύγεις έξαφνα, χωρίς να καλησπερίσης την αδελφήν σου.

— Ω, ναι, έχεις δίκαιον, Αϊμά, είπεν ο νέος. Συγχώρησέ με.

Ο Μάχτος εζήτει φιλόφρονας φράσεις και δεν εύρισκε. Δεν ήτο βεβαίως συνειθισμένος εις το να ομιλή επικαίρως, αλλ' ευτυχώς, αν και μηδεμιάς έτυχεν ανατροφής, ήτο απηλλαγμένος και πάσης βαναυσότητος περί την γλώσσαν. Η εργασία ήτο η μόνη ανατροφή, ην είχε λάβει παρά του πατρός του, αύτη δε ήτο, φρονώ, η αρίστη, ην ηδύνατο λάβη, και αύτη τον έσωζεν. Άλλως ήτο τόσον σκαιός και αδέξιος, όσον και ειλικρινής, και όχι μόνον δεν ηδύνατο να είπη ψεύδος, αλλ' ουδέ την αλήθειαν ηδύνατο να εκφράση, αν αύτη ήτο κολακευτική προς πρόσωπόν τι. Νέος προς νέαν, αγνός προς αγνήν, πένης προς άπορον, δεν ηδύνατο να έχη πλήμμυραν λόγων ουδέ φιλοφρονήσεων. Την καρδίαν του μόνην είχε, και αύτη δεν ηδύνατο ν' αναβή μέχρι των χειλέων.

Ο Μάχτος εστράφη προς την θύραν του κήπου όπως εξέλθη. Η Αϊμά τω είπεν·

— Έκοψες λουλούδια;

— Έκοψα.

— Πού είνε;

Ο Μάχτος έδειξε το μόνον άνθος όπερ είχε δρέψει.

— Αυτό μόνον; Κόψε και άλλα.

— Δεν θέλω.

— Κόψε και άλλα, επέμεινεν η νέα.

Ο Μάχτος κύψας έδρεψεν άνθη, και απήλθεν ευτυχής. Η αφελής αύτη εύνοια, η επιδειχθείσα προς αυτόν παρά της κόρης, τω εφάνη ως μειδίαμα αόριστον της τύχης, προοιωνίζον ευτυχίαν. Η αρχαϊκή αύτη λιτότης του αισθήματος, η ολιγάρκεια αύτη της επιθυμίας, ήτο λίαν χαρακτηριστική παρά τω απαιδεύτω εκείνω νέω. Εν τούτοις δεν παρετήρησεν ότι η νέα δεν τω έδωκεν άνθη με τας ιδίας αυτής χείρας, αλλά τω είπε μόνον να δρέψη. Αλλά τούτο ήρκει εις αυτόν.

Του λοιπού ο νέος κατελήφθη υπό τοσαύτης αιδημοσύνης, ώστε ουδ' ετόλμα να θεωρήση την Αϊμάν κατά πρόσωπον. Εκείνη τω ελάλει πάντοτε κυττάζουσα αυτόν ακλινώς, ούτος εταπείνου τους οφθαλμούς υπό το βλέμμα της. Ότε η Αϊμά είχεν εστραμμένον αλλαχόσε το βλέμμα, τότε ο Μάχτος την εθεώρει εξ εγκαρσίων και λαθραίως. Ησθάνετο δε ηδονήν θεωρών αυτήν ούτω. Τούτο απετέλει την δευτέραν ευτυχίαν του Μάχτου, ευτυχίαν συνεχή και λιτωτέραν έτι και της δρέψεως των ανθέων κατά παραγγελίαν αυτής. Περίεργον δε είνε ότι δεν ετόλμα ουδέ ν' αποδώση τουλάχιστον φανερώς την ευτυχίαν, ην τω επροξένει αύτη. Πριν ή ανακαλύψη το άγνωστον τούτο αίσθημα, εγίνωσκε να εκδηλοί διά μυρίων τρόπων την στοργήν αυτού προς την Αϊμάν. Μειδιάματα, φιλοφρονήσεις, γλυκείς λόγους, όλα δι' αυτήν τα είχε. Τώρα όμως έπαυσε και να μειδιά και να ομιλή προς αυτήν. Ενώπιον αυτής ήτο σύννους και κατηφής. Ότε όμως εκείνη ήτο απούσα, αν ευρίσκετό τις όστις να είπη κακόν λόγον εναντίον της, ο Μάχτος θα τον εφόνευε. Παρεμέριζεν ότε εκείνη διέβαινε, χωρίς να τη απευθύνη λόγον. Κοιμωμένης εκείνης, πάσα η μέριμνα του Μάχτου αφιερούτο εις το να προλάβη μήπως την ενοχλήση τις. Είχε δε μεταβληθή σήμερον και η τάξις του βίου εν τη καλύβη. Επειδή όλη η εργασία ήτο αφιερωμένη εις την μεγάλην παραγγελίαν του οψιφανούς πελάτου, δεν εξετέλουν πλέον συχνάς εκδρομάς προς πώλησιν, ουδ' ειργάζοντο από του μεσονυκτίου. Η εργασία ήρχιζε περί όρθρον βαθύν και διήρκει όλην την ημέραν.

Όσον διά τον ξένον, ούτος δεν έπαυε τας εκτενείς συνδιαλέξεις με τον Πρωτόγυφτον. Ο Μάχτος ενθυμείτο τον όρκον, ον είχεν ομόσει όπως ανακαλύψη το σχέδιον του ξένου, αν είχε τοιούτον ως προς την Αϊμάν, αλλ' η ατολμία αυτού ήτο πρόσκομμα. Νύκτα τινά μετά το δείπνον ο Πρωτόγυφτος και ο ξένος εξήλθον κατά το σύνηθες. Σημεία τινα είχον επισπάσει την προσοχήν του Μάχτου. Ο γέρος εφαίνετο κατεχόμενος υπό λογισμού τινος και ήτο σκυθρωπός. Ο ξένος τουναντίον ήτο φαιδρός. Ηστειεύθη με την Γύφτισσαν, προς ην έλεγεν αηδώς χαριεντιζόμενος ότι την ερωτεύεται. Η Αϊμά δεν ήτο παρούσα.

— Αλήθεια; έλεγεν η γραία. Με αγαπάς με τα σωστά σου;

— Καλέ τι λες; Δεν το πιστεύεις;

— Και τώρα πώς να κάμωμεν; έλεγεν η γραία προτείνουσα τους δύο οδόντας.

— Συ ευρέ τον τρόπον, μάτια μου.

— Να με άφηνεν ο γέρος μου, θα μ' έπαιρνες;

— Ακούς εκεί! φτάνει να θέλης.

— Και δεν μπορούμε να τον καταφέρωμε;

— Αυτό κεγώ προσπαθώ.

— Αλήθεια;

— Βέβαια. Δι' αυτό ομιλούμεν κάθε βράδυ.

— Κάθε βράδυ;

— Ναι. Έχω ένα μήνα οπού τον παρακαλώ.

— Δι' αυτό πηγαίνετε οι δύο σας μοναχοί και τα λέτε;

— Σωστά. Δεν το κατάλαβες;

— Πού να το καταλάβω; Και τον παρακαλείς να με αφήση;

— Με τόσα δάκρυα, είπεν ο ξένος ποιήσας χειρονομίαν.

— Και δεν τον κατάφερες ακόμη;

— Όχι. Σε θέλει.

— Τι με θέλει;

— Σε θέλει διά να ζεσταίνεται.

— Γου! έκαμεν η Γύφτισσα. Μη χειρότερα!

— Δεν με πιστεύεις;

— Αλήθεια, γέρο μου;

— Σκάσε, παληόστριγλα, είπεν ο Γύφτος. Χρου!… Γμου!..

Και ο ξένος ηναγκάσθη να παύση την παιδιάν.

Και αν δεν είχε σκοπόν ο Μάχτος ν' απέλθη προς κατόπτευσιν εκείνην την νύκτα, η περίστασις αύτη, ότι ηθέλησεν ο ξένος να μνημονεύση των νυκτερινών συνδιαλέξεων και να δώση εις αυτάς παίζων την ερμηνείαν εκείνην, ήθελε προκαλέσει την περιέργειαν αυτού, όθεν ευθύς ως εξήλθον, ηγέρθη και τους ηκολούθησεν.

Οι δύο καλοί σύντροφοι δεν απήλθον μακράν. Εκάθισαν εις άλλο μέρος, όπου εσχηματίζετο κοίλωμα μεταξύ των βράχων. Η περίστασις αύτη ήτο ευνοϊκή προς τους σκοπούς του Μάχτου, διότι ηδύνατο να κρυβή όπισθεν και ν' ακούη ανέτως τι έλεγον. Την δευτέραν ταύτην φοράν δεν ησθάνετο πλέον τόσον σφοδρούς τους παλμούς της καρδίας, όσον την πρώτην. Οι δύο ηρμοσμένοι φίλοι ωμίλουν λίαν σιγά. Τούτο ηύξησε την περιέργειαν του νέου. Ηδυνήθη δε ν' ακούση τινά εκ της συνδιαλέξεως.

— Ώστε είνε μαγεία χωρίς άλλο; έλεγεν ο Πρωτόγυφτος.

— Δεν είνε μαγεία, φίλε μου, είνε κάθε άλλο πράγμα. Μην πιστεύης και συ αυτάς τας ανοησίας.

— Τι πράγμα είνε, ειπέ μου. Εγώ, ξέρεις, καλά καλά δεν τα στοχάζομαι.

— Ο κύριός μου πιστεύει ότι ανεκάλυψε νέον Θεόν. Φαίνεται ότι ο παλαιός εγήρασε πολύ.

— Νέον Θεόν; είπεν ο Γύφτος. Και τι είνε αυτός ο νέος Θεός;

— Έχει είδωλα και τα προσκυνεί, είπεν ο ξένος.

— Και τι πράγμα είνε αυτά τα είδωλα;

— Τα είδωλα είνε αγάλματα οπού τα προσκυνούσαν οι αρχαίοι.

— Ποίοι αρχαίοι;

— Οι Έλληνες.

— Και πώς τα επροσκυνούσαν;

— Όπως οι χριστιανοί προσκυνούν τας εικόνας, μοι φαίνεται.

— Και σαν τι πράγμα είνε αυτά τα αγάλματα; Πες μου καλά να καταλάβω, διατί εγώ αργώ να μπω μέσα.

— Τα αγάλματα είνε κάτι μούτρα, κάτι φιγούραις πέτριναις, οπού παριστούν τους αρχαίους θεούς, τον Δία, τον Απόλλωνα, και τους άλλους δεν τους θυμούμαι.

— Λοιπόν, έχει τέτοια ο αφέντης σου και τα προσκυνεί;

— Σου το είπα. Και όχι μόνον τα προσκυνεί, αλλά τελεί και μυστήρια.

— Τι μυστήρια;

— Τα μυστήρια είνε, πώς να σου πω; κάτι πράγματα και φερσίματα κρυφά, οπού δεν είνε διά να τα βλέπουν ξένα μάτια.

— Και αυτήν την δουλειά κάνει ο αφέντης σου;

— Ναι. Και μαζεύει και άλλον κόσμον. Έχει μαθητάς.

— Πολλούς;

— Παραπολλούς. Και αυτοί είνε τα πρώτα ονόματα. Οι πλέον γραμματισμένοι της χώρας. Όλοι οι άρχοντες, όλοι οι πρόκριτοι, όλοι οι λογιώτατοι είνε με το μέρος του. Ο σκοπός του όμως είνε πολύ μακράν διά να επιτύχη.

— Διατί;

— Διότι έχει σκοπόν να διαδώση αυτήν την θρησκείαν εις όλον το έθνος.

— Αληθινά;

— Σωστά. Ο κύριός μου δεν χωρατεύει.

— Και αν το επιτύχη αυτό, τι θα κερδήση;

— Θα δοξασθή εις όλον τον κόσμον.

— Θα δοξασθή; Δεν το καταλαβαίνω εγώ αυτό.

— Πού να καταλάβης συ; Ημείς οι απλοί δεν εννοούμεν απ' αυτά. Εκείνος όμως δεν έχει άλλον σκοπόν παρά την δόξαν.

— Ειπέ μου καλά να καταλάβω τι θα πη δόξα.

— Δόξα θα πη, να έχουν να κάμουν όλοι δι' όνομά σου, κ' εκείνοι που σε γνωρίζουν κ' εκείνοι που δεν σε γνωρίζουν, και άμα σε βλέπουν να λέγουν: &Να, ο Πρωτόγυφτος!& Δόξα θα πη να σε ξέρουν και όσοι δεν σε είδαν, και όσοι είνε μακράν, εις άλλον τόπον. Δόξα θα πη να σε ξεύρουν όχι μόνον οι ζωντανοί αλλά και…

— Οι πεθαμένοι, είπεν ο Γύφτος· πώς γίνεται αυτό;

— Με συγχωράς, δεν το είπα καλά. Άλλο ήθελα να πω. Ήθελα να πω να σε ξεύρουν όχι μόνον όταν είσαι ζωντανός, αλλά και όταν θα είσαι αποθαμένος.

— Α! είπεν ο Γύφτος. Κατάλαβα.

— Καθώς είνε εις ημάς τους μικρούς όταν σφάλωμεν, όπου δείχτουν με το δάχτυλο και λέγουν· Να, &ο ποίσος, ο δείξος!& Όταν όμως κάμωμεν κανένα καλόν, κανένας δεν μας λέγει ούτε καλημέρα. Έτσι είνε εις αυτούς τους μεγάλους, είτε καλόν κάμουν είτε κακόν, δοξάζονται.

— Δοξάζονται, επανέλαβεν ο Γύφτος· κατάλαβα…

— Κ' εγώ επίτηδες το είπα, διά να καταλάβης. Ώστε βλέπεις, ότι αυτός ο κύριός μου δεν είνε μικρός άνθρωπος. Έχει τον διάβολον μέσα του. Σκοπεύει μεγάλα πράγματα να κατορθώση.

— Ναι, αλλά δι' αυτό δεν μας μέλει.

— Μας μέλει διά ένα άλλο πράγμα, και υπομονή. Κάθε λόγος με την σειράν του.

— Ακούω.

— Ο κύριός μου έχει πολλά και καλά χαρίσματα. Είνε άνθρωπος σοφός και δεν καταδέχεται να έλθη εις τα ταπεινά. Δεν έχει τα μικρά ελαττώματα των κοινών ανθρώπων.

— Το πιστεύω.

— Πρώτον είνε οπού δεν λέγει ποτέ ψεύματα. Δεύτερον δεν θέλει να κάμη κακόν εις κανένα. Τρίτον κάμνει καλόν, όσον ειμπορεί.

— Αυτό;

— Βέβαια. Έπειτα δεν λυπάται ποτέ τα χρήματα. Όχι μόνον δεν τα λυπάται, αλλά δεν τα εκτιμά ποσώς. Δεν τα βλέπει εμπροστά του ούτε ως λιθάρια. Τα καταπατεί ως χαλίκια. Πλειότερον εκτιμάς εσύ ταις σκωριαίς παρά εκείνος το μάλαμμα.

— Αληθινά; είπεν ο Γύφτος μετά θαυμασμού.

— Αληθινά, επανέλαβεν ο ξένος. Και είνε φυσικόν. Διότι εκείνος δεν ειμπορεί να έχη ανάγκην από χρήματα.

— Είνε δα πολύ πλούσιος, θα πη;

— Όχι ότι είνε πλούσιος. Αλλά ειμπορεί να έχη όσα χρήματα θέλει.

— Δεν το αγροικώ αυτό τι θέλει να πη.

— Θέλει να πη ότι δεν είνε πλούσιος με δικά του χρήματα, αλλά είνε με ξένα. Όσαις χιλιάδαις υπέρπυρα επιθυμήση, του τα στέλνουν οι φίλοι του.

— Ποίοι φίλοι του;

— Σου είπα ότι έχει με το μέρος του όλους τους μεγάλους. Και εκτός απ' αυτό είνε και ο ίδιος εις τον Μωρέαν άρχων. Είνε νομοθέτης του Μωρέως. Αυτός βάζει όλους τους νόμους εις τον τόπον αυτόν. Οπού θα πη απ' αυτόν εξαρτώνται οι νόμοι και οι προφήται. Λοιπόν ερωτάς ύστερα πού ευρίσκει τα χρήματα; Ο κύριός μου έχει χιλιάδαις χιλιάδων φλωρίων εις την διάθεσίν του.

— Μεγάλο πράγμα αυτό, είπεν ο Γύφτος στενάζων.

— Και δι' αυτό ο κόσμος δεν έχει άδικον να τον λέγη μάγον. Περισσότερον από τα άλλα όλα, τούτο μου φαίνεται να τον κάμνη μάγον. Διότι είνε άπορον πού τα ευρίσκει τα χρήματα.

— Λοιπόν είνε μάγος;

— Το είπαμεν, ότι αυτό λέγει ο κόσμος. Διότι τον βλέπουν και κάμνει μερικά πράγματα ανεξήγητα. Καθώς τα μυστήρια, όπου σου έλεγα. Και τι δεν λέγουν; Όλοι οι χωρικοί, αν πλησιάσουν εις εκείνο το μέρος, κάμνουν τον σταυρόν των. Όλα τα λαδικά καταρώνται κάθε ημέραν το όνομά του. Υπάρχουν οπού ορκίζονται ότι είδαν με τα μάτια των φαντάσματα σιμά εις το σπήλαιον. Εις όλα τα χωρία διηγούνται ότι ο κύριός μου υπέγραψε συμβόλαιον με τον διάβολον, να τον υπηρετήση πιστά εις τον κόσμον αυτόν και εις τον άλλον να πάρη την ψυχήν του. Και την υπογραφήν του ο κύριός μου την έβαλε με το αίμα του, καθώς λέγουν.

— Με το αίμα του;

— Ναι. Τώρα τι να πιστεύσης; Το σωστόν είνε ότι δεν ομοιάζει με τους άλλους ανθρώπους, και έχουν δίκαιον να του τα ψάλλουν αυτά. Και ενώ, καθώς σου είπα, κακόν εις κανένα δεν έκαμε, πάλιν δεν του θέλουν καλόν. Πού να έκαμνε και κακόν! Αλλά τον κατατρέχουν μόνον, διότι ο τρόπος της ζωής του δεν ομοιάζει με των άλλων ανθρώπων. Όπου να πας, δεξιά, αριστερά, παντού ο &Μάγος& ακούεις, &Ο Μάγος.& Ο μικρός λαός τον έχει γραμμένον εις μαύρο χαρτί. Καλόν κανείς δεν του λέγει. Όταν υπάγη το πρωί ο χωρικός εις την δουλειά του, και κάμη τον σταυρόν του, κοντά εις τα άλλα οπού θα παρακαλέση, θα είπη: «Γλύτωσέ με, Θεέ μου, από τον Μάγον». Όταν καθίση το μεσημέρι να γευματίση, θα ευχηθή να μη τον μπουκώση ο Μάγος, Όταν θα πλαγιάση την νύκτα, παρακαλεί να μην ίδη τον Μάγον εις το όνειρόν του. Όταν εξυπνήση την αυγήν, παρακαλεί να μην απαντήση τον Μάγον εις τον δρόμον και του φέρη δυστυχίαν. Εάν είνε καμμία γυνή έγκυος, εύχεται να μην ομοιάση με τον Μάγον το παιδί που θα κάμη. Αν είνε γάμος ή βάπτισις, ο σύντεκνος και οι προσκαλεσμένοι εύχονται να μη κάμη κακόν ο Μάγος εις τους νεονύμφους ή εις τον νεοφώτιστον. Αν είνε κανείς διά τον άλλον κόσμον και ψυχομαχή, εξορκίζουν με ευχάς και με θυμιάματα τον Μάγον, να μη τυχόν εμποδίση με την αόρατο παρουσίαν του τον μισοπεθαμένον, και δεν υπάγη κατευόδιον εις τον κάτω κόσμον. Τέλος αν βήξη κανείς ή πταρνισθή, ο πρώτος λόγος του άλλον οπού θα τύχη εκεί, δεν είνε το να ευχηθή υγείαν εις εκείνον που πταρνίζεται, αλλά «εξορκίζω σε, Μάγε». Και έτσι νομίζει ότι εξοφλεί από κάθε εναντίον.

Ο Γύφτος ήκουε χωρίς να ομιλή. Ο ξένος επανέλαβε μετά μικράν παύσιν·

— Σε βεβαιόνω, τον λυπούμαι καμμίαν φοράν τον δυστυχή τον κύριόν μου, δι' αυτά που υποφέρει αδίκως. Ενώ είνε τόσον καλός! Και έχει τόσα χαρίσματα!

— Κ' εγώ τον λυπούμαι, είπε ψυχρώς ο Γύφτος, ως να έλεγε· Μοι είνε αδιάφορον.

— Και δικαίως. Διότι είνε πολύ φιλάνθρωπος.

— Σωστά, είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Και δεν λυπάται τα χρήματα, ούτε ως άμμον.

— Το μεγαλείτερο αυτό είνε, είπεν ο Γύφτος, και ηκούσθη ο κρότος της γλώσσης επί των χειλέων του.

— Και ειμπορεί να δώση πολλά, να κάμη έναν άνθρωπον πλούσιον διά το τίποτε.

— Διά το τίποτε; αντήχησεν ο λάρυγξ του Γύφτου.

— Με μικράς υπηρεσίας και εκδουλεύσεις.

— Τι εκδουλεύσεις; ηρώτησε μετά μεγίστης περιεργείας ο Πρωτόγυφτος.

— Εκδουλεύσεις φιλικάς. Και όχι δυσκόλους. Ο κύριός μου ο ταλαίπωρος έχει καϋμόν, διότι ο κόσμος ο μικρός δεν του θέλει το καλόν του. Είνε αληθές ότι οι μεγάλοι είνε όλοι φίλοι του. Αλλά φαίνεται ότι αηδίασε πλέον να έχη όλο με μεγάλους να κάμη. Έπειτα δε τους έχει πάντοτε προθύμους εις την συναναστροφήν του. Ευρίσκεται αναγκασμένος να ζη πάντοτε εις την μοναξίαν, ένεκα οπού κανείς από τους γείτονας δεν θέλει να ζυγώση εις το σπήλαιον, και επιθυμεί την κοινωνίαν των ανθρώπων.

— Πρωτήτερα μου τον εψήλωσες πολύ, παρετήρησεν ο Γύφτος· τώρα άρχισες να τον κατεβάζης ολίγο παρακάτω.

— Είνε σωστόν, αλλά έτσι είνε τα πράγματα του κόσμου, είπεν ο ξένος φιλοσοφικώς. Εγώ τα έμαθα αυτά από τον κύριόν μου και δεν ξιππάζομαι. Όσον υψηλά και αν είνε κανείς, δεν ειμπορεί να έβγη έξω από την ανθρωπίνην φύσιν, ουδέ είνε ευχαριστημένος να ζη μοναχός του ως αγριόχοιρος. Η ψυχή του ανθρώπου αισθάνεται βαθύ σκότος και ερημίαν, όταν όλοι τον εγκαταλείπουν και ζη πάντοτε μόνος του. Κρίνε το από τον εαυτόν σου, αν θέλης.

— Δεν στοχάζομαι καλά, αλλ' έτσι πρέπει να είνε, απήντησεν ο Γύφτος.

— Λοιπόν βαρύνεται κανείς τον κόσμον αυτόν. Ποίος ειξεύρει πόσας κρυφάς και βαθείας πληγάς θα έχη ο καϋμένος ο κύριός μου, και πόσον θα πονή μέσα του.

— Και αυτό γίνεται.

— Λοιπόν αυτός είνε ο λόγος, οπού επιθυμεί την συναναστροφήν των μικρών ανθρώπων. Διότι όλοι τον αποφεύγουν, ως να είνε λωβιασμένος.

— Δεν υποφέρεται αυτό, είπεν ο Γύφτος.

— Εννοώ διατί αναστενάζεις, μάστορη, είπεν ο ξένος. Σου επροξένησα λύπην. Σε έκαμα ίσως να ενθυμηθής τους ιδικούς σου καϋμούς και τα βάσανα.

— Εγώ;

— Βέβαια. Διότι και η φυλή σας υποφέρει τα ίδια.

— Ποία φυλή;

— Η φυλή των Αθιγγάνων, είπεν ο ξένος. Δεν είνε αλήθεια ότι σας μισεί ο κόσμος;

— Αλήθεια είνε, είπεν εν αμηχανία ο Γύφτος.

— Και χωρίς καμμίαν αιτίαν…

— Χωρίς αιτίαν βέβαια.

— Διότι τι κακόν κάμνετε; Σεις είσθε τίμιοι, εργατικοί. Κανένα δεν πειράζετε. Κυττάζετε την δουλειά σας.

— Ναι, έτσι είνε, εψιθύρισεν αμηχανών ο Γύφτος. Χμου!… Γρου!…

— Ώστε, βλέπεις, είσθε ομοιοπαθείς με τον κύριόν μου. Και διά σας τουλάχιστον, υπομονή, παρετήρησεν ο ξένος, χωρίς να τον μέλη αν προσέβαλλε τον φίλον του, διότι είσθε κοινοί και εργατικοί άνθρωποι και δεν σας κακοφαίνεται και πολύ. Αλλ' εκείνος φιλόσοφος, άρχων, μεγάλος άνθρωπος! … Βέβαια πολύ θα δυσαρεστήται.

— Καθένας το ξέρει, είπεν ο Γύφτος. Χρου!…

— Ξεύρεις, μάστορη, οπού μου έρχεται μία ιδέα; είπεν ο ξένος αλλάξας τόνον.

— Τι πράγμα;

Όταν δύο είνε ομοιοπαθείς, καθώς ελέγαμεν, δεν παρηγορούνται ευκόλως;

— Δεν ειξεύρω τι θέλεις να πης, εμορμύρισεν ο Γύφτος.

— Λέγω, όταν δύο άνθρωποι έχουν ένα κοινόν πάθος, μίαν θλίψιν, ήτις να είνε και εις τους δύο ομοία, τότε με την συναναστροφήν ο ένας παρηγορεί τον άλλον.

— Ε, ύστερα;

— Λοιπόν, καθώς είνε τώρα η περίστασις, μου φαίνεται, δεν είνε άσχημον να κάμωμεν οι δύο μας ένα μικρό ταξείδι.

— Τι ταξείδι;

— Δεν είνε πολύ μακράν. Ολίγαις ώραις δρόμος. Και πιστεύω ότι έχομεν και οι δύο γερά πόδια.

— Διά πού; ηρώτησεν ο Γύφτος.

— Διά την κατοικίαν του αυθέντου μου.

— Να κάμωμεν τι;

— Θα ιδής. Μου φαίνεται, δεν είνε άσχημα, και δεν θα κακοπάθης.

— Πού τον ηύρες τον μουστερή!… είπεν ειρωνικώς ο Γύφτος. Εγώ τώρα, καθώς είμαι κουρασμένος, και είνε και νύχτα…

— Όχι τώρα, υπέλαβεν ο ξένος. Έχομεν καιρόν. Αύριον, μεθαύριον.

— Και τι δουλειά έχω, να πάγω εγώ εκεί; αντείπεν ο Γύφτος.

— Ίσως θα εύρης δουλειά, επέμενεν ο ξένος.

— Άλλην απ' αυτήν που κάμνω κάθε μέρα;…

— Εάν εύρης καλλίτερην, δεν την αφήνεις;

— Όχι, είπε σταθερώς ο Γύφτος.

— Με τα σωστά σου;

— Αμμή;…

— Λοιπόν την έχεις απ' αγάπη;

— Τι θαρρείς;

— Είσαι λοιπόν ερωτευμένος με το βαρειό και με τη βρεχτούρα!

— Χωρίς άλλο. Καθένας την τέχνη του πρέπει να την τιμά, και ας είνε και ταπεινή.

— Δεν λέγω. Έχεις πολύ δίκαιον.

— Τότε τι;

— Αλλά χωρίς να παύση να την τιμά, ειμπορεί να την αφήση εις τα γηρατειά, διά ν' αναπαυθή.

— Και αν αναπαύεται χωρίς να την αφήση; είπε φαιδρώς ο Πρωτόγυφτος.

— Είσαι λοιπόν αναπαυμένος;

— Τι θέλεις να σου πω; Δεν φθάνει ο νους μου μακρύτερα.

— Αυτό που σου είπα εγώ, επανέλαβεν ο ξένος, δεν θα είνε διά ν' αφήσης την τέχνη σου. Θα είνε διά να γείνη κάτι καλόν διά σε, καθώς πιστεύω.

Ο Γύφτος εσίγησεν. Ο ξένος επανέλαβε·

— Θα υπάγωμεν μίαν ημέραν εκεί, θα σε συστήσω εις τον κύριόν μου, και ποιος ξεύρει;… Ειμπορεί να βγη σε καλό.

— Εμείς οι παραμικροί, οι εργατικοί, είπε πανούργως ο Πρωτόγυφτος, δεν έχομεν να κάμωμεν τίποτα με τους άρχοντας και τους μεγάλους.

Ο ξένος ησθάνθη ως νύγμα τον λόγον τούτον του γηραιού Γύφτου και έμεινε σιγών επί τινας στιγμάς. Είτα επανέλαβε·

— Με εκδικείσαι, φίλε, δι' αυτό που σου είπα πρωτήτερα, αλλά δεν το είπα με κακόν σκοπόν. Αφού είνε έτσι, συμπάθησέ με.

— Όχι δα, δεν ξεύρω, είπεν ο Γύφτος.

— Και πάλιν, αφού δεν θέλεις, δεν ειμπορώ να σε βιάσω. Αν θέλης τα ξαναλέμε.

Ο Γύφτος δεν απήντησε δι' ενάρθρου φθόγγου, αλλ' ηκούσθη μόνον έν πεπνιγμένον &Χμου&, εξελθόν εκ του στόματός του. Συγχρόνως δε ηγέρθη.

— Πάμε τώρα, είπε.

— Πάμε, είπε και ο ξένος.

Και επέστρεψαν εις την καλύβην. Ο ξένος ηυχήθη την καλήν νύκτα και απήλθεν εις το κατάλυμά του, εγγύς της παραλίας κείμενον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Τα όνειρα του Μάχτου.

Ο Μάχτος έμεινε τελευταίος εις την κρύπτην του, προσδοκών μέχρις ου απομακρυνθώσιν οι δυο σύντροφοι. Βαθείαν αίσθησιν είχον εμποιήσει αυτώ αι προτάσεις και αι παρακελεύσεις του ξένου. Εσκέπτετο επί μακρόν, τι άρα εσκόπει ο παράδοξος εκείνος άνθρωπος, και ποίον συμφέρον ηδύνατο να έχη, όπως πείση τον Πρωτόγυφτον να μεταβή εις την κατοικίαν του μάγου, ή του άρχοντος, ως τον ονόμαζεν. Όσον άπειρος των πραγμάτων του κόσμου και αν ήτο ο Μάχτος, τω εφαίνετο, ότι τα πράγματα άτινα έβλεπε και ήκουε δεν ήσαν συνήθη, και μυστήριόν τι εκρύπτετο όπισθεν του προσωπείου, όπερ εφόρει ο ξένος. Ο Μάχτος εβασάνιζεν επί πολλήν ώραν την κεφαλήν του και την φαντασίαν του, προσπαθών να διίδη τι εν μέσω του σκότους, του εκτεινομένου προ των οφθαλμών αυτού. Εις μάτην. Ουδέν κατώρθου να μαντεύση. Μόλις τω εφαίνετο ότι έλαμπε φωτεινή τις ακτίς εις την όψιν του, και πάραυτα το σκότος επυκνούτο και καθίστατο δεινότερον.

Έμεινεν επί μακράς ώρας εις την θέσιν εκείνην, λησμονήσας εαυτόν. Η νυκτερινή δρόσος επήνεγκε νάρκην εις το σώμα αυτού, και κάρωσις τω επήλθεν. Ήτο μεσαία κατάστασις μεταξύ υπνοβασίας και εγρηγόρσεως, λήθαργος, νάρκωσις και ουχί ύπνος. Τότε αι ελπίδες ας είχε συλλάβει, οι φόβοι ους είχεν υποστή, αι εικόνες της φρίκης, τα ινδάλματα της ευτυχίας, εσωματώθησαν, έλαβον μορφήν και όψιν και παρήλασαν εν σχήματι ονείρων προ των οφθαλμών αυτού. Η πρώτη διαβάσα μορφή ήτο περικαλλής. Ήτο το πρόσωπον της Αϊμάς, λάμπον ως αστήρ, και το σώμα αυτής ευωδιάζον ως κρίνον. Τοιαύτην την έβλεπεν ο Μάχτος εις τους ονείρους του. Αλλά παρήλθε ταχέως, και το κενόν εξετάθη πάλιν παρελθούσης αυτής. Ο νέος έμεινε κεχηνώς, άναυδος, τεθαμβωμένος. Εψιθύρισε γλυκυτάτην τινά λέξιν, ήτις τω εφάνη ως φθόγγος υπερφυούς οργάνου. Την λέξιν ταύτην ουδέποτε ήθελε τολμήσει ο Μάχτος να προφέρη, αν ήτο εγρηγορώς. Αλλ' εις μάτην. Εκείνη έγεινεν άφαντος. Ο νέος την εκάλει, αλλά δεν ήρχετο πλέον. Ήνοιξε τους οφθαλμούς και ήτο σκότος. Έκλεισε πάλιν αυτούς ελπίζων ότι ήθελεν επανίδει την ποθεινήν εικόνα. Ουδέν. Εν τούτοις η γλυκεία εντύπωσις έμενεν. Ο νέος ήλπιζεν ότι ηδύνατο εισέτι να την επανίδη. Φευ! η Αϊμά έφευγε. Την είδε πάλιν, αλλά φεύγουσαν. Ήτο εντός πλοίου, όπερ ορμητικώς απεμακρύνετο εκ της παραλίας, ο δε Μάχτος, ως τω εφαίνετο, ίστατο όρθιος επί της ακτής, και την απεχαιρέτιζε μακρόθεν. Προσεπάθει δι' ατόλμων και επιμόνων σημείων και νευμάτων να ελκύση την προσοχήν της, όπως τον ίδη και τω αποδώση τον χαιρετισμόν. Αλλ' η Αϊμά δεν έβλεπε προς αυτόν. Η προσοχή της ήτο εις τα κύματα και εφαίνετο αναμετρούσα μετά τρόμου το πέλαγος, όπερ έμελλε να διαπλεύση. Το πλοίον απήρε. Τότε ο Μάχτος δεν εδίστασεν, αλλ' ερρίφθη εις τα κύματα. Το πήδημα όπερ τω εφαίνετο ότι είχε κάμει, δεν ίσχυσε να τον αφυπνίση. Άλλως δε ο Μάχτος επέμενεν εις το όνειρον τούτο, και δύναται τις να είπη, ότι αυτομάτως πως το κατεσκεύαζε μάλλον, ή ότι υφίστατο παθητικώς αυτό. Εφέρετο μεθ' ορμής εις το όνειρον τούτο και εκράτει αυτό σφιγκτώς. Εξηκολούθει δε να νήχηται ούτως επί πολύ. Και πράγματι ενήχετο, αλλ' ενήχετο εις το πέλαγος των ονείρων. Το πλοίον έπλεε, και ο Μάχτος έπλεεν. Εκείνο έφευγεν, αλλ' ούτος δεν ηδύνατο να το φθάση. Ο άνεμος φούσκωνε τα ιστία, και αι κώπαι υπεβοήθουν τον δρόμον του σκάφους. Ο Μάχτος μετεχειρίζετο ως κώπας τους βραχίονας και τους πόδας. Αλλά το πλοίον έφευγε και δεν ηδύνατο να το φθάση. Μετ' ολίγον ο Μάχτος έβλεπεν αυτό, με τα λευκά ιστία αναπεπταμένα, ως λάρον, επί του αμετρήτου κυανού πεδίου. Τότε ο κολυμβητής ευρέθη εν αμηχάνω θέσει. Το πλοίον είχε γείνει άφαντον έμπροσθέν του, και η γη είχεν ομοίως εξαφανισθή όπισθεν. Εστράφη και δεν είδε πλέον την ακτήν αφ' ης είχεν αναχωρήσει. Αχανές πέλαγος εξετείνετο εμπρός και οπίσω και πέριξ και εγγύς και πόρρω και πανταχού. Ησθάνθη ότι αι δυνάμεις του εξέλειπον κατ' ολίγον και ήρχισε να βυθίζηται. Πελώριον κύμα έπληξε τους οφθαλμούς αυτού, και επήνεγκε πνιγμόν εις τον λάρυγγα αυτού. Το σώμα του ήσπαιρεν. Ολίγου δειν επνίγετο. Ο τρομερός εκείνος κτύπος τον αφύπνισεν. Ησθάνθη ότι ήτο όλος βεβρεγμένος, και ήτο πραγματικώς. Αλλ' η υγρότης αύτη προήλθεν εκ του ιδρώτος της αγωνίας, και ο πνιγμός εκ των δακρύων της θλίψεως και των λυγμών, οίτινες διέσειον το στέρνον αυτού. Ο Μάχτος δεν επανήλθεν εντελώς εις την κατάστασιν του εγρηγορότος. Εκοιμάτο εισέτι. Έκλεισεν αύθις τους οφθαλμούς. Το όνειρον μετεβλήθη. Ενεφανίσθη υπό άλλην μορφήν. Είδεν ο Μάχτος τον ξένον, τον κακόν εκείνον δαίμονα, ως τον ενόμιζεν. Είδεν αυτόν και τον πατέρα του, ως τους έβλεπεν εν τη πραγματικότητι προ ολίγων στιγμών. Ήσαν ομού εν τω ονείρω, ως ήσαν και καθ' ύπαρ προ μικρού, αλλ' ουχί μόνοι. Τρίτον πρόσωπον ήτο μετ' αυτών. Το πρόσωπον τούτο ήτο άγνωστον εις τον Μάχτον. Ήτο γηραιός ανήρ ευπρεπής την περιβολήν και κόσμιος το ήθος. Εκάθητο ούτος επί σκίμποδος, οι δε δύο ίσταντο όρθιοι ενώπιον αυτού. Ωμίλουν και εχειρονόμουν. Τας χειρονομίας τας έβλεπεν, έβλεπε και τα χείλη των κινούμενα, αλλ' η φωνή των δεν ήτο ακουστή. Παράδοξον δε, διότι ο Μάχτος δεν ίστατο μακράν, αλλ' έβλεπεν αυτούς εκ του σύνεγγυς και ηδύνατο ν' ακούη. Αλλ' ως φαίνεται, η φωνή των δεν είχεν ήχον. Τούτο επίστευσεν ο Μάχτος εν τω παραλήρω, εν ώ διετέλει, διότι άλλως δεν ηδύνατο να ερμηνεύση πώς, ενώ ωμίλουν ενώπιόν του, δεν τους ήκουεν. Ο Μάχτος δεν επέμεινε πλειότερον εις την λύσιν του προβλήματος τούτου, και μετέβη εις άλλην απορίαν. Ηρώτα εαυτόν τις ήτο ο τρίτος ούτος και άγνωστος άνθρωπος, όστις ενεφανίζετο αποτόμως ούτω εις τας όψεις αυτού. Απωτάτη και συγκεχυμένη, ως ανάμνησις άλλου κόσμου, τω ήλθε τότε η ηχώ της εσπερινής συνδιαλέξεως, ην είχεν ακροασθή, και τω εφαίνετο ότι ο ξένος ούτος ίσως ήτο ο Άρχων, ή ο Μάγος, περί ου ωμίλουν εκτενώς οι δύο φίλοι.

Καθ' ον χρόνον ο Μάχτος διετύπου κατ' όναρ τας σκέψεις ταύτας, η σκηνή του ονείρου είχε μεταβληθή. Δεν ήσαν πλέον οι τρεις, και τέταρτον πρόσωπον είχε παρουσιασθή. Αλλά το πρόσωπον τούτο δεν παρήλθεν επί την σκηνήν άνευ προσωπείου. Ως φαίνεται, είχε λόγους να καλύπτη την μορφήν. Δεν επεθύμει να φαίνεται τις ήτο. Το πρόσωπον τούτο εφόρει πυκνόν πέπλον, μακρόν και ποδήρη, μεταπλάττοντα ου μόνον την μορφήν, αλλά και το σχήμα του σώματος και το ένδυμα. Ούτε αν ήτο ανήρ η γυνή ηδύνατο να διακρίνη ο Μάχτος. Οποία μετημφιεσμένα όνειρα! Πόσον επεθύμει ο Μάχτος να σχίση δι' ενός κινήματος τον πέπλον εκείνον, αλλ' ότε απεπειράθη να κινηθή, ενόησεν ότι τα μέλη του ήσαν δέσμια, και δεν ηδύνατο ν' ανορθωθή, ο εφιάλτης τον κατείχεν όλον και αμέριστον.

Μη δυνάμενος να ενεργήση με τας χείρας, ηναγκάσθη ο Μάχτος να σκέπτηται πλατωνικώς, όπως και πρότερον. Διηπόρει εν εαυτώ, προς τίνα σκοπόν το πρόσωπον τούτο επαρουσιάσθη ούτω βαθύπεπλον προ των οφθαλμών αυτού. Εβασάνιζε τον νουν του να εύρη τι εσήμαινεν ο πέπλος. Εβίαζε την μνήμην του να τω είπη αν είχεν ιδεί άλλοτε πεπλοφόρους ανθρώπους. Τέλος ανεμνήσθη ότι μόνον εις τους γάμους ήτο ενιαχού συνήθεια να στολίζωσι με τον αρνητικόν τούτον στολισμόν τας νεαράς νύμφας, όσαι επεθύμουν να έχωσιν ασπίδα τινά κατά των βλεμμάτων του κόσμου και να κρύπτωσι την συγκίνησιν και την αιδώ υπό το ύφασμα. Αλλ' έμελλε λοιπόν να τελεσθή γάμος υπό τας όψεις του, τόσον ευκόλως και προχείρως; Ο Μάχτος ησθάνθη φρικώδη οδύνην, Μη είνε η Αϊμά; είπε καθ' εαυτόν. Την έννοιαν ταύτην δεν ηδυνήθη να μεταβάλη εις λέξιν, την λέξιν δεν ίσχυσε να εκφέρη εις κραυγήν, και ο πέπλος αυτομάτως έπεσε. Το βλέμμα του νέου έπεσεν αρπακτικόν επί της μορφής εκείνης. Φρικώδες! Ήτο η Αϊμά. Δεν ηπατήθη. Τότε ο κλοιός της γλώσσης ελύθη, ο κύφων του σώματος διερράγη. Ο Μάχτος εξέπεμψε βρυχηθμόν λεαίνης και άμα ώρμησεν ως σκύμνος προς το θέαμα εκείνο. Ήλπιζεν ότι ήθελε σώσει την Αϊμάν εκ του βεβιασμένου εκείνου γάμου, διότι ως βεβιασμένον τον ενόμιζε. Συγχρόνως ο Μάχτος αφυπνίσθη.

Ευρέθη όρθιος και είδε μόνον το σκότος της νυκτός, όπερ περιέβαλλε πανταχόθεν αυτόν. Ούτε ανθρώπινον ον ήτο πού, ούτε συνέβη τι, ούτε ψόφος τις ηκούετο. Ενόησεν ότι είχε καταστή παίγνιον των ονείρων. Επανήλθεν εις την καλύβην λίαν κατηφής.

Ήναψε λύχνον και πλησιάσας σιγά εις την κλίνην, όπου εκοιμάτο αόρατος η Αϊμά, διότι το σανίδωμα την απέκρυπτεν από των βλεμμάτων, έτεινε το ους. Ήκουσε την ομαλήν και ηρεμαίαν αναπνοήν της νέας, ήτις εκοιμάτο ως αρνίον. Ο Μάχτος απεμακρύνθη όλος αιδήμων. Ησθάνθη πάλιν ευτυχίαν. Η Αϊμά ήτο εκεί και τα όνειρά του ήσαν όνειρα. Δεν ήσαν ταύτα αξιοπιστότερα, αν και φρικώδη, ή όσον είνε συνήθως τα μανιώδη όνειρα της ευτυχίας, άτινα οι εγρηγορότες καθ' εκάστην ονειρεύονται.

Ο Μάχτος δεν κατεκλίθη, φοβηθείς μη και πάλιν ονειρευθή τα αυτά. Διότι προυτίμα να ονειρεύηται χωρίς να υπνώττη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

Αι οδοιπορίαι.

Την επιούσαν ο ξένος δεν ήλθεν εις την καλύβην. Ο δε Πρωτόγυφτος ήτο όλην την ημέραν σκυθρωπός.

Ψυχρότης επήλθεν, ως φαίνεται, μεταξύ των δύο ηγαπημένων φίλων, μετά την τελευταίαν συνδιάλεξιν. Αλλ' ο ξένος δεν εμνησικάκει ευκόλως, και δεν έμελλε να είνε απών επί πολύν χρόνον. Την μεθεπομένην, άμα τη ανατολή του ηλίου, ο ξένος ηυχήθη την καλήν ημέραν εις τον Πρωτόγυφτον. Ούτος δε τον υπεδέχθη μετά φαιδρότητος.

— Και πώς δεν σε είδαμε ψες, τω είπε· τι έγεινες; Μας εκάκιωσες;

Το σημείον τούτο της ευπροσηγορίας ήρεσεν εις τον ξένον, και προσεπάθησε να κρύψη την χαράν του. Πριν ή απαντήση εις την ερώτησιν του Γύφτου, απήντησεν εις εαυτόν.

— Θα τον καταφέρω, είπεν ενδομύχως, βαθύτατα, εις τον πυθμένα της συνειδήσεώς του.

Ακολούθως απήντησε μεγαλοφώνως·

— Εψές δεν ήμουν εδώ.

— Και πού ήσουνα; ηρώτησεν ο γέρος.

— Υπήγα μ' ένα φίλον μου.

— Πού;

— Εις το ψάρευμα.

— Α, είσαι και ψαράς;

— Όχι, δι' ευχαρίστησιν μόνον.

Ο Βούγκος, όστις ήτο εις άκρον απονήρευτος, εκύτταξε κατά πρόσωπον εις τον ξένον. Ούτος παρετήρησε το βλέμμα αυτού.

— Τι είνε, Βούγκο; τω είπε· τι με κυττάζεις;

— Τίποτε, απήντησεν ο Βούγκος, βαρυνόμενος τους πολλούς λόγους, και μη θέλων να δυσαρεστήση τον ξένον.

Εν τούτοις ο Βούγκος εγίνωσκε μετά βεβαιότητος ότι εψεύδετο ο ξένος. Λίαν πρωί της προτεραίας, απομακρυνθείς εκ του χαλκείου ο Βούγκος, είχεν ιδεί τυχαίως αυτόν επί ημιόνου καθήμενον και βαδίζοντα προς τα μεσόγεια. Ο Βούγκος δεν είπε περί τούτου λέξιν εις ουδένα, διότι εβαρύνετο να ομιλή. Αλλ' όμως με όλην την ευθύτητα της καρδίας του, έλεγε, τώρα καθ' εαυτόν, ότι δεν υπήρχον δύο απαράλλακτοι άνθρωποι, αποτελούντες έν και το αυτό πρόσωπον, ουδέ είχεν ο φίλος ούτος την παράδοξον δύναμιν του να διαιρήται διχή, και ο μεν ήμισυς αυτού να οχήται επί ημιόνου και να οδοιπορή κατά γην, ο δ' έτερος ήμισυς να επιβαίνη επί λέμβου και ν' απέρχηται εις αλιείαν κατά θάλασσαν. Τούτο ο Βούγκος το ενόμιζεν αδύνατον. Αλλ' όμως εσίγησε.

Μετά δύο ή τρεις ημέρας, ο Λάκων (διότι ο ανήρ εκείνος ήτο γηγενής, ωνομάσαμεν δε αυτόν ξένον ελλείψει άλλου ονόματος) και ο Πρωτόγυφτος, δεν ήσαν πλέον εν τω χαλκείω. Είχον απέλθει εις εκδρομήν. Ουδείς μάρτυς αυτήκοος υπήρχεν, ίνα μαρτυρήση τι είχε συμβή μεταξύ των δύο. Εικάζεται όμως ότι ο Λάκων εύρε τα ισχυρότατα των επιχειρημάτων αυτού, όπως πείση τον γέροντα σιδηρουργόν ν' απέλθωσιν εις επίσκεψιν παρά τω Μάγω. Διότι, ως φαίνεται, ο Πρωτόγυφτος εκ στιγμιαίας ιδιοτροπίας ή σκαιότητος έφερε κατ' αρχάς δυσκολίας, αλλ' όμως το δέλεαρ το προσειόμενον αυτώ υπό του ξένου ήτο ελκυστικόν. Ο Λάκων εφρόντισε να εξάρη δι' όλης της στωμυλίας αυτού το μέγα εκείνο και μοναδικόν προτέρημα του &Άρχοντος&, όπερ τοσούτον εξετίμα ο Γύφτος, ήτοι την ελευθεριότητα.

Και επειδή ο Πρωτόγυφτος ηγάπα τους ελευθερίους, όσον εμίσει τους φιλαργύρους (όσον ώφειλον να μισώσιν αι δεισειδείς το κάτοπτρον, αν ήτο δυνατόν να πεισθώσι περί του πραγματικού της δυσμορφίας των), διά τούτο δεν είχε λόγον όπως αποστρέφηται τον άνδρα εκείνον, αφού μάλιστα δεν τον είχεν ακόμη γνωρίσει. Λοιπόν απήλθον ομού εις την επίσκεψιν ταύτην. Εν τω χαλκείω ηγνοείτο πού είχε μεταβή ο Πρωτόγυφτος. Λέγομεν ηγνοείτο, καθ' όσον δεν είχεν αναγγείλει πού υπάγει. Αλλ' όμως υπήρχε τις όστις δεν είχεν ανάγκην της αγγελίας ταύτης, όπως γινώσκη πού απήλθεν ο γέρων, και ούτος ήτο ο Μάχτος. Και ότι μεν ο Μάχτος εγίνωσκε το πράγμα, τούτο είνε σαφές. Αλλ' ίσως ώφειλε να το γνωστοποιήση και προς άλλον τινά, και τούτο τον εβασάνιζεν. Ο νέος εν τη συνειδήσει του ουδένα λόγον αναβολής εύρισκεν, όπως μη ανακοινώση και σήμερον προς την Αϊμάν τους φόβους, ους έτρεφεν από τοσούτου χρόνου. Αλλ' οπόσον επεθύμει να ήτο εύλογος η τοιαύτη αναβολή!

Η απουσία του πατρός του διήρκεσεν επί δύο ημέρας. Ο Μάχτος ήτο εις τα βασανιστήρια, άνευ ουδεμιάς υπερβολής. Διότι ποία άλλη βάσανος ηδύνατο να υπάρχη διά τον νέον μείζων της ηθικής βασάνου; Αλλ' όμως εν κεφαλαίω απεφάσισεν ο Μάχτος να είπη ό,τι ώφειλεν εις την νέαν κόρην. Εταλαιπωρείτο μόνον να εύρη τον τρόπον καθ' ον έμελλε να προβή. Εσχεδίαζε λέξεις και φράσεις, κατεσκεύαζε διαλόγους, προέβλεπεν ερωτήσεις, έπλαττε λύσεις αποριών. Τα πάντα εις μάτην. Αν επρόκειτο τουλάχιστον περί επιστολής (αλλ' εγίνωσκε γράμματα ο Μάχτος;) ηδύνατο να σχίση εκατοντάκις τον χάρτην μέχρις ου κατασκευάση το προοίμιον, και ούτω θα εύρισκεν άψυχόν τι πράγμα καθ' ου να εκχύση την οργήν του. Αλλά προκειμένου περί στοματικού διαλόγου, ποίον θετικόν σχέδιον ηδύνατο να καταστρώση ο Μάχτος, και επί τίνος πράγματος ν' ακονήση τον ζήλον του; Το προχειρότερον καταφύγιον, όπερ εύρισκεν, ήτο να κτυπά συχνάκις την κεφαλήν του με την πυγμήν, και ίσως δεν έπραττε κακώς, ουδ' ησθάνετο πόνον τινά εκ τούτου. Άλλως το μαρτύριόν του ήτο άληκτον. Απεμακρύνετο της καλύβης, και εκεί εμονολόγει, φανταζόμενος ότι ομιλεί προς την Αϊμάν περί του προκειμένου. Εκεί τουλάχιστον δεν ηδύναντο να τον ακούωσι. Μετά διημέρους αγώνας δεν είχε κατορθώσει ουδέ να ορίση την πρώτην λέξιν, ην έμελλε ν' απευθύνη προς την νέαν. Έλεγε, φέρ' ειπείν·

— Πώς ν' αρχίσω; Αϊμά, θέλω να σου πω. Όχι, &Αϊμά&, δεν πάγει. Θα της φανή χωριάτικο. Αδελφή μου, θέλω να σου μιλήσω. Όχι, &αδελφή μου&, δεν έρχεται καλά. Διότι δεν το συνείθιζα απ' αρχής. Και μήπως τάχα δεν είνε αδελφή μου; είνε ψεύματα; Δεν ανετράφημεν τάχα μαζύ; Εγώ θυμούμαι την ημέραν που μας την έφεραν εις το σπίτι μας, και την επήραν διά παιδί τους οι γονείς μου, ήτο μικρά, πολύ μικρά. Αυτή δεν θα το θυμάται. Εγώ ήμουν μεγάλος, θα είμαι ως τρία τέσσερα χρόνια μεγαλήτερος απ' αυτήν. Αυτή θα με νομίζη αδελφόν της, και έχει δίκαιον. Αδελφός της είμαι. Λοιπόν τι έλεγα; Ειμπορώ καλά να την ονομάσω αδελφήν. Αδελφή μου, ήθελα κάτι να σου πω. Πολύ καλά. Αδελφή μου μόνον, χωρίς το όνομα; Αδελφή μου Αϊμά, είνε καλλίτερα. Αδελφή μου Αϊμά, θέλω να σου μιλήσω. Αδελφή μου Αϊμά, ή Αϊμά αδελφή μου; ποίον είνε καλλίτερον από τα δύο; Κ' εγώ δεν ειξεύρω. Δεν είνε το ίδιον; Βέβαια το ίδιον θα είνε. Αλλά διατί μου φαίνεται πως είνε άλλο πράγμα; Ας ιδούμεν καλά, τι διαφοράν έχουν. Κάποια διαφορά πρέπει να είνε, διότι άλλο φαίνεται το ένα, και άλλο το δεύτερον. Αδελφή μου Αϊμά, τι θα πη; Θα πη ότι συ η αδελφή μου λέγεσαι Αϊμά. Αυτό δεν θα πη τάχα; Βέβαια αυτό. Και Αϊμά αδελφή μου τι θα πη; Θα πη ότι συ η Αϊμά είσαι αδελφή μου. Χωρίς άλλο αυτό θα πη. Και διά τούτο μου φαίνεται καλλίτερον. Διότι το άλλο, σένα, αδελφή μου, σε λέγουν Αϊμά, είνε ανόητον. Το ξεύρω θα μου πη κ' εκείνη, το ξεύρω πως με λέγουν Αϊμά, δεν έχω ανάγκη να μου το πης. Τότε τι θα της πω; Όσο και να σπάσω το κεφάλι μου, δεν θα ευρώ λέξιν να της αποκριθώ. Και τότε θα φανή η ανοησία μου, θα κοκκινίσω, θα τα χάσω, θα κοντεύση ο ανασασμός μου, η φωνή μου θα πιασθή, και θα φανώ ανόητος. Κρίμα σ' εμένα! Καλλίτερον, χίλια μερτικά ή καλλίτερον, είνε να την πω, Αϊμά αδελφή μου! Αλλά σαν μου πη έξαφνα, εσύ δεν συνειθίζεις να με λες, Αϊμά αδελφή σου. Τόσον καιρόν μ' έκραζες Αϊμά, και τώρα με λέγεις αδελφήν σου; Τώρα λοιπόν έμαθες πως είμεθα αδελφοί, διά πρώτην φοράν; Κεγώ, οπού επίστευα απ' αρχής πως είμεθα αδελφοί, ήμουν απατημένη; Πρέπει να είνε ψεύματα, διότι μου το λέγεις τώρα διά πρώτην φοράν. Τότε τι να της πω; Τότε θα της πω ότι τώρα σε αγαπώ… (ενταύθα η φωνή του Μάχτου ελάμβανε παράδοξον ήχον, όμοιον με στόνον ηδυπαθείας) πλειότερον παρά άλλην φοράν, και διά τούτο σε ονομάζω Αϊμά αδελφή μου. Ειμπορώ ποτε να το πω αυτό, αφού μόλις το είπα τώρα, και το μέτωπόν μου καίει έξαφνα; πόσον καίει! (ο Μάχτος έφερε την χείρα εις το μέτωπον). Ειμπορώ να το πω ενώπιόν της; Αν θυμώση; Αν λυπηθή; Αν αγριεύση; Η Αϊμά να αγριεύση; Η Αϊμά να θυμώση; Δεν ειμπορεί να θυμώση, αλλ' ειμπορεί να λυπηθή. Και τότε πώς θα την ικανοποιήσω; Είνε ποτε δυνατόν; Και την ζωήν μου όλην να θυσιάσω, και το αίμα μου να χύσω, δεν ειμπορώ να πληρώσω έν δάκρυ της. Αλλά τι λέγω; Δεν θα κάμω τίποτε. Είμαι εις απελπισίαν. (Μετά τινων στιγμών παύσιν, καθ' ην ο Μάχτος εστέναζε τοιούτους βαθείς στεναγμούς, οίους αι λόχμαι και αι φάραγγες μόνον ηδύναντο ν' αντηχήσωσιν, επανελάμβανεν): Ω, θάρρος. Δεν είνε τόσον μεγάλη απελπισία. Εδώ χρειάζεται ενέργεια. Αυτός ο άνθρωπος έχει κακόν σκοπόν διά την Αϊμάν. Εγώ πρέπει να την σώσω. Και ποίαν σωτηρίαν ειμπορώ να της κάμω, αφού δεν ειξεύρω τίποτε; Δεν πειράζει, θα μάθω. Τώρα, πρέπει ν' αρχίσω να ενεργώ. Ανάγκη να της είπω όσα ειξεύρω, και να μη τα κρύπτω. Τούτο είνε χρέος μου. Λοιπόν θα την φωνάξω εις τον κήπον… όχι, δεν πρέπει, αυτό είνε βάρβαρον. Δεν θα την κράξω εγώ να έλθη εις τον κήπον, θα φυλάξω την ώραν όπου θα ευρίσκεται εκεί. Αυτό είνε το μόνον σωστόν. Το άλλο δεν ταιριάζει. Πόσον ανόητος είμαι, συλλογίζομαι τώρα δύο ημέραις πώς ν' αρχίσω την ομιλίαν, με ποίας λέξεις, και το κυριώτερον είνε εις ποίον μέρος να την ευρώ, διά να της κάμω την ομιλίαν. Εις τον κήπον, όταν θα είνε εκεί μέσα. Ναι, αυτό είνε σωστόν. Αλλ' εις τον κήπον, την ώραν που θα ποτίζη τα λουλούδια της, να υπάγω κ' εγώ να της κάμω ενόχλησιν; Είνε τούτο πρέπον; Θα δυσαρεστηθή. Αλλά δεν θα υπάγω την ώραν όπου έχει εργασίαν, θα υπάγω εις άλλην ώραν. Αλλ' όμως η Αϊμά σχεδόν όλας τας ώρας έχει εργασίαν, δεν κάθηταί ποτε αργή. Ας είνε. Θα της ειπώ πρωτήτερα, τι ώρα θα είνε εις τον κήπον, χωρίς να κάμνη εργασίαν, διά να υπάγω να της ομιλήσω. Και τότε πώς θα της φανή; Θα την ξιππάσω άδικα. Θα λέγη, τι να με θέλη ο Μάχτος, τι έχει να μου πη; Διατί να της προξενήσω αυτήν την ανησυχίαν; Δεν είνε καλλίτερον να εμπώ εις τον κήπον, να την χαιρετίσω και να της πω· Αδελφή μου Αϊμά, συμπάθησέ με, παύσε μίαν στιγμήν την εργασίαν σου, έχω να σου πω κάτι; Να παύση την εργασίαν της; Και πώς ειμπορώ εγώ να της πω να παύση την εργασίαν της, ποίον δικαίωμα έχω; Δεν θα της φανή βάρβαρον αυτό; Δικαίως θα κακιώση, και θα με νομίση χωριάτην, θα ειπή μέσα της, ο Μάχτος δεν ξεύρει πώς να φέρεται, κρίμα! Και είνε αδελφός μου. Ύστερα εγώ τι θα πω; Βλέπω ότι του κάκου σπάνω το κεφάλι μου. Όσο συλλογίζομαι, τόσο χειρότερο το βρίσκω. Κύτταξε πόσον είμαι πίσω από τον άλλον κόσμο! Δεν ξέρω τι μου γίνεται. Να είξευρα πως δεν ειμπορούσα να βγάλω μίαν ιδέαν, δεν θα έκαμνα τόσον κόπον να συλλογίζωμαι, και να χτυπώ το κεφάλι μου τόσαις ώραις. Τι να γένη, το κεφάλι δεν αλλάζει. Τώρα πρέπει να πάρω μίαν απόφασιν. Διότι άλλως δεν ειμπορεί να γένη. Και αφού δεν ειμπορώ τόσον καιρόν να αποφασίσω τι θα της πω, το καλλίτερον είνε να μη συλλογίζωμαι τίποτε. Ας το αφήσω εις την τύχην. Ό,τι μου κατεβή εκείνην την ώραν, εκείνο θα της πω.

Ο Μάχτος, λαβών τέλος την ανωτέρω απόφασιν, ηρκέσθη εις τούτο και μόνον, δεν ηυτύχησε δε και να την εκτελέση. Την αυτήν εσπέραν ο Πρωτόγυφτος και ο συνοδοιπόρος του επανήλθον εκ της εκδρομής των.

Η Γύφτισσα ετόλμησε να ερωτήση τον σύζυγόν της πού είχε μεταβή και διατί δεν ανήγγειλε προς αυτήν ουδέν περί της απουσίας του.

Ο Πρωτόγυφτος ήρπασε την πρώτην πυράγραν, ην εύρε προχειροτέραν, και τη κατέφερε πληγάς. Ο Βούγκος σπεύσας εκράτησε την χείρα του πατρός του.

— Διατί την δέρνεις, πατέρα; είπε.

— Άφησε, Βούγκο, να βάλη γνώσι η παληόστριγλα. Χμου! Γρου!…

— Δεν την λυπάσαι, πατέρα;

— Μίαν οργυιά γλώσσα μου πετά έξω από το στόμα η πανούκλα. Γρου! Κμρου!…

— Πατέρα, δεν σου είπε τίποτε· σε ηρώτησε πού επήγες, είπεν ο Βούγκος. Πειράζει αυτό;

— Αυτή η λώβα θα μ' ερωτήση πού πήγα; Είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Και ποίος θέλεις να σ' ερωτήση;

— Δεν είνε δουλειά της ν' ανακατόνεται. Γρου!

— Έφυγες χωρίς να μας πης τίποτε, πατέρα, είπεν ο Βούγκος.

— Έπρεπε να πάρω θέλημα από σας; είπεν ο Πρωτόγυφτος.

— Δεν ειξεύραμεν πού ευρίσκεσαι.

— Ήτον ανάγκη να ξεύρετε; Εγώ πήγα εις την δουλειά μου.

Και ουδείς πλέον ετόλμησε να είπη λέξιν. Η δευτέρα απουσία του Γύφτου διήρκεσεν άλλαις τρεις ημέραις. Και πάλιν ο Μάχτος, παρά πάσας τας υπονοίας του δεν εθάρρησε να είπη τι εις την Αϊμάν. Δικαιολογών δ' ενδομύχως την ατολμίαν του προσεπάθει διά της βίας να πείση εαυτόν, ότι πας φόβος ήτο μάταιος, και αδίκως είχε βασανισθή.

Ότε επέστρεψεν εκ της δευτέρας εκδρομής ο Πρωτόγυφτος είχε μεταβεβλημένον το ήθος. Είδος τι υπερηφανείας αήθους έλαμπεν εις την όψιν του, και παρείχεν έκφρασιν εις τους τραχείς αυτού χαρακτήρας. Η ταλαίπωρος Γύφτισσα δεν ετόλμησε να τω απευθύνη ερώτησίν τινα. Εν τούτοις ο Βούγκος εκάλεσεν ιδιαιτέρως τον Λάκωνα και τω είπε·

— Θα σ' ερωτήσω ένα πράγμα.

— Λέγε.

— Ειξεύρεις ότι εγώ είμαι πονηρότερος από όσον φαίνομαι!

— Και τι με τούτο;

— Πολλαίς φοραίς καταλαβαίνω πολλά, αλλά δεν λέγω τίποτε.

— Έτσι έ;

— Την άλλην φοράν, όταν είχες λείψει διά μίαν ημέραν από εδώ, το ενθυμείσαι;

— Το ενθυμούμαι.

— Σε ηρώτησεν ο πατέρας μου, και είπες ότι είχες πάγει διά ψάρευμα.

— Ναι.

— Εγώ όμως σε είχα ιδεί που υπήγες, εις την ξηράν και όχι εις την θάλασσαν.

— Λέγεις;

— Και δεν ηθέλησα να πω τίποτε, διότι δεν μ' έμελε και τόσον.

— Ας είνε.

— Κατάλαβα όμως ότι δεν λέγεις όλαις ταις φοραίς την αλήθειαν.

— Και αυτό γίνεται.

— Τώρα θα σ' ερωτήσω κάτι άλλο.

— Λέγε.

— Πού υπήγατε δύο φοραίς με τον πατέρα μου;

Ο Λάκων εδίστασεν επί στιγμήν και είτα είπε·

— Δεν έλεγες τώρα ότι εγώ δεν λέγω πάντοτε την αλήθειαν;

— Ναι.

— Λοιπόν τότε τι μ' ερωτάς, αφού δεν ξεύρεις αν θα πω αλήθειαν;

— Σωστά.

— Και αν πρέπει να με πιστεύσης ή όχι;

— Βέβαια.

— Ώστε, αφού απ' αρχής με βγάζεις ψεύστην, τότε τι ειμπορώ να σου πω;

— Έχεις δίκαιον.

— Όμως εγώ θα σου πω, και αν θέλης, πίστευσε.

— Θα πιστεύσω.

— Με τον πατέρα σου πηγαίνομεν εις το χωριό το δικό μου.

— Και πού είνε αυτό;

— Τέσσαραις πέντε ώραις μακρυά απ' εδώ.

— Και τι κάμνετε εκεί;

— Αυτό κ' εγώ δεν το ξεύρω καλά καλά.

— Δεν το ξεύρεις;

— Βέβαια.

— Πώς γίνεται;

— Γίνεται.

— Τι θα πη;

— Για την ώρα, δεν ξεύρω τι κάμνομεν. Εις το μέλλον όμως ίσως θα κάμωμεν τίποτε.

— Τι πράγμα;

— Πάντοτε καλόν, και μην έχης κακήν ιδέαν, Βούγκο.

— Πώς θα με κάμης να πιστεύσω;

— Δεν ειμπορώ. Αφού πρώτα πρώτα με είπες ψεύστην.

Ο Βούγκος συνέστειλε τα χείλη, έσεισε την κεφαλήν και δεν εύρεν άλλην λέξιν να είπη. Άπορον δ' εφαίνετο και εις αυτόν ότι κατώρθωσεν ήδη να είπη τόσας, όπερ δεν ενθυμείτο αν συνέβη άλλοτε.

Η τρίτη απουσία του Γύφτου παρετάθη επί μίαν εβδομάδα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Μήτηρ και υιός.

Ήδη απεφάσισε τέλος ο Μάχτος να ομιλήση. Αλλά την στιγμήν καθ' ην είχε καταστρώσει τα σχέδια και ήτο πλήρης θάρρους, δεν ευρέθη κατά τύχην η Αϊμά παρούσα. Ο Μάχτος δεν την εύρεν ούτε εις τον κήπον ούτε εις την καλύβην και την εζήτει εις μάτην. Εσκέφθη ότι η Αϊμά θα ήτο πιθανώς εις το φρέαρ, και μετέβη εκείσε. Αλλά δεν εύρε την Αϊμάν. Περιήλθε τα μέρη εις όσα συνήθως μετέβαινεν αύτη προς εργασίαν. Ουδαμού Αϊμά.

Ο Μάχτος επέστρεψεν εις την καλύβην, ελπίζων ότι η νέα θα επανήλθεν ήδη αυτόσε και έμελλε να την εύρη. Απούσα η Αϊμά.

Ο νέος έκαμε και άλλον γύρον, και μετέβη προσέτι και εις όσους τόπους σπανιώτατα ευρίσκετο εκείνη, ουδ' είχε μεγάλην πιθανότητα ότι ήθελε την εύρει. Ώχετο η Αϊμά.

Τέλος επέστρεψε το δεύτερον εις την καλύβην, πεποιθώς ότι θα την εύρισκε τέλος. Αλλ' όμως δεν την εύρεν.

Αντί της Αϊμάς εύρε την Γύφτισσαν, καθημένην επί του ουδού. Είχεν εξηπλωμένα τα σκέλη, και απήλαυε την μακαρίαν άνεσιν, ην τη παρείχεν η αέναος και πυρετώδης φιλοπονία της νέας κόρης. Ότε είδε τον Μάχτον, οι δύο κρεμαστοί οδόντες, οίτινες συνέσφιγγον αδιαλείπτως το κάτω χείλος, υπεχώρησαν αυτομάτως, και αφήκαν το στόμα να μειδιάση το ιδιάζον αύτη μειδίαμα, όπερ μόνον ότε έβλεπε τον Μάχτον εσημείου το πρόσωπόν της.

— Πού ήσουνα, μικρέ μου; είπε.

— Μάννα, είπεν ανυπομόνως ο Μάχτος, μέσα είνε η Αϊμά;

— Όχι.

— Δεν είνε μέσα; επανέλαβε μη θέλων να πιστεύση.

Και διασκελίσας τον ουδόν, χωρίς να δώση καιρόν εις την μητέρα του όπως απομακρυνθή και τω αφήση ελευθέραν την δίοδον, εισήλθεν όπως βεβαιωθή. Εντούτοις μάταιον το κίνημα, η Αϊμά δεν ήτο εν τη καλύβη.

Ο Μάχτος συνέλαβεν άλλην τινά ελπίδα.

— Μην κοιμάται; είπε.

Και έρριψεν εις τον κοιτώνα της κόρης το δειλότατον και αιδημονέστατον βλέμμα, όπερ εξήλθέ ποτε εκ των οφθαλμών νεαρού Αθιγγάνου. Και τούτο μάταιον. Η Αϊμά δεν εκοιμάτο, έλειπεν.

Ο Μάχτος ησθάνθη ήδη μεγίστην ανησυχίαν. Τω όντι το πράγμα τω εφαίνετο σοβαρόν.

— Πού είνε η Αϊμά, μάννα; έκραξεν.

Η Γύφτισσα είχε νικήσει την ραστώνην, ήτις εδέσποζεν αυτής προ ολίγων στιγμών, και εισήλθεν εις την καλύβην.

— Δεν ξεύρω, απήντησεν απλώς.

— Δεν ξεύρεις; είπεν ο Μάχτος· δεν ξεύρεις πού είνε;

— Δεν ξεύρω, επανέλαβεν η Γύφτισσα.

— Με τα σωστά σου, μάννα; είπεν ο Μάχτος αδημονών.

— Τι έπαθες, μικρέ μου; είπεν η Γύφτισσα.

— Τι έπαθα; Η Αϊμά πού είνε;

— Πού θέλεις να είνε; Όπου είνε θαρθή.

— Αλλά λείπει πολλήν ώραν;

— Δεν ξεύρω πόσην ώραν λείπει, μικρέ μου, είπεν η Γύφτισσα.

— Και τι κάμνεις εδώ; Να μη ξέρης πότε έφυγε, και πού πάγει;

— Πού θέλεις να πάγη; Δουλειά θα έχη.

— Εγώ υπήγα παντού. Δεν είνε πουθενά.

— Δεν πειράζει. Αυτή μοναχή της φεύγει, και μοναχή της πάλι έρχεται.

— Αλλά εγώ την θέλω, επέμεινεν ο Μάχτος.

— Και τι την θέλεις;

— Θέλω να της πω.

— Της λες όταν έρθη.

— Και πότε θα έρθη;

— Όποτε θέλει.

— Λοιπόν, συ ως μητέρα, δεν φροντίζεις δι' αυτήν;

— Τι να φροντίσω;

— Την αφήνεις και πάγει όπου θέλει;

Ο Μάχτος ησθάνθη σπαραγμόν, και η τελευταία αύτη φράσις εκόπη εις δύο πριν ή εξέλθη εκ των χειλέων του. Μετά την ανησυχίαν, ην πρότερον ησθάνθη, τώρα του ήρχετο υπόνοια και ζηλοτυπία όλως αδικαιολόγητος.

— Και τι θέλεις να κάμω, μικρέ μου;

— Να σου λέγη πού θα πάγη, να το ξεύρης.

— Πού θα πάγη; Αυτή κάμνει όλαις ταις δουλειαίς.

— Αλλά δεν την ηύρα πουθενά.

— Τι την ήθελες;

— Θέλω να της 'πω.

— Τι να της πης;

— Αλλά τέτοια που είνε… είπεν ο Μάχτος έτοιμος να κλαύση.

— Τι έχεις, μικρέ μου;

— Τίποτε, είπεν ο Μάχτος συσταλείς.

— Έπαθες τίποτε;

— Όχι.

— Τι την θέλεις την Αϊμάν;

— Την ήθελα κάτι.

— Τι την ήθελες;

— Ήθελα να της ειπώ πράγματα…

— Τι πράγματα;

— Να την κάμω να έχη προσοχήν.

— Διά τι πράγμα;

— Διά το καλόν της, είπεν ο Μάχτος, και δεύτερον ρεύμα δακρύων τω επήλθε.

— Δεν ξεύρω τι έπαθες, μικρέ μου.

— Αλλ' αύτη δεν είνε εδώ, είπε παραπονετικώς ο Μάχτος.

— Και σαν δεν είνε, θάρθη.

— Πότε θάρθη;

— Το γρηγορώτερο.

— Και σαν δεν έρθη;

— Πώς γίνεται να μην έρθη;

— Ξεύρεις καμμιά φορά. Ωχ, μάννα μου, θαποθάνω…

Και κατενεχθείς επί του εδάφους, ήρχισε να κλαίη με αληθή δάκρυα.

— Σε καλό σου, μικρό μου, είπεν η Γύφτισσα υπέρ την κεφαλήν αυτού. Τι έχεις;

— Αχ Αϊμά! εστέναξεν ο Μάχτος.

— Μην κλαις, μικρέ μου.

— Πού να είσαι;

— Τι είνε πώπαθες, μικρέ μου; έλεγεν η Γύφτισσα.

— Η Αϊμά πού πάγει; επανέλαβε δεκάτην φοράν ο Μάχτος.

— Διατί κάμνεις έτσι, μικρό μου; Πες τι έχεις.

— Κ' εγώ ήθελα να της πω, έλεγεν ο Μάχτος χωρίς ν' απαντήση εις την Γύφτισσαν.

— Και τι ήθελες να της πης;

— Ήθελα να της πω να φυλάγεται.

— Τι να φυλάγεται;

— Να φυλάγεται απ' εκείνον τον άνθρωπον.

— Ποίον άνθρωπον;

— Εκείνον τον μουστερήν μας.

Ο Μάχτος ανωρθώθη, και ανένηψεν ολίγον. Αυθορμήτως δ' έσπευσε να είπη τας σκέψεις του προς την Γύφτισσαν.

— Αυτός ο άνθρωπος, μάννα, δεν έρχεται εδώ διά καλό.

— Πώς το ξεύρεις, μικρό μου;

— Το ξεύρω, είπεν ο Μάχτος.

— Και ποιος σου το είπεν;

— Εγώ το λέγω.

— Και διατί έρχεται;

— Έρχεται διά την Αϊμάν.

— Διά την Αϊμάν;

— Ναι.

— Της θέλει κακόν;

— Βέβαια.

— Και σαν τι κακόν της θέλει;

— Όλα τα κακά.

— Ποια είνε αυτά τα κακά, μικρέ μου; είπεν η Γύφτισσα.

— Θέλει να την πάρη.

— Να την πάρη;

— Βέβαια.

— Τι πάρσιμο είν' αυτό;

— Θα καταφέρη τον πατέρα μου, είπεν ο Μάχτος.

— Τόσο το καλλίτερον, είπεν η Γύφτισσα.

— Τι λες, μάννα; είπε τρέμων ο Μάχτος.

— Φτάνει να μη γυρεύη προίκα, είπεν η Γύφτισσα. Θα λείψη και ο μπελάς της.

— Αυτή που σου κάνει όλαις ταις δουλειαίς;

— Καλαίς είνε η δουλειαίς, Μα το &μούχτι& είνε πιο καλλίτερο.

— Ποιο &μούχτι&;

— Τα άσπρα, είπεν η Γύφτισσα, και ήστραψαν οι οφθαλμοί της, ως να έβλεπεν τω όντι άσπρα λάμποντα ενώπιόν της.

— Α! έτσι; είπεν ο Μάχτος αισθανθείς αγανάκτησιν. Θέλετε σεις να την πωλήσετε; Δεν σας μέλει τίποτε! Α, εντροπή!…

Ο Μάχτος ηγέρθη.

— Εγώ όμως δεν θα σας αφήσω, έκραξε. Διά πώλημα την είχατε τόσον καιρόν εδώ; Ο Θεός θα σας τιμωρήση…Και αν ο Θεός το δεχθή, εγώ δεν το δέχομαι…

Ο Μάχτος είχεν αλλοιωθή όλος απαγγέλλων τας λέξεις ταύτας. Το όμμα του έλαμπε παραδόξως, και το ανάστημά του ωρθούτο στιβαρώς. Τα δάκρυα είχον ξηρανθή επί της μορφής αυτού, και τα ίχνη αυτών εφαίνοντο επί των παρειών μεμιγμένα μετά της ασβόλης, ήτις συνήθως έχραινε το πρόσωπον αυτού. Η δε Γύφτισσα ουδέν ενόει εκ της αγανακτήσεως, ην εξέφραζεν η στάσις αύτη. Τον εθεώρει μετ' εκπλήξεως και δεν εύρισκε λέξιν να είπη.

Ο Μάχτος εξήλθεν εκ της καλύβης, καταλιπών αυτήν άναυδον.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

Αι δύο πληγαί.

Μέχρι τινός είχεν αποσπασθή εκ της διανοίας του Μάχτου η επί τη απουσία της Αϊμάς μέριμνα. Αλλ' άμα εξελθών, ανεμνήσθη ότι ώφειλε να φροντίση περί τούτου. Ήρχισε δρομαίως να βαδίζη επί της οδού της αγούσης εις την κώμην. Ότε προέβη πολλά βήματα, είδε συρροήν λαού, ανδρών, γυναικών και παίδων, αποφράττουσαν την δίοδον παρά τινα μάνδραν. Ετάχυνε το βήμα. Διαβάτης αποσπασθείς εκ του ομίλου ήρχετο προς αυτόν.

— Τι τρέχει; τον ηρώτησεν ανυπομόνως ο Μάχτος.

— Δεν ξεύρω κεγώ, απήντησεν ο διαβάτης. Γυναίκες, θαρρώ, μάλωσαν αναμεταξύ τους.

Ο Μάχτος εδιπλασίασε την ταχύτητα του βήματος. Να είνε τάχα η Αϊμά; ηρώτησε καθ' εαυτόν. Προσεγγίσας εις τον όμιλον επείσθη ότι δεν είχεν απατηθή.

Η Αϊμά, χωρίς ν' αναγγείλη εις την Γύφτισσαν, είχε φορτωθή προ δύο ωρών κάνεον πλήρες φορεμάτων και απήλθεν εις τον αιγιαλόν, σκοπούσα να πλύνη αυτά εις το αλμυρόν ύδωρ και ακολούθως να τα &ξεγλυκάνη&. Αλλ' ετιμωρήθη διά την καλωσύνην της. Ότε είχε τελειώσει το έργον και φορτωθείσα εκ νέου το κάνεον επανήρχετο εις τα ίδια, οι παίδες του δρόμου, ζητούντες διασκέδασιν, εύρον τοιαύτην εις το να λιθοβολώσι το κάνεον επί της κεφαλής αυτής, αμιλλώμενοι τις να φανή δεξιώτερος σκοπευτής. Ατυχώς λίθος τις εκτύπησε την Αϊμάν εις το μέτωπον. Η νέα ησθάνθη σκοτοδίνην, εκάθισεν εις το μέσον της οδού, κατεβίβασε τρέμουσα το κάνεον από της κεφαλής της, και προσεπάθει να επίσχη το ρέον αίμα. Ιδόντες το πάθημα οι παίδες ετράπησαν εις φυγήν και ήρχισαν να επιρρίπτωσιν εις αλλήλους την μομφήν του αδικήματος. Εν τούτοις παροδίτης τις εσπλαγχνίσθη την κόρην κλαίουσαν, και ήλθε πλησίον αυτής.

— Τι έχεις μικρά; τη είπε.

Η Αϊμά έδειξε την πληγήν της, ην συνέσφιγγε με την χείρα.

— Ποίος σ' εκτύπησε;

— Κάτι παιδιά, είπεν η Αϊμά.

Ο παροδίτης απέσυρεν εκ του θυλακίου το μανδύλιόν του και έδεσε το τραύμα της κόρης.

— Σηκώσου να πάμε εις το σπίτι σου, είπεν ο ελεήμων διαβάτης. Πού θέλεις να πάμε; Εγώ βαστώ το πανέρι σου με τα ρούχα.

Συγχρόνως από της άλλης άκρας της οδού ηκούσθησαν φωναί γυναικείοι, αραί, ύβρεις και βλασφημίαι.

— Να χαθής, κλέφτρα! Να χαθής! έκραζε νέα τις γυνή.

— Μεγάλο άδικο, και ο Θεός να σε κρίνη. Μαύρη φωτιά να σε κάψη και κακή ανάγκη να σε θερίση, απήντα γραία τις. Χαΐρι και προκοπή να μην ιδής, και σαν φείδι κολοβό να σέρνεσαι χάμου. Μεγάλο ξαφνικό να σ' ευρή και κακό μαντάτο να σούρθη, να κρένεσαι και να καίεσαι και μερωμό να μην έχης, όσο σου έκλεψα εγώ ρούχα. Ναι.

Η Αϊμά είχεν εγερθή και ο άνθρωπος εκείνος ηθέλησε να φέρη αυτός το κάνεον. Εν τούτοις η νέα δεν επείσθη και έλαβε το κάνεον υπό την μασχάλην της. Την αυτήν στιγμήν συνήντησε την γραίαν, ήτις έκρωζε τας ανωτέρω βλασφημίας. Ήτο δε αύτη η γνωστή Εφταλουτρού.

Άμα ιδούσα η Εφταλουτρού την νέαν, δεν παρετήρησεν ούτε το δέμα περί το μέτωπόν της, ούτε την οδύνην ην εξέφραζεν η μορφή της. Έν μόνον είδε. Το κάνιστρον με τα ενδύματα. Τότε δεν έχασε καιρόν, αλλ' έβαλεν ισχυράν κραυγήν, οποίαν μόνον νέα γυνή φωνασκός ηδύνατο να βάλη.

— Έλα εδώ! έκραξεν αγρίως η Εφταλουτρού προς την εκείθεν της αιμασιάς γυναίκα, ήτις εμέμφετο αυτήν επί κλοπή. Έλα εδώ να ιδής, ποιά σου έκλεψε τα ρούχα σου.

Ακούσασα την πρόσκλησιν ταύτην η άλλη γυνή δεν έχρηζε μεγάλης νοημοσύνης όπως εννοήση. Έσπευσε να φθάση εντεύθεν του φράκτου, και έρριψεν άπληστον βλέμμα επί του κανίστρου της Αϊμάς. Χωρίς δε να ερευνήση προσεκτικώτερον, ενόμισεν ότι εβεβαιώθη περί του πράγματος, διότι η σύμπτωσις κατέπληξεν αυτήν.

Ως φαίνεται, η γυνή αύτη είχεν ηπλωμένα ενδύματα προς στέγνωσιν επί τινος φράκτου, άτινα εκλάπηοαν, και αι υπόνοιαί της είχον πέσει επί της Εφταλουτρούς, περιπολούσης πάντοτε εκεί τριγύρω.

— Α! έκραξε· συ είσαι που ταις κάμνεις αυταίς ταις δουλειαίς, κυρά αρχόντισσα γυφτοπούλα; Μπράβο σου.

Η Αϊμά έμεινεν άναυδος. Δεν είξευρε τι να είπη. Εν τη παραζάλη ταύτη ελησμόνησε και το κάταγμα του μετώπου, όπερ έπαθε, προ μικρού.

— Μπράβο σου, δεν τώλπιζα· έκραξεν αύθις η γυνή.

— Εγώ; είπε μόνον η Αϊμά. Όχι.

— Αυτή είνε, αυτή είνε· επέμενεν η γραία Εφταλουτρού.

— Όχι, όχι· είπεν ο προστάτης της Αϊμάς. Αυτή δεν είνε τέτοια.

— Αυτή είνε, σου λέγω· έλεγεν η Εφταλουτρού. Και επέμενε διά νευμάτων και διά κτυπημάτων της ράβδου επί του εδάφους να βεβαιοί τους ισχυρισμούς αυτής. Είνε δε περίεργον ότι η Εφταλουτρού κατά την παρούσαν περίστασιν δεν εξεστόμιζεν ούτε ύβρεις, ούτε βλασφημίας. Αφού ανεκάλυψε τοιούτον θύμα τόσον ευάλωτον, και αφού είχε πράγματα υπό τας όψεις της, οι πολλοί λόγοι τη εφαίνοντο κενός και μάταιος ήχος.

— Αυτά είνε, επέμενε λέγουσα, αυτά. Δεν βλέπεις τα ρούχα;

Η γυνή ουδ' έλαβε τον κόπον να παρατηρήση μετά προσοχής τα ενδύματα, αν ήσαν τα εδικά της. Και αν υπήρχεν ομοιότης ή διαφορά, δεν ήτο ικανή, παραφερομένη υπό του θυμού, να εξακριβώση τούτο. Τέλος τα φαινόμενα έπειθαν αυτήν να επαναλαμβάνη·

— Μπράβο, κυρά γυφτοπούλα, είσαι και τέτοια; Ποιος το πίστευε;

— Όχι, έλεγεν η Αϊμά, όχι. Αυτά τα ρούχα είνε εδικά μου.

— Κύτταξε, κυρά, είπεν ο ανήρ ο συνήγορος της Αϊμάς, κύτταξε να ιδής αν ήνε τα ίδια. Αυτή η νέα φαίνεται φρόνιμη, δεν πιστεύω να σου έκλεψε.

— Αυτά είνε τα ρούχα, έλεγε προπετώς η Εφταλουτρού, λησμονούσα ότι δεν ήτο έργον αυτής να βεβαιώση το πράγμα. Αυτά είνε τα ρούχα, τα έκλεψε.

— Και πώς πετιέσαι εσύ, γρηά; είπεν ο ξένος. Από πού ξεύρεις ότι τα έκλεψε;

— Τέτοια είνε αυτή, τέτοια, επέμενεν η γραία, αγωνιζομένη να κρατή την νέαν γυναίκα υποχείριον, διότι εφοβείτο μη αύτη μεταπεισθή.

Το παίρνεις στην ψυχή σου, γρηά; επανέλαβεν ο ξένος.

— Στην ψυχή μου και στη συνείδησί μου, απήντησεν η Εφταλουτρού, θέτουσα δραματικώς την χείρα επί του στήθους.

Τοσαύτην δε πεποίθησιν ενέφαινε το ήθος αυτής και ο λόγος, ώστε και αυτός ο αυθόρμητος συνήγορος της Αϊμάς ήρχισε να κλονίζεται. Επί τέλους δεν εγνώριζε την νέαν και ήτο ενδεχόμενον να είνε και κλέπτρια, όπως εβεβαίου η Εφταλουτρού. Ήρκει ότι περιέδεσε με το μανδύλιόν του το τραύμα της δυστήνου κόρης, ήρκει ότι είπεν ένα καλόν λόγον προς υπεράσπισιν αυτής, και ηδύνατο ευλόγως να νομίζη ότι εξεπλήρωσε το χρέος του. Του λοιπού ας εμερίμνα αυτή περί εαυτής.

Η γραία ιδούσα τον δισταγμόν του ξένου, ενόησεν ότι έπρεπε να επιμείνη όπως κερδίση την δίκην.

— Είμαι ογδώντα τριών χρόνων, είπε, και ψέμμα ακόμα ως τώρα δεν εβγήκεν από τα χείλη μου. Σας λέγω ότι αυτά είνε τα ρούχα.

— Και πώς τα ξεύρεις ότι είνε αυτά; ηρώτησεν ο ξένος

— Τα είδα απλωμένα.

— Και το πανέρι πού ευρέθη; Είνε και αυτό της κυράς;

— Δεν ξεύρω διά το πανέρι, ειμπορεί να είχεν αυτή, η Γυφτοπούλα, πανέρι με ρούχα δικά της. Και επειδή θα ήτον μισοάδειο, επήρε και τα ξένα ρούχα διά να το απογεμίση.

Εις τον ξένον οι τελευταίοι λόγοι της Εφταλουτρούς δεν ενέπνευσαν την αυτήν εμπιστοσύνην. Τω εφάνη ότι διέγνω πανουργίαν.

— Άμε στο καλό, γραία, δεν λες αλήθεια.

— Αλήθεια λέγω, είπεν η Εφταλουτρού απτόητος.

— Δεν ειμπορώ να πιστεύσω.

Εν τω μεταξύ η νέα γυνή είχεν αρπάσει από των χειρών της Αϊμάς το κάνεον με τα ενδύματα και έφυγεν. Η παιδίσκη διατελούσα εν σκοτοδίνη δεν ηδυνήθη ναντιστή, ουδ' απεπειράθη τούτο.

— Έτσι δα, αρχοντοπούλα γύφτισσα, έκραξε μανιώδης η γυνή. Μου τα πήρες, σου τα παίρνω. Είμεθα ίσα ίσα.

— Πώς παίρνεις τα ρούχα; έκραξεν ο ξένος ορμήσας να αρπάση το κάνεον. Αλλ' η γυνή είχε διασκελίσει ήδη τον φράκτην και έτρεχεν εις την οικίαν της.

— Καλά έκαμεν, είπεν η γραία χαιρεκακούσα. Άλλη φορά να βάλη γνώσιν αυτή.

Την τελευταίαν λέξιν επρόφερεν η Εφταλουτρού μετ' ανεκφράστου μίσους. Η δύστηνος Αϊμά είχε χάσει τοσούτον τας δυνάμεις της, ώστε τα πάντα τη εφαίνοντο όνειρον. Ούτε διά λόγου ούτε δι' έργου ηδύνατο να υπερασπισθή. Ησθάνετο πικρίαν, ησθάνετο πόνον. Εις τον τόπον είχον συρρεύσει δέκα ή δεκαπέντε άνθρωποι, παροδίται ή γείτονες. Η αισχύνη επίεζεν αυτήν ως σιδηρούς χλοιός. Τη εφαίνετο ότι είχε πίει χολήν και όξος. Οι οφθαλμοί της έπασχον διαλείψεις σκότους και φασμάτων, τα ώτα της εβόμβουν δυσήχως και φοβερώς. Τα γόνατά της εκάμφθησαν, και έπεσεν ως σωρός επί του εδάφους.

Την στιγμήν εκείνην έφθασεν ο Μάχτος τρέχων και πνευστιών. Δι' ενός βλέμματος είδε την ταραχήν και τον πόνον της Αϊμάς, είδε το δέμα όπερ έφερε περί το μέτωπον και έπεσε παρ' αυτήν έξαλλος.

— Τι έχεις, Αϊμά; είπεν.

Η νεάνις δεν ηδυνήθη να αρθρώση λέξιν, είδε μόνον τον Μάχτον και εφάνη ως να μη τον εγνώριζε.

— Τι έπαθες, Αϊμά: επανέλαβεν ο νέος.

Ο υπερασπιστής της Αϊμάς έσπευσε ν' απαντήση αντ' αυτής.

Της έσπασε το κεφάλι μία πέτρα.

— Ποιος; Ποιος την έρριξεν; έκραξεν ο Μάχτος περιβλέπων απειλητικώς.

— Κανένα παιδί του δρόμου, είπεν ο ξένος, την έρριξε κ' έφυγε.

— Α, αδελφή μου, είπεν ο Μάχτος, και υπό τον οίκτον ον εξέφραζεν η λέξις αύτη διέλαμπεν είδος τι χαράς.

— Είνε αδελφή σου; είπεν ο ξένος.

Αδελφή μου, απήντησεν ο Μάχτος. Σηκώσου, Αϊμά, να πάμε στο σπίτι. Σου πονεί πολύ;

— Όχι, είπεν η Αϊμά, αρχίσασα να συνέρχηται εις εαυτήν.

Συγχρόνως δε απηύθυνε προς τον ξένον νεύμα τι· το νεύμα τούτο δεν ενόησεν εκείνος, είχε δε την εξής έννοιαν·

— Μη λέγης τίποτε εις τον Μάχτον διά το πανέρι με τα ρούχα.

Ευτύχημα δε ήτο ότι ο ξένος δεν ενόησεν, Αν ενόει, ήθελε χάσει πάσαν αγαθήν υπόληψιν περί της Αϊμάς, διότι η φυσικωτάτη ερμηνεία, ην ηδύνατο ν' αποδώση, θα ήτο, ότι η νέα ήτο τω όντι ένοχος κλοπής, και δεν ήθελε να περιέλθη το αίσχος της εις γνώσιν του αδελφού της.

Άλλως δε, εις ουδένα των παρόντων επήλθεν η ιδέα να είπη εις τον Μάχτον τι είχε συμβή· ευλόγως περιέμενον πάντες να ομιλήση η νέα. Αλλ' αύτη εσίγα. Το πλήθος κατείχετο υπό μεγίστης περιεργείας. Ουδείς ηδύνατο να προΐδη ότι ήθελεν αποσιωπήσει η Αϊμά τα συμβάντα.

Εν τω μεταξύ η Εφταλουτρού, χωρίς μηδείς να την παρατηρήση, είχε λάβει την ράβδον της υπό μάλης, είχεν οξύνει το βήμα της και έφυγεν ηρέμα, κλίνουσα με την ετέραν των πλευρών προς την γην. Τούτο συνέβη από της πρώτης στιγμής καθ' ην ενεφανίσθη ο Μάχτος. Το πλήθος έμενε με στόματα κεχηνότα και περιέμενε την εξήγησιν. Αξιοσημείωτον δε είνε πως η Εφταλουτρού, ούσα εκ των κυριωτάτων προσώπων της σκηνής κατώρθωσε να εκφύγη χωρίς οι θεαταί να παρατηρήσωσι τούτο. Αλλ' η γραία αύτη ήτο εξ εκείνων των προσώπων, άτινα ευκόλως εισδύουσι πανταχόσε, και ευκόλως πάλιν εξαφανίζονται.

Ο Μάχτος έλαβε την Αϊμάν από του βραχίονος και την εβοήθησε νανορθωθή.

— Πάμε, αδελφή μου.

— Πάμε, είπεν η νέα.

— Εμείς σ' εχάσαμεν τόσην ώραν, Αϊμά. Δεν μου λες πού ήσουν;

— Υπήγα εις δουλειά, εψέλλισεν η Αϊμά.

— Εις τι δουλειά;

— Να πλύνω.

Την στιγμήν ταύτην η προσοχή του πλήθους επετάθη τα μέγιστα. Περιέμενον πάντες νακούσωσι την ιστορίαν, ης είχον γείνει αυτόπται, εν τούτοις. Αλλά το διαφέρον εστρέφετο εις άλλο σημείον. Επερίμενον να ίδωσι τον θυμόν του Μάχτου, ίσως και απόπειράν τινα βιαίαν αυτού, και ούτω το σκανδαλώδες και περίεργον του πράγματος θα εξηκολούθει παριστώμενον εις μήκος. Ποίαν καλλιτέραν ψυχαγωγίαν ηδύναντο να εύρωσι τόσοι άνθρωποι; Και αν είχε τις εξ αυτών εργασίαν, προθύμως ήθελε την αφήσει όπως ψυχαγωγηθή. Πολλώ μάλλον αν ήσαν αργοί.

— Να πλύνης; επανέλαβεν ο Μάχτος.

— Ναι, είπεν η Αϊμά.

— Και πού είνε τα ρούχα που έπλυνες;

— Τα άπλωσα σιμά 'στη βρύσι, είπεν η Αϊμά, προτιμήσασα να ψευσθή.

Το πλήθος ήκουσε μετ' απείρου εκπλήξεως τον λόγον τούτον. Προφανώς η «Γυφτοπούλα» αυτή ήτο όχι μόνον κλέπτρια θρασεία, αλλά και ψεύστρια αναιδής. Τούτο ήτο αυταπόδεικτον και ψηλαφητόν προς πάντας. Τα πειστήρια έκειντο προ οφθαλμών. Τις ηδύνατο να τολμήση ναμφιβάλλη; Η Αϊμά κατεδίκαζεν εαυτήν. Ήτο αυτοκατάκριτος. Εάν άγγελος εξ ουρανού ετόλμα να παρουσιασθή όπως είπη ότι δεν ήτο αληθές τούτο, ουδείς θα τον επίστευε. Πας τις ηδύνατο ευκόλως να διαψεύση αυτόν, μεθ' όλην την ουρανίαν καταγωγήν του.

Και αυτός ο υπερασπιστής της Αϊμάς επείσθη ήδη περί του πράγματος. Εκύτταζε να ίδη την Εφταλουτρού, όπως αιτήση παρ' αυτής συγγνώμην διότι την είχεν υποπτεύσει. Αλλ' η Εφταλουτρού είχε γείνει άφαντος και, ως φαίνεται, δεν ηγάπα τους θριάμβους.

Εν τούτοις ο ξένος, όστις ήτο ειλικρινής και δεν ηδύνατο να υποφέρη τα ψεύδη, παρετήρησεν ατενώς την Αϊμάν, και τη είπε·

— Στη βρύσι, είπες, τα άπλωσες τα ρούχα, 'σ τη βρύσι;

Η Αϊμά τω απηύθυνεν ικετικόν βλέμμα. Αλλ' εκείνος το απέκρουσεν.

— Είνε αλήθεια ότι τα άπλωσες τα ρούχα 'στη βρύσι; επανέλαβεν αδυσωπήτως.

— Ναι, εψέλλισε τρέμουσα η Αϊμά.

Ο ξένος εδίστασε, και είτα εκίνησε τους ώμους και απεμακρύνθη λέγων·

— Τι με μέλει εμένα, το κάτω κάτω;

Ο Μάχτος συνέλαβεν υποψίαν τινά. Αλλ' απείχε πόρρω του να φαντασθή τι είχε συμβή.

— Τι τρέχει, Αϊμά; Τι σου έλεγε;

— Τίποτε, είπεν η Αϊμά.

Ο Μάχτος δεν επέμεινεν. Ησθάνετο την ανάγκην ναπομακρυνθή εκείθεν ίνα αποφύγη το οχληρόν εκείνο πλήθος αυτός και η αδελφή του.

Απεμακρύνθησαν δε βραδέως, αλλά το πλήθος τους ηκολούθησε διά του βλέμματος. Ήσαν δε πάντες ειπέρ ποτε πεπεισμένοι ότι η Αϊμά ήτο κλέπτρια. Τα βλέμματα άτινα αντήλλασσον προς αλλήλους τοιαύτην είχον έννοιαν, και ηδύναντο να διερμηνευθώσι διαλογικώς ούτω·

— Α, τι ξετσιπωσιά!

— Του διαβόλου η γύφτισσα.

— Δεν την μέλει τέσσαρα.

— Έκλεψε και δεν θέλει να το πη.

— Και τι ψεύτρα!

— Μπροστά 'στά μάτια μας να πη φοβερό ψεύμα!

— Τέτοιοι είνε, αυτοί οι Γύφτοι!

— Κατηραμένη φυλή.

— Κλέφταις και ψεύταις.

— Άθεοι.

Και το πλήθος διελύθη. Έκαστος δε απεκόμιζεν ως λάφυρον έν ράκος εκ του διαρραγέντος πέπλου της αθωότητος. Έκαστος έφερεν ένα λίβελλον εκ των σκληρών ψόγων κατά της πτωχής παιδίσκης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

Η αγορά και η πώλησις.

Την νύκτα, την μετά την αυτήν εκείνην ημέραν, καθ' ην συνέβησαν τα ανωτέρω εκτεθέντα, δύο άνδρες οδοιπόρουν εν μέσω δάσους πιτύων, οκτώ ή δέκα μίλια μακράν της Μονεμβασίας. Φθάσαντες εις μέρος τι επίπεδον, κατέβησαν από των υποζυγίων εφ' ων εκάθηντο και ήρχισαν να συνομιλώσιν. Ο έτερος ήτο ανήρ εξηκοντούτης, λίαν σοβαρός το ήθος και κόσμιος την αναβολήν. Εκ πρώτης όψεως, αν και ήτο νυξ, το δε φέγγος της σελήνης μόλις κατέβαινε διά των πυκνών κλώνων των δένδρων εις τας δύο ταύτας μορφάς, εκ πρώτης όψεως ηδύνατό τις να νοήση την διαφοράν, την απόστασιν, το χάσμα, όπερ υπήρχε μεταξύ των δύο τούτων ανδρών. Ο Πρωτόγυφτος επέβαινεν εφ' ημιόνου, και εκάθητο επί του σάγματος αυτού μετά τόσης συστολής και δισταγμού, ως να μη είχε βεβαιότητα περί του πράγματος. Ο δε συνοδοιπόρος αυτού εκάθητο επί ίππου όλως αγερώχως και εφαίνετο δεξιός ιππεύς. Ότε επέζευσαν, ο Πρωτόγυφτος εβάδισε παρά τον συνοδοιπόρον του σχεδόν κεκυφώς, ούτος δε είχεν όρθιον το ανάστημα. Πάντα τα κινήματα του Γύφτου εφαίνοντο αβέβαια και συγκεχυμένα. Τα δε κινήματα του ξένου είχον το ευχερές, το άφροντι και αβίαστον, όπερ ιδιάζει εις τους ανθρώπους τους συνειθισμένους να άρχωσι. Τοιούτος ήτο ο συνοδοιπόρος του Γύφτου. Εκάθισεν ούτος υπό δένδρον τι. Ο Γύφτος έμεινεν όρθιος. Ο ξένος προσεκάλεσεν αυτόν να τον μιμηθή. Ο Γύφτος επέμεινε να μείνη όρθιος, και τότε ο ξένος ηναγκάσθη να μετέλθη έκτακτόν τι μέσον, να σύρη αυτόν εκ της χειρίδος, ίνα τον βιάση. Ο Γύφτος δεν ηδύνατο ν' αντιστή επί πλέον, και υπήκουσεν.

— Ελέγαμεν λοιπόν, μάστορη; είπεν ο ξένος με καθαράν φωνήν.

— Τι διατάττει ο άρχων, είπεν ο Γύφτος με φωνήν υποτρέμουσαν

— Να μην έχης κανένα δισταγμόν, είπεν ο άρχων.

— Τι θέλει ο άρχων;

— Επείσθης ότι σου θέλω το καλόν σου;

— Με την ψυχήν μου, είπεν ο Γύφτος.

— Και δεν δύναμαι να σου φέρω ποτέ δυστυχίαν;

— Βέβαια.

— Λοιπόν διστάζεις;

— Όχι.

— Τι σοι είπεν ο Θεόδωρος χθες;

— Ό,τι τον επρόσταζεν ο άρχων μου.

— Ώστε ενόησες πολύ καλά;

— Βέβαια.

— Επανάλαβε ό,τι σοι είπε, διά να ίδω αν ενόησες.

Ο Πρωτόγυφτος έξυσεν ολίγον την κεφαλήν, υπετονθόρυσε με τον λάρυγγα έν πεπηγμένον &γρου χμου!& και είτα είπεν·

— Ειμπορεί να μη τα καταφέρνω καλά. Αν ήθελεν ο άρχων να με βοηθήση

— Λοιπόν πρέπει να τα είπω εγώ αντί σου;

— Αν αγαπά ο άρχων.

— Υπομονή τότε. Ειξεύρεις ότι αυτήν την στιγμήν φθάνει εδώ ο Θεόδωρος να μας εύρη;

— Ειξεύρω

— Και δεν θα είνε μόνος του.

Ο Πρωτόγυφτος εκύτταζε τον ξένον απορηματικώς.

— Θα είνε με δύο οπλισμένους ανθρώπους, επανέλαβεν ο άρχων.

— Με δύο ωπλισμένους; αντήχησεν υποκώφως η φωνή του Γύφτου.

— Ναι.

— Δεν το είξευρα.

— Και εν ανάγκη θα γείνουν τρεις, τέσσαρες, ημίσεια δωδεκάς

— Το πιστεύω.

— Δεν μας είνε δύσκολον.

— Ειξεύρω ότι ο άρχων έχει εξουσίαν εις τον τόπον.

— Διότι την απέκτησα.

— Βέβαια.

— Ώστε δεν έχεις δισταγμούς.

— Αλλ' ας μοι είπη ο άρχων…

— Δεν εφάνης πρόθυμος, φίλε, εις εκείνα τα όποια σοι είπεν ο υπηρέτης μου Θεόδωρος.

— Πώς το λέγει ο άρχων;

— Έδειξες προθυμίαν;

— Ναι.

— Τότε δεν έχομεν καιρόν να χάνωμεν.

— Έχει δίκαιον ο άρχων.

— Λοιπόν ας ανακεφαλαιώσωμεν.

— Ναι.

— Τι σοι είπεν ο Θεόδωρος;

— Μοι είπε…

— Τι;

— Μοι είπεν ότι ο άρχων…

— Ότι ο άρχων;

— Ότι ο άρχων έχει ανάγκην…

— Ο άρχων δεν έχει ανάγκην, είπεν αγερώχως ο ξένος.

— Δεν ειξεύρω να μιλήσω καλά, ετραύλισε συνεσταλμένος ο Γύφτος.

— Δεν πειράζει. Ήθελες να είπης ότι ο άρχων επιθυμεί.

— Ναι, αυτό ήθελα να είπω, εψέλλισεν ο Πρωτόγυφτος.

— Καλά. Βλέπεις, όταν θέλης, δύνασαι να ομιλής ελληνιστί, είπεν ο άρχων.

— Όταν μου τα λένε, τα διορθόνω, είπεν ο Γύφτος.

— Και τούτο καλόν. Λοιπόν, ο άρχων επιθυμεί;…

Ο Πρωτόγυφτος εφαίνετο ότι είχε μεταξύ του λάρυγγος και της γλώσσης του φραγμόν τινα, και δεν ηδύνατο να εξέλθη η λέξις. Ο άρχων τον ώκτειρε, και δεν επέμεινεν.

— Ας είνε, είπε, σε απαλλάττω του κόπου. Αλλ' όμως είνε αληθές ότι έφερες δυσκολίας.

— Δυσκολίας; επανέλαβεν ο Πρωτόγυφτος.

— Και πολλάς δυσκολίας. Αλλά διατί, σε παρακαλώ;

Ο Γύφτος εσίγα.

— Μήπως σου θέλω εγώ κακόν; Διατί δεν έχεις εμπιστοσύνην εις εμέ;

— Εγώ; το ενάντιο, είπεν ο Γύφτος.

— Και όμως δεν έχεις εμπιστοσύνην.

— Ο Θεός να μη το δώση!

— Διατί τότε δεν θέλεις ν' αποφασίσης;

— Ξεύρω κ' εγώ; είπεν ο Πρωτόγυφτος, αρχίσας να εκφράζη τους δισταγμούς, ους υπηνίττετο ο άρχων.

— Διατί να μη θέλης να κάμης με το καλόν έν πράγμα, ενώ εγώ δύναμαι άλλως να σε βιάσω να το κάμης;

— Αυτό θα ήταν το καλλίτερο, είπε θρασυδείλως ο Γύφτος.

— Λοιπόν θέλεις με την βίαν; είπεν απειλητικώς ο άρχων.

Ο Γύφτος δεν απήντησε.

— Ποίον φόβον έχεις; Όταν εγώ σε βεβαιώ ότι ουδείς θα πάθη.

Και πάλιν ο Γύφτος εσίγα.

— Ουδείς θα πάθη, επανέλαβεν ο άρχων, ούτε συ ούτε ο οίκος σου.

— Άμποτε, είπεν ο Γύφτος.

— Ούτε ο οίκος σου ούτε η γυνή σου ούτε τα τέκνα σου.

Ενταύθα ο Γύφτος έκαμεν άκων κίνημά τι της κεφαλής.

— Ούτε τα τέκνα σου, επανέλαβεν εμφαντικώς ο άρχων, και δεν ψεύδομαι. Ούτε αυτή η ιδία θα πάθη τι.

Ο Γύφτος εκάλυψε το πρόσωπον με τας δύο χείρας.

— Τω όντι είσαι αξιολύπητος, είπεν ο άρχων. Αξιολύπητος όχι διότι επίκειται κατά σου δυστύχημα τι· περί τούτου ουδείς φόβος. Είσαι αξιολύπητος μόνον διότι δεν θέλεις να πεισθής, και ουχί δεν θέλεις, αλλά δεν δύνασαι, δεν έχεις την ικανότητα να πεισθής. Ως προς τούτο δεν σε κατακρίνω.

Ο άρχων μου είνε δίκαιος, εψιθύρισεν ο Γύφτος, και αποκαλύψας το πρόσωπον, εθεώρει τον άνδρα τούτον με ήθος τι δεισιδαιμονίας και θάμβους μεστόν.

Έχεις δίκαιον να μη δύνασαι να εννοήσης, επανέλαβεν ο άρχων. Ειξεύρεις συ τους σκοπούς μου; Όχι. Εγώ όμως δύναμαι να σοι τους είπω. Δύναμαι να σοι είπω τι φρονώ, τι μελετώ και τι σκοπώ, όπως δύναμαι να το είπω προς το δένδρον τούτο, προς τον βράχον εκείνον και προς την μητέρα Γην. Διότι όπως τα άψυχα ταύτα πράγματα δεν δύνανται να με προδώσωσιν, ούτω και συ δεν δύνασαι να με προδώσης. Διότι δεν έχεις ούτε ακοήν όπως ακούσης ούτε φρένας όπως νοήσης ούτε φωνήν όπως λαλήσης. Άκουσον, και ας αντηχήσωσιν αι άγνωστοι αύται λέξεις εις τη ερημίαν ταύτην, ας θροήσωσι μετά της αύρας και μετά του θρου των φύλλων, ας ηχήσωσι μετά του άσματος των νυκτερινών πτηνών, ας αναμιχθώσι με τον κρότον του χειμάρρου, με το κελάρυσμα του ρύακος και με τον κικκαβισμόν της ερημικής γλαυκός. Ας ενωθώσι με τας πνοάς της φύσεως, ας υψωθώσι μετά των ατμών και των μύρων των ανθέων, ας εξαπλωθώσι μετά των νεφών και της ομίχλης, ας κατενεχθώσι μετά των ανέμων και των υετών επί της γης. Η ώρα έφθασεν. Αρκετοί αιώνες παρήλθον. Θέλω ν' αναγεννηθή η ανθρωπότης. Αιώνες κακοδαιμονίας κατησωτεύθησαν μάτην επί της γης, ώραι ευδαιμονίας ηριθμήθησαν μάτην. Η στιγμή αύτη είνε επίκαιρος. Θέλω ν' ανακαινισθή το ανθρώπινον γένος.

Και ο ξένος, τοσαύτα ειπών, διεκόπη αποτόμως. Εφάνη ότι μετενόησεν εφ' οις είχεν ειπεί. Ίσως συνησθάνθη ότι αι εκφράσεις αύται, ριπτόμεναι ούτως εική προς ιδιώτην άνθρωπον, ηδύναντο να νομισθώσι γελοίαι. Αλλά τας είχεν ειπεί. Έλεγε ταύτα προς άνθρωπον μηδέν εννοούτα, κατά προτίμησιν, ουδέν δε ήθελεν ειπεί προς αυτόν αν ενόει. Έλεγε ταύτα αυτομάτως χάριν εαυτού και μόνου, ελησμόνει δε την παρουσίαν του Γύφτου, και δεν εθεώρει αυτόν ως ακροατήν.

Εν τούτοις ο Γύφτος, αν δεν ηκροάτο λογικώς, ήκουεν όμως φυσικώς τας λέξεις ταύτας, και τω ενεποίησαν ίλιγγον. Υπέκειτο εις το συναίσθημα του ονειρευομένου, όστις βλέπει καθ' ύπνον υπερφυή πράγματα. Ενώ τω φαίνεται κατ' όναρ ότι βαδίζει επί λείας και ομαλής οδού, αίφνης ευρίσκει υψηρεφή τοίχον ενώπιόν του. Υπερφυής τις άνθρωπος, πελώριος γίγας, Τιτάν, παρουσιάζει προ των οφθαλμών αυτού έν όρος, όπερ κρατεί ευκόλως εις την χείρα, και το φυτεύει εκεί ενώπιόν του, του κόπτει αποτόμως την οδόν, και δεν δύναται να προβή. Τοιούτον όρος εφύτευε προ των ποδών του ταλαίπωρου Γύφτου ο μεγαλορρήμων εκείνος άνθρωπος. Ο δυστυχής Γύφτος δεν ηδύνατο ν' αναρριχηθή επ' αυτού.

Μετ' ολίγας στιγμάς ο ξένος είχε πραϋνθή και ταπεινώσας τον τόνον ήρχισε να λέγη·

— Δεν πειράζει, φίλε μου, αν δεν εννοής. Επειτα είνε και περιττόν να εννοήσης. Αρκεί να συνεννοηθώμεν εις όσον το κατά σε.

Ο Γύφτος εθεώρει ατενώς.

— Τώρα ο Θεόδωρος φθάνει. Ιδού ακούω τα βήματα.

Τω όντι δε βήματα ηκούσθησαν και τρεις άνδρες ενεφανίσθησαν αίφνης. Οι δύο ήσαν χωρικοί εκ των πέριξ μερών, και έφερον ξίφη και τόξα. Ο τρίτος ήτο ο γνωστός ημίν Λάκων, ον ο άρχων ωνόμαζε Θεόδωρον.

— Ήλθες, Θεόδωρε! είπεν ο άρχων άμα ιδών αυτόν.

— Ιδού εγώ, αυθέντα, απήντησεν ο Θεόδωρος.

— Και ποίας ειδήσεις μοι κομίζεις;

— Παντού ησυχία, άρχων μου.

— Έρχεσθε κατ' ευθείαν εκ Σπάρτης;

— Ναι.

— Και τι εμάθετε εκεί;

— Έν μόνον σπουδαίον, είπεν ο Θεόδωρος.

— Το ποίον;

— Λέγουν ότι οι Τούρκοι πολιορκούν την βασιλεύουσαν των πόλεων, είπεν ο Θεόδωρος με συγκεκινημένην φωνήν. Συγχρόνως δε απεκάλυψε την κεφαλήν, καθ' ην στιγμήν επρόφερε τας δύο λέξεις: «βασιλεύουσαν των πόλεων». Ήτο έθος συχνόν παρά τω λαώ της Ελλάδος κατά τον χρόνον εκείνον.

— Το είξευρα ήδη, είπεν ησύχως ο άρχων.

— Έχω και μίαν επιστολήν διά τον άρχοντα, είπεν ο Θεόδωρος.

— Επιστολήν δι' εμέ; Και ποίος την έφερεν;

— Άνθρωπος με καλογερικά φορέματα, όστις μένει εις την Σπάρτην και περιμένει.

— Τι περιμένει;

— Περιμένει να του επιτρέψη ο άρχων να παρουσιασθή εις το Πληθώνειον.

— Όταν επανέλθωμεν οίκαδε, θα σε πέμψω να τον οδηγήσης προς εμέ, Θεόδωρε.

— Ορισμός σας, άρχων.

— Τώρα, δος μοι την επιστολήν.

— Ευθύς, άρχων.

Ο Θεόδωρος ήνοιξε το περιστήθιόν του και εκβαλών εσφραγισμένον φάκελλον, ενεχείρισεν αυτόν εις τον άρχοντα. Ούτος τον έλαβε και υπό το φέγγος της σελήνης ανέγνω την επιγραφήν.

— Έχει τις υμών δάδα; ηρώτησεν ακολούθως.

Είς των συντρόφων του Θεοδώρου εξέβαλεν εκ του κόλπου του ίσκαν και πυρίτην λίθον και ανήψε δάδα, εκράτησε δε αυτήν εις απόστασίν τινα από της μορφής του άρχοντος. Ούτος απεσφράγισε τότε την επιστολήν και ανέγνω.

Φαίνεται δε ότι εύρε πολύ το διαφέρον εις την ανάγνωσιν ταύτην, διότι καθ' όσον προυχώρει, το πρόσωπόν του, ερυθρόφαιον υπό την φλόγα της δαδός, εψυχούτο και εξέφραζεν από στιγμής εις στιγμήν παντοία συναισθήματα, από της ελαφράς περιεργείας μέχρι του βαθυτάτου διαφέροντος, και από της καρτερικής προσδοκίας, μέχρι της ελπίδος και του φόβου, του οίκτου και του ενθουσιασμού. Η ουσία του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής ευρίσκεται διεσπαρμένη εν ανεκδότοις χρονικοίς και εν τοις συγράμμασι των επιφανών του καιρού εκείνου λογίων. Μετά πολλού κόπου ένθεν κακείθεν περισυλλεχθέντα τα τεμάχια κατωρθώθη να συγκολληθώσιν εις σύνολόν τι κατά προσέγγισιν, όπερ χάριν περιεργείας υποβάλλω ενταύθα εις τας όψεις του αναγνώστου.

«&Βησσαρίων& ο Νικαίας αρχιεπίσκοπος και καρδινάλιος της αγίας Ρωμαϊκής και καθολικής εκκλησίας, &Πλήθωνι& τω θαυμαστώ φιλοσόφω και νομοθέτη της Πέλοπος χαίρειν.

Εδεξάμην τα παρά σου γράμματα πολλήν, ως εικός, εμποιήσαντά μοι ευφροσύνην. Μονώτατος γαρ έτι μοι δοκείς υπολελείφθαι εν άπασι τοις αυτόθι φρονών. Τω γαρ βασιλεί και τοις περί αυτόν δαιμονία τις έοικεν επιδεδημηκέναι μοίρα, παρατρέπουσα και υφαιρουμένη τον λογισμόν, ως ανάγκη μεν, ή και τους θεούς φασι, μη πείθεσθαι, Σχολαρίω δε μάλλον πεποιθέναι. Αμέλει δε και Νοταράς ο Λουκάς, χρηστός τω βασιλεί σύμβουλος. Καίτοι, τις αν εύροι ταύτης μείζω απόνοιαν; Τα γαρ πράγματα επί ξυρού ακμής κείται και ο κίνδυνος επί θύραις μακρός και ουρανομήκης. Ποιναία επέλθοι Νέμεσις επί τους μη εθέλοντας σώζεσθαι, αυτούς τε λημώντας και τοις άλλοις το φως επιπροσθούντας. Δεινή τις ως δοκεί αχλύς και σκοτόμαινα επικάθηται επί την Ελλάδα, χρόνιος δε, ω Πλήθων, πάρει, των σων διδαγμάτων προίκα εμπλήσας ημάς. Εμοί δε συμβαίνει δικτύω άνεμον θηράν, τους ενθάδε πειρωμένω πείθειν τους εν τη Εώα μηδέπω πεπεικότι. Χρήματα μεν ουν και σώματα ικανά πάρα, αλλά γε του κρατίστου ημίν δει. Ει γαρ ο βασιλεύς μη εθέλοι έν έπος τοσόνδε ειπείν και την ένωσιν κυρώσαι, ουκ έστι πείσαι τον Πάπαν. Χθιζός μέντοι παρεγενόμην επί το Βατικανόν και περί των αυτών, ώσπερ και προτού, μυριοστόν ήδη διελέχθην, υπέρ της επικουρίας ως έθος προσκείμενος και λιπαρών. Αλλ' ου Θέμις, ή δ' ος, τον στρατόν ημάς πέμπειν, κακοδοξία πολλή προσκυλινδουμένοις. Αλλ' ου πάσιν, ην δ' εγώ, η κακοδοξία σύνοικος, Σχολαρίοις δε και τοις τοιοίσδε επιβόσκεται μόνοις.

Καίτοι γε, ή δ' ος, τα των τοιώνδε κρατεί παρ' αυτοίς, τοις φρονούσι δ' ου πείθονται. Πεπείσονται, ην δ' εγώ, ω Πάτερ, επειδάν ίδωσι τους μισθοφόρους τους σους παρεσομένους. Ου δοκεί, έφη, εκπέμπειν αυτούς επί τους βλασφημίας καθ' ημών εμούντας, και την πλάνην εξομόσαι αποστέργοντας. Ου βλασφημούσιν, ην δ' εγώ, αλλά κινδυνεύουσι βοηθήσεις. Ή γαρ, ως μνήστρα, ή δ' ός, τους επικούρους αυτοίς παρέξομεν; Γενναίως, έφην, απεφήνω, ω Πάτερ, μνήστρων ατεχνώς τοις πραγματευομένοις δει. Ουκ έστιν, ή δ' ος, πραγματεύεσθε προς αναξίους. Δανείζειν μεν ουν, έφην εγώ, τοις τοίσδε τα ευαγγέλια κελεύει. Κολάζειν δ', έφη, τους ατάκτους ουχ ο ιερός κηρύττει λόγος; Ιάσθαι δ' αύθις, ην δ' εγώ, τον παιδεύοντα προτρέπει. Ιάματα δ', έφη, ου τα αίματα; (Ελληνίζειν μεν επιτηδεύεται ο Ποντίφιξ, παρονομάζειν δ' ου χαριέντως έδοξέ μοι). Ουχ άλις αιμάτων; έφην εγώ. Ουχ άλις, έφη, ότι μάχαιραν ήλθε βαλείν ο Χριστός. Παρερμηνεύειν μοι δοκείς, έφην, ω Πάτερ· αναγωγικόν γαρ το ρήμα κείται. (Παρρησία δ' ως οράς, ω Πλήθων, εχρησάμην, έξεστι δε μοι, ευνοία τη προς εμέ θαρρούντι. Ηνίκα δ' αν ουκ ουκ αθύμω εντύχω, αυτίκα χρώμαι). Πώς αμαρτάνειν ημάς δοκείς, έφη ο Ποντίφιξ, ος το αναμάρτητον δις ανείπας; Εκόντι δ', έφην, δοκεί σοι εξείναι, ω Πάτερ. Εξείναι μεν ίσως, έφη, ου χρήναι δ' όμως. Ου γαρ, έφην, τοις απολλυμένοις βοηθείν χρεών; Τι σοι δοκεί, ή δ' ος, αμφοίν τοιν ολέθροιν πότερος χαλεπώτερος; ουχ ο πνευματικός; Έμοιγε, έφην. Πνευματικής δ' ου και της αρωγής δει τοις πνευματικώς απολλυμένοις; Φαίνεται. Οι δε πολίται οι σοι ου πνευματικώς απόλλυνται; Και μάλα. Πνευματικής άρα αυτοίς δει της βοηθείας. Δοκώ μοι. Τις δε πνευματική βοήθεια κρείττων, ουχ η διά των ευχών και δεήσεων; Μάλιστα. Ευχάς δε και δεήσεις ου καθ' ημέραν η Εκκλησία τοις σχισματικοίς δωρείται; Αληθές, ην δ' εγώ. Ευ τοίνυν και καλώς αυτοίς βοηθούμεν. Εύ γε. Άρα πέποιθας; έφη. Μανθάνω, ην δ' εγώ, αλλ' ου και κοσμικής δει αυτοίς αρωγής; Ουκ, έφη, πριν αν την πνευματικήν τελεσιουργόν γενέσθαι. Τι ότι, ην δ' εγώ, η Ρωμαίων Εκκλησία διπλήν την εξουσίαν δρέπει; Ουχ ότι και διττώς χρη αυτήν ευ ποιείν; Πείθομαι, έφη. Ου γαρ αν οι Απόστολοι τοιαύτην αυτή κατέλιπον. Σύνοιδα, έφη. Ανάγκη άρα αυτή αμφοτέρας ασκείν. Ανάγκη, έφη. Εκατέρα δε χωρίς εκατέρας ουκ ανύσιμος. Ξύμφημι, έφη. Την δε πνευματικήν ου Νέμεσις μόνην μετιέναι. Ουχί, έφη. Τηνικαύτα, ην δ' εγώ, άλις ημίν των πνευματικών μεθόδων. Φέρε και τη κοσμική χρησώμεθα. Όρα, ω Πάτερ, μη δηθά ούτω δη τοις πνευματικοίς δικτύοις μόνοις θηρεύοντες και το δέλεαρ αυτό αποβάλωμεν και το δίκτυον φθείρωμεν. Κοσμικής δε της μεθόδου νυν ημίν δει. Άγε αυτήν μετίωμεν. Άρα συνήκας, μη χωλοίς και κολοβοίς τέως μέσοις προσκείμενοι, κέρδος μεν ουδέν, βλάβην δε πολλήν απηνεγκάμεθα; Δεήσεων μεν και ευχών άλις, έργων δε νυν ανάγκη. Απιστείν μεν ουν αυτούς τη εξουσία τη ση ουκ άτοπον, λόγων μεν εμπεπλησμένοις, έργον δ' ουδέν δρώντας. Και σοι επειδάν ψηλαφήσωσι, πείθονται, τέως δε ακουσμάτων μόνον τα ώτα βομβεί. Ει γαρ και τον Χριστόν ο Θωμάς ουκ εψηλάφησεν, ου καν επίστευσεν. Αγωνιώδης νυν και χειμαζομένης της Ελλάδος τι όφελος; Το τε κλέος οίχεται ή τε αρχή φρούδη. Ηνίκα δ' ο βάρβαρος θυραίος άπεισι τηνικαύτα η Ελλάς την αρχήν και το κύρος το σον ησυχή γνώσεται, και της ευνοίας επιμελήσεται της σης. Νυν δ' οξείς οι καιροί και ταχίστης δει της σωτηρίας. Ταύτα είπον τω Ποντίφικι, και μοι εδόκει επιεικώς ακροάσθαι. Μονονού δ' αυτόν έπεισα, και πάλαι επεπείκειν αν, ει μη ο των καρδινάλεων σύλλογος και οι δυνατοί πάντες αγρίως αντέκειντό μοι. Σκάνδαλον μέντοι αυτοίς γέγονα, ου βουλομένοις πιστεύσαι μοι λατινίζοντι. Ούτοι πάντες ου φιλούσιν εμέ, αλλ' ως Έλληνα και Γραικόν υφορώσι. Πώς δε αυτούς πείθειν ένι; Πώς δε και τω έθνει πιστεύσουσί ποτε λατινίσοντι, ει εμοί μόνω ενί ανδρί ου πιστεύουσι; Λυπεί δε με τούτο, ει το θύμα Ο προσήνεγκον εμαυτόν εγώ μάτην τεθυμένον έσται, τη δε πατρίδι μηδέν περιγενήσεται εκ του εμού ολίσθου. Συ δε, ω Πλήθων, ει σχολή έτι, μη αυτής απόλαυε, αλλά την βακτηρίαν λαβών πορείαν ίθι και τα βασίλεια κατάλαβε. Τελευταία δ' αύτη έσται η πείρα, ει ακμή έτι πράττειν, και μη οι βάρβαροι προύλαβον την πόλιν ελόντες. Και πείσεις μεν ουδένα, δοκεί, αλλ' όμως το έργον το σον εργάσει πάντως. Και μη φείδου μηδ' όκνει, αλλά πάρασχε πρόθυμον σαυτόν. Ίθι δη, άπελθε, πορεύου, αφίκου, πάρεσο, δέου, πρότρεπε, παρακάλει, κέλευε, επιτίμα, προσλιπάρει, ότρυνε, έλεγχε, πείθε. Εγώ δ' ουκ οκνήσω, αλλ' ενθένδε τουμόν πειράσομαι. Και ην μη πείσω αυτούς εκπέμπειν, από των εμών εκπέμψω, και τριήρη στείλας αυτός παρέσομαι. Και ει μεν εν τοις Πληθωτείοις εντύχω, πρόσειμι, ει δε απεληλυθότι ήδη, έψομαι. Πάρεστι δε σοι διά του γραμματοφόρου του εμού γράμματά μοι πέμπειν, και προλέγειν τα δόξοντα. Υπερθέσεως δ' ημίν ουδεμιάς καιρός. Εισί γαρ ενθάδε τινές, οι ως έοικεν από του των Αγαρηνών στρατοπέδου αγγέλματα κομίζονται, ακήκοα δ' έναγχος στέλλεσθαι τους Τούρκους ήδη. Πλείστη δε χάρις τοις τοιούτοις ει τοις πολεμίοις κοινωνούντες ημίν ουχ εκόντες αρήξουσι. Και ταύτα μεν ικανά, συγγνώμονα δ' είναι δέομαι επί τω μακρώ των γεγραμμένων. Ερρώσθαι σε εφίεμαι, ω διδάσκαλε, εις μακρά έτη, σεπτόν όνομα επί της χθονός της πατρίας αποτυπούντα, αθανασίας δε τυχείν, επειδάν το χρεών της εξόδου ίκηται, και τον μυστικόν τοις ολυμπίοις θεοίς ξυγχορεύειν Ίακχον. Εκ Ρώμης της πρεσβυτέρας, μηνί Φεβρουαρίω, έτους αυνγ'. Βησσαρίων ο καρδινάλιος γράφει».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

Η φυγή.

Την επαύριον της ημέρας, καθ' ην είχον συμβή τα εν τω προτελευταίω κεφαλαίω περιγραφέντα, επανήλθεν ο Πρωτόγυφτος εις το χαλκείον μόνος και πεζός· εφαίνετο απησχολημένος υπό σταθερού τίνος λογισμού, και η τραχεία μορφή του εξέφραζε πολύν κάματον και στενοχωρίαν. Και όμως δεν είχεν αναγνώσει την επιστολήν εκείνην του Βησσαρίωνος προς τον Πλήθωνα. Αλλ' οι χαρακτήρες του έφερον αποτετυπωμένην τοσαύτην ανίαν, ως να εγίνωσκε γράμματα και ηδύνατο να την αναγνώση,

Ουδείς λόγος απηυθύνθη πλέον προς τον Πρωτόγυφτον, ουδέ παράπονον ηκούσθη, ουδ' ετόλμα τις να τω απευθύνη λέξιν. Άλλως δ' έκαστος των κατοίκων της καλύβης κατείχετο, ως και ο Πρωτόγυφτος, υπό ιδίου λογισμού και κατετρίβετο περί μέριμνάν τινα. Η μεν Γύφτισσα προσεπάθει να θεραπεύση διά βαλσάμων και βοτάνων, γνωστών εις αυτήν μόνην, το τραύμα της Αϊμάς, όπερ δεν ήτο σπουδαίον, ο δε Μάχτος εσπούδαζε να επουλώση το ίδιον αυτού τραύμα. Αλλά δεν κατώρθου μόνος τούτο, διότι το έλκος του Μάχτου ήτο εξ εκείνων, άτινα χρήζουσιν ειδικού χειρουργού, δι' εμπειρικών δε και αυτοσχεδίων φαρμάκων ουδέποτε θεραπεύονται. Η δε Αϊμά ήτο περίλυπος και προς ουδένα ανεκοίνου τους λογισμούς της. Τέλος ο Βούγκος, όστις μόνος ηδιαφόρει περί των φροντίδων των άλλων, ουδ' ενόει πώς ήτο δυνατόν να αμηχανώσι τοσούτον οι άνθρωποι, περί μικρών πραγμάτων, ησχολείτο μόνος αυτός εις την συνήθη εργασίαν του, διότι η περίφημος εκείνη παραγγελία του εκτάκτου πελάτου ποτέ δεν έμελλε να τελειώση αν πάντες εξηκολούθουν ούτω ν' απασχολώνται εις ιδίας μερίμνας.

Την πρωίαν της αυτής ημέρας, προτού να εμφανισθή ο Πρωτόγυφτος επανερχόμενος με την ράβδον του και με το βραδύ βήμα εκ της χρονίας εκδρομής, η Γύφτισσα, πρώτη εξεγερθείσα εκ του ύπνου και εξελθούσα τα χαράγματα εκ της καλύβης, προσέκοψεν επί πράγματος τινος, αποφράττοντος την διάβασιν εκτός της Πύρας, παρά τον ουδόν. Η Γύφτισσα ανήψε φως και είδεν ότι το πράγμα εκείνο ήτο κάνεον πλήρες ασπρορρούχων. Φαίνεται ότι η γυνή εκείνη, ήτις είχεν αρπάσει το κάνεον εκ των χειρών της Αϊμάς, ενόμισε καλόν ν' αποδώση διά νυκτός το αφαιρεθέν πράγμα. Τον δε Μάχτον είχε κατορθώσει ευχερώς η Αϊμά να παροξύνη και να καταπραΰνη, ότε επανήλθον αμφότεροι την εσπέραν εις την καλύβην. Αύτη δεν είχεν ανάγκην περιφράσεων προς ταύτα, αλλά διηγήθη τα πράγματα, οία συνέβησαν. Το ήμερον δε και πράον του ήθους αυτής μετεδόθη και εις τον ακροατήν της, και δεν ωργίσθη ούτος.

— Και διατί δεν μου το έλεγες τότε; είπεν ο Μόχτος μετ' ελαφρού μεμπτικού τόνου.

— Αν σου το έλεγα, απήντησεν η Αϊμά, θα εθύμωνες πολύ, και ειμπορούσες να κάμης κακόν κίνημα, Εγώ η ιδία δεν ήμουν εις τον εαυτόν μου. Οι άνθρωποι εκείνοι, που ήταν μαζωμένοι εκεί, μ' επείραζαν πολύ. Δεν ήμουν εις τα καλά μου. Δεν ήθελα να κάμω θέατρον, να πομπευθώμεν εις τον κόσμον. Εκύτταζα να φύγωμεν απ' εκεί μίαν ώραν αρχήτερα. Αν σου το έλεγα, ειμπορούσες να θυμώσης τόσον, ώστε και σκοτωμός ειμπορούσε να γείνη. Εκείνοι εκεί δεν θα μας επίστευαν, εσύ θα εχυμούσες εις το σπίτι της εκείνης να πάρης τα ρούχα, εκείνοι θα έπαιρναν το μέρος της, θα μας επετροβολούσαν και Θα μας ύβριζαν. Ειμπορούσες να γείνης φονιάς, ειμπορούσες και να φονευθής ο ίδιος. Θαρρώ πως έκαμα καλά να μη σου το 'πω, έκαμες και συ καλά να μην επιμείνης· ύστερα ύστερα, τι δικαίωμα έχομεν ημείς οι καταφρονεμένοι οι Γύφτοι να τα βάζωμεν με τον κόσμον; Να που ήρθεν έτσι, και ηθέλησε να με κατηγορήση εκείνη η γρηά, είπεν η Αϊμά στενάζουσα.

— Και το δέχεσαι, αδελφή μου; είπεν ο Μάχτος.

— Δεν το δέχομαι, αλλά το υποφέρω. Ας λέγη καθένας ό,τι θέλει, δεν ειμπορώ να τα βάλω με τον κόσμον εγώ.

Ο Μάχτος κατελήφθη υπό παραδόξου αισθήματος, γείτονος προς τον ενθουσιασμόν, και εσίγησεν. Ούτε η άφιξις του πατρός αυτού, ούτε παν άλλο γεγονός ηδύνατο να διαταράξη την ευτυχίαν αυτού, διότι ησθάνετο αλλόκοτον και ανέλπιστον ευτυχίαν. Εάν έβλεπε την Αϊμάν ευτυχή, θριαμβεύουσαν, λατρευομένην, θα ήτο δυστυχής. Έβλεπεν αυτήν πάσχουσαν, εγκαρτερούσαν, ήτο ευδαίμων. Τοιούτον ήτο αείποτε το φίλαυτον τούτο αίσθημα. Διήρκεσε δε η τελευταία αύτη ευτυχία του Μάχτου τρεις όλας ημέρας, τον μακρότατον και μυθώδη χρόνον, ον δύναται να διαρκέση πάσα ευτυχία επί της γης. Την εσπέραν της τρίτης ημέρας συνέβη παράδοξος και απρόοπτος σκηνή, ην ουδείς ηδύνατό ποτε να προβλέψη και αν δεν ήτο μύωψ και αν δεν ήτο ευδαίμων.

Οι τρεις Γύφτοι είχον κατακλιθή ήδη, ομοίως και η γραία και η Αϊμά. Αίφνης κρότος ηκούσθη εις την θύραν της καλύβης. Ο Πρωτόγυφτος δεν είχεν αποκοιμηθή και ηγέρθη μετά μεγίστης προθυμίας. Έσπευσε ν' ανοίξη την θύραν.

— Ποίος είνε, πατέρα; ηρώτησεν ο Μάχτος.

Ο Γέρος δεν απήντησε και ήνοιξε την θύραν χωρίς ν' ανησυχήση. Ουδ' ερώτησίν τινα απηύθυνε προς τον κρούοντα.

Η θύρα ηνοίχθη, αλλ' ουδείς εισήλθεν. Ο Μάχτος έχων τους οφθαλμούς ανοικτούς και πάσχων συνήθως εξ αϋπνίας, είδε μόνον πρόσωπά τινα εις το σκότος, ιστάμενα εκτός. Ο Πρωτόγυφτος ήρχισε σιγανήν μετ' αυτών συνδιάλεξιν. Ο Μάχτος ήκουσε μόνον ασυναρτήτους λέξεις.

— Λοιπόν καιρός; είπεν είς εκτός της θύρας.

— Καιρός, απήντησεν ο Πρωτόγυφτος.

— Κοιμώνται όλοι; ηρώτησεν αύθις ο αυτός άνθρωπος.

— Κοιμώνται, είπεν ο Πρωτόγυφτος χωρίς να διστάση.

— Θαρρώ κάποιος είν' εκεί έξυπνος, είπε πάλιν ο ξένος, διότι είχεν ιδεί τα κινήματα του Μάχτου.

Ο Μάχτος είχεν ανακαθίσει επί του στρώματος και ηκροάτο ανυπομόνως.

— Και αν είνε έξυπνος, θα κοιμηθή, απήντησεν ανενδοιάστως ο Πρωτόγυφτος.

— Και αν δεν κοιμηθή, τι; είπεν άλλος εκ των έξω της θύρας.

— Ειμπορεί να του αρέση να μη κοιμάται, είπε τρίτος τις.

— Δεν θέλομεν θορύβους, είπεν ο πρώτος των ανδρών.

— Τι είνε, πατέρα; τι τρέχει; ηρώτησεν η φωνή του Μάχτου.

Ο Πρωτόγυφτος δεν απήντησε.

— Ιδού σ' ερωτά, είπεν είς των ξένων.

— Ο υιός σου είνε; ηρώτησεν άλλος.

— Θα βλέπη όνειρα, παρετήρησεν ο Πρωτόγυφτος.

— Λοιπόν τότε; είπεν ο πρώτος ομιλήσας, όστις εφαίνετο σοβαρώτερος πάντων.

— Όπως διατάττει ο άρχων, απήντησεν ο Πρωτόγυφτος.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings