Front matter (continued 7)
Reading edition
Το Καίσαρ, όπερ εν Βυζαντίω κατά τον 4 έτι μ. Χ. αιώνα εσήμαινεν αυτοκράτορα δευτέρου βαθμού εν αντιθέσει προς τον αύγουστον αυτοκράτορα (οίος ην ο Ιουλιανός εν Γαλατία επί του Κωνσταντίνου Α') βραδύτερον εδίδετο εις τον δεύτερον μετά τον αυτοκράτορα άρχοντα του κράτους (ουδέποτε εις τον αυτοκράτορα). Αλλά το αξίωμα ήτο απλώς προσωπικόν και ουχί τακτική και διαρκής αρχή του κράτους.
Το δε Αύγουστος, όπερ ην εν αρχή τιμητική απλώς προσωνυμία και δι' ής προ πάντων ο στρατός ανηγόρευε τους εις τον θρόνον ανερχομένους αυτοκράτορας, εδίδετο και εις τας αυτοκρατείρας, αίτινες εκαλούντο αυγούστα και σεβαστή (223). Εκαλούντο δε αύται συνήθως και βασιλίδες και βασίλισσαι. Βασίλισσαι δε εκαλούντο εν τοις αρχαιοτάτοις Βυζαντινοίς χρόνοις, ως ερρήθη, και αι βασιλόπαιδες του αυτοκρατορικού οίκου, όπως εν τω Οθωμανικώ κράτει σουλτάναι (σουλτάν) καλούνται αι τε νόμιμοι γυναίκες των σουλτάνων και αι θυγατέρες αυτών.
Ο βίος ο αυλικός του Βυζαντίου, ως ερρυθμίσθη υπό του Διοκλητιανού και είτα υπ' αυτού του Μεγάλου Κωνσταντίνου, ήτο βασιλικός υπό ανατολικήν αυλικήν χροιάν, μετά διαφόρων ασιατικών αυλικών εθιμοτυπιών. Αλλ' ως εκ του πολυμελούς μοναρχικού χαρακτήρος τα αυλικά αξιώματα ήσαν και πολιτικά. Μεγάλοι δε αυλικοί άρχοντες ήσαν ο Κουροπαλάτης (ο αυλάρχης τρόπον τινά), ο παρακοιμώμενος, εις όν ην εμπεπιστευμένη η φυλακή των ανακτόρων και του κοιτώνος του βασιλικού εις ταύτα δε τα αξιώματα προσετέθη επί του αυτοκράτορος Νικηφόρου Β' του Φωκά και το σπουδαιώτατον καταστάν πολιτικόν άμα και αυλικόν αξίωμα του Προέδρου (224).
Το ανώτατον συμβούλιον του κράτους ελέγετο Σύγκλητος (βουλή) ή απλώς βουλή, και οι συγκροτούντες αυτήν Συγκλητικοί. Αλλ' η Σύγκλητος δεν ήτο αντιπροσωπεία εθνική, ως αι νυν βουλαί, αποτελούσα καθόλου ιδίαν αρχήν νομοθετικήν και ελεγκτικήν, αλλ' απλώς συμβούλιον, λαβόν μόνον το όνομα και τον τύπον από της αρχαίας Ρωμαϊκής βουλής ή Συγκλήτου, ήτις ήτο η αληθής κυβέρνησις της Ρώμης· αλλά νυν εν Κωνσταντινουπόλει απέβαλε πάσαν δύναμιν και ήτο συνέδριον συμβούλων του αυτοκράτορος, συζητούντων τα πράγματα και εκφερόντων γνώμας, εχούσης απλώς συμβουλευτικόν χαρακτήρα και ουδέποτε υποχρεωτικάς εις τον αυτοκράτορα. Οι συγκλητικοί απέλαυον εν τούτοις εξαιρετικών τιμών, καθόσον μάλιστα η Σύγκλητος συνέκειτο εξ απάντων των ανωτάτων πολιτικών και στρατιωτικών αρχόντων του κράτους. Ιδιαίτερον στενώτερον συμβούλιον του αυτοκράτορος εν τοις ανακτόροις συγκροτούμενον, και συγκείμενον εκ των ιδιαιτέρων ευνοουμένων τω αυτοκράτορι συγκλητικών, ούτινος συμβουλίου μετείχον και ο πατριάρχης και οι επιφανέστατοι των κληρικών, ελέγετο Σελέντιον. Εις την σύγκλητον ως και εις το σελέντων παρίστατο ο αυτοκράτωρ και διηύθυνε τας συζητήσεις, ως οι αρχαίοι ύπατοι. Το σελέντιον ή σιλέντιον είναι αυτό το λατινικόν όνομα το σημαίνον σιγήν και ησυχίαν. Είναι δε ο όρος ούτος της Βυζαντινών πολιτείας ειλημμένος εκ του silentium esse της των αρχαίων Ρωμαίων οιωνοσκοπίας, εν ή η σιγή (silentium κατ' αντίθεσιν προς το vitium = αμαρτία) ήτο ταυτόσημον προς την επιτυχίαν του οιωνισμού. Εντεύθεν, ως φαίνεται, silentium εσήμαινε και πάσαν εν σιγή και σοβαρότητι περί των δημοσίων διάσκεψιν. Εντεύθεν δε το εν τω σελεντίω της Κωνσταντινουπόλεως εν αρχαιοτέροις χρόνοις επικρατούν έθος ήτο ίνα και αυτός ο βασιλεύς δημηγορή ιστάμενος. Τα μέρος, ένθα συνεκροτείτο το Σιλέντιον, ελέγετο Σιλεντιαρίκι(ο)ν. Υπήρχον δε εν Βυζαντίω και Σιλεντιάριοι άρχοντες. Αλλά το αξίωμα τούτων ουδεμίαν άμεσον σχέσιν είχε προς το Σελέντιον. Εκαλούντο δε ούτοι και Ησυχοποιοί («οι αμφί τον βασιλέα σιγής επιστάται»). Η τούτων υπηρεσία ήτο, φαίνεται, απλώς αυλική.
Το αξίωμα των δύο υπάτων, όπερ εν τη δημοκρατουμένη Ρώμη απετέλει την ανωτάτην εκτελεστικήν εξουσίαν του κράτους, πολιτικήν τε και στρατιωτικήν, είχεν αποβάλει, ως γνωστόν, επί της αυτοκρατορίας την τοιαύτην σημασίαν. Ακριβέστερον ειπείν, ο είς των δύο υπάτων ήτο πάντοτε ο αυτοκράτωρ, εκτελών τα της υπατείας έργα εν τη Συγκλήτω, ο δε δεύτερος ύπατος εξελέγετο νυν ουχί υπό του λαού, αλλ' υπό του αυτοκράτορος, συνήθως εξ αυτών των στενωτάτων συγγενών αυτού (225). Αλλά το αξίωμα του δευτέρου υπάτου, όστις ήτο και επώνυμος ύπατος (του έτους), κατήντησε συν τω χρόνω απλούν τιμητικόν, όλως τυπικόν αξίωμα, πολυδάπανον τω λαμβάνοντι αυτό, ένεκα των κατά την αρχήν του έτους διδομένων υπ' αυτού πολυτελών εορτών, και διά τούτο κατηργήθη σιωπηλώς μεν επί του αυτοκράτορος Ιουστινιανού, διά νόμου δε βραδύτερον τω 741.
Αλλ' εν Βυζαντίω ιδρύθησαν νέα αξιώματα πολιτικά μεγάλην λαβόντα επίδοσιν και δύναμιν εν τη πολιτεία. Εν τοις τοιούτοις αξιώμασιν αξιολογώτατα ήσαν τα των Λογοθετών (226) ήτοι των προϊσταμένων, ως οι νυν υπουργοί των απολυταρχικών κυβερνήσεων, των διαφόρων κλάδων της δημοσίας υπηρεσίας.
Οι σπουδαιότεροι των Λογοθετών ήσαν ο Γενικός ή του Γενικού ήτοι των Οικονομικών (κατά την αρχήθεν έννοιαν του ονόματος και εν αντιθέσει προς το αξίωμα του λογοθέτου των οικιακών, ή, ως λέγομεν ημείς σήμερον των αυτοκρατορικών κτημάτων), ο του Δρόμου, ο του στρατιωτικού, και ο των πλωίμων (του ναυτικού).
Ο λογοθέτης του Δρόμου ήτο εν αρχή ο υπουργός, ούτως ειπείν, της συγκοινωνίας και των ταχυδρομείων (227), αλλά κατά μικρόν η λογοθεσία, (228) αύτη ή το λογοθέσιον, ως λέγεται (το υπουργείον, ως λέγομεν ημείς σήμερον υπουργείον μεταφράζοντες το ministerium, ministére και υπουργός το minister, ministre, ministro) συνεκέντρωσεν εν εαυτώ την πλείστην εσωτερικήν του κράτους διοίκησιν και κατέστη τρόπον τινά υπουργείον των εσωτερικών, εν μέρει δε και των Εξωτερικών, (εισηγητής των πρέσβεων ήτο ο Λογοθέτης του Δρόμου). Δεν είναι ακριβώς γνωστόν αν ο καλούμενος Μέγας Λογοθέτης ήτο ο του Δρόμου ή ο του Γενικού. Φαίνεται εν τούτοις ότι η προσωνυμία αύτη ανήκει εις πολύ μεταγενεστέρους χρόνους, τους μετά την από των Φράγκων ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως (1261). Πρώτος δε Λογοθέτης κατά τινας μεν υπήρξεν ο Γεώργιος Ακροπολίτης (επί του Μιχαήλ Η' 1261-1282), κατ' άλλους δε Θεόδωρος ο Μετοχίτης επί του διαδόχου του Μιχαήλ Η' Ανδρονίκου Β'. Αλλά κατά τους χρόνους τούτους άγνωστον αν υπήρχον Λογοθέται προϊστάμενοι ιδιαιτέρων κλάδων υπηρεσίας ή είς μόνον υπήρχε Λογοθέτης καλούμενος τιμητικώς Μέγας λογοθέτης (229).
Παρά το αξίωμα του Λογοθέτου του δρόμου, ιδρύθη και νέον αξίωμα λογοθέτου του ταχυδρομείου, καλουμένου λογοθέτου του οξέος δρόμου. Πλην των τεσσάρων τούτων κυριωτέρων λογοθετών υπήρχον και πολλοί άλλοι λογοθέται προϊστάμενοι διαφόρων κλάδων υπηρεσίας πολιτικής, αυλικής και δικαστικής.
Μετά το αξίωμα των λογοθετών σπουδαιότατον αξίωμα πολιτικόν, εν μέρει δε και στρατιωτικόν, ήτο το του επάρχου της πόλεως, προελθόν και τούτο από της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (από του αξιώματος του Prefectus urbi). Ο έπαρχος εξετέλει καθήκοντα παρεμφερή εν Κωνσταντινουπόλει εν μέρει μεν προς τα του νυν αρχηγού της αστυνομίας, εν μέρει δε προς τα του δημάρχου.
Όμοιον ήτο και το αξίωμα κοιαίστωρος, εν μέρει αστυνομικόν, εν μέρει δικαστικόν (προελθόν και τούτο από του αρχαίου Ρωμαϊκού quaestor). Και ταύτα μεν τα κυριώτερα των πολιτικών αξιωμάτων.
Στρατιωτικά δε αξιώματα ήσαν τα των δύο ανωτάτων αρχηγών του στρατού, μαγίστρων καλουμένων. Μάγιστρος (εκ του λατ. magister = άρχων, επιστάτης) εκαλείτο πας στρατηγός, του δε εν επιστρατεία στρατού ο αρχηγός εκαλείτο στρατοπεδάρχης (magister castorum). Αλλ' εν Βυζαντίω μάγιστροι ιδίως εκαλούντο δύο ανώτατοι στρατιωτικοί αρχηγοί, πιθανώς ο της Ανατολής και ο της Δύσεως (της Ασίας και της Ευρώπης) οι κληθέντες ίσως βραδύτερον δομέστικοι (230) των σχολών της Ανατολής και της Δύσεως, οίτινες καλούνται ενίοτε και μάγιστροι.
Άλλο αξίωμα στρατιωτικόν είναι το του εταιρειάρχου, ήτοι του αρχηγού των εταιρειών. Εταιρείαι εκαλούντο εν αρχή τα επικουρικά στρατεύματα των συμμάχων ή υποτελών τω κράτει λαών. Αλλ' επειδή εκ τούτων το πλείστον συνήθως συνέκειτο η αυτοκρατορική φρουρά, αι εταιρείαι κατέστησαν ταυτόν ταις σχολαίς. Εντεύθεν γίνεται λόγος συχνός παρά τοις Βυζαντινοίς περί των εν τη πολιτεία εταιρειών και σχολών.
Αξίωμα στρατιωτικόν, άμα δε και πολιτικόν και διοικητικόν είναι και το του δουκός και μεγάλου δουκός. Δούκες ελέγοντο (εκ της κυριολεκτικής εννοίας του λατινικού ονόματος dux = αγός, οδηγός, αρχηγός) οι αρχηγοί του στρατού και του στόλου (μέγας δε δουξ εκαλείτο και ο μέγας ναύαρχος), αλλά λέγεται και δουξ (διοικητής) Αντιοχείας, Μεσοποταμίας κτλ. Τοιούτον είναι και το δρουγγάριος = ταγματάρχης (εκ του λατινικού drungus = στίφος (στρατιωτών)· αλλά δρουγγάριος ελέγετο και ο μοίραρχος του στόλου, έτι δε και διοικητής χώρας τινός του κράτους (231). Συνηθέστατον και πολυσήμαντον εν Βυζαντίω είναι και το αξίωμα του κόμητος (εκ του comes = επιστάτης, των αυτοκρατορικών της Ρώμης χρόνων), όν αυλικόν, πολιτικόν, στρατιωτικόν (κόμης δομεστίκων) και διοικητικόν (κόμης Ισαυρίας). Και του ονόματος τούτου η παρ' ημίν σημερινή χρήσις γίνεται υπό έννοιαν ευρωπαϊκήν.
Καθόλου δε προκειμένου περί των στρατιωτικών αξιωμάτων πρέπει να σημειωθή ενταύθα, ότι εν Βυζαντίω, ως νυν εν τω Οθωμανικώ κράτει, εν μέρει δε και εν τω Ρωσικώ, πάντα τα πολιτικά αξιώματα ήσαν κατά τύπον και στρατιωτικά και πάντες οι πολιτικοί άρχοντες και υπάλληλοι (πλην των μη στρατιωτικών συγκλητικών) είχον τιμιτικάς προσωνυμίας στρατιωτικάς· ήσαν, ως ελέγετο εν Βυζαντίω, από του Σπαθίου (οι από σπαθίου), ή σπαθάριοι (άνδρες της σπάθης) διαιρούμενοι εις τρεις τάξεις α') πρωσπαθαρίους (232), β') σπαθαροκανδιδάτους (233) και γ') τους απλώς σπαθαρίους καλουμένους.
Τουναντίον δε οι εξ επαγγέλματος σπαθοφόροι ήτοι οι στρατιωτικοί καλούνται στρατιώται. Τοιούτος είναι ο τακτικός πολεμιστής, συνήθως δε και τιμαριούχος, έχων παρ' εαυτόν και υφ' εαυτόν τα παλληκάρια αυτού.
Κατ' αντίθεσιν προς τους τοιούτους στρατιώτας οι εν τοις ορίοις προ πάντων τεταγμένοι άτακτοι πολεμισταί καλούνται συνήθως απελάται, όντες ληστρικοί ως και οι ταξειδάριοι (ίδε κατωτέρω). Ακρίται δε οι των άκρων φρουροί ή μάλλον φρούραρχοι. (Πρβλ. το Περσ. marzban = φρουρός ορίων, πρβλ. και το γερμανικόν markgraf = κόμης ορίων). Το σπουδαιότατον τούτο στρατιωτικόν αξίωμα παρεστάθη ποιητικώς και εξυμνήθη εν τω περιφήμω έπει του ήρωος Διγενή Ακρίτου, της ηρωικής ταύτης εκπροσωπήσεως των ακριτών εν τοις ατάκτοις, αλλ' ηρωικοίς αυτών εν τοις μεθορίοις εναντίον των Αράβων πολέμοις. Οι Απελάται και Ακρίται εισί μέχρι τινός πρόδρομοι των κλεφτών και αρματωλών της τουρκοκρατουμένης Ελλάδος.
Οι στρατιώται λέγονται και ταξάτοι εκ του τάξις (= τακτικοί) συνήθως όταν αποτελώσι την στρατιωτικήν φρουράν των πόλεων ή των φρουρίων (234) Ταύτα διά βραχυτάτων περί της στρατιωτικής οργανώσεως του κράτους.
Περί της διοικητικής διαιρέσεως του κράτους της επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου γενομένης και αντικαταστησάσης τα αρχαίον σύστημα της απλής εις επαρχίας (provinciæ) διαιρέσεως εγένετο ήδη λόγος εν άλλω τόπω (σημ. 45). Η τριπλή αύτη διαίρεσις εις επαρχότητας (præfecturæ), διοικήσεις (diœceses) και επαρχίας (Provinciæ) (235) αντικατεστάθη εν τοις μετά τον Ηράκλειον χρόνοις διά νέου συστήματος απλής πάλιν διαιρέσεως εις θέματα, ών οι διοικηταί εκαλούντο στρατηγοί (σημ. 146). Τοιαύτα θέματα κατά τον 10 αιώνα ήσαν 29, ών 17 εν Ασία και 12 εν Ευρώπη. Βραδύτερον ο αριθμός ούτος ηυξήθη κατά πολύ, ουχί αυξανομένων των χωρών του κράτους, αλλά περιστελλομένων των ορίων των θεμάτων.
Αι ολίγαι αύται σημειώσεις προσετέθησαν ενταύθα απλώς ίνα διευκολύνωσι τους αναγνώστας της Βυζαντινής ιστορίας εις την κατανόησιν των στοιχειωδεστάτων της Βυζαντινών πολιτείας. Ευχής έργον εν τούτοις είναι να συγγραφή περί της Βυζαντινών πολιτείας πραγματεία εκτενής και συστηματική, ομοία προς το μέγα και επιστημονικώς σπουδαιότατον πόνημα του συναδέλφου καθηγητού Σ. Βάση «περί της Ρωμαίων πολιτείας».
Τ Ε Λ Ο Σ
ΤΟΥ ΑΥΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ ΥΠΑΡΧΟΥΣΙΝ ΕΚΔΕΔΟΜΕΝΑ
Εισαγωγή εις την Καθολικήν ιστορίαν.
(Βιβλιοπωλείον Γαλανού, οδός Σταδίου).
Καθολικής Ιστορίας Α' Τόμος. (Βιβλιοπωλ. Τζάκα, οδός Πανεπιστημίου 81, και Βιβλιοπ. Γαλανού). Εισαγωγή εις την Ιστορίαν του ΙΘ' αιώνος. (Βιβλιοπωλείον Εστίας, οδός Σταδίου). Ιστορία του ΙΘ' αιώνος εις 3 τόμους. (Βιβλιοπωλείον Εστίας, οδός Σταδίου). Στράβωνος τα περί Μικράς Ασίας. (Βιβλιοπωλείον Γαλανού)
ΤΙΜΑΤΑΙ ΔΡΑΧ. 4
Είπατε τω βασιλεί: χαμαί πέσε δαίδαλος αυλά. Ουκέτι Φοίβος έχει καλύβην, ου μάντιδα δάφνην, Ου παγάν λαλέουσαν. Απέσβετο και λάλον ύδωρ. ↩
217)
_________________________________ 1) Ως γνωστόν, και το αρχαίον Ρωμαϊκόν πολίτευμα και υπό την αρχαιοτέραν αυτού μορφήν (των χρόνων της ελευθέρας πολιτείας) και κατά την νεωτέραν εξέλιξιν αυτής (κατά τους αυτοκρατορικούς λεγομένους χρόνους) ουδέποτε εγένετο γραπτόν πολιτειακόν σύνταγμα κράτους μετά συστηματικής ενότητος. Μόνον δε εν τη περί τας αρχάς του 10 μ. Χ. αιώνος εκδοθείση υπό της Μακεδονικής δυναστείας Επαναγωγή του νόμου (σ. 193) γίνεται εν ολίγοις άρθροις μάλλον υπόμνησις και ηθική διδασκαλία η συνταγματική διάταξις (ως λέγομεν σήμερον) περί των ιδιοτήτων και των δικαιωμάτων και καθηκόντων της βασιλείας. Ούτω λέγεται εν αυτοίς ότι «η Βασιλεία εστίν έννομος επιστασία, κοινόν αγαθόν πάσι τοις υπηκόοις, μήτε κατά αντιπάθειαν τιμωρών, μήτε κατά προσπάθειαν (*) αγαθοποιών, αλλ' ανάλογος τις αγωνοθέτης τα βραβεία παρεχόμενος». Ως καθήκον της βασιλείας εν αυτοίς θεωρείται «των τε όντων και υπαρχόντων δι' αγαθότητος η φυλακή και ασφάλεια, και των απολωλότων δι' αγρύπνου επιμελείας η ανάληψις, και των απάντων διά σοφίας και δικαίων τροπαίων και επιτηδευμάτων η επίκτησις» (**). Ως καθήκον ωσαύτως της βασιλείας αναγράφεται και το «εκδικείν και διατηρείν τον βασιλέα πρώτον μεν πάντα τα εν τη θεία Γραφή γεγραμμένα, έπειτα τα παρά των αγίων επτά Συνόδων δογματισθέντα, έτι δε και τους εγκεκριμένους ρωμαϊκούς νόμους». Το όνομα το επίσημον του κράτους μέχρι του 5 αιώνος είναι το αρχαίον Ρωμαϊκόν respublica, το σημαίνον απλώς «τα κοινά, τα δημόσια πράγματα», πολιτεία (ουχί ταυτόν κατά την έννοιαν προς τα νεολατινικά république, republica τα σημαίνοντα δημοκρατίαν). Τοιούτον δε όνομα φέρει το κράτος και εν τω Θεοδοσιανώ κώδικι. Εν τοις έπειτα χρόνοις επεκράτησαν τα ονόματα βασιλεία και κράτος.
(*) Προσπάθεια παρά τοις Βυζαντινοίς είναι ταυτόσημον τω παρ' ημίν συμπάθεια · συμπάθεια δε συνήθως σημαίνει συγγνώμη, αμνηστία, συμπαθείας έγγραφον = αμνηστίας έγγραφον.
(**) Ώστε το Βυζαντιακόν σύνταγμα επέβαλλε τω βασιλεί ως καθήκον ου μόνον την διατήρησιν του κράτους εντός των ορίων, άπερ εύρεν ο βασιλεύς, ου μόνον την των αφαιρεθεισών επαρχιών ανάκτησιν, αλλά και την διά σοφίας (πολιτικής) και δικαίων τροπαίων (στρατιωτικών) επίκτησιν ή πρόσκτησιν νέων όλως χωρών μη πρότερον εις το κράτος ανηκουσών και από τούτου αφαιρεθεισών. _________________________________↩