Front matter (continued 5)
Reading edition
9. Ο Νικηφόρος Φωκάς ως βασιλεύς.
Γενόμενος βασιλεύς ο Νικηφόρος Φωκάς ως Νικηφόρος Β' νέας επεχείρησε (964) στρατείας νικηφόρους εν Ασία εναντίον των εν Κιλικία, Συρία και Μεσοποταμία μωαμεθανών κατά τόπους Αμηρών, ήτοι ανεξαρτήτων κατ' ουσίαν διοικητών του Χαλίφου του Βαγδατίου. Εν Κιλικία ανεκτήσατο την περίφημον ιστορικωτάτην πόλιν Ταρσόν, ήτις ήν προπύργιον του Μωαμεθανισμού εναντίον της Μικράς Ασίας· ανεκτήσατο δε κατά την στρατείαν ταύτην διά του στόλου του Ελληνικού την από του 7 ήδη αιώνος κατά μέγα μέρος υπό Σαρακηνών κατεχομένην Κύπρον. Αφού δε μετά νέων δαφνών ενδόξων νικών επέστρεψεν εκ της στρατείας ταύτης εις την βασιλεύουσαν (τω 965), ήλθον ενταύθα πρέσβεις του ηγεμόνος των Βουλγάρων Πέτρου ζητούντες παρά του βασιλέως τας καθυστερουμένας από τινος χρόνου χρηματικάς δωρεάς. Είδομεν ότι οι Βούλγαροι μετά τον θάνατον του Συμεών έπαυσαν τας επιδρομάς αυτών, αρκούμενοι εις τας χρηματικάς δωρεάς, άς έπεμπεν αυτοίς ο βασιλεύς ουχί ως φόρον, αλλ' ως χορηγίαν ή δώρον διδόμενον παρ' ισχυρού και πλουσίου βασιλέως προς πένητα και βάρβαρον ηγεμόνα. Αλλ' ο Νικηφόρος Β' μετά την εις τον θρόνον άνοδον είχε παύσει τας τοιαύτας δωρεάς. Και νυν ο ηγεμών των Βουλγάρων εξέλεξε στιγμήν ακαταλληλοτάτην ίνα απαιτήση διά πρέσβεων παρά του νικηφόρου και τροπαιούχου εξ Ασίας επιστρέψαντος βασιλέως δωρεάν χρηματικήν και μάλιστα ως φόρον οφειλόμενον. Ο Νικηφόρος δεξάμενος τους Βουλγάρους πρέσβεις, εν τη υπερηφάνω συναισθήσει της δυνάμεως και δόξης αυτού καθύβρισε τον ηγεμόνα αυτών, καλέσας αυτόν «σκυτοτρώκτην και διφθερίαν [156] και τρίδουλον εκ προγόνων», είπε δε ότι μετ' ολίγον έμελλε να έλθη εις την Βουλγαρίαν ο κράτιστος και μέγιστος βασιλεύς Ρωμαίων, ίνα αποτίση αυτώ μετ' ακριβείας τον φόρον, εξαγγέλλων απειλήν πολέμου κατά Βουλγάρων, εις όν ήρξατο να παρασκευάζηται.
Αλλ' ο πόλεμος ούτος, πριν ή έτι άρξηται, έλαβεν απροσδόκητον τροπήν από Ελληνοβουλγαρικού γενόμενος Ελληνορρωσικός. Ο Νικηφόρος Β' δηλονότι, θέλων να περατώση ταχέως τον κατά των Βουλγάρων πόλεμον, επεζήτησε την συμμαχίαν του τότε ηγεμόνος των Ρώσων Σβετοσλαύου προτρέπων αυτόν να εισβάλη εις Βουλγαρίαν μετά στρατού. Ο Σβετοσλαύος εδέξατο προθύμως την πρότασιν και επήλθε μετά στρατού εναντίον της Βουλγαρίας και εισβαλών εις αυτήν κατέλαβε μέγα μέρος της χώρας. Αλλ' ο Σβετοσλαύος μετ' ολίγον μετεβλήθη από συμμάχου εις πολέμιον. Διότι παρασυρθείς και υπό της ιδίας αυτού πλεονεξίας και κενοδοξίας και υπό των προδοτικών ραδιουργιών του προς αυτόν πεμφθέντος Έλληνος πρέσβεως, του πατρικίου Καλοκύρη, ήθελε να προσαρτήση την Βουλγαρίαν εις το Ρωσικόν αυτού κράτος. Αλλ' η τοιαύτη διαγωγή του Σβετοσλαύου μετέβαλεν εντελώς την πολιτικήν του βασιλέως Νικηφόρου. Διότι ούτος ουδαμώς ανεχόμενος την υπό Ρώσων κατάκτησιν της Βουλγαρίας, ως θεωρών τούτο κινδυνωδέστατον εις το Ελληνικόν κράτος, νυν παρέστη ως προστάτης της υπό Ρώσων υποτασσομένης Βουλγαρίας και προέτεινε συμμαχίαν τω προ μικρού υπ' αυτού καθυβρισθέντι ηγεμόνι της Βουλγαρίας Πέτρω. Ούτος προθύμως εδέξατο την πρότασιν του Νικηφόρου Β' και έπεμψε πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν (968). Αλλ' η προσδοκωμένη νυν Ελληνοβουλγαρική εναντίον Ρώσων συμμαχία δεν συνωμολογήθη, διότι ο μεν Πέτρος της Βουλγαρίας απέθανεν αιφνιδίως τω έτει τούτω (968) προ της συνομολογήσεως της συμμαχίας, οι δε δύο υιοί και κληρονόμοι της αρχής αυτού Ρωμανός και Βόρις συνελήφθησαν υπό των Ρώσων. Ούτω τον κατά Ρώσων πόλεμον έμελλον να αναλάβωσι μόνον οι Έλληνες. Ο πόλεμος όμως ούτος δεν εγένετο επί του Νικηφόρου Β', αλλ' επί του διαδόχου αυτού Ιωάννου Τσιμισκή, και διά τούτο τα κατ' αυτόν εκτεθήσονται εν τη ιστορία του βασιλέως τούτου. Ο δε Νικηφόρος έστρεψεν εν τω μεταξύ την προσοχήν αυτού εις άλλα μέρη.
Καθ' όν χρόνον τω 968 διέτριβον εν Κωνσταντινουπόλει Βούλγαροι πρέσβεις προς συνομολόγησιν Ελληνοβουλγαρικής συμμαχίας, αφίκετο εις Κωνσταντινούπολιν και άλλος, από Δύσεως ούτος, επίσημος πρεσβευτής, πεμφθείς υπό του Όθωνος Α' του βασιλέως των Γερμανών και από του 965 αυτοκράτορος του «αγίου Ρωμαϊκού κράτους». Ο πρεσβευτής ούτος ήτο ο επίσκοπος Κρεμώνης Λουιτπράνδος και προ 20 ετών ελθών εις Κωνσταντινούπολιν ως πρεσβευτής του βασιλέως της Άνω Ιταλίας Βερεγγαρίου Β'. Διά της πρεσβείας ταύτης ήθελεν ο Όθων Α' να αναγνωρισθή παρά της εν Κωνσταντινουπόλει βασιλείας ως Ρωμαίος αυτοκράτωρ της Δύσεως, συγχρόνως δε να προτείνη συνοικέσιον μεταξύ του υιού και διαδόχου αυτού (Όθωνος Β') και μιας των θυγατέρων του Ρωμανού Β' (αδελφών των βασιλέων Βασιλείου και Κωνσταντίνου, Θεοφανούς και Άννης). Ο Νικηφόρος απέρριψεν αποτόμως αμφοτέρας τας αιτήσεις, μη θέλων να καλέση τον Όθωνα βασιλέα ή αυτοκράτορα Ρωμαίον (σ. 152), αλλ' απλώς ως ρήγα των Γερμανών, μη στέργων δε να συνάψη συνοικέσιον προς ηγεμόνα καταπολεμούντα εν Ιταλία τα Ελληνικά συμφέροντα, ορεγόμενον δε και των εν τη Κάτω Ιταλία Ελληνικών κτήσεων ως προικός της εκ Κωνσταντινουπόλεως πεμφθησομένης νύμφης. Και ου μόνον αι προτάσεις απερρίφθησαν, αλλά και αυτός ο πρεσβευτής Λουιτπράνδος έτυχεν υποδοχής ήκιστα ευμενούς και τιμητικής, μάλλον δε περιφρονητικής, ταχθείς εις θέσιν κατωτέραν εν ταις επισήμοις τελεταίς και εν τη βασιλική τραπέζη και αυτής της του Βουλγάρου απεσταλμένου. Προς τούτοις ο Νικηφόρος Β' εν τη επισήμω ακροάσει τη δοθείση εις τον πρεσβευτήν του Όθωνος εκάλεσε τούτον ασεβή και τον πρεσβευτήν αυτού κατάσκοπον. Ως προς την περί συνοικεσίου δε πρότασιν εδόθη αυτώ απάντησις ότι δεν ήτο δυνατόν πορφυρογεννήτου βασιλέως πορφυρογέννητος θυγάτηρ να δοθή προς γάμον εις αλλόφυλον άρχοντα (157). Ο Λουιτπράνδος πολλάς υποστάς περιπετείας εν Κωνσταντινουπόλει ανεχώρησεν έμπλεως οργής και πικρίας, και εν τη εκθέσει, ήν μετά την επιστροφήν έγραψε λατινιστί περί της πρεσβείας αυτού προς τον Όθωνα, εξήμεσε μυρίας ύβρεις εναντίον του βασιλέως Νικηφόρου και της αυλής και του λαού της Κωνσταντινουπόλεως και παντός ό,τι ην Ελληνικόν. Είναι δε ο Λουιτπράνδος ούτος (όστις ην εκ των ολίγων τότε εν τη Δύσει λογίων των χρόνων εκείνων) ο πρώτος, μετά τους αρχαίους Λατίνους, μισέλλην της νέας Ευρώπης, ο πρώτος γράψας εν τω Μεσαίωνι κατά των Ελλήνων και γενόμενος πρόδρομος των πολλών και ποικίλων μισελλήνων Ευρωπαίων συγγραφέων των νεωτέρων χρόνων.
Τω αυτώ δ' έτει, καθ' ό ήλθεν ο Λουιτπράνδος εις Κωνσταντινούπολιν ως πρεσβευτής του Όθωνος, οι δε Ρώσοι εγένοντο κύριοι της Βουλγαρίας, ο Νικηφόρος Β' επεχείρησε νέαν εν Ασία εναντίον των Μωαμεθανών στρατείαν στεφθείσαν και ταύτην υπό λαμπροτάτης επιτυχίας και λαμπρυνθείσαν ιδίως διά της ανακτήσεως (969) της μεγάλης και επισημοτάτης πόλεως της Συρίας, της προ 330 περίπου ετών υπό των Αράβων αφαιρεθείσης από του κράτους Αντιοχείας. Ο βασιλεύς, όστις προ της αλώσεως της πόλεως ταύτης, διατάξας καλώς τα κατά την πολιορκίαν και την εκπόρθησιν αυτής, είχεν επιστρέψει, εις Κωνσταντινούπολιν, παρεσκευάζετο εις τον κατά των Ρώσων πόλεμον, ότε στυγερά συνωμοσία έθηκε τέρμα εις την ζωήν αυτού προ της ενάρξεως του πολέμου. Της συνωμοσίας ψυχή ήτο η ασεβής χήρα του Ρωμανού και η νυν βασιλίς και βασιλομήτωρ Θεοφανώ, εις ήν είχεν αποδοθή και ο αιφνίδιος θάνατος του Ρωμανού Β', μετέσχε δε ταύτης και αυτός ο ανεψιός του Νικηφόρου και εν τη πολεμική σχολή τούτου λαμπρότατος στρατηλάτης αναδειχθείς Ιωάννης ο Τσιμισκής, όστις είχεν ελκύσει εφ' εαυτόν και τα βλέμματα της ηδυπαθούς Θεοφανούς.
Ο φόνος του Νικηφόρου Β' ετελέσθη απανθρωπότατα, των συνωμοτών κατασφαξάντων εν μεσονυκτίοις ώραις τον προσευχόμενον την ώραν εκείνην βασιλέα. Μετά την τέλεσιν του φόνου ο Ιωάννης ανεκηρύχθη βασιλεύς υπό των συνωμοτών.
10. Ιωάννης ο Τσιμισκής (969-976).
Και ο μεν Ιωάννης Τσιμισκής διά φρικώδους βασιλοκτονίας ανήλθεν εις τον θρόνον, αλλ' η ασεβής πρωτεργάτις και συνεργάτις της μιαιφονίας Θεοφανώ δεν εδρέψατο τους καρπούς της βδελυράς αυτής κακουργίας. Ο επί του Οικουμενικού θρόνου καθήμενος πατριάρχης Πολύευκτος, ο αυστηρός και ατρόμητος εν τη επιτελέσει του καθήκοντος ανήρ, καθ' ήν ώραν ενεφανίσθη εν τω ναώ της του Θεού Σοφίας ο Ιωάννης ίνα στεφθή, επέβαλεν αυτώ ως όρον της στέψεως την εκ των ανακτόρων απομάκρυνσιν της Θεοφανούς και την εκ μέρους του βασιλέως παύσιν πάσης προς αυτήν σχέσεως, έτι δε και τον σεβασμόν των δικαιωμάτων των μικρών βασιλέων Βασιλείου και Κωνσταντίνου. Και ούτω μεν ο Ιωάννης εστερεώθη επί του θρόνου προστάτης απλούς και συμβασιλεύς γενόμενος των νομίμων κληρονόμων της βασιλείας. Η δε επταετής βασιλεία του Ιωάννου, ούσα συνέχεια της ενδόξου βασιλείας του Νικηφόρου Β', επλήρωσε νέας σελίδας της Ελληνικής ιστορίας μεγαλουργημάτων και δόξης.
Ο Ιωάννης Τσιμισκής ευρών κατά την εις την αρχήν άνοδον την Βουλγαρίαν κατεχομένην υπό Ρώσων και θεωρών ως πρώτιστον και απαραίτητον έργον αυτού την εκ της χώρας ταύτης εξέλασιν των επικινδύνων τούτων και πλεονεκτιστάτων έκτοτε φανέντων πολεμίων, ήθελε να διεξαγάγη τον κατά των Ρώσων έκδημον τούτον και επιθετικόν πόλεμον άνευ οιουδήποτε άλλοθεν περισπασμού. Διά τούτο, εν αντιθέσει προς τον προκάτοχον αυτού Νικηφόρον, μετήλθε προς τον Όθωνα Α' φιλικήν πολιτικήν. Και δεν ανεγνώρισε μεν αυτόν ως αυτοκράτορα, αλλ' ότε ο Όθων έπεμψε νέαν πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν, ίνα συγχαρή τω βασιλεί επί τη εις τον θρόνον ανόδω, ανανεώση δε συγχρόνως την περί αγχιστείας πρότασιν, επέτρεψεν ίνα η πρεσβυτέρα των δύο πορφυρογεννήτων βασιλοπαίδων, η τη μητρί ομώνυμος Θεοφανώ, δοθή εις τον ομώνυμον υιόν και διάδοχον του Όθωνος Α'. Μετά μεγάλης και μεγαλοπρεπούς ακολουθίας ανεχώρησεν η περίπυστος [158] νύμφη από Κωνσταντινουπόλεως εις Ιταλίαν, ένθα εν Ρώμη ετελέσθησαν (972) οι γάμοι αυτής μετά του διαδόχου του βασιλικού θρόνου της Γερμανίας και του αυτοκρατορικού θρόνου της Δύσεως. Διά του γάμου δε τούτου συνήφθησαν, ως ερρήθη ήδη (σελ. 152), σχέσεις στενώτεραι μεταξύ των Ελληνικών χωρών και της Γερμανίας. Κατά τον χρόνον δε τούτον ήρξατο ο Ιωάννης του κατά Ρώσων πολέμου, όστις ήτο πόλεμος ενταυτώ και κατά Βουλγάρων, διότι εξ ανάγκης νυν ούτοι επολέμουν μετά των Ρώσων εναντίον των Ελλήνων.
11. Ο μέγας Ελληνορρωσικός πόλεμος του 971. Κατάλυσις του Βουλγαρικού κράτους.
Κατά Μάρτιον του 971 ανεχώρησεν ο βασιλεύς από Κωνσταντινουπόλεως μετά στρατού ουχί μεν λίαν πολυπληθούς, αλλ' ισχυρώς ωργανωμένου και στόλου μέλλοντος διά του Ευξείνου να εισέλθη εις τον Δανούβιον. Ταχύς και ορμητικός υπερβάς και σχεδόν απαρατήρητος υπό Ρώσων και Βουλγάρων ο Ελληνικός στρατός τον Αίμον επήλθε ραγδαίος εναντίον του κυριωτάτου φρουρίου της Βουλγαρίας Πραισθλαύας (ή Περθσλαύας), ένθα ευρίσκοντο ο του Σβετοσλαύου αρχιστράτηγος Σφέγγελος, οι δύο Βούλγαροι ηγεμόνες και ο προδότης Έλλην πρεσβευτής Καλοκύρης. Και ούτοι μεν έφυγον ευθύς προς τον εν Δοροστόλω (νυν Σιλιστρία) τότε μένοντα Σβετοσλαύον, οι δε περί τον Σφέγγελον Ρώσοι αντέταξαν κρατεράν άμυναν εναντίον των γενναιότατα επιτιθεμένων Ελλήνων. Αλλ' η Πρεθσλαύα κατελήφθη ταχέως υπό των Ελλήνων· των δε Ρώσων άλλοι μεν ηχμαλωτίσθησαν, άλλοι δε κατέφυγον εις το Δορόστολον· επίσης ηχμαλωτίσθη και εκ των εν τω φρουρίω Βουλγάρων ηγεμόνων ο Ρωμανός. Νυν ο Ελληνικός στρατός ώρμησεν από Πρεθσλαύας εις το Δορόστολον, καθ' όν χρόνον και ο Ελληνικός στόλος εισελθών εις τον Δανούδιον απέκλειεν από του μέρους του ποταμού το φρούριον. Ο Σβετοσλαύος πολιορκηθείς ούτως εν Δοροστόλω, μετά κρατεράν έφοδον των Ελλήνων, εν οίς διεκρίθη ο τότε εν τω Ελληνικώ στρατώ ως Έλλην (χριστιανός γενόμενος) υπηρετών υιός του αιχμαλωτισθέντος τελευταίου Αμίρου της Κρήτης Αβδούλ-αζίζ, καλούμενος Κωνσταντίνος Ανεμάς, φονεύσας τον γενναιότατον Ρώσον πολέμαρχον Ίκμορα ηναγκάσθη να προτείνη τω βασιλεί την συνομολόγησιν ειρήνης. Προς τον σκοπόν τούτον το πρώτον νυν εν τη ιστορία ήλθον εις συνέντευξιν εν τω Δανουβίω επί σχεδίας τινός Έλλην βασιλεύς και αυτοκράτωρ και Ρώσος ηγεμών ή μέγας ηγεμών (ο έσχατος των ειδωλολατρών Ρώσων ηγεμόνων). Συνωμολογήθη δε η ειρήνη επί τω όρω ίνα οι Ρώσοι εκκενώσωσιν εντελώς την Βουλγαρίαν και επιστρέψωσιν εις Ρωσίαν φέροντες μεθ' εαυτών όσα είχον λάφυρα. Αλλά και τα λάφυρα ταύτα, άτινα έμενον ούτω το μόνον εις τους Ρώσους κέρδος, απέβησαν ολέθρια εις αυτούς. Διότι ένεκα τούτων προσεβλήθησαν οι Ρώσοι κατά την επάνοδον, διερχόμενοι διά της Μολδαυίας, υπό του ενταύθα οικούντος τότε Τουρκικού έθνους των Πατσινάκων και εν τη προσβολή ταύτη ου μόνον τα λάφυρα απώλοντο, αλλά και αυτός ο Σβετοσλαύος απώλεσε την ζωήν.
Ο δε Έλλην βασιλεύς αιχμαλώτους πέμψας νυν εις Κωνσταντινούπολιν αμφοτέρους τους Βουλγάρους ηγεμόνας και μείνας μόνος κύριος της Βουλγαρίας δεν επέτρεψε πλέον να διορισθή Βούλγαρος ηγεμών, αλλά καταλύσας την Βουλγαρικήν μοναρχίαν και κατ' ουσίαν μεταβαλών την χώραν εις Ελληνικήν επαρχίαν, διήρεσεν αυτήν εις επτά τοπαρχίας κυβερνωμένας υπό ιδίων τοπαρχών ή, ως καλούνται Σλαυιστί, βοεβοδών, ή κομήτων, ως εκαλούντο υπό των Βυζαντινών.
Τοιούτον ένδοξον τω Ελληνικώ κράτει πέρας έλαβεν ο μέγας Ελληνορρωσικός εν Βουλγαρία πόλεμος.
12. Οι κατά Αράβων πόλεμοι του Τσιμισκή και ο θάνατος αυτού.
Μετά τον κατά Ρώσων και Βουλγάρων πόλεμον ανέλαβεν ο Ιωάννης την συνέχισιν των κατά Αράβων της Συρίας και Μεσοποταμίας ενδόξων στρατειών του Νικηφόρου Β'. Και εν τοις πολέμοις δε τούτοις πολύν έδειξεν ο βασιλεύς ηρωισμόν άμα δε και στρατηγικήν δεξιότητα και πολλάς και λαμπράς ήρατο νίκας, πολλάς κυριεύσας πόλεις και φρούρια και καταλαβών προς τη υπό του Νικηφόρου ανακτηθείση ήδη καθ' ολοκληρίαν βορείω Συρία, και μέγα μέρος της νοτίου Συρίας και ιδίως την μεγάλην και περίφημον πόλιν Βηρυτόν. Μετά την άλωσιν της Βηρυτού επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν ίνα παρασκευασθή εις νέαν ερρωμενεστέραν έτι στρατείαν εν Ασία, σκοπών να εκτείνη τον πόλεμον εις την Παλαιστίνην, ν' ανακτήσηται την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ και ν' αποδώση εις το κράτος εν Ασία τα σύνορα, άτινα είχεν επί του Ηρακλείου προ της μωαμεθανικής εισβολής. Αλλ', ενώ τοιαύτα μεγαλουργά μελετών σχέδια επέστρεφεν εις την βασιλεύουσαν, απέθανεν (976) κατά την εις την πρωτεύουσαν επάνοδον, δηλητηριασθείς καθ' οδόν υπό του αρχιθαλαμηπόλου Βασιλείου, ούτινος είχεν ανακαλύψει καθ' οδόν τας μεγάλας προς ζημίαν του κράτους οικονομικάς καταχρήσεις και σφετερισμούς.
13. Βασίλειος Β' ο Βουλγαροκτόνος (976-1025).
Ο Βασίλειος Β', όστις επταετής ήδη είχεν αναγορευθή βασιλεύς μετά τον θάνατον του πατρός αυτού Ρωμανού Β', αλλά διετέλει ως και ο νεώτερος αδελφός αυτού και συμβασιλεύς υπό την κηδεμονίαν των συμβασιλέων Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου Τσιμισκή, νυν μετά τον θάνατον του Τσιμισκή, εικοσαετής ήδη ων, έμεινε μόνος κατ' ουσίαν κυβερνήτης του κράτους, έχων τιμητικώς και κατ' όνομα συμβασιλέα τον αδελφόν αυτού Κωνσταντίνον. Από της αρχής δε της νέας ταύτης περιόδου της βασιλείας αυτού περιεπλάκη ο Βασίλειος εις μέγαν και ατελεύτητον προς τους Βουλγάρους πόλεμον, διαρκέσαντα μετά μικρών διαλειμμάτων 42 έτη. Οι Βούλγαροι, μετά τον θάνατον του Τσιμισκή, καταλύσαντες το υπό του Ιωάννου επιβληθέν αυτοίς σύστημα κυβερνήσεως (αφού εδραπέτευσαν και οι εν Κωνσταντινουπόλει ως αιχμάλωτοι μένοντες Βόρις και Ρωμανός) ανηγόρευσαν ηγεμόνα, ήτοι τσάρον, τον τέταρτον υιόν ενός των υπό του Τσιμισκή διορισθέντων βοεβοδών (του Σίσμαν) καλούμενον Σαμουήλ. Ο Σαμουήλ εισβαλών ευθύς μετά την ανάρρησιν αυτού εις την δυτικήν Μακεδονίαν κατέστησεν έδραν του κράτους αυτού την Αχρίδα και δεινάς εντεύθεν επεχείρησεν επιδρομάς καθ' όλας τας χώρας της Ελληνικής χερσονήσου μέχρι Πελοποννήσου. Εσκόπει δε νυν ο Σαμουήλ ουδέν πλέον ουδέν έλαττον ή να καταλύση εντελώς το εν Ευρώπη Ελληνικόν κράτος και να ιδρύση κράτος Βουλγαρικόν, περιλαμβάνον πάσαν την εν Ευρώπη Ελληνικήν χερσόνησον. Εν τη εκτελέσει δε του σχεδίου τούτου ευρών ο Σαμουήλ τον Βασίλειον περισπώμενον εν Ασία υπό της επικινδυνωδεστάτης ενταύθα αποστασίας του στρατηγού Σκληρού, κατέλαβεν ευχερώς Μακεδονίαν, Ήπειρον την τε παλαιάν (την κυρίως Ήπειρον) και την νέαν (την νυν Αλβανίαν) και της Θεσσαλίας το πλείστον. Αι επιτυχίαι αύται του Σαμουήλ, η κατάληψις χωρών ακραιφνώς Ελληνικών και ο επιδιωκόμενος υπ' αυτού τελικός σκοπός του πολέμου έδοσαν εις τούτον χαρακτήρα φυλετικού ανταγωνισμού φανατικωτάτου και μακροχρονίου και πεισματωδεστάτης αιματηράς πάλης, ολεθριωτάτης αποβάσης τε τοις Βουλγάροις. Τας κατά τα πρώτα έτη του πολέμου επιτυχίας του Σαμουήλ διεδέξαντο ήτται και αποτυχίαι ευθύς ως ο Βασίλειος απαλλαγείς των εν Ασία περισπασμών έστρεψε την προσοχήν αυτού ολόκληρον επί τον Βουλγαρικόν πόλεμον, επιτιθέμενος πανταχού και αυτός, και διά των ικανωτάτων στρατηγών αυτού, εναντίον των Βουλγάρων και εν Βουλγαρία, και εν Μακεδονία, και εν Ηπείρω, και εν Θεσσαλία. Διότι ο πόλεμος λαβών ευρυτάτας διαστάσεις διεξήγετο καθ' απάσας τας από του Δανουβίου μέχρι της Αδριατικής θαλάσσης και του Αμβρακικού κόλπου και των Θερμοπυλών χώρας. Τέλος μετά πολλάς εκατέρωθεν νίκας και ήττας και αμφιρρόπους μάχας εγένετο τω 996, εικοστώ έτει του πολέμου, η μεγάλη περί τον Σπερχειόν μάχη, εν ή των Βουλγάρων μεν στρατηγούντος αυτού του Σαμουήλ, των δε Ελλήνων του γενναίου στρατηγού Νικηφόρου του Ουρανού, έπαθον πανωλεθρίαν οι Βούλγαροι, ετραυματίσθη δε και αυτός ο Σαμουήλ. Μετά την μάχην ταύτην αποχωρησάντων ολοσχερώς των Βουλγάρων από των νοτιωτέρων Ελληνικών χωρών Θεσσαλίας και Ηπείρου, ο πόλεμος περιωρίσθη κυρίως εις την Μακεδονίαν, εις την Νέαν Ήπειρον και εις την Βουλγαρίαν (την μεταξύ δηλονότι του Δανουβίου και του Αίμου χώραν). Πολλαί πάλιν συνεκροτήθησαν μάχαι εν ταις χώραις ταύταις, αποβάσαι το πλείστον υπέρ των Ελλήνων, πολλά φρούρια υπό των Βουλγάρων κατεχόμενα μετά πεισματώδη και φανατικήν αντίστασιν εξεπορθήθησαν υπό των Ελλήνων, εωσού τω 1014, τριακοστώ ογδόω έτει του πολέμου, επήλθεν οριστική τροπή των πραγμάτων. Τω έτει τούτω ο Σαμουήλ ηγούμενος στρατού Βουλγαρικού πεντεκαίδεκα χιλιάδων ανδρών, εκυκλώθη υπό των Ελλήνων κατά την εν Μακεδονία θέσιν Κλειδίον· και αυτός μεν κατώρθωσε να φύγη έφιππος, αλλ' ο στρατός αυτού παρεδόθη ολόκληρος εις τον βασιλέα. Λέγεται δε ότι ο Βασίλειος, θέλων να δώση παράδειγμα αυστηρόν τοις Βουλγάροις, έπεμψεν εις τα ίδια τους Βουλγάρους τούτους αιχμαλώτους, αφού εξώρυξε τους οφθαλμούς πάντων, καταλιπών μόνον τον έτερον των οφθαλμών εις ένα επί εκάστης εκατοντάδος, ίνα χρησιμεύση ούτος ως οδηγός. Τη καταστροφή ταύτη επηκολούθησε ταχύς ο θάνατος του Σαμουήλ. Ο του Σαμουήλ υιός και διάδοχος Γαβριήλ εφάνη πρόθυμος να υποταχθή εις τον βασιλέα. Αλλ' ο βασιλεύς σκοπών να καταλύση ολοσχερώς και το νέον Βουλγαρικόν κράτος, ουδεμίαν δεχόμενος υποταγήν, εξηκολούθει τον πόλεμον μέχρι τελείας καταλήψεως πασών των υπό Βουλγάρων εν Βουλγαρία και εκτός αυτής κατεχομένων χωρών. Ούτω δε ο πόλεμος εξηκολούθησε μέχρι του 1019, ότε πάντες οι Βούλγαροι αρχηγοί ή εφονεύθησαν ή παρεδόθησαν, κατελύθη εντελώς το Βουλγαρικόν κράτος και η Βουλγαρία άπασα εγένετο απλώς επαρχία του Ελληνικού κράτους, κυβερνωμένη υπό διοικητών από Κωνσταντινουπόλεως πεμπομένων. Μέρος των αιχμαλωτισθέντων Βουλγάρων διεσπάρη εις τας Ασιατικάς κατά τα όρια της Μηδίας χώρας, οι δε λοιποί Βούλγαροι εγένοντο ειρηνικοί υπήκοοι του κράτους. Ο αυτοκράτωρ Βασίλειος Β' μετά την εντελή περάτωσιν του πολέμου μετέβη από Αχρίδος διά Μακεδονίας, πανταχού ευφημούμενος, εις τας νοτίους Ελληνικάς χώρας, ίνα επανέλθη εις την πρωτεύουσαν διά του εν Πειραιεί αναμένοντος αυτόν Ελληνικού στόλου. Εν Αθήναις γενόμενος ανήλθεν εις την Ακρόπολιν και εν τω Παρθενώνι, τω μεταποιηθέντι νυν εις ναόν χριστιανικόν της αειπαρθένου Μαρίας Θεοτόκου, προσήνεγκεν ευχαριστηρίους δεήσεις εις τον θεόν αναθείς και αναθήματα νικητήρια τη Θεοτόκω (159). Από του Πειραιώς ο βασιλεύς επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, ετέλεσε δε θρίαμβον λαμπρότατον, εν ώ ανευφημούμενος υπό του λαού προσηγορεύετο και Βουλγαροκτόνος, ως καταλύσας την δύναμιν και το κράτος των Βουλγάρων. Η εις το Ελληνικόν κράτος υποταγή των Βουλγάρων συνεπήγαγε την εμπέδωσιν της κυριαρχίας του κράτους και επί των ομόρων τοις Βουλγάροις Σλαυικών λαών, Σέρβων και Κροατών. Ούτω δε το κράτος εξετάθη νυν προς βορράν και προς δυσμάς μέχρι του κάτω και του άνω Δανουβίου, και εγένετο όμορον βορειοδυτικώς μεν τοις Ούγγροις, τοις πρότερον εναντίον των Βουλγάρων συμμάχοις των Ελλήνων, ών εν μέσω ήρξατο διαδιδόμενος ο Χριστιανισμός κατά τους χρόνους τούτους, βορειανατολικώς δε προς τους εν τη νυν Βλαχία και Μολδαυία οικούντας βαρβάρους, ειδωλολάτρας έτι το πλείστον, Τουρκικούς λαούς, Ούζους και Πατσινάκους.
14. Ελληνορρωσικαι σχέσεις επί του Βασιλείου Β'.
Εν αντιθέσει προς τα γενόμενα κατά τον επί Τσιμισκή Ελληνορρωσικόν πόλεμον, ότε Ρώσοι και Βούλγαροι επολέμουν ομού κατά των Ελλήνων, επί του Βασιλείου Β' κατά τον μέγαν και μακρότατον Ελληνοβουλγαρικόν πόλεμον οι Ρώσοι ου μόνον ουδένα πόλεμον ή επιδρομήν εποιήσαντο εις το Ελληνικόν κράτος, αλλά και οικειότερον ηθικώς και θρησκευτικώς, πολιτικώς και δυναστικώς συνεδέθησαν προς αυτό. {215} Εν Ρωσία τον μετά το τέλος του Ελληνορρωσικού πολέμου κατά την οίκαδε επάνοδον φονευθέντα Σβετοσλαύον διεδέξατο (972) ο υιός αυτού Βλαδίμηρος Α' (φέρων και ούτος ως ο πατήρ αυτού όνομα καθαρώς Σλαυικόν. Ούτος στρατεύσας εναντίον των Χαζάρων αφήρεσε παρ' αυτών πάσας τας περί την Κριμαϊκήν χερσόνησον χώρας και αυτήν την Κριμαίαν. Τότε δε επήλθε και κατά της μόνης εν τη χερσονήσω ταύτη υφ' Ελλήνων έτι κατεχομένης πόλεως Χερσώνος και πολιορκήσας κατέλαβε την πόλιν (988). Αλλά κατά τον αυτόν ακριβώς χρόνον ο ηγεμών και μετ' αυτού άπαν το των Ρώσων έθνος προσήλθεν εις την χριστιανικήν πίστιν, λαβόντες αυτήν παρά της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Και εν αυτή ακριβώς τη Χερσώνι εβαπτίσθη ο Βλαδίμηρος ανάδοχον έχων τον αυτοκράτορα Βασίλειον Β', κληθείς δ' ένεκα τούτου και Βασίλειος. Ούτω δε της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως θυγάτηρ εγένετο και εκλήθη η νέα Εκκλησία της Ρωσίας, κέντρον και μητρόπολιν έχουσα το Κίεβον και μητροπολίτην καθ' άπασαν την Ρωσίαν τον επίσκοπον Κιέβου. Και η πόλις αύτη εγένετο έκτοτε ιερά τοις Ρώσοις, διότι παρ' αυτήν εν τω Βορυσθένει (Δανάπρει) εβαπτίσθησαν τότε μυριάδες Ρώσων. Διά της χριστιανικής πίστεως συνεδέθησαν νυν οι Ρώσοι στενώς προς την Κωνσταντινούπολιν και τους Έλληνας ου μόνον απλώς ηθικώς και θρησκευτικώς, αλλά και ιεραρχικώς, διότι η εκκλησία του Ρωσικού κράτους διά της μητροπόλεως Κιέβου εξηρτήθη κανονικώς, ήτοι κατά εκκλησιαστικήν πολιτειακήν τάξιν, από της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ήτις διώριζε τον Μητροπολίτην ή πρωθιεράρχην της Ρωσίας, πέμπουσα αυτόν συνήθως από Κωνσταντινουπόλεως. Συχνόταται δε νυν και ζωηρόταται συνήφθησαν σχέσεις εκκλησιαστικαί μεταξύ του Ελληνικού κράτους και της Ρωσίας. Αυτός δε ο Βλαδίμηρος γενόμενος χριστιανός εζήτησε να συνάψη αγχιστείαν προς τον βασιλικόν οίκον της Κωνσταντινουπόλεως και ητήσατο εις γάμον διά πρεσβείας την βασιλόπαιδα Άνναν, την νεωτέραν των δύο θυγατέρων του Ρωμανού Β' και αδελφών του Βασιλείου Β'. Και προς εκδήλωσιν ευγνωμοσύνης επί τη αποδοχή της αιτήσεως αυτού απέδωκε την Χερσώνα εις το Ελληνικόν κράτος (160).
Ο Βασίλειος Β', διαρκούντος του μεγάλου προς Βουλγάρους πολέμου, επετέλεσεν εν Ασία έργα και στρατιωτικώς και πολιτικώς σπουδαία. Τω δε 991 εν τη ακμή αυτή του βουλγαρικού πολέμου μεταβάς εις τον Καύκασον προσήρτησεν εις το κράτος την κατά την διαθήκην του άπαιδος βασιλέως της Ιβηρίας (Γεωργίας) Δαυίδ εις το Ελληνικόν κράτος κληροδοτηθείσαν Ιβηρικήν χώραν, εκτείνων ούτω τα εν Ασία ανατολικά όρια του κράτους μέχρι της Κασπίας θαλάσσης.
Τω αυτώ δ' έτει περιέστειλεν ο βασιλεύς και τας εν Αρμενία εναντίον των χριστιανών Αρμενίων επιδρομάς των εν τη χώρα ταύτη Μωαμεθανών και διέταξε τα κατά την Αρμενίαν ως κυρίαρχος της χώρας. Περί τον αυτόν δε χρόνον στρατεύσας και κατά των Αβασγών του Καυκάσου υπήγαγε τον λαόν τούτον υπό την κυριαρχίαν του Ελληνικού κράτους. Και εν Συρία δε ημπέδωσε την νεωστί αποκατασταθείσαν ενταύθα δύναμιν του Κράτους ασφαλίσας την κατοχήν των υπό του Νικηφόρου Φωκά και Ιωάννου ανακτηθεισών ενταύθα Ελληνικών πόλεων.
Τοιαύτα εν Ασία διέπραττεν έργα ο ρέκτης βασιλεύς καθ' όν χρόνον εμαίνετο εν Ευρώπη ο βουλγαρικός πόλεμος. Αλλ' εν μέσω των δεινών περισπασμών του αυτού πολέμου ο Βασίλειος Β' ηνώρθου την δύναμιν του Ελληνικού κράτους και εν τη Κάτω Ιταλία. Ενταύθα ο πόλεμος εγίνετο κατ' αυτού του επ' αδελφή γαμβρού γενομένου αυτώ Όθωνος Β', του διαδεξαμένου τω 973 τον τότε τελευτήσαντα πατέρα αυτού Όθωνα Α'. Ο Όθων Β' εστράτευσε, στεφθείς εν Ρώμη αυτοκράτωρ, εις την Κάτω Ιταλίαν (881), ίνα καταλάβη την χώραν ταύτην ως δήθεν ανήκουσαν εις το δυτικόν Ρωμαϊκόν κράτος, θεωρών δε και άλλως αυτήν προίκα της γυναικός αυτού Θεοφανούς. Αλλ' εν τη στρατεία ταύτη ηττήθη ο Όθων Β' και μικρού δειν συνελαμβάνετο αιχμάλωτος υπό των Ελλήνων, ησφαλίσθη δε εν τη Κάτω Ιταλία επί του Βασιλείου Β' η Ελληνική κυριαρχία.
Ούτως επί του Βασιλείου Β' από της Κάτω Ιταλίας και από των μυχών του Αδρίου και των οχθών του άνω Δανουβίου μέχρι Καυκάσου και Κασπίας και Ευφράτου το Ελληνικόν κράτος ανεκτήσατο την προτέραν αυτού δύναμιν και κυριότητα, προ πάντων δε ανύψωσε την ηθικήν αυτού αίγλην και γοητείαν.
Τοιαύτη ήτο η δύναμις του κράτους καθ' όν χρόνον ετελεύτησε τον βίον ο Βασίλειος Β' (25 Δεκεμβρίου 1025 μ. Χ.).
15. Κωνσταντίνος Η'.
Ο Βασίλειος Β' απέθανεν άπαις (ή ως φαίνεται και άγαμος)· έμεινε δε μόνος νυν άρχων και κυβερνήτης του κράτους ο γηραιός ήδη αδελφός και συμβασιλεύς εκ παίδων, Κωνσταντίνος Η', βασιλεύσας μόνος έτη τρία μετά τον θάνατον του αδελφού και ουδέν άξιον λόγου εν τω χρόνω τούτω διαπράξας. Διάδοχος αυτού, μη έχοντος υιόν, εγένετο (1028) ο επί θυγατρί γαμβρός Ρωμανός (Γ') Αργυρός, νυμφευθείς την δευτέραν των τριών θυγατέρων αυτού Ζωήν (η πρώτη Ευδοκία εγένετο εκ νεότητος μοναχή). Ο Αργυρός ήτο ανήρ μετρίας ικανότητος. Και επεχείρησε μεν να συνεχίση τα εν Μεσοποταμία πολεμικά έργα των μεγάλων προκατόχων αυτού Νικηφόρου Φωκά, Ιωάννου Τσιμισκή και Βασιλείου Β', αλλ' απέτυχεν οικτρώς (1030)· έμελλε δε να επενέγκη ου σμικράς απωλείας εις το κράτος εν ταις χώραις εκείναις, αν μη ο γενναίος στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης αποκαθίστα εν ταις περί τον Τίγρητα χώραις την ηθικήν δύναμιν του κράτους εμπνέων τρόμον τοις Μωαμεθανοίς. Τον Ρωμανόν Αργυρόν τελευτήσαντα τω 1034 διεδέξατο ο τέως τραπεζίτης της βασιλικής αυλής Μιχαήλ Δ' ο Παφλαγών, προς όν συνήψε δεύτερον γάμον η Ζωή. Επί του Μιχαήλ Δ' (1034-1041) οι εν Κωνσταντινουπόλει επεχείρησαν την από Αράβων ανάκτησιν της Σικελίας (σ. 185 και 189) πέμψαντες επί τούτω στόλον και στρατόν εις την νήσον. Και ο μεν εν τοις έμπροσθεν μνημονευθείς γενναίος στρατηγός Γεώργιος Μανιάκης ανακληθείς από της Ασίας και γενόμενος αρχηγός του στρατού του αποβάντος εις την νήσον κατώρθωσε μετά πολλάς στρατιωτικάς επιτυχίας να καταλάβη σχεδόν άπασαν την νήσον. Αλλά τότε οι περί τον αρχηγόν του στόλου Στέφανον, γαμβρόν επ' αδελφή του Μιχαήλ Δ', υπό φθόνου καταληφθέντες προς τον μέγαν στρατηγόν ενήργησαν διά ραδιουργιών και επέτυχον να ανακληθή μεν ούτος, να ανατεθή δε η αρχιστρατηγία εις τον Στέφανον αυτόν. Αλλ' αποτέλεσμα της ανατεθείσης τω Στεφάνω αρχηγίας ήτο η εν βραχεί απώλεια συμπάσης της νήσου, περιελθούσης αύθις υπό το κράτος των Μωαμεθανών, πλην της πρωτευούσης Μεσσήνης, ήν διετήρησαν οι Έλληνες.
Τον Μιχαήλ Δ', αποχωρήσαντα της αρχής και γενόμενον μοναχόν, μετά μικρόν δε αποθανόντα (1041), διεδέξατο ο τούτου ανεψιός (υιός του μνημονευθέντος ανικάνου ναυάρχου και στρατηγού Στεφάνου) Μιχαήλ Ε', υιοθετηθείς υπό της Ζωής χάριν μείζονος νομιμοφροσύνης. Αλλ' ο Μιχαήλ Ε', ο επικαλούμενος υπό του λαού εμπαικτικώς Καλαφάτης, χάριτι της Ζωής προ πάντων ανελθών εις τον θρόνον, ήθελε νυν να μείνη μόνος βασιλεύς απαλλασσόμενος της συμβασιλείας της Ζωής. Αλλ', ότε επειράθη να πέμψη ταύτην εις μοναστήριον, ο λαός εξηγέρθη υπέρ της Ζωής και της αδελφής αυτής, αναγκάσας αυτόν τον Μιχαήλ να αποχωρήση της αρχής και να μεταβή εις μοναστήριον (1042).
Αι δύο αδελφαί έμειναν νυν μόναι κύριαι του κράτους. Αλλ' αύται, νοούσαι ότι το κράτος δεν ήτο δυνατόν να κυβερνηθή υπ' αυτών εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτό πολλών κινδύνων, εξελέξαντο και τρίτον συνάρχοντα, τον συγγενή προς τον βασιλικον οίκον Κωνσταντίνον (Θ') τον Μονομάχον, όστις και ενυμφεύθη την παρήλικα ήδη γενομένην Ζωήν. Ούτω δε η πραγματική του κράτους κυβέρνησις περιήλθεν εις τον Κωνσταντίνον Θ', άνδρα μετρίας αξίας, έχοντα μέν τινας αρετάς, αλλά και πολλάς κακίας, μη επαρκούντα δε εν πάσιν εις τας απαιτήσεις της θέσεως, καθ' όν χρόνον τα του κράτους ήρξαντο αύθις δεινώς ταρασσόμενα και εσωτερικώς, αλλά προ πάντων εξωτερικώς και δη και εν τη Ανατολή και από Δύσεως και από βορρά. Επαναστάσεις εσωτερικαί σοβαραί ετάραττον το κράτος ήδη από της βασιλείας του Μιχαήλ Δ', ιδίως δ' επανάστασίς τις Βουλγαρική βιαίως κατασταλείσα. Επί δε του Κωνσταντίνου Θ' σοβαρωτάτη επανάστασις εγένετο υπό του γνωστού ημίν στρατηγού Γεωργίου Μανιάκη. Διορισθείς ούτος αρχιστράτηγος των εν τη Κάτω Ιταλία στρατιωτικών δυνάμεων του κράτους και παυθείς μετά μικρόν ανηγορεύθη βασιλεύς υπό του στρατού. Αλλ' οι περί τον Κωνσταντίνον Θ' κατώρθωσαν διά των από της βορείου Γαλλίας ελθόντων τότε εις την Κάτω Ιταλίαν Νορμανδών μισθοφόρων (σ. 158) να καταβάλωσι την στάσιν. Ο Μανιάκης όμως και μετά την ήτταν διαπεραιωθείς μετά του υπολειπομένου έτι αυτού στρατού από Υδρούντος εις Δυρράχιον εβάδιζεν εντεύθεν κατά της πρωτευούσης νικήσας τα κατ' αυτού πεμφθέντα στρατεύματα. Αλλ' έν τινι συμπλοκή πεσών από του ίππου αιφνιδίως απέθανε γενόμενος, ως φαίνεται, θύμα προδοτικής δολοφονίας. Δύο άλλαι κατά του Κωνσταντίνου Θ' στάσεις του Λέοντος Τορνικίου και του Θεοφίλου Ερωτικού ταχέως κατεβλήθησαν διά τε της τόλμης και της ανδρείας και της επιεικούς προς τους ηττηθέντας διαγωγής του βασιλέως.
Επί του Κωνσταντίνου Θ' τον Οικουμενικόν πατριαρχικόν θρόνον διέποντος του πατριάρχου Μιχαήλ Κηρουλαρίου, τον δε παπικόν θρόνον της Ρώμης του Λέοντος Θ', επήλθε και το οριστικόν πλέον έκτοτε καταστάν μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας σχίσμα (1054), αναφυεισών νέων τότε μεταξύ των Εκκλησιών Κωνσταντινουπόλεως και Ρώμης ερίδων, ών κατ' ακολουθίαν πάπας Ρώμης και πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως αφώρισαν αλλήλους. Πάσαι λοιπόν αι αυτοκέφαλοι εν Ανατολή ορθόδοξοι Εκκλησίαι και αυτή η νεοφώτιστος Ρωσική συνηνώθησαν μετά της Εκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως εν τη καταδίκη της Ρωμαϊκής Εκκλησίας ως αιρετικής, ούτω δε οριστικόν επήλθε Σχίσμα μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας.
16. Βαρβαρικοί επιδρομαί και πόλεμοι επί του Κωνσταντίνου Θ'. Πατσινάκοι. Ο τελευταίος Ελληνορρωσικός πόλεμος.
Μεγάλαι βαρβαρικαί επιδρομαί εγένοντο εις τας Ευρωπαϊκάς επαρχίας του Ελληνικού κράτους υπό των πέραν του Ίστρου οικούντων Πατσινάκων, διαρκέσασαι έξ έτη, καθ' ά μέρος των Πατσινάκων εδέξατο τον Χριστιανισμόν.
Σπουδαιότατον πολεμικόν γεγονός της βασιλείας του Κωνσταντίνου Θ' είναι η του Ρώσου «μεγάλου ηγεμόνος» Ιαροσλαύου επί την Κωνσταντινούπολιν στρατεία. Οι Ρώσοι, αφού επί του Βλαδιμήρου προσήλθον εις την χριστιανικήν πίστιν, εις συχνάς και ζωηράς διετέλουν σχέσεις προς την Κωνσταντινούπολιν και εις αδιάλειπτον προς αυτήν πνευματικήν επικοινωνίαν. Εν τούτοις δεν έλειπον και εχθρικαί μεταξύ των δύο κρατών συγκρούσεις αναμιμνήσκουσαι την κατάστασιν την υφισταμένην μεταξύ των δύο κρατών πριν οι Ρώσοι προσέλθωσιν εις την χριστιανικήν πίστιν.
Αποθανόντος εν Ρωσία του Βλαδιμήρου τω 1015, το κράτος διενεμήθη μεταξύ των 8 υιών αυτού· αλλά μεταξύ τούτων την πρωτεύουσαν θέσιν ως μέγας ηγεμών (σημ. 153) έλαβεν ο Σβετοπόλσκης, άρξας μέχρι του 1019· μετά τον θάνατον δε τούτου ο αδελφός αυτού Ιαροσλαύος (1019-1054) υπήγαγεν υπό την αρχήν αυτού πάντας τους άλλους ηγεμόνας, αδελφούς τε και ανεψιούς. Ο Ιαροσλαύος δε ούτος εστράτευσεν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως ζητών εκδίκησιν διά τον φόνον Ρώσου τινός ευπατρίδου (βοϊάρου), φονευθέντος εν Κωνσταντινουπόλει έν τινι μεταξύ των Ελλήνων και των αυτόθι παροικούντων Ρώσων επελθούση έριδι. Επήλθε δε μετά στόλου εξ απείρου πλήθους τροχαντήρων συγκεκροτημένου και πολυαρίθμου στρατού συγκειμένου εξ εκατόν χιλιάδων ανδρών, Νορμανδών ή Βαράγγων, οίτινες δελεαζόμενοι από του ονόματος της Κωνσταντινουπόλεως και της προσδοκωμένης εκ της κατ' αυτής στρατείας απείρου λείας, πανταχόθεν έσπευσαν υπό τας σημαίας του Νορμανδοσλαύου «μεγάλου ηγεμόνος» της Ρωσίας. Αλλ' η μεγάλη αύτη Ρωσική στρατεία απέτυχεν ολοσχερώς, ένεκα της μεγάλης τρικυμίας ήν έπαθεν ο Ρωσικός στόλος εν τω στομίω του Βοσπόρου και των καταστροφών άς επήνεγκεν εις αυτόν το Ελληνικόν πυρ, και ένεκα της κατά θάλασσαν υπερτέρας δεξιότητος των Ελλήνων ναυτών. Μέγα μέρος του στόλου διεσκορπίσθη υπό της θυέλλης, το δε λοιπόν κατέστρεψεν ο υπό τον ναύαρχον Βασίλειον Ελληνικός στόλος. Ολίγοι των μυριάδων μαχητών του Ιαροσλαύου εσώθησαν επί των τροχαντήρων· οι δε λοιποί αποβάντες εις την ξηράν υπεχώρουν διά της παρά τον Εύξεινον Θρακικής και Βουλγαρικής παραλίας. Αλλά και ούτοι γενόμενοι παρά το στόμιον του Δανουβίου προσεβλήθησαν υπό του εκ Βάρνης ορμήσαντος κατ' αυτών Έλληνος στρατηγού Κατακαλών, και εν μέρει μεν κατεστράφησαν, εν μέρει δε ηχμαλωτίσθησαν. Ο Ιαροσλαύος διεσώθη εις Ρωσίαν μετ' ολίγον εκ των Ρώσων αυτού (161).
Η ατυχής αύτη επί το Βυζάντιον Ρωσική στρατεία ήτο η τελευταία εναντίον του Ελληνικού κράτους και της χριστιανικής Κωνσταντινουπόλεως Ρωσική στρατεία. Έκτοτε επήλθε και εν τω Ελληνικώ κράτει και εν Ρωσία και εν τη καθόλου Ανατολή κατάστασις πραγμάτων, ποιήσασα ήττον συχνάς και ζωηράς τας μεταξύ Ρωσίας και του Ελληνικού κράτους σχέσεις. Η Ρωσία μετά τον θάνατον του Ιαροσλαύου (1054) διηρέθη μεταξύ των τούτου υιών (162) και των εγγόνων εις πολλά κράτη και περιεπλάκη εις εμφυλίους πολέμους, κατά δε τας αρχάς του 13 αιώνος υπέκυψεν υπό το κράτος του εξ Ασίας φοβερού Μογγόλου επιδρομέως Δζεγγίς-χαν και των υιών αυτού.
Το δε Ελληνικόν κράτος, αφού περί τα τέλη του 10 και τας αρχάς του 11 αιώνος επί των μεγάλων βασιλέων Νικηφόρου Β', Ιωάννου Τσιμισκή και Βασιλείου Β' εξίκετο εις το ύψιστον, από των χρόνων του Ηρακλείου, σημείον της δυνάμεως και της δόξης αυτού, επί των διαδόχων του Βασιλείου Β' και ιδίως επί του Κωνσταντίνου Θ' ήρξατο διηνεκώς εξασθενούμενον και καταρρέον. Αιτία της νυν αρξαμένης ταύτης παρακμής και αδυναμίας του κράτους δεν ήτο μόνον η έλλειψις βασιλέων μεγάλων εφαμίλλων προς τους προειρημένους, αλλ' η νέα περί το κράτος δημιουργηθείσα κατάστασις των εξωτερικών πραγμάτων, περί ης ανάγκη να πραγματευθώμεν ειδικώτερον.
17. Οι νέοι πολέμιοι του κράτους.
Νέοι φοβεροί πολέμιοι προς Βορράν και Δυσμάς και Ανατολάς εγεννήθησαν κατά του κράτους, εργαζόμενοι δεινώς προς καταστροφήν αυτού.
Προς βορράν η κατάλυσις του Βουλγαρικού κράτους απήλλαξε μεν το Ελληνικόν κράτος πολεμίου οχληροτάτου και αγριοτάτου, αλλ' εξ άλλου ήγαγε το κράτος τούτο εις άμεσον επαφήν προς τους πέραν του Δανουβίου βαρβάρους πολεμικούς Τουρκικούς λαούς Ούγγρους, Πατσινάκους, Ούζους (ών μόνοι οι Ούγγροι κατά τους χρόνους του Κωνσταντίνου Θ' είχον προσέλθει εντελώς εις τον Χριστιανισμόν), αφ' ών τέως εχωρίζετο ως διά φραγμού διά του Βουλγαρικού κράτους. Και ενώ υφισταμένου του Βουλγαρικού κράτους οι ειρημένοι βάρβαροι ήσαν άμεσοι ή έμμεσοι, φανεροί ή λανθάνοντες, σύμμαχοι του Ελληνικού κράτους εναντίον των Βουλγάρων, νυν από συμμάχων εγίνοντο πολέμιοι και επιδρομείς επικίνδυνοι, ως μαρτυρεί και η τω 1048 γενομένη μεγάλη των Πατσινάκων επιδρομή. Αλλ' οι λαοί ούτοι ουδέ διενοήθησαν ουδέποτε ουδ' ηδύναντο να διανοηθώσι περί καταλύσεως του Ελληνικού κράτους, και διά τούτο οι εξ αυτών κίνδυνοι ήσαν πάντοτε παροδικοί.
Τουναντίον νέος κινδυνωδέστατος πολέμιος ηγέρθη εν τη Δύσει. Οι Νορμανδοί, οίτινες επί του Κωνσταντίνου Θ', καθά είπομεν, ως μισθοφόροι των Ελλήνων κατέστειλαν την κατά του βασιλέως τούτου στάσιν του Γεωργίου Μανιάκη, ου πολύ μετά το γεγονός τούτο, επί των διαδόχων του Κωνσταντίνου Θ', από μισθοφόρων εγένοντο κατακτηταί της Κάτω Ιταλίας, καταλύσαντες ολοσχερώς εν τη χώρα ταύτη το Ελληνικόν κράτος. Ο δ' αρχηγός αυτών ο πανουργότατος Ροβέρτος Γυσκάρδος, ήτοι Διάβολος, όμοιος ων εν πολλοίς κατά το πανούργον και πολύτροπον εν μέρει δε και κατά την βαρβαρότητα προς τον Βανδήλον Γεζέριχον (σελ. 52 και 61-62), είς των 12 υιών του Ταγκρέδου του εξ Ωτεβίλλης (Hauteville) της Γαλλικής Νορμανδίας και αδελφός Γουλιέλμου του Σιδηρόχειρος επικαλουμένου (του ιδρυτού του εν Κάτω Ιταλία Νορμανδικού κράτους), ανεγνωρίσθη επισήμως υπό του Πάπα ηγεμών της Κάτω Ιταλίας. Αφού δε μετά μικρόν οι Νορμανδοί ούτοι υπέταξαν εαυτοίς και την Σικελίαν, αφαιρέσαντες αυτήν από των Αράβων, συνεκρότησαν μέγα κράτος εκ των τέως Ελληνικών τούτων εν τη Δύσει χωρών και διενοήθησαν να εκτείνωσι το κράτος τούτο προς ανατολάς, Ο μνημονευθείς Ροβέρτος Γυσκάρδος επεχείρησεν, ορμώμενος από Ιταλίας, να καταλύση ολοσχερώς το Ελληνικόν κράτος και επί τούτω δεινούς διεξήγαγε πολέμους εναντίον των Ελλήνων περί τα τέλη έτι του 11 αιώνος.
Ενώ δε τοιούτος φοβερός πολέμιος από Δυσμών επεβούλευε τω Ελληνικώ κράτει, άλλος κίνδυνος έτι δεινότερος ενέσκηψεν εξ Ανατολών. Ήτο δ' ούτος ο κίνδυνος η εν Ασία επελθούσα κατά τους χρόνους τούτους (τον 11 αιώνα μ. Χ.) αναζωογόνησις του Μωαμεθανισμού διά νέας πολεμικωτάτης φυλής, της των Τούρκων. Και η αναζωογόνησις ακριβώς αύτη του Μωαμεθανισμού και η εν τη σκηνή της ιστορίας εμφάνισις μωαμεθανών Τούρκων υπήρξεν ολεθριωτάτη εις το Ελληνικόν κράτος, αφαιρέσασα εν σμικρώ το πλείστον των Ασιατικών, των και καλλίστων και ζωτικωτάτων χωρών του Κράτους, και επενεγκούσα βραδύτερον την οριστικήν κατάλυσιν του κράτους τούτου.
18. Τουρκικός Μωαμεθανισμός. Άραβες, Πέρσαι, Τούρκοι.
Οι Άραβες, ών εν μέσω περί τας αρχάς του 7 μ. Χ. αιώνος εγεννήθη ο Μωαμεθανισμός, επί 2 αιώνας και επέκεινα υπήρξαν οι φοβεροί σημαιοφόροι της νέας θρησκείας. Δι' αυτών αύτη εξετάθη από των ερήμων της Πετραίας Αραβίας, ένθεν μεν διά της βορείου Αφρικής μέχρι του Ατλαντικού και των Πυρηναίων, ένθεν δε διά Συρίας, Ασσυρίας, Μηδίας και Περσίας μέχρι του Ώξου και του Ινδού. Οι Άραβες κατέστρεψαν το Περσικόν κράτος, ηκρωτηρίασαν δεινώς το Ελληνικόν, και προσβαλόντες αυτό εν τη καρδία αυτού, δεν κατώρθωσαν να κατενέγκωσι θανάσιμον πληγήν. Και αφού επί των τεσσάρων πρώτων αιρετών Χαλιφών, είτα δε διά δύο αλλεπαλλήλους αρξάντων δυναστικών οίκων (Ουμμεϊαδών και Αββασιδών) ανέπτυξαν όλην την δύναμιν του Αραβικού Μωαμεθανισμού επί δύο ολοκλήρους αιώνας, από των μέσων του 9 μ. Χ. αιώνος εισήλθον οριστικώς εις την περίοδον της παρακμής και αδυναμίας. Η αδυναμία αύτη προυχώρει αυξανομένη ακριβώς, καθ' ούς χρόνους το Ελληνικόν κράτος ετάσσετο υπό την ισχυράν Μακεδονικήν καλουμένην δυναστείαν, την αναδείξασαν τοσούτους μεγάλους βασιλείς και στρατηγούς. {222} Η από των μέσων δε του 8 μ. Χ. αιώνος αρξαμένη διαίρεσις του ενιαίου μεγάλου Χαλιφικού κράτους διά της ιδρύσεως χαλιφικού Ισπανικού κράτους (σελ. 177) έλαβεν ευρυτέρας διαστάσεις κατά τον επόμενον αιώνα, ότε ολόκληρος η βόρειος Αφρική απεχωρίσθη του χαλιφικού κράτους των Αββασιδών διά της εν ταις χώραις ταύταις ιδρύσεως νέας δυναστείας χαλιφικής, της των Φατιμιδών, δυναστείας δηλονότι απ' αυτού του Προφήτου καταγομένης. Η νέα χαλιφεία επί αιώνα ήνθησεν εν Αιγύπτω, εκείθεν άρχουσα της Β. Αφρικής.
Το κράτος των Αββασιδών χαλιφών του Βαγδατίου, των εκπροσωπούντων κυρίως την δύναμιν του Ισλάμ περιωρίσθη εις Ασίαν. Αλλά και ενταύθα από των αρχών του 10 αιώνος η εξουσία του Χαλίφου και η ενότης του κράτους κατέστησαν εικονικαί. Οι διοικηταί, ήτοι Αμίραι (ή Αμηράδες), των επαρχιών κατέστησαν κατ' ουσίαν ανεξάρτητοι, και το χαλιφικόν κράτος κατεκερματίσθη εις πλήθος μικρών κρατών, ών οι Αμίραι κατά τύπον και κατ' όνομα ανεγνώριζον την αρχήν του Χαλίφου· ιδρύθησαν δε και κράτη πειρατικά ανεξάρτητα εν τη Μεσογείω και τω Αιγαίω, ως το της Κρήτης. Ταύτην δε την κατάστασιν ακριβώς επωφελούμενοι οι μεγάλοι Έλληνες βασιλείς της Μακεδονικής δυναστείας ανεκτήσαντο από των μωαμεθανών τοσαύτας εν Μεσοποταμία, Συρία, Αρμενία και παρά τον Καύκασον χώρας· και περί τας αρχάς δε του 11 αιώνος εφαίνετο το Ελληνικόν κράτος αναλαμβάνον σχεδόν τα επί του Ηρακλείου προ της εμφανίσεως του Ισλάμ εν Ασία όρια αυτού εν μέσω του προς εαυτό διηρημένου και τεταπεινωμένου χαλιφικού κράτους. Αλλ' ακριβώς κατά τους χρόνους εκείνους επήλθεν απότομος και ριζική μεταβολή πραγμάτων, επενεγκούσα εντός βραχυτάτου χρόνου την ολοσχερή σχεδόν εν Ασία κατάλυσιν του Ελληνικού κράτους και την εκ νέου φοβεράν κραταίωσιν του Ισλάμ εν τη ηπείρω ταύτη. Η τοιαύτη απότομος μεταβολή δεν προήλθεν απλώς εκ του ότι μετά τον Βασίλειον Β' δεν εφάνησαν επί τινα χρόνον εν τω Ελληνικώ κράτει μεγάλοι βασιλείς και στρατηλάται, ουδ' εκ του ότι το χαλιφικόν κράτος ανέδειξε τοιούτους άνδρας, αλλ' εκ νέας όλως νεωστί παραχθείσης εν τω Ασιατικώ Ισλάμ και κόσμω μεταβολής. Το Αραβικόν μωαμεθανικόν κράτος παρήκμασε και εξησθένησεν, αλλά δεν εξησθένησε μετ' αυτού και το Ισλάμ. Τουναντίον, όπως ο από του 4 αιώνος εν τη Δυτική Ευρώπη πολιτικώς και στρατιωτικώς εξασθενήσας Λατινικός Χριστιανισμός ανεζωογονήθη υπ' αμφοτέρας τας επόψεις διά των βαρβάρων Γερμανικών φυλών, αίτινες έμπλεοι σφρίγους ενεφανίζοντο εν τη ιστορία· ούτω και εν Ασία από του 11 αιώνος ο Μωαμεθανισμός, ο εν τοις Άραψι στρατιωτικώς και πολιτικώς παρακμάσας και εξασθενήσας, ανεβίω εν άλλοις Ασιατικοίς λαοίς και διά των λαών τούτων. Δύο δε λαοί εν Ασία, πλην των Αράβων, εδέξαντο το Ισλάμ οι Πέρσαι και οι Τούρκοι.
Τούτων οι μεν Πέρσαι, όντες σπουδαίος οπωσδήποτε ιστορικός λαός και ίδιον έχοντες πολιτισμόν δι' αιώνων αναπτυχθέντα, ετήρησαν απέναντι του Ισλάμ εν αρχή θέσιν όλως παθητικήν, αναγκασθέντες ούτω ν' αποβάλωσι την αρχαίαν αυτών θρησκείαν και μέρος του αρχαίου βίου. Αλλά χρόνου προϊόντος ο Περσικός βίος ανεγεννήθη εν τω Ισλάμ διατηρών μεν την μωαμεθανικήν θρησκείαν, αλλ' αναζωογονήσας και την εθνικήν συνείδησιν, και εν ταύτη ίδιον αναπτύξας βίον εθνικόν, ιδίαν φιλολογίαν, τέχνην και ποίησιν. Η τοιαύτη εν τω Ισλάμ αναβίωσις του Περσικού βίου εξετάθη και επί τον χώρον τον πολιτικόν, και από των μέσων του 9 μ. Χ. αιώνος, ότε ήρξατο η εξασθένησις της κεντρικής εξουσίας της Χαλιφείας, ιδρύθησαν εν ταις αρχαίαις Περσικαίς χώραις πολλαί μωαμεθανικαί Περσικαί δυναστείαι και κράτη, μεγάλως προαγαγόντα τον μωαμεθανικόν πολιτισμόν. Αλλ' η καθόλου πολιτική ανάπτυξις των Περσών υπήρξε περιορισμένη. Ουδέν των μωαμεθανικών Περσικών κρατών συνέλαβε την μεγάλην μωαμεθανικήν ιδέαν του υποτάξαι τον κόσμον εις το Ισλάμ η δε κατακτητική αυτών ορμή υπήρξεν ασθενής. Και αυτά δε τα Περσικά μωαμεθανικά κράτη, άτινα υπήρξαν εν μέρει κατακτητικά, είχον δυναστείαν ηγεμονικήν Τουρκικήν. {224} Τοιούτον λ. χ. κράτος υπήρξε το κατά τον 10 αιώνα ιδρυθέν και κατά τον 11 αιώνα σφόδρα ακμάσαν κράτος των Γασναυιδών, όπερ ιδρυθέν εν τω νυν Αφγανιστάν εξετάθη εκείθεν επί του μεγάλου σουλτάνου Μαχμούτ Γασναυή επί μέγα μέρος της Ινδικής και διέδωκεν εν τη χώρα ταύτη, τον Μωαμεθανισμόν. Καθόλου όμως ο Περσικός Μωαμεθανισμός δεν εμεγαλούργησε πολιτικώς, αλλά πνευματικώς, παραγαγών ιδίως ποίησιν πλουσιωτάτην και μεγάλους ποιητάς και αριστουργήματα επικής και λυρικής ποιήσεως. Ο μέγας Πέρσης επικός ποιητής Φερδουσί (ακμάσας κατά τον 11 αιώνα), ο Όμηρος των Περσών, και ο μέγας λυρικός Σααδί (ακμάσας κατά τας αρχάς του 13 αιώνος) εισίν οι μεγάλοι αντιπρόσωποι της τοιαύτης ακμής της Περσικής ποιήσεως. Αλλά το έργον της πολιτικής και στρατιωτικής αναζωογονήσεως και νέας κοσμοκρατορικής ορμής και κινήσεως του Ισλάμ έλαχεν εις άλλην φυλήν Ασιατικήν ήττον πεπολιτισμένην, αλλά και νεαρωτέραν, και υπό ισχυροτέρου σφρίγους κατεχομένην, και φύσει πολεμικωτέραν και αρχικωτέραν. Ήτο δε η φυλή αύτη η Τουρκική.
Οι Τουρκικοί ή, ως λέγονται συνηθέστερον εν τη εθνολογία και τη γλωσσική, Τουρανικοί λαοί, αποτελούντες γλωσσικήν ενότητα εκτεινομένην από των ακτών της Βαλτικής μέχρι των ακτών της Σινικής θαλάσσης, διαιρούνται ανθρωπολογικώς εις λευκούς, τους καλουμένους ιδιαιτέρως Τούρκους, τους οικούντας εν τη Μέση και τη Δυτική Ασία και εν τη βορείω και τη ανατολική Ευρώπη, και κιτρίνους, τους καλουμένους ιδιαιτέρως Τα(ρ)τάρους και Μογγόλους, τους οικούντας εν τη βορειανατολική Ασία. Ονομαστότεροι εν τη ιστορία απέβησαν ανέκαθεν οι Τούρκοι.
Εν Ευρώπη ώκουν Τουρκικοί λαοί προ αμνημονεύτων χρόνων εν ταις ανατολικαίς ακταίς της Βαλτικής, καλούμενοι Φίννοι (ίδε σημ. 117) και σποράδην εν ταις νυν Ρωσικαίς Ευρωπαϊκαίς χώραις· εν Ασία δε ιδίως εν ταις προς ανατολάς της Κασπίας χώραις. Πολλοί δε των λαών τούτων, ως είδομεν, μετενάστευσαν κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους εις Ευρώπην. Πάντες δε οι εν Ευρώπη Τουρκικοί λαοί, οι τε αρχαίοι ιθαγενείς Φίννοι και οι εξ Ασίας μεταναστάντες Βούλγαροι, Χάζαροι, Μαγιάροι, Πατσινάκοι, Ούζοι, Κουμάνοι, όντες εν αρχή βάρβαροι κτισματολάτραι ή έχοντες την θρησκείαν των μάγων, εγένοντο χριστιανοί. Οι δε εν Ασία, οίτινες, ως είδομεν, ίδρυσαν μέγα κράτος κατά τον 6 μ. Χ. διαλυθέν κατά τον 9 αιώνα, έμενον μέχρι του 10 αιώνος κτισματολάτραι ή οπαδοί της θρησκείας των μάγων. Χριστιανισμός εισεχώρησεν εις αυτούς από του 6 μ. Χ. αιώνος, ιδίως ο Νεστοριανός Χριστιανισμός από των εν Περσία Νεστοριανών μεταδοθείς, και ικαναί φυλαί Τουρκικαί από του 6 μέχρι του 11 αιώνος είχον προσέλθει εις τον Χριστιανισμόν. Αλλ' η από του 7 μ. Χ. αιώνος εν ταις Περσικαίς χώραις διαδοθείσα και εμπεδωθείσα μωαμεθανική θρησκεία διεδόθη κατά τους επομένους αιώνας και εν ταις Τουρκικαίς χώραις. Μία δε των Τουρκικών φυλών, η δεξαμένη τον Μωαμεθανισμόν κατά τον 11 αιώνα, είναι η ισχυρά φυλή των Σελτζούκων, ούτω κληθείσα υπό του γενάρχου Σελτζούκου. Η φυλή αύτη προσήλθεν εις τον Μωαμεθανισμόν και ίδρυσεν ισχυρόν μωαμεθανικόν κράτος, καλούμενον Σελτζουκικόν, καταστάν ονομαστότατον εν τη ιστορία του τε Ισλάμ και του Ελληνικού κράτους.
19. Οι Σελτζούκοι Τούρκοι.
Πρώτος ονομαστός ηγεμών των επί Σελτζούκου ήδη ή βραδύτερον εις τον Μωαμεθανισμόν προσελθόντων Σελτζούκων είναι ο του Σελτζούκου εγγονός Τογρούλ βέης (163). Επί τούτου οι Σελτζούκοι μεταβάντες εκ των πέραν του Ώξου Τουρκικών χωρών εις τας εντεύθεν του ποταμού τούτου Ιρανικάς ή Περσικάς χώρας ίδρυσαν εν Περσία κράτος Τουρκικόν ισχυρόν υπό ηγεμόνας καλουμένους Σουλτάνους (164), καταλύσαντες τας εν ταις Περσικαίς χώραις Περσικάς μωαμεθανικάς δυναστείας. Ο χαλίφης του Βαγδατίου ανέθηκεν εις τον Τογρούλ βέην την διοίκησιν του όλου χαλιφικού κράτους, ονομάσας αυτόν «βασιλέα Ανατολής και Δύσεως» και επίτροπον του Χαλίφου. {226} Επί του Τογρούλ βέη, συγχρόνου του Κωνσταντίνου Θ' του Μονομάχου, εγένοντο αι πρώται μεταξύ των Σελτζούκων και των Ελλήνων εν Αρμενία πολεμικαί συγκρούσεις, καθ' άς οι Έλληνες απώλεσαν μέρος των Αρμενικών αυτών κτήσεων. Τον Τογρούλ βέην θανόντα τω 1063 διεδέξατο ο γενναίος ανεψιός αυτού Αλπ-αρσλάν (1063-1075). Επί τούτου δε τα πολυπληθή των μωαμεθανών Σελτζούκων στίφη μετά φανατισμού νεοφωτίστων μωαμεθανών εισέβαλον ως κατακτηταί από Αρμενίας εις την Μικράν Ασίαν και εκυρίευσαν άπαν το ανατολικόν τμήμα της Ελληνικής ταύτης χερσονήσου μεθ' όλην την γενναίαν αντίστασιν, ήν αντέταξεν αυτοίς ο γενναίος βασιλεύς Ρωμανός Δ' ο Διογένης. Ταυτοχρόνως δε οι Σελτζούκοι κατέλαβον πάσαν την Μεσοποταμίαν (πλην της Εδέσσης) και πάσαν την προ ενός αιώνος υπό των Ελλήνων ανακτηθείσαν Συρίαν (μετά της Αντιοχείας). Και η Παλαιστίνη, ήν είχον προ μικρού προσαρτήσει εις το κράτος αυτών οι Φατιμίδαι της Αιγύπτου (σελ. 222-223), κατελήφθη νυν υπό των Σελτζούκων. Επί του υιού και διαδόχου του Αλπ-αρσλάν Μαλέκ-σαχ οι Σελτζούκοι εξέτειναν τας εν Μικρά Ασία κατακτήσεις μέχρι Βιθυνίας και των ακτών της Προποντίδος και του Αιγαίου, το δε κράτος των Σελτζούκων ανήλθεν εις το ύψιστον σημείον της δυνάμεως αυτού, εκτεινόμενον από του Ώξου και του Ινδού μέχρι Αιγύπτου και των Ασιατικών ακτών της Προποντίδος, των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μαλέκ-σαχ άρχων αυτός εν Περσία τας μεμακρυσμένας χώρας του κράτους Μικράν Ασίαν, Μεσοποταμίαν και Συρίαν κατέστησεν ίδια φεουδαλικά κράτη (σελ. 164) κυβερνώμενα κληρονομικώς υπό των συγγενών αυτού. Τότε δε και αι εν Μικρά Ασία από των Ελλήνων κυριευθείσαι χώραι απετέλεσαν ίδιον κράτος υποτελές τω Σελτζούκω σουλτάνω, δοθέν ως φέουδον εις τον συγγενή του Μαλέκ-σαχ Σουλεϊμάν τον Σελτζούκον. Ο Σουλεϊμάν κατέστησε πρωτεύουσαν του κράτους αυτού την περίφημον Νίκαιαν της Βιθυνίας (1080)· διά τούτο δε και το κράτος το Σελτζουκικόν εκλήθη εν αρχή κράτος της Νικαίας. Ούτω περί τα τέλη του 11 αιώνος οι Σελτζούκοι Τούρκοι έστησαν την έδραν του κράτους αυτών εις ολίγων ωρών από του Βοσπόρου και της Κωνσταντινουπόλεως απόστασιν, τα δε ύδατα της ανατολικής Μεσογείου και του Αιγαίου πελάγους διεσχίζοντο υπό πειρατικών πλοίων Τουρκικών. Αλλ' είναι ήδη ανάγκη να επανέλθωμεν εις την Βυζαντινήν ιστορίαν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ ΤΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑΣ ΤΩΝ ΚΟΜΝΗΝΩΝ
1. Το τέλος της Μακεδονικής δυναστείας.
Ο Κωνσταντίνος Θ' ο Μονομάχος εβασίλευσε μέχρι του 1054. Επειδή δε η Ζωή είχε τελευτήσει πρότερον, μόνη κληρονόμος της αρχής έμεινε νυν η Θεοδώρα, ήτις και μέχρι νυν ήτο συνάρχουσα τη τε Ζωή και τω Κωνσταντίνω. Εκυβέρνησε δε το κράτος η Θεοδώρα μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου Θ' μόνον δύο έτη, καθ' ά ουδέν ιδιαίτερον συνέβη άξιον λόγου. Μετά της Θεοδώρας δε αποθανούσης τω 1056 εξέλιπε και η Μακεδονική δυναστεία.
2. Μιχαήλ ΣΤ' ο Στρατιωτικός (1056-1057). Ισαάκιος ο Κομνηνός (1057-1059). Κωνσταντίνος Ι' ο Δούκας (1059-1067). Διογένης Ρωμανός Δ' (1068-1071) και Μιχαήλ Ζ' (1071-1078).
Μετά τον θάνατον της Θεοδώρας και την έκλειψιν του Μακεδονικού οίκου, δύο μερίδες ήριζον περί της αρχής, η των πολιτικών και η των στρατιωτικών. Η πρώτη μερίς, ήτις ήρχεν επί της Θεοδώρας, ανεβίβασεν επί τέλους εις τον θρόνον τον γηραιόν και αδρανή Μιχαήλ ΣΤ', τον επικαλούμενον Στρατιωτικόν. Αλλ' η μερίς η στρατιωτική θεωρούσα τούτον όλως ανίκανον εν μέσω της σοβαράς εξωτερικής καταστάσεως των πραγμάτων και ιδίως του από Τούρκων κινδύνου, απεμάκρυνεν αυτόν μετ' ολίγους μήνας και ανεβίβασεν εις τον θρόνον τον γενναίον στρατιωτικόν άνδρα Ισαάκιον τον Κομνηνόν (1057). Ο Ισαάκιος εβασίλευσε δύο μόνον έτη, καθ' ά επολέμησεν επιτυχώς εναντίον των Ούγγρων και των Πατσινάκων και υπεχρέωσεν αμφοτέρους να διάγωσιν εν ειρήνη προς το κράτος. {227} Συνέστησε δε ως διάδοχον αυτού επί του θρόνου τον άνδρα, όν εθεώρει άριστον προς τας περιστάσεις, τον Κωνσταντίνον Δούκαν. Ούτος μετά τον θάνατον του Ισαακίου γενόμενος βασιλεύς έδειξε μεν αρετάς πολιτικώς, αλλά στρατιωτικώς εφάνη ανίκανος να υπερασπίση το κράτος ιδίως εναντίον των Σελτζούκων Τούρκων, οίτινες υπό τον μέγαν Σουλτάνον αυτών Αλπ-αρσλάν ήρξαντο τότε να εισβάλλωσιν εις την Μικράν Ασίαν. Διέπραξε δε ο Κωνσταντίνος Ι' και το μέγιστον σφάλμα να καταλίπη διά διαθήκης την βασιλικήν αρχήν εις τους τρεις υιούς αυτού και να καταστήση κηδεμόνα αυτών και επίτροπον της αρχής την λογίαν γυναίκα αυτού βασίλισσαν Ευδοκίαν, καθ' όν χρόνον το κράτος είχεν ανάγκην κυβερνητών γενναίων στρατιωτικών ανδρών. Αλλά προς ευτυχίαν του κράτους μικρόν μετά τον θάνατον του Κωνσταντίνου Ι' (1067) ο γενναίος στρατιωτικός Ρωμανός Διογένης κατηγορηθείς επί εγκλήματι εσχάτης προδοσίας, καθ' όν χρόνον εδικάζετο εφείλκυσε την προσοχήν της Ευδοκίας διά του ανδρικού παραστήματος και του αρρενωπού κάλλους αυτού ως και διά του τρόπου, καθ' όν ανέμνησε τους δικαστάς τα υπ' αυτού υπέρ του κράτους πεπραγμένα· ούτω δε από κατηγορουμένου και υποδίκου υψώθη εις τον θρόνον υπ' αυτής της Ευδοκίας, καταστησάσης αυτόν σύζυγον και συμβασιλέα παρά την ένορκον υπόσχεσιν ήν είχε δώσει αύτη τω Κωνσταντίνω Ι', ότι δεν έμελλε να έλθη προς ουδένα εις δευτέρου γάμου κοινωνίαν.
Ο Διογένης κατά τα τρία έτη της βασιλείας αυτού εφάνη αληθής ήρως αγωνισάμενος γενναιότατα μετά σμικρών στρατιωτικών δυνάμεων, και τούτων από μισθοφόρων Νορμανδών και άλλων βαρβάρων συγκειμένων (165), εναντίον των πολυπληθών και άριστα συγκεκροτημένων και πολεμικωτάτων στρατιών του Αλπ-αρσλάν. Διά δύο μεγάλων στρατειών, άς επεχείρησεν εναντίον του Αλπ-αρσλάν, υπερήσπισε τας εν Ασία ελληνικάς κτήσεις και απώθησε σχεδόν τους Τούρκους πέραν των ορίων της Μικράς Ασίας. Αλλ' εν τω τρίτω πολέμω, εισβαλών επιθετικός εις την Αρμενίαν, ηττήθη εν μάχη τινί και ηρωικώς μαχόμενος και τραυματισθείς συνελήφθη αιχμάλωτος. Ο μεγάθυμος σουλτάνος των Σελτζούκων Αλπ-αρσλάν, θαυμάσας την γενναιότητα του ανδρός και επαξίως τιμών αυτήν ηξίωσε τον Διογένην βασιλικών τιμών και συνωμολόγησε προς αυτόν ειρήνην, αποδούς πάσαν σχεδόν την Μικράν Ασίαν, αρκεσθείς δε μόνον εις υπόσχεσιν χρηματικής αποζημιώσεως (ή λύτρων του βασιλέως), και ταύτης διδομένης απλώς διά του βασιλικού λόγου του Ρωμανού. Έδωκε δε τω βασιλεί Διογένει και στολήν και φρουράν βασιλικήν. Αλλ', ενώ ο Ρωμανός επέστρεφεν ούτω διά της Μικράς Ασίας εις την πρωτεύουσαν, οι ενταύθα συγγενείς του οίκου Δούκα, ο του Κωνσταντίνου Ι' αδελφός Ιωάννης Δούκας και οι περί αυτόν, επωφεληθέντες την περί αιχμαλωσίας του βασιλέως είδησιν, εκήρυξαν αυτόν έκπτωτον και ανεβίβασαν εις τον θρόνον τον πρεσβύτατον του Κωνσταντίνου Ι' υιόν Μιχαήλ Ζ', πέμψαντες δε στρατόν κατά του Διογένους ηνάγκασαν αυτόν να παραιτηθή την βασιλικήν αρχήν επί τω όρω της ασφαλείας της ζωής αυτού. Αλλ' ο Ρωμανός Διογένης συλληφθείς είτα παρανόμως εξωρύχθη τους οφθαλμούς και απέθανεν οικτρώς εκ της από του παθήματος τούτου επελθούσης φρικτής νόσου, γενναίως μέχρι τέλους τα πάντα υπομείνας.
Η βασιλεία του Μιχαήλ Ζ', του επικληθέντος Παραπινακίου (166), υπήρξε και εσωτερικώς και εξωτερικώς λίαν ασθενής. Και ενώ αυτός ο βασιλεύς έχων πρωθυπουργόν τον σοφώτατον εν τοις γράμμασιν άνδρα των τότε χρόνων Μιχαήλ τον Ψελλόν, τον και διδάσκαλον αυτού γενόμενον, ησχολείτο μόνον εις ανάγνωσιν βιβλίων και εις σύνθεσιν στίχων εμμέτρων, οι Τούρκοι συνεπλήρουν την κατάκτησιν της Μικράς Ασίας. Οι Σελτζούκοι του Αλπ-αρσλάν, μετά την καθαίρεσιν του Ρωμανού, ώρμησαν αύθις εις την Μικράν Ασίαν, απαλλαγέντες της συνομολογηθείσης προς τον βασιλέα εκείνον ειρήνης. Αποθανόντος δε τω 1072 του Αλπ-αρσλάν, επί του υιού και διαδόχου αυτού Μαλέκ-σαχ (σελ. 226) ο τούτου συγγενής Σουλεϊμάν κατελάμβανε το πλείστον της Μικράς Ασίας, καθιστών την Νίκαιαν πρωτεύουσαν του ενταύθα Σελτζουκικού κράτους.
Εν μέσω της αθλίας ταύτης καταστάσεως επαναστάσεις εξερράγησαν εναντίον του Μιχαήλ Ζ', όστις τω 1078 αποθέσας το στέμμα απεχώρησεν εις μοναστήριον. Τότε δε οι επιφανέστατοι των στρατηγών ήρισαν προς αλλήλους περί του βασιλικού θρόνου, μεχρισού τω 1081 κατέλαβε τούτον οριστικώς ο του προμνημονευθέντος βασιλέως Ισαακίου του Κομνηνού ανεψιός Αλέξιος ο Κομνηνός, γενόμενος ο πραγματικός ιδρυτής της δυναστείας των Κομνηνών.
3. Η δυναστεία των Κομνηνών.
Οι μεγάλοι Κομνηνοί βασιλείς Αλέξιος Α' (1081-1118), Ιωάννης (1118-1143) και Μανουήλ (1143-1180 μ. Χ.) επί αιώνα ολόκληρον ηγωνίσαντο γενναιότατα ίνα αποτρέψωσι τους απ' ανατολών και δυσμών επικρεμαμένους τω Κράτει δεινοτάτους κινδύνους και έδοσαν εις το κράτος τούτο την τελευταίαν αυτού εν τη ιστορία πολιτικήν και στρατιωτικήν αίγλην.
{230} Καθ' όν χρόνον ο Αλέξιος ανήλθεν εις τον θρόνον (1081), οι Σελτζούκοι είχον στήσει, καθά είρηται, ου μακράν των Ασιατικών οχθών του Βοσπόρου, εν Νικαία, την έδραν του κράτους αυτών του περιλαμβάνοντος ήδη σχεδόν άπασαν την Μικράν Ασίαν πλην των δυτικών παραλίων. Αλλά μείζων κίνδυνος ηπείλει το κράτος κατά τον αυτόν ακριβώς χρόνον από δυσμών. Ο γνωστός ημίν Ροβέρτος Γυσκάρδος ορμηθείς από της Ιταλίας και καταλαβών την Κέρκυραν ώρμησεν εις την κατάκτησιν της όλης Ευρωπαϊκής Ελληνικής χερσονήσου, νικήσας λαμπρώς τον Αλέξιον περί το Δυρράχιον εν μεγάλη μάχη το αυτό έτος της αναρρήσεως του βασιλέως· κατέλαβε δε πάσαν σχεδόν την Ήπειρον και μέρος της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, απειλών και την Κωνσταντινούπολιν. Αλλ' ο Αλέξιος, μη καταβαλλόμενος ευκόλως υπό των συμφορών του πολέμου, κατώρθωσε διά της επιμονής, καρτερίας και δραστηριότητος αυτού να συγκροτήση νέον στρατόν και να εκδιώξη των Ελληνικών χωρών τους Νορμανδούς, νικήσας τον του Ροβέρτου υιόν και επίτροπον Βοημούνδον (1083). Μετά την εκδίωξιν δε των Νορμανδών εστράφη και κατά των Σελτζούκων Τούρκων της Μικράς Ασίας· αλλ' ενταύθα μικράς μόνον ήρατο επιτυχίας, ανακτησάμενος την απέναντι σχεδόν της Κωνσταντινουπόλεως υπό Τούρκων κατεχομένην Νικομήδειαν και την Σινώπην (1087). Εξ άλλου δε οι Τούρκοι νέας κατέλαβον εν τη Μικρά Ασία χώρας, προχωρήσαντες μέχρι των δυτικών παραλίων, ένθα συγκροτούντες στόλους πειρατικούς ελυμαίνοντο τας Ελληνικάς νήσους και τας ακτάς του Αιγαίου.
Ενώ δε ο Αλέξιος εν μέσω τοιούτων δυσχερειών εξωτερικών ηγωνίζετο υπέρ της εξωτερικής αμύνης του κράτους και υπέρ της εσωτερικής διοικητικής και οικονομικής ανορθώσεως αυτού, νέοι από δυσμών επήλθον επικίνδυνοι πολεμισταί, οι λεγόμενοι Σταυροφόροι.
Οι Σταυροφόροι, ήτοι οι πολυπληθείς χριστιανοί ιππόται μαχηταί, οι κατά τους χρόνους τούτους εξ Ευρώπης μεταβαίνοντες εις τους Αγίους τόπους των χριστιανών (εις Παλαιστίνην), ίνα ελευθερώσωσιν αυτούς από των Μωαμεθανών, δεν ήσαν απ' ευθείας πολέμιοι του Ελληνικού κράτους, αλλ' οπωσδήποτε απετέλουν στρατόν πολυπληθή, διερχόμενον διά των χωρών του Κράτους άνευ πολλής τάξεως και πειθαρχίας, περιέχοντα δε και πολλά άτακτα στοιχεία ταχέως παρεκτρεπόμενα εις ληστείας. Προς τούτοις τινές των αρχηγών εφάνησαν θρασείς και αλαζόνες προς τους Έλληνας και προυκάλεσαν ρήξεις. Πλην τούτων μίσος αμοιβαίον εχώριζε τους Ευρωπαίους τούτους από των Ελλήνων, διότι οι μεν Έλληνες εθεώρουν αυτούς βαρβάρους, ως ήσαν οι κατά τον 4, 5 και 6 μ. Χ. πρόγονοι αυτών· ούτοι δε τουναντίον επαιρόμενοι εκ της στρατιωτικής αυτών δυνάμεως και ανδρείας περιεφρόνουν τους Έλληνας ως ανάνδρους. Εις πάντα δε ταύτα προσετίθετο και το εκ του Εκκλησιαστικού σχίσματος προερχόμενον μεταξύ Ανατολικών και Δυτικών αμοιβαίον θρησκευτικόν μίσος. Μεθ' όλα ταύτα ο Αλέξιος μετά σπανίας συνέσεως κατώρθωσε ν' αποτρέψη πάντα κίνδυνον εκ μέρους των Σταυροφόρων και να επωφεληθή μάλιστα τους τούτων κατά των Τούρκων εν Ασία πολέμους ίνα ανακτήσηται την Νίκαιαν και πολλάς Ελληνικάς εν Ασία χώρας.
Τον Αλέξιον τελευτήσαντα τω 1118 διεδέξατο ο υιός αυτού Ιωάννης, ο επικληθείς, ένεκα της αγαθότητος του χαρακτήρος αυτού, Καλοϊωάννης. Ο Ιωάννης Κομνηνός και εν τοις έργοις της ειρήνης εφάνη ηγεμών και κυβερνήτης άριστος και εν τοις πολέμοις ανδρείος μαχητής και στρατηγός. Πολεμήσας εν Μικρά Ασία κατά των Σελτζούκων αφήρεσεν απ' αυτών αξιόλογον μέρος εν Μικρά Ασία και ιδίως εν Παφλαγονία, ένθα ανακτησάμενος την Κασταμώνα, ήτις ην κοιτίς του οίκου των Κομνηνών, ετέλεσε θρίαμβον κατά την εις την βασιλεύουσαν επάνοδον αυτού. Στρατεύσας δε και εις την Συρίαν, ένθα ικανάς πόλεις κατείχαν οι Φράγκοι (167) Σταυροφόροι, ενέπνευσε σεβασμόν άμα και φόβον τοις τε Μωαμεθανοίς και τοις Φράγκοις και ηνάγκασε τους εν Συρία Φράγκους ηγεμόνας να αναγνωρίσωσι την κυριαρχίαν του Έλληνος βασιλέως. Ο Ιωάννης ετελεύτησε τω 1143, καταλιπών την βασιλείαν εις τον υιόν αυτού Μανουήλ Α'.
Ο Μανουήλ Α' (1143-1180) κατά την γενναιότητα και ιδίως την προσωπικήν ανδρείαν ήτο πολλώ υπέρτερος του τε πάππου και του πατρός, ίσως μάλιστα ην ο ανδρειότατος πάντων των εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως ανελθόντων αυτοκρατόρων αλλά κατά την σύνεσιν την πολιτικήν υπελείπετο αμφοτέρων των ενδόξων προγόνων αυτού. Ο βασιλεύς ούτος και υπό της όλης περί το κράτος καταστάσεως των πραγμάτων αναγκαζόμενος, αλλά και υπό της ιδίας αυτού ακαθέκτου πολεμικής ορμής ελαυνόμενος, διεξήγαγε δι' όλης της μακράς αυτού βασιλείας πολέμους κατά πάσας τας διευθύνσεις. Προς βορράν επολέμησεν εναντίον των πέραν του Δανουβίου βαρβάρων και ιδίως των Πατσινάκων, έτι δε και εναντίον των Ούγγρων, οίτινες εις στενωτέρας νυν περιήλθον σχέσεις προς το Ελληνικόν κράτος, και Σέρβων και Δαλματών, των αποστάντων κατά τους χρόνους τούτους από της Βυζαντινής αυτοκρατορίας προς δυσμάς εναντίον των από Ιταλίας και Σικελίας Νορμανδών, οίτινες αύθις υπό τον ηγεμόνα αυτών Ρογήρον Β' (ανεψιόν του Ροβέρτου Γυσκάρδου) επετέθησαν εναντίον των Ευρωπαϊκών επαρχιών του κράτους καταλαβόντες την Κέρκυραν και είτα προχωρήσαντες μέχρι Κορίνθου και Θηβών (1147), εξεβλήθησαν δε του κράτους υπό του Μανουήλ διά δυσχερών αγώνων, των συγκροτηθέντων ιδίως περί την Κέρκυραν, ήν ανεκτήσατο αύθις ο γενναίος βασιλεύς. Δεν περιωρίσθη δε ο Μανουήλ απλώς εις απόκρουσιν των πολεμίων, αλλά και επιθετικός γενόμενος ικανάς αφήρεσε πόλεις και φρούρια εν Ιταλία από του κράτους των Νορμανδών, άτινα απολέσας μετά νέας αποτυχίας πολεμικάς συνωμολόγησεν επί τέλους ειρήνην προς τον εν τω μεταξύ διαδεξάμενον τον πατέρα αυτού ηγεμόνα των Νορμανδών Γουλιέλμον Α' (1155 ή 1158). Ο Μανουήλ εταπείνωσε προς τούτοις τον αρνούμενον εις αυτόν υποταγήν Φράγκον δούκα της Αντιοχείας Ρενάλδον και κατέστησεν αυτόν ευπειθέστατον υποτελή.
Αλλ' οι πλείστοι και επιτυχέστατοι των πολέμων του Μανουήλ εγένοντο εναντίον των εν Μικρά Ασία Σελτζούκων Τούρκων, όντων νυν διηρημένων εις πολλά μικρά κράτη, και πολλάς αξιολόγους ανεκτήσατο εν Μικρά Ασία χώρας, κατεσκεύασε δε ενταύθα χάριν των πολέμων και στρατιωτικήν οδόν αξιόλογον, παραβαλλομένην προς τα μέγιστα των τοιούτων αρχαίων δημοσίων έργων των Ρωμαίων.
Εν μέσω δε των ατελευτήτων τούτων πολέμων περιεσπάτο ο Μανουήλ και υπό των εκ δυσμών, ιδίως από Γαλλίας και Γερμανίας, σταυροφόρων. Οι ηγεμόνες της δευτέρας σταυροφορίας Λουδοβίκος Β' της Γαλλίας και Κορράδος Γ' της Γερμανίας, κατά το 1149 διερχόμενοι δι' Ελληνικών χωρών, περιήλθαν εις εχθρικάς σχέσεις προς τους Έλληνας και πολλάς παρεσκεύασαν δυσχερείας εις τον Μανουήλ, αλλά ταύτας υπερενίκησεν ο Μανουήλ διά τε της τόλμης και της φρονήσεως αυτού. Επί τέλους όμως αποφασίσας να ταπεινώση εντελώς το εν Μικρά Ασία Σελτζουκικόν κράτος, επεχείρησε στρατείαν μεγάλην (1174), ήτις μετά τας πρώτας επιτυχίας απέληξεν (1176) εις μεγάλην ήτταν και την απώλειαν πολλών διά των προηγουμένων πολέμων του Μανουήλ ανακτηθεισών χωρών. Αλλά και μετά τας ατυχίας ταύτας εξηκολούθησεν ο Μανουήλ τον κατά Τούρκων πόλεμον, περιορίζων τας επιδρομάς αυτών, εωσού ο κατά το 1180 επελθών θάνατος του βασιλέως έθηκε τέρμα εις τον πόλεμον τούτον.
4. Αλέξιος Β' και Ανδρόνικος Α'.
Ο Μανουήλ Α' κατέλιπε τον θρόνον εις τον δευτερότοκον υιόν αυτού Αλέξιον διατελούντα υπό την κηδεμονίαν της Γαλλίδος μητρός αυτού Μαρίας, δευτέρας συζύγου του Μανουήλ (η πρώτη ήτο Γερμανίς γυναικαδέλφη του αυτοκράτορος Κορράδου Γ') θυγατρός του δουκός της Aντιοχείας Ραιμούνδου. Η κυβέρνησις της Μαρίας ως Γαλλίδος και καθολικής και περιστοιχιζομένης υπό πλήθους Γάλλων, και τα διαδιδόμενα περί του ηθικού μέρους του ιδιωτικού βίου αυτής ήγειραν δυσαρεσκείας μεγάλας εν τω λαώ της Κωνσταντινουπόλεως. Ταύτας δε επωφελήθη ανήρ τις εκ του οίκου του βασιλικού πολυτροπώτατος και κακοτροπώτατος, Ανδρόνικος ο Κομνηνός, εγγονός του Αλεξίου Α' (εκ του δευτέρου υιού αυτού Ισαακίου), ανεψιός του Ιωάννου Α' και εξάδελφος του Μανουήλ Α'. Ο Ανδρόνικος ήτο το τερατώδες μίγμα αρετών επιπλάστων και πονηρίας και μοχθηρίας μεγάλης, ακολαστότατον διάγων βίον, έχων μεν το εξωτερικώς και κατ' επιφάνειαν επαγωγόν και αξιαγάπητον του ήθους και σωματικόν κάλλος και παραβαλλόμενος υπό τινων προς τον Αλκιβιάδην, αλλά των μεν αρετών τούτου ουδαμώς ή κατ' επιφάνειαν μετέχων, των δε κακιών αυτού το ανυπέρβλητον μέγεθος εν τω βίω αυτού εικονίζων, τύπος ων καθόλου χαρακτήρος φαύλου και κιβδηλοτάτου και ανθρώπου ουδέν έχοντος όσιον και ιερόν και ουδεμίαν αρχήν ηθικήν. Μετά πολλάς περιπετείας του βίου και πλάνας, εν αίς πολλά έπραξε και εκακούργησε, πολλά δ' έπαθε, και μετά επιβουλάς γενομένας υπ' αυτού εναντίον αυτού του Μανουήλ, ο πολύτροπος ανήρ τυχών συγγνώμης είχε διορισθή διοικητής της εν Πόντω Οινόης και διέμενεν εκεί καθ' όν χρόνον ετελεύτησεν ο Μανουήλ. Ο Ανδρόνικος μαθών νυν την παρά τω πλήθει της Κωνσταντινουπόλεως επικρατούσαν κατά της Μαρίας δυσαρέσκειαν έσπευσεν εκ του Πόντου και ως πατήρ υπό του λαού της Κωνσταντινουπόλεως γενόμενος δεκτός κατέλαβε την αρχήν ως κηδεμών και επίτροπος του Αλεξίου και δεινότατον ήγειρε κατά των Λατίνων διωγμόν. Μετ' ολίγον εφόνευσε την Μαρίαν και αυτόν τον Αλέξιον και κατέλαβε την υπερτάτην αρχήν, λαβών βία ως γυναίκα και την του Αλεξίου νεαράν σύζυγον Αγνήν, την θυγατέρα του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ'. Ως βασιλεύς εκυβέρνησεν ο Ανδρόνικος (1183-1185) φαυλότατα καταδιώκων απηνώς πάντα άνθρωπον, όν εθεώρει ως έχοντα αξίαν τινά, όμοιος κατά τούτο προς τον Ιουστινιανόν Β' τον Ρινότμητον, επιδιώκων δε δημοτικότητα δι' αισχράς δημαγωγίας και προστατεύων τα γράμματα και την παίδευσιν. Επί του τυράννου τούτου το κράτος έπαθε δεινήν συμφοράν. Όσοι των Λατίνων Κωνσταντινουπόλεως κατώρθωσαν να διαφύγωσι τας ενταύθα κατ' αυτών διαταχθείσας υπό του Ανδρονίκου και υπό του όχλου τελουμένας σφαγάς, συγκροτήσαντες στόλον δεινώς ελυμαίνοντο τας κατά την Προποντίδα και το Αιγαίον Ελληνικάς παραλίας, στίφη δε Νορμανδών πολυπληθή ορμήσαντα αύθις από Ιταλίας εις την Ήπειρον και καταλαβόντα αμαχητί το Δυρράχιον διηυθύνθησαν διά Μακεδονίας εις την Θεσσαλονίκην, καθ' όν χρόνον και στόλος 200 πλοίων κατελάμβανε τας Ιονίους νήσους και είτα έπλεεν εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης (1185). Η πόλις αύτη εκυριεύθη εξ εφόδου μετά ολιγοήμερον πολιορκίαν και έπαθε τα πάνδεινα υπό των καταλαβόντων αυτήν Λατίνων· φόνοι, αιχμαλωσίαι, αρπαγαί, λεηλασίαι και παντός είδους συμφοραί επλήρωσαν την μεγάλην ταύτην δευτέραν του κράτους πόλιν, όπως προ 300 περίπου ετών, ότε εκυριεύθη υπό του αρνησιθρήσκου αρχηγού των Σαρακηνών πειρατών Λέοντος του Τριπολίτου (σ. 198). Τότε δε συλληφθείς εκακώθη δεινώς υπό των Φράγκων και ο περίφημος αρχιεπίσκοπος ων τότε Θεσσαλονίκης Ευστάθιος, ο σοφός σχολιαστής του Ομήρου, όστις μετά πολλά παθήματα κάμψας διά της αγαθότητος αυτού και αυτούς τους βαρβάρους κατακτητάς αποκατέστη αύθις εις τον θρόνον αυτού.
Οι Νορμανδοί μετά την κατάληψιν της Θεσσαλονίκης εκινήθησαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως κατά γην και κατά θάλασσαν επερχόμενοι κατ' αυτής. Αλλ' εν τω μεταξύ επανάστασις εκραγείσα ενταύθα κατά του Ανδρονίκου επήνεγκε την πτώσιν και τον οίκτιστον [168] υπό του επαναστάντος λαού τελεσθέντα φόνον αυτού. Εις τον θρόνον ανήλθεν ο εκ του συγγενούς προς τους Κομνηνούς οίκου των Αγγέλων Ισαάκιος ο Άγγελος. Ούτος επωφελούμενος την εν τω λαώ και τω στρατώ εκ της πτώσεως του Ανδρονίκου επελθούσαν ηθικήν έξαρσιν κατενίκησε τους Νορμανδούς διά του γενναίου στρατηγού Βρανά κατά γην και κατά θάλασσαν και ηνάγκασεν αυτούς να αποχωρήσωσι πασών των υπ' αυτών καταληφθεισών Ελληνικών χωρών πλήν τινων Ιονίων νήσων.
Και ούτω μεν ο τω 1185 απειλήσας την ύπαρξιν του κράτους κίνδυνος απεσοβήθη. Αλλ' ο κίνδυνος ούτος ενέσκηψεν αύθις από Φράγκων μετά 18 έτη επενεγκών την κατάλυσιν του Κράτους. Επειδή δε το γεγονός τούτο συνδέεται μετά της λεγομένης Τετάρτης ή Λατινικής Σταυροφορίας, ανάγκη, πριν προχωρήσωμεν περαιτέρω, να διαλάβωμεν ενταύθα διά βραχέων περί των Σταυροφοριών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'
ΑΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΙ
1. Πρώτη Σταυροφορία.
Σταυροφορίαι εν τη ιστορία εκλήθησαν, καθά είδομεν, στρατείαι γενόμεναι προς ελευθέρωσιν των αγίων τόπων εκ των Μωαμεθανών. Ως και αλλαχού είπομεν, ανέκαθεν εν τη Δύσει εθεωρείτο ευσεβεστάτη πράξις θρησκευτική η εις Παλαιστίνην χάριν προσκυνήσεως των Αγίων Τόπων αποδημία. Και ενόσω μεν της Παλαιστίνης ήρχον οι Ουμμεϊάδαι και μετ' αυτούς οι Αββασίδαι χαλίφαι, δεν παρενεβάλλοντο πολλά κωλύματα εις τους από Δύσεως προσκυνητάς. Αλλ' αφ' ού χρόνου οι Φατιμίδαι χαλίφαι της Αιγύπτου κατέλαβον την Παλαιστίνην (από των αρχών του 11 αιώνος), ιδίως επί του Φατιμίδου χαλίφου Χακήμ (996-1021), σφοδρός εγένετο καταδιωγμός των χριστιανών· ο ναός της Αναστάσεως κατηδαφίσθη τότε, εκτίσθη δε ύστερον τω 1055 υπό του αυτοκράτορος του Ελληνικού κράτους δι' ιδιαιτέρας προς τον Φατιμίδην χαλίφην Μουστασίρ συνθήκης. Και αφ' ού δε περί το τέλος του 11 μ. Χ. αιώνος οι Σελτζούκοι Τούρκοι επί του σουλτάνου Μαλέκ-σαχ αφήρεσαν την Παλαιστίνην από των Φατιμιδών, εξηκολούθησαν οι κατά της χριστιανικής πίστεως εν τοις Αγίοις τόποις διωγμοί. Τούτους δε βλέποντες οι εκ Δύσεως προσκυνηταί μετά την εις Ευρώπην επάνοδον περιέγραφον τα γινόμενα κατά τρόπον εξεγείροντα την ιεράν αγανάκτησιν των χριστιανών. Εντεύθεν παρά πολλοίς των χριστιανικών λαών και ηγεμόνων της Δύσεως παρήχθη η ιδέα μεγάλης υπέρ των Αγίων Τόπων προς την Ανατολήν στρατείας. Οι πάπαι ασμένως υπέθαλπον την ιδέαν ταύτην, βλέποντες εν τη πραγματώσει αυτής την εις Ανατολήν επέκτασιν της ιδίας αυτών δυνάμεως και ροπής. Ότε δε τω έτει 1093-1094 μοναχός τις ερημίτης από Νορμανδίας (εξ Αμβιανού) της Γαλλίας καταγόμενος Πέτρος ή Κουκούπετρος, εν Παλαιστίνη γενόμενος, είδε τους ενταύθα εναντίον των χριστιανών και της Εκκλησίας αυτών διωγμούς, επιστρέψας εις την Ευρώπην εξέθηκε πάντα όσα είδε τω πάπα Ουρβανώ Β'. Ούτος δε προθύμως επελάβετο της ευκαιρίας ίνα διά του Πέτρου και δι' άλλων μοναχών και ιερέων και επισκόπων κηρύξη εν τοις Ευρωπαϊκοίς λαοίς μέγαν ιερόν πόλεμον υπέρ των τόπων, «ένθα έστησαν οι πόδες του Κυρίου». Το κήρυγμα επέτυχε λαμπρώς, και το επόμενον έτος 1095 συνεκροτήθη εν Κλερμών της Γαλλίας μεγάλη Εκκλησιαστική Συνέλευσις, εις ήν παρέστησαν χιλιάδες κληρικών και λαϊκών, αυτός δε ο πάπας ελθών τότε εις Κλερμών, αφού ετέλεσε μεγαλοπρεπή εκκλησιαστικήν τελετήν, ελάλησεν εις το μέγα πλήθος, ως ο Μωυσής, ανελθών εις το όρος, και ενέπνευσεν άρρητον τοις πάσιν ενθουσιασμόν και κοινή εγένετο νυν απόφασις περί ιερού πολέμου. Εντεύθεν ευθύς πολυπληθή στίφη υπό την αρχηγίαν διαφόρων μοναχών, και αυτού του Κουκουπέτρου, ή ιπποτών εξεχύθησαν εις τας ανατολικάς χώρας της Ευρώπης, μεταβαίνοντα εις την Παλαιστίνην. Αλλά τα πρώτα ταύτα άτακτα στίφη, παρεκτραπέντα εις πολλάς καθ' οδόν αταξίας, κατεστράφησαν άλλα μεν εν Ουγγαρία και εν Βουλγαρία υπό των κατοίκων των χωρών τούτων, άλλα δε (τα υπό τον Πέτρον), αφού διήλθον τας εν Ευρώπη Ελληνικάς επαρχίας και διεπεραιώθησαν τον Βόσπορον, εξωλοθρεύθησαν υπό του ξίφους των Σελτζούκων της Νικαίας. Το επόμενον έτος εξεκίνησαν εξ Ευρώπης τα κύρια σταυροφορικά στρατεύματα των ηγεμόνων και των ιπποτών, συγκείμενα το πλείστον εκ Γάλλων και Νορμανδών (της Γαλλίας και της Κάτω Ιταλίας). Ως σύμβολον οι στρατευόμενοι νυν υπέρ του Χριστού έφερον επί του δεξιού ώμου ερυθράν εικόνα του σταυρού, όθεν εκλήθησαν και σταυροφόροι. Οι ονομαστότατοι των αρχηγών της πρώτης ταύτης στρατείας ήσαν ο Λοθαρίγγιος Γοδεφρείδος ο Βουιλλώνος, ο Νέστωρ κληθείς της στρατείας (ένεκα της ηλικίας, της ανδρείας, της ευσεβείας και της πολιάς φρονήσεως), μετά των αδελφών αυτού Βαλδουίνου και Ευσταθίου, Ροβέρτος ο δουξ της εν Γαλλία Νορμανδίας, υιός του Γουλιέλμου του Κατακτητού (σελ. 154), Ροβέρτος ο κόμης Φλανδρίας, αδελφός του βασιλέως της Γαλλίας Φιλίππου Α', Ραϊμούνδος ο κόμης Τολώσης, ο γνωστός ημίν εκ της Βυζαντινής ιστορίας Βοημούνδος ο υιός του Ροβέρτου Γυσκώρδου (σελ. 230) ως αρχηγός των Νορμανδών της Κάτω Ιταλίας και ο τούτου αδελφιδούς [169] Ταγκρέδος, ο Αχιλλεύς κληθείς της Σταυροφορίας ένεκα της ανδρείας αυτού, και ο επίσκοπος Αδείμαρος (έχων ως επισκοπήν την παρά τα Πυρηναία κειμένην Γαλλικήν πόλιν Puy), ο και πρώτος εκ των ηγεμόνων άρξας της στρατείας. Ούτος ως επίτροπος του Πάπα εθεωρείτο τιμητικώς αρχιστράτηγος· πράγματι δ' όμως ουδεμία υφίστατο αρχιστρατηγία. Ούτοι πάντες μετά των μαχητών αυτών εκ διαφόρων τόπων διά διαφόρων οδών διηυθύνθησαν εις Κωνσταντινούπολιν ως τόπον συνενώσεως. Ενταύθα δε, αφού υπεχρεώθησαν να δώσωσιν όρκον φεουδαλικής πίστεως εις τον Αλέξιον Α' (ωρκίσθησαν δηλονότι ότι των χωρών, άς έμελλον να κυριεύσωσιν από των Μωαμεθανών εν Ασία, ως ανηκουσών πρότερον εις το Ελληνικόν κράτος, υπέρτατον κυρίαρχον έμελλον να θεωρώσι τον Έλληνα αυτοκράτορα, αυτοί κυβερνώντες αυτάς ως φεουδαλικοί υποτελείς άρχοντες), διεπεραιώθησαν επί Ελληνικών πλοίων, ανερχόμενοι εις 400 περίπου χιλιάδας μαχητών, εις την Ασιατικήν όχθην του Βοσπόρου, και μετ' ολίγον επολιόρκησαν την πρωτεύουσαν του εν Μικρά Ασία Σελτζουκικού κράτους Νίκαιαν. Προχωρησάσης δε της πολιορκίας ο σουλτάνος του κράτους τούτου Κιλίτζ-αρσλάν Α' (υιός του Σουλεϊμάν, ίδε σελ. 226) παρέδωκε ταύτην ουχί εις τους Σταυροφόρους, αλλ' εις τον παρακολουθούντα μετά στρατού τους Σταυροφόρους αυτοκράτορα Αλέξιον (170). Τούτο δυσηρέστησε τοις αρχηγοίς των Σταυροφόρων, αλλ' ο Αλέξιος κατώρθωσε να εξευμενίση αυτούς δια δώρων. Οι δε Σταυροφόροι διέσχισαν νυν την Μικράν Ασίαν καθ' όλον το μήκος από της βορειοδυτικής άκρας προς την νοτιανατολικήν, πολλάς συγκροτούντες μάχας νικηφόρους προς τον Κιλίτζ-αρσλάν, αλλ' αποδεκατιζόμενοι και αυτοί. Εισελάσαντες δε (1087) εις την βόρειον Συρίαν κατέλαβον την Αντιόχειαν και εντεύθεν πορευόμενοι διά της παραλίας το πλείστον, εν μέσω πολλών ταλαιπωριών αφίκοντο (1098) εις την αγίαν πόλιν, την προ μικρού ανακτηθείσαν υπό του Φατιμίδου χαλίφου της Αιγύπτου, ήν και κατέλαβον εξ εφόδου και διέπραξαν δεινήν σφαγήν των Μωαμεθανών κατοίκων. Ίδρυσαν δε τότε και κράτος Χριστιανικόν καλέσαντες αυτό βασίλειον της Ιερουσαλήμ και βασιλέα εξέλεξαν τον Γοδεφρείδον Βουιλλώνος διανείμαντες εν εαυτοίς οι αρχηγοί τας κυριευθείσας χώρας ως φέουδα του βασιλείου. Το βασίλειον της Ιερουσαλήμ ιδρυθέν εν μέσω του μωαμεθανικού κόσμου και διατελούν εις πολέμους διηνεκείς προς τους μωαμεθανούς ηγεμόνας της Αιγύπτου και της Συρίας, διετηρήθη επί 100 περίπου έτη διά της διηνεκούς στρατιωτικής υπηρεσίας αυτών τούτων των εν Παλαιστίνη και Συρία Σταυροφόρων, και διά των εξ Ευρώπης διηνεκώς συρρεόντων νέων Σταυροφόρων, προ πάντων δε διά των εν Ιερουσαλήμ συγκροτηθέντων τότε μοναχικών ιπποτικών ταγμάτων των ενούντων τον βίον του Χριστιανού μοναχού προς τον του Χριστιανού ιππότου και μαχητού (σελ. 168). Τοιαύτα τάγματα μοναχικά συνεστάθησαν το των Ιωαννιτών (κληθέντων ούτως από του προστάτου του τάγματος αγίου Ιωάννου Προδρόμου) και το των Ναϊτών (κληθέντων ούτως εκ της κατοικίας αυτών, ούσης εγγύς του τόπου, ένθα ην το πάλαι ο ναός του Σολομώντος.
Αλλά ταύτα πάντα δεν ήρκουν ούτε εις την διατήρησιν του βασιλείου της Ιερουσαλήμ ούτε εις την καθόλου προστασίαν του Χριστιανισμού εν Συρία και Παλαιστίνη. Και διά τούτο εγένοντο και άλλαι νέαι μεγάλαι σταυροφορίαι.
2. Δευτέρα Σταυροφορία.
Οι Σταυροφόροι πλην του βασιλείου της Ιερουσαλήμ ίδρυσαν και άλλας εν Συρία ηγεμονίας, ιδίως την της Αντιοχείας (το δουκάτον κληθέν της Αντιοχείας), και της εν Μεσοποταμία Εδέσσης (ήν δεν αφήρεσαν από των Μωαμεθανών, αλλά κατέλαβον ούσαν Χριστιανικήν και αυτόνομον, την μόνην εν Μεσοποταμία μη υπό Μωαμεθανών κυριευθείσαν πόλιν). Αλλά την Έδεσσαν κατέλαβε και κατέστρεψε δεινώς (1144) ο Νουρεδδίν ηγεμών του Μοσούλ (Ασσυρίας), ενός των εν Μεσοποταμία και Συρία Σελτζουκικών φεουδαλικών κρατών (σελ. 226). Τούτο εξήγειρε μεγάλην αγανάκτησιν εν τη Ευρώπη, παρεσκευάσθησαν δε σταυροφορίαι γενόμεναι νυν υπό αρχηγίαν ουχί φεουδαρχών ηγεμόνων, ως η πρώτη σταυροφορία, αλλ' αυτού του αυτοκράτορος Κορράδου Γ', στρατεύσαντος μετά 70 χιλ. ιπποτών Γερμανών, και του βασιλέως της Γαλλίας Λουδοβίκου Ζ', άγοντος και τούτου σημαντικόν στρατόν ιπποτών Γάλλων. Οι Σταυροφόροι ούτοι διελθόντες τας Ευρωπαϊκάς Ελληνικάς επαρχίας (1147) αφίκοντο εις Κωνσταντινούπολιν επί του βασιλέως Μανουήλ Α', προς όν περιήλθον και εις εχθρικάς σχέσεις, μη λαβούσας μείζονας διαστάσεις ιδίως ένεκα της φρονήσεως, ήν έδειξεν ο Λουδοβίκος Ζ'. Από Κωνσταντινουπόλεως μετέβησαν εις Ασίαν και μετά πολλάς κατά την οδόν ταλαιπωρίας, καθ' άς απώλετο μέγιστον μέρος ιδίως του Γερμανικού στρατού, μικρά μόνον λείψανα του στρατού αφίκοντο εις Συρίαν και επολιόρκησαν την Δαμασκόν άνευ αποτελέσματος. Ο Κορράδος Γ' και ο Λουδοβίκος επέστρεψαν μετ' ολίγον (τω 1149) εις την Ευρώπην ουδέν πράξαντες έργον άξιον λόγου.
3. Τρίτη Σταυροφορία.
{238} Εν τω μεταξύ εν Αιγύπτω η δυναστεία των Φατιμιδών χαλιφών κατελύθη υπό του γενναίου Κούρδου το γένος στρατηγού Σαλαδίνου. Ούτος γενόμενος κύριος του Αίγυπτιακού κράτους υπέταξε την χώραν υπό την πνευματικήν αρχήν του εν Βαγδατίω Αββασίδου χαλίφου, αυτός εν ονόματι αυτού ως σουλτάνος κυβερνών την χώραν (1175). Ο Σαλαδίνος εστράτευσεν είτα εναντίον του βασιλείου της Ιερουσαλήμ και μετά την νίκην, ήν ήρατο παρά την Τιβεριάδα λίμνην (1187), κατέλαβε την Ιερουσαλήμ· ούτω δε των Χριστιανών το κράτος περιωρίσθη μόνον εις την βόρειον Παλαιστίνην. {239} Το γεγονός τούτο ακουσθέν εν Ευρώπη προυκάλεσε την τρίτην Σταυροφορίαν, ής ηγέται εγένοντο ο αυτοκράτωρ Φρειδερίκος Α' Βαρβαρόσσας, ο βασιλεύς της Γαλλίας Φίλιππος Β' ο Αύγουστος και ο βασιλεύς της Αγγλίας Ριχάρδος Α'. Και ο μεν Φρειδερίκος μετά στρατού 40 χιλ. περίπου μαχητών ήλθε διά ξηράς εις τον Ελλήσποντον (1189) και διαπεραιωθείς εις την Ασίαν προήλασε νικηφόρως εις τα ένδον της μικράς Ασίας και νικήσας τους Σελτζούκους κατέλαβε την πρωτεύουσαν αυτών Ικόνιον. Αλλά γενόμενος είτα εν Κιλικία κατά την διάβασιν του ποταμού Καλυκάδνου (Σαλέφ) παρασυρθείς επνίγη. Το πλείστον του Γερμανικού στρατού επέστρεψε τότε οίκαδε· μικρόν δε μέρος μετέβη εις Συρίαν, ένθα ηνώθη προς τους άλλους Σταυροφόρους. Το μόνον άξιον λόγου αποτέλεσμα της στρατείας του Φρειδερίκου Α' υπήρξεν η κατά ταύτην συγκρότησις του Τευτονικού λεγομένου νέου μοναχικού ιπποτικού τάγματος, όπερ ειργάσθη υπέρ της διαδόσεως του Χριστιανισμού ουχί εν Παλαιστίνη, αλλ' εν τοις παρά την Βαλτικήν θάλασσαν Σλαυικαίς χώρας.
Ο δε ηνωμένος στρατός των Γάλλων και των Άγγλων ανερχόμενος εις 100 χιλ. μαχητών αποπλεύσας εκ Μασσαλίας και Γενούης αφίκετο εις Μεσσήνην της Σικελίας. Εντεύθεν δε έπλευσαν εις τα παράλια της Φοινίκης (οι Άγγλοι κατά τον πλουν τούτον αφήρεσαν από των Ελλήνων την Κύπρον, ής ο διοικητής Ισαάκιος είχεν αποστή από του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος Ισαακίου Αγγέλου), ένθα επολιόρκησαν και εξεπόρθησαν το ισχυρόν φρούριον Πτολεμαΐδα. Μετά τούτο δε πολλάς συνεκρότησαν μάχας προς τον Σαλαδίνον και ικανάς ανεκτήσαντο πόλεις εν Παλαιστίνη, αλλά της Ιερουσαλήμ δεν κατώρθωσαν την ανάκτησιν. Τέλος δε συνωμολόγησαν ανακωχήν τριετή προς τον Σαλαδίνον, επιτρέπουσαν τοις Χριστιανοίς προσκυνηταίς την ειρηνικήν εις Ιερουσαλήμ μετάβασιν.
4. Αι λοιπαί Σταυροφορίαι.
Περί της τετάρτης ή Λατινικής καλουμένης Σταυροφορίας δεν ποιούμεθα λόγον ενταύθα, διότι αύτη παρεκτραπείσα του σκοπού εστράφη κατά της Κωνσταντινουπόλεως και επήνεγκε την υπό των Φράγκων κατάλυσιν του Ελληνικού κράτους. Αλλά περί τούτων γενήσεται λόγος εν τη ιστορία του Ελληνικού κράτους.
Εννέα έτη μετά την τετάρτην λεγομένην Σταυροφορίαν εγένετο τω 1212 η λεγομένη Σταυροφορία των παίδων.
Κατά ταύτην χιλιάδες παίδων από Γερμανίας και από Γαλλίας συναχθέντες υπό μοναχών απεδήμησαν εις την Αγίαν Γην. Αλλ' οι μεν πλείστοι τούτων ετελεύτησαν εκ των ταλαιπωριών της οδού, οι δε υπολειφθέντες άπρακτοι επέστρεψαν οίκαδε.
Τω 1217 εγένετο άλλη Σταυροφορία υπό τον βασιλέα των Ούγγρων Ανδρέαν Β'. Οι Σταυροφόροι ούτοι ενωθέντες μετά των εν Παλαιστίνη Σταυροφόρων εκυρίευσάν τινα φρούρια εν Γαλιλαία και ιδίως το επί του όρους Θαβώρ οχυρόν φρούριον, μεθ' ό επέστρεψαν οίκαδε τω 1218.
{240} Πάσαι αύται αι μικραί Σταυροφορίαι ως και η τω 1229 γενομένη εις Αίγυπτον άνευ αποτελέσματος διαρκούς σταυροφορία πολλών Βελγών και Ολλανδών δεν λογίζονται εν ταις μεγάλαις Σταυροφορίαις. Πέμπτη δε Σταυροφορία καλείται η τω 1229 υπό του αυτοκράτορος Φρειδερίκου Β' (εγγόνου του Φρειδερίκου Α', σελ. 239) γενομένη, καθ' ήν ο αυτοκράτωρ ούτος υπεχρέωσε τον Αιγύπτιον σουλτάνον Καμίλ (έγγονον του Σαλαδίνου) να παραδώση αυτώ την Ιερουσαλήμ, την Βηθλεέμ και τη Ναζαρέτ, εστέφθη δε (1229) και εν Ιερουσαλήμ ως βασιλεύς (του βασιλείου της Ιερουσαλήμ). Αλλ' η ανάκτησις αύτη της αγίας πόλεως δεν ενίσχυσε το κράτος των χριστιανών. Η Ιερουσαλήμ κατελήφθη αύθις τω 1244 υπό των Χοβαρεσμίων, έπειτα δε υπό Αιγυπτίων μωαμεθανών (ίδ. κατωτέρω).
Ο βασιλεύς της Γαλλίας Λουδοβίκος Θ', ο επικαλούμενος Άγιος, επεχείρησε δυο Σταυροφορίας· την μεν τω 1248 εις Αίγυπτον (έκτην Σταυροφορίαν) ίνα εξαναγκάση τον Σουλτάνον της Αιγύπτου να παραδώση την Ιερουσαλήμ, την δε τω 1270 εις Τύνητα. Αλλ' εν μεν τη πρώτη μετά τινας επιτυχίας συνελήφθη αιχμάλωτος και ηλευθερώθη επί λύτροις, εν δε τη δευτέρα, ήτις εγένετο επί τη ελπίδι της εις τον Χριστιανισμόν προσαγωγής των Τυνησίων, απέθανεν υπό νόσου (1270).
Εν τω μεταξύ κατελύθη εν Αιγύπτω η δυναστεία του οίκου του Σαλαδίνου (των Εγιουβιδών Σουλτάνων, ως καλούνται ούτοι από του πατρός του Σαλαδίνου Εγιούπ) υπό των Μαμελούκων (171), οίτινες ίδρυσαν ιδίαν δυναστείαν Σουλτάνων. Οι Μαμελούκοι σουλτάνοι κατέλυσαν οριστικώς το εν Παλαιστίνη και Συρία χριστιανικόν Φραγκικόν κράτος καταλαβόντες αλλεπαλλήλως την Αντιόχειαν (1268), Τρίπολιν (1289), Τύρον και Πτολεμαΐδα (1291). Τω 1300 δεν υπήρχε κτήσις χριστιανική εν Συρία και Παλαιστίνη και αμφότεραι αύται αι χώραι ήσαν υποτεταγμέναι εξ ολοκλήρου εις τους Μαμελούκους μωαμεθανούς σουλτάνους της Αιγύπτου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.
ΚΑΤΑΛΥΣΙΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ. Η ΦΡΑΓΚΟΚΡΑΤΙΑ ΕΝ ΤΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΑΤΟΛΗ
1. Ο βασιλεύς Ισαάκιος (Β') Άγγελος (1185-1195). Αλέξιος Γ' (1195-1203).
Ο τω 1185 ανελθών εις τον θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως Ισαάκιος Β' ήτο ανήρ αδρανής και ανίκανος, το δε πρώτον ευτυχές γεγονός της βασιλείας αυτού, την ήτταν και την καταστροφήν των εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως στρατευσάντων Νορμανδών, την προελθούσαν εκ της ευνοίας μάλλον της τύχης (εκ της τρικυμίας) ή εκ της δυνάμεως και ενεργείας του βασιλέως, διεδέξαντο πολλά ατυχήματα.
Το δεύτερον έτος της βασιλείας αυτού (1186), οι Βούλγαροι, οι από 200 περίπου ετών διατελούντες υπήκοοι του κράτους, πιεζόμενοι υπό φόρων βαρέων επανέστησαν και ενωθέντες μετά των πέραν του Δανουβίου οικουσών Βλαχικών νομαδικών φυλών ίδρυσαν νέον φοβερόν Βουλγαροβλαχικόν κράτος, αποβάν κινδυνωδέστατον εις το Ελληνικόν κράτος. Και άλλαι δε εγένοντο στάσεις και αποστασίαι εν άλλαις επαρχίαις του κράτους και ιδίως εν Κύπρω, επενεγκούσαι την απώλειαν της μεγάλης ταύτης νήσου. Την αδράνειαν δε της κυβερνήσεως του Ισαακίου Β' και την επικρατούσαν κατ' αυτού δυσαρέσκειαν επωφελούμενος ο του βασιλέως αδελφός Αλέξιος Άγγελος εξέβαλεν αυτόν του θρόνου διά συνωμοσίας και τυφλώσας ενέκλεισεν εν φυλακή (1195). Αλλά και ο Αλέξιος Γ', ο διά τοιαύτης ασεβούς πράξεως ανελθών εις τον θρόνον, ουδαμώς εφάνη κρείττων του αδελφού εν τη κυβερνήσει του κράτους και ουδέν έπραξεν υπέρ του κράτους, εξωτερικώς τουλάχιστον, δικαιολογούν τον τρόπον, καθ' όν κατέλαβε την αρχήν. Στάσεις εν ταις επαρχίαις και Βουλγάρων επιδρομαί εξηκολούθουν και επ' αυτού αυξάνουσαι την του κράτους ασθένειαν. Εν μέσω της τοιαύτης καταστάσεως των πραγμάτων ο του εκβληθέντος του θρόνου βασιλέως υιός και του Αλεξίου αδελφιδούς Αλέξιος (Δ') κατώρθωσε να φύγη από Κωνσταντινουπόλεως (1201), όπως ζητήση βοήθειαν εν Ευρώπη υπέρ του εκπτώτου πατρός και υπέρ εαυτού εναντίον του Αλεξίου Γ'. Μεταβάς δε εις Γερμανίαν προς τον επ' αδελφή γαμβρόν αυτού Φίλιππον τον δούκα Σουηβίας επέμφθη υπ' αυτού μετά συστάσεων προς τους Βενετούς (172), καθ' όν ακριβώς χρόνον συνωμολόγουν ούτοι συνθήκην μετά των Σταυροφόρων (της Δ' Σταυροφορίας) ίνα μεταβιβάσωσιν αυτούς επί πλοίων Βενετικών εις Παλαιστίνην (1203).
2. Στρατεία των Σταυροφόρων εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως.
Οι Σταυροφόροι της Δ' Σταυροφορίας ήσαν το πλείστον Ιταλοί και Γάλλοι, έχοντες αρχηγούς Ιταλούς και Γάλλους ευγενείς ή φεουδάρχας, και ουχί βασιλείς και αυτοκράτορας ως η Β' και η Γ'. Επισημότατοι δε των αρχηγών ήσαν ο κόμης Φλανδρίας Βαλδουίνος και ο Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός της Σαβοΐας. Συνέρρεον δε οι Σταυροφόροι εις την Βενετίαν, ίνα αποφεύγοντες τας κακουχίας και τας διά ξηράς πορείας μεταβώσιν εντεύθεν κατά θάλασσαν εις τους Αγίους τόπους. Ο τότε δόγης (δουξ δηλαδή, ήτοι αιρετός ισόβιος άρχων), ο γηραιός, αλλά πανούργος Δάνδολος, έπεισε τους αρχηγούς των Σταυροφόρων ίνα μέρος της χρηματικής αμοιβής, ήν συνεφωνήθη να δώσωσιν ούτοι ως πορθμεία εις τους Βενετούς, αποτίσωσι δι' άλλης υπηρεσίας βοηθούντες αυτώ εις την καθυπόταξιν της τότε από των Βενετών αποστάσης παραλίοτ Δαλματικής πόλεως Ζάρας. Ότε δε ήλθεν ενταύθα ο του Ισαακίου υιός Αλέξιος μετά συστάσεως του Φιλίππου της Σουηδίας, ο Δάνδολος έπεισε πάλιν τους αρχηγούς ίνα την εις Παλαιστίνην πορείαν εκτελέσωσι διά Κωνσταντινουπόλεως, αφού πρώτον πλεύσαντες ενταύθα αποκαταστήσωσιν εις τον θρόνον τον Ισαάκιον Β'. Ούτως η Σταυροφορική στρατεία διηυθύνθη προς την Κωνσταντινούπολιν, παρά πάσας τας διαμαρτυρίας του πάπα Ιννοκεντίου Γ', κατά Ιούνιον δε του 1203 ο στόλος των Σταυροφόρων εφάνη προ της μεγάλης πόλεως. Οι Σταυροφόροι απέβησαν ευθύς εις την Ασιατικήν όχθην και εκείθεν επί πλοιαρίων μετεβιβάσθησαν εις τον Γαλατάν καταλαβόντες δε εξ εφόδου τον τε Γαλατάν και το Πέραν και περιοδεύσαντες τας ακτάς του Κερατίου Κόλπου (ήτοι του λιμένος Κωνσταντινουπόλεως) αφίκοντο έμπροσθεν των χερσαίων τειχών. {243} Εξ άλλου δε οι Βενετοί πλησίστιοι πλέοντες εις τον Κεράτιον κόλπον διά των πλοίων αυτών έθραυσαν διά του εμβόλου ενός μεθ' ορμής πλέοντος πλοίου την μεγάλην σιδηράν άλυσιν την εκτεινομένην από του πύργου του Γαλατά μέχρι της απέναντι παραλίας του Βυζαντίου και φράττουσαν την είσοδον του λιμένος. Ο στόλος ο Βενετικός εναυλόχει και οι Σταυροφόροι εστρατοπέδευον ου μακράν των ανακτόρων των Βλαχερνών. Τη 17 Ιουλίου εγένετο μεγάλη από γης και θαλάσσης έφοδος εναντίον των τειχών, αλλ' απέτυχε, γενναίως αποκρουσάντων των εν τη πόλει Βαράγγων την επίθεσιν. Αλλ' οι Βενετοί πλησιάσαντες διά των πλοίων εις τα τείχη είχον θέσει πυρ εις τας παρακειμένας οικίας. Τούτο επτόησε τον δειλόν Αλέξιον Γ', όστις, ενώ η έφοδος απεκρούσθη, έφυγε διά νυκτός από της πόλεως λαβών μεθ' εαυτού μόνον τους θησαυρούς αυτού, εγκαταλιπών δε εις την τύχην αυτών και πόλιν και λαόν και την ιδίαν αυτού γυναίκα και θυγατέρας. Τότε οι κάτοικοι περιελθόντες εις απορίαν εξήγαγον τον Ισαάκιον εκ της φυλακής και αποκατέστησαν αυτόν εις τον θρόνον. Ο Ισαάκιος συνενοήθη νυν διά του εν τω στρατοπέδω των Σταυροφόρων υιού αυτού Αλεξίου (Δ') μετά των Σταυροφόρων, και φιλικαί νυν συνήφθησαν σχέσεις μεταξύ αυτού και των αρχηγών του Σταυροφορικού στρατού, συνωμολογήθη δε και συνθήκη, δι' ής ο Ισαάκιος υπισχνείτο να συνδράμη τοις Σταυροφόροις και διά χρημάτων και διά στρατού. Αλλά μέχρις εκπληρώσεως των υπό του Ισαακίου αναληφθεισών υποχρεώσεων οι Σταυροφόροι έμενον εν τη πόλει, έχοντες μεν το στρατόπεδον αυτών έξωθεν της πόλεως, ελευθέρως δε κοινωνούντες τη πόλει. Αλλ' ο μεν Ισαάκιος δεν ηδύνατο να εκπληρώση τας υποσχέσεις αυτού, οι δε Σταυροφόροι μείναντες εν Κωνσταντινουπόλει μέχρι του επομένου έτους από φίλων εγένοντο εχθροί, άτε μισούμενοι υπό των κατοίκων. Τέλος δε, ότε οι Σταυροφόροι υπό θρησκευτικού φανατισμού ελαυνόμενοι επεχείρησαν να καταστρέψωσι το τέμενος το μωαμεθανικόν, όπερ προ ολίγων ετών είχε κτισθή εν Κωνσταντινουπόλει (διά συνθήκης του αυτοκράτορος Ισαακίου προς τον σουλτάνον Σαλαδίνον, σ. 238-239) χάριν των ενταύθα παρεπιδημούντων μωαμεθανών εμπόρων, οι δε Έλληνες προσέδραμον εις βοήθειαν των υπέρ του ευκτηρίου ναού αυτών αμυνομένων μωαμεθανών, οι Σταυροφόροι έθεσαν πυρ και κατέστρεψαν μέρος της πόλεως. Τούτο επέτεινε το κατά των Φράγκων μίσος. Ο δε λαός οργιζόμενος κατά του Ισαακίου ως φίλου των Φράγκων εξέβαλεν αυτόν του θρόνου και ανεβίβασεν εις αυτόν επίσημόν τινα πολίτην, τον Νικόλαον Καναβόν. Αλλά τότε φαύλος τις και πανούργος ανήρ, ο συγγενής των Αγγέλων, Αλέξιος Μούρζουφλος, εφόνευσε διά δόλου τον τε Καναβόν και τον του Ισαακίου υιόν Αλέξιον (Δ') και εσφετερίσθη την εξουσίαν. Μικρόν δε μετά το γεγονός αποθανόντος και του γέροντος Ισαακίου, οι Φράγκοι μετ' ατυχείς τινας περί ειρήνης διαπραγματεύσεις επετέθησαν τη 9 Απριλίου εναντίον της πόλεως. Η έφοδος της ημέρας εκείνης απέτυχεν. Αλλ' εν τω μεταξύ ο Αλέξιος Ε' ο Μούρζουφλος έφυγεν, οι δε Φράγκοι τότε ορμήσαντες εις τα τείχη από τινων λίαν πλησιασάντων εις αυτά πλοίων έθεσαν αύθις πυρ εις την πόλιν, καί τινες των Σταυροφόρων κατελθόντες εκ των τειχών εντός αυτής ηνέωξαν μίαν πύλην των χερσαίων τειχών. Τότε οι Σταυροφόροι εν τω μέσω της εκ του πυρός επελθούσης συγχύσεως των κατοίκων εγένοντο κύριοι της πόλεως και υπό το φως του επί ημέρας ολοκλήρους και νύκτας διαρκέσαντος πυρός διέπραξαν φοβεράς ωμότητας εν αυτή, σφαγάς, αιχμαλωσίας, ατιμίας, βεβηλώσεις ιερών και μυρία άλλα πολλώ χείρονα των μετά 249 έτη υπό των μωαμεθανών Τούρκων διαπραχθέντων, καταισχύνοντα την ιδιότητα των διαπραξάντων αυτά ως χριστιανών και δη και ιπποτών και Σταυροφόρων. Διηρπάγησαν δε τότε και πλείστα μνημεία τέχνης μετενεχθέντα εις την δυτικήν Ευρώπην και ιδίως εις την Βενετίαν.
3. Το Φραγκικόν ή Λατινικόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως.
Οι Φράγκοι, οι Βενετοί δηλονότι και οι Σταυροφόροι, μετά την υπ' αυτών άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως ίδρυσαν εν αυτή κράτος Φραγκικόν προτιθέμενοι να περιλάβωσιν εν αυτώ άπαν το Ελληνικόν κράτος, ήτοι απάσας τας χώρας τας αποτελούσας κατά τον χρόνον τούτον το Ελληνικόν κράτος, και διενεμήθησαν τας χώρας ταύτας έχοντες σκοπόν να καταλάβωσιν αυτάς ύστερον ειρηνικώς ή και διά των όπλων. Ούτω το όλον Ελληνικόν κράτος διενεμήθη εν συμβουλίω μεταξύ Βενετών και Σταυροφόρων. Αυτοκράτωρ του νέου κράτους εξελέγη ο κόμης Φλανδρίας Βαλδουίνος, εις όν ως άμεσος κτήσις εδίδετο η Θράκη· όλη δε η υπό την άμεσον εξουσίαν αυτού χώρα (Θράκη μετά Κωνσταντινουπόλεως) εκλήθη Ρωμανία. Πάσαι αι λοιπαί του κράτους χώραι διενεμήθησαν ως φέουδα, ήτοι ως κράτη ιδιαίτερα υπαγόμενα εις την υπερτάτην αρχήν του αυτοκράτορος, μεταξύ των Βενετών και του Βονιφατίου του Μομφερρατικού. Και ο μεν Βονιφάτιος ελάμβανε πάσας τας Ασιατικάς επαρχίας και την Κρήτην, οι δε Βενετοί ελάμβανον μεγάλην τινά συνοικίαν της Κωνσταντινουπόλεως ως όλως αυτοτελή Βενετικήν αποικίαν και το λεγόμενον βασίλειον της Μακεδονίας, ήτοι πάσας τας από Μακεδονίας μέχρι Πελοποννήσου χώρας. Αλλά ταύτας έδοσαν μετ' ολίγον εις τον Βονιφάτιον λαβόντες ως αντάλλαγμα, την Κρήτην, τας Ασιατικάς επαρχίας και τας άλλας νήσους του Αιγαίου (η Κύπρος κυριευθείσα πρότερον υπό των Σταυροφόρων της Γ' σταυροφορίας απετέλει τότε ίδιον κράτος Φραγκικόν, υπαγόμενον εις το βασίλειον της Ιερουσαλήμ). Έλαβον δε οι Βενετοί το δικαίωμα ίνα εξ αυτών εκλεγή ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, και τοιούτος εξελέγη ο Βενετός Θωμάς Μοροζίνης, μη αναγνωριζόμενος, εννοείται, ως πατριάρχης υπό των ορθοδόξων Ελλήνων, ών ο πατριάρχης έφυγεν εις την Νίκαιαν. Οι λοιποί μικροί ηγεμόνες των Σταυροφόρων έλαβον κτήσεις εντός των κτήσεων των Βενετικών και των του αυτοκράτορος και του Βονιφατίου. Ούτω δε το Ελληνικόν κράτος διένειμαν οι Φράγκοι προς αλλήλους. Αλλ' ούτοι δεν κατώρθωσαν να καταλάβωσι πάσας τας χώρας του κράτους τούτου, διότι πολλαχού ιδρύθησαν Ελληνικά κράτη. Ούτως εν Νικαία της Βιθυνίας ίδρυσεν Ελληνικόν κράτος ο κατά τον χρόνον της εισόδου των Φράγκων εις Κωνσταντινούπολιν ενταύθα αναγορευθείς, αλλά ταχέως εις Ασίαν μετά του Πατριάρχου και των άλλων λογάδων του έθνους φυγών Θεόδωρος Λάσκαρις. Εν Τραπεζούντι και τη περί αυτήν χώρα ίδρυσε κράτος ή αυτοκρατορίαν ο Αλέξιος Κομνηνός, εγγονός του Ανδρονίκου του Κομνηνού. Εν Ηπείρω ίδρυσε κράτος, ήτοι δεσποτάτον, εκταθέν επί πάσαν την Δυτικήν Ελλάδα, επί μικρόν δε και εις την Πελοπόννησον, ο Μιχαήλ Άγγελος ο και Κομνηνός λεγόμενος, εκ του οίκου των Αγγέλων, εξάδελφος του Ισαακίου Β' και Αλεξίου Γ' (προσωνυμούμενος δεσπότης). Εν δε τη κυρίως Ελλάδι τας από Θηβών μέχρι Κορίνθου και Άργους και Ναυπλίου χώρας κατέλαβεν ο Λέων ο Σγουρός, αφαιρεθείς μετ' ολίγον τινάς τούτων υπό του Βονιφατίου.
Η ούτως ιδρυθείσα εν τη Ελληνική Ανατολή Λατινική αυτοκρατορία ευθύς εξ αρχής υπήρξεν ασθενής εσωτερικώς τε και εξωτερικώς. Εσωτερικώς μεν, διότι ένεκα του φεουδαλικού οργανισμού του κράτους η πραγματική εξουσία του αυτοκράτορος δεν υπερέβαινε τα όρια της Θράκης, των Βενετών και των λοιπών Φράγκων ηγεμόνων υποχρεουμένων να παρέχωσιν αυτώ απλώς στρατιωτικήν συνδρομήν και τούτο εν ωρισμένη περιόδω του έτους· εξωτερικώς δε, διότι περιεστοιχίζετο υπ' εχθρικών κρατών, εν Ευρώπη μεν υπό του νέου μεγάλου Βουλγαρικού κράτους προς βορράν και υπό του Ελληνικού κράτους της Ηπείρου προς δυσμάς, εν Ασία δε υπό του Ελληνικού κράτους της Νικαίας. Προς τούτοις οι υπήκοοι του κράτους Έλληνες εμίσουν τους Φράγκους αυτών ηγεμόνας και ουδεμίαν παρείχον αυτοίς δύναμιν ηθικήν ή υλικήν. Το μίσος δε τούτο των Ελλήνων της Ρωμανίας ήτοι της Θράκης κατά των Φράγκων ήτο τόσον σφοδρόν, ώστε δεν εδίστασαν να συνεννοηθώσι προς τον τότε βασιλέα των Βουλγάρων Ιωαννίσην και να υποσχεθώσι ν' αναγνωρίσωσιν αυτόν ως βασιλέα Ελλήνων (Ρωμαίων) και Βουλγάρων. Επί προσδοκία δε της του Βουλγάρου ηγεμόνος εις Ρωμανίαν εισβολής επανέστησαν κατά των Φράγκων, κέντρον της επαναστάσεως καταστήσαντες την Αδριανούπολιν. Πράγματι δε ο Βούλγαρος ηγεμών εισέβαλεν εις την Θράκην αλλ', αφού ενίκησε τους Φράγκους και συνέλαβεν αιχμάλωτον αυτόν τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον (1205), θανόντα εν τη αιχμαλωσία μετά δεινών βασάνων, δεινοτάτας διέπραξε σφαγάς και λεηλασίας και εξανδραποδισμούς από βασιλέως Ρωμαίων γενόμενος Ρωμαιοκτόνος.
Τον αυτοκράτορα Βαλδουίνον διεδέξατο ως επίτροπος εν αρχή, μετά δε την βεβαίωσιν του θανάτου του Βαλδουίνου, ως αυτοκράτωρ, ο αδελφός αυτού Ερρίκος (1205-1216). Ούτος εν τη πολιτική αυτού φρονήσει έδειξε μείζονα προς τους Έλληνας ευμένειαν και ειργάσθη ειλικρινώς ίνα προσοικειωθή αυτούς, μετανοήσαντας άλλως πικρώς διά την προς τους Βουλγάρους συμμαχίαν. Εν τω μεταξύ ο Βονιφάτιος, όστις είχε στρατεύσει εις την Μέσην Ελλάδα και την Πελοπόννησον ίνα καταλύση την αρχήν του Λέοντος Σγουρού, έσπευσε δ' εκείθεν εν τω κατά Βουλγάρων πολέμω, απέθανεν ηρωικώς μικρόν μετά την ανάρρησιν του Ερρίκου πολεμών εναντίον των Βουλγάρων. Τότε δε το κράτος της Θεσσαλονίκης επί του ασθενούς υιού και διαδόχου του Βονιφατίου Δημητρίου (1207-1222) ήρξατο διαλυόμενον· και ο μεν δεσπότης της Ηπείρου Μιχαήλ εξέτεινε το κράτος αυτού και επί την Μακεδονίαν· εν δε τη Ανατολική Ελλάδι (Αθήναις και Θήβαις) ίδρυσεν ηγεμονίαν ο Γάλλος Όθων Δελαρός (Otto de la Roche), ο ζώντος του Βονιφατίου επιτραπείς παρά τούτου την διοίκησιν της χώρας ταύτης και μετά τον θάνατον του Βονιφατίου προσαγορευόμενος νυν συνήθως Μέγας Κύριος ή μεγασκύρ υπό των Ελλήνων υπηκόων αυτού· εν Φωκίδι δε ίδρυσεν ίδιον κράτος ο Θωμάς Στρομογκούρ, ως κόμης Σαλώνων. {247} Εν Πελοποννήσω δε προ του θανάτου έτι του Βονιφατίου, καθ' όν χρόνον ούτος εστράτευεν εναντίον του Λέοντος Σγουρού εις την χερσόνησον, δύο Γάλλοι, ο Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος, ανεψιός του εκ των αρχηγών των Σταυροφόρων ομωνύμου Βιλλεαρδουίνου, του και συγγράψαντος την ιστορίαν της Σταυροφορίας (της Δ'), μετά τινος Γάλλου εκ των περί τον Βονιφάτιον Γάλλων ευπατριδών, Γουλιέλμου Σαμπλίτ καλουμένου, επινεύσει του Βονιφατίου αυτού ασχολουμένου εις την πολιορκίαν του υπό του Σγουρού κατεχομένου Ναυπλίου, κατέλαβον το πλείστον της Πελοποννήσου, του Μιχαήλ Α' Κομνηνού αναγκασθέντος να καταλίπη την Πελοπόννησον και να φύγη εις Άρταν. Των κατακτηθεισών χωρών ο Γουλιέλμος Σαμπλίτ κατέστη κύριος, κληθείς πρίγκιψ της Αχαΐας, εις δε τον Βιλλεαρδουίνον επέτρεψε τινας των χωρών τούτων υπό την φεουδαλικήν αυτού κυριότητα. Μετ' ολίγον δε (τω 1209) απελθόντος του Σαμπλίτ εις Γαλλίαν και αποθανόντος ενταύθα ο Βιλλεαρδουίνος κατέλαβε πάσαν την τούτου αρχήν, ιδρύσας ούτως εν Πελοποννήσω ηγεμονίαν φεουδαλικώς και στρατιωτικώς ωργανωμένην, διατηρηθείσαν μέχρι του τέλους του 14 αιώνος.
Ενώ δε εν Πελοποννήσω και εν τη Μέση Ελλάδι ιδρύοντο κράτη Φραγκικά οπωσούν βιώσιμα, έχοντα ιδίαν ιστορίαν, το εν Θεσσαλονίκη μετά τον θάνατον του υιού του Βονιφατίου Δημητρίου κατελύθη ταχέως, των αποτελουσών αυτό χωρών καταληφθεισών υπό του Δεσποτάτου της Ηπείρου και υπό του εν Ασία Ελληνικού κράτους. Διά τούτο δε η ιστορία της Ελληνικής Ανατολής περιστρέφεται νυν κυρίως περί τρία κράτη, το κράτος της Ρωμανίας, ήτοι την αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως, ονόματι άρχουσαν πασών των Φραγκικών κτήσεων, πράγματι δε περιοριζομένην εις μέρος της Θράκης, το Ελληνικόν δεσποτάτον της Ηπείρου και το Ελληνικόν κράτος (την αυτοκρατορίαν) της Νικαίας.
4. Το Φραγκικόν κράτος επί του αυτοκράτορος Ερρίκου μέχρι της υπό των Ελλήνων καταλύσεως αυτού.
Ο Ερρίκος αναρρηθείς αυτοκράτωρ τω 1206 εβασίλευσε μέχρι του 1246 εν μέσω απαύστων σχεδόν πολέμων, εν Ασία μεν προς την εν Νικαία Ελληνικήν αυτοκρατορίαν, εν Ευρώπη δε προς τους Βουλγάρους και προς τους Έλληνας δεσπότας της Ηπείρου, έτι δε και διηνεκών πολιτικών ενεργειών προς εμπέδωσιν της κυριαρχίας αυτού εν τοις κατ' όνομα εις την κυριαρχίαν ταύτην υπαγομένοις εν Μακεδονία και τη κυρίως Ελλάδι Φραγκικοίς κράτεσιν. Υπήρξε δ' ομολογουμένως βασιλεύς ου μόνον εν πολέμοις γενναίος, αλλά και πολιτικώς συνετός και καθόλου αγαθός και προς τους Έλληνας υπηκόους αυτού πράος και ευμενής, μετά πατρικής ευμενείας προσφερόμενος αυτοίς, και αξιώματα και τιμάς απονέμων και προστατεύων την θρησκευτικήν αυτών ελευθερίαν εναντίον των επιβουλών και καταπιέσεων του εν Κωνσταντινουπόλει εγκαθιδρυθέντος Λατίνου πατριάρχου και του αυτόθι Λατινικού κλήρου. Και οι μεν πόλεμοι και οι πολιτικοί αυτού αγώνες δεν απέβησαν τελεσφόροι ως εκ της καθόλου δυσχερούς καταστάσεως των πραγμάτων· αλλ' ο Ερρίκος κατέλιπε μνήμην αγαθού βασιλέως. Ετελεύτησε δε τω 1216 έν τινι κατά του δεσπότου της Ηπείρου Θεοδώρου στρατεία.
Μετά τον άπαιδα θανόντα Ερρίκον οι ευγενείς της αυτοκρατορίας εξέλεξαν ως διάδοχον αυτού τον εν Γαλλία ευρισκόμενον επ' αδελφή (Ιολάνθη) γαμβρόν αυτού Πέτρον Κουρτεναίην (κόμητα Ναμούρ). Αλλ' ούτος ερχόμενος εις Κωνσταντινούπολιν διά της Ηπείρου και επιχειρήσας την κατάληψιν του Δυρραχίου ηχμαλωτίσθη υπό του δεσπότου Θεοδώρου και απέθανεν εν τη αιχμαλωσία (1219). Γνωσθέντος δε του θανάτου αυτού εν Κωνσταντινουπόλει, οι Φράγκοι ευγενείς εξέλεξαν ως αυτοκράτορα, τον πρεσβύτατον αδελφόν του Πέτρου Φίλιππον Ναμούρ τούτου δ' αποποιηθέντος, τον νεώτατον Ροβέρτον. Μόλις τω 1221 ο Ροβέρτος ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν και εβασίλευσεν ενταύθα μέχρι του 1227 εν μέσω δεινοτάτων δυσχερειών εξωτερικών και εσωτερικών. Εξωτερικώς η θέσις του κράτους κατέστη δυσχερεστάτη ένεκα της υπό του δεσπότου της Ηπείρου καταλήψεως απάσης της Μακεδονίας και μεγάλου μέρους της Θράκης και αυτής της Αδριανουπόλεως, εσωτερικώς δε ένεκα της άκρας πενίας, εις ήν περιήλθε το κράτος (η Ρωμανία), το περιοριζόμενον κατ' ουσίαν εις την Κωνσταντινούπολιν και μικρόν μέρος της Θράκης, και ουδεμίαν σχεδόν λαμβάνον στρατιωτικήν ή χρηματικήν δύναμιν εκ των Φραγκικών κρατών της Ελλάδος ή εκ των εν τω Αιγαίω Βενετικών κτήσεων (αίτινες εθεωρούντο και αύται φέουδα του κράτους), ελάχιστα δε καρπούμενον και εξ αυτού του φεουδαλικώς ωργανωμένου, εκ μικρών φεούδων ήτοι βαρωνιών συγκειμένου ιδιαιτέρου αυτού κράτους (της Ρωμανίας), όπερ αποτελείτο, ως είρηται, νυν εκ της Κωνσταντινουπόλεως και μέρους της Θράκης. Εν μέσω της αθλίας ταύτης καταστάσεως βαρυνθείς την αρχήν μετέβη εις Ρώμην, καταλιπών το κράτος εις την τύχην αυτού· ότε δε τω 1228 επέστρεψεν εις Κωνσταντινούπολιν, συμβουλή του Πάπα, ετελεύτησε τω αυτώ έτει.
Διάδοχος αυτού άπαιδος θανόντος εξελέγη ο του Πέτρου Κουρτεναίη τρίτος υιός (ανεψιός του Ροβέρτου) ενδεκαετής Βαλδουίνος Β', διατελών υπό κηδεμονίαν και επιτροπείαν του Ιωάννου κόμητος Βριέννης, μέχρι του κατά το 1237 επελθόντος θανάτου του ανδρός τούτου. Επί της κυβερνήσεως του Ιωάννου Βριέννης η Κωνσταντινούπολις, ήτοι η των Φράγκων αυτοκρατορία, περιήλθεν εις τον έσχατον κίνδυνον υπό των συμμαχησάντων κατ' αυτής Ελλήνων (της Νικαίας) και Βουλγάρων υπό τους βασιλείς αυτών Ιωάννην Βατάτζην και Ιωάννην Ασάν. Η Κωνσταντινούπολις επολιορκήθη υπό των συμμάχων, αλλ' εσώθη διά της ηρωικής ανδρείας του Ιωάννου Βριέννης, αποκρούσαντος τους πολεμίους διά γενναιοτάτης αμύνης και τρέψαντος αυτούς εις φυγήν διά κρατεράς εξόδου.
Μετά τον θάνατον του Ιωάννου Βριέννης (1237) ο Βαλδουίνος Β' περιελθών εις εσχάτην αμηχανίαν ένεκα δεινοτάτης οικονομικής ενδείας και της παντελούς στρατιωτικής αδυναμίας του κράτους ως και της απειλητικής θέσεως, ήν ελάμβανε κατ' αυτού ιδίως το εν Νικαία Ελληνικόν κράτος, απήλθεν εις Δύσιν, ίνα επαιτήση παρά των ενταύθα ηγεμόνων χρήματα και στρατόν. Και επανήλθε μεν τω 1239 εις Κωνσταντινούπολιν μετά πολυαρίθμου μισθοφορικού στρατού, αλλ' ένεκα της οικονομικής ενδείας, υφ' ής επιέζετο πάντοτε, δεν ηδυνήθη να διατηρήση τους μισθοφόρους αυτού, οίτινες προθύμως μετέβαινον νυν εις υπηρεσίαν παρά τω αντιπάλω αυτού Έλληνι αυτοκράτορι της Νικαίας. Αφού δε περιήλθεν εις την εσχάτην ένδειαν, αναγκαζόμενος να πορίζηται τα προς το ζην εκ της υποθηκεύσεως των εκκλησιαστικών κτημάτων και εκ των ελεημοσυνών, άς εις αυτόν τε και την σύζυγον αυτού έδιδεν η βασίλισσα της Γαλλίας (γυνή του Λουδοβίκου Θ' του Αγίου), μετέβη μετά τινα χρόνον αύθις εις Ευρώπην χάριν επαιτείας· αλλ' ουδέν σπουδαίον κατορθώσας επανήλθεν εις το κράτος αυτού, εν εσχάτη νυν διατελών πενία ουχί απλώς ως άρχων, αλλά και ως ιδιώτης. Τοιαύτη ήτο η θέσις των πραγμάτων εν τω Φραγκικώ κράτει, ότε κατελύθη τούτο υπό των Ελλήνων του εν τη Μικρά Ασία Ελληνικού κράτους της Νικαίας.
5. Η Ελληνική αυτοκρατορία της Νικαίας και το δεσποτάτον της Ηπείρου.
Κατ' αντίθεσιν προς την Φραγκικήν αυτοκρατορίαν της Κωνσταντινουπόλεως τα δύο Ελληνικά κράτη, τα ιδρυθέντα συγχρόνως μετά του Φραγκικού, εν Μικρά Ασία και εν Ηπείρω προέβαινον από της ημέρας της ιδρύσεως αυτών εις δύναμιν και ακμήν. {250} Εκ τούτων το της Νικαίας εθεωρείτο ως συνέχεια του υπό των Φράγκων καταλυθέντος μεγάλου Ελληνικού κράτους, διότι ο Θεόδωρος Λάσκαρις, ο ιδρυτής του κράτους τούτου, είχεν ήδη αναγορευθή αυτοκράτωρ εν Κωνσταντινουπόλει καθ' όν χρόνον η βασιλεύουσα κατελαμβάνετο υπό των Φράγκων και διά τούτο εκαλείτο και βασιλεύς και αυτοκράτωρ, εις την Νίκαιαν δε είχον καταφύγει και ο Πατριάρχης και πάντες οι ανώτατοι λειτουργοί και οι άλλοι λογάδες του κράτους. Το κράτος τούτο από της Νικαίας και Βιθυνίας εξετάθη επί του Θεοδώρου ήδη κατά τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας μέχρι Σμύρνης και μεσογείως μέχρι Λυδίας και Φρυγίας, περιλαμβάνον και τας παρακειμένας τη δυτική παραλία νήσους. Προς ανατολάς δε εκταθέν προς τον Πόντον κατέστη όμορον τω Ελληνικώ κράτει της Τραπεζούντος (ούτινος και αυτού ο άρχων εκαλείτο βασιλεύς και αυτοκράτωρ, ως καταγόμενος από βασιλικής οικογενείας της Κωνσταντινουπόλεως). Και δεν κατέστη μεν δυνατόν τα δύο ταύτα Ελληνικά κράτη ενούμενα ή τουλάχιστον συμμαχούντα προς άλληλα ν' αποτελέσωσι μεγάλην δύναμιν ενιαίαν εν Μικρά Ασία, αλλά και ούτω το κράτος της Νικαίας ην εσωτερικώς ισχυρώς διωργανωμένον και εφάνη ισχυρόν απέναντι των Φράγκων και των Τούρκων της Μικράς Ασίας· πάσαι δ' αι στρατείαι των Φράγκων αι γενόμεναι επί του Βαλδουίνου Α' και του Ερρίκου προς κατάληψιν των χωρών των αποτελουσών το κράτος της Νικαίας απέβησαν ατυχείς. Η δύναμις δε του κράτους η τε πολιτική και ιδίως η στρατιωτική, η επί μισθοφόρων Φράγκων τα πλείστον στηριζομένη, ηυξήθη έτι μάλλον επί των διαδόχων του Θεοδώρου. Τούτον θανόντα τω 1222 διεδέξατο ο επί θυγατρί γαμβρός αυτού Ιωάννης Βατατζής (1222-1253), βασιλεύς συνετός και γενναίος, επιμεληθείς τελεσφόρως της στρατιωτικής δυνάμεως του κράτους και αυξήσας ταύτην διά συμμαχιών προς τους Βουλγάρους και προς τους κατά θάλασσαν αντιπάλους των Βενετών Γενουαίους, εργασάμενος δε επιτυχώς και περί της υλικής αναπτύξεως του κράτους διά της προαγωγής ιδίως της γεωργίας. Τον Ιωάννην διεδέξατο ο υιός αυτού Θεόδωρος Β' (1253-1259)· τούτον δε ο υιός αυτού Ιωάννης Α', ούτινος ανηλίκου όντος εγένετο κηδεμών και επίτροπος του κράτους, είτα δε και συμβασιλεύς ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, εφ' ού κατελύθη το Φραγκικόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως.
Το κράτος τούτο προ πολλού ήθελε καταλυθή υπό του ενός ή του ετέρου των δύο εν Ασία και εν Ευρώπη Ελληνικών κρατών, αν μη τα Ελληνικά ταύτα κράτη διετέλουν προς άλληλα εν διηνεκεί έριδι και πολέμω.
Το Ελληνικόν κράτος της Ευρώπης, ήτοι το δεσποτάτον της Ηπείρου, ήδη επί του ιδρυτού αυτού Μιχαήλ Α' εις μεγάλην προυχώρησε δύναμιν και ακμήν. Και προς νότον μεν η δύναμις αυτού κατελύθη εν Πελοποννήσω υπό του Σαμπλίτ και του Βιλλεαρδουίνου, αλλά προς ανατολάς και προς βορράν εξετάθη εις Μακεδονίαν και Ιλλυρίαν, μετά τας αιματηράς άς ήρατο κατά των Φράγκων επιτυχίας. Ο δε τω 1216 τον άτεκνον θανόντα Μιχαήλ διαδεξάμενος ετεροθαλής αυτού αδελφός Θεόδωρος έτι μείζονας ήρατο επιτυχίας εν Ιλλυρία και Μακεδονία και Θεσσαλία, καταλαβών το πλείστον των χωρών τούτων.
Κατά τούτου στρατεύων ο αυτοκράτωρ Ερρίκος ετελεύτησεν. ως είδομεν, εν Θεσσαλονίκη (1216) μικρόν μετά την εις τον θρόνον άνοδον του Θεοδώρου. Είδομεν δε ότι ο Θεόδωρος ηχμαλώτισε τον διάδοχον του Ερρίκου Πέτρον Κουρτεναίην, θανόντα εν τη αιχμαλωσία. Μετ' ολίγον δε κατέλυσεν οριστικώς το εν Μακεδονία και εν Θεσσαλία Φραγκικόν κράτος, καταλαβών την Θεσσαλονίκην, εξέτεινε το κράτος αυτού και προς την Θράκην μέχρι Αδριανουπόλεως. Μετά τας επιτυχίας ταύτας ανηγόρευσεν εαυτόν αυτοκράτορα και εστέφθη ως τοιούτος υπό του Έλληνος αρχιεπισκόπου «Αχρίδος και πάσης Βουλγαρίας», του περιφήμου Δημητρίου του Χωματιανού. Αλλά διά της πράξεως αυτού ταύτης κατέστησεν εαυτόν αδιάλλακτον πολέμιον ου μόνον προς τον Φράγκον αυτοκράτορα της Κωνσταντινουπόλεως, αλλά και προς τον Έλληνα αυτοκράτορα της Νικαίας. Στρατεύσας δε είτα (1230) και κατά των Βουλγάρων και ηττηθείς και αιχμαλωτισθείς επήνεγκε την διάλυσιν του κράτους αυτού, διότι πολλά μεν μέρη της Θράκης (και αυτήν την Αδριανούπολιν) και ικανά της Μακεδονίας κατέλαβον τότε οι Βούλγαροι, άλλας δε χώρας άλλοι εκ του οίκου των Αγγέλων συγγενείς του Θεοδώρου. Ούτω δε το εν Ευρώπη Ελληνικόν κράτος διηρέθη εις δύο· α') εις την ασθενεστάτην πλέον καταστάσαν αυτοκρατορίαν της Θεσσαλονίκης, την συγκειμένην απλώς εκ χωρών τινων της Μακεδονίας, υπό τον αυτοκράτορα Μανουήλ, νεώτερον αδελφόν του Θεοδώρου, μεταβληθείσαν μετ' ολίγον επί του διαδόχου του Μανουήλ αυτοκράτορος Ιωάννου Αγγέλου (υιού του Θεοδώρου) εις υποτελές εις τον Έλληνα αυτοκράτορα της Νικαίας Ιωάννην Βατάτζην δεσποτάτον (1242)· β') εις το νέον «δεσποτάτον της Ηπείρου» περιλαμβάνον (υπό τον Μιχαήλ Β' τον μη νόμιμον θεωρούμενον υιόν του Μιχαήλ Α' Αγγέλου Κομνηνού, ανεψιόν του Θεοδώρου) μέρος της Θεσσαλίας, την Ήπειρον, Αιτωλίαν και Ακαρνανίαν. Τούτων δε το μεν δεσποτάτον της Θεσσαλονίκης κατελύθη οριστικώς τω 1246 υπό του τότε εναντίον των Βουλγάρων στρατεύσαντος Ιωάννου Βατατζή, το δε δεύτερον διετηρήθη μέχρι του 1318. Προς τον Μιχαήλ Β' τούτον του νέου δεσποτάτου της Ηπείρου επιχειρήσας πόλεμον ο μνημονευθείς αυτοκράτωρ του εν Ασία Ελληνικού κράτους Μιχαήλ Παλαιολόγος, εξ αφορμής του πολέμου ακριβώς τούτου κατέλυσε το Φραγκικόν κράτος της Κωνσταντινουπόλεως (1261).
6. Κατάλυσις του Φραγκικού κράτους της Κωνσταντινουπόλεως. Ανάκτησις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Ελλήνων.
Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, όστις, καθά είπομεν ανωτέρω, μετά τον θάνατον του Θεοδώρου Β' εγένετο επίτροπος, είτα δε συμβασιλεύς του ανηλίκου βασιλέως Ιωάννου Δ', κατήγετο εξ οικογενείας ευπατριδών, γνωστών ήδη κατά τον 11 αιώνα εκ της ιστορίας Αλεξίου του Κομνηνού. Ήτο δε υιός του Κομνηνού Ανδρονίκου Παλαιολόγου εκείνου, όν ο Βατατζής καταλύσας τω 1246 την αυτοκρατορίαν της Θεσσαλονίκης είχε καταλίπει εν Ευρώπη ως επίτροπον των ενταύθα κτήσεων αυτού. Ο Μιχαήλ, γενόμενος βασιλεύς (και κατ' ουσίαν μόνος άρχων), εστράτευσεν επί τους Φράγκους της Κωνσταντινουπόλεως και αφαιρέσας παρ' αυτών και αυτάς τας περί την Κωνσταντινούπολιν μικράς πόλεις (εν αίς και την Σηλυβρίαν), περιώρισε το Φραγκικόν κράτος εις μόνην την περιοχήν Κωνσταντινουπόλεως, είτα δε συνεμάχησε μετά των Γενουαίων ίνα διά του στόλου τούτων επιτεθή κατ' αυτής της Κωνσταντινουπόλεως. Αλλά της συμμαχίας ταύτης, ής χάριν πολλαί εμπορικαί προνομίαι εδίδοντο εις τους Γενουαίους, ουδεμία εγένετο χρήσις προς ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως· αύτη επήλθεν όλως σχεδόν απροσδοκήτως. Ο Μιχαήλ παρασκευαζόμενος να επέλθη κατά της Κωνσταντινουπόλεως ήθελε να προλάβη εν πρώτοις πάντα αντιπερισπασμόν από των Βουλγάρων και του Μιχαήλ Β' Κομνηνού της Ηπείρου. Διά τούτο δε έπεμψεν εις την Ευρώπην τω 1261 τον καίσαρα Αλέξιον Στρατηγόπουλον μετά στρατιωτικής δυνάμεως ουχί μεγάλης, έχοντα εντολήν συγχρόνως να εξετάση και την εν Κωνσταντινουπόλει κατάστασιν των πραγμάτων. Αλλ', όταν ούτος αποβάς εις την ευρωπαϊκήν όχθην της Προποντίδος εγένετο εγγύς της Σηλυβρίας (της ανηκούσης εις το κράτος του Μιχαήλ), περιεστοιχίσθη ευθύς υπό πλήθους εθελοντών Ελλήνων, εκ των πέριξ της Κωνσταντινουπόλεως και εξ αυτής της πρωτευούσης συρρεόντων, οίτινες παρέστησαν αυτώ ως ευχερεστάτην την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, διότι οι Φράγκοι είχον επιχειρήσει μικράν στρατείαν εις την εν τη περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως κειμένην Δαφνούντα. Ο Στρατηγόπουλος τότε συνεννοηθείς μετά των εν Κωνσταντινουπόλει εισήγαγεν εις την πόλιν νύκτωρ διά τινος υπογείου εισόδου πεντήκοντα άνδρας, οίτινες ηνέωξαν τας πύλας εις τον εγγύς στρατόν. Ο στρατός ούτος εισήλασε νυν εις την πόλιν και έθηκε πυρ προς εκφοβισμόν των Λατίνων, ιδίως των κατ' εκείνην την ώραν επιστρεφόντων εκ της στρατείας, εν οίς ην και ο Βαλδουίνος. Η πόλις ευχερώς κατελήφθη, αφού οι Έλληνες κάτοικοι συνέρρεον εν ευφημίαις προς τον Έλληνα αρχιστράτηγον και εφόνευσαν ικανούς των Λατίνων. {253} Ο Βαλδουίνος ευρισκόμενος επί του στόλου έφυγεν επ' αυτού μετά των άλλων Φράγκων μεγιστάνων και επλανήθη επί μακρόν εν τη Δύσει, εξαιτούμενος παρά των ενταύθα ηγεμόνων βοήθειαν προς ανάκτησιν του κράτους αυτού και εκθέτων εις πώλησιν αντί χρημάτων τα επί το Βυζάντιον δικαιώματα αυτού.
Η τη 26 Ιουλίου 1261 γενομένη αύτη ανάκτησις ηγγέλθη διά ταχυδρόμου εις τον εν Νυμφαίω της Μικράς Ασίας ου μακράν της Σμύρνης διατρίβοντα Μιχαήλ Παλαιολόγον. Ούτος δε λαβών την απροσδόκητον ευφρόσυνον είδησιν ώδευσεν εις την Κωνσταντινούπολιν, εις ήν εισήλθε πανηγυρικώς τη 15 Αυγούστου 1261. Ούτως ηνωρθώθη το προ 57 ετών καταλυθέν Ελληνικόν κράτος του Βυζαντίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗΣ ΑΝΑΚΤΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
1. Μιχαήλ Η' ο Παλαιολόγος. Η νέα κατάστασις των πραγμάτων.
Το ανορθωθέν Ελληνικόν κράτος δεν ηδύνατο να έχη την εσωτερικήν και την εξωτερικήν δύναμιν του προτέρου Ελληνικού κράτους. Η ανάκτησις της Κωνσταντινουπόλεως ενίσχυσε μεν το πολιτικόν κέντρον του Ελληνισμού, αλλ' εξησθένωσε τα άλλα κέντρα της ηθικής δυνάμεως αυτού. Η Μικρά Ασία, ήτις ως εκ της αναπτυχθείσης ενταύθα πολιτικής και στρατιωτικής δυνάμεως του Ελληνικού κράτους της Νικαίας είχε καταστή μέγα κέντρον ηθικής δυνάμεως του Ελληνισμού, μετεβλήθη νυν εις απόκεντρον επαρχιακόν εξάρτημα του κράτους άνευ δυνάμεως αμυντικής ισχυράς, έρμαιον του πρώτου εν Ασία ισχυρού αλλοφύλου και αλλογενούς δυνάστου, διότι του κράτους αι δυνάμεις νυν μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως απησχολούντο πρώτιστα και μάλιστα εις τας Ευρωπαϊκάς χώρας. Και ενταύθα δε Μακεδονία, Θεσσαλία, Ήπειρος και πάσα η Δυτική Ελλάς, χώραι δηλονότι αποτελούσαι το Ελληνικόν κράνος ή δεσποτάτον της Ηπείρου, ενώ προ της ανακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως απήρτιζον κέντρον δυνάμεως υλικής και ηθικής του εν Ευρώπη Ελληνισμού, νυν καθίσταντο πηγαί αδυναμίας εις το νέον κράτος· διότι ο εν Κωνσταντινουπόλει Έλλην αυτοκράτωρ χάριν της ενότητος του κράτους ήθελε να υποτάξη αυτάς βία εις την αρχήν αυτού, παραλύων ούτω και εξουδετερών διά των Ελλήνων και των δυνάμεων του Ελληνικού κράτους τας ζωτικωτάτας δυνάμεις του εν Ευρώπη Ελληνισμού. Πολλώ πλέον ο εν τη Ανατολική Ελλάδι και ο εν Πελοποννήσω και ο εν τω Αιγαίω υπό Φράγκους δυνάστας τεταγμένος Ελληνισμός ήτο πηγή αδυναμίας εις το Ελληνικόν κράτος. Ενώ δε ούτως ο μεν εν Μικρά Ασία Ελληνισμός αφίετο εις την τύχην αυτού, ο δε εν Ευρώπη εξησθένει υπό εμφυλίων συγκρούσεων, τα φύσει και ανέκαθεν εχθρικά εν Ευρώπη προς τον Ελληνισμόν διατελούντα βαρβαρικά Σλαυικά στοιχεία, τα χωριζόμενα εν μέρει προ μικρού διά του Φραγκικού κράτους της Κωνσταντινουπόλεως από των νέων εν Νικαία και Θεσσαλονίκη κέντρων του Ελληνισμού, εις άμεσον νυν περιήρχοντο συνάφειαν και σύγκρουσιν προς το ανορθωθέν Ελληνικόν κράτος. Και ενώ μέχρι νυν το εχθρικόν προς τον Ελληνισμόν Σλαυικόν στοιχείον εξεπροσώπει μόνον το Βουλγαρικόν κράτος, νυν μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως το Ελληνικόν κράτος επιέζετο και υπ' άλλου κράτους Σλαυικού.