Front matter (continued 6)
Reading edition
Οι Σέρβοι περί τα τέλη του 12 αιώνος εν τοις μετά τον θάνατον του αυτοκράτορος Μανουήλ Α' χρόνοις των αθλιωτάτων κυβερνήσεων του Ανδρονίκου Α' και Ισαακίου Β', επί του ηγεμόνος αυτών Στεφάνου Νεμάνια ή Νεμανίδου του ιδρυτού της δυναστείας των Νεμανιδών, απηλλάγησαν εντελώς της του Ελληνικού κράτους κυριαρχίας, ο δε τούτου ομώνυμος υιός και διάδοχος τω 1220 μ. Χ. ανηγορεύθη βασιλεύς, ήτοι Κραλ (σημ. 109) (173). Τότε δε μη υπάρχοντος Πατριαρχείου Ορθοδόξου εν Κωνσταντινουπόλει (174) ο Σέρβος αρχιεπίσκοπος Σάββας ίδρυσε την αυτοκέφαλον Σερβικήν Εκκλησίαν. Μετά την κατάλυσιν του Φραγκικού κράτους της Κωνσταντινουπόλεως και την ανόρθωσιν του Ελληνικού οι Σέρβοι έτι μάλλον ενίσχυσαν το κράτος αυτών, ο δε κατά τα τελευταία έτη της του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου βασιλεύσας Νεμανίδης Στέφανος Ουρός Β' (1282-1321) εξέτεινε το κράτος αυτού και προς την βόρειον Μακεδονίαν.
Αλλ' ο Μιχαήλ Η' ο Παλαιολόγος, ο μετά την ανάκτησιν της Κωνσταντινουπόλεως κατά τοσούτων πολεμίων (Βουλγάρων, Σέρβων, των εν Πελοποννήσω Φράγκων και κατά του δεσποτάτου της Ηπείρου) ηναγκασμένος να πολεμή, εξετέθη εις μέγαν κίνδυνον και εκ μέρους άλλου φοβερού από δυσμών επερχομένου πολεμίου. Ήτο δ' ούτος ο αδελφός του τότε βασιλέως της Γαλλίας, του γνωστού ημίν Λουδοβίκου Θ' του Αγίου, Κάρολος ο Ανδεγαυικός. Ούτος έχων σημαντικάς κτήσεις εν Γαλλία, καταλαβών δε το Νορμανδικόν βασίλειον της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας, καθ' όν τρόπον θέλομεν ειπεί κατωτέρω, και γενόμενος δυνάστης ισχυρότατος, ηγόρασεν αντί χρημάτων παρά του εκπτώτου Φράγκου αυτοκράτορος της Κωνσταντινουπόλεως τα επί του θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως δικαιώματα τούτου (σελ. 253), παρεσκεύαζε δε μεγάλην κατά της Κωνσταντινουπόλεως στρατείαν. Ο κίνδυνος εφάνη τοσούτον μέγας τω αυτοκράτορι Μιχαήλ, ώστε προς αποσόβησιν αυτού διεπραγματεύθη προς τον Πάπαν περί της ενώσεως των Εκκλησιών, ελπίζων διά του Πάπα ν' αφοπλίση τον πολέμιον. Η ένωσις αύτη εγένετο πράγματι κατά τύπον διά της εν Λουγδούνω (Λυών) συγκροτηθείσης Συνόδου, ής τας αποφάσεις εδέξατο και ο βασιλεύς. Αλλά κλήρος και λαός εν Κωνσταντινουπόλει εξηγέρθησαν κατά της τοιαύτης ενώσεως και εματαίωσαν αυτήν. {255} Ο δε από δυσμών κίνδυνος απεσοβήθη διά του λεγομένου Σικελικού Εσπερινού ήτοι της κατά το Πάσχα του 1282 μεγάλης εν Σικελία κατά του Καρόλου του Ανδεγαυικού εκραγείσης επαναστάσεως, και της σφαγής των Γάλλων εν τη νήσω, ών αποτέλεσμα υπήρξε και η κατάληψις της Σικελίας υπό του βασιλέως της Αραγωνίας (σελ. 159). Ο Κάρολος ο Ανδεγαυικός απέθανε μικρόν μετά την συμφοράν, και ο απ' αυτού κίνδυνος απετράπη από του Ελληνικού κράτους. Τω αυτώ δ' έτει (1282) ετελεύτησε και ο Μιχαήλ Η'.
Αλλά, καθ' όν χρόνον απεσοβείτο ο από Δυσμών μέγας κίνδυνος, ενεκυμονείτο εν τη Ανατολή, εν Μικρά Ασία, εν αυτοίς τοις προθύροις της Κωνσταντινουπόλεως, νέος φοβερός κίνδυνος εναντίον του Ελληνικού κράτους, και εδημιουργείτο δύναμις πολεμία μέλλουσα να επενέγκη μετά 170 περίπου έτη την Οριστικήν καταστροφήν του Ελληνικού κράτους. Η νέα αύτη επί του Μιχαήλ Η' λανθάνουσα έτι και απλώς εγκυμονουμένη πολεμία του Ελληνισμού δύναμις ήτο το νέον μωαμεθανικόν Τουρκικόν εν τη Μικρά Ασία κράτος, το κράτος το Οθωμανικόν. Οι μεγάλοι εκ του κράτους τούτου κίνδυνοι εδηλώθησαν το πρώτον επί της βασιλείας των αμέσων διαδόχων του Μιχαήλ Η', διά τούτο δε είναι ανάγκη, πριν προχωρήσωμεν εις την ιστορίαν των διαδόχων του Μιχαήλ, να διαλάβωμεν περί των κατά την γένεσιν του Οθωμανικού κράτους.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ'.
ΓΕΝΕΣΙΣ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ
1. Τα Σελτζουκικά κράτη της Περσίας, Μικράς Ασίας και Συρίας.
{256} Είδομεν (σελ. 226) ότι το μέγα Σελτζουκικόν κράτος, το ιδρυθέν υπό των μεγάλων Σελτζούκων σουλτάνων Τογρούλ βέη, Αλπ-αρσλάν και επί του Μαλέκ-σαχ εκταθέν από των ορίων της Σινικής μέχρι της Προποντίδος και του Αιγαίου πελάγους, επί του αυτού ηγεμόνος διηρέθη εις τρία τμήματα· εις το κύριον Σελτζουκικόν κράτος της Περσίας, εις τα εν Συρία και Μεσοποταμία πολλά φεουδαλικά μωαμεθανικά κράτη και εις το Σελτζουκικόν κράτος της Μικράς Ασίας. Εκ τούτων τα μεν εν Συρία μικρά Σελτζουκικά κράτη κατελύθησαν τα μεν υπό των Σταυροφόρων (ως το της Αντιοχείας), τα δε ύστερον υπό των Εγιουβιδών και των Μαμελούκων σουλτάνων της Αιγύπτου, των εκτεινάντων την αρχήν αυτών από της Αιγύπτου επί την Συρίαν και την Μεσοποταμίαν. Το δε εν Μικρά Ασία Σελτζουκικόν κράτος, το έχον πρωτεύουσαν εν αρχή την Νίκαιαν, εξασθενήσαν είτα υπό των Σταυροφόρων Φράγκων και υπό του Ελληνικού κράτους της Κωνσταντινουπόλεως και απολέσαν την Νίκαιαν και πολλάς δυτικάς της Μικράς Ασίας χώρας περιελθούσας εις το Ελληνικόν κράτος (σημ. 170), περιωρίσθη εις τα ενδότερα της Μικράς Ασίας έχον πρωτεύουσαν το Ικόνιον και διά τούτο και κράτος Ικονίου καλούμενον και διατηρούμενον έτι επί του Μιχαήλ Η'. Το δε κύριον Σελτζουκικόν κράτος μετά τον Μαλέκ σαχ ήρξατο εξασθενούν και επί τέλους κατελύθη υπό νέου κράτους εν Περσία ιδρυθέντος του κράτους του καλουμένου Χοβαρεσμιακού.
2. Χοβαρέσμιοι και Μογγόλοι. Δζεγγίς-χαν.
Το Χοβαρεσμιακόν κράτος, κληθέν ούτως από της εν τη Μέση Ασία κοιτίδος αυτού Χοβαρεσμίας (της νυν Χίβας), παρήχθη από μιας επαρχίας του μεγάλου Σελτζουκικού κράτους της Περσίας. Οι ηγεμόνες της επαρχίας ταύτης αποστάντες (περί τα μέσα του 12 μ. Χ. αιώνος) από των Σελτζούκων σουλτάνων της Περσίας ου μόνον ησφάλισαν την ανεξαρτησίαν αυτών, αλλά και επί τέλους κατέλυσαν το κράτος (περί τα τέλη του 12 αιώνος), ού ήσαν εν αρχή απλώς έπαρχοι, είτα δε υποτελείς ηγεμόνες (175). Εκτείναντες δε είτα το κράτος αυτών προς ανατολάς εις τας Τουρκικάς και Ταταρικάς χώρας ήλθον εις σύγκρουσιν προς τους Μογγόλους, οίτινες κατά τους χρόνους τούτους είχον ιδρύσει κράτος περιλαμβάνον πάσας τας Μογγολικάς χώρας και μέγα μέρος της βορείου Κίνας. Ιδρυτής του μεγάλου τούτου Μογγολικού κράτους ήτο ο μογγόλος φύλαρχος Τεμουτσίν (γεννηθείς τω 1163), όστις, αφού ήνωσεν υπό το κράτος αυτού πάσας τας ανά τας ευρυτάτας χώρας της Ανατολικής Ασίας Μογγολικάς φυλάς, εν γενική των φυλαρχών συνόδω εκηρύχθη Δζεγγίς-χαν, ήτοι μέγιστος ή υπέρτατος Χαν, ως ερμηνεύουσι συνήθως το όνομα. Τότε ο Τεμουτσίν, ως άλλος Αττίλας, θεωρών εαυτόν προωρισμένον άρχοντα του κόσμου, και ως τοιούτος υπό των περί αυτόν πιστευόμενος, επεχείρησε πολέμους μεγάλους προς πάσαν διεύθυνσιν. Και αφού εταπείνωσε το βόρειον Σινικόν κράτος (η Κίνα ήτο διηρημένη τότε εις βόρειον και νότιον κράτος), εστράφη προς δυσμάς εναντίον του Χοβαρεσμιακού κράτους· αφού δε κατενίκησε τους μεγάλους ηγεμόνας του κράτους τούτου, τον Μωάμεθ Γ' και μετά τούτον τον γενναιότατον υιόν αυτού Δζελαλεδδίν Μακβερνή, κατέστη κύριος πασών των τότε ευδαιμόνων χωρών της Μέσης Ασίας, πανταχού φέρων την καταστροφήν και την ερήμωσιν, εκπορθών πόλεις οχυράς ο βάρβαρος ούτος και ειδωλολάτρης Χάνος, τη βοηθεία Σινών μηχανικών, ούς ήγε μεθ' εαυτού. Και ο μεν φοβερός Δζεγγίς-χαν ετελεύτησε τω 1227 εν τω μέσω των μεγάλων αυτού περί νέων πολέμων βουλευμάτων και ενεργειών, καταλιπών εις τους διαδόχους αυτού κράτος εκτεινόμενον από της Μαντζουρίας μέχρι της Κασπίας θαλάσσης και της νυν Ευρωπαϊκής Ρωσίας. Οι δε υιοί και διάδοχοι αυτού υπό την υπερτάτην αρχήν του κατ' εκλογήν εκ του οίκου εκλεγομένου υπερτάτου Χάνου εξηκολούθησαν τας κατακτήσεις αυτών εν Ασία και εν Ευρώπη. Και εν Ασία μεν άπασα η Σινική (το τε βόρειον δηλονότι και το νότιον Σινικόν κράτος) κατελήφθη υπό των Μογγόλων ωσαύτως δε και η Κορέα, το Τογκίνον, η Κοχιγκίνα, μέρος της Ινδικής και το Θιβέτ και πάσα η Σιβηρία μέχρι της βορείου Παγωμένης θαλάσσης, εν όλω υπέρ τα 8/10 της όλης Ασιατικής ηπείρου. Εν Ευρώπη δε οι Μογγόλοι καθυπέταξαν πάσαν την νυν Ευρωπαϊκήν Ρωσίαν από των Ουραλίων και του Ευξείνου μέχρι της Βαλτικής θαλάσσης· έτι δε την Πολωνίαν και το ανατολικόν μέρος της νυν Πρωσίας. Ουγγαρία, Σερβία, Βουλγαρία (176) ησθάνθησαν τα δεινά της Μογγολικής επιδρομής, της εμποιούσης τότε τρόμον και φρίκην εις άπασαν την Ευρώπην. Υπέρ το εν τέταρτον της νυν γνωστής γης υπετάγη εις τους Μογγόλους. Ο πάπας Ιννοκέντιος Δ' ηθικώς, ο αυτοκράτωρ Φρειδερίκος Β' (σελ. 240) και οι ιππόται του Τευτονικού τάγματος διά των όπλων ηγωνίσθησαν προς περιορισμόν του Μογγολικού κατακλυσμού και σωτηρίαν της λοιπής Ευρώπης. Ο νέος ούτος βαρβαρικός κατακλυσμός δεν ήψατο απ' ευθείας του Ελληνικού κράτους ούτ' εν Ευρώπη ούτ' εν Ασία. Αλλ' οι εν Μικρά Ασία γειτονεύοντες τω Ελληνικώ κράτει Σελτζούκοι ηγεμόνες ανεγνώρισαν την αρχήν των Μογγόλων Χάνων. Μόνοι εκ των μωαμεθανών οι Μαμελούκοι σουλτάνοι της Αιγύπτου υπερήσπισαν τελεσφόρως την ελευθερίαν αυτών. Εις την Αίγυπτον δε κατέφυγε τότε και η υπό των ειδωλολατρών Μογγόλων εκδιωχθείσα του Βαγδατίου Χαλιφεία, αφού η ιερά αύτη πρωτεύουσα του μωαμεθανικού κόσμου και έδρα των Χαλιφών κατελήφθη τω 1258 υπό των ειδωλολατρών Μογγόλων, φονευσάντων τον τότε Χαλίφην και καταλυσάντων το κράτος της εν Βαγδατίω Χαλιφείας (177).
{259} Αλλά μετά την τεραστίαν αύξησιν, ήν μετά τον θάνατον του Δζεγγίς-χαν έλαβε το Μογγολικόν κράτος, ήτο βεβαίως αδύνατον να διατηρηθή η ενότης αυτού· εκ δε της προ του τέλους ήδη του 13 αιώνος επελθούσης διαλύσεως αυτού προέκυψαν πολλά ιδιαίτερα κράτη, ών τα ονόματα είναι· α') το προς ανατολάς της Κασπίας εν ταις Τουρκικαίς και Ταταρικαίς χώραις εκτεινόμενον κράτος Τσαγατάι (το λαβόν το όνομα έκ τινος των υιών του Δζεγγίς-χαν καλουμένου Τσαγατάι)· β') το Ιράν, το συγκείμενον κυρίως εκ των Ιρανικών ή Περσικών χωρών της Μέσης Ασίας, περιλαμβάνον δε και μέρος της Συρίας και το υπό Μογγόλων αφαιρεθέν από του Σελτζουκικού κράτους του Ικονίου μέρος της Μικράς Ασίας· γ') το Τουράν, συγκείμενον το πλείστον εκ χωρών Σιβηρικών· δ') το κράτος Κιπτσάκ το εκτεινόμενον από Κασπίας μέχρι Ευξείνου και Βαλτικής και άρχον της δυτικής Συρίας και της νυν Ευρωπαϊκής Ρωσίας· ε') το μέγα Σινικόν μογγολικόν κράτος.
Η εν τη ιστορία εμφάνισις των ειδωλολατρών Μογγόλων και αι υπ' αυτών γενόμεναι επιδρομαί και τεράστιαι κατακτήσεις ηπείλησαν περισσότερον τον μωαμεθανικόν κόσμον ή τον χριστιανικόν. Οι Μογγόλοι κατέλυσαν το κράτος της Χαλιφείας των Αββασιδών το έχον κέντρον το Βαγδάτιον, οι αυτοί δε κατέλυσαν και τα πλείστα των μωαμεθανικών κρατών της Ασίας· εφάνη δε επί μίαν στιγμήν κατά τον 13 μ. Χ. αιώνα ότι διά των ειδωλολατρών Μογγόλων έμελλε να καταπέση διά παντός το κράτος του Ισλάμ. Και ο μεν κίνδυνος ούτος απετράπη εγκαίρως· διότι τα εκ της διαλύσεως του μεγάλου Μογγολικού κράτους προκύψαντα ιδιαίτερα Μογγολικά κράτη τα μνημονευθέντα ανωτέρω μετέστησαν, πλην του Σινικού μογγολικού κράτους, προ του τέλους έτι του 13 αιώνος εις το Ισλάμ και έδοσαν νέαν απροσδόκητον ισχύν και δύναμιν εις αυτό. Αλλά και καθ' όν έτι χρόνον ο Ισλαμικός εν Ασία κόσμος εφαίνετο εκτιθέμενος εις κίνδυνον καταστροφής εκ μέρους των ειδωλολατρών Μογγόλων, και τότε έτι αφανώς και λεληθότως εν μέσω της μογγολικής θυέλλης ενεκυμονείτο κράτος μωαμεθανικόν, όπερ εξ αυτής ταύτης της μογγολικής θυέλλης αφανώς προελθόν εγένετο πυρήν νέου φοβερού παγκοσμίου Ισλαμικού κράτους και δη και Χαλιφικού, αποτελούντος μέχρι νυν το κέντρον του Ισλαμικού κόσμου και μεγίστην ασκήσαντος και ασκούντος έτι ροπήν επί τας τύχας του Ελληνισμού. Το κράτος τούτο ήν το Οθωμανικόν.
3. Αφανής αρχή του Οθωμανικού κράτους.
Καθ' όν χρόνον ο Δζεγγίς-χαν μετά των απειραρίθμων αυτού στιφών εισήλαυνε φοβερός και καταστρεπτικός εις τας χώρας του Χοβαρεσμιακού κράτους, φύλαρχός τις Τούρκος Σουλεϊμάν, εκ των πέραν του Ώξου Τουρκικών χωρών εις την Χοβαρεσμίαν μεταναστεύσας, υπηρέτει ως μισθοφόρος στρατιωτικός αρχηγός άρχων 50 χιλιάδων ψυχών της φυλής αυτού, ών το πλείστον ήσαν μαχηταί. Ούτος φεύγων νυν, εν μέσω της φοβεράς επιδρομής, προς δυσμάς επέπλευσεν ακινδύνως του μογγολικού κατακλυσμού του κατακλύσαντος την Μέσην Ασίαν και αφίκετο εις τας όχθας του Ευφράτου. Κατά την διάβασιν του ποταμού τούτου πνιγέντος του Σουλεϊμάν οι τέσσαρες υιοί αυτού διανείμαντες προς αλλήλους τα στίφη τα επόμενα τω πατρί αυτών απεχωρίσθησαν, άλλος άλλοθι ζητούντες μισθοφορικήν υπηρεσίαν παρά μωαμεθανοίς ηγεμόσιν. Είς δε τούτων ο καλούμενος Ερτογρούλ (=ανήρ ευθύς) μετά του λαχόντος εις αυτόν πλήθους, εν ώ υπήρχον εκατοντάδες τινές ιππέων μαχητών, ήλθεν εις την Μικράν Ασίαν και εισελθών εις την υπηρεσίαν του Σελτζούκου σουλτάνου του Ικονίου Αλαεδδίν Α' (σ. 256-257) έλαβε παρ' αυτού ως φέουδον ή τιμάριον μικράν τινα χώραν εν τοις ορίοις του Τουρκικου και του Ελληνικού κράτους εν τη αρχαία Βιθυνία, ου μακράν της Προύσης. Το μικρόν τούτο κράτος κατέστη ταχέως πυρήν στρατιωτικού κράτους, συρρεόντων εις αυτό εκ των πέριξ πολλών Τούρκων και Ελλήνων έτι πολεμιστών αρνησιθρήσκων των μεθορίων Ελληνικών φρουρίων ή σταθμών, προσελκυσμένων διά των προς τον υιόν του Ερτογρούλ φιλικών σχέσεων. Ταύτα εγένοντο βασιλεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του Μιχαήλ Η' Παλαιολόγου, χωρίς το πράγμα να παράσχη τοις εν Κωνσταντινουπόλει ελαχίστην καν υπόνοιαν μέλλοντος κινδύνου και χωρίς καν ίσως να καταστή γνωστόν ως εκ της ασημότητος αυτού. Ο Ερτογρούλ ετελεύτησε τω 1289 βασιλεύοντος εν Κωνσταντινουπόλει του υιού και διαδόχου του Μιχαήλ Η' Ανδρονίκου Β'.
Ο τον Ερτογρούλ κληρονομήσας εν τη μικρά ηγεμονική κτήσει υιός αυτού Οσμάν (ή Οθωμάν, ή Ούθμανος, ως καλούσιν αυτόν οι Βυζαντινοί)· και αναγνωρισθείς επισήμως διά διπλώματος ως υποτελής άρχων υπό του σουλτάνου του Ικονίου Αλαεδδίν, ηύξησε το κράτος αυτού ταχέως, αφαιρών διά μικρών ληστρικών μαχών φρούρια και πολίχνας του Ελληνικού κράτους εν Βιθυνία ιδίως διά του εξ Ελλήνων καταγομένου Μιχαήλ (178). {261} Τέλος δε περί τας αρχάς του 14 αιώνος, αφού το Σελτζουκικόν κράτος του Ικονίου κατελύθη υπό των Μογγόλων της Περσίας και το ανατολικόν τμήμα της Μικράς Ασίας υπήχθη υπό το κράτος των Μογγόλων τούτων, αι δυτικαί μωαμεθανικαί χώραι της Μικράς Ασίας (αι εντεύθεν του Άλυος) αι υπαγόμεναι τέως εις το κράτος του Ικονίου, κατεστάθησαν νυν ιδιαίτερα ανεξάρτητα κράτη υπό τους διοικητάς, τους γενομένους νυν ηγεμόνας κληρονομικούς των χωρών, άς πρότερον διώκουν εν ονόματι του Σελτζούκου σουλτάνου του Ικονίου. Τα κράτη ταύτα έλαβον τα ονόματα αυτών εκ των ανδρών, οίτινες έτυχον όντες διοικηταί και νυν ανεξάρτητοι δυνάσται κατά τον χρόνον της καταλύσεως του Σελτζουκικού κράτους του Ικονίου (Καραμάν, Αϊδίν, Σαρουχάν). Είς των τοιούτων κληρονομικών δυναστών κατέστη νυν εν Βιθυνία ο Οσμάν άρχων του Οσμανικού ή Οθωμανικού απ' αυτού κληθέντος κράτους αυτού (179).
Ο Οσμάν, γενόμενος ελεύθερος δυνάστης και προσαγορευόμενος σουλτάνος (ή πιθανώτερον βέης (σημ. 163) ή Εμίρης) (180), έτι μάλλον εξέτεινε το μικρόν κράτος αυτού εν Βιθυνία, των εν Κωνσταντινουπόλει περισπωμένων υπό των εν Ευρώπη σπουδαιοτέρων αυτοίς δοκούντων πραγμάτων και ελαχίστην παρεχόντων προσοχήν εις τα εν Μικρά Ασία γενόμενα. Ούτω δε ο Οσμάν από επιτυχίας εις επιτυχίαν προβαίνων επολιόρκησεν επί τέλους την μεγάλην πρωτεύουσαν της Βιθυνίας Προύσαν, ήτις και κατελήφθη υπό των πολεμαρχών αυτού μικρόν προ του θανάτου αυτού (1326 μ. Χ.). Το γεγονός τούτο απεκάλυψεν εις τους Έλληνας πάσαν την δύναμιν του νέου εντός των ορίων σχεδόν του Ελληνικού κράτους αφανώς και λεληθότως ιδρυθέντος και αναδειχθέντος μωαμεθανικού κράτους και πάσαν την σοβαρότητα του εκ τούτου κινδύνου. Διό ανάγκη να μεταβώμεν εις την ιστορίαν των συγχρόνων του Οσμάν Ελλήνων αυτοκρατόρων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ'.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΟΥ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΟΘΩΜΑΝΩΝ ΑΛΩΣΕΩΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
1. Οι αυτοκράτορες Ανδρόνικος Β' (1282-1328) και Ανδρόνικος Γ' (1328-1342).
Τον Μιχαήλ Η' διεδέξατο ο υιός αυτού Ανδρόνικος Β', ανήρ λόγιος, φιλόσοφος και θεολόγος, αλλ' ήκιστα ικανός προς την κυβέρνησιν του κράτους εν μέσω των περιστοιχιζόντων αυτό μεγάλων κινδύνων. Οι αυτοί κίνδυνοι, οίτινες περιεστοίχιζον το κράτος επί του Μιχαήλ Η', υφίσταντο έτι, πλην του αποτραπέντος ήδη από Ιταλίας κινδύνου. Οι Βούλγαροι ήρχον απάσης της βορείου Θράκης, και της Φιλιππουπόλεως αυτής, ο δε γνωστός ημίν Σέρβος βασιλεύς Στέφανος Β' ο Νεμανίδης (1282-1321) καταλαβών την Μακεδονίαν κατέστησε τα Σκόπια έδραν του κράτους αυτού, και το παραδοξότερον, γενόμενος γαμβρός επί θυγατρί του Ανδρονίκου Β' κατώρθωσεν ίνα η γενομένη αρπαγή χωρών ανηκουσών εις το Ελληνικόν κράτος αναγνωρισθή ως νόμιμος προικοδότησις της Παλαιολογίνης γυναικός αυτού. Αλλ' εκτός τούτων και των άλλων γνωστών Φράγκων πολεμίων του Ελληνικού κράτους, νυν επί του Ανδρονίκου Β' προσετέθησαν και άλλοι πολέμιοι εις αυτό. Οι Μογγόλοι οι κατασταθέντες παρά τον Προύθον (σελ. 259) εξέτεινον εκείθεν τας επιδρομάς αυτών μέχρι της Θράκης. Εν Μικρά Ασία, καθά είδομεν, διά της ιδρύσεως του Οθωμανικού κράτους εδημιουργείτο νέα πηγή φοβερών εις το κράτος κινδύνων. Ωσεί δε μη ήρκουν οι τοσούτοι πολέμιοι, και νέος προσετέθη από νότου ένεκα της ατασθαλίας του Ανδρονίκου Β'. {263} Οι γνωστοί ημίν ιππόται του Ιεροσολυμιτικού τάγματος του Αγίου Ιωάννου, αφού κατά τους χρόνους ακριβώς της βασιλείας του Ανδρονίκου Β' συνετελέσθη η υπό των Μαμελούκων κατάλυσις του χριστιανικού κράτους της Παλαιστίνης, φυγόντες από της Παλαιστίνης είχον εγκαταστή εν Κύπρω, τη μόνη υπολειφθείση εκ του χριστιανικού κράτους της Ιερουσαλήμ χριστιανική κτήσει (181), εζήτησαν δε να καταλάβωσι και την Ρόδον ίνα καταστήσωσιν αυτήν προπύργιον του Χριστιανισμού κατά των εν Μικρά Ασία Τούρκων.
Η Ρόδος κατείχετο τότε εν μέρει μεν υπό των Ελλήνων, εν μέρει δε υπό των εκ Μικράς Ασίας επιδραμόντων εις την νήσον Τούρκων (ουχί, εννοείται, των Οθωμανών). Οι δε ιππόται εζήτησαν διά της μεσιτείας του Πάπα να συνεννοηθώσι προς τον Ανδρόνικον Β' ίνα καταλάβωσιν ούτοι αντί χρημάτων πάσαν την νήσον ως φέουδον αυτοκρατορικόν, γινόμενοι υποτελείς του Ελληνικού κράτους. Η λύσις αύτη ήτο, ως είχον τα πράγματα, η μόνη κατά το ενόν σύμφορος εις το κράτος. Αλλ' ο Ανδρόνικος αντί πάσης απαντήσεως έπεμψε στόλον και στρατόν εις την νήσον. Οι Ιωαννίται υπό τον μέγαν μάγιστρον αυτών (ούτως εκαλείτο ο αρχηγός του τάγματος) Φάλκωνα Βιλλαρέτον ενίκησαν και τον στόλον και τον στρατόν τον Ελληνικόν και εκδιώξαντες εκ της νήσου και Έλληνας και Τούρκους κατέστησαν αυτήν έκτοτε (1310) κράτος εαυτών (διό εκλήθησαν και ιππόται της Ρόδου ή Ρόδιοι ιππόται), διατελέσαν τοιούτον μέχρι του 1522.
Εν μέσω της ούτως οικτράς εξωτερικής καταστάσεως των πραγμάτων και εσωτερικώς το κράτος κατετρύχετο υπό εμφυλίων ερίδων και πολέμων. Ο Ανδρόνικος Β', αφού κατέστησε συμβασιλέα αυτού τον έγγονον αυτού Ανδρόνικον Γ' (υιόν του προώρως τελευτήσαντος υιού αυτού Μιχαήλ) περιήλθεν εις έριδας προς τούτον. Εκ των ερίδων τούτων το κράτος διηρέθη εις δύο. Και εν μεν τη Κωνσταντινουπόλει ήρχεν ο Ανδρόνικος Β', εν δε τη Αδριανουπόλει ο Ανδρόνικος Γ'. Αι δύο κυβερνήσεις επολέμουν προς αλλήλας, έχουσα εκατέρα ως σύμμαχον εαυτής τους Σέρβους ή τους Βουλγάρους, οίτινες αμφότεροι ειργάζοντο ούτω προς ίδιον όφελος. Οι Βούλγαροι μάλιστα ως σύμμαχοι του Ανδρονίκου Γ' ηπείλησαν και αυτήν την Κωνσταντινούπολιν. Τέλος υπερισχύσαντος οριστικώς του Ανδρονίκου Γ' (1328), ο Ανδρόνικος Β' μετά τινων ετών ιδιωτικόν βίον απεχώρησεν εις μοναστήριον, ένθα ετελεύτησε τω 1332. Διαρκούντων των εμφυλίων τούτων πολέμων οι Οθωμανοί εν Ασία κατέλαβον, καθά είρηται, την Προύσαν και κατέστησαν αυτήν πρωτεύουσαν του κράτους αυτών, οπόθεν ορμώμενοι επί του υιού και διαδόχου του Οσμάν Ουρχάν ειργάζοντο επιτυχώς επί της μοναρχίας του Ανδρονίκου Γ' να καταλάβωσιν άπασαν την Βιθυνίαν, εκτείνοντες ήδη τας επιδρομάς αυτών μέχρι των όχθων του Βοσπόρου. Άπαξ τω 1330 εστράτευσεν ο Ανδρόνικος εις την Ασίαν, ίνα αναχαιτίση τας προόδους του νέου εν τοις προθύροις του κράτους ιδρυθέντος και ακαθέκτως προς την καρδίαν τούτου προχωρούντος μωαμεθανικού κράτους. Αλλ' η μάχη της Φιλοκρήνης έληξεν εις νίκην λαμπράν των Οθωμανών. Αι περίφημοι ιστορικαί πόλεις Νίκαια και Νικομήδεια κατ' ακολουθίαν της νίκης ταύτης και μετ' αυτών πάσα η Βιθυνία μέχρι του Βοσπόρου κατελήφθησαν υπό των Οθωμανών. Ο Ανδρόνικος ουδέν πλέον έπραξε προς σωτηρίαν του εν Ασία Ελληνισμού. Ετελεύτησε δε τω 1341.
2. Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος (1341-1391) και Ιωάννης ΣΤ' Καντακουζηνός (1341-1354).
Ο Ανδρόνικος κατέλιπεν αποθνήσκων διάδοχον ανήλικον, καταστήσας επίτροπον αυτού διά διαθήκης τον φίλον αυτού Ιωάννην Καντακουζηνόν. Αλλά την επιτροπείαν ταύτην ήθελε να έχη και η φίλαρχος βασιλομήτωρ χήρα του Ανδρονίκου Γ' Άννα η Σαβοϊκή (εκ του δουκικού οίκου της Σαβοΐας καταγομένη), περί αυτήν δε συνήχθησαν πάντες οι αντιπολιτευόμενοι τω Καντακουζηνώ. Εντεύθεν προέκυψαν νέαι έριδες εσωτερικαί, επενεγκούσαι διαίρεσιν ομοίαν και χείρονα της επί Ανδρονίκου Β' και Ανδρονίκου Γ'. Ο Καντακουζηνός υποστηριζόμενος υπό του Κράλη της Σερβίας, όστις ην τότε ο μέγιστος και ονομαστότατος των Σέρβων βασιλέων Στέφανος Δουσσάν (1331-1355), εκήρυξεν εαυτόν αυτοκράτορα εν Διδυμοτείχω και ίδρυσεν ιδίαν κυβέρνησιν. Ούτω δε δύο αυτοκράτορες και δύο αυτοκρατορικαί αυλαί και κυβερνήσεις εκυβέρνων από Κωνσταντινουπόλεως (ένθα εκυβέρνων εν ονόματι του Ιωάννου του Παλαιολόγου οι περί την Άνναν την Σαβοϊκήν) και εν Διδυμοτείχω (ένθα εκυβέρνα ως αυτοκράτωρ ο Ιωάννης Καντακουζηνός) τα ελεεινά λείψανα του υπό Τούρκων, Φράγκων, Βουλγάρων και Σέρβων κατακερματιζομένου και υπό των περί τον Δανούβιον βαρβάρων (Κουμάνων, Πατσινάκων, Ούζων, Μογγόλων) δηουμένου Ελληνικού κράτους. Το δε χείριστον, αι δύο αύται κυβερνήσεις επολέμουν προς αλλήλας συμμαχούσαι μετά Σέρβων, Βουλγάρων και Τούρκων, προς όφελος πραγματικόν ουχί εαυτών, αλλά των συμμάχων αυτών.
Κατά τους χρόνους ακριβώς τούτους της διπλής κυβερνήσεως, ενώ οι Βούλγαροι κατείχον έτι το βόρειον μέρος της Θράκης, ο των Σέρβων Κράλης Στέφανος Δουσσάν επωφελούμενος τους εμφυλίους εν τω ελληνικώ κράτει πολέμους κατέλαβε πάσαν την Μακεδονίαν πλην της Θεσσαλονίκης, την Θεσσαλίαν, Αλβανίαν και την Ήπειρον και εστέφθη εν Σκοπίοις ως Τσάρος Σέρβων ομού και Ελλήνων. Αλλά και οι Οθωμανοί Τούρκοι της Μικράς Ασίας, αφού υπό τον ηγεμόνα αυτών Ουρχάν κατέλαβον πάσας τας εν Ασία Ελληνικάς κτήσεις (πλην της Σμύρνης και Φιλαδελφείας, αίτινες εχωρίζοντο από του Οθωμανικού κράτους της Βιθυνίας διά κτήσεων άλλων τουρκικών δυναστειών) (182), ετράπησαν επί την κατάκτησιν και των ευρωπαικών ελληνικών χωρών, προσκαλούμενοι ούτως ειπείν υπ' αυτών των Ελλήνων ηγεμόνων. Ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Κατακουζηνός πολεμών τω 1342 προς τους περί την Άνναν την Σαβοϊκήν εκάλεσεν εις βοήθειαν αυτού τον Τούρκον ηγεμόνα του Αϊδινίου Αμούρβεγ τον άρχοντα των αρχαίων χωρών Ιωνίας, (Λυδίας και Καρίας), πέμψαντα αυτώ μεγάλην ναυτικήν και στρατιωτικήν δύναμιν. Αλλά τότε η Άννα εκάλεσεν εις βοήθειαν αυτής αυτόν τον ηγεμόνα των Οσμάνων ή Οθωμανών Ουρχάν, σπεύσαντα και τούτον εις βοήθειαν των εν Κωνσταντινουπόλει μετά δυνάμεως πολλής. Μετ' ολίγον (1346) ο Ιωάννης, όπως εξουδετερώση πάσαν εκ μέρους του Ουρχάν προς την πολεμίαν αυτώ κυβέρνησιν βοήθειαν και συνδέση τον Οθωμανόν άρχοντα προς εαυτόν ως σύμμαχον, έπεμψεν εις τον γυναικωνίτην του γηραιού (το 58 της ηλικίας άγοντος έτος) σουλτάνου την δεκατριετή αυτού θυγατέρα Θεοδώραν.
Και εγένετο μεν κατά τον χρόνον τούτον συμβιβασμός τις μεταξύ των δύο αυτοκρατόρων εν Κωνσταντινουπόλει, όν επεκύρωσεν, ούτως ειπείν, ο τότε επισκεψάμενος την Κωνσταντινούπολιν και εκ του σύνεγγυς ιδών και νοήσας τα κατά την αθλίαν κατάστασιν του Ελληνικού κράτους Ουρχάν· αλλά μετ' ολίγον νέαι έριδες νέον επήνεγκον εμφύλιον πόλεμον (135-1354), καθ' όν ο μεν Ιωάννης Παλαιολόγος εκάλεσεν εις βοήθειαν αυτού τους Βενετούς, Σέρβους και Βουλγάρους, ο δε Καντακουζηνός την του λεγομένου γαμβρού αυτού Οθωμανού άρχοντος Ουρχάν. Ο Ουρχάν έπεμψεν ασμένως τον υιόν αυτού Σουλεϊμάν μετά δυνάμεως στρατιωτικής εις Θράκην. Ο Σουλεϊμάν διαπεραιωθείς εις τον Ελλήσποντον (1353) κατέλαβεν οχυράν θέσιν κατά την Θρακικήν τούτου όχθην εγγύς της Καλλιπόλεως (ή Καλλιουπόλεως), μετ' ολίγον δε και αυτήν την Καλλίπολιν (1354) (183), ουχί ίνα δω ταύτην τω Καντακουζηνώ, αλλ' ίνα καταστήση αυτήν βάσιν και ορμητήριον του εν Ευρώπη Οθωμανικού κράτους. Ούτω τω έτει 1353-1354 οι Οθωμανοί Τούρκοι έθετον πόδα στερρόν εις την Ευρώπην. Και ο μεν Καντακουζηνός αθυμήσας επί τοις γενομένοις απεχώρησεν εις μοναστήριον (1355), ένθα ετελεύτησε μετά μικρόν (1359), ο δε Ιωάννης Παλαιολόγος μετά τινας προς τον υιόν του Καντακουζηνού Ματθαίον έριδας έμεινε μόνος κύριος του Ελληνικού κράτους άρξας μέχρι του 1391.
Κατά την δευτέραν ταύτην περίοδον της αρχής ή μάλλον της μοναρχίας του Ιωάννου Παλαιολόγου μεγίστη σύγχυσις και χάος πολιτικόν επεκράτει ου μόνον εν τω ελληνικώ κράτει, αλλά και εν πάση τη ελληνική χερσονήσω. Έλληνες άρχοντες εν Κωνσταντινουπόλει και τη νοτίω Θράκη και μέρει τινί της Μακεδονίας, σποραδικώς δε και εν άλλαις τισί γωνίαις της χερσονήσου, Βούλγαροι άρχοντες εν τη βορείω Θράκη, Σέρβοι κατέχοντες μέγα μέρος της Μακεδονίας, την θεσσαλίαν, Αλβανίαν και Ήπειρον, Φράγκοι εν τη δυτική Ελλάδι (εν μέρει δε και εν Ηπείρω και εν Αλβανία) και εν τη Πελοποννήσω, Βενετοί εν τω Αιγαίω και οι νεήλυδες [184] Οθωμανοί της Θράκης, απετέλουν το περίεργον εθνογραφικόν και πολιτικόν μωσαϊκόν της κατά τους χρόνους τούτους ιστορίας της χερσονήσου ταύτης. Ουδέν των εν αυτή χριστιανικών κρατών εφαίνετο έχον την δύναμιν να ιδρύση μόνιμόν τι και στερρόν. Των Ελλήνων η δύναμις ήτο ότι κατείχον την Κωνσταντινούπολιν και την Θεσσαλονίκην, ήρξαντο δε θέτοντες αύθις πόδα στερρόν εις την Πελοπόννησον· και απετέλουν μεν ούτοι το πνευματικώς υπερέχον και αριθμητικώς ισχυρότερον στοιχείον, το στηρίζον τας αξιώσεις αυτού επί εθνικών και ιστορικών δικαίων, αλλά στρατιωτικώς ήσαν ασθενείς και πολιτικώς ασύντακτοι. Οι Σέρβοι εφάνησαν επί μίαν στιγμήν επί του Δουσσάν ως μέλλοντες να αντικαταστήσωσι το Ελληνικόν κράτος διά του Σερβικού, καταλαμβάνοντες την Κωνσταντινούπολιν, αλλά τα όνειρα ταύτα διελύθησαν ταχέως μετά τον θάνατον του Δουσσάν (1355) και διά του θανάτου αυτού. Οι Βούλγαροι ήσαν οι πάντοτε απλώς βάρβαροι επιδρομείς, κατέχοντες μεν βία χώρας τινάς ελληνικάς εντεύθεν του Αίμου, αλλ' ουδέν δυνάμενοι να ιδρύσωσι πολιτικώς, μόνιμον και διαρκές. Οι Βενετοί απετέλουν απλώς κράτος αποικιακόν εμπορικόν, οι δε λοιποί Φράγκοι μικρά φεουδαλικά κράτη διεσπαρμένα άνευ εσωτερικής συνοχής και ενότητος. Το μόνον στρατιωτικώς και πολιτικώς ζωτικόν στοιχείον το δυνάμενον διά της υλικής βίας να ιδρύση τι μόνιμον ήτο το έναγχος [185] τον πόδα εις την Ευρώπην θέσαν Τουρκικόν άμα δε και μωαμεθανικόν κράτος, το κράτος των Οσμανιδών ή Οθωμανών. Και περί τούτου ενταύθα ανάγκη να είπωμέν τινα εν συντόμω.
3. Το Οθωμανικόν κράτος επί των διαδόχων του Οσμάν, Ουρχάν (1326-1389) και Μουράτ (1361-1389).
Ο Οσμάν ετελεύτησε (1326) ευτυχήσας να μάθη ακόμη την υπό του στρατού αυτού κατάληψιν της Προύσης, ένθα ετάφη και ο νεκρός αυτού. Επί του υιού και διαδόχου αυτού Ουρχάν το Οθωμανικόν κράτος έλαβε νέαν δύναμιν ου μόνον εξωτερικήν, αλλά και εσωτερικήν. Η γένεσις και ανάπτυξις του Οθωμανικού κράτους είναι έν των θαυμασιωτάτων εν τη ιστορία γεγονότων. Το κράτος τούτο, ως είπομεν, συνέστη υπό ολίγων τινών εκατοντάδων πολεμιστών και όμως εντός βραχυτάτου χρόνου κατέλαβε σύμπασαν σχεδόν την τότε Ελληνικήν Ασίαν και μετ' ολίγον μεταβιβάσαν το κέντρον της δυνάμεως αυτού εξ Ασίας εις Ευρώπην καθυπέταξε πάντας τους εν τη Ελληνική χερσονήσω προς αλλήλους περί επικρατήσεως πολιτικής ερίζοντας λαούς, κατέστη δε φοβερόν εις Ευρώπην. Η αιτία της θαυμαστής ταύτης ταχείας αναπτύξεως της δυνάμεως των Οθωμανών εξηγείται πολλαχώς. Πρώτον το Οθωμανικόν κράτος εν αυτή τη γενέσει αυτού ήτο στρατιωτικόν, όπως η αρχαία Ρώμη, ιδρυθέν υπ' ανδρών πολεμιστών και ενισχυθέν, ως εκ του πολεμικού αυτού χαρακτήρος ευθύς εξ αρχής εκ των πέριξ συρρευσάντων πολεμιστών. {267} Ευθύς δε εξ αρχής διωργανώθη στρατιωτικώς στηριχθέν επί αριστοκρατίας τιμαριωτικής στρατιωτικής, καθ' ήν πας πολεμιστής γενναίος ανδραγαθήσας εν τω πολέμω ήτο και αριστοκρατικός τιμαριούχος και πας τιμαριούχος ήτο στρατιωτικός άρχων του τιμαρίου, υποχρέωσιν κυριωτάτην έχων να εξοπλίση πάντας τους δυναμένους να φέρωσιν όπλα κατοίκους του τιμαρίου (ή σαντζακίου) αυτού άνδρας. Ήσαν δε τα τιμάρια ταύτα ουχί όπως τα ευρωπαϊκά φέουδα μεγάλαι κτήσεις δυνάμεναι να εξασθενώσι την δύναμιν του κράτους, αλλά μικρά, ως τα Νορμανδικά της Αγγλίας (σελ. 154), προωρισμένα να δώσωσι τω κράτει διοργάνωσιν ασφαλή στρατιωτικήν. Είναι δε χαρακτηριστικόν ως προς τον στρατιωτικόν χαρακτήρα του κράτους και τούτο, ότι παν τιμάριον ή διοίκησις εκαλείτο σανδζάκι ήτοι σημαία, ως αποτελούν διαίρεσιν απλώς στρατιωτικήν του κράτους. Δεύτερον το Οθωμανικόν κράτος δεν ιδρύθη εν χώραις, ουχί μωαμεθανικαίς, αλλά χριστιανικαίς. Η κοιτίς αυτού υπήρξεν η τότε πυκνότατον ελληνικόν πληθυσμόν έχουσα χώρα της Μικράς Ασίας, η Βιθυνία, αυτή η κοιτίς και εστία δηλονότι του τοσούτον προ μικρού ακμάζοντος Ελληνικού κράτους της Νικαίας. Πολλοί δε Έλληνες αρνησίθρησκοι ήσαν οι πρώτοι ήρωες του κράτους προσελκυόμενοι υπ' αμοιβών, τιμής και αξιωμάτων και τιμαρίων. Προς τούτοις, επειδή η κοιτίς του Οθωμανικού κράτους υπήρξε χώρα Ελληνική και οι πρώτοι πόλεμοι εγίνοντο κατά Χριστιανών, οι πόλεμοι ούτοι, όπως οι εν αρχή της διαδόσεως του Ισλάμ είχον χαρακτήρα θρησκευτικόν, ιερών πολέμων, μετά φανατισμού μεγάλου διεξαγόμενοι υπό των Τούρκων μαχητών και υπό των νεοφωτίστων Χριστιανών αρνησιθρήσκων. Σημειωτέον δε ότι οι Οθωμανοί ηύξησαν το κράτος αυτών εν αρχή μόνον διά χριστιανικών χωρών και διά πολέμων κατά Χριστιανών. Αφού εν Μικρά Ασία εκυρίευσαν την Ελληνικήν χώραν Βιθυνίαν, δεν εστράφησαν εναντίον των εν τη Μικρά Ασία μωαμεθανικών κρατών, αλλ' ετράπησαν ευθύς επί την Ευρώπην, μόνην βάσιν έχοντες εν Ασία την εγγύς της Κωνσταντινουπόλεως κειμένην Βιθυνίαν αφού δε εν Ευρώπη ηύξησαν και ενίσχυσαν το κράτος αυτών, τότε από της Ευρώπης ήρξαντο να στρατεύωσι κατά των εν Ασία μωαμεθανικών χωρών. Άπας δε ο μέγας στρατός ή το πλείστον του στρατού, δι' ού εξέτειναν το κράτος αυτών εν Ευρώπη, συνεκροτείτο από Χριστιανών γενομένων μωαμεθανών. Τούτο εγένετο ιδίως επί του Ουρχάν διά της συστάσεως του περιβοήτου τάγματος των γιανιτσάρων.
Ο Ουρχάν διωργάνωσε πολιτικώς και στρατιωτικώς τελειότερον το Οθωμανικόν κράτος, έχων άνδρας δύο βοηθούς εις το έργον τούτο, τον αδελφόν αυτού Αλαεδδίν, όν κατέστησε βεζίρην, και τον περίφημον Καρά-Χαλίλ Τσεντερελί, δι' ού διωργάνωσε τον στρατόν. Ο στρατός συνέκειτο από ελαφρού ιππικού των δρομέων (Ακινδζί) και από βαρέος ωπλισμένου ιππικού των τιμαριούχων (εσπαχί)· και το πεζικόν δε συνεκροτήθη εκ πολλών, νέων διάφορα ονόματα φερόντων στρατιωτικών συστημάτων, ών το σπουδαιότατον και φοβερώτατον υπήρξε το των Γενιτσέρων, ήτοι του νέου τάγματος.
Οι Γενίτσεροι εστρατολογούντο από χριστιανών διά του περιβοήτου στρατολογικού συστήματος του καλουμένου ελληνιστί «Παιδομαζώματος». Πάσα χώρα καταλαμβανομένη υπό των Οθωμανών έδει να δίδη εις τον στρατόν ωρισμένων αριθμόν παίδων χριστιανών, ανανεούμενον κατ' έτος. Οι παίδες ούτοι, έχοντες ηλικίαν 7-15 ετών, εγίνοντο φανατικοί μωαμεθανοί, ανατρεφόμενοι και ασκούμενοι ως φανατικοί στρατιώται του Ισλάμ ούτε γονείς έχοντες, ούτε οικογένειαν άτε μη νυμφευόμενοι, αλλά μόνην κατοικίαν γνωρίζοντες το στρατόπεδον, μόνην οικογένειαν το τάγμα αυτών και μόνον πατέρα τον Σουλτάνον. Είχον δε και πολλά προνόμια, εν οίς τα σπουδαιότατον ήτο ότι απετέλουν την σουλτανικήν φρουράν και εστράτευον μόνον μετά του Σουλτάνου, όστις ην υπόχρεως ένεκα τούτου να μετάσχη πάντοτε της στρατείας ως αρχιστράτηγος. Ο βίαιος τρόπος της εις τον Μωαμεθανισμόν προσαγωγής των χριστιανών παίδων, ο αντιβαίνων εις τας αρχάς του Κορανίου (σελ. 101), εδικαιολογήθη σοφιστικώς υπό του εισηγητού του συστήματος Καρά-Χαλίλ (= Μαύρου Χαλίλ), αποφαινομένου ότι πάντες οι άνθρωποι γεννώνται εν τω κόσμω δυνάμει Μουσλίμ ήτοι προωρισμένοι να ώσι μουσλίμ και ότι πας ανήλικος πρέπει να θεωρήται μουσλίμ ως μη γινώσκων έτι εκ της ηλικίας το πεπλανημένον της θρησκείας (της χριστιανικής), εις ήν ανήκει, και ότι μόνον εις τους ενήλικας χριστιανούς επιτρέπεται να εμμείνωσιν εν τη πλάνη. Διά του φοβερού συστήματος της από χριστιανών στρατολογίας των γενιτσάρων διπλή προσεγίνετο δύναμις και ωφέλεια υλική και ηθική εις το Οθωμανικόν κράτος· α') ηυξάνετο ο πληθυσμός ο μωαμεθανικός (εντεύθεν δε και ο οθωμανικός) κατ' ευθύν λόγον της ελαττώσεως του χριστιανικού, διηνεκώς και συστηματικώς αφαιμασσομένου χάριν των μωαμεθανών Οσμάνων, και ούτω, δεινόν ειπείν, συνεκροτείτο κράτος φοβερόν μωαμεθανικόν από των τέκνων των χριστιανών, κράτος Οθωμανικόν εξ Ελλήνων (186)·, β') η Ελλάς διά των ιδίων αυτής τέκνων, διά των ιδίων αυτής χειρών, εσπάρασσε τα σπλάγχνα αυτής χάριν του Ισλάμ και του Οθωμανικού κράτους (187). Διά τοιούτων δυνάμεων οι Οθωμανοί εν μέσω του Ελληνισμού και διά ζύμης Ελληνικής ιδρύσαντες και διοργανώσαντες το κράτος αυτών επί του Οσμάν και του Ουρχάν, ετράπησαν επί των διαδόχων τούτων εις την κατάκτησιν της Ευρωπαϊκής Ελληνικής χερσονήσου.
4. Οι διάδοχοι του Ουρχάν. Μουράτ (1361-1389) και Βαγιαζίτ (1389-1403), και οι σύγχρονοι Έλληνες βασιλείς Ιωάννης (1341-1391) και Μανουήλ Παλαιολόγοι.
Τον Ουρχάν διεδέξατο ο δευτερότοκος υιός αυτού Μουράτ, ή Αμουράτ Α' του πρωτοτόκου Σουλεϊμάν αποθανόντος προ του πατρός. Επί τούτου ραγδαίως οι Οθωμανοί από της Καλλιπόλεως ορμώμενοι εχώρησαν εις τα ένδον της Βυζαντινής Θράκης και κατέλαβον το αυτό έτος το οχυρόν φρούριον Διδυμότειχον, ευθύς δ' ύστερον την δευτέραν πόλιν του Ελληνικού κράτους Αδριανούπολιν, ήν και μετ' ολίγον κατέστησαν καθέδραν του εν Ευρώπη κράτους αυτών· εξέτειναν δε τας επιδρομάς αυτών ένθεν μεν μέχρι των προθύρων της Κωνσταντινουπόλεως, ένθεν δε μέχρι των υπωρειών του Αίμου, καταλαβόντες την Φιλιππούπολιν και πάσας τας πόλεις της βορείου Θράκης (τας υπό Ελλήνων ή Βουλγάρων κατεχομένας) και καταστήσαντες υποτελή (1366) τον Βασιλέα (της Βουλγαρίας)· εισέδυσαν δε και εις την Μακεδονίαν. Τα Ελληνικά στρατεύματα τα αντιτασσόμενα ταχέως διεσκορπίζοντο υπό των ακαθέκτων εν τη ορμή αυτών Οθωμανικών ταγμάτων, ιδίως των Γιανιτσάρων, και ουκ ολίγοι εκ των αρχηγών των στρατών και των φρουραρχών των φρουρίων ηυτομόλουν προς τον εχθρόν, αρνούμενοι και την πίστιν την πάτριον και την εθνότητα, γινόμενοι μωαμεθανοί και λαμβάνοντες τιμάς και αξιώματα. Το δε παιδομάζωμα επύκνου δεινώς τας φάλαγγας των μαχητών του Ισλάμ διά του άνθους του Ελληνικού έθνους.
Εν τοιαύτη καταστάσει πραγμάτων ο αυτοκράτωρ Ιωάννης ουδεμίαν πλέον δυνάμενος να έχη πεποίθησιν επί τας ιδίας δυνάμεις επεζήτει βοήθειαν έξωθεν. Προς τούτο τω 1367 επεχείρησεν επίπονον οδοιπορίαν εις την πρωτεύουσαν της Ουγγαρίας (Πέστην) ίνα εκλιπαρήση την βοήθειαν του βασιλέως αυτής Λουδοβίκου του Μεγάλου, άνευ ουδενός πρακτικού αποτελέσματος. Επανελθών δε εξ Ουγγαρίας μετέβη τω μεθεπομένω έτει εις Ρώμην και εν πάση επισημότητι και πομπή έδωκεν όρκον της πίστεως αυτού (18 Οκτωβρίου 1369) εν τη Εκκλησία του Αγίου Πέτρου σύμφωνον προς απαιτήσεις του Πάπα, κηρύσσων ούτω την ενώσιν των Εκκλησιών. Αλλά προς αμοιβήν ουδέν άλλο έλαβε παρά του Πάπα ή συστατικάς επιστολάς προς τους διαφόρους Ευρωπαίους ηγεμόνας, ών επεσκέψατο τας αυλάς, και παρ' ών κενάς υποσχέσεις μόνον επέτυχε. {271} Τέλος δε επανελθών τω 1370 μετά πολλάς περιπετείας και αποτυχίας (188) εις το κράτος αυτού κενός και άπρακτος, ηναγκάσθη να συνομολογήση ειρήνην (1370) προς τον Μουράτ, δι' ής υπισχνείτο να δίδη αυτώ ετήσιον φόρον υποτελείας.
Μετά την συνομολόγησιν της ειρήνης ταύτης ο Μουράτ εστράφη ησύχως προς κατάκτησιν πολλών χωρών της Μακεδονίας και Θεσσαλίας, αφαιρών ταύτας από των διαδόχων του Δουσσάν Σέρβων ηγεμόνων· εισήλασεν εις την Αλβανίαν, καταλαβών ενταύθα την περίφημον Κρόιαν· κατέστησεν υποτελή τον βασιλέα της Σερβίας Λάζαρον, αφήρεσε δε μετ' ολίγον την παρά τα όρια της Βουλγαρίας διατελούσαν Ελληνικήν πόλιν Σαρδικήν ή Σόφιαν (1382). Συγχρόνως δε ο Μουράτ εξέτεινε το κράτος αυτού και εν Ασία· διότι οι ενταύθα ηγεμόνες των άλλων μικρών τουρκικών κρατών, των εκ της καταλύσεως του Σελτζουκικού κράτους του Ικονίου παραχθέντων (σελ. 261), και μάλιστα ο της Καραμανίας, βλέποντες την εν Ευρώπη πρόοδον των Οθωμανών, συνησπίσθησαν εις κοινόν πόλεμον κατά του Μουράτ. Αλλ' ούτος ταχύς επελθών διέλυσε την σύστασιν και καθυπέταξε χώρας τινάς Τουρκικάς εν Μικρά Ασία (1386). Έκτοτε ο Μουράτ και οι διάδοχοι αυτού αναγκαζόμενοι να πολεμώσι και εν Ευρώπη κατά των Χριστιανών και εν Μικρά Ασία κατά Τούρκων ομοφύλων, επέτοντο διηνεκώς από της μιας ηπείρου εις την ετέραν, και το Οθωμανικόν κράτος ην, ούτως ειπείν, επί αιώνα στρατόπεδον αχανές εν διαρκεί κινήσει διατελούν και δίκην παλιρροίας και πλημμυρίδος κατακλύζον νυν μεν την εν Ευρώπη Ελληνικήν χερσόνησον, νυν δε την Μικράν Ασίαν. Προς τούτοις ο Μουράτ εν ταις διηνεκέσι ταύταις από Ευρώπης εις Ασίαν και τανάπαλιν στρατείαις ήρξατο εκτελών το αρχαίον ασιατικόν πολιτικόν σύστημα του εμπεδούν το κράτος διά μετοικεσιών των άπαξ υποτασσομένων χωρών. Και πολλούς μεν χριστιανούς κατοίκους της Θεσσαλίας, Ηπείρου, Αλβανίας και Μακεδονίας αναστάτους ποιών εκ της πατρίδος αυτών μετώκιζεν εις την Μικράν Ασίαν, πολλούς δε μωαμεθανούς των εν Ασία, ιδίως εν τω κράτει της Καραμανίας (ή τω νέω κράτει του Ικονίου) υποτασσομένους κατοίκους μετώκιζεν εις τας Ευρωπαϊκάς χώρας (τους λεγομένους Κονιάριδας ως εκ του Ικονίου του κράτους της Καραμανίας μετοικισθέντας, ών διατηρούνται ή διετηρούντο έτι απόγονοι εν Θεσσαλία μέχρι προ ολίγου). Τέλος ο Μουράτ εκυρίευσε τω 1386 και την Θεσσαλονίκην, ουδαμώς προσέχων εις την προς τον αυτοκράτορα Ιωάννην συνομολογηθείσαν συνθήκην του 1370. Τω αυτώ έτει (1386) οι Οθωμανοί εισβαλόντες εις την Βουλγαρίαν κατέλαβον πάσαν την χώραν μέχρι του Δανουβίου και συνέλαβεν αιχμάλωτον τον τελευταίον Βούλγαρον ηγεμόνα Σίσμαν. Εις τούτον ο Σουλτάνος κατέλιπε το κράτος αυτού ως υποτελές, κρατήσας εαυτώ μόνον το οχυρόν φρούριον Σιλίστριαν. Αλλ', ότε μετ' ολίγον απέστη εκ νέου ο Σίσμαν, πάσα η Βουλγαρία εγένετο επαρχία Οθωμανική (1388). Και εις μεν τον Σίσμαν εχαρίσατο ο Σουλτάνος την ζωήν, τον δε υιόν και διάδοχον αυτού, γενόμενον μωαμεθανόν, διώρισε διοικητήν της εν Μικρά Ασία Αμισού. Ούτως αδόξως και αισχρώς έληξε τα νέον Βουλγαρικόν κράτος και ο δυναστικός αυτού οίκος.
Η τοιαύτη προς τον Δανούβιον πρόοδος των Οθωμανών εμβαλούσα τρόμον εις τους παροικούντας χριστιανικούς λαούς, Σέρβους, Βοσνίους, Κροάτας, Βλάχους, Πολωνούς, Ούγγρους και Αλβανούς έτι, παρήγαγε μεγάλην εναντίον του Μουράτ σύστασιν. Αλλ' ο συνηνωμένος στρατός αυτών ηττήθη ολοσχερώς εν τη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389), ήτις θεωρείται ότι υπήρξε τάφος της ελευθερίας των νοτιοσλαυικών λαών. Εν τω Κοσσυφοπεδίω δε έπεσε και ο Μουράτ μικρόν μετά την μάχην (189).
Ο τον Μουράτ Α' διαδεξάμενος υιός αυτού Βαγιαζίτ, ο επικαλούμενος ένεκα της ορμητικότητος και οξύτητος αυτού Γιλδιρίμ ήτοι Κεραυνός, δεν επωφελήθη την μεγάλην νίκην όσον ηδύνατο να επωφεληθή αυτήν, άτε επειγόμενος να μεταβή εις Ασίαν. Διά τούτο ηρκέσθη απλώς να καταστήση αύθις υποτελή τον ηγεμόνα της Σερβίας λαβών παρ' αυτού όρκον πίστεως, τρεπόμενος δε νυν επί την Ασίαν, ένθα οι Τούρκοι ηγεμόνες είχον συνασπισθή αύθις εναντίον των Οθωμανών. Κατά την εις Ασίαν διάβασιν ο Βαγιαζίτ διελθών προ του Βυζαντίου ανενέωσε την προς τον εντός των τειχών του Βυζαντίου κεκλεισμένον αυτοκράτορα Ιωάννην συνθήκην της υποτελείας, καθιστώσαν υπόχρεων νυν επί πλέον τον αυτοκράτορα να συνοδεύη τω Σουλτάνω εν ταις τούτου στρατείαις μετά 12 χιλ. ανδρών, τους αυτούς έχων μετά του Σουλτάνου φίλους και εχθρούς. {273} Εν Ασία δε γενόμενος ο Σουλτάνος κατενίκησε ταχέως τους αντιστάντας κατ' αυτού Τούρκους ηγεμόνας, ών κατέλυσε νυν την αρχήν πλην του της Καραμανίας. Τα κράτη του Αϊδινίου, του Σαρουχάν (Μαγνησίας) και Μεντεσέ (Λυκίας και Καρίας) προσηρτήθησαν νυν εις το Οθωμανικόν κράτος, ως και το ήμισυ του κράτους της Καραμανίας. Ούτω πλέον του ημίσεος της μικράς Ασίας προσηρτήθη εις το Οθωμανικόν κράτος. Κατά την στρατείαν δε ταύτην εκυριεύθη εξ εφόδου υπό του Βαγιαζίτ η μόνη έτι εν Μικρά Ασία ελευθέρα μετά την Σμύρνην (190) μένουσα Ελληνική πόλις Φιλαδέλφεια, της εφόδου δε ταύτης μετέσχον, καθά λέγεται, κατά τραγικωτάτην των πραγμάτων περιπλοκήν και περιπέτειαν ο αυτοκράτωρ Ιωάννης και ο υιός και συμβασιλεύς αυτού Μανουήλ, συνοδεύσαντες τω Σουλτάνω κατά τας συνθήκας εν στρατιωτική υπηρεσία (1390).
Τω επομένω έτει (1391) αποθανόντος εν Κωνσταντινουπόλει του αυτοκράτορος Ιωάννου, ο υιός και συμβασιλεύς του πατρός υπ' αυτού του Βαγιαζίτ αναγνωρισθείς, αλλ' από της τελευταίας εν Ασία στρατείας του Σουλτάνου ως όμηρος εν Προύση κρατούμενος Μανουήλ, φυγών εντεύθεν εν αγνοία του Σουλτάνου ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν και ανέλαβε την κυβέρνησιν του κράτους. Ο Σουλτάνος οργισθείς επί τούτω απέκλεισεν επί 7 έτη διαρκώς την Κωνσταντινούπολιν διά στρατού επιτηρητικού. Μετ' ολίγον η αποστασία του ηγεμόνος της Καραμανίας ήγαγεν εκ νέου τον Σουλτάνον εις Ασίαν, ένθα κατέλυσεν ολοσχερώς το κράτος της Καραμανίας και προσήρτησεν αυτό εις το Οθωμανικόν κράτος. Επιστρέψας δε ο Σουλτάνος εις την Ευρώπην επεχείρει επιδρομάς εις την Βιθυνίαν και Ουγγαρίαν, καθίστα δε υποτελή τον ηγεμόνα της Βλαχίας. Τότε τέλος η χριστιανική Ευρώπη συγκινηθείσα επί τοις γενομένοις και τον ίδιον κίνδυνον εν τω ολέθρω του εν Ανατολή Χριστιανισμού διαβλέπουσα επεχείρησε σταυροφορίαν τινά ικανώς ισχυράν, ής μετέσχον πλείστοι Γάλλοι και Γερμανοί ευγενείς και ο βασιλεύς της Ουγγαρίας Σιγισμούνδος, Οι σταυροφόροι προυχώρησαν μέχρι Νικοπόλεως της Βουλγαρίας, καταλαβόντες άνευ αντιστάσεως πολλά φρούρια κατεχόμενα υπό των Οθωμανών εν Βλαχία και Βουλγαρία (ιδίως την Όρσοβαν και το Βιδίνιον). Αλλ' η παρά την Νικόπολιν φοβερά μάχη (22 Σεπτεμβρίου 1396), καθ' ήν ενίκων εν αρχή οι Σταυροφόροι, μετεβλήθη από νίκης εις ήτταν δεινήν. Πλείστοι των ευγενών Γάλλων και Γερμανών εφονεύθησαν ή ηχμαλωτίσθησαν απολυθέντες έπειτα (ως ο φιλέλλην Γάλλος ευπατρίδης Βουσικώ, ίδε κατωτέρω) επί βαρυτάτοις λύτροις. Αυτός ο βασιλεύς Σιγισμούνδος εσώθη μετά πολλών περιπετειών φυγών επί πλοίου διά του Δανουβίου εις τον Εύξεινον και εκείθεν διά του Βοσπόρου, Ελλησπόντου, Αιγαίου, Μεσογείου και Αδρίου επιστρέψας εις το κράτος αυτού.
Ο Βαγιαζίτ, αφού εκήρυξεν εις τον μωαμεθανικόν κόσμον πομπωδώς την κατά των χριστιανών λαμπράν νίκην, εστράφη αύθις κατά της Κωνσταντινουπόλεως, μεταβαλών τον μέχρι νυν αποκλεισμόν εις πολιορκίαν, απειλήσας την πόλιν και από θαλάσσης και πιέζων αυτήν διά λιμού δεινού. Αλλά τότε ο κατά το προηγούμενον έτος αιχμαλωτισθείς εν τη μάχη της Νικοπόλεως και είτα επί λύτροις ελευθερωθείς και εις Γαλλίαν επανελθών Γάλλος ευπατρίδης Βουσικώ καταρτίσας μικρόν στόλον και στρατόν δαπάναις του βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου ΣΤ' ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν, εξεδίωξε τα αποκλείοντα αυτήν τουρκικά πλοία, και αφού επεσίτισε την πόλιν, εν ή διήλθε τον χειμώνα του 1397-1398, έπεισε τον Μανουήλ ν' ακολουθήση αυτώ εις Ευρώπην προς επίκλησιν βοηθείας παρά των χριστιανών ηγεμόνων αυτής. {274} Ο Μανουήλ ανεχώρησε μετά του Βουσικώ από Κωνσταντινουπόλεως, και καταλιπών την συναποπλεύσασαν οικογένειαν αυτού εν Πελοποννήσω, μετέβη εις Ιταλίαν, και εκείθεν διά Βενετίας και Μεδιολάνου εις Γερμανίαν, Γαλλίαν και Αγγλίαν, πανταχού μεν παρά τοις χριστιανοίς ηγεμόσι τυγχάνων μεγάλων τιμών, αλλ' ουδεμίαν λαμβάνων πραγματικήν βοήθειαν, εωσού μετά 4-5 έτη μεγάλαι πραγμάτων εν Ανατολή μεταβολαί ανεκάλεσαν αυτόν ταχέως εις το κράτος αυτού.
Ο Σουλτάνος μετά την αναχώρησιν του Μανουήλ ανεγνώρισεν ως αυτοκράτορα εν Κωνσταντινουπόλει τον του Μανουήλ ανεψιόν (υιόν του Ανδρονίκου) Ιωάννην, λαβόντα την εξουσίαν ταύτην μυστική συναινέσει και του Μανουήλ, ίνα επιτροπεύση αυτόν κατά την εις Ευρώπην αποδημίαν. Ο Ιωάννης υπεβλήθη εις ταπεινωτικάς παραχωρήσεις προς τον Σουλτάνον συναινέσας εις την αύξησιν του μέχρι νυν τελουμένου χρηματικού φόρου και εις το να κτισθή νέον μωαμεθανικόν τέμενος εν Κωνσταντινουπόλει, έτι δε εις ίδρυσιν συνοικίας μωαμεθανικής εν αυτή αποτελούσης ίδιον προάστειον και εχούσης και καδήν ήτοι μωαμεθανόν δικαστήν ιδιαίτερον, δικάζοντα κατά το μωαμεθανικόν δίκαιον τας μεταξύ των μωαμεθανών δίκας. Μετά ταύτα ο Σουλτάνος έπεμψε στρατόν εις την Μικράν Ασίαν, όστις κατέλαβε πάσας τας μέχρι Ευφράτου μη υποταχθείσας έτι εις το Οθωμανικόν κράτος χώρας, συγχρόνως δε εισέβαλεν αυτός μετά στρατού εις τας κυρίως Ελληνικάς χώρας. Κατά την στρατείαν ταύτην, αφού αι κυριώταται πόλεις της Θεσσαλίας κατελήφθησαν υπό του Σουλτάνου, ο Οθωμανικός στρατός κατέλαβεν αμαχητί την Λαμίαν και την Φθιώτιδα, διαβάς δε ακωλύτως τα στενά των Θερμοπυλών εκυρίευσε την Λοκρίδα και Δωρίδα και Βοιωτίαν και Αττικήν μετά των Αθηνών (191), της πόλεως των Φιλοσόφων, ως αποκαλούσιν αυτήν οι Οθωμανοί χρονογράφοι.
Από της Ανατολικής Ελλάδος ο Σουλτάνος (192) έπεμψε στρατόν υπό τους στρατηγούς αυτού Ιακούπ και τον εξ Ελλήνων καταγόμενον Εβρενόν εις την Πελοπόννησον (193), οίτινες διέδραμον την χερσόνησον από βορρά προς νότον λεηλατούντες αυτήν, κατέλαβον δε το Άργος και ελεηλάτησαν αυτό. Τότε δε πλήθος των αιχμαλώτων κατοίκων της κυρίως Ελλάδος (30 περίπου χιλιάδες ψυχών) μετωκίσθησαν βία, ήχθησαν δε αντί τούτων εις τας Ελληνικάς χώρας Τούρκοι εξ Ασίας κατά το σύστημα το εγκαινισθέν υπό του Μουράτ (σ. 271-272). Αλλ' αι Οθωμανικαί αύται εις τας κυρίως Ελληνικάς χώρας επιδρομαί δεν επήνεγκον την τούτων οριστικήν εις το Οθωμανικόν κράτος προσάρτησιν. Διότι ακριβώς κατά τους χρόνους τούτους, ότε το Ελληνικόν κράτος είχε περιορισθή κυρίως σχεδόν μόνον εις την Κωνσταντινούπολιν και εφαίνετο επικειμένη η οριστική πτώσις αυτού, πάσα δε η χριστιανική Ανατολή από του Αδρίου μέχρι του Ευφράτου είχε περιέλθει εις το κράτος του Βαγιαζίτ, ενέσκηψεν εξ ανατολών θύελλα δεινή εναντίον του Οθωμανικού κράτους κατακρημνίσασα τον Βαγιαζίτ από του ύψους της δυνάμεως αυτού και απειλήσασα τον όλεθρον του Οθωμανικού κράτους, δούσα δε εις το Ελληνικόν κράτος καιρόν ν' αναπνεύση επί μικρόν ελευθέρως και να παρατείνη επί ήμισυν έτι αιώνα τον βίον αυτού. Η θύελλα αύτη προήλθεν εκ του εν Ασία συγκροτηθέντος αχανούς Ταταρομογγολικού κράτους και νέου ιδρυτού αυτού του περιβοήτου Τιμουρλέγκ ή, ως καλείται συνήθως, Ταμερλάνου.
5. Ταμερλάνος (194) και Βαγιαζίτ.
Είδομεν ότι εκ του αχανούς κράτους του Δζεγγίς-χαν και των πρώτων διαδόχων αυτού, διαλυθέντος περί τα τέλη του 13 αιώνος, παρήχθησαν διάφορα κράτη, ών το προς ανατολάς του Ώξου εν ταις Τουρκοπερσικαίς χώραις της Μέσης Ασίας ωνομάσθη Τσαγατάι (σελ. 259). Και το κράτος δε τούτο υποκείμενον εις ίδιον μέγαν χάνον εκ του οίκου του Δζεγγίς-χαν και δη από του υιού αυτού Τσαγατάι καταγόμενον, συνέκειτο εκ πολλών κατ' ουσίαν ελευθέρων, κατ' όνομα μόνον τον μέγαν χάνον αναγνωριζόντων, Μογγόλων ή Τατάρων ηγεμόνων. Ενός των ηγεμόνων τούτων υιός ην ο Τιμούρ, καταγόμενος πατρόθεν εκ γένους επιφανούς, μητρόθεν δε συγγενεύων προς αυτόν τον οίκον του Δζεγγίς-χαν. Γεννηθείς τω 1333 και ανατραφείς εν τη μωαμεθανική πίστει, ήν είχον δεχθή οι Μογγόλοι και οι Τάταροι του Τσαγατάι (σελ. 259), ών δε φύσει ανήρ αρχικός και πολεμικός, κατώρθωσε ταχέως, από του 12 έτους της ηλικίας εν πεδίοις μαχών αγωνιζόμενος και διακρινόμενος και από δυνάμεως και εξουσίας εις δύναμιν και εξουσίαν ανερχόμενος, εν μέσω πολλών περιπετειών και κινδύνων και καταδιώξεων, να καταστή κύριος πραγματικός του κράτους Τσαγατάι, καταλιπών μεν την κατ' όνομα εξουσίαν εις Χάνον εκ του οίκου του Δζεγγίς-χαν, ών δε αυτός πράγματι κυβερνήτης και άρχων του κράτους. Αλλ' η αρχή του μεγάλου τούτου κράτους, εν τη πολεμική και τη κατακτητική ορμή του Ταμερλάνου, εγένετο απλώς αφετηρία της κυριαρχίας της Ασίας, ής ωρέγετο κατά το παράδειγμα του Δζεγγίς-χαν. {277} Εντεύθεν διά πολέμων ακαταπαύστων και αιματηρών και τροπαίων αιματηροτάτων (195) εξέτεινε το κράτος κατά πάσας τας διευθύνσεις, υποτάξας πάσαν την Μέσην Ασίαν, την Ινδικήν πάσαν μέχρι του Γάγγου, πάσας τας Ιρανικάς χώρας από του Περσικού κόλπου μέχρι του Καυκάσου, την Σιβηρίαν και την Ευρωπαϊκήν Ρωσίαν μέχρι Μόσχας, απέσπασε δε και την Μεσοποταμίαν και Συρίαν από των Μαμελούκων της Αιγύπτου καταλαβών το Χαλέπιον και την Δαμασκόν. Ούτω δε γενόμενος κύριος του κόσμου, ως εκάλει εαυτόν (196), ώφθη και εν τοις ορίοις του Οθωμανικού κράτους κατά τον χρόνον αυτόν της μεγάλης δυνάμεως του Βαγιαζίτ. Ο Βαγιαζίτ είχε μείνει ο μόνος μη προσβληθείς έτι υπό του Ταμερλάνου μωαμεθανός ηγεμών. Η σύγκρουσις λοιπόν μεταξύ των δύο ηγεμόνων του μωαμεθανικού κόσμου ήτο και εκ γενικών λόγων αναπόφευκτος· επετάχυνον δε αυτήν και ιδιαίτερα γεγονότα. Οι υπό του Βαγιαζίτ εκβληθέντες Τούρκοι ηγεμόνες των διαφόρων χωρών της Μικράς Ασίας (σελ. 273) κατέφυγον εις τον Ταμερλάνον ζητούντες την προστασίαν αυτού, ενώ άλλοι μωαμεθανοί ηγεμόνες των υπό του Ταμερλάνου εν Αρμενία και Μεσοποταμία και Συρία καταληφθεισών χωρών κατέφυγον εις το κράτος του Βαγιαζίτ. Τέλος την προστασίαν του Τιμούρ εξητήσατο και ο Έλλην αυτοκράτωρ της Κωνσταντινουπόλεως και άλλοι χριστιανοί υπό του Βαγιαζίτ πιεζόμενοι ηγεμόνες δι' ικετικών πρεσβειών πεμπομένων εις την σκηνήν αυτού. Αφού δε ο Ταμερλάνος δεν κατώρθωσε διά διαπραγματεύσεων και συμβουλών και απειλών να πείση τον Βαγιαζίτ ν' αποδώση τοις υπ' αυτού εκβληθείσιν ηγεμόσι τας κτήσεις αυτών και έλαβεν απάντησιν ειρωνικήν εις την απευθυνθείσαν αυτώ μεστήν μεγάλου κόμπου και απειλών φοβερών επιστολήν του Τιμούρ, ώρμησεν επί την Μικράν Ασίαν. Οκτακοσίας χιλιάδας ποικιλωνύμων βαρβάρων ήγε μεθ' εαυτού ο Ταμερλάνος εναντίον του Βαγιαζίτ αντιτάσσοντος αυτώ 350 χιλιάδας μαχητών, εν οίς ήσαν και ουκ ολίγοι χριστιανοί, ιδίως Σέρβοι, ών ο βασιλεύς Στέφανος ηκολούθει τω Σουλτάνω ως υποτελής αυτού. Εν τη μεγάλη μάχη τη συγκροτηθείση μεταξύ των δύο στρατών και των δύο ηγεμόνων εν Αγκύρα της Γαλατίας (28 Ιουνίου ή 20 Ιουλίου 1402) ηττήθη κατά κράτος ο Βαγιαζίτ και συνελήφθη αιχμάλωτος. Ο Ταμερλάνος μετά την νίκην έπεμψε τους στρατούς αυτού υπό διαφόρους αρχηγούς κατά πάσαν διεύθυνσιν προς τας διαφόρους χώρας της Μικράς Ασίας, αυτός δε επήλθε διά Κοτυαίου εναντίον της υπό των Ροδίων ιπποτών κατεχομένης Σμύρνης (σημ. 190).
Η πόλις αύτη μετά βραχυχρόνιον πολιορκίαν εκυριεύθη υπό του Ταμερλάνου και υπέστη τα πάνδεινα. Εντεύθεν δε ο Ταμερλάνος διά των αρχαίων χωρών της Ιωνίας (Λυδίας και Καρίας) επέστρεψεν εις το Ικόνιον, άγων μεθ' εαυτού αιχμάλωτον τον Βαγιαζίτ, θανόντα εν τη αιχμαλωσία ταύτη (1403). Ο Ταμερλάνος ευρισκόμενος έτι εν Κοτυαίω εδέξατο πρεσβείας των εν τη Ελληνική χερσονήσω χριστιανών ηγεμόνων και αυτού του εξ Αγγλίας επανελθόντος αυτοκράτορος Μανουήλ προσενεγκόντος αυτώ τον φόρον της υποτελείας. Αυτοί οι Μαμελούκοι της Αιγύπτου έπεμψαν αυτώ φόρον χρηματικόν συγκείμενον εκ νομισμάτων φερόντων, προς ένδειξιν υποταγής, το όνομα του Τιμούρ.
Η διά της Μικράς Ασίας διάβασις του Ταμερλάνου μετά των αγρίων αυτού στιφών επήνεγκε φοβερωτάτας εν τη χώρα ταύτη καταστροφάς. Ουδέποτε η Ελληνική αύτη χερσόνησος έπαθε τοιαύτην καταστροφήν και ερήμωσιν, οίαν υπό του Ταμερλάνου. Τότε δε ακριβώς εξηφανίσθησαν από του προσώπου της γης τοσαύται μεγάλαι και ευδαίμονες πόλεις, Νίκαια, Έφεσος, Κολοφών, Σάρδεις και τοσαύται άλλαι εστίαι του Ελληνικού πολιτισμού.
Αλλ' η όλη εμφάνισις του Ταμερλάνου εν Μικρά Ασία, η πληρώσασα θορύβου και πατάγου την Ελληνικήν Ανατολήν και επενεγκούσα την ερήμωσιν και την βαρβαρότητα πανταχού, όπου επάτησεν ο πους του μεγάλου κατακτητού, ήτο απλή, βιαιοτάτη μεν, αλλά πάντοτε παροδική θύελλα, πολλάς μεν επενεγκούσα καταστροφάς, αλλ' ουδεμίαν ριζικήν μεταβολήν των πραγμάτων, ουδέν δημιουργήσασα νέον και μόνιμον καθεστώς. Άλλως τε αυτός ο Ταμερλάνος ουδαμώς διενοείτο να δημιουργήση τι νέον εν τη Ελληνική Ανατολή προς ουδεμίαν αποβλέπων ενταύθα ιδέαν πολιτικήν. Το βλέμμα αυτού ήν εστραμμένον προς την εσχάτην Ασίαν, εις την Κίναν, ένθα είχεν ανατραπή υπό Σινών (1350) η προ ενός αιώνος καταλαβούσα το κράτος τούτο Μογγολική δυναστεία του Δζεγγίς-χαν. Εν Μικρά Ασία ουδέν άλλο εζήτει ο Ταμερλάνος ή την τιμωρίαν του Βαγιαζίτ και την αποκατάστασιν των υπό τούτου εκβληθέντων Τούρκων δυναστών της χώρας ταύτης. Διά τούτο, αφού επετέλεσεν αμφότερα ταύτα και αφίκετο εις την εσχάτην δυσμικήν άκραν της Μικράς Ασίας (εις την Σμύρνην), ταχύς επέστρεψεν εις το κέντρον του κράτους αυτού, εις Σαμαρκάνδην, οπόθεν στρατεύων εναντίον της Κίνας απέθανε νοσήσας καθ' οδόν εν Οτράρ της Μέσης Ασίας (1405) πριν ή αφίκηται εις τα όρια της Κίνας.
Το μόνον θετικόν πολιτικόν αποτέλεσμα της εμφανίσεως του Τιμούρ εν ταις Ελληνικαίς χώραις ήτο η ήττα του Βαγιαζίτ, η παροδική παράλυσις και αποσύνθεσις του Οθωμανικού κράτους, η εν τοις κράτεσιν αυτών εγκατάστασις των εκ Μικράς Ασίας εκβληθέντων Τούρκων δυναστών και η κατ' ακολουθίαν πάντων τούτων επί ήμισυν αιώνα, κατά τα άνωθι ειρημένα, παράτασις του αγωνιώδους βίου του Ελληνικού κράτους.
6. Το Οθωμανικόν κράτος μετά την αιχμαλωσίαν και τον θάνατον του Βαγιαζίτ
Μετά την αιχμαλωσίαν του Βαγιαζίτ εκ των υιών αυτού ο Σουλεϊμάν, ο Μουσάς και ο Μωάμεθ, διασωθέντες εκ της καταστροφής της Αγκύρας, ίδρυσαν διάφορα κράτη εν Ασία και εν Ευρώπη (Προύση, Αμασεία και Αδριανουπόλει), αναγνωρίσαντα πάντα την κυριαρχίαν του Τιμούρ, ενόσω ούτος έμενεν εν Μικρά Ασία. Τα κράτη ταύτα επί τινα χρόνον διετέλεσαν εις πολέμους προς άλληλα, εωσού είς των αδελφών, ο Μωάμεθ, ο και νεώτατος, υπέταξε πάντα υπό την αρχήν αυτού και ήνωσεν αύθις το Οθωμανικόν κράτος (1413 μ. Χ.). Εκ των εμφυλίων τούτων πολέμων έπαθε μεν το Ελληνικόν κράτος ζημίας, διότι οι πόλεμοι διεξήγοντο εγγύς της Κωνσταντινουπόλεως και μάχαι συνεκροτούντο περί αυτήν, το δε Ελληνικόν κράτος ην μεν υπόχρεων να συμμαχή προς τούτον ή εκείνον των προς αλλήλους πολεμούντων αδελφών, αλλά και ωφελείτο ακριβώς εκ της συμμαχίας ταύτης. Μετά τον θάνατον του Βαγιαζίτ (1403) εκ των υιών αυτού ο μεν Σουλεϊμάν κατέλαβε τας εν Ευρώπη χώρας, έχων πρωτεύουσαν την Αδριανούπολιν, ο δε Μωάμεθ τας Ασιατικάς, πρωτεύουσαν έχων την Προύσαν. {280} Εν τοις πολέμοις των δύο τούτων αδελφών ο Μανουήλ συνεμάχησεν (ως και ο βασιλεύς των Σέρβων) μετά του Σουλεϊμάν, λαβών ως αντάλλαγμα της συμμαχίας την Θεσσαλονίκην και άλλας πόλεις παρά τον Στρυμόνα και πάσας τας κατά τας δυτικάς ακτάς του Ευξείνου μέχρι Βάρνης πόλεις. Αφού δε ο εις την Ευρώπην υπό του αδελφού αυτού Μωάμεθ πεμφθείς Μουσάς κατέβαλε τον Σουλεϊμάν (1410) και είτα απέστη από του Μωάμεθ, ο Μανουήλ συνεμάχησε μετά του Μωάμεθ. Κατά τον νέον τούτον μεταξύ Μωάμεθ και Μουσά εμφύλιον πόλεμον πολεμικά πλοία Ελληνικά μετήγον τον στρατόν του Μωάμεθ από Ασίας εις Ευρώπην, ενώ ο Μουσάς επολιόρκει την Κωνσταντινούπολιν κατά γην και κατά θάλασσαν καταστρέφων τας περί αυτήν πόλεις. Τότε δ' ακριβώς ο Ελληνικός στόλος κατενίκησε τον στόλον του Μουσά και παρέσχε σημαντικάς βοηθείας εις τον Μωάμεθ, όστις πάλιν έσπευσε μετά στρατού εις βοήθειαν της υπό του Μουσά κινδυνευούσης Κωνσταντινουπόλεως. Ο Μωάμεθ ηττήθη υπό του Μουσά και μόλις διεσώθη εις την Μικράν Ασίαν επί πλοίων Ελληνικών (1411). Αλλά τότε συνήγαγεν εξ Ασίας νέας δυνάμεις μεγάλας, άς Ελληνικά πλοία διεπεραίωσαν εις την Ευρώπην (1412). Μετά του στρατού δε τούτου κατέβαλεν επί τέλους τον Μουσάν (1413), όστις συλληφθείς αιχμάλωτος εστραγγαλίσθη κατά διαταγήν του Μωάμεθ. Ούτος γενόμενος νυν κύριος του όλου κράτους (1413) έμεινε μέχρι τέλους πιστός εις τον Μανουήλ τιμών αυτόν ως πατέρα, έδωκε δ' αυτώ και πολλάς υπό του Μουσά κυριευθείσας παρά την Προποντίδα, τον Εύξεινον Πόντον και εν Θεσσαλία πόλεις. Ο Μωάμεθ Α' ετελεύτησε τω 1421 πεσών από του ίππου έν τινι θήρα, μόλις το 30 άγων της ηλικίας έτος. Μετ' ολίγα έτη (1424) απεχώρησε και ο Μανουήλ εις την μονήν του Παντοκράτορος, καταλιπών την αρχήν εις τον πρεσβύτατον των υιών αυτού και συμβασιλέα Ιωάννην Η'.
7. Μουράτ Β' (1421-1452) και Ιωάννης Η' (1424-1449).
Αι μεταξύ του Μανουήλ Β' και του Μωάμεθ Α' αγαθαί σχέσεις δεν διετηρήθησαν μετά τον θάνατον του Σουλτάνου τούτου επί του πρωτοτόκου υιού και διαδόχου αυτού Μουράτ Β'. Ο σουλτάνος Μωάμεθ Α' προ του θανάτου αυτού είχεν εξορκίσει τον Μανουήλ ίνα μετά τον θάνατον αυτού απαιτήση παρά του Μουράτ την εις Κωνσταντινούπολιν αποστολήν των δύο νεωτέρων του Σουλτάνου (Μωάμεθ) υιών, τούτο δε είχε παραγγείλει και εις τους βεζίρας αυτού. Αλλ' ο Μουράτ Β' δεν εξεπλήρωσε την πατρικήν διαθήκην. Τότε ο Μανουήλ και ο Ιωάννης υπεστήριξαν εναντίον του Μουράτ Μουσταφάν τινα λεγόμενον υιόν του Βαγιαζίτ. Ο δε Μουράτ, αφού κατέβαλε τον Μουσταφάν, ετράπη εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως ζώντος έτι του Μανουήλ και επολιόρκησε ταύτην (10 Ιουνίου 1422). Η πολιορκία αύτη, καθ' ήν οι Οθωμανοί εποιήσαντο χρήσιν το πρώτον εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως και πυροβολικού (197), διήρκεσε 42 ημέρας. Η τη 22 Αυγούστου γενομένη εναντίον των τειχών έφοδος απεκρούσθη υπό των Ελλήνων, γενναιότατα αμυναμένων επί των επάλξεων του κλήρου και του λαού. Μετά την αποτυχίαν της εφόδου ήρεν ο Μουράτ την πολιορκίαν, και αφείς επί μικρόν ησύχους τους Έλληνας ετράπη επί τους εν Ασία υπό του Ταμερλάνου αποκατασταθέντας εις τα κράτη αυτών Τούρκους δυνάστας.
Αφού δε επανήλθεν εις Ευρώπην τω 1423 επεχείρησε στρατείαν εις την Πελοπόννησον, πέμψας αυτόσε τον στρατηγόν αυτού Τουραχάν, δεινάς επενεγκόντα εν τη χερσονήσω ταύτη καταστροφάς εις τους Έλληνας, ών εξηνδραπόδισε και απήγαγε μεθ' εαυτού εξακισχιλίους.
Τω επομένω έτει εξηγόρασε την ειρήνην ο Ιωάννης εκχωρήσας αύθις τω Οθωμανικώ κράτει πολλάς των υπό του Σουλεϊμάν και του Μωάμεθ Α' αποδοθεισών εις το Ελληνικόν κράτος Ελληνικών πόλεων. Αλλ' ατυχώς η ειρήνη αύτη δεν εκώλυσε την καταστροφήν άλλης μεγάλης πόλεως Ελληνικής, της Θεσσαλονίκης. Η πόλις αύτη, η δοθείσα υπό του σουλτάνου Σουλεϊμάν (σελ. 280) εις το Ελληνικόν κράτος επί του Μανουήλ, διοικουμένη υπό του Ανδρονίκου Παλαιολόγου ως ιδία ηγεμονία, επωλήθη υπό τούτου εις τους Βενετούς τω 1424 αντί 50 χιλιάδων δουκάτων (198). Επί τούτω ο Σουλτάνος ωργίσθη σφόδρα, μη αναγνωρίζων τοις Βενετοίς το δικαίωμα του αγοράζειν πόλιν υπό των πατέρων αυτού τοις Έλλησι δωρηθείσαν και μετά τινα έτη (τω 1430) επελθών επολιόρκει την Θεσσαλονίκην και κυριεύσας αυτήν εξ εφόδου παρέδωκεν εις σφαγήν και λεηλασίαν (199). Μετά την άλωσιν της Θεσσαλονίκης μετά φόβου ησθάνοντο νυν οι Έλληνες τον αυτόν κίνδυνον επικείμενον τη Κωνσταντινουπόλει. Και όμως ο Μουράτ Β', ο προ 8 ετών αποτυχών εν τη κατά της πόλεως ταύτης επιχειρήσει, δεν εβουλεύτο να επαναλάβη νυν ομοίαν επιχείρησιν. Δύο ήρωες φανέντες νυν εν τη σκηνή της ιστορίας επέσχον την ορμητικήν πορείαν του Μουράτ Β' μέχρι τέλους της ζωής αυτού. Ήσαν δ' ούτοι ο Ούγγρος Ιωάννης Ουνιάδης (200) και ο Ελληναλβανός Γεώργιος Καστριώτης ή Σκενδέρβεης (201). Και ο μεν Σουλτάνος, όστις τω 1431 επί τη ευκαιρία του θανάτου του Καρόλου Τόκκου, Φράγκου ηγεμόνος της Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, έχοντος και την προσωνυμίαν του δουκός των Ιωαννίνων, προσήρτησε την Ελληνικήν ταύτην πόλιν εις το κράτος αυτού, περισπώμενος νυν υπό των Ουγγρικών πολέμων κατέλιπεν ησυχίαν τινά εις τον αυτοκράτορα Ιωάννην Η'. {283} Ταύτην επωφελούμενος ο αυτοκράτωρ μετέβη τω 1437 εις την Ιταλίαν μετά του πατριάρχου Ιωσήφ και άλλων επιφανών κληρικών και λαϊκών, ίνα παραστή εις την εν Φλωρεντία υπό του πάπα Ευγενίου Δ' συγκληθείσαν σύνοδον προς ένωσιν των Εκκλησιών. Η ένωσις αύτη απητείτο υπό του Πάπα και προσεφέρετο υπό του αυτοκράτορος ως αντάλλαγμα της βοηθείας, ήν έμελλον οι ηγεμόνες της Δύσεως, προτροπή του Πάπα, να πέμψωσιν εις την κινδυνεύουσαν Κωνσταντινούπολιν. Και τυπικώς μεν ετελέσθη η ένωσις αύτη υπογραφείσα υπό του αυτοκράτορος και του πατριάρχου, τελευτήσαντος εν Ρώμη, αλλά μετά την επάνοδον του αυτοκράτορος πλείστοι επιφανείς κληρικοί και λαϊκοί και οι πατριάρχαι των τεσσάρων άλλων πατριαρχείων και ο πολύς λαός διεμαρτύροντο κατ' αυτής, ψευδοσύνοδον καλούντες την γενομένην σύνοδον. Ούτω δε η κατά τύπον απλώς τελεσθείσα ένωσις αντί να επενέγκη την ένωσιν της όλης Εκκλησίας εκινδύνευε να επενέγκη σχίσμα εν αυτή τη Ανατολική Εκκλησία μεταξύ των καλουμένων Ενωτικών και των Ανθενωτικών. Ουχ ήττον εν τοις μετά την σύνοδον χρόνοις τα πράγματα εφαίνοντο καταλληλότατα, τω Πάπα προς επιχείρησιν σταυροφορίας.
Ο Ουνιάδης μετά τινας επιτυχείς τε και ατυχείς προς τον Σουλτάνον πολέμους είχεν επιχειρήσει τω 1443 την λεγομένην μακράν στρατείαν, καθ' ήν εντός πέντε μηνών προήλασεν από Πέστης μέχρι του Αίμου, λαμπράς νικήσας νίκας εναντίον των Τούρκων. Ο Σουλτάνος καταπονηθείς υπό των διηνεκών στρατειών και καμφθείς υπό των ατυχιών έστερξεν ειρήνην περιορίζουσαν εν Ευρώπη το κράτος αυτού εις τας εντεύθεν του Αίμου χώρας. Αλλά τότε η παπική αυλή εκίνησε πάντα λίθον ίνα ακυρωθή η ειρήνη διά νέας στρατείας ή σταυροφορίας γενομένης υπό του βασιλέως των Ούγγρων Λαδισλάου Δ' ής μετέσχον και πολλοί μικροί ηγεμόνες άλλων ευρωπαϊκών κρατών. Αλλ' η νέα αύτη στρατεία, καθ' ήν Βενετοί και Γενουαίοι απιστήσαντες προς τας γενομένας προς τους χριστιανούς συμφωνίας διά του στόλου, όν έπεμψαν εις τον Βόσπορον ίνα μεταβιβάσωσι τον σταυροφορικόν στρατόν εις την Ασίαν, διεβίβασαν, επί αδροτάτοις πορθμείοις εις την Ευρώπην τον στρατόν του Σουλτάνου, απέληξεν εις την φοβεράν παρά την Βάρναν καταστροφήν των Σταυροφόρων (1444), καθ' ήν έπεσεν ηρωικώς ο βασιλεύς Λαδίσλαος. Αλλ' ο Σουλτάνος και μετά την νίκην δεν επήλθε κατά της Κωνσταντινουπόλεως, περισπώμενος νυν υπό του ήρωος Σκενδέρμπεη. Τρεις στρατείαι μετά μεγάλων στρατών γενόμεναι εναντίον του Σκενδέρμπεη, του αμυνομένου εν τοις όρεσι της Αλβανίας εναντίον των Τούρκων απέτυχον οικτρώς, απερρίφθησαν δε πάσαι αι του Σουλτάνου προτάσεις περί αναγνωρίσεως του Αλβανού ήρωος ως υποτελούς τω Σουλτάνω ηγεμόνος της Αλβανίας. Μικρόν μετά την αποτυχίαν της τρίτης στρατείας ετελεύτησεν ο Σουλτάνος τω 1451, δύο δ' έτη πρότερον είχε τελευτήσει εν Κωνσταντινουπόλει ο αυτοκράτωρ Ιωάννης Η'. Διάδοχος του αυτοκράτορος Ιωάννου μη καταλιπόντος υιόν εγένετο επινεύσει του Σουλτάνου ο αμέσως νεώτερος αδελφός αυτού Κωνσταντίνος, ο τέως ως δεσπότης άρχων των εν Πελοποννήσω Ελληνικών κτήσεων, όστις κατέλιπε νυν τας κτήσεις ταύτας εις τους αδελφούς αυτού Θωμάν και Δημήτριον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ'.
Ο ΑΥΤΟΚΡΑΤΩΡ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΙΑ' (1449-1453) Ο ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΟΥΛΤΑΝΟΣ ΜΩΑΜΕΘ Β' (1451-1480)
1. Πολιορκία και άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως. Κατάλυσις οριστική του Ελληνικού κράτους.
Η επί του Ιωάννου Η' και του Μουράτ Β' αμφίβολος μεταξύ των δύο κρατών κατάστασις έλαβεν οριστικήν εξέλιξιν και το μοιραίον αυτής τέλος επί των διαδόχων αυτών, του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΒ' και του Σουλτάνου Μωάμεθ Β'. Ο νέος Σουλτάνος, καίπερ νεαρώτατος την ηλικίαν (202), οξύς ών την φύσιν και ιταμός τον χαρακτήρα ενεφορείτο ακαθέκτου ορμής προς ενέργειαν και επιτυχίαν, κατεχόμενος ιδίως υπό φλογεράς επιθυμίας και πόθου να καταλάβη την Κωνσταντινούπολιν, προ ουδενός δ' υποχωρών άλλοθεν παρεμβαλλομένου κωλύματος ή αντιπερισπασμού. Εξ άλλου ο Κωνσταντίνος έχων βαθείαν και τελείαν συνείδησιν της θέσεως εαυτού και του κράτους, ων αξιοπρεπής τον χαρακτήρα, ηρωικός το φρόνημα, γενναίος την ψυχήν και την καρδίαν, ευσεβής προς τον Θεόν και μεγάθυμος προς τους υπηκόους, υπερέχων εν πάσι τούτοις πάντων των εκ του οίκου των Παλαιολόγων αυτοκρατόρων, ευθύς εξ αρχής της βασιλείας αυτού προς ένα μόνον απέβλεπε σκοπόν, να βασιλεύση εντίμως και αξιοπρεπώς, μη κατορθών δε τούτο να πέση εντίμως και ενδόξως, ουχί δε να παρατείνη διά ταπεινώσεων διηνεκών αρχήν και κράτος άδοξον και ταπεινόν. Εννοείται ότι μεταξύ ηγεμόνων τοιούτων, ών ο μεν εφαίνετο φύσει πεποιημένος ίνα καταστρέφη, ο δε εκ φύσεως και εκ του ήθους του χαρακτήρος αυτού προωρισμένος να πέση και καταστραφή ενδόξως, δεν ηδύνατο να υπάρχη μακρά ειρήνη και συνεννόησις. Και ο μεν Σουλτάνος μεθ' όλην την ειρηνικότητα και διαλλακτικότητα, ήν κατά τας πρώτας ημέρας της βασιλείας αυτού έδειξεν, εδράξατο της πρώτης αφορμής ίνα φανή απηνής πολέμιος, ο δε αυτοκράτωρ ευθύς εξ αρχής έδειξε προς τον νέον Σουλτάνον, ότι εις ουδέν ηδύνατο να υποχωρήση αυτώ άπαδον προς την τιμήν, την αξιοπρέπειαν και το καθήκον.
Και ο μεν Σουλτάνος από της αρχής της βασιλείας αυτού εφρόντιζε διηνεκώς περί της αναγκαίας προς κατάληψιν της Κωνσταντινουπόλεως παντοίας παρασκευής· ο δε βασιλεύς Κωνσταντίνος ενδελεχώς εφρόντιζε και ούτος περί παρασκευής αμύνης κρατεράς επισκευάζων τα τείχη και τα οχυρώματα, περί προμηθείας σίτου επαρκούς εν καιρώ της πολιορκίας, πέμπων τα πλοία εις το Αιγαίον προς προμήθειαν τροφών, ενισχύων τον μικρόν αυτού στόλον εκ των ενόντων, διαπραγματευόμενοι δε και προς τον Πάπαν και προς τους ευρωπαίους ηγεμόνας περί αποστολής βοηθείας και προσελκύων διά των ιδίων ενεργειών φιλέλληνας εθελοντάς μαχητάς εκ διαφόρων χωρών της Ευρώπης.
Ο Σουλτάνος ήρξατο τω 1452 αποτόμως να μετέρχηται εχθρικήν και προκλητικήν πολιτικήν κτίζων φρούρια επί της ευρωπαϊκής όχθης του Βοσπόρου εν τω στενωτάτω μέρει του πορθμού τούτου (το νυν έτι καλούμενον Ρούμελη-χισσάρ = Ευρωπαϊκόν φρούριον απέναντι του υπό του Βαγιαζίτ Α' επί της Ασιατικής όχθης εκτισμένου φρουρίου, του καλουμένου έτι νυν Ανατολού-χισσάρ = Ανατολικόν φρούριον), ίνα στερήση την Κωνσταντινούπολιν πάσης προς τον Εύξεινον συγκοινωνίας και της εκείθεν επισιτίσεως, πέμπων συγχρόνως τον στρατηγόν αυτού Τουραχάν (το δεύτερον νυν) εις Πελοπόννησον, ίνα κωλύση πάσαν εκείθεν βοήθειαν εις την Κωνσταντινούπολιν. Τα περί τον Βόσπορον υπό των Τούρκων γενόμενα, προκαλέσαντα την διαμαρτυρίαν του βασιλέως ως παραβιάζοντα τα δικαιώματα αυτού, και τα άλλα μετά της πράξεως εκείνης συνδεόμενα εναντίον των εν τοις περιχώροις της πόλεως Ελλήνων αδικήματα αυτών επήνεγκον την διακοπήν των σχέσεων. Τέλος δε ο αυτοκράτωρ κηρύξας τω Σουλτάνω αξιοπρεπώς ότι ανέθετε την τύχην της πόλεως εις τας χείρας του Θεού, διέταξε να κλεισθώσιν αι πύλαι (1452), ο δε Σουλτάνος άνευ επισήμου κηρύγματος πολέμου επήλθε μετά μεγάλου στρατού (240-260 χιλ. ανδρών) πεζικού και ιππικού και μετά πυροβολικού ισχυρού ως προς τους τότε χρόνους και στόλου μεγίστου εναντίον της πόλεως (1453). Η πολιορκία ήρξατο τη Παρασκευή της εβδομάδος της Διακαινησίμου (7 Απριλίου) και διήρκεσε μέχρι της μετά την Κυριακήν των Αγίων Πάντων Τρίτης (29 Μαΐου), ήτοι ημέρας 52. Κατά ταύτην ο πεζικός στρατός των Τούρκων κατέλαβε πάσαν την γραμμήν των χερσαίων τειχών από της Προποντίδος μέχρι του Κερατίου κόλπου και τα ύπερθεν του κόλπου τούτου απέναντι της πόλεως υψώματα του Πέραν (ο Γαλατάς κατείχετο έτι υπό Γενουαίων ως ιδιαιτέρα αυτοτελής αποικία και πολιτεία τούτων). Κατά την γραμμήν δε ταύτην απέναντι των πυλών ιδρύθησαν και τα πυροβολεία. Ο δε από 400 και επέκεινα μεγάλων και μικρών πλοίων συγκείμενος Οθωμανικός στόλος κατέλαβε το στόμιον του Κερατίου κόλπου μη δυνάμενος να εισέλθη εις αυτόν ένεκα της φραττούσης την είσοδον σιδηράς αλύσεως (σ. 243). Απέναντι των κολοσσιαίων τούτων κατά γην και κατά θάλασσαν επιθετικών δυνάμεων του Σουλτάνου, αι αμυντικαί δυνάμεις των πολιορκουμένων ανήρχοντο κατά γην εις 7 περίπου χιλιάδας μαχητών (τούτων 4,969 ήσαν Έλληνες, οι λοιποί 2,000 διάφοροι Ευρωπαίοι, το μεν πλείστον Ιταλοί (300-500 Γενουαίοι), ολίγοι δε Γερμανοί και Ισπανοί), κατά θάλασσαν δε συνέκειντο εκ δεκάδος πλοίων ελληνικών και Ιταλικών, ών τινα μάλιστα (4 αυτοκρατορικά) έλειπον έτι εν τω Αιγαίω, καθ' όν χρόνον ήρξατο η πολιορκία. Και πυροβόλα είχον επί των τειχών οι πολιορκούμενοι, αλλά ταύτα πολύ ολίγην φθοράν επέφερον τοις πολεμίοις, ήσσονα της υπό του πυροβολικού τούτων επιφερομένης εις τα τείχη. Καθόλου δε το πυροβολικόν δεν ήσκησε σημαντικήν ροπήν επί τας τύχας του πολέμου. Γενικός αρχηγός της αμύνης μετά τον αυτοκράτορα διωρίσθη ο των Γενουαίων εθελοντών αρχηγός ο εξ ευγενούς οίκου της πατρίδος αυτού καταγόμενος Ιωάννης Λόγγος Ιουστινιανός (De Giustiniani), υπ' αυτόν δε ήσαν τεταγμένοι και οι άλλοι αρχηγοί, το πλείστον Ευρωπαίοι, εν οίς ο Γερμανός Ιωάννης Γράουτ αμυνόμενος εν τη πύλη της Καλιγαρίας εποιείτο χρήσιν του (το ύστατον νυν εν τη ιστορία αναφερομένου) υγρού πυρός. Ο Σουλτάνος αποφεύγων εν αρχή πάσαν κατά των τειχών έφοδον ηρκείτο εις τακτικήν πολιορκίαν. Αλλ' αύτη κατά θάλασσαν ήτο πάντοτε ατελής, του οθωμανικού στόλου μη εισερχομένου εις τον λιμένα (τον Κεράτιον κόλπον). Αλλά γεγονός τι κατά θάλασσαν, καταστρεπτικόν άμα δε και επαισχυντότατον αποβάν εις τον Οθωμανικόν στόλον ενέπνευσεν εις τον Σουλτάνον βουλήν τολμηράν επενεγκούσαν τον στενόν από του λιμένος αποκλεισμόν της πολιορκουμένης πόλεως. Τη 15 Απριλίου, ενώ ο από 400 πλοίων συγκείμενος Οθωμανικός στόλος εστάθμευεν εν μεγάλη γραμμή προ της εισόδου του Κερατίου κόλπου, εφάνησαν πέντε πλοία χριστιανικά (ων τα τέσσαρα Γενουαία και το πέμπτον αυτοκρατορικόν, υπό την διοίκησιν του γενναίου πλοιάρχου Φλαντανελλά, εκ των πεμφθέντων εις το Αιγαίον προς προμήθειαν τροφών). Μάτην ο εκατονταπλάσιος σχεδόν Οθωμανικός στόλος επειράθη να κωλύση την εις τον λιμένα είσοδον των πέντε πλοίων. Εν τη συγκροτηθείση τότε ναυμαχία (ενώπιον του από της παραλίας του Γαλατά εκ μικράς αποστάσεως θεωμένου Σουλτάνου) ο Οθωμανικός στόλος έπαθεν ήτταν αισχίστην, αποβαλών ουκ ολίγα πλοία βυθισθέντα υπό των εκ των χριστιανικών πλοίων ριπτομένων λίθων ή καέντα υπό των εκ των αυτών πλοίων ριπτομένων ευφλέκτων υλών. Ο Έλλην πλοίαρχος Φλαντανελλάς και οι Γεννουαίοι Κατάνεος, Νοβάρρας και Βαλανιέρος ετέλεσαν εκείνην την ημέραν θαύματα ανδρείας και τα πλοία αυτών βοηθούμενα υπό του ανέμου εισήλθον εις τον λιμένα αρθείσης της αλύσεως και πάλιν τεθείσης προς αίσχος του ηττημένου και υποχωρήσαντος τουρκικού στόλου.
Ο Σουλτάνος εν τη οργή και μανία αυτού επί τη αισχρά αποτυχία συνέλαβε το τολμηρότατον μεγαλουργόν σχέδιον να μετενέγκη τα πλοία κατά γην από του Βοσπόρου εις τον Κεράτιον κατασκευάσας οδόν ξυλίνην διά των ύπερθεν του Διπλοκιονίου και Γαλατά και Πέραν υψωμάτων, αληλιμμένην διά λιπαρών ουσιών. Το μέγα τούτο έργον εκτελέσας (βοηθεία, ως υποτίθεται, των Γενουαίων) εν μια νυκτί μετεβίβασεν εν τω λιμένι 70 πλοία. Μάτην οι πολιορκούμενοι μετά την πρώτην έκπληξιν επειράθησαν δις να καύσωσι τον στόλον τούτον. Αι απόπειραι απέτυχον μετά μεγάλης φθοράς ανθρώπων, ιδίως Ιταλών, και η πόλις επολιορκήθη νυν στενώς και κατά θάλασσαν. Τότε ο Σουλτάνος, αφού παρήλθον ήδη 7 εβδομάδες από της ενάρξεως της πολιορκίας και ρήγματα πολλά εγένοντο εν τω τείχει, απεφάσισε να επιχειρήση την έφοδον. Αλλά προ τούτου έπεμψε κήρυκα προς τον αυτοκράτορα (16 Μαΐου) προτείνων αυτώ την ειρηνικήν παράδοσιν της πόλεως επί τω όρω της ασφαλείας της ζωής και της περιουσίας των κατοίκων, της ασφαλούς εξόδου του αυτοκράτορος μετά της ακολουθίας αυτού και ανταλλαγής της αρχής της Κωνσταντινουπόλεως αντί της Πελοποννήσου, ής έμελλε να αναγνωρίση αυτόν ο Σουλτάνος ανεξάρτητον ηγεμόνα. Αλλ' εν τω υπό την προεδρίαν του αυτοκράτορος συγκροτηθέντι συμβουλίω υπερίσχυσεν η φωνή της απεγνωσμένης μετά τιμής και δόξης μέχρις εσχάτων αντιστάσεως.
Ο ανώτατος όρος των παραχωρήσεων του αυτοκράτορας ήτο η πληρωμή φόρου, αν ο Σουλτάνος απεχώρει εκών της πόλεως. «Το δε την πόλιν παραδούναι, είπε τω κήρυκι, ούτε εμόν εστιν, ούτ' άλλον των κατοικούντων ενταύθα· κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεθα μη φειδόμενοι της ζωής ημών».
Ο Σουλτάνος τότε ανήγγειλεν εις όλον το στρατόπεδον αυτού την επικειμένην έφοδον, κηρύττων ότι παρέδιδεν, εν περιπτώσει καταλήψεως της πόλεως, πάσας τας εν αυτή κινητάς ουσίας και τους ανθρώπους αυτής εις τον στρατόν, φυλάσσων εαυτώ μόνον τα τείχη και τας οικοδομάς. Συγχρόνως δε αμοιβαί μεγάλαι και τιμάρια (σανδζάκια σελ. 267) επηγγέλλοντο εις τους πρώτους αναβησομένους επί τα τείχη, και τα ηθικά ελατήρια του θρησκευτικού φανατισμού εξηγείροντο υπό των δερβισών, προαγγελλόντων ανά το στρατόπεδον ταγαθά του παραδείσου εις τους μέλλοντας να στεφθώσι διά στεφάνων μαρτύρων (203). Το κήρυγμα εγένετο τη 26 Μαΐου, και ο στρατός μετά μεγάλου φανατισμού παρεσκευάσθη εις την έφοδον, ήτις ήρξατο τη 29 Μαΐου περί τον όρθρον. Ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος αγρυπνήσας καθ' όλην εκείνην την νύκτα ήκουσε κατανυκτικώς της ιεράς ακολουθίας και της όλης λειτουργίας εν τω ναώ της του Θεού Σοφίας, το ύστατον νυν ηχησάντων εν αυτώ ύμνων και δεήσεων και ωδών ικετευτικών χριστιανικών (204). Αφού δε μετέλαβε των αχράντων μυστηρίων παρασκευαζόμενος εις την υπερτάτην υπέρ της πίστεως και της πατρίδος διά βασιλικού θανάτου θυσίαν, απηύθυνε λόγον κατανυκτικώτατον τοις Έλλησι προμάχοις της πόλεως αναθέτων εις την ανδρείαν αυτών του «τεταπεινωμένου σκήπτρου» αυτού την ανόρθωσιν και την άμυναν της κοσμοκρατείρας πόλεως, της χαράς πάντων των Ελλήνων (205). Εν τέλει εζήτησε συγγνώμην δι' όσα ως ανθρώπος δυσηρέστησε τινί προσφωνήσας δε και τους φιλέλληνας και αποχαιρετίσας πάντας μεταβαίνοντας εις τον τόπον του καθήκοντος περιήλθεν άπαντα τον περίβολον των τειχών έφιππος επισκοπών τα πάντα και θαρρύνων πάντας εις το καθήκον. Κατά την πρώτην δε του πετεινού κραυγήν προ της ενάρξεως της εφόδου ευρέθη εν τη θέσει αυτού ως πολεμιστού εν τω παρά τη πύλη του Ρωμανού στρατηγείω, ένθα ην ο Ιουστινιανός. Η μετά μεγάλης ορμής αρξαμένη και μετά μεγάλης ανδρείας καθ' όλην την γραμμήν αποκρουσθείσα έφοδος διήρκεσε τέσσαρας ώρας. Ο αυτοκράτωρ, ο Ιουστινιανός και πάντες Έλληνες τε και φιλέλληνες αρχηγοί και μαχηταί ημύνοντο γενναιότατα. Αλλ' η ουχί πολύ καιρία πληγή, ήν κατά την κρίσιμον στιγμήν έλαβεν ο Ιουστινιανός και ής ένεκεν ουχί λίαν γενναίως κατέλιπε την θέσιν, και η ανυπόστατος φήμη η διαδοθείσα εν τω στρατηγείω περί της εισόδου των Τούρκων εις την πόλιν αλλαχού των τειχών, εχαλάρωσεν επί στιγμήν την άμυναν. Τούτο δε νοήσας ο Σουλτάνος έτι μάλλον ενέτεινε τας δυνάμεις αυτού. Ο αυτοκράτωρ και οι περί αυτόν ετέλεσαν θαύματα ανδρείας, αλλά κατά μικρόν τα στίφη των Τούρκων κατέκλυσαν τα τείχη, και ο αυτοκράτωρ ιδών πάντας τους περί εαυτόν πίπτοντας ενόησε το επελθόν φοβερόν τέλος και μη θέλων να επιζήση τη καταστροφή εφώνησεν αν υπάρχει χριστιανός να αποκόψη την κεφαλήν αυτού. Και χριστιανός μεν ουδείς ευρίσκετο, δύο δε πολέμιοι ορμήσαντες επλήγωσαν αυτόν θανασίμως χωρίς να γινώσκωσι την ιδιότητα αυτού. Ούτω δε ο νεκρός των τελευταίων Ελλήνων αυτοκρατόρων έκειτο αφανής εν μέσω των πολλών πτωμάτων, εωσού ο Σουλτάνος μετά την εις την πόλιν είσοδον εφρόντισε να εύρη αυτόν. Ευρεθέντος δε του πτώματος και αναγνωρισθέντος υπό του αιχμαλώτου συλληφθέντος μεγάλου ναυάρχου Νοταρά, η μεν κεφαλή αποκοπείσα και βαλσαμωθείσα επέμφθη υπό του Σουλτάνου εις τας μεγάλας μωαμεθανικάς πόλεις ως τρόπαιον, ο δε κορμός ετάφη μετά βασιλικών τιμών.
Οι Τούρκοι εισελάσαντες εις την πόλιν ολιγίστους έσφαξαν και τούτους αντιστάντας ενόπλως. Πάσαι νυν αι οικίαι κατελήφθησαν υπό των αγρίων πορθητών και ελεηλατήθησαν, οι δε ενοικούντες εξηνδραποδίσθησαν. Το πολύ του πλήθους ανδρών τε και γυναικών και παίδων κατέφυγεν εν τη απογνώσει αυτού εις τον ναόν της Αγίας Σοφίας ως εις ασφαλή τόπον. Αλλά μετ' ολίγον αι πύλαι του ναού ηνοίχθησαν διά των πελέκεων των γιανιτσάρων και πάντες οι εν αυτώ εξηνδραποδίσθησαν. Αυτός δε ο ναός, «ο παμμέγιστος εκείνος ναός και θειότατος της του Θεού Σοφίας, ο ουρανός ο επίγειος, ο θρόνος της δόξης Θεού, το χερουβικόν όχημα και στερέωμα δεύτερον, η Θεού χειρών ποίησις, το θέαμα και έργον άξιον, το πάσης γης αγαλλίαμα, ο ωραίος και ωραίων ωραιότερος» εγυμνώθη παντός κοσμήματος αυτού, και μετεβλήθη εις τόπον πάσης ακολασίας και βδελυρίας των οργιαζόντων επί τη νίκη πορθητών και βεβηλωθείς την ημέραν εκείνην τοις χριστιανοίς ηγιάσθη τοις μωαμεθανοίς μεταβληθείς υπό του Μωάμεθ Β', μεταβάντος εις αυτόν απ' ευθείας μετά την εις την πόλιν είσοδον, εις προσευκτήριον μωαμεθανικόν. Πάντες σχεδόν οι κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως εξηνδραποδίσθησαν και εξηφανίσθησαν διασκορπισθέντες μέχρι των εσχατιών του Οθωμανικού Κράτους. Μετά τριήμερον λεηλασίαν και εντελή ερήμωσιν της πόλεως, ο Σουλτάνος επέτρεψεν ελευθέραν οίκησιν εις χριστιανούς. Αφού δε κατέστησεν αυτήν πρωτεύουσαν του κράτους αυτού (και κατώκισεν έπειτα διά πολλών κατοίκων εξ άλλων πόλεων βία μετοικιζομένων), επέτρεψε τοις Έλλησι να εκλέξωσι Πατριάρχην μέλλοντα να κυβερνήση την Εκκλησίαν καθ' όλα τα υπό της μωαμεθανικής θρησκείας παρεχόμενα τοις Χριστιανοίς δικαιώματα. Ούτω το έθνος το πολιτικώς υποδουλωθέν έλαβε δικαίωμα και δύναμιν ανεκτής υπάρξεως και δημιουργίας νέου ιστορικού βίου αποτελούντος την περίοδον της Ελληνικής ιστορίας την καλουμένην Τουρκοκρατίαν. Ο Σουλτάνος κατέλυσε μετ' ολίγα έτη (1458) και το εν Πελοποννήσω κράτος των Παλαιολόγων δεσποτών Θωμά και Δημητρίου, τω δε 1461 κατέλυσε και το Φραγκικόν κράτος των Αθηνών και την ελληνικήν αυτοκρατορίαν της Τραπεζούντος (1466). Ούτω δε προ του τέλους έτι του 15 αιώνος πάσαι αι Ελληνικαί χώραι, άπας ο Ελληνισμός, πλην των εις το Βενετικόν κράτος υπαγομένων νήσων (των Ιονίων νήσων, της Κρήτης και της Κύπρου) καί τινων πόλεων εν Πελοποννήσω και εκτός αυτής και της Ρόδου, υπετάγη εις το Οθωμανικόν κράτος (206).
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ'.
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΠΟ ΤΟΥ 11 ΜΕΧΡΙ ΤΟΥ 15 ΑΙΩΝΟΣ
1. Η Γερμανία από του 11 μέχρι του 15 αιώνος.
{291} Εν Γερμανία την τω 1024 εκλιπούσαν δυναστείαν των Σαξόνων βασιλέων και αυτοκρατόρων (σελ. 153) διεδέξατο η των Σαλίων ή Φραγκωνίων καλουμένων βασιλέων και αυτοκρατόρων. Ταύτης αρχηγός εγένετο ο Κορράδος Β' (1024-1039), περί ού εγένετο λόγος εν τοις περί της θείας Εκεχειρίας ειρημένοις (σελ. 173) και μετά τούτον ήρξαν ο Ερρίκος Γ' (1039-1056), μεγάλην περιάψας δύναμιν εις το Γερμανικόν Βασίλειον, επιβαλών δε την κυριαρχίαν την Γερμανικήν εις την Βοημίαν και Ουγγαρίαν· ο τούτου υιός και διάδοχος Ερρίκος Δ' (1056-1106) περιβόητος γενόμενος ένεκα της μακράς και δεινής προς τον πάπαν Γρηγόριον Ζ' έριδος, και ο τούτου υιός Ερρίκος Ε' (1106-1125). Μετά τον Ερρίκον Ε' εκλιπόντος του οίκου του Σαλίου, και μετά την παροδικήν αρχήν του Λοθαρίου Β' του Σαξονικού (1125-1137), έλαβε την βασιλικήν και αυτοκρατορικήν αρχήν ο οίκος ο Ουενσταουφανικός (Hohenstaufen), ού αρχηγέτης εγένετο ο Κορράδος Γ' (1137-1152), μετά τούτον δε βασιλεύς και αυτοκράτωρ εγένετο ο γνωστός ημίν εκ της ιστορίας της Γ' σταυροφορίας Φρειδερίκος Α' ο Βαρβαρόσσας (Ερυθροπώγων, 1152-1190). Ο τούτου υιός Ερρίκος ΣΤ' (1190-1197) λαβών εις γάμον την θυγατέρα (Κωνσταντίαν) του Νορμανδού βασιλέως της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας Γουλιέλμου Α', την μόνην κληρονόμον του οίκου τούτου, περιεποίησε το κράτος τούτο εις τον Ουενσταουφανικόν οίκον, και ο εκ του γάμου τούτου γεννηθείς γνωστός ημίν αυτοκράτωρ Φρειδερίκος Β' (σελ. 240) ην κυρίαρχος του βασιλείου τούτου. Αλλ' εν Γερμανία τον Ερρίκον ΣΤ' δεν διεδέξατο ευθύς ο Φρειδερίκος Β', αλλά την ενταύθα αρχήν την βασιλικήν και αυτοκρατορικήν ημφισβήτησαν προς αλλήλους δι' εμφυλίων πολέμων επί τινα χρόνον ο του Ερρίκου ΣΤ' αδελφός Φίλιππος της Σουηβίας (1197-1208) και ο εκ του οίκου των Ουέλφων ή Γουέλφων (207) Όθων Δ' δουξ της Βρυνσβίκης (1197-1215). Τον Φρειδερίκον Β' (1215-1250) τον μετά τον θάνατον του Όθωνος Δ' (1215) επαναγαγόντα αύθις την βασιλείαν εις τον οίκον τον Ουενσταουφανικόν διεδέξατο ο υιός αυτού Κορράδος Δ' (1250-1254) κυρίως εν τη Κάτω Ιταλία και Σικελία. Αλλ' ήδη τω 1245 ο πάπας Ιννοκέντιος Γ' περιελθών εις διάστασιν προς τον Φρειδερίκον Β' είχε κηρύξει αυτόν έκπτωτον του αυτοκρατορικού αξιώματος. Έκτοτε δε μέχρι του 1273 ήρισαν πολλοί περί του αυτοκρατορικού αξιώματος, μετά δε τον θάνατον του Κορράδου Δ' επήλθεν η λεγομένη μακρά μεσοβασιλεία (1254-1274), καθ' ήν ουδείς των ηγεμόνων (ούτοι ήσαν ο από του 1248 ήδη εκλεγείς Γουλιέλμος ο Ολλανδικός, ο Αλφόνσος Ι' της Καστιλίας και ο του βασιλέως της Αγγλίας Ερρίκου Γ' αδελφός Ριχάρδος ο κόμης Κορνουαλλίας) των εκλεγέντων υπό των διηρημένων προς αλλήλους εκλεκτόρων (σημ. 115) κατέλαβε πράγματι την αρχήν. {292} Τέλος δε τω 1273 οι εκλέκτορες εξέλεξαν ως βασιλέα και αυτοκράτορα τον από Ελβετίας καταγόμενον (από του πύργου Άψβουργ, Habsburg) Ροδόλφον κόμητα Αψβούργου, έχοντα ελαχίστας κτήσεις εν Ελβετία και Αλσατία. Αλλ' ο Ροδόλφος γενόμενος αυτοκράτωρ κατώρθωσε να σχηματίση ιδιαίτερον κράτος Αψβουργικόν (δουκάτον Αυστρίας) εν τη νυν χώρα της ιδιαιτέρας Αυστρίας, όπερ επί των διαδόχων αυτού δουκών της Αυστρίας, ών οι πλείστοι εξελέγησαν και αυτοκράτορες, αυξηθέν εγένετο το μέγα Αψβουργικόν κράτος το καλούμενον Αυστριακόν εκ της κοιτίδος αυτού Αυστρίας, μεθ' ού κατά τον 15 αιώνα ηνώθησαν και τα βασίλεια της Βοημίας και της Ουγγαρίας διά συνοικεσίων και κληρονομιών (εντεύθεν το παροιμιωδώς λεγόμενον bella gerant alii· tu felix, Austria, nube!) Οι Αψβούργοι διετήρησαν το αυτοκρατορικόν αξίωμα (το αξίωμα δηλονότι Γερμανού βασιλέως και Ρωμαίου αυτοκράτορος), πλήν τινων διαλειμμάτων, μέχρι του 1804.
2. Η Ιταλία από του 11 μέχρι του 15 αιώνος.
Το κατά τον 11 αιώνα εν τη Κάτω Ιταλία και τη Σικελία ιδρυθέν κράτος των Νορμανδών (όπερ, εν παρόδω ρητέον, εντός σμικρού εξερρωμανίσθη και εξιταλίσθη) περιήλθε περί τας αρχάς του 13 αιώνος εις τον Γερμανικόν Ουενσταουφανικόν οίκον (σελ. 291), από δε τούτου περί τα μέσα του αυτού αιώνος μετέβη εις τον Γαλλικόν οίκον τον Ανδεγαυικόν (σελ. 291), όστις μετά τον Σικελικόν Εσπερινόν (σελ. 255) την μεν Σικελίαν απώλεσε καταληφθείσαν υπό του Ισπανικού Αραγωνικού οίκου, εν δε τη Κάτω Ιταλία διετηρήθη έτι επί τινα χρόνον, εωσού μετά πολλάς μεταβολάς των πραγμάτων περιήλθε και αύτη κατά τον 15 αιώνα εις τον οίκον τον Αραγωνικόν και ηνώθη μετά του ηνωμένου κράτους της Ισπανίας.
Εν δε τη λοιπή Ιταλία, τη τε Άνω και Μέση (της Μέσης Ιταλίας μέρους, ως γνωστόν, ήρχεν ο Πάπας), τη υπαγομένη εις το Άγιον Γερμανορρωμαϊκόν κράτος, ιδίως εν ταις πόλεσι Μεδιολάνω, Βονωνία, Φλωρεντία, ήρξατο από των μέσων του 10 αιώνος (επί του Φρειδερίκου Α') κίνημα αντιγερμανικόν και αυτονομιστικόν, εξ ού παρήχθησαν ελεύθεραι πολιτείαι δημοκρατικαί ανήκουσαι εις την Γουελφικήν καλουμένην μερίδα. Αι πόλεις δε αύται εγένοντο εστία υλικής αναπτύξεως και εθνικού βίου, πνευματικής και εθνικής φιλολογίας Ιταλικής, ενώ αι Γιβελλινικαί καλούμεναι πόλεις (Πίσα, Παυία και άλλαι) έμειναν πισταί εις τον αυτοκράτορα και ανέπτυξαν περιωρισμένον αυτόνομον βίον. Πλην τούτου εν τη Άνω Ιταλία επέδοσαν πολιτικώς δύο κατ' εξοχήν ναυτικαί πόλεις, η Βενετία (σημ. 35 και 172) και η Γένουα, ιδρύσασαι πολλάς αποικίας εν τη Ελληνική Ανατολή και δημιουργήσασαι (ιδίως η Βενετία) μέγα αποικιακόν κράτος εν τη Μεσογείω και τω Αιγαίω. Αι Γουελφικαί πόλεις Μεδιόλανον και Φλωρεντία κατά τον 15 αιώνα μετεβλήθησαν εις δουκάτα υπό ιδίους δουκικούς δυναστικούς οίκους (το μεν Μεδιόλανον υπό οίκον Βισκόντι και είτα Σφόρτζα, η δε Φλωρεντία υπό τον περίφημον οίκον των Μεδίκων) (208).
3. Η Γαλλία από του 10 μέχρι του 15 αιώνος.
Τον πρώτον Καπετίδην βασιλέα της Γαλλίας Ούγωνα μετά βασιλείαν 10 ετών (987- 997) διεδέξατο ο υιός αυτού Ροβέρτος (997-1031), ο αφορισθείς υπό του Πάπα διότι ενυμφεύθη γυναίκα συγγενή τετάρτου βαθμού. Τον Ροβέρτον διεδέξατο ο δευτερότοκος αυτού υιός (του πρώτου τελευτήσαντος προ του πατρός) Ερρίκος Α' (1031-1060), όστις ενυμφεύθη την θυγατέρα του «μεγάλου ηγεμόνος» της Ρωσίας Βλαδιμήρου (σελ. 215) Άνναν. Τον Ερρίκον Α' διεδέξατο ο εκ του ρηθέντος γάμου γεννηθείς Φίλιππος Α' (1060-1108), ού διάδοχος ήτο ο υιός αυτού Λουδοβίκος ΣΤ' ο Παχύς (1108-1137). Από του Λουδοβίκου ΣΤ' δε ήρξατο η βασιλεία εν Γαλλία να προσλαμβάνη δύναμίν τινα πολιτικήν, περιστέλλουσα την πολυαρχίαν των φεουδαρχών ή υποτελών, ενώ οι προ αυτού Καπετίδαι σκιάν μόνον είχον υπερτάτης αρχής. Τον Λουδοβίκον ΣΤ' διεδέξατο ο γνωστός ημίν εκ της ιστορίας της Β' Σταυροφορίας υιός αυτού Λουδοβίκος Ζ' (1137-1180) και τούτον ο εκ της ιστορίας της Γ' Σταυροφορίας γνωστός υιός αυτού Φίλιππος Β', ο επικαλούμενος Αύγουστος (1180- 1223). Ο τε Λουδοβίκος Ζ' και ο Φίλιππος Β' ύψωσαν σημαντικώς την δύναμιν της γαλλικής μοναρχίας εν τε τω εσωτερικώ και τω εξωτερικώ. Μετά τον Φίλιππον Β' εβασίλευσεν ο υιός αυτού Λουδοβίκος Η' (1223-1226) και μετά τούτον ο γνωστός ημίν εκ της ιστορίας των σταυροφοριών (σελ. 240) Λουδοβίκος Θ' ο Άγιος (1226-1270). Τον μετά τον Λουδοβίκον βασιλεύσαντα υιόν αυτού Φίλιππον Γ' (1270-1285) διεδέξατο ο τούτου υιός Φίλιππος Δ' ο Καλός (1285-1314). Ούτος περιελθών εις σφοδροτάτην έριν προς τον Πάπαν ήγαγε ταύτην εις νικηφόρον υπέρ αυτού τέλος, αναγκάσας τον Πάπαν να μεταναστεύση εις την Γαλλίαν (Αβενιώνα), ένθα διήλθεν η παπική αρχή την λεγομένην περίοδον της Βαβυλωνικής αιχμαλωσίας (ει και τα έτη της λεγομένης εν Αβενιώνι παπικής αιχμαλωσίας ήσαν μόνον 67). Τον Φίλιππον Δ' διεδέξαντο κατά σειράν οι τρεις υιοί αυτού Λουδοβίκος Γ (1314-1316), Φίλιππος Ε' (1316-1322) και Κάρολος Δ' (1322-1328). Μετά των τριών τούτων αδελφών, ών ουδείς κατέλιπεν υιόν ως διάδοχον, εξέλιπεν η πρώτη γραμμή του οίκου των Καπετιδών και ήρξατο βασιλεύων πλάγιος κλάδος και ούτος εξ αρρενογονίας (209), λεγόμενος Ουαλεσιανός (Valois) από του διαδεξαμένου τον Κάρολον Δ' Φιλίππου ΣΤ' ανεψιού του Φιλίππου Δ' υιού του αδελφού αυτού Καρόλου δουκός Ουαλεσίας). {295} Από του Φιλίππου ΣΤ' άρχεται ο μέγας προς την Αγγλίαν πόλεμος ο καλούμενος εκατονταετής, διαρκέσας δε πράγματι μετά μικρών διαλειμμάτων υπέρ τα 100 έτη. Αλλά τα κατά τον πόλεμον τούτον θα εκτεθώσι διά βραχυτάτων εν τη ιστορία της Αγγλίας. Τον Φίλιππσν ΣΤ' (1328-1350) διεδέξατο ο υιός αυτού Ιωάννης ο Αγαθός (1350-1364), ο νικηθείς και αιχμαλωτισθείς υπό των Άγγλων. Επί τούτου δε ήρξατο η πρώτη των φοβερών εν Γαλλία εναντίον των Ευγενών επαναστάσεων των αγροτών, καλουμένων εμπαικτικώς Ιακωβισμών (Jacqeries) (210). Ο μετά τον Ιωάννην βασιλεύσας Κάρολος Ε' ο σοφός (1364-1380) επολέμησεν επιτυχώς εναντίον των Άγγλων, αποκατέστησε δε και εσωτερικώς εν Γαλλία την ισχύν του βασιλικού αξιώματος. Τον Κάρολον Ε' διεδέχθη ο υιός αυτού Κάρολος ΣΤ' (1380-1422), εφ' ού ο Έλλην αυτοκράτωρ Μανουήλ επεσκέψατο την Γαλλίαν (σελ. 274) και λαμπράς έτυχε παρά του Καρόλου ΣΤ' υποδοχής. Αλλ' ο Κάρολος ΣΤ' συχνώς περιπίπτων εις παραφροσύνην και μη δυνάμενος ισχυρώς να κυβερνά έδωκεν αφορμήν εις πολλάς νέας εσωτερικάς έριδας και εμφυλίους πολέμους, καθ' ούς οι Άγγλοι νικηφόροι προυχώρησαν μέχρι Παρισίων, ούς και καταλαβόντες (1415) διάδοχον του Καρόλου ΣΤ' εκήρυξαν αυτόν τον διάδοχον του Αγγλικού θρόνου (Ερρίκον τον ΣΤ'), όστις και εστέφθη βασιλεύς εν Παρισίοις τω 1422. Αλλά τα περί τούτων κάλλιον να εκτεθώσιν εν τη ιστορία της Αγγλίας.
4. Ιστορία της Αγγλίας από της Νορμανδικής κατακτήσεως του 1066 μέχρι του 15 αιώνος.
Ο αρχηγός της Νορμανδικής δυναστείας της ιδρυθείσης τω 1066 εν Αγγλία, ο Νορμανδός Γουλιέλμος Α' ο Κατακτητής εβασίλευσε μέχρι του 1087. Εισήγαγε δε αυστηρόν φεουδαλικόν σύστημα εις την χώραν καταλαβών πάσαν την γην και διανείμας ταύτην εις τους Νορμανδούς αυτού και συστήσας εξ αυτών πολυπληθή φεουδαλικήν αριστοκρατίαν στενώς μετά του θρόνου συνδεδεμένων. Διετήρησε δε ο Γουλιέλμος και τας εν Γαλλία κτήσεις του οίκου αυτού, γενόμενος ως προς αυτάς υποτελής του βασιλέως της Γαλλίας. Τον Γουλιέλμον Α' διεδέχθη εν τη αρχή ο υιός αυτού Γουλιέλμος Β' (1087-1100) και τούτον ο υιός αυτού Ερρίκος Α' (1100-1135).
Ο Ερρίκος Α' λέγεται ότι έδωκε τον πρώτον χάρτην των ελευθεριών (charta libertatum), τον αποτελούντα την βάσιν των ελευθεριών του Αγγλικού λαού. Μετά τον Ερρίκον Α' μη έχοντα άρρενα διάδοχον, μετά τινας περί του θρόνου έριδας μεταξύ της θυγατρός αυτού Ματθίλδης (συζύγου του Γάλλου ευπατρίδου κόμητος Γοδεφρείδου Ανδεγαυίας του επικαλουμένου Πλανταγενέτου) και του ανεψιού αυτού Στεφάνου Blois επελθούσας, εβασίλευσεν ο Στέφανος (1135-1154), και μετά τούτον ο της Ματθίλδης και του Γοδεφρείδου υιός Ερρίκος Β' (1154-1189) γενόμενος αρχηγός του Πλανταγενετικού καλουμένου βασιλικού οίκου της Αγγλίας. Ούτος διά του γάμου αυτού μετά της πλουσιωτάτης εις φέουδα Γαλλίδος Ελεονόρας, της κομήσσης Πικταυίας (Poitiers), προσέθηκε νέας κτήσεις εις τας εν Γαλλία κτήσεις του Αγγλικού Νορμανδικού οίκου, και ούτως ο βασιλικός οίκος της Αγγλίας κατέστη κύριος του ενός τρίτου της Γαλλίας, κατέχων αυτάς ως υποτελής εις τους βασιλείς της Γαλλίας. Αι τοιαύται μεταξύ των δύο κρατών και των βασιλικών αυτών οίκων σχέσεις επήνεγκον έριδας και πολέμους μεταξύ αυτών και ιδίως τον εκατονταετή καλούμενον (σελ. 295) πόλεμον. Τον Ερρίκον Β' διεδέξατο ο υιός αυτού Ριχάρδος Α' ο θυμολέων (1189-1199), ο γνωστός ημίν εκ της ιστορίας της Γ' Σταυροφορίας (σελ. 239). Του Ριχάρδου διάδοχος εγένετο ο αδελφός αυτού Ιωάννης ο Ακτήμων (1199-1214), ο δους τον «μέγαν χάρτην των ελευθεριών (magna charta libertatum)». Επί του διαδόχου του Ιωάννου Α', Ερρίκου Γ' (1214-1272) επανάστασις ευγενών εξηνάγκασε τον βασιλέα να ιδρύση προς τη μέχρι τούδε υφισταμένη και εξ ευγενών απαρτιζομένη βουλή των Λόρδων και την βουλήν των Κοινοτήτων. Ο του Ερρίκου Γ' δε ισχυρός και φιλοπόλεμος διάδοχος Εδουάρδος Α' (1272-1307) υπέταξεν εις το Αγγλικόν κράτος την μέχρι τότε ανυπότακτον Ουαλλίαν (σελ. 153) και έδωκεν εις τον υιόν και διάδοχον αυτού την προσωνυμίαν «πρίγκιψ της Ουαλλίας», ήν προσωνυμίαν φέρουσι μέχρι νυν οι διάδοχοι του Αγγλικού θρόνου. Ο αυτός δε ηνάγκασε και την Σκωτίαν νυν το πρώτον να αναγνωρίση την κυριαρχίαν της Αγγλίας. Μετά την ασθενή και άδοξον βασιλείαν του Εδουάρδου Β' (1307-1327), υιού και διαδόχου του Εδουάρδου Α', ο υιός και διάδοχος αυτού Εδουάρδος Γ' (1327-1377) εβασίλευσεν ενδοξότατα, αναγκάσας αύθις την Σκωτίαν να αναγνωρίση την αγγλικήν κυριαρχίαν, και διεξήγαγε νικηφόρον πόλεμον εναντίον των Γάλλων, άρξας ούτω του μνημονευθέντος εκατονταετούς μεταξύ των δύο χωρών πολέμου. Εν τω πολέμω τούτω ενίκησε νίκην λαμπροτάτην εν Κρεσσύ (1246) εναντίον του Φιλίππου ΣΤ', εν δε τη μάχη του Μωπερτουύ (1356) νικήσας συνέλαβεν αιχμάλωτον τον βασιλέα Ιωάννην Α' και διά της ειρήνης του Βρετινύ (1360) εγένετο κύριος του ημίσεος σχεδόν της Γαλλίας. Επί του ασθενούς υιού και διαδόχου του Εδουάρδου Γ' Ριχάρδου Β' (1377-1399) απώλοντο οι πλείστοι των καρπών των λαμπρών νικών του Εδουάρδου Γ'. Αλλά μετά την ασθενή βασιλείαν του διαδόχου του Ριχάρδου Β' (εκ πλαγίας γραμμής) Ερρίκου Δ' (1399-1413), εξαδέλφου του Ριχάρδου Β', ανήλθεν εις τον θρόνον ο του Ερρίκου Δ' υιός Ερρίκος Ε' (1413-1422). Ούτος ανανεώσας τον προς την Γαλλίαν πόλεμον ενίκησεν εν Αζιγκούρ (1415) νίκην ανοίξασαν αυτώ τας πύλας των Παρισίων και ηνάγκασε τον βασιλέα της Γαλλίας Κάρολον ΣΤ' να αναγνωρίση (1420) ως διάδοχον αυτού επί του Γαλλικού θρόνου αυτόν τον του Αγγλικού θρόνου διάδοχον, υιόν του Ερρίκου Ε', Ερρίκον ΣΤ'. Ούτω δε ο τω 1422 μετά 2 έτη διαδεξάμενος επί του Αγγλικού θρόνου τον πατέρα αυτού Ερρίκος ΣΤ' (βασιλεύς εν Αγγλία από του 1422 έως 1461) ανήλικος έτι ων εστέφθη και βασιλεύς της Γαλλίας (αποθανόντος τω αυτώ έτει και του Καρόλου ΣΤ'). Αλλά τότε ο του Καρόλου ΣΤ' υιός Κάρολος Ζ' αποχωρήσας εις τας εκείθεν του Λείγηρος χώρας εξήγειρε τους Γάλλους των χωρών τούτων εναντίον των Άγγλων και κηρυχθείς βασιλεύς διεξήγαγε φοβερόν εναντίον των Άγγλων εθνικόν πόλεμον, εν ώ εφάνη ως ηρωίς και προφήτις ένθους και η περίφημος Αυρηλιανή παρθένος Ιωάννα Αρκία, εξάπτουσα τον εθνικόν ενθουσιασμόν των Γάλλων. Και αύτη μεν συνελήφθη και εθανατώθη επί πυράς υπό των Άγγλων αλλ' ο των Γάλλων εθνικός πόλεμος εστέφθη υπό τελείας επιτυχίας. Οι Άγγλοι απώλεσαν πάσας τας εν Γαλλία κτήσεις αυτών (1453) πλην της Καλαισίας (Calais), ο δε Κάρολος Ζ' εγένετο κύριος και νόμιμος βασιλεύς απάσης της Γαλλίας. Ο εκατονταετής καλούμενος πόλεμος ο διαρκέσας πλείονα των 100 ετών (1446-1453) έληξε τω αυτώ έτει, καθ' ό εάλω η Κωνσταντινούπολις υπό των Οθωμανών. Κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας του Ερρίκου ΣΤ' ήρξατο εν Αγγλία δεινός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ των δύο πλαγίων συγγενών οίκων περί διαδοχής του θρόνου (του Ερρίκου μη έχοντος τέκνα), εξηκολούθησε δε σφοδρότατος και καταστρεπτικώτατος μετά τον θάνατον του βασιλέως επί 24 έτη (1461-1485), εωσού τω 1485 ο αμφοτέροις τοις ερίζουσιν οίκοις συγγενής Ερρίκος Ζ' Τουδώρ (Θεοδωρίδης) κατισχύσας των αντιπάλων κατέπαυσε τον αγώνα ιδρύσας τω 1485 δυναστείαν βασιλεύσασαν μέχρι του 1603, την δυναστείαν των Τουδώρ ή Θεοδωριδών) (211).
5. Αι άλλαι ευρωπαϊκαί χώραι από του 11 μέχρι του 15 αιώνος.
Εν Ισπανία, αφού από του 11 αιώνος τα χριστιανικά κράτη έλαβον οριστικώς υπεροχήν απέναντι του παρακμάσαντος χαλιφικού κράτους των Ουμμεϊαδών, περιώρισαν κατά μικρόν το κράτος των Μωαμεθανών εις τας νοτιωτάτας χώρας της χερσονήσου. Εκ των πολλών δε μικρών χριστιανικών κρατών παρήχθησαν διά συγχωνεύσεως κατά τον 14 και 15 αιώνα δύο χριστιανικά κράτη, το της Καστιλίας και το της Αραγωνίας. Ταύτα δε ενωθέντα περί το τέλος του 15 αιώνος διά του γάμου του Φερδινάνδου του Καθολικού της Αραγωνίας (1479) και της Ισαβέλλης της βασιλίσσης της Καστιλίας παρήγαγον το μέγα και ηνωμένον Ισπανικόν κράτος των νεωτέρων χρόνων. Το μωαμεθανικόν κράτος της Γρενάδας, το τελευταίον λείψανον του εν Ισπανία κράτους των Αράβων, κατελύθη τω 1492 υπό της Ισαβέλλης.
Μετά του ηνωμένου κράτους της Ισπανίας δεν ηνώθη, αλλ' ανεπτύχθη καθ' εαυτό και ενισχυθέν κατά μικρόν απετέλεσε κατά τον 14 και 15 αιώνα ίδιον κράτος αξιόλογον η Πορτογαλία (η λαβούσα τω 1094 την γένεσιν και το όνομα από της πόλεως ή φρουρίου Πόρτοκάλε του νυν Οπόρτο, όπερ μετά της περί αυτό χώρας έδωκε τω έτει εκείνω ο Αλφόνσος ΣΤ' της Καστιλίας εις τον Ερρίκον τον Βουργουνδικόν, ηγεμονόπαιδα εκ του οίκου των Καπετιδών).
Εν τω κέντρω της Ευρώπης μεταξύ Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας παρήχθη από του 14 αιώνος η ελευθέρα εξ ελευθέρων κατ' ιδίαν πολιτειών συγκειμένη Ελβετική ομοσπονδία. Αρχή της Ελβετικής ελευθερίας εγένετο η κατά το έτος 1313 υπό του Γουλιέλμου Τέλλου εξέγερσις των Ελβετών εναντίον των αρχόντων του τόπου Αψβούργων ιπποτών (σελ. 292) (212).
Εν τη βορείω Ευρώπη αι τρεις Σκανδιναυικαί χώραι Δανία, Σουηδία, και Νορβηγία, ών η αρχαιοτέρα ιστορία εξετέθη ήδη εν τοις έμπροσθεν, απετέλεσαν περί τα τέλη του 14 αιώνος ενότητα πολιτικήν, ότε τω 1387 ανελθούσα εις τον Δανικόν θρόνον η Μαργαρίτα η «Σεμίραμις του Βορρά», γυνή συνετή και περίνους, ήνωσε τα τρία Σκανδιναυικά κράτη διά της περιφήμου Καλμαρικής, ήτοι εν Καλμάρ τη Δανική πόλει γενομένης τω 1397 συμβάσεως, υπό την κυριαρχίαν της Δανικής δυναστείας, υπό κοινόν βασιλέα διατηρούντος εκάστου κράτους το ίδιον αυτού πολίτευμα. Η διά της Καλμαρικής συμβάσεως επελθούσα ενότης διετηρήθη ως προς την Σουηδίαν μέχρι του 1520, ως προς δε την Νορβηγίαν ήτοι την ένωσιν Νορβηγίας και Δανίας μέχρι του 1814.
Η Ρωσία μετά την Μογγολικήν εισβολήν του 13 αιώνος έμεινε διηρημένη εις πολλά κατ' ιδίαν μικρά κράτη, αναγνωρίζοντα την υπερτάτην κυριαρχίαν του μεγάλου Χανάτου του Κιπτσάκ (σελ. 259). Κατά δε το 1243 παρήχθη νέον κράτος εκ της παρά τον ποταμόν Μόσχαν ιδρυθείσης ομωνύμου πόλεως Μόσχας, ής οι ηγεμόνες κατά μικρόν υπερίσχυσαν των άλλων Ρώσων ηγεμόνων και έδοσαν το όνομα αυτών (Μοσχοβίται) εις το έθνος των Ρώσων. Κατά τον 14 αιώνα και τας αρχάς του 15 οι ηγεμόνες, της Μόσχας (αυτοί υποκείμενοι εις τους Μογγόλους χάνους) υπέταξαν κατά μικρόν πάντας τους κατοίκους άλλων Ρωσικών χωρών και πόλεων και εκάλεσαν εαυτούς «μεγάλους ηγεμόνας πασών των Ρωσιών» (ήτοι Ρωσικών ηγεμονιών). Περί τα τέλη του 15 αιώνος η Μόσχα εκιδύνευσεν από των Μογγόλων (σελ. 277), μετά δε τον θάνατον του Τιμούρ δύο ιδρύθησαν ταταρικά κράτη εν Ρωσία, το του Καζάν και το του Αστραχάν. Οι ηγεμόνες της Μόσχας υπέκειντο εις την κυριαρχίαν του Χάνου του Καζάν. Πρώτος δε ο ηγεμών της Μόσχας Ιωάννης Γ' (1460-1505) ο λαβών σύζυγον την αδελφήν του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου Σοφίαν απετίναξε τον ζυγόν του Χάνου. Τούτον διεδέξατο ο ομώνυμος έγγονος, (υιός του μετά τον Ιβάν Γ' άρξαντος Βασιλείου Β', 1505-1533) Ιβάν ο Τρομερός (1533-1588), ός και υπέταξε τα δύο εκείνα χανάτα και έλαβε πρώτος αυτός εν τοις Ρώσοις ηγεμόσι την προσωνυμίαν Τσάρος. Αλλά ταύτα ανήκουσιν εις την ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων.
Περί Βοημίας και Ουγγαρίας ουδέν άλλο υπό καθόλου ιστορικήν έποψιν άξιον λόγου έχομεν να αναφέρωμεν ενταύθα, ειμή ότι η μεν Βοημία, ηνώθη (τω 1526) μετά του Αψβουργικού κράτους δυναστικώς ως ίδιον βασίλειον, η δε Ουγγαρία κατά τον 16 αιώνα κατά μέγα μεν μέρος προσηρτήθη μετά της πρωτευούσης Πέστης εις το Οθωμανικόν κράτος και εγένετο επαρχία τουρκική, το δε υπολειφθέν μέρος ηνώθη ως ίδιον βασίλειον μετά των λοιπών κτήσεων του Αψβουργικού οίκου.
Το δε κατά τα τέλη του 10 μ. Χ. αιώνος ιδρυθέν Σλαυικόν κράτος της Πολωνίας εν αρχή μεν ήτο δουκάτον ως φέουδον του Γερμανικού κράτους, είτα δε κατά τον 14 αιώνα προήχθη εις βασίλειον ανεξάρτητον υπό την δυναστείαν των Πιαστών (213) (1330) και εγένετο κατά τον 15 αιώνα εκ των ονομαστοτέρων κρατών της ανατολικής Ευρώπης, μη υποταχθέν εις τους Οθωμανούς.
Τα άλλα σλαυικά κράτη τα λεγόμενα νοτιοσλαυικά Σερβία, Βοσνία, Ερζεγοβίνη πάντα κατελύθησαν υπό του Μαχμούτ Β' μικρόν μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως. Τα δε κατά τον 13 και 14 αιώνα ιδρυθέντα πέραν του Δανουβίου Βλαχικά κράτη (Βλαχία και Μολδαυία) εγένοντο διαρκώς υποτελή τω Οθωμανώ Σουλτάνω. Και ταύτα μεν εν Ευρώπη.
6. Τα εν Ασία και Αφρική.
Εν Ασία δε μετά την διάλυσιν του μεγάλου Ταταρικού κράτους του Ταμερλάνου παρήχθησαν κατά τον 15 και 16 αιώνα το νέον κράτος της Περσίας και το εν Ινδική περίφημον κράτος του Μεγάλου Μογούλ, ιδρυθέν (τω 1505) υπό του εγγόνου του Τιμούρ Βαβούρ, το μέγιστον, μετά το Οθωμανικόν, μωαμεθανικόν κράτος των νεωτέρων χρόνων. Εν τη Κεντρική Ασία δε μετά την διάλυσιν του κράτους του Ταμερλάνου ιδρύθησαν διάφορα μωαμεθανικά τουρκικά και ταταρικά κράτη ανεξάρτητα. Εν Κίνα μετά την κατάλυσιν της υπό των Δζεγγισχανιδών ιδρυθείσης Μογγολικής δυναστείας, την γενομένην τω 1367 (σελ. 259), ιδρύθη η νέα δυναστεία ιθαγενής των Μιγκ (1367-1644).
Εν Αφρική το εν Αιγύπτω μωαμεθανικόν κράτος των Μαμελούκων, το περιλαμβάνον την Συρίαν και Μεσοποταμίαν και μέρος της Μικράς Ασίας (την Κιλικίαν), κατελύθη τω 1518 υπό του Οθωμανικού κράτους. Τότε δε και η τέως εις τους Μαμελούκους υποκειμένη Αραβία μετά των δύο ιερών πόλεων Μέκκας και Μεδινάς υπετάγησαν εις το Οθωμανικόν κράτος. Μετ' ολίγον δε και πάσα η Βόρειος Αφρική, πλην της Μαυριτανίας (Μαρόκκου) υπετάγη εις το αυτό κράτος.
Η περαιτέρω ιστορική κίνησις και εξέλιξις πανταχού του κόσμου ανήκει εις την ιστορίαν των νεωτέρων χρόνων.
ΠΡΟΣΘΗΚΗ
ΒΡΑΧΕΙΑΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ
Το πολιτειακόν σύνταγμα του Βυζαντινού κράτους.
Η Βυζαντινών πολιτεία, ήτοι το πολίτευμα του Βυζαντιακού κράτους, ήτο απόρροια της ιστορικής αναπτύξεως του πολιτεύματος του Ρωμαϊκού κράτους. Ως γνωστόν, το πολίτευμα της Ρώμης εν αρχαιοτάτοις ήδη χρόνοις από τύπου κατ' αρχήν μοναρχικού γενόμενον δημοκρατικόν, εστηρίζετο πάντοτε επί θεσμών το πλείστον δημοκρατικών, και αφού επί του Αύγουστου κατ' ουσίαν κατέστη μοναρχικόν. Ο Οκταβιανός Αύγουστος, ού η αρχή συνήθως θεωρείται ως αρχή μοναρχίας ή αυτοκρατορίας, δεν ίδρυσεν εν Ρώμη μοναρχίαν κατά τύπον, αλλά την κατά τύπον δημοκρατικόν υφισταμένην πολιτείαν μετεποίησε κατ' ουσίαν εις μοναρχίαν, συγκεντρώσας πάσας τας αρχάς και τα αξιώματα της δημοκρατικής πολιτείας, τα τε πολιτειακά και τα στρατιωτικά και τα δικαστικά, εις το πρόσωπον εαυτού, γενόμενος ο αυτός ανήρ και δήμαρχος και ύπατος, και στρατηγός αυτοκράτωρ (imperator) και πρώτος ή πρωτεύων (214) της Συγκλήτου (princeps) και πραίτωρ. Της τοιαύτης δε συγκεντρώσεως κατασταθείσης διαρκούς εν τοις διαδόχοις αυτού, ιδρύθη εν Ρώμη και εν τω Ρωμαϊκώ κράτει αληθής μοναρχία υπό ονόματα δημοκρατικών εξουσιών συνηνωμένων εν ενί προσώπω. Αλλ' ει και ως προς τα ονόματα και τους τύπους η πολιτεία διετήρει την δημοκρατικήν αρχήν και αυτοί οι πράγματι μοναρχούντες και αυταρχούντες άνδρες, οι συγκεντρούντες εν εαυτοίς, ως είρηται, πάσαν την αρχήν, απέφευγον πάντα, τα επισήμως μοναρχικήν εξουσίαν σημαίνοντα ονόματα και προσωνυμίας, οίον το όνομα rex (= βασιλεύς), όμως τοσούτον κατ' ουσίαν η πολιτεία κατέστη μοναρχική, ώστε και αυτά τα δημοκρατικά ονόματα, ως ήτο λ. χ. το princeps (=princeps senatus, πρώτος της Συγκλήτου), imperator (=στρατηγός, αυτοκράτωρ), άτινα ήσαν δημοκρατικά, έλαβον σημασίαν μοναρχικήν· και το μεν princeps κατέστη συνώνυμον προς το ηγεμών, το δε imperator προς το υπέρτατος μοναρχικός άρχων της πολιτείας, μεταφραζόμενον υπό των Ελλήνων αυτοκράτωρ (215). Και αυτή η προσωνυμία αύγουστος (σεβαστός), όπερ τιμής ένεκεν είχε δοθή εις τον Οκταβιανόν υπό της Συγκλήτου, φερομένη και από των διαδόχων αυτού, κατήντησε να σημαίνη υπέρτατος ηγεμών. Και αυτό δε το οικογενειακόν όνομα του Οκταβιανού, το Καίσαρ, κατέστη ταυτόσημον προς το μονάρχης (216), όπως και αυτό το όνομα του λόφου, ένθα είχε την κατοικίαν αυτού, το του Παλατινού λόφου ή απλούστερον Παλατίου, μετέστη εις σημασίαν ηγεμονικής κατοικίας, ήτοι βασιλείων ή ανακτόρων.
Από της Ρωμαϊκής λοιπόν πολιτείας κατά την εν τοις αυτοκρατορικοίς λεγομένοις χρόνοις ιδίως εξέλιξιν αυτής παρήχθη η Βυζαντινή πολιτεία, και διά νέας ιδιοφυούς εξελίξεως και συναφείας και συνδυασμού προς άλλα πολιτειακά και ηθικά στοιχεία απετέλεσε συν τω χρόνω σύστημα πολιτειακόν μετά των πολλών και ποικιλωνύμων αρχών και εξουσιών αυτού, χωρίς ποτε το σύστημα τούτο να νομοθετηθή επισήμως και ν' αποτελέση γραπτόν σύνταγμα πολιτειακόν, όπως τα πολιτειακά συντάγματα των νεωτέρων Ευρωπαϊκών κρατών (217).
Το Βυζαντινόν λοιπόν πολίτευμα, όν κατά μέγα μέρος προϊόν της Ρωμαϊκής πολιτείας των αυτοκρατορικών χρόνων, ήτο ως προς το Ρωμαϊκόν αυτού μέρος μοναρχία κατ' ουσίαν. Κατέστη δε μοναρχία και κατά τύπον, διότι εξ αρχής οι Ελληνικοί λαοί, και προ της γενέσεως του Βυζαντινού κράτους της Ανατολής, μη εξετάζοντες τον εξωτερικόν τύπον της Ρωμαϊκής πολιτείας, εκάλουν τους αυτοκράτορας της Ρώμης βασιλέας και αυτοκράτορας, και Καίσαρας αυτούς προσαγορεύοντες απέδιδον εις το όνομα καθαρώς μοναρχικήν σημασίαν δηλούσαν και το αξίωμα αυτάρχου ηγεμόνος. Πλην τούτου το Βυζαντινόν κράτος άρχεται κυρίως από του
Κωνσταντίνου, όστις είνε ο πρώτος Χριστιανός αυτοκράτωρ της Ρώμης. Οι δε εν Ανατολή Χριστιανοί Έλληνες την μοναρχίαν ταύτην του Κωνσταντίνου εθεώρησαν αρχήν βασιλικήν καθηγιασμένην υπό θεού και απέδοσαν εις αυτήν όλας τας θείας ιδιότητας της βασιλείας, τας αποδιδομένας εν τη ιερά γραφή προς τον Δαυίδ και τους διαδόχους αυτού, άς η Χριστιανική εκκλησία παρέλαβε περί της βασιλείας εκ της Παλαιάς Διαθήκης και ανήνεγκεν εις τους Χριστιανούς αυτοκράτορας. Εντεύθεν δε οι βασιλείς οι εν Κωνσταντινουπόλει εκλήθησαν όπως και οι βασιλείς του Ισραήλ χριστοί του Κυρίου, ήτοι (διά του χρίσματος δεδοκιμασμένοι) εκλεκτοί γενόμενοι παρά του Θεού και υπ' αυτού τεταγμένοι άρχοντες του λαού. Κατά ταύτην λοιπόν η εν Βυζαντίω ιδρυθείσα Ελληνική μοναρχία συνεδυάσθη εν τω Χριστιανισμώ μετά της περί βασιλείας ιδέας της Ισραηλιτικής της Παλαιάς Διαθήκης και καθιερώθη και θρησκευτικως και καθηγιάσθη υπό της Εκκλησίας ως θεόθεν απορρέουσα, θεόθεν τεταγμένη βασιλεία, εν τω ιερώ προσώπω του μονάρχου εκπροσωπούσα τον χριστόν του Κυρίου (218), τον εκλεκτόν του Θεού, τον προστάτην και υπέρμαχον της Εκκλησίας αυτού, τον επεμβαίνοντα ενίοτε και εις τας δογματικάς εν τη Εκκλησία αναφυομένας έριδας, ίνα αποδώση την ειρήνην τη Εκκλησία.
Η μοναρχία αύτη κατά τας Ρωμαϊκάς αυτής παραδόσεις είχε χαρακτήρα στρατιωτικόν· του βασιλέως όντος κατά πρώτον αρχηγού του στρατού κυριωτάτη αρετή ήτο να είναι στρατιωτικός ανδρείος, στρατηγός συνετός, εν πολέμοις διανύων τον βίον και διά νικών ενδόξων λαμπρύνων το κράτος αυτού. Είνε αληθές, ότι το κράτος των Ελλήνων δεν ήτο κατακτητικόν και διά πολέμων διηνεκών δεν απέβλεπεν εις κατακτήσεις· αλλ' η άμυνα εντός του κράτους εναντίον των πανταχόθεν επιβουλευόντων αυτώ βαρβάρων ήτο τοσούτο συχνή και διαρκείς καθίστα τους πολέμους, ώστε ο ανώτατος άρχων εξ ανάγκης κύριον έργον είχε τον πόλεμον. Τούτο δ' όμως δεν εκώλυεν ίνα και εν ειρήνη και διά της ειρήνης προαγάγη το κράτος διά συνετής κυβερνήσεως.
Ως πολιτικός άρχων ο αυτοκράτωρ ήτο ανώτατος και απόλυτος νομοθέτης και ουδεμία άλλη υπήρχεν εξουσία μετέχουσα της νομοθεσίας, του κράτους, ήτο δε και υπέρτατος δικαστής και απονομεύς της δικαιοσύνης, απονεμομένης ταύτης διά των συνήθων δικαστηρίων. Ως υπέρτατος δε νομοθέτης και δικαστής εθεωρείτο «ουχ υποκείμενος νόμοις, αυτός ών άγραφος νόμος».
Εκκλησιαστικόν αξίωμα δεν είχεν ο αυτοκράτωρ και η Εκκλησία ως προς τούτο ήτο παντελώς κεχωρισμένη από της πολιτείας. Αλλ' ο βασιλεύς, ως βασιλεύς χριστιανός, ως χριστός του Κυρίου και εκλεκτός αυτού, ανεμιγνύετο εις τα θρησκευτικά ζητήματα ενόσω ταύτα ήπτοντο της εσωτερικής ησυχίας του κράτους. Τινές δε βασιλείς ενόμιζον ότι ηδύναντο να επεμβαίνωσι και εις τα της λατρείας και εις αυτά έτι τα δόγματα, αλλ' οι τοιούτοι εθεωρούντο υπερβαίνοντες τα όρια των δικαιωμάτων αυτών και προυκάλουν διαφόρους αντιπράξεις εκ μέρους της Εκκλησίας.
Η βασιλική αρχή δεν ήτο νόμω κληρονομική εν Βυζαντίω ένεκα της από της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καταγωγής αυτής, ήτις ούσα απλή συγκέντρωσις δημοκρατικών εξουσιών και μη φέρουσα τον νόμιμον τύπον μοναρχίας, δεν ηδύνατο ούτω να η [219] κληρονομική. Αλλ' ουχ ήττον το δικαίωμα το φυσικόν της κληρονομίας δεν έλειπε και εν τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και παις παρά πατρός, αν επέτρεπον τα πράγματα, ελάμβανε την αρχήν. Τούτο δε συχνότερον εγίνετο εν Βυζαντίω, διότι ενταύθα η μοναρχία είχεν εν τη συνειδήσει του λαού μείζονα νομιμότητα και ο μονάρχης εθεωρείτο και ενομίζετο βασιλεύς, ήτοι μονάρχης κατ' ουσίαν και κατά τύπον, η δε θρησκευτική ιδιότης της βασιλείας ηύξανεν έτι μάλλον την νομιμότητα ταύτης. Αλλά μεθ' όλα ταύτα η κληρονομία δεν ήτο ασφαλής, και πολλάκις ο στρατός ένεκα της των πραγμάτων ανάγκης ανηγόρευε τον αυτοκράτορα αυτού. Αλλά και το δημοκρατικόν πνεύμα δεν είχεν εκλίπει εν τω Ελληνικώ κράτει της Ανατολής, όπως και εν τη Εκκλησία. Ενίοτε δε εν καιρώ ειρήνης, του θρόνου χηρεύοντος και φυσικού κληρονόμου μη υπάρχοντος, κλήρος και λαός ανηγόρευον τον αυτοκράτορα ή μετείχον της εκλογής αυτού. Ο αρχαίος στρατιωτικός χαρακτήρ της αυτοκρατορικής εξουσίας και το μη νόμω θετικώ κληρονομικόν της αρχής είχε και τούτο το ιδιαίτερον, ότι εν τω Ελληνικώ κράτει, όπως πρότερον εν τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, γυνή δεν ανήρχετο εις τον θρόνον. Νόμος δεν υπήρχε ρητώς κελεύων τούτο, αλλά το πράγμα αντέβαινε προς τον όλον χαρακτήρα και τας παραδόσεις τας ιστορικάς. Ο σεβασμός ο ιερός προς τα κληρονομικά δικαιώματα του του@ θρόνου, άτινα άλλως θεωρούνται και εγγύησις ασφαλής της ησυχίας, τάξεως και ειρήνης εν τω κράτει, δεν υπήρχε τότε εν Βυζαντίω εν οίω βαθμώ σήμερον εν τοις ευρωπαϊκοίς κράτεσι. Γυναίκες ανήλθον εις την αρχήν, ως η Πουλχερία, αλλά πάντοτε έχουσαι συνάρχοντας άνδρας κυβερνώντας το κράτος, ενίοτε δε αυταί αύται ανεβίβαζον εις τον θρόνον τοιούτους άνδρας ερχόμεναι εις γάμου κοινωνίαν προς αυτούς (ως η Πουλχερία τω 451, η Αριάδνη τω 491, η Ζωή κατά τα έτη 1028-1054, η Ευδοκία τω 1068. Εξαίρεσιν ως προς τούτο αποτελεί η Ειρήνη (780-803) η γενομένη άρπαξ των δικαιωμάτων του υιού αυτής, και η Θεοδώρα (η θυγάτηρ του Κωνσταντίνου Η' και αδελφή της Ζωής) η άρξασα μόνη κατά τα έτη 1054-1056.
Η τιμητική προσωνυμία του υπερτάτου άρχοντος ήτο βασιλεύς και αυτοκράτωρ.
Το μεγαλειότατος ήτο άγνωστον εν Βυζαντίω, και η προσηγορία μεγαλειότης, η περί βασιλέως, είναι σπανιωτάτη και δεν σημαίνει ακριβώς εκείνο, όπερ σημαίνει νυν «η αυτού μεγαλειότης» (220). Ανάλογα προς το νυν μεγαλειότης και μεγαλειότατος ήσαν εν χρήσει παρά τοις Βυζαντινοίς (το καθοσίωσις = majestas ουδέποτε ελέγετο περί βασιλέων, αλλά περί του λαού), η βασιλεία (η βασιλεία σου), η υψηλή και μεγάλη βασιλεία, μέγας και υψηλός βασιλεύς, ο ευσεβέστατος βασιλεύς, ο άγιος βασιλεύς. Οι δε βασιλείς εν τοις διατάγμασιν αυτών ή γράφοντες προς άλλων κρατών ηγεμόνας ή προς τον Πάπαν εκάλουν εαυτούς «πιστούς βασιλείς και αυτοκράτορας Ρωμαίων» (άνευ του «ελέω θεού» του καθιερωθέντος παρά τοις Ευρωπαίοις ηγεμόσι, παρ' ημίν δε μάλλον εν τη Εκκλησία και εν τοις εκκλησιαστικοίς αξιώμασιν, ιδίως τοις πατριαρχικοίς, όντος εν χρήσει). Ητο δε η προσηγορία βασιλεύς η τιμητικωτάτη των προσηγοριών (ίδε σελ. 25-26 και σημ. 43), ής δεν ηξίουν οι ημέτεροι βασιλείς τους των άλλων εθνών, καλούντες τους μεν Ευρωπαίους ηγεμόνας ρήγας, τους των μωαμεθανών εξουσιαστάς και τους των Ρώσων άρχοντας· μόνον δε τους των Περσών προσηγόρευον βασιλείς. Ενώ δε επισήμως εκαλούντο πάντοτε βασιλείς και αυτοκράτορες, γενικώς αρχαιότερον μεν εκαλούντο βασιλείς, εν δε τοις μεταγενεστέροις χρόνοις επικρατέστερα ήν η προσωνυμία αυτοκράτωρ.
Άλλη προσωνυμία συνηθεστάτη του Ρωμαίου αυτοκράτορος ήτο το δεσπότης. Το όνομα τούτο εν τη Βυζαντινών πολιτεία είναι μετάφρασις του Dominus (= οικοδεσπότης, κύριος του κράτους και κύριος εν γένει), όπερ οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες ελάμβαναν κατά μικρόν, ιδίως δε από του Διοκλητιανού. Εν Βυζαντίω μετηνέχθη το όνομα dominus εις δεσπότης κατά την κυριολεκτικήν του ονόματος τούτου σημασίαν. Και η αυτοκράτειρα ενταύθα εκλήθη δέσποινα. Αλλά το δεσπότης όπως και το ευρωπαϊκόν prince, principe εδίδετο προϊόντος του χρόνου ουχί απλώς εις τον αυτοκράτορα, αλλά και εις τους παίδας και αδελφούς αυτού, όπως βασίλισσαι εκαλούντο και αι βασιλόπαιδες (221). Βραδύτερον δε και η προσωνυμία αύτη μετά πολλών άλλων βασιλικών τιμών εδόθη και εις τους πατριάρχας (εξ ών ο Οικουμενικός μέχρι νυν καλείται «Αυθέντης και δεσπότης>), είτα δε και εις πάντας τους αρχιερείς (222).