← Table of contents
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Front matter (continued 4)

Reading edition

Αλλά μετά τον Αλφρέδον (τελευτήσαντα τω 900 μ. Χ.) επανελήφθησαν αι Δανικαί επιδρομαί, υποβοηθούμεναι και υπό εσωτερικών ταραχών των επελθουσών μετά τον θάνατον του Αλφρέδου. Τέλος δε περί το τέλος του 10 αιώνος Σουήνων ο βασιλεύς της Δανίας κατέλαβε το πλείστον της χώρας. Ο δε του Σουήνωνος υιός Κανούτος ο Μέγας, ο βασιλεύς Δανίας άμα και Νορβηγίας, συνεπλήρωσε την κατάκτησιν της, Αγγλίας, κυβερνήσας άλλως την χώραν μετά δυνάμεως και συνέσεως. Μετά τον θάνατον του Κανούτου καί τινας περί της κτήσεως της Αγγλίας μεταξύ των τούτου υιών έριδας, το κράτος περιήλθε πάλιν εις τον εκ του Αγγλοσαξονικού οίκου του Εγβέρτου και Αλφρέδου Α' Εδουάρδον τον Ομοληγητήν (1042-66). {154} Αποθανόντος δε του Εδουάρδου (1066) άπαιδος, κατέλαβε τον θρόνον του Άγγλος τις ευπατρίδης ισχυρός, Αράλδος, αλλά κατά τούτου επήλθε νυν από Γαλλίας ο ηγεμών των εν τη βορείω Γαλλία από του 911 εγκαταστάντων Νορμανδών (ίδε κατωτέρω) Γουλιέλμος ο λεγόμενος Κατακτητής. Ούτος νικήσας εν Άστιγγι τον Αράλδον (14 Οκτωβρίου 1066), φονευθέντα εν τη μάχη, έγινε κύριος της Αγγλίας και ίδρυσεν εν αυτή βασιλικόν οίκον βασιλεύοντα διά των πλαγίων αυτού γραμμών μέχρι νυν εν Αγγλία. Η Νορμανδική κατάκτησις του 1066 επέδρασε μεγάλως επί τον Αγγλικόν βίον, ου μόνον δυναστικώς και πολιτικώς, αλλά και εθνικώς και γλωσσικώς και κοινωνικώς και αντικατέστησε τον καθαρώς Γερμανικόν Αγγλοσαξονικόν λαόν διά του νέου Αγγλικού έθνους, του προελθόντος εκ της αναμίξεως του έθνους του Αγγλοσαξονικού μετά του έθνους των εν Γαλλία εκγαλλισθέντων ή εκρωμανισθέντων Νορμανδών. Τοιαύτη η ιστορία της Αγγλίας μέχρι του 1066, αφ' ού χρόνου νέα άρχεται περίοδος εν τη ιστορία της χώρας ταύτης.

11. Τα τρία Σκανδιναυικά κράτη.

Αι τρεις βορειόταται χώραι της Ευρώπης, αι καλούμεναι Σκανδιναυικαί, ήτοι η Δανία, η Νορβηγία και η Σουηδία, πολύ βραδέως εισέρχοται εις την ιστορίαν. Εκ τούτων η Δανία ωκείτο ανέκαθεν υπό λαών Γερμανικών βαρβάρων, ών η ιστορία μέχρι των χρόνων του Καρόλου του Μεγάλου είνε όλως μυθώδης. Επί του Καρόλου δε του Μεγάλου αναφέρεται βασιλεύς τις ισχυρός εν Δανία καλούμενος Γοδοφρείδος, καταβληθείς και ούτος υπό της δυνάμεως του Καρόλου. Επί των διαδόχων δε του Καρόλου φέρεται ο βασιλεύς Γώρμος ο πρεσβύτερος (863 μ. Χ.) υποτάξας πάντας τους μικρούς ηγεμόνας της Δανίας (ήτοι της Κιμβρικής ή Ιουτλανδικής χερσονήσου και των περί αυτήν νήσων) και διά τούτο γενόμενος πραγματικός ιδρυτής του Δανικού κράτους. Εκατόν και επέκεινα έτη μετά τούτον αναφέρεται ο βασιλεύς Αράλδος Β', εφ' ού πρώτον ο Χριστιανισμός και μετά του Χριστιανισμού πολιτισμός τις εισήχθη εις την Δανίαν, εστερεώθη δε επί του εγγόνου αυτού Κανούτου του Μεγάλου, όστις, ως θα ίδωμεν, εξέτεινε το κράτος αυτού και επί την Νορβηγίαν και επί την Αγγλίαν αυτήν.

{155} Εν Σουηδία ανέκαθεν ώκουν λαοί δύο διακεκριμένων γλωσσικώς απ’ αλλήλων φυλών, ο μεν Γερμανικής καταγωγής (οι Σουηδοί), ο δε Τουρκικής ή Φιννοτουρκικής (την γλώσσαν) καταγωγής. Ο Τουρκικής καταγωγής ούτος λαός, όστις κατώκει και εν ταις ανατολικαίς ακταίς της Βαλτικής, εν τη νυν Φιλλανδία της Ρωσίας (ένθα λαλείται έτι η Φιννική γλώσσα) (117), εν Σουηδία εξηφανίσθη ή απερροφήθη υπό των ΓερμανοΣουηδών. Οι Γερμανικής καταγωγής Σουηδοί, οίτινες μετά την εξαφάνισιν των Φίννων απετέλεσαν τον μόνον λαόν, της Σουηδίας, παρήχθησαν εκ της αναμίξεως δύο λαών, των κυρίως Σουηδών και των Γότθων. Εκ της Σουηδικής δε ταύτης χώρας των Γότθων, της μέχρι νυν καλουμένης Γοθλανδίας (= χώρας Γότθων) και των απέναντι ακτών της Βαλτικής, κατέβησαν και εις τας μεσημβρινωτέρας χώρας της Ευρώπης οι γνωστοί ημίν Βησιγότθοι και Ουστρογότθοι. Αι Σουηδικαί Γοτθικαί φυλαί έζων εν Σουηδία βίον βάρβαρον μέχρι του 9 μ. Χ. αιώνος, ότε διά τινος εκ της βορείου Γαλλίας καταγομένου ιεραποστόλου Άνσγαρ, του καλουμένου «ιεραποστόλου του Βορρά», διεδόθησαν εν τη χώρα τα πρώτα σπέρματα του Χριστιανισμού (830). Αλλ' η Χριστιανική πίστις μόλις επί του βασιλέως Ολάφ (βαπτισθέντος τω 1001 μ. Χ.) διεδόθη οριστικώς εν τη χώρα. Και μόλις από των χρόνων τούτων η Σουηδία ήρξατο να εκπολιτίζηται.

Εν δε τη Νορβηγία κατώκουν ανέκαθεν λαοί Γερμανικής καταγωγής, εις πολλάς διαιρούμενοι φυλάς βαρβάρους υπό ιδίων ηγεμόνων αρχομένας, άς πάσας ήνωσεν εις έν κράτος περί τα τέλη του 9 μ. Χ. αιώνος ο ηγεμών Αράλδος, ο εκ της ωραίας αυτού κόμης κληθείς Χααρφάγαρος (Haarfagar = έχων ωραίαν κόμην). Επί δε του εγγόνου τούτου Ολάφ Α' (συγχρόνου του Ολάφ Α' της Σουηδίας βασιλεύσαντος περί τα 1000 μ. Χ.), είτα δε επί του Ολάφ Β' (1020) διεδόθη ο Χριστιανισμός εν Νορβηγία. Οι κάτοικοι Νορβηγίας, Δανίας, Σουηδίας καλούνται και δι' ενός κοινού ονόματος Νορμανδοί, ήτοι βόρειοι ανθρώποι (Nordmannen και κατά νεώτερον τύπον Normannen), και υπό το όνομα τούτο εποιήσαντο από του 8 μέχρι του 10 αιώνος πολλάς επιδρομάς κατά θάλασσαν εις διαφόρους ευρωπαϊκάς χώρας και ίδρυσαν διάφορα κράτη.

12. Νορμανδοί ή Βάραγγοι.

Νορμανδοί εκλήθησαν οι κάτοικοι των τριών Σκανδιναυικών χωρών Δανίας, Νορβηγίας, Σουηδίας, ουχί εν τη ιδία αυτών χώρα, ούτε αυτοί εις εαυτούς έδοσαν το τοιούτον όνομα, αλλ' εκλήθησαν ούτως υπό των Γερμανών και έπειτα υπό των άλλων κατοίκων της Δυτικής Ευρώπης, των Ρωμανικών δηλονότι λαών, εν ταις μεγάλαις επιδρομικαίς αυτών θαλασσοπορίαις, άς ήρξαντο να επιχειρώσιν από του τέλους του 8 μ. Χ. αιώνος. Τω 787 εγένοντο αι πρώται Νορμανδικαί επιδρομαί εις τα ανατολικά παράλια της Αγγλίας, αίτινες μικρόν κατά μικρόν υπήγαγον την χώραν κατά τον 10 αιώνα καθ' ολοκληρίαν υπό το κράτος του Κανούτου. Από δε των αρχών του 9 αιώνος ήρξαντο Νορμανδικαί επιδρομαί γενόμεναι εις τα παράλια των βορείων Γερμανικών χωρών, ζώντος έτι του Καρόλου του Μεγάλου. Επί δε των διαδόχων του Καρόλου, ιδίως εν τοις εμφυλίοις τούτων προς αλλήλους πολέμοις, οι Νορμανδοί δεν περιωρίζοντο να προσβάλλωσι τα παράλια της Γερμανίας, αλλά διά των στομίων των μεγάλων Γερμανικών ποταμών εισέπλεον διά των πειρατικών ή επιδρομικών αυτών πλοίων εις τα ένδον των Γερμανικών χωρών, λεηλατούντες και καίοντες τας μεγάλας παραποταμίους πόλεις της νυν Ολλανδίας και της Γερμανίας (ιδίως το Αμβούργον, το Ακουίσγρανον και την Κολωνίαν). Συγχρόνως δε οι επιδρομικοί στόλοι των Νορμανδών ελυμαίνοντο τα βόρεια και τα δυτικά παράλια της Γαλλίας (τας πόλεις Ρουέν, Βορδώ, Νάντην). Τω 845 εισεχώρησαν μέχρι Παρισίων. Ωσαύτως δε τω 885- 886 πολλά στίφη Νορμανδικά επολιόρκησαν τους Παρισίους, οίτινες εσώθησαν τότε διά του ισχυρού Παρισινού ευπατρίδου Όδωνος. Και τα παράλια δε της Ιβηρικής χερσονήσου τα κατά τον Ατλαντικόν έπαθον ουκ ολίγα από Νορμανδικών πειρατικών επιδρομών. Ταυτοχρόνως δε οι πειρατικοί ούτοι στόλοι διά του Ηρακλείου πορθμού (ή πορθμού Γιβραλτάρ) εισέπλεον εις την Μεσόγειον και ελυμαίνοντο τα νότια παράλια της Γαλλίας και εισέδυον εισπλέοντες διά του Ροδανού εις τα ένδον της νοτίου Γαλλίας, συγχρόνως δε επετίθεντο και κατά των δυτικών παραλίων της Ιταλίας, λεηλατήσαντες και καύσαντες προς τοις άλλοις την Πίσαν. Άλλοι Νορμανδοί κατά τους αυτούς χρόνους κατελάμβανον χώρας παραλίους της Σκωτίας και της Ιρλανδίας· άλλοι απώκισαν την Ιρλανδίαν, άλλοι δε προυχώρησαν μέχρι της Γροιλλανδίας και της βορειανατολικής Ευρώπης, αιώνας ολοκλήρους προ της ανακαλύψεως της ηπείρου ταύτης υπό του Κολόμβου, χωρίς, εν τούτοις, να νοήσωσιν ότι ευρίσκοντο επί νέας ηπείρου. Αλλ' αι υπερθαλάσσιαι επιδρομαί των Νορμανδών εξετάθησαν και εις τας ανατολικάς ακτάς της Βαλτικής, οπόθεν εισέδυσαν μετ' ου πολύ και εις τα ένδον της Ρωσίας και κατήλθον μέχρι του Κιέβου ιδρύσαντες εν ταις χώραις ταύταις δύο κράτη Ρωσικά (862), εξ ών παρήχθη μετ' ολίγον το ενιαίον Ρωσικόν κράτος. Αλλά περί της ιδρύσεως του Ρωσικού κράτους υπό των Νορμανδών ποιησόμεθα λόγον εν τη ιστορία τη Βυζαντιακή.

{158} Νορμανδοί είναι γνωστοί εν Βυζαντίω υπό το έτερον όνομα αυτών Βάραγγοι ή Βαριγαίοι (Wäringen = θαλασσοπόροι (118)), χρησιμεύοντες ως μισθοφόροι, ιδίως δε αποτελούντες την αυτοκρατορικήν φρουράν.

Εν ταις τοιαύταις υπερθαλασσίαις επιδρομικαίς στρατείαις αυτών οι Νορμανδοί ίδρυσαν, ως είπομεν, και κράτη. Εκ των κρατών τούτων τα σπουδαιότατα είνε, πλην του Ρωσικού και του εν Αγγλία Δανικού κράτους του Σουήνωνος και Κανούτου, το Νορμανδικόν κράτος το ιδρυθέν εν αρχή του 10 αιώνος (911) εν τη βορείω Γαλλία, ής μέγα μέρος φέρει μέχρι νυν το όνομα αυτών (καλούμενον Νορμανδία, Normandie). Κατά τον χρόνον τούτον οι Νορμανδοί υπό τον αρχηγόν αυτών Ρόλλωνα απέσπασαν από του εν Γαλλία ασθενούς βασιλέως της Γαλλίας Καρόλου του Απλού την ειρημένην χώραν και ίδρυσαν κράτος, όπερ ανεγνωρίσθη και υπό του βασιλέως της Γαλλίας ως υποτελές, αλλ' ονόματι μόνον, τη Γαλλία κράτος. Οι εν Γαλλία Νορμανδοί παρέλαβον παρά των κατοίκων της χώρας, ήν υπέταξαν, τον Χριστιανισμόν και την γλώσσαν την Γαλλικήν ή Φραγκορωμανικήν, λησμονήσαντες, όπως προ αυτών αυτοί οι Φράγκοι, την ιδίαν αυτών Σκανδιναυικήν Γερμανικήν γλώσσαν αλλά διετήρησαν τα πολεμικά ήθη και τον πολεμικόν αυτών χαρακτήρα. Εκ της Νορμανδίας δε της εν Γαλλία ορμηθέντες οι Νορμανδοί υπό τον ηγεμόνα αυτών Γουλιέλμον τον κατακτητήν, καθά ήδη είπομεν (σ. 154), κατέλυσαν εν Αγγλία το των Αγγλοσαξόνων κράτος και ίδρυσαν νέον κράτος Αγγλικόν μετά νέων θεσμών (1066). Εκ της αυτής δε Νορμανδίας στίφη Νορμανδών κατελθόντα εις την κάτω Ιταλίαν έλαβον μισθοφορικήν στρατιωτικήν υπηρεσίαν υπό τους άρχοντας της χώρας Βυζαντινούς Έλληνας, αλλά μετ' ολίγον από μισθοφόρων στρατιωτών κατέστησαν αυτοί κύριοι της χώρας· υποτάξαντες δε και την Σικελίαν ίδρυσαν νέον κράτος ένθεν και εκείθεν του Σικελικού πορθμού· είτα δε επεχείρησαν την κατάλυσιν αυτού του Ελληνικού κράτους στρατεύσαντες επί τας εν Ευρώπη Ελληνικάς χώρας. Αλλά περί τούτων γενήσεται λόγος εν τη Βυζαντιακή ιστορία.

13. Σαρακηνοί πειραταί.

Καθ' ούς χρόνους οι από του όλως ζοφερού έτι βορρά και των υπερβορείων χωρών της Ευρώπης υπερθαλάσσιοι επιδρομείς ελυμαίνοντο δεινώς πάσας τας Ευρωπαϊκάς παραλίας από των ακτών της Βαλτικής και της Γερμανικής θαλάσσης μέχρι των παραλίων της Ιταλίας, εισδυόμενοι πολλαχού και εις μεσογείους χώρας, άλλοι υπερθαλάσσιοι πειραταί από Νότου και Αφρικής ενέβαλλον τρόμον εις τας Ευρωπαϊκάς ακτάς της Μεσογείου. Ήσαν δε ούτοι οι λεγόμενοι Σαρακηνοί (ίδε την λ. εν σ. 37 και σημ. 68), ήτοι Άραβες Μωαμεθανοί πειραταί ορμώμενοι από των απέναντι της Σικελίας βορείων ακτών της Αφρικής. {159} Οι Σαρακηνοί πειραταί, οι ενεργούντες όλως ανεξαρτήτως του Αραβικού κράτους του Χαλιφικού, μικρόν κατά μικρόν κατέλαβον, κατά τον 9 αιώνα, άπασαν την Σικελίαν, ως θέλομεν ιδεί εν τη Βυζαντιακή ιστορία, ελεηλάτησαν δε 150 πόλεις της νοτίου Ιταλίας (Καλαβρίας και Καμπανίας) και εξέτειναν τας πειρατείας μέχρι των προθύρων της Ρώμης απειλούντες αυτήν διηνεκώς και διαρπάζοντες και λεηλατούντες τα έξωθεν των τειχών της πόλεως ιερά ιδρύματα. Εισέδυον δε ούτοι και εις τα ένδον των περί την Μεσόγειον χωρών, εις το Πεδεμόντιον και εις την Προβηγκίαν· εν Σαβοΐα μάλιστα εξέτειναν τας επιδρομάς μέχρι των οχθών της Λεμάνης λίμνης (λίμνης της Γενεύης) και μέχρι Λοθαριγγίας. Οι αυτοί δε πειραταί, ως θέλομεν ιδεί, ελυμαίνοντο και Ελληνικάς παραλίους χώρας της Πελοποννήσου και τας νήσους του Αιγαίου. Εις την δύναμιν των Σαρακηνών πειρατών έθεσαν τέρμα, κατ' αξιομνημόνευτον σύμπτωσιν, οι από Γαλλίας και Ιταλίας μεταναστεύσαντες Νορμανδοί.

14. Τα εν Ισπανία.

Αλλ' ενώ ούτως αι χριστιανικαί ακταί της Μεσογείου δεινότατα έπασχον υπό μωαμεθανών πειρατών, εν τη μόνη μεγάλη χώρα της Ευρώπης τη υποκυψάση προ μικρού ολοσχερώς εις το κράτος των Αράβων μωαμεθανών, ήρξατο να διεξάγηται μέγας αγών μεταξύ Μωαμεθανισμού και Χριστιανισμού. Η δύναμις των Αράβων κατά τον 9 και 10 αιώνα είναι έτι μεγίστη εν Ισπανία· αλλ' εξ άλλου και τα μικρά χριστιανικά κράτη και ιδίως η Καστιλία και η Αραγωνία, άτινα εσχηματίσθησαν κατά μικρόν εν ταις ορεινοτάταις βορείοις χώραις της χερσονήσου, ήρξαντο κατά τους χρόνους τούτους δεικνύοντα ύπαρξιν και δύναμιν. Η από του Καρόλου του Μεγάλου κατάληψις της μεταξύ Πυρηναίων και Ίβηρος ποταμού χώρας (σ. 142) ενίσχυσε την θέσιν των χριστιανών. Ούτοι διά των διηνεκών κατά Μωαμεθανών αγώνων αυτών εγένοντο κατά τον 11 αιώνα κύριοι του ημίσεος της χερσονήσου, καταστάντες ισχυρότεροι των Μωαμεθανών πολεμίων, ούς περί το τέλος του 15 αιώνος εξέβαλον ολοσχερώς της πατρίδος αυτών.

15. Ούγγροι και Σλαύοι.

{160} Εν οίς ακριβώς χρόνοις Νορμανδοί από Βορρά και Σαρακηνοί από Νότου ετάραττον και ελυμαίνοντο δεινώς την νέαν Χριστιανικήν Ευρώπην, η Ανατολική Ευρώπη, μετ' αυτήν δε και η Μέση και Δυτική εις νέας εξετίθεντο φοβεράς εξ Ασίας επιδρομάς. Αφού μόλις διά του στιβαρού βραχίονος του Καρόλου του Μεγάλου κατεστράφησαν τα τελευταία λείψανα του Αραβικού κράτους, ήλθον ευθύς νέα πολυπληθή στίφη βαρβαρικά εκ της Ασίας διά της Ανατολικής Ευρώπης, καλούμενοι Ούγγροι, Πατσινάκοι, Ούζοι, λαοί τουρκικής πάντες καταγωγής. Τούτων οι φοβερώτατοι υπήρξαν οι Ούγγροι, ή όπως αυτοί εαυτούς καλούσιν Μαδζάροι ή Μοδζάροι (Μαγιάροι). Ο τουρκικός ούτος λαός των Ούγγρων άγνωστον πότε και εκ τίνος ακριβώς χώρας τουρκικής της Μέσης Ασίας ορμηθείς ήλθεν εις την Ανατολικήν Ευρώπην, ένθα, αφού επί τινα χρόνον διετέλεσεν υπό την κυριαρχίαν των ομοφύλων τούρκων Χαζάρων, προυχώρησε δυτικώτερον, εις τας νοτιοδυτικάς χώρας της νυν Ρωσίας (περί τας αρχάς του 9 αιώνος), χωριζόμενος από των Γερμανών διά των Σλαυικών λαών των οικούντων προς ανατολάς της Γερμανίας. Οι Σλαύοι ούτοι διά της Μεγάλης Μεταναστεύσεως των λαών απεώσθησαν από των ένδον της νυν Ρωσίας προς δυσμάς επί τους Γερμανικούς λαούς και υπό τούτων επί το ελληνικόν κράτος. Ο Κάρολος ο Μέγας, ούτινος το κράτος περιελάμβανε πάσαν την Γερμανίαν, ήλθεν εις συνάφειαν εχθρικήν προς τους Σλαύους, καθ' ών πολεμήσας κατέλιπε παρ' αυτοίς όνομα μέγα και φοβερόν συνώνυμον προς το του ισχυρού ηγεμόνος (ίδ. σημ. 109). Αλλ' οι πολυώνυμοι ούτοι Σλαύοι, οι οικούντες ανατολικώτερον της Γερμανίας και κατέχοντες πάσας σχεδόν τας προς ανατολάς του Άλβιος χώρας, της νυν Γερμανίας (ολόκληρον σχεδόν την Πρωσσίαν, ής το όνομα είναι Σλαυικόν, και μέγα μέρος της νυν Σαξονίας), επί των ασθενών διαδόχων του Καρόλου ήρξαντο ποιούμενοι δεινάς επιδρομάς επί τας Γερμανικάς, χώρας, τινές δε των Σλαυικών φυλών, οι Μοραυοί, ίδρυσαν και ισχυρόν κράτος, όπερ, επί του ηγεμόνος Ζβεντεπόλδου, εξετάθη και επί την Βοημίαν και Παννονίαν και μέχρι της νυν Σερβίας και των οχθών της Αδριατικής. Ο Λουδοβίκος ο Γερμανός, ο πρώτος βασιλεύς της Γερμανίας, και οι διάδοχοι αυτού δεινούς διεξήγαγον πολέμους εναντίον των Σλαύων, ιδίως εναντίον του μνημονευθέντος Ζβεντεπόλδου, αποθανόντος διαρκούντων έτι των πολέμων τούτων (895).

Μετά τον θάνατον του Ζβεντεπόλδου επί των ασθενών διαδόχων αυτού το κράτος το Μοραυικόν διενεμήθη μεταξύ άλλων μικροτέρων Σλαυικών Κρατών (Βοημίας, Πολωνίας) και των Ούγγρων. Καθόλου δε οι Σλαύοι ούτως εταπεινώθησαν υπό των Γερμανών κατά τον επόμενον (10) αιώνα, ιδίως επί του Όθωνος, ώστε το όνομα αυτών εκ των συχνών εξανδραποδισμών, ούς έπαθον, κατέστη συνώνυμον παρά τοις Ευρωπαίοις προς το ανδράποδον (esclave, Sklave = δούλος). (119) Από του 9 μ. Χ. αιώνος οι Σλαύοι της Μοραυίας περιήλθον κατά μικρόν εις τον Χριστιανισμόν διά των Ελλήνων ιεραποστόλων Μεθοδίου και Κυρίλλου. Αλλ' η εντελής παρ' αυτοίς και παρά τοις άλλοις Σλαυικοίς λαοίς του βορρά (πλην των Ρώσων) επικράτησις του χριστιανισμού υπήρξεν έργον των Γερμανών μετά αιώνας κατορθωθέν. Διά του χριστιανισμού δε και διά Γερμανικών αποικισμών οι πλείστοι των βορείων τούτων Σλαύων εξεγερμανίσθησαν ολοσχερώς. (120)

Αλλ' η κατάλυσις του Μοραυικού κράτους είχεν ολέθρια αποτελέσματα εις τε την Γερμανίαν και την Ευρώπην. Οι Ούγγροι, οι βαρβαρώτατοι πάντων των τέως εξ Ασίας εις την Ευρώπην εισβαλόντων λαών, εξαιρουμένων των Ούννων και των Βουλγάρων, και προς τους δύο μόνον τούτους λαούς δυνάμενοι να συγκριθώσι κατά την βαρβαρότητα και αγριότητα, ήλθον νυν εις άμεσον συνάφειαν προς την Γερμανίαν. Αυτός ο βασιλεύς της Γερμανίας Αρνούλφος ο του Λουδοβίκου του Γερμανού υιός, πολεμών εναντίον των Μοραυών, είχε καλέσει τους Ούγγρους εις βοήθειαν αυτού εναντίον του Ζβεντοπόλδου. {162} Αλλ' οι Ούγγροι, οι συμπράξαντες τοις Γερμανοίς προς κατάλυσιν της των Σλαύων Μοραυών δυνάμεως, μετά την κατάλυσιν του κράτους τούτου επέπεσον επ' αυτούς τους Γερμανούς. Επτά φυλαί Ουγγρικαί υπό επτά φυλάρχους τεταγμένους υπό τον υπέρτατον φύλαρχον Αρπάδον, τον μέγαν θεωρούμενον γενάρχην των εν Ευρώπη Ούγγρων, εισήλασαν εις την Παννονίαν, ένθα προ αυτών είχον εισβάλει οι ομόφυλοι αυτών, αλλ' εχθρικώς αυτοίς διακείμενοι Πατσινάκοι. Πανταχού όθεν διήρχοντο τα Ουγγρικά στίφη, έφερον την καταστροφήν και ερήμωσιν, ως πρότερον οι Ούννοι. Και το γραφόμενον περί αυτών υπό των συγχρόνων, ότι έτρωγον τα πτώματα των υπ' αυτών φονευομένων και έπινον το αίμα αυτών, καν θεωρηθή ως υπερβολή αφισταμένη της αληθείας, μαρτυρεί ουδέν ήσσον τίνα φρίκην ενεποίει εις τους τότε Ευρωπαίους το όνομα των Ούγγρων. Αι επιδρομαί αι Ουγγρικαί εξετάθησαν καθ' όλην την νότιον Γερμανίαν εξικνούμεναι μέχρι Ιταλίας και Γαλλίας και Λοθαριγγίας και βραδύτερον μέχρι Μοραυίας και Σαξονίας. Τρεις μεγάλαι Γερμανικαί στρατιαί κατεστράφησαν αλλεπαλλήλως. Ουδείς δε πλέον Γερμανός πολεμιστής ετόλμα ν' αντιμετωπίση την αγρίαν ορμήν των φοβερών στρατιών του Αρπάδου. Μάτην οι Γερμανοί επίσκοποι εκήρυξαν τας πρώτας σταυροφορίας εναντίον των Ούγγρων, μάτην επί του βασιλέως Λουδοβίκου του παιδός εκηρύχθη θανατική ποινή κατά παντός Γερμανού μη προσερχομένου υπό τας σημαίας. Οι Ούγγροι, επί ικανόν χρόνον εξηκολούθουν ατιμώρητοι τας σφαγάς, τους εμπρησμούς και τους εξανδραποδισμούς αυτών. Πρώτος ο βασιλεύς της Γερμανίας Ερρίκος Α', ως είδομεν, εδάμασεν οπωσούν την ορμήν των Ούγγρων (121), ο δε Όθων Α' μετά την μεγάλην καταστροφήν, ήν επήνεγκεν αυτοίς τω 955, έθηκε τέρμα εις τας Ουγγρικάς επιδρομάς. Έκτοτε οι Ούγγροι περιωρίσθησαν κατά μικρόν εν ταις μέχρι νυν υπ' αυτών οικουμέναις χώραις, και, αφού εξ ανάγκης έπαυσαν τας επιδρομάς, επεδόθησαν εις ειρηνικάς εργασίας, γενόμενοι ποιμένες και γεωργοί. Κατά δε τον επόμενον αιώνα ίδρυσαν βασίλειον, ούτινος ο πρώτος βασιλεύς Στέφανος Α' (997- 1038) κατέστη και απόστολος των Ούννων γενόμενος χριστιανός και προσαγαγών τον λαόν αυτού εις τον Χριστιανισμόν, κληθείς δε Αποστολική Μεγαλειότης (ίδε σημ. 12). Είναι δε οι Ούγγροι πλην των εξ αρχαιοτάτων χρόνων εν Ευρώπη οικούντων Φιννικών Τουρκικών λαών (ίδε σελ. 155), ο μόνος εξ Ασίας εις Ευρώπην μεταναστεύσας Τουρκικός λαός, διατηρηθείς αμιγής σχεδόν Τουρκικός και διατηρών την Τουρκικήν αυτού γλώσσαν (122), καταταχθείς δε εις την χορείαν των χριστιανικών πεπολιτισμένων Ευρωπαϊκών λαών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

Η ΕΥΡΩΠΗ ΜΕΤΑ ΤΟΝ 8 Μ. Χ. ΑΙΩΝΑ

1. Ο Μεσαιωνικός βίος υπό καθόλου έποψιν. — Στοιχεία κοινωνικής, πολιτικής, θρησκευτικής και ηθικής αναπτύξεως εν τω Μεσαίωνι κατά την Δυτικήν Ευρώπην.

Ο νέος εν Ευρώπη μετά την Μεγάλην Μετανάστευσιν των Λαών και την κατάλυσιν του Ρωμαϊκού κράτους εν τη Δύσει παραχθείς βίος, η νέα ούτως ειπείν Ευρώπη, μετά τεσσάρων αιώνων περίπου (από του 5 μέχρι του 9) έλαβεν επί τέλους περί τα τέλη του 8 αιώνος ωρισμένην μορφήν και χαρακτήρα και στερεάν βάσιν και αφετηρίαν αναπτύξεως. Ο σχηματισμός του μεγάλου Φραγκογερμανικού κράτους του Καρόλου, αύτη η εν τη ιστορία εμφάνισις του μεγάλου τούτου ανδρός και ηγεμόνος και τα πολλά και μεγάλα έργα αυτού, η δι' αυτού εν μορφή Φραγκορωμανική ανόρθωσις της δυτικής αυτοκρατορίας, η διάδοσις του Χριστιανισμού εις άπαντα τον Φραγκορωμανικόν και Γερμανικόν Ευρωπαϊκόν κόσμον, η διά των Ελλήνων εν Ανατολή και των Φράγκων εν τη Δύσει κατορθωθείσα αναχαίτισις του μωαμεθανισμού εν Ευρώπη, η επίδοσις της παπικής εξουσίας και η συνείδησις της ενότητος του Χριστιανικού κόσμου, ήν έλαβον οι λαοί διά των δύο ανωτάτων αρχών, της αυτοκρατορικής και της παπικής, ταύτα πάντα απετέλεσαν τα γενικά στοιχεία του Ευρωπαϊκού βίου και της ιστορικής αναπτύξεως. Αι μετά τον Μέγαν Κάρολον από των αρχών του 9 αιώνος αρξάμεναι νέαι από Βορρά και Νότου και Ανατολών βαρβαρικαί επιδρομαί των Νορμανδών, Αράβων και Ούγγρων έσεισαν μεν ισχυρώς το νέον οικοδόμημα, αλλά δεν εκλόνησαν, ουδ' ανέτρεψαν αυτό. Τουναντίον μάλιστα δύο των επιδρομέων τούτων, οι Νορμανδοί και οι Ούγγροι, εισήλθον μετ' ολίγον εις τον νέον χριστιανικόν Ευρωπαϊκόν βίον και απετέλεσαν ισχυρά ερείσματα αυτού. {164} Η δε υπό του καθόλου Μωαμεθανισμού κατά τον 7 και 8 αιώνα γενομένη από των δύο σκελών της Ευρώπης (της Ελληνικής και της Ιβηρικής χερσονήσου) ισχυρά διάσεισις της ανεγειρομένης Χριστιανικής Ευρώπης εν τη αποτυχία αυτής απέδειξε την μεγάλην στερεότητα του κορμού. Ούτως η νέα Ευρώπη και μετά τας ισχυράς, αλλά παροδικάς θυέλλας του 9 και 10 αιώνος, ηκολούθησε στερρώς την ιστορικήν εξέλιξιν, ής τα στοιχεία υπό γενικήν μορφήν εσκιαγραφήσαμεν εν τοις έμπροσθεν. Ενταύθα πραγματευόμεθα περί τινων ιδιαιτέρων στοιχείων και θεσμών του μεσαιωνικού Ευρωπαϊκού βίου, και εν πρώτοις περί του κοινωνικού και πολιτειακού συστήματος του φεουδαλισμού ή τιμαριωτισμού.

2. Φεουδαλισμός.

Φεουδαλισμός καλείται το σύστημα το κοινωνικόν και πολιτειακόν της κληρονομικής αριστοκρατίας της συνδεομένης μετά κληρονομικής εξουσίας, επί ωρισμένης χώρας εκάστου μεγάλου ευπατρίδου. Ούτω διά του φεουδαλικού πολιτεύματος το κράτος συγκροτείται από πολλών ιδιαιτέρων κρατών φεούδων (123) ή τιμαρίων καλουμένων, ών οι άρχοντες εισι και λέγονται ηγεμόνες υποτελείς (vassal, vassaux) προς το όλον κράτος και τον ηγεμόνα αυτού, όντα και καλούμενον κυρίαρχον ή υπέρτατον άρχοντα, (suzerain). Ο φεουδαλισμός ή τιμαριωτισμός είναι συνήθως αποτέλεσμα κατακτήσεως συστηματικής, διότι εν ταύτη η κυριευομένη γη διανέμεται εις τους καταλαμβάνοντας αυτήν διά του ξίφους αυτών. Εν Ευρώπη το σύστημα τούτο παρήχθη μετά την υπό των βαρβάρων Γερμανών κατάληψιν Ρωμαϊκών χωρών, και είχεν αναπτυχθή ήδη προ του Καρόλου του Μεγάλου εν τε τω Φραγκικώ κράτει και εν άλλοις Γερμανικοίς κράτεσιν. Ο Κάρολος επειράθη να καταλύση αυτό διοργανώσας το μέγα Φραγκογερμανικόν αυτού κράτος διοικητικώς ούτως, ώστε πάντες οι διοικηταί ή, ως ελέγοντο Λατινιστί, comites (124), κόμητες, εισίν απλώς ανώτεροι λειτουργοί του κράτους, ουχί κληρονομικοί. Αλλ' επί των διαδόχων αυτού επανήλθεν ισχυρότερον το σύστημα και διωργανώθη συστηματικώς. Ούτως εν παντί κράτει υπό τον ανώτατον άρχοντα ρήγα ή βασιλέα υπήρχεν η πρώτη τάξις ευγενών γερμανιστί μεν λεγομένων Herzog, λατινιστί δε dux (δουξ), υπό τούτους οι κόμητες γερμανιστί δηλούμενοι διά του αρχαίου γερμανικού ονόματος Graf = άρχων δικαστής, μεταξύ δε των δουκών και των κομήτων οι κόμητες των ορίων, επί του Καρόλου, οι έχοντες μείζονα εξουσίαν των συνήθων κομήτων καλούμενοι μαρκήσιοι, (Γερμανιστί Markgrafen, Γαλλιστί marquis εκ της Γερμανικής λέξεως mark = όριον), υπό τους κόμητας οι βαρώνοι (125), οι αποτελούντες την τελευταίαν και πολυπληθεστάτην τάξιν των φεουδαρχών, άρχοντες ούτοι απ' ευθείας των αγροτών ή των δουλοπαροίκων (Serf). Υπήρχον δε εν εκάστω ανωτέρου βαθμού φεούδω, οίον εν δουκάτω, φεουδάρχαι κατωτέρου βαθμού μαρκήσιοι ή κόμητες, και υπό τούτους βαρώνοι. {165} Και αυτοί δε οι ανώτατοι άρχοντες ή βασιλείς είχον ίδια φέουδα περιέχοντα κομητίας ή βαρωνίας ιδίας, και εις αυτά μικρά ή μεγάλα (ενίοτε ελάσσονα ή τα των ισχυρών υποτελών) περιωρίζετο η πραγματική αυτών κτήσις. Τα φέουδα ήσαν κληρονομικά, κληρονομούμενα και κατ' ιδίους νόμους φεουδαλικούς. Τα ένεκεν ελλείψεως κληρονόμων κενά μένοντα φέουδα διένεμεν ο ανώτερος φεουδάρχης, συνήθως δε ο ανώτατος, ήτοι ο βασιλεύς, εις άλλους ευγενείς. Η διανομή εγίνετο εν ταις γενικαίς συνόδοις των ευγενών. Εν τω φεουδαλικώ κτήματι ουδείς φεουδάρχης ηγεμών ήτο απολύτως ελεύθερος και ανώτατος άρχων ή κυρίαρχος (souverain εκ του μεσαιωνικού Λατινικού superanus = supremus) πλην των βασιλέων. Και παν φέουδον (δουκάτον τι λ. χ.), και πράγματι ανεξάρτητον αν ήτο, συνεδέετο πάντοτε, ως υποτελές, κατά θεωρίαν προς το βασίλειον. Αλλά κατά τας μετά του φεουδαλικού συστήματος συνδυασθείσας θρησκευτικάς και πολιτικάς θεωρίας της Μεσαιωνικής Ευρώπης, ουδ' οι βασιλείς (οι ρήγες δηλονότι re, roi ή k2onig καλούμενοι Ευρωπαίοι άρχοντες, ουχί ο εν Κωνσταντινουπόλοι βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων) ήσαν κυρίαρχοι (souverain), διότι δύο μόνον υπήρχον, κατά τας θεωρίας ταύτας, εν τω Χριστιανικώ βασιλείω αληθείς και νόμιμοι κυρίαρχοι, ο πάπας και ο αυτοκράτωρ, εκπροσωπών εκάτερος την ετέραν των μαχαιρών του Ευαγγελίου, αίτινες εθεωρούντο αναφερόμεναι εις την πνευματικήν και κοσμικήν εξουσίαν. Και τοιαύτη μεν ιδέα επί του Καρόλου του Μεγάλου είχε σημασίαν πραγματικήν κατά μέγιστον μέρος· αλλ' επί των διαδόχων αυτού το αυτοκρατορικόν αξίωμα ελάμβανον πολλάκις οι ασθενέστεροι του οίκου. Ότε δε από του Όθωνος Α' το αυτοκρατορικόν αξίωμα συνεδέθη διαρκώς μετά του αξιώματος του βασιλέως της Γερμανίας, ούτε οι της Γαλλίας βασιλείς (καίπερ του βασιλείου τούτου προελθόντος εκ της Φραγκογερμανικής αυτοκρατορίας του Καρόλου, ής κληρονόμοι εθεωρούντο νυν οι βασιλείς της Γερμανίας) ούτε άλλοι βασιλείς της Ευρώπης ανεγνώριζον την κυριαρχίαν του αυτοκράτορος του αγίου Ρωμαϊκού κράτους του Γερμανικού έθνους. Μόνοι οι βασιλείς της Βοημίας (οίτινες άλλως έλαβον το βασιλικόν αξίωμα παρά των Γερμανών αυτοκρατόρων του αγίου Ρωμαϊκού κράτους) και οι βασιλείς της Ουγγαρίας παροδικώς ανεγνώριζον την κυριαρχίαν του λεγομένου Ρωμαίου αυτοκράτορος της Δύσεως (εν τη βορείω Ιταλία αυτός ο ίδιος αυτοκράτωρ ήτο πάντοτε βασιλεύς, ίδε σ. 151-152). Μεθ' όλα ταύτα θεωρητικώς ο αυτοκράτωρ ήτο ο μόνος κυρίαρχος, ηγεμών του Χριστιανικού κόσμου, υπέρτατος πάντων των άλλων ηγεμόνων, έχων πάντας κατά θεωρίαν υποτελείς, καίπερ μη τελούντας φόρον, και μόνον ούτος έφερε την μεγαλειότητα του Ρωμαϊκού λαού (majestas populi Romani), την από του Ρωμαϊκού λαού και των αυτοκρατόρων αυτού κληρονομηθείσαν τιμήν της Μεγαλειότητος (Majestas, Sacera Majestas = αγία μεγαλειότης) (126). Και ουδείς φεουδάρχης, εννοείται δουξ, ηδύνατο να λάβη το αξίωμα του βασιλέως και να προσαγορεύηται βασιλεύς, αν μη ανεγνωρίζετο υπό του Αυτοκράτορος, εννοείται και υπό του Πάπα. Αλλά και του Αυτοκράτορος η εξουσία, κατά τας παπικάς αξιώσεις, ήτο απλούν τι σεληναίον φως, δάνειον του φωτός του ηλίου, της μόνης υπερτάτης εν τω Χριστιανικώ Παπισμώ εξουσίας, της παπικής. Και ο Πάπας, ο αξιών ότι ήτο Τοποτηρητής του Χριστού, ιδιοποιείτο και την εξουσίαν του διορίζειν και αναγορεύειν αυτοκράτορας (ούς αυτός μόνος έχριεν). Εντεύθεν μεταξύ των δύο υπερτάτων εξουσιών του Χριστιανικού κόσμου υπήρχον σπέρματα ερίδων και συγκρούσεων, αίτινες κατά καιρούς, ως θέλομεν ιδεί, έλαβον μεγάλας διαστάσεις.

Το φεουδαλικόν κοινωνικόν και πολιτειακόν σύστημα εγένετο μεν πάροχον αγαθού τινος εις τον βίον τον μεσαιωνικόν, διότι εδημιούργησε πολλά κέντρα κυβερνήσεων και διοικήσεων πατρικών, αλλά επιβλαβώς επί μακρόν επέδρασεν επί την ανάπτυξιν την πολιτικήν και κοινωνικήν διότι μέγιστον μέρος του λαού κατεδίκασεν εις δουλοπαροικίαν, εκώλυσε την ανάπτυξιν μεγάλων πόλεων και δημοτικών και πολιτικών ελευθεριών, έτι δε και την ανάπτυξιν της εμπορίας και βιομηχανίας (διότι οι δουλοπάροικοι ήσαν αγρόται), και μάλιστα της συγκοινωνίας (127), περιώρισε δε την παίδευσιν και πάσαν υψηλοτέραν ανάπτυξιν εις μόνην την αριστοκρατίαν.

3. Ιπποτισμός.

Μετά του φεουδαλισμού συνδέεται εν μέρει και ο ιπποτισμός. Ο ιπποτισμός ήτο κυρίως στρατιωτική υπηρεσία, ιππότης δε (chevalier γαλλιστί, γερμανιστί Ritter) ελέγετο ο στρατιώτης ο έφιππος. Καθ' όν δε χρόνον εν Ευρώπη ο φεουδαλισμός κατέστρεψε πάσαν λαϊκήν ελευθερίαν και διήρεσε τους ανθρώπους εις ευγενείς και δουλοπαροίκους, μόνη τάξις πολιτών ελευθέρα έμεινε των πολεμιστών και δη των ιπποτών, διότι τέλειος στρατιώτης ήτο ο ιππότης μεθ' όλης αυτού της στρατιωτικής πανοπλίας. Συνεδυάσθη δε ο ιπποτισμός μετά του φεουδαλικού συστήματος κατά τρόπον τοιούτον, ώστε πας ιππότης ήτο και μικρός τις τιμαριούχος, έχων μικρόν τι τιμάριον ήτοι κτήσιν γης μικράν, λαμβάνων αυτήν παρ' οιουδήποτε φεουδάρχου δι' αμοιβήν της προς αυτόν στρατιωτικής υπηρεσίας. Εντεύθεν ο ιππότης απετέλεσε κατά μικρόν τάξιν τινά ευγενείας, την κατωτάτην ευγένειαν. Επειδή δε η εις την τάξιν των ιπποτών είσοδος ήτο ουχί λίαν δυσχερής, και είχον το δικαίωμα τούτο προ πάντων οι εν τη οικιακή και στρατιωτική υπηρεσία των ηγεμόνων υπηρετούντες αυλικοί θεράποντες, ο αριθμός των ιπποτών ηυξάνετο εν πάσαις ταις χώραις αποτελών δεσμόν τινα μεταξύ της φεουδαλικής αριστοκρατίας και των πολλών υπηκόων ή μάλλον υποδούλων λαών. Αλλ' οι ιππόται, ενώ κοινωνικώς απετέλουν την κατωτάτην τάξιν της ευγενείας, ηθικώς εξεπροσώπουν την αρίστην και τελείαν. Ου μόνον διότι η ανδρεία εθεωρείτο, ως πάντοτε, ούτω προ πάντων εν τω Μεσαίωνι, ως κύριον γνώρισμα ευγενείας, πας δε ιππότης εθεωρείτο τύπος τέλειος ανδρείου, αλλά προ πάντων διότι αυτός ο βίος του ιππότου συνεδυάσθη μετ' επιτηδεύσεως ηθικών αρετών. Ούτω προσόν μέγα και γνώρισμα ανδρείου ιππότου εθεωρείτο ουχί απλώς τα ανδρείως μάχεσθαι εν πολέμοις, αλλά και το υπερασπίζειν πανταχού το δίκαιον, ιδίως το δίκαιον του ασθενούς εναντίον του ισχυρού, το προστατεύειν τον ασθενή και πένητα εναντίον της βίας των ισχυρών, το λέγειν πάντοτε την αλήθειαν, το τηρείν απαράτον τον λόγον της υποσχέσεως, το εμμένειν πιστώς εν τη φιλία.

{168} Επειδή η θρησκεία είχεν εν τω Μεσαίωνι μεγάλην ροπήν εφ' άπαντα τον βίον, και ο ιπποτισμός εθεωρήθη χριστιανική αρετή και ο ιππότης τέλειος χριστιανός πολεμιστής, καθόσον αι αρεταί του ιπποτικού βίου εθεωρούντο συμφωνόταται προς τα του Ευαγγελίου και της χριστιανικής Εκκλησίας ηθικά παραγγέλματα. Ούτω δε διεμορφώθη κατά μικρόν ίδιος βίος ιπποτικός, υπό ιδιαιτέρων ηθικών κανόνων διεπόμενος. Εφιλοτιμούντο δε και οι μεγάλοι φεουδάρχαι και αυτοί οι βασιλείς και αυτοκράτορες να επιτηδεύωσιν αρετήν ιπποτικήν και να λέγωνται ιππόται. Εντεύθεν δ' ο ιπποτικός βίος ελαβεν αίγλην τινά και γοητείαν ηθικήν παρεμφερή προς την του αρχαίου ηρωικού κόσμου (128) και εγένετο υπόθεσις ποιήσεως και φιλολογίας, ιδίως της ρωμαντικής (ίδ. κατωτέρω). Κατά τους χρόνους δε των σταυροφοριών (ίδ. κατωτέρω), ότε χρέος παντός χριστιανού εθεωρείτο να στρατεύη εις τους αγίους τόπους αγωνιζόμενος εντεύθεν υπέρ του Τάφου του Χριστού και των άλλων ιερών και καθόλου υπέρ της χριστιανικής πίστεως, οι ιππόται επρωταγωνίστουν εν τω αγώνι τούτω. Εντεύθεν δε οι ιππόται εγένοντο και στρατιώται της πίστεως. Έλαβε δε τότε μεγίστην επίδοσιν ο ιπποτισμός και διότι συνεδυάσθη μετά του βίου του μοναχικού. Εκ του συνδυασμού δε τούτου παρήχθησαν τα διάφορα μοναχικά ιπποτικά τάγματα, έχοντα ιδίας στολάς και ίδια διακριτικά σημεία (παράσημα), διδόμενα εις τους κατατασσομένους εις το τάγμα. Τα τάγματα ταύτα, εν οίς η ιδιότης του στρατιώτου του Χριστού και της Εκκλησίας συνηνούτο μετά της του ιππότου μαχητού, μεγάλας προσήνεγκον υπηρεσίας εις τον Χριστιανισμόν και εν Παλαιστίνη και εν ταις βορείοις χώραις της Ευρώπης (εν Πρωσσία, Λιθουανία, εν ταις ακταίς καθόλου της Βαλτικής, ένθα διά τοιούτων ιπποτικών ταγμάτων διεδόθη ο Χριστιανισμός. Κατά μίμησιν δε των τοιούτων ταγμάτων ήρξαντο και ηγεμόνες και κυβερνήσεις να ιδρύωσι διάφορα τάγματα, στρατιωτικά μετά διαφόρων παρασήμων προς ανάπτυξιν στρατιωτικών αρετών. Επειδή δε και αφού από του 15 αιώνος και έπειτα ο ιπποτισμός ο στρατιωτικός έπεσεν ένεκα της εν τοις όπλοις χρήσεως της πυρίτιδος και της υπεροχής ήν έλαβεν έκτοτε το εκηβόλον όπλον και της εντεύθεν προελθούσης ελαττώσεως της αξίας της προσωπικής ανδρείας, ιππότης εσήμαινεν ηθικώς πάντοτε τον ηθικώς γενναίον και χρηστόν άνδρα, ιδρύθησαν και ιπποτικά τάγματα, ού τα παράσημα απενέμοντο και απονέμονται εις μη στρατιωτικούς, αλλ' εις πάντα χρηστόν και γενναίον άνδρα, εκτιμώμενον υπό του ηγεμόνος ή υπό της πολιτείας και αμειβόμενον διά του παρασήμου τοιούτου τινός τάγματος (129).

Εκ των ειρημένων εννοείται ότι ο ιπποτισμός, αντιθέτως προς τον φεουδαλισμόν, υπήρξε στοιχείον λίαν ευεργετικόν και εκπολιτιστικόν υπό καθόλου έποψιν, διότι συνδυάσαν τας στρατιωτικάς αρετάς και τον φεουδαλικόν βίον προς τας αρετάς τας πολιτικάς, ηθικάς και θρησκευτικάς και εξευγενίσαν εν μέρει τον Μεσαιωνικόν βίον έδωκεν αυτώ μορφήν και αίγλην ποιητικήν· εντεύθεν δε παρέσχε και ύλην και τροφήν εις την ποίησιν και φιλολογίαν (όπως ο αρχαίος Ελληνικός ηρωικός βίος παρήγαγεν ηρωικήν επικήν ποίησιν) και συνετέλεσεν εις την πρόοδον του Χριστιανισμού.

4. Ο βίος των πόλεων.

Στοιχείον βίου μεσαιωνικού προαγαγόν την εκπολιτιστικήν εξέλιξιν του βίου τούτου είναι και ο βίος των πόλεων, ο βίος ο αστικός. Εν τω Ευρωπαϊκώ κόσμω, τω προελθόντι εκ της καταλύσεως του Ρωμαϊκού κράτους εν τη Δύσει και της συγκροτήσεως των Ρωμανογερμανικών και των ακραιφνώς Γερμανικών κρατών, πολλαί υπήρχον πόλεις, ιδίως εν Ιταλία, Γαλλία, Βρεττανία και Ισπανία, εν χώραις δηλονότοι, ών ήρξαν οι Ρωμαίοι. Διότι το Ρωμαϊκόν κράτος προήγε λίαν την κτίσιν πόλεων και σταθμών ή αποικιών στρατιωτικών (Coloniae). Πλην τούτων εν Γαλλία, Βρεττανία και Ισπανία και ο προ του Ρωμαϊκού Κελτικός βίος δεν απεστρέφετο τον αστικόν βίον εν μικροίς περιτετειχισμένοις πολίσμασι. Μόνος ο Γερμανικός βίος απεστρέφετο τας πόλεις και τον αστικόν βίον ηδόμενος τη εν μικραίς κώμαις εντός δασών οικήσει. Και διά τούτο εν ολίγοις μόνον τόποις της Γερμανίας, ένθα κατώρθωσε να θέση πόδα ο Ρωμαίος, παρά τον Ρήνον και έν τισι τόποις της νοτίου Γερμανίας υπήρχoν τινες πόλεις. Εν ταις Γερμανικαίς χώραις οι ηγεμόνες είχον απλώς τας εαυτών ακροπόλεις, εν αίς ήσαν και τα παλάτια αυτών, ως είχον τα πράγματα εν Ελλάδι εν τοις Πελασγικοίς χρόνοις. Αλλά και εν ταύτη τη χώρα ως πανταχού η διάδοσις του χριστιανισμού συνετέλεσεν εις ίδρυσιν πόλεων, δι' ιδρύσεως επισκοπών αποτελουσών πυρήνα πόλεως. Αλλ' εις την ανάπτυξιν των πόλεων κατά μεσαίωνα μεγάλα κωλύματα παρενέβαλλον το μεν ο φεουδαλισμός, το δε αυτοί οι επίσκοποι. Οι φεουδάρχαι ηξίουν να διοικώσιν αυτοί τας εν τοις φεούδοις αυτών κειμένας πόλεις δι' ιδίων διοικητών ή κομήτων, αναγνωρίζοντες μεν εις τους κατοίκους αυτούς ελευθερίαν τινά, και μη φερόμενοι προς αυτούς ως προς τους δουλοπαροίκους πενέστας [130] των αγροτικών κωμών, αλλά και μη επιτρέποντες την ελευθέραν δι' ελευθέρων αυτών θεσμών ανάπτυξιν. Οι δε επίσκοποι ήθελον να άρχωσιν αυτοί, ως ο Πάπας εν Ρώμη, εν ταις επισκοπικαίς πόλεσι. Και υπήρχε πλήθος τοιούτων μικρών επισκοπικών κρατών, ιδίως εν Γερμανία. Αλλά κατά μεν των επισκόπων αυτών αυτός ο Πάπας προσήλθε βοηθός εις τους κατοίκους των πόλεων προς κατάλυσιν της κοσμικής αυτών ταύτης δυνάμεως, καθ' ής αντέπραττον οι Πάπαι. Αι δε εν τοις φεουδαλικοίς κράτεσι πόλεις διά μακρών αγώνων προς τους φεουδάρχας κατώρθωσαν μικρόν κατά μικρόν να αναπτύξωσιν ελεύθερον αστικόν βίον. Το τοιούτον εγένετο πρώτον εν Ιταλία από του 11 αιώνος και εντεύθεν, είτα δε εν Γαλλία και εν Αγγλία. Και εν Γερμανία δε από του 10 αιώνος ήρξατο κατά μικρόν η επίδοσις των πόλεων και του αστικού βίου, καθ' όν τρόπον είπομεν ανωτέρω (σημ. 121), διά συστάσεως στρατιωτικών αποικιών εν τοις προς Ουγγαρίαν μεθορίοις. Είτα δε καθ' άπασαν την Γερμανίαν ιδρύθησαν αι λεγόμεναι αυτοκρατορικαί πόλεις, αι απ' ευθείας από του αυτοκράτορος εξαρτώμεναι και διά τούτο ελεύθεραι (131). Η μεγάλη επίδοσις των ελευθέρων πόλεων εν τε τη Γερμανία και Ιταλία και εν άλλαις χώραις Ευρωπαϊκαίς ανήκει εις την επομένην περίοδον του Μεσαίωνος την μετά τας Σταυροφορίας.

Ο βίος των πόλεων και καθόλου η ανάπτυξις και πρόοδος των πόλεων και του αστικού βίου συνετέλεσαν λίαν εις την εκπολιτιστικήν εξέλιξιν του Μεσαιωνικού βίου, διότι αι πόλεις κατά μικρόν κατεστάθησαν κέντρα αστικού βίου ελευθέρου, προδρόμου του ελευθέρου πολιτειακού βίου, έτι δε τέχνης, εμπορίας, βιομηχανίας και παιδεύσεως και γραμμάτων.

5. Τα μεσαιωνικά πολιτειακά συντάγματα.

Τα πολιτειακά συντάγματα ή τα πολιτεύματα της Μεσαιωνικής Ευρώπης ήσαν μοναρχικά φεουδαλικά πολιτεύματα, ήτοι πολιτεύματα μοναρχικά άμα και αριστοκρατικά επί φεουδαλικής κληρονομικής αριστοκρατίας στηριζόμενα, εν οίς ο βασιλεύς ήτο είς των αριστοκρατικών αρχόντων, ο ανώτατος πάντων κατά την τιμήν, ουχί πάντοτε και κατά την δύναμιν, εκπροσωπών την ενότητα του κράτους. Η διοίκησις του κράτους, ανήκεν εις τους κατά τόπους και βαθμούς φεουδάρχας, η δε γενική του κράτους κυβέρνησις, η διεξαγωγή δηλονότι των εις τα γενικά συμφέροντα αναφερομένων υποθέσεων, εγίνετο υπό του ανωτάτου ηγεμόνος, συγκαλούντος κατά χρονικάς περιόδους συμβούλια των διαφόρων φεουδαλικών τάξεων της τε κοσμικής και της του κλήρου αριστοκρατίας. Εν Γερμανία του τοιούτου συμβουλίου (Reichstag = συμβούλιον του κράτους) μετείχον πάντες οι φεουδάρχαι και οι προϊστάμενοι των αυτοκρατορικών πόλεων, εν Γαλλία δε αι δύο μνημονευθείσαι αριστοκρατικαί τάξεις, εις άς προϊόντος του χρόνου προσετέθη και τρίτη τις τάξις των ελευθέρων γαιοκτημόνων δημιουργηθείσα εν Γαλλία κατά μικρόν από του 11 αιώνος διά της ελευθερίας των δουλοπαροίκων. Εν Αγγλία και προ της Νορμανδικής κατακτήσεως ήσαν αι σύνοδοι του λαού (Witen agemot), περιλαμβάνουσαι πάντας τους εν οιωδήποτε κλάδω του βίου εξέχοντας πολίτας (διότι εν Αγγλία προ της Νορμανδικής κατακτήσεως δεν υπήρχε φεουδαλισμός αυστηρός, οίος εν τη ηπειρωτική Ευρώπη)· μετά δε την Νορμανδικήν κατάκτησιν (1666) το συμβούλιον πάντων των βαρώνων ή λόρδων του βασιλείου, το λεγόμενον παρλαμέντον (parliament), ήτο βουλή εν αρχή απλώς των λόρδων. Εκ των τοιούτων συμβουλίων κατά μικρόν προέκυψαν εν Αγγλία, εν δε τοις νεωτάτοις χρόνοις εν τη λοιπή Ευρώπη, αφού διά μεγάλων πολιτικών αγώνων κατέπεσεν ο φεουδαλισμός και επήλθε μάλλον ή ήττον κοινωνική ισοπέδωσις του λαού, αι νυν λεγόμεναι εθνικαί αντιπροσωπείαι, ή τα κοινοβούλια των Ευρωπαϊκών λαών.

6. Εκκλησιαστικά νόμιμα και θεσμοί μεσαιωνικοί.

Η Εκκλησία, πλην της καθόλου θρησκευτικής ηθικής ροπής αυτής επί την εκπολιτιστικήν εξέλιξιν του μεσαιωνικού βίου, της προερχομένης εκ του όλου ηθικού χαρακτήρος της Χριστιανικής πίστεως και ηθικής διδασκαλίας, συνετέλει εις την τοιαύτην εξέλιξιν και διά των ιδιαιτέρων αυτής καταστημάτων και θεσμών. Η Ρώμη μετά της ισχυρώς ωργανωμένης ιεραρχίας της Δυτικής Εκκλησίας εδημιούργει και εστερέου συνείδησιν της Χριστιανικής ενότητος εν τοις λαοίς από άκρου εις άκρον της Δύσεως, από των νοτιωτάτων ακτών της Μεσογείου μέχρι των βορειοτάτων παραλίων της Σκανδιναυικής χερσονήσου. Και η συνείδησις αυτή ήνου ηθικώς λαούς εντελώς άλλως, ένεκεν ελλείψεως πάσης άλλης υλικής και πνευματικής συγκοινωνίας, κεχωρισμένους απ' αλλήλων. Τάγματα πολυώνυμα μοναχικά διατρέχοντα την Ευρώπην από άκρου εις άκρον και μοναστήρια πλείστα κατά τόπους απετέλουν δεσμόν τινα κοινωνικόν και ηθικόν μεταξύ των λαών. Η Ρώμη ως πρωτεύουσα του Χριστιανικού κόσμου, ως «αιώνιος πόλις», και ο επίσκοπος αυτής ως υπέρτατος αρχηγός της Εκκλησίας και τοποτηρητής του Χριστού ήσαν σημείον ενώσεως ου μόνον εσωτερικής, αλλά και εξωτερικής. Μυριάδες χριστιανών εκ πάσης γωνίας της Δύσεως συνέρρεον εις την πόλιν ταύτην ως εις μέγα προσκυνητήριον του χριστιανικού κόσμου, ιδίως κατά παν πεντηκοστόν έτος (ως έτος Ιωβιλαίου), ότε εδίδετο και άφεσις αμαρτιών εις τους επιχειρούντας τοιαύτην προσκύνησιν. Ωσαύτως δε και η Παλαιστίνη και η αγία πόλις διά των εκ πάσης γης χριστιανικής συρρεόντων αυτόσε προσκυνητών ήτο δεσμός ενότητος ηθικής μεταξύ πάντων των χριστιανικών λαών της Ευρώπης. Πλην τούτου μεθ' όλας τας ατασθαλίας και την κατάχρησιν της αρχής, εις ήν παρεξετρέποντο οι δύο την ανωτάτην εν τω χριστιανικώ κόσμω αρχήν εκπροσωπούντες πάπας και αυτοκράτωρ, και μεθ' όλας τας προς αλλήλους έριδας αυτών, ενήργουν εκόντες ή άκοντες, φανερώς ή λεληθότως και αγαθόν τι όπερ του όλου χριστιανικού λαού. {173} Ως τοιούτον αγαθόν αναφέρομεν την θείαν εκεχειρίαν ή ειρήνην (Treuga Dei) την εν Βουργουνδία το πρώτον θεσπισθείσαν, είτα δε υπό του αυτοκράτορος Κορράδου Β' συναινέσει του Πάπα και εις Ιταλίαν και εις άλλας χώρας της Ευρώπης εισαχθείσαν, τω δε 1057 υπό του αυτοκράτορος Ερρίκου Γ' γενομένην νόμον του Γερμανικού κράτους. Κατά τον εκκλησιαστικόν άμα και πολιτικόν νόμον τούτον απηγορεύετο πάσα μεταξύ χριστιανών ένοπλος μικρά ή μεγάλη σύγκρουσις, καθ' άς ημέρας ετελείτο λειτουργία εν τη Εκκλησία, ήτοι από της εσπέρας της Τετάρτης μέχρι της πρωίας της Δευτέρας· ούτω δε το ήμισυ του έτους και πλέον απηλλάσσετο από των δεινών των ακαταπαύστως εν τοις χρόνοις εκείνοις μεταξύ των διαφόρων μικρών φεουδαρχών εν πάση χώρα Ευρωπαϊκή πολέμων. Και αυτά τα επιτίμια και οι αφορισμοί, οι εξακοντιζόμενοι υπό του Πάπα και της Εκκλησίας δίκην κεραυνών εναντίον ηγεμόνων και εμποιούντες αυτοίς τρόμον, μεθ' όλην την κατάχρησιν του τοιούτου ισχυροτάτου ηθικού όπλου την γινομένην υπό του παπισμού, συνετέλουν εις τον περιορισμόν της αλόγου αυθαιρεσίας και δεσποτείας των ηγεμόνων. Πλην τούτου υπό της Εκκλησίας, διά των μοναστηρίων και διά του κλήρου, εκαλλιεργούντο οπωσούν τα γράμματα κατά τους ζοφερούς εκείνους χρόνους της αμαθείας, και διά των μοναστηρίων και εν τοις μοναστηρίοις εσώζοντο τα χειρόγραφα βιβλία της αρχαίας φιλολογίας. Της Εκκλησίας τέλος κατά μέγα μέρος έργον υπήρξε και το μέγα γεγονός των Σταυροφοριών, περί ών γενήσεται λόγος εν τη ιστορία, της επομένης περιόδου.

7. Γράμματα και παίδευσις, τέχναι, βιομηχανία και εμπόριον εν Μεσαιωνική Ευρώπη.

Από του 5 και ιδίως από του 6 μ. Χ. αιώνος, αφού η Ρωμαϊκή αυτοκρατορία κατελύθη εν τη Δύσει, τοιαύτη επήλθε βαρβαρότης εν ταις δυτικαίς χώραις της Ευρώπης, ώστε η σπουδή και η καλλιέργεια των γραμμάτων, η τοσούτον προαχθείσα κατά τους χρόνους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας καθ' απάσας τας Ρωμαϊκάς χώρας της Δύσεως, εντελώς σχεδόν υπεχώρησεν εις το σκότος της αμαθείας και της απαιδευσίας. Μόνον εν Ιταλία, ήτις συνεδέετο πάντοτε προς την Ελληνικήν Ανατολήν, εκαλλιεργούντο οπωσούν τα γράμματα, προ πάντων μετά την επί του Ιουστινιανού γενομένην ανάκτησιν της Ιταλίας. Εστία των γραμμάτων, ιδίως εν Ρώμη, εγένοντο τα πολυπληθή εντός της πόλεως και περί αυτήν Ελληνικά μοναστήρια. Η δε Κάτω Ιταλία, ήτις και μετά την υπό των Λαγγοβάρδων κατάληψιν της Άνω Ιταλίας και μετά την από του Ελληνικού κράτους αποστασίαν της Μέσης Ιταλίας μέχρι του 11 αιώνος υπέκειτο εις το Ελληνικόν κράτος και μέχρι νυν έν τισι γωνίαις αυτής (εν Σαλεντίνη και εν Καλαβρία) διατηρεί έτι την Ελληνικήν γλώσσαν, έμεινεν εστία Ελληνικών γραμμάτων και παιδείας· ιδίως από του 8 αιώνος, ότε πολλοί πεπαιδευμένοι κληρικοί ένεκα της περί εικόνων έριδος έφευγον από Κωνσταντινουπόλεως και των άλλων Ελληνικών χωρών της Ανατολής εις την Κάτω Ιταλίαν. Από της Ιταλίας δε κατά μικρόν η καλλιέργεια των γραμμάτων διεδόθη και εις την άλλην Ευρώπην. Πρώτοι εκ των νέων Ευρωπαϊκών λαών των πέραν των Άλπεων ήρξαντο να καλλιεργώσι τα γράμματα οι Αγγλοσάξονες, αφού περί τα τέλη του 6 αιώνος προσήλθον εις τον Χριστιανισμόν. Εισηγητής της παιδείας και μάλιστα της Ελληνικής εκκλησιαστικής παιδεύσεως υπήρξε παρ' αυτοίς ο μνημονευθείς εν τοις έμπροσθεν Έλλην πρωθιεράρχης της Αγγλίας Θεόδωρος ο Ταρσεύς (κατά τον 7 αιώνα). Κατά τον 7 αιώνα πάντες σχεδόν οι λόγιοι (κληρικοί το πλείστον) ήσαν Αγγλοσάξονες. Αγγλοσάξων δε ήτο και ο διδάσκαλος των παίδων του Καρόλου του Μεγάλου Αλκουίνος. Ο Κάρολος ο Μέγας ειργάσθη υπέρ της καλλιεργείας των γραμμάτων εν τω μεγάλω κράτει αυτού ιδρύων σχολεία πολλαχού, καίπερ ων αυτός αγράμματος. Αλλ' επί των διαδόχων αυτού παρημελήθησαν τα σχολεία και η παίδευσις και περιωρίσθησαν μόνον εις τα Μοναστήρια και τον Κλήρον.

Από του 10 αιώνος, ότε ο βασιλικός οίκος της Γερμανίας συνήψε συγγένειαν προς τον βασιλικον οίκον της Κωνσταντινουπόλεως, και πολλοί Έλληνες εκ της πόλεως ταύτης μετέβησαν εις την Γερμανίαν, ήρξαντο και εν Γερμανία αι πρώται αρχαί της σπουδής των Ελληνικών γραμμάτων. Αλλ' η παίδευσις η μεσαιωνική συνίστατο κυρίως εν τη σπουδή της Λατινικής γλώσσης και φιλολογίας, ιδίως της εκκλησιαστικής. Λατινική δε ήτο και η γλώσσα, εν ή έγραφον πάντες οι λόγιοι· αύτη δε ήτο και επίσημος γλώσσα των κυβερνήσεων. Αλλ' εν ταις νεολατινικαίς ή Ρωμανικαίς χώραις η υπό του λαού λαλουμένη γλώσσα είχε την δημώδη αυτής ποίησιν, εν τη γλώσση δε ταύτη ανεπτύχθη η ποίησις η ιπποτική του Μεσαίωνος και οι μύθοι οι ποιητικοί. Ούτω δε ήρξατο να παράγηται κατά μικρόν προς τη λογία φιλολογία, τη καλουμένη Λατινική, των πεπαιδευμένων η δημοτική η λεγομένη Romance ήτοι Ρωμανική (ήτοι νεολατινική, Γαλλική, Ιταλική, Ισπανική) ή Ρωμαντική (132) . {175} Επιστήμη εκαλλιεργείτο εν τω Μεσαίωνι μόνον η Θεολογία καί τις φιλοσοφία καλουμένη Αριστοτελική, ως δήθεν στηριζομένη επί του φιλοσοφικού συστήματος του Αριστοτέλους, πράγματι δε μόνον τύποις της λογικής του Αριστοτέλους χρωμένη (133), φιλοσοφία λίαν πενιχρά, ήν έλαβον οι εν Ευρώπη από των εν Ισπανία μωαμεθανών Αράβων. Παρά των Αράβων δε τούτων, παρ' οίς από Βυζαντίου κατά τους χρόνους τούτους διεδόθησαν ου μόνον η σπουδή του Αριστοτέλους, αλλά και αι επιστήμαι αι μαθηματικαί, η γεωγραφία, η αστρονομία, η ιατρική, μεγάλως υπ' αυτών τούτων καλλιεργηθείσαι και αναπτυχθείσαι, έλαβεν η νέα Ευρώπη και των άλλων επιστημών τας αρχάς (134), αίτινες από του 13 αιώνος μόνον ήρξαντο λαμβάνουσαι ελευθέραν και αυτοτελή ανάπτυξιν εν Ευρώπη.

Η ανάπτυξις των καλών τεχνών περιωρίζετο κατά τον Μεσαίωνα εις την αρχιτεκτονικήν (την Γοτθικού ρυθμού) αναγομένη και αύτη κυρίως εις την μετά τας σταυροφορίας περίοδον. Η δε της γλυπτικής και ζωγραφικής επίδοσις ανήκει κυρίως εις τους εσχάτους χρόνους του Μεσαίωνος. Της μουσικής η ανάπτυξις περιορίζεται κυρίως εν τη Εκκλησία. Εν ταύτη επικρατεί η Ελληνική εκκλησιαστική μουσική διαδοθείσα εν τη Δύσει ιδίως κατά τον Δ' μ. Χ. αιώνα διά του επισκόπου Μεδιολάνων Αμβροσίου, και τον 6 αιώνα διά του πάπα Γρηγορίου Α'. Από του 8 μ. Χ. αιώνος ήρξεν εν τη Δυτική εκκλησία η χρήσις του μεγάλου μουσικού οργάνου του καλουμένου Οργάνου (αρμονίου), εισαχθέντος πάλιν από της Ελληνικής Ανατολής, ότε ο βασιλεύς Κωνσταντίνος Ε' έπεμψεν όργανον ως δώρον εις τον Πιπίνον τον Βραχύν (757), βραδύτερον δε και έτερον εις τον Κάρολον τον Μέγαν. Από του 12 αιώνος η Ευρωπαϊκή μουσική ήρξατο λαμβάνουσα ιδιόρρυθμον ανάδειξιν.

Βιομηχανία και βιομηχάνων τεχνών η ανάπτυξις ήτο λίαν πενιχρά εν τη μεσαιωνική Ευρώπη προ του 11 αιώνος, ωσαύτως δε και η εμπορία, ένεκα της περί την συγκοινωνίαν δυσχερείας. Το μέγα εμπόριον της όλης Ευρώπης ήτο σχεδόν μόνη η Κωνσταντινούπολις. Αλλά και η προς ταύτην εμπορική επιμιξία έλαβεν επίδοσιν κυρίως από του 11 αιώνος διά των Ιταλικών πόλεων, και έτι πρότερον εν σμικρώ μέτρω διά της Μασσαλίας. Κέντρα σπουδαία της προς την ανατολικήν Ευρώπην και βόρειον Ασίαν συγκοινωνίας ήσαν δύο Σλαυικαί πόλεις Κίεβον και Νοβογορόδ, ιδρυθείσαι κατά τον 6 μ. Χ. αιώνα (ίδε κατωτέρω). Η δυτική μεσόγειος ήτο τότε θάλασσα πειρατών Σαρακηνών μη παρέχουσα ασφάλειαν εις την ναυτιλίαν, αι δε κατά τας βορείους θαλάσσας και τον Ωκεανόν μέχρι Αμερικής τολμηραί θαλασσοπορίαι των Νορμανδών ήσαν επιδρομαί πειρατικαί, ουχί μόνον μη προάγουσαι την εμπορίαν, αλλά και κωλύουσαι τα μέγιστα την εμπορικήν συγκοινωνίαν. Μεγάλη ανάπτυξις θαλασσοπλοίας και εμπορίας κατά γην και κατά θάλασσαν ήρξατο κατά την επομένην περίοδον των σταυροφοριών.

Τοιαύτη εν κεφαλαίω η ιστορία της Μεσαιωνικής Ευρώπης μέχρι του τέλους του 11 μ. Χ. αιώνος. Νυν επανερχόμεθα εις την Ανατολήν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΑΡΑΒΩΝ ΑΠΟ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΤΟΥ 8 Μ. Χ. ΑΙΩΝΟΣ ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΤΟΥ 9 Μ. Χ. ΑΙΩΝΟΣ

1. Πτώσις των Ουμμεϊαδών. Η δυναστεία των Αββασιδών Χαλιφών.

Καθ' ούς χρόνους ήρχον εν τω Ελληνικώ κράτει οι μεγάλοι της Ισαυρικής λεγομένης δυναστείας βασιλείς Λέων Γ' και Κωνσταντίνος Ε' και η δυτική και Μέση Ευρώπη ανεμορφούτο διά του μεγάλου κράτους Καρόλου του Μεγάλου, εν τω Αραβικώ μωαμεθανικώ κράτει επήρχετο μεγάλη δυναστική μεταβολή, μεγάλως επιδράσασα επί τας τύχας του Μωαμεθανικού κόσμου. Η δυναστεία των Ουμμεϊαδών χαλιφών έπεσε περί τα 750 π. Χ. υπό επαναστάσεις αρξαμένας εν Περσία υπό τον εκ του οίκου του Μωάμεθ (εκ του αδελφού του πάππου αυτού Αββά) καταγόμενον Άραβα Αβουλαββά και ταχέως εκταθείσας μέχρι Συρίας και Δαμασκού. Ο τελευταίος εν Δαμασκώ άρξας Ουμμεϊάδης χαλίφης Μερβάν Β' ηττήθη και εφονεύθη υπό των επαναστατών. Και ο Αβουλαββάς ως χαλίφης εισήλασεν εις Δαμασκόν και εγένετο αρχηγός νέας δυναστείας χαλιφών, της των Αββασιδών. Η δυναστεία αύτη, καίπερ καταγομένη εκ του οίκου εις όν ανήκεν ο Μωάμεθ (εκ του οίκου Χασέμ), δεν κατήγετο απ' ευθείας από του Μωάμεθ ως η των Φατιμιδών (ίδ. σελ. 112), ούτε ήτο Σεϊτική ως αύτη (ίδ. σελ. 113), αλλά Σουννιτική ως η των Ουμμεϊαδών. Αλλ' ως πολεμία των Ουμμεϊαδών κατεδίωξε τούτους απηνώς εν πάση τη Ανατολή και κατέσφαξε πάντα τα μέλη της δυναστείας (ενενήκοντα τον αριθμόν). {177} Είς μόνον Ουμμεϊάδης, ο Αβδουρραχμάν, κατώρθωσε να διαφύγη το ξίφος του Αββασίδου χαλίφου. Ούτος φυγών κρυφίως από της Συρίας εις Αίγυπτον και διελθών τας αχανείς εκτάσεις της βορείου Αφρικής αγνώριστος, εν μέσω μυρίων περιπετειών αφίκετο εις Ισπανίαν, ένθα οι πολυπληθείς οπαδοί του οίκου αυτού ανεγνώρισαν αυτόν ως Χαλίφην. Ούτω δε ο Μωαμεθανικός κόσμος διηρέθη περί τα μέσα του 8 μ. Χ. αιώνος υπό δύο Χαλιφείας, την εν Ασία και Αφρική άρχουσαν χαλιφικήν δυναστείαν των Αββασιδών, και την εν Ισπανία άρχουσαν, παροδικώς δε και επί την πέραν του Ηρακλείου πορθμού εν Αφρική Μαυριτανίαν εκτείνασαν την αρχήν αυτής χαλιφικήν δυναστείαν των Ουμμεϊαδών. Των δυναστειών τούτων η ασυγκρίτως ισχυροτέρα και περιφανεστέρα και εν τω μωαμεθανικώ κόσμω και εκτός αυτού σεβαστοτέρα ην η πρώτη, η εκπροσωπούσα την αληθή δύναμιν του Ισλάμ. Αλλ' οπωσδήποτε και ούτως ο μωαμεθανικός κόσμος απώλεσε την πρώτην αυτού ενότητα και ηθικήν δύναμιν. Εν τούτοις επί ικανόν έτι έλαμψαν αμφότεροι οι χαλιφικοί οίκοι, ο τε της Ανατολής και ο της Ισπανίας.

2. Ο χαλιφικός οίκος των Αββασιδών.

Ο πρώτος Αβδασίδης χαλίφης Αβουλαββάς ο επικαλούμενος Ελσαφφάχ ήτοι σφαγεύς, διότι εν ονόματι αυτού ο θείος αυτού Αβδαλλάχ (135) κατέσφαξε δολίως 90 Ουμμεϊάδας, ήρξε τέσσαρα μόνον έτη (750-753) και αποθανών τω 753 κατέλιπε την αρχήν εις τον αδελφόν αυτού Αβού-Δζαφάρ-αλμανσούρ (753-754). Ο χαλίφης ούτος μετέθηκε την έδραν της χαλιφείας από της Δαμασκού εις την παρά τας όχθας του Τίγρητος αρχαίαν Βαβυλωνιακήν πόλιν Βαγδάτιον, ευρύνας και καλλωπίσας την πόλιν ταύτην και καλέσας αυτήν Δαρασσαλάμι = οίκον σωτηρίας. Τον χαλίφην τούτον, αποθανόντα τω 775, διεδέξατο ο υιός αυτού Μωάμεθ Α' Αλμαχαδί, ελευθεριώτατος γενόμενος εν ταις δημοσίαις δαπάναις, κατασκευάσας μεγάλας οδούς ανά παν το κράτος (εν αίς και την από Βαγδατίου μέχρι Μέκκας οδόν των προσκυνητών) και σταθμούς και πανδοχεία τα λεγόμενα εν τη Ανατολή συνήθως Καραβανσαράια (136), έτι δε στήλας λιθίνας σημειούσας τας αποστάσεις. Ο Αλμαχαδί ήλθεν εις πόλεμον, καθά είδομεν, προς την αυτοκράτειραν Ειρήνην και υπέβαλεν αυτήν διά του υιού αυτού Αρούν-αλ-ρασίτ εις φόρου απότισιν. Τον Αλμαχαδί τελευτήσαντα τω 785 διεδέξατο ο υιός αυτού Αρούν-αλ-ρασίτ, ήτοι Αρούν (Ααρών) ο Δίκαιος, διότι ήτο πεφημισμένος διά την επιμέλειαν αυτού περί απονομής εν τω κράτει αυστηράς δικαιοσύνης. Η κυβέρνησις του Αββασίδου τούτου χαλίφου, όστις ενίκησε και εταπείνωσε τον Έλληνα αυτοκράτορα Νικηφόρον Α', τον διάδοχον της Ειρήνης, και συνήψε σχέσεις φιλικάς προς τον βασιλέα των Φράγκων Κάρολον τον Μέγαν (ίδε σελ. 145), θεωρείται το λαμπρότατον σημείον της δυνάμεως και δόξης του χαλιφικού κράτους των Αββασιδών.

3. Ο χρυσούς αιών του Αραβικού πολιτισμού.

{178} Ο Αρούν μεθ' όλην την επί συνέσει φήμην αυτού διέπραξε το λάθος να διανείμη το κράτος μεταξύ των τριών υιών αυτού, του πρεσβυτάτου Αμίν έχοντος ως χαλίφου την υπερτάτην κυριαρχίαν επί των δύο άλλων. Αλλ' εντεύθεν προέκυψαν μετά τον θάνατον του Αρούν εμφύλιοι πόλεμοι, εν οίς εφονεύθη ο Αμίν (813), και ο Μαμούν, ο δεύτερος των αδελφών, έμεινε μόνος κύριος του κράτους, άρξας μέχρι του 833. Ο Μαμούν, όστις περιήλθεν εις εχθρικάς τε και φιλικάς σχέσεις προς τον Έλληνα αυτοκράτορα Θεόφιλον, δεξάμενος παρ' αυτού μεγαλοπρεπή πρεσβείαν, εφημίσθη διά την μεγάλην προς τα γράμματα και τας επιστήμας αγάπην. Επί του Μαμούν μεγίστην έλαβεν επίδοσιν εν τω Αραβικώ κράτει η από του Μανσούρ αρξαμένη και επί του Μαχαδί και του Αρούν-αλ-ρασίτ προαχθείσα θεραπεία της ποιήσεως, των γραμμάτων και των επιστημών. Ιδίως δε εκαλλιεργήθησαν λαμπρώς η σπουδή της Χρονογραφικής ιστορίας, της Φιλοσοφίας της Αριστοτελικής (της Λογικής, ή της διαλεκτικής, ίδε σελ. 175, εφαρμοζομένης εις την μετά των θεμελιωδών αρχών της μωαμεθανικής θρησκείας συνδυαζομένην φιλοσοφίαν), της Θεολογίας της μωαμεθανικής, της Νομικής, της Ιατρικής, της Γεωγραφίας, των Μαθηματικών και της Αστρονομίας. Και επ' αυτού μετεφράσθησαν εκ του Ελληνικού εις το Αραβικόν συγγράμματα των αρχαίων Ελλήνων ιατρών Ιπποκράτους και Γαληνού· μετεφράσθησαν δ' επίσης η Γεωμετρία του Ευκλείδου και η Γεωγραφία του Πτολεμαίου. Λέγεται μάλιστα ότι ο Μαμούν έν τινι προς τον Έλληνα αυτοκράτορα συνθήκη ειρήνης ως όρον κυριώτατον προέτεινε την εις αυτόν παράδοσιν εκατοντάδων τινών αντιγράφων του Αριστοτέλους και άλλων Ελλήνων συγγραφέων. Τον Μαμούν αποθανόντα τω 833 διεδέξατο ο αδελφός αυτού Αλμουτασσέμ (833- 842), ο τελευταίος των μεγάλων χαλιφών του Αββασιδικού οίκου, σύγχρονος του αυτοκράτορος Θεοφίλου, προς όν ήλθεν εις μέγαν πόλεμον (836), εν ώ κατ' αρχάς ηττήθη, είτα δε εγένετο νικητής. Μετά τον Αλμουτασσέμ άρχεται η παρακμή του κράτους των Αββασιδών χαλιφών και καθόλου της Αραβικής δυνάμεως ως και της Αραβικής φυλής εν Ασία. Η δύναμις και το κράτος του Μωαμεθανισμού μεταβαίνουσιν εν Ασία κατά μικρόν εις άλλας φυλάς Ασιατικάς, εις την Περσικήν και προ πάντων εις την Τουρκικήν, αίτινες νέαν δίδουσι ζωήν και δύναμιν εις το Ισλάμ. Αλλά, μεχρισού επέλθη αυτή η μεταβολή και μετάστασις δυνάμεως, εμεσολάβησε χρονική περίοδος εξασθενώσασα το Ισλάμ εν Ασία, καθ' ήν μεγαλουργοί αυτοκράτορες Έλληνες κατώρθωσαν επί τινα χρόνον ν' ανυψώσωσιν εν Ασία την δύναμιν του χριστιανικού Ελληνισμού. Αλλά ταύτα θέλομεν αφηγηθή εν τη ιστορία τη Βυζαντιακή, εις ήν επανερχόμεθα, αφού είπωμεν ελάχιστα τινα και περί, του εν Ισπανία χαλιφικού κράτους των Ουμμεϊαδών.

4. Το εν Ισπανία κράτος των Ουμμεϊαδών χαλιφών.

Ο μόνος εκ της σφαγής του οίκου των Ουμμεϊαδών διασωθείς Ουμμεϊάδης Αβδουραχμάν μετά πλείστας περιπετείας ίδρυσε, καθώς είπομεν, εν Ισπανία κράτος χαλιφικόν νέον (759). Ο Αβδουραχμάν Α' (άρξας από 759 μέχρι 788) είναι γνωστός εν τη Ευρωπαϊκή ιστορία της Δύσεως ιδίως ένεκα του κατ' αυτού πολέμου του Καρόλου του Μεγάλου (788), νικήσαντος αυτόν και αφαιρέσαντος την μεταξύ των Πυρηναίων και του Ίβηρος ποταμού Ισπανικήν χώραν, ήν προσέθηκεν εις το μέγα Φραγκικόν αυτού κράτος. Ο χαλίφης ούτος κατέστησε πρωτεύουσαν του κράτους αυτού την Κορδούβαν, ένθα έκτισε και την περίφημον ακρόπολιν και παλάτιον αυτού, το γνωστόν υπό το όνομα Αλκαζάρ.

Εκ των διαδόχων του Αβδουραχμάν Α' άξιοι μνείας είναι ο Χακήμ Α' (796-822) ένεκα της προστασίας, ήν έδωκεν εν τω κράτει αυτού εις τα γράμματα, εις την μουσικήν και εις την ποίησιν. Ο χαλίφης δε ούτος κατήρτισε πρώτος στόλον μέγαν εν τη Δυτική Μεσογείω τεταγμένον υπό αρχηγόν, καλούμενον, ως συνήθως παρά τοις Άραψιν, Αμιρ-αλμά, ήτοι Κύριον επί των υδάτων, οπόθεν εδημιουργήθη κατά παραφθοράν το κοινόν παρά πάσι τοις Ευρωπαίοις και εν πάσαις ταις Ευρωπαϊκαίς γλώσσαις όνομα amiral (Γαλλ., ή admiral Γερμαν., μετά των συνθέτων και παραγώγων αυτού, vice-amiral, contre-amiral, amirauté). Συγχρόνως δε ανεπτύχθη κατά τους χρόνους τούτους και η πειρατεία η Αραβοϊσπανική. Επί του υιού και διαδόχου του Χακήμ Αβδουρραχμάν Β' έτι μάλλον ανεπτύχθη η πειρατεία αύτη, πειραταί δε εξ Ανδαλουσίας της Ισπανίας ορμώμενοι αφήρεσαν τω 823 από του Ελληνικού κράτους την Κρήτην. Ο χαλίφης ούτος συνήψε σχέσεις προς τον Έλληνα αυτοκράτορα Θεόφιλον, δεξάμενος πρεσβείαν αυτού και πέμψας και αυτός πρεσβείαν εις Κωνσταντινούπολιν. Αλλ' αι διαπραγματεύσεις αι γενόμεναι τότε μεταξύ των δύο ηγεμόνων προς συνομολόγησιν συμμαχίας εναντίον του Αββασίδου χαλίφου έμειναν άνευ αποτελέσματος.

{180} Και ο Αβδουραχμάν εθεράπευσε μεγαλοπρεπώς εν τω κράτει αυτού τα γράμματα, την μουσικήν και την ποιητικήν. Εκ δε των μετά τον χαλίφην τούτον ανελθόντων εις τον θρόνον της Κορδούβης χαλιφών επισημότατος είναι ο Αβδουρραχμάν Γ' (912-961). Επί τούτου το εν Ισπανία κράτος των Ουμμεϊαδών εξίκετο εις το ύψιστον σημείον της εξωτερικής δυνάμεως και της εσωτερικής ακμής και πολιτισμού. Ο χαλίφης ούτος συνήψε σχέσεις προς το Ελληνικόν κράτος, ένθα εβασίλευεν ο Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος, δεξάμενος πρεσβείαν Ελληνικήν εν Κορδούβη και πέμψας εις Κωνσταντινούπολιν και αυτός πρέσβεις, ανταλλάξας δε ομοίας πρεσβείας και προς τον ισχυρόν βασιλέα των Γερμανών Όθωνα Α'. Τον Αβδουραχμάν Γ' τελευτήσαντα τω 961 διεδέξατο ο υιός αυτού Χακήμ Β' (961-976), όστις εκτήσατο μεγίστην δόξαν εν τη ιστορία, διότι μετ' αγάπης αφωσιώθη προς την εν τω κράτει αυτού καλλιέργειαν της ποιήσεως, των γραμμάτων και των επιστημών. Ο χαλίφης ούτος εποιήσατο τεραστίας δαπάνας εκ των πόρων του κράτους, ίνα καταρτίση εν Κορδούβη βιβλιοθήκην μοναδικήν εν τω τότε κόσμω διά τε το πλήθος των εν αυτώ 600 χιλ. τόμων και διά το σπάνιον και πολύτιμον των εκ πασών των χωρών της Ανατολής μετά μεγίστης επιμελείας συλλεγέντων βιβλίων (137). Μετά τον Χακίμ Β' το κράτος των Ουμμεϊαδών ήρξατο να παρακμάζη στρατιωτικώς προ πάντων ένεκα της διηνεκούς επιδόσεως των εν ταις βορείοις χώραις της Ιβηρικής χερσονήσου μικρών χριστιανικών κρατών, Λεώνος, Ναβάρρας, Καστιλίας, Αραγωνίας, εις ά κατά τον επόμενον (11) αιώνα προσετέθη και το της Πορτογαλλίας. Από του 11 αιώνος η ιστορία της Ισπανίας περιστρέφεται περί τους αδιαλείπτους πολέμους των χριστιανικών κρατών εναντίον των Αράβων, οίτινες απωθούμενοι διηνεκώς κατά μικρόν περιωρίσθησαν εις τα νότια της χερσονήσου, ένθα τα λείψανα αυτών διατηρηθέντα μέχρι του τέλους του 15 αιώνος εξεβλήθησαν τότε ολοσχερώς υπό της ηνωμένης μεγάλης χριστιανικής Ισπανίας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΑΠΟ ΤΩΝ ΑΡΧΩΝ ΤΟΥ 9 ΜΕΧΡΙ ΤΩΝ ΜΕΣΩΝ ΤΟΥ 11 Μ. Χ. ΑΙΩΝΟΣ

1. Το από του Νικηφόρου Α' μέχρι του Λέοντος Ε' (803-813 μ. Χ.).

Ο μετά την καθαίρεσιν της Ειρήνης ανελθών εις τον θρόνον Νικηφόρος Α' ήτο μεν ανήρ δραστήριος και ρέκτης [138], και ως πρώην υπουργός των Οικονομικών επεμελήθη καλώς της διευθετήσεως των οικονομικών του Κράτους, αλλ' ένεκα της μεγάλης αυτού αυστηρότητος περί την διαρρύθμισιν των οικονομικών και ιδίως διότι εξέτεινε τας υπέρ του κράτους οικονομικάς μεταρρυθμίσεις και επί τα τέως αφορολόγητα, εκκλησιαστικά και ιδίως μοναστηριακά κτήματα, εξήγειρε πολλήν καθ' εαυτού κατακραυγήν του Κλήρου. Υπήρξε δε ατυχής και εν ταις εν Ασία και Ευρώπη πολεμικαίς αυτού επιχειρήσεσι. Και εν Ασία μεν θελήσας να απαλλαγή του επονειδίστου φόρου, εις όν είχεν υποβληθή το κράτος επί της Ειρήνης υπό του Αββασίδου χαλίφου Αλμαχαδί (σ. 130), και διά τούτο περιελθών εις πόλεμον προς τον υιόν και διάδοχον του Αλμαχαδί περιώνυμον χαλίφην Αρούν-αλ-ρασίτ έπαθεν ήττας δεινάς, και υπεβλήθη (808) εις νέους έτι ταπεινωτικωτέρους όρους ειρήνης. Αλλ' ο κατ' ευτυχή σύμπτωσιν μετ' ολίγον επελθών θάνατος του Αρούν (809) και οι επακολουθήσαντες τω θανάτω αυτού μεταξύ των υιών εμφύλιοι περί της διανομής του κράτους πόλεμοι (σελ. 178) απήλλαξαν το Ελληνικόν κράτος της εκπληρώσεως των ταπεινωτικών όρων της ειρήνης.

Ατυχέστατος υπήρξε και ο κατά Βουλγάρων εν Ευρώπη πόλεμος, όν επεχείρησεν ο Νικηφόρος τω 810. Αλλά προ του πολέμου τούτου έχομεν ν' αναγράψωμεν γεγονός τι ευτυχές της βασιλείας του Νικηφόρου Α' επελθόν εν Πελοποννήσω τω 807. Κατά το έτος τούτο οι εν Πελοποννήσω, εν Αχαΐα δηλονότι και Αρκαδία Σλαύοι, επαναστάντες κατά των Ελλήνων επετέθησαν κατά των Πατρών και επολιόρκησαν στενώς την λίαν ανθηράν τότε ταύτην πόλιν της Πελοποννήσου. Μάτην οι πολιορκούμενοι κάτοικοι των Πατρών προσεδόκων βοήθειαν από της Κορίνθου, ένθα ήδρευεν ο στρατηγός της Πελοποννήσου, ήτοι ο στρατιωτικός και πολιτικός διοικητής της χερσονήσου. Αλλά κατά την κρίσιμον ταύτην στιγμήν διαδοθείσης, ένεκα τυχαίου γεγονότος, της φήμης ότι επήρχετο στρατός προς ελευθέρωσιν των πολιορκουμένων, τοσούτου επληρώθησαν θάρρους οι πολιορκούμενοι Πατρείς, ώστε ποιησάμενοι έξοδον κατετρόπωσαν τους βαρβάρους και τοσούτον όλεθρον επήνεγκον αυτοίς, ώστε επήλθεν έκτοτε η οριστική εν Πελοποννήσω καταστροφή των Σλαύων. Τούτων οι κατά Πατρών επελθόντες, όσοι εξ αυτών επέζησαν τη μεγάλη καταστροφή, εγένοντο δούλοι του Αγίου Ανδρέου του πολιούχου της πόλεως, ήτοι της Μητροπόλεως των Πατρών διότι, ότε μετά το γεγονός εγνώσθη ότι δεν ήτο αληθής η φήμη η περί αφίξεως βοηθείας από Κορίνθου, το θαύμα της απροσδοκήτου νίκης απεδόθη εις την βοήθειαν του Αγίου Ανδρέου. Το γεγονός τούτο μαρτυρεί προς τοις άλλοις πόσον αβάσιμα ήσαν τα λεχθέντα υπό του Φαλλμεράυερ περί της εντελούς, υπό των Σλαύων εξολοθρεύσεως των Ελλήνων της Πελοποννήσου, αφού το ιστορηθέν γεγονός μαρτυρεί ότι οι Σλαύοι ήσαν υπήκοοι των Ελλήνων και ότι επαναστάντες κατά τούτων έπαθον καταστροφήν υπό των κατοίκων μιας μόνης πόλεως εξαφανίσασαν σχεδόν το όνομα αυτών από της Πελοποννήσου. Ολίγιστα λείψανα Σλαύων διετηρήθησαν έτι έν τισι ορειναίς χώραις και ιδίως περί τον Ταΰγετον, απορροφηθέντα και ταύτα βραδύτερον υπό του Ελληνισμού, αφού προσήλθον εις τον Χριστιανισμόν.

Ηγεμών των Βουλγάρων, οίτινες είχον λίαν αποθρασυνθή εκ των κατά του στρατού της βασιλίσσης Ειρήνης επιτυχιών, ήτο νυν ο Κρούμμος. Κατά τούτου επήλθεν ο Νικηφόρος και επιτυχώς πολεμήσας εν αρχή, αφού υπερβάς τον Αίμον εισεχώρησεν εις τα ένδον της χώρας, ευρέθη αίφνης περικεκυκλωμένος υπό των εν τοις δάσεσιν ελλοχευόντων πολυπληθών Βουλγαρικών στιφών. Μετ' απεγνωσμένης ανδρείας ηγωνίσθησαν νυν ο βασιλεύς και οι περί αυτόν, αλλά κατεστράφησαν ολοσχερώς, εφονεύθη δε και αυτός ο Νικηφόρος (811). Ο των Βουλγάρων ηγεμών, ότε ο νεκρός του Νικηφόρου ευρέθη υπό τούτων, απέκοψε την κεφαλήν του νεκρού και κατ' έθιμον βαρβαρώτατον των βαρβάρων νικητών μετεποίησε το κρανίον εις ιδιαίτερον αυτού ποτήριον. Μετά την φοβεράν ταύτην καταστροφήν, ήν έπαθεν ο Ελληνικός στρατός εν Βουλγαρία, οι Βούλγαροι υπερβάντες υπό τον Κρούμμον τον Αίμον εξεχύθησαν εις την Θράκην και προυχώρησαν λεηλατούντες και τα πάντα καταστρέφοντες προς την Αδριανούπολιν, καθ' όν χρόνον ήριζον περί της αυτοκρατορικής αρχής ο Σταυράκιος ο υιός του Νικηφόρου και ο επί θυγατρός γαμβρός τούτου Μιχαήλ ο Ραγγαβέ. Τέλος υπερίσχυσεν ο Μιχαήλ, αφού ο Σταυράκιος μετά δίμηνον βασιλείαν έλαβε το μοναχικόν σχήμα και απήλθεν εις μοναστήριον. Αλλ' ο Μιχαήλ Α' έδειξε τοσαύτην αδράνειαν, ώστε οι Βούλγαροι μετά νέαν περί την Αδριανούπολιν νίκην επολιόρκησαν την πόλιν ταύτην, επήρχοντο δε συγχρόνως και κατά της Κωνσταντινουπόλεως, ένθα κατέφυγεν ο Μιχαήλ μετά των λειψάνων του ηττηθέντος στρατού. Εις τοιαύτην δε προελθόντων των πραγμάτων κατάστασιν και κινδυνευούσης αυτής της πρωτευούσης και μετ' αυτής άπαντος του κράτους, τρεις γενναίοι αρχηγοί του στρατού, Λέων ο Αρμένιος καλούμενος, διότι κατήγετο εξ Αρμενίων προγόνων, Μιχαήλ ο Παφλαγών ή Φρυξ και Θωμάς ο Καππαδόκης, συνεφώνησαν να σώσωσι το κράτος καθαιρούντες τον Μιχαήλ και αναβιβάζοντες εις την βασιλικήν αρχήν ένα εξ εαυτών. Έλαβε δε τον θρόνον τότε διά της συμφωνίας ταύτης ο Λέων Ε' (813-820), του Μιχαήλ Α' λαβόντος το μοναχικόν σχήμα.

Καθ' όν χρόνον ο Λέων Ε' ανήλθεν εις τον θρόνον, ο Κρούμμος και οι Βούλγαροι ευρίσκοντο ήδη προ των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως ένθα ο Κρούμμος ετέλει τας βαρβάρους, μετ' ανθρωποθυσίας συνδεομένας τελετάς αυτού. Αλλ' η υπό των Βουλγάρων πολιορκουμένη πόλις κατά θάλασσαν ελευθέραν έχουσα την συγκοινωνίαν δεν ηπόρει των επιτηδείων, τουναντίον δε οι Βούλγαροι, ενσκήψαντος κατά το έτος εκείνο, (813-814) βαρέος χειμώνος, υποφέροντες υπ' απορίας τροφών διεσκεδάσθησαν (139) προς εύρεσιν τροφής εις τας πέριξ της πόλεως κώμας και κωμοπόλεις, ας είχον ερημώσει προ μικρού. Εν τω μεταξύ ο Λέων ενισχύσας τον στρατόν αυτού εκ θαλάσσης εποιήσατο έξοδον εκ της πόλεως και καταδιώκων τα διεσκεδασμένα Βουλγαρικά στίφη επήνεγκεν αυτοίς (13 Απριλίου 814) φοβερωτάτην καταστροφήν παρά την Μεσημβρίαν. Η μάχη αρξαμένη από απροσδοκήτου εναντίον του στρατοπέδου του Κρούμμου νυκτερινής επιθέσεως ταχέως μετεβλήθη εις σφαγήν φοβεράν, καθ' ήν επληγώθη και ο Κρούμμος και απέθανε μετ' ολίγον εκ των πληγών. Έκτοτε οι Βούλγαροι επί 70 περίπου έτη απέσχον πάσης εις το κράτος επιδρομής και το όνομα της Μεσημβρίας κατέλιπεν αυτοίς μνήμην εξεγείρουσαν φρίκην.

Ο Λέων, ο τοσούτον γενναίος δειχθείς εν πολέμοις, εφάνη και εν τη εσωτερική διοικήσει του κράτους ικανώτατος, αντιληπτικώτατος ων καθόλου των πραγμάτων της κυβερνήσεως και ιδίως επιμεληθείς μετά ζήλου της δικαιοσύνης. Αλλ' ατυχώς ανακινήσας αύθις, κατ' απαίτησιν του στρατού το ζήτημα των εικόνων εναντίον των υπό της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου θεσπισθέντων περιεπλάκη εις νέας έριδας εκκλησιαστικάς προς τον κλήρον και ιδίως προς τους μοναχούς, ών μέγας αντιπρόσωπος ήτο τότε ο της εν Κωνσταντινουπόλει μονής του Στουδίου ηγούμενος Θεόδωρος ο Στουδίτης. Η τοιαύτη πολιτική του βασιλέως πολλάς εξήγειρε κατ' αυτού δυσαρεσκείας. Ταύτας δε επωφεληθείς ο μνημονευθείς Μιχαήλ ο στρατηγός, όστις ήτο δυσηρεστημένος κατά του Λέοντος, διότι δεν μετέσχε της εξουσίας καθ' ό μέτρον ηξίου, συνώμοσε μετ' άλλων εναντίον του βασιλέως. Η συνωμοσία απεκαλύφθη και οι συνωμόται συνελήφθησαν και έμελλον να φονευθώσιν. Αλλ' αναβληθείσης της εκτελέσεως του θανάτου αυτών, ένεκα της παρεμπιπτούσης εορτής της Χριστού Γεννήσεως, οι μήπω συλληφθέντες εκ των συνωμοτών ακριβώς την ημέραν της μεγάλης εορτής εισέδυσαν, μετεσχηματισμένοι εις ιερείς, εις τον ναόν των ανακτόρων και εφόνευσαν εκεί τον βασιλέα, καθ' ήν ώραν έψαλλεν επί του θρόνου τας Καταβασίας λεγομένας ωδάς της Εορτής (25 Δεκεμβρίου 820).

Οι συνωμόται ώρμησαν ευθύς μετά τον φόνον εις τας φυλακάς και ελευθερώσαντες τον Μιχαήλ ήγαγον αυτόν εις τον Ιππόδρομον και ανηγόρευσαν βασιλέα.

2. Μιχαήλ Β' ο Τραυλός (820-829 μ. Χ.).

Ο Μιχαήλ Β' ο επικαλούμενος Τραυλός ήτο μεν γενναίος στρατηγός και ανήρ νοήμων, αλλ' εστερείτο πάσης υψηλοτέρας ηθικής φρονήσεως. Εν τω ζητήματι των εικόνων ο βασιλεύς ούτος, ουχί εκ πεποιθήσεως, διότι ούτε πεποιθήσεις είχε θρησκευτικάς ούτ' ευσεβής ήτο, αλλ' υπό πολιτικών αγόμενος υπολογισμών ιδιοτελών, εκήρυξε τοις υπηκόοις ελευθερίαν συνειδήσεως ως προς το ζήτημα της προσκυνήσεως των εικόνων και ανεκάλεσεν από της εξορίας τον υπό του Λέοντος Ε' εξορισθέντα Θεόδωρον τον Στουδίτην. Αλλά και ούτω θρησκευτική ειρήνη εντελής δεν επήλθεν εν τω κράτει επί της βασιλείας του Μιχαήλ Β'. Επί της βασιλείας ταύτης ενέσκηψεν εις το κράτος και η μεγάλη συμφορά του εμφυλίου πολέμου, όν ήγειρε κατά του Μιχαήλ Β' ο προμνημονευθείς Θωμάς. Ούτος μετά τον θάνατον του Λέοντος Ε' θέλων να καταλάβη την αρχήν εστασίασε κατά του Μιχαήλ, και απελθών εις το κράτος του Αββασίδου χαλίφου (Μαμούν) και λαβών παρ' αυτού βοηθείας, στεφθείς δε βασιλεύς υπό του πατριάρχου Αλεξανδρείας του διατελούντος υπό το κράτος του Χαλίφου, και πολλάς επαρχίας του Ελληνικού κράτους προσαγαγών εις εαυτόν, εστράτευσεν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως μετά στόλου και στρατού. Αλλ' ο Μιχαήλ υποστηριζόμενος υπό των κατοίκων της βασιλευούσης πόλεως αντέστη ισχυρώς και κατέστρεψε τον στόλον, είτα δε και κατά γην τον στρατόν του Θωμά τον αποβάντα εις τα πέριξ της Κωνσταντινουπόλεως. Τέλος δε συλληφθείς και ο Θωμάς εφονεύθη υπό του Μιχαήλ διά φρικτών βασάνων. Και ούτω μεν ετέθη τέρμα εις τον εμφύλιον πόλεμον τον διαρκέσαντα τρία έτη και τοσαύτας συμφοράς επενεγκόντα εις το κράτος. {185} Αλλά τα έμμεσα του πολέμου τούτου αποτελέσματα απέβησαν ολεθριώτερα εις το κράτος, εις την χριστιανικήν θρησκείαν και εις το έθνος το Ελληνικόν· διότι διαρκούντος του πολέμου τούτου οι Άραβες της βορείου Αφρικής επωφελούμενοι την αμηχανίαν, εν ή ευρίσκετο η εν Κωνσταντινουπόλει κυβέρνησις, επετέθησαν κατά της Σικελίας και κατέλαβον μέρος αυτής. Αλλά το δεινότατον ήτο ότι τότε πειρατικός στόλος Σαρακηνών ήτοι Αράβων εξ Ισπανίας πειρατών υπό τον αρχιπειρατήν Αβουχαφίζ κατέλαβε την μεγαλόνησον Κρήτην, αφεθείσαν υπό των εν Κωνσταντινουπόλει ανυπεράσπιστον, και ίδρυσεν εν αυτή πειρατικόν κράτος μωαμεθανικόν, διατηρηθέν εν τη νήσω επί 140 περίπου έτη, μη εξαρτώμενον μήτε από του εν Βαγδατίω Αββασίδου χαλίφου, μήτε από του εν Ισπανία Ουμμεϊάδου, αλλ' αποτελούν καθ' εαυτό ίδιον πειρατικόν κράτος. Ο Μιχαήλ Β', εφ' ού επήλθεν η μεγάλη αύτη συμφορά, ετελεύτησε τω 829.

3. Ο αυτοκράτωρ Θεόφιλος (829-842 μ. Χ.).

Ο Θεόφιλος ως βασιλεύς εκέκτητο ουκ ολίγα προτερήματα φυσικά τε και διά παιδεύσεως προσκτηθέντα. Ήτο φύσει νοήμων και συνετός, έτυχε δε και παιδεύσεως οπωσούν επιμελούς και πολυμερούς, φίλος ων ιδίως των καλών τεχνών, και μάλιστα της αρχιτεκτονικής και της μουσικής, δεν εστερείτο δε και ευγενείας τινός χαρακτήρος και φρονημάτων αλλ' εδείκνυεν ενίοτε και πολλήν ιδιοτροπίαν εν τοις έργοις αναμιμνήσκουσαν εν μέρει την κακοτροπίαν του Μιχαήλ Β'. Η τοιαύτη, δε ιδιοτροπία δεν εμφαίνεται μόνον εν τω δημοσίω, αλλά και εν τω ιδιωτικώ βίω του βασιλέως τούτου. Περίφημος ως προς τούτο είναι η ιστορία των σχέσεων αυτού προς την ωραίαν και πεπαιδευμένην Εικασίαν ή Κασσιανήν, η λαβούσα χαρακτήρα ηθικώς λίαν τραγικόν (140)· χαρακτηριστικόν δε και το θρυλούμενον περί του τρόπου, καθ' όν ετιμώρησε τους φονείς του Λέοντος Ε'. τους σώσαντας τον πατέρα αυτού από θανάτου βεβαίου και επικειμένου (141). Αλλά και εν ταις προς το Αραβικόν κράτος σχέσεσιν αυτού και εν τω πολέμω, όν επεχείρησεν εναντίον του χαλίφου Αλμουτασσέρ έδειξεν ο Θεόφιλος δυστροπίαν μεγάλην γενομένην αιτίαν ανηκέστων εις το κράτος συμφορών. Ενώ εν τη αρχή της βασιλείας αυτού συνήψε φιλικωτάτας σχέσεις προς τον χαλίφην Μαμούν πέμψας μεγαλοπρεπή πρεσβείαν εις την αυλήν του Βαγδατίου και διαπραγματεύσεις εγίνοντο προς συνομολόγησιν ειρήνης επισήμου και διαρκούς μεταξύ των δύο κρατών, μετά τον θάνατον του Μαμούν (834) επί του Αλμουτασσέμ διεκόπησαν αι φιλικαί σχέσεις και επήλθε πόλεμος μεταξύ των δύο κρατών (833-834). Κατ' αρχάς ο Θεόφιλος προήλασε νικητής μέχρι της Σωζοπέτρας, γενεθλίου πόλεως του χαλίφου, και κατέστρεψεν απηνώς την πόλιν ταύτη καθ' ολοκληρίαν παρά τας προς αυτόν γενομένας υπ' αυτού του Χαλίφου παρακλήσεις ίνα φεισθή της ιδιαιτέρας αυτού πατρίδος. Η τοιαύτη ασύνετος και ήκιστα μεγάθυμος διαγωγή του Θεοφίλου προς τον ηττηθέντα αντίπαλον προυκάλεσε νέον μέγαν πόλεμον θρησκευτικόν κηρυχθέντα υπό του Χαλίφου καθ' άπασαν την μωαμεθανικήν Ασίαν. Τρεις στρατιαί μέγισται μωαμεθανικαί εισέβαλον εις την Μικράν Ασίαν, η δε υπό τον Χαλίφην κυρία στρατιά επήλθε κατ' αυτής της Φρυγικής πόλεως Αμορίου ήτις ην η πόλις, εν ή είχε γεννηθή ο του Θεοφίλου πατήρ Μιχαήλ Β' ο Τραυλός και ής το όνομα ην σύνθημα εν τω πολέμω τούτω γεγραμμένον επί των ασπίδων πάντων των μωαμεθανών στρατιωτών. Το Αμόριο μετά γενναίαν αντίστασιν εκυριεύθη και έπαθε φοβεράν καταστροφήν, καθ' ήν πλην των σφαγέντων ηχμαλωτίσθησαν 30 χιλιάδες των κατοίκων (836). Ευτυχώς οι εσωτερικοί περισπασμοί του Αραβικού κράτους δεν επέτρεψαν εις τον Αλμουτασσέμ να εξακολουθήση μετά της αυτής ορμής τον κατά του Ελληνικού κράτους νικηφόρον και καταστρεπτικόν αυτού πόλεμον. Αι πολεμικαί πράξεις εξηκολούθησαν μέχρι του 840 άνευ μεγάλων καταστροφών. Ο Θεόφιλος δε καταληφθείς υπό μεγάλης ανίας και θλίψεως επί τη καταστροφή του Αμορίου προσεβλήθη έκτοτε υπό νόσου, ήτις μετά τινα έτη έθηκε τέρμα εις την ζωήν αυτού (842).

Τραχύτητα ιδιότροπον έδειξεν ο Θεόφιλος και εν τη εκκλησιαστική αυτού πολιτεία. Ο βασιλεύς ούτος, καίπερ ων φίλος των καλών τεχνών, εφάνη αμείλικτος πολέμιος της προσκυνήσεως των εικόνων, θεωρών ταύτην ως λατρείαν ειδώλων. Διά τούτο δε και απηνώς κατεδίωξε τους υπέρ των εικόνων αμυνομένους μοναχούς, ένα δε τούτων, τον Θεοφάνην, τολμήσαντα να ελέγξη τον βασιλέα δημοσία εν τω ναώ, ετιμώρησε διά στίξεως επί του προσώπου αυτού 28 στίχων ιαμβικών, δι' ών και ηθικώς εστιγματίζετο ο ταλαίπωρος μοναχός ως όργανον πονηρού δαίμονος ταράττοντος την Εκκλησίαν.

Αλλά μεθ' όλα ταύτα η του Θεοφίλου βασιλεία δεν υπήρξεν εσωτερικώς άδοξος, ιδίως ως προς την ανάπτυξιν και καλλιέργειαν της τέχνης και των γραμμάτων. Ως φίλος της τέχνης εκόσμησε την Κωνσταντινούπολιν διά λαμπρών πολυτελών αρχιτεκτονικών μνημείων. Από της βασιλείας δε του Θεοφίλου ήρξατο νέα περίοδος τελεσφόρου σπουδής και καλλιεργείας των γραμμάτων εν Κωνσταντινουπόλει, η εξακολουθήσασα αδιάλειπτος κατά τους επομένους αιώνας και αναδείξασα άνδρας περιωνύμους εν τη ιστορία των γραμμάτων. Αυτός ο Θεόφιλος έτυχε παιδεύσεως λαμπράς έχων διδάσκαλον ένα των αρίστων λογίων των χρόνων αυτού, τον πατριάρχην είτα επί της Θεοφίλου βασιλείας γενόμενον Ιωάννην τον Γραμματικόν. Επί του Θεοφίλου δε έζη εν Κωνσταντινουπόλει ο περιώνυμος μαθηματικός και φιλόσοφος Λέων. Επί του Θεοφίλου δε επαιδεύθη εν Κωνσταντινουπόλει ο εν τη ιστορία των γραμμάτων μεγαλώνυμος γενόμενος μετ' ολίγον Φώτιος ο Πατριάρχης. Ο Θεόφιλος εδείχθη προς τούτοις και συνετός κυβερνήτης της δημοσίας οικονομίας, διότι, καίπερ πλείστα δαπανήσας χρήματα υπέρ της τέχνης, κατώρθωσεν όμως να καταλίπη το δημόσιον ταμείον πλουσιώτατον εις τους διαδόχους αυτού. Ετελεύτησε δε ο Θεόφιλος τω 842 μ. Χ.

4. Μιχαήλ Γ' (842-867).

Ο διαδεξάμενος τον πατέρα αυτού Θεόφιλον Μιχαήλ Γ' ήτο έτι ανήλικος και διά τούτο κατά τα πρώτα έτη της βασιλείας αυτού διετέλει υπό την κηδεμονίαν της μητρός αυτού Θεοδώρας, εχούσης συμβούλους τον αδελφόν αυτής Βάρδαν και άλλους επιφανείς άνδρας. Το πρώτον έργον της κυβερνήσεως της Θεοδώρας ήτο η αναστήλωσις των εικόνων γενομένη ειρηνικώς, συμφώνως προς τας περί προσκυνήσεως διατάξεις της Ζ' Οικουμενικής Συνόδου του 787. Η ημέρα, καθ' ήν δι' εκκλησιαστικής τελετής επισήμου εγένετο η αναστήλωσις πρωτοστατούντος εκκλησιαστικώς του πατριάρχου Μεθοδίου (842), εκλήθη Κυριακή της Ορθοδοξίας (συμπεσούσα κατά το έτος 842 τη 19 Φεβρουαρίου) και ως τοιαύτη εορτάζεται η ημέρα αύτη, η πρώτη Κυριακή των Μεγάλων Νηστειών, διότι θεωρείται ημέρα οριστικής νίκης και θριάμβου της Εκκλησίας εναντίον ουχί απλώς της εικονομαχίας, αλλά και πάσης αιρέσεως και κακοδοξίας.

Γενόμενος ο Μιχαήλ Γ' ενήλιξ έδειξε φύσιν φαύλην και μοχθηράν, έχουσαν πάσας τας κακίας του πάππου και τας ιδιοτροπίας του πατρός, ουδεμίαν δε των τούτων αρετών. Ήτο ηδυπαθής, άσωτος, ασεβής, εμπαίζων παν θείον και ανθρώπινον, ουδαμώς φροντίζων περί των συμφερόντων του κράτους και περιστοιχιζόμενος υπό φαυλοτάτων ανθρώπων εν τω ιδιωτικώ βίω, την δε όλην κυβέρνησιν του κράτους κατέλιπεν εις τον Βάρδαν. Ούτος και της αδελφής αυτού Θεοδώρας και των θυγατέρων αυτής την εν τοις ανακτόροις παρά τω Μιχαήλ παρουσίαν μη ανεχόμενος ενέκλεισεν αυτάς εις μοναστήριον ως μοναχάς, άρχων αυτός ως Καίσαρ, έχων μεν ούτω την προσωνυμίαν του δευτέρου μετά τον βασιλέα υπερτάτου άρχοντος του κράτους, ων δε πράγματι αυτός άρχων υπέρτατος. Και ήτο μεν ο Βάρδας ανήρ νοήμων και φίλος των γραμμάτων, αλλ' ήτο ασεβής και ανήθικος εν τω ιδιωτικώ βίω, φαύλος δε και ασυνείδητος εν τω δημοσίω. Επί της κυβερνήσεως αυτού τα του κράτους είχον εξωτερικώς κάκιστα. {189} Η Σικελία, η κατά μέρος καταληφθείσα ήδη επί του Μιχαήλ Β' υπό των Μωαμεθανών της Αφρικής (σ. 185), ολοσχερώς νυν κατεκτήθη υπό τούτων, απειλούντων εντεύθεν την Κάτω Ιταλίαν, ανήκουσαν έτι καθ' ολοκληρίαν εις το Κράτος το Ελληνικόν. Στόλος δε πειρατικός Αραβικός έχων ορμητήριον την από 30 ετών μωαμεθανικήν πλέον ούσαν Κρήτην δεινάς επέφερε καταστροφάς κατά τας ακτάς του Αιγαίου πελάγους εις Ελληνικάς πόλεις και τας εν αυτή νήσους. Δεν έπαυον δε και αι εις Μικράν Ασίαν επιδρομαί των Αράβων· εάν δε δεν απέβαινον τοσούτο καταστρεπτικαί, τούτο προήρχετο εκ της αδυναμίας, εις ήν ήρξατο να περιέρχηται το κράτος των Αββασιδών χαλιφών μετά τον Αλμουτασσέμ. Εν Ευρώπη δε μόνον ο από της εν Μεσημβρία καταστροφής του 873 συνέχων τους Βουλγάρους φόβος δεν παρέδιδε τας επαρχίας του κράτους εις την διάκρισιν των Βουλγάρων. Επί του Μιχαήλ Γ' δε ενεφανίσθησαν (865) έμπροσθεν της Κωνσταντινουπόλεως και νέοι από βορρά πολέμιοι οι καλούμενοι Ρως ή Ρώσοι, πολλάκις έκτοτε πειρατικάς ποιησάμενοι επιδρομάς εναντίον της πρωτευούσης. Αλλά και οι Σέρβοι οι εγκατασταθέντες υπό του Ηρακλείου εν ταις Ιλλυρικαίς του κράτους χώραις και οι Δαλμάται απέπτυσαν κατά τους χρόνους τούτους πάσαν εις το κράτος υπακοήν. Εν μέσω δε της εσωτερικής και εξωτερικής αθλίας ταύτης καταστάσεως νέον εδημιούργησεν η φαυλότης του Βάρδα ζήτημα εσωτερικόν εκκλησιαστικόν την τε εσωτερικήν ειρήνην του κράτους και της Εκκλησίας διαταράξαν και διά των εντεύθεν παραχθεισών προς τον Πάπαν ερίδων παρασκευάσαν τον οριστικόν χωρισμόν των δύο Εκκλησιών.

5. Έριδες Εκκλησιαστικαί επί του Μιχαήλ Γ'. Οι Πατριάρχαι Ιγνάτιος και Φώτιος.

Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως και Πατριάρχης Οικουμενικός (142) επί του Μιχαήλ και του Βάρδα ήτο ο Ιγνάτιος, ανήρ αυστηρών ηθών και υπερηφάνου αριστοκρατικού χαρακτήρος, καταγόμενος εκ γένους βασιλικού, άτε ων υιός του βασιλέως Μιχαήλ Α' και εγγονός από θυγατρός (της Προκοπίας) του Νικηφόρου Α'. Ο Ιγνάτιος γινώσκων τον ανήθικον βίον του Βάρδα, διατελούντος εν αθεμίτοις σχέσεσι προς την νύμφην αυτού, απεστέρησεν αυτόν δημοσία της μεταλήψεως των Αχράντων Μυστηρίων. Τούτο, ως εικός, παρώργισε τον καίσαρα Βάρδαν, όστις προέβη νυν εις την εν τω θρόνω τω Πατριαρχικώ αντικατάστασιν του Ιγνατίου διά του Φωτίου, ανδρός λογιωτάτου πάντων των συγχρόνων αυτού και συγγραφέως πολυμαθεστάτου και πολυγραφωτάτου. Ο Φώτιος δεν ήτο κληρικός, προήχθη δ' ευθύς από λαϊκού εις το υπέρτατον αξίωμα της Ιερωσύνης και εις τον Πατριαρχικόν θρόνον, διελθών εντός ολίγων ημερών πάσας τας βαθμίδας της χειροτονίας. Αλλ' η του Ιγνατίου από του Οικουμενικού θρόνου νόμιμος και οριστική απομάκρυνσις δεν ήτο κατορθωτή, ενόσω δεν παρητείτο αυτός ή δεν καθηρείτο υπό κανονικής Συνόδου αρχιερέων. Αλλ' ούτε το πρώτον εγίνετο ούτε το δεύτερον. Ο δε Βάρδας προς εκτέλεσιν του βουλεύματος αυτού προέβη εις την αυθαίρετον χρήσιν υλικής βίας, εξορίσας τον Ιγνάτιον εις τι εν τη Προποντίδι έρημον νησίδιον και καταδιώκων πάντας τους μένοντας πιστούς εις τον Ιγνάτιον κληρικούς. Αλλά τούτο επήνεγκε δεινάς ταραχάς εν Κωνσταντινουπόλει, ένθα μεγάλη μερίς κλήρου και λαού απεκήρυττον τον Φώτων και ως πατριάρχην νόμιμον ανεγνώριζον τον εξόριστον Ιγνάτιον. Προς τούτοις οι περί τον Ιγνάτιον επεκαλέσαντο νυν και την υπέρ αυτών επέμβασιν του τότε πάπα Ρώμης Νικολάου Α'. Η τοιαύτη υπό μερίδος του εν Κωνσταντινουπόλει κλήρου επίκλησις της διαιτησίας του Πάπα εγένετο ακριβώς καθ' όν χρόνον η παπική εξουσία είχεν ανέλθει εν τη Δύσει εις μεγάλην περιωπήν ηθικήν και μεγίστην εκέκτητο δύναμιν ηθικήν αξιούσα να δικάζη και δικάζουσα μάλιστα έριδας μεταξύ ηγεμόνων ως υπέρτατος άρχων και διαιτητής του χριστιανικού κόσμου (σελ. 148). Ο Νικόλαος Α' λοιπόν εθεώρησε νυν την περίστασιν κατάλληλον ίνα επεκτείνη την δύναμιν αυτού και επί την Ανατολήν. Και εν αρχή μεν απεδοκίμασε σφοδρώς τα κατά Ιγνατίου γενόμενα εν Κωνσταντινουπόλει, αλλ' είτα δελεασθείς υπό τινων ελπίδων συνήνεσεν εις την σύγκλησιν Οικουμενικής Συνόδου προς λύσιν της έριδος. Η Σύνοδος αύτη συνήλθεν εν Κωνσταντινουπόλει τω 861 και συναινούντων και των εν αυτή παρισταμένων ληγάτων, ήτοι απεσταλμένων του Πάπα, καθήρεσε τον Ιγνάτιον και επεκύρωσε την εκλογήν του Φωτίου. Αλλ' ο πάπας ψευσθείς των ελπίδων αυτού (143), συγκαλέσας ιδίαν τοπικήν Σύνοδον εν Ρώμη, κατεδίκασε την τ' εν Κωνσταντινουπόλει Σύνοδον και τους ιδίους αυτού επιτρόπους ως υπερβάντας τα όρια της δοθείσης αυτοίς εντολής, αφώρισε δε και τον Φώτιον. Αλλά και ο Φώτιος μετ' ολίγον (τω 867) απέστειλεν εγκύκλιον εις όλας τας Εκκλησίας της Ανατολής, εν ή δεινώς εμέμφετο την πολιτείαν και τας πράξεις του επισκόπου Ρώμης, καταγγέλλων προς τοις άλλοις την παπικήν Εκκλησίαν και επί καινοτομία αιρετική γενομένη εν τω Συμβόλω της πίστεως (144). Σύνοδος δε οικουμενική συνελθούσα τω αυτώ έτει κατεδίκασε και ανεθεμάτισε τον πάπαν. Αλλά τω αυτώ έτει, καθ' ό ταύτα εποίει ο Φώτιος, ο υπό του Μιχαήλ μετά τον υπ' αυτού γενόμενον φόνον του καίσαρος Βάρδα εις το αξίωμα τούτο υψωθείς πρώην ιπποκόμος αυτού Βασίλειος ο Μακεδών φονεύσας αυτόν ανήλθεν εις τον θρόνον γενόμενος ιδρυτής νέας βασιλικής δυναστείας, της Μακεδονικής καλουμένης. Ο Βασίλειος ευθύς μετά την εις τον θρόνον άνοδον κατέπαυσε τας εκκλησιαστικάς έριδας και επανήγαγε παροδικώς και την προς τον Πάπαν ειρήνην ανακαλέσας από της εξορίας τον Ιγνάτιον και αποκαταστήσας αυτόν εις τον θρόνον τον πατριαρχικόν, εξορίσας δε τον Φώτιον και είτα διά Συνόδου Οικουμενικής, επέτυχε την επικύρωσιν των γενομένων (869)· ο δε Ιγνάτιος έμεινεν επί του θρόνου εν ειρήνη μέχρι του θανάτου (879). Ότε δε πάλιν ο Βασίλειος επανήγαγεν εις τον θρόνον τον Φώτιον, Σύνοδος Οικουμενική συνελθούσα, εις ήν παρίστατο και Επίτροπος του Πάπα, επεκύρωσε την του Φωτίου ανάρρησιν (145).

Ούτω τα γεγονότα ταύτα τα περί τον Ιγνάτιον και Φώτιον δεν επήνεγκον οριστικόν σχίσμα μεταξύ των δύο Εκκλησιών· αλλ' η του Φωτίου σθεναρά προς την παπικήν Εκκλησίαν πολιτεία συνετέλεσεν εις τον βαθύτερον χωρισμόν των δύο Εκκλησιών. Ως δε είπομεν εν τοις έμπροσθεν (σ. 148), ο μεταξύ Ανατολής και Δύσεως χωρισμός προήρχετο εκ γενικωτέρων ιστορικών αιτίων, εις ά νυν προσετέθησαν και οι λόγοι οι θρησκευτικοί, οι επιτείναντες την διάστασιν και επενεγκόντες μετά τινα χρόνον το οριστικόν μεταξύ των δύο Εκκλησιών σχίσμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΗ ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ

1. Βασίλειος Α' ο Μακεδών.

Ο Βασίλειος Α' κατήγετο από Θράκης, εκλήθη δε Μακεδών, διότι εγεννήθη εκ του τμήματος εκείνου της Θράκης, όπερ υπήγετο εις το Θέμα (ήτοι την διοικητικήν περιφέρειαν) το καλούμενον Μακεδονικόν (146). Ήτο καταγωγής ασήμου (147), προήχθη δε εν τη υπηρεσία του Μιχαήλ Γ', ού ήτο εν αρχή απλούς ιπποκόμος, ων και απαίδευτος· ανήλθε δε εις τον θρόνον διά φόνου. Αλλ' είχε φυσικάς αρετάς και νοημοσύνην μεγάλην, ής παρέσχε δείγμα αφ' ού χρόνου ανήλθεν εις το αξίωμα του καίσαρος. Βασιλεύς δε γενόμενος έτι μάλλον εξηυγενίσθη εν τη αρχή, και έδειξεν ουχί μόνον σύνεσιν κυβερνητικήν, αλλά και άλλας αρετάς αληθώς βασιλικάς. Αφού δε κατέπαυσε ταχέως τας εκκλησιαστικάς έριδας και την προς τον Πάπαν ρήξιν, καθ' όν τρόπον αφηγήθημεν, έστρεφε την προσοχήν αυτού επί την εσωτερικήν διοίκησιν και την εξωτερικήν άμυναν του κράτους. Και εσωτερικώς μεν εβελτίωσε την διοίκησιν και ηνώρθωσε τα επί του Μιχαήλ Γ' εις αθλιωτάτην κατάστασιν περιελθόντα οικονομικά του κράτους, είτα δε παρασκευάσας κατά το ενόν [148] την στρατιωτικήν και ναυτικήν δύναμιν του κράτους, διά του στόλου και του αξιωτάτου ναυάρχου Ωορύφα έθηκε τέρμα εις την εν τω Αιγαίω πελάγει και εν πάσαις ταις Ελληνικαίς θαλάσσαις επικρατούσαν πειρατείαν των Σαρακηνών, αποκαταστήσας συγχρόνως και εν ταις ακταίς του Αδρίου εν Δαλματία την κυριαρχίαν του κράτους, και επανήγαγε τους Σέρβους υπό το κράτος αυτού ενεργήσας και την μεταξύ αυτών διάδοσιν του Χριστιανισμού. Ακολούθως εστράτευσεν εις Ασίαν εναντίον των Αράβων και αράμενος κατ' αυτών νίκην μεγάλην και περιφανή εν τη παρά την Μελιτηνήν επί των όχθων του Ευφράτου μάχη, ανεκτήσατο άπασαν σχεδόν την Μικράν Ασίαν και εξησφάλισεν αυτήν εναντίον των Αραβικών επιδρομών.

{193} Ο Βασίλειος Α' εξέδωκε και νομοθεσίαν Ελληνιστί, τον λεγόμενον «Πρόχειρον νόμον» (τω 870), την «Ανακάθαρσιν των νόμων» (τω 884) και την «Επαναγωγή του νόμου» (τω 885), δι' ών εν μέρει μετερρυθμίζετο η Ιουστινιάνειος νομοθεσία. Επί του βασιλέως τούτου προσήλθον εις τον Χριστιανισμόν και οι εν Μαΐνη (Μάνη) της Πελοποννήσου κατά τας νοτίους κλιτύας του Ταϋγέτου οικούντες και άχρι τότε την αρχαίαν αυτών Ελληνικήν θρησκείαν διατηρήσαντες Ελευθερολάκωνες. Ο Βασίλειος ετελεύτησε τω 886 καταλιπών το κράτος μετά 19 ετών βασιλείαν εις τον υιόν και διάδοχον αυτού Λέοντα ΣΤ' εξωτερικώς ασφαλές και ισχυρόν, και εσωτερικώς, διοικητικώς και οικονομικώς, εις αρίστην αναλόγως προελθόν κατάστασιν.

2. Λέων στ' ο Σοφός (886-912).

Ο Λέων ΣΤ', ο επικαλούμενος Σοφός, ουχί κατά την αρχαίαν του ονόματος έννοιαν της θεωρητικής και πρακτικής σοφίας, αλλά κατά την έννοιαν της προς τα κοινά γράμματα ασχολίας (149), ουδαμώς εφάνη βασιλεύς αληθώς σοφός. Η εξουσία αυτού υπήρξε χαλαρά εν τη κυβερνήσει του κράτους, ο στρατός και το ναυτικόν παρημελήθησαν, η διοίκησις περιήλθεν εις χείρας ανικάνων και ραδιουργών αυλικών, αυτός δε ο βασιλεύς ένεκα αδυναμιών εν τω ιδιωτικώ αυτού βίω διετάραξε την εσωτερικήν ειρήνην της Εκκλησίας και του Κράτους. Και ευθύς μεν μετά την εις τον θρόνον άνοδον ενήργησε την διά συνόδου αρχιερέων από του πατριαρχικού θρόνου έξωσιν του Φωτίου (ός ην πρότερον διδάσκαλος αυτού εξυμνηθείς υπό του μαθητού δι' επιγραμμάτων) δι' ουδεμίαν άλλην αιτίαν ή μόνον ίνα αναβιβάση εις τον πατριαρχικόν θρόνον τον νεώτερον (886-893) αδελφόν αυτού, τον το 16 της ηλικίας έτος μόλις άγοντα Στέφανον. Μετά τινα δε χρόνον νυμφευθείς μετά τον θάνατον της τρίτης αυτού συζύγου και τετάρτην γυναίκα (896) παρά τα θέσμια της Εκκλησίας, τα μη επιτρέποντα τέταρτον γάμον, ήλθεν εις ρήξιν προς τον πατριάρχην Νικόλαον τον Μυστικόν, τον διαδεξάμενον τον του Στεφάνου διάδοχον Αντώνιον Β' (893-895), άνδρα δίκαιον και αυστηρόν, μετ' ατρομήτου παρρησίας επιβαλόντα επιτίμιον τω τε βασιλεί και τη εκ παρανόμου γάμου συζύγω.

Ο Λέων ΣΤ' προβάς νυν εις την βιαίαν από του θρόνου του πατριαρχικού έξωσιν του Νικολάου δεν προυκάλεσε μεν σφοδράς εκκλησιαστικάς εν τω κράτει ταραχάς, οίας ο Βάρδας ένεκα της βιαίας εξώσεως του Ιγνατίου· διότι, επικαλεσάμενος νυν την του Πάπα επέμβασιν και δους αυτώ αφορμήν να ασκήση και εν Ανατολή δικαιοδοσίαν υπερτάτου της Εκκλησίας άρχοντος, εδικαιώθη υπό τούτου· αλλ' ηθικώς κατεδικάσθη εν τη συνειδήσει του κλήρου και του λαού. Και αυτός δε ο Λέων ηναγκάσθη μικρόν προ του θανάτου αυτού ν' ανακαλέση τον Νικόλαον εις τον θρόνον τον πατριαρχικόν και να εξαιτήσηται παρ' αυτού συγγνώμην των πεπραγμένων, να εξορίση δε τον υπ' αυτού του ιδίου (βασιλέως) εγκατασταθέντα και τα αρεστά αυτώ ποιήσαντα πατριάρχην Ευθύμιον. Μετά τινα δε χρόνον ο Νικόλαος έλυσεν οριστικώς το ζήτημα της τετραγαμίας διά συνόδου (921), απαγορευτικήν απολύτως εκδούσης κατά ταύτης απόφασιν. Το μόνον αξιομνημόνευτον ειρηνικόν γεγονός της βασιλείας του Λέοντος ΣΤ' ήτο η υπ' αυτού τω τελευταίω της βασιλείας έτει γενομένη νέα έκδοσις της «Ανακαθάρσεως των Νόμων» (σελ. 193), κληθείσα «Βασιλικά» και διαιρουμένη εις βιβλία εξήκοντα. Άλλως η 26 έτη διαρκέσασα βασιλεία του Λέοντος ΣΤ' επληρώθη πολέμων και επιδρομών βαρβαρικών γενομένων υπό Βουλγάρων, Αράβων και Ρώσων.

3. Ο νέος Βουλγαρικός πόλεμος.

Επί της βασιλείας του Λέοντος ΣΤ' επανήρξαντο οι από του 813 λήξαντες προς το Ελληνικόν κράτος πόλεμοι των Βουλγάρων. Νυν δ' όμως οι πόλεμοι ούτοι δεν ήσαν απλώς ληστρικαί επιδρομαί μεγάλαι ως αι μέχρι του 813, αλλά, καίπερ διατηρούντες τον ληστρικόν επιδρομικόν αυτών χαρακτήρα εν τω τρόπω της διεξαγωγής, κατήντησαν φυλετικοί, εκ φυλετικού μίσους κατά των Ελλήνων προερχόμενοι, εν μέρει δε και πολιτικοί προς πολιτικούς αποβλέποντες σκοπούς και συμφέροντα πολιτικά.

Οι Βούλγαροι από του έτους 814, καθ' ό έπαθον την πανωλεθρίαν της Μεσημβρίας, ή από του 817, ότε ειρήνευσαν προς το Ελληνικόν κράτος, μέχρι του 893, ότε ήρξατο ο νέος μέγας Βουλγαρικός πόλεμος, κατά το υπερεβδομηκονταετές τούτο χρονικόν διάστημα είχον αλλάξει οπωσούν τον πρότερον όλως βάρβαρον ληστρικόν βίον, επιδιδόμενοι εις έργα ειρηνικώτερα. Εις τούτο συνετέλεσε πρώτιστα η εις τον Χριστιανισμόν πρόσοδος αυτών γενομένη επί του βασιλέως Μιχαήλ Γ' και του πατριάρχου Φωτίου διά των τούτου ιδίως ενεργειών. Συμπίπτει δε το γεγονός τούτο μετά της κατά τους χρόνους τούτους διαδόσεως του Χριστιανισμού παρά πολλοίς Σλαυικοίς λαοίς και ιδίως παρά τοις Μοραυοίς και άλλοις νοτίοις Σλαυικοίς λαοίς. Δύο Έλληνες μοναχοί, καταγόμενοι εκ Θεσσαλονίκης, ο Μεθόδιος και ο Κύριλλος, από ζήλου θρησκευτικού ορμώμενοι και μαθόντες τας γλώσσας των ειρημένων Σλαυικών λαών, εκήρυξαν εν τούτοις και εν άλλοις πέραν του Δανουβίου οικούσι βαρβάροις (Πατσινάκοις) την Χριστιανικήν πίστιν, και μετέφρασαν την Ιεράν Γραφήν και τα λειτουργικά της Ανατολικής Εκκλησίας βιβλία εις την τότε κοινότερον παρά τοις νοτίοις Σλαύοις λαλουμένην Σλαβωνικήν λεγομένην γλώσσαν, σχηματίσαντες και αλφάβητον της γλώσσης ταύτης εκ του Ελληνικού, τον καλούμενον Κυριλλικόν (από του ονόματος του Κυρίλλου), ού ποιούνται χρήσιν πάντες σήμερον οι ορθόδοξοι Σλαυικοί λαοί.

Αλλ' εν Βουλγαρία ο Μεθόδιος και ο Κύριλλος διέδοσαν τα σπέρματα μόνον της χριστιανικής πίστεως, το δ' όλον έργον εξετελέσθη διά των ενεργειών του Φωτίου παρά τω ηγεμόνι των Βουλγάρων Βογόρει. Ούτος δε βαπτισθείς και λαβών το όνομα Μιχαήλ, ως αναδόχου γενομένου του βασιλέως Μιχαήλ Γ', συνετέλεσεν εις την διάδοσιν του Χριστιανισμού εν τω κράτει αυτού. Η επί του Βασιλείου Β' γενομένη εμπέδωσις της Χριστιανικής θρησκείας παρά τοις Δαλμάταις και τοις πρότερον (από του Ηρακλείου ήδη, σημ. 85) κατ' όνομα απλώς προσελθούσιν εις τον Χριστιανισμόν Σέρβοις και Κροάταις συνετέλεσεν εις την ταχυτέραν επικράτησιν της νέας θρησκείας και εν ταις Βουλγαρικαίς χώραις. Διά του Χριστιανισμού δε συνετελέσθη παρά τοις Βουλγάροις και η προ πολλού αρξαμένη και προχωρούσα εκσλαύισις αυτού. Ο κυρίως Βουλγαρικός καλούμενος λαός, καθά πολλάκις είπομεν, δεν ήτο Σλαυικός, αλλά Τουρκικός ή Ουννικός. Αλλ' η Κάτω Μοισία, η μεταξύ δηλονότι του Δανουβίου και του Αίμου κειμένη χώρα, εν ή από του τέλους του 7 μ. Χ. αιώνος εγκατέστησαν οι Βούλγαροι, είχε καταληφθή προ της των Βουλγάρων εγκαταστάσεως υπό Σλαυικών λαών. Ούτοι δε υποταχθέντες εις τους Βουλγάρους επέδρασαν κατά μικρόν επί την γλώσσαν των κατακτητών και αφωμοίωσαν τούτους προς εαυτούς. Καθ' όν δε χρόνον οι Βούλγαροι εγένοντο Χριστιανοί, είχον καταστή ήδη Σλαύοι την γλώσσαν. Άξιον δε σημειώσεως ότι ο πρώτος Βούλγαρος χριστιανός ηγεμών είναι και ο πρώτος Σλαυικόν φέρων όνομα Βόγορις, ενώ οι προ τούτου γνωστοί ηγεμόνες των Βουλγάρων (Κουβράτ, Ασπαρούχ, Τέρβελις, Κρούμμος) φέρουσιν ονόματα Τουρκικά. Ήρξαντο δε νυν να φέρωσι το πλείστον ονόματα χριστιανικά (Εβραϊκά ή Ελληνικά ή Ελληνορρωμαϊκά, Μιχαήλ, Συμεών, Σαμουήλ, Πέτρος, Ρωμανός) ή Σλαυικά (Βόρις ή Βόγορις, Βλαδίμηρος). Και αυτή δε η τιμητική προσωνυμία των Βουλγάρων ηγεμόνων από του Τουρκικού Χαν μετέστη νυν εις το Σλαυικόν Κνιάζ = ηγεμών, είτα δε εις το επίσης Σλαυικόν ή βεβαρβαρωμένον Λατινικόν Τσαρ (150).

Οι Βούλγαροι γενόμενοι Χριστιανοί απέβαλον οπωσούν την προτέραν αγριότητα των ηθών την συνδεομένην μετά της πρώην παχυλής κτισματολατρικής θρησκείας αυτών, και μετά βαρβάρων ταύτης μαγικών τελετών και ανθρωποθυσιών. Ήρξαντο δε νυν μετερχόμενοι και εμπορίαν και έργα βιοτεχνικά, οι δε ηγεμόνες και ευπατρίδαι αυτών να σπουδάζωσι και γράμματα ελληνικά. Αυτός ο υιός του πρώτου Χριστιανού Βουλγάρου βασιλέως Συμεών επαιδεύθη εν Κωνσταντινουπόλει τα ελληνικά γράμματα. Εννοείται δε ότι εν μέσω της ούτω μεταβληθείσης υπό καθόλου έποψιν καταστάσεως των πραγμάτων και της επικρατούσης επί 75 έτη ειρήνης ως και του τρόμου όν ενέπνεον εις τους Βουλγάρους τα όπλα τα Ελληνικά από του 814, και προ πάντων ένεκα της εμπορίας, ήν μετήρχοντο, ησθάνοντο την ανάγκην της ειρηνικής προς τας Ελληνικάς χώρας συγκοινωνίας και επικοινωνίας. Και όμως νυν επί της βασιλείας Λέοντος ΣΤ' ακριβώς λόγοι μετ' εμπορικών συμφερόντων συνδεόμενοι έδοσαν αφορμήν εις νέους μεγάλους μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων πολέμους, τάχιστα προσλαβόντας χαρακτήρα πολέμων κατακτητικών, εντεύθεν δε και σφοδρού φυλετικού ανταγωνισμού.

Οι Βούλγαροι διεξήγον κατά τους χρόνους του Βασιλείου Α' και Λέοντος ΣΤ' εμπορίαν κατά γην εξικνουμένην από του Ελληνικού κράτους μέχρι των ένδον της Γερμανίας. Αλλ', επειδή το μόνον μέγα εμπόριον της Ευρώπης όλης ήτο τότε η Κωνσταντινούπολις, σπουδαιότατον τοις Βουλγάροις ήτο να έχωσιν ελευθέραν εμπορικήν επικοινωνίαν και συναλλαγήν προς την πόλιν ταύτην και προς την Θεσσαλονίκην. Τα βαρέα δ' όμως τελωνιακά τέλη τα επιβαλλόμενα τη Βουλγαρική εμπορία καταχρηστικώς υπό των εν Θεσσαλονίκη διεξαγόντων το μονοπώλιον της Βουλγαρικής εμπορίας Ελλήνων παρήγαγον σχέσεις εχθρικάς μεταξύ των δύο κρατών. Και ο τω 993 ηγεμονεύων εν Βουλγαρία συνετός, πεπαιδευμένος και Ελληνομαθής, αυτός δη ο εν Κωνσταντινουπόλει παιδευθείς τα Ελληνικά γράμματα Συμεών (υιός του Βογόρεως ή Μιχαήλ Α', διαδεξάμενος εν τη αρχή τον πρεσβύτερον αδελφόν αυτού Βλαδίμηρον) ήρξατο φοβερού εναντίον του Ελληνικού κράτους πολέμου διαρκέσαντος, μετά μικρών διαλειμμάτων, έτη 36. Κατά τον πόλεμον τούτον οι Έλληνες καίπερ έχοντες κατά τα νώτα των Βουλγάρων ως συμμάχους τον φοβερόν τότε και άγριον Τουρκικόν λαόν των Ούγγρων ή Μαγιάρων (σελ. 160-61) και τους άλλους πέραν του Δανουβίου αγρίους Τουρκικούς λαούς Ούζους, Πατσινάκους, ως και τους γνωστούς χριστιανούς Τούρκους Χαζάρους, τους πιστούς πάντοτε συμμάχους των Ελλήνων, πολλά δεινά έπαθον και ήττας υπό του στρατού του Συμεών, όστις δεν ήρχε μόνον της νυν Βουλγαρίας, αλλά και των πέραν του Δανουβίου χωρών, της νυν Βλαχίας, Μολδαυίας, Τρανσυλβανίας και μέρους της νυν Ουγγαρίας. Ο πόλεμος ούτος, καθ' όν αι Βουλγαρικαί επιδρομαί εξετάθησαν καθ' όλας τας Ευρωπαϊκάς χώρας του κράτους μέχρι Πελοποννήσου, ηπειλήθη δε και αυτή η πρωτεύουσα, διήρκεσε καθ' όλην την βασιλείαν του Λέοντος ΣΤ' και επί των διαδόχων αυτού μέχρι του κατά το 929 επελθόντος θανάτου του φοβερού Συμεών.

4. Αι των Σαρακηνών πειρατικαί επιδρομαί.

Καθ' όν χρόνον αι εν Ευρώπη Ελληνικαί χώραι έπασχον φοβεράς εκ της Βουλγαρικής επιδρομής καταστροφάς, πειρατικοί στόλοι Σαρακηνών ορμώμενοι από Κρήτης, ενεργούντες εκ συμφωνίας προς τους Βουλγάρους επιδρομείς, ενέσπειρον τον τρόμον, τας αρπαγάς και τας παντοίας καταστροφάς καθ' όλας τας ακτάς και νήσους του Αιγαίου. {198} Τω δε 904 πειρατικός στόλος Σαρακηνός μέγας υπό την αρχηγίαν του αρνησιθρήσκου Λέοντος του Τριπολίτου εκυρίευσε την Θεσσαλονίκην, φοβεράς επενεγκών λεηλασίας και μυριάδας απαγαγών αιχμαλώτων Ελλήνων εκ της μεγάλης ταύτης, δευτέρας μετά την Κωνσταντινούπολιν, πόλεως του κράτους.

Και άλλαι δε πόλεις και νήσοι Ελληνικαί (ιδίως η Σάμος και η Λήμνος) έπαθον καταστροφάς υπό των Σαρακηνών πειρατών. Ούτοι απεθρασύνοντο τοσούτον εκ των επιτυχιών, ώστε διερχόμενοι διά του πειρατικού αυτών στόλου και τον Ελλήσποντον αυτόν ελυμαίνοντο τας ακτάς της Προποντίδος, απειλούντες και την Κωνσταντινούπολιν αυτήν.

5. Η εμφάνισις των Ρως ή Ρώσων πειρατών. Ίδρυσις του Ρωσικού κράτους.

Μεγάλη πειρατική επιδρομή επί του Λέοντος ΣΤ' εγένετο εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως από του Ευξείνου Πόντου υπ' άλλου τινός βορείου έθνους πειρατικού. Οι νέοι πειραταί κατερχόμενοι από Βορρά διά των μεγάλων ποταμών της Σκυθίας ή της νυν Ρωσίας εις τον Εύξεινον Πόντον επί απειραρίθμων πειρατικών πλοίων, ως κατά τον Γ' μ. Χ. αιώνα οι Γότθοι (σελ. 10), έπλεον εις τον Θρακικόν Βόσπορον λυμαινόμενοι τας ακτάς αυτού και απειλούντες αυτήν την Κωνσταντινούπολιν. Οι πειραταί ούτοι, οι φέροντες παρά τοις Βυζαντινοίς το όνομα Ρως ή Ρώσοι, εισίν οι πρόγονοι των σημερινών Ρώσων και ιδρυταί του κράτους του Ρωσικού.

Το Ρωσικόν κράτος ιδρύθη υπό των Νορμανδών των καταλαβόντων κατά τον 9 μ. Χ. αιώνα τας δυτικάς ακτάς της Βαλτικής θαλάσσης. Τίνες ήσαν οι Νορμανδοί ούτοι, οι κατά τους χρόνους τούτους περιπλέοντες διά του πειρατικού αυτών στόλου πάσας τας Ευρωπαϊκάς παραλίους χώρας και νήσους, από της Βαλτικής μέχρι του Ατλαντικού, και εκείθεν μέχρι της Μεσογείου, περί τούτων ικανός ήδη εγένετο λόγος εν τοις έμπροσθεν. Νυν δε ο λόγος περί των Νορμανδών των ιδρυσάντων το Ρωσικόν κράτος. Εν ταις από Σλαυικών (ιδίως Αντικών) λαών οικουμέναις χώραις της Ανατολικής Ευρώπης, της πάλαι Σκυθίας, είχον ιδρυθή περί τα μέσα του 6 μ. Χ. αιώνος, ότε ήρξαντο αι μεγάλαι από Βορρά προς Νότον μεταναστεύσεις των Σλαυικών λαών (ίδε σελ. 57), δύο πόλεις Σλαυικαί, αι μόναι πόλεις εν τη Σκυθική ερημία, η μεν περί τον Βορυσθένη ή Δάναπριν ποταμόν καλουμένη Κίεβον, η δε βορειότερον ταύτης Νοβογορόδ (= Νεάπολις). Αι πόλεις αύται κείμεναι εκτός και ύπερθεν της μεγάλης οδού των διά της νοτίου Ρωσίας γινομένων βαρβαρικών μεταναστεύσεων και εισβολών και χρησιμεύουσαι ως σταθμοί εμπορικοί της από της μέσης και δυτικής Ευρώπης προς την ανατολικήν Ευρώπην και εντεύθεν προς την Ασίαν διεξαγομένης εμπορίας, ήνθησαν ταχέως και κατά τον 8 αιώνα είχον προέλθει εις ικανήν ακμήν ευημερίας και πολιτικής προαγωγής, αναπτυξάσης και θεσμούς τινας δημοκρατικούς. Αλλ', ως συμβαίνει εν τοιαύταις πολιτείαις, την εσωτερικήν πολιτικήν ανάπτυξιν επηκολούθησαν και εσωτερικαί έριδες. {199} Εν Νοβογορόδ δε αυτοί οι κάτοικοι προς κατάπαυσιν των πολιτικών ερίδων επεκαλέσαντο τω 862 την επέμβασιν των παρά την Βαλτικήν Νορμανδών. Ούτοι δε υπό τρεις αρχηγούς Ρούριχ, Σινάους και Τρουβώρ καταλαβόντες το έτος εκείνο το Νοβογορόδ ίδρυσαν εν αυτώ στρατιωτικήν δυναστείαν υπό τον Ρούριχ. Ταυτοχρόνως δε άλλα Νορμανδικά στίφη υπό αρχηγούς Ασκόλδ και Διρ κατήλθον το αυτό έτος εις Κίεβον και καταλαβόντες βία την πόλιν ταύτην ίδρυσαν εν αυτή κράτος Νορμανδικόν. Και οι Νορμανδοί ούτοι υπό τους αυτούς αρχηγούς Ασκόλδ και Διρ κατελθόντες μετά πειρατικού στόλου 200 τροχαντήρων, ήτοι μικρών πλοίων, διά του Δανάπρεως εις τον Εύξεινον, ενεφανίσθησαν τω 865 εις τον Βόσπορον επί του Μιχαήλ Γ' υπό το όνομα Ρως (151). Αλλ' ο πειρατικός ούτος των Ρως στόλος διασκεδασθείς υπό τρικυμίας επέστρεψεν οίκαδε μετά πολλών απωλειών, ουδέν δυνηθείς να πράξη εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, πλην της επενεχθείσης εις τα εν τω Βοσπόρω προάστεια λεηλασίας.

Μετ' ολίγον εν αυταίς ταις χώραις των Ρως ή Ρώσων σπουδαία επήλθε μεταβολή πραγμάτων. Αποθανόντος εν Νοβογορόδω του Ρούριχ, ο τούτου συγγενής Ολέγ, επίτροπος γενόμενος της αρχής ως κηδεμών του Ιγώρ, του ανηλίκου υιού και διαδόχου του Ρούριχ υπέταξε τους εν Κιέβω Νορμανδούς υπό το κράτος αυτού, και ούτως εκ των δύο Ρωσικών κρατών του Νοβογορόδου και του Κιέβου εδημιούργησεν ενιαίον Ρωσικόν κράτος εκταθέν εν βραχεί μέχρι του Ευξείνου Πόντου. Ο Ολέγ δε ούτος ως άρχων του Ρωσικού κράτους επήλθε τω 906, διαρκούντος του φοβερού Βουλγαρικού πολέμου, μετά ισχυρού στόλου πειρατικού εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως επί του Λέοντος ΣΤ' και ένεκα της αδρανείας και ανικανότητος του βασιλέως τούτου διέπραξεν ανενοχλήτως λεηλασίας κατά τον Βόσπορον και κατά τα προάστεια αυτά της Κωνσταντινουπόλεως. Τότε δε πρώτον οι Ρώσοι ηνάγκασαν τον Λέοντα να συνομολογήση συνθήκην προς το Ρωσικόν κράτος επιτρέπουσαν τοις Ρώσοις να εμπορεύωνται προς το Ελληνικόν κράτος και να διαμένωσιν ως έμποροι επί τισιν όροις εν Κωνσταντινουπόλει.

Τοιαύτη περίπου ήτο η κατάστασις του κράτους η εξωτερική καθ' ό έτος (912) ετελεύτησεν ο Λέων ΣΤ', καταλιπών την αρχήν εις τον επταετή υιόν αυτού Κωνσταντίνον Ζ'.

6. Η βασιλεία του Κωνσταντίνου Ζ' του Πορφυρογεννήτου μέχρι του έτους 945.

{200} Τον Λέοντα ΣΤ' διεδέξατο ο εκ της τετάρτης γυναικός υιός αυτού Κωνσταντίνος Ζ', Πορφυρογέννητος και ούτος επικληθείς και υπό το όνομα τούτο κυρίως γνωστός γενόμενος εν τη ιστορία. Ο Κωνσταντίνος ην επταετής την ηλικίαν ότε ετελεύτησεν ο πατήρ, διετέλει δ' εν αρχή υπό την κηδεμονίαν του πατραδέλφου θείου αυτού Αλεξάνδρου. Αλλά και τούτου τελευτήσαντος μετά έν έτος (913), ανέλαβε την κηδεμονίαν η μήτηρ αυτού Ζωή. Μετ' ολίγον όμως και η Ζωή αφηρέθη την εξουσίαν υπό του ναυάρχου Ρωμανού Λεκαπηνού, όστις κατέστησε τον αυτοκράτορα και ως γαμβρόν αυτού, δους αυτώ εις γάμον την θυγατέρα αυτού Ελένην, εγένετο δε και συμβασιλεύς αυτού (918). Αλλά μη αρκούμενος εις τούτο κατέστησε και τους τρεις υιούς αυτού συμβασιλείς· ώστε νυν πενταπλή βασιλεία διείπε τα του κράτους του Ελληνικού, και εν τη συστάδι ταύτη των πέντε βασιλέων την εσχάτην θέσιν κατείχεν ο νομιμώτατος πάντων Κωνσταντίνος Ζ'. Αλλ' επί τέλους, ότε αυτός ο Ρωμανός εξεβλήθη της αρχής υπό των τριών υιών αυτού (944), ο Κωνσταντίνος ανδρωθείς, ενεργεία της φιλάρχου γυναικός αυτού Ελένης, εξέβαλε της αρχής τους ασεβείς σφετεριστάς και έμεινε μόνος κύριος της αρχής (945) (152). Η μέχρι του 945 πενταρχία, εν ή επρώτευεν ο Ρωμανός Α'. υπήρξεν ατυχεστάτη και ως προς την εσωτερικήν διοίκησιν του κράτους και ως προς την εξωτερικήν άμυναν αυτού. Ο φοβερός των Βουλγάρων ηγεμών ή τσάρος Συμεών και μετά τον θάνατον του Λέοντος ΣΤ' εξηκολούθει τας καταστρεπτικάς αυτού επιδρομάς, μέχρι των προθύρων αυτών και των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως εκτείνων αυτάς. Μόλις δε μετά τον θάνατον αυτού τον επελθόντα τω 929 ηδυνήθη να αναπνεύση η πρωτεύουσα και να ανακουφισθώσιν εκ των συμφορών του φοβερού επιδρομικού πολέμου αι Ευρωπαϊκαί επαρχίαι του κράτους. Εν τοις αυτοίς δε χρόνοις εξηκολούθουν έτι αι πειρατικαί επιθέσεις των Σαρακηνών, ει και ούτοι τω αυτώ έτει, καθ' ό η Κωνσταντινούπολις εκινδύνευσεν από των Βουλγάρων (919), είχον πάθει δεινήν κατά θάλασσαν ήτταν υπό του Ελληνικού στόλου. Τω δε 941 νέαν στρατείαν εποιήσαντο εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως οι Ρώσοι υπό τον ηγεμόνα αυτών Ιγώρ τον υιόν του Ρούριχ (σελ. 199) μετά χιλίων πλοίων. Αλλά νυν κατώρθωσαν οι εν Κωνσταντινουπόλει, ηγουμένου του γενναίου στρατηγού Θεοφάνους, διά των υπαρχόντων αυτοίς δρομώνων (ήτοι πλοίων ευδρόμων) και των πυρφόρων πλοίων να καταστρέψωσι τον Ρωσικόν στόλον παρά το στόμιον του Βοσπόρου. Τα λείψανα του καταστραφέντος στόλου κατέφυγον εις τας ασιατικάς ακτάς του Βοσπόρου, ενταύθα δε κατεστράφησαν και αυτά· και τα πληρώματα δε των πλοίων, άτινα ένοπλα είχον διασπαρή κατά τας ακτάς ταύτας προς προμήθειαν τροφών, κατεστράφησαν προσβληθέντα κατά γην υπό των στρατηγών Βάρδα, Φωκά και Κουρκούα. Ο Ιγώρ επέστρεψεν εκ της ατυχούς αυτού στρατείας μετά 10 μόνον πλοίων.

Επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ', διατελούντος έτι υπό την κηδεμονίαν του Ρωμανού, ναυάρχου έτι όντος, σημαντικάς ήραντο νίκας τω 916 τα Ελληνικά στρατεύματα εναντίον των Αράβων υπό τον γενναίον στρατηγόν Κουρκούαν. Αλλ' ο εν Ευρώπη επικίνδυνος καθιστάμενος Βουλγαρικός πόλεμος κατέστησε μετ' ολίγον αναγκαίαν την εξ Ασίας ανάκλησιν του Κουρκούα και την συνομολόγησιν ειρήνης προς τον χαλίφην Μοκταδίρ. Εις την πρεσβείαν την Ελληνικήν, την μεταβάσαν τότε εις το Βαγδάτιον προς τον σκοπόν τούτον, έκτακτος και πρωτοφανής κατά την λαμπρότητα εγένετο υποδοχή υπό της αυλής του Χαλίφου. Αλλ' η τότε (917) συνομολογηθείσα ειρήνη βραχύ διήρκεσεν· ανανεωθέντος δε του πολέμου τα Ελληνικά όπλα προυχώρησαν νικηφόρως εις την Μεσοποταμίαν, ως περί τούτου γενήσεται λόγος εν οικείω τόπω. Τοιαύτα τα κατά την πρώτην την πολυαρχικήν περίοδον της βασιλείας του Κωνσταντίνου Ζ' γενόμενα.

7. Η βασιλεία του Κωνσταντίνου του Πορφυρογενήτου από του 945 μέχρι του θανάτου αυτού (959).

Ο Κωνσταντίνος Ζ' μείνας μόνος κύριος του κράτους εβασίλευσε 14 έτη. Η νέα αύτη περίοδος της βασιλείας αυτού υπήρξεν ικανώς ισχυρά και ένδοξος. Και δεν ήτο μεν ο Κωνσταντίνος ανήρ ρέκτης και δραστήριος, ούτε είχεν αρετάς πολιτικάς και στρατιωτικάς εξόχους, αλλ' ήν λόγιος υφ' ήν έννοιαν και ο πατήρ αυτού, μεγάλην αισθανόμενος φιλοδοξίαν προς το συγγράφειν και συγγράψας αληθώς πολλά και ποικίλης ύλης συγγράμματα. Η καθόλου δ' όμως κατάστασις των πραγμάτων ήτο τοιαύτη εν τω κράτει και τω περί αυτό πολιτικώ κόσμω, ώστε ο Κωνσταντίνος Ζ' εκ των πραγμάτων αυτών καθίστατο ισχυρός και σεβαστός τοις ξένοις λαοίς και ηγεμόσι βασιλεύς του Ελληνικού κράτους. Παρά τον ήκιστα πολεμικόν χαρακτήρα του βασιλέως υπήρχον εν τω κράτει ουκ ολίγοι άνδρες στρατιωτικοί εξόχου ικανότητος. Τουναντίον δε το Αραβικόν κράτος μετά τον θάνατον του χαλίφου Αλμουτασσέμ περιήλθεν, ως είπομεν και θέλομεν έτι ιδεί εφεξής, εις μεγάλην εσωτερικήν αδυναμίαν και πραγματικήν αποσύνθεσιν· οι δε στρατηγοί του Βασιλέως δεν επολέμουν κατά του όλου στρατού του Χαλίφου, αλλά κατά των κατά τόπους αντιτασσομένων αυτοίς στρατιωτικών δυνάμεων των διοικητών ή Αμηρών (Αμηράδων) των τόπων, οίτινες είχον καταστή πραγματικοί κύριοι των χωρών, άς εκυβέρνων εν ονόματι του Χαλίφου, Ούτως εχόντων των πραγμάτων, μικρά ανάπτυξις στρατιωτικής δυνάμεως εκ μέρους του Ελληνικού κράτους ηδύνατο να φέρη μεγάλας επιτυχίας, ως πράγματι εγένετο. Οι στρατηγοί πολεμούντες επιτυχώς εν Συρία και Μεσοποταμία εκυρίευσαν από των Αράβων χίλια φρούρια εν τη βορείω Συρία και εν Μεσοποταμία. Εν Ευρώπη δε οι Βούλγαροι μετά τον θάνατον του φοβερού Συμεών δεν επανέλαβον τας επιδρομάς, αρκουμένων των βασιλέων αυτών εις ολίγας χρηματικάς δωρεάς, άς οι Έλληνες βασιλείς έπεμπον αυτοίς. Του Ελληνικού κράτους η ηθική δύναμις, περιωπή και αίγλη υψώθη ενώπιον του εξωτερικού κόσμου. Και μεγάλοι σύγχρονοι ηγεμόνες λαών, ο μέγιστος των εν Ισπανία αρξάντων Ουμμεϊαδών χαλιφών Αβδουρραχμάν Γ' (σ. 180) και ο ισχυρός βασιλεύς των Γερμανών Όθων Α', ο γενόμενος βραδύτερον και αυτοκράτωρ του αγίου Ρωμαϊκού κράτους (σ. 151), έπεμψαν πρέσβεις εις την αυλήν της Κωνσταντινουπόλεως, ίνα συνάψωσι σχέσεις φιλικάς προς τον Έλληνα βασιλέα.

Αλλ' η μάλιστα αξιομνημόνευτος προς τους ξένους ηγεμόνας και δυνάστας σχέσις του Κωνσταντίνου Ζ' ήτο η προς την χήραν του γνωστού ημίν Ρώσου ηγεμόνος Ιγώρ ηγεμονίδα (153) Όλγαν, την επιτροπεύουσαν τότε τον ανήλικον του Ιγώρ υιόν και διάδοχον Σβετοσλαύον. Η Όλγα ήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν τω 954 και έτυχε τιμών, οίαι προσήκον εις ηγεμόνας κράτους υποδεεστέρου και ημιβαρβάρου. Σκοπός της εις Κωνσταντινούπολιν επισκέψεως της Όλγας ήτο να ίδη την μεγάλην και πολυύμνητον εν τοις βαρβάροις «βασιλικήν πόλιν» (154), ως ωνόμαζον αυτήν έκτοτε οι Ρώσοι, και να συνάψη σχέσεις φιλικάς προς τους Έλληνας βασιλείς· κατά δε τους Ρώσους χρονογράφους και να βαπτισθή εν Κωνσταντινουπόλει, όπερ και εγένετο κατά τας Ρωσικάς παραδόσεις, ενώ οι Έλληνες χρονογράφοι των χρόνων τούτων ουδέν αναφέρουσι περί της βαπτίσεως ταύτης. Αληθές εν τούτοις είναι ότι η Όλγα ήτο χριστιανή και τιμάται παρά των Ρώσων ως πρώτη χριστιανή βασιλίς και ισαπόστολος, όπως παρ' ημίν η Αγία Ελένη. Υπήρχον δε κατά τους χρόνους τούτους ικανοί χριστιανοί εν Ρωσία, αλλά το μέγα πλήθος του έθνους, ιδίως των ευγενών, των βοϊάρων καλουμένων, ήσαν έτι ειδωλολάτραι, τοιούτος δε ήτο και έμεινε μέχρι τέλους και αυτός ο υιός της Όλγας «μέγας ηγεμών» Σβετοσλαύος. Πρώτον δε επί του υιού του Σβετοσλαύου τούτου και επί του εγγόνου της Όλγας Βλαδιμήρου ο Χριστιανισμός επεκράτησεν εν Ρωσία και εγένετο επίσημος θρησκεία του κράτους.

Αλλ' από της εις Κωνσταντινούπολιν επισκέψεως της Όλγας αι προς το Ελληνικόν κράτος σχέσεις των Ρώσων κατεστάθησαν στενώτεραι και ζωηρότεραι και συνετέλεσαν εις την εν Ρωσία διάδοσιν του Χριστιανισμού.

Ο Κωνσταντίνος Ζ' ο Πορφυρογέννητος, εφ' ού ταύτα πάντα εγένοντο, ετελεύτησε τω 959 καταλιπών την βασιλείαν τω υιώ αυτού Ρωμανώ.

8. Ρωμανός Β' (959-963 μ.)

Ο τέσσαρα μόνον έτη βασιλεύσας Ρωμανός Β' ήτο μεν ανήρ αθλητικός το σώμα και το πνεύμα ουχί ασθενής, αλλ' ουχί των δημοσίων πραγμάτων πάνυ αντιληπτικός και συνετός επιμελητής. Ουχ ήττον η βραχυχρόνιος βασιλεία του Ρωμανού Β' υπήρξεν ενδοξοτάτη εις το κράτος ένεκα των κατορθωμάτων των μεγάλων στρατιωτικών ανδρών της βασιλείας ταύτης, εν οίς επρώτευσεν ο Νικηφόρος Φωκάς, υιός του εν τοις έμπροσθεν μνημονευθέντος Βάρδα Φωκά. Λαμπρόν και ενδοξότατον έργον του Νικηφόρου Φωκά ήτο η υπ' αυτού γενομένη τω 960-961 προς ανάκτησιν της Κρήτης στρατεία, η υπό λαμπροτάτης στεφθείσα επιτυχίας. Η νήσος αύτη, προ 138 ετών κυριευθείσα (823) υπό Σαρακηνών Ανδαλουσίων ή Ισπανών πειρατών, διετέλει έκτοτε υπό την πειρατικήν δυναστείαν την ιδρυθείσαν ενταύθα υπό του αρχιπειρατού Αβουχαφίζ (σελ. 185) φωλεά και ερμητήριον των ανά την Μεσόγειον και το Αιγαίον πειρατικών στόλων και στρατειών των Σαρακηνών. Τω δε 960, ότε ανετέθη τω Νικηφόρω η αρχηγία της εναντίον της εν τη νήσω πειρατικής δυναστείας στρατείας, ήρχε της νήσου ο εκ των απογόνων του Αβουχαφίζ αμίρης Αβδούλ-αζίζ. Η πρωτεύουσα του νησιωτικού Σαρακηνού κράτους Χάνδαξ (το νυν Ηράκλειον, ούτω καλουμένη εκ του περί την πόλιν χάνδακος, ήτοι βαθείας τάφρου) επολιορκήθη υπό του Ελληνικού στρατού και εκυριεύθη μετά 8 μήνας, κατελήφθησαν δε και τα λοιπά μέρη της νήσου. Ο Νικηφόρος Φωκάς επέστρεψεν εν θριάμβω εις την βασιλεύουσαν, φέρων άπειρον λείαν εκ της νήσου, ήν είχον σωρεύσει εν αυτή επί μακρόν χρόνον αι τοσαύται εναντίον των Ελληνικών παραλίων και νήσων πειρατικαί στρατείαι των πειρατών δυναστών της νήσου. Και αυτός δε ο τελευταίος Σαρακηνός δυνάστης της νήσου συλληφθείς αιχμάλωτος ήχθη εις την πρωτεύουσαν μετά του νικηφόρου στρατού και ηκολούθησε τω θριάμβω του Νικηφόρου. Και αυτός μεν έζησεν εν Κωνσταντινουπόλει εν ανέσει και τιμή διατηρών την θρησκείαν αυτού, αλλ' οι παίδες αυτού ησπάσαντο τον Χριστιανισμόν και απετέλεσαν οικογένειαν λίαν ονομαστήν εν Κωνσταντινουπόλει κατά τους επομένους χρόνους (155). Μετά το κατόρθωμα τούτο ο Νικηφόρος εδρέψατο νέας δάφνας νίκης στρατεύσας τω 961 εις την Ασίαν και πολλάς νίκας αράμενος κατά των Αράβων των πέραν του Ευφράτου χωρών και 60 κυριεύσας φρούρια. Ενώ δε μετά τας μεγάλας ταύτας επιτυχίας επέστρεφεν ο Νικηφόρος εις την πρωτεύουσαν (963), έτι όντος αυτού καθ' οδόν, ετελεύτησεν εν Κωνσταντινουπόλει ο βασιλεύς Ρωμανός, καταλιπών ως διαδόχους της αρχής, δύο ανηλίκους υιούς, Βασίλειον και Κωνσταντίνον, γεννηθέντας εκ της Ελληνίδος γυναικός αυτού Θεοφανούς, ήν είχε νυμφευθή μετά την άτεκνον θανούσαν Βέρθαν (σελ. 200). Ο Νικηφόρος ελθών τότε εις Κωνσταντινούπολιν ανέλαβε, συμπράττοντος και του πατριάρχου Πολυεύκτου, ενός των αγιωτάτων, εναρετωτάτων και συνετωτάτων πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως, την κηδεμονίαν και επιτροπείαν των δύο παίδων ως θετός πατήρ αυτών ασκών την υπερτάτην αρχήν εν ονόματι αυτών. Νυμφευθείς δε τότε και την χήραν βασίλισσαν και νυν βασιλομήτορα Θεοφανώ ανηγορεύθη και βασιλεύς, ουδαμώς παραβλαπτομένων των δικαιωμάτων των ειρημένων Βασιλείου και Κωνσταντίνου, αμφοτέρων βασιλέων και νυν προσαγορευομένων. Ούτω δε επήλθε κατάστασις πραγμάτων ασυνήθης μεν εν τοις καθ' ημάς χρόνοις, αλλ' άριστα συμβιβαζομένη μετά των πολιτικών θεσμών και των πολιτικών ηθών των τότε χρόνων και της καθόλου καταστάσεως των τότε πραγμάτων εν τω Ελληνικώ κράτει και αποβαίνουσα σφόδρα ωφέλιμος τω τε κράτει και τη αρχούση δυναστεία τη βασιλική, ής εσέβετο και εφρούρει τα δίκαια ο Νικηφόρος διά της συμβασιλείας αυτού.

Notes in this chapter

Note 1 · Οι Φίννοι της Ρωσίας, οι προ αιώνων χριστιανοί, την θρησκείαν και όντες άλλως λαός λίαν πεπολιτισμένος, εισί την γλώσσαν καταγωγής ΤουρκικήςNote 2 · W3aringen κυρίως σημαίνει θαλασσοπόρος, εντεύθεν δε και στίφη θαλασσοπόρων εκαλούντο δε και Wikingen = πολεμισταί. ↩Note 3 · Το Σκλαβηνός παρά τοις Βυζαντινοίς δεν έλαβε τοιαύτην έννοιαν. Η παρ' ημίν σημασία του Σκλάβος, σκλαβώνω, σκλαβιά παρελήφθη εκ της Δύσεως. ↩Note 4 · Τα τοσαύτα νυν έτι σωζόμενα εν Γερμανίω Σλαυικά ονόματα των κυριωτάτων τόπων, χωρών, πόλεων και ποταμών Πομερανία, Πρωσσία, Βερολίνον, ΔρέσδNote 5 · Ο Ερρίκος Α', ίνα κατορθώση να περιορίση τας Ουγγρικάς επιδρομάς, ίδρυσε το σύστημα των ελευθέρων εν Γερμανία πόλεων, ίδρυσε δηλονότι κατά τNote 6 · Η Ουγγρική γλώσσα (ως και η των Φίννων των εν Φιλλανδία Εσθλανδία και Κουρλανδία οικούντων) είναι Τουρκική πολλώ πλουσιωτέρα, γνησιωτέρα καιNote 7 · Η μεσαιωνική Λατινική λέξις feudum και αρχαιότερον feodum υποτίθεται, ότι έχει αρχήν Γερμανικήν (εκ του αρχ. Γερμανικού feo=μισθός ή εκ του Note 8 · Η λ. κόμης (Λατ comes) σημαίνουσα κυριολεκτικώς σύντροφος, εν δε τη Ρωμαίων πολιτεία βοηθός οιασδήποτε δημοσίας υπηρεσίας, εσήμαινεν εν τοιςNote 9 · Εκ του αρχαίου Γερμανικού baro = ευγενής, ή εκ του Κελτικού bar = ελεύθερος. ↩Note 10 · Οι βασιλείς της Ευρώπης εξαιρουμένων των της Ουγγαρίας (σελ. 162-163), μόλις από του 15 αιώνος και εντεύθεν ήρξαντο να καλώνται μεγαλειότητεNote 11 · Εις τους υπηκόους ή δουλοπαροίκους φεούδου τινός δεν επετρέπετο να υπερβαίνωσι τα όρια του φεούδου τούτου. ↩Note 12 · Σημειωτέον ότι και οι αρχαίοι Έλληνες ήρωες καλούνται συνήθως παρ' Ομήρω ιππείς, ιππόται, ιππηλάται, ιππόδαμοι, ιπποδαμασταί, ιπποκορυσταί, Note 13 · Τοιούτον τάγμα ιπποτών του Σωτήρος Χριστού (του σώσαντος τον Ελληνικόν λαόν κατά τον μέγαν αγώνα του 1821) ίδρυσε τω 1829 η εν Άργει Εθνική Note 14 · Πενέστης-ου: σκλάβος, εργάτης, φτωχός. ↩Note 15 · Πάσα πόλις, πάσα χώρα απ' ευθείας εξαρτωμένη από του αυτοκράτορος, ουχί εν τη ιδιότητι αυτού ως ιδιαιτέρου φεουδάρχου (ίδ. σελ. 165), αλλ' ωNote 16 · Επειδή τα φιλολογικά προϊόντα της γλώσσης ταύτης ήσαν έπη ή μυθώδεις ιστορίαι ιπποτικαί ή ηρωικαί, τα ονόματα Roman, Romance (τα εν ΡωμανικήNote 17 · Τον Αριστοτέλην (μάλλον την Λογικήν ήτοι το «Όργανον» του Αριστοτέλους) εσπούδαζον κατά τους χρόνους τούτους εν Ευρώπη ουχί εκ του ΕλληνικούNote 18 · Διά τούτο και πολλοί επιστημονικοί και τεχνικοί όροι εν πάσαις ταις Ευρωπαϊκαίς γλώσσαις διατηρούνται μέχρι νυν εκ της Αραβικής ειλημμένοι, Note 19 · Ο Αβδαλλάχ κηρύξας αμνηστίαν εις τους Ουμμεϊάδας ηγεμονόπαιδας εκάλεσε τούτους εις δείπνον. Ενώ δε εδείπνουν, συνθήματος δοθέντος εσφάγησαν Note 20 · Εκ του ονόματος τούτου παράγεται τα παρ' ημίν τοπικόν όνομα Καρβασαράς.↩Note 21 · Και ο πληθυσμός της Ισπανίας εν ταις υπό των Ουμμεϊαδών αρχομέναις χώραις αυτής, αίτινες δεν περιελάμβανον ούτε τα δύο τρίτα του νυν ΙσπανικNote 22 · Ρέκτης: ο δημιουργικά δραστήριος, ενεργητικός. ↩Note 23 · Διασκεδάζω: Σκορίζω, διασκορπίζω ↩Note 24 · Η Εικασία είχε πεμφθή εις Κωνσταντινούπολιν, ένθα και πολλαί άλλαι εκ πασών των επαρχιών του κράτους είχον σταλή ευειδείς παρθένοι, ίνα εξ αNote 25 · Λέγεται, ότι ο Θεόφιλος μετά την εις τον θρόνον άνοδον θέλων να τιμωρήση τους φονείς εκείνους του Λέοντος Ε', οίτινες δεν ήσαν έτι γνωστοί, Note 26 · Οικουμενικός Πατριάρχης τιμητικώς εν αρχή προσηγορεύετο υπ' άλλων ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, ως ο πάπας Ρώμης. Αλλ' ο επί του αυτοκNote 27 · Ο Πάπας ήλπιζε και ηξίου ίνα η τότε νεωστί προσελθούσα εις τον Χριστιανισμόν Βουλγαρία υπαχθή διοικητικώς εις την Εκκλησίαν της Δύσεως ήτοι Note 28 · Η καινοτομία αύτη η γενομένη διά της εις το περί του Αγίου Πνεύματος άρθρον του Συμβόλου της πίστεως προσθήκης «και εκ του Υιού», αρξαμένη αNote 29 · Αι Σύνοδοι του 863 και 879 λέγονται μεν Οικουμενικαί, αλλά δεν κατατάσσονται εις τας μεγάλας Οικουμενικάς Συνόδους, αίτινες εισιν επτά τον αNote 30 · Θέματα εκαλούντο από των χρόνων του Ηρακλείου αι μεγάλαι διοικητικαί περιφέρειαι του κράτους. Το σύστημα της κατά θέματα διαιρέσεως αντικατέNote 31 · Βραδύτερον παρεδόθη άνευ ιστορικής βάσεως ο λόγος ο περί καταγωγής του Βασιλείου εκ των αρχαίων Αρσακιδών βασιλέων της Αρμενίας (σ. 11- 12).Note 32 · Ενών-ούσα-όν: αυτός που είναι διαθέσιμος σε δεδομένη στιγμή. ↩Note 33 · Ούτος συνέθηκεν ύμνους εκκλησιαστικούς εκ των καλουμένων Εωθινών· Εποιήσατο δε και νέαν έκδοσιν της Ανακαθάρσεως των Νόμων, κληθείσαν «ΒασιλNote 34 · Το Τσαρ κατά τινας προήλθεν εκ του Καίσαρ (Κσαρ, Τσαρ), αλλά κατά την επικρατεστέραν γνώμην είναι λέξις Σλαυική. ↩Note 35 · Γενικώς θεωρείται το όνομα Ρως ή Ρώσος ως αυτό το όνομα των καταλαβόντων το Νοβογόροδον και Κίεβον Νορμανδών, όνομα δηλαδή Νορμανδικόν, ήτοιNote 36 · Ο Κωνσταντίνος είχε μνηστεύσει τον τότε πενταετή υιόν αυτού Ρωμανόν μετά της την αυτήν περίπου ηλικίαν εχούσης θυγατρός του βασιλέως της ΆνωNote 37 · Καλούμεν ηγεμόνα και ηγεμονίδα τους των Ρώσων κατά τους χρόνους τούτους άρχοντας και ουχί βασιλέας, διότι η Σλαυική τιμητική προσωνυμία, ήν Note 38 · Ως γνωστόν, οι Ρώσοι έκτοτε μέχρι νυν καλούσι την Κωνσταντινούπολιν Τσαργράδ = πόλιν των Τσάρων, ουχί θεωρούντες αυτήν κληρονομίαν των ΤσάρωNote 39 · Η επί 138 έτη διαρκέσασα εν Κρήτη μωαμεθανική εξουσία ου μόνον είχεν εκβαρβαρώσει την νήσον, αλλ' είχεν εξασθενώσει και την χριστιανικήν πίσ
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings