Note 124 — Front matter (continued 4)
Reading edition
Η λ. κόμης (Λατ comes) σημαίνουσα κυριολεκτικώς σύντροφος, εν δε τη Ρωμαίων πολιτεία βοηθός οιασδήποτε δημοσίας υπηρεσίας, εσήμαινεν εν τοις αυτοκρατορικοίς Ρωμαϊκοίς χρόνοις υπουργός (του αυτοκράτορος), εν δε τη μεσαιωνική Ευρωπαϊκή Λατινική διοικητής και comitatus = κομητεία, διοίκησις, επαρχία. ↩