← Table of contents
Εγχειρίδιον Βυζαντινής Ιστορίας

Front matter (continued 3)

Reading edition

Εκ των ειρημένων νοείται ότι η διδασκαλία του Μωάμεθ περιλαμβάνει και την εις την μέλλουσαν ζωήν πίστιν, ήτις και εν τω Μωαμεθανισμώ, ως εν τω Χριστιανισμώ, συνδέεται μετά της πίστεως εις ανάστασιν νεκρών και την εσχάτην κρίσιν και ανταπόδοσιν. Εν τη εσχάτη κρίσει πάντες οι μουσλίμ κριθήσονται μόνον κατά τας πράξεις αυτών και κολασθήσονται πάντοτε διά τας αμαρτίας αυτών εν τη γεέννη (δζεχεννέγκ) του πυρός, αλλά προσωρινώς μόνον, δικαιούμενοι εν τη αιωνιότητι διά της πίστεως αυτών. Αιώνιος κόλασις αναμένει μόνον τους απίστους, και αυτούς έτι τους Χριστιανούς και Ιουδαίους, τους μη δικαιουμένους εκ της πίστεως αυτών. Ούτοι, και αγαθοί αν ώσιν εν ταις πράξεσιν αυτών, κολασθήσονται αιωνίως διά την απιστίαν. Οι δίκαιοι και προ της κρίσεως της εσχάτης και μετά ταύτην μεταβαίνουσιν εις τον Παράδεισον (δζεννέτ) προς απόλαυσιν αιωνίου ζωής εν ευδαιμονία. Αι ηδοναί του Παραδείσου και αι τιμωρίαι της Κολάσεώς εισιν εν τω μωαμεθανισμώ υλικής φύσεως. Αλλ' υπάρχουσι και πνευματικωτέρας φύσεως ηδοναί, οία είναι το οράν το πρόσωπον του Θεού εν τω αιωνίω φωτί, ως και πνευματικωτέρας φύσεως τιμωρίαι, οία είναι το στερείσθαι της όψεως του Θεού.

Μετά της εις τον Θεόν και την αιώνιον ζωήν πίστεως συνδέεται και το ηθικόν μέρος της διδασκαλίας του Μωάμεθ.

Το πρώτιστον ηθικόν καθήκον παντός μουσλίμ είναι το εργάζεσθαι υπέρ της εν τω κόσμω διαδόσεως και επικρατήσεως του Ισλάμ, ού το κράτος εν τω κόσμω είναι αυτή η εν τω κόσμω βασιλεία του Θεού. {102} Επειδή δε το κράτος τούτο δεν διαδίδεται εν τω κόσμω μόνον διά του λόγου, αλλά προ πάντων διά του ξίφους, καθήκον παντός μουσλίμ είναι το πολεμείν υπέρ πίστεως. Πας εν τω πολέμω τούτω αποθνήσκων είναι μάρτυς της πίστεως (σεχίτ) και μεταβαίνει απ' ευθείας εις τον Παράδεισον, πας δε μαχόμενος γενναίως και επιζών τω πολέμω είναι νικητής ή θριαμβευτής της πίστεως (γαζή). Υπό την σκιάν των ξιφών των απίστων είναι η πύλη του Παραδείσου, κατά το ιερόν βιβλίον του Ισλάμ, ήτοι πας όστις μαχόμενος προχωρεί τολμηρώς μέχρι της σκιάς του ξίφους του πολεμίου, είναι ήδη εν τω Παραδείσω.

Πρώτιστον ηθικόν καθήκον του ανθρώπου είναι ωσαύτως το λατρεύειν τον Θεόν εν καθαρά καρδία. Σπουδαιότατον δε μέρος της λατρείας είναι η προσευχή. Αύτη συνίσταται το μεν εις το διηνεκώς εν πάση στιγμή μνημονεύειν του ονόματος του θεού και ευλογείν αυτό, το δε εις πέντε κατά τας πέντε επί τούτω τεταγμένας ώρας του ημερονυκτίου γενομένας προσευχάς (72). Η προσευχή άλλως είναι πράξις όλως ιδιωτική, εν οιωδήποτε τόπω υπό του ανθρώπου τελουμένη, μετά συμβολικήν τινα κάθαρσιν χειρών και ποδών, ενδεικτικήν της καθάρσεως της ψυχής. Οι ναοί υπάρχουσι μόνον ίνα προσεύχωνται ομού πολλοί εν τω αυτώ τόπω, αλλ' έκαστος πάλιν και ενταύθα προσεύχεται κατ' ιδίαν, πλην ολίγων κοινών ευχών απαγγελλομένων υπό του Ιμάμη, ήτοι του επιστάτου του ναού· χρησιμεύουσι δε οι ναοί και προς διδασκαλίαν του λαού θρησκευτικήν και ηθικήν. Απαγορεύεται δε αυστηρώς πάσα εσωτερική δι' αγαλμάτων ή εικονογραφιών διακόσμησις αυτών, ως απαγορεύεται αυστηρώς πάσα εικονική παράστασις της θεότητος και πάσα εις εικόνας τιμή. Άλλως ούτε θυσιαστήριον υπάρχει παρά τοις Μωαμεθανοίς, ούτε θυσίαι και τελεταί, ούτε ιερείς και ιερωσύνη και κλήρος (73). Η θυσία η άπαξ του έτους γινομένη παρά τοις Μωαμεθανοίς διά σφαγής αρνός ή προβάτου είναι απλή αναμνηστική πράξις της θυσίας του υιού του Αβραάμ, γίνεται δε υπό παντός Μωαμεθανού έμπροσθεν του οίκου ή προ του ναού. Και εορταί δε παρά τοις Μωαμεθανοίς είναι δύο μόνον, η της αποκαλύψεως του Θεού εις τον προφήτην (το μέγα Βαϊράμ) γενομένη μετά το τέλος του ιερού μηνός της νηστείας Ραμαζάν και εν αρχή του μηνός Σεβάλ, και 70 ημέρας μετά τούτο το μικρόν Βαϊράμ, λεγόμενον και Βαϊράμ της θυσίας (κουρβάν-βαϊράμ) προς ανάμνησιν της θυσίας του Αβραάμ.

Νηστείαν διατάσσει ο νόμος του Μωάμεθ μόνον κατά μήνα Ραμαζάν. Αλλ' η νηστεία συνίσταται απλώς εις το απέχεσθαι βρωμάτων καθ' άπασαν την ημέραν, επιτρεπομένου παντός είδους τροφής μετά την ώραν της καταλύσεως της νηστείας (74), ήτοι μετά την δύσιν του ηλίου.

Ως ηθικόν καθήκον εις τους Μουσλίμ συνιστάται υπό της μωαμεθανικής θρησκείας η φιλανθρωπία, η ευποιία προς τους πάσχοντας και η ελεημοσύνη προς τους απόρους. Τα καθήκοντα δε της φιλανθρωπίας εν τω μωαμεθανισμώ συνδέονται προς την γενικωτέραν ηθικήν αρχήν ότι πάντες οι ανθρώποι εισιν ίσοι ενώπιον του Θεού και ότι ο πανοικτίρμων και πανελεήμων Θεός αποστρέφεται τους υπερηφάνους και αγαπά τους ταπεινόφρονας. Αι φιλανθρωπικαί δε αύται αρχαί της μωαμεθανικής ηθικής συνετέλεσαν ώστε και ο θεσμός της δουλείας, όν δεν κατώρθωσε να καταργήση ο μωαμεθανισμός, να κατασταθή ηπιώτερος και οι δούλοι να τυγχάνωσι φιλανθρώπου εκ μέρους των κυρίων αυτών περιθάλψεως.

Η ηθική του Μωάμεθ, η μη καταργήσασα την δουλείαν, και άλλην τινά μάστιγα ηθικήν του Ασιατικού βίου δεν κατώρθωσε να καταργήση, την πολυγαμίαν, την δηλητηριάζουσαν ηθικώς τον οικογενειακόν βίον και διά τούτου τον κοινωνικόν, την βάσιν ταύτην πάσης υγιούς πολιτείας και υγιούς εθνικού βίου.

Καθήκον ηθικόν παντός Μωαμεθανού, κατά την διδασκαλίαν του Μωάμεθ, είναι και η ιερά αποδημία, ήν πας Μωαμεθανός οφείλει άπαξ τουλάχιστον εν τη ζωή αυτού να ποιήσηται εις την ιεράν πόλιν Μέκκαν, ίνα προσκυνήση τον ενταύθα ιερόν ναόν και τον εν αυτώ ιερόν λίθον. Άξιον δε σημειώσεως ότι ο Μωάμεθ ουδέ διενοήθη καν να καταργήση την λατρείαν ή την προσκύνησιν του μετεωρολίθου τούτου, το λείψανον αυτό της Αραβικής κτισματολατρίας (75). Τουναντίον μάλιστα αυτός διέταξεν ίνα οι μουσλίμ προσευχόμενοι στρέφονται πάντοτε προς την διεύθυνσιν του Κααβά.

3. Το Κοράνιον.

Το ιερόν βιβλίον το περιέχον την διδασκαλίαν του Μωάμεθ λέγεται Κοράνιον (Κοράν = ανάγνωσμα). Το βιβλίον τούτο, το περιεχόμενον δηλαδή αυτού, πεμφθέν, καθώς λέγει ο Μωάμεθ, ουρανόθεν απεκαλύφθη διά του αρχαγγέλου Γαβριήλ εις τον Μωάμεθ, καίπερ μη ειδότα αναγινώσκειν, εννοήσαντα δε τα λεγόμενα εν αυτή υπό του Θεού διά της θείας, ως ενόμιζεν, εμπνεύσεως. Εν τω Κορανίω απ' αρχής μέχρι τέλους παρίσταται λέγων ο Θεός και αποκαλύπτων εις τον Μωάμεθ την σοφίαν και πάσαν την βουλήν αυτού. Είναι δε το Κοράνιον κατά τον Μωάμεθ αντίγραφον του εν ουρανοίς από καταβολής κόσμου δι' ακτίνων του φωτός γεγραμμένου βιβλίου περιέχον πάσαν την αλήθειαν και αληθή θεογνωσίαν. Η Παλαιά Γραφή και το Ευαγγέλιον είναι αντίγραφα ατελή του βιβλίου τούτου. Τέλειον αντίγραφον είναι το Κοράνιον, το συμπληρούν πάσας τας εν τοις άλλοις ιεροίς βιβλίοις κηρυχθείσας αληθείας.

Το Κοράνιον διαιρείται εις 114 κεφάλαια (Σουρά), άτινα εγράφοντο απαγγελλόμενα προφορικώς υπό του Μωάμεθ, είτα δε συναχθέντα επί των διαδόχων αυτού απετέλεσαν έν βιβλίον, όπερ έκτοτε έμεινεν αναλλοίωτον κατά το περιεχόμενον αυτού ιερόν βιβλίον του μωαμεθανικού κόσμου.

4. Κατακτήσεις Αραβικαί. Οι διάδοχοι του Μωάμεθ. Το κράτος των Χαλιφών.

Ο Μωάμεθ διά της υπ' αυτού κηρυχθείσης νέας θρησκείας, ήν επέβαλεν εις τους ομοφύλους Άραβας ου μόνον απλώς διά του λόγου αλλά και διά του ξίφους, ίδρυσεν ου μόνον θρησκείαν, ου μόνον Εκκλησίαν, ούτως ειπείν, αλλά και πολιτείαν και κράτος. Διότι κατά την τότε ανάπτυξιν την κοινωνικήν και πνευματικήν του Αραβικού έθνους δεν ήτο δυνατόν να διακριθή η θρησκευτική πολιτεία από της κυρίως πολιτείας, και ο ιδρυτής θρησκείας και θρησκευτικής πολιτείας ήτο εξ ανάγκης ιδρυτής και κράτους πολιτικού. Ο δε Μωάμεθ αποθνήσκων κατέλιπεν εις το έθνος αυτού κράτος θρησκευτικώς άμα και πολιτικώς συγκεκροτημένον, όπερ μετά τον θάνατον αυτού έπρεπε να έχη τους άρχοντας αυτού. Οι άρχοντες ούτοι εκλήθησαν Χαλίφαι, ήτοι Διάδοχοι, ως διαδεξάμενοι τον Μωάμεθ ουχί εν τη προφητική τούτου ιδιότητι, διότι ο Μωάμεθ, ως ο έσχατος των προφητών, κατά την πίστιν των Μωαμεθανών, δεν ηδύνατο να έχη διάδοχον, αλλ' εν τη ιδιότητι μόνον αυτού ως άρχοντος του νεωστί διά της θρησκείας συσταθέντος Αραβικού κράτους. Οι τοιούτοι μετά τον Μωάμεθ άρχοντες του Αραβικού κράτους είτε εκλεγόμενοι προς το αξίωμα τούτο, είτε ως εγίνετο εν αρχή, είτε κληρονομικώς λαμβάνοντες αυτό, ως εγίνετο βραδύτερον, εκαλούντο Χαλίφαι (Χαλίφ), ήτοι Διάδοχοι. Και τοιούτος διάδοχος εγένετο μετά τον θάνατον του Μωάμεθ ο Αβού Βεκίρ, ο από της δευτέρας γυναικός του Μωάμεθ πενθερός αυτού, εκλεγείς εις το αξίωμα υπό των αρχηγών των Αραβικών φυλών (76).

Επί του Χαλίφου Αβού Βεκίρ, όστις ήρξε δύο μόνον έτη, εξηκολούθησεν ο από του Μωάμεθ ήδη αρξάμενος εναντίον των απίστων πόλεμος. Ο Μωάμεθ, γενόμενος κύριος απάσης της Αραβίας, είχε συλλάβει την ιδέαν να υποτάξη όλον τον κόσμον εις το κράτος αυτού, τουτέστι να διαδώση το Ισλάμ εις όλον τον κόσμον, όστις ούτως έμελλε ν' αναγνωρίση αυτόν ως προφήτην και ως υπέρτατον επί γης άρχοντα. Και προς τον σκοπόν τούτον είχε πέμψει πρέσβεις προς τους ηγεμόνας των δύο ομόρων τη Αραβία μεγάλων κρατών, τον Ηράκλειον και τον Χοσρόην Β'. Και ο μεν Ηράκλειος εδέξατο οπωσούν φιλοφρόνως τους πρέσβεις του νέου Προφήτου, απορρίψας απλώς τας προτάσεις αυτών, αλλ' ο Χοσρόης εθανάτωσεν αυτούς.

5. Κατάλυσις του Περσικού κράτους των Σασανιδών.

{105} Ο πόλεμος, ού ήρξατο ο Μωάμεθ εναντίον αμφοτέρων των Κρατών, διεκόπη ευθύς υπό του θανάτου αυτού. Αλλά και επί της διετούς αρχής του Αβού Βεκίρ ο πόλεμος ο εναντίον των Ελλήνων περιωρίσθη εις την υπό των Αράβων άλωσιν φρουρίων τινών του Ελληνικού Κράτους εν τη νοτίω Συρία, τη Παλαιστίνη κειμένων, ιδίως της περίφημου πάλαι Φιλισταϊκής, νυν δ' εξηλληνισμένης Γάζης, έλαβε δε μεγάλας διαστάσεις και επί του Χαλίφου Ωμάρ (634-644) του εκλεγέντος μετά τον θάνατον του Αβού Βεκίρ. Επ' αυτού δύο στρατιαί Αραβικαί επέμφθησαν κατά δύο διευθύνσεις, η μεν υπό τον Καλίδ εναντίον του Ελληνικού, η δε υπό τον Σαΐδ εναντίον του Περσικού κράτους των Σασσανιδών.

Εν Περσία από του τέλους του μεγάλου προς τον Ηράκλειον πολέμου, ότε ανήλθεν εις τον θρόνον ο του Χοσρόου Β' υιός Καβάδης, Β' Σιρόης, μέχρι του έτους, καθ' ό οι Άραβες επί του Αβού Βεκίρ εστράτευσαν κατά του κράτους τούτου, εν διαστήματι 4 ετών δέκα περίπου ηγεμόνες ανήλθαν εις τον Περσικόν θρόνον, εν ελαχίστοις χρονικοίς διαστήμασι διαδεχόμενοι αλλήλους καθαιρουμένους ή φονευομένους. Τέλος τω 632 ο υπό των Αράβων επικείμενος κίνδυνος επήνεγκέ τινα ομόνοιαν μεταξύ των αρχόντων και τω 632 ανεγνώρισαν ούτοι τον 15ετή παίδα Ισδέγερδον Β' (έγγονον του Χοσρόου) και έσπευδον προθύμως εις τον εναντίον των Αράβων πόλεμον. Αλλ' ο Περσικός στρατός ο υπό τον στρατηλάτην Ρουστάν εναντίον των υπό τον Σαΐδ Αράβων πεμφθείς συνεκρούσθη μετά τούτου εν Καδησία της Βαβυλωνίας (636). Η μάχη αύτη, καθ' ήν οι Άραβες έμειναν νικηταί, δεν έκρινε μόνον μεταξύ των δύο Ασιατικών κρατών, του παλαιού Περσικού και του νεαρού Αραβικού, ή μεταξύ δύο φυλών, αλλά και μεταξύ δύο θρησκευμάτων, της αρχαιοτάτης θρησκείας του Ζωροάστρου, της θρησκείας του φωτός και του πυρός, εκπροσωπουμένης εν τω υψίστω πνεύματι του Κόσμου, τω θεώ Ωρομάσδη, και της νεωτάτης θρησκείας της υπό του Μωάμεθ κηρυχθείσης, της θρησκείας του Ισλάμ. Η δε ήττα των Περσών επήνεγκε και τον όλεθρον του τε Περσικού κράτους και της αρχαίας Περσικής θρησκείας. Διότι οι νικηταί Άραβες, δι' ούς είπομεν λόγους, διά του ξίφους κατέστρεψαν νυν την θρησκείαν του Ζωροάστρου και επέβαλον τον Ισλαμισμόν εις απάσας τας υπ' αυτών καταλαμβανομένας Περσικάς χώρας. Ο Ισδέγερδος μετά την ήτταν της Καδησίας επειράθη ν' αναχαιτίση την ορμήν του εις τας Περσικάς χώρας εισβαλόντος Αραβικού χειμάρρου, αλλ' ουδέν κατώρθωσε. Διότι ηττηθείς υπό των πολεμίων εγκατελείφθη και υπ' αυτών των Περσών και εφονεύθη υπό των ιδίων αυτού υπηκόων (631). Ούτω δε το κράτος των Σασσανιδών κατελύθη διά παντός μετά της θρησκείας της Ζωροαστρικής. Πάσα η Περσία εγένετο μωαμεθανική, οι δε μείναντες πιστοί εις το πάτριον θρήσκευμα Πέρσαι κατέφυγον εις τας Ινδίας φέροντες μεθ' εαυτών το άσβεστον ιερόν πυρ, διατηρούντες δε μέχρι σήμερον την πάτριον λατρείαν εν πολλαίς πόλεσι της Ινδικής και καλούμενοι Πάρσοι (υπό των ομοφύλων δε Μωαμεθανών Περσών Γουέβροι (Γκιαούρ) = άπιστοι).

Διά της καταλύσεως του Περσικού κράτους η δύναμις του Ισλάμ διεδόθη ανά τας ευρυτάτας χώρας της Ασίας τας εκτεινομένας μεταξύ του Τίγρητος και του Ώξου, του Καυκάσου, της Κασπίας και του Ινδικού Ωκεανού και ηλλοιώθη ηθικώς και πολιτικώς η όψις της Δυτικής Ασίας πριν ή παρέλθωσιν 20 έτη από του θανάτου του Μωάμεθ.

6. Οι πόλεμοι των Αράβων κατά του Ελληνικού κράτους.

Καθ' όν χρόνον ο Αραβικός Μωαμεθανικός χείμαρρος κατέκλυζε τας ιστορικωτάτας χώρας της Δυτικής και της Μέσης Ασίας, αι μεγάλαι και κάλλισται εν Ασία και Αφρική και ιστορικώταται χώραι του Ελληνικού κράτους κατελαμβάνοντο αλλεπαλλήλως υπό των ακαθέκτων στρατιών του Ισλάμ. Εκ των δύο στρατιών, αίτινες υπό του Χαλίφου Ωμάρ εξεπέμφθησαν εναντίον των Ελλήνων και των Περσών, η υπό τον στρατηλάτην Καλίδ, διελάσασα άνευ αντιστάσεως πάσαν την Παλαιστίνην, επήλθε κατά της εν τη Κοίλη Συρία μεγάλης και ονομαστοτάτης Ελληνικής πόλεως Δαμασκού, ήν και επολιόρκησεν. Ο Ηράκλειος, όστις ευρίσκετο έτι εν Συρία, έπεμψε στρατόν εναντίον του Καλίδ υπό τον γνωστόν ημίν εκ της ιστορίας του Περσικού πολέμου αδελφόν αυτού Θεόδωρον· αλλ' ο στρατός ούτος ηττήθη εγγύς της Δαμασκού υπό των Αράβων (634). Δεύτερος στρατός υπό του βασιλέως πεμφθείς προς ελευθέρωσιν της Δαμασκού ηττήθη αύθις, και τότε η μεγάλη και αρχαιοτάτη πόλις, ο «οφθαλμός της Ανατολής», μετά εξάμηνον πολιορκίαν περιήλθεν εις τας χείρας των Αράβων. Ο βασιλεύς Ηράκλειος, όστις έσπευσε να επανέλθη εις την πρωτεύουσαν, ίνα φροντίση περί αποστολής νέου στρατού, έπεμψε πράγματι νέον στρατόν υπό τον υιόν αυτού Κωνσταντίνον και τον στρατηγόν Μανουήλ. Αλλ' εν τη παρά τον Ιερομίακα ποταμόν μάχη ηττήθησαν και αύθις οι Χριστιανοί (696) και οι Άραβες ταχέως μετά την αναχώρησιν του βασιλέως εγένοντο κύριοι της Συρίας απάσης. Πάσαι αι μεγάλαι και περίφημοι ενταύθα πόλεις Αντιόχεια, Βηρυτός, Έμεσα, Ιερουσαλήμ, Καισάρεια η εν Παλαιστίνη εκυριεύθησαν μέχρι του 639 υπό των μαχητών του Ισλάμ.

Ιστορικώς αξιοσημείωτος είναι ο τρόπος, καθ' όν η Ιερουσαλήμ περιήλθεν εις την εξουσίαν των Αράβων. Η αγία πόλις πολιορκηθείσα τω 636 μετά την ατυχή τοις Έλλησι μάχην του Ιερομίακος αντέταξεν αντίστασιν γενναίαν προς τους πολιορκητάς, καίπερ ούσα εγκαταλελειμμένη εις εαυτήν και μόνον αρχηγόν και προστάτην έχουσα τον περίφημον Πατριάρχην Σωφρόνιον. Τέλος δε αναγκασθείσα να παραδοθή διά συνθήκης απήτησε να συνομολογήση την συνθήκην της παραδόσεως προς αυτόν τον Χαλίφην, ουχί δε προς τον αρχηγόν του πολιορκητικού στρατού Αβού Οβεϊδά, τον προ μικρού αντικαταστήσαντα εν τη αρχιστρατηγία τον Καλίδ. Και τότε ο χαλίφης Ωμάρ απήλθεν από Μέκκας και διανύσας μακροτάτην οδόν διά της ερήμου εν πάση απλότητι των τότε Χαλιφών (77) αφίκετο προ της αγίας πόλεως, ήν και οι Μωαμεθανοί εσέβοντο και σέβονται ως αγίαν πόλιν και καλούσαν αυτήν μέχρι και νυν ούτω (Κουδούς ή Κουδούς σερίφ) ως ούσαν πόλιν του προφήτου και του Χριστού και συνωμολόγησε προς τον Πατριάρχην Σωφρόνιον την περί παραδόσεως της πόλεως συνθήκην. Η συνθήκη αύτη ήτο κατά τούτο ιδίως σπουδαία ότι ήτο η πρώτη μεταξύ Μωαμεθανών και Χριστιανών συνθήκη, ή μάλλον η πρώτη επίσημος εκ μέρους του Μωαμεθανικού κράτους πράξις η καθορίζουσα την θέσιν των Χριστιανών εν μωαμεθανικώ κράτει κατά τας αρχάς του Κορανίου (ίδ. 101) και αποτελούσα την βάσιν και αφετηρίαν πασών των βραδύτερον υπό διαφόρων μωαμεθανών ηγεμόνων τοις Χριστιανοίς παρασχεθεισών θρησκευτικών ελευθεριών αφίκετο προ της αγίας πόλεως, ήν και οι Μωαμεθανοί εσέβοντο και σέβονται ως αγίαν πόλιν και καλούσαν αυτήν μέχρι και νυν ούτω (Κουδούς ή Κουδούς σερίφ) ως ούσαν πόλιν του προφήτου και του Χριστού και συνωμολόγησε προς τον Πατριάρχην Σωφρόνιον την περί παραδόσεως της πόλεως συνθήκην. Η συνθήκη αύτη ήτο κατά τούτο ιδίως σπουδαία ότι ήτο η πρώτη μεταξύ Μωαμεθανών και Χριστιανών συνθήκη, ή μάλλον η πρώτη επίσημος εκ μέρους του Μωαμεθανικού κράτους πράξις η καθορίζουσα την θέσιν των Χριστιανών εν μωαμεθανικώ κράτει κατά τας αρχάς του Κορανίου (ίδ. 101) και αποτελούσα την βάσιν και αφετηρίαν πασών των βραδύτερον υπό διαφόρων μωαμεθανών ηγεμόνων τοις Χριστιανοίς παρασχεθεισών θρησκευτικών ελευθεριών (78). Κατά την συνθήκην ταύτην του Ωμάρ εις πάντας τους Χριστιανούς ασφαλίζεται η ζωή και η περιουσία και η ελευθέρα τέλεσις της θρησκευτικής λατρείας αυτών επί ετησία αποτίσει του κεφαλικού λεγομένου φόρου (χαράτζ), δι' ού ο Χριστιανός εξαγοράζει ούτως ειπείν το δικαίωμα της υπάρξεως· απηγορεύετο εις τους Χριστιανούς να ιδρύωσι σταυρούς έξωθεν επί των ναών αυτών ή να κρούωσι σήμαντρα ή κώδωνας αγγέλλοντας την ώραν της προσευχής· έτι δε επεβάλλετο να διακρίνωνται κατά την ενδυμασίαν από των Μωαμεθανών, απαγορευομένης ιδίως αυστηρώς της χρήσεως του πρασίνου χρώματος (79) Και ούτω μεν η Συρία μετ' αυτής δε και η Μεσοποταμία, δύο δηλονότι χώραι, αίτινες από των χρόνων των διαδόχων του Αλεξάνδρου επί 950 περίπου έτη υπήρξαν εστία ελληνικού πολιτισμού, ελληνικής παιδείας, ελληνικής φιλολογίας, κοιτίς του Χριστιανισμού και του Χριστιανικού Ελληνισμού και της χριστιανικής φιλολογίας και ρητορικής, κατελήφθησαν εντός 9 μόνον ετών υπό νέου έθνους, νέου κράτους, νέας θρησκείας και νέου βίου Ασιατικού επενεγκόντος κατά μικρόν την εξαφάνισιν του Ασιατικού Ελληνισμού εν τη λαμπροτάτη κοιτίδι και τη φωτεινοτάτη εστία αυτού. Μόνη η Χριστιανική πίστις και Εκκλησία έσωσαν και σώζουσιν έτι τα ελάχιστα λείψανα, του πάλαι πνευματικού μεγαλείου του Ελληνισμού των χωρών τούτων. (80)

7. Κατάληψις της Αιγύπτου υπό των Μωαμεθανών.

Ευθύς δ' ως συνεπληρώθη η κατάκτησις της Συρίας, περιήλθεν υπό το κράτος του Ισλάμ και άλλη ιστορικωτάτη χώρα και επί αιώνα και αυτή φαεινοτάτη διατελέσασα εστία του Ελληνικού πολιτισμού και των Ελληνικών γραμμάτων. Ο χαλίφης Ωμάρ έπεμψεν από Συρίας τω 640 νέον στρατόν προς κατάκτησιν της Αιγύπτου υπό τον αυτόν εκείνον Άραβα στρατηλάτην, όστις επί του χαλίφου Αβού Βεκίρ είχεν εισβάλει εις την νότιον Συρίαν καταλαβών προς τοις άλλοις την ισχυράν Γάζαν (σ. 105). Ο Αμρού κατώρθωσε μετά μικρού στρατού εν διαστήματι ολίγων μηνών να καταλάβη πάσαν σχεδόν την Αίγυπτον νικήσας εν πολλαίς μάχαις τα Ελληνικά στρατεύματα και καταλαβών εξ εφόδου την ακρόπολιν της Μέμφιδος, πρωτευούσης της Μέσης Αιγύπτου (81). είτα δε και πάσαν την Αίγυπτον, πλην της Αλεξανδρείας. Αύτη υπερησπίζετο από θαλάσσης ισχυρώς υπό του Ελληνικού στόλου, ενόσω έζη ο Ηράκλειος. Αλλά τω 641 αποθανόντος του Ηρακλείου κατελήφθη υπό των Αράβων και η ελληνικωτάτη αυτή μεγαλόπολις, παυσαμένη έκτοτε ούσα εστία Ελληνικών γραμμάτων και Ελληνικού Χριστιανικού πολιτισμού. Ούτω δε μετά της καταλύσεως της εν Αιγύπτω Ελληνορωμαϊκής αρχής απώλετο και το εν Αιγύπτω επί 960 έτη περίπου ανθήσαν πνευματικόν κράτος του Ελληνικού, είτα δε και του Ελληνικού Χριστιανικού βίου και πολιτισμού. (82).

Εις την τοσούτο ταχείαν και ευχερή κατάλυσιν της εν Αιγύπτω Ελληνικής εξουσίας συνετέλεσαν πολύ οι Κόπται ήτοι οι Χριστιανοί απόγονοι των αρχαίων Αιγυπτίων, οίτινες δεν είχον αφομοιωθή προς τους Έλληνας της χώρας. Οι Κόπται ούτοι, αποτελούντες τότε τον πολυπληθέστατον λαόν της Αιγύπτου, εμίσουν πολύ τους Έλληνας, διότι και θρησκευτικώς τότε ήσαν κεχωρισμένοι απ' αυτών ως όντες Μονοφυσίται και τους Έλληνας θεωρούντες Νεστοριανούς (διότι οι Μονοφυσίται τους οπαδούς της εν Χαλκηδόνι Συνόδου συνέχεον προς τους Νεστοριανούς). Ένεκα λοιπόν του μίσους τούτου προσεχώρησαν ούτοι αθρόοι εις τους επιδρομείς Άραβας και παρείχον αυτοίς πάσαν συνδρομήν συντελούντες ισχυρώς εις την επιτυχίαν αυτών· εξ άλλου και οι Άραβες παρεχώρησαν εις τους Κόπτας εν ευρυτάτω μέτρω τας εις τους Χριστιανούς υπό του Κορανίου επιτρεπομένας ελευθερίας, και αυτόν τον κεφαλικόν φόρον καθορίσαντες μετριώτατον. Μεθ' όλα ταύτα πολλοί των Χριστιανών Αιγυπτίων ή Κοπτών προσήλθον εκουσίως εις το Ισλάμ, και τούτων των αρνησιθρήσκων απόγονοι εισιν οι νυν Φελλάχοι της Αιγύπτου, ενώ οι εμμείναντες εν τη πατρίω πίστει καλούνται μέχρι νυν Κόπται.

8. Εμφύλιος πόλεμος εν τω Αραβικώ κράτει. Σουννίται και Σεΐται.

Μετά την κατάληψιν της Αιγύπτου οι Άραβες εξέτειναν τας κατακτήσεις αυτών προς νότον μεν μέχρι των ορίων της Αιθιοπίας, προς δυσμάς δε κατέλαβον την Κυρηναϊκήν και εκείθεν τας λοιπάς Ρωμαϊκάς χώρας της Βορείου Αφρικής. Αλλά τούτο εγένετο μετά τον θάνατον του Ηρακλείου. Τα μεγάλα γεγονότα, ών αφηγήθημεν την ιστορίαν, συνέβησαν επί του χαλίφου Ωμάρ. Αλλά και επί του διαδόχου αυτού Οσμάν (654-655) όντος επί Μωάμεθ γραμματέως αυτού, γενομένου δε νυν χαλίφου δι' εκλογής, αι Αραβικαί κατακτήσεις ηκολούθησαν την νικηφόρον αυτών πορείαν προς τε την Μέσην Ασίαν και προς τα βόρεια παράλια της Αφρικής. Συγχρόνως δε οι Άραβες, οι κατέχοντες νυν την Συρίαν, εκ των περιφήμων κέδρων του Λιβάνου κατασκευάσαντες στόλον προσέβαλλον τας παραλίους πόλεις της Μικράς Ασίας και την Κύπρον και παρά την Ρόδον συνεκρότουν ναυμαχίας νικηφόρους προς τον ελληνικόν στόλον. Αλλά κατά τα τελευταία έτη της χαλιφείας του Ωμάρ εσωτερικαί ταραχαί εκραγείσαι εν τω Αραβικώ κράτει ανέκοψαν επί μακρόν την ορμητικήν κατακτητικήν πορείαν των Αράβων. Ο διαδεξάμενος τω 655 τον κατά το έτος τούτο φονευθέντα εν Μέκκα χαλίφην Οσμάν Αλής, ο εξάδελφος και επί θυγατρί γαμβρός του Μωάμεθ, περιεπλάκη ευθύς εξ αρχής της χαλιφείας αυτού εις εσωτερικάς έριδας και εμφυλίους πολέμους. Κατά του Αλή τούτου, όστις ένεκα της διπλής στενωτάτης προς τον Μωάμεθ συγγενείας είχε μείζονα δικαιώματα φυσικά επί της χαλιφείας ή οι προκάτοχοι αυτού, επανέστη ο της Δαμασκού διοικητής Μωαβίας εκ του γένους Ουμμέια, ουδεμίαν έχων συγγένειαν προς τον οίκον του προφήτου, αλλ' απλώς πεποιθώς επί τας ιδίας δυνάμεις. Ο εμφύλιος ούτος πόλεμος διαρκέσας επί έτη έληξε διά του φόνου του Αλή και της υπό του Μωαβία καταλήψεως της Χαλιφείας.

Αλλά τότε μεγάλη επήλθε μεταβολή εις τον χαρακτήρα της Χαλιφείας. Ενώ οι μέχρι τούδε Χαλίφαι ελάμβαναν το αξίωμα δι' εκλογής, και ήρχον την αρχήν ταύτην ως πατριαρχικοί αιρετοί άρχοντες λαού κατά βάθος δημοκρατουμένου, νυν ο Μωαβίας κατέστησε την αρχήν κληρονομικήν και μετέθηκε το κέντρον και την πρωτεύουσαν του κράτους και την έδραν της Κυβερνήσεως από της Αραβίας εις την Δαμασκόν της Συρίας. Νυν ο απλούς και λιτός βίος των δημοκρατικών αρχόντων των Αράβων μετεβλήθη εις πολυτελή και αβροδίαιτον αυλήν κληρονομικού ηγεμόνος απολυταρχικού, όστις την ιεράν ιδιότητα της Χαλιφείας εχρησιμοποίει απλώς προς ηθικήν εμπέδωσιν του δεσποτισμού. Η τέως δημοκρατική θεοκρατία παρά τοις Άραψι μετεβλήθη εις θεοκρατίαν μοναρχικήν και ο Αραβικός λαός από ελευθέρου τέκνου της έρημου κατά μικρόν κατέστη αγέλη δούλων του δεσπότου Χαλίφου. Αλλά θρησκευτικός φανατισμός και ηθική ζωτικότης συνετήρησαν έτι επί μακρόν την κατακτητικήν ορμήν του Αραβικού κράτους.

{112} Επί του Μωαβία αι ταραχαί επανελήφθησαν εν τω Αραβικώ κράτει και αφού ο Μωαβίας κατέστη χαλίφης και απόλυτος κύριος του κράτους (660 μ. Χ.) και ίδρυσε δυναστείαν κληρονομικήν καλουμένην δυναστείαν Ουμμεϊαδών (από του πάππου του Μωαβία Ουμμέια). Επί του υιού και διαδόχου του Μωαβία Ιεζίτ, οι οπαδοί του Αλή, πολυπληθείς όντες καθ' άπαν το Χαλιφικόν κράτος, επανέστησαν (683) υπέρ του οίκου του Αλή και των δύο υιών αυτού Χασάν και Χουσεΐν. Αλλ' εν τω αύθις εκραγέντι εμφυλίω πολέμω απώλοντο αμφότεροι οι υιοί του Αλή, οίτινες ήσαν και εγγονοί του Προφήτου εκ της θυγατρός αυτού Φατιμάς. Αλλ' ο όλεθρος των δύο τούτων εγγόνων του Προφήτου και η ήττα της μερίδος, καίπερ εξωτερικώς εμπεδώσαντα το κράτος των Ουμμεϊαδών επί τινα χρόνον, εσωτερικώς διήρεσαν το Αραβικόν κράτος και σύμπαντα τον Μωαμεθανικόν κόσμον εις δύο μέχρι σήμερον αδιαλλάκτους προς αλλήλας διατελούσας μερίδας.

Οι οπαδοί του οίκου του Αλή ή των Φατιμιδών (ούτω καλουμένων από της θυγατρός του Προφήτου) μετά συμπαθούς λατρείας περιέβαλον την μνήμην του Αλή και των δύο υιών αυτού· τουναντίον δε εθεώρησαν ούτοι τους Ουμμεϊάδας ως ασεβείς σφετεριστάς της Χαλιφείας και διώκτας του οίκου του Προφήτου και παθητικώς μόνον υπετάσσοντο εις το κράτος αυτών. Αλλ' εις το εξ ιστορικών και δυναστικών λόγων προκύψαν τούτο σχίσμα προσετέθησαν μετ' ολίγον και λόγοι θρησκευτικοί δογματικοί. Οι οπαδοί των οίκων του Αλή, κάτοικοι ως επί το πολύ των Περσικών χωρών, εθεώρησαν ως μόνους νομίμους χαλίφας τον Αλήν και τους δύο υιούς αυτού, απεκήρυξαν δε τους τρεις πρώτους χαλίφας Αβού Βεκίρ, Ωμάρ, Οσμάν, ως παρανόμως καταλαβόντας την Χαλιφείαν, και ανεθεμάτισαν την μνήμην αυτών. Πλην της θρησκευτικής ταύτης διαφοράς επήλθον και δογματικαί. Μέρος των Μωαμεθανών (και τοιούτοι ήσαν οι τιμώντες την μνήμην και των 6 προ του Μωαβία χαλιφών) προς τω Κορανίω εδέξαντο και την ιεράν παράδοσιν ήτοι τους λόγους, τα αποφθέγματα και τας ρήτρας τας αποδιδομένας εις τον Προφήτην κατά παράδοσιν, και οι τοιούτοι ωνομάσθησαν Σουννίται (εκ του σουννά = παράδοσις)· εν ώ η ετέρα μερίς {113} (και εις ταύτην ανήκουσι το πλείστον οι οπαδοί των Φατιμιδών) ουδέν εκτός του Κορανίου παραδέχονται ως προερχόμενον εκ του Προφήτου, και οι τοιούτοι ωνομάσθησαν Σεΐται = οπαδοί (του Αλή εννοείται) κατά την ονομασίαν των οπαδών του Αλή (83).

9. Εξακολούθησις των Αραβικών κατακτήσεων.

Αλλ' αι διαιρέσεις αύται αι διαιωνισθείσαι έκτοτε εν τω μωαμεθανικώ κόσμω δεν ανέκοψαν διαρκώς την προς τα πρόσω κατακτητικήν πορείαν των Αράβων. Αφού περί τα τέλη του 7ου αιώνος κατέπαυσαν οι εμφύλιοι πόλεμοι, η εκ των πολέμων τούτων αναρριπισθείσα πολεμική ορμή των Αράβων νέον εύρε στάδιον ενεργείας εις νέους κατά των απίστων υπέρ του Ισλάμ πολέμους. Ήδη επί του Μωαβία οι Άραβες επανέλαβον το μεγαλουργόν σχέδιον να καταλύσωσι το Ελληνικόν κράτος δι' ενός καιρίου πλήγματος κατά της Κωνσταντινουπόλεως και ούτω καταστώσι κύριοι απάσης της Ευρώπης· προς τούτο δε επί 7 έτη επολιόρκησαν, αλλ' άνευ επιτυχίας, την Κωνσταντινούπολιν.

Επί των Ουμμεϊαδών χαλιφών Αβδ-αλ-μαλέκ (685-705) και Αλ-Βαλίδ (705-713) οι Άραβες συνεπλήρωσαν την κατάκτησιν συμπάσης της Βορείας Αφρικής μέχρι του Ατλαντικού Ωκεανού, είτα δε διαπεραιωθέντες τον Ηράκλειον πορθμόν (84) εισήλασαν εις την Ισπανίαν (711 μ. Χ.) και κατέλυσαν το ενταύθα χριστιανικόν κράτος των Βησιγότθων το από της νοτίου Γαλατίας εκταθέν πέραν των Πυρηναίων (ίδ. κατωτέρω).

Αφού δ' ούτω περί τας αρχάς του 8 μ. Χ. αιώνος το Αραβικόν κράτος προς δυσμάς μεν εξετάθη μέχρι του Ατλαντικού Ωκεανού και των Πυρηναίων, προς ανατολάς δε μέχρι του Ινδού και του Ώξου, προς νότον μέχρι του Ινδικού Ωκεανού και προς βορράν μέχρι του Καυκάσου και των οχθών της Κασπίας, οι Άραβες επανέλαβον το μεγαλουργόν κατά της Κωνσταντινουπόλεως και του Ελληνικού κράτους σχέδιον, προσβάλλοντες εκ νέου την βασιλεύουσαν πόλιν του Ελληνικού κράτους κατά γην και κατά θάλασσαν επί ολόκληρον έτος (717-718), εισβαλόντες συγχρόνως και εις την Μικράν Ασίαν. Αλλ' εις τα τείχη του Χριστιανικού Βυζαντίου εθραύσθησαν τα κύματα του Αραβικού και μωαμεθανικού κατακλυσμού.

Μικρόν μετά την εν Ανατολή αποτυχίαν ταύτην, εν τη Δύσει υπερέβησαν τα Πυρηναία και εισελάσαντες εις την Γαλλίαν προυχώρησαν μέχρι της καρδίας της χώρας ταύτης απειλούντες ενταύθα την ύπαρξιν της μόλις κατά το ήμισυ Χριστιανικής τότε γενομένης Ευρώπης. Αλλ' όπως οι Έλληνες εν Ανατολή, ούτω και εν τη Δύσει οι χριστιανοί Φράγκοι ανέκοψαν την ορμήν των Αράβων και απέκρουσαν τους επιδρομείς πέραν των Πυρηναίων. Έκτοτε το Αραβικόν κράτος απέβαλε την οξύτητα και το τοις χριστιανοίς κινδυνώδες της κατακτητικής αυτού ορμής.

Η αιτία της τοιαύτης ορμητικότητος και της ταχείας προόδου του Αραβικού κράτους έγκειται κυρίως εν τούτω, ότι το κράτος τούτο δεν ήτο απλώς πολιτικόν, αλλά και θρησκευτικόν, και δη θρησκευτικόν άμα δε και στρατιωτικόν. Οι στρατιώται του Ισλάμ ήσαν εν ταύτω μαχηταί και απόστολοι της νέας θρησκείας· και εντεύθεν όλος εκείνος ο νεαρός έτι και ακμαιότατος θρησκευτικός ενθουσιασμός και φανατισμός, μεθ' ού ο φυσικώς βάρβαρος, αλλ' εύρωστος και αδιάφθορος Αραβικός λαός εκ της αφανείας της ερήμου εισήρχετο εις την σκηνήν της ιστορίας του κόσμου, καθίστατο δύναμις ακατάσχετος ηθική άμα και φυσική. Πας στρατιώτης του Ισλάμ τον πόλεμον τον υπέρ πίστεως εθεώρει ως το ύψιστον θρησκευτικόν αυτού καθήκον· εν τω θανάτω τω εν τοιούτω πολέμω έβλεπεν ανοιγομένας αυτώ τας πύλας του παραδείσου, επιζών δε τω πολέμω επέστρεφε μετά δόξης άμα δε και μετά λείας, ήν επορίζετο εκ του πολέμου. Προς τούτοις παρά τοις Μωαμεθανοίς από των χρόνων ήδη τούτων ανεπτύχθη τις ιδέα ηθική και θρησκευτική πείθουσα τον μαχητήν του Ισλάμ να περιφρονή απολύτως τον θάνατον. Η ιδέα αύτη είναι η του πεπρωμένου (καδέρ), ότι δηλαδή παντός ανθρώπου η ζωή ή ο θάνατος, η ημέρα αυτή του θανάτου και ο τρόπος, καθ' όν μέλλει τις να αποθάνη, εισίν εκ των προτέρων καθωρισμένα υπό του Θεού και ουδεμία ανθρωπίνη δύναμις και ενέργεια δύναται να μεταβάλη το τοιούτον πεπρωμένον ή ειμαρμένον. Το Κοράνιον δεν έχει τοιαύτην διδασκαλίαν· αλλ' η εν αυτώ τοσούτον εντόνως εξαιρομένη ιδέα, ότι άνευ της θελήσεως του Θεού ουδέν γίνεται εν τω κόσμω και εν τοις ανθρώποις, συνδεομένη μετά της παρ' άπασι τοις έθνεσι (και παρ' αυτοίς τοις αρχαίοις Έλλησι) μάλλον ή ήττον επικρατούσης πίστεως εις το πεπρωμένον, συνετέλεσεν εις την εν τω Ισλάμ ερρίζωσιν της ιδέας του πεπρωμένου. Της ιδέας λοιπόν ταύτης εμφορούμενοι οι μαχηταί του Ισλάμ ατρόμητοι ερρίπτοντο εις τους κινδύνους του πολέμου και της μαχαίρας των πολεμίων φρονούντες ότι, ει μεν ήτο πεπρωμένον να αποθάνωσι την ημέραν ή την ώραν εκείνην, και φεύγοντες έμελλον να αποθάνωσιν, ει δε μη ήτο πεπρωμένον, πάντως έμελλον να σωθώσι και εις τον μέγιστον εκθέτοντες εαυτούς κίνδυνον. Πλην τούτου ο θάνατος εν τω πολέμω ημείβετο εν τη ιδέα του Μουσλίμ, ως είπομεν, διά του Παραδείσου, ενώ η εν πολέμω φυγή ήτο μεγίστη προς τον Θεόν αμαρτία πέμπουσα εις κόλασιν τον ρίψασπιν. Διό και εν ταις μάχαις ανεφώνουν οι αρχηγοί προς τους μαχητάς· «εμπρός υμών ο παράδεισος, οπίσω η κόλασις». Είπομεν δε ότι κατά το Κοράνιον η πύλη του παραδείσου είναι υπό την σκιάν των ξιφών των απίστων πολεμίων (ίδ. σελ. 102). Εάν δε προσθέσωμεν εις πάντα ταύτα ότι ο Άραψ ήτο τότε φυσικώς αδιάφθορος, όπως οι βάρβαροι Γερμανοί κατά τον 3 και 4 μ. Χ. αιώνα, και φύσει ορμητικός και οξύς τον χαρακτήρα και θερμουργός, και ότι οι λαοί, καθ' ών επολέμει, Έλληνες και Πέρσαι, είχον εν μέρει περιπέσει εις φυσικήν και ηθικήν αδράνειαν, ιδίως ένεκα του τελευταίου μεταξύ αυτών φοβερού πολέμου, εννοούμεν τα αίτια της των Αράβων τοσούτο καταπληκτικώς νικηφόρου και ταχείας πορείας.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Ο ΟΙΚΟΣ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ

1. Διάδοχοι του Ηρακλείου Κωνσταντίνος και Κώνστας.

Ο Ηράκλειος ετελεύτησεν, ως είπομεν, τω 641, αφού κατά τα τελευταία έτη της βασιλείας αυτού είχε την ατυχίαν να ίδη αμαυρουμένην την αίγλην και την μεγάλην δόξαν των προηγουμένων χρόνων και μεγάλας και ιστορικωτάτας εν Ασία και εν Αφρική χώρας αφαιρουμένας από του κράτους, να ίδη δε προς τούτοις αποτυχούσας και πάσας τας προς εκκλησιαστικήν εν τω κράτει ειρήνην ενεργείας αυτού. (85) Τον Ηράκλειον διεδέξατο ο υιός αυτού Κωνσταντίνος Γ', ολίγους μόνον βασιλεύσας μήνας. Τούτον δε τω 642 ο υιός αυτού Κώνστας Β' (641-668). Επί τούτου οι Άραβες, καθώς είδομεν, επί των χαλιφών Ωμάρ και Οσμάν εξακολούθησαν νικηφόρως την επί του Αβού Βεκίρ αρξαμένου κατά του Ελληνικού κράτους επιδρομήν και αφήρεσαν πολλάς εν Ασία και εν Αφρική επαρχίας. Και κατώρθωσαν μεν οι Έλληνες ν' ανακτήσωνται προσωρινώς (646) την Αλεξάνδρειαν διά του στόλου αυτών, αλλά μετ' ολίγον αυτοί οι Άραβες κατασκευάσαντες στόλον προσέβαλον και την Κύπρον, κυριεύσαντες την πρωτεύουσαν αυτής Κωνσταντίαν και τα παράλια της Μικράς Ασίας, εισβαλόντες συγχρόνως κατά ξηράν και εις την Μικράν Ασίαν. Εκυρίευσαν παροδικώς την Ρόδον εν ναυμαχία και παρά την νήσον ταύτην έτρεψαν εις φυγήν (654) τον Ελληνικόν στόλον. Αλλ' εν τη Μικρά Ασία, αφού κατέλαβον πλείστον μέρος αυτής, απεκρούσθησαν, όπως και εν Αφρική, δεν ηδυνήθησαν δε να επωφεληθώσι και τας κατά θάλασσαν νίκας αυτών ένεκα των επελθουσών εσωτερικών εν τω κράτει αυτών ταραχών, περί ών είπομεν. Ο Κώνστας ήτο άλλως και ηγεμών ηθικώς ασθενής. Περιπεσών δε και εις βαθείαν δυσθυμίαν ένεκα του φόνου του αδελφού αυτού Θεοδοσίου, ού ην ηθικός αυτουργός, κατέστη έτι ασθενέστερος την ψυχήν και το φρόνημα. {116} Τω 666 μετέβη εις Σικελίαν διελθών διά των Αθηνών, ένθα διήνυσε τον χειμώνα (86). Αλλά κατά την περιοδείαν ταύτην εδολοφονήθη τω 668 εν Συρακούσαις υπό συνωμοτών ανακηρυξάντων αυτοκράτορα εξ εαυτών τον Μιζίδιον.

2. Κωνσταντίνος Δ' ο Πωγωνάτος (668-685 μ. Χ.).

Τον Κώνσταντα Β' διεδέξατο ο Κωνσταντίνος Δ', ο επικαλούμενος Πωγωνάτος. Ο Κωνσταντίνος ην εν Βυζαντίω, ότε εφονεύθη ο πατήρ αυτού. Αναρρηθείς δε αυτοκράτωρ, επί τω ακούσματι του φόνου του πατρός, μετέβη μετά στόλου εις την Σικελίαν, και τιμωρήσας τους δολοφόνους του πατρός, φονεύσας δε και τον Μιζίδιον, επανήλθεν εις Κωνσταντινούπολιν (φέρων ήδη πώγωνα, ενώ είχεν απέλθει αγένειος έτι ών, εντεύθεν δε και Πωγωνάτος επικληθείς), καταβαλών δε και ενταύθα άλλην στάσιν υπέρ άλλων αδελφών αυτού γενομένην, εστερέωσε την αρχήν αυτού.

Βασιλεύοντος του Κωνσταντίνου Δ', ο της Χαλιφείας την αρχήν σφετερισάμενος τότε διοικητής της Δαμασκού Μωαβίας (ίδ. σελ. 112) έπεμψε στόλον μέγαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, ταυτοχρόνως δε και στρατόν κατά ξηράν εις την Μικράν Ασίαν, σκοπών διά της εκπορθήσεως της Κωνσταντινουπόλεως να καταλύση άπαν το Ελληνικόν κράτος. Επί επτά έτη (672-679) η Κωνσταντινούπολις επολιορκίθη υπό των Αράβων κατά γην και κατά θάλασσαν. Αλλά και οι πολιορκούμενοι αγωνιζόμενοι τον περί ζωής και θανάτου αγώνα ουχί απλώς υπέρ της πόλεως, αλλά και υπέρ του όλου κράτους και της πίστεως, αντέταξαν κρατεράν άμυναν, χρησιμοποιήσαντες το λεγόμενον Ελληνικόν ή υγρόν ή πολεμικόν, ως καλείται, πυρ, επινοηθέν κατά χρόνους προγενεστέρους, αλλά νυν πρώτον τελεσφόρως χρησιμοποιηθέν (87). Η πολιορκία μετά 7 έτη απέτυχεν εντελώς, ο στόλος ο Αραβικός κατεστράφη κατά μέγα μέρος, τα δε λείψανα του στόλου απώλοντο υπό τρικυμίας κατά την επιστροφήν, και η Κωνσταντινούπολις σωθείσα έσωσε και το κράτος, ως συνέβη και κατά τας προγενεστέρας βαρβαρικάς επιδρομάς. Αλλ' η σωτηρία του Ελληνικού κράτους από της φοβεράς επιδρομής έσωσε και όλην την Ευρώπην, ήτις τότε οικουμένη υπό βαρβάρων εν μέρει προσελθόντων, εν μέρει δε μη προσελθόντων έτι εις τον Χριστιανισμόν, ταχέως ηδύνατο, υποτασσομένη υπό των Αράβων, να εξισλαμισθή, καταστρεφομένου ούτως εν σπέρματι του Ευρωπαϊκού χριστιανικού πολιτισμού. Η Κωνσταντινούπολις εφάνη νυν μέγα και δυσπόρθητον προπύργιον της Ευρώπης και του Χριστιανικού κόσμου.

Οι Άραβες ου μόνον ηττήθησαν, αλλά και υπεβλήθησαν εις ταπεινωτικούς όρους ειρήνης, αφού ο Χαλίφης υπεχρεώθη να τελή καθ' έκαστον έτος τρισχιλίας λίτρας χρυσού (περίπου 3,700,000 δραχμ.), πεντήκοντα ίππους ευγενείς Αραβικούς και να αποδίδη ετησίως 8 χιλιάδας αιχμαλώτων Χριστιανών εκ των απείρων τοιούτων αιχμαλώτων, ούς μέχρι νυν εν πολέμοις και επιδρομαίς ηχμαλώτιζον οι Άραβες.

Ούτως ενδόξως επερατώθη ο προς τους Άραβας πόλεμος και συνωμολογήθη η πρώτη προς αυτούς από της ιδρύσεως του Αραβικού κράτους, συνθήκη ειρήνης, μία των ενδοξοτάτων συνθηκών, άς συνωμολόγησε το Ελληνικόν Χριστιανικόν κράτος προς ξένα κράτη. Αλλά και άλλα εγένοντο έργα σπουδαία επί της βασιλείας του Κωνσταντίνου Δ'. Επί τούτου εγένετο η εγκατάστασις των Βουλγάρων εις την Κάτω Μοισίαν, την έκτοτε απ' αυτών Βουλγαρίαν καλουμένην. Τα κατά το γεγονός τούτο έχουσιν ως εξής: Ως ερρήθη εν τοις έμπροσθεν, οι Βούλγαροι, αφού εκ της Ασίας ή εκ της Ανατολικής Ρωσίας (εκ των περί τον Καύκασον, Κασπίαν και Βόλγαν χωρών) μετενάστευσαν κατά τον 5 μ. Χ. αιώνα εις τας περί Τύραν (Δνίστερ) χώρας της νοτιοδυτικής Ρωσίας, όθεν εποιήσαντο τας πρώτας περί τα τέλη του 5 μ. Χ. αιώνος μεγάλας εις το Ελληνικόν κράτος επιδρομάς αυτών, υπετάχθησαν υπό το μέγα βαρβαρικόν κράτος, των Αβάρων. Υπό τον Χαγάνον των Αβάρων εστράτευσαν εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως επί του Ηρακλείου. Μετά την αποτυχίαν της μεγάλης εκείνης εν συμμαχία μετά των Περσών γενομένης επιδρομικής στρατείας φαίνεται ότι το Αβαρικόν κράτος, όπερ εν ταις νυν χώραις της Ουγγαρίας και της Αυστρίας διετηρήθη μέχρι τέλους του 8ου αιώνος, εξησθένησεν εν ταις Ανατολικαίς χώραις. Πρώτοι επανέστησαν κατά των Αβάρων οι Βούλγαροι υπό τον Κουβράτ Χαν (88) (635). Είς δε των υιών τούτου ο Ασπαρούχ συναινέσει του Κωνσταντίνου Δ' εγκατέστη μετά των Βουλγάρων αυτού εν τη μεταξύ του Δανουβίου και του Αίμου χώρα. Η χώρα αύτη καλουμένη Κάτω Μοισία, οικουμένη δε παλαιότερον υπό Θρακών, είχεν εξελληνισθή κατά τους χρόνους της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Ως είδομεν, τω 374 επί του Ουάλεντος εγκατέστησαν ενταύθα οι Βησιγότθοι. Μετά την τούτων δε περί τα τέλη του 4 αιώνος υπό τον Αλάριχον εκ Μοισίας μετανάστευσιν η χώρα αύτη επανήλθεν υπό την άμεσον αρχήν των αυτοκρατόρων Κωνσταντινουπόλεως. Αλλ' από των μέσων του 6 μ. Χ. αιώνος, από των χρόνων του Ιουστινιανού, ήρξαντο να μεταναστεύωσιν εις την Κάτω Μοισίαν Σλαυικοί λαοί λεγόμενοι Σκλαβηνοί των επτά γενών. Νυν ο Κωνσταντίνος Δ' παρέδωκε την χώραν εις τους Βουλγάρους, ίνα ούτοι εισερχόμενοι ούτως εντός των ορίων του Κράτους διάγωσιν εν ειρήνη προς αυτό, κωλύωσι δε και τας Σλαυικάς επιδρομάς, και μάλιστα τας των Αβάρων, ών ήσαν πολέμιοι (89). Εν Κάτω Μοισία οι Τούρκοι το γένος και την γλώσσαν Βούλγαροι, αναμιχθέντες μετά των αυτόθι Σλαύων, αφωμοιώθησαν κατά μικρόν προς αυτούς και εξεσλαυίσθησαν μετά αιώνας, λησμονήσαντες την εαυτών εθνικήν τουρκικήν γλώσσαν και προσλαβόντες την σλαυικήν γλώσσαν των υπηκόων. Ούτως ο Κωνσταντίνος Δ' εγκατέστησεν εν τη Ελληνική χερσονήσω και εν τη γειτονία των Ελλήνων τους Βουλγάρους, όπως ο πάππος αυτού Ηράκλειος τους Σέρβους και Κροάτας.

Επί του Κωνσταντίνου Δ' εγένετο και η έκτη οικουμενική Σύνοδος (680) προς λύσιν των εκ της αιρέσεως των Μονοφυσιτών θρησκευτικών ερίδων, χωρίς μηδέν να επενέγκη αποτέλεσμα ως προς το ζήτημα τούτο (90). Ο Κωνσταντίνος Δ' ετελεύτησε τω 685 καταλιπών τον θρόνον εις τον υιόν αυτού Ιουστινιανόν Β'.

3. Ιουστινιανός Β' (685 711 μ. Χ.).

Ο Ιουστινιανός Β' υπήρξε καθ' όλην την βασιλείαν αυτού ανήρ πολύτροπος, άμα δε και κακεντρεχής και φαύλος. Ούτως εν τη κακοτροπία αυτού διά μηδαμινούς λόγους διέρρηξε την προς τους Άραβας επί τοσούτον επωφελέσιν όροις υφισταμένην ειρήνην και περιήλθεν εις πόλεμον προς το αύθις επί του χαλίφου Αβδ-αλ-μαλέκ (ίδ. σ. 113) ισχυρόν γενόμενον Αραβικόν κράτος· ηττήθη δ' αισχρώς εν τω πολέμω τούτω απολέσας πάντα τα πλεονεκτήματα της τέως υφισταμένης συνθήκης ειρήνης και εκθέσας το κράτος εις νέον κίνδυνον. Αλλ' εκ τούτου προεφύλαξεν αυτό η μεγάλη στρατηγική ικανότης του στρατηγού Λεοντίου, όστις πολλάς μετά ταύτα ήρατο νίκας εναντίον των Αράβων. Ο Ιουστινιανός Β' ένεκα της φαυλότητος της καθόλου κυβερνήσεως αυτού προυκάλεσε καθ' εαυτού στάσιν και καθαιρεθείς από του θρόνου και την ρίνα τμηθείς (εκ τούτου εκλήθη Ρινότμητος) εξωρίσθη εις Χερσώνα (91), εις δε τον θρόνον ανήλθεν ο μνημονευθείς Λεόντιος (695). Αλλά και ο Λεόντιος μετ' ολίγον εγένετο θύμα νέας στρατιωτικής ανταρσίας και καθηρέθη, έλαβε δε τον θρόνον ο Αψίμαρος ή Τιβέριος Γ'. Επί τούτου πολλάς κατά των Αράβων ήρατο νίκας ο του αυτοκράτορος αδελφός στρατηγός Ηράκλειος. Αλλά εναντίον του Τιβερίου Γ' επήλθεν ο έκπτωτος βασιλεύς Ιουστινιανός Β'. Ούτος φυγών από Χερσώνος μετέβη εις τον Χαγάνον των εν Κριμαία Τούρκων Χαζάρων, οίτινες νυν είχον προσέλθει εις τον Χριστιανισμόν, και ενυμφεύθη την αδελφήν του Χαγάνου Θεοδώραν. Φυγών δ' έπειτα και εντεύθεν εις την Βουλγαρίαν και λαβών σύμμαχον τον Χάνον των Βουλγάρων Τέρβελιν επήλθε μετ' αυτού εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως (705), ήν και κατέλαβε διά δόλου εισελθών αυτός διά των αγωγών υδραγωγείου τινός και ανοίξας πύλην τινά μετά τριών ημερών γενναίαν αντίστασιν των κατοίκων. Ούτως ο Ιουστινιανός γενόμενος το δεύτερον αυτοκράτωρ εβασίλευσεν άλλα έξ έτη (705-711) μετά της αυτής και μείζονος τυραννικής φαυλότητος ουδέν άλλο ποιών ή τιμωρών αγριώτατα τους συντελέσαντας πρότερον εις την καθαίρεσιν αυτού, εν οίς εφονεύθησαν και οι πρώην βασιλείς Λεόντιος και Τιβέριος Γ'.

Τέλος δε ότε έπεμψε στόλον ολόκληρον προς τιμωρίαν των κατοίκων της Χερσώνος, ως μη περιποιηθέντων αυτόν προσηκόντως κατά την ενταύθα εξορίαν αυτού. Ο στόλος ούτος αφικόμενος εις Χερσώνα επανέστη μετά των κατοίκων της Χερσώνος εναντίον του Ιουστινιανού Β'. Αναγορεύσας δε, βασιλέα ευπατρίδην τινά Φιλιππικόν καλούμενον, εκ Κωνσταντινουπόλεως εκεί εξωρισμένον, επανήλθε μετ' αυτού εις Κωνσταντινούπολιν. Ο Ιουστινιανός Β', εγκαταλειφθείς νυν υπό πάντων, συνελήφθη υπό του αρχηγού του στόλου και εφονεύθη, εγένετο δε βασιλεύς ο Φιλιππικός.

Επί της αθλίας υπό πάσαν έποψιν βασιλείας του Ιουστινιανού Β' κατελήφθησαν εν Αφρική υπό των Αράβων η Καρχηδών και πάσαι αι μέχρι του Ατλαντικού εκτεινόμεναι κτήσεις του Ελληνικού κράτους. Επί της πρώτης δε βασιλείας αυτού συνεκροτήθη εν Κωνσταντινουπόλει (691) και η Πενθέκτη λεγομένη Σύνοδος.

4. Φιλιππικός. Αναστάσιος Β' και Θεοδόσιος Γ'.

{121} Ο Φιλιππικός μετά διετή βασιλείαν καθηρέθη ειρηνικώς υπό των ανωτάτων πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών του κράτους ως ανίκανος να κυβερνά το κράτος απέναντι του εκ των Αράβων επικειμένου νέου κινδύνου, και ανηγορεύθη αυτοκράτωρ ο τέως πρωτοασηκρήτις ήτοι βασιλικός αρχιγραμματεύς Αναστάσιος Β' (713). Επί του Αναστασίου Β' οι Άραβες, οίτινες ουδέποτε από του άφρονος πολέμου, όν ο Ιουστινιανός Β' είχεν επιχειρήσει κατ' αυτών, συνωμολόγησαν ειρήνην προς το κράτος και έμενον διαρκώς εν Αφρική και εν Μικρά Ασία, μεγάλας εποιήσαντο επιδρομάς εις την χώραν ταύτην, παρεσκευάζοντο δε να επέλθωσι και εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως. Ο Αναστάσιος Β' παρασκευαζόμενος εκ των ενόντων εις άμυναν της πρωτευούσης έπεμψε συγχρόνως και στόλον εις τα παράλια της Φοινίκης, ίνα, ει δυνατόν, επιπέση απροσδοκήτως επί τον κατά της Κωνσταντινουπόλεως παρασκευαζόμενον στόλον και κατακαύση αυτόν. Αλλ' ο στόλος ούτος εστασίασε κατά τον πλουν και εφόνευσε τον υπό του βασιλέως ταχθέντα αρχηγόν. Ίνα δε αποφύγη την διά την πράξιν ταύτην τιμωρίαν, εστασίασε και κατά του αυτοκράτορος και επανερχόμενος εις Κωνσταντινούπολιν, ότε αφίκετο εις Αδραμύττιον, υπεχρέωσέ τινα εκεί εισπράκτορα των δημοσίων φόρων, Θεοδόσιον καλούμενον, να λάβη το αυτοκρατορικόν αξίωμα. Ελθόντος δε του στόλου εις την πρωτεύουσαν, ο Αναστάσιος μετά μικράν αντίστασιν έφυγε καταλιπών την πόλιν, εις ήν εισήλασε νυν ο Θεοδόσιος ως αυτοκράτωρ (716). Αλλά του Θεοδοσίου η αρχή μόλις διήρκεσεν ολίγους μήνας. Υπήρχεν ανήρ εν Μικρά Ασία αρχιστράτηγος των εκεί πολεμουσών εναντίον των Αράβων ελληνικών στρατιωτικών δυνάμεων, Λέων ο Ίσαυρος, στρατηγός γενναιότατος. Ούτος βλέπων ένθεν μεν το μέγεθος του επικειμένου εις το κράτος κινδύνου, ένθεν δε την αθλιότητα των εν Κωνσταντινουπόλει πραγμάτων, επεχείρησε να σώση το κράτος αναλαμβάνων εις τας στιβαράς αυτού χείρας την των όλων πραγμάτων διεύθυνσιν. Επελθών λοιπόν εναντίον του μόλις καταλαβόντος την αρχήν Θεοδοσίου και νικήσας παρά την Νικομήδειαν τον κατ' αυτού πεμφθέντα στρατόν του Θεοδοσίου, εισήλασεν εν θριάμβω εις την πρωτεύουσαν (717), του Θεοδοσίου παραιτησαμέου την αρχήν επί τη υποσχέσει της ασφαλείας της ζωής αυτού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

Η ΔΥΝΑΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΙΣΑΥΡΩΝ

1. Λέων ο Ίσαυρος. Δευτέρα πολιορκία της Κωνσταντινουπόλεως.

Ο Λέων ο Ίσαυρος εγεννήθη εν Γερμανικεία (νυν Μαράς) της ανατολικής Μικράς Ασίας, εκλήθη δε Ίσαυρος, διότι ο οίκος αυτού κατήγετο από της Ισαυρίας της Μικράς Ασίας. Ήτο ανήρ οικογενείας ταπεινής και απαίδευτος, αλλ' είχε πολλάς φυσικάς αρετάς και προ πάντων ανδρείαν στρατιωτικήν, πνεύμα στρατηγικόν και φύσιν αρχικήν. Και τα προτερήματα αυτού ταύτα ανέδειξεν εν τοις κατ' Αράβων πολέμοις του Λεοντίου και Ηρακλείου, προαχθείς έκτοτε εις ανώτερα στρατιωτικά αξιώματα, επί δε του Αναστασίου Β' γενόμενος στρατηγός των Ανατολικών ήτοι αρχιστράτηγος πασών των εν ταις Ανατολικαίς χώραις του κράτους στρατιωτικών δυνάμεων. Νυν δε ανελθών εις τον θρόνον τον βασιλικόν εν κρισιμωτάτη στιγμή, ότε ο στρατός ο Αραβικός προήλαυνε διά της Μικράς Ασίας προς την πρωτεύουσαν, στόλος δε μέγας εξ εκατοντάδων πλοίων συγκείμενος επήρχετο κατά θάλασσαν εναντίον της βασιλευούσης πόλεως, ο Λέων εύρεν ευκαιρίαν να δείξη τα μεγάλα αυτού προτερήματα ως αρχηγού του στρατού και του κράτους. Έξ μήνας μετά την εις Κωνσταντινούπολιν είσοδον του Λέοντος και την στέψιν αυτού η Κωνσταντινούπολις απεκλείσθη αύθις κατά γην και κατά θάλασσαν υπό των Αράβων, και η τύχη άπαντος του κράτους, εκρέματο αύθις από της τύχης της βασιλευούσης ταύτης πόλεως. Αλλ' ανήρ μέγας και στρατηγός μεγαλοφυής ήτο νυν ο δι' αγρύπνου, βλέμματος και στιβαρών βραχιόνων διευθύνων την άμυναν και τοις πάσιν εμπνέων, ελπίδα και θάρρος. Ημέρας και νυκτός επιβλέπων από της ακροπόλεως τα γινόμενα και τα πάντα γινώσκων, διά των ταχυπλόων δρομώνων διασχίζων τον αποκλεισμόν και επισιτίζων τους πολιορκουμένους και διά του υγρού πυρός φοβεράς επιφέρων καταστροφάς εις τον εχθρικόν στόλον, κατώρθωσεν επί έν ολόκληρον έτος να αντιτάξη θαυμασίαν άμυναν εναντίον των επιδρομέων. Και ο ενσκήψας δε κατά το έτος, εκείνο (717-718) βαρύτατος χειμών επεβοήθησε τω έργω των αμυνομένων. Μάτην ο εν τω μεταξύ τον Σουλεϊμάν διαδεξάμενος ανεψιός αυτού Ωμάρ Β' έπεμψε κατά το έαρ του 718 νέον στόλον και στρατόν. Κατά την συμπλήρωσιν ακριβώς ενός έτους από της αρξαμένης κατ' Αύγουστον του 717 προσβολής της βασιλευούσης ηναγκάσθησαν να αποπλεύσωσι τα ελεεινά λείψανα του στόλου άγοντα και τα υπολειπόμενα έτι συντρίμματα του κατά γην εις δέκα μυριάδας εν αρχή ανερχομένου, και είτα αύθις ενισχυθέντος, νυν δε τέλεον σχεδόν κατεστραμμένου στρατού. Αλλά και τα λείψανα ταύτα κατεστράφησαν κατά την επάνοδον υπό δεινών τρικυμιών, και έν μόνον πλοίον, καθά λέγεται, διασωθέν ηδυνήθη να αγγείλη τω Χαλίφη το φοβερόν τέλος της στρατείας. Αύτη υπήρξεν η τελευταία των Αράβων κατά της Κωνσταντινουπόλεως προσβολή. Έκτοτε ουδέποτε οι Άραβες Μωαμεθανοί, καίπερ πολλάκις κατά ξηράν εν Μικρά Ασία πολεμήσαντες εναντίον των Ελλήνων, διενοήθησαν να επιχειρήσωσι στρατείαν απ' ευθείας κατά της Κωνσταντινουπόλεως. Η υπό του Ισλάμ άλωσις του μεγάλου τούτου προπυργίου της Χριστιανικής πίστεως και του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, η προρρηθείσα υπό του Μωάμεθ αυτού και ού σμικρόν πιθανώτατα επιδράσασα επί τα μέχρι τούδε επανειλημμένα κατά της βασιλευούσης των πόλεων βουλεύματα αυτών, επεφυλάσσετο εις άλλην φυλήν, εις άλλον λαόν μωαμεθανικόν, ουχί τον Αραβικόν, εις λαόν μέλλοντα μετά 7 αιώνας να εκπληρώση την πρόρρησιν ή διαθήκην εκείνην του ιδρυτού του Ισλάμ. (92)

Ο Λέων Γ', ο σώσας την Κωνσταντινούπολιν και μετά ταύτης και διά ταύτης άπαν το κράτος το Ελληνικόν, εγένετο αληθώς σωτήρ της χριστιανικής Ευρώπης και του χριστιανικού κόσμου. Τούτο κάλλιστα εννοών ο πάπας Γρηγόριος Β' διεφήμισε το όνομα του μεγάλου ηρωικού βασιλέως ανά πάσαν την Ευρώπην, πέμψας εις τους χριστιανούς ηγεμόνας των Ευρωπαϊκών χωρών εικόνας του Λέοντος Γ'.

2. Η εσωτερική πολιτεία του Λέοντος Γ'. Το ζήτημα των αγίων εικόνων.

Ο Λέων Γ', ο νικητής και τροπαιούχος αναδειχθείς εν τη αμύνη της Κωνσταντινουπόλεως εναντίον των Αράβων, δεν ηδυνήθη να επωφεληθή την μεγάλην αυτού νίκην ίνα επιτεθή κατά των Αράβων και εισβάλη εις το κράτος αυτών. Τουναντίον δε οι Άραβες επανέλαβον μετά τινα χρόνον τας κατά ξηράν επιδρομάς αυτών, αλλ' ηττήθησαν ολοσχερώς τω 740, το προτελευταίον έτος της βασιλείας του Λέοντος Γ', εν τη εν Ακροϊνώ της Μικράς Ασίας μάχη, και ηναγκάσθησαν να εκκενώσωσιν άπαντα σχεδόν τα υπ' αυτών κατεχόμενα μέρη της Μικράς Ασίας.

Αιτία της τοιαύτης απραξίας του Λέοντος Γ' απέναντι των Μωαμεθανών ήσαν κατά μέγα μέρος αι εκ του τότε υπό του αυτοκράτορος αυτού κινηθέντος μεγάλου εκκλησιαστικού ζητήματος προελθούσαι εσωτερικαί έριδες και εμφύλιοι πόλεμοι. Ο Λέων Γ' μετά πολλών στρατιωτικών και πολιτικών ανδρών του κράτους εφρόνει ότι η εν τη χριστιανική Εκκλησία ειθισμένη προσκύνησις των εικόνων, ένεκα της αμαθείας και δεισιδαιμονίας του λαού καταντώσα πολλάκις εις λατρείαν εικόνων ήτοι εις ειδωλολατρίαν, αντέβαινεν εις το αληθές πνεύμα της χριστιανικής πίστεως. Είναι πιθανόν ότι ο βασιλεύς εφρόνει ότι η τοιαύτη λατρεία των εικόνων παρέλυε το υγιές θρησκευτικόν φρόνημα του λαού και εκώλυε την διά της θρησκείας ανύψωσιν του στρατιωτικού ιδίως αισθήματος, όπερ τοσούτον, ως είδομεν, ανέπτυξεν ο βασιλεύς Ηράκλειος εν τω στρατώ.

Υπό τοιούτων σκέψεων ελαυνόμενος ο Λέων Γ', έχων δε ομοφρονούντας αυτώ καί τινας του ανωτέρου κλήρου άνδρας, διέταξεν (726) να ιδρύωνται εν ταις Εκκλησίαις αι εικόνες υψηλότερον, ίνα μη δύνηται ο λαός να ασπάζηται αυτάς. Ότε δε το διάταγμα του βασιλέως εύρεν αντίστασιν παρά τω πολλώ λαώ, ιδίως παρά τη τάξει των μοναχών, εξ ών ως επί το πολύ ήσαν και οι καλλιτεχνούντες τας εικόνας, εντεύθεν δε συνέβησαν καί τινες αταξίαι εν τη πρωτευούση, ο αυτοκράτωρ εξέδωκε νέον διάταγμα διατάσσον την ολοσχερή των εικόνων από των ιερών ναών αφαίρεσιν. Τούτο εξήγειρεν εν τω κράτει, ιδίως εν ταις Ευρωπαϊκαίς επαρχίαις του κράτους, μεγάλας ταραχάς. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Γερμανός είχεν αποχωρήσει εξ αρχής της έριδος από του θρόνου αντικατασταθείς υπό ομόφρονος τω αυτοκράτορι κληρικού. Αλλά νυν οι πάπαι Γρηγόριος Β' (ο προ ολίγων ετών εν εγκωμίοις κηρύξας το όνομα του αυτοκράτορος ανά την Ευρώπην την χριστιανικήν) και ο τούτου διάδοχος Γρηγόριος Γ' αφώρισαν τον Λέοντα, εξήγειραν δε συγχρόνως εις επανάστασιν κατά του βασιλέως τον λαόν της Μέσης Ιταλίας (η Άνω Ιταλία, ως είρηται εν τοις έμπροσθεν, είχεν αφαιρεθή προ πολλού υπό των Λαγγοβάρδων). Ο Λέων Γ' έπεμψε στρατόν και στόλον προς τιμωρίαν του Πάπα και των αποστατών. Αλλ' ο στόλος ούτος κατεποντίσθη υπό τρικυμιών. Επειδή δε μετ' ολίγον οι Φράγκοι βασιλείς, εφάνησαν εν τη Ιταλία ως προστάται του Πάπα, προστατεύοντες αυτόν εναντίον των Λαγγοβάρδων και έθεσαν υπό την προστασίαν αυτού την τε Ρώμην και την Μέσην Ιταλίαν, οι βασιλείς του Ελληνικού κράτους δεν επεχείρησαν πλέον την ανάκτησιν της Ιταλίας· και από των χρόνων τούτων το των Ελλήνων εν Ιταλία κράτος περιωρίσθη εις την Κάτω Ιταλίαν και Σικελίαν, και εν ταις χώραις ταύταις διετηρήθη το κράτος του Ελληνισμού επί 3 έτι αιώνας. Αλλ' οι πάπαι, εις ών την υπερτάτην εκκλησιαστικήν δικαιοδοσίαν υπήγοντο εκκλησιαστικώς μέχρι των χρόνων τούτων πάσαι αι χώραι της Ελληνικής χερσονήσου πλην της Θράκης, της Κάτω Μοισίας και των πέραν του Δανουβίου βαρβαρικών χωρών (υπαγομένων τούτων πασών εις τον πατριαρχικόν θρόνον Κωνσταντινουπόλεως), εξήγειραν επανάστασιν και εν ταις κυρίως Ελληνικαίς εν Ευρώπη χώραις (ταις καλουμέναις νυν Ελλαδικαίς) του κράτους. Οι κάτοικοι των χωρών τούτων και των νήσων του Αιγαίου (Ελλαδικοί) επαναστάντες κατά του εικονομάχου βασιλέως ανηγόρευσαν αυτοκράτορα εξ εαυτών καλούμενον Κοσμάν και επήλθον μετά στόλου εναντίον του εν Κωνσταντινουπόλει βασιλέως, καθ' όν ακριβώς χρόνον οι Άραβες εισέβαλον αύθις εις την Μικράν Ασίαν (727 μ. Χ.). (93)Αλλ' ο στόλος των επαναστατών κατεστράφη προ των τειχών της Κωνσταντινουπόλεως υπό του στόλου του βασιλικού και υπό του υγρού πυρός. Ο Κοσμάς και οι μετ' αυτού εθανατώθησαν και η επανάστασις των Ελλαδικών εντελώς κατεστάλη. Ο δε βασιλεύς Λέων τιμωρών τον Πάπαν αφήρεσεν από της δικαιοδοσίας αυτού πάσας τας εκκλησίας της Ελληνικής χερσονήσου και αυτάς τας της Κάτω Ιταλίας και Σικελίας και υπήγαγεν αυτάς υπό τον πατριαρχικόν θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως, εδήμευσε δε και τα εν Καλαβρία της Κάτω Ιταλίας παπικά κτήματα. Υπό τοιούτων εσωτερικών ανωμαλιών περισπώμενος ο Λέων Γ' δεν ηδυνήθη μετά το μέγα κατόρθωμα του 718 να διαπράξη έργα μεγάλα εναντίον των Αράβων πλην της μνημονευθείσης μικρόν προ του θανάτου αυτού μεγάλης εν Ακροϊνώ νίκης.

Ο βασιλεύς ούτος και εν μέσω των δεινών εσωτερικών ταραχών και των εξωτερικών πολέμων ειργάσθη και υπέρ μεγάλων εσωτερικών μεταρρυθμίσεων του κράτους εκδούς νομοθεσίαν ιδίαν Ελληνιστί, την πρώτην μετά τας Νεαράς του Ιουστινιανού (σελ. 76) εκδοθείσαν εν τη ελληνική γλώσση συστηματικήν νομοθεσίαν και φέρουσαν το όνομα Εκλογή. Η νομοθεσία αύτη απέβλεπε προ πάντων εις την επί το φιλανθρωπότερον και συμφωνότερον προς τας ηθικάς αρχάς του Χριστιανισμού μεταρρύθμισιν των σχέσεων των αγροτών, πενεστών ή δουλοπαροίκων, προς τους μεγάλους ιδιοκτήτας της γης, και την ωσαύτως χριστιανικωτέραν διαρρύθμισιν των του γάμου και του οικογενειακού καθόλου δικαίου.

Ο μέγας εν πολέμοις και εν ειρήνη και μεγαλεπήβολος βασιλεύς Λέων Γ', ο αρχηγός οίκου βασιλικού βασιλεύσαντος επί 9 περίπου δεκαετηρίδας, ετελεύτησε τω 741 μ. Χ. καταλιπών τον θρόνον εις τον υιόν αυτού και συμβασιλέα αυτώ προ πολλού γενόμενον Κωνσταντίνον Ε'.

3. Ο Κωνσταντίνος Ε' (741-775).

Ο Κωνσταντίνος Ε' ήτο ανήρ γενναίος, αρχικός, πολεμικός και αυστηρός τον χαρακτήρα μέχρι τραχύτητος. Κληρονομήσας παρά του πατρός προς ταις πολιτικαίς και στρατιωτικαίς αρεταίς και τα εικονομαχικά τούτου φρονήματα αντεπεξήλθε κατά των αντιφρονούντων μετά μείζονος ή ο πατήρ ρώμης και αυστηρότητος. Εν αρχή της βασιλείας αυτού κατέστειλεν ισχυρώς στάσιν τινά, εξεγερθείσαν εν Κωνσταντινουπόλει, υπό των αντιπάλων της των εικονομάχων μερίδος αυτού απόντος εν στρατεία και τάχιστα επανελθόντος. Ίνα δε δώση εις το ζήτημα των εικόνων λύσιν σύμφωνον μεν ει δυνατόν προς τα φρονήματα, αυτού τε και του πατρός αυτού, αλλά και κανονικήν και νόμιμον, συνεκάλεσε Σύνοδον Οικουμενικήν εν Ιερεία (τη απέναντι της Κωνσταντινουπόλεως επί της Ασιατικής του Βοσπόρου ακτής κειμένη), ήτις κατεδίκασε την των εικόνων προσκύνησιν (753-754) (94) ως ειδωλολατρίαν. Αλλά της Συνόδου αι αποφάσεις καταπολεμηθείσαι σφοδρώς υπό των μοναχών και των πολλών οπαδών της των εικόνων προσκυνήσεως επήνεγκον μεγάλας ταραχάς, άς κατέστειλεν ο αυτοκράτωρ μετά μεγάλης βίας. Τότε κατά διαταγήν του βασιλέως μοναστήρια διελύθησαν και μετεβλήθησαν εις στρατώνας και μοναχοί υπεχρεώθησαν να αποβάλωσι το σχήμα αυτών και οι ανθιστάμενοι ετιμωρήθησαν ενίοτε μετά πολλής αυστηρότητος. Εντεύθεν το όνομα του Κωνσταντίνου Ε' κατέστη και βραδύτερον λίαν μισητόν εις τους μοναχούς και το αμαθές πλήθος, και πολλά κατά του βασιλέως ελέχθησαν δύσφημα και υβριστικά επώνυμα εις αυτόν εδόθησαν, εν οίς επεκράτησε το Κοπρώνυμος. Και όμως ο Κωνσταντίνος Ε', μεθ' όλην την προς τους αντιπολιτευομένους αυτώ δειχθείσαν απηνή αυστηρότητα, ήτο βασιλεύς επιτελέσας έργα μεγάλα και εν ειρήνη, αλλά προ πάντων εν πολέμοις. Στρατεύσας κατά των Αράβων εν Ασία υπερέβη τα όρια του Αραβικού κράτους και εισέβαλεν εις αυτήν την βόρειαν Συρίαν, ενταύθα δ' ενίκησε νίκην λαμπράν κατά του στρατού του Χαλίφου και ανεκτήσατο σπουδαίον μέρος της από 100 και επέκεινα ετών υπό των Μωαμεθανών κατεχομένης ταύτης χώρας. Επροστάτευσε δε τους κατοίκους εκείνης της χώρας, οίτινες καταγόμενοι από Μωαμεθανών προ 100 ετών βία προσελθόντων εις το Ισλάμ νυν επέστρεφαν εις την πάτριον πίστιν. Το δε επόμενον έτος στόλος βασιλικός κατέστρεψε παρά την Κύπρον ολόκληρον εκ χιλίων πλοίων συγκείμενον Αραβικόν στόλον. Επετέλεσε δε ο Κωνσταντίνος Ε' πολλάς και κατά Βουλγάρων και νικηφόρους το πλείστον κατά γην και κατά θάλασσαν στρατείας, πολλήν επαγαγών φθοράν εις το βάρβαρον τούτο Τουρκικόν και ειδωλολατρικόν έθνος, όπερ μετ' αδαμάστου ορμής συχνοτάτας εποιείτο επιδρομάς εις τας εντεύθεν του Δανουβίου ελληνικάς χώρας. Ουδείς δε βασιλεύς του Βυζαντίου, εξαιρουμένου Βασιλείου Β' του Βουλγαροκτόνου, περί ού ποιησόμεθα λόγον βραδύτερον, εταπείνωσε τόσον τους Βουλγάρους όσον ο Κωνσταντίνος Ε'. Εν μια δε των στρατειών τούτων νοσήσας ετελεύτησε τω 775 μ. Χ.

Η μεγάλη πολεμική δύναμις και ενέργεια του Κωνσταντίνου Ε' καθίσταται πολλώ θαυμαστοτέρα, όταν αποβλέψωμεν εις τας μεγάλας εσωτερικάς δυσχερείας, καθ' ών είχε ν' αντιπαλαίση ο βασιλεύς, και μάλιστα εις τον φοβερόν λοιμόν, όστις ηρήμωσεν ολοκλήρους χώρας του κράτους και μέγα μέρος της Πελοποννήσου, ότε ο βασιλεύς ηναγκάσθη να επιτρέψη την εγκατάστασιν Σκλαβηνικών τινων παροικιών εν τοις ανατολικοίς τμήμασι της χερσονήσου.

Εκ των κοινωφελών δε δημοσίων έργων του Κωνσταντίνου Ε' άξια λόγου είναι η υπ' αυτού ανακαίνισις του μεγάλου υδραγωγείου της πρωτευούσης, εξ ού κυρίως υδρεύετο η πόλις αύτη, του κτισθέντος υπό του αυτοκράτορος Ουάλεντος και καταστραφέντος υπό των Αβάρων κατά την υπό τούτων γενομένην τω 626 πολιορκίαν της Κωνσταντινουπόλεως.

Τοιαύτη υπήρξεν η 34 έτη διαρκέσασα βασιλεία του Κωνσταντίνου Ε', πολλής δυνάμεως και μεγάλης και ουκ ολίγων έργων κοινωφελών γενομένη πάροχος εις το κράτος, αλλά και πολλαχώς κατακριθείσα διά την εκκλησιαστικήν αυτής πολιτείαν.

4. Λέων Δ' ο επικαλούμενος Χάζαρος (775-780 μ. Χ.).

{128} Τον Κωνσταντίνον Ε' τελευτήσαντα τω 775 διεδέξατο ο υιός αυτού Λέων Δ', ο επικαλούμενος Χάζαρος ένεκα της καταγωγής της μητρός αυτού Ειρήνης από του γνωστού ημίν εν Κριμαία και τη περί αυτήν χώρα οικούντος Τουρκικού έθνους των Χαζάρων (95). Είχε δε ο Λέων Δ' και σύζυγον ομώνυμον τη μητρί Ειρήνην, αλλά ταύτην Ελληνίδα, καταγομένην απ' Αθηνών. Ο Λέων Δ', ων ανήρ σωματικώς και πνευματικώς ασθενής, ουδέν εξετέλεσεν επί της βασιλείας αυτού έργον άξιον λόγου, πλην μόνον ότι εν τω Εκκλησιαστικώ ζητήματι τας μεν περί της διαλύσεως των μοναστηρίων και των μοναχικών ταγμάτων διατάξεις του Κωνσταντίνου Ε' ανεκάλεσεν, ενέμεινε δε εν τη περί εικόνων πολιτεία του βασιλέως τούτου, του ζητήματος άλλως τε των εικόνων όντος κεκανονισμένου διά Συνόδου Εκκλησιαστικής. Ο Λέων Δ' ετελεύτησε τω 780, βασιλεύσας πέντε μόνον έτη.

5. Κωνσταντίνος ο πορφυρογέννητος και η βασίλισσα Ειρήνη (780-803 μ. X.).

Ο Λέων Δ' κατέλιπεν υιόν και διάδοχον τον Κωνσταντίνον Στ', καλούμενον πορφυρογέννητον ως γεννηθέντα εν πορφύρα, ήτοι βασιλεύοντος (πορφύραν φέροντος) του πατρός. Τον Κωνσταντίνον ΣΤ' ανήλικον όντα επετρόπευσεν η μήτηρ Ειρήνη η Αθηναία. Αύτη άρχουσα νυν αρχήν πραγματικήν εφρόντισεν εν πρώτοις, ως ευσεβής γυνή, να καταπαύση τας θρησκευτικάς εν τω κράτει ταραχάς τας εκ του ζητήματος των εικόνων προελθούσας, ή μάλλον να λύση το ζήτημα αυτό των εικόνων κατά το πνεύμα των οπαδών της των εικόνων προσκυνήσεως, συνεκάλεσε δε Σύνοδον Οικουμενικήν νέαν προς τοιούτον σκοπόν αποβλέπουσαν. Αφού δε εματαιώθη υπό του στρατού η απόπειρα συγκροτήσεως τοιαύτης συνόδου εν Κωνσταντινουπόλει, συνεκροτήθη αύτη τω 787 εν Νικαία της Βιθυνίας (δευτέρα αύτη εν Νικαία οικουμενική μετά την τω 325 επί Κωνσταντίνου του Μεγάλου συγκροτηθείσαν εν τη πόλει ταύτη Α' Οικουμενικήν Σύνοδον). Η Σύνοδος αύτη ανεθεμάτισε τους συνελθόντας εις την Σύνοδον του 753-754 και την κατάργησιν της των εικόνων προσκυνήσεως διατάξαντας αρχιερείς και επανήγαγεν εις την Εκκλησίαν την προσκύνησιν των εικόνων και των λειψάνων των αγίων ανδρών. Αλλ' ενταυτώ εξηγήσατο την αληθή θρησκευτικήν έννοιαν της προσκυνήσεως, δογματίσασα ότι η προσκύνησις έχει έννοιαν απλώς τιμής προσφερομένης διά των εικόνων εις το πρωτότυπον (96) και διά των λειψάνων εις τους άνδρας τους αγίους, και ότι η προσκύνησις των εικόνων ή λειψάνων ουδέποτε πρέπει να λάβη χαρακτήρα ειδωλολατρίας ή κτισματολατρίας. Και ούτω μεν ελύθη οριστικώς υπό έποψιν δογματικήν το ζήτημα των εικόνων, αλλ' αι ταραχαί αι εικονομαχικαί μετά μικράν ανάπαυλαν επανελήφθησαν ύστερον σφοδρώς επί τινα έτι χρόνον.

Η βασιλομήτωρ και ως βασιλίς κυβερνώσα το κράτος εν ονόματι του υιού αυτής Ειρήνη ετιμήθη μεν υπό της Εκκλησίας διά την ευσέβειαν αυτής (97), αλλ' υπήρξεν άλλως γυνή φίλαρχος και μέχρι ωμότητος και κακουργίας αφιλόστοργος, ήκιστα δε κηδομένη, αλλ' υπήρξεν άλλως γυνή φίλαρχος και μέχρι ωμότητος και κακουργίας αφιλόστοργος, ήκιστα δε κηδομένη [98] και των συμφερόντων του κράτους. Ένεκα της φιλαρχίας αυτής εσφετερίσθη την εις τον υιόν νομίμως ανήκουσαν υπερτάτην αρχήν μη καταλιπούσα ταύτην και μετά την ενηλικίωσιν του Κωνσταντίνου ΣΤ'. Ότε δε έδειξεν ούτος διαθέσεις ν' απαλλαγή της τοιαύτης αυθαιρέτου διηνεκούς μητρικής κηδεμονίας, ετιμωρήθη ασπλάγχνως και απανθρώπως υπό της Ειρήνης διά της αφαιρέσεως της οράσεως. Διά της βαρβάρου άμα και φρικωδώς απανθρώπου τιμωρίας εσκόπει η αχαλίνωτος εν τη φιλαρχία αυτής γυνή να καταστήση και πρακτικώς αδύνατον την υπό του παιδός αυτής ανάληψιν της εξουσίας. Η δ' ούτω σκληρώς προς τον ίδιον υιόν προσενεχθείσα κακότροπος γυνή, περιστοιχιζομένη και υπό συμβούλων ουχί αγαθών και γενναίων, πολλαχώς έβλαψε τα συμφέροντα του κράτους και ιδίως τα στρατιωτικά. Διέλυσε, χάριν σκοπών αντιμαχομένων προς τα συμφέροντα και την ασφάλειαν του κράτους, τα άριστα και γενναιότατα παλαίμαχα τάγματα του στρατού και ανεπλήρωσεν αυτά διά νεοσυλλέκτων αγυμνάστων. Ούτω δε γυμνώσασα στρατιωτικώς το κράτος, παρέδωκε τας μεν Ευρωπαϊκάς επαρχίας εις την διάκρισιν των αγρίων Βουλγαρικών επιδρομικών στιφών, τας δε Ασιατικάς εις την των νυν υπό την νέαν χαλιφικήν δυναστείαν των Αββασιδών (ίδε κατωτέρω) μετά νέας δυνάμεως υλικής και ηθικής εν τοις πεδίοις των μαχών αναφαινομένων Αράβων. {130} Επί της αθλίας κυβερνήσεως της Ειρήνης ο του χαλίφου Αλ-Μαχαδί υιός και επίδοξος διάδοχος, ο βραδύτερον «περίφημος χαλίφης Αρούν-αλ-ρασίτ, στρατεύσας εις την Μικράν Ασίαν, διήλασε πάσαν ταύτην την χώραν κατά μήκος και πλάτος μέχρι των ακτών του Ευξείνου Πόντου και μέχρι των προθύρων της Χρυσουπόλεως, δεινάς διαπράττων λεηλασίας, και καταστροφάς· απεχώρησε δε επιβαλών φόρον υποτελείας εις την Ειρήνην.

Μόνον εν Πελοποννήσω τα στρατεύματα της Ειρήνης εξετέλεσαν ανάξια λόγου υπό στρατιωτικήν έποψιν έργα, υποτάξαντα τας σποράδην εν τη χερσονήσω ταύτη κατά τα όρη, ιδίως τας βορείους κλιτύς του Ταϋγέτου, οικούσας ποιμενικάς Σλαυικάς φυλάς.

Εν μέσω τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων η κυβέρνησις της Ειρήνης πολλήν παρήγεν εν τω κράτει, και ιδίως εν τη πρωτευούση, δυσαρέσκειαν παρά πάσι τοις μη εκ θρησκευτικών λόγων επουσιωδών τυφλώττουσι προς τα μεγάλα συμφέροντα του κράτους. Η δε δυσαρέσκεια αύτη έτι μάλλον ηυξήθη, ότε τω 800 μ. Χ. ο τότε αυτοκράτωρ του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους αναγορευθείς βασιλεύς των Φράγκων Κάρολος Α' έπεμψε πρεσβείαν προς Ειρήνην, αναγγέλλουσαν προς αυτήν τα κατά την ανάρρησιν αυτού εις τον Ρωμαϊκόν αυτοκρατορικόν θρόνον της Δύσεως. Διά ταύτης ο Κάρολος εζήτει παρά της Ειρήνης, ως αυτοκρατείρας του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους, την αναγνώρισιν του νέου αξιώματος αυτού, έτι δε προέτεινε συμμαχίαν μεταξύ των δύο μεγάλων χριστιανικών αυτοκρατοριών, επί πάσι δε και συνοικέσιον μεταξύ του βασιλέως των Φράγκων και του νέου αυτοκράτορος της Δύσεως προς την από του 780 χήραν διατελούσαν βασίλισσαν ή αυτοκράτειραν της Ανατολής.

Τότε οι εν Κωνσταντινουπόλει ανώτατοι πολιτικοί και στρατιωτικοί λειτουργοί του κράτους, φοβούμενοι μη αι τοιαύται σχέσεις μεταξύ της Ειρήνης και του Καρόλου και ιδίως το του γάμου σχέδιον, εις όν εφαίνετο πρόθυμος η Ειρήνη, επενέγκωσι την καθυπόταξιν του κράτους εις τον Φράγκον ηγεμόνα της Δύσεως, συνομόσαντες κατά της Ειρήνης, καθήρεσαν αυτήν από του θρόνου (803)· ανεβίβασαν δε εις αυτόν τον εκ των υπουργών του κράτους, ή ως ελέγοντο ούτοι εν Βυζαντίω, εκ των Λογοθετών τον λογοθέτην των Γενικών (των Οικονομικών του κράτους) ή Γενικόν λογοθέτην καλούμενον Νικηφόρον. Η Ειρήνη εξώσθη εις την Πριγκιπόνησον, είτα δε εις Λέσβον, ένθα και ετελεύτησε μετ' ολίγον τω αυτώ έτει εν εξορία. Μετά της Ειρήνης εξέλιπε και η δυναστεία των Ισαύρων, διότι ο επιζήσας αύτη υιός Κωνσταντίνος δεν εβασίλευσε πλέον ούτε άλλος εκ του οίκου των Ισαύρων.

Το ανωτέρω μνημονευθέν γεγονός της ανακηρύξεως του ηγεμόνος των Φράγκων Καρόλου Α' ως Ρωμαίου αυτοκράτορος της Δύσεως, η ανανέωσις τρόπον τινά της από του 476 μ. Χ. εκλιπούσης Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας της Δύσεως, είναι γεγονός σπουδαιότατον εν τη ιστορία της Δύσεως και της όλης Ευρώπης. Είναι σπουδαιότατον και ως προς το παρελθόν, ως προς την εξέλιξιν δηλονότι των γεγονότων των αποληξάντων, εις την εν τω Φραγκικώ κράτει υπό νέον τύπον και μορφήν ανανέωσιν του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, και ως προς το μέλλον, ως προς την περαιτέρω δηλονότι εν τη ευρωπαϊκή ιστορία εξέλιξιν των πραγμάτων της δυτικής Φραγκορωμαϊκής αυτοκρατορίας και πάσης της μετά ταύτης συνδεομένης πολιτικής καταστάσεως της Ευρώπης. Ενώ δε περί τα τέλη του 8 μ. Χ. αιώνος τοιαύτην εν τη δυτική Ευρώπη τα πράγματα λαμβάνουσι σπουδαίαν φάσιν, περί τα μέσα του αυτού αιώνος (750 μ. Χ.) σπουδαία μεταβολή πραγμάτων επεγένετο και εν τη μωαμεθανική Ασία. Ενταύθα τω 750 η δυναστεία των Ουμμεϊαδών, ανατραπείσα δι' εμφυλίου πολέμου, αντικαθίσταται διά νέας δυναστείας Αραβικής, της των Αββασιδών· μόνον δε εν Ισπανία εξακολουθεί έτι άρχουσα η εν Ασία πεσούσα δυναστεία. Ένεκα των γεγονότων τούτων, άτινα έχουσι μεγάλην ροπήν επί την καθόλου ιστορίαν του κόσμου, ου σμικράν δε και επί την ιστορίαν του Ελληνικού κράτους, καταλείπομεν επί μικρόν την ιστορίαν του Ελληνικού κράτους ίνα αφηγηθώμεν τα γινόμενα εν τη Δύσει.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ ΑΠΟ ΤΗΣ ΚΑΤΑΛΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΡΩΜΑΪΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΕΝ ΤΗ ΔΥΣΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΗΣ ΙΔΡΥΣΕΩΣ ΤΗΣ ΦΡΑΓΚΟΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΤΟΥ ΚΑΡΟΛΟΥ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ

1. Η ιστορία των βαρβαρικών Γερμανικών κρατών από του τέλους του 5 μέχρι του τέλους του 8 αιώνος.

Είδομεν ότι από των αρχών ήδη του 6 μ. Χ. αιώνος και καθ' όλον τον ρουν του αιώνος τούτου διάφορα ιδρύθησαν βαρβαρικά κράτη υπό των εις τας Ρωμαϊκάς χώρας επιδραμόντων ποικιλωνύμων Γερμανικών λαών. Οι Φράγκοι ίδρυσαν περί τα μέσα του 5 μ. Χ. αιώνος κράτος εν τη βορειανατολική Γαλατία· οι Βουργούνδιοι εν τη νοτιανατολική Γαλατία (414), οι Βησιγότθοι εν τη νοτίω Γαλατία και τη βορεία Ισπανία (416)· οι Σουήβοι και Αλανοί εν τη βορειοδυτική Ισπανία (416)· οι Βανδήλοι εν Ισπανία και είτα εν Αφρική (429) και οι Άγγλοι εν Βρεττανία.

{132} Τινά των Γερμανικών τούτων κρατών ταχέως κατελύθησαν, ως το των Σουήβων εν Ισπανία, υποταχθέντος του έθνους τούτου εις τους Βησιγότθους· το των Βανδήλων 100 περίπου έτη μετά την ίδρυσιν αυτού κατελύθη υπό του Ελληνικού κράτους· το δε των Βουργουνδίων κατελύθη υπό των Φράγκων (514). Ούτοι και τους Βησιγότθους ηνάγκασαν ν' αποχωρήσωσι της Γαλατίας· αλλά τότε οι Βησιγότθοι κατέλαβον πάσαν την πέραν των Πυρηναίων εκτεινομένην Ιβηρικήν χερσόνησον (την νυν Ισπανίαν ομού και Πορτογαλλίαν). Το κράτος τούτο των Βησιγότθων διήρκεσε μέχρι του 711, ότε, ως είδομεν, κατελύθη υπό των εξ Αφρικής ελθόντων Αράβων. Μόνον δε εν ταις ορειναίς κατά τα βόρεια της Ιβηρικής χερσονήσου κειμέναις χώραις οι ενταύθα καταφυγόντες Χριστιανοί ίδρυσαν μικρά ορεινά κράτη, εξ ών βραδύτερον απετελέσθη μετά την έξωσιν των Μωαμεθανών, νέον μέγα Ισπανικόν κράτος (99).

Εν Βρεττανία, το Αγγλικόν κράτος έμεινε διαρκές. Περί των εν Ιταλία δύο αλλεπαλλήλως ιδρυθέντων και καταλυθέντων Γερμανικών κρατών, του εκ ποικίλων Γερμανικών εθνών σχηματισθέντος κράτους του Ρουγίου Οδοάκρου, και του Ουστρογοτθικού κράτους του Θευδερίχου, εγένετο ήδη λόγος εν τοις έμπροσθεν ως δε ερρήθη, ουδέτερον των κρατών τούτων κατέλυσεν εν Ιταλία την εσωτερικήν Ρωμαϊκήν πολιτείαν και τον Ρωμαϊκόν βίον. Γερμανικόν κράτος μεταβαλόν τα πάντα πολιτικώς και τους Ρωμαίους κατοίκους καθυποτάξαν και αφομοιώσαν πολιτικώς προς τους βαρβάρους ιδρύθη εν τη βορείω Ιταλία, περί τα τέλη του 6 μ. Χ. αιώνος· ήτο δε το κράτος των Λαγγοβάρδων το διατηρηθέν μέχρι της δευτέρας πεντηκονταετίας του 8 μ. Χ. αιώνος και είτα καταλυθέν υπό των Φράγκων. Το δε εν Δακία κατά τον 5 αιώνα ιδρυθέν κράτος των Γεπιδών κατελύθη κατά τον 6ον υπό των Λαγγοβάρδων και Αβάρων (σημ. 61).

Πάντα ταύτα τα Γερμανικά κράτη, ως και το σπουδαιότατον εξ αυτών, το Φραγκικόν, ιδρυθέντα εν χώραις Ρωμαϊκαίς ή Λατινικαίς ή μάλλον Ρωμανικαίς ή νεολατινικαίς (ίδε σημ. 21), ήτοι εκλελατινισμέναις χώραις της Δύσεως, εγένοντο κατά μικρόν ρωμαϊκά, πλην του μέχρι του 11 μ. Χ. αιώνος ακραιφνώς Γερμανικού μείναντος Αγγλικού ή Αγγλοσαξονικού. Διότι υπερίσχυσεν εν αυτοίς ο Λατινικός πολιτισμός και η Λατινική γλώσσα (εξ ής εσχηματίσθησαν νυν παρά τοις λαοίς τούτοις αι διάφοροι νεολατινικαί ή ρωμανικαί γλώσσαι, Γαλλική, Ιταλική, Ισπανική). Ουχ ήττον το Γερμανικόν στοιχείον και ιδίως ο Γερμανικός στρατιωτικός βίος ισχυρώς επέδρασεν επί την γένεσιν και διαμόρφωσιν των λαών τούτων· και αι Ρωμανικαί δε γλώσσαι των λαών τούτων προσέλαβον και διετήρησαν ολίγα τινά Γερμανικά στοιχεία γλωσσικά. Κυρίως δε ο Λατινικός πολιτισμός επέδρασεν επί τα Γερμανικά ταύτα κράτη και τους ιδρύσαντας ταύτα Γερμανικούς λαούς διά του Χριστιανισμού και της χριστιανικής Εκκλησίας. Πλείστοι των Γερμανικών τούτων λαών των ιδρυσάντων κράτη εν Ρωμανικαίς χώραις (Βησιγότθοι, Ουστρογότθοι, Βανδήλοι, Βουργούνδιοι, Λαγγοβάρδοι) ήσαν ήδη χριστιανοί (Αρειανοί εν αρχή, είτα Ορθόδοξοι), καθ' όν χρόνον εισβαλόντες εις τας Ρωμανικάς χώρας ίδρυσαν τα ειρημένα κράτη. Μόνοι οι Φράγκοι και οι Άγγλοι διετήρουν την πολυθεϊστικήν θρησκείαν των Αρχαίων Γερμανικών λαών. Και οι μεν Φράγκοι ουχί πολύ μετά την ίδρυσιν του κράτους αυτών προσεχώρησαν εις τον Χριστιανισμόν και εξερρωμανίσθησαν· οι δε Άγγλοι, εξολοθρεύσαντες τους εκρωμανισθέντας χριστιανούς Βρεττανούς, διετήρησαν τον Γερμανικόν αυτών βίον και γλώσσαν, επί τινα δε χρόνον και την Γερμανικήν αυτών πολυθεΐαν, μόλις περί τα τέλη του 5 μ. Χ. αιώνος γενόμενοι χριστιανοί (100).

Ώστε εκ των Γερμανικών κρατών των ιδρυθέντων εν χώραις Ρωμανικαίς μόνον το Αγγλικόν διετήρησεν επί μακρόν ακραιφνή τον Γερμανικόν αυτού χαρακτήρα, πάντα δε τα άλλα εξερρωμανίσθησαν, προ πάντων διά της ισχυράς επιδράσεως του Χριστιανισμού. Αλλά πλην των Γερμανικών τούτων λαών των ιδρυσάντων κράτη Γερμανικά εκρωμανισθέντα εν Ρωμανικαίς χώραις, υπήρχον έτι πλείστα Γερμανικά έθνη εν τη εντεύθεν του Ρήνου Γερμανία, εν ταις ανέκαθεν δηλονότι Γερμανικαίς χώραις, ών τα πολλά, κατ' ακολουθίαν της Μεγάλης Μεταναστεύσεως των λαών (σελ. 35-36), μετανέστησαν εκ των βορειοτέρων και ανατολικωτέρων Γερμανικών χωρών εις τας νοτίους και δυτικάς Γερμανικάς χώρας. Τοιαύτα Γερμανικά έθνη ήσαν οι Αλαμαννοί και Σουήβοι καλούμενοι, Θυρίγγιοι, Βαυαροί, Φρείσιοι, Σάξονες· ύπερθεν δε τούτων οι βορειότατοι Σκανδιναυικοί λαοί Δανοί, Σουηδοί, οίτινες δεν έχουσιν έτι σημασίαν εν τη ιστορία των χρόνων τούτων. Μεταξύ δε των Γερμανικών εθνών των μεταξύ του Ρήνου και της Γερμανικής ή Βορείου θαλάσσης, του Δανουβίου και των Άλπεων οικούντων, περιφημότατα είναι το των εν τη βορείω Γερμανία Σαξόνων και το των εν τη νοτίω Γερμανία Βαυαρών. Πάντα ταύτα τα Γερμανικά έθνη μέχρι του 8 μ. Χ. αιώνος διετήρησαν την αρχαίαν αυτών Γερμανικήν πολυθεϊστικήν θρησκείαν και έμειναν βάρβαρα μέχρι των ειρημένων χρόνων. Τότε δε διά της μεταξύ αυτών διαδόσεως του Χριστιανισμού και της κατά μικρόν επ' αυτά επεκτάσεως του Φραγκικού κράτους ήλθον εις στενωτέραν συνάφειαν προς τον Ρωμανικόν κόσμον της Δύσεως· και διά της τοιαύτης συναφείας, ιδίως δε διά του Χριστιανισμού, διεμόρφωσαν τον νέον αυτών Γερμανικόν βίον, και εισελθόντα εις βίον ιστορικόν επετέλεσαν μέγα Γερμανικόν κράτος και ενιαίον Γερμανικόν έθνος. Μετά τους Γερμανούς δε τούτους εισήλθον κατά μικρόν εις τον ιστορικόν βίον και οι βορειότατοι Γερμανικοί ή Σκανδιναυικοί λαοί (Δανοί, Σουηδοί, Νορβηγοί). Αλλά τούτων η ιστορία μόλις από του 9 και 10 αιώνος λαμβάνει τινά σπουδαιότητα. Ώστε μέχρι του 8 μ. Χ. αιώνος η ιστορία της Δυτικής Ευρώπης περιορίζεται μόνον σχεδόν εις τα Ρωμανικά έθνη τα προκύψαντα εκ της συγχωνεύσεως Γερμανικών και νεολατινικών λαών, από δε του 8 αιώνος επεκτείνεται και εις τους κυρίως Γερμανούς. Δεσμός και στοιχείον συναφείας μεταξύ των Ρωμανικών και των κυρίως Γερμανικών λαών υπήρξαν οι Φράγκοι και το Φραγκικόν κράτος. Καθόλου δε μέχρι του 8 και 9 αιώνος τα δύο μεγάλα εν τη Δύσει στοιχεία της ιστορικής εξελίξεως είναι το Φραγκικόν κράτος και η Εκκλησία της Ρώμης. Και διά τούτο περί εκατέρου τούτων ανάγκη να πραγματευθώμεν ενταύθα συντόμως.

2. Το Φραγκικόν κράτος από του 6 μέχρι του 8 μ. Χ. αιώνος.

Οι Φράγκοι ήσαν έθνος Γερμανικόν εκ πολλών συγκείμενον φυλών, αίτινες από του 4 ιδίως αιώνος εποιούντο πολλάς επιδρομάς εις τας βορειοδυτικάς χώρας της Γαλατίας, περί δε τας αρχάς του 5 μ. Χ. αιώνος, επί του Ονωρίου, κατέλαβον οριστικώς μέρος της παραρρηνίου Γαλατίας και το νυν Βέλγιον και ίδρυσαν αυτόθι κράτος, ούτινος πρώτος οπωσούν ακριβώς γνωστός ηγεμών είναι ο Κλωδίων. Αλλά το κράτος τούτο δεν περιελάμβανε πάσας τας Φραγκικάς φυλάς, ών άλλαι μεν εισεχώρησαν νυν εις τα ένδον της βορείου Γαλατίας αποτελούσαι τους Σαλίους λεγομένους Φράγκους, άλλαι δε ώκουν εκατέρωθεν των οχθών του Ρήνου αποτελούσαι τους Ριπουαρίους. Ο Κλωδίων λέγεται ότι είχε δύο υιούς, ών ο μεν (αγνώστου ονόματος) κατά την μεγάλην του Αττίλα επί την Δυτικήν Ευρώπην στρατείαν συνετάχθη μετά των Ούννων, ο δε Μερουιγγαίος (Merowech) καλούμενος ήτο σύμμαχος των Ρωμαίων. Τον Μερουιγγαίον τούτον, εξ ού φαίνεται ότι έλαβε το όνομα ο πρώτος ηγεμονικός οίκος των Φράγκων, διεδέξατο ο υιός αυτού Χιλδέριχος (456-481), τούτον δε ο Κλόβις ή Χλωδόβικος (Clodwig) (101).

Ο Χλωδόβικος (481-511 μ. Χ.) είναι ο αληθής ιδρυτής του Φραγκικού κράτους. Διότι ούτος ου μόνον ήνωσε τας διαφόρους Φραγκικάς φυλάς υπό το κράτος αυτού, εκτείνας ούτως αυτό εντεύθεν και εκείθεν του Ρήνου, αλλ' υπέταξεν εις αυτό και πάσαν την λοιπήν βόρειον Γαλλίαν, καταλύσας ενταύθα τα τελευταία μείναντα έτι λείψανα του Ρωμαϊκού κράτους και της αυτονομίας Γαλατικών τίνων λαών. Εξέτεινε δε το κράτος αυτού και προς νότον, αφαιρέσας ενταύθα χώρας από του Βουργουνδικού και του Βησιγοτθικού κράτους. Προς τούτοις ο Χλωδόβικος προσήλθε (496 μ. Χ.) εις τον Χριστιανισμόν και προσήγαγεν εις αυτόν και τον λαόν των Φράγκων, γενόμενος ουχί Αρειανός χριστιανός, ως ήσαν οι χριστιανοί Γερμανικοί λαοί, αλλά καθολικός (102), ήτοι ορθόδοξος. Η βασιλεία του Χλωδοβίκου τούτου, καίπερ όντος ηγεμόνος βαρβάρου και τοιούτου μείναντος και μετά την εις τον Χριστιανισμόν πρόσοδον αυτού, είναι γεγονός λίαν σπουδαίον εν τη ιστορία· διότι ούτως εσχηματίσθη ισχυρόν πολιτικόν κέντρον χριστιανικόν, ορθόδοξον εκκλησιαστικώς, συνδεόμενον προς την Ρώμην και δυνάμενον να καταστή κέντρον έλξεως πολιτικόν και θρησκευτικόν εν μέσω του εκ της καταλύσεως του Ρωμαϊκού κράτους εν τη Δύσει προελθόντος βαρβαρικού κόσμου.

Το Φραγκικόν κράτος μετά τον θάνατον του Χλωδοβίκου δεν διετήρησε την ενότητα αυτού, διαιρεθέν μεταξύ των υιών και εγγόνων του Χλωδοβίκου, και οτέ μεν ενούμενον υπό ένα αυτών, οτέ δ' αύθις διαιρούμενον. Προς τούτοις αι μεταξύ των διαφόρων τούτων ηγεμόνων έριδες και πόλεμοι ανέκοψαν εν μέρει την εξωτερικήν ενέργειαν του κράτους. Αλλά το έθνος το Φραγκικόν ήτο ισχυρόν και κατά το πλήθος και κατά την φυσικήν ρώμην· και διά τούτο κατώρθωσε και εν μέσω των εμφυλίων ερίδων και πολέμων να υποτάξη πάσαν την μέχρι των Πυρηναίων Γαλατίαν, καταλύσαν ολοσχερώς το Βουργουνδικόν κράτος (514 μ. Χ.), τους δε Βησιγότθους απώσαν πέραν των Πυρηναίων (531). Αφού οι Φράγκοι υπέταξαν ούτω πάσας τας μεταξύ του Ρήνου, του Βρεττανικού πορθμού, του Ατλαντικού Ωκεανού και των Πυρηναίων κειμένας χώρας, εστράφησαν και προς τας πέραν του Ρήνου Γερμανικάς χώρας, υποτάσσοντες εαυτοίς κατά μικρόν τας διαφόρους Γερμανικάς φυλάς των κυρίως Γερμανικών χωρών. Αλλά το μέγα έργον της καθυποτάξεως πασών των Γερμανικών χωρών εις το Φραγκικόν κράτος επετέλεσαν ηγεμόνες ουχί Μερουιγγαίοι, ουχί οι εγγονοί και απόγονοι του Χλωδοβίκου, αλλά ηγεμόνες ισχυροί άλλου Φραγκικού οίκου.

Η εξουσία των Μερουιγγαίων ηγεμόνων είχεν εξασθενήσει κατά μικρόν επί των διαδόχων του Χλωδοβίκου, από δε των μέσων του 7 μ. Χ. αιώνος τοσούτον σκιώδης κατέστη, ώστε το όνομα αυτών εγένετο παροιμιώδες της ασθενούς ηγεμονικής εξουσίας και της ηγεμονικής αδρανείας και απραξίας γνώρισμα. Οι ηγεμόνες ούτοι ουδέν άλλο εποίουν ως άρχοντες ή άπαξ του έτους παρίσταντο εις τας κατά Μάιον μήνα, κατ' αρχαίον Γερμανικόν και Φραγκικόν έθιμον, συγκροτουμένας εθνικάς συνόδους των Φράγκων, αγόμενοι επί άρματος συρομένου υπό τεσσάρων βοών και απαγγέλλοντες λόγους, υπαγορευομένους αυτοίς υπό των συμβούλων αυτών, και επεκύρουν τυπικώς πράξεις τινάς κυβερνητικάς. Είτα δε επί του αυτού άρματος επέστρεφον εις τα παλάτια αυτών, αόρατοι, το λοιπόν του χρόνου διατελούντες εις τους υπηκόους (103).

Αλλά την ούτω κατ' ουσίαν εκλείπουσαν υπερτάτην εξουσίαν ανεπλήρουν οι ισχυροί αυλικοί και πολιτικοί άρχοντες, οι καλούμενοι μεν αυλάρχαι ή μαϊόρδομοι (majordomus) (διότι ήσαν εν αρχή απλοί διευθυνταί των οικονομικών του βασιλικού οίκου και επιμεληταί των κτημάτων των βασιλικών), όντες δε τρόπον τινά πρωθυπουργοί. Οι μαϊόρδομοι ούτοι των εν διαφόροις Φραγκικοίς κράτεσι Μερουιγγαίων ηγεμόνων κατέστησαν αληθείς κύριοι των κρατών τούτων, και προς τοις άλλοις διεξήγον και πολέμους προς αλλήλους, καθίστων δε και το αξίωμα αυτών κληρονομικόν εν τοις οίκοις αυτών. Τέλος δε περί τα μέσα του 8 μ. Χ. αιώνος είς των αυλαρχικών ή μαϊορδομικών τούτων οίκων καταστάς πανίσχυρος κατέλυσε και κατά τύπον τον οίκον των Μερουιγγαίων και ίδρυσε νέαν ισχυράν βασιλικήν δυναστείαν εν τοις Φράγκοις.

3. Κάρολος Μάρτελλος. Νίκη αυτού κατά των Αράβων.

Από του έτους 687 ήρχεν άπαντος του Φραγκικού κράτους ως αυλάρχης ο Πιπίνος Εριστάλιος (υπό τον Μερουιγγαίον βασιλέα Δειδέριχον Γ') κυβερνήσας ισχυρώς το κράτος μέχρι του κατά το 714 θανάτου αυτού. Τότε δε μετά τινας έριδας και ταραχάς έλαβε την αρχήν του μαϊορδόμου ο του Πιπίνου Ερισταλίου υιός Κάρολος Μάρτελλος, άρχων και ούτος πραγματικώς του κράτους υπό τον κατά τύπους και όνομα βασιλεύοντα Μερουιγγαίον Δειδέριχον Δ'. Ο Κάρολος πολλούς διεξήγαγε νικηφόρως πολέμους εναντίον των Γερμανικών φυλών, ιδίως των δύο ισχυροτάτων, των Σαξόνων δηλονότι και των Βαυαρών (ούτοι υποταχθέντες εις τους Φράγκους επί Δαγοβέρτου Α' συχνώς αφίσταντο)· αλλά την ενδοξοτάτην και ονομαστοτάτην εν τη ιστορία και σπουδαιοτάτην ένεκα των μεγάλων αποτελεσμάτων αυτής νίκην ήρατο εναντίον των Αράβων. Ούτοι μετά την καθυπόταξιν απάσης της Ιβηρικής χερσονήσου υπερβάντες τα Πυρηναία εισήλασαν υπό τον στρατηλάτην αυτών Αβδουραχμάν εις τα ένδον της νυν Γαλλίας και προυχώρησαν μέχρι Τορώνης και Πικταυίας, απειλούντες σύμπαν το Φραγκικόν κράτος, ού καταλυομένου ηδύναντο να καθυποτάξωσι το πλείστον της Ευρώπης εις το Ισλάμ. Αλλά τον κίνδυνον τούτον απέτρεψεν από του Χριστιανισμού ο Κάρολος Μάρτελλος μετά των Φράγκων αυτού, νικήσας τους Άραβας εν επταημέρω μάχη (18-25 Οκτωβρίου του 732) μεταξύ Τορώνης και Πικταυίας (Tours και Poitiers) και αναγκάσας αυτούς να υποχωρήσωσι πέραν των Πυρηναίων, επικληθείς διά τούτο Μάρτελλος (martelus), ήτοι σφύρα. Τω δε 743 έτος μετά τον θάνατον του Καρόλου Μαρτέλλου εισέβαλον μεν οι Άραβες αύθις εις την Γαλλίαν και προυχώρησαν μέχρι Λουγδούνου (Λυών) λεηλατούντες, αλλ' απεκρούσθησαν και αύθις· έκτοτε δε δεν υπερέβησαν πλέον τα Πυρηναία. Ούτως εν τη Δύσει ο Χριστιανισμός εσώθη και ο Μωαμεθανισμός απεκρούσθη διά των Φράγκων, όπως κατά τους αυτούς περίπου χρόνους (τω 718 και τω 740) εν Ανατολή διά του Ελληνικού κράτους και του μεγάλου βασιλέως αυτού Λέοντος Γ'.

Η δύναμις, ήν ηρύετο ο Κάρολος Μάρτελλος από της κατά των Αράβων νίκης, ήτο τοσούτο μεγάλη, ώστε κατέστη ούτος σχεδόν πραγματικός ηγεμών του Φραγκικού κράτους. Και ότε τω 738 ετελεύτησεν ο Μερουιγγαίος βασιλεύς Δειδέριχος Δ', εις ουδένα Μερουιγγαίον επέτρεψεν ο Κάρολος να ανέλθη εις τον θρόνον, αλλ' εκυβέρνησε το κράτος μόνος μέχρι του 741 πάντοτε εν τη ιδιότητι του αυλάρχου.

4. Πιπίνος ο Βραχύς ως αυλάρχης.

Τον Κάρολον Μάρτελλον αποθανόντα τω 741 διεδέξατο ως αυλάρχης ο υιός αυτού Πιπίνος αναβιβάσας εις τον θρόνον καί τινα Μερουιγγαίον Χιλδέριχον Γ'. Και ο Πιπίνος, όπως ο πατήρ αυτού, ήρξεν ισχυρώς, επενέβη δ' ούτος ισχυρώς και εις τα πράγματα της Ιταλίας κατ' αίτησιν του Πάπα.

Ο Πάπας Γρηγόριος Γ', όστις είχεν αποστήσει τον λαόν της Μέσης Ιταλίας από του βασιλέως και αυτοκράτορος Λέοντος Γ', είδε μετ' ολίγον τας ούτως από του Βυζαντίου χωρισθείσας Ιταλικάς χώρας και την Ρώμην αυτήν εκτιθεμένας εις τον κίνδυνον της των Λαγγοβάρδων επιθέσεως. Τότε δε εζήτησεν επιμόνως την συνδρομήν του Καρόλου Μαρτέλλου, όν είχεν ήδη διορίσει Πατρίκιον Ρώμης, υποσχόμενος αυτώ και το αξίωμα της υπατείας (104). Αλλ' ο Μάρτελλος απέφυγε να υπακούση εις την φωνήν του Πάπα μη θέλων να επιχειρήση πόλεμον εν Ιταλία. Αλλά νυν επί του Πιπίνου ο πάπας Ζαχαρίας ευρέθη εν ομοία δυσχερεία απέναντι των Λαγγοβάρδων, απηλλάγη δ' εκ ταύτης διά τινος σπουδαίας προς τον Πιπίνον προσενεχθείσης υπηρεσίας. Ούτος βαρυνθείς να άρχη του κράτους χωρίς να φέρη και το όνομα το επίσημον της υπερτάτης αρχής ήτοι το του βασιλέως (105), εξέβαλε τω 752 της αρχής τον Χιλδέριρον Γ' και ανηγορεύθη αυτός βασιλεύς υπό της συνόδου των Φράγκων ηγεμόνων των συνελθόντων τότε εν Συεσσιώνι. Αλλ' ο Πιπίνος θέλων να περιάψη μείζον ηθικόν κύρος εις το αξίωμα ή μάλλον εις την πράξιν αυτού, ήτις ήτο κατ' ουσίαν αρπαγή και σφετερισμός, έπεμψε πρεσβείαν εις Ρώμην ίνα ερωτήση την γνώμην του Πάπα. Διά της τοιαύτης ερωτήσεως ο Πάπας εθεωρείτο και ανεγνωρίζετο εμμέσως ως υπέρτατος αρχηγός και κριτής του Χριστιανικού κόσμου και εν τοις αφορώσιν εις τα των εξουσιών και αξιωμάτων εν τοις έθνεσι και πολιτείαις· αναγνωρίζων δ' ο Πάπας το νόμιμον της αρχής του Πιπίνου ανεγνωρίζετο υπ' αυτού υπέρτατος άρχων. Ο εξ Ελλήνων (από Καλαβρίας) καταγόμενος πάπας Ζαχαρίας ανεγνώρισε το βασιλικόν αξίωμα του Πιπίνου, ειπών ότι «το αξίωμα τούτο ανήκει δικαιότερον εις τον πράγματι έχοντα την βασιλικήν εξουσίαν». Μετ' ολίγον δε άλλος Πάπας ο Στέφανος Β' μετέβη αυτός εις την χώραν των Φράγκων και έχρισεν ως βασιλέα (106) τον Πιπίνον (754 μ. Χ.). Ούτω τω 754 κατελύθη επισήμως εν τω Φραγκικώ κράτει ο αρχαίος οίκος των Μερουιγγαίων και η βασιλεία περιήλθεν εις τον οίκον του Πιπίνου του Βραχέος ή ως εκαλείτο των Καρλοβιγγαίων (εκ του ονόματος του υιού του Πιπίνου Καρόλου του Μεγάλου). Ο βασιλεύς Πιπίνος ανταμείβων τον Πάπαν εστράτευσε τω 754 εις την Ιταλίαν εναντίον του βασιλέως των Λαγγοβάρδων Αϊστόλφου και υπεχρέωσε τούτον να παραδώση πολλάς πόλεις (και την Ράβενναν) της Μέσης Ιταλίας εις το κράτος του Αγίου Πέτρου ήτοι εις τον Πάπαν (754). Αλλ', επειδή μετ' ολίγον ο Αϊστόλφος επελθών επολιόρκησε την Ρώμην (755), ο Πιπίνος επελθών αύθις ηνάγκασε τον βασιλέα των Λαγγοβάρδων να εκτελέση τους όρους της ειρήνης του 754. Έκτοτε δε οριστικώς πλέον ιδρύθη το Παπικόν κράτος. Ο Πάπας έδωκε το αξίωμα του Πατρικίου της Ρώμης εις τον Πιπίνον και τους δύο υιούς αυτού. Ο Πιπίνος ήτο σύγχρονος του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορος Κωνσταντίνου Ε', προς όν συνήψε και φιλικάς πολιτικάς σχέσεις. Ετελεύτησε δε ο Πιπίνος τω 768.

5. Κάρολος ο Μέγας ως βασιλεύς Φράγκων και αυτοκράτωρ του Δυτικού Ρωμαϊκού Κράτους.

Τον Πιπίνον διεδέξατο ως βασιλεύς των Φράγκων ο υιός αυτού Κάρολος Α', ο επικληθείς ύστερον Μέγας (εγεννήθη τω 742 μ. Χ.). Ο Κάρολος υπήρξεν ο μέγιστος των τε Φράγκων και πάντων των βαρβάρων ηγεμόνων, όσοι από της εν τη Δύσει καταλύσεως του Ρωμαϊκού κράτους ίδρυσαν ή εκυβέρνησαν κράτη βαρβαρικά, πολλά και μεγάλα τελέσας έργα εν τε πολέμοις και εν ειρήνη και μέγας εν πάσιν αναδειχθείς. Τω 773 κατέλυσεν οριστικώς το εν Ιταλία Λαγγοβαρδικόν κράτος ενώσας αυτό μετά του Φραγκικού υπό την δυναστείαν του οίκου αυτού. (107)

Κατά την στρατείαν ταύτην μετέβη ο Κάρολος εις Ρώμην, ένθα εδόθησαν αυτώ τιμαί, οίαι εδίδοντο εις πατρικίους και εις τον έξαρχον τον πεμπόμενον από Κωνσταντινουπόλεως. Επί πλέον δε χοροί παίδων φέροντες κλάδους ελαιών και βαΐα φοινίκων ανευφήμουν αυτόν λέγοντες· «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου υπέρμαχος της Εκκλησίας». Μετά μεγίστης ευσεβείας εισήλθεν εις τον ναόν του Αγίου Πέτρου γονυπετώς ασπαζόμενος εκάστην βαθμίδα της εισόδου. Τότε δε λέγεται ότι υπεγράφη μεταξύ αυτού και του Πάπα συνθήκη ασφαλίζουσα τω Πάπα την κυριαρχίαν πάσης της Μέσης και μέρους της Άνω Ιταλίας. {142} Ο Κάρολος πολλούς επεχείρησε και διεξήγαγε νικηφόρως πολέμους εναντίον των εν Ισπανία Αράβων, αφ' ών αφήρεσε την μεταξύ των Πυρηναίων και του Ίβηρος ποταμού χώραν, υπέταξε διά μακρών πολέμων πάντας τους Γερμανικούς λαούς, επολέμησε δε και εναντίον των Δανών και των προς ανατολάς της Γερμανίας οικούντων Σλαύων, και ηνάγκασε τους Σάξονας και άλλους τινάς μη χριστιανικούς Γερμανικούς λαούς να δεχθώσι τον Χριστιανισμόν. Τέλος δε διά πολλών στρατειών κατέλυσεν εντελώς το εν ταις χώραις ταις νυν καλουμέναις Αυστρία και Ουγγαρία σωζόμενον κράτος των Αβάρων, ών το όνομα εξηλείφθη πλέον οριστικώς από της ιστορίας, και συνεκρότησεν ούτω κράτος μέγα Ρωμαιογερμανικόν περιλαμβάνον σύμπασαν ομού την νυν Γαλλίαν και Γερμανίαν, εκτεινόμενον από της Ισπανίας μέχρι των ανατολικών ορίων της Γερμανίας, συνορεύον δε παρά τον Δανούβιον και εν Δαλματία και εν Ιταλία προς το κράτος το Ελληνικόν. Διωργάνωσε δε και εσωτερικώς το κράτος τούτο διά νόμων και θεσμών και εξέτεινε την ηθικήν πολιτικήν ροπήν αυτού και επί την Αγγλίαν. Προς το Ελληνικόν κράτος συνήψε σχέσεις εν αρχή φιλικάς και εμνήστευσε την θυγατέρα αυτού Ρότρουδιν ή ως καλούσιν αυτήν οι Βυζαντινοί χρονογράφοι ερμηνεύοντες το όνομα Ερυθρώ, προς τον υιόν του Λέοντος Δ' και της Ειρήνης Κωνσταντίνον τον Πορφυρογέννητον, πεμφθέντος εκ Κωνσταντινουπόλεως εις την αυλήν του Φράγκου βασιλέως ανδρός πεπαιδευμένου, καλουμένου Ελισσαίου, ίνα διδάσκη την ελληνικήν γλώσσαν την μέλλουσαν βασίλισσαν και αυγούσταν του Ελληνικού κράτους. Αλλ' η μνηστεία μεν αύτη διελύθη (108), βραδύτερον δε, ότε ο Κάρολος ανηγορεύθη αυτοκράτωρ του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους εποιήσατο, καθώς είπομεν, γάμου πρότασιν προς την Ειρήνην γενομένην αφορμήν της πτώσεως της βασιλίδος ταύτης.

Αυτό δε το αυτοκρατορικόν αξίωμα του Ρωμαίου αυτοκράτορος, όπερ έλαβεν ο Κάρολος τω 800, ήτο η λαμπρά κορωνίς και το επιστέγασμα της μέχρι τότε υπερτριακονταετούς ενδόξου βασιλείας αυτού. Ο Κάρολος είχεν ιδρύσει κράτος μέγα, μη ελαττούμενον κατά την έκτασιν του Δυτικού Ρωμαϊκού κράτους. Και έλειπε μεν εξ αυτού μέγιστον μέρος της Ιβηρικής χερσονήσου, όπερ ανήκε ποτε εις το δυτικόν Ρωμαϊκόν κράτος, και μέρος της Ιταλίας και η Αφρική, η Βρεττανία η Αγγλία, αλλ' εξ άλλου σύμπασα η Γερμανία, ής ελάχιστον μέρος είχον υποτάξει οι Ρωμαίοι, είχεν υποταχθή εις το κράτος του Καρόλου. Προς τούτοις η Αγγλία υπέκειτο εις την ηθικήν ροπήν αυτού, οι δε μικροί ηγεμόνες της Ιρλανδίας παρείχαν αυτώ δείγματα υποταγής. Και εις τοιούτον μέγαν ηγεμόνα, τοιούτον κράτος ιδρύσαντα και τον Χριστιανισμόν εις άπασαν την Γερμανίαν επιβαλόντα και ενιαίον χριστιανικόν κράτος εν τη Δύσει δημιουργήσαντα και προστάτην της Εκκλησίας γενόμενον, απλή προσωνυμία βασιλέως των Φράγκων εθεωρείτο υπό του χριστιανικού κόσμου της Δύσεως λίαν σμικρόν. Εξ άλλου οι Πάπαι, οι μη θέλοντες πλέον να υποτάσσωνται εις τον νόμιμον Ρωμαίον αυτοκράτορα της Ανατολής, ενόμιζον ότι έπρεπε να ανασυστήσωσι την δυτικήν Ρωμαϊκήν αυτοκρατορίαν κατά τρόπον μη βλάπτοντα τα συμφέροντα αυτών. Διά ταύτα πάντα, ότε ο Κάρολος περί τα τέλη του 800 μ. Χ. μεταβάς εις Ρώμην εώρταζεν ενταύθα την εορτήν της Χριστού Γεννήσεως, εν αυτή τη ημέρα της μεγάλης εορτής, καθ' ήν ώραν ο Κάρολος εν τω ναώ του Αγίου Πέτρου προσήρχετο προς την Αγίαν Τράπεζαν, ίνα προσευχηθή, ο Πάπας Λέων Γ' έθηκεν επί την κεφαλήν αυτού στέφανον, του λαού αναφωνούντος: «Καρόλω τω αυγούστω τω στεφομένω υπό του Θεού, μεγάλω και ειρηνοποιώ αυτοκράτορι των Ρωμαίων, δοίη ο Θεός έτη πολλά και νίκην». Τότε δε ο Πάπας προσελθών έκλινεν ενώπιον αυτού, ως εποίουν οι πάπαι προ των αυτοκρατόρων εν αρχαιοτέροις χρόνοις· και έκτοτε ο τέως πατρίκιος Ρώμης καλούμενος Κάρολος εκαλείτο αυτοκράτωρ (imperator) και αύγουστος (109).

Διά του αξιώματος δε τούτου και της προσωνυμίας ελάμβανεν επίσημον κύρωσιν η εις χριστιανικόν κράτος ένωσις της δυτικής Ευρώπης. Αλλ' ο Κάρολος, ίνα καταστή αληθής αυτοκράτωρ του δυτικού Ρωμαϊκού κράτους, ως εκαλείτο νυν η νέα χριστιανική αυτοκρατορία της Δύσεως, έδει ν' αναγνωρισθή υπό του νομίμου Ρωμαίου αυτοκράτορος της Ανατολής, όστις ην ο βασιλεύς του Ελληνικού κράτους (καλούμενος επισήμως βασιλεύς και αυτοκράτωρ Ρωμαίων). Αλλ' η μεν Ειρήνη, προς ήν ανήγγειλεν επισήμως ο Κάρολος την αναγόρευσιν αυτού ως αυτοκράτορος, έπεσε πριν λάβη καιρόν να αναγνωρίση, τον Κάρολον, ο δε Νικηφόρος Α' δεν ανεγνώρισεν αυτόν. Μόνον ο μετά Νικηφόρον βασιλεύς Μιχαήλ Α' ανεγνώρισε τον Κάρολον, μεθ' ό ούτος ως αντάλλαγμα απέδωκε την Δαλματίαν και Βενετίαν εις τους Έλληνας. Αλλ' οι βασιλείς καθόλου του Ελληνικού κράτους, πλην σπανίων εξαιρέσεων, δεν ανεγνώριζον το αυτοκρατορικόν αξίωμα των διαδόχων του Καρόλου, και διά τούτο δεν προσηγόρευον αυτούς ούτε ως βασιλείς (διά του ελληνικού ονόματος) ούτε αυτοκράτορας, αλλ' απλώς ρήγας (110).

{145} Ο Κάρολος συνήψε σχέσεις φιλικάς και προς τον περιώνυμον Αββασίδην χαλίφην του Βαγδατίου Αρούν-αλ-ρασίτ, όστις προς τοις άλλοις δώροις έπεμψεν εις την αυλήν του Καρόλου, εις το Ακουΐσγρανον δηλονότι (Aachen ή, ως λέγουσιν οι Γάλλοι, Aix-la-Chapelle) της Γερμανίας, και ελέφαντα, ούτινος η εν Ευρώπη τότε εμφάνισις και ο μετά μικρόν θάνατος (810) σημειούνται ως μέγα τι γεγονός εν τοις χρονικοίς της Φραγκικής ιστορίας των τότε χρόνων. Λέγεται υπό των Φράγκων, αλλ' αδεσπότως, ότι ο Αρούν-αλ-ρασίτ έπεμψε δήθεν τότε και τας κλεις του Παναγίου Τάφου εις τον Κάρολον ως αναγνώρισιν της προστασίας του Φράγκου τούτου ηγεμόνος επί τους Αγίους τόπους της Παλαιστίνης. Τοιαύτη εν κεφαλαίω η ιστορία του πρώτου μεγάλου και μεγαλοφυούς βαρβάρου ηγεμόνος της μεσαιωνικής Ευρώπης, του εκπροσωπούντος την περίοδον της από της βαρβαρότητος εις οπωσούν ανώτερον βίον μεταβάσεως της νέας Ευρώπης (111). Ο Κάρολος ετελεύτησε τω 814 μ. Χ.

6. Η Εκκλησία εν τη Δύσει και ο Παπισμός.

Η ιστορία του Καρόλου και του πατρός αυτού Πιπίνου μαρτυρεί οπόσην δύναμιν ηθικήν είχε προσλάβει κατά τους χρόνους, ών αφηγούμεθα την ιστορίαν, η Εκκλησία της Ρώμης και ο επίσκοπος αυτής ή, ως ελέγετο κοινώς, ο Πάπας. Και εν αρχαιοτέροις χρόνοις, από του Β' και Γ' αιώνος μ. Χ., οι επίσκοποι Ρώμης ως αρχιερείς της κοσμοκρατείρας πόλεως και ως διάδοχοι του κορυφαίου των Αποστόλων Πέτρου, χρηματίσαντος, κατά τινα παράδοσιν, πρώτου επισκόπου Ρώμης, ηξίουν υπέρ εαυτών πρωτείον τι και ενίοτε υπερτάτην εν τη όλη Εκκλησία αρχήν. Αλλ' αι Εκκλησίαι της Ελληνικής Ανατολής, εν ή υπήρχον Εκκλησίαι υπό Αποστόλων ιδρυμέναι και άλλως περιφανείς γενόμεναι ένεκα των διαλαμψάντων εν αυταίς πατέρων, ουδεμίαν ουδέποτε άλλην ανεγνώριζον τω επισκόπω Ρώμης υπεροχήν ή απλούν τι πρεσβείον τιμής ως επισκόπω της πρωτευούσης εν τω κράτει πόλεως και διαδόχω του Πέτρου, και τούτου μόνον κατά το πρεσβείον της τιμής διακρινομένου από των άλλων Αποστόλων. Εθεώρουν δε τον Επίσκοπον Ρώμης πρώτον εν ίσοις (primus inter pares) και κατεπολέμουν ανέκαθεν πάσαν αξίωσιν του επισκόπου τούτου περί οιασδήποτε άλλης υπεροχής και κυριαρχίας εν τη Εκκλησία. Αλλ' εν τη Δύσει, ένθα ουδεμία μεν, πλην της Ρώμης, υπήρχεν εκκλησία Αποστολική, ολίγιστα δε, εκτός της Ρώμης, κέντρα εκκλησιαστικά περίλαμπρα, η Εκκλησία της Ρώμης ήδη κατά τους αρχαιοτέρους χρόνους μεγάλης απέλαυε τιμής, ο δ' επίσκοπος αυτής εθεωρείτο αρχηγός της Εκκλησίας. Μόνον αι εκκλησίαι της Αφρικής, ιδίως της Καρχηδόνος και της Ιππώνος (ής επίσκοπος ην ο Άγιος Αυγουστίνος κατά τον 5 αιώνα) αι αναδείξασαι επιφανεστάτους πατέρας της Εκκλησίας, ήσαν εν τη Δύσει αντίρροποι της δυνάμεως της Ρωμαϊκής Εκκλησίας. Αλλά και αύται κατά την επιδρομήν των Βανδήλων υπετάγησαν εις την Εκκλησίαν της Ρώμης διά του πάπα Λέοντος Α'.

Αφού δε από του Ε' αιώνος η Δύσις κατελήφθη το πλείστον υπό βαρβάρων λαών, ών τινές μεν ήσαν χριστιανοί αιρετικοί, τινές δε εθνικοί η Ρωμαϊκή Εκκλησία μεγάλους κατέβαλεν αγώνας, ίνα τους μεν αιρετικούς προσαγάγη εις την καθολικήν και ορθόδοξον Εκκλησίαν, τους δε εθνικούς, εις τον Χριστιανισμόν. Και οι μεν Αρειανοί Βησιγότθοι, Βουργούνδιοι, Λαγγοβάρδοι προσήλθον κατά μικρόν εις την Ορθοδοξίαν και αφωσιώθησαν εις την Εκκλησίαν της Ρώμης. Αλλά και οι μη χριστιανοί Γερμανικοί λαοί προσήλθον εις τον Χριστιανισμόν ενεργείαις του Πάπα. Εις τους Φράγκους δεν έστειλεν ιεραποστόλους ο Πάπας, αλλ' η Καθολική Εκκλησία η εν Γαλατία, δι' ής προσήλθον οι Φράγκοι εις τον Χριστιανισμόν, και ο καθολικός κλήρος ήσαν σφόδρα αφωσιωμένοι εις την Ρωμαϊκήν Εκκλησίαν.

Αλλ' εις τα άλλα έθνη τα Γερμανικά, τα μη Χριστιανικά κατά τον 5 αιώνα, έπεμψεν αυτός ο Πάπας ιεραποστόλους, δι' ών προσήγαγεν αυτούς εις την Χριστιανικήν εκκλησίαν. Περί τα τέλη του 6 μ. Χ. αιώνος ο πάπας Γρηγόριος Α' ο Μέγας έπεμψεν εις την Αγγλίαν τον ηγούμενον της εν Ρώμη μονής του Αγίου Ανδρέου Αυγουστίνον, όστις προσήγαγε τους Άγγλους εις τον Χριστιανισμόν. Κατά δε τον 7 μ. Χ. αιώνα ο πάπας Βιταλιανός έπεμψεν εις Αγγλίαν τον εκ Ταρσού της Μικράς Ασίας μοναχόν Θεόδωρον ως αρχιεπίσκοπον Κανταουρίας και πρωθιεράρχην της Αγγλίας. Ο Θεόδωρος διωργάνωσε την Εκκλησίαν της Αγγλίας ιεραρχικώς. Οι δ' Άγγλοι γενόμενοι χριστιανοί διά του Πάπα κατέστησαν θερμότατοι ζηλωταί της τε χριστιανικής Εκκλησίας και της παπικής εξουσίας. Και νυν πεπαιδευμένοι Άγγλοι μοναχοί ως ιεραπόστολοι της Ρωμαϊκής Εκκλησίας διέδιδον την χριστιανικήν πίστιν εν τοις κυρίως Γερμανικοίς λαοίς. Περί τα τέλη του 7 αιώνος (696) μοναχός Αγγλοσάξων, Ουιλλίβροδος (Willibrod) καλούμενος, διέδωκε την χριστιανικήν πίστιν μεταξύ των Φρεισίων εν τη νυν Ολλανδία και ίδρυσε την περίφημον επισκοπήν της Ουτρέχτης. Αλλά περιφημότερος ιεραπόστολος εν Γερμανία υπήρξεν ο του Ουιλλιβρόδου σύντροφος, και αυτός Αγγλοσάξων μοναχός, Ουιμφρείδος (Wynfrith), ο γνωστότερος υπό το λατινιστί μεταφρασθέν όνομα αυτού Βονιφάτιος, ο κατ' εξοχήν απόστολος των Γερμανών, ο προσαγαγών εις τον Χριστιανισμόν τα Γερμανικά έθνη των Θουριγγίων και των Εσσίων και άλλων Γερμανικών λαών και διορισθείς έπειτα επίσκοπος της τότε εν Γερμανία ιδρυθείσης επισκοπής της Μογουντίας.

Αλλά πλην των Αγγλοσαξόνων και Ιρλανδοί κληρικοί ως ιεραπόστολοι της Ρώμης διέδιδον την Χριστιανικήν θρησκείαν μεταξύ των Γερμανών. Οι Ιρλανδοί είχον παραλάβει τον Χριστιανισμόν πολλώ πρότερον των Αγγλοσαξόνων και δη κατ' αξιοσημείωτον τρόπον παρά των χριστιανών Βρεττανών, των εξολοθρευθέντων είτα κατά μέγιστον μέρος υπό των εθνικών Άγγλων (112). Εξ Ιρλανδίας δε από του τέλους του 6 μ. Χ. ορμώμενοι πολλοί ιεραπόστολοι μοναχοί, ών ονομαστότατοι είναι ο Πατρίκιος, Βρίγιττος, Κολούμβας, Κολουμβανός, διέδοσαν τον Χριστιανισμόν εν τοις Γερμανικοίς λαοίς. Πάντες ούτοι οι ιεραπόστολοι, οι πεμπόμενοι από Ρώμης, διδάσκοντες την χριστιανικήν πίστιν τους Γερμανικούς λαούς, εδίδασκον συγχρόνως και την εις τον επίσκοπον της Ρώμης, ως υπέρτατον αρχηγόν της Εκκλησίας, και εις την Εκκλησίαν της Ρώμης, ως έδραν του Αποστόλου Πέτρου, ως Πέτραν της πίστεως, υπακοήν και σεβασμόν. {148} Το ούτω παρά τοις λαοίς της Ευρώπης αυξηθέν κατά μικρόν και μεγαλυνθέν αξίωμα του επισκόπου Ρώμης, συνδυαζόμενον και μετά της ηθικής αίγλης, ήν πάντοτε η Ρώμη και μετά την πολιτικήν πτώσιν αυτής περιεβάλλετο απέναντι των βαρβάρων ως μεγίστη πόλις του κόσμου και κέντρον του πολιτισμού, έτι μείζονα προσελάμβανε δύναμιν ηθικήν και αντικαθίστα ηθικώς και θρησκευτικώς την πολιτικώς εκλιπούσαν κοσμοκρατορίαν της Ρώμης. Οι δε Φράγκοι ηγεμόνες Πιπίνος ο Βραχύς και Κάρολος ο Μέγας, επωφελούμενοι αυτοί υπέρ εαυτών το ηθικόν αξίωμα και κύρος της παπικής αρχής, έτι μείζονα λεληθότως περιήψαν δύναμιν πραγματικήν αύτη, αναγνωρίσαντες εις αυτήν το δικαίωμα του καθαιρείν και αναγορεύειν βασιλείς και απονέμειν (άρα και αφαιρείν) αυτοκρατορικόν αξίωμα. Η τοιαύτη δε εξ ιστορικών καθαρώς αιτίων προελθούσα και ευλόγως ένεκα των υπό της Ρωμαϊκής Εκκλησίας προς τον Χριστιανισμόν παρασχεθεισών μεγάλων υπηρεσιών αυξηθείσα δύναμις του Παπισμού παρεστάθη υπό της παπικής Εκκλησίας ως θεόθεν τεταγμένη εις τον κόσμον αρχή και εξουσία. Και ο επίσκοπος Ρώμης εθεωρήθη ως διάδοχος του Πέτρου, όν κατέστησε δήθεν ο Χριστός εν τω κόσμω ποιμένα των λογικών προβάτων αυτού, επίτροπος και τοποτηρητής αυτού του Χριστού έχων πάσαν εξουσίαν εν τω κόσμω, υπέρτατος ηγεμών και κριτής πάντων των ηγεμόνων.

Τα εν τη Δύσει αποτελέσματα της τοιαύτης επιδόσεως της παπικής εξουσίας θέλομεν ιδεί εν τη ιστορία των μετά τον Κάρολον χρόνων. Αλλ' εν Ανατολή, αντιθέτως προς τα εν τη Δύσει γινόμενα και κατ' αντίστροφον τούτοις αναλογίαν, εμειούτο διαρκώς το κύρος του επισκόπου Ρώμης. Διότι ούτος, μη προσέχων τον νουν εις την μεγάλην διαφοράν την υφισταμένην μεταξύ της Ελληνικής Ανατολής και της βαρβάρου Δύσεως και μη θέλων να εννοή τους πραγματικούς λόγους της εν τη Δύσει δυνάμεως αυτού, ήθελε να επιβάλη το μέγα εκείνο κράτος αυτού και εις την Ανατολήν. Αλλ' η Ανατολή ουδέν άλλο ήθελε να βλέπη εν τω Πάπα ή εκείνο, όπερ έβλεπε και ήτο το μόνον αληθές, επίσκοπον της πρεσβυτέρας Ρώμης, πρώτον εν ίσοις, ένα (και πρώτον εν τη σειρά) των πέντε πατριαρχών (Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων), υπήκοον του αυτοκράτορος γενόμενον νυν αποστάτην, αναγορεύοντα αυθαιρέτως, καθ' υπέρβασιν των δικαιωμάτων αυτού, αυτοκράτορας εν τη Δύσει και σφετεριζόμενον ούτω δικαίωμα ανήκον εις τον μόνον νόμιμον κληρονόμον της αρχής του παγκοσμίου Ρωμαϊκού κράτους, τον εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκράτορα. Η τοιαύτη τοσούτο διάφορος εν τη Ανατολή και εν τη Δύσει αντίληψις της εννοίας της παπικής αρχής συνδυαζομένη μετά της γενικής εξ ιστορικών αιτίων προερχομένης μεταξύ της Ελληνικής ή Ρωμαϊκής Ανατολής και της Λατινικής Δύσεως διαφοράς, και η ανίδρυσις δυτικής αυτοκρατορίας λεγομένης μεν Ρωμαϊκής, ούσης δ' αληθώς βαρβαρικής Φραγκικής, ηύρυνον διηνεκώς το μεταξύ Ανατολής και Δύσεως χάσμα, όπερ συνδυαζόμενον και μετά θρησκευτικών διαφορών και ερίδων συνεπλήρωσε το προ πολλού παρασκευαζόμενον μεταξύ της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας Σχίσμα.

7. Οι διάδοχοι του Καρόλου. Αρχή του συστήματος της ευρωπαϊκής συμπολιτείας των κρατών.

Του μεγάλου αυτού κράτους διάδοχον κατέλιπεν ο Κάρολος τον υιόν αυτού Λουδοβίκον τον Ευσεβή (814-840). Επί της βασιλείας του αγαθού μεν και ευσεβούς και λογίου, αλλ' αδρανούς και ασθενούς χαρακτήρος αυτοκράτορος τούτου πολλαί συνέβησαν έριδες και ταραχαί εν τω αυτοκρατορικώ οίκω και τω κράτει. Οι πρεσβύτεροι υιοί και ο Λοθάριος και ο Λουδοβίκος εξηγέρθησαν κατά του πατρός ένεκα της υπό τούτου δεικνυομένης ευνοίας εις τρίτον τινά υιόν Κάρολον, και αι ταραχαί αύται δεν έπαυσαν ούτε μετά του κατά το 840 επελθόντος θανάτου του Λουδοβίκου. Διότι νυν οι νεώτεροι αδελφοί Λουδοβίκος και Κάρολος εξηγέρθησαν κατά του πρεσβυτάτου Λοθαρίου αμφισβητούντες αυτώ την επί του όλου κράτους αρχήν, και μετά πολλάς αιματηράς μάχας συνήψαν οι τρεις αδελφοί προς αλλήλους την περί ειρήνης συνθήκην του Βεροδούνου (843). Διά ταύτης το μέγα Φραγκογερμανικόν κράτος διηρείτο εις τρία ιδιαίτερα αυτοτελή κράτη, της ενότητος της δυτικής αυτοκρατορίας διατηρουμένης μόνον εν τη προσωνυμία τη αυτοκρατορική του πρεσβυτάτου (Λοθαρίου). Και ο μεν Λοθάριος, ο και Αυτοκράτωρ, έλαβεν εντεύθεν μεν των Άλπεων το κράτος της Ιταλίας ήτοι το πρώην Λαγγοβαρδικόν κράτος, όπερ ο Κάρολος είχεν ενώσει μετά του μεγάλου Φραγκικού κράτους, πέραν δε των Άλπεων πάσας περίπου τας μεταξύ του Ροδανού, Άραρος (Saône), Μεύσου και Σκάλδιος προς δυσμάς και του Ρήνου προς ανατολάς χώρας. Πάσας τας προς δυσμάς των ποταμών τούτων χώρας, ήτοι τα 2|3 περίπου της νυν Γαλλίας, έλαβεν ο Κάρολος (ο επικαλούμενος Φαλακρός)· πάσας δε περίπου τας εκείθεν του Ρήνου χώρας, τας ακραιφνώς Γερμανικάς, έλαβεν ο Λουδοβίκος, όστις διά τούτο εκλήθη Γερμανός. Και ο μεν Λοθάριος ετήρησε την προσωνυμίαν του αυτοκράτορος (imperator), ως δε ελέγετο τότε έτι Γερμανιστί Καίσαρος (Kaiser), εννοείται, του Ρωμαϊκού κράτους, οι δε αδελφοί αυτού βασιλείς υπό την Ευρωπαϊκήν έννοιαν του ονόματος τούτου (ήτοι rex roi και König), ο μεν Κάρολος της Φραγκίας (France) ή Γαλλίας (113), ο δε Λουδοβίκος της Γερμανίας. Εν τη τοιαύτη δε διαιρέσει του κράτους, ει και οι την τοιαύτην διανομήν προς αλλήλους ποιούμενοι αδελφοί ωρμώντο απλώς υπό φιλοκτημοσύνης και φιλαρχίας, ουδεμιάς ιδέας ή φρονήματος υψηλοτέρου εμφορούμενοι, όμως εκ της φύσεως αυτής και της λογικής των πραγμάτων υπήρχον σπέρματα της κατά έθνη και φυλάς δημιουργίας μεγάλων κρατών και αρχή λεληθυία του κατά μικρόν αναπτυχθέντος συστήματος της συμπολιτείας των Ευρωπαϊκών κρατών, ήτις μέχρι σήμερον είνε η εδραία βάσις του πολιτειακού βίου της Ευρώπης. Έκαστον δηλονότι των τριών κρατών είχε και σπέρματα ιδίας εθνότητος, το μεν του Λοθαρίου (το εν Ιταλία) της Ιταλικής, το του Καρόλου της Γαλλικής, το δε του Λουδοβίκου της Γερμανικής (114).

Ούτως ο οίκος του Καρόλου του Μεγάλου διηρέθη εις τρεις δυναστικούς οίκους. Τούτων ο μεν του Λοθαρίου μετά την αποχώρησιν αυτού από του θρόνου (855) διηρέθη εις τρία ελάσσονα κράτη υπό τους τρεις υιούς αυτού Λουδοβίκον Β' (λαβόντα την Ιταλίαν και το αυτοκρατορικόν αξίωμα, ή μάλλον την προσωνυμίαν), Λοθάριον Β' (λαβόντα την απ' αυτού Λοθαριγγίαν κληθείσαν χώραν· ούτω καλείται μέχρι νυν μέρος της πάλαι μεγάλης Λοθαριγγίας) και Κάρολον (λαβόντα την Προβηγγίαν ή Βουργουνδίαν). Και ο μεν οίκος του Λοθαρίου εξέλιπεν ήδη τω 875. Αι δε χώραι αι εκτός των Άλπεων αι αποτελούσαι το κράτος τούτο, απαρτίσασαι μικρά κράτη, κατελήφθησαν συν τω χρόνω άλλαι υπό του Γερμανικού κράτους, άλλαι υπό του Γαλλικού. Η Ιταλία, δηλαδή το εν Ιταλία Φραγκικόν κράτος, απετέλεσεν ίδιον κράτος υπό διαφόρους ηγεμόνας. Εν Γερμανία ο οίκος του Καρόλου εξέλιπε τω 911, εν δε Γαλλία διήρκεσε μέχρι του 987. Ώστε εκ της διαλύσεως του κράτους, του Καρόλου δύο μεν προέκυψαν κράτη μεγάλα, το Γερμανικόν και το Γαλλικόν, πολλά δε μικρά, εν οίς το αξιολογώτερον ην το της Ιταλίας. Το αυτοκρατορικόν αξίωμα ελάμβανεν ο εξ οιουδήποτε των κρατών τούτων κατορθών να λάβη αυτό. {151} Αλλ', αφού ο οίκος του Καρόλου εξέλιπεν εν Γερμανία, οι βασιλείς της χώρας ταύτης υπό νέαν δυναστείαν κατώρθωσαν να ενώσωσι το αξίωμα του αυτοκράτορος μετά του αξιώματος του βασιλέως της Γερμανίας.

8. Το Γερμανικόν κράτος και η νέα αυτοκρατορία.

Του Γερμανικού κράτους η αρχή είναι, καθώς είδομεν, το κράτος του Λουδοβίκου του Γερμανού, υιού του Λουδοβίκου Α' του Ευσεβούς και εγγόνου του Καρόλου του Μεγάλου. Είπομεν δε ότι η δυναστεία του Λουδοβίκου τούτου ήτοι ο εκ του Καρόλου του Μεγάλου καταγόμενος εν Γερμανία βασιλικός οίκος εξέλιπε τω 911 μετά του Λουδοβίκου του Παιδός καλουμένου. Τότε οι ιδιαίτεροι ηγεμόνες των διαφόρων Γερμανικών φυλών και τόπων απέστησαν οριστικώς από του εν Γαλλία έτι βασιλεύοντος οίκου του Καρόλου και εξέλεξαν ένα εξ εαυτών ως βασιλέα της Γερμανίας (912), τον δούκα της Φραγκονίας Κορράδον Α'. Μετά τούτον δε (αποθανόντα τω 918) εξελέγη βασιλεύς ο της Σαξονίας δουξ Ερρίκος ο Ορνιθοθήρας βασιλεύσας ισχυρώς μέχρι 936 και πολεμήσας εναντίον του τότε από της Ασίας επιδραμόντος εις την Ευρώπην βαρβάρου Τουρκικού έθνους των Ούγγρων ή Μαγιάρων. {151} Τον Ερρίκον διεδέξατο ως βασιλεύς των Γερμανών ο υιός αυτού Όθων Α', ισχυρότατος ηγεμών, όστις κατανικήσας ολοσχερώς τους Ούγγρους (955) παρά την Αυγούσταν της Βαυαρίας έθηκε τέρμα οριστικόν εις τας επί την Γερμανίαν επιδρομάς του λαού τούτου. Ο γενναίος ούτος βασιλεύς των Γερμανών ήνωσεν, όπως ο Κάρολος ο Μέγας, μετά του κράτους αυτού (962) το λεγόμενον βασίλειον της Ιταλίας (το περιλαμβάνον κυρίως την άνω Ιταλίαν), όπερ, αφού εξέλιπεν εν Ιταλία ο οίκος του Καρόλου (τω 875 ο εξ αρρενογονίας ευθύς κλάδος, τω δε 923 ο εκ θηλυγονίας πλάγιος κλάδος), ήτο μήλον έριδος μεταξύ των διαφόρων εγχωρίων της Άνω Ιταλίας μικρών ηγεμόνων. Επειδή δε ο της Ιταλίας ταύτης βασιλεύς ελέγετο και αυτοκράτωρ, ο Όθων μετά της προσωνυμίας του βασιλέως της Ιταλίας έλαβε και το αξίωμα ή την τιμητικήν προσωνυμίαν του αυτοκράτορος του Ρωμαϊκού κράτους. Έκτοτε τα τρία αξιώματα του βασιλέως των Γερμανών, βασιλέως της Ιταλίας και αυτοκράτορος του Ρωμαϊκού κράτους συνεδέθησαν αδιαρρήκτως προς άλληλα, και πας Γερμανός βασιλεύς, είτε διά κληρονομίας λαμβάνων το αξίωμα τούτο είτε δι' εκλογής (115), εγίνετο και βασιλεύς της Ιταλίας περιτιθέμενος συνήθως εν Μεδιολάνω το στέμμα το Λαγγοβαρδικόν το καλούμενον Σιδηρούν (116), είτα δε μεταβαίνων εις Ρώμην εχρίετο υπό του Πάπα αυτοκράτωρ του Αγίου Ρωμαϊκού κράτους (imperator sancti imperii Romani), όπερ από του χρόνου τούτου ωνομάζετο και άγιον Ρωμαϊκόν κράτος του Γερμανικού έθνους. {152} Ο Όθων Α' ακολουθών τω παραδείγματι του Καρόλου του Μεγάλου εζήτησε την αναγνώρισιν του αυτοκρατορικού αυτού αξιώματος υπό του εν Ανατολή βασιλέως του Ελληνικού κράτους του «βασιλέως και αυτοκράτορος Ρωμαίων» και σύναψιν κηδεστίας προς τον οίκον τον αυτοκρατορικόν της Ανατολής. Και κατ' αρχάς μεν απέτυχεν εν αμφοτέροις τοις διαβήμασι, διότι, όπως ο Κάρολος, ούτω και ο Όθων Α', ο Μέγας και ούτος επικληθείς, ένεκα της υπ' αυτού καταλήψεως μεγάλου μέρους της Ιταλίας περιήρχετο εις πολεμίας εν Ιταλία σχέσεις προς το ελληνικόν κράτος· αλλ' είτα επέτυχεν εν αμφοτέροις. Η Ελληνίς βασίλισσα Θεοφανώ (ίδ. κατωτέρω εν τη Βυζαντιακή ιστορία) εγένετο νύμφη του ομωνύμου υιού και διαδόχου του Όθωνος Α' (Όθωνος Β'). Ούτος, καίπερ ων στενός συγγενής του εν Κωνσταντινουπόλει αυτοκρατορικού οίκου, ακριβώς ένεκα της τοιαύτης συγγενείας περιήλθεν εις εχθρότητα εν τη Κάτω Ιταλία προς τους Έλληνας, ως έχων αξίωσιν να καταλάβη την χώραν ταύτην ως προίκα της γυναικός αυτού. Τον Όθωνα Β' (965-982) διεδέξατο ο από Θεοφανούς υιός αυτού Όθων Γ' (982-1002) και τούτον έπειτα θανόντα διεδέξατο ο εξάδελφος αυτού (ανεψιός του Όθωνος Α' από αδελφού) Ερρίκος Β' (1002-1024), {153} μεθ' ού εξέλιπεν ο Σαξονικός οίκος. Επί των Οθώνων, ένεκεν των προς την αυλήν της Κωνσταντινουπόλεως συγγενικών σχέσεων, ήρξατο κατά πρώτον συγκοινωνία και επικοινωνία μεταξύ Ελλήνων και Γερμανών και διεδόθησαν εν Γερμανία τα πρώτα ασθενή σπέρματα της ελληνικής παιδεύσεως και των ελληνικών γραμμάτων. Τοιαύτη εν συντόμω η μέχρι του 11 μ. Χ. αιώνος ιστορία του περί τα μέσα του 9 αιώνος εκ της διαλύσεως του μεγάλου Φραγκικού κράτους προκύψαντος Γερμανικού.

9. Η Γαλλία κατά τον 9 και 10 αιώνα.

Το βασίλειον της Γαλλίας (France) εδημιουργήθη, ως είδομεν, ως τμήμα ιδιαίτερον αυτοτελές του μεγάλου Φραγκικού κράτους του Καρόλου του Μεγάλου, του διαλυθέντος κατ' ουσίαν τω 843 διά της συνθήκης του Βεροδούνου. Μετά τον Κάρολον τον Φαλακρόν, όστις είναι ο πρώτος εκ του οίκου του Καρόλου βασιλεύς του νέου κράτους, εβασίλευσαν ασθενώς από του 877-987 (ως βασιλείς της Γαλλίας) ο υιός αυτού Λουδοβίκος Β' ο Τραυλός, και οι εγγονοί Λουδοβίκος Γ' και Καρλόμανος και Κάρολος ο Απλούς, Λουδοβίκος Δ' Λοθάριος, Λουδοβίκος Ε' ο επικαλούμενος Σαπρός (986), μεθ' ού τω 987 εξέλιπε και εν Γαλλία, πολλώ βραδύτερον ή εν Ιταλία και Γερμανία ο οίκος του Καρόλου του Μεγάλου. Τότε δε Ούγων ο Καπέτος, ιδιαίτερος ηγεμών των Παρισίων, εξελέγη υπό των ηγεμόνων των Γαλλικών χωρών βασιλεύς της Γαλλίας. Και ούτω μεν έχει μέχρι του 1000 μ. Χ. η ιστορία της Δύσεως εν τοις τρισίν εκ του Φραγκικού κράτους παραχθείσιν Ευρωπαϊκοίς κράτεσι, Γερμανία, Ιταλία και Γαλλία. Νυν δε μεταβαίνομεν εις την ιστορίαν των άλλων Ευρωπαϊκών χωρών.

10. Ιστορία της Αγγλίας από του 449 μέχρι 1066 μ. Χ.

Το Αγγλικόν κράτος ιδρύθη, ως είδομεν, τω 449 υπό των εκ Γερμανίας εις την Βρεττανίαν ελθόντων Αγγλοσαξόνων των συνήθως καλουμένων Άγγλων. Οι Άγγλοι ούτοι, αφού εγένοντο κύριοι πάσης της Βρεττανίας περιορίσαντες τους Βρεττανούς εν Ουαλλία και Κορνουαλλία, πανταχού δ' αλλαχού εξολοθρεύσαντες αυτούς, ίδρυσαν εν τη κατακτηθείση χώρα επτά ιδιαίτερα κράτη. Η περίοδος αύτη της Επταρχίας διήρκεσε μέχρι του 826 μ. Χ., ότε ο ηγεμών ενός των επτά κρατών, ο της Ουεσσεξίας (Wessex) κατώρθωσε να ενώση τα επτά κράτη εις έν και να γείνη ιδρυτής της Αγγλικής μοναρχίας. Εν τω μεταξύ περί τα τέλη του 7 και τας αρχάς του 8 αιώνος οι Άγγλοι, οίτινες συν τη εξαφανίσει των Βρεττανών είχον εξαφανίσει μετ' αυτών και παν ίχνος χριστιανισμού και Ρωμαϊκού πολιτισμού, εγένοντο χριστιανοί. Και κατά τρόπον αξιοσημείωτον, ενώ ήσαν είς των βαρβαρωτάτων Γερμανικών λαών των επιδραμόντων εις Ρωμαϊκάς χώρας, οι βαρβαρώτατοι ίσως πάντων μετά τους Βανδήλους, αφ' ού χρόνου εγένοντο Χριστιανοί, προηγήθησαν πάντων των άλλων εν τη οδώ του πολιτισμού, των γραμμάτων και της παιδεύσεως γενόμενοι διδάσκαλοι των άλλων λαών της Δύσεως και πλέον ευνομούμενοι εσωτερικώς ή πας άλλος εκ των νέων λαών της Ευρώπης. Αλλ' η διά του Εγβέρτου ιδρυθείσα Αγγλική μοναρχία επ' αυτού τε και επί των πρώτων διαδόχων αυτού, αντί να καταστήση ισχυρότερον το Αγγλικόν κράτος διά της μοναρχίας, εξησθένωσεν αυτό ένεκεν των εκ θαλάσσης επιδρομών. Τας επιδρομάς ταύτας εποιούντο οι λεγόμενοι Νορμανδοί ήτοι βόρειοι ανθρώποι (ίδ. κατωτέρω), οι κάτοικοι δηλονότι των βορειοτάτων χωρών της Ευρώπης Δανίας, Σουηδίας και Νορβηγίας, ιδίως οι Δανοί, οίτινες και κατέλαβον κατά τους χρόνους τούτους ικανόν μέρος των παραλίων της Αγγλίας καταπιέζοντες εντεύθεν τον Αγγλικόν λαόν. Εν μέσω της τοιαύτης χαλεπής καταστάσεως των πραγμάτων ανήλθεν εις τον θρόνον τω 871 ο εκ των εγγόνων του Εγβέρτου περίφημος Αλφρέδος, ο επικληθείς Μέγας, όστις μετά μεγάλης συνέσεως κυβερνών την χώραν και τους Δανούς κατά μικρόν ενίκησε και ολοσχερώς υπέταξε και την εσωτερικήν ευνομίαν και τάξιν διά σοφών νόμων εστερέωσε και την υλικήν ευημερίαν της χώρας και την πολιτικήν ελευθερίαν του Αγγλικού λαού διά θεσμών φιλελευθέρων προήγαγε και περί αναπτύξεως και παιδεύσεως εφρόντισε.

Notes in this chapter

Note 1 · Αι ώραι της προσευχής (η εωθινή, η της μεσημβρίας, η της δείλης, η της δύσεως του ηλίου και η προ του ύπνου) εξαγγέλλονται μεγαλοφώνως υπό ιNote 2 · Οι θεωρούμενοι παρ' ημίν ως ιερείς του Ισλάμ είναι ή ιμάμαι, επιστάται δηλονότι των ναών και προεστώτες της κοινότητος, αναγνώσται, ιεροκήρυNote 3 · Αλλ' ο Μωαμεθανισμός είδη τινά βρώσεων και πόσεων απαγορεύει διά παντός, οίον το χοίρειον κρέας και πάντα τα οινοπνευματώδη ποτά και ιδίως τNote 4 · Οι Μωαμεθανοί σήμερον δύο πόλεις έχουσιν ιεράς εν Αραβία, την Μέκκαν, ιεράν διά τον λίθον και τον Κααβάν, εν ώ είναι ούτος και διότι εγεννήθNote 5 · Υιόν ο Μωάμεθ δεν κατέλιπεν, αλλά θυγατέρα Φατιμάν ονόματι, γυναίκα του Αλή προς πατρός εξαδέλφου του Μωάμεθ. ↩Note 6 · Ο Ωμάρ ωδοιπόρει επί της αυτής καμήλου, ήτις έφερε τον ασκόν του ύδατος ού είχεν ανάγκην εν τη ερήμω· και τον σάκκον τον περιέχοντα τον σίτοNote 7 · Και μέχρι δε σήμερον οι σουλτάνοι της Τουρκίας εν τοις διατάγμασιν αυτών τοις επικυρούσι τα δικαιώματα των εν Τουρκία ορθοδόξων Χριστιανών αNote 8 · Αυτοί οι Έλληνες κάτοικοι των χωρών τούτων, οι διατηρήσαντες την πάτριον θρησκείαν (διότι οι πλείστοι τούτων προσήλθον εις το Ισλάμ) απώλεσαNote 9 · Επί ομοίοις περίπου όροις, αλλ' ουχί μετά της αυτής επισημότητος, είχον πρότερον παραδοθή εις τους Μωαμεθανούς η Δαμασκός και άλλαι πόλεις τNote 10 · Εν τη θέσει, ένθα κατά την μάχην ταύτην εστρατοπέδευεν ο Αραβικός στρατός και ήτις ένεκα τούτου ωνομάσθη Φοσσάτ (= στρατόπεδον), τω 973 μ. ΧNote 11 · Κατά την άλωσιν της Αλεξανδρείας λέγεται ότι ο Αμρού κατέκαυσε την μεγάλην και περίφημον Βιβλιοθήκην της Αλεξανδρείας. Τα περί τούτου εν μέρNote 12 · Σουνίται σήμερον είναι οι Τούρκοι Μωαμεθανοί, οι Ινδοί και οι Άραβες Μωαμεθανοί. Οι Πέρσαι είναι Σεΐται. ↩Note 13 · Ο πορθμός ούτος έκτοτε ωνομάσθη και ονομάζεται νυν Γιβραλτάρ εκ του ονόματος του Άραβος στρατηγού Ταρίκ του πρώτου νυν διελθόντος τον πορθμόNote 14 · Ο Ηράκλειος εγκατέστησεν εν τη Ελληνική χερσονήσω τους Σέρβους και Κροάτας, δους αυτοίς ήν μέχρι νυν εν τη χερσονήσω ταύτη οικούσι χώραν. ΤοNote 15 · Η εν Αθήναις αύτη διατριβή του βασιλέως είναι αξιομνημόνευτος ως μαρτυρούσα ότι η πόλις αύτη ήτο ικανώς ακμάζουσα, αφού διεχείμαζεν εν αυτή Note 16 · Το υγρόν πυρ λέγεται ότι επενοήθη περί τας αρχάς του 6 μ. Χ. αιώνος υπό του Αθηναίου φυσικού και χημικού Πρόκλου, κατασκευάσαντος αυτό από θNote 17 · Οι ηγεμόνες των Βουλγάρων ως τουρκικού λαού καλούνται κατά τους χρόνους τούτους Χάνοι. Χαν ή Χακάν (Χαγάνος παρά τοις Βυζαντνίοις) ήτο προσωNote 18 · Ούτω ως προς τους Βουλγάρους έπραξεν ο Κωνσταντίνος Δ' ό,τι ως προς τους Σέρβους ο Ηράκλειος, όστις εγκαθιστών τους Σλαύους τούτους εν ΙλλυρNote 19 · Πάσαι αι ενέργειαι του βασιλέως Ηρακλείου κατά την εν Συρία διαμονήν αυτού υπέρ της προσεγγίσεως των Μονοφυσιτών προς τους Ορθοδόξους απέτυχNote 20 · Χερσών εκαλείτο η αρχαία Σεβαστούπολις η και νυν ούτω καλουμένη πόλις της Κριμαϊκής χερσονήσου· ήτο δε η μόνη επί της χερσονήσου πόλις, ήν κNote 21 · Ο Μωάμεθ είχεν ειπεί τοις περί αυτόν: «Η πόλις η μεγάλη, η περιβαλλομένη, εκ δύο μερών υπό θαλάσσης και εξ ενός μέρους υπό γης, θέλει πέσει Note 22 · Εις την έκρηξιν της επαναστάσεως ταύτης συνετέλεσεν ενέργεια τις ηφαιστειογενής περί την Θήραν (εκ των συνήθως περί την νήσον ταύτην γινομένNote 23 · Καλούμεν Οικουμενικήν την Σύνοδον, διότι συνεκροτήθη καθ' όν τρόπον αι μεγάλαι Οικουμενικαί Σύνοδοι, εξ ιεραρχών σύμπαντος του κράτους, 348 Note 24 · Οι Τούρκοι ούτοι Χάζαροι, ούς επί του Ηρακλείου είδομεν οικούντας εν τη νυν νοτιανατολική Ρωσίας προς βορράν του Καυκάσου και προς δυσμάς τηNote 25 · Ως προς την εικόνισιν της αοράτου, ασωμάτου, ανιδέου και ανεικάστου θεότητος ήδη επί του Λέοντος Γ' οι μεγάλοι θεολόγοι των χρόνων εκείνων (Note 26 · Τούτο λέγοντες εννοούμεν την εν τοις πρακτικοίς της Συνόδου εύφημον μνείαν αυτής ως ευσεβεστάτης βασιλίσσης, ουδαμώς δε ότι η υπό της ΕκκλησNote 27 · Κήδομαι: Ενδιαφέρομαι, νοιάζομαι, φροντίζω. ↩Note 28 · Το Βησιγοτθικόν κράτος ιδρύθη, ως είδομεν, κατ' αρχάς εν τη νοτίω Γαλατία τω 414 υπό του βασιλέως των Βησιγότθων Αταούλφου ή Αδόλφου. ΤούτονNote 29 · Σημειωτέον ότι η Βρεττανία, ήν κατέλαβον οι Άγγλοι τω 449 μ. Χ., είχε μεν υποκύψει ισχυρώς εις τον Λατινικον πολιτισμόν, αλλά δεν είχεν εκλαNote 30 · Chlodwig ή Chludewig, Clovis (ως λέγουσιν οι Γάλλοι), Chlodovaeus Λατινιστί, εισί διάφοροι τύποι του αυτού Γερμανικού ονόματος, ών ο μεταγενNote 31 · Καθολικός σημαίνει ενταύθα ο ανήκων εις την καθολικήν την μη αιρετικήν εκκλησίαν· και διά τούτο, όπως παρ' ημίν εν τω Συμβόλω της Πίστεως, εNote 32 · Οι Γάλλοι καλούσι τους Μερουιγγαίους τούτους βασιλείς les Rois fainéans, ήτοι βασιλείς ζώντας αργούς. Τοιούτοι κατήντησαν οι Φράγκοι βασιλείNote 33 · Οι Πάπαι προ πολλού εθεωρούντο προστάται της Ρώμης μη υπάρχοντος αυτοκράτορος, ιδίως αφ' ού χρόνου η Ρώμη επί του Γρηγορίου Γ' απέστη οριστιNote 34 · Βασιλεύς εννοούμεν πάντοτε υπό την σημασίαν του λατινικού rex ή, ως έλεγον οι εν Κωνσταντινουπόλει, ρηξ και του γερμανικού köning, ουχί του Note 35 · Είπομεν ότι κατά τας περί βασιλείας παραδόσεις της Παλαιάς Διαθήκης οι βασιλείς εν Κωνσταντινουπόλει εκαλούντο χριστοί, αλλά δεν εχρίοντο (εNote 36 · Του Λαγγοβαρδικού κράτους του ιδρυθέντος εν Άνω Ιταλία τω 668 πρώτος βασιλεύς είναι ο Αλβοΐνος ο αγαγών τον λαόν τούτον από των παρά τον ΔανNote 37 · Η διάλυσις προήλθεν ένεκα των εχθρικών συγκρούσεων, εις άς ο Κάρολος [] Ιταλία και Δαλματία περιήλθε προς το Ελληνικόν κράτος. ↩Note 38 · Άξιον σημειώσεως εν τούτοις ενταύθα είναι ότι του Καρόλου το όνομα και άνευ της τοιαύτης προσωνυμίας είχε καταστή ούτω μέγα, ιδίως παρά τοιςNote 39 · Η νυν επικρατούσα πολιτική σημασία του ονόματος αυτοκράτωρ (imperator), imperatore (Ιταλ.), empereur (Γαλλ.), Kaiser (Γερμ.) είνε όλως διάφοNote 40 · Ο Κάρολος ως Φράγκος ήτο Γερμανικής καταγωγής. Αλλ' οι Φράγκοι, ως είπομεν, είχον ήδη το πλείστον εκρωμανισθή. Πλην τούτου πάντα τα χριστιανNote 41 · Η Χριστιανική θρησκεία είχε κηρυχθή εν Βρεττανία από του Β' ήδη μ. Χ. αιώνος, και η χώρα αύτη ήτο εντελώς Χριστιανική, καθ' όν χρόνον επήλθοNote 42 · Γαλλίαν ονομάζομεν ημείς εκ του Κελτικού ονόματος των αρχαίων Γάλλων ή Γαλατών. Αλλά το όνομα του κράτους και του έθνους είναι France, FrançNote 43 · Τα τρία νυν ούτως από της συνθήκης του Βεροδούνου κυοφορούμενα μεγάλα £θνη της Ευρώπης ήρξαντο διαμορφούντα, και ίδια γλωσσικά ιδιώματα, δύοNote 44 · Εν Γερμανία το βασιλικόν αξίωμα εθεωρείτο αιρετόν κατά το αρχαίον Γερμανικόν σύστημα, ει και πολλάκις καθίστατο πράγματι κληρονομικόν. ΕπειδNote 45 · Το Σιδηρούν καλούμενον στέμμα κατεσκευάσθη προς στέψιν του Λαγγοβάρδου βασιλέως Αγιλόλφου (στεφθέντος τω 593). Σύγκειται δε από εξωτερικού κ
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings