Note 102 — Front matter (continued 3)
Reading edition
Καθολικός σημαίνει ενταύθα ο ανήκων εις την καθολικήν την μη αιρετικήν εκκλησίαν· και διά τούτο, όπως παρ' ημίν εν τω Συμβόλω της Πίστεως, είναι ισοδύναμον προς το ορθόδοξος. Η νυν παρ' ημίν σημασία του Καθολικός Δυτικός, παπικός ανήκει εις χρόνους πολλώ μεταγενεστέρους.↩