Note 230 — Front matter (continued 7)
Reading edition
Δομέστικος (εκ του Λατινικού domesticus = οικείος) = εμπεπιστευμένος, επιτετραμμένος, επιστάτης, αρχηγός. Σχολή δε η Scola, είναι όρος πολιτικός και στρατιωτικός των αυτοκρατορικών χρόνων της Ρώμης ειλημμένος εκ του σχολή των φιλοσοφικών σχολών των τότε χρόνων. Εσήμαινε δε σχολή (το Scola δηλονότι) εν τη τότε Ρωμαϊκή πολιτεία πάσαν συστηματικώς ωργανωμένην τάξιν πολιτικήν ή στρατιωτικήν (εντεύθεν δε και το σχολάριος = της σχολής, συστηματικός, εκλεκτός, εν τω στρατώ δε οι επίλεκτοι οι αποτελούντες την αυτοκρατορικήν φρουράν). Εντεύθεν σχολαί εκλήθησαν και τα τάγματα τα στρατιωτικά και οι αρχηγοί αυτών δομέστικοι σχολών. Βυζαντινοί τίνες χρονογράφοι ερμηνεύουσι το Δομέστικος Σχολών μάλλον εκ των πραγμάτων ή κατά κυριολεξίαν «αυτοκράτωρ στρατηγός». Είναι δε γνωστόν ότι το όνομα δομέστικος ή δομέστιχος διατηρείται μέχρι νυν εν τη Εκκλησία καλουμένου ούτω του ψάλτου ή του βοηθού του πρωτοψάλτου. ↩