Front matter
Reading edition
Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. The spelling of the book has not been changed otherwise. Bold words are included in &. Footnotes have been placed at the end of the book.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου.

Χ Α Λ Ι Μ Α ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ
ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ
Όπου η Χαλιμά διηγείται του Σοφή Αϊδήν βασιλέως της Ινδίας.
Ο Σοφής Αϊδήν βασιλεύς της Ινδίας, βλέποντας την Χαλιμάν, που ήθελε να αρχίση διά να διηγηθή την ιστορίαν που του είχε τάξει, καθώς είπαμεν εις τον απερασμένον πρώτον τόμον, την αντέκοψε λέγοντας· ω Χαλιμά, σε παρακαλώ, περίμενε ολίγον διά να αρχίσης να διηγηθής την ιστορίαν αυτήν, επειδή έχω ανάγκην μεγάλην να πάω εις το ντιβάνι μου διά αναγκαίες υποθέσεις του βασιλείου μου, και ευθύς που θα τελειώσω θέλω ξαναγυρίσει να την ακούσω με κάθε μου ευχαρίστησιν. Και έτσι λέγοντας εσηκώθη και επήγεν εις το ντιβάνι, και μετά μίαν ώραν γυρίζοντας έδωσε θέλημα της Χαλιμάς διά να αρχίση να του διηγηθή την ιστορίαν που του έταξε· και η Χαλιμά λαμβάνοντας το θέλημά του έσκυψε το κεφάλι της και επροσκύνησεν, έπειτα άρχισε να λέγη με τον ακόλουθον τρόπον.
Ιστορία της Φαρουχνάζης Βασιλοπούλας της Κασμυρίας.
Το βασίλειον της Κασμυρίας εκυβερνώνταν από ένα βασιλέα ονομαζόμενον Τοχρούλμπεη· αυτός είχε μίαν θυγατέρα μονογενή ονόματι Φαρουχνάζ, η οποία υπερέβαινε την πλέον ωραίαν του κόσμου εις την ευμορφάδα, και ήτον ένα θαύμα της ωραιότητος. Αυτή η βασιλοπούλα όντας τέτοιας λογής ωραία, κάθε ένας που την έβλεπεν ήτον αδύνατον να μην άναπτεν από ένα σκληρόν έρωτα η καρδιά του, και εις τον ίδιον καιρόν ήθελε του είναι πολλά κινδυνώδες· και όσοι ελάμβανον δι' αυτήν έρωτα, άλλος ετρελλαίνετο, και άλλοι έπιπταν ως αποθαμμένοι και έμεναν νεκροί. Κάθε φορά που ήθελεν έβγει από το παλάτι της διά να υπάγη εις καμμίαν περιδιάβασιν έβγαινε ξέσκεπη εις το πρόσωπον· ο λαός δε οπόταν ήκουε πως έβγαινεν από το παλάτι της έτρεχαν εις πλήθος ωσάν τρελλοί και την ακολουθούσαν διά να την βλέπουν, και με τις βοές τους εφανέρωναν την μεγάλην επιθυμίαν που είχαν διά να την βλέπουν. Αυτή ως επί το πλείστον εκαβαλίκευε ένα άλογο τατάρικο άσπρο με βούλλες κόκκινες, και επεριπατούσεν ανάμεσα εις εκατό σκλάβες ενδεδυμένες με πολλήν μεγαλοπρέπειαν, επάνω εις τόσα άλογα μαύρα. Αυτές οι σκλάβες ήτον ομοίως ξέσκεπες και με όλον που ήτον πολλά ωραίες, η βασιλοπούλα έλαμπε αναμέσον αυτών ωσάν ο ήλιος εις το μέσον των αστέρων, ώστε που όλος ο λαός δεν έρριχνε τα μάτια του εις καμμίαν από τες σκλάβες, παρά μόνον εις αυτήν· και καθένας είχε την επιθυμίαν διά να την ιδή από σιμά· όθεν εκαταπλακώνονταν και εκτυπιώνταν ποίος να πλησιάση σιμώτερα προς αυτήν οι δε στρατιώται που την εσυντρόφευαν ματαίως εκοπίαζαν να αποδιώχνουν τον λαόν, που έπασχε να πλησιάση προς αυτήν, και άλλους μεν έδερναν, άλλους εκατατζάκιζαν, και πολλούς απ' αυτούς εφόνευαν διά να τους ξεμακρύνουν· μα οι περισσότεροι δεν εστοχάζονταν διά το ουδέν τους δαρμούς, ομού και τον θάνατον, έχοντας εις καύχησιν οι τρελλοί να αποθάνουν εμπρός εις τα μάτια της ωραίας βασιλοπούλας.

Ο βασιλεύς βλέποντας το κακόν και την φθοράν που εγίνετο εις τον λαόν από αιτίας της μεγάλης ευμορφιάς της θυγατρός του, απεφάσισε να την κρύψη εις το εξής από τα μάτια του λαού, διά να μη γίνεται τέτοια φθορά και σύγχυσις· και ευθύς επρόσταξε πλέον να μη έβγη η θυγατέρα του από το παλάτι· και με τούτον τον τρόπον εσήκωσεν από τον λαόν την αιτίαν της συμφοράς του και της συγχύσεώς του. Εις τούτο το αναμεταξύ η φήμη της ευμορφιάς της εξηπλώθη εις όλα τα μέρη της ανατολής και πολλοί βασιλείς επάνω εις τας διήγησες που δι' αυτήν άκουαν, άναπταν από επιθυμίαν να την αποκτήσουν, και όλοι εις ένα καιρόν έστειλαν πρέσβεις εις τον πατέρα της τον βασιλέα διά να του την ζητήσουν διά γυναίκα. Μα πριν και αυτοί φθάσουν η βασιλοπούλα είδεν ένα όνειρον, διά το οποίον συνέλαβεν ένα μίσος τόσον σκληρόν εναντίον εις την υπανδρείαν και εις τους άνδρας, που δεν ήθελε με κανένα τρόπον να τους ακούση. Αυτηνής της εφάνη πως είδεν εις τον ύπνο της ένα ελάφι, που είχε πιασθή εις κάποιες παγίδες κυνηγών και όντας εις αυτές, επήγε μία έλαφος, και έκαμε κάθε τρόπο και το ελευθέρωσεν· έτυχε κατά τύχην και επιάσθη υστερότερα και αυτή η έλαφος εις τες ίδιες παγίδες, και το ελάφι αντίς να κάμη το χρέος του να την συντρέξη και να την ελευθερώση, την άφησεν εκεί και έφυγεν.
Εξυπνώντας η Βασιλοπούλα Φαρουχνάζ, έμεινε πολλά συγχισμένη δι' αυτό το ενύπνιον που είδεν· αυτή δεν το εστοχάσθη δι' άλλο, παρά διά μίαν αποκάλυψιν του θεού Ξάγια (1 ) που με αυτό της έδιδε να καταλάβη, ότι οι άνθρωποι δεν είνε πιστοί προς τας γυναίκας τους, και πως είναι αχάριστοι και επίβουλοι προς αυτάς ανταμοίβοντες πάντοτε την αγάπην τους με αχαριστίαν. Εμβαίνοντας το λοιπόν εις το κεφάλι της αυτή η αστόχαστος φαντασία, και φοβουμένη να μη θυσιασθή εις τινά, που να ήθελε την ζητήση εις γυναίκα, επήγε να εύρη τον πατέρα της, και χωρίς να του δώση να καταλάβη την εναντίαν της κλίσιν προς τους ανθρώπους, τον εξώρκισε με τα δάκρυα εις τα μάτια να μην την υπανδρέψη με τινά, που να μην είνε της ορέξεώς της, τόσον που της έταξε με όρκον, να μην κάμη με κανένα συμφωνίαν χωρίς το θέλημά της. Μένοντάς με αυτόν τον τρόπον βεβαιωμένη η Φαρουχνάζ, ανεχώρησεν εις το παλάτι της πολλά ευχαριστημένη με απόφασιν που να μην υπανδρευθή ποτέ.
Ολίγας ημέρας υστερότερον έφθασαν, καθώς άνωθεν είπαμεν οι πρέσβεις από πολλούς βασιλείς εις τον βασιλέα της Κασμυρίας· ζητώντας καθένας την θυγατέρα του εις γυναίκα των αφεντάδων τους. Ο βασιλεύς ακούοντας τούς είπε πώς εις το χέρι του δεν είνε να κάμη την εκλογήν της υπανδρείας της θυγατρός του, επειδή της έταξε μεθ' όρκου να μην την υπανδρέψη εναντίον της ορέξεώς της. Οι πρέσβεις βλέποντες πως εις το χέρι του δεν εστέκονταν αυτή η υπόθεσις, εζήτησαν να ομιλήσουν με την θυγατέρα του, και βλέποντάς την που με κανένα τρόπον δεν ήθελε να κλίνη εις υπανδρείαν, ανεχώρησαν πολλά περίλυποι, με τον να μην ημπόρεσαν να επιτύχουν εκείνο, που οι αφεντάδες τους τούς επρόσταξαν. Ο φρόνιμος Τοχρούλμπεης εθλίβη πολλά διά την αναχώρησιν των πρέσβεων χωρίς να ημπορέση να τους ευχαριστήση εις το ζήτημά τους, διά τον όρκον που είχε κάμει εμβαίνοντας εις φόβον να μην του ήθελαν σηκώσει πόλεμον οι αυθεντάδες τους που δεν τους υπήκουσε, εστοχάσθη να διορθώση το πράγμα με τον ακόλουθον τρόπον.
Έκραξε το λοιπόν την βάγιαν της βασιλοπούλας και ήλθε προς αυτόν, της οποίας της είπε· Σουλταμεμέ, εγώ σου ομολογώ, ότι η γνώμη της θυγατρός μου μού συγχίζει πολύ την ανάπαυσίν μου· όμως πε μου τι είναι η αφορμή που αυτή δείχνεται τόσον εναντία εις την υπανδρείαν; φανέρωσέ μου σε παρακαλώ το αίτιον και μη μου το κρύβης· Από εκείνο που καταλαμβάνω, βασιλέα μου, απεκρίθη η βάγια, την αιτίαν αυτής της εναντιώσεως είναι ένα όνειρον που την έκαμεν. Ένα όνειρον είναι το αίτιον; εφώναξεν ο βασιλεύς, πολλά εκστατικός· α! τι μου λέγεις; εγώ δεν πιστεύω αυτήν την πρόφασιν· ποίον όνειρον ήθελε προξενήση τέτοιαν σκληρότητα εις την καρδίαν της θυγατρός μου; Τότε του εδιηγήθη η Σουλταμεμέ το όνειρον που επλάνεσε την φαντασίαν της θυγατρός του με όλες τες περίστασες, και έπειτα από αυτό του είπεν· Ιδού, ω αυθέντη, ιδού το όνειρον που επλάνεσε την φαντασίαν της θυγατρός σου, αυτό την έκαμε να στοχάζεται τους ανθρώπους αχαρίστους, ωσάν το ελάφι προς την έλαφον· και βεβαιωμένη πως όλοι είνε έτσι, διά τούτο αποφεύγει με κάθε τρόπον την υπανδρείαν, και την συναναστροφήν τους. Ετούτη η διήγησις επλήθυνε τον θαυμασμόν του βασιλέως, ο οποίος δεν ημπορούσε να καταλάβη πώς ένα τέτοιον όνειρον έφερε την θυγατέρα του εις μίαν τόσην σκληράν απόφασιν και γυρίζοντας προς την Σουλταμεμέ λέγει. Τι με ορμηνεύης, ακριβή μου Σουλταμεμέ, να κάμω διά να εβγάλω από την φαντασίαν της θυγατρός μου αυτήν την πλάνην, και να την καταπείσω να κλίνη εις υπανδρείαν; πιστεύεις εσύ να ημπορέσωμεν με κάποιον τρόπον να την καταπείσωμεν να γνωρίση την πλάνην της; Αυθέντα, απεκρίθη εκείνη, αν η υψηλότης σου θέλη αφήση εις εμένα αυτήν την επιστασίαν, σου τάσσω να την καταπείσω, και να την βγάλω από αυτήν την φαντασίαν που την κυριεύει. Μα πώς θέλεις κάμει, της είπεν ο Βασιλεύς. Εγώ ηξεύρω, απεκρίθη η βάγια, πολλές ιστορίες, και παραδείγματα πολλά περίεργα, των οποίων οι διήγησες, δουλεύοντας εις διασκέδασιν της βασιλοπούλας, ημπορούν εις τον ίδιον καιρόν να της εξαλείψουν από την φαντασίαν την πλάνην, που διά τους άνδρας αδίκως την κυριεύει, και με μόνον τρία ιστορικά παραδείγματα που θα της διηγηθώ, ελπίζω να την κάμω να γνωρίση το σφάλμα της, και να γνωρίση πως εστάθηκαν άνδρες πολλά πιστοί, σταθεροί και ευχάριστοι προς τας γυναίκας και τες αγαπητικιές των· και χωρίς αμφιβολίαν εγώ ελπίζω να την κάμω με εύμορφον τρόπον, να πιστεύση ότι και την σήμερον ευρίσκονται πολλοί παρόμοιοι· και κοντολογής άφησε εμένα, ω βασιλέα μου να κάμω εκείνο που ηξεύρω, και στάσου αναπαυμένος και ήσυχος, και θέλεις απολαύσει το ποθούμενον. Του δε βασιλέως άρεσε πολλά η γνώμη της βάγιας· και αυτή δεν εστοχάσθη άλλο, παρά να εύρη τον τρόπον διά να βάλη εις έργον την επιχείρησίν της.
Καθώς η βασιλοπούλα είχε συνήθειαν κάθε ταχύ να πηγαίνη εις το λουτρόν διά να λούεται και να στέκη εκεί έως εις το γεύμα περιδιαβάζοντας με τες σκλάβες της, η Σουλταμεμέ εστοχάσθη ότι εκεί που το λουτρόν ήτον τόπος διά άλλες κουβέντες, να της διηγήται τας ιστορίας που ήξευρε, με τες οποίες ήθελε την καταπείση και την φέρη εις αίσθησιν διά να κλίνη εις υπανδρείαν και έτσι αποφασίζοντας την ακόλουθον ημέραν, που η βασιλοπούλα απολούσθη, η βάγια της τής είπεν· ήξευρε ω κυρία μου, ότι μου ήλθεν εις τον νουν μου μία ιστορία γεμάτη από διάφορα συμβεβηκότα, και ανίσως αγαπάς θέλω σου την διηγηθή, η οποία ελπίζω ότι θα σου προξενήση πολλήν ηδονήν. Η βασιλοπούλα διά να ευχαριστήση περισσότερον τες γυναίκες που ήτον με αυτήν, της έδωσε θέλημα να την διηγηθή. Όθεν λαμβάνοντας αυτήν την άδειαν η βάγια της, άρχισε να την διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον.
Ιστορία του Καλίφ Αραχσίδ.
Όλοι οι ιστορικοί άραβες συμφώνως διηγούνται, ότι ο Καλίφης Αρούν Αραχσίδ ήτον ο πλέον περίφημος και γενναίος βασιλέας του καιρού του, καθώς ήτον δυνατός και γενναίος, και αν δεν ήθελεν ήτον πολλά θυμώδης και υπερβολικά κενόδοξος, δεν ήθελεν βρεθή ο παρόμοιός του. Αυτός κάθε στιγμήν επαινιώνταν πως δεν ήταν άλλος βασιλίας, που να τον παρομοιάζη εις την μεταδοτικήν του γενναιότητα (2 ) και εις το να κάνη παντού μεγάλες καλωσύνες.
Ο Γιαφάρ ο βεζύρης του μην ημπορώντας να τον υποφέρη ακούοντάς τον να επαινήται μοναχός του, αποφάσισε μίαν ημέραν να τον ελέγξη με κάθε ελευθερίαν. Ω μεγαλώτατε μονάρχα και αυθέντα, του είπε, συμπάθησον ένα σου σκλάβον, αν λαμβάνη την τόλμην να σου ειπή ήξευρε πως δεν είναι πρέπον να καυχάσαι μόνος σου, μα το πρέπον είναι να αφίνης να σε επαινέσουν οι υπήκοοί σου και τούτο το πλήθος των ξένων, που καθημερινώς συντρέχουν εις την αυλήν σου να βλέπουν την δόξαν σου και την μεγαλοπρέπειάν σου· δώσε αιτίαν διά να σε επαινέσουν, και όχι μόνος σου να επαινήσαι, επειδή είναι απαίσιον πράγμα.
Ετούτη η ομιλία εθύμωσε πολλά τον Καλίφην, ο οποίος κυττάζοντας τον βεζύρην του με φοβερόν βλέμμα του είπεν· γνωρίζεις εσύ κανένα, που να με παρομοιάζη εις την γενναιότητα και εις τα χαρίσματα που κάνω, και μιλείς έτσι; Ναι, ω αυθέντη, απεκρίθη ο βεζύρης· εις την πόλιν Μπέσρα ευρίσκεται ένας άνθρωπος υποκείμενός σου, ονομαζόμενος Αμπτούλ Μπαρσή, και με όλον που είναι ένας άνθρωπος χωρίς αξίαν, ζη με περισσοτέραν μεγαλοπρέπειαν και γενναιότητα από κάθε βασιλέα και δεν είναι βασιλεύς εις τον κόσμον, που να τον υπερβαίνη εις την γενναιότητα των χαρισμάτων, που καθημερινώς κάνει, και εις την μεγαπρέπειαν. Εντράπη ο Καλίφης εις παρομοίαν έλεγξιν, και γεμάτος από θυμόν λέγει του Γιαφάρ· ηξεύρεις εσύ ότι ένας υποκείμενος, που λαμβάνει την τόλμην να ειπή ένα ψεύμα εμπρός εις τον αυθέντην του πως του πρέπει ο θάνατος; Εγώ δεν σου λέγω ένα ψεύμα, απεκρίθη ο βεζύρης· εις το υστερινόν ταξείδι που έκαμα εις την Μπάσρα, είδα με τα μάτιά μου τον γενναίον Αμπτούλ, και επήγα και εις το σπήτι του, και με όλον που οι οφθαλμοί μου ήτον συνηθισμένοι από τους θησαυρούς σου, εστάθηκαν όμως πολλά θαμπωμένοι από το πλήθος του πλούτου εκείνου, και έμεινα εκστατικός διά την μεγάλην του γενναιότητα. Ο Καλίφης μην υποφέροντας πλέον την διήγησιν του βεζύρη του, από την ζήλιαν του άναψεν από θυμόν, και εφώναξε τους φύλακάς του, και τους είπεν. Επάρετε τούτον τον τολμηρόν και αυθάδη βεζύρην, και φυλακώσετε τον έως άλλην μου προσταγήν.
Δίδοντας λοιπόν αυτό το θέλημα, εσηκώθη και επήγεν εις το χαρέμι, εκεί που ήτον η Ζωμπαΐδα η γυναίκα του, η οποία βλέποντάς τον έτσι θυμωμένον τον ερώτησε το αίτιον· αυτός της εδιηγήθη τα όσα ο βεζύρης του είπε, και πως αποφάσισε να τον θανατώση διά την τόλμην που έλαβεν. Η βασίλισσα ωσάν φρόνιμη που ήτον ηθέλησε να τον καταπραΰνη λέγοντάς του· κάνει χρεία, βασιλέα μου, πρώτον να εξετάσης διά όσα αυτός σου είπε διά τον Αμπτούλ, και αν ήθελεν είνε αλήθεια είνε το πρέπον να τον συμπαθήσης με το να σου είπεν εκείνο που είνε, ειδέ μη και ήθελεν είνε ψεύμα, τότε πρέπει να τον παιδεύσης διότι, έτσι απλώς και ως έτυχε, δεν πρέπει να τον θανατώσης.
Άρεσεν αυτή η γνώμη του βασιλέως, και αποφάσισε να πηγαίνη ο ίδιος εις την Μπέσρα διά να βεβαιωθή καταλεπτώς. Όθεν διά νυκτός καβαλλικεύοντας ένα του καλόν άλογον, και χωρίς να πάρη τινά εις την συντροφιάν του εμίσευσε διά την Μπάσρα· Φθάνοντας δε εκεί ύστερον από μερικών ημερών περιπάτημα, επήγε και εκόνευσεν εις ένα χάνι κοντά εις την πόρτα του κάστρου, και αφού αναπαύθη ολίγον έκραξε τον χαντζή, ο οποίος ήτον ένας σεβάσμιος γέρων, και του λέγει· αλήθεια ευρίσκεται εδώ ένας άνθρωπος, που ονομάζεται Αμπτούλ, ο οποίος υπερβαίνει τους μεγαλυτέρους βασιλείς εις την γενναιότητα και μεγαλοπρέπειαν; Ναι, αυθέντη μου, απεκρίθη ο χαντζής, και αν ήθελα έχω χίλια στόματα, δεν ήθελα δυνηθή να διηγηθώ τα πλούτη του, τα γενναία του κατορθώματα, και τες χάρες που καθημερινώς δείχνει εις όσους εις αυτόν συντρέχουν. Ο Καλίφης έμεινε εκστατικός διά όσα ήκουσε, και καθώς είχε χρείαν να αναπαυθή, ανεχώρησεν από τον χαντζή και επήγε να κοιμηθή, γεμάτος από στοχασμούς.
Το ταχύ σηκωνόμενος επήγεν εις την αγοράν, και εκεί ερώτησεν ένα ράφτην διά να του δείξη πού κατοικεί ο Αμπτούλ· Ε! από πού έρχεσαι εσύ, του απεκρίθη ο ράφτης, και δεν ηξεύρεις πού κατοικεί ο Αμπτούλ; το σπήτι του είνε γνωστόν εις όλους περισσότερον από το σαράγι του βασιλέως. Ο Καλίφης απεκρίθη του ράφτη λέγοντας· πως εγώ είμαι ξένος, και δεν εματάλθα εις ταύτην την χώραν· όθεν μου κάνεις την χάριν να μου δείξης πού κατοικεί. Τότε ο ράφτης είπεν ενός δούλου του, και τον έφερεν εις το παλάτι του Αμπτούλ, το οποίον ήτο κτισμένον με θαυμασιωτάτην τέχνην. Ο Καλίφης, εμβαίνοντας εις αυτό, είδε πολλούς ανθρώπους του σπητιού σκλάβους και ελευθέρους, που επερνούσαν τον καιρό τους με χαρές και παιγνίδια καρτερώντας τες προσταγές του αυθέντου τους· και πλησιάζοντας εις ένα από αυτούς, του είπε· Αδελφέ, σε παρακαλώ, ύπαγε να ειπής του αυθέντου σου, ότι ένας ξένος επιθυμεί να ομιλήση με αυτόν. Ο δούλος επήγεν ευθύς και έδωσε την είδησιν του αυθέντου, ο οποίος ευθύς έτρεξεν εις την σκάλαν διά να τον δεχθή, και πιάνοντάς τον από το χέρι τον έφερεν εις ένα μεγαλοπρεπέστατον χοντζερέ. Ο Καλίφης, αφού τον εχαιρέτησε με όλον το σέβας, του είπε· πως έχοντας ακούσει από πολλούς την φήμην του καλού του ονόματος δεν ημπόρεσε να υποφέρη που να μην έλθη να τον απολαύση, και να λάβη την τιμήν να ιδή με τα μάτια του τα όσα ήκουσε να του διηγηθούν. Ο Αμπτούλ, αφού του έκαμε την απόκρισιν με κάθε ταπείνωσιν, τον έβαλε και εκάθισεν εις ένα χρυσό μαξιλάρι, και τον ερώτησεν από ποίον τόπον ήτο, και πού είναι κονεμένος. Ο Καλίφης του απεκρίθη πως ήτον πραγματευτής από το Μπαγδάτι, και πώς ήτο κονεμένος στο πρώτο χάνι του κάστρου.
Δεν επέρασε πολλή ώρα που εσυνομιλούσαν, και ο Καλίφης βλέπει να εμπαίνουν δώδεκα νέοι βαστώντες εις τας χείρας ποτήρια από αγάθην, εγκεκοσμημένα με λίθους πολυτίμους, γεμάτα από διάφορα εκλεκτά σερμπέτια· οπίσω από αυτούς ήρχονταν δώδεκα ωραιότατες σκλάβες βαστάζοντάς μεγαλώτατες απλάδες φαρφουρένιες γεμάτες από εξαίρετα γλυκίσματα και ζαχαρικά. Οι νέοι επρόσφεραν του Καλίφη τα σερμπέτια, ο οποίος πίνοντας ωμολόγησε πώς παρόμοια εις όλην του την ζωήν δεν έπιεν, αλλ' ούτε έφαγε νοστιμώτερα γλυκύσματα και ζαχαρικά από εκείνα. Φθάνοντας εις εκείνο το αναμεταξύ η ώρα του γεύματος, ο Αμπτούλ επήρε τον Καλίφην από το χέρι και τον έφερεν εις έναν άλλον ωραιότερον χοντζερέ, εις τον οποίον ήτον μία πολυτελής τράπεζα ετοιμασμένη, γεμάτη από διάφορα εκλεκτά φαγητά, βαλμένα όλα εις αγγεία από χρυσίον καθαρόν, και από φαρφουρί της Κίνας.
Αφού ετελείωσε το γεύμα, εσηκώθη και ήλθεν εις ένα τρίτον χοντζερέ πλέον πλουσιότερον από τους άλλους δύο, εις τον οποίον ήλθαν εκείνες οι ωραιότατες σκλάβες συντροφευμένες με πολλοτάτους λαλητάδες διαφόρων οργάνων, και με άλλους τόσους τραγουδιστάδες πολλά εξαίρετους, οι οποίοι όλοι μαζί με τα λαλούμενα έκαναν μίαν αρμονίαν τόσον γλυκείαν και νόστιμον, που έκαμε τον Καλίφην να μένη εκστατικός. Εγώ, έλεγε μόνος του, έχω τους πρώτους τραγουδιστάδες που είναι, μα οι φωνές που ακούω εις τούτους μού τους υπερβαίνουν κατά πολλά, και θαυμάζω πώς ένας απλούς άνθρωπος και χωρίς καμμίαν αξίαν να υπερέβη έτσι και τους ιδίους βασιλείς εις την μεγαλοπρέπειαν. Και εις αυτό το αναμεταξύ που αυτός εστοχάζετο έτσι, ο Αμπτούλ εβγήκε από τον χοντζερέ, και εγύρισε με μίαν βέργαν εις το χέρι, και με ένα δενδράκι από χρυσίον, που είχε τα κλωνάρια και τα φύλλα από σμαράγδια, και τους καρπούς από ρουμπίνια, εις δε την κορυφήν του εφαίνονταν ένα παγώνι από χρυσίον καθαρόν, του οποίου το κορμί ήτον γεμάτον από πολύτιμα μυρωδικά ξύλα· απόθεσεν αυτό το δένδρον εις τους πόδας του Καλίφη, και με την βέργαν που είχεν εις το χέρι του εκτύπησε το κεφάλι του παγωνιού, το οποίον ευθύς ετέντωσε την ουράν του, και άρχισε να γυρίζη με μίαν εύμορφην τάξιν, και εις τον γύρον που έκανεν έβγανεν διάφορες ευωδίες από τα μυρωδικά ξύλα που είχεν εις το κορμί του.
Ο Καλίφης δεν είχε χορτασμόν από την όρεξιν που είχε να το θεωρή, και να αισθάνεται εκείνες τες ευωδίες· και ευθύς επήρεν από έμπροσθέν του εκείνο το δένδρον, και ο Καλίφης έμεινε συγχισμένος που το εσήκωσεν έτσι ογλήγορα, εις καιρόν που είχε την ευχαρίστησιν να το θεωρή, και στοχαζόμενος έλεγεν· άρα γε να εφοβήθη να μη του το ζητήσω να μου το χαρίση και το εσήκωσεν, και αφ' ότι βλέπω τούτος είναι ένας άνθρωπος, που δεν ειξεύρει την διάκρισιν και την ευγένειαν, καθώς το εστοχαζόμουν. Και τον καιρόν που έκανεν αυτούς τους στοχασμούς, ο Αμπτούλ εξαναήλθεν εις τον χοντζερέ με ένα σκλαβόπουλον, που έλαμπε ωσάν ο ήλιος. Αυτό το ευγενικό σκλαβόπουλο εκρατούσεν εις το χέρι ένα ποτήρι καμωμένον από ένα κομμάτι ρουμπίνι, γεμάτο από ένα εξαίρετον κρασί, και πλησιάζοντας εις τον Καλίφην του το έδωκε να πιή. Ο Καλίφης αφού έπιεν, ηθέλησε να επιστρέψη το ποτήρι, μα έμεινεν εκστατικός οπόταν το είδε πάλιν γεμάτο από κρασί πριν το δώση. Αυτός το ξαναπίνει έως την ύστερη σταλαγματιά, και εκεί που ήθελε να το επιστρέψη το βλέπει πάλιν γεμάτο ωσάν το πρώτο, χωρίς κανείς να το γεμίση.
Εις τούτο το θέαμα εστάθη μεγαλύτερος ο θαυμασμός του Καλίφη από του παγωνιού και του δένδρου, και ηρώτησε πώς είνε αυτό, που το ποτήρι γεμίζει μοναχό του; Ο Αμπτούλ είπε πως αυτό ήτο έργον ενός φιλοσόφου, ο οποίος ήξευρεν όλα τα απόκρυφα της φύσεως· και λέγοντας έτσι παίρνει το σκλαβόπουλο από το χέρι, και με πολλήν βίαν εβγήκε πάλιν από τον χοντζερέ. Εκακοφάνη πάλιν του Καλίφη αυτό το κάμωμα, και με τον εαυτόν του είπεν· ω μα την αλήθειαν ετούτος ο άνθρωπος δεν έχει σωστά το μυαλό του· αυτός μου φέρνει αυτά τα περίεργα πράγματα και μου τα δείχνει χωρίς να του τα ζητήσω, και οπόταν με βλέπει που τα στοχάζομαι με περιέργειαν, μου τα σηκώνει ευθύς από εμπροστά μου, και με αφίνει με τον θαυμασμόν· ημπορεί να είνε πράγμα πλέον γελοιώδες από αυτό; Και εκεί που με αυτόν τον τρόπον έστεκε στοχαζόμενος, τον βλέπει πάλιν να ξαναέμπη με μια σκλαβοπούλα στολισμένη ωσάν μιαν ωραία βασιλοπούλα.
Ο Καλίφης βλέποντας μίαν τέτοιαν ωραιότητα έμεινεν εκστατικός από τον θαυμασμόν του. Αυτή επλησίασε προς αυτόν, και αφού τον επροσκύνησεν εκάθισε κοντά του. Και ο Αμπτούλ ευθύς της έδωκεν εις τας χείρας ένα τζιβούρι, και το ελάλησε με τόσην νοστιμάδα, που ο Καλίφης μην ημπορώντας πλέον να υπομείνη εφώναξε λέγοντας· Ω φίλε, μεγάλης ζήλιας είνε η τύχη σου· οι μεγαλύτεροι βασιλείς του κόσμου δεν είνε τόσον ευτυχισμένοι ωσάν του λόγου σου. Ευθύς που ο Αμπτούλ εκατάλαβε πώς ο Καλίφης ήτον εκστατικός και διά την σκλάβαν, ευθύς την επήρε, και την έβγαλεν έξω από τον χοντζερέ. Εστάθη αυτό μία νέα πληγή του Καλίφη, και ολίγον έλειψε που να μη φανερώση την αγανάκτησίν του και την οργήν· εκρατήθη όμως καθώς ημπόρεσε. Και ξαναγυρίζοντας ο Αμπτούλ εξακολούθησαν να ξεφαντώνουν έως εις το βασίλευμα του ηλίου. Ο Καλίφης τότε του είπεν. Ω γενναίε Αμπτούλ, εγώ ευρίσκομαι πολλά υπόχρεως διά τες μεγάλες δεξίωσες που μου έκαμες, σου ζητώ το λοιπόν την άδειαν διά να τραβηχθώ εις το κονάκι μου διά να σε αφήσω εις ανάπαυσιν. Ο Αμπτούλ διά να τον ευχαριστήση τον άφησε να μισεύση, και αποχαιρετώντας τον τόν εσυντρόφευσεν έως την σκάλαν, ζητώντας του συμπάθειο, αν δεν τον επεριποιήθη καθώς του έπρεπεν.
Ο Καλίφης καθώς εβγήκεν απ' εκεί άρχισε να στοχάζεται και λέγη· μου φαίνεται και εμένα πώς αυτός ο Αμπτούλ να υπερβαίνη εις την μεγαλοπρέπειαν τους βασιλείς, μα εις την γενναιότητα όχι. Ο βεζύρης μου δεν έχει εύλογον αιτίαν να τον παρομοιάση μετ' εμένα εις την γενναιότητα, επειδή και δεν είδα να μου χαρίση τίποτε από τα όσα μου έδειξε, και ημπορώ να τον στοχασθώ διά ένα άνθρωπον κενόδοξον παρά γενναίον· όθεν διά τούτο δεν πρέπει να συμπαθήσω τον βεζύρην μου, επειδή αντίς να μου είπη αλήθειαν, μου είπε ψεύμα. Τον καιρόν που ο Καλίφης έκανε τέτοιους λογισμούς κατ' επάνω του Αμπτούλ και του Βεζύρη του, έφθασεν εις το κονάκι του· και εκεί έμεινεν εκστατικός γιατί το βρήκε στολισμένον με διάφορα πευκιά της Περσίας και άλλα πλούσια στρωσίδια, με έναν αριθμόν από σκλάβους και δούλους, από άλογα, μουλάρια και καμήλια, γεμάτη η αυλή· και έξω από αυτά είδεν εκεί το χρυσούν δένδρον με το παγώνι, το σκλαβόπουλο με το ποτήρι και την σκλαβοπούλαν με το τζιβούρι. Οι δούλοι και οι σκλάβοι ωσάν τον είδαν επρόσπεσαν εις τους πόδας του, και η σκλαβοπούλα του επρόσφερεν ένα γράμμα με μια χρυσή βούλλα, το οποίον ανοίγοντας ο Καλίφης είδε που έγραφεν ούτως· «Ω ακριβέ μου και αγαπημένε μου ξένε, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης αν δεν σε εδεξιώθην καθώς σου έπρεπε· θέλεις λοιπόν λάβει διά σημείον της αγάπης που σου προσφέρω, και διά το χρέος που ομολογώ εις τους ξένους, τα όσα σου στέλνω, χωρίς να εναντιωθής εις την προσφοράν μου η οποία είναι το δένδρον με το παγώνι, το σκλαβόπουλο με το ποτήρι, και η ωραία σκλαβοπούλα με το τζιβούρι· επειδή και είναι δίκαιον να σου τα χαρίσω, με το να εκατάλαβα πώς σου άρεσαν κατά πολλά· διατί ένα πράγμα που αρέσει ενός φίλου μου, δεν είναι πλέον ιδικόν μου.»
Τελειώνοντας ο Καλίφης αυτό το γράμμα έμεινε έξω από τον εαυτόν του διά την γενναιότητα του Αμπτούλ, και τότε ωμολόγησεν ότι αδίκως τον εκατάκρινε τόσον αυτόν, όσον και τον Βεζύρην του, και με πολύν αναστεναγμόν εφώναξεν. Ω Καλίφ! μην επαινάσαι πλέον πώς εσύ είσαι ο πλέον ένδοξος και ο πλέον γενναίος από όλον τον κόσμον· ένας υπήκοός σου σε υπερβαίνει· μα πάλιν είπε με τον εαυτόν του, και πώς ημπορεί ένας υπήκοος να κάνη τέτοια πολύτιμα πράγματα; πρέπει εγώ να τον εξετάξω πώς έχει τόσα πλούτη· έκαμα αχαμνά που δεν τον εξέταξα χθες· εγώ δεν θέλω γυρίσει εις το βασίλειόν μου, ανίσως και δεν θέλω μάθει καταλεπτώς πώς είνε έτσι υπέρπλουτος· αυτό μου είνε αναγκαίον να ηξεύρω διά ένα που είνε εις το βασίλειόν μου υπήκοος, και να ζη πλέον δοξασμένος από εμένα που είμαι βασιλέας του, κάνει χρεία εγώ να ξαναπηγαίνω να τον ανταμώσω, και με εύμορφον τρόπον να πασχίσω να τον κάμω να ομολογήση την αιτίαν που είνε τόσον υπέρπλουτος,
Ανυπόμονος ο Καλίφης διά να πληρώση την επιθυμίαν του, αφίνει τους δούλους και τα άλλα εις το κονάκι, και την ιδίαν ώραν ξαναγυρίζει προς τον ευεργέτην του, και ευρίσκοντάς τον μόνον είπεν. Ω γενναιότατε Αμπτούλ, τα δώρα που μου έστειλες είνε τόσον υπερβολικά και πλούσια, που διστάζω να τα δεχθώ· και παρακαλώ σε δος μου την άδειαν διά να σου τα επιστρέψω οπίσω· επειδή και μου φθάνει η δεξίωσις, που μου έκαμες, η οποία είνε αρκετή διά να κηρύξω την γενναιότητά σου εις όλον το Μπαγδάτι. Κύριε, απεκρίθη ο Αμπτούλ γεμάτος από ταπείνωσιν, εσύ έχεις βεβαίως αιτίαν να παραπονεθής από τον δυστυχή Αμπτούλ· κάνει χρεία, ότι κάποιον από όσα έκαμα δεν θα σου αρέση, και ζητείς να μου επιστρέψης τα δώρα, που σου έστειλα; Όχι, όχι απεκρίθη ο Καλίφης, μη γένοιτο αυτό, εγώ είμαι πολλά σκοτισμένος από τα ευγενικά σου καμώματα, και από τες δεξίωσές σου, και μάλιστα διά τα πολύτιμα δώρα σου, τα οποία υπερβαίνουν εκείνα των βασιλέων· και αν είχα την άδειαν διά να ειπώ εκείνο που στοχάζομαι, ήθελα σου ειπεί πώς πρέπει να μην είσαι τόσον ελεύθερος εις το να μοιράζης τον πλούτον σου· επειδή και πρέπει να στοχασθής ότι κάμνοντας έτσι εξ αποφάσεως πρέπει να τον ολιγοστεύης.
Ο Αμπτούλ εχαμογέλασεν εις αυτά τα λόγια, και είπε προς τον καλίφην. Κύριε, εμένα δεν μου είνε άλλο αναγκαίον, παρά να κρατήσης τα δώρα που σου έστειλα, και, οπόταν μου υποσχεθής διά να τα κρατήσης, θέλω σου ειπεί πώς ημπορώ να κάμω άλλα πλέον πλουσιώτερα χαρίσματα καθημερινώς, χωρίς να μου προξενηθή καμμία ενόχλησις και ζημία. Γνωρίζω καλώτατα πως θαυμάζεις με τούτα που σου λέγω· μα θέλει παύσει ο θαυμασμός σου οπόταν σου διηγηθώ την ιστορίαν μου, και τα συμβεβηκότα που μου έτυχαν· πρέπει να σου τα φανερώσω θεληματικώς, επειδή και σε βλέπω πώς είσαι ένας άνθρωπος πολλά ευγενής και περίεργος. Και λέγοντας έτσι τον επήρεν από το χέρι, και τον έφερεν εις ένα άλλον χοντζερέ χίλιες φορές πλέον πλουσιώτερον από τους άλλους, εις τον οποίον έβγαιναν από κάθε μέρος ευωδίες θαυμάσιες, και εις την μέσην αυτού του χοντζερέ ήτον ένας θρόνος χρυσός, εις τον οποίον ο Αμπτούλ τον έβαλε και εκάθισε, και αυτός ομοίως εκάθησεν εις ένα άλλον κοντά του, και άρχισε να του διηγηθή την ιστορίαν της ζωής του με τον ακόλουθον τρόπον.
Ιστορία των συμβεβηκότων του πλουσίου Αμπτούλ Μπάρση.
Εγώ είμαι υιός ενός ντζοβαϊρτζή από την Αίγυπτον, ονόματι Αβδελαζίζ. Αυτός όντας πολλά πλούσιος, και φοβούμενος να μη φθονηθή από τον φιλάργυρον βασιλέα της Αιγύπτου ανεχώρησεν απ' εκεί, και ήλθε και εκατοίκησεν εδώ εις την Μπάσρα· ύστερον υπανδρεύθη με μίαν θυγατέρα ενός πλουσίου πραγματευτού, και εγώ είμαι ο μοναχός τους καρπός. Αποβαίνοντας ο πατήρ μου και η μητέρα μου έμεινα μόνος κληρονόμος όλου του πλούτου και εχαιρόμουν μίαν υπερβολικήν ευτυχίαν· μα όντας πολλά νέος και άγνωστος εξώδεψα την κληρονομίαν μου χωρίς στοχασμόν, διά να απολαύσω τα κακά μου θελήματα, και φερνόμενος με τούτον τον τρόπον δεν επέρασαν τρεις χρόνοι, και ευρέθη όλη μου η κληρονομία εφθαρμένη. Βλέποντας τον ογλήγορον φθαρμόν που έκαμα του πλούτου μου, και εντρεπόμενος να φανώ εις τους γνωρίμους μου και φίλους μου εις δυστυχισμένην κατάστασιν, απεφάσισα να φύγω από εδώ, και να υπάγω όπου η τύχη μου με ήθελε ρίξει· και ούτως αποφασίζοντας ανταμώθηκα με ένα καραβάνι, που επήγαινε διά την Αίγυπτον, και εμίσευσα με κάμποσα αργύρια, που μου είχαν απομείνει· και περιπατώντας εφθάσαμεν εις το Μουσούλ, και από εκεί εις την Δαμασκόν και γυρίζοντάς την έρημον της Αραβίας και το βουνόν Φαρά, εφθάσαμεν εις την Αίγυπτον. Η ευμορφιά των παλατιών, και η μεγαλοπρέπεια των Τζαμιών της Αιγύπτου με εξέπληξαν και στοχαζόμενος εις εκείνην την στιγμήν πως ήμουν εις εκείνην την πόλιν, όπου εγεννήθη ο πατέρας μου, δεν ημπόρεσα να βαστάξω τα δάκρυα, που από τα μάτια μου έτρεχαν, λέγοντας μόνος μου, ω πατέρα μου, αν εσύ εζούσες εις τούτον τον τόπον, που ήσουν από όλους τιμημένος, και ήθελες ιδεί τον υιόν σου εις τούτην την δυστυχισμένην κατάστασιν, τι λογής άραγε ήθελεν είσθαι ο πόνος σου;
Περιπλεγμένος εις αυτούς τους στοχασμούς, έφθασα εις τα χείλη του ποταμού Νείλου, προς το τελευταίον μέρος του βασιλικού παλατίου, και εκεί που επεριδιάβαζα, βλέπω μιαν ευγενικήν γυναίκα κατά πολλά νέαν και ωραίαν εις ένα παραθύρι του παλατίου, της οποίας η ωραιότης με έκαμε να μείνω ωσάν νεκρός. Τότε εγώ εστάθηκα διά να την θεωρήσω, και αυτή καταλαμβάνοντας που την εκύτταζα, ετραβήχθη μέσα και έκλεισε το παραθύρι· εγώ, τετρωμένος από την ωραιότητά της, όλην εκείνην την ημέραν και την νύκτα δεν εστοχαζόμουν άλλο παρά αυτήν· και άκουσον τι μου επροξένησεν αυτή η αγάπη.
Την ερχομένην ημέραν, μη έχοντας ησυχίαν από τον έρωτα, εξαναπήγα διά να την ματαϊδώ, όμως δεν έτυχα του ποθουμένου, και γυρίζοντας την άλλην ημέραν εστάθηκα πλέον ευτυχισμένος, επειδή την είδα εις το ίδιο παραθύρι. Αυτή βλέποντας που την εκύτταζα με επιμέλειαν, άρχισε να με ονειδίζη λέγοντας· δεν ηξεύρεις, τολμηρέ και αυθάδη, πόσον είνε εμποδισμένον εις τους άνδρας που ήθελαν τολμήσει να σταθούν υποκάτω εις το παραθύρι τούτου του παλατίου; αν οι φύλακες του βασιλέως θέλουν σε καταλάβει ευθύς θέλουν σε παιδεύσει σκληρώς. Αντί εγώ να δειχθώ φοβισμένος από τα λόγια της, και να δοθώ εις φυγήν, της είπα· κυρία μου, εγώ είμαι ένας ξένος, και δεν ηξεύρω τους νόμους της Αιγύπτου· μα με όλον τούτο και αν ήθελα τους ηξεύρει, το κάλλος σου με ήθελεν εμποδίσει να τους φυλάξω. Α τολμηρέ και αυθάδη, εφώναξεν, εκείνη η τόλμη σου θέλει σε κάμει να δοκιμάσης εκείνο που σου πρέπει· και ετραβήχθη με θυμόν από το παραθύρι. Εγώ βλέποντάς την τοιούτης λογής θυμωμένην ανεχώρησα, και επήγα διά να αναπαυθώ εις το κονάκι μου· και πριν υπάγω να κοιμηθώ μία σφοδρά θέρμη με επλάκωσεν από τον πόνον της αγάπης, και όλην εκείνην την νύκτα επέρασα κακώς έχοντας.
Η επιθυμία ως τόσον διά να ξαναϊδώ εκείνην την νέαν και η ελπίδα που είχα εις το να με δεχθή με γλυκύτερον βλέμμα, μου έπαυσεν ολίγον την θέρμην και την άλλην ημέραν συρόμενος από τον τρελλόν μου έρωτα εξαναπήγα υποκάτω εις το συνηθισμένον παράθυρον, και έμεινα εκεί διά να ξαναϊδώ την ωραίαν μου κυρίαν. Αύτη άμα με είδε πάλιν να ξαναπάγω εκεί με εκύτταξε με βλέμμα φοβερόν, που μου επροξένησε φόβον, και άρχισε να μου λέγη· δυστυχισμένε, ύστερα από τόσους φοβερισμούς, που σου έκαμα, ακόμα τολμάς να φανής εδώ; φεύγα το λοιπόν ογλήγορα από εδώ· τώρα ευθύς κάνω και σε θανατώνουν. Ετούτα τα λόγια, που έπρεπε να φοβίσουν κάθε τολμηρόν άνθρωπον, εμένα καθόλου δεν με εσύγχισαν, και αντίς να τραβηχθώ από εκεί, εγώ τόσον περισσότερον την εθεωρούσα και με τρυφερότητα της απεκρίθηκα· ω ωραιοτάτη κυρία, το πιστεύεις ότι ένας δυστυχής, ο οποίος είνε όλως διόλου παραδομένος εις τον έρωτά του και χωρίς ελπίδα δεν λατρεύει άλλο, ημπορεί ποτέ να φοβηθή θάνατον; αχ, αγαπώ κάλλιον να χάσω την ζωήν μου, παρά να υστερηθώ να μη σε ιδώ.
Ας είνε το λοιπόν, απεκρίθη εκείνη, επειδή και είσαι τόσον σταθερός, ύπαγε να περάσης το επίλοιπον μέρος της ημέρας εις άλλον τόπον, και προς το βράδυ ξαναγύρισε εδώ γιατί έχω να σου μιλήσω. Έτσι λέγοντας ετραβήχθη από το παραθύρι, και με άφησε γεμάτον από χαράν, αγάπην και ελπίδα. Μισεύοντας το λοιπόν, απ' εκεί ευθύς επήγα να στολισθώ τα καλύτερα φορέματα που είχα, και να καλλωπισθώ διά να αρέσω περισσότερον εκείνης της κυρίας, και εστοχαζόμουν τότε πώς είμαι ο πλέον ευτυχισμένος του κόσμου, αλησμονώντας τελείως την δυστυχίαν μου, και την κατάστασίν μου. Οπόταν δε επλησίασεν η νύκτα επήγα εις τον διωρισμένον τόπον, και αφού επλησίασα εκεί, είδα ένα σχοινί που ήτον κρεμασμένον από το παραθύρι της κυρίας, η οποία μου εχρησίμευε διά να ανέβω με αυτό βοηθούμενος από αυτήν που με ετραβούσε, και εμβαίνοντας εις τον πρώτον οντά με έκαμε και απέρασα εις τον δεύτερον, που ήτον πλουσίως στολισμένος.
Εστοχάσθηκα πολλά ολίγον τα πολύτιμα στρωσίδια, και τα θαυμαστά πράγματα, που ήτον εις αυτόν, επειδή η κυρία ήτο εκείνη που μόνον εστοχαζόμουν, της οποίας η θεωρία μου επροξένησε πολλήν ευχαρίστησιν και ηδονήν.
Δεν ημπορώ, ω κύριε μου, να σου διηγηθώ το κάλλος της και την νοστιμάδα της· ή η φύσις την είχε κάμει τόσον ωραίαν, διά να δείξη τα μεγαλεία της, ή η φλόγα του έρωτός μου την έκανε να μου φαίνεται έτσι πολλά εύμορφη· μα ως τόσον εγώ ενθυμούμαι πως έμεινα εκστατικός από την ευμορφάδα της.
Ερχόμενος το λοιπόν εις εκείνον τον πλούσιον χοντζερέ, με έβαλε και εκάθισα εις ένα θρονί· ομοίως και αυτή εκάθησε πλησίον μου, και άρχισε να με ερωτά ποίος ήμουν. Εγώ της εδιηγήθηκα με όλην την αλήθειαν την ιστορίαν μου και την εκατάλαβα που έλαβε σπλάγχνος διά την κατάστασίν μου· και από την ευσπλαγχνίαν που μου έδειχνεν, εκατάλαβα πώς ήτον μεγάλης και γενναίας καρδίας. Και αφού ετελείωσα την ιστορίαν μου αρχίσαμε να κάνωμε ομιλίας αγάπης, και να χαιρώμασθε μετά πολλής ηδονής διά την αντάμωσίν μας. Έπειτα από αυτήν την συναναστροφήν αυτή μου είπεν· επειδή και εσύ μου εφανέρωσες με καθαρότητα το ποίος είσαι, είνε το πρέπον και εγώ να σου ομολογήσω το ποία είμαι.
Εγώ ονομάζομαι Δαρδανέ, και εγεννήθηκα εις την Δαμασκόν· ο πατέρας μου ήτον βεζύρης του βασιλέως που κατά το παρόν βασιλεύει, τον οποίον τον επωνόμαζαν Βεροούζ· αυτός εφθονήθη από εχθρούς, και έκαμαν τον βασιλέα και του εσήκωσε την αξίαν του, και ωσάν έμεινε χωρίς αξίαν, ετραβήχθη εις ένα σπήτι που είχε, και ησύχαζε. Δεν επέρασε πολύς καιρός και απέθανε, και έμεινα εγώ με την μητέρα μου, η οποία ευθύς που απόθαψε τον πατέρα μου άφησε το ό,τι και αν είχε, και ανταμώθη με ένα που αγαπούσε, και εμίσευσε διά τας Ινδίας με ένα καράβι πραγματευτάδικο· μα πριν μισεύση αυτή η κακής διαθέσεως γυναίκα, με όλον που ήτον μητέρα μου, με επούλησεν εις ένα πραγματευτήν από σκλάβες, ο οποίος με έφερεν εδώ μαζί με άλλες πολλές, που είχεν αγοράσει διά να τες φέρη εις το σαράγι τούτου του βασιλέως· οπόταν δε είδε τον καιρόν αρμόδιον διά να μας παρουσιάση εις τον βασιλέα, μας εστόλισε με διάφορα στολίδια και φορέματα, και μας έφερεν εις το βασιλικόν σαράγι. Ο βασιλεύς έκαμε διά να περάσωμεν από έμπροσθέν του από μίαν φοράν, και οπόταν επέρασα εγώ από έμπροσθέν του, τον βλέπεις και κατεβαίνει από τον θρόνον του, και πλησιάζει προς εμένα και με θαυμασμόν λέγει· τι ωραιότης είνε εις ετούτην την σκλάβα; τι εύμορφα καμωμένη και νόστιμη; τι στόμα; τι μάτια; τι μορφή είνε ετούτη; αχ φίλε μου, γυρίζει προς τον πραγματευτήν και του λέγει· από όσες σκλάβες μου επούλησες αφού και σε γνωρίζω, παρόμοιαν ωσάν ετούτην δεν είδα· ζήτησε το τι θέλεις δι' αυτήν μόνην, επειδή και αυτή μόνη αξίζει διά χίλιες. Τέλος πάντων ο βασιλεύς όντας γεμάτος από έρωτα δι' εμένα, έκαμεν ευθύς και εμέτρησαν του πραγματευτού όσα αργύρια και αν εζήτησε, και έπειτα τον απέστειλε μαζί με τες άλλες του σκλάβες.
Έκραξεν ευθύς ο βασιλεύς τον αρχιευνούχον του και του είπεν· έπαρε τούτην την σκλάβα, και βάλε την μοναχήν εις τον πλέον πλουσιώτερον χοντζερέ, και πρόσεχέ την ωσάν βασίλισσαν. Ο αρχιευνούχος υπήκουσε, και με έφερεν εδώ που με βλέπεις, ο οποίος είνε ο πλέον πλουσιώτερος χοντζερές που έχει. Και ευθύς που ήλθα εδώ πολλές σκλάβες μου έφεραν πλούσια φορέματα, και άλλα διάφορα αναγκαία στολίδια. Όλες αυτές μου είπαν πως ο βασιλεύς τες έστειλε διά να με δουλεύσουν μετά μεγάλης επιμελείας· ύστερα από αυτές ήλθε και ο βασιλεύς διά να με εύρη. Αυτός μου εφανέρωσε την αγάπην του με κάθε λογής σημείον και τέλος πάντων με εκήρυξε διά Σουλτάνα του. Όλες οι σκλάβες που εστοχάζονταν να είνε στολισμένες με άκραν ωραιότητα, έμειναν παραιτημένες από τον βασιλέα, και γεμάτες από φθόνον εναντίον μου, δεν έλειψαν με κάθε τρόπον να πασχίσουν διά να με βγάλουν από την αγάπην του βασιλέως, μα εγώ εφέρθηκα τόσον καλά, που έκαμα και δεν έλαβαν το ποθούμενον· αλλά με όλες τούτες τες τιμές και χάρες εγώ δεν είμαι ευχαριστημένη με την τύχην· επειδή και με κανένα τρόπον δεν ημπορώ να λάβω αγάπην προς τον βασιλέα· και με όλον που αυτός πάσχει διά να κερδίση την αγάπην μου, τόσον περισσότερον μισητός μου γίνεται· μα πρέπει να ομολογήσω την αλήθειαν ότι αυτός είνε ένας βασιλέας πολλά εύμορφος, γλυκύς και καλής καρδιάς· και εις τούτο δεν ηξεύρω τι να ειπώ διά το αίτιον, που με κανένα τρόπον δεν ημπόρεσα να λάβω κλίσιν προς αυτόν ή η αγάπη δεν στέκει εις ημάς ή η αγάπη μου εφυλάττονταν διά εσένα· επειδή και ευθύς που σε είδα, με όλον που σε ωνείδισα, η καρδιά μου όμως είχε λαβωθή διά εσένα· και ημπορώ να ειπώ πώς εσύ είσαι ο πρώτος άνθρωπος, που εις όλην μου την ζωήν αγάπησα. Εις απόκρισιν μιας ομολογίας τόσον υποχρεωτικής, που μου αυγάτιζε την ευτυχίαν μου, έταξα της κυρίας μίαν αγάπην αθάνατον, βεβαιώνοντάς την πως ήμουν έτοιμος να χύσω το αίμα μου εις κάθε της χρείαν.
Αυτή έμεινε πολλά ευχαριστημένη εις την απολογίαν που της έκαμα, και εις καιρόν που ετοίμαζε διά να μου δώση σημείον της αγάπης, που εις εμέ έδειχνεν, ιδού που ακούμε ένα μεγάλον κτύπον εις την πόρταν του χοντζερέ όπου ευρισκόμασθε. Ημείς εμείναμεν ωσάν νεκροί από τον φόβον μας· ω ουρανέ, φώναξεν η Δαρδενέ, ημείς είμασθε χαμένοι· ετούτος είνε ο βασιλέας. Εγώ μην έχοντάς τον τρόπον διά να φύγω, επειδή και η τριχιά ήτον εις τον άλλον οντάν, επήγα και εκρύφθηκα υποκάτω εις το θρονί· και η Δαρδανέ επήγε και άνοιξε την θύραν και ευθύς εμπήκεν ο Σουλτάνος με πλήθος ευνούχων και δούλων και ωσάν την είδεν εφώναξεν· ω δυστυχισμένη, ποίος άνθρωπος ευρίσκεται εδώ μαζί σου; οι φύλακες του παλατίου μου είδαν πως ανέβη ένας εδώ και εμπήκεν από το παραθύρι. Η Δαρδανέ έμεινεν ωσάν νεκρά εις τέτοιαν ερώτησιν· ζητήσατε, λέγει ο Σουλτάνος των ευνούχων του, να εύρετε εκείνον τον τολμηρόν διά να κάμω την εκδίκησιν. Οι ευνούχοι ερευνώντες με ηύραν υποκάτω εις τον θρόνον, και εβγάζοντάς με από εκεί με έσυραν εις τους πόδας του βασιλέως, ο οποίος βλέποντάς με μου είπεν· ω άνομε και ταλαίπωρε, τι είνε τούτη η τόλμη σου; εχάθησαν οι γυναίκες από την Αίγυπτον διά εσένα, και ήλθες να πατήσης το παλάτι μου; Τότε εγώ από τον φόβο μου ολίγον έλειψε που να ξεψυχήσω, και άλλο δεν ανέμενα παρά τον θάνατον. Ο βασιλεύς έβγαλε με θυμόν το σπαθί του διά να φονεύση τόσον εμέ, όσον και την Δαρδανέ· μα μια γρηά σκλάβα του έπιασε το χέρι λέγοντας· τι θέλεις να κάμης, βασιλέα μου; θέλεις να μολύνης το χέρι σου με το αίμα ετούτων των παρανόμων; αυτοί είνε ανάξιοι ακόμα η ιδία γη να δεχθή τα μιαρά τους κορμιά, με το να έκαμαν μίαν τέτοιαν ανομίαν· πρόσταξε να τους ρίξουν από το παράθυρον εις τον ποταμόν Νείλον, διά να γένουν τα μιαρά τους κορμιά βρώσις των ψαριών. Αυτή η γνώμη ήρεσε του βασιλέως, και ευθύς επρόσταξε και μας έρριξαν και τους δύο από το παράθυρο εις τον ποταμόν. Με όλον που ήμουν σκοτισμένος από το πέσιμόν μου εις τον ποταμόν, δεν έλειψα που να έλθω εις τον εαυτόν μου και ν' αρχίσω να πλέω, με το να ήμουν πολλά επιτήδειος· και πλέοντας εβγήκα εις την γην αγνάντια εις το παλάτι· και ευθύς που εβγήκα ενθυμήθηκα την δυστυχίαν της Δαρδανές, που εξ αιτίας μου την έρριξαν και αυτήν εις τον ποταμόν, και μη χάνοντας καιρόν εξαναρίχτηκα εις το ποτάμι διά να ψαρέψω να την εύρω ζωντανήν, ή αποθαμμένην· μα ματαίως έκαμα τον κόπον, μη ημπορώντας να την εύρω εις κανένα μέρος.
Τότε η θλίψις μου εστάθη τόσον σφοδρά, που υπερέβαινε κάθε όρον, στοχαζόμενος τον χαμόν της ωραίας Δαρδανές, και ήμουν τόσον απαρηγόρητος, που έκανα λογαριασμόν να ξαναπέσω να πνιγώ διά να της κάμω συντροφιά· έκλαιγα με πικρότατα δάκρυα, και δεν είχα παρηγοριά. Αλλοίμονον εις εμένα, έλεγα· χωρίς εμέ, χωρίς την θανατηφόρον μου αγάπην, η Δαρδανέ δεν ήθελε λάβει τέτοιον σκληρόν θάνατον· και διατί να έλθω εγώ διά να προξενήσω τον θάνατον και την απώλειαν της ωραίας Δαρδανές; Αυτά και άλλα λέγοντας με μέγαν πόνον της καρδιάς μου, εμίσευσα την αυτήν νύκτα από την Αίγυπτον διά το Μπαγδάτι, μην ημπορώντας πλέον να μείνω εις εκείνην την χώραν, που επροξένησα τόσον κακόν της ωραίας μου Δαρδανές. Μισεύοντας το λοιπόν απ' εκεί, ύστερον από μερικών ημερών περιπάτημα, έφθασα μια βραδιά εις την ρίζαν ενός βουνού διά να αναπαυθώ εκεί εκείνην την νύκτα. Ο ύπνος εκυρίευσεν ευθύς τας αισθήσεις μου, και αποκοιμήθηκα χωρίς να φάγω τίποτε· προς δε τα ξημερώματα της ερχομένης ημέρας κάποιες φωνές παραπονετικές και κλαύματα με έκαμαν να εξυπνήσω· εστάθηκα καμπόσον ήσυχος διά να καταλάβω τι ήτον, και μου εφάνη ότι αυτά τα παραπονέματα να ήταν ωσάν τινός γυναικός καταδικασμένης εις θάνατον, καθώς και αληθώς ήταν· και ακούσατε την ιστορίαν της.
Ιστορία της κυρίας, που ευρέθη εις ένα σακκί.
Ακούοντας το λοιπόν έτσι, εσηκώθηκα ευθύς, και έτρεξα προς εκείνο το μέρος, που ακούονταν οι φωνές· και αγνάντια βλέπω άνθρωπον, που έκανεν ένα λάκκον. Εγώ βλέποντας έτσι εκρύφθηκα οπίσω εις ένα δένδρον διά να ιδώ το αποβησόμενον. Εκείνος αφού έκαμε τον λάκκον είδα που έβαλε μέσα ένα μέγα σακκί, και σκεπάζοντάς το με το χώμα έφυγεν. Οπόταν δε είδα πώς εκείνος έφυγεν, έτρεξα εγώ και επήγα εκεί, και σκάπτοντάς τον ίδιον λάκκον έβγαλα εκείνο το σακκί· βγάνοντάς το βλέπω που ήτον μέσα μία ωραιοτάτη νέα, η οποία εφαίνετο πως να έδινε την υστερινήν αναπνοήν· τα φορέματά της, με όλον που ήταν γεμάτα από αίματα, δεν εμπόδισαν που να την φανερώνουν πώς ήτον από αίμα ευγενικόν. Τι σκληρόν χέρι εφώναξα όλος τεταραγμένος από σπλάγχνος, ποίος βάρβαρος ημπόρεσε να τελέση τέτοιον ανόμημα εις τούτην την ευγενικήν κυράν· ας ανοίξη η γη να καταπιή ένα τέτοιον φονέα. Η κυρά, που ελογίαζα πως να μην έχη πλέον αναπνοήν, ακούω να μου λέγη· Ω Μουσουλμάνε, λάβε έλεος και σύντρεξέ με αν αγαπάς τον Πλάστην· βάλε μου μίαν σταλαγματιά νερό εις το στόμα μου, διά να μου παύση η θανατηφόρος μου δίψα που με ενοχλεί. Έτρεξα ευθύς και εγέμισα το φακκιόλι μου νερόν και της το έφερα· και αφού έπιεν άνοιξε τους οφθαλμούς της και κυττάζοντάς με μου είπε· Μουσουλμάνε, βλέπω που ο Προφήτης σε εξαπέστειλε διά να με συντρέξης· πάσχισε σε παρακαλώ το λοιπόν διά να σταματήση το αίμα από τες πληγές μου. Εγώ λογιάζω πως οι λαβωματιές μου να μη είναι θανατηφόρες· φύλαξε την ζωήν μου· και σου τάσσω ότι δεν ήθελες το μετανοήσει.
Τότε εγώ έσχισα εις κομμάτια το δέμα του φακκιολιού μου και ένα υποκάμισο που είχα, και αφού της έδεσα τες πληγές μού είπε. Σε παρακαλώ λάβε ακόμη την καλωσύνην και φέρε με εις την χώραν, που είνε εδώ σιμά, και εκεί βάλε με εις κανένα σπήτι διά να αναπαυθώ. Ω ωραία κυρά μου, της αποκρίθηκα, εγώ είμαι ένας ξένος και δεν γνωρίζω κανένα εις αυτήν την χώραν και το περισσότερον, φέροντάς σε εκεί φοβούμαι να μην πάθω· διατί αν με ερωτήσουν, τις είνε αυτή η γυναίκα που φέρεις φορτωμένος έτσι καταπληγωμένην, τι απόκρισιν ημπορώ να δώσω; Αποκρίσου πως εγώ είμαι αδελφή σου, είπεν εκείνη και μην έχης άλλην χρείαν. Εγώ διά να κάμω τέλειον το καλόν υπήκουσα και την επήρα εις τες πλάτες μου, και την έφερα εις την χώραν, και βάνοντάς την εις ένα σπήτι που ευθύς ηύρα, επήγα και έκραξα ένα ιατρόν διά να την ιατρεύση· και μετά δύο ημέρας που αγροικήθη κομμάτι καλύτερα, έγραψε μίαν γραφήν και βάνοντάς μου την εις το χέρι, μου είπε· Σύρε τούτην την γραφήν εκεί που συνάζονται οι πραγματευτάδες· ζήτησε έναν που τον λεν Μαϊάρ, και δος του την εις το χέρι και έπαρε εκείνο που θα σου δώση. Έφερα την γραφήν ευθύς εις τον Μαϊάρ, ο οποίος, αφού την ανέγνωσε, την εφίλησε και την έβαλε εις το κεφάλι του. Έπειτα εβγάζει δύο σακκούλες φλωριά και μου τα έδωσε, και παίρνοντάς τα έφερα της κυράς· αυτή μου έδωκε την μίαν σακκούλαν, και μου είπε. Πήγαινε με αυτά να πάρης τα όσα μας κάνουν χρείαν, τόσον διά φαγητά, όσον και διά φορέματα εδικά σου και εδικά μου, και περιπλέον αγόρασε και κανένα σκλάβον διά να μας δουλεύη.
Δεν έλειψα που να κάμω καθώς αυτή μου επαράγγειλε, και εις δύο ημέρας ευρέθη το σπήτι μας στολισμένον από κάθε αναγκαίον, και απ' ό,τι μας έκανε χρείαν, και ούτως απερνούσαμεν εις αυτό το αναμεταξύ που ιατρεύονταν με πολλήν μας ανάπαυσιν· και ενομιζόμουν εις όλους διά αδελφός αυτής της κυράς, και κατά αλήθειαν εζούσαμεν ωσάν να είμεθα αληθώς αδέλφια, και με όλον που αυτή ήτον μία από τες ωραιότατες νέες, η φαντασία της Δαρδανές, που είχα πάντα εις την καρδιά μου και εις τον λογισμόν μου, με έκανε να με κρατή μακράν από το να λάβω διά αυτήν καμμιάς λογής κλίσιν· είχα αποφασίσει πολλές φορές διά να αναχωρήσω από αυτήν· μα εκείνη με τες παρακάλεσές της με έκανε να μην την παραιτήσω. Υπόμενε ακόμη, ω νέε, μου έλεγεν, ότι έχω ακόμη καμπόσην χρείαν από λόγου σου· θέλω σου διηγηθή ογλήγωρα ποία είμαι· και εγώ ύστερα από αυτό θέλω σου ανταμείψει μεγάλως την επιμέλειαν και την δούλευσιν, που μου έκαμες. Εγώ το περισσότερον διά να την ευχαριστήσω και όχι διά τες ανταμοιβές που μου έταζεν, έστεκα με αυτήν έως που να μου δώση το θέλημα να αναχωρήσω· οπόταν δε ελευθερώθη τελείως από την αρρώστια της και έστεκε καλά, με κράζει μίαν ημέραν και μου λέγει. Έπαρε τούτην την σακκούλαν με τα φλωριά, και σύρε εις την αγοράν να εύρης ένα πραγματευτήν που τον λέγουν Ναμαράν, και πες του πως θέλεις να αγοράσης μεταξωτά· αυτός θέλει σου δείξει διάφορα· διάλεξε από αυτά ένα κομμάτι, και πλήρωσέ το όσα σου ήθελε γυρέψει χωρίς να κάμης παζάρι· μίλησέ του με ευγένειαν και γλυκύτητα, και ωσάν αναχωρήσης από αυτόν, φέρε μου εδώ τα μεταξωτά. Εγώ επήγα καθώς αυτή με επρόσταξε, και ηύρα τον Ναμαράν που εκάθετο εις το εργαστήρι του. Αυτός ήτον ένας εύμορφος και ευγενής άνδρας, που έμεινα να τον θεωρώ· του εζήτησα και μου έβγαλε διάφορα κομμάτια μεταξωτά, και διαλέγοντας ένα από αυτά, του το επλήρωσα όσα μου εζήτησε· και έπειτα αποχαιρετώντάς τον με ευγένειαν, επήρα το μεταξωτόν και το έφερα της κυράς μου.
Δύο ημέρες υστερότερον μου έδωσεν αυτή άλλη μία σακκούλα φλωριά, και μου είπε. Ξαναγύρισε εις τον Ναμαράν, και έπαρε άλλα τρία κομμάτια μεταξωτά, και δος του πάλιν όσα σου ζητήση. Εξαναπήγα το δεύτερον εις τον αυτόν Ναμαράν, ο οποίος με εδέχθη με πολλήν ευγένειαν, και αγροικώντας το ζήτημά μου, έφερε διάφορα κομμάτια μεταξωτά χρυσά πολλά ωραία. Εδιάλεξα τρία κομμάτια που μου άρεσαν, και χωρίς να του ζητήσω τιμήν του έρριξα την σακκούλαν με τα φλωριά και του είπα· πληρώσου διά αυτά και όσα μείνουν δος μου τα οπίσω. Έμεινε αυτός εκστατικός εις το να ιδή εις εμένα μίαν τέτοιαν γενναιότητα, και αφού επληρώθη και μου έδωσε τα λοιπά φλωριά οπίσω, μου είπεν. Αυθέντα, δεν ημπορείς να μου κάμης την χάριν να έλθης αύριον να γευθούμε μαζί; Μετά πάσης χαράς του απεκρίθηκα εγώ· δεν θέλω λείψει που να έλθω να λάβω αυτήν την τιμήν. Εχάρη ο Ναμαράς διά το τάξιμον που του έκαμα, και ύστερον αποχαιρετώντας τον εγύρισα με τα μεταξωτά τα χρυσά εις το σπήτι μου.
Εφανέρωσα της κυράς το κάλεσμα, που ο Ναμαράς μου έκαμεν, η οποία το έλαβεν εις τόσην χαράν που με έκαμε να μείνω βλέποντάς την να χαρή τόσον. Μη χάσης καιρόν, μόνον αύριον να υπάγης μου είπεν αυτή, και ενθυμήσου ότι ωσάν απογευθής να τον καλέσης και εσύ εδώ να γευματίση και άφησε εμένα την επιστασίαν, να κάμω την ετοιμασίαν. Εκατάλαβα εγώ πώς αυτή θα προμελετούσε κάποιόν τι· μα το τι επρομελετούσεν ήτον μακράν από τον στοχασμόν μου. Επήγα το λοιπόν την αύριον εις το σπίτι του Ναμαρά, ο οποίος μου έδειξεν ευγενικές περιποίησες. Και αφού απογευθήκαμε, τον επαρεκάλεσα να έλθη και αυτός την αύριον να γευματίση μετ' εμένα. Εδέχθη μετά πάσης χαράς το κάλεσμα, και δεν έλειψεν εις τον καιρόν του γεύματος να έλθη εις το σπήτι μου, καθώς μου έταξεν. Εκαθίσαμε το λοιπόν εις την τράπεζαν οι δυο μας μόνον, και επεράσαμεν όλην εκείνην την ημέραν ευφραινόμενοι, και πίνοντες διάφορα εκλεκτά κρασιά. Η κυρά δεν ηθέλησε καθόλου να φανερωθή έμπροσθέν μας· αλλά όσον εδύνατο έστεκε κρυφά· μα καθώς αυτή μου είχε παραγγείλη ότι με κάθε τρόπον να κάμω διά να κρατήσω τον Ναμαράν και την νύκτα εκεί, έτσι δεν έλειψα που να τον κρατήσω με πολλές παρακάλεσες. Ημείς ακολουθήσαμε να πίνωμεν έως τα μεσάνυκτα· και αφού ετελειώσαμεν τον έφερα εις ένα οντάν διά να αναπαυθή εκείνην την νύκτα, και εγώ επήγα εις άλλον διά να κάμω το όμοιον. Και τον καιρόν που εκοιμώμουν με ένα γλυκύτατον ύπνον, ιδού και έρχεται η κυρά μετά μεγάλης βίας και με εξύπνησε λέγοντας· σήκω, ω νέε, να ιδής τον φίλον σου κυλισμένον εις το άνομον αίμα του. Εγώ εις αυτά τα λόγια εσηκώθηκα όλως σκοτισμένος· και ακολούθησα την κυράν, που με έφερεν εις τον οντά του Ναμαρά. Σε αφίνω να στοχασθής τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, οπόταν είδα εκείνον τον άθλιον φονευμένον και κυλισμένον εις το αίμα του.
Αχ, άνομη και επίβουλη, γεμάτος από θυμόν εφώναξα, τι είνε τούτο που έκαμες; έλαβες τόσην τόλμην να κατόρθωσες ένα κάμωμα τόσον σκληρόν και θηριώδες; αν, εσύ είχες τέτοιαν γνώμην, διατί να μεταχειρισθής εμένα τον ευεργέτην σου μέσον του θηριώδους θυμού σου, και να με κάμης να σου τον φέρω ο ίδιος διά να τον θανατώσης; Νέε ξένε, με αντίκοψε, μη σου κακοφαίνεται που διά μέσου σου εξεδικήθηκα τούτον τον παράνομον Ναμαράν· τούτος είνε ένας επίβουλος· εσύ δεν θέλεις με ονειδίσει οπόταν μάθης την παρανομίαν του· επειδή και αυτός είνε ο αίτιος της συμφοράς μου, την οποίαν ιδού που θέλω σου την διηγηθή διά ανάπαυσίν σου.
Εγώ είμαι, ακολούθησεν αυτή, θυγατέρα του βασιλέως τούτης της χώρας· μίαν ημέραν που επήγαινα εις τα λουτρά είδον αυτόν τον Ναμαράν εις το εργαστήρι του, και ευθύς έλαβα μεγάλον έρωτα δι' αυτόν, και από εκείνην την ώραν έχασα κάθε μου ησυχίαν και ανάπαυσιν, επειδή η φαντασία μου δεν έλειψε πάντα από αυτόν και τόσον άναψεν η καρδιά μου από τον έρωτα που δεν επέρασε πολύς καιρός και έπεσα άρρωστη εις το κρεββάτι. Ο πατέρας μου έστειλε και έφερε τους πλέον εμπείρους ιατρούς διά να με ιατρεύσουν, μα κανείς δεν εδυνήθη να γνωρίση το πάθος μου. Η βάγια μου που ήτον μία πολύ επιτήδεια γυναίκα, εγνώρισε το πάθος μου πως ήτον από αγάπην, και με εύμορφον τρόπον με έκαμε και της είπα την πάσαν αλήθειαν. Αυτή μου έταξεν ότι θα κάμη κάθε τρόπον διά να πληρώση την επιθυμίαν μου, καθώς και το έκαμε, που μίαν ημέραν μου τον έφερεν ενδεδυμένον γυναικίστικα χωρίς να τον γνωρίση κανείς. Εγώ ωσάν τον είδα ευθύς ελευθερώθηκα από την ασθένειάν μου, και έξω από την ευχαρίστησιν που έλαβα να τον ιδώ και αυτόν να μείνη γεμάτος από ευχαρίστησιν διά ένα τέτοιο ευτυχισμένον του συναπάντημα· και αφού τον εκράτησα μερικές ημέρες κλεισμένον εις ένα μου οντάν, η βάγια μου πάλιν τον έβγαλεν από το σαράγι μου με την ίδιαν ευκολίαν που τον είχεν εμπάσει, και ούτως οπόταν ήθελα έκανα και μου τον έφερνεν η βάγια μου με αυτόν τον τρόπον, και εχαιρόμασθε μαζί διά πολύν καιρόν.
Μίαν ημέραν μου ήλθεν επιθυμία, να πηγαίνω και εγώ να εύρω τον Ναμαράν εις το σπήτι του, ελπίζοντας πώς θα ήθελε το λάβει εις μεγάλην χαράν και βγαίνοντας μπουλωμένη από το σαράγι μου χωρίς να με καταλάβη κανένας έφθασα εις το σπήτι του Ναμαράν και κτυπώντας την πόρταν διά να μου ανοίξουν, βλέπω και έρχεται ένας σκλάβος και με ερωτά τίνα γυρεύω· εγώ του είπα πως έχω να ομιλήσω του αφεντός σου ένα λόγον. Ο σκλάβος μου απεκρίθη πως ο αφέντης μου διά την ώραν δεν ημπορεί να σου δώση ακρόασιν, με το να είναι αντάμα με μίαν νέαν κόρην που ξεφαντώνουν. Εγώ να ακούσω πως ξεφαντώνει με άλλην γυναίκα αγροίκησα του λόγου μου γεμάτην από μίαν ζηλοτυπίαν, που με έβγαλε έξω από τον εαυτό μου, και έγινα κατά πολλά μανιώδης· εμπαίνω με βίαν εις το σπήτι του, και φθάνοντας εις τον χοντζερέ του βλέπω τον Ναμαράν καθήμενον εις μίαν τράπεζαν μαζή με μίαν ευμορφοτάτην κόρην, με την οποίαν έπιναν και ετραγουδούσαν τραγούδια της αγάπης και ηδονικά. Δεν ημπόρεσα εις τούτην την θεωρίαν να κρατήσω τον θυμόν μου· τρέχω με ορμήν επάνω εις εκείνην την κόρην και της έδωσα πολλές μαχαιριές, και αν δεν ήτον ογλήγωρη διά να φύγη, την εθανάτωνα. Δεν επλήρωσα τον θυμόν μου μοναχά με αυτήν, αλλά έτρεξα προς τον άπιστον και επίβουλον Ναμαράν διά να ξεδικηθώ και με αυτόν.
Βλέποντάς με αυτός έτσι θυμωμένην, έρχεται και πίπτει εις τους πόδας μου ζητώντάς μου συμπάθειαν διά το σφάλμα του ομνύοντάς μου πως εις το εξής να μη μου κάμη κανένα παραμικρόν άδικον και επιβουλήν και με αυτά και άλλα γλυκά λόγια με εκατάπεισε διά να τον συμπαθήσω, και να ξαναγαπηθούμεν και διά σημείον της ειρήνης μας με υποχρέωσε να πίω με αυτόν· και τόσον έκαμε που με εμέθυσε. Και αφού με είδεν εις αυτήν την κατάστασιν ο προδότης και επίβουλος, μου έδωσε πολλές μαχαιριές με ένα πουνιάλι, που επιταυτού είχε, και μένοντας από αυτές χωρίς καμμίαν αίσθησιν, και νομίζοντάς με αποθαμμένη με έβαλεν εις ένα σάκκον, και μοναχός του διά νυκτός με έφερε εις εκείνον τον τόπον που με ηύρες. Και εις το αναμεταξύ που αυτός μου ετοίμαζε τον λάκκον, εγώ ήλθα ολίγον εις τες αίσθησές μου και άρχισα να οδύρωμαι και να του ζητώ να μου αφήση την ζωήν μα αυτός ο βάρβαρος, αντίς να λάβη σπλάγχνος εις τα παράπονά μου, ηθέλησε διά περισσοτέραν παιδείαν μου να με θάψη και ζωντανήν· και η τύχη μου εξαπέστειλεν εσένα διά να με ελευθερώσης. Διά εκείνο δε που απαρθενεύει διά τον Μαϊάρ, ακολούθησεν η κυρά τον άλλον πραγματευτήν, εις τον οποίον επήγες την γραφήν από όνομά μου, αυτός είναι πραγματευτής του σαραγιού. Εγώ του έδωσα να καταλάβη πώς είχα χρείαν από δηνάρια, και του εφανέρωσα τα συμβεβηκότα μου, παρακαλώντάς τον να τα κρατήση μυστικά έως που να κάμω την εκδίκησιν. Ετούτη, ω φίλε μου, είνε η ιστορία μου· δεν ηθέλησα να σου την διηγηθώ εμπροσθήτερα, φοβουμένη να μη λάβης αντίρρησιν εις το να μου φέρης εδώ τον εχθρόν μου· δεν το πιστεύω που να μη μου δώσης δίκαιον διά την δικαίαν μου εκδίκησιν και με όλον που εσύ φαίνεται να είσαι έχθρός των σκληροκαρδίων, πρέπει να με επαινέσης εις την ανδρείαν, που έλαβα διά να θυσιάσω εκείνον τον σκληροκάρδιον και επίβουλον· αύριον το ταχύ, ακολούθησεν αυτή, θέλωμεν υπάγει αντάμα εις το σαράγι· ο πατέρας μου ο βασιλεύς πολλά τρυφερά με αγαπά· θέλω του εξομολογηθή το σφάλμα μου, και ελπίζω πως θέλει μου το συγχωρήσει, και εσένα σου τάζω πως θέλει σου κάμει μεγάλα δώρα, και σου δώση και πολλές αξίες διά την περιποίησιν που μου έκαμες.
Μη γένοιτο αυτό, βασίλισσά μου, της απεκρίθηκα, εγώ δεν ζητώ ούτε δώρα, ούτε άλλο κανένα πράγμα διά τα όσα έκαμα διά λόγου σου και διά να σου φυλάξω την ζωήν, και εις κανένα δεν μετανοώ· μα σου ομολογώ, πώς είμαι πολλά περίλυπος που με μεταχειρίσθης διά όργανον της επιβολής σου, και διά μέσου μου ετελείωσες την εκδίκησίν σου. Έπρεπε καλύτερον να με είχες προστάξει διά να ξεδικήσω με άλλον τρόπον, παρά με τέτοιαν προδοσίαν· επειδή και εγώ δεν ήθελα λείψει να θυσιάσω την ζωήν μου διά λόγου σου διά να σε ευχαριστήσω· διότι τέλος πάντων εγώ, με όλον που στοχάζομαι ότι του Ναμαράν με κάθε δίκαιον του έπρεπεν ο θάνατος, δεν έλειψε που να μου μείνη εις την καρδίαν μία θλίψις μεγαλωτάτη διά την προδοσίαν, που ανευθύνως έκαμα και τον έφερα εις τον θάνατον. Και έτσι λέγοντας ευθύς απαραίτησα την κυράν και μεμφόμενος τα ταξίματά της εβγήκα από εκείνην την χώραν πριν ξημερώση· και περιπατώντας μερικές ώρες έφθασα ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, που επήγαιναν διά το Μπαγδάτι, και ανταμωμένος με αυτό ακολούθησα τον δρόμον μου ως εκεί.
Εξακολούθησις της ιστορίας του Αμπτούλ Μπαρσή.
Φθάνοντας δε εις το Μπαγδάτι ευρέθηκα εις πολλά δυστυχισμένην κατάστασιν· επειδή δεν μου έμειναν άλλα δηνάρια από την απερασμένην μου ευτυχίαν, παρά ένα φλωρί μόνον. Εστοχάσθηκα να το πραγματεύσω διά να ημπορέσω να βγάλω τα έξοδά μου· αγόρασα μερικά μπάλσαμα, ζαχαρικά, και άλλα λιανώματα, και επήγαινα καθημερινώς εις ένα μεγάλον καφενέ, εις τον οποίον εσυνήθιζαν να πηγαίνουν πολλοί αυθεντάδες και άλλοι άνθρωποι, οι οποίοι δεν έλειψαν να αγοράζουν από τας πραγματείας μου, και να μου τας πληρώνουν καλά, και με τούτον τον τρόπον επόρευα και έβγαζα τα έξοδά μου.
Μίαν ημέραν που είχα μερικά λουλούδια και άνθη μυριστικά διά πούλημα, επήγα κατά την συνήθειάν μου εις τον καφενέ διά να τα πουλήσω. Εκεί ήτον ένας γέροντας εις μίαν αγκωνήν καθήμενος, τον οποίον ποτέ δεν τον εστοχάσθηκα διά να του προσφέρω να αγοράση από την πραγματείαν μου, ο οποίος βλέποντάς με έκραξε· Φίλε μου, από τι προέρχεται και δεν μου φέρεις και εμένα να αγοράσω από την πραγματείαν σου; ή με στοχάζεσαι πως δεν έχω να ξοδέψω όπως και οι άλλοι; Αυθέντη, του απεκρίθηκα, συμπάθησέ με διατί δεν σε εστοχάσθηκα· όμως όλον τούτο που έχω είνε εις τα προστάγματά σου. Τότε αυτός άπλωσε και επήρε δύο τριαντάφυλλα, έπειτα μου είπε να καθήσω σιμά του, και υπακούοντάς τον άρχισε να μου κάνη πολλές αναζήτησες, και να με ερωτά πώς ονομάζομαι, και πόθεν είμαι. Απαραίτησέ με, σε παρακαλώ, του είπα εγώ αναστενάζοντας, και μη με βιάζης να πληρώσω την περιέργειάν σου, διότι δεν ημπορώ να σου δώσω την ευχαρίστησιν χωρίς να ξανοίξω τες πληγές μου, που διά την ώραν είνε κλεισμένες.
Ο γέρων βλέποντάς τον αναστεναγμόν που έκαμα, και τα λόγια που του είπα, δεν ηθέλησε να με ξαναρωτήση άλλο· αλλά εβγάζοντας από την σακκούλαν του έξ φλωρία μου τα έβαλεν εις χέρι και ανεχώρησεν. Έμεινα εκστατικός διά την γενναιότητά του και δεν ημπορούσα τι να στοχασθώ δι' αυτόν τον γέροντα. Εξαναγύρισα το λοιπόν την ερχομένην ημέραν εις τον ίδιον καφενέ, και ηύρα εκεί πάλιν τον γέροντα· επήγα εις αυτόν πρώτον από τους άλλους και επρόσφερα την πραγματείαν μου. Αυτός αφού επήρε καμπόσον μπάλσαμον με έκαμε πάλιν να ξανακαθήσω κοντά του και με εβίασε τόσον διά να του διηγηθώ την ιστορίαν μου, που δεν ημπόρεσα πλέον να του το αρνηθώ. Εγώ του ωμολόγησα όλα τα συμβεβηκότα μου με κάθε καθαρότητα και, αφού του τα εδιηγήθηκα, μου είπεν· Εγώ γνωρίζω κατά πολλά τον πατέρα σου, με τον οποίον έκαμα πολλάς πραγματείας· επειδή και είμαι και εγώ πραγματευτής από την Μπάσρα, διά το οποίον έχω πολλήν ευχαρίστησιν που σε εγνώρισα· εγώ με το να μην έχω παιδιά ή κληρονόμους συνέλαβα διά εσένα τόσην αγάπην, που απεφάσισα να σε κηρύξω υιόν μου και κληρονόμον μου. Παρηγορήσου λοιπόν, παιδί μου, διά τας περασμένας σου δυστυχίας, επειδή και θέλεις εύρει ένα πατέρα εις εμένα πλέον πλούσιον από τον εδικόν σου, και που δεν θέλει έχει ολιγωτέραν αγάπην από εκείνον διά εσένα. Εγώ ευχαρίστησα κατά πολλά εκείνον τον ένδοξον γέροντα διά την τιμήν και ευεργεσίαν που μου έταξε· και παίρνοντάς με από το χέρι με έφερεν εις ένα μεγάλον παλάτι· και ευθύς έκαμε και με ένδυσαν με πλούσια φορέματα, και μου έδωσε ότι μου έκαμε χρεία. Εγώ επίστευα τότε πώς ωνειρευόμουν διά την τόσην μεταλλαγήν της ευτυχίας μου, και από εκείνην την ώραν αλησμόνησα τας περασμένας μου δυστυχίας.
Οπόταν ο γέρων πραγματευτής ετελείωσεν από τας υπηρεσίας, που είχεν εις το Μπαγδάτι, εμισεύσαμεν ομού διά την Μπάσρα. Οι φίλοι μου, που δεν έλειψαν να με μεταϊδούν, έμειναν εκστατικοί εις το να ακούσουν πώς με επήρε διά υιόν του ο γέρων, ο οποίος ήτον φημισμένος διά τον πλουσιώτερον πραγματευτήν της Μπάσρας. Ως τόσον εγώ εσπούδαξα με κάθε τρόπον εις το να ευχαριστήσω τον γέροντα, ο οποίος έδειχνε πώς ήτον πολλά ευχαριστημένος από λόγου μου, λέγοντάς μου πολλές φορές· Αμπτούλ, εσύ μου φαίνεσαι πολλά άξιος διά τα όσα έκαμα διά λόγου σου.
Απερνώντας πολύ καιρός που εζούσαμεν αμφότερα τα μέρη με μεγάλην αρμονίαν, έπεσεν ο γέρων εις μεγάλην αρρώστιαν και βλέποντας που δεν ήτον πλέον διά ζωήν, με έκραξε σιμά εις το κρεββάτι του και μου είπεν. Είνε καιρός, ω υιέ μου, να σου φανερώσω ένα απόκρυφον πολλά συμφέρον· αν εγώ ήθελα σου αφήσει όλον το έχειν μου που φαίνεται, στοχάζομαι πώς ήθελα σου αφήσει μίαν τύχην μεσαίαν, και με όλον που είνε περισσότερον από κάθε άλλου πραγματευτού, είνε ουδέν εμπρός εις τον θησαυρόν που ευρίσκεται κρυμμένος. Εγώ δεν σου λέγω από ποίον καιρόν, και από ποίον εστάθη κρυμμένος, επειδή και εγώ ούτε το ηξεύρω· όλον εκείνο που ηξεύρω είνε τούτο, ήγουν ο πάππος μου οπόταν ήθελε ν' αποθάνη το εφανέρωσε του πατρός μου χωρίς να του ειπή άλλο, και ο πατήρ μου το εφανέρωσεν εμένα· και ιδού που σου το φανερώνω και του λόγου σου, μα σου παραγγέλω ωσάν τον λάβης εις τα χέρια σου, να πασχίσης να ξοδεύης με εύμορφον τρόπον διά να μην πέσης εις τον φθόνον του βασιλέως και των φιλαργύρων κυβερνητών, και το μάθουν και σου το αρπάξουν. Ας είσαι καταδεκτικός με όλους και φιλόξενος, κύτταξε να ξοδεύης εις καλά έργα και όχι εις ηδονές και ξεφάντωσες και εις άλλα άτιμα πράγματα.
Και αφού εγώ έταξα του πραγματευτού να φυλάξω με ακρίβειαν τα όσα μου επαράγγειλε, μου εφανέρωσε τον τόπον που ευρίσκονταν, λέγοντάς μου· ιδού που σου τον παραδίδω εις χείρα σου, και ενθυμήσου να φυλάξης τα όσα σου παρήγγειλα. Και ταύτα λέγοντάς μετά ολίγας ημέρας απέθανεν.
Έμεινα τέλος πάντων κληρονόμος του γέροντος εις τα πάντα και αφού έκαμα να τον θάψουν με την πρεπουμένην τιμήν, επήγα διά να ιδώ τον θησαυρόν. Σου ομολογώ, κύριέ μου, ότι έμεινα εκστατικός να ιδώ ένα θησαυρόν τόσον πλούσιον, που είνε αδύνατον να σου τον διηγηθώ και αν εγώ ήθελα ζήσει χίλιους χρόνους, και αν εξόδευα καθώς ξοδεύω κατά το παρόν, ακόμη δεν ήθελε τελειώσει. Αφού και είδα ένα τέτοιον υπέρπλουτον θησαυρόν αλησμόνησα πλέον τα όσα ο γέρων μου παρήγγειλε να φυλάξω, και ευθύς άνοιξα τα χέρια εις το να μοιράζω πλουσιοπαρόχως εις κάθε έναν από τα πλούτη μου.
Δεν είνε κανείς εδώ, που να μην έλαβεν ευεργεσία από εμένα, το σπήτι μου στέκει πάντα ανοικτόν διά κάθε έναν που να έχη χρείαν, και όλοι μισεύουν ευχαριστημένοι, και με τούτον τον τρόπον τον μεταχειρίζομαι εις ελάφρωσιν των δυστυχισμένων, εις το να φιλοξενώ τους ευγενείς ξένους, και εις το να ζω μίαν ζωήν ευφρόσυνον και τιμημένην.
Δεν απέρασε πολύς καιρός που να μην έμβω εις τον φθόνον του προεστού της χώρας, καθώς μου προείπεν ο γέροντας. Έρχεται μίαν ημέραν ο παταλμαντζής ο βασιλικός και μου ζητεί να του φανερώσω τον Θησαυρόν μου, διά να τον κάμη βασιλικόν κατά τους νόμους. Εγώ έμεινα νεκρός να ακούσω το ζήτημά του. Αυτός βλέποντάς τον φόβον μου μού είπεν· Αμπτούλ αφέντη· εγώ κάνω το χρέος μου διά να σε εξετάξω· όμως του λόγου σου ωσάν φρόνιμος που είσαι, κάμε μου ένα δώρον, που να είναι άξιον διά εμένα, και θέλω σε απαραιτήσει. Εγώ βλέποντάς την καλήν του διάθεσιν του έταξα να του δίδω την κάθε ημέραν από εκατόν φλωριά, και κάθε μήνα να του τα μετρώ. Έμεινε πολλά ευχαριστημένος ο παταλμαντζής με την γενναιότητά μου και ανεχώρησεν. Ολίγον καιρόν υστερότερα το έμαθε και ο Βεζύρης Αμπουλφάτ, και έστειλε και με έκραξεν εις τον οντά του, ο οποίος μου είπε. Καλέ άνθρωπε, έμαθα πώς ηύρες ένα θησαυρόν, διά τον οποίον καλά ηξεύρομεν πώς ο μισός απαρθενεύει του βασιλέως, το λοιπόν πρέπει να τον δώσης, ειδέ μη θέλεις παιδευθή. Εγώ του απεκρίθηκα. Αφέντη, εγώ σου ομολογώ την αλήθειαν πώς τον ηύρα· μα ήξευρε πως να με κάμουν χίλια κομμάτια δεν θέλω τον φανερώσει· μα σου τάσσω πως να σου δίνω κάθε ημέραν από χίλια φλωριά και να με αφήσης ήσυχον εις το εξής. Ο Σμπουλφάτ ευχαριστήθη διά το τάξιμόν μου· και έστειλε με εμένα ένα του πιστόν δούλον, και του εμέτρησα τριάκοντα χιλιάδες φλωριά διά τον πρώτον μήνα.
Ετούτος ο βεζύρης φοβούμενος μήπως και ο βασιλεύς της Μπάσρας ήθελε μάθει τα όσα ακολούθησαν, εστοχάσθη να του το ομολογήση. Ο βασιλέας αφού και άκουσε τον βεζύρην με μεγάλην προσοχήν, και θέλοντας να βεβαιωθή καλλίτερον έστειλε και με έκραξε έμπροσθά του· και ωσάν επήγα με εδέχθη με χαροποιόν πρόσωπον και άρχισε να με εξετάζη διά τον θησαυρόν μου, παρακινώντας με διά να του τον φανερώσω. Βασιλέα μου, του απεκρίθηκα, η ζωή μου είνε εις το χέρι σου· μα τον θησαυρόν ποτέ δεν ήθελα σου τον δείξει, με όλον που να ήξευρα, πως θα μου κάμης τα πλέον οδυνηρότερα παιδευτήρια· όμως διά να σε ευχαριστήσω σου τάσσω να σου δίδω την κάθε ημέραν από δύο χιλιάδες φλωριά, και να μη με πειράξης, ειδεμή και δεν ευχαριστηθής εις τούτο το τάξιμον, είσαι νοικοκύρης να κάμης ό,τι ορίσεις εις εμένα.
Ο βασιλεύς εις τούτα τα λόγια εγύρισε προς τον βεζύρην του, και του εζήτησε συμβουλήν. Βασιλέα μου, του είπεν ο βεζύρης, η ποσότης που σου τάσσει να σου δώση καθημερινώς είνε περισσότερη από ό,τι ήθελες εύρει ένα πλουσιώτατον θησαυρόν· άφησέ τον λοιπόν διά να ζη καθώς θέλει, και ευχαριστήσου εις τα όσα σου έταξεν. Ο βασιλέας έμεινε πληροφορημένος από την συμβουλήν του βεζύρη, και αφού μου έδειξε πολλές δεξίωσες, με απόλυσε. Και από εκείνον τον καιρόν πάντα του επλήρωνα τα διά του έταξα ομοίως και του βεζύρη και του παταλμαντζή, και κάθε χρόνον η ποσότης που δίνω αυτωνών είνε περισσότερη από ένα μιλλιούνι και εκατόν χιλιάδες φλωριά. Ετούτο είνε, αφέντη μου, εκείνο που επιθυμάτε να ηξεύρετε διά ιστορίαν και εις το εξής μη θαυμάσης τόσον διά τα δώρα που σου έκαμα, ούτε διά εκείνα όλα που είδες εις το σπήτι μου.
Τελειώνοντας δε ο Αμπτούλ την διήγησιν των συμβεβηκότων του, ο Καλίφης, γεμάτος από μίαν μεγάλην επιθυμίαν διά να ιδή τον θησαυρόν, του είπεν· είνε δυνατόν να είνε ποτέ εις τον κόσμον ένας θησαυρός, που η μεγάλη σου γενναιότης να μην ήθελε τον φθείρει; όχι, όχι δεν ημπορώ να το πιστεύσω και αν δεν ήθελε σου κακοφανή, ήθελα να σε παρακαλέσω διά να με εβγάλης τελείως από την περιέργειαν να μου τον δείξης, και σου κάνω όρκον φοβερόν ότι να μην ειπώ κανενός το μυστήριον. Ο Αμπτούλ εφάνη περίλυπος διά την ζήτησιν του Καλίφη. Μου κακοφαίνεται, Αφέντη μου, του είπεν, που έχεις τέτοιαν περιέργειαν, την οποίαν δεν ημπορώ να σου την πληρώσω χωρίς να μη σου ήθελε κακοφανή. Δεν βλάπτει, έκραξεν ο Καλίφης, είμαι ευχαριστημένος διά να υποφέρω ότι με ήθελες προστάξει χωρίς εναντίωσιν, και σου τάσσω πως δεν θέλεις το μετανοήσει, που μου τον έδειξες. Κάνει χρεία εξαναείπεν ο Αμπτούλ να σου δέσω τα μάτια, και να σε φέρω εκεί που είνε ο θησαυρός με το κεφάλι ξέσκεπον, και εγώ με ένα σπαθί εις το χέρι έτοιμος διά να σου κόψω το κεφάλι, ανίσως και ήθελες βιάσει τους νόμους της φιλοξενίας, και ξεσκεπάσης τους οφθαλμούς σου· και τούτο όλον το κάνω, επειδή και δεν ημπορώ να αποφασίσω να αποστείλω ένα μου ξένον συγχισμένον πως δεν τον υπήκουσα.
Ο Καλίφης τότε του είπε, πως ας μην έχη κανένα φόβον εις το να παρέβη τα όσα του παρήγγειλε. Και έτσι ο Αμπτούλ εκαρτέρεσε μαζί με τον Καλίφην εκείνην την νύκτα, έως που επήγαν όλοι οι δούλοι του να κοιμηθούν, και ύστερα παίρνει τον Καλίφην και του δένει τα μάτια, και τον κάνει να καταβή από μίαν σκάλαν κρυπτήν εις ένα περιβόλι πολλά μεγάλον και ύστερα αφού και απέρασαν από διάφορες στράτες στενές ήλθαν εις τον τόπον όπου ήτον ο θησαυρός. Ετούτος ο τόπος ήτον ένα βαθύτατον και πλατύ υπόγειον, η πόρτα του οποίου ήτον από τζελίκι μίαν πήχυν χοντρή· την οποίαν ανοίγοντας ήλθον ευθύς εις ένα χοντζερέ πολλά σκοτεινόν και απερνώντάς τον, ήλθον εις μίαν σάλαν μεγάλην, την οποίαν τα πολλά καρβούνια την έκαναν πολλά φωτεινήν, τότε ο Αμπτούλ έλυσε τα μάτια του βασιλέως, ο οποίος με μεγάλην έκπληξιν εκύτταξεν εκείνα που επροσφέροντο εις τους οφθαλμούς του, μία λεκάνη από μάρμαρον άσπρον, που είχε τον γύρον της σαράντα πήχες και το βάθος εικοσιπέντε, εφαίνονταν εις την μέσην της σάλας, η οποία ήτον γεμάτη από μεγάλα κομμάτια χρυσάφι, αυτή η λεκάνη ήτον επάνω δώδεκα στύλων από το ίδιον χρυσάφι, και αναμεταξύ των στύλων ήσαν άλλα τόσα αγάλματα από πέτρες πολύτιμες.
Ο Αμπτούλ ανέβασε τον Καλίφη από μίαν σκάλαν εις το χείλος της λεκάνης και είπε του Καλίφη· βλέπεις ετούτην την λεκάνην, που είναι γεμάτη από χρυσάφι; δύο δάκτυλα ακόμη δεν είνε φυραμένη έως τώρα αφού την εξουσιάζω· πιστεύεις το λοιπόν, ότι εγώ ημπορώ να την σώσω έτσι εύκολα; Ο Καλίφης αφού και εστοχάσθηκε καλώς την λεκάνην, είπεν· ετούτο το ομολογώ πως είνε ένας πλούτος υπέρμετρος· μα καθώς τον μεταχειρίζεσαι ημπορεί να σωθή. Ας είναι, απεκρίθη ο Αμπτούλ, οπόταν σωθή αυτός, θέλω προστρέξει εις εκείνον που τώρα θέλω σου δείξει· και έτσι τον έκαμε να περάση εις μίαν άλλην σάλαν πλέον φωτεινωτέραν, εις την οποίαν ήτον πολλότατες μαξιλάρες από χρυσά μεταξωτά, κεντημένες με πλήθος μαργαριτάρια, και διαμάντια· εφαίνονταν ομοίως εις την μέσην άλλη μία λεκάνη, όχι τόσον μεγάλη ωσάν την άλλην, μα μικρότερη, αλλά εις την τιμήν πολλά πλουσιώτερη, η οποία ήτον γεμάτη από ρουμπίνια, διαμάντια, σμαράγδια, και κάθε λογής πέτρες πολύτιμες.
Θαυμασμός μεγαλύτερος ποτέ δεν εστάθη παρόμοιος ωσάν εκείνον, που ο Καλίφης έδειξε τότε· μετά βίας ημπορούσε να πιστεύση αυτός ότι ήτον έξυπνος· εκείνη η νέα λεκάνη εφαίνονταν ένα τέρας και δεν ημπορούσεν από αυτήν να σηκώση τους οφθαλμούς του. Τότε ο Αμπτούλ τον έκαμε να ιδή επάνω εις δύο θρόνους αργυρούς δύο σώματα νεκρά, και του είπε, πως αυτοί είναι οι πρώτοι εξουσιασταί του θησαυρού. Ήταν αυτά ένας βασιλέας και μία βασίλισσα, οποίοι εφορούσαν εις τας κεφάλας κορώνες από διαμάντια· και εφαίνονταν πως ήτον ωσάν αποκοιμισμένοι, εις των οποίων τους πόδας εκρέμονταν μια ταύλα από έβενον με γράμματα χρυσά, που έλεγαν ούτως·
«Εσυνάθροισα εις όλην μου την ζωήν ετούτα όλα τα πλούτη, που είνε εδώ· επήρα χώρες και κάστρα τα οποία τα ελιμούργιαξα απέκτησα βασίλεια, και εκατατρόπωσα όλους τους εχθρούς μου· μα όλες μου αι δυνάμεις έδωσαν τόπον εις εκείνες του θανάτου. Όποιος το λοιπόν με ήθελεν ιδεί εις την στάσιν που είμαι ας ανοίξη τα μάτια του και ας στοχασθή, ότι και εγώ εζούσα ωσάν και αυτόν, και πως θέλει αποθάνει και αυτός ωσάν και εμένα· και διά τούτο ας μη φοβηθή να φθείρη ετούτον τον θησαυρόν· επειδή και δεν θέλει ποτέ ολιγοστέψει, και ας τον μεταχειρισθή διά να αποκτήση φίλους, και να απεράση μίαν ζωήν ευφρόσυνον· επειδή οπόταν θέλει αποθάνει όλα τούτα τα πλούτη δεν θέλουν τον έβγαλει από το μέλλον όλων των κοινών ανθρώπων». Και αποδιαβάζοντας ο Καλίφης εκείνα τα γράμματα, είπεν·
Εγώ δεν σου εναντιώνομαι πλέον διά την μεταχείρισιν που κάνεις του πλούτου σου· εσύ έχεις δίκαιον να ζης καθώς φέρεσαι και μέμφομαι την συμβουλήν που σου έδωσεν ο πραγματευτής ο γέρων. Έξω από αυτά ο Αμπτούλ του έδειξε και άλλα πολύτιμα πράγματα ανάμεσα εις τα άλλα και από τα δένδρα παρόμοια ωσάν εκείνο που του εχάρισεν.
Ο Καλίφης επιθυμούσε μετά χαράς να σταθή και το υπόλοιπον της νυκτός εις το να στοχάζεται εκείνα τα πλούτη· μα ο Αμπτούλ έλαβε βίαν διά να έβγη πριν εξυπνήσουν οι δούλοι του και τον καταλάβουν, και ούτως επήρε τον βασιλέα και του ξανάδεσε τα μάτια και εβγήκε με τον ίδιον τρόπον που εμπήκαν, και ήλθαν εις τους οντάδες που ήταν πρώτον.
Από όλα τούτα που με έκαμες και είδα, είπεν ο Καλίφης προς τον Αμπτούλ, και από την σκλάβαν που μου εχάρισες, δεν έχω καμμίαν αμφιβολίαν ότι εσύ έχεις τες πλέον εύμορφες γυναίκες που είνε εις την εξουσίαν σου. Αλήθεια, απεκρίθη ο Αμπτούλ, εγώ έχω σκλάβες μιας υπερβολικής ωραιότητος, μα δεν ημπορώ να αγαπήσω καμμίαν. Η Δαρδανέ, η ωραία Δαρδανέ έχει πλανωμένους πάντοτε τους στοχασμούς μου· και με όλον που κάθε στιγμήν στοχάζομαι πώς αυτή είνε αποθαμμένη και πώς δεν πρέπει πλέον να την στοχασθώ, έχω την δυστυχίαν να μην ημπορώ να εβγάλω από την φαντασίαν μου την μορφήν της· και είμαι τόσον σκοτισμένος, που αντίς να χαίρωμαι τόσα πλούτη και τόσα καλά, μου φαίνεται πως να μην είμαι ευχαριστημένος· καλύτερον αγαπούσα χίλιες φορές να εχαίρομουν μίαν ευτυχίαν μεσαίαν και να είχα την Δαρδανέ, παρά που να ζω χωρίς αυτήν με όλα ταύτα τα πλούτη.
Ο Καλίφης έμεινε θαυμασμένος διά την σταθερότητα του Αμπτούλ, και δεν έλειψε να τον παρακινήση να βγάλη από την φαντασίαν του αυτόν τον στοχασμόν τον ανωφελή και άλλα παρόμοια. Ύστερον ευχαριστώντας τον διά την μεγάλην δεξίωσιν που του έδειξε, και διά τες πολλές χάρες που του έκαμε, εγύρισε και ήλθεν εις το κονάκι του· και ευθύς ετοιμάσθη και εμίσευσε διά το Μπαγδάτι με όλους τους δούλους, σκλάβας, σκλαβόπουλο και άλλα δώρα που από τον Αμπτούλ έλαβεν.
Ολίγες ημέρες ύστερον από τον μισευμόν ετούτου του βασιλέως, ο βεζύρης Αμπτολφατάς ακούοντας να ομιλούν διά τα μεγάλα δώρα που ο Αμπτούλ έκανε καθημερινώς εις τους ξένους που επήγαιναν να τον βλέπουν, και εκστατικός διά το μέγα πλήρωμα που έκανε τόσον αυτουνού, όσον και του βασιλέως και παταλματζή κατά την συμφωνίαν τους, αποφάσισεν με κάθε τρόπον να ξεσκεπάση πού έχει κρυμμένον τον θησαυρόν, που έβγαζε τόσα πλούτη χωρίς να σωθή. Ετούτος ο βεζύρης ήτον ένας από τους πλέον κακοτρόπους του κόσμου, οι οποίοι δεν έχουν αντίρρησιν να κάμουν τες μεγαλύτερες ανομίες διά να πληρώσουν την επιθυμίαν τους. Είχεν αυτός μίαν θυγατέρα δέκα οκτώ χρονών και την ωνόμαζε Μπάλκω, η οποία ήτο στολισμένη με όλα τα καλά ήθη. Ο ανιψιός του βασιλέως της Μπάσρας Αλής ονόματι, την αγαπούσε κατά πολλά· ο οποίος έμελλεν εις ολίγον καιρόν να την στεφανωθή, επειδή της είχε δώσει τον λόγον. Ο βεζύρης πατέρας της την κράζει μίαν ημέραν εις τον οντάν του και της λέγει· Θυγατέρα μου, έχω χρείαν μεγάλην από λόγου σου, διά την οποίαν θέλω να στολισθής και να καλλωπισθής καλύτερα, όσον ημπορέσης· και ύστερον να πας εις το σπήτι του Αμπτούλ, διά να τον κάμης με κάθε τρόπον να σου δείξη τον θησαυρόν του, πού τον έχει κρυμμένον· Η Μπάλχω ωσάν φρόνιμη, που ήτον, εναντιώθη πολλά εις την βδελυράν απόφασιν του πατρός της· μα αυτός ο βάρβαρος την εβίασε τόσον, που δεν ημπόρεσε να κάμη αλλέως παρά να του υπακούση εις την άνομόν του βουλήν και με δάκρυα εις τα μάτια επήγε και εστολίσθη, καλύτερον όσον ημπορούσε, εκεί που δεν είχε τόσην χρείαν από καλλωπισμόν, με το να ήταν πολλά ωραία.
Φθάνοντας τέλος πάντων η νύκτα, ο πατέρα της την έβγαλεν από ένα κρυφόν τόπον του σεραγιού του, και την έφερεν ο ίδιος εις την πόρταν του Αμπτούλ, και εκεί την άφησε· και πριν την αφήση της είπε· πως αν δεν κάμης καθώς σε εδιάταξα διά να μάθης που έχει τον θησαυρόν, ήξερε πως από το σπαθί μου δεν θέλεις γλυτώσει. Τότες αυτή εκτύπησε την πόρταν, και εγύρεψε διά να ομιλήση με τον Αμπτούλ. Ευθύς ένας σκλάβος την ανέβασεν εις μίαν σάλαν, που ο αυθέντης του ήτον εξαπλωμένος επάνω εις μίαν μαξιλάραν χρυσοΰφαντον και ευθύς που είδε την Μπάλκω έμεινε τρωμένος από την ευμορφιά της· και εν τω άμα εσηκώθη ορθός και έτρεξε διά να την συναπαντήση. Αφού και της έδειξε μεγάλες δεξίωσες, την επήρεν από το χέρι με πολλήν ευγένειαν, και βάνοντάς την να καθήση μαζί του, την ηρώτησε από τι προέρχεται αυτή η τιμή, που του κάνει να πηγαίνη να τον εύρη. Η Μπάλκω τότε εξεσκέπασε το πρόσωπόν της και είπεν· εγώ ακούοντάς από πολλούς την φήμην του ονόματός σου, και πως είσαι ένας ευγενικός άνθρωπος και ένδοξος, επεθύμησα να έλθω να δειπνήσω με του λόγου σου. Ο Αμπτούλ με όλον που ήτον διαφορετικός με τες γυναίκες, αυτή όμως του άναψε πολλά την φλόγα του έρωτος, και άρχισε να δείχνη πολλήν κλίσιν προς αυτήν.
Η βεζυροπούλα βλέποντάς τον ηθικόν κίνδυνον που ευρίσκονταν, και φοβουμένη διά να μη χάση την τιμήν της, άρχισε να χάνη την όψιν της και να κλαίη. Ο Αμπτούλ ευθύς έμεινεν εκστατικός εις την μεταβολήν της, και άρχισε να την ερωτά με γλυκά λόγια τι της συνέβη έτσι έξαφνα, και τι είνε η αιτία αυτής της μεταβολής; Κύριε, απεκρίθη η βεζυροπούλα, η αιτία της μεταβολής μου είνε πολλά μεγάλη· και άκουσον να σου την διηγηθώ· επειδή και αποφάσισα να λύσω την σιωπήν, και να σου φανερώσω τον δόλον. Ο πατήρ μου που ηξεύρει πως έχεις ένα θησαυρόν κρυμμένον, ηθέλησε να μεταχειρισθη εμένα διά να ξανοίξω τον τόπον που είνε· με επρόσταξε στανικώς διά να πασχίσω με κάθε λογής τρόπον, θυσιάζοντάς την τιμήν μου, αν κάμη χρεία, να σε κάμω να μου τον φανερώσης· εγώ του εναντιώθηκα εις τούτην την άνομον προσταγήν, μα χωρίς να κατορθώσω τίποτε, επειδή και αυτός μου είπεν αποφασιστικώς πως θέλει με φονεύσει με τας χείρας του, αν δεν ήθελα τον υπακούσει· και ούτω βιαζομένη ήλθα εις τούτον τον τόπον εις εσένα, να σου ομολογήσω πως το κάνω με μεγάλον πόνον.
Αφού η βεζυροπούλα ωμίλησε με τέτοιον τρόπον του Αμπτούλ, της απεκρίθη αυτός. Κυρά μου, είμαι πολλά υπόχρεως εις τα όσα μου εξεμυστηρεύθης, και δεν θέλεις το μετανοήσει διά την ευγενικήν σου γενναιότητα· εσύ δεν αποθαίνεις, μη φοβάσαι· επειδή και θέλεις ιδεί τον θησαυρόν μου και θέλεις μείνει ευχαριστημένη καθώς το επιθυμείς· παύσε το λοιπόν να κλαίης, και έλα με εμένα διά να ιδής το ποθούμενον. Παίρνοντας αυτήν από το χέρι, την έφερεν εις την σάλαν, και εκεί της έδεσε τα μάτια, καθώς έκαμε και του Καλίφη, και την έφερεν εις το μέγα περιβόλι, και από εκεί την έμπασεν εις το υπόγειον, όπου ήτον ο θησαυρός, και εκεί λύοντάς της τα μάτια της έδειξεν όλα εκείνα που είχε δείξει και του Καλίφη. Αν ο Καλίφης έμεινεν εκστατικός εις τα όσα είδεν, αυτή έμεινε πολύ περισσότερον, και ο μεγαλύτερος της θαυμασμός εστάθη εις το να ιδή τους δύο νεκρούς βασιλείς με την πλάκα γραμμένην εις τους πόδας· και, αφού την ανέγνωσεν, είδε την βασίλισσαν, που είχεν εις τον λαιμόν μια αρμαθιά από μαργαριτάρια, χονδρά ωσάν αυγά περιστεράς· τα οποία κυττάζοντάς τα με επιθυμίαν την απείκασεν ο Αμπτούλ, και ευθύς τα έβγαλεν από τον λαιμόν της βασίλισσας, και τα έβαλε της βεζυροπούλας, λέγοντάς της ότι από ετούτα θέλει πιστωθή ο πατέρας σου, πως είδες τον θησαυρόν μου· και ύστερον την επαρακάλεσε, διά να πάρη ότι άλλο αγαπά από εκείνα που βλέπει. Αυτή δε επήρε πολύν αριθμόν από διαμαντικά πολύτιμα, τα οποία της τα εδιάλεξεν ο Αμπτούλ με το χέρι του.
Τελειώνοντας να της δείξη τον θησαυρόν του, της εξανάδεσε τα μάτια, και την έβγαλεν από το υπόγειον και την έφερεν εις την ιδίαν σάλαν όπου ήτον. Τότε η νέα αφού τον εβεβαίωσεν ότι αυτή δεν ήθελεν αλησμονήσει την δεξίωσιν, και τες χάρες που της έκαμεν, εμίσευσε και επήγεν εις τον πατέρα της, και εδιηγήθη τα όσα απέρασε, και τα όσα είδεν.
Ο Βεζύρης επικράνθη πολλά διά την τιμημένην ευγένειαν, και τις χάρες που έδειξε της θυγατρός του· και αγαπούσε καλύτερα να είχε χάση η θυγατέρα του την τιμήν της, παρά να μείνη εις το σκότος της αμαθείας, να μην ηξεύρη εις τι μέρος ήτον ο θησαυρός, που επιθυμούσε να ξεσκεπάση.
Εις τούτο το αναμεταξύ ο Καλίφης Αρούν έφθασεν εις το Μπαγδάτι και ευθύς που υπήγεν ελευθέρωσε τον βεζύρην του που τον είχε φυλακωμένον, και του έδωκε την πρώτην του αξίαν. Και αφού του ωμολόγησε τα όσα επέρασεν εις το ταξείδι του, και διά την γενναιότητα του Αμπτούλ, του είπε· Γιαφάρ, τι πρέπει να κάμω εγώ; εσύ ηξεύρεις ότι οι ανταμοιβές των βασιλέων πρέπει να υπερβαίνουν τις χάρες που τους γίνονται· αν αποφασίσω δια να στείλω εις ανταμοιβήν του γενναίου Αμπτούλ από τα πλέον πολύτιμα είδη που έχω εις τον θησαυρό μου, θέλουν είναι το ουδέν εμπρός εις εκείνα, που μου εδώρησεν αυτός· πώς ημπορώ το λοιπόν εγώ να τον υπερβώ; Αυθέντη, του απεκρίθη ο βεζύρης, αν θέλης να τον υπερβής εις την γενναιότητα, πρέπει να σηκώσης την αξίαν του βασιλέως της Μπάσρας, που σου είναι υποκείμενος, και να την δώσης του Αμπτούλ διά να γένη αυτός βασιλέας, και αυτή είναι η μεγαλύτερη ανταμοιβή, που ημπορεί να του κάμης· και διά τώρα θέλεις στείλει μεντζίλι με τις είδησες, και υστερότερα θέλω υπάγει εγώ με τα κυρωτικά γράμματα, ήγουν με το μουκαρέρι.
Άρεσε κατά πολλά του Καλίφη η γνώμη του βεζύρη του, και ευθύς επρόσταξε να σταλθή το μεντζίλι με τες είδησες, το οποίον εις ολίγας ημέρας έφθασε, και έφερε το πρόσταγμα εις τον βασιλέα της Μπάρσας. Ο βασιλέας έμεινε νεκρός εις αυτήν την είδησιν, και ευθύς κράζει τον βεζύρην του και του είπε την φθοροποιάν του είδησιν. Ο βεζύρης που ήτον κακής διαθέσεως του είπε· μην ενοχλείσαι, βασιλέα μου, δι' αυτό, ότι εγώ θέλω κάμει την κάθε προσπάθεια διά να μείνης εις τον θρόνον σου, διά την οποίαν κάνει χρεία ευθύς να θυσιάσω τον Αμπτούλ, και ύστερον θέλω κάμει να πιστεύση όλος ο λαός, ότι απέθανε, χωρίς όμως να του σηκώσω την ζωήν. Αυτόν θέλω τον κρύψει εις ένα τόπον που να μην φανερωθή ποτέ, και με τούτο το μέσον θέλεις μένει εις τον θρόνον σου, και θέλεις κυριεύσει και όλα τα πλούτη αυτουνού· επειδή και ωσάν τον βάλω εις τας χείρας μου θέλω του κάμει τόσες τυραννίες, που να τον υποχρεώσω να μου φανερώση τον θησαυρόν του. Κάμε εκείνο που σου φαίνεται του απεκρίθη ο βασιλεύς· μα τι έχομεν να αποκριθούμεν του αυτοκράτορος Καλίφη; Άφησε ακόμη και τούτο εις εμένα, απεκρίθη ο βεζύρης, και μη σε μέλει τίποτε.
Τότες ο βεζύρης παίρνωντας μερικούς φίλους του, χωρίς να ηξεύρουν την βουλήν του, επήγον εις τον Αμπτούλ. Ό δε Αμπτούλ τους εδέχθη με μεγάλην τιμήν, και τους εφιλοδώρησε με μεγάλην γενναιότητα, και τους εκράτησε διά να γευματίσουν· και εις το αναμεταξύ, που εγευμάτιζαν, ο βεζύρης με εύμορφον τρόπον έβαλεν εις το ποτήρι που έπινε μίαν σκόνιν, ο οποίος πίνοντάς την έπεσεν ευθύς ωσάν αποθαμμένος. Οι περιεστώτες έμειναν εκστατικοί εις τούτο το θέαμα και όλοι έντρομοι ελόγιασαν πώς να του έπεσεν αποπληξία. Εδόθησαν όλοι οι άνθρωποί του εις τα κλάμματα και εις τες φωνές διά τον θάνατον του αυθέντου των· όλη η χώρα εγέμισεν ευθύς από βρυγμόν και κλάμματα διά τον εξαφνικόν θάνατον του ευεργέτου τους, και εφώναζαν ωσάν να είχαν χάση τον ίδιόν τους πατέρα. Ως τόσον ο βεζύρης διά να μη φανερώση εκαμώνονταν πως του εκακοφαίνετο μεγάλως, και άρχισε και έσχιζε τα φορέματά του, και εθρηνούσεν απαρηγόρητα· επρόσταξεν υστερώτερα διά να τον θάψουν μετά μεγάλης τιμής, κάνοντας να τον βάλουν εις ένα κοιμητήριον ιδικόν του, εκεί που είχε τους γονείς του βαλμένους· και αφού έστειλε διά να τον θάψουν, έβαλε βούλαν εις το σπήτι του, διά να γένη βασιλικόν το έχειν του, με το να μην είχε κληρονόμους.

Αφού έβαλαν τον δυστυχή Αμπτούλ εις το κοιμητήριον, το έκλεισαν, και έφεραν το κλειδιά του βεζύρη. Την ερχομένην νύκτα ο κακότροπος βεζύρης πέρνει δύο πιστούς σκλάβους, και πηγαίνει εις το κοιμητήριον και ανοίγοντάς το εμπήκε μέσα· και έβγαλε τον Αμπτούλ από το κιβούρι και του έδωσαν ένα πιοτόν, και ευθύς που το έβαλεν εις το στόμα εσυνήλθεν εις τον εαυτόν του ο Αμπτούλ, και ανοίγοντάς τα μάτια του είδε τον βεζύρην και τον εγνώρισεν. Α αφέντη, του είπεν πού είμασθε, και εις τι κατάστασιν βλέπω τον εαυτόν μου; Τρισάθλιε, του απεκρίθη ο βεζύρης, ήξευρε ότι εγώ είμαι εκείνος, που σου επροξένησα τούτην την συμφοράν, και σε έφερα εδώ διά να σε έχω εις την εξουσίαν μου, και να σε κάμω να υποφέρης χίλια μαρτύρια, αν δεν μου φανερώσης τον θησαυρόν σου, και καθημερινώς θέλω εύρει νέες τυραννίες διά να σε κάμω να βαρεθής την ζωήν σου, αν δεν μου τον φανερώσης. Εσύ ημπορείς να μου κάμης ότι σου αρέσει του απεκρίθη ο Αμπτούλ, μα τον θησαυρόν μου δεν θέλεις δυνηθή να τον ιδής ποτέ.
Εν τω άμα που ετελείωσεν αυτά τα λόγια ο άνομος και κακότροπος βεζύρης, επρόσταξε τους σκλάβους του και τον έδειραν με βούνευρα τόσον, που τον έκαμαν τον δυστυχή και έπεσε λιπόθυμημένος. Οπόταν δε ο βεζύρης τον είδεν εις αυτήν την κατάστασιν, έκαμε και τον εμετάβαλαν εις το κιβούρι, και κλείοντάς τον καλά, εγύρισεν εις το σαράγι του, και το ταχύ επήγεν εις τον βασιλέα του διά να του διηγηθή τα όσα έκαμεν. Ο βασιλεύς που δεν ήτο ολιγώτερον σκληροκάρδιος από τον βεζύρην του, επήνεσε τα όσα έκαμε και ύστερον του λέγει. Βεζύρη, αυτά που έκαμες πηγαίνουν όλα καλά· μα τι απόκρισιν έχομεν να δώσωμεν του Καλίφη; Ο βεζύρης του είπεν· ας γράψωμεν πως ο Αμπτούλ, αφού και έλαβε την είδησιν πως θέλει γένει βασιλέας, από την χαράν του απέθανεν αιφνιδίως τον καιρόν που εγευμάτιζε. Του βασιλέως άρεσεν αυτός ο στοχασμός του βεζύρη του και ευθύς έστειλε μεντζίλι διά να δώσουν την είδησιν του Καλίφη διά τον θάνατον του Αμπτούλ·
Ο βεζύρης, που εφαντάζετο πώς με τες τυραννίες που έκαμε του Αμπτούλ, ήθελε του φανερώσει τον θησαυρόν του, επήγε πάλιν το βράδυ διά να τον κάμη να υποφέρη νέας τυραννίας έως που να του φανερώση το ποθούμενον· μα ωσάν έφθασεν εις το κοιμητήριον έμεινε εκστατικός με το να ιδή το κοιμητήριον ανοικτόν. Και εμπαίνοντας μέσα, και μην ευρίσκοντάς τον Αμπτούλ εις το κιβούρι, ολίγον έλειψε που να τρελλαθή από την θλίψιν του· και ευθύς εγύρισεν εις το παλάτι, και ανήγγειλε του βασιλέως εκείνο που συνέβη· ο οποίος εν τω άμα έπεσε λιπόθυμημένος από τον πόνον του· και αφού εσυνήλθεν εις τον εαυτόν του, λέγει του βεζύρη τι θέλει γίνει εις ημάς τώρα, που τούτος μας έφυγεν; εμείς είμασθε χαμένοι από τον Καλίφη· εξέταξε λοιπόν μήπως και τον εύρης, επειδή και μακράν από εδώ δεν επήγε. Τότε ο βεζύρης εσύναξε πολλούς στρατιώτας, με τους οποίους επερικύκλωσαν όλην την χώραν, και τες στράτες έξω από την χώραν, χαλεύοντας διά να τον εύρουν.
Εις τούτο το αναμεταξύ, που ο βεζύρης εχάλευε με μεγάλην επιμέλειαν διά να εύρη τον Αμπτούλ, έφθασε το μεντζίλι εις τον Καλίφην, και του έδωσε την είδησιν διά τον θάνατον του Αμπτούλ, πώς από την χαράν του απέθανεν. Ο Καλίφης, ομού με τον βεζύρην του Γιαφάρ το επικράθηκαν τόσον, που καμμιά παρηγοριά δεν ήτο δι' αυτούς· έπειτα επρόσταξεν ο Καλίφης και έφεραν τα γράμματα του βασιλέως της Μπάσρας· και αφού τα ανέγνωσε με στοχασμόν και τα εξανανέγνωσεν, είπε του Βεζύρη του· εμένα μου φαίνεται πώς ο θάνατος του Αμπτούλ να μην εστάθη φυσικός, αλλά φοβούμαι ότι, βασιλέας της Μπάρσας με τον βεζύρην του τον επιβουλεύθησαν και τον εφόνευσαν διά να μη χάσουν τες αξίες τους.
Ο Γιαφάρ απεκρίθη. Πολυχρονημένε μου βασιλέα, ήξευρε πως και εγώ το όμοιον υποπτεύω· διατί ηξεύρω πως αυτοί είνε κακής διαθέσεως άνθρωποι, και το έκαμαν χωρίς αμφιβολίαν, και κρίνω εύλογον ότι τόσον τον ένα, όσον και τον άλλον να προστάξης να τους φυλακώσουν, έως που να εξετάσωμεν να εύρωμεν την αλήθειαν. Τότε ο Καλίφης είπε του Βεζύρη του· έπαρε ευθύς δέκα χιλιάδες καβάλλαν, και σύρε να τους πιάσης και να τους φυλακώσης. Ο βεζύρης υπήκουσε, και εν τω άμα επήρε τους στρατιώτας και εμίσευσεν.
Ας ξαναγυρίσωμεν τώρα εις τον Αμπτούλ διά να ιδούμεν την αιτίαν, που δεν τον ηύρεν ο βεζύρης εις το κοιμητήριον, εις το οποίον τον είχον αφήσει. Ετούτος ο άνθρωπος όντας μέσα εις το κιβούρι ακούει την ιδίαν νύκτα να ανοίξουν πάλιν την πόρταν, έπειτα να τον βγάλουν από το κιβούρι· αυτός λογιάζοντας πώς ξαναήλθεν ο βεζύρης διά να τον ξανατυραννίση, Α, βάρβαρε και σκληροκάρδιε, άρχισε να λέγη, θανάτωσόν με ανίσως και έχεις επάνω σου ευσπλαγχνίαν, και μη με τυραννής, ότι τα μαρτύρια, που θέλεις μου κάμει, δεν θέλουν δυνηθή να με κάμουν να σου φανερώσω εκείνο που επιθυμείς. Μη φοβάσαι τίποτε, απεκρίθη ένας από εκείνους, που του άνοιξαν το κιβούρι, ότι αντίς να σε τυραννήσωμεν ήλθαμεν μάλιστα να σε συντρέξωμεν. Εις τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ άνοιξε τα μάτια, και κυττάζει διά να ιδή ποίοι ήσαν οι ελευθερωταί του, και ανάμεσόν τους εγνώρισε την θυγατέρα του βεζύρη, που της είχε δείξει τον θησαυρόν του· Κυρά μου, εσύ είσαι το λοιπόν, που μου ελευθερώνεις την ζωήν; Ναι, φίλε μου, απεκρίθη η βεζυροπούλα, εγώ είμαι και ο Αλής ο αγαπητικός μου, που εδώ τον βλέπεις, ο οποίος παρακινημένος από ευσπλαγχνίαν, ήλθε μετ' εμένα διά να με βοηθήση να σε βγάλω από τον κίνδυνον του θανάτου.
Ο Αμπτούλ, αφού και εσυνήλθε καλά εις τον εαυτόν του, δυναμούμενος από κάποια ιατρικά, που αυτοί του έδωσαν, τους ευχαρίστησε μεγάλως διά την ευεργεσίαν, που του έκαμαν, ύστερα τους ερώτησε, πώς αυτοί ήξευραν ότι ακόμη δεν είχεν αποθάνει; Η βεζυροπούλα του είπεν· ότι εγώ σαν ήκουσα την ψεύτικη φωνή του θανάτου σου δεν την επίστευσα, και υπώπτευσα πως ο πατέρας μου εστάθη η αιτία διά τα όσα ακολούθησαν· υποχρέωσα με δώρα έναν από τους δύο σκλάβους, που ήταν οι πιστοί του βεζύρη, ο οποίος μου έδωσε τα κλειδιά τούτου του κοιμητηρίου που αυτός τα εφύλαγε, και έτσι εμήνυσα του Αλή και επήρε δύο πιστούς του σκλάβους. και ευθύς ήλθαμεν διά να σε ελευθερώσωμεν, και ευχαριστούμεν τον ουρανόν, που σε εφθάσαμεν ζωντανόν. Ω Θεέ μου, είπε τότε ο Αμπτούλ, ημπορεί ένας πατέρας τόσον σκληρός να έχη μίαν θυγατέρα τόσον γενναίαν; Ταύτα λέγοντας ο Αλής με την Βεζυροπούλαν τον ένδυσαν με ένα φόρεμα σκλάβου, και τον επήραν και τον έκρυψαν εις το σπήτι του Αλή, έως που ο βεζήρης έπαυσε να τον ζητά.
Τότε ο Αλής του έδωσεν ένα καλόν άλογον, και πολλά φλωριά και πετράδια, και είπεν· Εσύ διά την ώραν ημπορείς να φυλαχθής· επειδή και οι στράτες είνε ελεύθερες και δεν σε ζητούν πλέον· σύρε το λοιπόν όπου σου αρέση, και ο ουρανός ας είνε με λόγου σου. Ο Αμπτούλ, αφού τους ξαναευχαρίστησε διά τες χάρες που του έκαμαν, εμίσευσε διά νυκτός και έπιασε την στράταν διά να υπάγη εις το Μπαγδάτι. Φθάνοντας λοιπόν εις το Μπαγδάτι επήγεν ευθύς εις τον τόπον, όπου εσυνάζουνταν οι πραγματευτάδες μήπως και ιδή εκείνον που εφιλοδώρησεν εις την Μπάσραν, διά να του διηγηθή τες δυστυχίες του· όμως εθλίβη κατά πολλά, που δεν ημπόρεσε να τον ιδή· εγύρισεν όλην την χώραν μα δεν εστάθη τρόπος, που να ημπορέση να τον συναπαντήση. Και μια ημέρα καθώς επεριπατούσε ζητώντάς τον απόστασε, και εκάθηοεν εις μίαν πέτραν απέναντι του σαραγιού του Καλίφη. Το σκλαβόπουλο, που αυτός είχε χαρίσει του Καλίφη, ευρίσκονταν τότε έξω από την πόρταν του σαραγιού και γνωρίζοντάς τον έτρεξεν εις τον Καλίφη και του το ανήγγειλε· Ο Καλίφης δεν έδωσε πίστιν εις τούτο· εσύ είσαι γελασμένος, του απεκρίθη· ο Αμπτούλ πλέον δεν ζη· και πώς λέγεις πως τον είδες; Βασιλέα μου, του απεκρίθη το σκλαβόπουλον είμαι βέβαιος πώς είναι αυτός, ότι τον εστοχάσθηκα και τον εγνώρισα, και αν δεν εγνώριζα, δεν ελάβαινα την τόλμην να έλθω να σου ειπώ ψεύμα.
Με όλον που ακόμη ο Καλίφης δεν το επίστευε, δεν άφησε να βεβαιωθή· έστειλεν ευθύς το σκλαβόπουλο με ένα δούλον διά να του τον φέρουν έμπροσθέν του, οι οποίοι πηγαινάμενοι τον ηύραν ακόμη, που εκάθονταν εις τον ίδιον τόπον. Το σκλαβόπουλο ωσάν εβεβαιώθη καλά πως ήτον αυτός, έπεσεν εις τα ποδάρια του Αμπτούλ και του τα εφιλούσεν. Αυτός το εσήκωσε και το ερώτησεν αν έλαβε την τιμήν να δουλεύη τον Καλίφην. Ναι, αυθέντη· του απεκρίθη το σκλαβόπουλο· ο ίδιος Αυτοκράτωρ είνε εκείνος, τον οποίον εσύ εδεξιώθης εις το σπήτι σου, και του έκαμες τόσες χάρες, και εχάρισες και εμένα· έλα μαζί μου το λοιπόν, διότι ο Βασιλεύς είναι πολλά ανυπόμονος διά να σε ιδή. Εστάθη μέγας ο θαυμασμός του Αμπτούλ, εις τα όσα το παιδί του εδιηγήθη, και γεμάτος από χαράν ήλθεν εις τον οντάν, όπου εκάθητο ο Καλίφης. Αυτός ο βασιλέας εκάθονταν επάνω εις το θρονί του, και ωσάν είδε τον Αμπτούλ εσηκώθη με βίαν και επήγε και τον εδέχθη· τον οποίον εκράτησε πολλήν ώραν είς τες αγκάλες του χωρίς να ημπορέση να προφέρη λόγον, τόσον μεγάλη εστάθη η χαρά του· και αφού έλαβε την αναπνοήν του, είπε του Αμπτούλ. Ω φίλε, άνοιξε τα μάτια σου και ξαναγνώρισε τον αγαπημένον σου ξένον· εγώ είμαι εκείνος, που εσύ με μεγάλην μεγαλοπρέπειαν και αγάπην με εδέχθης εις το σπήτι σου και με εδώρησες τόσα υπέρπλουτα πράγματα, που υπερβαίνουν τα πλούτη των βασιλέων.
Εις τούτα τα λόγια ο Αμπτούλ, που δεν ήτο ολιγώτερον εκστατικός από τον Καλίφην και γνωρίζοντάς τον, εφώναξεν· Ω μεγαλώτατε Αυθέντη μου, και βασιλέα του κόσμου, εσύ είσαι εκείνος που εκατεδέχθης να έλθης εις το σπήτι του σκλάβου σου, και ούτω λέγοντας έπεσε εις το ποδάρι του βασιλέως, ο οποίος τον εσήκωσε και τον έβαλε να καθήση επάνω εις ένα προσκέφαλον σιμά του. Πώς είνε ποτέ δυνατόν, του είπεν ο βασιλεύς, εσύ να είσαι ζωντανός, τον καιρόν που με μεγάλην μου θλίψιν είχα μάθει πώς είχες αποθάνει; Τότε ο Αμπτούλ εδιηγήθη την ασπλαγχνίαν και την βαρβαρότητα του Βεζύρη Αμπτολφατά, και πώς η θυγατέρα του τον εσύντρεξε και τον εγλύτωσε, και του είπε τα λοιπά, που του ακολούθησαν.
Ο Καλίφης αφού και τον αφηκράσθηκε με επιμέλειαν, του είπε· μου κακοφαίνεται, που εγώ είμαι η αιτία ετούτης της συμφοράς σου, επειδή και γυρίζοντας από την Μπάσρα, εστοχάσθηκα διά να ανταμείψω τες χάρες που μου έκαμες, και έστειλα ευθύς προσταγήν εις τον βασιλέα της Μπάρσας, ότι να αφήση τον θρόνον, και να σου τον δώση εσένα διά να βασιλεύης· και αυτός αντί να ακολουθήση τον ορισμόν μου απεφάσισε να σου σηκώση την ζωήν με τες τυραννίες, που ο Βεζύρης σου έκαμεν, ελπίζοντας να του φανερώσης τον πλούτον σου. Ο βεζύρης μου επήγε προς αυτούς με αρκετόν αριθμόν στρατιωτών διά να πιάση τους εχθρούς σου, και να μου τους φέρη εδώ· ως τόσον του λόγου σου θέλεις σταθή εις το παλάτι μου, και θέλεις μείνει δουλευμένος από τους ανθρώπους μου ωσάν να ήμουν εγώ ο ίδιος.
Τελειώνοντας ετούτους τους λόγους ο Καλίφης τον επήρεν από το χέρι, και τον έφερεν εις ένα του περιβόλι πολλά ωραίον, εις την μέσην του οποίου ήταν δώδεκα στύλοι από μάρμαρον λευκόν, οι οποίοι εβάσταζον εις την κορυφήν ένα λουτρόν πολλά θαυμαστόν, εις το οποίον εμπήκαν και ελούσθηκαν. Και ωσάν εβγήκαν από το λουτρόν, οι σκλάβοι ήλθαν με πανιά λευκά, και τους εσφούγγισαν· έπειτα ένδυσαν τον Αμπτούλ με πλούσια φορέματα, και τον επήρεν από εκεί ο Καλίφης, και τον έφερεν εις το χαρέμι του, εις την βασίλισσα Ζωμπαΐδα.
Ετούτη η βασίλισσα εκάθονταν επάνω εις μίαν μαξιλάραν χρυσήν, περικυκλωμένη από τες σκλάβες της, που εστέκονταν ορθές διηρημένες εις δύο μέρη· άλλες μεν ελαλούσαν διάφορα μουσικά όργανα, και άλλες ετραγωδούσαν και έκαναν μίαν αρμονίαν θαυμασίαν. Ευθύς που η Ζωμπαΐδα είδε τον βασιλέα και τον Αμπτούλ, εσηκώθη εις συναπάντησίν των. Βασίλισσα, της είπεν ο Καλίφης, ιδού που σου προσφέρω τον φίλον μου Αμπτούλ από την Μπάρσα. Η βασίλισσα τον εδεξιώθη με μεγάλην τιμήν, και εις τούτο το αναμεταξύ μια από τες σκλάβες που ετραγουδούσαν, βλέποντας τον Αμπτούλ, έβγαλε μίαν μεγάλην φωνήν, έπειτα έπεσεν εις λιποθυμίαν.
Ο βασιλεύς με την Ζωμπαΐδα, εγύρισαν να ιδούν τι ήτον, ομοίως και ο Αμπτούλ κυττάζοντας δεν εγνώρισεν έτσι ευθύς εκείνην που ελιποθύμησε, μα ωσάν την εκαλοκύτταξε, ευθύς τα μάτια του εσκοτίσθησαν και η όψις του έγινεν ωσάν του αποθαμμένου, και ελόγιασαν ότι ήθελεν αποθάνει. Αλλ' ο βασιλεύς ευθύς τον έπιασεν εις τες αγκάλες του, και τον έκαμεν από ολίγον να συνέλθη εις τον εαυτόν του. Λαμβάνοντας λοιπόν ο Αμπτούλ τας αισθήσεις του, είπε προς τον Καλίφη· Βασιλέα μου, ηξεύρεις καλώτατα τα όσα μου συνέβησαν εις την Αίγυπτον· τούτη η σκλάβα που βλέπετε είνε εκείνη η αγαπημένη μου Δαρδανέ, που μαζί με εμένα μας έρριξαν εις τον Νείλον. Είνε τούτο δυνατόν; εφώναξεν ο βασιλεύς· χαίρομαι λοιπόν διά ένα τέτοιον θαυμάσιον συμβεβηκός. Εις αυτό το διάστημα η Δαρδανέ εσυνήλθε και αυτή εις τον εαυτόν της, την οποίαν ο βασιλεύς πιάνοντάς την από το χέρι, την εξέταξε με τι θαύμα ευρίσκονταν ζωντανή, ύστερον που την έρριξαν εις τον Νείλον.
Βασιλέα μου, είπεν αυτή, καθώς με έρριξαν εις τον Νείλον έπεσα εις τα δίκτυα ενός ψαρά, που εκείνην την ώραν τα ετραβούσεν έξω· αυτός δε έμεινεν εκστατικός με το να κάμη ένα τέτοιο κυνήγι· και οπόταν αυτός εκατάλαβε πως εγώ ανάπνεα ακόμη, με επήρε και με έφερεν εις την βάρκαν του, εις την οποίαν με την σύντρεξίν του με ανάζησεν. Έπειτα του εδιηγήθηκα την τρισαθλίαν ιστορίαν μου· ο οποίος έλαβε μεγάλον πόνον, μα εφοβήθη υστερότερα μήπως και ο Σουλτάνος της Αιγύπτου τον ήθελε ξεσκεπάσει πως αυτός μου εφύλαξε την ζωήν· και έτσι υποπτεύοντας να μη χάση την ζωήν του, και διά να φυλάξη και την εδικήν μου, αποφάσισε και με επούλησε σκλάβαν εις ένα πραγματευτήν από σκλάβες, που τότε εμίσευε διά το Μπαγδάτι, ο οποίος φέρνοντάς με εδώ με επούλησε της βασιλίσσης Ζομπαΐδας. Εις το αναμεταξύ που η Δαρδανέ ωμιλούσεν, ο Καλίφη την εστοχάζουνταν με ακρίβειαν, και ευρίσκοντάς την μιας εξαισίας ωραιότητος, είπε προς τον Αμπτούλ, αφού αυτή ετελείωσε την ιστορίαν της· εγώ πλέον δεν θαυμάζω πώς εσύ εφύλαξες πάντα την ενθύμησιν μιας τέτοιας ωραίας γυναικός· ευχαριστώ το λοιπόν τον ουρανόν, που την εξαπέστειλεν εδώ, και με αξίωσε και εμένα να σε ιδώ εις τέτοιαν μεγάλην ευχαρίστησιν, διά την αντάμωσιν της πολυαγαπημένης σου Δαρδανές· δεν είνε πλέον σκλάβα, αυτή είνε ελεύθερη, και είνε εις την εξουσίαν σου· και έχω όλην την ευχαρίστησιν εις το να σας ιδώ να γευθήτε την γλυκύτητα μιας μακρυνής και τελείας ενώσεως, ύστερον από τες δυστυχίες, που σας είχαν χωρίσει. Ακόμη περιπλέον λέγει ο Καλίφης θέλω να κάμετε τους γάμους σας εις το παλάτι μου, και διά τρεις ημέρες να γίνουν μεγάλες χαρές εις όλον το Μπαγδάτι. Ω αυθέντη, λέγει ο Αμπτούλ πλησιάζοντας εις τα ποδάριά του, αν η βασιλεία σου είσαι υψηλότερος από τους άλλους ανθρώπους διά την αξίαν, και ακόμη περισσότερον διά την γενναιότητά σου, όμως δος μου την άδειαν, να σου φανερώσω τον θησαυρόν μου, τον οποίον σου το δίδω εις την εξουσίαν σου. Τότες απεκρίθη ο Καλίφης· όχι, χαίρε τον με κάθε σου ευχαρίστησιν, διότι είσαι άξιος να τον εξουσιάζης, και σας εύχομαι μακρυνήν ζωήν, διά να ημπορέσετε να τον χαρήτε. Ύστερα από αυτά εδόθησαν προσταγές διά να γένουν οι γάμοι, οι οποίοι έγιναν με μεγάλην παρρησίαν και τιμήν. Και πριν τελειώσουν έφθασεν ο Γιαφάρ ο Βεζύρης με το στράτευμα, και έφερε δεμένον τον Βεζύρην Αμπτολφατά μόνον, επειδή ο βασιλεύς της Μπάσρας είχεν αποθάνει από την θλίψιν του, που δεν ημπόρεσε να εύρη τον Αμπτούλ.
Ευθύς που ο Γιαφάρ έδωσε τον λογαριασμόν του Καλίφη διά τα όσα αυτός είχε πράξει, επρόσταξε να κρεμάσουν τον σκληρόν Βεζύρην, και ύστερον να τον τεταρτιάσουν, και να τον ρίξουν να τον φάγουν τα σκυλιά. Και τον καιρόν που εδόθη η απόφασις ο Αμπτούλ έπεσεν εις τα ποδάρια του Καλίφη, παρακαλώντάς τον να του αφήση την ζωήν λέγοντάς του, πώς ο παιδεμός του θέλει είνε αρκετός εις το να τον βλέπη εις τιμήν, και αυτός να ευρίσκεται εις καταισχύνην. Ω πολλά γενναίε Αμπτούλ, εφώναξεν ο Καλίφης πόσον ευτυχισμένος που θέλει είνε ο λαός της Μπάσρας, εις το να σε έχη διά βασιλέα του; Αυθέντη, του απεκρίθη ο Αμπτούλ, κάνει χρεία να σας παρακαλέσω διά μίαν άλλην χάριν, να δώσης του Αλή τον θρόνον, που εις εμένα διορίζεις, διά να βασιλεύη με την γυναίκα του την βεζυροπούλαν, που έλαβε τόσην ευσπλαχνίαν να μου γλυτώσουν την ζωήν. Ετούτοι οι δύο αγαπημένοι είνε άξιοι δι' αυτήν την τιμήν, και εμένα με φθάνει η αγάπη που μου δείχνεις και το σκέπος σου, το οποίον μου είνε περισσότερον από θρόνον, από σκήπτρον, και κορώναν.