Front matter (continued 4)
Reading edition
Ο γέρων ευθύς που εμβήκεν ωμίλησε κρυφά ενός σκλάβου του, ο οποίος ύστερον από ολίγον εγύρισε με ένα πραγματευτήν που είχεν εις ένα μποχτζά διάφορα φορέματα ανδρίκια και γυναίκια. Από αυτά τα φορέματα έκαμε και ένδυσαν τους ξένους που ήταν γυμνοί, και πληρώνοντάς τον πραγματευτήν τον απέλυσεν· ύστερα επρόταξε τους σκλάβους του διά να ετοιμάσουν το δείπνον, το οποίον ευθύς ετοιμάζοντας το με πολυποίκιλα φαγητά και πιοτά, βαλμένα εις αγγεία από φαρφούρ της Κίνας, εκάθησαν όλοι ομού και εδείπνησαν με πολλήν ευχαρίστησιν. Ο γέρων πυρωμένος από τα διάφορα πιοτά που έπιεν, εδόθη εις κάποιαν χαροποίησιν, και έκαμε κάθε δυνατόν διά να λάβουν κάποιαν ηδονήν και οι ξένοι εκείνοι, και καταλαμβάνοντας ότι δεν εκατόρθωνε τίποτε, με το να ήταν πολλά μελαγχολικοί διά τες δυστυχίες τους, είπεν.
Εγώ βλέπω καλώς ότι ματαίως κοπιάζω διά να σας κάμω να βγάλετε από το πνεύμα σας τα περασμένα σας συμβεβηκότα, που αενάως τα έχετε εις τον στοχασμόν σας· διά τούτο αν είναι με το θέλημά σας θέλω να σας κάμω να καταλάβετε ότι, αντίς να είσθε βυθισμένοι εις στοχασμούς, πρέπει να πασχίσετε να τους αποδιώξετε από τον νουν σας. Παρηγορηθήτε διά τον χαμόν του πλούτου σας, που οι κλέφται σας επήραν· το συμβεβηκός που σας θλίβει δεν είνε ασυνήθιστον· οι πραγματευτάδες και οι στρατοκόποι συχνώς τα δοκιμάζουν. Εγώ ο ίδιος εις την νεότητά μου έμεινα γδυμένος από κλέφτες εις την στράταν, οι οποίοι μου επήραν πλούτη υπέρμετρα, και ευρέθηκα εις την ιδίαν σας κατάστασιν και χειρότερην, με όλον τούτο δεν απαράτησα που να παρηγορηθώ· ένα μόνον πράγμα με έθλιβε πολλά οπόταν εστοχάζομουν, από την μεγαλειότητα που ήμουν να καταντήσω να διακονώ. Κάνει χρεία εγώ να σας διηγηθώ την ιστορίαν μου, η οποία ελπίζω ότι θέλει σας ωφελήσει μεγάλως να την ακούσετε. Και αύτη η διήγησις των δυστυχιών μου, ημπορεί να σας ενδυναμώση να υποφέρετε τες εδικές σας, και ακούσατέ την λοιπόν με προσοχή.
Ιστορία του Βασιλέως Φουδλάλ, υιού του Μηνορτόκ, βασιλέως τον Μουσούλ.
Εγώ είμαι υιός του ποτέ βασιλέως του Μουσούλ, δηλαδή του μεγάλου Μηνορτόκ. Ευθύς που αυτός με είδε να φθάσω εις την ηλικίαν είκοσι χρόνων, εγύρευσε διά να με υπανδρεύση· έκαμε να έλθουν ένας μέγας αριθμός από σκλάβες νέες και πολλά ωραίες. Εγώ τες εστοχάσθηκα όλες αδιαφόρως, και δεν εστάθη καμμιά που να μου κλίνη την θέλησίν μου. Αυτές εγύρισαν ωσάν κατησχυμένες από την εντροπήν τους, που δεν ημπόρεσε να λαβώση καμμιά την καρδιά μου. Ο πατέρας μου έμεινεν ομοίως και αυτός εκστατικός διά την αναισθησίαν μου. Αυτός ηθέλησε να με ξαναδοκιμάση με άλλες, μα εγώ του είπα ότι δεν αγροικούσα διά να έχω κλίσιν διά υπανδρείαν, και αυτό προέρχεται από την επιθυμίαν που έχω να ξενιτευθώ· διά το οποίον τον επαρακάλεσα να μου δώση την ελευθερίαν διά να υπάγω μοναχά έως εις το Μπαγδάτι, και εις τον γυρισμόν μου να κάμω το θέλημά του. Εις τούτο αυτός δεν ηθέλησε να μου εναντιωθή. Και διά να κάμω καλήν θεωρίαν εις το Μπαγδάτι, έκαμε να γένουν μεγάλες ετοιμασίες, διά να με στείλη ωσάν υιόν Βασιλέως που ήμουν· εφόρτωσε δώδεκα καμήλια φλωριά και άλλα έξοδα, και μου έδωσε και εκατόν ανδρείους στρατιώτας εις υπηρεσίαν μου και φύλαξίν μου.
Εμίσευσα το λοιπόν από το Μουσούλ με τούτον τον αριθμόν των ανθρώπων μου, διά να πηγαίνωμεν εις το Μπαγδάτι· επεριπατήσαμεν μερικές ημέρες, χωρίς να μας συμβή τίποτε. Και μίαν νύκτα, τον καιρόν που αναπαυόμαστε, αιφνιδίως μας πλακώνει μέγας αριθμός από Αράπηδες κλέφτες, οι οποίοι σχεδόν μου εθανάτωσαν τους περισσοτέρους ανθρώπους. Εγώ βλέποντας τον κίνδυνον που ευρισκόμουν έλαβα καρδίαν, και συμαζώνοντας εκείνους που έμειναν ζωντανοί, αντιστάθηκα με ανδρείαν εναντίον των κακοποιών, από τους οποίους εσκοτώσαμεν περισσότερον από τριακοσίους.
Φθάνοντας η ημέρα, και βλέποντες που εμείς έτσι ολίγοι τους εναντιωθήκαμεν όλην την νύκτα με εκείνον τον τρόπον, από την εντροπήν τους εδίπλωσαν τες δύναμές τους εις τρόπον που επολέμησαν με ημάς ωσάν απελπισμένοι. Τέλος πάντων επαραδοθήκαμεν καταδαμασμένοι από τον αριθμόν τους. Εκείνοι μας έγδυσαν και μας επήραν το ό,τι και αν είχαμεν, και αντί να μας κρατήσουν για σκλάβους, ή να μας απολύσουν, έτσι γυμνούς που μας άφησαν, ηθέλησαν να ξεδικήσουν τον θάνατον των συντρόφων τους με το αίμα μας. Όθεν οι βάρβαροι επέρασαν όλους τους ανθρώπους υποκάτω από τες λαβωματιές των σπαθιών τους, και κινούμενοι και εναντίον μου διά να μου κάμουν το ίδιον εφώναξα. Σταθήτε, απάνθρωποι, φέρετε σέβας εις το βασιλικόν αίμα· εγώ είμαι υιός του Μηνορτόκ, βασιλέως του Μουσούλ, και κληρονόμος των επαρχιών του. Εγώ είμαι πολλά ευχαριστημένος, μου είπε τότε ο αρχηγός των Αράβων, που έμαθα το ποίος είσαι· είναι πολύς καιρός που ημείς μισούμεν θανατηφόρως τον πατέρα σου, αυτός έκαμε να κρεμάσουν πολλούς από τους συντρόφους μας, που του έπεσαν εις τα χέρια· διά τούτο και εσύ με τον ίδιον τρόπον θέλεις τιμωρηθή.
Τέλος πάντων αυτός έκαμε να με δέσουν, και με έφεραν εις την ρίζαν ενός βουνού, ανάμεσα εις δυο λαγκάδια, και εκεί ήταν διάφορες καλύβες που εχρησίμευαν διά κατοικίες τους. Εγώ εβάλθηκα υποκάτω εις την καλύβα, του αρχηγού τους, η οποία ευρίσκονταν εις την μέσην από τες άλλες, και εφαίνονταν η μεγαλύτερη. Εστάθηκα φυλαγμένος εκεί όλην την ημέραν· Έπειτα με έδεσαν εις ένα δένδρον και έμεινα εκεί όλην την νύκτα καρτερώντας τον θάνατον ώραν την ώραν. Το ταχύ που θα απάντεχα τον θάνατον εξ αποφάσεως, φθάνει μία σπία εις τον αρχηγόν και του λέγει, ότι μίαν ημέραν μακριάν, εις μικρόν δάσος, εκείνην την νύκτα έχει να κοιμηθή ένα καραβάνι από πραγματευάδες, και αν θέλη διά να τους πατήση πρέπει να μισεύση ογλήγωρα διά να τους προφθάση, και θέλει εύρει μεγάλα κέρδη. Τότε αυτός ο άρπαγος εσύμμασεν όλους τους συντρόφους, και εν τω άμα εμίσευσαν, και εμένα με άφησαν εις το δένδρον δεμένον, με ελπίδα ότι εις τον γυρισμόν τους να μη με εύρουν ζωντανόν. Εις αυτό το διαμέσον ο ουρανός ο οποίος ματαιώνει όλες τες βουλές των ανθρώπων, δεν απαράτησε που έτσι ογλίγωρα να χαθώ. Η γυναίκα του αρχηγού των κλεφτών έλαβεν ευσπλαγχνίαν εις εμέ, και ήλθε προς το βράδυ και με έλυσεν από το δένδρον, και δίδοντάς μου ένα παλαιόν φόρεμα και καμπόσον ψωμί μου είπε· πιάσε τούτην την στράταν και φεύγα το συντομώτερον, διατί σαν γυρίση ο άνδρας μου θέλει σε φονεύσει. Εγώ ευχαρίστησα την ευεργέτιδά μου και μισεύοντας επεριπάτησα όλην την νύκτα χωρίς να χάσω την οδόν που μου έδειξε.
Την ερχομένην ημέραν βλέπω ένα άνθρωπο πεζόν που έσερνεν ένα άλογον φορτωμένον. Εγώ τον έφθασα, και αφού τον εχαιρέτησα, τον ερώτησα διά πού πηγαίνει. Πηγαίνω διά το Μπαγδάτ, μου απεκρίθη αυτός, και εις δύο ημέρες θέλω είμαι εκεί. Εχάρηκα εις αυτό το συναπάντημα, και συντροφιασμένος με αυτόν, εφθάσαμεν εις το Μπαγδάτ, και εμβαίνοντας από την πόρταν, αυτός επήγεν εκεί που είχε την δουλειάν του, και εγώ επήγα εις ένα μετζίτι, και εσταμάτησα εκεί μίαν ημέραν και μίαν νύκτα, εντρεπόμενος να έβγω εις τέτοιαν κατάστασιν εις τες στράτες, φοβούμενος διά να μη συναπαντήσω κανένα, από το Μουσούλ, που να με γνωρίζη. Μα τέλος πάντων η πείνα άρχισε να μου διώχνη την εντροπήν, και μην ειμπορώντας πλέον να υποφέρω χωρίς γεύσιν, ηναγκάσθηκα να κλίνω εις εκείνην την χρείαν που εις τέτοιες περίστασες είναι κοινή· και ούτως απεφάσισα να ζητήσω ελεημοσύνην ωσάν ένας δυστυχισμένος που ήμουν διά να ημπορέσω να ζήσω.
Εβγάνοντας το λοιπόν από το μετζίτι, επήγα εις μίαν πόρταν ενός μεγάλου παλατίου, και με φωνήν τρανήν εζητούσα ελεημοσύνην. Μία γραία σκλάβα έρχεται ευθύς με ένα ψωμί εις το χέρι διά να μου το δώση και τον καιρόν που άνοιξε την πόρταν διά να μου το δώση βλέπω από μέσα εις το παλάτι μίαν νέαν κυράν εξαισίας ωραιότητος. Η θεωρία της μου εσκότισε τους οφθαλμούς, έμεινα όλος εκστατικός· έλαβα το ψωμί χωρίς να ηξεύρω τι κάνω, και έμεινα ακίνητος εμπρός εις την γερόντισσαν σκλάβαν· αντίς να την ευχαριστήσω κατά το χρέος μου, ήμουν έτσι χαμένος, έτσι σκοτισμένος και έτσι πληγωμένος από τον έρωτα, ώστε εκείνη με εστοχάσθη τρελλόν. Αυτή χωρίς να μου ομιλήση τίποτε εμίσευσε, και με άφησεν εις την στράταν όλον αφιερωμένον εις το να θεωρώ αδιαφόρευτα την πόρταν, μήπως ξανανοίξη διά να θεωρήσω ακόμη εκείνην την νέαν. Και με τούτην την ελπίδα επλησίασεν η νύκτα χωρίς να επιτύχω του ποθουμένου.
Βλέποντας δε που ενύκτωσεν, εστοχάσθηκα διά να τραβηχθώ απ' εκεί, μα πριν ξεμακρύνω απ' αυτό το παλάτι ερώτησα ένα γέροντα που απερνούσεν, αν αυτός ήξευρε τίνος είνε εκείνο το παλάτι. Αυτό είνε, μου απεκρίθη, σπήτι του Μουφάκ αυθέντη υιού του Αδλανέ. Αυτός είνε ένα υποκείμενον πλούσιον, πολλά τιμημένον, και από φυλήν ευγενικήν. Δεν είνε πολύς καιρός που αυτός ήτον κυβερνήτης ετούτης της χώρας· μα διά κάποια σκάνδαλα που έτρεξαν ανάμεσα εις αυτόν και τον Κατή, ο Καλίφης του εσήκωσε την αξίαν με το να έδωσε πίστιν περισσότερον εις του Κατή τα λόγια.
Στοχαζόμενος επάνω εις τούτα τα λόγια που μου είπεν ο γέρων, εβγήκα χωρίς να απεικάσω από την χώραν, και επήγα και εμβήκα εις ένα κοιμητήρι μεγάλον, αποφασισμένος να μείνω εκεί την νύκτα. Έφαγα το ψωμί με ολίγην όρεξιν, τον καιρόν που έπρεπε να την είχα μεγάλην· έπειτα επλάγιασα σιμά εις ένα τάφον με το κεφάλι ακουμπισμένον εις ένα σωρόν πέτρες. Δεν ημπόρεσα όμως διά πολλές ώρες να κλείσω μάτι· η θυγατέρα του Μουφάκ εσύγχυζε μεγάλως τες αίσθησές μου· η χαριεστάτη εικόνα της μου ήτον καρφωμένη εις τον νουν μου, και ούτως έπασχα όλες εκείνες τες ώρες χωρίς ανάπαυσιν· μα τέλος πάντων άρχισα να αποκοιμηθώ ολίγον, και ο ύπνος μου δεν εστάθη πολλά μακρύς, επειδή και εστάθηκα υποχρεωμένος διά να εξυπνήσω ευθύς από μίαν μεγάλην σύγχυσιν που ηκούετο εις τον τάφον. Φοβισμένος από τούτον τον θόρυβον, του οποίου δεν ήξευρα το αίτιον, εσηκώθηκα διά να φύγω και ξεμακρύνω από το κοιμητήριον, οπόταν δύο άνθρωποι που έστεκαν εις την πόρταν του κοιμητηρίου με εσταμάτησαν, και με ερώτησαν τις ήμουν και τι έκανα εις αυτό το κοιμητήρι. Εγώ είμαι, είπα, ένας δυστυχής ξένος, και μη έχοντας πού την κεφαλήν κλίναι, ήλθα διά να αναπαυθώ ετούτην την νύκτα εδώ. Επειδή και εσύ είσαι ένας ζητουλιάρης μου είπεν ένας από τους δύο, ευχαρίστησε τον Ουρανόν που μας εσυναπάντησες· εμείς θέλομεν να σου δώσωμεν να φας, και να πιής καλά. Έτσι λέγοντάς μου με έφεραν εις τον τάφον, εις τον οποίον τέσσαρες από τους συντρόφους του έτρωγαν ραπάνια μεγάλα και χουρμάδες, και έπιναν ρακήν.
Αυτοί με έβαλαν και εκάθισα κοντά τους, ολόγυρα εις μίαν μικράν πέτραν, και εστάθηκα στενεμμένος διά να φάγω και να πιώ, το περισσότερον διά να τους ευχαριστήσω· μα ευθύς εκατάλαβα ότι αυτοί ήτον κλέφτες, επειδή και άρχισαν να διηγούνται διά μια μεγαλωτάτη κλεψιά που έκαμαν· και εκεί που ετρώγαμεν, ο προεστώς τους μου επρόβαλεν αν θέλω να έμβω εις την συντροφιάν τους. Εγώ εις αυτό ευρέθηκα αντραλωμένος, μην ηξεύροντας τι να αποκριθώ, φοβούμενος αν του ειπώ το όχι να μη τον θυμώσω και επάνω που εστοχαζόμουν να τους δώσω την απόκρισιν ιδού ο Αναΐππης του Κατή, συντροφευμένος από ένα αριθμόν Γιαννιτσαρέους, αρματαμένους, εμβήκαν εις το κοιμητήριον, και ευθύς έπιασαν τους κλέφτας και εμένα, και μας έφεραν εις την φυλακήν. Οι κλέφται ωμολόγησαν το πταίσιμόν τους, και εκαταδικάσθησαν εις θάνατον και εγώ διηγούμενος με τι τρόπον ευρέθηκα με αυτούς με έβγαλαν από την φυλακήν και με έβαλαν εις τόπον ξεχωριστόν.
Την δε ερχομένην ημέραν, με κράζει ο Κατής διά να του διηγηθώ τι άνθρωπος ήμουν. Εγώ του εδιηγήθηκα με καθαρότητα τα συμβεβηκότα μου, κρύβοντας μόνον την γέννησίν μου. Ακόμη του εδιηγήθηκα και τα όσα μου εσυνέβηκαν την άλλην ημέραν, που είχα υπάγει εις την πόρταν του Μουφάκ διά να ζητήσω ελεημοσύνην, και πως εκεί είδα μίαν Κυράν νέαν, από της οποίας την ιδέαν έμεινα τετρωμένος.
Εκεί που ανάφερα το όνομα του Μουφάκ, εθεώρησα τους οφθαλμούς του Κατή να ανάπτουν από θυμόν. Εκείνος ο Κριτής έμεινε διά καμπόσον χωρίς να μιλήση· έπειτα με χαροποιόν πρόσωπον μου λέγει· νέε ξένε, δεν στέκεται παρά εις εσένα το να αποκτήσης την Κυράν που εχθές είδες· εκείνη χωρίς αμφιβολίαν είνε θυγατέρα του Μουφάκ, και όσον και αν ήθελες είσαι από τους πλέον χυδαίους ανθρώπους, εγώ θέλω σε κάμει να φθάσης να πληρώσης την επιθυμίαν σου· άφησε να κάμω εγώ και θέλω πασχίσει διά το όφελός σου. Εγώ τον ευχαρίστησα χωρίς να ημπορέσω να καταλάβω τον στοχασμόν που αυτός εμελετούσεν. Έπειτα από αυτό επρόσταξεν ένα του ευνούχον διά να με υπάγη εις το λουτρόν να πλυθώ. Και εις το αναμεταξύ που εκεί ευρισκόμουν, ο Κριτής στέλνει δύο τζοχανταρέους προς τον Μουφάκ, τον οποίον εκαλούσε διά να του μιλήση διά μίαν υπόθεσιν πολλά αναγκαίαν του. Ο Μουφάκ ήλθεν εν τω άμα εις τον Κατήν και ευθύς που ο Κατής τον είδεν, έτρεξεν και το αγκάλιασεν.
Ο Μουφάκ έμεινε πολλά θαυμασμένος εκ της τοιαύτης δεξιωσύνης· ω, ω, λέγει με τον εαυτόν του, από τι προέρχεται που ο Κατής ο εχθρός μου ο θανάσιμος πράττει με εμένα σήμερον τόσην ευγένειαν; εδώ στέκει κρυμμένον κάτι μυστήριον. Μουφάκ Αγά, του λέγει ο Κατής, ο ουρανός δεν θέλει η έχθρα μας να διαρκέση διά πολύν καιρόν· αυτός μας προσφέρει ένα αίτιον διά να εξαλείψη τούτο το μίσος, το οποίον ξεχωρίζει από πολλούς χρόνους τες φαμίλιες μας. Το βασιλόπουλον της Βάρσας έφθασεν εψές εις το Μπαγδάτι αγνώριστον, και ήλθε και κατέβηκε εις το παλάτι μου. Αυτός εμίσευσεν επιταυτού από την Βάρσα χωρίς να ζητήση θέλημα του βασιλέως πατρός του· επειδή ήκουσε να ομιλούν διά της θυγατρός σου την ωραιότητα και ετρώθη τόσον που αποφάσισε διά να έλθη να την στεφανωθή εις γυναίκα του. Αυτός θέλει να γένη ετούτο το συνοικέσιον με το μέσον μου, το οποίον το έχω εις μεγάλην χαράν, διατί αυτό θέλει είνε μέσον που να μας φιλιώσει.
Μου φαίνεται παράξενον, απεκρίθη ο Μουφάχ, ότι το βασιλόπουλον της Βάρσας θα καταδεχθή να στεφανωθή την θυγατέρα μου Ζεμπρούδαν, και ότι εσύ θα είσαι εκείνος που θα θελήσης ετούτο το συνοικέσιον, τον καιρόν που δεν έλειψες να μου κάμης ότι κακόν ημπορούσες. Δεν κάνει χρεία να ενθυμούμεθα πλέον τα περασμένα, ω Μουφάκ Αγά, του απεκρίθη ο Κατής, ας αλησμονήσωμεν, σε παρακαλώ, τα όσα απέρασαν ανάμεσόν μας, και με το μέσον του δεσμού που πρέπει να ενώση την θυγατέρα σου με το βασιλόπουλο θέλομεν ζήσει εις τελείαν αγάπην.
Ο Μουφάκ ήτον φυσικά καλός, όσον ανάποδος ήτον ο Κατής· αυτός αφέθηκε να γελασθή από τα ψευδή ταξίματα του Κατή και χωρίς να αμφιβάλλη, αγκαλιάσθηκαν και ωρκίσθησαν ανάμεσόν τους μίαν παντοτεινήν αγάπην. Και επάνω εις αυτό εμβήκα εγώ εις τον οντά που αυτοί ήταν, φερνόμενος εκεί από τον ευνούχον, ο οποίος, εις το έβγαλμά μου από το λουτρόν, με ένδυσε με πλούσια φορέματα, και μου έβαλεν ένα φακιόλι διμένον με πανί της Ινδίας, κεντημένον με πολύ χρυσάφι. Βασιλέα μου, μου είπεν ο Κατής ευθύς που με είδεν, ας είνε δοξασμένος ο ουρανός που με αξίωσε να σε δεχθώ εις το σπήτι μου, που δεν ήμουν άξιος τοιαύτης τιμής· ιδού ο Μουφάκ, του οποίου έδωσα να καταλάβη την αιτίαν του ερχομού σου εις ετούτην την χώραν· αυτός κλίνει διά να σου δώση την θυγατέρα του εις γυναίκα σου. Ο Μουφάκ μου έκαμε τότε μίαν μεγάλην προσκύνησιν, και μου λέγει· ω μεγαλειότατε υιέ του Βασιλέως, εγώ είμαι σκοτισμένος από την τιμήν που επιθυμάτε να κάμετε εις την θυγατέρα μου· αυτή θέλει κραχθή πολλά ευτυχισμένη εις το να είνε σκλάβα του υιού του Βασιλέως.
Στοχασθήτε τι λογής εστάθη η έκστασίς μου εις ετούτα τα λόγια, εις τα οποία εγώ δεν ήξευρα τι να του αποκριθώ και τι να ομιλήσω. Εχαιρέτησα ως τόσον τον Μουφάκ χωρίς να του ειπώ κανένα λόγον. Μα ο Κατής γνωρίζοντάς με αντραλωμένον και αμφιβάλλοντας ότι από καμμίαν μου απόκρισιν θα μείνη ανωφελής ο στοχασμός του, άρχισε να λέγη, ότι δεν πρέπει να χάνεται ο καιρός εις λόγια, αλλά πρέπει να κάμωμεν το συμφωνητικόν γράμμα της υπανδρείας εις ετούτην την στιγμήν. Και έτσι λέγοντας επρόσταξε τον Αναΐππην του διά να το καταστρώση ευθύς. Και ύστερον υπογράφοντές το αμφότεροι ο Κατής είπε προς τον Μουφάκ. Εσύ καλά ειξεύρεις ότι τα πράγματα των μεγάλων ανθρώπων πρέπει να είνε μυστικά, έως που αυτοί θελήσουν· όθεν διά τώρα έπαρε τον γαμβρόν σου εις το σπήτι σου και δέξου τον κατά την μεγαλειότητά του, και παράγγειλε της θυγατρός σου να του δείξη κάθε υπακοήν και τιμήν, κάνοντας να τελειωθή και το στεφάνωμα ετούτην την νύκτα. Ο Μουφάκ αφού ευχαρίστησε τον Κατή, με επήρε και εκατεβήκαμεν από το σπήτι του Κατή, και εις την αυλήν του εκαβαλικκεύσαμεν επάνω εις δυο μουλάρια πολλά στολισμένα και εφθάσαμεν εις το σπήτι του, εις το οποίον ξεπεζεύοντας με επήρεν από το χέρι με μεγάλον σέβας, και με ανέβασεν εις τον χοντζερέ της θυγατρός του και εκεί με άφησε μοναχόν με αυτήν, αφού και της εφανέρωσε τα όσα ηκολούθησαν και έκαμαν εις του Κατή.

Η Ζιμπρούχ βεβαιωμένη διά τα όσα της ανήγγειλεν ο πατέρας της διά την υπανδρείαν μας, με εδέχθη ωσάν άνδρα που έπρεπε μίαν ημέραν να την ανεβάση εις τον θρόνον. Και εγώ, ως πλέον ευχαριστημένος και ερωτικός από κάθε άνθρωπον, απέρασα όλην εκείνην την ημέραν εις τα γόνατα εκείνης της ωραίας Κυράς, καθώς επιθυμούσε, την οποίαν επάσχισα με ερωτικά λόγια και γλυκά να της ανάψω την κλίσιν προς το συμφέρον μου, και εκατάλαβα πολλά ογλήγορα ότι δεν ήταν μάταιοι οι κόποι μου· επειδή και την είδα που αυτή ήτον πολλά ερωτική προς εμένα διά την νεότητά μου, και διά το πνεύμα που είχα. Πόσην χαράν μου επροξένησεν οπόταν εκατάλαβα την κλίσιν της αγαπημένης μου και από την αγαλλίασίν μου δεν ήξευρα τι χάιδια να της κάμω.
Εις τούτο το αναμεταξύ ο Μουφάκ έκαμε κάθε ετοιμασίαν διά να εορτάση εκείνην την νύκτα τους γάμους, εις τους οποίους εκάλεσεν όλους τους συγγενείς του, και εχάρηκαν μεγάλως με χορούς, με λαλήματα και παιγνίδια διάφορα. Και τον καιρόν που οι φίλοι εχαίροντο, έρχεται η μάνα της νύμφης και την παίρνει από το χέρι και εμίσευσαν από εκεί. Έπειτα από ολίγον έρχεται ο Μουφάκ και με παίρνει και εμένα, και με φέρνει εις ένα χοντζερέ πολλά εύμορφα στολισμένον εις τον οποίον ήτον ένα κρεβάτι στολισμένον με χρυσά παπλώματα και τριγύρω του πολλές λαμπάδες αναμμένες. Η Ζεμπρούδα εμβαίνοντας πρώτη εις το κρεβάτι, ο Μουφάκ και η γυναίκα του και η σκλάβες τους ετραβήχθηκαν, και με άφησαν με αυτήν εις εκείνον τον χοντζερέ, εις τον οποίον αφού και ευχαρίστησα τον Ουρανόν διά εκείνο το ευτυχισμένον συναπάντημα, εγδύθηκα, και επλάγιασα σιμά εις το υποκείμενον που αγαπούσα περισσότερον από την ιδίαν μου ζωήν.
Την δε ερχομένην ημέραν, οπόταν έφεξεν, ακούω να κτυπούν την πόρταν του χοντζερέ μου. Εγώ ως εσηκώθηκα και υπήγα διά να ανοίξω, βλέπω τον Αναΐππην του Κατή που έφερνεν ένα μέγαν μποχτζέ με φορέματα, τα οποία βλέποντάς τα εστοχάσθηκα ότι ο Κατής μου τα έστελνε διά δώρον· μα έμεινα γελασμένος· Αυθέντη ξένε, μου λέγει ευθύς που με είδεν ο Αναΐππης, περιγελαστικώ τω τρόπω· ο Κατής σε χαιρετά, και σε παρακαλεί να επιστρέψετε τα φορέματα και το φακιόλι που εχθές σε εδάνεισε διά να παρουσιασθής ως υιός του Βασιλέως της Βάρσας, και μου έδωσε να σου επιστρέψω και εγώ τα παλαιά σου φορέματα που εβαστούσες. Έμεινα πολλά σκοτισμένος εις μίαν τέτοιαν καταφρόνησιν· Τότε εγνώρισα όλην την κακοτροπίαν του Κατή, και όλος γεμάτος από εντροπήν έδωκα του Αναΐππη εις τα χέρια το φακιόλι και τα φορέματα του αυθέντου του, και εξαναπήρα τα παλαιά μου φορέματα που ήταν όλα ξεσχισμένα.
Η Ζεμπρούδα ήκουσε πολύ μέρος από τα όσα μου είπεν ο Αναΐππης, και βλέποντάς με σκεπασμένων με ξεσχισμένα φορέματα, ω Ουρανέ, εφώναξε, τι δηλοί τάχατε ετούτη η μεταβολή; τι σου είπεν άρα γε εκείνος ο άνθρωπος; Κυρά μου, της απεκρίθηκα, ο Κατής είνε ένας πολύ κακότροπος άνθρωπος, μα αυτός θέλει είνε ο ίδιος τζελάτης της κακής του διαθέσεως. Αυτός επίστευεν ότι σου έδωσεν ένα δυστυχισμένον διά άνδρα, μα εσύ είσαι πανδρευμένη αληθώς με ένα βασιλόπουλον· εγώ δεν είμαι κατώτερος από τον άνδρα που ελόγιαζες να εστεφανωθής. Εγώ είμαι μονογενής υιός του Βασιλέως του Μουσούλ, του μεγάλου Μηνορτόκ, και Φαδλάλ είναι το όνομά μου. Και ωσάν της εφανέρωσα αυτό, ευθύς εις τον ίδιον καιρόν της εδιηγήθηκα, μα χωρίς να κρύψω το παραμικρόν, όλην μου την ιστορία.
Τελειώνοντας δε την διήγησίν μου, Βασιλέα μου, είπεν αύτη, ήξευρε ότι αν κατά τύχην και δεν ήθελες είσαι υιός Βασιλέως, δεν ήθελα σε αγαπήσει ολιγώτερον απ' ό,τι σε αγάπησα. Και με σταθερότητα σε βεβαιώνω ότι αν έλαβα την ευχαρίστησιν εις το να μάθω την γέννησίν σου, δεν την έλαβα δι' άλλο, παρά διά την ησυχίαν του πατρός μου. Εμένα όλη μου η καύχησις και χαρά θέλει μου είναι εις το να έχω ένα άνδρα, ο οποίος καθαρώς να με αγαπά. Εγώ της έταξα ότι ήθελα φυλάξει την αγάπην μου εις αυτήν έως τέλος της ζωής μου, και αυτή μου εφάνη πολλά ευχαριστημένη από ετούτην την βεβαιότητα. Έκραξεν υστερότερα μίαν από τες σκλάβες της και της είπεν, να υπάγη εν τω άμα κρυφίως εις ένα πραγματευτήν διά να αγοράση μίαν φορεσιά ανδρίκια πολλά πλουσίαν.
Η σκλάβα υπήκουσε, και έκαμε καθώς την επρόσταξεν, η οποία ευθύς εγύρισε με μίαν πλουσίαν φορεσιάν και με ένα φακιόλι παρόμοιον με εκείνο του Κατή, εις τρόπον που εφάνηκα εις μίαν στιγμήν πλέον ευγενικά ενδυμένος από πρώτα. Πώς λες, Κύριε; λέγει τότε η Ζεμπρούδα· πιστεύεις εσύ ότι ο Κατής θα έχη μεγάλο αίτιον εις το να καυχηθή διά το κάμωμά του; αυτός εστοχάσθηκε διά να κάμη μίαν εντροπήν εις την οικογένειάν μου, μα της επροξένησε μίαν τιμήν αθάνατον· τι λογής θέλει είνε το φαρμάκι του, οπόταν γνωρίση ότι μη θέλοντας επροξένησε τόσον καλόν και τιμήν εις τους εχθρούς του; μα πριν να του δώσης να γνωρίση ποίος είσαι κάνει χρεία να παιδεύσης την κακήν του διάθεσιν. Εγώ, ηκολούθησεν αυτή, θέλω λάβει ετούτην την επιμέλειαν διά να κάμω την εκδίκησιν· ηξεύρω ότι εις ετούτην την χώραν είναι ένας βαφιάς, ο οποίος έχει μίαν θυγατέρα μιας ασχημοσύνης παράξενης, δεν θέλω να σου ειπώ περισσότερον, ακολούθησε, φθάνει μόνον να ηξεύρεις ότι εγώ μελετώ ένα μέσον εκδικήσεως, που θέλω φέρει τον Κατή εις απελπισίαν και θέλει γένη μύθος όλης της χώρας.
Αυτή ήτον τόσον αφωσιωμένη εις την εκδίκησιν, που δεν έβλεπε την ώραν να την βάλη εις πράξιν. Ενδύθη το λοιπόν μίαν ημέραν με φορέματα ταπεινά, και μπουλωμένη επήγεν εις την αυλήν του Κατή, και εσταμάτησεν εις μίαν αγκωνήν εκεί που έκρινεν ο Κατής διάφορες υπόθεσες. Και ωσάν αποτελείωσε τες κρίσες, στοχάζεται την γυναίκα που έστεκεν εκεί με μεγάλον σέβας, την κράζει, και την ερωτά τι ζητεί; Αυτή του απεκρίθη ότι ήτον θυγατέρα ενός τεχνίτου, και επιθυμούσε να του ειπή ένα λόγον μυστικόν. Τότε ο Κατής ωσάν που αγαπούσε τες γυναίκες, την παίρνει και την φέρνει εις ένα οντά παράμερον, και βάνοντάς την να καθήση κοντά του της λέγει. Πες μου, Κυρά, το μυστικόν που έχεις, και το τι έχω να κάμω διά λόγου σου. Αυθέντη Κατή, αυτή απεκρίθη, σηκώνοντας το σκέπασμα από το κεφάλι της, εσύ έχεις την δύναμιν εις το να κάνης να φυλάγεται ο νόμος και η δικαιοσύνη τόσον εις τους πτωχούς ωσάν και εις τους πλουσίους· πρόσεχε, σε παρακαλώ, και ας είσαι κατανυκτικός εις τα παράπονά μου, και λάβε ευσπλαγχνίαν της δυστυχίας μου εις την οποίαν ευρίσκομαι. Ξήγα μου την υπόθεσίν σου, εξαναείπεν ο Κατής, όλος γεμάτος από σπλάγχνος, και σου ομνύω ότι θέλω κάμει κάθε δυνατόν και αδύνατον διά να σε ευχαριστήσω.
Τότε η Ζιμπρούδα εξεμπουλώθη τελείως, και άρχισε να δείχνη τα μαλλιά της κεφαλής της που ήσαν ωραία ωσάν το χρυσάφι, και ξαπλωμένα εις πλεξίδες επάνω εις τες πλάτες της. Βλέπεις, αυθέντη, του λέγει, αν ετούτα τα μαλλιά είναι άξια κατάφρονήσεως· εξέταξε το πρόσωπόν μου σε παρακαλώ, και πες μου χωρίς κολακείαν τον στοχασμόν σου.
Ο Κατής εις τούτα και εις την θεωρίαν της ωραιότητος εκείνης έμεινε σκοτισμένος· μα την θυσίαν του βουνού της Μέκκας, εφώναξεν, εγώ δεν βλέπω εις εσέ κανένα ελάττωμα· το μέτωπόν σου ομοιάζει μία πλάκα ασήμι· τα φρύδια σου δύο δοξάρια, τα μάγουλά σου δύο τριαντάφυλλα, τα μάτιά σου δύο διαμάντια και κοντολογής είσαι μία Θεά.
Η θυγατέρα του Μουφάκ ευχαριστήθη εις ετούτο, και ευθύς εσηκώθη ορθή και έφερε δύο τρεις γύρους, έπειτα λέγει του Κατή· ιδέ το περιπάτημά μου, ιδέ την ευμορφάδα του κορμιού μου, αν δεν φαίνωμαι ωσάν μία θεά, ποίος ημπορεί να με κατηγορήση πως δεν είμαι εύμορφη; Εγώ μένω θαυμασμένος διά όλην σου την ευμορφάδα, είπεν ο Κατής, επειδή και δεν είδα μίαν παρομοίαν καλοκαμωμένην νέαν, ωσάν εσένα· Πώς σου φαίνονται τα μπράτσα τον χειρών μου, ακολούθησε εκείνη ξεσκεπάζοντάς τα, δεν είνε άσπρα και στρογγυλά; Αχ σκληρή, αντέκοψεν εδώ ο Κατής γεμάτος από φλόγα έρωτος, εσύ με κάνεις να αποθάνω· αν έχης άλλο διά να μου ειπής μίλησε ευθύς, διατί το λογικόν μου με απαρατεί, και δεν ημπορώ πλέον να υποφέρω την θεωρίαν σου. Θέλεις ηξεύρει, ω αυθέντη, εξανακολούθησεν η Ζεμπρούδα, ότι με όλην την ευμορφιάν που έχω, ζω εις ένα σκοτεινότατον σπίτι, του οποίου η εμπασιά είνε εμποδισμένη όχι μόνον των ανδρών αλλά και των γυναικών, οι οποίες με την κουβένταν τους ημπορούσαν να μου φέρουν κάποιαν παρηγορίαν. Δεν έλειψαν να τύχουν υποκείμενα άξια που να με γυρέψουν εις υπανδρείαν και ήθελαν είνε πολλοί χρόνοι που θα ήμουν υπανδρευμένη, αν ο πατέρας μου δεν ήθελεν έχει την σκληρότητα να τους αρνηθή ολωνών εκείνων που με εγύρεψαν διά να υπανδρευθώ· εις τον ένα έλεγε πως είμαι στεγνή ωσάν ένα ξύλον· εις άλλον πως είμαι υδρωπική· εις άλλους κουτσή και κρατημένη, και εις άλλους τρελλή και ότι έχω λέπραν, και είμαι πάντα άρρωστη· κοντολογής με παρασταίνει διά ένα πλάσμα ανάξιον της ανθρωπίνης ενώσεως, και μου έβγαλεν όνομα πως είμαι μία ασχημοτάτη, που παρόμοια εις τον κόσμον δεν είναι, και κανείς πλέον δεν με ζητεί· όθεν είμαι καταδικασμένη εις μίαν παντοτεινήν σωφροσύνην χωρίς την θέλησίν μου.
Τελειώνοντας αυτά τα λόγια εκαμώθηκε πως κλαίει και επαράστησε με τόσην τέχνην την μορφήν της, που ο Κατής έμεινε γελασμένος. Ω πατέρα βάρβαρε, εφώναξεν αυτός· ημπορείς εσύ να τυραννήσης με τόσην σκληρότητα μίαν θυγατέρα τόσον γλυκυτάτην και ωραίαν; Και ποία είναι το λοιπόν, η γνώμη του πατρός σου; ακολούθησε προς αυτήν, μίλησέ μου το λοιπόν, Αγγέλισσά μου, διατί δεν θέλει να σε υπανδρεύση; Δεν ηξεύρω καθόλου, ω αυθέντη, είπεν η Ζερμπρούδα, ξανανεώνοντάς τα κλάμματά της, δεν ηξεύρω ποίες είναι οι γνώμες του· μα σου ομολογώ ότι η υπομονή μου έφθασεν εις το άκρον δεν ημπορώ πλέον να ζήσω εις την κατάστασιν που ευρίσκομαι· ηύρα το μέσον διά να έβγω από το σπήτι, και επρόστρεξα εις την δικαιοσύνην σου διά να λάβης έλεος να του μιλήσης, διά να με υπανδρεύση, και να έβγω από την τυραννίαν του, ειδεμή θέλω θανατωθη με τα ίδιά μου χέρια.
Η Ζεμπρούδα με τούτα τα υστερινά λόγια ετελείωσε διά να συγχίση τον νουν του Κατή. Όχι, όχι απεκρίθη αυτός, δεν αποθαίνεις, ούτε θέλεις πλέον κάμει την ζωήν που έως τώρα έκαμες. Δεν στέκει παρά εις εσένα το να έβγης από τα σκότη που σκεπάζουν την ωραιότητά σου, και να γένης εις τούτην την ίδιαν ημέραν, γυναίκα του Κατή του Μπαγδατιού. Ναι, ω τελεία εικόνα του παραδείσου, εγώ είμαι έτοιμος διά να σε στεφανωθώ, αν εσύ αγαπάς να κλίνης. Αυθέντη, απεκρίθη αύτη, εγώ από το μέρος μου δεν θέλω αρνηθή τέτοιαν χάριν και τιμήν που ζητείς να μου κάμης, μα φοβούμαι ότι δεν θα ημπορέσης να καταπείσης τον πατέρα μου, με το να είναι πολλά σκληρός, καθώς θέλεις τον δοκιμάσει. Μη σε μέλει δι' αυτό, λέγη ο Κατής, εγώ σου τάσσω κάθε καλόν αποτέλεσμα, πες μου μοναχά εις ποίον μαχαλά στέκει ο πατέρας σου, τι τέχνην κάνει, και πώς ονομάζεται, και άφησε να κάμω εγώ. Αυτός ονομάζεται Ουστά Ομάρ, του αποκρίνεται αυτή, και είναι βαφιάς και κατοικεί σιμά εις την αγοράν. Τόσον φθάνει, της λέγει ο Κατής· εσύ ημπορείς να ξαναγυρίσης εις το σπήτι σου, και ογλήγορα θέλεις λάβει το ποθούμενον. Τότε η Κυρά αφού έδωσε μίαν γλυκιάν ματιάν του Κατή, εμπουλώθη και εμίσευσεν απ' εκεί, και ήλθε να με εύρη.
Αυτή μου έδωσε λογαριασμόν διά τα όσα ωμίλησε του Κατή και είχε τόσην ευχαρίστησιν εις αυτό, που δεν ημπορούσε να σταθή ήσυχη έως που θα ήθελεν ιδεί το αποβησόμενον. Ημείς θέλομεν ξεδικηθή, μου έλεγεν· ο φίλος μας που ενόμιζε να γένωμεν παίγνιον εις τον κόσμον θέλει γένη αυτός μύθος της χώρας. Και κατά αλήθειαν ευθύς που η Ζεμπρούδα εμίσευσεν από τον κριτήν, αυτός έστειλεν ένα μουχξούρι εις το σπήτι του Ουστά Ομάρ, και τον έκραξε διά να έλθη εμπροστά του. Ο βαφιάς ήρθεν όλος τρεμάμενος έμπροσθέν του τον οποίον βλέποντας ο κριτής, τον έβαλε να καθήση κοντά του. Αυτός έμεινε εκστατικός διά τες τιμές που ελάμβανε, και δεν ήξευρε τι δηλούν. Ουστά Ομάρ, του λέγει ο Κατής, έχω μεγάλην ευχαρίστησιν να σε ιδώ· είναι πολύς καιρός που ακούω να μιλούν πολύ καλά διά εσένα· λέγουν πως είσαι ένας άνθρωπος καλών ηθών, και πιστός μουσουλμάνος, που ποτέ δεν λείπεσαι από το μετζίτι, που πας πέντε φορές την ημέραν διά να κάνης την προσευχήν σου, και άλλα έργα διά τα οποία έχω πολλήν ευχαρίστησιν· λέγουν ακόμη ότι υποχρεώνεις εις την σωφροσύνην την θυγατέρα σου που είναι εις ηλικίαν υπανδρειάς, διά το οποίον ο Προφήτης επρόσταξεν να υπανδρευθούν όλοι διά να αυξήση ο κόσμος, και εις τούτο μόνον καταλαμβάνω που κάνεις αδύνατα και αμαρτάνεις βαρύτατα.
Αφέντη κριτή, απεκρίθη ο Ουστά Ομίρ, όλα όσα και αν είπες είναι αληθινά, έξω από της θυγατρός μου· και άκουσον το αίτιον που δεν την υπανδρεύω· αύτη είναι περασμένης ηλικίας, διά να υπανδρευθή, επειδή έχει τριάντα χρόνους, και η κακορίζικη δεν είναι εις στάσιν να παρουσιασθή εις άνδρα. Αυτή είναι ασχημοτάτη, σακάτισσα, κολοβή, παλαβή, και κοντολογής είναι τέρας της φύσεως. Πολλά καλά, είπεν ο Κατής χαμογελώντας· εγώ αυτό το εκαρτερούσα, Ουστά Ομάρ· ήμουν αρκετά βεβαιωμένος ότι εσύ ήθελες κάμει ένα παρόμοιον πανηγυρικόν της θυγατρός σου· μα ήξευρε, ακριβέ μου φίλε, ότι ετούτη η ασχημοτάτη, η κολοβή και σακάτισσα, με όλα τα άλλα ελαττώματα που έχει, είνε πολλά αγαπημένη από έναν άνθρωπο, ο οποίος επιθυμεί να την πάρη εις γυναίκα, και αυτός ο άνθρωπος είμαι εγώ.
Εις τούτην την ομιλίαν ο βαφιάς εκύτταξε τον κριτήν εις το πρόσωπον με θαυμασμόν, και του είπε· αν έχης επιθυμίαν, αφέντη, να με εμπαίξης είσαι νοικοκύρης, και ημπορείς να γελάσης όσον σου αρέσει με την θυγατέρα μου. Όχι, μη γένοιτο, απεκρίθη ο Κατής, εγώ δεν γελώ με κανένα, μα αγαπώ την θυγατέρα σου, και διά τούτο σου την γυρεύω. Ο τεχνίτης ακούοντας έτσι, εδόθηκεν εις ένα μεγάλον γέλωτα. Μα τον Προφήτην εφώναξε, κάποιος σου έδωσε να καταλάβης ένα ψεύμα επειδή και σε βεβαιώνω, ω αυθέντη, ότι η θυγατέρα μου είναι κρατημένη, κολοβή και ιδροπικιασμένη. Ας είναι, αντίκοψεν ο Κατής, εγώ την δέχομαι εις τούτην την μορφήν που είναι, επειδή και αγαπώ παρόμοιες κόρες! τοιαύτης λογής είναι η άρεσίς μου, και εσένα δεν πρέπει να σε μέλη δι' αυτό. Εγώ ξαναλέγω ακόμη ετούτην την φοράν, λέγει ο βαφιάς, ότι η θυγατέρα μου δεν είναι διά την αφεντιάν σου με το να είναι τερατώδης. Ω, ετούτο είναι πολύ, λέγει ο Κατής, με φωνήν θυμωμένην· είμαι βαρεμένος από τούτα τα λόγια, Ουστά Ομάρ· εγώ θέλω εσύ να μου την δώσης ετούτην την άσχημον και τερατώδη, καθώς αυτή είνε, εις γυναίκα, και μη μου αποκρίνεσαι άλλο.
Ο βαφιάς βλέποντάς τον αποφασισμένον διά να στεφανωθή την θυγατέρα του, και βεβαιωμένος ότι τινάς διά περιδιάβασίν του τον έκαμε διά να λάβη κλίσιν με αυτήν, είπε με τον εαυτόν του. Κάμνει χρεία να του ειπώ πως προίκα καμμιάς λογής δεν έχω να της δώσω, και με τούτο θέλει τραβηχθή να μη μου μιλήση άλλο. Αυθέντη, του είπεν, εγώ είμαι πρόθυμος διά να σε υπακούσω οπόταν θέλης έτσι· μα ήξευρε πως προίκα δεν έχω να σου δώσω, και αν την θέλης χωρίς προίκαν καλώς, ειδεμή ας κάθεται. Ετούτο είνε παρά πολύ, είπεν ο Κατής, μα ας είνε· εγώ είμαι ευχαριστημένος να την λάβω και δίχως προίκα, και λέγοντας, ούτως ηθέλησε διά να γραφθή η συμφωνία. Ο βαφιάς του εναντιώθη, ότι το γράμμα δεν θέλει το υπογράψει, ανίσως και δεν είναι παρόν εκατόν και ένας μάρτυρες, οι οποίοι να είνε Ιμάμιδες, Μουλάδες, και Χοτζάδες. Εσύ απιστείς πολύ, του λέγει ο Κατής· μα δεν βλάπτει, θέλω να σε ευχαριστήσω, επειδή και δεν θέλω να υστερηθώ την θυγατέρα σου. Τότε έστειλε τους τζοχανταρέους του διά να πηγαίνουν να κράξουν τοιούτους μάρτυρας, και εις ολίγον ήλθαν περισσότεροι από όσους εζητούσεν ο βαφιάς.
Αφού εσυναθροίσθησαν όλοι εκεί, ο βαθιάς είπεν έτσι του Κατή· αυθέντη εγώ σου δίνω την θυγατέρα μου εις νόμιμόν σου γυναίκα· επειδή και θέλεις έτσι μα σου ομολογώ έμπροσθεν εις τούτους τους αφεντάδες, ότι αν αυτή δεν ήθελε σου αρέση, να μην ημπορής, να την χωρίσης, με κανένα τρόπον και αν χωρίση θα ήθελες μου δώση χίλια φλωριά ευθύς εις το χέρι. Καλώτατα, απεκρίθη ο Κατής, είμαι ευχαριστημένος, και σου δίνω τον λόγον μου δι' αυτό με όρκον, εμπρός εις τους περιεστώτας μάρτυρας. Δίδοντας το λοιπόν ο Κατής τον λόγον του με εκείνον τον τρόπον και ωσάν αποβεβαιώθη η συμφωνία τους από τους μάρτυρας, ο βαφιάς εβγήκε λέγοντας ότι υπάγει να του στείλη την νύμφην του, και με το μίσευμα του βαφιά ανεχώρησαν και οι μάρτυρες, και έμεινεν ο Κατής μόνος εις το σπήτι του γεμάτος από ευχαρίστησιν, και δεν έβλεπε την ώραν διά να ιδή την νέαν του γυναίκα.
Αυτός λοιπόν ο Κατής είχε δύο χρόνους που είχε πάρει εις γυναίκα μίαν θυγατέρα ενός πραγματευτού πλουσίου, η οποία μαθαίνοντας ότι ο άνδρας της απεφάσισε να πάρη και άλλην γυναίκα, της εκακοφάνη τόσον, που δεν ηθέλησε πλέον να σταθή με αυτόν, τον οποίον κράζοντάς τον του είπε· ήκουσα σήμερον ότι θέλεις να πάρης και άλλην γυναίκα, διά το οποίον σου λέγω, ότι ανίσως και την πάρης δεν στέκω μαζί σου, ό,τι δεν ημπορώ να φτουρήσω μίαν αισχύνην παρομοίαν και είμαι ευχαριστημένη καλύτερον να με χωρίσης, παρά να ιδώ άλλην γυναίκα μαζί σου. Εσύ μου έκαμες μίαν μεγάλην χάριν να μου το ειπής εμπροσθήτερα, της απεκρίθη ο Κατής, επειδή και δεν ετολμούσα διά να σου ειπώ εγώ την νέαν μου υπανδρείαν· μα σαν είνε έτσι θέλω σε ευχαριστήσει. Και ούτω λέγοντας, ευθύς άνοιξε μίαν κασσέλαν και έβγαλε μίαν σακκούλαν και της εμέτρησε χίλια φλωριά, λέγοντάς της· έπαρε, ω γυναίκα, την προίκα σου, και ύπαγε όπου θέλεις· «Εγώ σε χωρίζω μίαν φοράν, δύο φορές, τρεις φορές σε αποχωρίζομαι, και διά πλέον βεβαιωσύνην σου δίδω ετούτα τα λόγια εγγράφως και υπογραμμένα από τον Αναΐππην μου κατά τους νόμους». Και με τούτον τον τρόπον εχώρισε την γυναίκα του, η οποία εν τω άμα ετραβήχθη εις τον πατέρα της μαζί με την προίκα της.
Ευθύς που αυτή ανεχώρησεν ο Κατής έκαμε και εστόλισε το σπήτι του με διάφορα στολίδια, ήγουν με πεύκια, εύμορφα στρωσίδια και άλλα ευγενικά πράγματα, διά να δεχθή την νέαν του γυναίκα, και όλα ήταν έτοιμα και εκαρτερούσε με μεγάλην ανυπομονησίαν να δεχθή την πολλά αγαπημένην του, και δεν έβλεπε την ώραν πότε να έλθη. Δεν απέρασεν ώρα και ιδού βλέπει και έρχονται δύο βαστάζοι φέροντες ένα γάιδαρον φορτωμένον με μίαν κασσέλαν, σκεπασμένην με ένα πεύκι μεταξωτόν πράσινον· τι μου φέρετε εσείς ω φίλοι, τους λέγει ο Κατής; αυθέντη του απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αποθέτοντες την κασσέλαν εις την γην, εδώ είνε η νύμφη σου· σήκωσε το πεύκι και ιδές την πόσον είνε εύμορφη και καλοκαμωμένη. Ο Κατής με προθυμίαν σηκώνει το πεύκι, και με έκστασιν βλέπει μίαν κόρην κολοβήν, μίαν ράχιν που υπερέβαινε την κεφαλήν της, και κρατημένην από χέρια και ποδάρια, και περιπλέον είχε το πρόσωπόν της μακρύ μισήν πήχυν και γεμάτο από πρίσματα, τα μάτια πετασμένα και κόκκινα ωσάν την φωτιάν, το στόμα της τρανόν ωσάν του κροκοδείλου, με τα δόντια πετασμένα έξω από τα χείλη, και η μύτη της ήτο τόσον πλατεία, που εφαίνονταν να ήσαν δύο φούρνοι. Τότε αυτός ο Κατής δεν ημπόρεσε να ιδή ένα τέτοιο τέρας χωρίς να του κάμη τρόμον, όθεν την εξανασκέπασεν ευθύς με το πανί, και λέγει των βαστάζων· τι θέλετε εσείς να κάμω ετούτο το ελεεινόν θέαμα, ω ζώα; Αυθέντη, του απεκρίθησαν οι βαστάζοι, αυτή είνε η θυγατέρα του Ουστά Ομάρ, βαφιά, ο οποίος μας είπεν ότι την εστεφανώθης από αγάπην και μας την έδωσε διά να σου την φέρωμε. Δίκαιε Ουρανέ, εφώναξεν ο Κατής, ημπορώ να στεφανωθώ ένα τέρας της φύσεως παρόμοιον;
Εις τον ίδιον καιρόν ο βαφιάς προβλέποντάς την έκστασιν του Κατή, έφθασεν εκεί. Ταλαίπωρε, του λέγει ο Κατής, διά ποίον με παίρνεις; δεν ηξεύρεις που εγώ ημπορώ να σε παιδεύσω κατά πως σου πρέπει και να σε βάλω εις τα σίδερα, που παίρνεις τόση τόλμη να αναγελάσης με εμένα; φοβήσου τον θυμόν μου, ω δυστυχή, και αντίς διά τούτο το τέρας της φύσεως που μου έστειλες, δος μου την άλλην σου θυγατέρα, της οποίας η ευμορφιά μου είνε πολλά επιθυμητή· ειδεμή θέλεις δοκιμάσει πόσον ημπορεί να κάμη ένας Κατής θυμωμένος. Αυθέντη, του λέγει ο Ομάρ, παύσε να με φοβερίζεις, σε παρακαλώ, και μην είσαι θυμωμένος εναντίον μου· ομνύω εις τον Πλάστην του κόσμου ότι άλλην θυγατέρα από αυτήν δεν έχω· εγώ σου το είπα χίλιες φορές ότι αυτή διά λόγου σου δεν ήτον· μα εσύ δεν ήθελες να με πιστεύσης, και εις τούτο δεν έχω πταίξιμον κανένα. Ο Κατής εις ετούτα τα λόγια ήλθεν εις τον εαυτόν του, και λέγει του βαφιά. Ομάρ σήμερον το ταχύ ήλθεν εδώ μία κόρη πολλά ωραία και μου είπε πως είνε θυγατέρα σου, και πως δεν θέλεις να την υπανδρεύσης, δίδοντας να καταλάβη ο κόσμος πως είνε λίαν τερατώδης, διά να μην ήθελε κανείς σου την γυρέψη εις γυναίκα. Αυθέντη, του λέγει, ο βαφιάς, εκείνη η εύμορφη κόρη είμαι βέβαιος πως σε ενέπαιξε, βαλμένη από κανένα εχθρόν σου, διά να σου κάμη καταισχύνην και σε περιπαίξη.
Τότε ο Κατής άρχισε να τραβά τα γένεια του, και να στοχάζεται διά πολλήν ώραν· έπειτα είπεν· ετούτη είνε μία δυστυχία που έμελλε να μου έλθη, και δεν κάνει χρεία να μιλήσωμεν άλλο. Κάμε, σε παρακαλώ, να ξαναφέρουν την θυγατέρα σου εις το σπήτι, και σου δίδω και τα χίλια φλωριά που σου έταξα και μη ζητής άλλο, αν θέλης να είμεθα φίλοι. Ο βαφιάς διά να μην έλθη εις άλλα λόγια με τον Κατήν, και διά να μη τον κάμη εχθρόν του, έστερξε να κρατήση τα χίλια φλωριά, και να πάρη την θυγατέρα του οπίσω, κάνοντας πρώτον να την χωρίση κατά τους νόμους.
Ετούτο το συμβάν εμαθεύθη πολλά ογλήγορα εις όλην την χώραν, και έγινεν εις όλους αξιογέλαστον το εμπαίξιμον του Κατή, και διά πολλές ημέρες δεν ωμιλούσαν άλλο παρά δι' αυτόν· Ημείς ξεχωριστά εχαρήκαμεν μεγάλως διά την εκδίκησιν που εκάμαμεν του Κατή, χωρίς παντελώς να το καταλάβη· Απερνώντας αυτή η εκδίκησις, έστειλα ένα μετζίλι διά να διηγηθή του βασιλέως πατρός μου τα όσα μου εσυνέβηκαν αφού και εμίσευσα από κοντά του, και τον εβεβαίωσα ότι ογλήγορα ήμουν διά γύρισμα ομού με την αγαπημένην γυναίκα που επήρα. Και εκεί που εκαρτερούσα την απόκρισιν με το μετζίλι, αλλοί εις εμένα, μου έφερε μαντάτα πολλά θλιβερά, ότι ο βασιλεύς πατέρας μου μανθάνοντας ότι οι Άραβες κλέφτες, που μας επάτησαν, εσκότωσαν όσους και αν είχα κοντά μου, και λογιάζοντας ότι και εγώ έμεινα σκοτωμένος, από την λύπην του απέθανε, και ότι ανέβη εις τον θρόνον του ένας εξάδελφός μου, ονόματι Αμαδεδίν, ο οποίος με μίαν γραφήν που έγραψε με το ίδιον μετζίλι μου εσημείωνε την χαράν που ο λαός έλαβεν, ακούοντας πως ευρισκόμουν ζωντανός· και ότι με εκαρτερούσε μετά πάσης χαράς διά να πηγαίνω το συντομώτερον, και ήτον έτοιμος διά να μου απαρατήση θεληματικώς τον θρόνον που εις εμέ απαρθένευεν. Ετούτη η είδησις με έκαμε διά να αποφασίσω το γληγορότερον να γυρίσω εις το Μουσούλ. Έλαβα θέλημα από τον Μουφάκ πενθερόν μου, και παίρνοντάς την γυναίκα μου ομού με πολλούς ανθρώπους διά φύλαξιν, εμίσευσα διά το Μουσούλ.
Δεν είχα φθάσει ακόμη εις το ήμισυ της στράτας, και ιδού που βλέπω τον Αμαδεδίν να έρχεται με πολύν λαόν, και με τους προεστούς του Μουσούλ εις συναπάντησίν μου και φθάνοντάς με επέζευσεν ευθύς από το άλογόν του, και ήλθε και με επροσκύνησε δείχνοντάς μου την καλήν του προθυμίαν, καθώς εις την επιστολήν του μου το εσημείωνεν. Έπειτα ήλθαν όλοι οι προεστοί και με μεγάλον σέβας με επροσκύνησαν και με ευφήμησαν διά βασιλέα τους. Και ούτω συντροφιασμένος με όλους εκείνους εμβήκαμεν εις το Μουσούλ με μεγάλην παράταξιν όλος και ο λαός έδειξε με μεγάλους αλαλαγμούς την ευχαρίστησίν του που με εξαναείδε, και έκαμε διά τρεις ημέρας μεγάλες χαρές και πανηγύρεις.
Τελειώνοντας δε αυτές οι χαρές έβαλα εις καλήν τάξιν όλα τα του βασιλείου, και εβασίλευσα επάνω εις τον ραγιά μου με πολλήν θερμότητα. Αγαπούσα περισσότερον παρά ποτέ την Ζιμπρούδα, και εζούσα πολλά ευτυχισμένος, οπόταν ένας νέος Δερβύσης φανερώνεται εις την αυλήν μου, ο οποίος, με τες διάφορες χάρες και πνεύμα χαριέστατο που είχεν, επροχώρησεν εις τους προεστούς του παλατίου μου, και τον επήραν εις μεγάλην αγάπην, και άλλο δεν ωμιλούσαν παρά διά τες μεγάλες χάρες του Δερβύση. Μου ήλθεν επιθυμία να τον ιδώ, και ευρίσκοντάς τον πλέον χαριτωμένον από εκείνο που άκουα, τον επήρα εις τόσην υπόληψιν, που τον έκαμα ένα από τους της αυλής μου, διά να τον έχω πάντα κοντά μου, να με ευφραίνη με τες διήγησές του και με τες μεσελέδες του, ο οποίος ήτον πολλά πρακτικός από όλα τα πράγματα του κόσμου· επειδή και με όλον που ήτον νέος είχε περιπατήσει πολύν κόσμον.
Μίαν ημέραν που ευρισκόμασθε εις το κυνήγι εις ένα λόγγον εξεμάκρυνα από τους ανθρώπους μου, και έμεινα με τον Δερβύσην μοναχά. Αυτός εκεί που επερπατούσαμεν, μου εδιηγούνταν τα ταξείδια που είχε κάμει, και διά τα όσα περίεργα που εις τας πόλεις και βασίλεια είχεν ιδεί, και ανάμεσα εις τα άλλα δι' ένα γέροντα Μπαρχάν που εγνώρισεν. Ετούτος ο μέγας άνθρωπος, μου είπεν, ήξευρεν ένα μεγάλον αριθμόν σεκρέτα, ήγουν απόκρυφα, όλα πολλά περίεργα. Αυτός από την πολλήν αγάπην που επήρε, μου έδειξεν ένα σεκρέτον πολλά θαυμαστόν, και μου παρήγγειλε κανενός να μη το ειπώ με όρκον. Ποίας ενεργείας είναι αυτό το σεκρέτον ερώτησα εγώ, μήπως και είναι εκείνο που μετατρέπουν το μολύβι και σίδηρον εις χρυσόν; Όχι, Βασιλέα μου, ετούτο είναι πολύ τιμώτερον από αυτό, ετούτο κάνει να αναζήση ένα κορμί αποθαμμένον, όχι πως να του επιστρέψω την ψυχήν, εις τούτο μονάχα ο Ουρανός ημπορεί να κάμη αυτό το θαύμα, μα κάνω και εμπαίνει η ψυχή μου εις κάθε νεκρόν σώμα, και το ανασταίνω. Και διά να σε ευχαριστήσω θέλω κάμει να ιδής την δοκιμήν εις ετούτην την έλαφον που την έχομεν σκοτωμένην. Εγώ του είπα πως θέλει μου κάμει μεγάλην χάριν κάμνοντάς με να ιδώ ένα τέτοιον πράγμα.
Τότε αυτός μου λέγει· στοχάσου λοιπόν εκείνο που έχω να κάμω. Ευθύς που ετελείωσε ταύτα τα λόγια, βλέπω να πέση το κορμί του χωρίς αίσθησιν, και εις τον ίδιον καιρόν είδα την έλαφον που ανέζησε και εσηκώθη με πολλήν γληγορότητα και έρχεται προς με και με έγλυφε, κάνοντάς μου πολλές χαρές. Και αφού έφερε κάμποσους γύρους πίπτει κατά γης αύτη, και σηκώνεται ο Δερβύσης που ευρίσκονταν νεκρός. Ετούτο το θέαμα μου έπληξε τον νουν και επαρακάλεσα τον Δερβύσην, που ήτο καλύτερον να μη τον είχα ιδή, διά να μου το φανερώση. Αυτός μου απεκρίθη πως διά τον όρκον που έκαμα, δεν ημπορώ να το δείξω κανενός με κανένα τρόπον. Βλέποντάς τον εγώ που δεν έκλινε διά να μου το δείξη μου άναπτε περισσότερον την επιθυμίαν μου διά να μου το φανερώση και από τες πολλές παρακάλεσες τέλος πάντων εκαμώθη, διά να μη με παρακούση, πως απεφάσισε διά να μου το δείξη. Ιδού ω βασιλέα μου διά να σε ευχαριστήσω, μου είπε, σου το δείχνω· φθάνει να είπης με τον νουν σου ετούτα τα δύο λόγια Χαλβιλαχά και Μαχούλ, και κάθε λογής νεκρόν σώμα το αναζής· Ευθύς που έμαθα αυτά τα δύο λόγια ηθέλησα διά να κάμω την ενέργειάν τους επάνω εις την ιδίαν έλαφον, τα οποία λέγοντάς τα ευθύς εμεταμορφώθηκα εις εκείνο το ζώον. Μα η ευχαρίστησις που είχα διά την ενέργειαν που ακολούθησεν ευτυχισμένα, εμετεστράφη ογλήγορα εις τόσον πόνον. Επειδή και ευθύς που το πνεύμα μου εμπήκεν εις το κορμί της ελάφου, ο άνομος και επίβουλος Δερβύσης έκαμε να περάση το εδικόν του εις το κουφάρι μου και ωσάν έλαβε την μορφήν μου, ευθύς παίρνει το δοξάρι μου και το ετέντωσε να με σκοτώση. Εγώ μένοντάς μου το λογικόν, και καταλαμβάνοντάς την γνώμην του, εδόθηκα εις μίαν ταχείαν φυγήν, και με όλον τούτο ο σκληροκάρδιος δεν έλειψε που να τελειώση την επιβουλήν του, μα του εστάθη αδύνατον. Ιδού νέα μου συμφορά, που δι' αυτό εκαταστάθηκα να ζω με τα ζώα εις τα βουνά και εις τους λόγγους. Καλότυχος ανίσως και ήθελα παρομοιάση τελείως, και με το χάσιμο της μορφής μου να ήθελα χάσει και το λογικόν μου, και έτσι δεν ήθελα πέσει εις χίλιες σκληρές και θλιβερές συμφορές.
Εις το αναμεταξύ που εγώ εθρηνούσα την κατάστασίν μου εις τα δάση, ο Δερβύσης εκυρίευε τον θρόνον του Μουσουλίου, και εχαίρονταν το βασίλειόν μου. Και το περισσότερον που με έθλιβεν ήτον, που εστοχαζόμουν πως εχαίρονταν και την αγαπημένην μου Ζεμπρούδαν. Και καθώς αυτός αφού έλαβε την μορφήν μου εστοχάσθη ότι εγώ διά μέσον αυτού του σεκρέτου που μου έδειξε να μην ήθελα φανερωθή εις το παλάτι, και του συγχύσω την ανάπαυσιν, έδωσε θέλημα ότι να έβγουν όλοι οι κυνηγοί να υπάν εις εκείνους τους λόγγους που είμασθε, και να σκοτώσουν, όλες τες ελαφίνες που εκεί ευρίσκονταν. Εγώ όμως διά τύχην μου εις αυτό το αναμεταξύ ηύρα ένα αηδόνι ψόφιον, το οποίον το ανάζησα δίδοντας τες αίσθησές μου εις αυτό. Και υποκάτω εις αυτήν την νέαν μορφήν επέταξα προς το παλάτι του εχθρού μου, και επήγα και εκάθησα επάνω εις ένα δένδρον που ήτον εμπρός εις τα παράθυρα της αγαπημένης μου Ζεμπρούδας.
Εκεί στοχαζόμενος την δυστυχίαν μου, άρχισα να κελαδώ τα πάθη μου με μίαν φωνήν πολλά παθητικήν, κυττάζοντας πάντα τα παράθυρα της αγαπημένης μου. Αυτή ακούοντας ένα λάλημα τοιούτης λογής θλιβερόν και νόστιμον, εβγήκεν εις το παράθυρόν της διά να με ακούση καλά, και εγώ βλέποντάς την ακολουθούσα με περισσοτέραν ισχύν το θλιβερόν μου λάλημα, ωσάν πως να της έδιναν να καταλάβη τον πόνον μου. Μα αλλοί εις εμέ, που αντίς αυτή να συντριβή η καρδιά της από το παθητικόν μου λάλημα, εγελούσε και ελάμβανε ηδονήν ομού με μίαν σκλαβοπούλαν που την αγαπούσε.
Εγώ αποφάσισα να μείνω εις εκείνο το περιβόλι, και ούτω διά πολλές ημέρες έκανα το ίδιον, και ελάμβανα κάποιαν ευχαρίστησιν να θεωρώ την αγάπην μου, με όλον που ήμουν ένα πουλί. Η Ζεμπρούδα δεν έλειπε καθημερινώς να έρχεται να με βλέπη και να χαίρεται, και τέλος πάντων επιθυμώντας διά να με έχη εις την εξουσίαν της, επρόσταξε τους κυνηγούς διά να κάμουν κάθε τρόπον να με πιάσουν. Εγώ αυτοθελήτως εμπήκα εις τα βρόχια, και πιάνοντάς με μέ έφεραν εις την Ζεμπούδαν. Αυτή από την χαράν της με επήρεν εις τα χέρια της, και με εχάιδευσε, και λέγοντάς μου πολλά λόγια χαϊδευτικά με εφίλησε. Τότε και εγώ από το άλλο μέρος επλησίαζα με πολλήν νοστιμάδα την μύτην μου εις τα χείλη της και την εγλυκοφιλούσα. Α μαργιόλικο, εφώναξε γελώντας, φαίνεται, πως απεικάζεις εκείνο που σου λέγω ω και τι πολλά νόστιμον που είσαι. Και αφού μου έκαμε και άλλα χάδια, με έβαλεν εις ένα χρυσόν κλουβί, και το εκρέμασεν εις τον χοντζερέ της. Κάθε ημέραν οπόταν αυτή εξυπνούσεν, εγώ ελαλούσα με πολλήν νοστιμάδα, και οπόταν ήρχονταν να μου δώση τίποτε να φάγω, αντί να φαίνομαι αγριωμένον, άπλωνα τες φτερούγες μου, και επλησίαζα φέροντας την μύτην μου διά να λάβω το φαγί. Αυτή έμνεισκεν εκστατική βλέποντάς με πολλά ήρεμον, και κάποτε με έβγαζεν από το κλουβί και επετούσα με ελευθερίαν, μα από κοντά της δεν έφευγα έχοντας χαράν να την χαϊδεύω εγώ με τες φτερούγες μου, και με το πέτασμα που έκανα ολόγυρά της, και με κάποια γλυκά τζιμπήματα που της έκανα. Και με τούτον τον τρόπον αυτή με αγαπούσε τόσον, που μίαν ώραν δεν έστεκε χωρίς να με έχη κοντά της.
Αν εις την δυστυχίαν μου είχα κάποιαν άνεσιν εις το να ευρίσκωμαι σιμά εις την αγάπην μου το επλήρωνα πολλά ακριβόν, οπόταν έβλεπα τον άνομον Δερβύσην να έρχεται με την μορφήν μου προς αυτήν, και να την χαίρεται ο μιαρός. Τι ανυπόφερτη δυστυχία και θλίψις! οπόταν το ενθυμούμαι όλος τρέμω. Ως τόσον βλέποντας έτσι, κάθε ολίγον εσήκωνα τους οφθαλμούς μου εις τον ουρανόν, και εζητούσα εκδίκησιν εις τούτο το άδικον που μου εγίνετο, και η καρδία μου ήτον γεμάτη από θυμόν, και εθλιβόμουν μεγάλως. Αν καμμίαν φοράν ο Δερβύσης ήθελε να με χαϊδεύση, οπόταν η Ζεμπρούδα με εκρατούσεν εις τα χέρια της, του έδιδα τόσες τσιμπησιές με θυμόν με την μύτην μου που τον έκανα να με αφίνη· μα ο θυμός μου δεν επροξενούσεν άλλο, παρά να τους κάνω να γελούν.
Η Ζεμπρούδα ως τόσον εκρατούσεν εις τον ίδιον χοντζερέ μίαν σκυλοπούλαν που την αγαπούσεν· ετούτη η σκύλα μίαν ημέραν που ήμασθε μοναχοί, εψόφησε τον καιρόν που εγεννούσε, και ο ψόφος της μου εφώτισε τον νουν διά να κάμω την τρίτην δοκιμήν· Θέλω, είπα να ιδώ τι έχει να κάμη η Ζεμπρούδα βλέποντας το αηδόνι ψόφιον, θα θλίβεται, ή όχι; και ούτω λέγοντας επέρασε το πνεύμα μου εις το κορμί της σκύλας, και άφησα το αηδόνι ψόφιον και τούτον τον στοχασμόν ο Ουρανός μου τον εξαπόστειλε, διά να κάμω την εκδίκησίν μου.
Οπόταν η Ζεμπρούδα ήλθεν εις τον χοντζερέ της, βλέποντας το αηδόνι ψόφιο, έβγαλε μίαν φωνήν τόσον δυνατήν, που έτρεξαν όλες οι δούλες της. Κυρά, της είπαν, τι έπαθες; σου εσυνέβη κανένα εναντίον; α πιστές δούλες μου, εγώ είμαι απελπισμένη, τους απεκρίθη κλαίοντας πικρώς· το πτωχόν αηδόνι μου, το αγαπημένον μου αηδόνι εψόφησεν. Α, ακριβόν μου πουλί, διατί με υστέρησες έτσι ογλήγορα; πώς ημπορώ να υποφέρω μην ακούοντας πλέον την γλυκειάν σου φωνήν και τα νόστιμά σου παιγνίδια; Αυτά και άλλα λέγοντας ήτον τόσον περίλυπη, που καμμιά από τες σκλάβες της δεν ημπόρεσε να την παρηγορήση. Έδωκαν ως τόσον την είδησιν του Δερβύση διά την θλίψιν της Βασίλισσας, ο οποίος έτρεξε με ταχύτητα προς αυτήν, διατί την αγαπούσε και αυτός κατά πολλά. Αυτός έκαμε κάθε τρόπον διά να την παρηγορήση, μα εστάθηκαν όλοι του οι κόποι άκαιροι.
Τέλος πάντων βλέποντας που καμμίαν παρηγορίαν δεν ελάμβανε, της είπε· μη θλίβεσαι πλέον, αγαπημένη μου Ζεμπρούδα, ότι εστοχάσθηκα μ' ένα σεκρέτον που έχω, να κάμω το αηδόνι, ότι κάθε ταχινήν να έρχεται να σε διασκεδάζη διά μίαν φοράν μόνον, και αύριον το ταχύ θέλεις ιδεί την δοκιμήν. Μη με παίρνεις διά μίαν αστόχαστην, σε παρακαλώ, απεκρίθη εκείνη, και θέλεις να με περιπαίξης, δίδοντάς μου να καταλάβω να μου το αναστήσης. Εγώ τα λόγια σου δεν τα πιστεύω, και άφησε παρακαλώ διά να ξεθυμάνω κλαίοντάς το. Μη γένοιτο, μη γένοιτο, Βασίλισσά μου, της απεκρίθη αυτός, πως σου το λέγω διά κανένα τέλος και διά να πιστεύσης, ιδού που θέλω σε κάμει να ιδής την δοκιμήν.
Τότε κάνοντας να έβγουν όλες οι δούλες της από εκεί, έμειναν αυτοί οι δύο μοναχοί και εγώ ωσάν σκύλλα που ήμουν έστεκα εις μίαν αγκωνήν, και επαρακαλούσα τον Ουρανόν διά να βάλη εις πράξιν το έργον, διά να ξεδικηθώ. Παίρνοντας λοιπόν ο Δερβύσης ένα θρονί εκάθησε, και λέγοντας εκείνα τα δύο λόγια, έπεσε χωρίς αίσθησες· και εν τω άμα το αηδόνι ανέζησε, και άρχισε να λαλή με μεγάλον θαυμασμόν της Ζεμπρούδας. Εγώ ευρίσκοντας τον καιρόν ευτυχισμένον ευθύς αφίνω το κορμί της σκύλας, και με ταχύτητα εξαναπήρα το ιδικόν μου, και εις τον ίδιον καιρόν τρέχω με βίαν, και αρπάζω το αηδόνι από το κλουβί και του τραβώ τον λαιμόν, και το εσκότωσα. Έπειτα το έβαλα εις τα ποδάριά μου και το εκαταπάτησα με πολύν θυμόν· τι κάνεις, ω Βασιλέα, η Ζιμπρούδα μου είπε φωνάζοντας· διατί μου εφόνευσες με τούτον τον τρόπον το αηδόνι μου; όταν εσύ δεν ήθελες να ξαναζήση, δεν έπρεπε να το ανακράξης εις νέαν ζωήν. Ευχαριστίαν να έχη ο ουρανός, εφώναξα τότε εγώ, χωρίς να αφηκρασθώ αυτή το τι έλεγε, τόσον ήμουν φερμένος από την χαράν μου διά την εκδίκησιν που έκαμα εις την καταφρόνησιν που ανόμως ο Δερβύσης έκαμε της τιμής μου, και της αγάπης μου. Η Ζεμπρούδα έμεινεν εκστατική εις το να με ακούση να ομιλώ ούτως. Βασιλέα, αυτή μου λέγει, τι δηλούν ετούτα που μιλείς; Εγώ τότε της εδιηγήθηκα τα όσα μου εσυνέβηκαν από αιτίαν του μιαρού Δερβύση, και επαρατήρησα, εκεί που της τα εδιηγούμην, εγέμισε το πρόσωπόν της από εντροπήν διά την απάτην που έλαβε, και μου έκαμεν άδικον, που δεν το ήξευρε. Και από την θλίψιν της ήτον όλη έξω από τον εαυτόν της, χωρίς να έχη παρηγοριάν. Δεν ημπορούσεν αυτή να αμφιβάλλη ότι εγώ δεν ήμουν ο καθολικός της άνδρας, διατί το κορμί του Δερβύση που ευρέθη εις τα δάση νεκρόν την εβεβαίωνε.
Αφού και ετελείωσα να φανερώσω της Ζεμπρούδας ένα συμβεβηκός τόσον παράξενον, το εμετανόησα πολλά, και ήτον καλύτερα που να μην της είχα ειπή την αλήθειαν, διατί αλλοί εις εμένα, ημπορούσε να ζήση· μα τι λέγω; πού χάνεται το πνεύμα μου; δεν ηξεύρω εγώ ότι τα καλά και τα κακά που μέλλουν να έλθουν στέκουν γραμμένα εις τον Ουρανόν; Ως τόσον η Ζεμπρούδα εσυνέλαβε τόσην θλίψιν και πίκραν εις την απάτην που έλαβε, και έδωσε την ευχαρίστησιν εκείνου του τρισαθλίου, που δεν μου εστάθη δυνατόν διά να την παρηγορήσω, δίδοντάς της να καταλάβω ότι το λάθος της ήτον όλον άξιον συμπαθείας, και ότι όλον το ανόμημα ήτον του μιαρού Δερβύση· μα όλες εστάθηκαν μάταιες η παρηγοριές που της έκαμα. Και δεν απέρασαν ολίγες ημέρες που από την θλίψιν της εξεψύχησεν εις τες αγκάλες μου, ζητώντας μου συμπάθειον διά ένα ανόμημα, του οποίου δεν ήτο πταίστρια.
Δεν ημπορώ να σας διηγηθώ καταλεπτώς τον πόνον, και την θλίψιν που έλαβα εις το να χάσω τοιούτης λογής γυναίκα. Και αφού έκαμα να την θάψουν με εκείνην την τιμήν που της έπρεπεν, έκραξα τον Αμαδεδίν εξαδελφόν μου, και του λέγω· εξάδελφέ μου, με το να μην έχω κληρονόμον, σου απαραιτώ τον θρόνον του Μουσούλ να χαρής την βασιλικήν μεγαλειότητα, επειδή και εγώ θέλω να περάσω το επίλοιπον της ζωής μου ωσάν απλούς άνθρωπος, από τον μεγάλον πόνον που έχω διά τον χαμόν της αγαπημένης μου Ζεμπρούδας. Ο Αμαδεδίν που αληθώς με αγαπούσε, δεν έπαυσε να με παρακινήση να αλλάξω αυτήν την απόφασιν, μα τον έκαμα να καταλάβη ότι άκαιρα χάνει τους λόγους του.
Άφησα λοιπόν τον Αμαδεδίν εις τον θρόνον του Μουσούλ, και συντροφιασμένος μοναχά με ολίγους σκλάβους, έφθασα εις το Μπαγδάτ με πολύ χρυσίον και πετράδια, ήγουν διαμάντια. Επήγα και κατέβηκα εις το σπήτι του πενθερού μου Μουφάκ, του οποίου εστάθη μέγας ο θαυμασμός ομού και της γυναικός του εις το να με ιδούν, οπόταν τους εφανέρωσα τον θάνατον της θυγατρός τους, που πολύ την αγαπούσαν. Δεν έκαμα ετούτην την διήγησιν χωρίς να χύσω άπειρα δάκρυα και χωρίς να μη κινήσω και τα εδικά τους.
Δεν εστάθηκα πολύν καιρόν εις το Μπαγδάτι· αλλ' ανταμώθηκα με μίαν συντροφιάν από χατζήδες, και επήγα εις την Μέκκαν και αφού επροσκύνησα εκείνους τους τόπους, συντροφεύθηκα με τους χατζήδες Ταρτάρους, και απερνώντας από τούτην την χώραν, μου άρεσε, και αποφάσισα να κατοικήσω εις αυτήν, και είνε έως τώρα χρόνια σαράντα που ευρίσκομαι εδώ, και περνώ μίαν ζωήν καλογηρικήν ή μοναχικήν, και με κανένα δεν έχω αντάμωσιν. Η Ζεμπρούδα είναι πάντα εις τον νουν μου, και λαμβάνω κάποιαν ευχαρίστησιν να την ενθυμούμαι.
Ακολούθησις και τέλος της ιστορίας του βασιλέως Καλάφ, και της βασιλίσσης της Κίνας.
Τελειώνοντάς την ιστορίαν του ο Βασιλεύς του Μουσούλ, είπε προς τους φιλοξενουμένους του. Ετούτη είναι η ζωή μου· εσείς βλέπετε από τες δικές σας και δικές μου δυστυχίες, ότι η ζωή η ανθρώπινος είναι ωσάν ένας κάλαμος, που κινείται πότε από τον ένα άνεμον, πότε από τον άλλον. Εγώ ως τόσον ζω μίαν ζωήν ήσυχον, και είμαι πολλά ευχαριστημένος. Ο Τημουρτάς, η γυναίκα του, και ο Καλάφ επαίνεσαν την μεγαλοψυχίαν του, και υπομονήν εις τα όσα του εσυνέβηκαν ομοίως και την απόφασιν που έκαμε διά να ζήση εις ησυχίαν. Ύστερα από αυτά ο γέρων τους εδιώρισε τρία κρεββάτια διά να πηγαίνουν να αναπαυθούν εκείνην την νύκτα. Το ταχύ δε ξημερώνοντας επήγεν ο γέρων να τους εύρη και τους είπεν· ιδού που εσείς δεν είσθε μοναχά δυστυχείς· ήκουσα σήμερον ότι ήλθεν ένας αποστολάτορας από τον Βασιλέα Κασμίρ με ορισμόν ότι αν ήθελεν ευρεθή εδώ ο Χάνης των Νογκίδων με την φαμηλιάν του να τον πιάσουν, και να τον φυλακώσουν, επειδή έφυγεν από την επαρχίαν του. Εις ταύτην την είδησιν αυτοί έμειναν βουβοί, και άλλαξεν η όψις τους ωσάν των νεκρών.
Ο γέροντας βλέποντας έτσι αλλαγμένα τα πρόσωπα τους τούς είπεν· αγαπημένοι μου, τι θέλει να ειπή αυτή η σύγχυσις που επάνω σας βλέπω; Α, Κύριε, απεκρίθη ο Τημουρτάς. Ημείς είμασθε εκείνοι που αυτός ζητεί. Εγώ είμαι εκείνος ο ταλαίπωρος Χαν των Νογαΐδων· εσύ βλέπεις την γυναίκα μου και τον υιόν μου· ηθέλομεν έχει μεγάλον άδικον να μη σου φανερωθούμεν, ύστερον από τόσην δεξίωσιν και θάρρος που μας έδειξες· ελπίζω όμως ότι εις ετούτην την περίστασιν με την συμβουλήν σου θα μας βοηθήσης διά να έβγωμεν από τούτον τον κίνδυνον. Εγώ, απεκρίθη ο γέρων, από εκείνο που καταλαμβάνω, σας συμβουλεύω ότι εδώ να μη σταθήτε, αλλά να μισεύσετε το συντομώτερον από τούτην την χώραν και κυττάξετε να πάρετε την στράταν της Μπέρλας, και εκεί θέλετε είσθαι φυλαγμένοι. Του Χαν ήρεσε πολλά η συμβουλή του βασιλέως του Μουσλούλ, ο οποίος δίδοντάς τους τρία άλογα, ζωοτροφίαν διά πολλές ημέρες και μίαν σακκούλαν φλωριά εμίσευσαν, ευχαριστώντας κατά πολλά τον γέροντα διά τες μεγάλες ευεργεσίες που τους έκαμε.
Μισεύοντας το λοιπόν από εκεί, επέρασαν τον ποταμόν Ηρτύχ, και ύστερα από πολλές ημέρες έφθασαν εις την γην της φυλής της Μπέρλας, και εσταμάτησαν εις την πρώτην τένταν που ηύραν, επειδή και εκείνοι κατοικούν όλοι εις τέντες. Εκεί αυτοί επούλησαν τα άλογά τους, και έζησαν με πολλήν ανάπαυσιν, έως που είχαν δηνάρια· και σώνοντάς τα εσηκώθησαν από εκεί, και υπήγαν παρεμπρός εις τες τέντες των προεστών· εκεί εμπήκαν εις μίαν τένταν που ήταν επιταυτού διά τους πτωχούς ξένους, και εκεί έμειναν χωρίς καμμίαν βοήθειαν. Ο Καλάφ απεφάσισε και επήγαινε διά να ζητήση ελεημοσύνην. Αυτό άναψε μεγάλως τον πόνον του Χαν, βλέποντας που εκαταστάθηκαν διά να ζητούν έλεος. Ως τόσον ο Καλάφ εσύναξε κάμποσα δηνάρια από τες ελεημοσύνες, με τα οποία αγόρασε τα αναγκαία προς ζωοτροφίαν τους διά μίαν μόνον ημέραν. Ο πατέρας του με κανένα τρόπον δεν υπόφερνε να βλέπη τον υιόν του να ζητή ελεημοσύνην, και ο υιός του διά να τον ευχαριστήση αποφάσισε διά να μην πηγαίνη πλέον εις ζητιανιά, μα να εβγάλη την ζωοτροφίαν τους με τους κόπους του, και ούτως επήγε διά να κάνη τον βαστάζον· μα διά κακήν του τύχην απέρασε σχεδόν όλη η ημέρα, και δεν ημπόρεσε να κερδίση ούτε ένα δηνάρι· και θλιβόμενος δι' αυτό επήγεν εις ένα λόγγον, και κλαίοντάς με μεγάλον πόνον της καρδιάς του, και με μεγάλον παράπονον εζητούσε βοήθειαν από τον Ουρανόν, διατί δεν ημπορούσε πλέον να υποφέρη τα βάσανα· και ωσάν αποσταμένος που ήτον, αποκοιμήθη υποκάτω εις ένα δένδρον, και αφού εξύπνησε βλέπει ολίγον μακράν ένα γεράκι πολλά εύμορφον, με μίαν άλυσσον χρυσήν εις τα ποδάρια εγκοσμημένην με ρουμπίνια και διαμάντια.
Ο Καλάφ που ήτον καλά παιδευμένος εις την τέχνην των γερακιών, το έκραξε και ήλθε και το έπιασεν. Αυτός κατά πως εστοχάσθη, απείκασεν ότι αυτό το γεράκι θα ήτον του βασιλέως του τόπου εκείνου, και κατά πως εστοχάσθη έτσι ήτον. Επειδή αυτό το γεράκι την απερασμένην το είχε χάσει ο βασιλεύς εις το κυνήγι, διά το οποίον του εκακοφάνη τόσον που εκινδύνευε να χαθή από την θλίψιν του, τόσην αγάπην είχε δι' αυτό, διά το οποίον είχε τάξει, ότι όποιος ήθελε το εύρει και το φέρει να του δίδη τρεις χάρες που ήθελε ζητήση.
Ο Καλάφ τέλος πάντων γνωρίζοντας ότι ήτον του Βασιλέως το επήρε και το έφερεν εις την τέντα του Βασιλέως. Ο Βασιλεύς όλος χαρά, έτρεξε και επήρε το γεράκι του, και το εφίλησε με μεγάλον πόθον· έπειτα γυρίζοντας προς τον Καλάφ του λέγει· τι άνθρωπος είσαι εσύ, αγαπημένε μου; μου φαίνεται πως είσαι ξένος, πες μου το λοιπόν πώς ευρίσκεσαι εδώ; Αυθέντη, του απεκρίθη ο Καλάφ· εγώ είμαι υιός ενός πραγματευτού από την Βίσραν, ο οποίος είχε πολλά πλούτη, και ταξειδεύοντάς με αυτόν και με την μητέρα μου διά να πάμε εις το Μπαγδάτ, εσυναπαντήσαμε κλέφτες εις την στράταν και μας έγδυσαν από ό,τι είχαμεν, και ζητώντας ελεημοσύνην εφθάσαμεν έως εδώ. Είμαι πολλά ευχαριστημένος του απεκρίθη ο Βασιλεύς, που σου έτυχεν εσένα η τύχη να εύρης το γεράκι μου, επειδή και έταξα με όρκον, ότι όποιος ήθελε το εύρει και μου το φέρει να του κάμω τρεις χάρες που θα ήθελε ζητήσει· το λοιπόν ζήτησε ό,τι αγαπάς και θέλει σου δοθή. Επειδή και ορίζεις απεκρίθη ο Καλάφ, να σου ζητήσω τρεις χάρες, ιδού τες ζητώ· εγώ κατά πρώτον ήθελα ο πατέρας μου και η μητέρα μου, οι οποίοι ευρίσκονται εις το πτωχοδοχείον, να ήθελες τους διορίσει την ζωοτροφίαν τους επί ζωής τους, και να τους κρατήσης εις το παλάτι σου ωσάν αξιωματικούς. Δεύτερον να μου δώσης εμένα ένα καλόν άλογον αρματωμένον με όλα του τα χρειαζόμενα. Και τρίτον μίαν φορεσιάν πλουσίαν και μίαν σακκούλαν με φλωριά γεμάτην, διά να ημπορέσω να κάμω ένα ταξείδι της αρεσκείας μου που έχω μελετημένον. Η ζήτησές σου θέλουν πληρωθή, του είπεν ο Βασιλεύς· φέρε μου εδώ σήμερον τους γονείς σου και θέλω τους περιποιηθή καθώς μου είπες, και αύριον θέλω σου δώσει το άλογον, και τα λοιπά που εζήτησες. Ο Καλάφ επροσκύνησε τον Βασιλέα· έπειτα ήλθεν εκεί που ήσαν οι γονείς του, και τους ανήγγειλε την προμήθειαν του Ουρανού που τους εξαπέστειλεν. Αυτωνών επροξενήθη μεγάλη αγαλλίασις δι' αυτήν την είδησιν, και ακολουθώντες τον Καλάφ, τους επήγε και τους επαράστησε του Βασιλέως. Ο Βασιλεύς τους εδέχθη με πολλήν περιποίησιν, και τους εδιώρισε τα αναγκαία τους κατά πως έταξε και έμειναν πολλά ευχαριστημένοι.
Την ερχομένην ημέραν ο Καλάφ ενδύθη τα πλούσια φορέματα που έλαβεν από χειρός του Βασιλέως, με ένα σπαθί πολύτιμον και άλλα στολίδια, ομοίως και μίαν σακκούλαν γεμάτην φλωριά. Έπειτα του έφεραν το άλογον στολισμένον, και ευχαριστώντας τον Βασιλέα, εκαβαλλίκευσε το άλογον και ανεχώρησε, και ήλθεν εις την τέντα των γονέων του, που τους την εδιώρισεν ο Βασιλεύς. Αυτωνών είπεν ο Καλάφ, πως έχοντας επιθυμίαν διά να ιδή το περίφημον βασίλειον της Κίνας, αποφάσισε διά να πηγαίνη εκεί, διά να πασχίση μήπως και ημπορέση να αλλάξη καλύτερην τύχην. Οι γονείς του τον επήκουσαν, και παίρνοντάς την ευχήν τους εμείσευσε διά την Κίναν.
Φθάνοντας δε εις το Πεκίνον καθέδραν του βασιλείου της Κίνας, επήγε και κατέβηκε εις ένα σπήτι μιας γηραλέας χήρας· και ευθύς που εξεπέζευσεν έδωσε θέλημα της χήρας να στείλη κανένα να πάρη τίποτε διά να φάγη. Η χήρα εν τω άμα έστειλεν ένα παιδίον διά να ψωνίση τα αναγκαία. Εις αυτό το αναμεταξύ ο Καλάφ ερώτησε την γραίαν περί των ηθών του τόπου, πόσον λαόν περιέχει, και άλλα· τέλος πάντων η ομιλία τους έπεσεν επάνω εις τον βασιλέα της Κίνας. Ειπέ μου, της λέγει ο Καλάφ, ο βασιλεύς είνε καλών ηθών; αγαπά τον λαόν του; τον κυβερνά με επιμέλειαν; Ναι, του απεκρίθη η χήρα· αυτός είνε ο πλέον καλύτερος βασιλεύς που έλαβεν η Κίνα, και το όνομά του είνε φημισμένον διά την μεγάλην του καλωσύνην. Το λοιπόν από εκείνο που μου λες είπεν ο Καλάφ, κρίνω ότι πρέπει να είνε ο πλέον ευτυχισμένος Μονάρχης του κόσμου. Αυτός με όλον τούτο δεν ημπορεί να είνε τοιούτος, εξαναείπεν η γραία, επειδή και την ανάπαυσιν της ζωής του την συγχίζει πολλά η βασιλοπούλα Τουρανδότη, θυγάτηρ του μονογενής. Και διά ποίαν αιτίαν ξαναπεκρίθη ο Καλάφ, είνε αυτή μία τυραννία δι' αυτόν. Ναι, του είπεν η γραία, ημπορώ με θεμέλιον να σου διηγηθώ τα περί αυτής, επειδή και η θυγατέρα μου, που είνε εις την δούλευσίν της, μου το εδιηγήθη ηξεύροντάς τα όλα.
Αυτή η βασιλοπούλα ηκολούθησεν εκείνη, είνε εις ηλικίαν δέκα εννέα χρονών, και είνε τόσον εύμορφος που κανείς ζωγράφος από τους πλέον εξαιρέτους δεν ημπόρεσε να της παρομοιάση την ευμορφιάν της. Όθεν τα κάλλη της και η φήμη της διεσπάρθη εις πολλά βασίλεια, η οποία φήμη δεν έκαμεν άλλο παρά να προξενήση κακά αποτελέσματα. Αυτή ανταμώνει εις την ωραιότητα ένα πνεύμα τόσον νόστιμον και επιτήδειον, αυτή ηξεύρει διάφορες γλώσσες· ομοίως ακόμη την αριθμητικήν, γεωγραφίαν, φιλοσοφίαν, μαθηματικήν, τους νόμους και κοντολογής όλες τες επιστήμες· μα η ωραιότης της και η μάθησίς της μένουν εις τα σκότη, από μίαν σκληροκάρδιον απανθρωπότητα που έχει χωρίς παράδειγμα. Είνε δύο χρόνοι που ο βασιλεύς της Θέμπας έστειλε και την εζήτησε διά γυναίκα του με το να ήκουσε την φήμην της. Ο πατέρας της έχοντας επιθυμίαν διά να κάμη με αυτόν εδικοσύνην, το ανήγγειλε της θυγατρός του. Αυτή η υπερήφανη βασιλοπούλα με το να της εφαίνοντον οι άνδρες ένα πλάσμα καταφρονεμένον, και έχοντας πολύ μίσος προς αυτούς, εδέχθη με καταφρόνεσιν την συμβουλήν του πατρός της. Ο βασιλεύς εθυμώθη εναντίον της και την εφοβέρισεν ότι ανίσως και δεν τον υπακούσει θέλει κάμει με το στανειό να το στέρξη. Αυτηνής της εκακοφάνη αυτό τόσον, που έπεσεν από την πίκραν της εις το κρεβάτι άρρωστη. Οι ιατροί γνωρίζοντάς την αιτίαν της αρρώστιας της, είπαν του βασιλέως, ότι όλα τα ιατρικά τους ήτον ανωφελή, και ότι η βασιλοπούλα απέθνησκεν αν στέκη στερεός διά να την υποχρεώση να στεφανώση τον βασιλέα της Θέμπας.
Τότε ο βασιλεύς, ο οποίος πολλά την αγαπούσε, φοβούμενος τον κίνδυνον που ήτον επήγε διά να την ιδή, και εκεί την εβεβαίωσε πως δεν θέλει της μιλήσει πλέον περί ταύτης της υπανδρείας. Ετούτο δεν φθάνει, απεκρίθη η βασιλοπούλα, απεφάσισα διά να αποθάνω, οπόταν δεν μου ήθελες κάμει εκείνα, που έχω διά να σου ειπώ, με όρκον, που να μη με παρακούσης. Ο βασιλεύς της έταξε, και έκαμε και φοβερόν όρκον διά να την υπακούση εις ότι του ήθελεν ειπεί. Τότε η βασιλοπούλα λέγει· θέλω να στείλης παντού ορισμόν με διαλαλητάδες που να κηρύξουν ότι όλα τα βασιλόπουλα που θέλουν με ζητήσει, κανένα να μη με στεφανωθή, αν πρώτον δεν μου ήθελε διαλύση τα αινίγματα ή απορίας που έχω να του προβάλλω έμπροσθεν εις τους διδασκάλους και σοφούς και αν μου αποκριθή σωστά, και μου τα διαλύση, θέλω του είμαι γυναίκα· ειδέ μη και δεν ημπορέσει να αποκριθή και να τα διαλύση, να του κόπτεται το κεφάλι εις την αυλήν του παλατίου σου.
Ο βασιλεύς εμετανόησε που έκαμε τον όρκον επειδή και ήτον πολλά σκληρόν το ζήτημά της· μα στοχαζόμενος που κανείς δεν ήθελε βάλλει την ζωήν του εις ένα τέτοιον κίνδυνον, την εβεβαίωσε πως θέλει την υπακούσει, και εν τω άμα έστειλε διαλαλητάδες διά να κηρύξουν αυτό το πρόσταγμα. Και η βασιλοπούλα βλέποντας ότι έγινε το θέλημά της, εξανάλαβε την υγείαν της εις ολίγον καιρόν.
Ως τόσον η φήμη της ωραιότητός της, και η διαλάλησις του βασιλέως, ετράβηξε πολλά βασιλόπουλα από διάφορα μέρη εις το Πεκίνο· τα οποία έχοντας κάθε ένα καλήν γνώμην εις το ίδιόν τους πνεύμα, ότι θα διαλύσουν τες απορίες της βασιλοπούλας, έτρεχαν ωσάν οι τυφλοί εις τον θάνατον, μην ημπορώντας κανείς να διαλύση κανένα από τα αινίγματά της, και κάθε ολίγον δεν ηκούετο άλλον παρά θάνατος των βασιλοπούλων· και εκείνο που θλίβει τον λαόν σήμερον, είνε ο θάνατος ενός βασιλοπούλου νέου, που απόψε έχει να ακολουθήση, το οποίον διά κακήν του τύχην ήλθεν εδώ. Ο Καλάφ έστεκε πολλά επιμελής διά να ακούση τα όσα η γραία του εδιηγούνταν, και της είπε. Μου φαίνεται, μητέρα μου, πολλά δύσκολον, ότι η βασιλοπούλα θα είναι τόσον σκληρή και θα χαίρεται τον θάνατον τόσων βασιλοπούλων νέων· και το περισσότερον που αυτά τα βασιλόπουλα είναι τόσον άφρονα, να υπάγουν να κινδυνεύουν την ζωήν τους εις τέτοιον τρόπον, μη παίρνοντας παράδειγμα ο ένας από τον άλλον.
Αυθέντη, είπεν η γραία, πίστευσε εις τα όσα σου λέγω, διατί η άκρα ωραιότης της Βασιλοπούλας είναι τόση, που όστις την ιδή εβγαίνει από τον εαυτόν του και δεν στοχάζεται τον θάνατον διά το ουδέν. Και πως αυτά τα αινίγματα, απεκρίθη ο Καλάφ, είναι τόσον σκοτεινά, που να μην είναι κανείς να τα εξηγήση, ετούτο είναι πολύ, δεν το πιστεύω. Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εδιηγούνταν, ήλθε νύκτα, και ακούουν τόσα τύμπανα της δικαιοσύνης, που ελαλούσαν εις όλην την χώραν. Ο Καλάφ ερώτησε τι θέλει να ειπούν αυτά τα λαλήματα· και η γραία του είπεν, ότι αυτά έδιδαν είδησιν του λαού, ότι έμελλε να θανατώσουν το δυστυχισμένον βασιλόπουλον που σου εδιηγήθηκα, επειδή και δεν εδιάλυσε τα αινίγματα της βασιλοπούλας. Ο Καλάφ περίεργος διά να ιδή ένα τέτοιον θάνατον, εβγήκεν από το σπήτι του, και υπήγεν εις την αυλήν του βασιλέως, εκεί που έμελλον να θανατώσουν το βασιλόπουλον.
Αυτός είδεν εις τήνε μέσην ένα κρεβάτι υψηλόν, εις το οποίον ήτον το βασιλόπουλον που ανέμενε τον θάνατον και ύστερα από τόσες παράταξες, και φωτοχυσίες, και άλλα, ανέβη ο τζελάλης και του έκοψε το κεφάλι· έπειτα υπήγαν τέσσαρες ιερείς Κινέζοι, και του εσήκωσαν το κορμί με μεγάλην παρρησίαν, να το θάψουν εκεί που είχαν θαμμένα και τα άλλα βασιλόπουλα. Ο Καλάφ έμεινεν εκστατικός εις ένα τέτοιον θέαμα, και εβλασφημούσε κατά πολλά την ωμότητα της βασιλοπούλας, και έλεγε με τον εαυτόν του· όσον και αν ήθελεν ήτον ωραία, διά την σκληρότητά της μόνον πρέπει να την βδελύττεται καθένας, και όχι να πιάση αγάπην δι' αυτήν, και να κινδυνεύση εις τέτοιον τρόπον την ζωήν του. Εκεί που αυτός εστοχάζετο αυτά, βλέπει κοντά του ένα άνθρωπον που έκλαιγε πικρώς. Ο Καλάφ τον ερωτά μήπως το βασιλόπουλο ήτον γνώριμόν του.
Α, κύριε, απεκρίθη εκείνος, έτσι να μη το είχα γνωρίση. Εγώ είμαι ο λαλάς του, που το ανάθρεψα με τα χέρια μου, και ήλπιζα, να το ιδώ εις τον θρόνον του πατρός του, και τώρα η κακή μου τύχη με έφερε να το ιδώ εις τέτοιον τρόπον θανατωμένον. Α, κατηραμένε ζωγράφε, ακολούθησε να λέγη, που η κακή τύχη σε έφερεν εις το βασίλειόν του, και του έδειξες την εικόνα ετούτης της σκληρόκαρδης, από την οποίαν ευθύς που είδε την ωραιότητά της, ετρώθη εις την καρδίαν, και αποφάσισε να έλθη να θυσιαστή με τούτον τον τρόπον, με όλα τα εμπόδια που επάσχισεν ο πατέρας του να του κάμη. Ετούτη η κατηραμένη εικόνα είνε η αιτία της θυσίας του· και ούτω λέγοντας έβγαλε την εικόνα της που την είχεν αυτός, και την έρριξε κατά γης με θυμόν, έπειτα εμίσευσεν·
Ο Καλάφ επήρε την εικόνα της βασιλοπούλας που ήτον κατά γης, διά να την θεωρήση την ερχομένην ημέραν, επειδή τότε ήτον νύκτα. Ευθύς που εφάνη η ημέρα ο Καλάφ άνοιξε το κουτί όπου ήταν εκείνη η εικόνα· μα εστάθη συλλογισμένος πριν να την θεωρήση. Τι μέλλει να κάμω, εφώναξε, χρεωστώ να παρουσιάσω εις τους οφθαλμούς μου ένα υποκείμενον τόσον κινδυνώδες; στοχάσου, ω Καλάφ, στοχάσου τα αποτελέσματα τα θλιβερά που αυτή επροξένησε, και προξενεί. Μη κυττάξης αυτήν την ζωγραφιάν, αντιστάσου εις την θέλησίν σου, που σε βιάζει, διά να μη σου συμβή και εσένα κανένα κακόν αποτέλεσμα. Μα τι λέγω, μία εικόνα μέλλει να με φοβίση τόσον; αν μέλλω να αγαπήσω την βασιλοπούλαν, πρέπει να είνε γραμμένον εις τον Ουρανόν, το οποίον δεν θέλω το αποφύγει· μα μίαν εικόνα ημπορεί τινάς να την θεωρήση αδιαφόρως· ήθελα είμαι πολλά αδύνατος, ώστε η θεωρία διαφόρων χρωμάτων να μου σαλεύση τον νουν· ας μη φοβηθώ το λοιπόν· ας θεωρήσω αδιαφόρως ετούτην την φθοροποιάν μορφήν, να ιδώ αν έχη τόσην ενέργειαν, που να μου συγχίση τον νουν μου τον σταθερόν. Έτσι τάζοντας ο Καλάφ να θεωρήση την εικόνα με σταθερότητα, χωρίς να τον συγχίση με κανένα τρόπον, άρχισε να την θεωρή· την κυττάζει, την εξετάζει, στοχάζεται την ωραιότητα του προσώπου, την τελειότητα της μορφής της, την ζωντανωσύνην των οφθαλμών της, το στόμα, τα μάγουλα και τα λοιπά, εξαισίως τέλεια, και ωραία. Και αφού καταλεπτώς τα εθεώρησε μένει θαυμασμένος με μίαν τέτοιαν γλυκείαν και ωραίαν μορφήν και με όλον που την εκύτταξε με κάποιαν αντίρρησιν, έμεινε τέλος πάντων λαβωμένος από την ευμορφιάν της.
Μία σύγχυσις αιφνίδια τον περιπλέκει χωρίς να την απεικάση· τι φλόγα λέγει έξαφνος με καίει; ποίαν σύγχυσιν προξενεί εις τες αίσθησές μου ετούτη η εικόνα. Δίκαιε Ουρανέ, είνε τούτη η τύχη όλων εκείνων που εθεώρησαν ετούτην την ζωγραφιάν, να αγαπήσουν την απάνθρωπον, και σκληρόκαρδον βασιλοπούλαν που παρασταίνει; αλλοί εις εμέ· γροικώ αρκετά ότι αυτή κάνει και εις εμέ εκείνο το ίδιον που έκαμε και εις το βασιλόπουλον που την είχε· ποία μεταλλαγή είνε τούτη, ω μεγάλε Θεέ; Εγώ ολίγον εμπροσθήτερα δεν εκαταλάμβανα πώς ημπορούσε να δοθή μία ζωγραφιά να κάμη τέτοιον αποτέλεσμα, και να πηγαίνουν ωσάν τυφλοί να θανατώνωνται, και τώρα να μη βλέπω πράγμα που να μου φοβερίζη τον θάνατον; όχι, βασίλισσα απαρομοίαστη, ακολούθησεν αυτός θεωρώντάς με βλέμμα γλυκύ την εικόνα, κανένα εμπόδιον δεν με κρατεί· εγώ σε αγαπώ με όλον που είσαι σκληρή, και αποφασίζω ετούτην την ώραν ή να σε κερδίσω, ή να αποθάνω και εγώ διά την αγάπην σου μαζί με τους άλλους. Και ούτω λέγοντας, αποφάσισε διά να υπάγη να παρουσιασθή εις τον βασιλέα της Κίνας, τον πατέρα της, διά να ζητήση θέλημα να φιλονεικήση με την θυγατέρα του.
Τότε ο Καλάφ ενδυνόμενος με λαμπρά φορέματα, και καπνιζόμενος με ευωδιαστικά αρώματα εφαίνετο ωραιότερος από τον ήλιον, και ούτω στολισμένος έφθασεν εις την αυλήν του Βασιλέως. Ένας Οφφικιάλος βασιλικός βλέποντάς τον ότι ήτον ξένος, τον ηρώτησε, τι γυρεύει εις εκείνην την αυλήν. Εγώ είμαι ένα Βασιλόπουλον ξένον, του απεκρίθη ο Καλάφ, και έρχομαι να παρουσιασθώ εις τον Βασιλέα διά να αποκριθώ εις τα αινίγματα της βασιλοπούλας θυγατρός του. Ο Οφφκιάλος εις τέτοιαν ομιλίαν κυττάζοντάς τον με έκστασιν του είπε· Βασιλόπουλον, ηξεύρεις εσύ πως εδώ έρχεσαι να ζητήσης τον θάνατον; εσύ ήθελες κάμει καλύτερα να σταθής εις τον τόπον σου, παρά που αποφάσισες να έλθης να χάσης την ζωήν σου. Γύρισε οπίσω, σε συμβουλεύω, και μη πλανάσαι από μίαν ματαίαν ελπίδα, να αποκτήσης την σκληράν βασιλοπούλαν Τουρανδότην, επειδή με τα δυσκολώτατα αινίγματά της θέλει σε στείλει εις τον θάνατον. Εγώ σε ευχαριστώ, απεκρίθη ο Καλάφ, διά την καλήν σου συμβουλήν, μα εγώ ηξεύρω πως δεν ήλθα εδώ, διά να ξαναγυρίσω οπίσω. Σύρε το λοιπόν εις τον θάνατον, του απεκρίθη ο Οφφικιάλλος με θυμόν, επειδή και δεν ακούεις το συμφέρον σου· και ούτω τον άφησε και εμπήκεν εις το παλάτι. Και εκεί που έμβαινεν άκουεν άλλους να λέγουν, πόσον ωραίον είνε τούτο το βασιλόπουλον, και αμαρτία είνε να αποθάνη έτσι αδίκως.
Τέλος πάντων ο Καλάφ έφθασεν εκεί που ο Βασιλεύς έστεκε και έδιδε ακρόασιν του λαού. Αυτός έστεκεν εις υψηλόν θρόνον καμωμένον εις μορφήν Δράκου, εγκοσμημένον με πολύτιμες πέτρες, και είχεν ολόγυρα του θρόνου του πολλούς φύλακας με τα σπαθιά γυμνά εις τα χέρια· ο οποίος βλέποντάς τον Καλάφ έστειλεν ένα του φύλακα διά να τον εξετάξη το τι είνε ο ερχομός του εκεί. Ο Καλάφ του εφανέρωσε την γνώμην του, λέγοντάς του, ειπέ του Βασιλέως πως είμαι ένα βασιλόπουλο ξένον, και πως ήλθα διά να λάβω την τιμήν να γίνω γαμβρός του. Ο Αλτούν Χαν, βασιλεύς της Κίνας, ευθύς που ήκουσε την αιτίαν του ερχομού του, άλλαξε η όψις του και έμεινεν ωσάν νεκρός· και αφού εσυνήλθεν, εκατέβη από τον θρόνον του, και επλησίασεν εις τον Καλάφ λέγοντάς του· νέε τολμηρέ, ηξεύρεις εσύ, του είπε, την σκληράν απόφασίν μου, και το δυστυχισμένον αποτέλεσμα όσων έως την σήμερον ηθέλησαν να σταθούν πεισματικώς εις το να θελήσουν να λάβουν την βασιλοπούλαν θυγατέρα μου; Ναι, βασιλέα, απεκρίθη ο Καλάφ, γνωρίζω όλον τον κίνδυνον, εις τον οποίον βάνομαι, και οι οφθαλμοί μου είνε μάρτυρες εις εκείνον τον θάνατον, που έδωσες εχθές του άλλου βασιλοπούλου, μα εγώ ελπίζω να διαλύσω τα ζητήματα της θυγατρός σου και να μη κινδυνεύσω ωσάν οι άλλοι.
Τότε ο βασιλεύς άρχισε να τον μιλή με κάθε γλυκύτητα, και με κάθε λογής τρόπον διά να τον αποκόψη από τοιαύτην απόφασιν, επειδή και του εκακοφαίνονταν να χαθή ένας τέτοιος ωραίος και ευγενής νέος, που κατά αλήθειαν ήτον· μα όλα τα λόγια του δεν έπιασαν κανένα τόπον. Τότε ο βασιλεύς βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του, τον απέστειλε λέγοντάς του· σύρε εις την κατοικίαν σου, στοχάσου καταλεπτώς τον κίνδυνον της ζωής σου, συμβουλεύσου με τους φίλους σου, και αύριον έλα εδώ με άλλην απόφασιν. Ο Καλάφ εβγήκε πολλά θλιμμένος, που δεν έλαβε το ποθούμενον εκείνην την ημέραν. Όμως το ταχύ της άλλης ημέρας εστάθη ο πρώτος που επαρουσιάσθη εις τον βασιλέα με την αυτήν γνώμην. Ο βασιλεύς βλέποντάς τον πάλιν εις την αυτήν γνώμην, και μη ημπορώντας να τον κάμη να την αλλάξη με νέες παρακίνησες, απεφάσισε με μεγάλην του θλίψιν την ερχομένην ημέραν να γένη η συνάθροισις η συνειθισμένη από τους σοφούς και διδασκάλους της Κίνας, που έμπροσθεν εις αυτουνούς έμελλε να γένουν τα αινίγματα, διά να αποφασίσουν αν οι διάλυσες γίνωνται σωστές ή όχι.
Ως τόσον ο Καλάφ γυριζόμενος εις το σπήτι του εμπήκεν εις διαφόρους λογισμούς, στοχαζόμενος τες νουθεσίες που του έγιναν από τον βασιλέα και από τους άλλους διά να μην έμβη εις τέτοιον κίνδυνον· μα τέλος πάντων ενικήθη από τον έρωτα που τον είχε λαβώση, ή να αποθάνη ή να θριαμβεύση, με το να εθαρρεύονταν εις την πολυμάθειαν που και αυτός είχεν εις κάθε λογής επιστήμην. Και ούτω το ταχύ εσηκώθη και εμετάλθεν εις τον βασιλέα. Ο Βασιλεύς βλέποντάς τον επρόσταξε με θλίψιν πολλήν διά να γένη η συνάθροισις. Και αφού εσυνάχθησαν όλοι οι Σοφοί και οι Διδάσκαλοι εις το ντιβάνι, που έμελλε να γένη η διάλεξις, ο βασιλεύς επήγε μοναχός του, και έβγαλε την βασιλοπούλαν την θυγατέρα του έχουσαν σκεπασμένον το πρόσωπόν της, και την έφερεν εις την μέσην του ντιβανίου που ήσαν δύο χρυσοί θρόνοι, εις τους οποίους ανέβηκαν εις τον έναν ο βασιλεύς και εις τον άλλον η θυγατέρα του. Εις τα πλευρά των θρόνων έστεκαν οι σωματοφύλακες του βασιλέως με σπαθιά γυμνά εις τα χέρια, και δύο σκλάβες πολλά ωραίες έστεκαν κοντά εις τον θρόνον της βασιλοπούλας.
Έπειτα από το κάθισμα αυτών, εκάθισαν και οι άλλοι, καθένας εις τον τόπον του με τα κεφάλια σκυπτά, έξω από τον Καλάφ που εγύριζεν εις κάθε μέρος το βλέμμα του χωρίς κανένα φόβον, και το περισσότερον προς την βασιλοπούλαν, στοχαζόμενος το μεγαλοπρεπέστατόν της φέρσιμον.
Τότε ο βασιλεύς γυρίζει προς την θυγατέρα του και λέγει· εις εσένα στέκει, αγαπημένη μου θυγατέρα, να μιλήσης· πρόβαλε εις τούτο το νέον βασιλόπουλον τα αινίγματά σου που έχεις ετοιμασμένα, και παρακαλώ τον Ουρανόν να δώση να τα διαλύση διά να μη χαθή ένας τέτοιος νέος, διότι είναι αμαρτία. Η βασιλοπούλα εις τούτα τα λόγια είπε· κράζω εις μαρτυρίαν τον Ουρανόν, ότι δεν βλέπω παρά με μεγάλην μου θλίψιν να αποθαίνουν τόσα βασιλόπουλα. Μα διατί να είναι τόσον ισχυρόγνωμα εις το να θελήσουν να με απολαύσουν; διατί δεν με αφίνουν εις την ησυχίαν μου, μόνον έρχονται να μου συγχίσουν την ανάπαυσιν; Εγώ αυτό το εγύρεψα διά να μη τολμήση κανείς να με γυρεύση διά γυναίκα του με το να μην έχω επιθυμίαν διά να υπανδρευθώ· μα σαν αυτοί θέλουν να βάνουν την ζωήν τους εις τέτοιον κίνδυνον, εγώ δεν έχω το φταίξιμον. Ήξευρε το λοιπόν, ω νέε τολμηρέ, ακολούθησεν αυτή γυρίζοντας προς τον Καλάφ, ότι εσύ δεν θέλεις έχει δίκαιον να με ονειδίσης και να με ονομάσης σκληρόκαρδον, οπόταν εις ομοίωσιν των άλλων παρομοίων σου θέλει σου τύχει να υποφέρης σκληρόν θάνατον. Εσύ μόνος είσαι η αιτία του θανάτου σου, επειδή εγώ δεν σε υποχρεώνω να έλθης διά να με ζητήσης διά γυναίκα σου.
Ωραιοτάτη μου βασίλισσα, απεκρίθη το βασιλόπουλον Καλάφ, εγώ ηξεύρω καλώτατα όλον εκείνο που ημπορεί να ειπής επάνω εις ετούτην την υπόθεσιν. Πρόβαλε, αν ορίζης, τα αινίγματά σου, και εγώ θέλω κάμει το δυνατόν διά να εύρω την διάλυσιν. Ας είναι απεκρίθη η Τουρανδότη. «Πες μου ποίον είναι εκείνο το πλάσμα, το οποίον είναι εις κάθε τόπον φίλος όλου του κόσμου, και που δεν ημπορεί να υποφέρη το όμοιόν του»; Βασίλισσά μου, απεκρίθη ο Καλάφ, αφού και εστοχάσθη ολίγον, αυτός είνε ο Ήλιος· βέβαια εφώναξαν με μεγάλην χαράν, και αλαλαγμόν οι Σοφοί, αυτός είνε ο Ήλιος· «Ποία είνε η μητέρα, εξαναείπεν η Τουρανδότη, η οποία αφού και δώσει εις το φως τα παιδιά της, τα καταπίνει όλα οπόταν γένουν μεγάλα;» Αυτή είνε η θάλασσα, απεκρίθη το βασιλόπουλον επειδή και οι ποταμοί που πηγαίνουν, και αδειάζονται εις την θάλασσαν έχουν την αρχήν τους από αυτήν. Επαίνεσαν πάλιν οι Σοφοί με τον ίδιον τρόπον και αυτήν την διάλυσιν.
Η βασιλοπούλα Τουρανδότη, βλέποντας ότι ο Καλάφ διαλύει με ευκολίαν τα αινίγματά της, εθυμώθη και απεφάσισε να μην αφήση κανένα μέσον που να τον κάμη να χαθή. «Ποίον είνε εκείνο το δένδρον, του είπε, του οποίου όλα τα φύλλα είνε από την μίαν μεριάν μαύρα και από την άλλην άσπρα;» και λέγοντας αυτά εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, διά να τον κάμη με την ωραιοτάτην της μορφήν να συγχυσθή και να μην αποκριθή εις το προκείμενον, και με αυτόν τον τρόπον να τον κάμη να χαθή. Ο αγαπητικός της Καλάφ εις την θεωρίαν εκείνης της ηλιακής μορφής της βασιλοπούλας, αντίς να αποκριθή εις το αίνιγμα, έμεινε βουβός και ακίνητος. Όλον το Ντιβάνι ευθύς εμβήκεν εις ένα μεγάλον φόβον, επειδή και όλοι επιθυμούσαν την νίκην του Καλάφ. Ο ίδιος ο Βασιλεύς έγινεν αχνός ωσάν το κερί, και επίστευεν ότι ο Καλάφ θα ήτο εις κακήν στάσιν και έμελλε να χαθή. Μα ο Καλάφ ερχόμενος εις τον εαυτόν του από την αντράλωσιν, που του είχεν αιφνιδίως προξενήση η ωραιότης της βασιλοπούλας, εξαναθάρρυνε το Ντιβάνι που ήτον φοβισμένον, και ξαναπιάνοντάς την ομιλίαν είπεν.
Ωραιοτάτη βασιλοπούλα, σε παρακαλώ να με συμπαθήσης, αν έμεινα διά καμπόσον εις σιωπήν· ελογίαζα ότι θα είχα ιδή έν από εκείνα τα ουράνια κορίτσια που είνε ετοιμασμένα διά τους πιστούς Μουσουλμάνους εις τον Παράδεισον· δεν ημπόρεσα να θεωρήσω τόσα κάλλη χωρίς μεγάλην μου αντράλωσιν· λάβε την καλωσύνην να ξαναειπής το αίνιγμα που μου επρόβαλες, διατί δεν το ενθυμούμαι πλέον, επειδή και η θεωρία σου με έκαμε να το αλησμονήσω. Εγώ σε ερώτησα, είπεν η Τουρανδότη, ποίον είνε εκείνο το δένδρον που τα φύλλα του είνε από το ένα μέρος μαύρα, και από το άλλο άσπρα. Ετούτο το δένδρον, απεκρίθη ο Καλάφ, είνε ο χρόνος, ο οποίος είνε συνθεμένος από ημέρες και νύκτες. Ετούτη η απόκρισις εφάνη παρομοίως επαινετή εις όλους του Ντιβανιού, και έλεγαν ότι αυτή είνε αληθινή διάλυσις και έδιδαν χιλίους επαίνους εις τον Καλάφ. Τότε ο Αλτούν Χαν λέγει της θυγατρός του, τώρα, ω θυγατέρα μου, πρέπει να ομολογηθής νικημένη, και να κλίνης εις το να στεφανωθής τον νικητήν σου· οι άλλοι δεν ημπόρεσαν να αποκριθούν ούτε εις ένα από τα αινίγματά σου, και τούτος σου τα εξηγεί όλα. Αυτός δεν έχει λάβει ακόμη την νίκην, απεκρίθη η βασιλοπούλα, ξανασκεπάζοντας το πρόσωπόν της διά να κρύψη την σύγχυσίν της και τα δάκρυά της που έμεινε νικημένη. Έχω να του προβάλλω και άλλα αινίγματα ακόμη, το οποίον θέλω το κάμει αύριον.
Ω ετούτο δεν θέλω το γροικήσει, απεκρίθη ο βασιλεύς· εσύ έμεινες νικημένη από τούτον τον χαριέστατον νέον, ενώπιον τούτου του μεγαλοπρεπούς Ντιβανίου· δος λοιπόν το χέρι σου διά να γένη νυμφίος σου και μη φαίνεσαι πλέον σκληρή· ενθυμήσου το τι μου έταξες, πως όποιος ευρεθή να διαλύση τα αινίγματά σου, αυτός θα είνε χωρίς άλλην πρόφασιν νυμφίος σου· εγώ επάνω εις τον λόγον σου έκαμα την σκληράν απόφασιν που έως τώρα ηκολούθησα· όμως απ' εδώ και εμπρός μη στοχασθής πως θα σταθώ εις την απόφασίν μου, επειδή εβγήκα από το χρέος του όρκου μου. Απ' αυτά και άλλα παρόμοια εκατανύχθη η καρδιά της βασιλοπούλας, και μάλιστα που ευρέθη νικημένη, και μην ημπορώντας πλέον να κάμη αλλιώς, εγύρισε προς τον Καλάφ και είπεν. Α σκληρέ Καλάφ, ποίος σου είπε να έλθης εδώ να συγχύσης την ανάπαυσίν μου; ποίος εστάθη εκείνος που σε ηνάγκασε να έλθης να υποχρεώσης με την άκραν σου χάριν, με την πολλήν σου σταθερότητα να ρίξω την αγάπην μου εις εσένα, που ακόμη δεν ήξευρα τι ήθελε ειπή αγάπη προς άνθρωπον, και τώρα να γροικώ μίαν μεγάλην κλίσιν δι' εσένα; Η αγάπη λοιπόν του Βασιλέως πατρός μου, που δείχνει δι' εσένα, και οι μεγάλες χάρες που έχεις, με κάνουν να αποφασίσω διά να σε δεχθώ διά νυμφίον μου, διατί άλλος δεν είναι που να σε ομοιάση.
Εις ετούτα τα λόγια όλον το Ντιβάνι ηχολόγησεν από χίλιες χαρές των παρεστηκότων, διά την απόφασιν της βασιλοπούλας, και διά την ευτυχίαν του Καλάφ που εγλύτωσε τον θάνατον, και ηξιώθη διά να λάβη εκείνην που επιθύμησαν πολλοί, και δεν την απόλαυσαν, αλλά έχασαν την ζωήν τους. Ο Βασιλεύς εκατέβη από το θρονί του και αγκάλιασε την θυγατέρα του που του έδωκε τέτοιαν χαράν, έπειτα έπιασε και εφίλησε και τον Καλάφ, και εν τω άμα τον εκήρυξε γαμβρόν του, και μετά μεγάλης χαράς ελύθη το Ντιβάνι, και εμίσευσαν όλοι μετά μεγάλης αγαλλιάσεως. Ο δε βασιλεύς παίρνοντάς την θυγατέρα του και τον Καλάφ από τα χέρια τους έφερε μέσα εις το σαράγι του, και έκαμε μεγάλες δεξίωσες του Καλάφ, και συμπόσιον μέγα, και ευφράνθηκαν υπερβολικώς όλην εκείνην την ημέραν, έως την μισήν νύκτα. Την δ' ερχομένην ημέραν ο βασιλιάς της Κίνας επρόσταξε διά να γενούν ετοιμασίες διά τους γάμους του Καλάφ με την βασιλοπούλαν, και όντας όλα έτοιμα έκαμε τους γάμους με μεγάλην μεγαλοπρέπειαν, και με άπειρες χαρές, και παιγνίδια διά ένα μήνα ολόκληρον. Και παύοντας οι γάμοι, ο Καλάφ επαρακάλεσε τον βασιλέα της Κίνας, διά να στείλη να φέρουν τον πατέρα του και την μητέρα του, που ήτον εις το βασίλειον της φυλής της Μπρέλας· οι οποίοι και εις ολίγον καιρόν έφθασαν εκεί, και εχάρηκαν την μεγάλην ευτυχίαν του υιού τους. Και ο βασιλεύς της Κίνας έκαμε και τους εξαναστερέωσεν εις τον θρόνον τους, στέλνοντας φοβερισμούς εις Κασμίρην, πως αν δεν τους ήθελε δώσει τον θρόνον τους ήθελε του κηρυχθή εχθρός θανάσιμος· και με τούτον τον τρόπον τους ελευθέρωσε το βασίλειόν τους, και τους απέστειλεν εκεί μετά μεγάλης τιμής, και με μερικόν στράτευμα. Και ο Καλάφ αφού εστάθη τρεις χρόνους εις το βασίλειον της Κίνας, μαζί με την αγαπημένην του Τουρανδότην, μανθάνοντας τον θάνατον του πατρός του, εμίσευσεν από εκεί μαζί με την γυναίκα του και δύο παιδιά που είχε κάμει εις αυτό το αναμεταξύ, και επήγεν εις την Νογαϊδά, και ανέβη εις τον θρόνον του πατρός του, και εβασίλευσε διά πολλούς χρόνους, και απέρασε μίαν ζωήν ευτυχισμένην και ασύγχυστην, και πάντα κατά πολλά αγαπημένα με την περιπόθητήν του γυναίκα, που με κίνδυνον μέγαν της ζωής του την απόκτησεν.
Εδώ ετελείωσεν η Χαλιμά την ιστορίαν της, την οποίαν ηύρεν ο βασιλεύς Αϊδήν πολλά περίεργον και νόστιμην, και πάλιν άρχισε να την επαινή, και να της κάνη νέα χαρίσματα μεγάλης τιμής άξια, ανάμεσα εις τα οποία της εχάρισεν ένα διαμάντι μεγάλον ωσάν αυγό χήνας, δεμένον ολόγυρα με χρυσάφι, και ένα καρβούνι ομοίας μεγαλειότητος, το οποίον την νύκτα έλαμπε πολλά περισσότερον από ένα λαμπρόν φως. Ομοίως έκαμε και της Μεδινάς διάφορα χαρίσματα πολύτιμα. Και μένοντας κατά πολλά ευχαριστημένη η Χαλιμά διά τα χαρίσματα που ο Αϊδήν της έκαμε, τόσον αυτής, όσον και της αδελφής της, λέγει του· έχω μεγάλην ευχαρίστησιν, ω βασιλεύ μου, βλέποντας ότι όλας τας ιστορίας που εγώ έως τώρα σου εδιηγήθηκα, έτυχαν της γνώμης σου, και της κλίσεως σου, ελπίζω όμως ότι μία άλλη ιστορία που έχω να διηγηθώ, θέλει υπερβή όλας τας απερασμένας τόσον εις το μάκρος της διηγήσεως, ωσάν και εις τα διάφορα περιστατικά που περιέχει· αυτή η ιστορία είνε εκείνου του θαυμαστού βασιλέως Βεδρεδήν Λώλου, και του Βεζύρη του του μελαγχολικού, η οποία φανερώνει ότι ουδένας εις τούτον τον κόσμον ημπορεί να είναι τελείως ευτυχισμένος, και που να μην ευρίσκεται χωρίς θλίψιν και πίκραν που να τον συγχίζη· διά τούτο αυτή θέλει υπάγη εις μάκρος περισσότερον από τας άλλας εις την οποίαν θέλουν περικλεισθή διάφορες άλλες ιστορίες πολλά περίεργες και παραδειγματικές. Όθεν σε παρακαλώ να μη βαρεθής να την ακροασθής, διατί σε βεβαιώνω πως θέλεις εύρει μέσα εις αυτήν πολλήν ευχαρίστησιν μα επειδή και διά την ώραν μην όντας καιρός αρμόδιος να την αρχίσω, την μετατρέπω διά την ερχομένην ημέραν. Η γνώμη της Χαλιμάς ήρεσε κατά πολλά του Αϊδήν, και έτσι εσηκώθη και υπήγε κατά την συνήθειαν εις το Ντιβάνι του. Την ερχομένην ημέραν έρχεται η Μεδινά, και την ξυπνά λέγοντάς της, σηκώσου, αγαπημένη μου αδελφή, να διηγηθής την ιστορίαν που έταξες την απερασμένην ημέραν, διότι έχω πολλήν περιέργειαν διά να την ακούσω, επειδή και καταλαμβάνω ότι θέλει είναι πολλά ωραία. Η δε Χαλιμά σηκωθείσα, ευθύς άρχισε να την διηγηθή, καθώς θέλετε ακούσει.
Ιστορία του βασιλέως Βεδρεδήν Λώλου και του Βεζύρη του.
Ο Βεδρεδήν Λώλος, Βασιλεύς της Δαμασκού, είχε διά Βεζύρην του άνθρωπον πολλά φρόνιμον, και εμπιστευμένον· αυτός ωνομάζετο Ταλμούχ, και είχεν άκρον ζήλον διά την δούλευσιν του Βασιλέως του, και τον είχεν ως το δεξιόν του μάτι. Ο λαός όλος ευχαριστούντο κατά πολλά διά την καλήν του κυβέρνησιν, και διά τα καλά του ήθη. Αυτόν τον επωνόμασε Βεζύρην μελαγχολικόν, επειδή πάντοτε ήτον σκυθρωπός και μελαγχολικός, και δεν εγελούσε ποτέ του με κανένα τρόπον. Μίαν ημέραν ο Βασιλεύς του ωμιλούσε διά κάποια απόκρυφα, και διά ένα συμβεβηκός εγελούσεν υπερβολικά, που κατά αλήθειαν ήτον άξιον να γελά καθένας. Μα ο Βεζύρης τον άκουε με τόσην σοβαρότητα, που ο βασιλεύς έμεινε θαυμασμένος. Ταλμούχ, του λέγει, εσύ είσαι ένας άνθρωπος παράξενος, που κανένα πράγμα δεν σε κάνει να γελάσης, αλλά στέκεις έτσι σοβαρός και σκυθρωπός πάντα. Και είναι σχεδόν δέκα χρόνοι, που είσαι εις την δούλευσίν μου, και ποτέ δεν σε είδα να γελάσης· τι θέλει να ειπή τούτο, και από τι προέρχεται αυτή η μελαγχολία σου;
Βασιλέα μου, απεκρίθη ο Βεζύρης· η μεγαλειότης σου δεν πρέπει να το θαυμάζης· καθένας έχει τα βάσανά του· δεν είναι άνθρωπος επάνω εις την γην, που να μην είναι χωρίς θλίψιν και βάσανον. Η απόκρισίς σου δεν είναι σωστή, απεκρίθη ο Βασιλεύς· αν του λόγου σου έχης καμμίαν κρυφήν θλίψιν που να σε βασανίζη, από αυτό δεν ημπορείς να ειπής ότι όλοι οι άνθρωποι δεν είναι χωρίς βάσανον. Αυτό που βεβαιώνω, ω βασιλέα μου εξαναπεκρίθη ο Ταλμούχ, ότι τέτοια είναι η κατάστασις των απογόνων του Αδάμ· η καρδιά μας δεν ημπορεί να χαρή ποτέ ένα καλόν τέλειον χωρίς να είνε συγκερασμένον και με το πικρόν, και από λόγου σου ημπορείς να διακρίνης και τους άλλους. Η βασιλεία σου, πες μου, είνε τέλεια ευχαριστημένη; Ω όσον δι' εμέ δεν ημπορώ να είμαι ευχαριστημένος, απεκρίθη ο βασιλεύς· έχω πολλούς εχθρούς, φέρω το βάρος του βασιλείου, χίλιοι στοχασμοί μού διαμοιράζουν τον νουν, και συγχίζουν την ανάπαυσιν της ζωής μου· μα είμαι βέβαιος ότι είνε πολλοί άνθρωποι τελείως ευχαριστημένοι και χωρίς καμμίαν θλίψιν.
Ο βεζύρης Ταλμούχ, εδιαφέντευε πάντα εκείνα που είχεν ειπεί, με τρόπον που ο βασιλεύς βλέποντάς τον σταθερόν εις την γνώμην του, του είπεν. Αν δεν ευρίσκεται χωρίς βάσανον ή θλίψιν κανείς, όμως δεν είνε κυριευμένος από τόσην σκυθρωπότητα και μελαγχολίαν ωσάν εσένα· εσύ με κάνεις να λάβω μεγάλην περιέργειαν διά να μάθω το αίτιον της μεγάλης σου θλίψεως· φανέρωσέ μου λοιπόν, σε εξορκίζω, τι είνε η αφορμή που σου προξενεί αυτήν την μελαγχολίαν; θέλω σε υπακούσει, Βασιλέα μου, απεκρίθη ο βεζύρης, και θέλω να σου ξεσκεπάσω την αιτίαν της εσωτερικής μου λύπης, διηγούμενος την ιστορίαν της ζωής μου.
Ιστορία του βεζύρ Ταλμούχ, επονομαζομένου μελαγχολικού, και της βασιλοπούλας Τζελίκας.
Εγώ είμαι μοναχός υιός ενός πλουσίου πραγματευτού τζοβαϊριστή από το Μπαγδάτι. Ο πατέρας μου, που ωνομάζετο Αμπτουλά, τίποτε δεν αψήφισε εις την ανατροφήν μου· με έκαμε να μάθω φιλοσοφίαν, μαθηματικήν, τους νόμους, και άλλες πολλές επιστήμες, και μάλιστα διάφορες γλώσσες. Και ωσάν έγινα εις νόμου ηλικίαν, μου άρεσε να εξοδεύω χωρίς στοχασμόν. Ο πατέρας μου το απείκασε με μεγάλον του πόνον· επάσχισε με τες φρόνιμές του συμβουλές να με αντικόψη, μα δεν εκατώρθωσε τίποτε, διατί έλαβα μεγάλην κλίσιν εις την απολυμένην ζωήν. Μίαν ημέραν που εσεργιανίζαμεν εις το περιβόλι του σπητιού μας και που αυτές εβλασφημούσε κατά την συνήθειάν του τα κακά μου ήθη, μου είπεν· ω υιέ μου, εγνώρισα έως εδώ ότι οι νουθεσίες μου δεν σ' ωφελούν με κανένα τρόπον, μα θέλεις ελαφρωθή ογλήγορα από έναν, που καθημερινώς σε ενοχλεί διά το καλόν σου· ο θάνατός μου δεν θέλει είναι πολλά μακράν και ωσάν γέροντας που είμαι μέλλω να διαβώ εις τον άλλον κόσμον, και θέλω σου αφήσει μεγάλα πλούτη, και κύτταξε καλά να μη τα μεταχειρισθής εις κακοπραξίες· και αν από κακήν σου γνώμην ήθελες αστόχαστα τα εξοδιάση να μην αφήσης που να προστρέξης εις τούτο το δένδρον, που βλέπεις εις την μέσην τούτου του περιβολιού· κρέμασε εις εκείνο το χονδρότερον κλωνάρι μίαν θηλιάν θανατηφόρον διά να πνιγής, και με αυτό θέλεις ελευθερωθή από όλες τες δυστυχίες που θέλουν σου συμβή.
Τέλος πάντων αυτός απέθανεν ύστερον από ολίγον καιρόν. Και αφού τον έθαψα με μεγάλην τιμήν, εκληρονόμησα τον πλούτον του όλον τον οποίον τον ηύρα τόσον πλουσιοπάροχον, που τον εστοχάσθηκα πολλά αρκετόν διά να ημπορέσω να κάμω τα κακά μου θελήματα· αυγάτισα ευθύς τους σκλάβους μου, ετράβηξα προς του λόγου μου όλους τους ασώτους νέους της χώρας· εκρατούσα ταύλαν ανοικτήν διά όποιον και αν έρχονταν, και εδόθηκα εις κάθε λογής ασωτίαν εις τρόπον που από ολίγον εις ολίγον χωρίς να απεικάσω, έφθειρα όλον εκείνο το πατρικόν μου. Ευθύς έμεινα παραιτημένος από τους φίλους μου, και από όλους τους δουλευτάδες μου. Τι θλιβερά μεταλλαγή της τύχης! η δύναμίς μου ευρέθη ταπεινωμένη. Τότε εστοχάσθηκα τα υστερνά λόγια του πατρός μου· μα ήτον πολλά αργά, που δικαίως μου ετύχαινε να έλθω εις εκείνην την κατάστασιν, και έλεγα κτυπώντας την κεφαλήν μου· διατί να μην ακούσω τες νουθεσίες του πατρός μου; διατί να κάμω τέτοια πράγματα και να έλθω εις τέτοιαν κατάστασιν, να κατασταθώ παίγνιον των συνομηλίκων μου; διατί να σταθώ τόσον άφρων και να μη τον υπακούσω εις τα όσα μου είπε διά το καλόν μου; μα σαν δεν τον υπήκουσα εις τα πρώτα του λόγια, θέλω τον υπακούσει εις την υστερινήν απόφασιν που είπε· θέλω το λοιπόν να κάμω καθώς με εδιέταξε, και να υπάγω να κρεμασθώ ετούτην την στιγμήν εις το δένδρον που μου εδιώρισε· και έτσι ημπορώ να ελευθερωθώ από τα βάσανα που μέλλουν να μου έλθουν.
Έτσι λέγοντας επήρα μίαν θηλιάν και εμβήκα εις το περιβόλι μου, επλησίασα εις το δένδρον που μου έδειξεν ο πατέρας μου, και μου εφάνηκε πολλά αρκετόν εις την βουλήν μου. Έβαλα εις την ρίζαν τούτου του δένδρου δύο πέτρες ψηλές, επάνω εις τες οποίες ανεβαίνοντας, εσήκωσα τα χέριά μου διά να δέσω την θηλιάν εις εκείνο το χοντρόν κλωνάρι, και δένοντάς την τήν επέρασα εις τον λαιμόν μου, αλείφοντάς την καλά με σαπούνι διά να γλυστρήση να μην τυραννηθώ πολύ· έπειτα ερρίχθηκα από τες πέτρες και έμεινα κρεμασμένος. Τον καιρόν που η θηλιά έμελλε να κλείση διά να με πνίξη, σχίζεται το κλωνάρι από το βάρος μου και πίπτει μαζί μου κατά γης. Έμεινα περίλυπος διά τον κόπον που έκαμα ματαίως εις το να κρεμασθώ, μα θεωρώντας το κλωνάρι που είχε τόσον κακά δουλέψη εις την απελπισίαν μου, βλέπω με θαυμασμόν μου, ότι από εκεί που είχε ξεκοπή έβγαιναν κάποια πετράδια, τρέχω και βλέπω ότι το κούφαλον του δένδρου ήτον γεμάτο, από διάφορα πετράδια. Ευθύς παίρνω ένα τσεκούρι και το κόπτω από την ρίζαν, και το ευρίσκω που ήτον γεμάτον από διαμάντια, ρομπίνια, σμαράγδια, και άλλα πολύτιμα πετράδια. Έβγαλα τότε την θηλιάν που είχα εις τον λαιμόν μου, και απέρασα από την απελπισίαν εις μεγαλωτάτην χαροποίησιν.
Αντί να ξαναδοθώ εις τες ξεφάντωσες ωσάν και πρώτα, απεφάσισα να πιάσω την τέχνην του πατρός μου. Είχα πολλήν γνωριμίαν εις τα πετράδια, και ημπορούσα να ελπίσω ότι η επιχείρησίς μου να μην υπάγη κακά. Κάνω το λοιπόν συντροφιάν με άλλους δύο τζοβοϊτζήδες, που εγνώριζαν τον πατέρα μου, με τους οποίους αποφασίσαμεν διά να πηγαίνωμεν να πραγματεύσωμεν εις την Όρμαν, χώραν παραθαλάσσιον· ηύραμεν ένα καράβι, και εμβαίνομεν εις αυτό, και αρχίσαμεν διά να ταξειδεύσωμεν. Το ταξείδι μας εστάθη πολλά ευτυχισμένον από αέρα, και αρμενίζαμεν με πολλήν χαροποίησιν, αλλά πριν να φθάσωμεν εις τον ποθούμενον τόπον, οι σύντροφοι μου έκαμαν να γνωρισθούν πως δεν ήσαν άνθρωποι τιμημένοι· επειδή και εκείνην την νύκτα που εμέλλαμεν να φθάσωμεν εις τον λιμένα, έβγαλαν διάφορα κρασιά εκλεχτά που είχαν, με τα οποία έκαμαν κάθε τρόπον και με εμέθυσαν. Και αφού με είδαν πως έπεσα εις βαθύτατον ύπνον με εσήκωσαν και οι δύο και με έρριξαν εις την θάλασσαν. Μα η θάλασσα όντας φουσκωμένη από αέρα, τα κύματα ωσάν να ήσαν προσταγμένα, από τον Ουρανόν δεν με εκαταβύθισαν, αλλά με έρριξαν εις την στερεάν υποκάτω εις μίαν ρίζαν ενός βουνού. Βλέποντάς με εκεί ελεύθερον από τον κίνδυνον, εδόξασα τον Θεόν που με εφύλαξε, και έμεινα εκεί το επίλοιπον της νυκτός.
Φθάνοντας η ημέρα ανέβηκα με πολύν κόπον εις την κορυφήν του βουνού, επειδή ήτον δύσβατον. Εσυναπάντησα εκεί πολλούς χωριάτες που έβγαζαν κρυστάλλι από κάποια μεταλλία και το έφερναν υστερώτερα και το επουλούσαν εις την Όρμαν. Αυτωνών εδιηγήθηκα την επιβουλήν που μου έγινε, και τον κίνδυνον που επέρασα, και τους εφάνη τόσον αυτωνών, ωσάν και εμένα, πως εστάθη θαύμα που εγλύτωσα. Εκείνοι οι καλοί άνθρωποι έλαβαν σπλάχνος εις εμέ, και μου έδωσαν και έφαγα από εκείνο που έτρωγαν, και υστερότερα με επήραν μαζί τους, και ύστερον από μερικές ημέρες με έφεραν εις την Όρμαν, πόλιν μεγάλην, και φθάνοντας εκεί, επήγα και κατέβηκα εις ένα χάνι, εις το οποίον ο πρώτος που εσυναπάντησα εστάθη ένας από τους συντρόφους μου. Εκείνος εφάνη πολλά θαυμασμένος εις το να ιδή άνθρωπον που επίστευε να εδούλευσεν εις τροφήν των οψαριών. Έτρεξεν ευθύς διά να χαλέψη τον σύντροφόν μας, και να του δώση είδησιν του ερχομού μου εκεί, και να συμφωνήσουν την δεξίωσιν που έχουν να μου κάμουν· και ευθύς εσυμφώνησαν τον τρόπον. Εγώ τους είδα υστερώτερα από ολίγον, τον ένα ύστερα από τον άλλον, και ήλθαν εις την αυλήν που ήμουν, και απέρασαν από εμπροστά μου, καμωνόμενοι πως δεν με γνωρίζουν.
Ω άνομοι, τότε τους είπα· ο Ουρανός έκαμεν ανωφελή την κακήν σας βουλήν· ζω ακόμη διά αισχύνην της βαρβαρότητός σας· επιστρέψατέ μου τα διαμαντικά μου ευθύς, επειδή δεν θέλω να είμαι πλέον εις συντροφιάν τέτοιων παρανόμων. Εις ετούτα τα λόγια, που έπρεπε να τους αντραλώσουν, έλαβαν την αγνωσίαν να αποκριθούν τοιούτης λογής· ω κλέπτη, ω φονέα, ποίος είσαι εσύ, και από πού έρχεσαι; ποία διαμάντια, ποίες πραγματείες έχομεν ημείς εδικές σου; Έτσι λέγοντας άρχισαν να με δέρνουν, έπειτα βλέποντάς με πως ήθελα να τρέξω εις του Κατή διά να τους εγκαλέσω, επρόλαβον τον καιρόν, και υπήγαν αυτοί πρώτοι εις αυτόν, του οποίου έδωσαν να καταλάβη πολλά εναντίον διά εμένα και έπειτα, διά να γένη πλέον ωφέλιμος προς αυτούς, τον εδώρισαν διάφορα πετράδια, τα οποία λογιάζω να ήταν όλα από τα εδικά μου. Ποίος είναι ο άνθρωπος αυτός που σας ενοχλεί; τους είπεν ο Κατής· φέρετέ τον εδώ, και εγώ θέλω τον παιδεύσει. Αυθέντη, απεκρίθησαν, ημείς δεν τον γνωρίζομεν, ούτε τον είδαμεν άλλην φοράν· Εις αυτό το αναμεταξύ φθάνω και εγώ εις την αυλήν του Κατή. Τότε αυτοί εφώναξαν βλέποντάς με· ιδού, ω αυθέντη, εκείνος ο άνομος κλέπτης, ο οποίος λαμβάνει την τόλμην να παρουσιασθή εις την αυλήν σου· Μεγάλε κριτά, σε παρακαλούμεν να μας διαφεντεύσης. Εγώ τότε επλησίασα εις τον Κατή διά να ειπώ τα δίκαιά μου, μα μην έχοντας δώρα διά να του προσφέρω, δεν ηθέλησεν ούτε να με ακούση· αλλά επρόσταξε, και με εφυλάκωσαν. Και αυτοί ωσάν είδαν την φυλάκισίν μου, εμίσευσαν μετά χαράς μεγάλης.