← Table of contents
Χαλιμά, Τόμος 2

Front matter (continued 2)

Reading edition

Ο Καλίφης υπήκουοεν εις τα όσα ο Αμπτούλ τον επαρακάλεσεν, έξω από τον σκληρόν βεζύρη, τον οποίον γνωρίζοντάς τον πολλά κακότροπον και υπεύθυνον, επρόσταξε να του αφήσουν την ζωήν, μα να τον βάλλουν εις έναν σκοτεινόν πύργον κλεισμένον διά όλην του την ζωήν. Ο δε Αμπτούλ μένοντας ακόμη μερικές ημέρες εμίσευσε διά την Μπάσραν μαζί με την γλυκυτάτην του Δαρδανέ, συντροφευμένοι από αρκετούς στρατιώτας του Καλίφη, έως που εφθασαν εις το σπήτι του, και εκεί επανάλαβε τον πλούτον του, και τον εχάρη έως το τέλος της ζωής του.

Με τούτον τον τρόπον η Σουλταμεμέ ετελείωσε την ιστορίαν του Αμπτούλ Μπαρσή, πλην όλες οι γυναίκες της βασιλοπούλας την επαίνεσαν κατά πολλά· άλλες επαινούσαν την γενναιότητα του Αμπτούλ, άλλες του Καλίφη, και, άλλες την σταθερότητα του Αμπτούλ, που εστάθη ένας πιστός αγαπητικός. Η δε βασιλοπούλα είπεν· ετούτη η ιστορία μου άρεσε κατά πολλά· μα ακόμη δεν είμαι καταπεισμένη πως οι άνδρες είνε τόσον πιστοί προς τες αγαπητικές των και τες γυναίκες των. Ο Αμπτούλ ολίγον έλειψεν, που να κλίνη εις την θέλησιν της θυγατρός του βεζύρη, αλησμονώντας καθολικά τον πόνον της Δαρδανές, και εγώ τούτον δεν τον στοχάζομαι τόσον πιστόν, ως μου τον επαινάτε.

Συμπάθησόν με, κυρά μου, είπεν η Σουλταμεμέ, αν ούτε και αυτό το ιστορικόν παράδειγμα δεν σε επαρακίνησε να πιστεύσης ότι είνε έτσι, την ερχομένην ημέραν θέλω σου διηγηθή, αν είνε με το θέλημά σου, μίαν άλλην ιστορίαν, πολλά περίεργον από την οποίαν ελπίζω να καταπεισθής. Όθεν η βασιλοπούλα, διά να ευχαριστήση αυτήν και τες άλλες γυναίκες, που ευρίσκονταν μαζί της, υπεσχέθη να την ακούση. Και λέγοντας ταύτα τα λόγια εσηκώθηκαν και επήγαν να γευθούν, διατί η ώρα ήτον πολλά αργά. Την δε ερχομένην ημέραν αφού ελούσθηκεν η βασιλοπούλα, και οι άλλες γυναίκες που ήτον μαζί της, εβγήκαν κατά την συνήθειάν τους, και επήγαν να καθήσουν εις ένα σοφάν διά να αναπαυθούν και αφού ανεπαύθησαν καμπόσον, άρχισεν η Σουλταμεμέ να διηγήται την ιστορίαν, που υποσχέθη την απερασμένην ημέραν, ως κάτωθεν φαίνεται.

Ιστορία του Βασιλέως Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης Κεριστάνης.

Ευρισκόμενος μίαν ημέραν εις το κυνήγι ένας νέος βασιλεύς της Κίνας, ονομαζόμενος Ρουσκάδ, εσυναπάντησε μίαν έλαφον άσπρην με βούλες κίτρινες και μαύρες, η οποία είχεν εις τα ποδάρια της βραχιόλια χρυσά και επάνω εις τες πλάτες της σκέπασμα από ατλάζι κίτρινον, κεντημένον με χρυσάφι. Βλέποντας ο βασιλεύς ένα τέτοιον περίεργο κυνήγι, άναψεν από επιθυμίαν διά την πιάση ζωντανήν· έτρεξε με μεγάλην βίαν διά να την φθάση, μα η έλαφος αναγελώντας το κυνήγημά του, έφυγε με τόσην ογληγοράδα, που εις μίαν στιγμήν δεν την είδε πλέον. Αυτός όμως δεν απελπίσθη διά να μην ακολουθήση τον δρόμον που επήρε, και να τρέχη μετά μεγάλης ορμής διά να την φθάση· και εκεί που έτρεχε, την βλέπει από μακρόθεν, που ήτον σιμά εις μίαν πηγήν, και του εφαίνονταν πως ήτον αποσταμένη από το τρέξιμον. Ευθύς κτυπά με μεγάλην βίαν το άλογόν του και τρέχει, μα εστάθηκεν άκαιρη η βία του, διά να την πιάση. Η έλαφος βλέποντάς τον που επλησίαζε, σηκώνεται ελαφρά και κάνει δύο τρία πηδήματα, έπειτα ρίχνεται εις το νερόν, εις τρόπον που δεν εματαφάνη πλέον. Όθεν ο βασιλεύς της Κίνας ξεπεζεύει ευθύς, πάσχει, γυρίζει ολόγυρα της πηγής, ανακατώνει το νερόν, χαλεύει το κυνήγι μα μη ξεσκεπάζοντας τίποτε με τα χαλέματά του, μένει εις μεγάλην απορίαν διά τούτο το συμβεβηκός. Ο βεζύρης του, που είχε φθάσει εκεί ομού με τους άλλους, που ήσαν εις την συντροφιά του, δεν έλαβαν ολιγωτέραν την έκστασιν.

Ο δε βασιλεύς αφού έκαμε διαφόρους στοχασμούς, λέγει· δεν ημπορώ να βεβαιωθώ πώς εκείνη η έλαφος είνε αληθώς ένα ζώον άγριον, αλλά λογιάζω πώς είνε μία εξωτική του δάσους, η οποία υποκάτω εις τούτην την μορφήν λαμβάνει ηδονήν να γελά τους κυνηγούς. Εις αυτό το διάστημα ο βασιλεύς εθεωρούσεν ακαταπαύστως την πηγήν, και κάθε ολίγον αναστέναζε χωρίς να ηξεύρη το διατί. Κάνει χρεία, λέγει αυτός του βεζύρη του, εγώ να απομείνω ετούτην την νύκτα εδώ, διατί θέλω διά περιέργειαν να ιδώ αυτήν την εξωτικήν, επειδή και έχω μίαν εσωτερικήν φλόγα, διά να την ιδώ να έβγη από το νερόν. Κάνοντας αυτήν την απόφασιν, εκράτησε τον βεζύρην του μόνον, και τους άλλους τους απέλυσεν. Εκάθησαν λοιπόν αντάμα επάνω εις τα χόρτα, και είχαν την κουβέντα της ελάφου έως το βράδυ. Ο βασιλεύς ευρισκόμενος περικυκλωμένος από τον ύπνον, λέγει του βεζύρη· εγώ δεν ημπορώ πλέον να διαφεντευθώ από τον ύπνον, και διά τούτο στάσου εσύ έξυπνος έως που εγώ κοιμούμαι· και έχε τους οφθαλμούς σου πάντα σταθερούς εις την πηγήν, και ωσάν ιδής κανένα σημείον ξύπνησέ με. Όμως ο βεζύρης στέκοντας πολλήν ώραν χωρίς να ιδή τίποτε, τον επήρεν ο ύπνος και αυτόν και απεκοιμήθη.

Εστάθη πολλά ολίγος ο ύπνος του, επειδή και έξαφνα εξύπνησαν από τον ήχον μιας αρμονίας που τους έκαμε να ακούσουν ολίγον ξέμακρα απ' αυτούς· και διά μεγαλύτερόν τους θαυμασμόν, βλέπουν ένα μεγαλοπρεπές παλάτι με πλουσίαν φωτοχυσίαν, το οποίον δεν ημπορούσε να ήτον καμωμένον από χέρια ανθρώπινα. Ο δε βεζύρης λέγει του βασιλέως με σιγαληνήν φωνήν· τι πράγμα τάχατες να είνε τούτο; τι αρμονία είνε τούτη που ακούεται εις τα αφτιά μας, τι παλάτι παρουσιάζεται εις τους οφθαλμούς μας; όλα τούτα χωρίς αμφιβολίαν δεν είνε ποτέ φυσικά· ετούτα είνε μία μαγεία· ήτον καλλίτερον ημείς να είχομεν παραιτήσει αυτήν την πηγήν και τούτο το παλάτι, μήπως και είνε έργον κανενός μάγου, που τα έκαμε διά την βασιλείαν σου. Αν και τούτο ήθελεν είνε, απεκρίθη ο βασιλεύς, μη στοχάζεσαι ότι έχω φόβον· ας πάμε προς αυτό το παλάτι λοιπόν να ιδούμε τι άνθρωποι το κατοικούν, και παύσε τώρα να μου παρασταίνης κινδύνους, επειδή και όσον μεγαλυτέρους μου παρασταίνεις τους κινδύνους, τόσον περισσότερον μου ανάπτεις την επιθυμίαν.

Ο Βεζύρης βλέποντας τον αυθέντην του αποφασισμένον διά να βγάλη την περιέργειάν του, δεν ετόλμησε πλέον να του εναντιωθή. Εκίνησαν λοιπόν προς το παλάτι· φθάνουν εις την πόρταν, και ευρίσκοντάς την ανοικτήν, εμβαίνουν εις μίαν σάλαν, που είχε το έδαφος από φαρφουρί της Κίνας, στολισμένην με χρυσές μαξιλάρες, και μεταξένια πεύκια, και ευωδίαζεν από τα πλέον αρωματικά ξύλα· εγύρισαν αυτοί όλην την σάλαν χωρίς να ιδούν κανέναν εις αυτήν· από εκείνην απέρασαν εις μίαν άλλην, εις την οποίαν βλέπουν επάνω εις ένα θρόνον χρυσόν μίαν νέαν κυράν, όλην σκεπασμένην από διαμαντικά, και η άκρα ευμορφιά της τους εξέπληξεν.

Αυτή εφαίνονταν πως, έστεκε με προσοχήν εις το να αφηκράζεται πενήντα νέες κόρες, που μερικές ετραγουδούσαν, και μερικές ελαλούσαν διάφορα μουσικά όργανα. Ήτον αυτές ενδυμένες από κόκκινα φορέματα χρυσοΰφαντα, κεντημένα με μαργαριτάρια, και έστεκαν ορθές ολόγυρα του θρόνου. Ο δε βασιλεύς δεν εστοχάζετο διά το ουδέν εκείνες τες χαριέστατες φωνές, ούτε τα λαλήματα τα αγγελικά, μα όλος του ο στοχασμός ήτον εις το να θεωρή και να στοχάζεται την Κυράν, που ήτον εις τον θρόνον. Οπόταν αυτές οι κορασίδες είδαν τούτον τον βασιλέα, έπαυσαν να τραγωδούν· τότε αυτός πλησιάζοντας εις τον θρόνον, ωμίλησε με τούτον τον τρόπον προς την κυράν.

Ω ωραιοτάτη βασίλισσα των καρδιών των ανθρώπων, που υποτάζεις με το πρώτον βλέμμα σου τους πλέον δυνατωτέρους βασιλείς, ειπέ μου, σε παρακαλώ, το όνομά σου, και ποία είσαι. Εχαμογέλασεν η Κυρά εις τούτα τα λόγια και είπεν εγώ είμαι μία έλαφος, που κάνω ήμερα τα λεοντάρια· εγώ είμαι εκείνο το κυνήγι, που σήμερον εσύ εκυνηγούσες, και που ερρίχθηκα εις το νερό. Μα, Κυρά μου, της εξαναείπεν ο βασιλεύς· ποίον στοχασμόν πρέπει εγώ να κάμω δι' αυτήν την μεταμόρφωσιν; τι ηξεύρω εγώ αν εις τούτην την στιγμήν εσύ δεν μου προσφέρεις εις τους οφθαλμούς μου ψεύτικες και πλαστές φαντασίες; Μη γένοιτο, είπεν η Κυρά· εγώ σου τες δείχνω φυσικές, καθώς τες βλέπεις· αλήθεια είνε ότι καθώς μου αρέσει έτσι αλλάσω μορφήν, και οπόταν θέλω γίνομαι βλεπτή και άβλεπτη εις τους ανθρώπους· μα όλον τούτο γίνεται, χωρίς μαγείαν, και η δύναμις εις το να μεταμορφώνωμαι εις εκείνα που μου αρέσει, είνε μία χάρις που την έλαβα από τον ουρανόν οπόταν εγεννήθηκα.

Εις παρομοίαν διήγησιν η Κυρά κατεβαίνει από τον θρόνον της και πλησιάζει εις τον βασιλέα, τον παίρνει από το χέρι, τον φέρει εις ένα χοντζερέ, εις τον οποίον ήτον μία τράπεζα ετοιμασμένη από εκλεκτά φαγητά· αυτή τον έκαμε να καθήση, ομοίως και αυτή εκάθησεν ανάμεσα αυτουνού και του βεζύρη, ο οποίος από όλα εκείνα, που έβλεπε, δεν ημπορούσε να στοχασθή άλλο διά τον αυθέντην του παρά κανένα δυστυχισμένον τέλος. Ο νέος βασιλεύς ήτον όλος προσηλωμένος προς την Κυράν, και κανένας στοχασμός εναντίος δεν του εσύγχιζε την ηδονήν που είχεν εις το να την θεωρή· ηθέλησε λοιπόν να την δουλεύση εις την τράπεζαν, μα αυτή είπε· φάγετε εσείς οι δύο, διότι η ευωδία των αρωμάτων, και εκείνη των φαγητών μας δουλεύει ημάς διά τροφήν.

Οπόταν ο βασιλεύς με τον βεζύρην του έτρωγαν, δύο κορασίδες ωραίες επρόσφεραν του καθενός από μίαν κούπαν από αγάθην, γεμάτην από γλυκύτατον κρασί· και είχαν την επιστασίαν να τες κρατούν πάντοτε γεμάτες. Η Κυρία με όλον που δεν έπινεν, η μυρωδιά τής έκανε το ίδιον αποτέλεσμα, που έκανε των άλλων. Ως τόσον άρχισαν να ανάπτουν από το πιοτόν, και ο βασιλεύς με την Κυρά ωμιλούσαν διάφορα λόγια ηδονικά· η δε Κυρά δείχνοντας του πως ήτον τρυφερή προς αυτόν, του ωμίλησε με τούτον τον τρόπον.

Βασιλέα, με όλον που είσαι ένα κτίσμα κατώτερον από λόγου μου, δεν μπόρεσα να υποφέρω που να μη σε αγαπήσω, και διά να κάμω να μάθης ποίας τιμής είνε το απόκτημα που έκαμες, άκουσον με προσοχήν, επειδή και δεν θέλω πλέον να το κρατήσω κρυπτόν ποία εγώ είμαι· ήξευρε πώς ευρίσκεται εις τον μέγαν Ωκεανόν ένα νησί ονομαζόμενον Χαρμοστάν· αυτό είνε κατοικημένον από εξωτικά· ο βασιλεύς ονομόζεται Μανουχέρ, του οποίου είμαι θυγατέρα μονογενής, και με ονομάζουν Κεριστάνην. Είνε δε τρεις μήνες που απαράτησα το παλάτι του πατρός μου, και περίεργος να ιδώ την διαφοράν των βασιλέων, εις τα οποία ζουν οι απόγονοι του Αδάμ, έλαβα την επιθυμίαν να ταξειδεύσω· εγύρισα όλον τον κόσμον και ήμουν έτοιμη να ξαναγυρίσω εις την κατοικίαν μου μα συναπαντώντας σε σήμερον εις το κυνήγι, εστάθηκα διά να σε θεωρήσω, και ευθύς οι αίσθησές μου εσυγχίσθησαν εναντίον εις την θέλησίν μου· και όντας όλη προσηλωμένη εις εσένα, έλεγα ανάμεσόν μου· είνε δυνατόν, ένας άνθρωπος να μου συγχίση εις τέτοιον τρόπον την ανάπαυσίν μου; ένας υιός του Αδάμ να θριαμβεύση την αγιότητά μου; εντροπή μου κατά αλήθειαν να νικηθώ με τέτοιον τρόπον και στοχαζομένη τοιούτης λογής, ηθέλησα να αναμερίσω από εσένα, μα εμποδισμένη ωσάν από ένα μαγικόν δεσμόν, δεν ημπόρεσα τελείως να ξεμακρύνω· μόνον βυθισμένη τότε εις τους τρυφερούς στοχασμούς, που μου εμπόδιζαν το περιπάτημα, δεν εστοχάσθηκα άλλο παρά να εύρω τα μέσα διά να σου αρέσω.

Έλαβα λοιπόν την μορφήν μιας ελάφου και εφανερώθηκα έμπροσθέν σου, διά να σε υποχρεώσω να με στοσχασθής· εσύ με εκυνήγησες, αλλά χωρίς να με φθάσης, και αφού ερρίχθηκα εις το νερόν, δεν ημπορείς να πιστεύσης την ηδονήν που είχα να σε βλέπω να τριγυρίζης και να ανακατώνης το νερόν διά να με εύρης, και ακούοντας πως αποφάσισες να κοιμηθής εκεί σιμά εις την πηγήν, το εχάρηκα μεγάλως, και εις το αναμεταξύ που εκοιμώσουν, έκαμα και έγινε τούτο το παλάτι διά να σε δεχθώ. Τα τελώνια που με δουλεύουν, το έκτισαν εις μίαν στιγμήν.

Ενώ η Κεριστάνη ήθελε να ακολουθήση την ομιλίαν της, ιδού εμβαίνει μία αρχοντοπούλα, η οποία έδειχνε πώς ήτον πολλά θλιμμένη. Η Κυρά γνωρίζοντάς την από το πρόσωπόν της ότι ήθελε να της προμηνύση καμμίαν θλιβεράν είδησιν εφώναξε μεγάλως, έπειτα εδόθη εις κλάματα πικρότατα. Έμεινεν εκστατικός ο βασιλεύς εις τούτο το θέαμα και εθλίβονταν μεγάλως διά εκείνο που έβλεπεν· ήτον δε εις μεγάλην ανυπομονησίαν διά να μάθη το αίτιον, και εκεί που ήθελε να την ερωτήση, η αρχοντοπούλα πλησιάσασα είπεν.

Ω βασίλισσα, καλά ηξεύρεις ότι τα τελώνια ζουν πολύ περισσότερον από τους ανθρώπους, όμως είνε και αυτά υποκείμενα εις τον θάνατον· εσύ έχασες τον πατέρα σου, ο οποίος απέρασεν εις την άλλην ζωήν, και όλος ο λαός σε επιθυμεί διά να σε στέψη βασίλισσαν εις τον θρόνον του πατρός σου· έλα το λοιπόν διά να λάβης την δούλευσιν των νέων υπηκόων σου, και να ανταποκριθής εις την ανυπομονησίαν που αυτοί έχουν, διά να σου ανταποδώσουν όλες τις τιμές που σου πρέπουν. Ο μέγας βεζύρης πατέρας μου με επρόσταξε να έλθω να βιάσω τον γυρισμόν σου.

Βεζυροπούλα μου, απεκρίθη η Κυρά, μεγάλην σύγχισιν μου προξενούν αυτές οι είδησες, που μου έφερες, όμως δεν θέλω λείψει να ανταμείψω τον ζήλον του πατρός σου, ομοίως και τον ιδικόν σου, που δείχνετε εις εμένα· θα μισεύσω το λοιπόν με λόγου σου τούτην την στιγμήν. Σου αφίνω υγείαν, βασιλέα μου, είπε γυρίζοντας προς αυτόν, και πιάνοντάς τον από το χέρι του λέγει· είμαι δυναστευμένη να σε απαραιτήσω, ας είσαι βέβαιος όμως πως μίαν ημέραν θέλομεν ανταμωθή πάλιν, και ανίσως και σε εύρω αγαπητικόν σταθερόν, δεν θέλω λάβει άλλον νυμφίον παρά εσένα. Έτσι λέγοντας αυτή έγινεν άφαντος.

Τότε ευθύς μία σκοτεινοτάτη νύκτα απεδίωξε την μεγάλην φωτοχυσίαν, που εις το παλάτι ήτον, και άφησε τον βασιλέα με τον βεζύρην του εις ένα τέτοιον σκότος, που τίποτε δεν ημπορούσαν να διαχωρίσουν, και εστάθηκαν εις αυτήν την κατάστασιν έως που έγινεν ημέρα, η οποία τους επροξένησε νέαν έκστασιν, που αντίς να ευρεθούν εις ένα παλάτι, ευρέθησαν εις ένα κάμπον, χωρίς να ιδούν κανέν σημείον της κατοικίας.

Βεζύρη, είπε τότε ο βασιλεύς, κάνει χρεία να πιστεύσωμεν ότι εστάθη τούτο έν όνειρον. Όχι αυθέντη, απεκρίθη ο βεζύρης, καλλίτερον πιστεύω πώς η Κυρά, που είδαμεν, να είναι καμμία καταραμένη μάγισσα, η οποία διά να σου προξενήση έρωτα έλαβε μορφήν εξωτικής, και όλες εκεί οι νέες που ετραγωδούσαν και ελαλούσαν, είνε τόσοι διάβολοι που την υπηρετούν. Με όλον που τούτη η ομιλία του βεζύρη ήθελεν έχει κάποιον τι αληθινόν, ο βασιλεύς όμως με το να ήτον πολλά τρωμένος από την αγάπην, δεν ήθελε να χάση την γνώμην που είχε διά την Κυράν, αλλά εγύρισεν εις το παλάτι του με απόφασιν, που να φυλάξη διά πάντα μίαν ζωντανήν και εγκαρδιακήν ενθύμησιν δι' αυτήν. Και από εκείνης της ώρας από τον έρωτά του εδόθη εις μίαν άκραν μελαγχολίαν αφέθη από όλες τες ηδονές· καμμίαν ευχαρίστησιν δεν είχε παρά εκείνην του κυνηγιού δεν επήγαινεν εις άλλον τόπον, παρά εις εκείνον που του εφάνη η έλαφος, εις τον οποίον ήλπιζε να την ξαναϊδή.

Ως τόσον απέρασεν ένας χρόνος, που αυτός αγαπούσε χωρίς να έχη αιτίαν να ελπίζη, επειδή εκείνη που αγαπούσε δεν ήτον άλλο παρά μια φαντασία, και τότε άρχισε να καταλαμβάνη ότε εκείνο που είδεν ήτον μία βεβαία μαγεία· όθεν επιθύμησε να ταξειδεύση με ελπίδα, ότι με τούτο το μέσον ήθελαν του έβγει οι φαντασίες που είχεν εις το κεφάλι δι' αυτήν την υπόθεσιν. Και αφού άφησε την κυβέρνησιν της βασιλείας του εις τα χέρια του βεζύρη του, εκαβαλλίκευσεν ένα του καλόν άλογον, και εμίσευσε μόνος του αγνώριστος διά νυκτός, χωρίς να πάρη τινά μαζί του. Περιπατώντας λοιπόν αρκετές ημέρες, έφθασεν εις τα σύνορα του βασιλείου της Θέμπας, και πριν να φθαση εις την βασιλεύουσαν, ηθέλησε να αναπαυθή υποκάτω εις ένα δένδρον πολλά φουντωτόν.

Και αφού εξεπέζευσε δεν επέρασε πολύ, και βλέπει ολίγον μακράν υποκάτω εις ένα άλλο δένδρον μίαν ευγενικήν κόρην, που έδειχνε να ήτον έως δεκαοκτώ χρόνων, η οποία εκρατούσεν ακουμπισμένον το κεφάλι της επάνω εις το ένα χέρι, και εκοιμάτο με βαρύν ύπνον, της οποίας η μελαγχολική μορφή έδινε να καταλάβη ότι είχε πέσει εις καμμίαν μεγάλην συμφοράν· τα φορέματα που την εσκέπαζαν ήταν όλα ξεσχισμένα, μα με όλον τούτο του εφαίνονταν ότι ήτον μία ωραιοτάτη κόρη, και από ευγενικόν αίμα. Ο βασιλεύς επλησίασε προς αυτήν, και αφού την εξύπνησε της επρόσφερε τον εαυτόν του εις βοήθειάν της, και την ηρώτησε ποία ήτον. Η νέα εκείνη με λιγωμένη φωνήν του απεκρίθη· «Εγώ είμαι θυγατέρα, και γυναίκα βασιλέως, όμως δεν είμαι εκείνη, που εγώ λέγω· είμαι βασίλισσα και δεν είμαι εκείνη, που είμαι.»

Ο βασιλεύς της Κίνας δεν ήξευρε τι να στοχασθή δι' αυτήν την κόρην, και ελόγιαζε πως ήτον έξω του εαυτού της διά τα λόγια που του είπε, Κυρά, της είπεν, έλα εις τον εαυτόν σου, βεβαιώσου πως είμαι έτοιμος διά να σε συντρέξω εις ό,τι είνε η δύναμίς μου. Κύριε, απεκρίθη αυτή, εγώ δεν θαυμάζω ότι εσύ με στοχάζεσαι διά μίαν τρελλήν· η ομιλία που σου έκαμα βεβαίως σου εφάνη αστόχαστη· μα εσύ θέλεις με συμπαθήσει χωρίς αμφιβολίαν, οπόταν θέλεις μάθει τες συμφορές μου· είμαι έτοιμη να σου τες διηγηθώ, διά να γνωρίσω την γενναιότητά σου, και αν ημπορής να με συντρέξης.

Ιστορία του βασιλέως της Θέμπας, και της βασίλισσας των Ναϊμάνων.

Εγώ είμαι, ακολούθησε να λέγη αυτή, θυγατέρα του βασιλέως των Ναϊμάνων. Ο πατέρας μου αποθαίνοντας χωρίς να έχη άλλην κληρονομίαν παρά εμένα, όλος ο λαός με εκήρυξε διά βασίλισσάν του, και δεν ανέμενεν άλλο, παρά την νόμιμόν μου ηλικίαν διά να βασιλεύσω, επειδή και δεν είχα τότε παρά τέσσαρας χρόνους. Εδόθη διά τότε η κυβέρνησις της βασιλείας εις τον βεζύρην Αλή, ο οποίος είχε στεφανωθή την βάγιαν μου, και ήτον άνθρωπος πολλά στοχαστικός, και φρόνιμος. Αυτός ο γνωστικός επιτηρητής έλαβε και το βάρος της ανατροφής μου· άρχισε να μου ερμηνεύη τον τρόπον του βασιλεύειν, και πολλά ογλήγωρα ήλθα εις την γνωριμίαν διά τα πάντα, μα η ακατάστατος τύχη, που δίνει και παίρνει καθώς της αρέσει τα σκήπτρα, και τες κορώνες, με εγκρέμισεν από τα ύψη του θρόνου εις μίαν φοβεράν άβυσσον. Ένας αδελφός του πατρός μου, ονομαζόμενος Μωβαβάκ, ο οποίος από πολύν καιρόν επιστεύετο ότι ήτον αποθαμμένος, καθώς έλεγαν πώς είχε σκοτωθεί εις ένα πόλεμον με τους Μογγολίτας, εφανερώθη έξαφνα εις τον τόπον των Ναϊμάνων. Μερικοί από τους προεστούς, που ήσαν φίλοι του, επήγαν και ενώθηκαν με αυτόν και εζητούσαν διά να βασιλεύση αυτός, όθεν έγιναν δύο σχίσματα· άλλοι ήθελον αυτόν, και άλλοι εμένα· τέλος πάντων τόσον έκαμε, που όλος ο λαός έτρεξε προς αυτόν, και με άφησαν εμένα χωρίς συνδρομήν.

Ο άρπαγος αυτός, ευθύς που εκηρύχθη διά βασιλεύς, ηθέλησε να με πιάση και να με θανατώση, διά να μην έχη πλέον φόβον από το μέρος μου. Μα ο βεζύρης μου με την φρονιμάδα του ηύρε τον τρόπον διά να με βγάλη από τον θυμόν του τυράννου· όθεν με επήρε μίαν νύκτα και εφύγαμεν, και από κρυφές στράτες εφθάσαμεν εις την Θέμπα.

Επήγαμεν, λοιπόν, και εκατοικήσαμεν εις την βασιλεύουσαν. Ο βεζύρης απερνούσεν εκεί διά ζωγράφος Ινδιάνος, και εγώ απερνούσα διά θυγατέρα του· αυτός ηξεύροντας την τέχνην της ζωγραφικής εντελώς, εις ολίγον καιρόν έλαβε μεγάλην φήμην, και εκέρδιζε καλά, τόσον που εζούσαμε αρκετά· και με τούτον τον τρόπον αποσκεπαζόμεθα και δεν εφανερωνόμεθα ποίοι είμεθα, παρά εις εκείνους που τους εδώσαμεν να καταλάβουν τα συμβεβηκότα.

Απέρασαν δύο χρόνοι από εκείνον τον καιρόν, και αποξένωσα από λόγου μου ολίγον την φαντασίαν της μεγαλειότητος που ήμουν, και άρχισα να συνηθίζω ολίγον κατ' ολίγον εις εκείνο που ευρισκόμουν, και μου εφαίνονταν πώς δεν ήμουν άλλη, παρά θυγατέρα ενός ποταπού ανθρώπου, και η ησυχία που εχαιρόμουν με έκανε να λησμονήσω το περασμένον μου μεγαλείον.

Μα αλλοίμονον εις εμέ! μακάρι να είχε κάμει η τύχη μου να με ήθελεν αφήση να περάσω και το επίλοιπον της ζωής μου εις εκείνην την κατάστασιν! μα όχι, ηθέλησε πάλιν να με κατατρέξη, και να κάμη να πληρωθή εκείνο που είνε γραπτόν· και από αυτό βλέπω πώς είνε αδύνατον να φύγη τες δυστυχίες, που είνε προμελετημένες διά τινά να του έλθουν, και δεν είνε κανένα όφελος να παραπονεθή.

Ο βεζύρης Αλής το λοιπόν είχε κάμει διάφορες ζωγραφιές οι οποίες τον έκαμαν να λάβη μεγάλην φήμην εις όλην την πόλιν της Θέμπας. Ο βασιλεύς της οποίας, ακούοντας να επαινούν τόσον αυτόν τον ζωγράφον, επεθύμησε διά να τον ιδή, και μίαν ημέραν αιφνιδίως ιδού και έρχεται εις την κατοικίαν μας. Ο Αλής αγροικώντας την αιτίαν του ερχομού του βασιλέως προς αυτόν, έτρεξε και τον εδέχθη με εκείνο το σέβας, που του έπρεπε, και εν τω άμα του έδειξε διάφορες ωραίες ζωγραφιές, που είχε κάμει. Ο βασιλεύς έλαβε μεγάλην ευχαρίστησιν, τόσον διά τες ωραίες ζωγραφιές που είδεν, όσον και διά την συναναστροφήν του Αλή, τον οποίον τον εστοχάσθη άξιον και επιτήδειον άνθρωπον.

Εγώ εις εκείνο το αναμεταξύ, που ο βασιλεύς ευρίσκονταν μαζί με τον Αλή, ήλθα εις περιέργειαν διά να ιδώ τον βασιλέα, και απεφάσισα να έμβω εκεί που αυτός ωμιλούσε με τον Αλή. Εμβήκα λοιπόν ωσάν θυγατέρα του ζωγράφου, μην υποπτεύοντας κανένα εναντίον· μα εγελάσθηκα. Ο βασιλεύς ευθύς που με είδεν ετρώθη από τον έρωτα διά εμένα, το οποίον καταλαμβάνοντας το ετραβήχθηκα από εκεί. Ο βασιλεύς όμως με το να έμεινε λαβωμένος, δεν έλειψε να ξαναγυρίση την ακόλουθον ημέραν εις τον Αλή· και με τούτον τον τρόπον έκαμε διά πολλάς ημέρας·, και με το αίτιον διά να ιδή τες ζωγραφιές, έμβαινεν εις όλους τους οντάδες, και με εύμορφον τρόπον έμβαινε και εις εκείνον που εγώ ευρισκόμουν. Κατά αλήθειαν αυτός τίποτε δεν μου έλεγε, μα οι ματιές του οι φλογερές πολλά καλώς εφανέρωναν τον έρωτά του.

Μίαν ημέραν αυτός επρόσφερε του βεζύρη ένα μέρος του παλατίου στολισμένον με όλα τα αναγκαία και με δούλους, διά να υπάγη να κατοικήση εκεί, προφασιζόμενος τούτο το μέσον πως τάχατες αγαπούσε να έχη τέτοιον θαυμαστόν ζωγράφον κοντά του. Ο Αλής δεν έμεινεν έτσι χωρίς να εξετάση το αίτιον ετούτου του προσφέρματος, και καταλαμβάνοντάς το μου είπεν· καταλαμβάνω, βασίλισσά μου, ότι ο βασιλέας της Θέμπας σε αγαπά· και ούτος ο έρωτας, και όχι η ζωγραφιά μου, τον παρακινεί να μας κάμει αυτές τες περιποιήσεις· ημείς πρέπει να υπάγωμεν εξ ανάγκης να κονεύσωμεν εις το παλάτι του· αυτός δεν θέλει αφήσει ημέραν, που να μην έλθη να σε εύρη, και να σου εξηγηθή τον πόνον του· στάσου καλά εις τον νουν του, θημήσου την ευγένειαν της γεννήσεως σου, και στάσου μακράν εις το να κλίνης εις τα ζητήματά του, και σταθερή διά να μη σε γελάση· μα ανίσως και αυτός ήθελε δειχθή πολλά ερωτικός, εις τρόπον που να σε γυρέψη διά γυναίκα του, εσύ θέλεις τον υπακούσει· ει δε και η γνώμη του θέλει είνε διαφορετική, θέλομεν πασχίσει να κάμωμεν άκαιρον την κλίσιν του.

Έταξα του βεζύρη να ακολουθήσω με επιμέλειαν τες νουθεσίες του· μα δεν του εφανέρωσα εκείνο που διά τον αυτόν βασιλέα και εγώ αγροικούσα. Αυτός ο βασιλεύς ήτον νέος, εύμορφος, καλοκαμωμένος, και αγροικούσα και εγώ δι' αυτόν την ιδίαν κλίσιν, που και αυτός αγροικούσε προς εμένα· όμως με κάθε τρόπον έπασχα να την κρατώ κρυφήν, και να στέκω εις τα δικά μου· μα ολίγον καιρόν εφτούρησα εις ετούτην την γνώμην.

Ευθύς που επήγαμεν να κατοικήσωμεν εις το παλάτι του, ο βασιλεύς μου εφανέρωσε την αγάπην του με τρόπον που επιθυμούσεν. Η γλυκυτάτη σου μορφή, μου είπε, με έκαμε να σε αγαπήσω από την πρώτην ώραν που σε είδα, και είμαι τόσον φερμένος δι' εσένα που καταλαβαίνω, ότι δεν ημπορώ να ζήσω χωρίς την αντάμωσίν σου· μα όσον μεγάλη και ζωντανή είνε η φλόγα που με ανάπτει, μη στοχασθής ποτέ ότι θα σε δεξιωθώ ωσάν μίαν σκλάβαν, μα επιθυμώ να σε λάβω γυναίκα μου, διά να σε βάλω εις τον θρόνον της Θέμπας. Ευχαρίστησα τον βασιλέα διά τα ταξίματά του, και διά την τιμήν που μου έκανε, και ευρίσκοντας τότε τον καιρόν αρμόδιον διά να του φανερώσω ποία είμαι, του εφανέρωσα καταλεπτώς την ιστορίαν μου, η οποία ζωντανώς τον εδιαπέρασε. Βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός, γνωρίζω που ο ουρανός εδιαφύλαξεν εις εμένα την τιμήν να σε ξεδικήσω. Εγώ θέλω παιδεύσει σκληρώς τον τύραννον Μωβαβάκ· θέλω του στείλει μεντζίλiα διά να του κηρύξωσι τον πόλεμον, αν δεν αφήση θεληματικώς τον θρόνον, που αδίκως σου άρπαξεν. Ευχαριστήσου το λοιπόν, μου είπε, να μου δώσης το χέρι σήμερον διά να μου γένης γυναίκα, και αύριον σου τάσσω να βάλω εις έργον τα όσα σου έταξα. Εξαναευχαρίστησα τον βασιλέα διά την γενναιότητά του, και του ωμολόγησα πως και εγώ δεν εστάθηκα τόσον αναίσθητος προς αυτόν, από την πρώτην φοράν που τον είδα, όμως ωσάν τιμημένη που ήμουν δεν ηθέλησα ευθύς να του το φανερώσω.

Ετούτη η εξομολόγησις που του έκαμα τον υποχρέωσε κατά πολλά, και έπιασε το χέρι μου και το εφίλησε με τρυφερότητα, και μου έκαμεν όρκον πως πολλά εγκαρδιακά με αγαπά· και με εστεφανώθη την ιδίαν ημέραν, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλην την χώραν διά μίαν εβδομάδα ολόκληρον, και πριν να τελειώσουν οι χαρές έστειλε ταχυδρόμους, καθώς μου έταξε, προς τον Μωβαβάκ. Αυτός δεν υπετάχθη εις την θέλησιν του βασιλέως της Θέμπας, αλλά με βρισές μεγάλες τους αποδίωξεν. Ο δε βασιλεύς ακούοντας αυτήν την βαρβαρότητα και σκληρότητα του Μωβαβάκ έδωσε διαταγήν να συναχθούν όλα του τα στρατεύματα διά να κινήση κατά πάνω του· μα τον καιρόν που ετοιμάζοντο, ήλθαν είδησις από τους Ναϊμάνους, ότι ο Μωβαβάκ ο θείος μου απέθανεν από μίαν αρρώστιαν και πως εζητούσαν εμένα διά να με ξανακυρώσουν εις τον θρόνον μου.

Επάνω εις μίαν τέτοιαν είδησιν, ο βασιλεύς απέλυσε τα στρατεύματά του, και αποφάσισε να στείλη τον βεζύρ Αλή, διά να υπάγη να βασιλεύση αντίς εμένα. Ετούτος ο επιτηρητής ήτον σχεδόν έτοιμος διά να μισεύση, μα ένα συμβεβηκός ανεπάντεχον τον εμπόδισε, και πρόσεχε διά να το ακούσης.

Μίαν βραδειάν εγώ έστεκα ακουμπισμένη επάνω εις ένα θρονί εις τον χοντζερέ μου, διαβάζοντας διάφορα κεφάλαια από το Αλκοράνι. Και αφού τα εδιάβασα, εσηκώθηκα διά να υπάγω να εύρω τον βασιλέα, που ήτον εις το κρεββάτι· και εμβαίνοντας εις τον χοντζερέ του, ένα φοβερόν φάντασμα μου φανερώνεται εμπροστά μου και εις την ιδίαν στιγμήν γίνεται άφαντον. Εστάθη μεγάλη η κραυγή που έκαμα, τόσον που εξύπνησα τον βασιλέα που εκοιμάτο, ο οποίας με ερώτησε το αίτιον της κραυγής μου και εγώ του ωμολόγησα εκείνο που είδα. Ο δε βασιλεύς με αφηκράζετο με προσοχήν, μα αντίς να με κάμη να μου έβγη ο φόβος, μου λέγει· εγώ είμαι περισσότερον σκοτισμένος από εσένα, και δεν ημπορώ να καταλάβω πώς ημπορείς να ευρίσκεσαι εις το κρεββάτι μου, και εις τον ίδιον καιρόν ορθή να μου μιλής. Αυθέντη, του λέγω εγώ, τίποτε δεν ημπορώ να καταλάβω από την ομιλίαν που κάνεις· μίλησέ μου, σε παρακαλώ, καθαρώτερα διά να σε καταλάβω. Ας είνε, εξαναείπεν αυτός· πλησίασε εδώ εις την κλίνην μου, και θέλεις ιδεί πράγμα που θέλει σου προξενήσει μεγάλην έκστασιν. Τότε εγώ πλησιάζοντας εις το προσκέφαλον, εγνώρισα με μεγάλον μου θαυμασμόν μίαν νέαν γυναίκα, που καθολικώς με παρωμοίαζε, και είχε την ιδίαν μορφήν.

Ω Ουρανέ, εφώναξα εις ταύτο το θέαμα, ποία μορφή φανερώνεται εις τα μάτια μου; τι θεωρία ασυνήθιστος είνε τούτη; Α ταλαίπωρη, απεκρίθη με την ιδίαν μου φωνήν εκείνη η νέα, που ευρίσκονταν εις το κρεββάτι με τον βασιλέα, κάνει χρεία εσύ να είσαι πολλά τολμηρή διά να αποκτήσης να πάρης την ιδίαν μου μορφήν· ποία είνε λοιπόν η γνώμη σου, ω παράνομη μάγισσα; πιστεύεις εσύ ότι ο βασιλεύς ο νυμφίος μου θα γελασθή από τες μεταμόρφωσές σου, και δεν θα καταλάβη ποία από τες δύο μας είνε η αληθινή του γυναίκα; άφησε λοιπόν τες ελπίδες σου, επειδή και θέλει είνε ανωφελής η πλάνη σου, εις αισχύνην σου της μαγικής σου τέχνης· ο άνδρας μου γνωρίζει καλά, ότι εσύ δεν είσαι άλλο, παρά μία κακότροπος μάγισσα. Ακριβέ μου νυμφίε, ακολούθησεν εκείνη γυρίζοντας προς τον βασιλέα, πρόσταξε να πιάσουν ετούτην την κακότροπον μάγισσαν, και κάμε να την βάλουν εις μίαν σκοτεινήν φυλακήν, και αύριον να την κάψουν εις την μέσην της αγοράς.

Αν η τελεία παρομοίωσις, που ήτον ανάμεσα εις αυτήν την νέαν και εμένα, με είχε σκοτίσει, το ονειδιστικόν της ομίλημα με εσύγχισε πολύ περισσότερον, και αντίς να της αποκριθώ με παρόμοιαν δύναμιν, άρχισα να κλαίω, και με μεγάλο παράπονον λέγω προς τον βασιλέα. Βασιλέα μου, εγώ ελόγιαζα ότι εκαταδάμασα την εναντίαν μου τύχην, και επίστευα ότι με την αντάμωσίν σου θα έλαβαν τέλος οι δυστυχίες μου· μα αλλοίμονον εις εμένα, κάποιον δαιμόνιον φθονερόν της ευτυχίας μου ήλθε να μου την συγχίση. Αυτό λαμβάνει την μορφήν μου, και θέλει να πιστευθή μία άλλη ωσάν εμένα, και το επέτυχεν· εσύ δεν με γνωρίζεις πλέον με το να με ανακατώνης με εκείνο, στοχάσου με, σε παρακαλώ, αν ακόμη σου είμαι ακριβή, η καρδιά σου πρέπει να με διαχωρίση αναμέσον της πλάνης, που απατά τα μάτια σου, και κράζω εις μάρτυρα τον Προφήτην ότι εγώ είμαι η βασίλισσα η συμβία σου.

Η νέα που ευρίσκονταν εις το κρεββάτι διά δεύτερην φοράν με απέκοψεν· εσύ ψεύδεσαι, μου είπεν, εσύ είσαι μία κακότροπος μάγισσα, και δίνεις να φανερωθής αληθώς εκείνη που είσαι, επειδή και οι επίβουλοι τρέχουν ευθύς εις τους όρκους, και έχουν έτοιμα και τα δάκρυα, διά να τα μεταχειρίζωνται εις τας κακοπραξίες τους. Τελειώσατε μίαν φοράν, είπε τότε ο βασιλεύς· παύσετε τούτες τες διάλεξες, που δεν μου φανερώνουν εκείνο, που θέλω να ηξεύρω· σεις με τα λόγια σας με συγχίζιτε, και δεν ημπορώ να γνωρίσω την αληθή γυναίκα μου· μια βέβαια από εσάς είνε μάγισσα, που πάσχει να με πλανέση, μα δεν είνε δυνατόν να την καταλάβω, και φοβούμαι ότι θέλοντας να παιδεύσω την πταίστριαν, να μην παιδεύσω την άπταιστον.

Ο βασιλεύς μην ημπορώντας το λοιπόν να με διαχωρίση από την μάγισσαν, έκραξεν ευθύς τον βεζύρ Αλή, και την γυναίκα του και τους εδιηγήθη το συμβάν. Εξέταξαν αυτοί διά να με γνωρίσουν, αλλά μας ηύραν απαράλλακτες και τες δύο, και δεν εστάθη δυνατόν να μας διαχωρίσουν. Η αναθρέπτριά μου ενθυμήθη, πως εγώ είχα ένα σημάδι εις το γόνυ μου, και ερευνώντάς μας έμεινε πολλά εκστατική εις το να ιδή πώς και οι δύο είχαμεν το ίδιον εις τον ίδιον τόπον. Άρχισαν να μας εξετάζουν ξεχωριστά, μα η μάγισσα αποκραίνονταν εις τες εξέταξές τους, ωσάν εγώ η ίδια, εις τρόπον που δεν ήξευραν τι να στοχασθούν. Τότε ο βασιλεύς εζήτησε την γνώμην του Αλή, και όλων των άλλων που ήσαν εκεί το τι τους φαίνεται, και ποία στοχάζονται ότι να είνε η αληθινή; Όλοι ομοφώνως απεφάσισαν ότι εκείνη που ευρέθη εις την κλίνην με αυτόν, εκείνη είνε η βασίλισσα, και εγώ πώς ήμουν η μάγισσα· και απεφάσισαν να με κάψουν.

Ο δε βασιλεύς δεν ηθέλησε να γροικήση μίαν συμβουλήν τόσον σκληράν, φοβούμενος να μη θανατώση την άπταιστον διά την πταίστραν, αλλά ευχαριστήθη να με εξορίση από το βασίλειόν του. Τότε μου έβγαλαν τα βασιλικά φορέματα που εφορούσα, και ενδύοντάς με τούτα τα πενιχρά, με έβγαλαν έξω από την χώραν, και έφθασα έως εδώ ζώντας με ελεημοσύνην, που οι ελεήμονες με κυβερνούν διά να μην αποθάνω. Ετούτη είνε η ιστορία μου, ω αυφθέντη, ακολούθησεν η βασίλισσα των Ναϊμάνων· ελπίζω μάλιστα ότι από αυτήν θα βεβαιωθείς πώς εγώ είχα δίκαιον να σου ειπώ, ότι είμαι θυγατέρα και γυναίκα βασιλέως, και δεν είμαι εκείνη, που λέγω· είμαι βασίλισσα, και δεν είμαι εκείνη, που είμαι.

Με τούτον τον τρόπον η βασίλισσα της Θέμπας ετελείωσε να ομιλή. Και ο βασιλεύς της Κίνας της είπε· παρηγορήσου, ω κυρά, ότι οι δυστυχίες σου εφθασαν εις την ακμήν, και, δεν πρέπει να αμφιβάλλεις ότι η τύχη έως τέλους δεν θα μεταβληθεί και εις ευεργετικήν, και άκουσον τι λέγει ένας ποιητής μας. Οπόταν ένα πράγμα φθάνη εις την ακμήν της τελειότητος είνε σιμά εις την ακμήν της φθοράς. Και εις μίαν άκραν δυστυχίαν στέκει πλησίον η ογλήγορος ευτυχία· είπεν ακόμη αυτός ο ποιητής· Ο κίνδυνός σου είνε σιμά οπόταν πιστεύης ότι είσαι τελείως ευχαριστημένος· και ετοιμάσου να χαρής τότε, οπόταν τα εναντία σε κάνουν να δοκιμάσης τες πλέον σκληρές δυστυχίες. Με τέτοιον τρόπον ο Ουρανός εδιάταξε την ζωήν των ανθρώπων.

Και διά τούτο, ω κυρά, ηκολούθησεν ο βασιλεύς της Κίνας να λέγη, μην απελπίζεσαι εις τες δυστυχίες σου· εσύ ημπορείς να είσαι σιμά διά να απαντήσης ένα περισσότερον ευτυχισμένον γραπτόν· μα αλλοίμονον εις εμένα, δεν ηξεύρω αν και εγώ ομοιάζω ωσάν και του λόγου σου και αν έγινα παίγνιον μιας μάγισσας, ή το υποκείμενον που αγαπώ, να μην είναι κανένα δαιμόνιον. Ο Ρουσκάδ εις τον ίδιον καιρόν της εφανέρωσε και αυτός το όνομά του, και εδιηγήθη το συμβεβηκός του με την έλαφον.

Δεν είχεν αυτός ακόμη τελειώσει την ιστορίαν του, και ιδού βλέπουν άνθρωπον μεσιακής ηλικίας καβαλλάρην που βιαίως έτρεχεν. Αυτός ήτον σχεδόν γυμνός, και απέρασε τόσον από σιμά τους, που η βασίλισσα τον εγνώρισε και ευθύς εφώναξεν. Ω ουρανέ, αυτός είναι ο άνδρας μου. Εκείνος όμως δεν την εκύτταξεν, αλλά βιαίως έτρεχε και κάθε ολίγον μετά φόβου εγύριζε, και εκύτταζεν όπισθέν του, ωσάν να είχε τινά που να τον εκυνηγούσεν. Αφού τον έχασαν από τα μάτια τους, ιδού και βλέπουν να φθάνη άλλος καβαλλάρης, που με μεγάλην βίαν εχτυπούσε το άλογόν του διά να τρέχη.

Ετούτος ο ύστερος ήτον πλούσια φορεμένος, και εκρατούσεν εις το χέρι του ένα γυμνό σπαθί βαμμένον από αίμα, ο οποίος εγνωρίζουνταν καλώτατα ότι αυτός εκυνηγούσε τον πρώτον, και πώς επροσπαθούσε μεγάλως διά να τον φθάση· μα το θαυμασιώτερον ήτον, που ήτον τόσον παρόμοιος εις την μορφήν με τον άλλον, που η βασίλισσα μην ημπορώντας να φτουρήση εφώναξε πάλιν· ω Ουρανέ, ετούτος είναι ο άνδρας μου· ήτον και αυτός τόσον θαμπωμένος, που επέρασε πολλά κοντά της χωρίς να την κυττάξη. Κυρά, της λέγει τότε ο βασιλεύς της Κίνας, ο Ρουσκάδ, κάνει χρεία να ομολογήσωμεν πώς δεν είναι πράγμα πλέον θαυμαστόν από τούτο. Κύριε, του απεκρίθη η βασίλισσα, εσύ ημπορείς από τούτο να πιστεύσης εκείνο που σου είπα, πώς δεν σου εδιηγήθηκα ένα μύθον.

Τον καιρόν που ωμιλούσαν επάνω εις αυτά τα συμβεβηκότα, φθάνει ένας τρίτος καβαλλάρης· ετούτος, μη τρέχοντας ολιγώτερον από τους άλλους, δεν έλειψεν όμως που να μην κυττάξη τον Ρουσκάδ και την βασίλισσαν, ο οποίος ήτον ο βεζύρης Αλής. Ευθύς, που η βασίλισσα και αυτός εγνωρίσθηκαν, εξεπέζευσεν από το άλογόν του, και έπεσεν εις τους πόδας της βασίλισσας. Α, Βασίλισσά μου, της είπεν, είσαι συ το λοιπόν εκείνη που βλέπω; ας είνε πάντα δοξασμένος ο ουρανός, που σε εφύλαξεν· επειδή αυτός αφίνει διά κάμποσον καιρόν να θριαμβεύση η κακία και φαίνεται πως αποστρέφεται την κακίαν· άλλο αυτό δεν είναι, παρά διά να κάμη να λάμψη καλλίτερα με το τρέξιμον του καιρού η δικαιοσύνη του.

Ιδού το παράδειγμα· η θανατηφόρος σου έχθρισσα είνε αποθαμμένη, και αυτός ο ίδιος ο βασιλεύς την εθανάτωσε με το σπαθί του, το οποίον είνε ακόμη βαμμένον από το μιαρόν της αίμα, και διά να τελειώση μίαν σωστήν εκδίκησιν ο ίδιος κυνηγά τούτην την στιγμήν ένα μιαρόν, που με τες μαγείες του τού επήρε την ιδίαν του μορφήν· ήθελα όμως να είχα καιρόν, να σου διηγηθώ όλα τα περιστατικά, που ηκολούθησαν εις το παλάτι, αφού και εμίσευσες από εκεί, μα άλλην φοράν θέλω σου τα διηγηθή κατά πλάτος· βλέπω ότι ο βασιλεύς πολύ περισσότερον ξεμακραίνει διά τούτο πρέπει να υπάγω να τον φθάσω. Μείνε εσύ εδώ με την βασίλισσαν, απεκρίθη ο Ρουσκάδ προς τον Αλή, και κάμε της συντροφιά, και εγώ παίρνω το βάρος διά να φθάσω τον βασιλέα, και να τον φέρω εις τούτον τον τόπον. Έτσι λέγοντας εκαβαλλίκευσε το άλογόν του ο Ρουσκάδ, και ευθύς έτρεξε διά να φθάση τον βασιλέα της Θέμπας.

Αφού δε αυτός εμίσευσεν, ο βεζύρ Αλής ερώτησε την βασίλισσαν ποίος ήτον αυτός ο νέος ο αγνώριστος και του εστάθη μέγας ο θαυμασμός εις το να ακούση από αυτήν πως αυτός είνε ο βασιλεύς της Κίνας. Ευχαρίστησε και εμένα την περιέργειάν μου, του είπεν η βασίλισσα, και φανέρωσέ μου με τι τρόπον εξεσκεπάσθη αυτή η μιαρά μάγισσα; Κυρά μου, απεκρίθη ο βεζύρης, ο βασιλεύς νυμφίος σου βεβαιωμένος ότι αυτή ήτον η αληθινή γυναίκα του, και όχι η μάγισσα, εζούσε με αυτήν μίαν τελείαν αγάπην· όθεν ήτον μερικές ημέρες, που ευρίσκονταν με αυτήν εις ένα κάστρον, μακράν από την χώραν έως μίαν ημέραν.

Σήμερον δε το ταχύ εβγήκα με αυτόν και με ένα σκλάβον, διά να υπάμε εις το κυνήγι. Και ωσάν εξεμακρύναμεν έως μίαν ώραν δρόμον, ο βασιλεύς ενθυμήθη πως ελησμόνησεν ένα πράγμα πολλά αναγκαίον εις το κρεββάτι του· όθεν γυρίζοντας εις το Κάστρον ξεπεζεύει από το άλογόν του, και μου λέγει να τον καρτερήσω εκεί· και αυτός από μίαν σκάλαν κρυφήν εμβήκεν εις την κατοικίαν της βασίλισσας. Ύστερα από ολίγον βλέπω να κατέβη ένας άνθρωπος χωρίς φακιόλι και γυμνός, που είχε την μορφήν του βασιλέως· ελόγιασα ότι αυτός θα ήτον ο βασιλεύς. Ω αυθέντη, εφώναξα βλέποντάς τον, πώς είσαι εις αυτήν την κατάστασιν; Μα αυτός αντίς να μου αποκριθή, τρέχει και παίρνει ένα άλογον και καβαλλικεύοντάς το φεύγει με μέγαν φόβον χωρίς να μου ειπή λόγον· και καθώς εγώ εστοχαζόμουν μήπως του έτυχε κανένα εναντίον, έτσι αποφάσισα διά να τον ακολουθήσω.

Και κινώντας προς αυτόν διά να τον φθάσω, ιδού και ακούω οπίσω μου μίαν φωνήν, που με έκραξε, καρτέρει, ω Βεζύρη, καρτέρει. Εγώ δε ευθύς σταματώ το άλογον, και στρέφω να ιδώ, και βλέπω τον βασιλέα που βγαίνει από το κάστρον με τα μάτια φλογερά, και με το σπαθί εις το χέρι. Τρέχει προς εμέ με μεγάλην βίαν και μου λέγει. Βεζύρη, ημείς εδιώξαμεν την αληθινήν βασίλισσαν, και εκρατήσαμεν μίαν κακότροπον γυναίκα που επήρε την ιδίαν της μορφήν με την μαγείαν της· πλην τούτης της μιαράς της εσήκωσα την ζωήν και χρεωστώ να κάμω το ίδιον και με αυτόν τον επίβουλον που επήρε με τον ίδιον τρόπον την μορφήν μου. Δος μου ογλήγορα το άλογον, λέγει προς τον σκλάβον του, διά να ακολουθήσω αυτόν τον άθλιον, να κάμω την ξεδίκησίν μου· και ούτω καβαλλικεύοντας το άλογόν του τον κατατρέχει με τον τρόπον που τον είδες, και εξοπίσω του τον ακολουθώ.

Εις αυτό το διάστημα που ο βεζύρ Αλής εδιηγούνταν αυτά της βασίλισσας, ο βασιλεύς της Θέμπας εκυνηγούσε μετά μεγάλης βίας τον εχθρόν του, τον οποίον φθάνοντάς τον, τον ελάβωσε με το σπαθί του εις την πλάτην, και τον έρριξε κάτω από το άλογον· ξεπεζεύει και αυτός διά να τον αποσκοτώση. Τότε εκείνος ο τρισάθλιος του εζήτησε να του αφήση την ζωήν. Εγώ σου την αφίνω, του είπεν ο βασιλεύς, αν μου ειπής την αλήθειαν ποίος είσαι και διατί επήρες την μορφήν μου. Αυθέντη, του απεκρίθη εκείνος, επειδή και η βασιλεία σου κάνεις ετούτη, την χάριν, τίποτε δεν θέλω σου κρύψει, και διά να σε βεβαιώσω πώς δεν θέλω σου κρύψει την αλήθειαν, κάνει χρεία να λάβω την φυσικήν μου μορφήν. Τελειώνοντας τούτους τους λόγους βγάζει ένα δακτυλίδι που είχεν εις το δάκτυλόν του· και ο βασιλεύς ευθύς τον είδε πώς δεν ήτον άλλο, παρά ένας άσχημος γέρων.

Ο βασιλεύς έμεινε κατά πολλά θαυμασμένος με μίαν τέτοιαν μεταμόρφωσιν και ο γέρων άρχισε να λέγη· εσύ, ω αυθέντη, με βλέπεις τέτοιον, καθώς αληθώς είμαι, και διά να σου δώσω μίαν τελείαν ευχαρίστησιν, θέλω σου διηγηθή την ιστορίαν της ζωής μου.

Ιστορία του Μοκβάλ και της Δειλνοβάτζης.

Εγώ είμαι υιός ενός υφαντή γεννημένος εις την Δαμασκόν, και Μοκβάλ είναι το όνομά μου. Ο πατέρας μου ήτον κατά πολλά πλούσιος, μα περισσότερον φιλάργυρος, και εγώ μόνος ήμουν ο κληρονόμος της περιουσίας του, ώστε που αποθαίνοντας αυτός έμεινα νοικοκύρης μεγάλου πλούτου, και αντίς να μιμηθώ το παράδειγμα του πατρός μου, ή το ολιγώτερον να πραγματεύσω κάμποσον μέρος από τα πλούτη μου, δεν εστοχάσθηκα άλλο παρά να δοθώ εις ξεφάντωσες και εις τρυφές, αγαπώντας τες γυναίκες· και κυριωτέρως εσύγκλινα την αγάπην μου εις μίαν κόρην, που εκατοικούσεν εις την γειτονιά· αυτή ήτον εύμορφη και πολλά έξυπνη, μα η εξυπνάδα της ήτο πλαστή, και κακού χαρακτήρος· ήτον αγαπημένη από πολλούς ανθρώπους, και όλοι επιθυμούσαν, ποίος να είναι ο πρώτος, που να την απολαύση· επειδή και όλους τους επεριποιείτο με όμοιον τρόπον.

Έμεινα το λοιπόν γελασμένος ωσάν και άλλοι πολλοί από τα πλαστά σημεία της φιλίας και τα χάιδια, που μου έδειχνεν και εστοχαζόμουν ότι οι άλλοι αγαπητικοί της δεν είχαν την χάριν προς αυτήν καθώς εγώ την είχα, και ενόμιζα πώς ήμουν πλέον ευτυχισμένος από αυτούς. Ετούτη η φαντασία μου αυγάτιζε πολύ περισσότερον την επιθυμίαν μου, και με έκαμε να κάμω μεγαλώτατα έξοδα δι' αυτήν· δεν απερνούσεν ημέρα, που να μην κάμω κανένα νέον δώρον της Δειλνοβάτζης (έτσι αυτή ωνομάζετο)· και τα δώρα, που της έκανα ήταν τόσον πλουσιοπάροχα, που εις τρεις τέσσαρας χρόνους ευρέθηκα εις δυστυχίαν. Οι άλλοι αγαπητικοί της έπασχαν και αυτοί να κρατούν την φιλίαν της, δίδοντες και αυτοί μεγάλα χαρίσματα, τόσον που αυτή η γυναίκα επλούτησε από τες γύμνωσές μας.

Αφού και έφθειρα όλον το έχειν μου μην έχοντας πλέον να εξοδεύσω, εφοβούμουν πως η αγαπημένη μου δεν θα με ήθελε δεχθή πλέον με εκείνην την προθυμίαν, που με εδέχονταν. Μα με όλον που αυτή η Δειλνοβάτζη ήτον πονηρά και φιλάργυρη, μου λέγει μίαν ημέραν· Μοκβάλ, εσύ λογιάζεις τάχατες πώς διά το παρόν μην έχοντας πλέον να εξοδεύης και να μου κάμης δώρα, θέλω να σε αποδιώξω από το σπήτι μου; όχι, αγαπημένε μου, θέλω και εγώ να σου δειχθώ πόσον είμαι γενναία· σου τάσσω ότι θα μοιράσω με εσένα όλον εκείνο που θέλω λάβει από τους άλλους μου αγαπητικούς, και να σου επιστρέψω όλον εκείνο που εξόδευσες με το διάφορον. Και κατά αλήθειαν από τότε μου απερνούσε πολύ χρυσίον και αργύριον διά κάθε μου χρείαν· εφαινόμουν πλέον πλούσιος από εκείνο που πρώτα ήμουν, και έξω από αυτό, είχεν αυτή προς εμένα ένα μεγαλώτατον θάρρος, και δεν έκανε τίποτε αν δεν το εφανέρωνε πρώτον εμένα. Και με τούτον τον τρόπον εζήσαμεν διά πολλούς χρόνους.

Η Δειλνοβάτζη καθώς επήγαινεν από ολίγον κατ' ολίγον γηράζουσα, έτσι της ωλιγόστευε κάθε ημέραν και ο αριθμός των αγαπητικών της, και τέλος πάντων τα γερατειά της τους της εσήκωσαν όλους. Όθεν βλέποντας πώς την απαράτησαν όλοι τοιαύτης λογής, εδοκίμαζε τον πλέον μεγαλύτερον κακοφανισμόν, που μία παρομοία γυναίκα ημπορεί να έχη· και μην ημπορώντας να υποφέρη την υστέρησίν τους, και το περισσότερον που της εκακοφαίνονταν να νομίζεται γραία, και να μην ημπορή να κάμνη πλέον τες ασέλγειές της, καθώς ήτον μαθημένη, έρχεται και μου λέγει· Α! Μοκβάλ αγαπημένε μου, σου εξομολογούμαι ότι το γήρας μου είναι πολλά ανυπόφορον· ότι όντας εκ της νεότητός μου συνηθισμένη εις την συναναστροφήν των νέων, δεν ημπορώ να υποφέρω την καταφρόνεσίν τους, και την υστέρησίν τους· είμαι αποφασισμένη διά να ελευθερωθώ από την θανατηφόρον πίκραν που με ενοχλεί, να υπάγω εις την έρημον της Φαρράν, διά να εύρω την σοφήν Βέδραν, μάγισσαν θαυμαστήν της Ασίας, της οποίας όλη η γη είνε υποκειμένη εις τες μαγείες της διά τα μεγάλα της τεράστια που κάνει, επιθυμώ όθεν να την ιδώ· ηξεύρω εις ποίον μέρος της ερήμου κατοικεί· μήπως και αυτή μου δείξη κανένα απόκρυφον διά να ξαναγίνω νέα και ορεκτική εις τους ανθρώπους εις πείσμα της γεροντοσύνης μου· όθεν αν με αγαπάς πολύ θέλω να με ακολουθήσης. Εσύ ημπορείς να το κάμης, της είπα, και εγώ είμαι έτοιμος διά να σε συντροφεύσω, μήπως και λάβω και εγώ αυτήν την χάριν, να ξαναγένω νέος. Αυτή βλέποντάς με έτοιμον διά να την ακολουθήσω, εχάρη μεγάλως· και ευθύς πέρνομεν καμπόσην ζωοτροφίαν, και διαλέγομεν ένα δώρον διά την Βέδραν, και εκινήσαμεν προς την έρημον.

Φθάνοντες δε εκεί ύστερον από δύο ημερών περιπάτημα, η Δειλνοβάτζη με έκαμε να θεωρήσω ένα βουνόν, και μου είπε πως εκεί κατοικεί η μάγισσα. Πλησιάζοντες δε εκεί, βλέπομεν ένα σκοτεινόν και φοβερόν σπήλαιον, από το οποίον έβγαιναν με πολύν αλαλαγμόν μεγάλον πλήθος από πετούμενα διαφόρων ειδών, φοβεράς και άσχημης θεωρίας, τα οποία σηκωνόμενα εις τα σύγνεφα, έκαναν να αντιβοά ο αέρας από τα ουρλιάσματά τους τα φοβερά· ημείς επαρουσιασθήκαμεν εις το έμπασμα του φοβερού σπηλαίου· και εκεί βλέπομεν ένα λύχνον, που εφώτιζεν όλον το σπήλαιον, και μέσα εις αυτό βλέπομεν μίαν μικρήν γραίαν, η οποία ήτον η Βέδρα, που εκάθητο επάνω εις μίαν πέτραν, και είχεν απάνω εις τα γόνατά της ένα βιβλίον ανοικτόν, και εδιάβαζεν εμπρός εις ένα φουρνόπουλον, καμωμένον από χρυσάφι, εις το οποίον ήτον ένα αγγείον ασημένιον γεμάτον από γην μαύρην, που έβραζε χωρίς φωτιάν.

Εμβαίνοντας λοιπόν εις το σπήλαιον επλησιάσαμεν εις την μάγισσαν, και την εχαιρετήσαμεν με μεγάλην ευλάβειαν και της επροσφέραμεν τα δώρα, που είχαμεν πάρει· και έπειτα η Δειλνοβάτζη της είπε· δυνατωτάτη Βέδρα, ήλθαμεν να σου ζητήσωμεν την βοήθειάν σου· δεν κάνει χρείαν εγώ να σου παραστήσω την χρείαν μας, διά την οποίαν εδώ ήλθομεν, επειδή και την ηξεύρεις με την τέχνην σου καλώτατα. Η μάγισσα αφού και αφηκράσθηκε την Δειλνοβάτζην, της είπεν· όχι, όχι, δεν είνε χρεία να εξηγηθής την επιθυμίαν σου, η οποία πολλά μου είνε γνωστή· και έτσι λέγοντας επήγε και επήρε δύο γαράφες, και τες έφερεν έξω από το σπήλαιον, και αποθέτοντάς τες εις την γην, έρριξεν εις κάθε μίαν από αυτές ένα δακτυλίδι χρυσόν, και τον ίδιον καιρόν άνοιξε το βιβλίον της, και άρχισε να κάνη εξορκισμούς φοβερούς, και να μουρμουρίζη διάφορα λόγια μαγικά, που έκαναν φόβον και τρόμον.

Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή έκανε τους εξορκισμούς της, βλέπομεν ημείς και εβγαίνει φωτιά από την μίαν γαράφαν, και από την άλλην ένας καπνός μαύρος και πολλά πυκνός, ο οποίος σηκωνόμενος, και εξαπλωνόμενος εις τον αέρα, έγινεν αιφνιδίως μία φοβερά βροντή, η οποία αφού και έπαυσε δεν εφάνη πλέον να έβγη τίποτε από τες γαράφες. Τότε η Βέδρα έβγαλε τα δακτυλίδια από τες γαράφες και έβαλεν ένα εις τον δάκτυλον της Δειλνοβάτζης και της είπεν· υπάγε, και χαίρου, διότι η επιθυμία σου επληρώθη· διότι το δακτυλίδι που σου δίνω τον καιρόν που θα το φορής εις το δάκτυλόν σου, έχει τέτοιαν την δύναμιν που σε κάνει να παίρνης την μορφήν και παρομοίωσιν όποιας γυναικός ήθελες επιθυμήσει, και εις τον ίδιον καιρόν γίνεσαι τόσον παρόμοια και απαράλλακτη ωσάν εκείνην, που είναι αδύνατον να σας διαχωρίσουν την μίαν από την άλλην και εσύ Μωκβάλ, εξηκολούθησεν η μάγισσα γυρίζοντας προς εμένα, λάβε τούτο το άλλο δακτυλίδι, το οποίον παρομοίως έχει την δύναμιν, να σε μεταμορφώνη εις όποιαν μορφήν ανθρώπου επιθυμήσεις· και έτσι λέγοντάς μου, έβαλε το άλλο δακτυλίδι εις το χέρι μου.

Ημείς αφού ευχαριστήσαμεν την Βέδραν διά την χάριν που μας έκαμεν, εμισεύσαμε διά την Δαμασκόν και πριν να φθάσωμεν εις αυτήν ηθελήσαμεν να κάμωμεν την δοκιμήν εις την στράταν και κάμνοντάς την εμείναμεν εκστατικοί εις το να ιδούμεν που επαρωμοιάζαμεν έτσι θαυμασίως εκείνου του υποκειμένου που επιθυμούσαμεν. Φθάνοντας δε εις την Δαμασκόν η Δειλνοβάτζη ευθύς έβαλεν εις έργον το δακτυλίδι της, το οποίον της έδωκε την μορφήν των πλέον ωραιοτάτων κυράδων της χώρας, έπειτα επαρουσιάζετο εις τους αγαπητικούς της, και ελάμβανε μεγάλα χαρίσματα από αυτούς, και δηνάρια όσα και αν ήθελεν· εγώ από το μέρος μου διά περιδιάβασίν μου, και καμμίαν φοράν διά να κλέψω, έτρεχα εις το δακτυλίδι μου, και ελάμβανα τώρα την μορφήν ενός πραγματευτού· τώρα άρχοντος, και τώρα οποίου και αν ήθελα, κι' ήμουν νοικοκύρης εις τα υπάρχοντά του.

Αφού και εζήσαμεν με τούτον τον τρόπον πολύν καιρόν εις την Δαμασκόν μας ήλθε στοχασμός διά να ταξειδεύσωμεν. Βγαίνομεν λοιπόν από την Δαμασκόν και πηγαίνομεν από χώραν εις χώραν εις τον τόπον των Ναϊμάνων και εκεί εμάθαμεν ότι μία ανήλικη βασιλοπούλα εκυρίευε τον θρόνον και διά όνομά της ο βεζύρ Αλής εκυβερνούσε το βασίλειόν της, και ότι αυτός είχεν όλην την εξουσίαν, από του οποίου την κυβέρνησιν ήσαν πολλοί δυσαρεστημένοι και επιθυμούσαν κατά πολλά ότι ο βασιλεύς Μωβαβάκ ο θείος της ανήλικης βασίλισσας, και αδελφός του αποθαμμένου βασιλέως, να ήθελε γυρίσει εις τον τόπον του, διά να βασιλεύση, ο οποίος επιστεύετο ως αποθαμμένος εις ένα πόλεμον που είχεν υπάγειν κατά των Μογολτάνων, επειδή και από εκείνον τον καιρόν δεν ήξευραν τι να έγινεν.

Ημείς πληροφορημένοι από τούτες τες είδησες, η Δειλνοβάτζη μου είπεν· ετούτος είνε καιρός αρμόδιος διά να λάβης μίαν κορώναν· εσύ όμως δεν έχεις να κάμης άλλο, παρά να πάρης την μορφήν του Μωβαβάκ, διά να λάβης το ποθούμενον. Και ούτως απεφάσισα να παρουσιασθώ εις εκείνου την μορφήν και κατά πρώτον επληροφορήθηκα διά όλες τες περίστασες του πολέμου εις τον οποίον ο Μωβαβάκ είχεν υπάγει· και δεύτερον εξέταξα τίνες ήταν οι πλέον εγκαρδιακοί του φίλοι και λαμβάνοντας τέλος πάντων κάθε λογής πληροφορίαν, έλαβον την μορφήν του Μωβαβάκ, και επαρουσιάσθηκα εις εκείνους που μου είπαν ότι ήταν εδικοί του και φίλοι του, οι οποίοι έδειξαν μεγάλην ευχαρίστησιν που με είδαν. Εφανέρωσα ευθύς αυτουνών την γνώμην μου, που επιθυμούσα διά να βασιλεύσω· οι οποίοι το εδέχθησαν μετά χαράς και έκαμαν κάθε τρόπον, και εσύναξαν πολλούς από το μέρος τους, και έκαμαν και άλλους να αποστατήσουν και ολίγον κατ' ολίγον ήλθε το περισσότερον των Ναϊμάνων εις βοήθειάν μου. Εγώ βλέποντάς τον αριθμόν του στρατεύματος που έκαμα, εκίνησα κατά πάνω της βασίλισσας διά να της πάρω τον θρόνον, και δεν έλαβα πολύν κόπον διά να λάβω το ποθούμενον. Λαμβάνοντας δε τον θρόνον όλοι οι υπήκοοί μου έκαμαν όρκον που να μου είνε πιστοί, και πρόθυμοι εις το να με υπακούουν εις ό,τι τους ήθελα προστάξει· και έπειτα από αυτό ηθέλησα να πιάσω την βασιλοπούλαν διά να την φονεύσω, διά να μην έχω πλέον φόβον απ' αυτήν. Μα ο Βεζύρ Αλής διά να της φυλάξη την ζωήν, την επήρε κρυφίως και έφυγεν από το βασίλειον, και από την οργήν μου. Εγώ το λοιπόν, έμεινα εις τον θρόνον, με όλην την ησυχίαν, και εβασίλευα με μοναρχικήν δύναμιν· εφιλοδώρησα όλους εκείνους όσοι υπερμάχησαν διά την ύψωσίν μου εις τον θρόνον, των οποίων έδωσα τες πρώτες αξίες· και αν ήτο αληθώς ο ίδιος Μωβαβάκ, δεν ήθελε κάμει καλλίτερες διάταξες από τες εδικές μου. Εζούσα το λοιπόν πολλά ευχαριστημένος ομού με την Δειλνοβάτζη, που και αυτή είχε λάβει μορφήν ωραιοτάτης γυναικός, και απερνούσε και αυτή ως βασίλισσα και γυναίκα μου.

Τέλος πάντων εκεί που απερνούσαμεν διά πολύν καιρόν τες ημέρες μας εις τρυφές και αγαλλίασες, ωσάν βασιλείς που είμασθε, βλέπομεν να έλθουν οι ταχυδρόμοι σου δίδοντάς μας την είδησιν, ότι εστεφανώθηκες την βασίλισσαν των Ναϊμάνων, και πως είχες αποφασίση να σηκώσης πόλεμον εναντίον μας, αν δεν της ηθέλαμεν επιστρέψη την κορώναν, που της είχαμεν σηκώσει αδίκως. Εγώ τους απεκρίθηκα με θυμόν ωσάν να καταφρονούσα τους φοβερισμούς σου, μα μέσα μου απόμεινα πολλά φοβισμένος, και δεν απέρασεν ολίγον, αφού και απέστειλα τους ταχυδρόμους σου, που να μην έμπω εις τον στοχασμόν με την Δεινολβάτζην, τι στράταν έπρεπε να πάρωμεν. Ύστερα αφού απέρασε πολύς καιρός στοχαζόμενοι είδαμεν που ήτον αδύνατον να σου αντισταθούμεν, και διά τούτο αποφασίσαμεν να παραιτήσωμεν τον θρόνον και να έλθωμεν να ξεδικηθούμεν εσένα, και την βασίλισσαν των Ναϊμάνων, ωσάν πως μας είχατε κάμει την πλέον μεγαλύτερην αδικίαν του κόσμου. Και ιδού ο τρόπος με τον οποίον ηθελήσαμεν να κάμωμεν την εκδίκησιν.

Έτρεξα τότε εις το δακτυλίδι μου, ακολούθησεν ο Μωκβάλ, και εκαμώθηκα πως είμαι άρρωστος διά κάμποσες ημέρες, και υστερότερα, διά να κάμω να πιστεύση ο λαός των Ναϊμάνων ότι ήμουν αποθαμμένος, έλαβα μορφήν νεκρού, και κάνοντάς μου τα έξοδα, με έθαψαν με μεγάλην παρρησίαν. Το βράδυ η Δειλνολβάτζη και μου άνοιξε τον τάφον, και λαμβάνοντας τες φυσικές μας μορφές, εκινήσαμεν διά να έλθωμεν εις την χώραν της Θέμπας, εις την οποίαν ευθύς που εφθάσαμεν, ηύραμεν τους προεστούς των Ναϊμάνων, που είχαν έλθει διά να δώσουν της βασίλισσας συμβίας σου την είδησιν διά τον θάνατόν μου, και πως εζητούσαν να την ξαναβάλουν εις τον θρόνον της. Επάνω εις αυτήν την είδησιν η βασιλεία σου ελευθέρωσε τα στρατεύματα, που είχες ετοιμασμένα διά να έλθης κατά πάνω μου, και αποφάσισες να στείλης κυβερνήτην τον βεζύρην Αλή.

Εις αυτό το αναμεταξύ η Δειλνοβάτζη υποκάτω εις την μορφήν μιας σκλάβας της βασίλισσας, και εγώ εις μορφήν ενός ευνούχου, εμβήκαμεν εις το σεράγι σου μίαν νύκτα, και εκρυφθήκαμεν εις τον χοντζερέ σου, μέσα εις τον οποίον δεν μας εστάθη δύσκολον να βάλωμεν εις έργον την γνώμην μας· επειδή και οπόταν ευρισκόσουν εις το κρεββάτι, και η βασίλισσα εις άλλον οντά και εδιάβαζεν, η Δειλνοβάτζη πήρε την μορφήν αυτηνής, και ήλθε και εσέβη εις το κρεββάτι σου μαζί, και οπόταν η αληθινή σου γυνή ήθελε να έβγη από τον οντά της διά να έλθη να σε εύρη, επαρουσιάσθηκα εγώ έμπροσθέν της υποκάτω εις ένα φάντασμα. Αυτή από τον φόβον της έκραξε μεγάλως, και εγώ εν τω άμα έγινα άφαντος. Πλην εσύ βασιλέα μου, ηξεύρεις τα επίλοιπα, και δεν μου λείπει άλλο, παρά να σου φανερώσω διατί σήμερον επήρα την μορφήν της βασιλείας σου.

Ετούτο το ταχύ ευθύς που εβγήκες έξω από το παλάτι σου, εγώ εμπήκα υποκάτω εις την μορφήν του αρχιευνούχου σου εις τον χοντζερέ σου, εις τον οποίον είχες αφήσει εις το κρεββάτι σου, την Δειλνοβάτζην. Μωκβάλ, αυτή μου είπεν, γδύσου και έλα υποκάτω εις την μορφήν του βασιλέως διά να σε χαρώ εις τον τόπον του. Τότε εγώ έκαμα καθώς εκείνη επιθυμούσε, και ήμουν με αυτήν εις το κρεββάτι. Αλλ' οπόταν έξαφνα εμπήκες εις τον χοντζερέ, εγώ βλέποντάς σε πως ήθελες να με φονεύσης, υπαντήθηκα από το λάβωμα του σπαθιού σου, και έφυγα από τα χέριά σου· μα ο ουρανός μην υποφέροντας πλέον τες ανομίες μου, ιδού που με έδωσεν εις τας χείρας σου. Ναι, ω βασιλέα μου, ομολογώ πως αχρήζω τον θάνατον και αν η βασιλεία σου, αφού ήκουσες όλες τες ανομίες που έπραξα, οι οποίες συνθέτουν την ιστορίαν μου, μετανοείς πως μου έταξες να μη με φονεύσης, εγώ ευχαριστούμαι να γυρίσης τον λόγον σου, και να παιδεύσης ένα τρισάθλιον, που μόνος του ομολογεί πως είναι ανάξιος να ζη πλέον επάνω εις την γην.

Αλήθεια, του απεκρίθη ο βασιλεύς, εσένα σου έπρεπεν ο θάνατος, διά να καθαρισθή η γη από ένα τερατώδη άνθρωπον ωσάν εσένα· μα επειδή και σου έταξα να σου αφήσω την ζωήν, δεν βγαίνω από τον λόγον μου· σου παίρνω μοναχά το δακτυλίδι ως εργαλείον ολέθριον των ανομιών σου, διά να μην ημπορέσης πλέον να βλάψης το ανθρώπινον γένος, και τα γηρατειά σου θέλουν είνε η παίδευσίς σου. Εις αυτό το αναμεταξύ που ο βασιλεύς ετελείωσεν αυτούς τους λόγους, βλέπει τον Ρουσκάδ, που επλησίαζε προς αυτόν με πολλήν βίαν, και διακρίνοντας από το φόρεμά του, εστοχάσθη ότι ήταν ένας άνθρωπος ευγενής.

Ο Ρουσκάδ φθάνοντας εκεί εξεπέζευσε, και αφού τον εχαιρέτησε, του είπε· βασιλέα, έρχομαι διά να σου προμηνύσω μίαν χαρμόσυνον είδησιν· η βασίλισσα των Ναϊμάνων, που εδιώχθη ωσάν μια μάγισσα από την βασιλεία σου, και με όσα υπέφερεν από τότε έως τώρα, σε βεβαιώνω ότι δεν απόθανεν ακόμη, αλλά ζη. Ω ουρανέ, εβόησεν ο Βασιλεύς της Θέμπας εις ετούτην την είδησιν, είνε δυνατόν να ζη ακόμη η αγαπημένη μου βασίλισσα, με όλες τες δυστυχίες, που της εσυνέβηκαν; Ω φίλε μου, κατά πως βλέπω είσαι πληροφορημένος διά τα όσα εσυνέβηκαν εις το παλάτι μου· πες μου το λοιπόν σε παρακαλώ ποίος είσαι και πως τα ηξεύρεις; Εγώ, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, είμαι ένας ξένος, και εις άλλον καιρόν θέλω σου ειπεί το όνομά μου· το συμβεβηκός με έκαμε να συναπαντήσω την βασίλισσαν την γυναίκα σου, η οποία μου εδιηγήθη τα δυστυχισμένα συμβεβηκότα της· ηξεύρω ακόμη και εκείνα, που σου εσυνέβηκαν σήμερον το ταχύ, με το να μου τα εδιηγήθη ο βεζύρ Αλής, ο οποίος ευρίσκεται μαζί της και σε καρτερούν να γυρίσης να σε ιδούν.

Ετούτη η είδησις επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν του βασιλέως της Θέμπας. Και ευθύς εμίσευσαν διά να πηγαίνουν να την εύρουν, αφίνοντες εκεί εκείνον τον τρισάθλιον, αφού και του εσήκωσαν το δακτυλίδι. Και εν τω άμα έφθασαν όπου ο βεζύρ Αλής ήτον με την βασίλισσαν. Ο δε βασιλεύς της Θέμπας με οξύτητα ξεπεζεύοντας παίρνει εις τας αγκάλας του την αγαπημένην του γυναίκα, και γεμάτος από αγαλλίασιν της λέγει· αχ! βασίλισσά μου, με τι μάτια κυττάζεις ένα συμβίον που σε εκαταφρόνεσε τόσον; μα αλλοίμονον εις εμέ, εις τι τυφλότητα έπεσα να παιδεύσω μίαν ανεύθυνον; παρακαλώ σε μη με μισήσης ότι εγώ δεν έχω το φταίξιμον, αλλά οι μαγείες εκείνης της μιαράς με εθάμπωσαν, και έκαμα τέτοιαν ανομίαν, και διά τούτο παρακαλώ να συμπαθήσης το σφάλμα μου.

Η βασίλισσα ηξεύροντάς την αθωότητά του, δεν τον ωνείδισεν εις τα όσα της έκαμεν, αλλά μετά μεγάλης αγάπης τον εδέχθη, και τον επεριποιήθη ωσάν άνδρα της αγαπημένον. Αφού δε εχάρηκαν αναμεταξύ τους εις την ξαναντάμωσιν, η βασίλισσα τον επαρακάλεσε να της ειπή το πώς εκατάλαβε τον δόλον της μάγισσας και τα ακόλουθα. Ο δε βασιλεύς της εδιηγήθη ευθύς, λέγων, πηγαινάμενος εις τον οντάν της γυναικός μου, την ηύρα με έναν που με επαρομοίαζεν· εγώ βλέποντάς τους έβγαλα το σπαθί μου να τους θανατώσω· αλλ' ο άνδρας επρόφθασε και έφυγε. Τότε εγώ τραβώντας το σπαθί έκοψα της τρισαθλίας το χέρι, εις το οποίον εφορούσεν ένα δακτυλίδι μαγικόν και ευθύς που της έπεσε το χέρι κατά γης, από ωραία που ήτον, εμεταβάλθη εις μίαν ασχημοτάτην γραίαν. Βασιλέα, μου λέγει, κόπτοντάς μου το χέρι εχάλασες την μαγείαν.

Εγώ με την δύναμιν ενός δακτυλιδιού απερνούσα διά γυναίκα σου και ο άνδρας που έφυγε, και αυτός έχει ένα παρόμοιον, και με αυτό επήρε την μορφήν σου· και επειδή σου εξομολογούμαι το παν σε παρακαλώ συμπάθησόν με. Ω άνομη, εφώναξα εγώ, έχεις ακόμα πρόσωπον να μου ζητήσης συμπάθειον, μάγισσα παράνομη, που με τες μαγείες σου με έκαμες να υστερηθώ την αληθινήν μου γυναίκα; δεν είναι πλέον έλεος εις εσένα. Και έτσι λέγοντας την έκαμα κομμάτια και την άφησα εκεί· και ευθύς εδόθηκα διά να κυνηγήσω και τον άνδρα που με αυτήν ηύρα, διά να τον φονεύσω και αυτόν. Έπειτα της εδιηγήθη και του Μωκβάλ όλην την ιστορίαν, την οποίαν του εφανέρωσε και αυτός· και πώς του επήρε το δακτυλίδι και τον άφησεν ολίγον μακράν.

Διηγούμενος ο βασιλεύς ετούτην την ιστορίαν, η βασίλισσα, ο βεζύρ Αλής και ο Ρουσκάδ έμειναν εκστατικοί διά τέτοια συμβεβηκότα. Και αφού ο βασιλεύς ετελείωσε την ιστορίαν αυτήν, γυρίζει προς τον Ρουσκάδ, και του λέγει· ω ευγενή ξένε, επειδή διά την τόσην καλωσύνην, που έδειξες προς την αγαπημένην μου γυναίκα, και υπερμάχησες διά την ευτυχίαν που τώρα χαιρόμεθα, τι χάριν από εμένα ζητείς να σου κάμω; πρόσταξε και θέλει σου δοθή ό,τι σου θέλει είναι αρεστόν. Ο Ρουσκάδ εκεί που έστεκε διά να του αποκριθή και να τον ευχαριστήση, η βασίλισσα του έκοψε τον λόγον, και λέγει προς τον άνδρα της. Κύριε, δεν ηξεύρεις που ο ξένος με τον οποίον ομιλείς είναι ο βασιλεύς της Κίνας; Ευθύς που ο βασιλεύς της Θέμπας ήκουσεν ετούτο, εζήτησε συμπάθειαν του Ρουσκάδ, ανίσως και έλειψε να του προσφέρη το πρεπούμενον σέβας. Ο Ρουσκάδ, του αντέκοψε τον λόγον, και αγκαλιάσθηκαν αμοιβαίως, και εφιλήθηκαν· υστερότερον εσηκώθηκαν, και επήγαν εις την Θέμπα με μεγάλην αγαλλίασιν. Ο Ρουσκάδ έμεινεν εκεί μερικές ημέρες, και έκαμαν εις αυτόν μεγαλώτατες τιμές κατά πως του έπρεπαν. Και έπειτα ζητώντάς τους θέλημα εξαναγύρισεν εις το βασίλειόν του.

Ακολούθησις της ιστορίας του Ρουσκάδ, και της βασιλίσσης Κεριστάνης.

Ερχόμενος ο βασιλεύς της Κίνας Ρουσκάδ εις το βασίλειόν του, δεν έλειψε να διηγηθή του βεζύρη του τα παράδοξα συμβεβηκότα της βασίλισσας και του βασιλέως της Θέμπας. Ο βεζύρης ακούοντάς τα έμεινε θαυμασμένος, και από ετούτα έλαβε την αιτίαν να παρρησιάση εις τον αυθέντην του, ότι και η Κεριστάνη δεν ήτον άλλο, παρά μία μάγισσα ωσάν την Δειλνοβάτζην, καθώς του το εφανέρωσεν εξ αρχής. Δεν επέρασεν όμως πολύς καιρός, που ο βασιλεύς ευρίσκετο εις το βασίλειόν του εν ησυχία· και μίαν ταχινήν εκεί που οι μεγιστάνες του τον ανάμεναν εις το ντιβάνι, τους εδόθη είδησις πως δεν ευρίσκετο πλέον εις το παλάτι του, αλλά εχάθη. Τότε όλοι εδόθηκαν εις φωνάς και εις κλαυθμούς διά την έλλειψιν του βασιλέως των, και μάλιστα ο βεζύρης του ωδύρετο κατά πολλά διά τον αιφνίδιον χαμόν του. Και εις αυτό το αναμεταξύ που αυτοί εθρηνούσαν και εγύρευαν τον βασιλέα τους, αυτός ο ευτυχισμένος βασιλεύς ευρίσκονταν εις την ακμήν της ευτυχίας του, εις το νησί Χαρμοστάν, εις το οποίον εφέρθη διά προσταγής της Κεριστάνης.

Ετούτη η Βασίλισσα αφού ανέβη εις τον θρόνον, έβαλεν όλην της την επιμέλειαν εις τες διόρθωσες του βασιλείου της και εις τον καλλωπισμόν της μεγαλειότητός της. Ύστερον δε από αυτά στοχαζομένη τον λόγον που είχε δώσει του βασιλέως της Κίνας, και ευχαριστημένη διά την εμπιστοσύνην του, απεφάσισε να κάμη να τον φέρουν εκεί και ούτως αποφασίζοντας, επρόσταξεν ένα της πιστόν εξωτικόν, και επήγε και της τον έφερεν εις το παλάτι εις ολίγον διάστημα. Ω βασίλισσα, εφώναξεν ο Ρουσκάδ, ευθύς που είδε την Κεριστάνην, αξιώθηκα το λοιπόν διά να σε ξαναϊδώ, εις καιρόν που δεν ήλπιζα να είμαι πλέον εις την ενθύμησίν σου; Όχι, Ρουσκάδ, απεκρίθη η Κεριστάνη, μη στοχάζεσαι πως το μάκρος του καιρού με έκαμε να σε αλησμονήσω· εγώ πάντα σε είχα εις την καρδίαν μου, μα εκαρτερούσα να δοκιμάσω αν μου ήσουν πιστός· και τώρα που σε εκατάλαβα διά πιστόν, έκαμα και σε έφεραν εδώ διά να χαρούμεν κατά τον πόθον μας· και θέλω σήμερον να πληρώσω το τάξιμον, που σου έκαμα, διά να σε λάβω νόμιμόν μου άνδρα.

Ο βασιλεύς της Κίνας ευχαρίστησε κατά πολλά την Κεριστάνην διά την γενναιότητα, που έδειχνε εις αυτόν, και της έταξε μίαν αγάπη παντοτεινήν. Ύστερον από αυτά τα λόγια, όλοι οι προεστοί του βασιλείου της, μικροί και μεγάλοι εσυναθροίσθηκαν εις το παλάτι διά προσταγής της, των οποίων είπε· Μεγάλοι και μικροί εξωτικοί που με ακούετε, με το να είσθε όλοι με όρκον εις την υποταγήν μου, και έτοιμοι εις τα προστάγματά μου, σας δίνω την είδησιν, ότι θέλω να πάρω διά νόμιμόν μου άνδρα τον βασιλέα Ρουσκάδ, που εδώ κοντά μου βλέπετε και να τον στέψω και βασιλέα σας, τον οποίον σας παραγγέλλω ότι από την σήμερον και εις το εξής θέλετε του προσφέρει το ίδιον σέβας, που και εις εμέ προσφέρετε. Τότε όλοι οι εξωτικοί τον επροσκύνησαν, και της επαίνεσαν την εκλογήν που έκαμε, με όλον που ήτον ένας άνθρωπος θνητός. Τελειώνοντας η τάξις της στέψεως του βασιλέως εκοπίαζον εις τες ετοιμασίες των γάμων μα πριν τελειώσουν, η Κεριστάνη είπε προς τον Ρουσκάδ.

Κύριε, είνε χρειαζόμενον να μου τάξης πως θα φυλάξης ένα πράγμα· εγώ δεν ζητώ από λόγου σου αυτό το τάξιμο διά άλλο, παρά διά κοινόν μας καλόν· αυτό είνε εξ αποφάσεως αναγκαίον διά να μου το κάμης και με επιμέλειαν να το φυλάξης, διατί αν από κακήν τύχην δεν ήθελες το φυλάξει, ημείς και οι δύο θέλομεν γένει πολλά δυστυχισμένοι. Αλλοί εις εμέ, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, τα λόγια σου πολλά με βάνουν εις υποψίαν, και διά τούτο πες μου να ιδώ τι πρέπει να σου τάξω. Εκείνο, που εγώ θέλω, απεκρίθη η Κεριστάνη, είνε μία δυνάστευσις, που θέλει σου είνε πολλά βαριά, την οποίαν δεν πιστεύω να είσαι αρκετός να την υποφέρης· επειδή και όντας εγώ μία εξωτική, και εσύ ένας υιός του Αδάμ, είμεθα καθώς φαίνεται διαφορετικής κλίσεως· ημείς εργαζόμεθα το εναντίον από τους ανθρώπους, έχομεν τους νόμους μας και τες συνήθειές μας διαφορετικές, και εις ένα λόγον ημείς δεν ημπορούμεν να ζήσωμεν πολύν καιρόν αντάμα, αν εσύ δεν θέλεις έχει μίαν τυφλήν υποταγήν και υπακοήν προς εμένα.

Πώς; ω κυρά μου, απεκρίθη ο Ρουσκάδ, ετούτη είνε η δυνάστευσις η βαρεία, την οποίαν υποπτεύεις πως να μην είμαι αρκετός να φυλάξω; εγώ λογιάζω πως έως τώρα θα εγνώρισες την καρδιά μου, που είνε πάντα υποκειμένη εις κάθε σου πρόσταγμα, και πως δεν έχω άλλην θέλησιν παρά την εδικήν σου. Ας είνε, εξαναείπεν η βασίλισσα· εσύ το λοιπόν τάζεις μου, αν κάμω κανένα πράγμα έμπροσθέν σου που να σου κακοφανή, να μη βλασφημήσης, αλλ' ούτε να με ονειδίσης εις εκείνο που έκαμα; Ναι, ω βασίλισσά μου, απεκρίθη αυτός· αντίς να βλασφημήσω τα έργα σου, ομνύω ότι ήθελα τα επαινέσει όλα, και θέλω έχει εις όλην μου την ζωήν άλλην τόσην υπακοήν, όσην αγάπην σού έχω.

Τόσον φθάνει, εξαναείπεν η Κεριστάνη, εγώ αναπαύομαι επάνω εις τον όρκον σου, ελπίζοντας ότι κάθε λογής πράγμα, που εγώ είμαι διά να κάμω εμπρός εις τα μάτια σου, να φυλάξης σιωπήν, και να μη μιλήσης τίποτε επειδή και οι εξωτικοί δεν κάνουν κανένα πράγμα χωρίς στοχασμόν· και ανίσως καμμίαν φοράν θέλεις με ιδεί να κάμω πράγμα, που να σου φανή αστόχαστον, πες με τον εαυτόν σου, αυτή δεν εργάζεται με τέτοιον τρόπον χωρίς δικαιολόγημα.

Ο βασιλεύς της Κίνας ξανατάζοντάς της να φυλάξη με κάθε υπακοήν τα όσα υπεσχέθη, δεν εστοχάσθηκε τότε άλλο, παρά διά την υπανδρείαν τους, την οποίαν ευθύς την έβαλαν εις πράξιν, και έκαμαν τους γάμους με μεγάλες χαρές ολωνών των εξωτικών. Και ο βασιλεύς ευρίσκετο τόσον ευτυχισμένος, που περισσότερον δεν ημπορούσε να γένη, και καθημερινώς δεν έκανεν άλλο, παρά να είνε εις χαρές και παιγνίδια ομού με την αγαπημένην του Κεριστάνην.

Απαρνώντας λοιπόν ένας χρόνος αφού και υπανδρεύθηκαν, η Κεριστάνην εγέννησεν ένα παιδί αρσενικόν, από τον ήλιον πλέον ευμορφώτερον. Ο δε βασιλεύς ευρισκόμενος εις το κυνήγι, οπόταν έλαβε την χαροποιάν είδησιν εγύρισεν ευθύς εις το παλάτι του διά να ιδή το βρέφος και βλέποντάς το εις τα χέρια της μητρός του, η οποία εκάθονταν σιμά εις μίαν μεγάλην φωτιάν, το επήρεν εις τες αγκάλες του, και αφού το εφίλησε πολλές φορές το εξανάδωσε της μητρός του. Αυτή παίρνοντάς το εις τα χέρια της ευθύς το έρριξε μέσα εις εκείνην την φλόγα που η φωτιά έκανεν, και εν τω άμα, ω θέαμα παράδοξον, η φωτιά και το βρέφος έγιναν άφαντα. Ετούτο το παράδοξον θέαμα, δεν επροξένησεν ολίγην λύπην εις τον βασιλέα, μα ό,τι λογής και αν ήτον ο πόνος του διά τον χαμόν του υιού του, ενθυμήθη εν τω άμα το τάξιμον που έκαμε, και εκατάπιε την θλίψιν του, φυλάγοντάς την σιωπήν· όθεν χωρίς να της ειπή τίποτε ετραβήχθη εις τον χοντζερέ του, και εκεί εδόθη εις το να κλαίη, λέγοντας· δεν είμαι εγώ δυστυχής; ο ουρανός μου έδωσεν ένα υιόν, και βλέπω που με τα χέρια της η μητέρα του τον ρίχνει εις την φωτιάν και ακόμη μου είνε εμποδισμένον να μιλήσω διά ένα κάμωμα τόσον σκληρόν; ω μητέρα απάνθρωπη, και βάρβαρη· μα, ας σιωπήσω, ακολούθησεν, ημπορώ να αγανακτήσω την βασίλισσαν φανερώνοντας την θλίψιν μου· αλλά πρέπει να υπομείνω δυναστικώς, και αντίς να κατηγορήσω το άνομον κάμωμά της, ας ειπώ πως η βασίλισσα δεν κάνει τίποτε χωρίς δικαιολόγημα. Ο βασιλεύς το λοιπόν τοιούτης λογής στοχαζόμενος, δεν είπε λόγον τινά προς την Κεριστάνην, με όλον που ήτον υπερβολική η θλίψις του διά τον χαμόν του υιού του.

Ένα χρόνον υστερότερα από αυτό, η Κεριστάνη έδωσε πάλιν εις φως μίαν θυγατέρα πολλά ευμορφότερην από τον υιόν. Ο δε βασιλεύς ήτον πολλά εκστατικός διά την μεγάλην ευμορφάδα της θυγατρός του, και δεν ημπορούσε να ξεκολλήση από το να την χαίρεται· μα αυτή η χαρά του δυστυχούς ολίγον του εφτούρησεν επειδή και εις το αναμεταξύ που την εκύτταζεν, ιδού και εμβαίνει εις εκείνον τον χοντζερέ μία σκύλα άσπρη πολλά μεγάλη με το στόμα ανοικτόν, την οποίαν η Κεριστάνη βλέποντάς την έκραξε, λέγοντάς της· έπαρε τούτην την μικράν κόρην απ' έμπροσθέν μου· ότι δεν ημπορώ να την υποφέρω· και η σκύλα ευθύς επλησίασε, και παίρνοντας με τα δόντια την κόρην έφυγε με μεγάλην ορμήν.

Ήθελεν είνε αδύνατον να διηγηθή τις, ποίας λογής ήτον εις τούτο το θέαμα ο πόνος του βασιλέως, και με όλον που είχε τάξει την σιωπήν με όρκον της βασίλισσας, ολίγον έλειψε που να μη τον χαλάση, διά να ονειδίση την ωμότητά της· εστάθη όμως στενεμμένος να αναμερίση, φοβούμενος να μη της φανερώση την θλίψιν του· και ούτως επήγε και εξανακλείσθη εις τον χοντζερέ του, και δεν έκαμνεν άλλο, παρά να οδύρεται, και να κλαίη το κακόν τέλος των τρυφερών του παιδιών. Η Κεριστάνη (έλεγε με τον εαυτόν του) καθώς βλέπω είνε μία σκληρά, και απάνθρωπος εις το να έχη μίαν τέτοια καρδιά διά τα παιδιά της.

Αν οι εξωτικοί έχουν τόσην ευχαρίστησιν να κάνουν τέτοια πράγματα εναντίον εις τα φυσικά τους παιδιά, οι άνθρωποι όμως είναι πλέον ευσπλαχνικοί από αυτούς· μα η βασίλισσα μου είπε, πως οι εξωτικοί δεν κάνουν τίποτε χωρίς δικαιολόγημα· και αυτό πώς ημπορεί τις να το πιστεύση, ότι αυτή να μην έκανε κακόν; αχ, εγώ καταλαμβάνω τι είνε τούτο το μυστήριον, και βλέπω την αιτίαν της δυστυχίας μου. Οι νόμοι των εξωτικών, απ' ότι στοχάζομαι, θέλουν χωρίς άλλο, ότι οπόταν, αυτοί υπανδρεύονται με ανθρώπους, τα παιδιά που γεννούν με αυτούς, να τα θανατώνουν· ιδού το αίτιον αυτουνού του έργου που με κάνει εκστατικόν. Ω Κεριστάνη απάνθρωπη, ημπορείς να στοχασθής, αν εγώ ημπορώ να υποχρεωθώ εις όλα σου τα σκληρά καμώματα, χωρίς να μη σε ονειδίσω; όχι, εις πείσμα όλης της αγάπης, που έχω προς εσένα, είναι αδύνατον να ημπορέσω να συνηθίσω εις τους νόμους σου.

Με όλον που ευρίσκετο ζωντανά περίλυπος ο Ρουσκάδ διά το χάσιμον των παιδιών του, όμως έλαβεν αρκετήν υπομονήν, να μην ειπή τίποτε της βασίλισσας· μα η κατοίκησις του νησιού Χαρμοστάν του εγένονταν ανυπόφερτος, και αποφάσισε να γυρίση εις την Κίναν. Όθεν, βασίλισσα, λέγει μίαν ημέραν της Κεριστάνης, εγώ επεθύμισα να ξαναϊδώ το βασίλειόν μου· διά τούτο δος μου σε παρακαλώ θέλημα, διά να πηγαίνω να ξαναεύρω τον λαόν μου, οι οποίοι από πολύν καιρόν με νομίζουν διά χαμένον, και αφού βάλω τα πράγματά μου εις τάξιν, πάλιν θέλω ξαναγυρίσει. Ας είναι του απεκρίθη η βασίλισσα, ημπορείς να υπάγης διά να δώσης αυτήν την ευχαρίστησιν του λαού σου, επειδή και η παρουσία σου είναι πολλά αναγκαία εις το βασίλειόν σου· διότι εγώ ηξεύρω, ότι οι Μογγόλοι σηκώνουν εναντίον σου δυνατόν στράτευμα. Μίσευσε το λοιπόν διά να υπάγης να διαφεντευθής και θέλω έχει και εγώ την επιμέλειαν διά να έλθω να σε εύρω, και να σε βοηθήσω αν λάβης χρείαν.

Έτσι λέγοντας η Κεριστάνη, έκραξεν ένα εξωτικόν, και το επρόσταξε να φέρη ευθύς τον βασιλέα εις το παλάτι του εις την Κίναν. Ο εξωτικός υπακούοντάς τον επήρεν εις τες αγκάλες του, και εν τω άμα τον έφερεν εις την Κίναν, και τον απόθεσεν εις το παλάτι του. Ευθύς που ο βεζύρης του τον είδεν έλαβε πολλήν χαράν, και επρόσπεσεν εις τους πόδας του και του είπεν· Ω Αυθέντη, ο ουρανός το λοιπόν επήκουσε τες παρακάλεσές μου, και σε έφερε εις τον λαόν σου, διά να τον χαροποιήσης. Τότε ο βασιλεύς αγκαλιάζοντας τον βεζύρην, του εδιηγήθη τα όσα του εσυνέβηκαν και ο βεζύρης έμεινεν εκστατικός από τον θαυμασμόν του. Εις τούτο το αναμεταξύ, οι Μογγόλοι επλησίασαν εις την Κίναν με υπερβολικάς δυνάμεις. Εις την είδησιν του ερχομού τους, ο Ρουσκάδ εσυνάθροισε το περισσότερον μέρος που εδυνήθη από το στράτευμά του, και εφέρθη απέναντι των εχθρών του, και ετέντωσεν ολίγον μακράν από αυτούς, διά να καρτερήσή την ζωοτροφίαν διά το στράτευμα, που ήτον ολίγον ξέμακρα, την οποίαν εσυντρόφευεν ένας Πασσάς ονόματι Βελής. Και τον καιρόν που αυτός επλησίαζε με την ζωοτροφίαν εις το στράτευμά του φανερώνεται έμπροσθέν του η Κεριστάνη, συντροφιασμένη από πολύ πλήθος εξωτικών, οι οποίοι ευθύς εξεφόρτωσαν τα καμήλια και μουλάρια, που ήταν φορτωμένα φαγητά, και πιοτά διάφορα, και τα έχυσαν καταγής, τόσον τα φαγητά όσον και τα πιοτά και τα ανακάτωσαν όλα, και τα ετσαλαπάτησαν που δεν ήτον πλέον διά να φάγουν τα φαγητά αλλ' ούτε να πιουν τα πιοτά.

Ο δε Βελής έμεινεν εκστατικός εις το να ιδή τούτα εις τέτοιαν κατάστασιν. Τότε η βασίλισσα του είπεν, ύπαγε να ειπής του αυθέντος σου, ότι η βασίλισσα γυναίκα του επροξένησεν ετούτην την ζημίαν. Αυτός υπήκουσε, και επήγε και το είπε του βασιλέως. Αυτή η είδησις έφερε τον βασιλέα εις αδημονίαν μεγαλυτέραν από τον θάνατον των παιδιών του, ο οποίος του εφαίνονταν πλέον άξιος συμπαθείας από τούτο το υστερινόν κάμωμα· και εκεί που ήτον δι' αυτό πολλά θαυμασμένος, βλέπει την Κεριστάνην να παρουσιασθή έμπροσθέν του.

Βασίλισσα, της είπεν, δεν ημπορώ να σιωπήσω πλέον· εσύ μου έφερες εις το άκρον την υπομονήν μου. Έρριξες το παιδί μου εις την φωτιάν, έδωσες την θυγατέρα μου μιας σκύλλας, και με όλον που ήτον μεγάλη η θλίψις μου, εγώ δεν σου ωμίλησα, αλλ' ούτε σου έδειξα πως μου εκακοφάνη· μα ετούτο που μου έκαμες τώρα δεν ημπορεί να είνε άλλο, παρά μία επιβουλή της ζωής μου και της τιμής μου, και μου είνε αδύνατον που να μη παραπονεθώ. Ω αχάριστη, με τέτοιαν ανταμοιβήν πληρώνεις την αγάπην μου; ποία άραγε να είναι η γνώμη σου; ιδού το στράτευμά μου, που έμεινε χωρίς ζωοτροφίαν· τι έχει να ακολουθήση; μίλησε· και τι θέλει γένει εις εμένα; θέλεις καθώς βλέπω διά να παραδοθώ εις τους εχθρούς μου χωρίς να πολεμήσω; πώς ημπορώ να υποφέρω τούτο χωρίς να σε ελέγξω;

Ρουσκάδ, ήτον καλύτερον, του απεκρίθη η Κεριστάνη, διά να είχες φυλάξει σιωπήν και τούτην την φοράν, παρά να ομιλήσης έξω από το προκείμενον, μα επειδή και ωμίλησες, το κακόν είνε χωρίς ιατρείαν· δεν κάνει χρεία άλλο, ήθελεν είνε ανωφελές το να ζητήσης μέσον διά να εμποδισθή η συμφορά, που εγώ εφοβούμουν μη σου τύχη, επειδή και εσυνέβη. Ω βασιλέα αστόχαστε και αδύνατε, διατί να μη φυλάξης την σιωπήν; ηξεύρεις εσύ ποία ήτον η φωτιά, εις την οποίαν έρριξα το παιδί; εκείνη ήταν μία Λάμια, της οποίας εμπιστεύθηκα την ανατροφήν εκείνου του βασιλοπούλου· και η σκύλλα που είχες ιδεί ήτον μία Νεράιδα, η οποία μετά χαράς έλαβε το βάρος διά να αναθρέψη την βασιλοπούλα, και διά να πιστωθή, υπόμεινε διά να ιδής. Ευθύς η Κεριστάνη προστάζει δύο εξωτικούς διά να υπάγουν να της φέρουν τα παιδιά της· οι εξωτικοί δεν άργησαν να της τα φέρουν έμπροσθέν της.

Ο βασιλεύς της Κίνας, με όλον που ήτον τόσον θλιμμένος διά τον χαμόν της τροφής, εδόθη εις μεγάλην χαράν εις το να ιδή τα δύο του παιδιά, που έφεγγαν ωσάν το φως, τα οποία, παίρνοντάς τα εις τας αγκάλες του με μεγάλην αγαλλίασιν, τα εφιλούσεν. Εις αυτό το μεταξύ η Κεριστάνη ακολούθησε να λέγη· Βασιλέα, χρεία τώρα είναι να σου φανερώσω διατί σου εχάλασα την ζωοτροφίαν. Ο βασιλεύς του Μογόλ ήθελε να σου σηκώση την ζωήν, διά να φέρη εις την υποταγήν του το βασίλειον της Κίνας· και διά να τελειώση την βουλήν, έταξε πολύ χρυσάφι του βεζύρ Βελή, διά να σε επιβουλευθή. Αυτός ο άπιστος επιτηρητής, διά εκατόν χιλιάδες φλωριά, έταξε να κάμη να χαθή όλον σου το στράτευμα και εσένα ομού, και ο δόλος του εστάθη εις το να φαρμακώση όλα τα φαγητά και πιοτά, που εις ολίγον διάστημα είχετε να χαθήτε όλοι. Αυτή εστάθη η αιτία, που έκαμα και εχάλασαν όλα τα φαγοπότια, διά, να μη λάβη τέλος η βουλή του. Αυτό λογιάζω πως να σου φαίνεται δύσκολον να το πιστεύσης, μα είναι εύκολον να σε κάμω να βεβαιωθής· κράξε τον Βελή, και υποχρέωσέ τον διά να φάγη και πίη έμπροσθέν σου από εκείνα τα φαγητά που έμειναν, και θέλεις ιδεί τι του θέλει συμβή.

Εις τούτην την διήγησιν ο βασιλεύς έμεινε σκοτισμένος, και ευθύς έκραξε τον Βελή, διά να έλθη εμπροσtά του, τον οποίον αφού ήρθε τον επρόσταξε διά να φάγη από εκείνα τα φαγητά· αλλ' ο Βελής επροφασίσθη πως δεν επεινούσεν. Αν δεν φας τούτην την στιγμήν, του είπεν ο βασιλεύς, το κεφάλι σου θέλει είνε χαμένον. Τότε ο Βελής βλέποντας ότι ήτον αδύνατον να φύγη τον θάνατον· ή με τον ένα τρόπον, ή με τον άλλον, έφαγεν ολίγον από εκείνα τα φαγητά, και εν τω άμα απέθανε.

Βλέπεις, λέγει τότε η Κεριστάνη του βασιλέως, την προδοσίαν του Πασιά σου; λογιάζω πως είσαι βεβαιωμένος ότι τα τελώνια δεν κάνουν πράγμα χωρίς αφορμήν. Ναι, ω βασίλισσα, λέγει ο Ρουσκάδ, ομολογώ ότι έχω άδικον, που δεν εφύλαξα με προσοχήν τον νόμον που μου έδωσες, με όλον τούτο δεν είμαι χωρίς ανάπαυσιν, επειδή και το στράτευμά μου πρέπει να χαθή μην έχοντας ζωοτροφίαν. Όχι, όχι, είπεν η Κεριστάνη, ζωοτροφία δεν θέλει σου λείψει· αύριον θέλεις έχει περισσότερον από την χρείαν σου, επειδή τούτην την νύκτα εσείς θέλετε πλακώσει τους εχθρούς σας, και θέλετε τους κατακάψει εις κομμάτια και θέλετε κυριεύσει όλες των τες ζωοτροφίες, και θα γυρίσετε εις την βασιλεύουσαν νικηταί και τροπαιούχοι.

Όλον αυτό που προείπεν η βασίλισσα αλήθεψεν, επειδή και αυτή εκείνην την ιδίαν νύκτα, μαζί με όλους τους εξωτικούς που είχεν, εβάλθη εις την κεφαλήν των Κινέζων, και εκαταχάλασεν όλον το στράτευμα των Μογγολιτών, που μετά βίας εγλύτωσεν ο βασιλεύς τους με δώδεκα ανθρώπους μόνον. Την δε ερχομένην ημέραν, βλέποντας ο Ρουσκάδ τον εχθρόν του χαλασμένον, χωρίς να χάση κανένα από το στράτευμά του, ήτον όλος εις χαράν και αγαλλίασιν.

Τότε η Κεριστάνη λέγει προς τον βασιλέα τον συμβίον της, ιδού που οι εχθροί σου ευρίσκονται κείμενοι εις τον κονιορτόν· ο πόλεμος ετελείωσε εσύ ημπορείς να ξαναγυρίσης εις το βασίλειόν σου, και να ζήσης με ανάπαυσιν εις το παλάτι σου· όσον διά λόγου μου έχω χρέος να σε απαρατήσω, διά τούτο κάνει χρεία, να χωρισθώμεν διά πάντα· εσύ δεν θέλεις με μεταϊδή πλέον και εγώ η ιδία θέλω είμαι υστερημένη να σε βλέπω πλέον· το πταίξιμον είνε εδικόν σου, ω ακριβέ μου Ρουσκάδ, επειδή και δεν εφύλαξες το τάξιμον που μου έκαμες.

Ω δίκαιε ουρανέ, εφώναξεν ο βασιλεύς εις τούτην την ομιλίαν· τι είνε τούτο που αγροικώ; σε εξορκίζω, ω αγάπη μου, μετάβαλε ετούτην την απόφασιν, το μετανοώ πως έλειψα από τον λόγον μου, σύγκλινε εις το να με συμπαθήσης, και σου τάσσω μεθ' όρκου, ότι εις το εξής να μη λάβης αιτίαν και κακοευχαριστηθής από εμένα. Ετούτος ο όρκος είναι ανωφελής, λέγει η βασίλισσα, επειδή και οι νόμοι μου με προστάζουν να ξεμακρύνω από λόγου σου, διατί οι νόμοι των εξωτικών είνε αμετάβλητοι· παύσε το λοιπόν να με παρακινής πλέον να μείνω μαζί σου· αχ! αν εις εμένα εστέκουνταν να σε συμπαθήσω, δεν εκαρτερούσα περισσότερον να με παρακαλέσης. Ως τόσον σου αφίνω υγείαν, ω βασιλέα, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας· εσύ χάνεις εις τον ίδιον καιρόν τα παιδιά σου και την μητέρα τους, και δεν θέλεις αξιωθή πλέον να μας ιδής με τα μάτια σου. Και έτσι λέγοντας, έγινεν άφαντη μαζί με τα παιδιά της.

Δεν είναι δυνατόν να διηγηθή τις τον ζωντανόν πόνον που έλαβεν ο βασιλεύς της Κίνας, διά την υστέρησιν της γυναικός του και των παιδιών του, που τόσον αγαπούσεν· αν αυτός έχανε τον πόλεμον, και αν ήθελε πέση εις τα χέρια των εχθρών, δεν του ήθελε είνε τόσον μεγάλη η θλίψις ωσάν εκείνη· μάλιστα από την υπερβολικήν του θλίψιν εκατάκοψε το πρόσωπόν του, και έβαλε χώμα εις το κεφάλι του, και έκαμε τόσα καμώματα παράξενα από την θλίψιν του, που εφαίνονταν ωσάν ένας ξεμυαλισμένος, και όλος περίλυπος εγύρισεν εις την καθέδραν του, και εκεί λέγει του βεζύρη του. Εις εσένα αφίνω την κυβέρνησιν του βασιλείου μου, και κυβέρνησέ το καθώς ημπορείς, διατί εγώ θέλω να απεράσω το επίλοιπον της ζωής μου εις το να κλαίω την γυναίκα μου, και τα δύο μου παιδιά που τα έχασα από αγνωσίαν μου. Δεν θέλω να βλέπω άλλους παρά εσένα, και διά τούτο σου δίνω την ελευθερίαν να έρχεσαι να με ευρίσκης, με συμφωνίαν να μη μου μιλήσης διά κανένα πράγμα του κόσμου, παρά μόνον διά την Κεριστάνην και τα παιδιά μου.

Εις αυτόν τον τρόπον ο Ρουσκάδ ετραβήχθη εις έναν οντά, και εκλείσθη εκεί, εις τον οποίον δεν έμβαινεν άλλος παρά ο βεζύρης τον οποίον είχεν επιτηρητήν του· και αυτός επήγαινε κάθε ημέραν να τον ευρίσκη, ο οποίος δεν έλειπε που να τον παρηγορή, λογιάζοντας πως το διάστημα του καιρού, ήθελε του αφανίση την θλίψιν του· μα αντί να του την αφανίση του αυγάτιζε τον πόνον του, τόσον που έπεσεν εις μίαν μεγαλωτάτην υποχονδρίαν, και εστάθη εις αυτήν την κατάστασιν εις διάστημα χρόνων δέκα. Τέλος πάντων από την απελπισίαν του έπεσεν εις αρρώστιαν, και ήτον κοντά διά να αποθάνη, οπόταν η Κεριστάνη έξαφνα εφανερώθη εις τον οντά του, του οποίου είπε τούτα τα λόγια.

Βασιλέα, εγώ ήλθα διά να τελειώσω τα βάσανά σου, και να σε μεταστρέψω εις την ζωήν που έχεις σχεδόν να την χάσης. Οι νόμοι μας ήθελαν ότι, διά τιμωρίαν της επιορκίας σου, θα ήθελα σταθή μακράν από λόγου σου εις διάστημα δέκα χρόνων, και αυτοί ομοίως δεν μου έδιναν το θέλημα διά να σε ξαναϊδώ, ανίσως και εις τούτο το διάστημα των δέκα χρόνων δεν μου ήθελες σταθή πιστός· διά το οποίον οπόταν σε απαραίτησα δεν το επίστευα πλέον να σε μεταϊδώ, διατί δεν ελόγιαζα πως οι υιοί του Αδάμ να είναι αρκετοί μιας τοιαύτης μακρυνής εμπιστοσύνης και σταθερότητος. Ευχαριστώ τον ουρανόν που έμεινα γελασμένη εις αυτήν την γνώμην, και τώρα γνωρίζω ότι και οι άνθρωποι ημπορούν με σταθερότητα να αγαπήσουν. Ιδού το λοιπόν, ω βασιλέα, ακολούθησεν η Κεριστάνη, που εις εσένα ξαναγυρίζω, διά να σε πληρώσω από αγαλλίασιν, και να σε κάμω να ξαναϊδής τα παιδιά σου. Δεν είχεν ακόμη τελειώσει τούτα τα λόγια, και το βασιλόπουλο με την βασιλοπούλαν εισέβηκαν, και επαρουσιάσθηκαν εις τον Ρουσκάδ, ο οποίος έμεινε πολλά ευχαριστημένος τόσον διά την αγαπημένην του γυναίκα, όσον και διά τα παιδιά του· και ήτον τόσον μεγάλη η χαρά του και η αγαλλίασίς του, που κάθε άνδρας και πατέρας ημπορεί να το καταλάβη. Δεν απέρασαν ολίγες ημέρες και από την χαράν του εξανάλαβε την υγείαν του, και έγιναν μεγάλες χαρές εις όλον του το βασίλειον, τόσον διά την υγείαν του, ωσάν και διά την απόλαυσιν των παιδιών του και της γυναικός του. Αυτά τα τέσσαρα υποκείμενα απέρασαν διά πολλούς χρόνους πολλά ευτυχισμένα. Και τέλος πάντων μετά τον θάνατον του βασιλέως και της βασιλίσσης, το βασιλόπουλον έλαβε τον θρόνον του πατρός του, και εβασίλευσεν ευτυχισμένα εις την Κίναν· η δε βασιλοπούλα επήγεν εις το νησί Χαρμοστάν και εβασίλευσεν εκεί, έως που έγινε γυναίκα του μεγάλου Προφήτου Σολομώντος.

Τελειώνοντας η Σουλταμεμέ την διήγησιν τούτης της ιστορίας, όλες η γυναίκες της Βασιλοπούλας την επαίνεσαν, οι οποίες αγαπούσαν τα συμβεβηκότα των εξωτικών και των Μάγων. Η δε βασιλοπούλα ηύρεν αιτίαν να ειπή πως ο Ρουσκάδ δεν εστάθη εις τον λόγον του, με το να παρέβη τον όρκον που έκαμε της Κεριστάνης να μη μιλήση, και διά τούτο οι άνθρωποι είνε αδύνατον να φυλάξουν εμπιστοσύνην, και να μην έβγουν από τον λόγον τους. Κυρία απεκρίθη η Σουλταμεμέ, είναι πολλοί που φυλάγουν τόσον τον λόγον τους, που τον προκρίνουν και από αυτήν την ζωήν τους, καθώς θέλω σε κάμει να πιστωθής από μίαν άλλην ιστορίαν, που θέλω σού διηγηθή αύριον, αν είναι με το θέλημά σου. Ναι, της απεκρίθη η βασιλοπούλα, θέλω την ακούσει και αυτήν μετά πάσης μου χαράς. Και ούτω συμφωνώντας διά την ερχομένην ημέραν, αναμέρισαν από το λουτρόν, και επήγαν διά να γευθούν κατά την συνήθειαν.

Την ερχομένην ημέραν, εκεί που η βασιλοπούλα Φαρουχνάζη ετοιμάζετο διά να υπάγη κατά την συνήθειάν της εις το λουτρόν, της έρχονται είδησες ότι ο αδελφός της ο Φαρκούζης έπεσεν άρρωστος με ασθένειαν βαρυτάτην, ο δε βασιλεύς Τογρούλμπεης, ο πατέρας του που τον αγαπούσεν υπερβολικά, έκαμεν ευθύς να κράξουν τους πλέον εμπείρους ιατρούς της βασιλείας του, οι οποίοι ερχόμενοι και βλέποντες την βαρυτάτην του ασθένειαν, κανείς δεν ημπόρεσε να υποσχεθή να τον ιατρεύση. Η θλίψις διά την απελπισίαν της υγείας του, και διά το αδύνατον της ιατρείας του, επροξένησεν εις όλην την αυλήν μεγαλωτάτην σύγχυσιν και θλίψιν· όθεν ευθύς έκαμαν να παύσουν όλες οι ηδονές και ξεφάντωσες, που εγίνονταν εις το βασίλειον. Η βασιλοπούλα δεν ηθέλησε να υπάγη εις το λουτρόν, αλλ' ούτε να δώση πλέον ακρόασιν εις ιστορίας. Ο δε βασιλεύς δεν αναμέριζεν από το πλευρόν του αρρωστημένου του υιού, θλιβόμενος διά τον κίνδυνον της ζωής του· και εις βραχυλογίαν όλη η αυλή και η πολιτεία ήτον εις μεγαλωτάτην θλίψιν, και άλλο δεν ωμιλούσαν, παρά διά την ασθένειαν του υιού του βασιλέως, φοβούμενοι όλοι διά την υστέρησιν της ζωής του.

Μίαν ημέραν το λοιπόν ο βασιλεύς επήγε και ηύρε τον προεστόν του ναού του Καισάγια (είδωλον της Κασμυρίας), του οποίου είπε· μεγάλε Δερβύση, εσύ καλά ηξεύρεις πόσον αγαπώ τον υιόν μου. Οι ιατροί δεν ημπόρεσαν να μου τον ιατρεύσουν· όθεν από αυτούς έχασα τες ελπίδες μου, και δεν μου έμειναν άλλες παρά να προστρέξω εις του λόγου σου, ελπίζοντας ότι διά μέσον των προσευχών σου προς τον Καισάγια θα λάβω το ποθούμενον. Ο μέγας Δερβύσης αφού ήκουσε τες παρακάλεσες του βασιλέως, του απεκρίθη λέγοντας. Εγώ δεν θέλω λείψει, βασιλέα μου, να παρακαλέσω τον Καισάγιαν να δώση την υγείαν του υιού σου· απόψε θέλω υπάγει εις τον ναόν του, και αύριον θέλω δώσει την απόκρισιν εις το ζήτημά σου.

Την ακόλουθον ημέραν ο μέγας Δερβύσης επήγε και αντάμωσε τον βασιλέα και του είπεν· Ο Καισάγιας επήκουσε την προσευχήν μου, και ο υιός σου θέλει ιατρευθή. Ο δε βασιλεύς όλος γεμάτος από χαράν διά την καλήν ελπίδα, επήρε τον Δερβύσην και τον έφερεν εις τον υιόν του, του οποίου ευθύς που του εδιάβασε μίαν προσευχήν, το βασιλόπουλο άρχισε να μιλή και να σηκώνεται από το κρεβάτι γερό, ωσάν να μη είχε ποτέ τίποτε. Αυτό το θαύμα έβαλεν εις όλους χαράν και θαυμασμόν και έπαυσαν να μιλούν διά την αρρώστιαν του βασιλοπούλου, και άρχισαν να κηρύττουν την χάριν του μεγάλου Δερβύση. Η Φαρουχνάζη, ακούοντάς την μεγάλην φήμην αυτού του Δερβύση και την αγιότητά του, επεθύμησε να τον ιδή, και να ομιλήση με αυτόν. Όθεν μίαν ημέραν επήγε με τις σκλάβες της εις τον Μιντρεσέ, όπου αυτός εκατοικούσε, διά να τον εύρη. Μα έμεινεν εκστατική οπόταν της είπαν πως ο μέγας Δερβύσης της εμπόδιζε το έμπασμα προς αυτόν.

Η βασιλοπούλα εγύρισεν ευθύς θυμωμένη εις το παλάτι της εναντίον του, διά την καταφρόνησιν που της έκαμε, και επήγε και το εκλαύθη του πατρός της. Όθεν ο βασιλεύς ηθέλησε να υπάγη να τον ερωτήση ο ίδιος, το αίτιον που δεν εδέχθη την θυγατέρα του· διά το οποίον ο Δερβύσης του είπε· πως εγώ δεν την εδέχθηκα, με το να μην είναι υπήκοη εις τον Ύψιστον, επειδή και αποφεύγει τους ανθρώπους και τους μισεί ωσάν εχθρούς, και δεν θέλει να υπανδρευθή, διά το οποίον ο Καισάγια με εμπόδισε να την δεχθώ ως αναξίαν· μα αν θελήση να διορθωθή, και αλλάξη την γνώμην της, ημπορώ να την δεχθώ, και να της δώσω καμμίαν συμβουλήν διά το καλόν της, εις εκείνο που γνωρίζω συμφέρον εις αυτήν. Ο βασιλεύς ακούοντας έτσι, τίποτε δεν απεκρίθη αλλά ευθύς εγύρισεν εις το παλάτι του, και εφανέρωσε της θυγατρός του τα όσα ο Δερβύσης του είπε, και την επαρακίνησε, να ξαναπάγη προς αυτόν, επειδή και έχει ελπίδες με την αγιότητά του να της βγάλη από την φαντασίαν το μίσος που έχει προς τους ανθρώπους.

Η βασιλοπούλα ευθύς τον επήκουσε· και την ακόλουθον ημέραν δεν έλειψε που να υπάγη εις αυτόν η οποία εμβαίνοντας ελεύθερα εις τον Μενδρεσέ υπήγεν εις μίαν μεγάλην σάλαν, και εκεί την εδέχθη ο Δερβύσης με μεγάλην σοβαρότητα. Αυτή σαν τον είδεν επήγε να πέση εις τα ποδάρια του, μα αυτός εμποδίζοντάς την, της είπεν· Ω Φαρουχνάζ, ο μέγας Καισάγιας είναι κατά πολύ θυμωμένος εναντίον σου, επειδή είσαι εναντία εις τους νόμους του ουρανού· εσύ είσαι υπό την εξουσίαν του δαίμονος· αυτός είναι εκείνος, που σε βάνει εις αυτήν την στράταν εναντίον των ανθρώπων. Εδεήθηκα τον μέγαν Καισάγιαν να λάβη έλεος, διά εσένα· μα, με όλην την δύναμιν που έχει μη στοχάζεσαι πως ημπορεί να σε βοηθήση και να σε βγάλη από το βάθος της αβύσου που είσαι, αν από το μέρος σου δεν ήθελες κάμει δυναστείαν διά να βγης.

Ο Δερβύσης, μιλώντας έτσι, εστοχάσθη την βασιλοπούλαν που άρχισε να κλαίη· τόσον φόβον της έκαμαν τα λόγια του. Όθεν της είπε· θυγατέρα μου, σφόγγισε τα δάκρυα σου· βλέπω ότι η καρδιά σου κλίνει εις μεταβολήν· σου τάσσω να σε ξεκολλήσω από την δύναμιν του δαίμονος· φθάνει μόνον να μη παρακούης εις τες συμβουλές μου. Τότε η βασιλοπούλα του έταξεν ότι ήτον έτοιμη να κάμη ό,τι την ήθελε προστάξει. Και έτσι φιλώντας το χέρι του Δερβύση, εγύρισεν εις το παλάτι της, γεμάτη από στοχασμούς και φόβον.

Την ακόλουθον ημέραν, εξαναγύρισεν εις τον Δερβύσην, και μένοντας μοναχή, ο Δερβύσης της είπε. Βασιλοπούλα, απόψε είδα εις τον ύπνον μου τον μέγαν Καισάγιαν, ο οποίος μου είπεν· ω Δερβύση, επήκουσα την δέησίν σου και θέλω αποδιώξει το δαιμόνιον από την Φαρουχνάζ· μα πρέπει να στεφανωθή ένα νέο βασιλόπουλο που την αγαπά κατά πολλά, επειδή και έτσι είναι γραμμένον εις τον ουρανόν, να πάρη αυτό, και όχι άλλο κανένα. Η Βασιλοπούλα έμεινεν έκθαμβη από αυτά τα λόγια, και είπε· πώς είνε δυνατόν να στεφανωθώ ένα υποκείμενον, που ούτε το είδα, αλλ' ούτε ηξεύρω ποίον είναι; Ο Καισάγιας, απεκρίθη ο Δερβύσης, μου είπεν ότι αυτό το βασιλόπουλον είναι υιός του Βασιλέως της Περσίας και ονομάζεται Καρούκ, το οποίον είναι τόσον εύμορφον και χαριτωμένον, που μητέρα εις τον κόσμον δεν εγέννησε παρόμοιον.

Ω σεβάσμιε πάτερ, του λέγει η βασιλοπούλα, τούτη η ομιλία με κάμνει εκστατικήν· ένα νέο βασιλόπουλο, που ποτέ δεν με είδε, πώς είναι δυνατόν να με αγαπήση τόσον; Εγώ θέλω σου το ειπεί, απεκρίθη ο Δερβύσης με τι τρόπον εσυνέβη αυτό, επειδή και ο Καισάγιας μου εφανέρωσε καταλεπτώς τα πάντα, με όλες τες περίστασες επάνω εις αυτό το πράγμα. Και διά να σε βγάλω από την περιέργειαν σου λέγω πως το Βασιλόπουλον Καρούκ ενυπνιάσθη μίαν νύκτα πως σε είδεν εις ένα εύμορφον λειβάδι και, όντας εκστατικόν από την ευμορφιά σου, ηθέλησε να σου μιλήση περί αγάπης· μα του λόγου σου θυμωμένη το απεστράφης, λέγοντάς του, ότι οι άνθρωποι δεν είναι άλλο παρά επίβουλοι, διά τούτο τους μισώ, και τους αποστρέφομαι επί ζωής μου. Η θλίψις που του επροξένησαν αυτά τα λόγια, τον έκαμε να ξυπνήση· και, η φαντασία αυτού του ονείρου του εκαρφώθη εις τον νουν τόσον, που τον έκαμες να μην έχη ποτέ ανάπαυσιν· και με όλον που δεν έχει ελπίδα εις το να απολαύση τα κάλλη σου, φυλάττει μίαν άκραν επιθυμίαν προς λόγου σου.

Εις αυτήν την ομιλίαν του μεγάλου Δερβύση, αναστέναξε μεγάλως, και σηκώνοντάς τα μάτια εις τον ουρανόν· ω Θεέ, εφώναζεν, είνε δυνατόν αυτό το Βασιλόπουλο να έκαμε το ίδιον όνειρον που κ' εγώ έκαμα; μεγάλε Δερβύση, ακολούθησεν αυτή, ο Καισάγιας δεν σου είπε το όλον· ενυπνιάσθηκα και εγώ μίαν φοράν πως ήμουν εις ένα εύμορφον λειβάδι, εις το οποίον είδα το πλέον ωραιότατον Βασιλόπουλον του κόσμου πως ήλθε να μου μιλήση περί αγάπης και εγώ του εγύρισα τες πλάτες χωρίς να του δώσω ακρόασιν· μα εις τον ίδιον καιρόν αγροίκησα την καρδιά μου να λάβη κάποιαν κλίσιν προς αυτόν· Όθεν εβιάσθηκα να φύγω από σιμά του, φοβουμένη μήπως η ευμορφιά του και οι κολακείες του ήθελαν θριαμβεύση εις το μίσος, που διά τους ανθρώπους είχα. Eτούτο το μίσος προς τους ανθρώπους μου επροξενήθη από ένα άλλο όνειρο που είδα διά μίαν έλαφον που ευρίσκονταν εις τα δεσμά, και ένα ελάφι την εκύτταζε χωρίς να της δώση βοήθειαν· και αυτό υπώπτευσα πως έτσι είναι και οι άνθρωποι είναι επίβουλοι και άσπλαχνοι εναντίον των γυναικών μα τώρα γνωρίζω το σφάλμα μου, και επικρίνω καλύτερα τους ανθρώπους τους οποίους τους πιστεύω πιστούς εις την αγάπην τους και τας γυναίκας τους, και αν είνε μέλημα του ουρανού να στεφανωθώ το Βασιλόπουλον της Περσίας, είμαι πρόθυμη να κλίνω χωρίς εναντίωσιν καμμίαν.

Ο μέγας Δερβύσης έμεινε γεμάτος από χαράν διά την κατάπεισιν της Βασιλοπούλας, όθεν της είπε· θυγατέρα μου, θέλω απόψε να συμβουλευθώ με τον Καισάγιαν επάνω εις αυτό, διά να ιδώ τι χρεία κάνει να κάμης διά να απολαύσης την ακμήν του πόθου σου, και αύριον θέλω σου ειπεί την απόκρισίν του. Η Βασιλοπούλα εγύρισεν εις το παλάτι της πολλά ευχαριστημένη, και δεν έβλεπε την ώραν πότε να απολαύση το ποθούμενον επειδή και τότε της ήλθε εις τον νουν η μεγάλη ωραιότης εκείνου του Βασιλοπούλου που είδεν εις τον ύπνον της, διά το οποίον όλην εκείνην την ημέραν ευρίσκονταν ανήσυχη, και ούτε την νύκτα μίαν στιγμήν δεν ημπορούσε να αναπαυθή. Όθεν ευθύς που άρχισεν η ημέρα εσηκώθη, και επήγε να εύρη τον Δερβύσην, ο οποίος εκατάλαβε καλώτατα, οπόταν την είδε, πως δεν είχε το πνεύμα ήσυχον.

Δεν εκαρτέρεσεν αυτή να της ειπή εκείνος την απόκρισιν του Καισάγια· αλλά επρόλαβε και του είπε· και έτσι, ω σεβάσμιε πάτερ, έχει ο ουρανός διωρθωμένον το γραπτόν μου, και σε έκαμε να γνωρίσης την υποταγήν μου; Ναι, ω θυγάτηρ μου, απεκρίθη, ο μέγας Καισάγιας μου ωμίλησεν ότι κάνει χρεία ετούτην την νύχτα να μισεύσωμεν, διά να σε φέρω ο ίδιος εις το βασιλόπουλο της Περσίας που σε αγαπά, να το στεφανωθής και να μείνης εκεί βασίλισσα· μου είπεν ακόμη να ζητήσω το θέλημα του πατρός σου και έτσι απόψε να μισεύσωμεν.

Οπόταν ο πατέρας μου το στέρξη διά να με αφήση, του είπεν η Βασιλοπούλα, εγώ είμαι έτοιμη να υπακούσω εις την θέλησιν του Καισάγια, μ' όλον πού τέτοιο ταξείδι είνε εναντίον της ορέξεώς μου. Αυτό το ταξείδι, της είπεν ο Δερβύσης, πρέπει να το κάμης διά κανόνα της σκληρότητός σου· μα ως τόσον ύπαγε εις το παλάτι σου και ετοιμάσου, και εγώ θέλω πηγαίνει εις τον πατέρα σου να ζητήσω την άδειαν διά τον μισευμόν μας. Η Φαρουχνάζη ακολούθησε καθώς της είπε, και ο Δερβύσης από το άλλο μέρος επήγεν εις τον βασιλέα, και του ανήγγειλε το θέλημα του Καισάγια, και τα όσα έτρεξαν αναμέσον αυτού και της βασιλοπούλας. Ο βασιλεύς λαμβάνοντας αυτήν την είδησιν της μεταβολής της θυγατρός του, έλαβε μεγάλην χαράν και έχοντάς μεγάλην πίστιν εις τον Καισάγιαν, και εις τα λόγια του Δερβύση, έκλινε και έδωσε θέλημα της θυγατρός του διά να μισεύση μαζί με την βάγια της, παρακαλώντας τον Δερβύσην να την προσέχη ωσάν να ήτον η ιδία του θυγατέρα. Ο Δερβύσης του υπεσχέθη να μην έχη έγνοιαν δι' αυτήν, και ότι εις την φύλαξίν τους έχουν την βοήθειαν του μεγάλου Καισάγια. Ως τόσον την ερχομένην νύκτα εμίσευσεν η βασιλοπούλα μα την βάγια της και με τον Δερβύσην, χωρίς άλλην συντροφιά, επειδή και ο Δερβύσης έλεγεν ότι το θέλημα του Καισάγια ήταν να μισεύσουν χωρίς συντροφιά άλλη.

Μισεύοντας το λοιπόν και οι τρεις απάνω εις τρία καλά άλογα, επεριπάτησαν όλην εκείνην την νύκτα χωρίς να σταματήσουν πουθενά, και εις τα ξημερώματα εξεπέζευσαν διά να αναπαυθούν εις ένα μεγαλώτατον λειβάδι, στολισμένον με πολυποίκιλα λουλούδια, που έδιδαν μεγάλην ηδονήν εις την όρασιν, και άκραν ευχαρίστησιν εις την όσφρησιν· εις δε το τέλος του λειβαδιού, ήτον ένα παλάτι θαυμασιώτατον, με ένα περιβόλι πολλά ωραίον, και κοντά εις αυτό έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Ο Δερβίσης λοιπόν εκεί που εθεωρούσεν αυτόν τον εύμορφον τόπον, αιφνιδίως άλλαξεν η όψις του, και έγινεν ωσάν νεκρού. Η βασιλοπούλα και η βάγια της, φοβισμένες διά μίαν τοιαύτην μεταβολήν του εζήτησαν το αίτιον. Ω βασιλοπούλα, απεκρίθη ο Δερβύσης, βλέποντάς την φοβισμένην, ποίον δαιμόνιον μας έφερεν εδώ; κοντά μας πιστεύω να είνε το φοβερόν κατοικητήριον της μάγισσας Μερχάνης· αν αυτή μας ιδή είμασθε χαμένοι· αλλοίμονον εις εμέ, σου τάσσω πως εγώ δεν φοβούμαι άλλο, παρά διά λόγου σου· αν ήμουν μοναχός ήθελα κάμει ένα μεγάλο κατόρθωμα, και αγροικώ ότι έχω κάποια καρδιά διά να το εκτελέσω.

Κάμε, του είπεν η βασιλοπούλα εκείνο που γροικάς, και εμάς λόγιασε ωσάν να μη μας είχες εις την συντροφιά σου· αν η κακή μας τύχη θέλη να χαθούμεν εις τούτον τον τόπον, πρέπει υπομονή· και ημπορώ να ειπώ πως επλήρωσα την τύχην μου. με μίαν σταθερότητα αξίαν της ευγενείας του αίματός μου. Ω ωραιοτάτη βασιλοπούλα, εφώναξεν ο Δερβύσης, η απόφασις εις την οποίαν σε βλέπω, μου δίδει περισσοτέραν δύναμιν και καρδιά· θέλω το λοιπόν ή να λάβω μίαν δόξαν αθάνατον ή να χαθώ· μείνατε αυτού το λοιπόν, και αν εις διάστημα μιας ώρας δεν γυρίσω, θέλει είνε σημείον πως δεν απόλαυσα το ποθούμενον και στοχασθήτε με διά χαμένον. Και έτσι λέγοντας έβγαλε το σπαθί του και επήγε και εμπήκεν εις το παλάτι της μάγισσας.

Ύστερον από τον μισευμόν του, η βασιλοπούλα με την βάγια της αγροικούσαν μίαν μεγάλην θλίψιν και φόβον μην ηξεύροντας τι θέλει είνε το γραπτόν τους· και έντρομες εκαρτερούσαν διά να ιδούν το αποβησόμενον, ή της ευτυχίας, ή της δυστυχίας του. Μα δεν έμειναν διά πολύ εις αυτές τες φαντασίες, με το να είδαν τον Δερβύσην ύστερον από μίαν ώραν να γυρίση προς αυτές χαρούμενος, και με τα χείλη γελούμενα τες είπεν· ευχαριστίαν να έχη ο ουρανός· η Μερχάνη δεν ημπορεί πλέον να μας βλάψη. Και τούτη η τοποθεσία, που η σκληρά με τες μαγείες της την έκανε φοβερωτάτην, έγινε γαληνή και άφοβη εις καθένα. Μα είναι καιρός τέλος πάντων, ω ωραία Βασιλοπούλα, να σου φανερώσω ποίος είμαι· μη με στοχάζεσαι πλέον διά Δερβύσην και προεστόν του Καισάγια, στοχάσου με διά μυστικόν του βασιλόπουλου της Περσίας και διά Σιρμώγ, που είναι το καθολικόν μου όνομα. Θέλω το λοιπόν εις ολίγα λόγια να σου διηγηθώ την ιστορίαν μου, και ύστερα από αυτό θέλομεν έμπει και εις το παλάτι της Μερχάνης, εις το οποίον θέλεις ιδεί πράγματα που να φρίξης· ως τόσον άκουσον την ιστορίαν μου.

Ο μέγας βασιλεύς της Περσίας έχει διά κληρονόμον ένα υιόν μοναχόν ονομαζόμενον Καρούκ, ο οποίος αφού και σε είδεν εις τον ύπνον του, καθώς σου εδιηγήθην, έπεσεν εις μεγάλην αρρώστιαν χωρίς να εύρη ιατρείαν με όλην την επιμέλειαν που ο πατέρας του έδειξεν. Οι ιατροί δεν εγνώρισαν το πάθος του με κανένα τρόπον. Ο πατέρας του που το αγαπούσε κατά πολλά ήτον έξω από τας φρένας του, φοβούμενος να μην του αποθάνη. Εγώ εκείνες τες ημέρες ευρισκόμουν μακράν από την αυλήν, και οπόταν έφθασα, ο πατέρας του ευθύς μου εφανέρωσε τον κίνδυνον της αρρώστιας του. Εγώ του έταξα ότι δεν θέλω λείψει να κάμω το κατά δύναμιν διά να μάθωμεν όλα τα περιστατικά. Και ούτω πηγαίνοντας εις το βασιλόπουλο εκεί που ήτον άρρωστος, το εξέταζα με εύμορφον τρόπον και επιτήδειον, διά να μου φανερώση το αίτιον της αρρώστιας του.

Αυτό έχοντας όλον το θάρρος εις εμένα, δεν άργησε να φανερώση το πάθος του και το ενύπνιον που είχεν ιδή διά λόγου σου, καθώς σου το εδιηγήθηκα, και πως θα απέθνησκεν, αν δεν σε ήθελεν εύρει διά να σε στεφανωθή. Εγώ του επαράστησα το αδύνατον που ήτον να εύρη μίαν που εις τον ύπνον του είδε, χωρίς να ηξεύρη ποία ήτον, και εις ποίον τόπον εκατοικούσεν. Αυτός μου απεκρίθη πως δεν είνε άλλο παρά να μισεύσωμεν μαζί, και να πάμε από βασίλειον εις βασίλειον ερευνώντας, και ή να ημπορέση να την εύρη ή να αποθάνη. Εγώ βλέποντας το αμετάθετον της γνώμης του και στοχαζόμενος τον κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκονταν, που αν δεν τον υπήκουα απέθνησκεν από την θλίψιν και από την απελπισίαν του, τον επαρηγόρησα, και του έταξα να κάμω ως επεθύμει, λέγοντάς του· μην έχεις καμμίαν έγνοιαν, ω αγαπημένο μου βασιλόπουλο, διατί εγώ θέλω μιλήσει του βασιλέως του πατρός σου με άλλον τρόπον, διά να σου δώσω θέλημα να υπάγης όπου θελήσης. Υπάγω το λοιπόν προς αυτόν διά να του αναγγείλω, και του λόγου σου ως τόσον στάσου με καλήν καρδιά, επειδή και ελπίζω να κάμη καθώς είνε η επιθυμία σου.

Ο Καρούκ ευχαριστημένος διά την υπόσχεσίν μου, με αγκάλιασε, και ύστερον τον άφησα και επήγα εις τον βασιλέα, του οποίου του εδιηγήθηκα ένα προς ένα τα όσα ο υιός του μου είπεν, ομοίως και το αίτιον της αρρώστιας του, πως επιθυμά ή να απολαύση το υποκείμενον που ενυπνιάσθη, ειδεμή θέλει αποθάνει από την θλίψιν του. Εγώ διά να μη τον απελπίσω δεν εναντιώθηκα εις τες φαντασίες που του επροξένησαν την αρρώστιαν, αλλά έταξα πως θέλω κάμει να λάβη το ποθούμενον, και να μη τον μέλλη πλέον δι' αυτήν την υπόθεσιν.

Όθεν απεφάσισα και το ευρίσκω εύλογον, αν και της βασιλείας σου αρέση, δι' να του έβγη αυτή η φαντασία, να μας δώσης θέλημα αυτουνού και εμένα, να ταξειδεύσωμεν διά περιήγησιν εις άλλα βασίλεια, και με τούτο βλέποντας άλλον κόσμον, και άλλα ήθη, θέλει του περάσει η μελαγχολία και η φαντασία που έχει, και θέλει λησμονήσει τα υποκείμενον, εις το οποίον είναι όλος ο νους του. Αυτή η γνώμη ήρεσε του βασιλέως, και επρόσταξεν ευθύς να ετοιμασθούν τα χρειαζόμενα διά το ταξείδι του υιού του, ο οποίος συντροφιασμένος από πολλούς στρατηγούς εμίσευσε μαζί μου από την Περσίαν.

Ύστερον από ένα μακρύ ταξείδι που εκάμαμεν, ζητώντες να εύρωμεν το ποθούμενον, εφθάσαμεν εις μίαν πολιτείαν, όχι πολλά μακράν απ' εδώ, εις την οποίαν εμβαίνοντες είδαμεν όλους τους κατοίκους που ήτον ενδεδυμένοι θλιβερά. Περίεργοι δι' αυτήν την θεωρίαν που εβλέπαμεν ερωτήσαμεν ένα διά να μας ειπή το αίτιον αυτής της μεγάλης θλίψεως, ο οποίος μας εδιηγήθη, ότι αυτή επροξενούνταν από τον θάνατον του υιού του Βασιλέως τους, τον οποίον τον αγαπούσεν έξω από το μέτρον, με το να τον είχε μοναχόν και διαδοχον του βασιλείου του. Και από τι θάνατον απέθανε; τον ερώτησα εγώ· από αγάπην, εκείνος μου απεκρίθη, επειδή και είχεν ακούσει την μεγάλην ωραιότητα της βασιλοπούλας της Κασμυρίας, ονομαζομένης Φαρουχνάζ, την αγάπησεν υπερβολικά και έξω της στράτας, διά το οποίον την εζήτησε πολλές φορές του πατρός της, και δεν εστάθη τρόπος, που να την λάβη· όχι διότι ο πατέρας της δεν ήθελε, να του την δώση, αλλά από αιτίαν αυτηνής, που δεν ήθελε να υπανδρευθή με κανένα τρόπον, με το να είχε μέγα μίσος εις τους ανθρώπους, από αιτίαν ενός ονείρου που είχε ιδεί διά ένα ελάφι, πως είχε παραιτήση μίαν έλαφον εις τα δίκτυα, χωρίς να την βοηθήση να έβγη. Και αυτό το ενύπνιον την έβαλεν εις φαντασίαν πως και οι άνδρες το όμοιον είναι άσπλαγχνοι εναντίον των γυναικών, και διά τούτο δεν ήθελε να ακούση, ούτε να ιδή άνδρα τινά. Όθεν αυτή η απελπισία επροξένησε τον θάνατον του υιού του βασιλέως μας.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings