Front matter (continued 5)
Reading edition
Οι χωριάτες, που είχον έλθη ύστερ' απ' αυτούς, μανθάνοντάς την αδικίαν που μου έγινεν, έτρεξαν εις τον Κατή και τον εβεβαίωσαν δι' εμένα ότι αληθώς εγλύτωσα από την θάλασσαν, και ότι εις τον δρόμον τους εδιηγήθηκα ότι οι σύντροφοί μου με έρριξαν εις την θάλασσαν, και μου επήραν όλον μου το έχειν, και η ζήτησίς μου είναι αληθινή και χωρίς δόλον. Ο Κατής ακούοντας τέτοιες μαρτυρίες, άνοιξε τα μάτια του, και ευθύς έστειλε μερικούς τζοχανταρέους του διά να εύρουν εκείνους τους πραγματευτάδες· μα εστάθη ματαίως η ζήτησίς του· επειδή και οι άνομοι ωσάν είδαν που ο Κατής με εφυλάκωσε, φοβούμενοι διά να μη φανερωθούν ψεύται, εμβήκαν εις ένα καράβι εκείνην ημέραν και εμίσευσαν με καλόν αέρα. Αυτός ο αιφνίδιος μισευμός τους εβεβαίωσε τον Κατή πως αδίκως με εφυλάκωσε, και ευθύς έδωσε θέλημα και με ηλευθέρωσαν από την φυλακήν. Και ιδού ποίον εστάθη το τέλος της συντροφιάς μου, πού είχα κάμει με εκείνους τους κακούς τζοβαϊρτζήδες.
Ελευθερωμένος από την θάλασσαν και από την φυλακήν, έκανε χρεία να λογισθώ ωσάν ένας άνθρωπος χαμένος, χωρίς άσπρα, χωρίς φίλους, και χωρίς εμπιστοσύνην. Και καταστημένος διά να θραφώ από ελεημοσύνην εμίσευσα από την Όρμαν χωρίς να ηξεύρω που πηγαίνω· και περπατώντας μερικές ημέρες, έφθασα εις ένα κάμπον, σιμά εις τον κόρφον της Περσικής θαλάσσης, εις τον οποίον αντάμωσα ένα καραβάνι από πραγματευτάδες της Ινδίας, που επήγαιναν εις το Κυράζι της Περσίας. Εγώ ανακατώθηκα με αυτό, και με μερικές δούλευσες που έκανα των πραγματευτών, με εκυβέρνησαν από φαγί, έως που εφθάσαμεν εις το Κυράζι, εις το οποίον ο βασιλεύς Σχατάμ είχε καθέδραν του βασιλείου του. Μίαν ημέραν που εγύριζα από το μετζίτι εις το κονάκι μου βλέπω έναν αξιωματικόν του βασιλέως της Περσίας. Αυτός ήτον πλουσίως φορεμένος, και είχεν εύμορφον παρουσιαστικόν, με εθεώρησε με προσοχήν, και κράζοντάς με μου είπεν· ω νέε πόθεν είσαι; στοχάζομαι να είσαι ξένος. Εγώ του απεκρίθηκα πως είμαι από το Μπαγδάτι, και έπειτα του εδιηγήθηκα καταλεπτώς τα όσα μου εσυνέβησαν. Ο Οφφικιάλος είδον που έλαβε κάποιον πόνον διά τες δυστυχίες μου· έπειτα μου λέγει· στάσου με καλήν καρδίαν και έλα κοντά μου, και ογλήγορα θέλεις αλλάξει κατάστασιν. Εγώ τον ηκολούθησα, και με έφερε εις ένα εύμορφον οντά εις το παλάτι το βασιλικόν, και εκεί με ηρώτησε πώς ονομάζομαι, και πόσων χρόνων είμαι. Ταλμούχ, του απεκρίθηκα, είναι το όνομά μου, και είκοσι δύο χρόνων είναι η ηλικία μου· μου έκαμε και άλλες πολλές εξέτασες, και του απεκρίθηκα εις εύμορφον τρόπον. Ταλμούχ, εξαναείπεν αυτός, εγώ γροικώ κάποιον πόνον διά τα όσα σου εσυνέβηκαν, όθεν θέλω να σου είμαι εις τόπον πατρός σου. Ήξευρε ότι εγώ είμαι Καπή Αγάς του βασιλέως της Περσίας· είναι ένας τόπος άδειος από τους δώδεκα τζοχανταρέους του οντά του βασιλέως, και θέλω σε βάλει εις εκείνον τον τόπον· εσύ είσαι εύμορφος νέος, καλοκαμωμένος· δεν ημπορώ να κάμω καλύτερον διάλεγμα, και ελπίζω να κάμης τιμήν και εις εμένα. Εγώ ευχαρίστησα τον Καπή Αγά διά την μεγάλην του καλωσύνην, που έδειχνεν εις εμένα. Με επήρε λοιπόν υποκάτω εις την επίσκεψίν του, και με ένδυσε κατά την συνήθειαν των τζοχανταρέων και μου ερμήνευσε τον τρόπον πως έχω να μεταχειρισθώ την δούλευσίν μου· με έβαλε την άλλην ημέραν εις τον αριθμόν των τζοχανταρέων του οντά του βασιλέως, και εις ολίγον καιρόν έκαμα τιμήν του βασιλέως.
Εις εκείνην την αυλήν ήτον εμποδισμένον με θάνατον όποιος ήθελε σταθή αργά εις το περιβόλι του παλατίου εις το οποίον, αφού και οι άνδρες ετραβιόνταν πριν νυκτώση, έβγαιναν οι γυναίκες του παλατίου, και εσεργιάνιζαν διά μερικές ώρες. Και μίαν ημέραν όντας εις τον κήπο μόνος μου, και στοχαζόμενος τα περασμένα μου συμβεβηκότα, επέρασεν η διωρισμένη ώρα που έπρεπε να τραβηχτώ, χωρίς να καταλάβω. Ερχόμενος το λοιπόν εις τον εαυτόν μου, τρέχω διά να έβγω, μα ευρίσκοντας τες πόρτες κλεισμένες, έμεινα ωσάν νεκρός· και εις αυτό το αναμεταξύ που εστοχαζόμουν πώς να έβγω, βλέπω μίαν Κυρίαν, και παραστένεται αιφνιδίως έμπροσθά μου, η οποία εφαίνονταν, με όλον που ήταν νύκτα, να ήτον ωραιοτάτη κόρη. Πώς ευρίσκεσαι, ω νέε, εδώ, μου είπεν, ετούτην την ώραν; Αχ, κυρά μου, της απεκρίθηκα, από αλησμονιά μου, και από κακήν μου τύχην έμεινα· μα σε παρακαλώ διά το Θεόν δείξε μου πόθεν να έβγω διά να μη χάσω την ζωήν μου. Είναι αδύνατον, μου απεκρίθη εκείνη, να έβγης πλέον ταύτην την νύκτα, διότι όλες οι πόρτες είναι κλεισμένες μα πρέπει να ευχαριστήσης την τύχην σου, ότι χωρίς ετούτο δεν με ήθελες συναπαντήσει. Ω πόσον είμαι δυστυχής, εφώναξα, εγλύτωσα από τόσους κινδύνους, και πάλιν εμετάπεσα εις ένα χειρότερον, που μέλλω να χάσω την ζωήν μου χωρίς άλλο. Μη θλίβεσαι, μου λέγει η νέα· η θλίψις σου θέλει μετατραπεί εις αγαλλίασιν. Θεώρησέ με· εγώ δεν είμαι κακοκαμωμένη δεν έχω παρά δέκα οκτώ χρόνους, και στοχάζομαι να μην είμαι άσχημη. Ωραία κυρά, της είπα, με όλον που είναι νύκτα, γνωρίζω καταλεπτώς την ευμορφιάν σου, και την εξανοίγω τόσον, που με κάνει να μείνω εκστατικός· μα στοχασθήτε την κατάστασίν μου, και πέτε την αλήθειαν αν δεν είναι πολλά κινδυνώδης; Αλήθεια, εκείνη απεκρίθη· μα ο χαμός της ζωής δεν είναι βέβαιος· επειδή και ο βασιλεύς είνε πολλά καλός, και θέλει σε συμπαθήσει· άφησε το λοιπόν τα μέλλοντα, επειδή και είναι εις το χέρι του Ουρανού, και μη στέκης συγχυσμένος διά τώρα. Αν εσύ ήξευρες ποία είμαι, και πόσην ευτυχίαν θέλει σου προξενήσει ετούτο το συμβάν, ήθελες λογισθή ο πλέον ευτυχισμένος των ανθρώπων.
Τέλος πάντων η Κυρά, με την δύναμιν των λόγων της, μου απεδίωξε τον φόβον που με είχε περικυκλωμένον, και αφίνοντάς με εις τες ελπίδες που αυτή μου έδινε, δεν εστοχάσθηκα πλέον τον κίνδυνον που ήμουν, αλλά ηθέλησα να κερδίσω τον καιρόν που μου επαρουσιάζετο. Αγκάλιασα το λοιπόν την κυρά με αυθάδειαν, μα αντίς αυτή να μου ανταποκριθή εις τα χάιδια μου, εφώναξε μεγάλως και με οργήν με άμπωξε, και εν τω άμα βλέπω να φανερωθούν εκεί δέκα ή δώδεκα γυναίκες, οι οποίες έστεκαν κρυμμένες διά να ακούσουν τι ελέγαμεν. Δεν μου εστάθη τότε αδύνατον να απεικάσω ότι εκείνο το υποκείμενον με το οποίον συνωμιλούσα είχε με περιγελάση· εστοχάσθηκα ότι εκείνη ήτον καμμιά σκλάβα της Βασιλοπούλας, που ηθέλησε να περάση τον καιρόν της περιπαίζοντάς με. Τότε οι γυναίκες ωσάν μας είδαν εβάλθηκαν εις πολλά γέλοια. Και μία από εκείνες είπεν εκείνης που ήτον με εμένα. Καλεκάρη, επιθυμείς ακόμη να μετωρισθής με τούτον τον τρόπον; Όχι απεκρίθη η Καλεκάρη· ετούτο δεν θέλει μου συμβή πλέον, επλήρωσα καλά την περιέργειάν μου.
Οι σκλάβες άρχισαν υστερότερα να με περικυκλώνουν και να με περιπαίζουν. Ετούτος ο τζοχαντάρης, η μία έλεγεν, είναι πολλά έξυπνος, και εγεννήθη διά περίεργα συμβάντα· άλλη αποκρίνονταν, ότι αν αυτή με ήθελε συναπαντήσει μοναχή της ήθελε με κάμει αγαπητικόν της, και οι άλλες έλεγαν διάφορα μετωρίσματα. Εγώ ευρισκόμουν πολλά αντραλωμένος από τα περιγελάσματά τους, και αυτές βλέποντάς με έτσι, δεν ημπορούσαν να σταθούν από τα γέλοια, και αφού μου έκαμαν και άλλα πολλά περιγελάσματα, ακούω εκείνην που ωνόμασαν Καλεκάρην, να λέγη προς μίαν άλλην, εις εσένα στέκεται, ω βασιλοπούλα, εις το να προστάξης το τι μέλλει να γίνη εις τούτον, θέλεις να τον απαρατήσης χωρίς βοήθειαν, ή θέλεις να τον συντρέξης; Κάνει χρεία να τον ελευθερώσω από τον κίνδυνον που ευρίσκεται, απεκρίθη η βασιλοπούλα, και περιπλέον θέλω, διά να ενθυμάται πολύν καιρόν ετούτο το συναπάντημα, να τον κάμωμεν πλέον ευχαριστημένον. Ας τον κάμωμεν να έμβη εις την κατοικίαν μου, εκεί που κανείς άνδρας έως τώρα δεν εσέβη. Και έτσι λέγοντας με επήραν και με έφεραν εκεί όπου εκατοικούσεν η βασιλοπούλα.

Εμβαίνοντας εγώ το λοιπόν εις το χοντζερέ της Τζελίκας (έτσι ωνομάζετο η βασιλοπούλα) εθεώρησα ότι εις την μέσην αυτού ήτον διάφορα προσκέφαλα χρυσά, επάνω εις τα οποία εκάθισαν όλες εκείνες οι σκλάβες που με αυτήν ήτον και με εβίασαν και εμένα και εκάθησα. Η Τζελίκα έκραξεν ευθύς, και της έφεραν διάφορα σερμπέτια και έπιαν όλες, ομοίως και εγώ· υστερώτερα ετοίμασαν μίαν τράπεζαν με διαφόρων λογιών φαγητά, και εφάγαμεν πολλά καλά και τελειώνοντας το φαγητόν, η περιδιάβασις εστάθη τόσον ζωντανή ωσάν να είχομεν πίη πολύ κρασί. Η Καλεκάρη, που εκάθονταν απέναντί μου εις το τραπέζι, με εκύτταζε συνεχώς χαμογελώντας, και εφαίνονταν να εσυμπαθούσεν εκείνην την αυθάδειαν που της έδειξα εις τον κήπο. Εγώ από το μέρος μου κάθε ολίγον έρριχνα τους οφθαλμούς μου επάνω της, μα τους εχαμήλωνα οπόταν έβλεπα που αυτή με εκύτταζεν. Η βασιλοπούλα με τες σκλάβες της εκατάλαβαν τα βλέμματά μου και επάσχισαν δίδοντάς μου αιτίες να με κάμουν πλέον τολμηρώτερον. Η Τζελίκα μού εζήτησε το όνομα, και πόσον καιρόν ήμουν τζοχαντάρης και δίδοντάς της την απόκρισιν, μου είπε· Ταλμούχ, θέλω να είσαι ελεύθερος, και να μιλήσης χωρίς αντίρρησιν, και χωρίς να στοχασθής πως είσαι εις το χαρέμι το βασιλικόν, κάνοντας λογαριασμόν να είσαι με ανθρώπους απλούς· θεώρησε με επιμέλειαν όλες ετούτες τες νέες, και εξέταξε καταλεπτώς, και με όλην την ελευθερίαν ειπέ ποία από ημάς σου αρέσει καλύτερον.
Εγώ ευρισκόμενος εις τέτοιον χορόν, έτρεπε να χορέψω και με το στανιό μου· και διά να την ευχαριστήσω ηθέλησα να ειπώ την αλήθειαν· αχ, βασίλισσά μου, είπα σαν επιθυμάς να ειπώ την καρδιά μου, εγώ σε παρακαλώ να μη το ήθελες πάρει εις βάρος· η Καλεκάρη είνε εκείνη που πληγώνει την καρδιά μου, χωρίς να καταφρονέσω ούτε την βασιλείαν σου, ούτε τες άλλες ευγενικές νέες που στέκονται, επειδή και ολωνών η ευμορφιά είνε απαρομοίαστη. Δεν είχα καλοτελειώση τούτα τα λόγια, και οι σκλάβες εδόθηκαν εις μεγάλον γέλωτα, χωρίς να δείξουν καμμιάς λογής κακοφάνισμα διά τήν έκλεξιν που έκαμα· ομοίως και η Τζελίκα χωρίς να της κακοφανή τίποτε, μου είπεν· εγώ είμαι πολλά ευχαριστημένη, που έδωσες την προτίμησιν της Καλεκάρης, επειδή και αυτή είνε η πλέον αγαπημένη και πιστή· και από τούτο καταλαμβάνω πως εσύ δεν είσαι κακής ορέξεως, επειδή εγνώρισες την χρήσιν του υποκειμένου που εδιάλεξες και όλες εδώ που είμεθα πάμε συμφώνως πως δικαίως έδωσες αυτηνής την προτίμησιν.
Η βασιλοπούλα υστερότερα με τες σκλάβες επείραξαν την Καλεκάρην επάνω εις τον θρίαμβον που η νοστιμάδες της έφεραν εις εμένα. Ύστερα δε από αυτό η Τζελίκα έβαλε την Καλεκάρην και επήρεν ένα όργανον, και λαλώντάς το ετραγούδησε με τόσην νοστιμάδα, που ετελείωσε να με αποπαλαβώση, και μη ημπορώντας να υποφέρω πλέον αλησμόνησα το πού ήμουν, και έπεσα εις τα πόδια φερόμενος από την αγάπην και από την αγαλλίασιν. Ετούτο το κάμωμά μου εξανάδωσεν αιτίαν διά να γελάσουν οι λοιπές, εις τρόπον που δεν ημπορούσαν πλέον. Τότε μία σκλάβα γραία έρχεται και μας δίνει την είδησιν πως ήτον κοντά να γένη ημέρα, και η Τζελίκα εν τω άμα εσηκώθηκε με όλες τες άλλες και ανεχώρησε, και εμένα μ' επήρεν εκείνη η γραία σκλάβα και με έβγαλεν από μίαν πορτοπούλαν, και ευρέθηκα εις την στράταν έξω από το βασιλικόν παλάτι.
Ιδού με τι τρόπον εβγήκα από το χαρέμι της βασιλοπούλας, και από τον νέον κίνδυνον, που εξ απροσεξίας είχα πέσει· ύστερα από ολίγον επήγα και αντάμωσα τους συντρόφους μου. Ο Οντάμπασης των τζοχανταρέων με έκραξε, και με ωνείδισε που έμεινα έξω από το παλάτι εκείνην την νύκτα, τον οποίον με μίαν πρόφασιν τον εκαταπράυνα. Εγώ το λοιπόν ήμουν πολλά εκστατικός διά το συμβεβηκός που μου έτυχε, και εστοχαζόμουν ένα προς ένα, τα όσα μου είπαν, και όσα εγώ έκαμα, μα το περισσότερον ήτον εκείνο που με εσύγχιζε, πώς να ήτον τρόπος να έβλεπα πάλιν εκείνην την ωραίαν Καλεκάρην. Οκτώ ημέρες υστερώτερα έρχεται ένας ευνούχος, ονόματι Καμπούρ, και μου βάνει μίαν γραφήν εις το χέρι, και ευθύς μισεύει· ανοίγω την γραφήν και βλέπω ότι η Τζελίκα με τες σκλάβες της με εκαλούσαν, εκείνην την βραδειάν να ευρεθώ εις τον κήπο με τον ίδιον τρόπον που είχα ευρεθή την άλλην φοράν. Εγώ μ' όλον που υπώπτευα ότι η Καλεκάρη θα είχε λάβει κάποιαν κλίσιν εις εμένα, να λάβω όμως την γραφήν ποτέ δεν ήλπιζα· χαιρόμενος το λοιπόν διά την καλήν μου τύχην, επήγα εις τον Οντάμπαση, και του εζήτησα θέλημα διά να πηγαίνω να ανταμώσω εκείνην την νύκτα ένα Δερβύση συντοπίτην μου, που είχεν έλθει από την Μέκκαν. Ο Οντάμπασης με επίστευσε και με άφησε. Τότε εγώ έτρεξα ευθύς εις τον κήπο, και έμεινα εκεί έως που ήλθεν η νύκτα. Αν την πρώτην φοράν έλαβα θλίψιν που είχα μείνει εκεί αργά, ετούτην ήμουν ανυπόμονος πότε να έλθη η διωρισμένη ώρα. Ερχομένη τέλος πάντων, βλέπω ολίγον υστερότερα μίαν κυράν, και από το περιπάτημά της εκατάλαβα ότι ήτον η Καλεκάρη.
Εις αυτήν επλησίασα όλος γεμάτος από χαράν, και πίπτοντας εις τους πόδας της, έμεινα με το πρόσωπον κατά γης, χωρίς να ημπορέσω να προφέρω ένα λόγον· τόσον ευρισκόμουν έξω από τον εμαυτόν μου. Σήκου, Ταλμούχ, μου είπεν αυτή, θέλω να μάθω αν με αγαπάς, και διά να με βεβαιώσης, κάνουν χρεία άλλες δοκιμές από ετούτην την ερωτικήν σιωπήν· μίλησέ μου χωρίς αντίρρησι είναι δυνατόν εγώ να σου άρεσα καλύτερα από την Τζελίκαν, και από τες άλλες σκλάβες; ημπορώ να πιστεύσω ότι οι οφθαλμοί σου είναι εις εμένα πλέον χαροποιοί, παρά εις αυτές; Μην αμφιβάλλεις, της αποκρίθηκα, ω πολλά χαριεστάτη μου Καλεκάρη. Ευθύς που σε είδα, ελαβώθη η καρδιά μου προς εσένα, και από εκείνην την βραδειάν καμμίαν ανάπαυσιν δεν ηύρα, επειδή η ωραία σου μορφή δεν ήτον βολετόν να λείψη από έμπροσθεν των οφθαλμών μου, αν δεν ήθελες δείξει κάποιαν καλωσύνην προς εμέ, καθώς μου έδειξες. Εγώ θαυμάζομαι, εκείνη απεκρίθη, να σου επροξένησα τόσην αγάπην, επειδή και από το μέρος μου σου ομολογώ, δεν ημπόρεσα να κάμω αλλέως, παρά να λάβω μίαν παρομοίαν κλίσιν προς εσένα· η νεότης σου, η καλή σου διάθεσις, το πνεύμα σου το έξυπνον, και το περισσότερον από όλα, η προτίμησις που έκαμες από τες άλλες ωραίες κορασίδες σε έκαμαν πολλά χαριέστατον εις τους οφθαλμούς μου και τούτη μου η συναπάντησις ημπορεί να σου το βεβαιώση· μα αλλοί εις εμέ, ακριβέ μου Ταλμούχ, ακολούθησεν αναστενάζοντας, δεν ηξεύρω τάχατες να χαρώ τούτην την απόκτησιν, ή να θρηνήσω την δυστυχίαν μου που ημπορεί να μου συμβή.
Αχ, Κυρά της αποκρίθηκα εγώ, διατί εις το μέσον της αγαλλιάσεώς μας φαντάζεσαι πράγματα θλιβερά χωρίς αιτίαν; Ετούτα που εγώ στοχάζομαι απεκρίθηκεν αυτή, δεν είνε στοχασμοί εις τον αέρα, μα είνε θεμελιωμένοι, και βέβαιοι, και εγώ μόνη ηξεύρω εκείνο που θέλει με βασανίσει· η βασιλοπούλα Τζελίκα σε αγαπά κατά πολλά· η οποία γλήγορα θέλει, λύσει την σιωπήν της, και θέλει σου φανερώσει την ευτυχίαν σου, και οπόταν αυτή θέλει σε κηρύξει αγαπητικόν της, εσύ εξ αποφάσεως διά την ευτυχίαν σου θέλεις αφήσει εμένα μην ημπορώντας να κάμης αλλέως, διά την τιμήν που μέλλεις να λάβης από αυτήν και τούτη είνε η θλίψις που απαντυχαίνω. Πόσον είσαι γελασμένη εις αυτό, της απεκρίθηκα εγώ, όχι μόνον ότι η βασιλοπούλα να μου ήθελε φανερώση την αγάπην της και να με βιάση διά να την αγαπήσω, μα και ο ίδιος ο βασιλεύς να μου ήθελεν απαραιτήσει τον θρόνον του εγώ δεν ήθελα σε αφήσει και ήθελα είμαι ευχαριστημένος να ζήσω ωσάν ένας ταπεινός άνθρωπος με εσένα, παρά ως βασιλέας με άλλην· και τούτο σου το βεβαιώνω με κάθε λογής όρκον. Αχ, κυρά μου, μη με στοχάζεσαι τόσον σκληροκάρδιον· όχι οι τιμές δεν θέλουν κάμει να σε αφήσω, μα και ο ίδιος ο θάνατος δεν θέλει δυνηθή να με χωρίση από την αγάπην σου, και είμαι έτοιμος να υποφέρω μυρίους θανάτους, παρά να ιδώ μακράν από εμένα εκείνην, της οποίας η ωραιότης μου επλήγωσε την καρδίαν.
Αυτά τα λόγια τα επρόφερα με τόσην ζέσιν και παράπονον, που η κυρά εκατανύχθη από τον πόνον της, και μου είπε· παύσε, ω Ταλμούχ, να παραπονήσαι πλέον και να θλίβεσαι· κάνει χρεία να σου φανερώσω την αλήθειαν, και να σε εβγάλω από την πλάνην, διότι εγνώρισα την σταθερότητά σου. Ήξευρε ότι εγώ δεν είμαι μία σκλάβα της Τζελίκας, καθώς με φαντάζεσαι, μα είμαι αυτή η ιδία βασιλοπούλα Τζελίκα· την νύκτα, που ήλθες εις τον χοντζερέ μου, απέρασα ως Καλεκάρη, και η Καλεκάρη απέρασεν ως Τζελίκα, και αυτό ηθέλησα να το κάμω διά περισσοτέραν περιδιάβασίν μου. Και εις ετούτα τα λόγια αυτή έκραξε μίαν από τες γυναίκες που ήτον εκεί κοντά κρυμμένη οπίσω εις ένα κυπαρίσσι, η οποία ερχομένη εκατάλαβα από την φωνήν της, ότι εκείνη ήτον η σκλάβα, που ενόμιζα διά βασιλοπούλαν Τζελίκαν.
Εσύ βλέπεις, ω Ταλμούχ, μου λέγει η Τζελίκα, εσύ βλέπεις την αληθή Καλεκάρην, της οποίας επιστρέφω το όνομά της, και εγώ παίρνω το εδικόν μου· δεν θέλω πλέον να κρυφθώ το ποία είμαι, αλλ' ούτε να κρύψω την χρήσιν της αποκτήσεως που έκαμες· εγνώρισα λοιπόν όλην σου την σταθερότητα, και την αγάπην σου, διά την οποίαν είμαι βεβαία, πως θέλει σου είνε εις μεγάλην σου αγαλλίασιν και δόξαν, ότι μία βασιλοπούλα σε αγαπά. Δεν έλειψα και εγώ από το άλλο μέρος εις το να της φανερώσω την μεγάλην μου ευχαρίστησιν, διά την τιμήν που μου έκανεν, υψώνοντάς με εις τόσην μεγαλειότητα, και στερεώνοντάς μου μίαν τόσην ευτυχίαν, που ήθελεν είνε αξία του φθόνου κάθε βασιλέως. Εις αυτά τα λόγια αυτή με αντέκοψε λέγοντάς μου. Ταλμούχ, παύσε που να θαυμάζης εις αυτό· διότι εγώ αν δεν σε εγνώριζα άξιον διά μίαν τέτοιαν ευτυχίαν, δεν σε εδιάλεγα ανάμεσα εις τόσα μεγάλα υποκείμενα που εζήτησαν την αγάπην μου. Και με αυτά τα λόγια και άλλα παρόμοια έφθασεν η ημέρα, και διά να μη φανερωθώμεν, πριν ν' αποχωρισθώμεν, η Τζελίκα μου λέγει· ύπαγε, Ταλμούχ, εις το καλόν, και ενθυμήσου πως σε αγαπώ, και ελπίζω ότι ογλήγορα θα ανταμωθούμεν πάλιν, και σου τάσσω να σε κάμω πολλά ογλήγορα να γνωρίσης έως τι σημείον μου είσαι ακριβός. Εγώ έπεσα εις τους πόδας της και την ευχαρίστησα διά ένα τέτοιον τάξιμον και ούτως ανεχωρήσαμεν, και εβγήκα από την πορτοπούλαν που είχα έβγει και την πρώτην φοράν.
Αγαπώμενος από την βασιλοπούλαν, και φανταζόμενος μίαν ακριβήν ενθύμησιν, διά τα όσα αυτή μου έταξεν, εδόθηκα εις άκραν αγαλλίασιν τες ακόλουθες ημέρες, και τότε αληθώς ημπορούσα να λογισθώ ότι ήμουν ο πλέον ευτυχής άνθρωπος του κόσμου, και δεν έβλεπα την ώραν πότε να μεταϊδώ την αγαπημένην μου Τζελίκαν· και εις καιρόν που είχα αυτήν την επιθυμίαν, ακούω να λέγουν ότι η Τζελίκα ήτον άρρωστη, και ύστερα από δύο ημέρες απέθανεν. Αυτήν την θλιβεράν είδησιν δεν ημπορούσα να την πιστεύσω, αν δεν ήθελον ιδεί με τα μάτια μου τες ετοιμασίες που εγίνονταν διά την θανήν της. Τότε εγώ έπεσα ωσάν αποθαμένος από την θλίψιν μου, και ερχόμενος εις τον εμαυτόν μου άρχισα να οδύρωμαι, και να ξεσχίζω τες σάρκες μου τόσον, που έγινα ένα ελεεινόν θέαμα και αφού την έθαψαν με επήραν οι συντρόφοι μου, και με επεριποιήθηκαν αλείφοντές με μέ ένα βάλσαμον, που εις δύο ημέρες ιατρεύθηκα παντελώς· μα η θλίψις του θανάτου της Τζελίκας δεν ήτον τρόπος να μου ιατρευθή και γενόμενον το παλάτι του βασιλέως μισητόν εις εμένα, απεφάσισα και εμίσευσα από εκεί κρυφίως διά νυκτός τρεις ημέρες υστερώτερα από τον θάνατον της Τζελίκας.
Επεριπάτησα όλην εκείνην την νύκτα χωρίς να ηξεύρω πού υπάγω, και το ταχύ στεκόμενος εις ένα τόπον διά να αναπαυθώ, βλέπω ένα ενδεδυμένον με φόρεμα πολλά παράξενον ο οποίος πλησιάζοντας κοντά μου με εχαιρέτησε, και μου έδωσεν ένα κλωνάρι δάφνης, που είχεν εις το χέρι, έπειτα άρχισε να τραγουδή διά να του κάμω καμμίαν ελεημοσύνην. Εγώ μην έχοντας κανένα δηνάριον, έτσι και δεν ημπορούσα να του δώσω. Αυτός ελογίασε να μη γροικώ την Περσικήν γλώσσαν. Όθεν άρχισε να τραγουδή Αραβικά, μα καταλαμβάνοντας ότι εγώ δεν είχα τίποτα να του δώσω, μου είπεν· Αδελφέ, δεν ημπορώ να καταλάβω, εσύ να είσαι χωρίς δηνάρια; Βέβαια έτσι είνε του απεκρίθηκα· εγώ δεν έχω επάνω μου ούτε άσπρον, και δεν ηξεύρω πού να κτυπήσω το κεφάλι μου. Αχ, δύστυχε, εφώναξεν εκείνος, τι παράξενη κατάστασις είνε η εδική σου· μου κάνεις ευσπλαγχνίαν, θέλω να σε συντρέξω. Έμεινα πολλά θαυμασμένος εις το να ακούσω να μιλήση έτζι ένας που μου είχε ζητήσει ελεημοσύνην, και ενόμιζα ότι η σύντρεξις που έταξε να μου κάμη, ήτον να προσευχηθή διά εμένα. Τότε αυτός ακολουθώντας την ομιλίαν του, μου είπεν· εγώ είμαι ένας από εκείνους τους νέους μπουνταλάδες, ονομαζομένους Φακύρηδες, και με όλον που ημείς ζούμεν από ελεημοσύνην, ζούμεν όμως πλουσιοπαρόχως, επειδή και ηξεύρομεν τον τρόπον διά να παρακινήσωμεν τον καθένα να μας κάνουν μεγάλες ελεημοσύνες, με μίαν υποκριτικήν σκυθρωπότητά μας, που δείχνομεν εις το φανερόν εις δε το κρυφόν απερνούμεν πολλά ελεύθεροι μη κάνοντας καμμίαν άσκησιν. Θέλεις εσύ το λοιπόν να γένης ένας από τους συναδέλφους μου; και αν ποθής, πηγαίνομεν ευθύς εις την χώραν Μπόστην, διά να εύρωμεν άλλους δύο συντρόφους μου που είναι εκεί να ανταμωθώμεν, διά να σε βάλλωμεν εις τον αριθμόν μας.
Με όλον που εκείνος ο Φακύρης με τα λόγιά του μου έδωσε να καταλάβω, ότι οι δυο του συντρόφοι και αυτός ήτον τρείς άσωτοι, δεν απέβαλα το να ανταμωθώ με αυτούς. Ευθύς που έδωσα τον λόγον μου του Φακύρη, πως θέλω κάμει καθώς αυτός επιθυμούσε, με έφερεν εις την Μπόστην, και εις την στράταν επεράσαμεν ευτυχισμένοι από φαγιά· διατί εις όποιον χωρίον και αν απερνούσαμεν ευθύς που ήκουαν τες φωνές του Φακύρη, έτρεχαν οι καλοί Μουσουλμάνοι, και μας εγέμιζαν από διάφορα φαγητά, και με τέτοιον τρόπον εφάσαμεν εις την Μπόστην. Εμβήκαμεν εις ένα μικρόν σπιτάκι, εκεί που ήσαν οι άλλοι δύο Φακύρηδες οι οποίοι μας εδέχθηκαν με τες αγκάλες ανοικτές, και εφαίνονταν, πολλά ευχαριστημένοι διά την απόφασιν που έκαμα, διά να ζήσω μετ' εκείνους· μου ερμήνευσαν εις ολίγον καιρόν τα μυστήριά τους, που θέλει να ειπή τα οχήματά τους και τες υποκρισίες των, και οπόταν έγινα τελείως διδασκαλεμένος εις την τέχνην τους διά να γελώ τον λαόν, με ένδυσαν ωσάν και του λόγου τους, και με υποχρέωσαν να υπάγω εις την χώραν, διά να προσφέρω εις τους καλούς ανθρώπους από ένα κλωναράκι δάφνης και ελαίας, και ψάλλοντας στοίχους να τους ζητώ ελεημοσύνην· και με τούτον τον τρόπον εγύριζα εις το κονάκι μου πάντα με πολλές μονέδες ασημένιες, που μας εχρησίμευαν διά να μεθοκοπούμεν.
Η ευχαρίστησις ετούτης της ελευθέρας ζωής με έκαμε να δοθώ εις κάθε κραιπάλην, τόσον που με έκαμε να λησμονήσω τον πόνον της Τζελίκας, μα κάποτε δεν έλειπα που να μην εβγάζω από κανένα αναστεναγμόν δι' αυτήν, οπόταν την ενθυμούμουν. Απέρασαν σχεδόν δύο χρόνοι που ευρισκόμουν με εκείνους τους Φακίρηδες, και περισσότερον ακόμη ήθελα σταθή αν εκείνος που με αυτούς με είχε ανταμώσει, και που περισσότερον από τους άλλους τον αγαπούσα, δεν μου ήθελε προβάλλει να ταξειδεύσωμεν. Ταλμούχ, μίαν ημέραν μου λέγει αυτός, επιθυμώ διά να πηγαίνω να ιδώ την πολιτείαν Κανταχάρ, και αν θέλης να με ακολουθήσης, δεν θέλεις μείνει κακοευχαριστημένος εις το να ιδής μίαν τέτοιαν πόλιν. Εγώ έχοντας επιθυμίαν διά να ιδώ και άλλον κόσμον, και ωσάν κάποιόν τι που με ετραβούσε, δεν του είπα το όχι. Εμισεύσαμεν το λοιπόν από την χώραν Μπόστην, και εφθάσαμεν ύστερον από πολλών ημερών δρόμον εις το Κανταχάρ και εκεί επήγαμεν και εκατεβήκαμεν εις ένα χάνι, εις το οποίον είμεθα πολλά ευχαριστημένοι διά τις ελεημοσύνες που το φόρεμά μας επροξενούσεν. Απερνώτας δε μερικές ημέρες εκεί, εδόθη ορισμός από τον βασιλέα, ότι όποιος θελήσει να υπάγη να χαρή τες εορτές των γενεθλίων του, οι πόρτες του παλατίου του είναι ανοικτές. Ημείς ευρίσκοντες αυτήν την ευκαιρίαν, επήγαμεν την δευτέραν ημέραν εις το παλάτι του διά να ιδούμε τες χάρες που εγίνοντο, και εκεί που εστεκόμασθε γροικώ έναν να με τραβά από το φόρεμα. Εις τον ίδιον καιρόν, εγώ γυρίζοντας βλέπω, που ήτον ο ευνούχος της Τζελίκας, που μου είχε δώσει την γραφήν της εις το Βασιλικόν.
Ταλμούχ, μου είπεν αυτός, εγώ σε εγνώρισα, με όλον που έχεις ετούτο το παράξενον φόρεμα, και λογιάζω πως οι οφθαλμοί μου δεν γελοιούνται· είναι δυνατόν να δοθή, ότι εδώ να σε συναπαντήσω; Και εσύ, του απεκρίθηκα, τι κάνεις εδώ εις το Κανταχάρ; διατί απαράτησες την αυλήν του βασιλέως της Περσίας; μήπως ο θάνατος της Τζελίκας σε έκαμε να αναχωρήσης καθώς και εμένα; Εις ετούτα διά την ώραν, μου απεκρίθη εκείνος, δεν ημπορώ να σου ειπώ τίποτε, μα ογλήγορα θέλω σου δώσει την ευχαρίστησιν· αν θέλης αύριον να ευρεθής εδώ μόνος σου εις την αυτήν ώραν θέλω σου φανερώσει πράγματα, που θέλουν σε θαυμάσει, τα οποία ήξευρε πως είναι όλα διά λόγου σου. Εγώ του έταξα να ευρεθώ μόνος μου εις τον ίδιον τόπον την ερχομένην ημέραν, καθώς έγινεν. Ο ευνούχος έρχεται και λέγει· έλα μετ' εμένα διά να ευρούμεν τόπον αρμόδιον διά να συνομιλήσωμεν. Εγώ ευθύς τον ακολούθησα, και αφού απεράσαμεν διάφορα σοκάκια, με έφερεν εις ένα μεγάλο σπήτι, του οποίου αυτός είχε τα κλειδιά· εμβαίνοντας εις αυτό το είδα πλουσιοπαρόχως στολισμένον, και εις την μέσην του οποίου ήτον ένα πολλά ωραίον περιβόλι με διάφορες βρύσες. Τι λες, Ταλμούχ, μου είπεν ο ευνούχος είνε εύμορφη ετούτη η κατοικία; ναι, μου αρέσει κατά πολλά, του απεκρίθηκα εγώ· ας είναι, ακολούθει μοι, μου εξαναείπεν αυτός. Και έτσι λέγοντας με φέρνει εις ένα λουτρόν διά να λουσθώ· και ωσάν απολούσθηκα, βλέπω τέσσαρας σκλάβους, δύο από τους οποίους, είχαν πανιά άσπρα διά να με σφουγγίσουν, και οι άλλοι δύο ήλθαν και με ένδυσαν με πλούσια φορέματα, και με ένα καλόν φακιόλι· εβγήκα από το λουτρόν με θαυμασμόν μεγάλον, μην ηξεύροντας ποίος θα ήτον εκείνος που είχε προστάξει να μου γένουν τόσες περιποιήσεις, και ερωτούσα συχνά τον ευνούχον διά να μου τον φανερώση, ο οποίος άλλο δεν μου έλεγε, παρά διά την ώραν δεν είναι τρόπος να σου το φανερώσω, επειδή και έχω έτσι προσταγήν να ακολουθήσω, και μου κακοφαίνεται που διά τες ώρες ευρίσκεσαι εις αυτήν την ανυπομονησίαν, όμως την ερχομένην νύκτα θέλεις μάθει εκείνο που επιθυμείς.
Με όλον που ημπορούσα να στοχασθώ ένα ευτυχισμένον συνάντημα, κατά τα λόγια του Ευνούχου, ευρισκόμουν όμως όλην εκείνην την ημέραν εις μίαν σκληράν ανυπομονησίαν. Ως τόσον έφθασεν η νύκτα, και εστάθηκαν ολούθεν αναμμένες λαμπάδες· και η πλέον μεγάλη φωτοχυσία εστάθη εις ένα χοντζερέ πολλά εύμορφα στολισμένον, και εκεί που εστεκόμουν με τον ευνούχον, ακούομεν να ανοίγη η πόρτα της στράτας, και βλέπω να παρουσιάζεται έμπροσθέν μου η Καλεκάρη. Εις τέτοιαν θεωρίαν εστάθη μέγας ο θαυμασμός μου, και άρχισα να τρίβω τα μάτιά μου μήπως και επλανώμουν.
Ταλμούχ μου λέγει αυτή, ό,τι λογής και αν είναι ο θαυμασμός σου που με βλέπεις εδώ, πολλά μεγαλύτερος θέλει σου είναι οπόταν ακούσης εκείνο που έχω να σου διηγηθώ. Εις ετούτα τα λόγια ο ευνούχος και οι σκλάβοι ανεχώρησαν, και εγώ έμεινα μόνος με την Καλεκάρην. Και αφού εκαθήσαμεν, αυτή άρχισε να μου διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον. Εσύ ενθυμείσαι ω Ταλμούχ, την υστερινήν βραδειάν, οπόταν ήθελες να μισεύσης από τον κήπον, το τάξιμον που σου έκαμεν η Τζελίκα, διά το οποίον την ερχομένην ημέραν με κράζει και μου λέγει· αγαπημένη μου Καλεκάρη, εγώ από την αγάπην που έλαβα εις τον Ταλμούχ θέλω να τον κάμω ευτυχή, και θέλω να ζήσω με αυτόν, μακάρι να ήξευρα να κινδινεύση η ζωή μου χίλιες φορές· τι στράταν το λοιπόν με ερμηνεύεις να πιάσω διά να λάβω την επιθυμίαν μου; Εγώ εις αυτά τα λόγιά της, δεν έλειψα που να την αντικόψω από αυτήν την απόφασιν, λέγοντάς της χίλιες ερμηνείες, διά να της εβγάλω τες φαντασίες του έρωτος που την είχαν περιπλεγμένην, μα τίποτε δεν ωφέλησαν τα όσα της είπα, και αφού εγνώρισα την σταθερότητά της, και το αμετάβλητον της γνώμης της, της είπα. Κυρά μου, εγώ άλλο δεν ημπορώ να σε ερμηνεύσω να κάμης παρά να πράξης καθώς θα σου ειπώ· και κάνοντάς το θέλεις λάβει το ποθούμενον, και με τούτο θέλεις έβγει από πολλούς κινδύνους, τόσον εσύ, ωσάν και αυτός· μα φοβούμαι να μη σου φανή κομμάτι σκληρόν· Μίλησε Καλεκάρη, μου είπε τότε η βασιλοπούλα, και είμαι έτοιμη να κάμω ό,τι μου ειπής· είμαι ευχαριστημένη να ζήσω πτωχικά με τον Ταλμούχ, παρά πλουσίως με άλλον· πες μου το λοιπόν τι έχω να πράξω διά να τον απολαύσω χωρίς φόβον, και θέλω το κάμει χωρίς καμμίαν εναντιότητα. Κλίνω το λοιπόν, της απεκρίθην, εις εκείνο που επιθυμείς, επειδή είνε ανωφελές να σου αντισταθώ πλέον· γνωρίζω ένα χόρτον το οποίον βάνοντάς το εις το αυτί σου, ύστερα από μίαν ώραν σε κάνει να πέσης λιποθυμημένη, και μετά ταύτα θέλεις νομισθή αποθαμμένη, και θέλεις μείνει έτσι, έως που να σου βγάλουν το χόρτον από το αυτί· και με τούτον τον τρόπον όταν σε νομίσουν ως αποθαμμένην, θέλουν σε θάψει· και εγώ τότε θέλω σε βγάλει από το μνημείον, και θέλω κάμει να ανταμωθής με τον Ταλμούχ, και να υπάγης με αυτόν όπου θέλεις.
Εις ετούτα τα λόγια εγώ αντίκοψα την Καλεκάρην, και εφώναξα· ω Ουρανέ άρα γε η Τζελίκα θα είναι ζωντανή; είναι δυνατόν η Τζελίκα να μην είναι αποθαμμένη; τι της εσυνέβη; πες μου ογλήγορα, σε παρακαλώ, Ταλμούχ, μου είπεν η Καλακάρη αυτή κατά το παρόν ζη, μα σε παρακαλώ άκουσε μου, και θέλεις μάθει εκείνο που επιθυμείς· η Τζελίκα, ακολούθησεν αυτή, με αγκάλιασε δι' αυτό που της είπα· τόσον της εφάνη αρμόδιον, το οποίον και ευθύς το έβαλεν εις πράξιν, και ευθύς εκαμώθη πως ήτον άρρωστη, και μετά δύο ημέρες, οπόταν αγροικούσα τον καιρόν αρμόδιον, της έβαλα το χόρτο εις το αυτί της, και ευθύς άρχισε διά να κάμη την ενέργειάν του. Μα προτού να κλείση τα μάτιά της έκραξε τον βασιλιά πατέρα της, και του είπε. Παρακαλώ σε βασιλέα μου, διά την αγάπην που έχεις εις εμένα, να μου κάμης την χάριν, όταν αποθάνω αντίς να βάλης άλλους να μου φυλάξουν το μνημείον μου, να βάλης την αγαπημένην μου Καλεκάρην, επειδή και όντας πολλά αγαπημένη μου, θέλει παρακαλέσει εκείνην την νύκτα διά εμένα με περισσοτέραν θερμότητα, και ακόμη θέλεις την ελευθερώσει από την σκλαβιά δίδοντάς της χαρίσματα μεγάλα διά την μεγάλην της εμπιστοσύνην και αγάπην που εις εμέ έδειξεν. Ο βασιλεύς μετά πόνου μεγάλου την επήκουσε, και της έταξε διά να κάμη καθώς παρήγγειλε. Και τελειώνοντας αυτά τα λόγια η Τζελίκα έχασε τες αίσθησές της, και ο πατέρας της νομίζοντάς την αποθαμμένην, ετραβήχθη από εκεί γεμάτος κλάματα και οδυρμούς διά τον θάνατόν της· έπειτα έδωσε θέλημα και την έφεραν εις τον τάφον με πολλήν τιμήν καθώς το είδες με τα μάτια σου.
Το βράδυ λοιπόν κατά την παραγγελίαν της, επήγα διά να σταθώ εις το μνήμα της και ωσάν επήγα εκεί, άνοιξα το μνημείον, και την έβγαλα έξω, εβγάζοντας το χόρτον από το αυτί της· έλαβεν ευθύς τες πρώτες της αίσθησες, και ευθύς την επήρα, και υπήγαμεν εις ένα σπητάκι εις το οποίον ο Καμπούρ μας ανάμενε, και εκεί εμείναμεν το επίλοιπον της νυκτός το ταχύ δε απεστείλαμεν τον Καμπούρ εις το παλάτι και υστερώτερα επήγα και εγώ· και ερχομένη εις το παλάτι, ανήγγειλα του βασιλέως διά την καλήν ξενύκτισιν που έκαμα εις το μνημείον της θυγατρός του.
Τότε αυτός έβγαλε και μου έδωσε δέκα χιλιάδες φλωρία και φορέματα, και διαμάντια πολλά, και με ηλευθέρωσεν από την σκλαβιάν· μα εις αυτά που μου έδωσε, του εζήτησα και τον ευνούχον Καμπούρ διά να μου τον δώση εις την φύλαξίν μου, και ευθύς με υπήκουσε. Παίρνοντας εγώ αυτά τα χαρίσματά μου και τον Καμπούρ, επήγαμεν εκεί που ευρίσκετο η Τζελίκα με την οποίαν εχαρήκαμεν πολύ διά την εύρεσίν μας.
Την ερχομένην ημέραν εστείλαμεν ένα παιδί εις το παλάτι με μίαν γραφήν να σου την δώση. Εις την οποίαν σου εγράφαμεν διά να έλθης να μας εύρης, του οποίου είπαν πως ήσουν άρρωστος· εματαστείλαμεν την τρίτην ημέραν, και έμαθε πως δεν ήσουν πλέον εις το παλάτι, μην ηξεύροντας το τι έγινες. Δεν ημπορώ να σου διηγηθώ την θλίψιν της Τζελίκας, που έλαβεν επάνω εις τέτοιαν είδησιν διά τον μισευμόν σου, που με κανένα τρόπον δεν είχε παρηγορίαν· Και τότε το εμετανόησε, που δεν σου είχε δώσει την είδησιν διά την γνώμην που είχεν· δυστυχισμένη που είμαι εγώ διά παντός εφώναξε· τι με ωφελεί που εθυσίασα το παν διά την αγάπην, τον καιρόν που κάνει χρεία, να παραιτηθώ από τον Ταλμούχ διά πάντα; Τότε εβγήκαμεν από την χώραν διά νυκτός, και επήραμεν την στράταν προς τον Ινδόν ποταμόν, στοχαζόμενοι μήπως και επήρες εκείνην την στράταν, και όπουθεν απερνούσαμεν δεν εκάναμεν άλλο παρά να ερωτούμεν διά λόγου σου.
Μίαν ημέρα πηγαινάμενοι από χώραν εις χώραν, με όλον που είμασθε με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, μας απάντησαν οι κλέφτες, και δε έφθασεν που μας επήραν το τι είχαμεν, αλλά μας επήραν και μας έφεραν εδώ εις τούτην την χώραν Κανταχάρ και μας επούλησαν ενός πραγματευτού από σκλάβες που τον εγνώριζαν. Ετούτος ο πραγματευτής βλέποντας την ωραιότητα της Τζέλικας έκρινεν εύλογον να την φέρη εις τον βασιλέα διά να την αγοράση· αυτός ο βασιλεύς έμεινεν εκστατικός βλέποντάς την, και χωρίς καμμίαν εξέτασιν μας αγόρασε και τες δύο, και μας έβαλεν εις το χαρέμι των γυναικών του.
Η Καλεκάρη τελειώνοντας εδώ την διήγησίν της, ω Ουρανέ, εφώναξα εγώ, ημπορώ να λάβω την χαροποίησιν εις το να ανταμώσω την ποθητήν μου Τζελίκα; μα τι λέγω, πως θα την ανταμώσω, που ακούω ότι ετούτος ο μέγας βασιλεύς την έχει φυλαγμένην εις το χαρέμι του; Μην αμφιβάλλεις, μου απεκρίθη η Καλεκάρη διά να την ιδής, επειδή και αυτή έχει περισσότερην επιθυμίαν από εκείνο που στοχάζεσαι διά να σε ιδή, και αυτή η ιδία επρόσταξε τον Καμπούρ και έκαμε τούτες τες ετοιμασίες, και επήρεν ετούτο το παλάτι διά να έρχεται οπόταν ευρίσκει τον καιρόν αρμόδιον διά να σε απολαμβάνη· και διά την ώραν με έστειλεν εμένα διά να σου διηγηθώ τι απέρασε διά εσένα και αύριον το ταχύ θέλει έλθει η ιδία να σε εύρη. Και λέγοντας ετούτα τα λόγια η Καλεκάρη εμίσευσε με τον Καμπούρ, και έμεινα εγώ με μεγάλην ανυπομονησίαν έως που να την ιδώ.
Το ταχύ ακούω να κτυπά η πόρτα. Οι σκλάβες έτρεξαν διά να ανοίξουν, ευθύς να έμβη η βασιλοπούλα εις τον χοντζερέ μου. Σε αφίνω να στοχασθής τι λογής εστάθη η έκστασίς μου, και ποίαν αντράλωσιν, ποίον θάμβος, ποίαν χαράν μου επροξένησεν η παρουσία της, παρομοίως από εκείνο που εκατάλαβα να επροξενήθη και εις αυτήν από την χαράν της. Εγώ έπεσα εις τους πόδας της, χωρίς να ημπορέσω να ειπώ λόγον. Αυτή με εσήκωσε, και βάνοντάς με να καθίσω κοντά της μου είπε· Ταλμούχ, ευχαριστώ τον Ουρανόν, που μας αντάμωσε, και ελπίζω εις την καλωσύνην του να μας ελευθερώση κιόλας από τούτην την περίστασιν που μας εμποδίζει εις το να στεκώμασθε αντάμα· και διά την ώραν πρέπει να έχωμεν υπομονήν, έως που να εύρωμεν την ευκαιρίαν, διά να κάμωμεν καθώς είναι η επιθυμία μας και φθάνει μόνον διά τώρα να συναναστρεφώμασθε κάποτε εδώ κρυφίως, διά κάμποσον καιρόν ακόμη· Ως τόσον διηγήσου μου, σε παρακαλώ, πώς ευρίσκεσαι εις τούτην την χώραν, και τα όσα σου ακολούθησαν έως τώρα. Εγώ δεν έλειψα που να την ευχαριστήσω διηγούμενος την ιστορίαν μου, και πώς ευρισκόμουν εις συντροφιάν ενός Φακύρη, και τα λοιπά. Και αφού ωμιλήσαμεν διά δύο ώρες αυτά και άλλες ομιλίες της αγάπης, έρχεται η Καλεκάρη και ο Καμπούρ, και μας δίνουν την είδησιν διά να μισεύσωμεν, διατί η ώρα ήταν αργά. Και ούτως εμίσευσαν, και με άφησαν όλον γεμάτον από χαράν και ελπίδα.
Με όλον που ευρισκόμουν εις τους χαροποιούς στοχασμούς, δεν απαράτησα που να μην ενθυμηθώ τον σύντροφόν μου Φακύρην, στοχαζόμενος την θλίψιν που ημπορούσε να έχη μην ηξεύροντας το τι έγινα. Εβγήκα από το σπήτι μου διά να υπάγω να τον εύρω, και τον συναπαντώ εις μίαν στράταν και αγκαλιάζοντάς με μου λέγει. Ω φίλε, μεγάλην σύγχισιν μου έδωσες μην ηξεύροντας πού ήσουν, και εφοβούμουν μήπως και σου έτυχε τίποτες εναντίον και ποίαν μεταβολήν βλέπω εις του λόγου σου; υποκάτω εις ποία φορέματα μου παρουσιάζεσαι εις τους οφθαλμούς μου, μου φαίνεται να είσαι εις καλήν στάσιν; Βέβαια, φίλε μου εγώ του απεκρίθηκα, η τύχη μου μ' εμετάβαλεν εις ευτυχίαν· θέλω και συ να είσαι μάρτυς όλης μου της ευτυχίας και να ωφεληθής και συ από την ευτυχίαν μου· παραίτησε το κονάκι σου, και έλα να κατοικήσης μετ' εμένα. Έτσι λέγοντας τον έφερα εις την κατοικίαν μου, και τον έκαμα να ιδή την μεγαλοπρέπειαν, και τον στολισμόν όλης μου της οικίας. Αυτός κάθε ολίγον εφώναζεν· ω Ουρανέ, τι πράγμα άξιον έπραξεν ο Ταλμούχ περισσότερον από τους άλλους, διά να αρχίσης να τον γεμίσης από τόσα καλά. Πώς ω Φακύρη, του είπα, σου κακοφαίνεται διά την ευτυχίαν μου; καταλαμβάνω ότι σε θλίβει η καλή μου κατάστασις. Όχι, μου απεκρίθη, μα εξ εναντίας το χαίρομαι, επειδή και επιθυμώ πάντα την ευτυχίαν των φίλων μου και λέγοντας έτσι, με αγκάλιασε, και μ' εφίλησε, διά να μου δώση με τούτο να καταλάβω πως ομιλεί με την καρδίαν ανοικτήν. Ο Φακύρης επάσχισε να του φανερώσω το αίτιον της ευτυχίας μου, εγώ δε τον επίστευσα άδολον, και του εδιηγήθηκα τα πάντα, από την αρχήν έως εκείνες τες ώρες, και του επερίγραψα και την μεγάλην ωραιότητα της βασιλοπούλας.
Ο Φακύρης αφού έδειξε πως ήτον πολλά θαυμασμένος εις τα όσα του εδιηγήθηκα μου λέγει· Ταλμούχ, εσύ μου παρουσιάζεις ένα κάλλος τόσον υπερβολικόν, που διστάζω να το πιστεύσω. Αυτό είνε έν υποκείμενον απαρομοίαστον, του αποκρίθηκα εγώ, που είνε αξία διά τον μεγαλύτερον βασιλέα του κόσμου. Αυτή ετούτην την νύκτα θέλει έλθει εδώ· εσύ θέλεις την ιδεί με τα μάτια σου, και θέλεις ειπεί την αλήθειαν αν δεν είνε έτσι. Ολίγον υστερότερα ήλθεν η Τζελίκα την οποίαν επαρακάλεσα να δεχθή να της συστήσω τον Φακύρην. Τίποτε δεν ημπορώ να σου αρνηθώ μου είπεν η Τζελίκα, μα προβλέπω πως θέλει μας προξενηθή μεγάλη δυσαρέσκεια. Όχι, βασίλισσά μου, της είπα, μη φοβάσαι από αυτόν κανένα εναντίον, και στάσου ήσυχα επάνω εις του λόγου μου.
Τελειώνοντας ετούτα τα λόγια έκραξα τον Φακύρην και τον επαρουσίασα εις την βασιλοπούλαν. Αυτή διά να ευχαριστήση εμένα, τον εδέχθη με πολλήν ευγένειαν, υστερότερα δε εκαθήσαμεν εις την τράπεζαν και οι τρεις. Ο σύντροφός μου ήτον έως τριάντα χρόνων άνθρωπος και είχε πολύ πνεύμα, και έκαμε πολλά ογλήγορα να γνωρισθή προς την κυράν ότι ήτον ένας, που δεν εμισούσε τες ηδονές, και πως έκανεν ολίγην τιμήν του φορέματός του. Αυτός αφού εφάγαμεν, έπιε τόσον κρασί, που τον έκαμε να χάση κάθε λογής εντροπήν και δεν του έφθασε που ωμιλούσε με μεγάλην ελευθερίαν και θάρρος, αλλά απετόλμησε και έρριξε τας χείρας του επάνω εις τον λαιμόν της Τζελίκας, και με αναισχυντίαν της έδωσεν ένα φίλημα. Η Τζελίκα έμενε μεγάλως θυμωμένη διά την αυθάδειαν του Φακύρη, και αμπώχνοντάς τον του λέγει· Τρισάθλιε, σου έπρεπε διά την τόλμην σου να βάλω τους σκλάβους μου να μη σου αφήσουν κόκκαλον εις το κορμί γερόν· μα το σέβας που φέρω εις τον φίλον σου, με εμποδίζει να το βάλω εις πράξιν. Και έτσι λέγοντας εμπουλώθη και εβγήκεν θυμωμένη από τον χοντζερέ μου. Επάσχισα ανωφελώς διά να την καταπραΰνω, μα δεν εστάθη τρόπος. Εσύ τώρα βλέπεις, μου είπεν, αν έφταιξες να φέρης αυτόν τον Φακύρην εις την συναναστροφήν μας, και αν είχα δίκαιον να μην τον δεχθώ· εγώ δεν θέλω έλθει πλέον εις εσένα, έως που αυτός ήθελε σταθή μαζί σου. Και με αυτά τα λόγια εμίσευσε, με όλον που έκαμα κάθε τρόπον διά να την κρατήσω.
Τέλος πάντων την ερχομένην ημέραν ο Φακύρης εδείχθη πολλά διαφορετικός και μετανοημένος διά το σφάλμα που την απερασμένην νύκτα έκαμε, και με εβεβαίωνε πως ήτον πολλά περίλυπος διά την σύγχυσιν που μου έδωσε· και διά να παιδεύση την αυθάδειάν του, μου έταξε διά να μισεύση ευθύς από εκείνην την χώραν, και μου ωμίλησε με ένα τρόπον που έμεινα πολλά συντριμμένος.
Έγραψα ευθύς μίαν επιστολήν της Τζελίκας, και της εφανέρωσα πως ο Φακύρης εμετανόησε μεγάλως διά την αυθάδειάν του, και της εζητούσε συγχώρησιν, και πως διά κανόνα του σφάλματός του θέλει μισεύσει από εκείνην την χώραν. Αυτή μου απεκρίθη ότι τον συγχωρεί, και πως οπόταν αυτός μισεύση, θέλει έλθει να με εύρη. Εφανέρωσα του φακύρη τα όσα ο Καμπούρ μου είπε, και ο Φακύρης μένοντας ευχαριστημένος ετοιμάζετο διά να μισεύση.
Εγώ θλιβόμενος διά την αγνωσίαν που έλαβε και έγινε το αίτιον του χωρισμού μας, ηθέλησα διά να τον φιλοδωρήσω μίαν σακκούλαν γεμάτην από φλωρία, που μου τα είχε δώσει η Τζελίκα, και δίδοντας του, τον εσυμπροβόδησα με πολλά δάκρυα και αναστεναγμούς· τόσον πολλά τον αγαπούσα. Μισεύοντας δε ο Φακύρης δεν απέρασε ολίγη ώρα και ακούω μεγάλον κτύπον εις το σπήτι μου· τρέχω να ιδώ το τι ήτον και με μεγάλην μου έκστασιν βλέπω ένα αριθμόν από στρατιώτας του βασιλέως Φαραούτζ χαν. Έλα με ημάς, μου λέγει ο αρχηγός τους· έχομεν πρόσταγμα διά να σε φέρωμεν στο παλάτι. Ποίον φταίξιμον εγώ έκαμα; του είπα, εις τι είμαι εγκαλεσμένος, πες μου σε παρακαλώ. Ημείς δεν ηξεύρομεν, μου απεκρίθη αυτός, άλλο δεν ημπορώ να σου ειπώ, παρά έχομεν πρόσταγμα να σε φέρωμεν εις τον βασιλέα· αυτός, είνε πολλά δίκαιος, θέλει σε κρίνει με δικαιοσύνην.
Έκαμε χρεία διά να τους ακολουθήσω και στανικώς μου. Και εις την στράταν που επήγαινα, άλλο δεν υπώπτευα, παρά ότι ο βασιλεύς θα εξεσκέπασε την φιλίαν που απερνούσαμεν με την Τζελίκαν, μα μου εφαίνονταν παράξενον πώς να το είχε μάθει. Ως τόσον ο αρχηγός με έφερεν έμπροσθεν εις τον βασιλέα, ο οποίος ήτον με τον βεζύρην του μόνον και με τον Φακύρην που ενόμιζα ότι ήτον μισευμένος. Βλέποντας δε τούτον τον άνομον φίλον, εγνώρισα ευθύς την προδοσίαν του. Εσύ είσαι εκείνος, μου είπε τότε ο βασιλεύς, που κρατείς κρυφήν συναναστροφήν με την αγαπημένην μου σκλάβαν; αχ, παράνομε, κάνει χρεία ότι θα είσαι πολλά απόκοτος και αυθάδης διά να τολμήσης να πατήσης την τιμήν μου. Δεν ηξεύρεις ότι εγώ είμαι εκείνος που παιδεύω σκληρώς τους πταίστας.
Εις αυτό δε το αναμεταξύ ιδού και έρχεται και η Τζελίκα διά προσταγής του βασιλέως έμπροσθέν του, η οποία ήτον συντροφιασμένη με την Καλεκάρην και τον Καμπούρ. Αχ, κακότροποι και άνομοι, εφώναξεν ο βασιλεύς· μη καρτερήτε μήτε ο ένας, μήτε ο άλλος από εμένα καμμίαν συμπάθειαν, που ετολμήσατε να μου κάμετε αυτήν την ατιμίαν. Βεζύρη, γυρίζει και λέγει, έπαρέ τους από έμπροσθέν μου, διατί δεν υποφέρω πλέον να τους βλέπω, και κάμε να τους κόψουν τας κεφαλάς και των δύο, και ύστερα τα κορμιά τους να δοθούν εις βρώσιν των σκυλιών.
Σταμάτησε, ω Βασιλεύ, εφώναξα τότε εγώ· φυλάξου από το να μεταχειρισθής με τέτοιον τρόπον μίαν θυγατέρα βασιλέως· ο ζηλότυπος θυμός σου ας φέρη σέβας εις το βασιλικόν αίμα, από του οποίου αυτή κατάγεται. Εις τούτα τα λόγια ο βασιλεύς έμεινε θαυμασμένος· ποίος βασιλεύς, αυτός είπε της Τσελίκας, είνε ο αυτουργός των γενεθλίων σου; Η βασιλοπούλα με εκύτταξε με ένα βλέμμα άγριον και μου είπεν αχάριστε Ταλμούχ, διατί ηθέλησες να φανερώσης εκείνο, που εγώ έπασχα να το κρύψω; ήμουν ευχαριστημένη· καλύτερον να λάβω τον θάνατον, παρά να μαθητευθή ποία είμαι· και κάνοντάς με τώρα εσύ να γνωρισθώ, με εγέμισες από εντροπήν. Ας είναι λοιπόν, ω βασιλέα, ακολούθησεν αυτή, μιλώντας με αυτόν· άκουσον, αν επιθυμής, να μάθης το ποία είμαι· η σκλάβα που εσύ αποφασίζεις εις θάνατον, είνε θυγατέρα του Σχατάμ Χαν βασιλέως της Περσίας· και τον ίδιον καιρόν του εδιηγήθη όλην την ιστορίαν, χωρίς να αφήση τίποτε· και ωσάν ετελείωσε την διήγησίν της, αύξησε περισσότερον τον θαυμασμόν του βασιλέως. Ιδού, ω βασιλέα μου, αυτή ηκολούθησεν, ένα απόκρυφον, που αν ο αχάριστος Ταλμούχ δεν ήθελε το φανερώση, εγώ ποτέ δεν ήθελα σου το ομολογήσει· σε παρακαλώ το λοιπόν πρόσταξε χωρίς άλλο να μου σηκώσης την ζωήν, ότι η μεγαλυτέρα χάρις που ημπορείς να μου κάμης είνε αυτή· και η ομολογία που σου έκαμα δεν την έκαμα χωρίς μεγάλον μου κακοφανισμόν.
Κυρά, της λέγει ο βασιλεύς, εγώ μεταβάλλω την απόφασίν μου, και με κάθε δικαιοσύνην σας συγχωρώ το σφάλμα, και σου επιστρέφω την ελευθερίαν, και θέλεις ζήσει διά τον Ταλμούχ, και ο ευτυχής Ταλμούχ θέλει ζήσει δι' εσένα. Υπάγετε το λοιπόν, ω τέλειοι αγαπητικοί, να περάσετε ευτυχώς το επίλοιπον της ζωής σας, και παρακαλώ τον ουρανόν κανένα πράγμα να μη συγχίση πλέον την ησυχίαν σας. Όσον διά εσένα, ω προδότα, ακολούθησεν αυτός μιλώντας προς τον Φακύρην, θέλεις λάβει τον μισθόν της προδοσίας σου, και της επιβολής σου. Καρδία ουτιδανή, διεστραμένη και φθονερά, που δεν υπόφερες να ιδής την ευτυχίαν του φίλου σου, και ήλθες μόνος σου διά να τον δώσης εις την δύναμιν της εκδικήσεώς μου· τρισάθλιε, εσύ θέλεις δουλεύσει εις θυσίαν της ζήλιας σου. Έτσι λέγοντας επρόσταξε τον βεζύρην να δοθή ο Φακύρης εις τας χείρας του δημίου διά να τον κάμη τέσσαρα κομμάτια.
Εις το αναμεταξύ που εκείνος ο άνομος εφέρετο εις θάνατον, επέσαμεν η Τζελίκα και εγώ εις τους πόδας του βασιλέως, και τους εκαταβρέχαμεν με τα δάκρυά μας, ευχαριστώντας την μεγάλην του ευσπλαγχνίαν που εις ημάς έδειξεν· έπειτα σηκωνόμενοι εμισεύσαμεν με την Καλεκάρην και Καμπούρ, και ήλθαμεν εις την κατοικίαν που ήμουν, και εκεί εμείναμεν ευφραινόμενοι την ελευθερίαν μας. Δεν απέρασαν δύο ημέρες, και ο βεζύρης από μέρος του βασιλέως ήλθε διά να μας εύρη, και μας έφερε μεγάλην ποσότητα από δώρα, και άσπρα αμέτρητα. Ημείς ευχάριστήσαμεν την μεγάλην γενναιότητα του βασιλέως, και βλέποντας ότι αυτά τα δώρα ήταν αρκετά να μας φθάσουν διά να υπάγωμεν εις άλλον τόπον να σταθούμεν, ανταμωθήκαμεν με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, που εμάθαμεν πως εμίσευε διά το Μπαγδάτι και με αυτό εφθάσαμεν εκεί ευτυχώς. Οπόταν δε εμβήκαμεν εις το Μπαγδάτι, επήγαμεν και καταλύσαμεν εις ένα καλόν σπήτι, και αφού αναπαυθήκαμεν από τον κόπον της στράτας, εβγήκα και υπήγα εις την χώραν διά να ανταμώσω τους φίλους μου. Αυτοί ωσάν με είδαν, εθαύμασαν που με είδαν ζωντανόν λέγοντές μου, πως οι σύντροφοί σου που είχες μισεύσει με αυτούς από εδώ, μας είπαν πως απέθανες. Ευθύς δε που άκουσα ότι οι τζοβαϊρτζήδες σύντροφοι μου ευρίσκοντο εκεί, επήγα εις τον βεζύρην και έπεσα εις τους πόδας του, και του εδιηγήθηκα την προδοσίαν των συντρόφων μου. Ο βεζύρης έστειλεν ευθύς και τους έφερεν έμπροσθέν του, και τους ερώτησε, αν είνε αλήθεια τα όσα εγώ τους εγκαλούσα· αυτοί δε άρχισαν να το αρνούνται με κάθε τρόπον μα ο βεζύρης ωσάν φρόνιμος που ήτον με τες εξέτασες που τους έκαμεν, εκατάλαβε πως ήταν πταίσται, και βεβαιωμένος ευθύς επρόσταξε διά να φυλακώσουν και τους δύο, έως που να δώση την είδησιν του Καλίφη, διά να προστάξη τι θάνατον να τους δώση. Αυτοί όντες φυλακωμένοι υποχρέωσαν τους φύλακας βασιλικά, και το τρίτον εδόθη εις εμένα διά εκείνο που μου επήραν.
Ύστερον από αυτό δεν εστοχάσθηκα άλλο, παρά να βαλθώ εις μίαν ήσυχην ζωήν με την Τζελίκαν μου. Ημείς επερνούσαμεν τες ημέρες μας με μίαν τελείαν ενότητα· η οποία δυστυχώς δεν διήρκεσε πολύ.
Διότι μίαν βραδειάν, γυρίζοντας από μίαν συναναστροφήν φίλων και φθάνοντας εις το σπήτι μου, κτυπώ την πόρταν και κανείς δεν μου αποκρίνεται ούτε μου ανοίγει. Εγώ έμεινα εκστατικός εις αυτό, ξαναχτυπώ την πόρταν δυνατώτερα· μα ουκ ην φωνή, και ουκ ην ακρόασις· μου αβγάτισε τότε ο θαυμασμός μου· τι πρέπει να στοχασθώ, έλεγα ανάμεσόν μου; ετούτη θα είναι μία νέα δυστυχία που μου εσυνέβη; εις τον κτύπον δε τον μέγαν που έκανα, οι γειτόνοι μου εβγήκαν και ήλθον να ιδούν τι ήτον· αυτοί με εβοήθησαν και ερρίξαμεν την πόρταν, και εμβαίνοντες μέσα εις το σπήτι ευρίσκομεν όλους τους δούλους πνιγμένους· απερνούμεν εις τον χοντζερέ της Τζελίκας (ω θέαμα φοβερόν) και ευρίσκομεν τον Καμπούρ και την Καλεκάρην φονευμένους, και πνιγμένους εις τα αίματά τους. Κράζω την βασιλοπούλαν, και αυτή δεν αποκρίνεται εις την φωνήν μου. Τρέχω εις όλα τα μέρη του σπητιού, και μην ευρίσκοντάς την, έπεσα αποκαμωμένος εις τες αγκάλες ενός γείτονός μου.
Οπόταν οι γειτόνοι μου με έκαναν να ξαναλάβω τες αίσθησές μου, εσηκώθηκα και έτρεξα εις τον Κατή, και ανήγγειλα το συμβεβηκός μου. Αυτός έστειλεν ευθύς πολλούς καβαλαρέους εις τες στράτες διά να χαλέψουν τους φονείς και άρπαγας, μα δεν εστάθη τρόπος που να λάβουν καμμίαν είδησιν. Τότε εγώ μην ηξεύροντας το τι να στοχασθώ δι' αυτήν την νέαν μου συμφοράν, έπεσα άρρωστος διά πολύν καιρόν, και ωσάν εγέρευσα, επούλησα το ό,τι και αν είχα και υπήγα και εκατοίκησα εις το Μουσούλ, φέροντας με λόγου μου εκείνον τον πλούτον που μου απομείνει. Εκεί μένοντας καμπόσον καιρόν εμβήκα εις την αυλήν του Βασιλέως διά τζοχαντάρης, και από ολίγον κατ' ολίγον, διά την καλήν μου δούλευσιν, ο βασιλεύς με έκαμε Βεζύρην του, ο οποίος με αγαπούσε κατά πολλά διά την καλήν μου κυβέρνησιν· μα ως εκεί δεν έπαυσεν η τύχη μου που να μη με κατατρέξη· κάποιος αξιωματικός της αυλής του Βασιλέως έλαβε φθόνον μέγαν εναντίον μου, και τόσον έκαμε, που ο Βασιλεύς απεφάσισε να με αποξενώση από την δούλευσιν του, διά να παύσουν τα σκάνδαλα. Και με τούτον τον τρόπον εβγήκα από το Μουσούλ, και ήλθα εδώ εις την Δαμασκόν, εις την οποίαν έλαβα την τιμήν διά να έμβω μέσα εις την δούλευσιν της Βασιλείας σου.
Ετούτη, ω πολυχρονεμένε μου Βασιλέα, είναι η ιστορία της ζωής μου, και η αιτία ετούτης της βαθείας μου μελαγχολίας, εις την οποίαν είμαι πάντα βυθισμένος. Ο αρπαγμός της Τζελίκας στέκει πάντα τυπωμένος εις την καρδιά μου, και με κάνει αναίσθητον εις κάθε λογής χαροποίησιν. Αν ήξευρα ότι αυτή η βασιλοπούλα δεν ζη, ημπορούσα να απαρατήσω την ενθύμησίν της ακόμη ωσάν την άλλην φοράν· μα η άγνοια της τύχης της με κάνει διά παντός να θρέφω εις την καρδίαν μου ακατάπαυστον πόνον, και απ' αυτόν ημπορείς να καταλάβης καταλεπτώς την αιτίαν της μελαγχολίας μου, και σε αφίνω να διακρίνης αν έχω δικαίαν αιτίαν να είμαι πάντοτε περίλυπος και μελαγχολικός καθώς με βλέπεις.