← Table of contents
Χαλιμά, Τόμος 2

Front matter (continued 3)

Reading edition

Ο Καρούχ, δεν ημπόρεσε να ακούση αυτήν την ιστορίαν, χωρίς ν' αγροικήση, κάποιαν σύγχυσιν εις το πνεύμα του, και του ήλθε εις τον νουν, ότι αυτή η βασιλοπούλα είναι εκείνη, που είδεν εις τον ύπνον του, πως έφευγε τους άνδρας και τους εμισούσεν· όθεν έλαβε χαράν και θλίψιν· χαράν, επειδή και έμαθε τέλος πάντων ποία ήτον εκείνη που του έτρωσε την καρδίαν, και θλίψιν, ακούοντας την σληροκαρδίαν που είχεν εναντίον εις τους άνδρας, και που με κανένα τρόπον δεν ήθελε να ακούση υπανδρείαν, το οποίον πράγμα τον έβανε εις μέγαν φόβον· πως δεν θέλει λάβει το ποθούμενον όθεν άρχιζε πάλιν να δίδεται εις νέαν μελαγχολίαν· Εγώ όμως βλέποντάς τον έτσι, ευθύς του είπα· ω ακριβό μου βασιλόπουλο, μην φοβάσαι τίποτε· η ευτυχία σου είνε βεβαία, επειδή και τώρα ηξεύρομεν με τι υποκείμενον έχομεν να κάμωμεν· διά τούτο άφησε να κάμω εγώ, και του λόγου σου μη σε μέλει τίποτε και άλλο δεν ζητώ απ' εσένα, παρά να κάμης, καθώς σε ερμηνεύω. Του λόγου σου λοιπόν, μείνε εδώ εις τούτην την πολιτείαν με τους ανθρώπους σου και εγώ θέλω πηγαίνει εις το βασίλειον της Κασμυρίας, και σου τάσσω πως να μην περάση πολύς καιρός που να σου φέρω εδώ το υποκείμενον της επιθυμίας σου. Μη μου ζητής πώς θα έχω να κάμω να το βάλλω εις πράξιν, διότι ούτε εγώ ο ίδιος δεν το ηξεύρω, αλλά θέλω συμβουλευθή με τες περιστάσεις, και κατά πως μου φανή αρμόδιον θέλω κάμει. Το Βασιλόπουλο καταπεισμένον εις τα λόγια μου και εις την πίστιν που είχα διά να κατορθώσω αυτό, με αγκάλιασε και, έπειτα περάσαμε το επίλοιπον της ημέρας εις ηδονές και ξεφαντώσεις.

Την ερχομένην αυγήν επήρα θέλημα από τον Καρούκ, και εμίσευσα καβαλλάρης επάνω εις ένα άλογον εύμορφον και ανδρείον. Ύστερα από πολλών ημερών δρόμον, έφθασα εις τούτον τον τόπον, και βλέποντας ετούτο το εύμορφο λειβάδι, ηθέλησα να αναπαυθώ κάμποση ώρα, και ξεπεζεύοντας επήγα σιγά, εις το παλάτι, εκεί που βλέπεις εκείνα τα εύμορφα δένδρα και εκάθησα υποκάτω εις ένα από αυτά, κοντά εις το οποίον έτρεχεν ένα κρυσταλλώδες νερόν. Όθεν πίνοντας από αυτό, και γροικώντας την ευωδίαν των ανθέων, και τον δροσερόν αέρα που έπνεε, με έπιασεν ένας γλυκύς ύπνος, και αποκοιμήθηκα διά κάμποση ώρα και αφού εξύπνησα βλέπω ολόγυρά μου πέντε έξ ελαφίνες άσπρες, που είχαν επάνωθέν τους ένα σκέπασμα γαλάζιο από ατλάζι, και εις τα ποδάρια βραχιόλια από χρυσάφι.

Εγώ βλέποντας τες έτσι κοντά μου άρχισα να τες θαυμάζω, και να τες χαϊδεύω· έτσι κάνοντας τες επαρατήρησα που έχυναν δάκρυα πολλώτατα, κάνοντάς μου διάφορα σχήματα. Αυτό με εξέπληξε πολύ περισσότερον, μην ηξεύροντας τι να στοχασθώ δι' αυτά που έβλεπα· και εκεί που τοιαύτης λογής εστοχαζόμουν, γυρίζω τα μάτια μου προς το παλάτι, και βλέπω εις ένα παράθυρον μίαν ωραιοτάτην κυράν, που μου έκανε νόημα να υπάγω εις αυτήν. Ευθύς άφησα εκεί το άλογόν μου, και εκίνησα με προθυμίαν να υπάγω προς αυτήν με όλον που οι ελαφίνες μου εφαίνονταν πως με εμποδούσαν, τραβώντας με με τα δόντια τους από τα φορέματα, και εμποδίζοντάς μου την στράταν. Μ' όλον που ήμουν εκστατικός διά τα σχήματα, και διά τα δάκρυα εκείνων των ζώων, δεν επαράτησα να στοχασθώ εις την ιδίαν στιγμήν ότι εις αυτό θα ήτο τάχατες κάποιο μυστήριον· μα η επιθυμία εις το να ιδώ εκείνο το υποκείμενον, εθάμπωσε την φρόνησίν μου και με ωδήγησεν εκεί.

Φθάνοντας λοιπόν εις το παλάτι, με εδέχθη με μεγάλην δεξίωσιν εκείνη η Κυρά, η οποία ήτο πλέον ωραιοτέρα από σιμά παρά από μακράν. Αυτή παίρνοντάς με από το χέρι με έφερεν εις ένα θαυμάσιον χοντζερέ, και με έβαλε και εκάθησα μαζί της επάνω εις ένα χρυσόν σοφά· ύστερα δε από τους πρώτους χαιρετισμούς μερικές σκλάβες έφεραν διαφόρων λογιών οπωρικά εις ένα δίσκον από φαρφουρί της Κίνας. Η κυρά διαλέγοντας ένα από εκείνα τα οπωρικά το πλέον εύμορφον, μου το έδωκε διά να γευθώ, μα ευθύς που το εγεύθηκα, άλλαξεν αιφνιδίως εκείνη το βλέμμα της και με οργήν μου είπε· «Τολμηρέ, και απόκοτε ξένε, δοκίμασε την παιδείαν την διωρισμένην εις όλους εκείνους που τολμηρώς εμβαίνουν εις το παλάτι της Μερχάνης· άφησε την φυσικήν σου μορφήν και λάβε εκείνην μιας ελάφου· χάσε την ομιλίαν σου, και διαφύλαξε μόνον το ανθρώπινον λογικόν να σου δουλεύη διά περισσοτέραν σου παιδείαν.» Ακόμη δεν είχε καλοτελειώσει αυτά τα λόγια, και ευρέθηκα μεταμορφωμένος εις ελάφι, και βάνοντάς μου εις τον ίδιον καιρόν ένα σκέπασμα επάνω μου, έκαμε να με φέρουν εις μίαν μάνδραν, που ήτον πλέον παρά διακόσια άλλα ελάφια ή διά να ειπώ καλίτερα άνθρωποι, πού η κακή τους τύχη τους έφερεν εκεί ωσάν και εμένα, και τους εμεταμόρφωσεν εις ελάφια.

Βλέποντας τον εαυτόν μου εις αυτήν την μορφήν, άρχισα να στοχάζωμαι την δυστυχισμένην μου κατάστασιν, και δεν ήτον τόσον ο πόνος της δυστυχίας μου που με έθλιβεν, όσον ήτον εκείνος που έθρεφα διά τον Καρούκ· αλλοί εις εμέ, έλεγα κάθε στιγμήν· τι θέλει είναι διά τον αγαπημένον μου Καρούκ; πώς θέλει ημπορέσει πλέον να λάβη την πλήρωσιν της επιθυμίας του; θέλει με καρτερεί χωρίς ποτέ να με μεταϊδή, και μη βλέποντάς με θέλει έλθει εις απελπισίαν. Αυτά και άλλα παρόμοια έλεγα, και εστοχαζόμουν, τα οποία μου επροξενούσαν θλίψιν απαρηγόρητον διά πολύν καιρόν.

Μίαν ημέραν το λοιπόν, που ευρισκόμουν εις αυτήν την κατάστασιν, βλέπω μίαν άλλην ωραιοτάτην κυράν πλουσίως ενδυμένην με οχτώ δέκα σκλάβες κοντά της, εις μίαν από τες οποίες είπε, θεωρώντας τα ελάφια. Κατά αλήθειαν εγώ πολλά θρηνώ ετούτους τους δυστυχείς· πόσον είναι άσπλαχνη η αδελφή μου Μερχάνη, η οποία την τέχνην που ηξεύρει, δεν την μεταχειρίζεται εις άλλο, παρά εις το να βλάπτη το γένος των ανθρώπων. Αλήθεια την έμαθα και εγώ την τέχνην της μαγείας, μα την μεταχειρίζομαι εις άλλα πράγματα ωφέλιμα, όχι εις το να βλάψω τους ανθρώπους, αλλά να τους συντρέξω, μα επειδή και η αδελφή μου δεν είναι εδώ διά την ώρα, έχω επιθυμίαν να κάμω ένα καλόν σήμερον. Πήγαινε λοιπόν να πιάσης ένα από αυτά τα ελάφια, και να μου το φέρης εις το χοντζερέ μου το συντομότερον. Και έτσι λέγοντας, εμπήκε εις το παλάτι.

Εκείνη η σκλάβα κατά τύχην έπιασεν εμένα, και με έφερεν εις την κυρίαν της, η οποία βλέποντάς με, ήνοιξεν ένα κουτί που είχε μίαν αλοιφήν, και μου άλειψε τα ρουθούνια λέγοντάς μου· «Ω άνθρωπε άφησε την μορφήν του ελαφιού, και λάβε την φυσικήν σου». Ευθύς δε που εφώνησεν αυτά τα λόγια ευρέθηκα καθώς ήμουν πρώτα, και έπεσα εις τους πόδας της κυράς διά να την ευχαριστήσω. Μα αυτή σηκώνοντάς με μέ εξέτασε τι όνομα έχω, και από ποίον τόπον είμαι, και πώς έτυχα και έπεσα εις τας χείρας της αδελφής της. Εγώ της απεκρίθηκα εις όσα με ερώτησε, χωρίς να της κρύψω το παραμικρόν. Και τελειώνοντάς την ομιλίαν μου αυτή μου είπεν·

Επειδή και του λόγου σου μου εφανέρωσες το ποίος είσαι, ιδού που θέλω και εγώ να σου φανερώνω το ποία είμαι· Εγώ είμαι θυγατέρα ενός Μεγιστάνος της αυλής της Κασμυρίας, εις την οποίαν έχεις να πηγαίνης και ονομάζομαι Γουλνάζε, εκείνη που σε έκαμε ελάφι, είναι αδελφή μου μεγαλείτερη και ονομάζεται Μερχάνη. Αυτή είναι μια φοβερά Μάγισσα, που την δύναμίν της είναι να την φοβάται καθένας. Άλλη από μένα δεν ημπορούσε να σε ελευθερώση από τα χέρια της, και με όλον που είμαι αδελφή της, αν αυτή απεικάση πως σε ελευθέρωσα, φοβούμαι να μη με παιδεύση σκληρώς· μα ότι και αν μου ήθελε τύχει δεν το μετανοώ διά το καλόν που σου έκαμα, και θέλω, διά να είσαι περισσότερον υπόχρεως, να σε βοηθήσω εις το να κάμης ευτυχισμένον το βασιλόπουλο, τον φίλον σου. Ομολογώ ότι είναι δύσκολον να λάβη αυτήν την ευτυχίαν, επειδή και όποιος επιθυμεί να απολαύση αυτό, πρέπει να αποκτήση το θάρρος της βασιλοπούλας, το οποίον εσύ δεν ειμπορείς να το απολαύσης, αν δεν ήθελες απεράση εις την αυλήν του πατρός της, του βασιλέως της Κασμυρίας, εις φήμην αγίου ανθρώπου.

Μα πώς ημπορώ, απεκρίθηκα, εγώ, να λάβω αυτήν την φήμην, και να κερδίσω την ευλάβειαν εκεί; Άλλο δεν θέλεις κάμει, μου είπεν εκείνη, παρά να ακολουθήσης με προσοχήν εκείνο που θέλω σε διατάξει. Και έτσι λέγοντας, εμπήκεν εις τον χοντζερέ της, και ευθύς εγύρισε με μίαν γαράφαν εις το χέρι γεμάτην νερόν. Ετούτον είπεν αυτή είναι εκείνο που σου χρειάζεται διά να πληρώσης την επιχείρησίν σου· έπαρέ το λοιπόν και πήγαινε εις την πόλιν της Κασμυρίας, η οποία δεν είναι πολλά μακρόν από εδώ μα πριν έμβης εις αυτήν εγδύσου τα φορέματά σου, και ενδύσου ωσάν Δερβύσης· και πριν ενδυθής αυτό το φόρεμα αλείψου εις όλον σου το κορμί αυτό το νερόν της γαράφας, και έπειτα έμβα εις την χώραν· εκεί θέλεις συναπαντήση τους φύλακας της πόλεως, οι οποίοι θέλουν σου ειπή· ω σεβάσμιε Δερβύση, από πόθεν έρχεσαι; του λόγου σου αποκρίσου· εγώ είμαι Δερβύσης, και έρχομαι από τα έσχατα σύνορα της δύσεως διά ευλάβειαν, εις το να επισκεφθώ τον μέγαν Καισάγιαν. Αυτοί ωσάν ακούσουν πως πηγαίνεις να επισκεφθής εκείνο το είδωλον, από τόπον τόσον μακρυνόν, θέλουν πέσει εις τους πόδας σου, και θέλουν σού φέρει με σέβας έμπροσθεν εις τον Τογρούλμπεϊν βασιλέα, ο οποίος θέλει σε παρουσιάσει εις τον μέγαν ιερέα του ναού του Καισάγια.

Εκείνος ο ιερεύς, και όλοι οι άλλοι υπηρέται του ειδώλου, θέλουν σε φέρει εις τον ναόν, ο οποίος διά την ωραιότητα και μεγαλοπρέπειαν υπερβαίνει κάθε άλλον που ευρίσκεται εις τον κόσμον. Αυτός είνε περιτριγυρισμένος από βαθύτατον χαντάκι γεμάτον νερόν το οποίον βράζει χωρίς φωτιά· και εκείθεν από το χαντάκι φαίνεται ένα έδαφος από πλάκες τζελικένιες φλογερές, που ακαταπαύστως βγάζουν άπειρες φωτιές, εις τρόπον που ο ναός φαίνεται να είναι όλος πύρινος. Τότε ο προεστώς θέλει σου ειπεί· ω φοίνιξ του αιώνος, εσύ υπέφερες πολλούς κινδύνους, και κόπους πριν φθάσης εδώ· ο μέγας Καισάγιας, διά τον οποίον έκαμες ένα τόσον σκληρόν ταξείδι, κατοικεί εδώ· αυτός ευρίσκεται κρυμμένος εις το αγιαστήριόν του. Οι άνθρωποι δεν εμπορούν να τον ιδούν αν δεν ήθελαν περάσει από τούτο το νερόν το βραστόν, και να περιπατήσουν ξυπόλυτοι επάνω εις το έδαφος το πύρινον. Όθεν του λόγου σου μην ημπορώντας να κάμης αυτό, κάνει χρεία απ' εδώ να τον προσκυνήσης, και θέλεις έχει κάθε μισθόν.

Τότε του λόγου σου, μου είπεν η Γουλνάζε, θέλεις φωνάξει με μεγάλην χαράν, λέγοντας είμαι έτοιμος να το κάμω, και έχω πίστιν να μην πάθω τίποτε. Και ωσάν ειπής έτσι περιπάτει χωρίς φόβον, επειδή και το νερόν που αλήφθης, έχει την χάριν να κάμη το νερόν χλιαρόν, και θέλει εμποδίσει που να σε κάψη τόσον το νερόν, ωσάν και το έδαφος. Εμβαίνοντας εις τον ναόν, θέλεις ιδεί τον Καισάγια, και θέλει σταθή όλην την ημέραν εκεί διά να τον λατρεύσης· έπειτα θέλει έλθει ο μέγας ιερεύς να μιλήση μετ' εσένα και θέλει σε κηρύξει διάδοχόν του. Εσύ θέλεις περάσει με αυτόν δεκατέσσαρες ημέρες, και εις την δεκάτην πέμπτην, εκεί που κοιμάται θέλεις του αλείψει τα ρουθούνια με μίαν σκόνιν που θέλω σου δώσει, διά μέσον της οποίας ευθύς θέλει αποθάνει, και εσύ θέλεις μείνει διάδοχός του. Και οπόταν ανέβης εις αυτήν την αξίαν, θέλεις υπάγει να επισκεφθής το βασιλόπουλο της Κασμυρίας, το οποίον από πολύν καιρόν ευρίσκεται άρρωστον, απαρατημένον από τους ιατρούς. Του λόγου σου θέλεις διαβάσει επάνωθεν του μίαν προσευχήν, που θέλω σου δώσει, και ευθύς εκείνο θέλει ιατρευθή. Η φήμη αυτής της ιατρείας θέλει κηρυχθή εις όλον τον λαόν του βασιλείου, οι οποίοι θέλουν σε στοχασθή ωσάν άγιον και η Φαρουχνάζ η βασιλοπούλα, της Κασμυρίας, θέλει απιθυμήσει από την φήμην σου να σε ιδεί. Περισσότερον δεν σου λέγω· το υπόλοιπον το τι έχεις να κάμης στέκει εις την επιτηδειότητά σου.

Έταξα να ακολουθήσω καταλεπτώς την ερμηνείαν της Γουλνάζε, η οποία μου έδωσε την σκόνιν, και την προσευχήν γραμμένην που έμελλα να ειπώ εις το άρρωστον βασιλόπουλον, και με απέστειλε λέγοντάς μου· μίσευσε ογλήγορα πριν φθάση η αδελφή μου, και μας παιδεύση και τους δύο, διά το να της εχάλασα την μαγείαν.

Εγώ ευχαριστώντας την εις τρόπον που της έδινα να γνωρίση μίαν ζωντανήν υποχρέωσιν, και παίρνοντας τα όσα μου έδωσεν αναχώρησα μετά χαράς μεγάλης. Και φθάνοντας σιμά εις την πόλιν της Κασμυρίας, έπειτα από ολίγας ημέρας αγόρασα ένα φόρεμα Δερβύσικον, και το ενδύθηκα, και αλείφοντάς με και με το νερόν, υπήγα εις την πόρταν της πόλεως. Οι φύλακες με πολλήν ευλάβειαν με επήραν και με έφεραν εις τον Βασιλέα. Ο Βασιλεύς με επαρουσίασεν εις τον μέγαν Δερβύσην. Επεριπάτησα επάνω εις το έδαφος χωρίς να βλαφθώ· εμπήκα εις τον ναόν, και τέλος πάντων είδα τον μέγαν Καισάγιαν, που ήτον βαλμένος εις ένα θρόνον χρυσόν. Αυτό είνε καθώς εσύ το ηξεύρεις καλώτατα, ένα είδωλον, καμωμένον από φίλδισι, μιας μεγαλειότητος υπερβολικής· οι οφθαλμοί του είνε από δύο μεγάλα καρβούνια, εις το κεφάλι έχει μίαν κορώναν από ρουμπίνια πολύτιμα, και είνε ζωσμένος με ένα κεμέρι όλον από διαμάντια.

Έμεινα εκεί όλην την ημέραν. Ήλθεν ο προεστώς και με εκήρυξε διάδοχόν του· τον εθανάτωσα εις την δεκάτην πέμπτην ημέραν, και έμεινα εις τον τόπον του. Τέλος πάντων ιάτρευσα τον αδελφόν σου, διά το οποίον έλαβα τόσην μεγάλην φήμην, που σε έκαμε να λάβης την επιθυμίαν διά να με ιδής. Το υπόλοιπον του λόγου σου το ηξεύρεις, με τι τρόπον σε εκατάπεισα να αλλάξης την βουλήν σου. Ετούτα όλα, ω ωραιοτάτη Φαρουχνάζ, ακολούθησεν ο Δερβύσης, εστοχάσθηκα πλέον να μη σου τα κρύψω. Συμπάθησόν μου το στρατήγημα που επιχειρίσθηκα, διά να σου βγάλω τη ψευδή φαντασίαν και γνώμην, που είχες διά τους άνδρας, και διά να ανταμώσω την τύχην σου, με εκείνην του πλέον ωραίου Βασιλοπούλου, απ' όλα τα Βασιλόπουλα του κόσμου.

Η Βασιλοπούλα εκοκκίνησε, διαρκούσης της ομιλίας, η οποία την έκανε καλώς να καταλάβη πως εστάθη γελασμένη· μα η αγάπη που αγροικούσε διά το Βασιλόπουλο της Περσίας δεν την άφησε να θυμωθή εναντίον του πλαστού Δερβύση. Τελείωσε, του είπε αυτή να μου φανερώσης εκείνο που έκαμες, και τι εκατώρθωσες εις τούτο το παλάτι της Μάγισσας. Ωραία Φαρουχνάζ, άρχισεν εκείνος να λέγη, οπόταν έφθασα εις το παλάτι, ηύρα ανοικτήν την πόρταν, και εμπαίνοντας μέσα δεν είδα κανένα, μοναχά ήκουσα μίαν φωνήν παραπονετικήν, που έβγαινεν από ένα μέρος. Ακολούθησα την φωνήν, και ήλθα και εμπήκα εις ένα χοντζερέ. Εκεί ηύρα μία νέαν Κυράν με πολλά σίδερα δεμένην χέρια και πόδας, και είχε το κεφάλι κατεβασμένον εις τα γόνατά της, και εθρηνούσε την κατάστασίν της.

Επλησίασα εις αυτήν παρακινούμενος από ευσπλαχνίαν, διά να την ελαφρώσω, μα τι λογής εστάθη ο θαυμασμός μου, οπόταν εκείνη εσήκωσε το κεφάλι, και εγνώρισα εις εκείνην την δυστυχισμένην την ευργέτιδά μου, την ωραίαν Γουλνάζε!

Εις μίαν τέτοιαν αξιοθρήνητον θεωρίαν, εγέμισα από θυμόν και οργήν· ω ωραία μου Γουλνάζε, εφώναξα, εις τι κατάστασιν σε ευρίσκω; ποία βάρβαρα χέρια ημπόρεσαν να σε φορτώσουν αυτά τα σίδερα; Αχ, αγαπημένε μου Σειρμώγ, μου απεκρίθη αυτή· είσαι εσύ εκείνος, που βλέπω; ποία κακή τύχη σε εμετάφερεν εδώ; αλλοί εις εμέ θέλεις γένει ογλήγωρα και εσύ θυσία της σκληράς αδελφής μου· εκατάλαβεν αυτή πως σε ελευθέρωσα, και διά να με παιδεύση, με έβαλεν εις τούτες τες αλυσίδες, και ευρίσκομαι εδώ από εκείνον τον καιρόν που σε ελευθέρωσα· μα εκείνο που με θλίβει περισσότερον είναι ο κίνδυνος εις τον οποίον ευρίσκεσαι και του λόγου σου. Φεύγε, σε παρακαλώ, το ογληγορώτερον, διά να με σε εύρη η σκληρά και σε παιδεύση. Α! και πώς, κυρά μου, απεκρίθην εγώ, εσύ θέλεις να φύγω και να σε απαρατήσω αβοήθητον; με στοχάζεσαι τόσον αχάριστον; αγαπώ καλύτερα να αποθάνω, παρά να σε αφήσω εις αυτήν την κατάστασιν, χωρίς να σε ελευθερώσω. Ειπέ μου το λοιπόν, σε παρακαλώ, το τι έχω να κάμω, διά να σε ελευθερώσω, αν είναι δυνατόν, και έχω καρδιάν να το βάλλω εις πράξιν.

Επειδή και έχεις τόσην καρδίαν και ανδρείαν, απεκρίθη η Γουλνάζε, η ελευθερία μου εις του λόγου σου στέκει· ύπαγε εις το περιβόλι, και εκεί θέλεις εύρει την αδελφήν μου που κοιμάται επάνω εις ένα κρεβάτι από χόρτα και άνθη και υποκάτω από το προσκέφαλόν της έχει μίαν σακκούλαν από ατιλάζι, και αν ημπορέσης να της πάρης την σακκούλαν χωρίς να την εξυπνήσης, η δουλειά έγινε, επειδή εκεί έχει τα κλειδιά από τες αλυσίδες μου, και τούτο είναι ο τρόπος που ημπορείς να με ελευθερώσης· μα ανίσως και εξυπνήση η Μερχάνη, εκεί που παίρνεις την σακκούλαν, σου δίνω είδησιν πως θέλεις είσαι χαμένος. Άφησε να κάμω εγώ, της είπα, σου τάσσω ότι θα σου φέρω τα κλειδιά, χωρίς να κινδυνεύσω. Και έτσι λέγοντας εβγαίνω ευθύς από το παλάτι, και πηγαίνω εις το περιβόλι, εις το οποίον βλέπω την Μερχάνην που κοιμούνταν, με την σακκούλαν υποκάτω από το κεφάλι της.

Εγώ στοχαζόμενος πως ήτον αδύνατον να την πάρω χωρίς να εξυπνήση, απεφάσισα και της έκοψα το κεφάλι με το σπαθί μου, και έφερα την σακκούλαν εις την αδελφήν της, της οποίας της εδιηγήθηκα το ό,τι έκαμα, και έμεινε εκστατική εις την αποκοτίαν μου, χωρίς να κλαύση τον θάνατον της αδελφής της. Και ύστερα από αυτά έβγαλα τα κλειδιά από την σακκούλαν και άνοιξα τα σίδηρα, και ελευθέρωσα την ωραίαν μου Κυράν. Με αυτόν τον τρόπον, ακολούθησεν ο Σειρμώγ να λέγη, ελευθερωθήκαμεν από την πλέον χειρότερην γυναίκα της γης. Ημείς κατά το παρόν ημπορούμεν να έμπωμεν εις το παλάτι με ελευθερίαν· η Γουλνάζε μας καρτερεί να μας απολαύση μετά χαράς, επειδή γροικά τόσην χαράν διά την ελευθερίαν της. Και έτσι λέγοντας επήρε την Φαρουχνάζ από το χέρι μαζή με την βάγια της, και την έφερε εις το παλάτι. Η Γουλνάζε ήρχονταν εις συναπάντησίν τους, και όταν είδε την βασιλοπούλαν έπεσεν εις τους πόδας της. Μα η Φαρουχνάζ την εσήκωσε και τρυφερά την αγκάλιασε· ωραία Γουλνάζε, της είπεν, έχω όλην την ευχαρίστησιν, που ο γενναίος Σειρμώγ σε ελευθέρωσε κατά το χρέος του.

Βέβαια της απεκρίθη εκείνη χαμογελώντας, είχε κάποιον χρέος να πασχίση διά την ελευθερίαν μου, παρά να με αφήση εις τα δεσμά. Και από αυτό ημπορείς να καταλάβης πως το ελάφι δεν απαρατεί την έλαφον, οπόταν εκείνη έχει χρείαν από βοήθειαν.

Ύστερον από αυτά τα λόγια και άλλα, εμβήκαν εις το παλάτι το οποίον η Φαρουχνάζ το εστοχάσθη θαυμασιώτατον. Έπειτα εβγήκαν από αυτό και υπήγαν εις την μάνδραν, όπου ήτον περισσότερον από τριακόσια ελάφια. Η αδελφή της Μερχάνης τα έκαμεν ευθύς να λάβουν την φυσικήν τους μορφήν, με τον ίδιον τρόπον που είχε κάμει του Σειρμώγ. Και καθώς ελάβαιναν την μορφήν τους έπεφταν εις τους πόδας της ευεργέτιδός τους διά να την ευχαριστήσουν καθώς έπρεπεν. Ήσαν από αυτούς το περισσότερον νέοι ευγενείς, και καλά καμωμένοι, οι οποίοι ήτον από διάφορα μέρη της Ανατολής, που επήγαιναν και ήρχονταν εις το βασίλειον της Κασμυρίας.

Μα ο οδηγός της Φαρουχνάζ, ήγουν ο Σειρμώγ, έμεινε πολλά εκστατικός εις τα να ιδή ανάμεσα εις αυτούς το αγαπημένο του βασιλόπουλο της Περσίας. Έτρεξεν ευθύς και του έπεσεν εις τα γόνατα· ακριβό μου βασιλόπουλο, εφώναξεν είναι δυνατόν να σε εύρω εδώ; Ω αγαπημένε μου φίλε, του απεκρίθη αυτό σηκώνοντάς τον, είσαι συ ο Σειρμώγ που παρασταίνεσαι εις τους οφθαλμούς μου; Ναι, ω αυθέντα, του είπεν ο Σειρμώγ, εγώ είμαι ο ίδιος· και δι' άκραν σου αγαλλίασιν, ιδού που σου προσφέρω και την ποθητήν σου βασιλοπούλα της Κασμυρίας. Εις αυτά τα λόγια τον έφερε προς την Φαρουχνάζ, η οποία ευθύς εγνώρισεν εις το βασιλόπουλο την μορφήν που εις τον ύπνον της είχεν ιδεί. Ομοίως και το βασιλόπουλο εγνώρισε ευθύς εις το να την θεωρήση πως ήτον η βασιλοπούλα, της οποίας ήτον πάντα εις την ενθύμισίν του η ωραιοτάτη μορφή.

Αφού και αμφότερα τα μέρη έδειξαν φανερώς την ευχαρίστησίν τους και την χαράν που αγροικούσαν, διά την αμοιβαίαν τους αντάμωσιν και απόλαυσιν εκείνου, που εποθούσαν από πολλούς χρόνους, ο Σειρμώγ ερώτησε το βασιλόπουλον της Περσίας, πώς έπεσεν εις χείρας εκείνης της οχληράς μάγισσας. Το οποίον του απεκρίθη πως βλέποντας την πολλήν σου άργητα, ω αγαπημένε μου Σειρμώγ, και μη έχοντας καμμίαν είδησιν διά λόγου σου, αφού και εμίσευσες διά την Κασμυρίαν, ηθέλησα να έλθω ο ίδιος διά να σε ανταμώσω, και να ιδώ πώς πηγαίνει η επιχείρησίς σου· και ούτως απερνώντας από τούτο το λειβάδι εσυναπάντησα την μάγισσαν, που εσεργιάνιζεν εις αυτό, η οποία με πολλήν ευγένειαν με εκάλεσε διά να πηγαίνω εις το παλάτι της να την επισκεφθώ. Εγώ βλέποντάς την πολλήν της ευγένειαν και την γλυκάδα της ομιλίας της υπήγα εις το παλάτι της και ανάμεσα εις τες άλλες δεξιωσύνες που μου έκαμε, μου έδωκεν ένα ωραίον οπωρικόν διά να φάγω. Και ευθύς που έφαγα εμεταμορφώθηκα εις ελάφι, και εβάλθηκα εις εκείνην την μάνδραν, που ήσαν τα άλλα καθώς τα είδες.

Εις το αναμεταξύ που αυτοί εσυνωμιλούσαν τα συμβεβηκότα τους, η Γουλνάζε επήγεν εις το λειβάδι, εις το οποίον έβοσκαν οι ελαφίνες και τες έκαμε και αυτές με τον ίδιον τρόπον να λάβουν την φυσικήν τους μορφήν· οι οποίες ήσαν όλες νέες αρχοντοπούλες, πολλά νόστιμες και ωραίες, και ωσάν τες έδωσε την μορφήν τους, τες έφερεν έμπροσθεν της βασιλοπούλας και του βασιλόπουλου, και τες υποχρέωσε διά να διηγηθούν τες ιστορίες τους. Αυτές όλες οι αρχοντοπούλες είχαν εκεί τους αγαπητικούς τους, και ήταν εκστατικές, εις το να τους ιδούν και αυτούς ελευθερωμένους από την μαγικήν δύναμιν της Μερχάνης, που τους εκρατούσεν υποκάτω εις μορφήν ζώων. Οι οποίοι αφού και ευχαρίστησαν μυριάκις τον σωτήρα τους, επήραν θέλημα και ανεχώρησαν, και επήγε καθένας με την αγαπητικήν του εις τον τόπον του.

Δεν έμειναν εις το παλάτι άλλοι, παρά η Γουλνάζε με την συνοδίαν της Φαρουχνάζης και το βασιλόπουλο με τον Σειρμώγ, οι οποίοι έμειναν εκεί διά μερικές ημέρες χαρούμενοι. Έπειτα εμίσευσαν όλοι ομού διά την Περσίαν, και εκεί έκαμαν τους γάμους με μεγάλην παράταξιν, και εστεφανώθηκαν η Φαρουχνάζ με τον Καρούκ, το βασιλόπουλον της Περσίας, και η Γουλνάζε με τον Σειρμώγ, τον οποίον τον ετίμησεν ο Καρούκ με μεγάλα χαρίσματα και αξίες διά την πιστήν του δούλευσιν, και τον έκαμε πρώτον κυβερνήτην του βασιλείου· επειδή και έπειτα από ολίγας ημέρας μετά τον γυρισμόν τους εις την Περσίαν, απέθανεν ο βασιλεύς ο πατέρας του, ο οποίος εφαίνετο να μην εκαρτερούσεν άλλο διά να αποθάνη, παρά τον γυρισμόν του υιού του. Ο οποίος ευθύς ανέβη εις τον θρόνον του πατρός του· και απέρασαν το επίλοιπον της ζωής των μετά μεγάλης χαράς και ευχαριστήσεως, χαιρούμενοι όλοι διά τες απόκτησές των, και διά την ευτυχισμένην τους τύχην.

Τοιαύτης λογής η Χαλιμά ετελείωσε την ιστορίαν της βασίλισσας Φαρουχνάζης, και των άλλων ιστοριών, που εις αυτήν επερικλείοντο· Και ο βασιλεύς Αϊδήν της έδειξε πάλιν την ευχαρίστησιν, που έλαβεν ακόμη και δι' αυτήν την ιστορίαν, ομοίως και η αδελφή της Μεδινά, και δεν έπαυσαν να επαινούν την ευγλωττίαν και την καλήν μνήμην που είχεν. Όθεν η Χαλιμά λαμβάνοντας περισσότερον θάρρος διά την ευχαρίστησιν που ελάμβανεν ο Αϊδήν, του είπε, πως εις την αύριον, αν είναι με το θέλημα του, θέλει του διηγηθή μίαν άλλην ιστορίαν, που της ήλθεν εις την ενθύμησιν, καλύτερην και νοστιμώτερην από όσες του διηγήθη. Τότε της απεκρίθη ο Αϊδήν ότι όχι μόνον αυτήν, αλλά κάθε άλλην που θα ήθελε του διηγηθή, ήθελεν έχει μεγάλην ευχαρίστησιν διά να την ακούση, ώστε απεφάσισεν ότι την ερχομένην ημέραν ήθελε την ακροασθή. Ερχομένη λοιπόν η ημέρα κατά την υπόσχεσιν που είχεν η Μεδινά, εξύπνησε την Χαλιμάν, λέγοντάς της να διηγηθή την ιστορίαν που υπεσχέθη. Και η Χαλιμά εσηκώθη ευθύς, και άρχισε να λέγη.

Ιστορία των περιέργων συμβάντων του Κουλούφ

Ήτο μίαν φοράν εις την Δαμασκόν ένας γέροντας πραγματευτής, ονομαζόμενος Αμπτουλάς, ο οποίος εφημίζετο πως ήτον ο πλουσιώτερος από τους άλλους πραγματευτάδες. Αυτός όντας τέτοιας λογής πλούσιος, εθλίβετο μεγάλως που δεν είχε κληρονόμον, όθεν έκαμε κάθε δυνατόν διά να αποκτήση. Η θύρα του σπητιού του ήτον πάντα ανοικτή εις τους πτωχούς· καθημερινώς δεν έλειπε να μοιράζη πλουσιοπαρόχως ελεημοσύνας προς τους Δερβύσιδες, διά να παρακαλούν τον Θεόν να του χαρίση ένα κληρονόμον· έκτισε ξενοδοχεία, Μαρέτια και Μετζίτια, μα του εστάθηκαν ανώφελα.

Μίαν ημέραν ακούει πως ήλθεν ένας ιατρός θαυμάσιος Ινδιάνος εις την Δαμασκόν και ευθύς στέλνει και τον κράζει, του οποίου διηγείται τον πόνον του και την επιθυμίαν που είχε διά να αποκτήση ένα υιόν. Ο ιατρός τον ελυπήθη και έβαλεν όλην του την σπουδήν διά να τον χαροποίηση. Τέλος πάντων από αιτίαν του ιατρού έλαβεν εις ολίγον καιρόν ένα υιόν, τον οποίον ωνόμασε Κουλούφ· αυτός δε εις την γέννησιν του υιού του έκαμεν άμετρες χαρές, και μεγάλες ελεημοσύνες εις πτωχούς και ξένους, εις δόξαν Θεού που του εχάρισε το ποθούμενον. Αυξάνοντας δε ο Κουλούφ ο πατέρας του τον έβαλε διά να μάθη γράμματα και τόσον επρόκοψε που πριν φθάση εις τους δεκαοκτώ χρόνους έγινε τέλειος εις όλες τες επιστήμες και εις τες γλώσσες και περιπλέον έγινεν εμπειρότατος εις όλες τες ασκήσεις τες σωματικές, ήγουν να παλεύη, να τραβά το δοξάρι, να παίζη το σπαθί, και άλλα παρόμοια, τόσον που όλοι τον εθαύμαζον, και μάλιστα ο πατέρας του τον αγαπούσε τόσον που δεν ημπορούσε να ζήση μίαν ώραν μακράν απ' αυτόν. Ως τόσον ο θάνατος που δεν υποφέρει κανένα να είναι εις τον κόσμον ευτυχισμένος, έρχεται αιφνιδίως και σηκώνει τον γέροντα πραγματευτήν. Έμεινε λοιπόν ο Κουλούφ κληρονόμος εις όλον τον βίον του πατρός του· μα δεν τον εξουσίασε διά πολύν καιρόν, επειδή και ευθύς που έμεινε τέλειος νοικοκύρης, άρχισε να τον φθείρη, έκτισε παλάτια, αγόρασε εύμορφες σκλάβες, και έκλεξε πολλούς νέους διά να του είνε σύντροφοι εις τες ασωτίες του, και επερνούσε τες ημέρες εις τες ηδονές με αυτουνούς. Εδιαμοιράζοντο εις το σπήτι του τα πλέον ευγενικά φαγητά και πιοτά, και δεν έκανε άλλο παρά να συνευφραίνεται με χορούς, με παιγνίδια, με λαλήματα και άλλα. Και δεν απέρασε πολύς καιρός που έφθειρεν όλην του την περιουσίαν· έπειτα εστάθη στενεμμένος από την αφροσύνην του να πουλήση τα παλάτια του και τους σκλάβους του, και από ολίγον κατ' ολίγον ήλθεν εις μεγάλην δυστυχίαν, η οποία επροξένησε μεγάλην ευχαρίστησιν προς τους εχθρούς του.

Τότε αυτός εμετανόησε διά τα άσωτά του καμώματα, επρόστρεξεν όμως εις εκείνα τα υποκείμενα που τον είχαν συμβοηθήση εις τον φθαρμόν του· φίλοι μου, τους είπεν, εσείς με είδετε εις τι ευτυχίαν ήμουν και τώρα εις τι κατάστασιν ήρθα, προστρέχω εις εσάς να με βοηθήσετε, διά να ξαναέβγω από το πέσιμόν μου· ενθυμηθήτε τες μεγάλες δωρεές που σας έκανα οπόταν σας είχα εις το τραπέζι μου· εγώ δεν αμφιβάλλω ότι θέλει με βοηθήσετε, διά να έβγω από την κατάστασιν εις την οποίαν ευρίσκομαι, και να με ελευθερώσετε από τούτον τον κίνδυνον. Έτσι ο δυστυχής Κουλούφ έπασχε διά να παρακινήση εις έλεος τους φίλους του διά να τον συντρέξουν, μα αυτός ωμιλούσεν εις τόσους κωφούς· άλλος μεν του έδειχνε πως του εκακοφαίνονταν να τον βλέπη εις αυτήν την κατάστασιν, και του έταζε να παρακαλέση τον Θεόν διά να τον βοηθήση· άλλος δε του έλεγεν ότι ας είχε γνώσιν να μην είχεν έλθει εις αυτήν την δυστυχίαν· και άλλος αντάμωνεν εις την απελπισίαν την αχαριστίαν, και του αρνούνταν ως και την παρηγορίαν να τον συμπαθήση και του εγύριζε τες πλάτες, και κοντολογής όλοι τον αποστρέφονταν, και πολλοί εκαμώνονταν πως δεν τον γνωρίζουν. Ω ψεύτικοι φίλοι, εφώναξεν ο Κουλούφ! η ανευχαριστία σας και το σκληρόν σας φέρσιμον πολλά με παιδεύει, που εστάθηκα πολλά άφρων εις το να στοχασθώ ότι εσείς, μου είσθε αληθινοί φίλοι.

Ο υιός, του Αμπτουλά ήτον περισσότερον θλιμμένος διά την αχαριστίαν των φίλων του των ψεύτικων, που εστάθηκαν συμβοηθοί και έφθειρε τον πλούτον του, παρά εις την κατάστασιν που ευρίσκονταν, όθεν απεφάσισε να ξεμακρύνη από την Δαμασκόν, διά να μην τους μεταϊδή εις τα μάτια του και θλίβεται περισσότερον. Μισεύοντας το λοιπόν από την Δαμασκόν επήγε προς το μέρος των Καραϊτών και ήλθεν εις την πόλιν Καρακοράμ, εκεί που εβασίλευεν ο Καπαλκάμ· και φθάνοντας εκεί επήγε και εκόνεψε εις ένα χάνι, και με τα δηνάρια που του είχαν περισσεύσεί έκαμεν ένα φόρεμα και ένα φακιόλι, κατά την συνήθειαν του τόπου. Και όλην την άλλην ημέραν δεν έκαμεν άλλο παρά να περιδιαβάζη και να βλέπη τα πλέον περίεργα του τόπου και το βράδυ ετραβάτο εις το κονάκι του.

Μίαν ημέραν ήκουσεν ότι ο βασιλεύς Καπαλκάμ ετοιμάζετο διά να πηγαίνη με μεγάλον στράτευμα εναντίον δύο γειτόνων του βασιλέων που ήρχονταν διά να του πάρουν τους τόπους του. Επήγε να προσφέρη την δούλεψίν του προς τον Βασιλέα, ο οποίος τον έβαλεν εις τον αριθμόν των στρατιωτών του. Αυτός ο νέος εφέρθη με τόσην ανδρείαν εις αυτόν τον πόλεμον, που σχεδόν από τες νίκες που έκαμεν εκατατροπώθηκαν οι εχθροί του Βασιλέως. Έλαβε λοιπόν μεγάλες τιμές από τον βασιλέα, και τον επαίνεσαν όλοι οι αρχηγοί· και περιπλέον έλαβε και την επίσκεψιν του Μουγγάρ, υιού του Βασιλέως. Μα έως εδώ δεν εστάθη η φήμη του επειδή και παύοντας αυτός ο πόλεμος, εσηκώθησαν άλλοι δύο Βασιλείς εναντίον του Καπαλκάμ. Όθεν αυτός ο Βασιλεύς εγύρισε τα άρματά του εναντίον αυτών των νέων εχθρών και τότε πάλιν ο υιός του Αμπτουλά έδειξε και εις αυτόν τον πόλεμον περισσοτέραν ανδρείαν από τον άλλον. Αυτή η δευτέρα φήμη, τον έκαμε να έμπη καθολικά εις την χάριν του Μουγγάρ Βασιλοπούλου, τόσον που δεν τον άφινεν από κοντά του, και από ημέραν εις ημέραν ηύξανεν η αγάπη του προς αυτόν· όθεν εις ολίγον διάστημα καιρού, ο Κουλούφ έγινεν ο μυστικός του. Ύστερον δε από ολίγον καιρόν, απέθανεν ο Καπαλκάμ, και ο υιός του ανέβη εις τον θρόνον, και ευθύς που εκηρύχθη Βασιλεύς επλούτηνε τον Κουλούφ από αξίες και τιμές και τον έκαμε πρώτον του συμβουλάτορα.

Ο Κουλούφ βλέποντας ότι τα πράγματά του άλλαξαν μορφήν, και ότι δεν ευρέθη περισσότερον ευτυχισμένος ωσάν τότε, είπε με τον εαυτόν του· κάνει χρεία να πιστεύση κάνεις βεβαίως ότι όλα τα συμβεβηκότα της ζωής μας είναι γραμμένα εις τον ουρανόν. Οπόταν εζούσα εις την Δαμασκόν εν ταις τρυφαίς, ελόγιαζα ποτέ πως θέλω έλθει εις δυστυχίαν; και ερχόμενος εδώ εις Καρακορτάμ ημπορούσα ποτέ να ελπίσω να γένω εκείνος που είμαι; όχι βέβαια· όλες οι ευτυχίες μας και οι δυστυχίες μας κρέμονται από θέλησιν ανωτέραν. Ας ζήσωμεν το λοιπόν κατά πως μας αρέσει, και ας αναμένωμεν τα της τύχης, που δεν ημπορούμεν να αποφύγωμεν. Εις τούτον τον τρόπον στοχαζόμενος ο Κουλούφ, κατά πως εστοχάσθηκεν, έτσι ακολουθούσε την θέλησίν του χωρίς εναντίωσιν.

Ιστορία της ωραίας Δηλαράς

Μίαν ημέραν βγαίνοντας ο Κουλούφ από το παλάτι, συναπαντά μίαν γυναίκα γραίαν σκεπασμένην με ένα πανί της Ινδίας και ο γύρος του πανιού ήτον κεντημένος με χρυσίον και ρουμπίνια· είχεν αυτή μία αρμαθιά μαργαριτάρια εις το ένα χέρι, και εις το άλλο ένα δεκανίκι, και πέντε σκλάβες σκεπασμένες και αυτές, και την εσυντρόφευαν. Επλησίασεν αυτός προς την γραίαν και την ερωτά, αν οι σκλάβες ήτον διά πούλημα. Ναι, είπεν η γραία· μα ετούτες, με όλον που είναι εύμορφες, δεν είναι διά λόγου σου αλλ' επειδή σε βλέπω πως είσαι ένας ευγενής άνθρωπος, επιθυμώ να σε κάμω να διαλέξης, την πλέον ωραίαν που να σου αρέση, από άλλες που έχω εις το σπήτι μου, και αν θέλης έλα κοντά μου διά να τις ιδής. Λέγοντας έτσι εκίνησαν μαζί με τον Κουλούφ διά να πηγαίνουν. Φθάνοντας δε εμπρός εις ένα μετζίτι, η γραία του λέγει· καρτέρει με εδώ, ω αυθέντη, έως να γυρίσω. Απέρασεν έως μία ώρα, και ιδού που βλέπει την γραίαν με μίαν κόρην που είχε ένα μποχτζέ, εις τον οποίον είχεν ένα πανί και ένα φερετζέ με τα οποία ένδυσε τον Κουλούφ λέγοντάς του· αυθέντη, ημείς είμασθε υποκείμενα τιμημένα και από καλό γένος, και δεν είνε τίμιον ένας ξένος να έμπη εις το σπήτι μας, και διά τούτο σε ενδύω γυναίκια, διά να μη γνωρισθής. Ο δε Κουλούφ δεν ωμίλησεν, αλλά ηκολούθησε την γραίαν, η οποία τον έφερεν εις ένα μεγάλο παλάτι αγνώριστο, εις το οποίον εμβαίνοντας έβλεπεν ότι τα όσα του επαρουσιάζονταν εις τα μάτια του είχαν μίαν υπερβολικήν μεγαλοπρέπειαν και μεγαλειότητα, αφού όμως επέρασαν μίαν μεγάλην αυλήν που ήτον πατωμένη με πλάκες από δίασπρον, έφθασαν εις μίαν σάλαν μιας υπερβολικής μεγαλειότητος, εις το μέσον της οποίας ήτον μία λεκάνη πορφυρά γεμάτη νερό, και μέσα εις αυτήν έπλεγαν διάφορα ψάρια με βούλλες χρυσές· και εις το αναμεταξύ που αυτός εστοχάζονταν τα ψάρια με θαυμασμό, βλέπει να πλησιάζη προς αυτόν μία Κυρά πολλά νέα με χαροποιόν πρόσωπον, και αφού τον επροσκύνησε, τον επήρεν από το χέρι και τον έβαλε να καθίση επάνω εις μίαν χρυσήν μαξιλάραν και όταν εκάθισεν, αυτή έλαβε την επιμέλειαν διά να του σφουγγίση το πρόσωπον που ήτον ιδρωμένον, με ένα ψιλό μαντύλι, και κάνοντάς του ετούτην την δούλευσιν εχαμογελούσε, και του έδινε ματιές από τες οποίες πολλά γλήγορα έμεινε τετρωμένος.

Τον καιρόν που αυτός την εύρισκε πολλά της αρεσκείας του και αποφάσισε διά να την αγοράση να που μία άλλη νέα, της οποίας τα ξανθά μαλλιά εκυματούσαν επάνω εις τες πλάτες της, και μάλιστα ήτον πλέον ωραία από την πρώτην, η οποία ήρχονταν προς αυτόν. Αυτή επλησίαζε με μίαν νοστιμάδα ευγενικήν προς τον Κουλούφ, του οποίου επήρε το χέρι και το εφίλησε, και ύστερον ετοίμαζε διά να του πλύνη τα ποδάρια εις μίαν λεκάνην χρυσήν. Αυτός δεν ηθέλησε να υπακούση, και όντας εκστατικός διά την ωραιότητά της, εσηκώθη διά να πέση εις τα γόνατά της με την απόφασιν διά να την αγοράση· μα έξαφνα έμεινεν ακίνητος, ωσάν ένας που χάνει τες αισθησές του, εις το να ιδή είκοσι άλλες νέες την μίαν ωραιότερην από την άλλην. Αυτές εσυντρόφευαν μίαν κυράν νεαράς ηλικίας, ακόμη πλέον ωραίαν και πλουσιώτερον φορεμένην από τες άλλες και εφαίνονταν ότι αυτή θα ήτον η κυρά τους. Ο δε Κουλούφ επίστευσε πως βλέπει την σελήνην τριγυρισμένην από τους αστέρας και εις την θεωρίαν της θαυμασίας εκείνης ωραιότητος έπεσε λιγοθυμημένος. Οι σκλάβες έτρεξαν ευθύς όλες να τον συντρέξουν και κάνοντάς του να επανέλθη εις τον εαυτόν του, η κυρά που του επροξένησε τούτο, έτσι του ωμίλησε· καλώς μας ήλθες, ευγενικέ νέε. Ο Κουλούφ αφού την επροσκύνησεν, έβγαλε από την καρδιά του ένα βαθύτατον στεναγμόν. Έπειτα οι σκλάβες τον έβαλαν και εκάθισεν εις ένα θρονί και ευθύς του έφεραν ένα εξαίρετον σερμπίτι, εις κούπες χρυσές κεκοσμημένες με πετράδια, το οποίον το έπιε μαζί με την Κυράν. Αυτή βλέποντας το μελαγχολικόν του πρόσωπον, και συγχυσμένον, που σχεδόν δεν ημπορούσε να προφέρη ένα λόγον, του λέγει· από τι προέρχεται η σύγχυσίς σου που σε κυριεύει και η μελαγχολία που φαίνεται εις τους οφθαλμούς σου; μήπως και είσαι βαρεμένος εις το να ευρίσκεσαι εις την συντροφιά μας με το να μη σου αρέση. Α, ωραιοτάτη Κυρά, της απεκρίθη, κυττάζοντας την με ένα βλέμμα ερωτικόν· Παύσε, σε παρακαλώ, παύσε να με πειράζης· πολλά καλά ηξεύρεις, ότι δεν ημπορούν να θεωρηθούν χωρίς βλάψιμον οι χάριτες σου· είμαι, σου το ομολογώ, έξω από τον εαυτόν μου· μία σύγχυσις, που εγώ δεν ημπορώ να την καταλάβω, κυριεύει όλα τα πνεύματα, και με κάνει να στέκω με τούτον τον τρόπον μελαγχολικός. Στάσου με καλήν καρδίαν, τον αντίκοψεν η Κυρά, και στοχάσου πως εδώ ήλθες διά να αγοράσης μίαν σκλάβαν. Ας υπάμεν το λοιπόν όλοι μαζί να καθήσωμεν εις το τραπέζι, και ελπίζω η συντροφιά μας να σε χαροποιήση.

Λέγοντας έτσι εκείνη επήρε τον Κουλούφ από το χέρι και τον έφερεν εις μίαν σάλαν και εκεί εκάθησαν όλες εις μίαν μακράν τράπεζαν, η οποία ήτον γεμάτη από πολυποίκιλα και νόστιμα φαγητά και πιοτά. Και αφού έφαγαν και έπιαν, εσηκώθηκαν οι σκλάβες από την τράπεζαν και άλλες επήραν και ελαλούσαν διάφορα όργανα, και άλλες ετραγουδούσαν με αγγελικές φωνές, και άλλες εχόρευαν διαφόρους χορούς. Παύοντας αυτές επήρεν η κυρά ένα τζιβούρι και το ελαλούσε, τραγουδώντας με μίαν φωνήν τόσον γλυκείαν και ωραίαν, που υπερέβαινε τα ίδια αηδόνια.

Ο Κουλούφ ακούοντάς την αγγελικήν της φωνήν και το εύμορφον λάλημά της, δεν ημπόρεσε πλέον να υποφέρη την φλόγα του έρωτος. Κυρά μου, εφώναξεν, εσύ μου εσήκωσες τον λογισμόν μου, εγώ δεν ημπορώ να υποφέρω τες σαϊτιές που μου δίνεις· δος μου άδειαν να ημπορέσω να σου φιλήσω το χέρι, και να βάλλω το κεφάλι μου υποκάτω εις τους πόδας σου. Έτσι λέγοντας ετούτος ο ταλαίπωρος αγαπητικός, έπεσε κατά γης, ωσάν ένας που είνε έξω του εαυτού του, και παίρνοντας το χέρι της κυράς το εφίλησε με πολλήν τρυφερότητα. Μα εκείνη η γλυκυτάτη νέα θυμωμένη διά την τόλμην του, τον άμπωσε με αγριότητα και του είπεν· όποιος και αν είσαι, στάσου, και μη ξεπηδάς τα όρια της σωφροσύνης· εγώ είμαι μία θυγατέρα ευγενής· είναι μάταιον εσύ να επιθυμήσης να με αποκτήσης, επειδή και δεν ηξεύρεις να με απολαύσης, διά το οποίον δεν θέλεις με ιδεί πλέον. Με τούτα τα λόγια, αυτή ετραβήχθη ομού με τες άλλες νέες που την εσυντρόφευαν και έμεινεν εκεί αυτός μόνος.

Ο Κουλούφ έμεινε πολλά θλιμμένος, που επροξένησε της κυράς που αγαπούσε δυσαρέσκειαν, και έστεκεν εκεί εις την σάλαν περικυκλωμένος από χιλίους στοχασμούς. Τότε ήλθε προς αυτόν η γραία που τον είχε φέρει εκεί και του είπε· δεν έπρεπε να φερθής με τέτοιον τρόπον εις την κυράν και με όλον που εγώ σου έδωκα να καταλάβης πως ήταν σκλάβες, εσύ έπρεπε να στοχασθής από την μεγαλοπρέπειαν του παλατίου, και από τα πλούσια φορέματα που ήτον στολισμένη, ότι ήταν άλλα υποκείμενα· αυτή το λοιπόν η κυρά που την επρόσβαλες είνε θυγατέρα ενός από τους πρώτους της αυλής του βασιλέως. Η ομιλία της γραίας αβγάτισεν όχι μόνον την αγάπην του Κουλούφ, αλλά και την θλίψιν του ακόμη εις το να μην εφέρθη τακτικώς με αυτήν, και ήτον σαστισμένος διά να την ξαναϊδή.

Τότε η κυρά, πλέον καλύτερα ενδεδυμένη με διαφορετικά φορέματα, έρχεται εις την σάλαν με τες άλλες νέες, και άρχισε να γελά βλέποντάς τον Κουλούφ μεγαγχολικόν και σκυθρωπόν. Εγώ λογιάζω, του λέγει ότι εμετανόησες διά το λάθος που έκαμες, και θέλω να σε συμπαθήσω, με συμφωνίαν ότι εις το ερχόμενον να είσαι πλέον τακτικός, και να μου φανερώσης και ποίος είσαι. Καθώς αυτός δεν επιθυμούσεν άλλο παρά να ξαναφιλιωθή με αυτήν την ευγενικήν κυράν, έτσι δίχως δισταγμόν της εφανέρωσε πως ονομάζετο Καλούφ, και ήτον μυστικός του βασιλέως.

Κύριε, τότε του απεκρίθη, είνε καιρός που η φήμη σου ήλθεν εις τα αυτιά μου, αγροίκησα πως εσύ είσαι ο πλέον αγαπημένος του βασιλέως· όθεν είχα επιθυμίαν πολλήν διά να σε ιδώ· χαίρομαι το λοιπόν που σήμερον έλαβα τούτην την ευχαρίστησιν· ας ακολουθήσωμεν το λοιπόν τα λαλούμενα και τους χορούς μας, είπε προς τες νέες, και, ας κάμωμε κάθε δυνατόν διά να δώσωμεν χαροποίησιν τούτου του ξένου. Όλες οι νέες εξανάρχισαν να χορεύουν, να λαλούν, και να κάνουν κάθε λογής παιχνίδια, έως που ήλθεν η νύκτα. Και αφού ενύκτωσεν άναψαν διάφορα κηρία και λαμπάδες και εις το αναμεταξύ που ετοίμαζαν το δείπνον, η κυρά και ο Κουλούφ ευρίσκονταν μαζί, και εσυνομιλούσαν διάφορες υποθέσεις του βασιλέως· και ανάμεσα εις τες άλλες η κυρά τον εξέταζεν αν αυτός ο βασιλεύς είχεν εύμορφες σκλάβες. Ναι, ω κυρά, είπεν ο Κουλούφ αυτός έχει πολλά ωραίες σκλάβες, και διά τώρα, αγαπά μίαν που ονομάζεται Γουλαδάμ· ετούτη είνε μία νέα πολλά ωραία, και ήθελα ειπεί πως αυτή θα ήτον η πλέον εύμορφη που ευρίσκεται στον κόσμον, ανίσως και δεν ήθελα ιδεί εσένα· επειδή και το κάλλος σου υπερβαίνει κατά πολλά εκείνης, και δεν ημπορεί με κανένα τρόπον να παρομοιασθή με εσένα.

Ετούτα τα κολακευτικά λόγια δεν εκακοφάνηκαν της Δηλαράς (έτσι ωνομάζετο αυτή η κυρά)· η οποία ήτον θυγατέρα του Βαρούκ, μεγάλου αυθέντου της Καραΐτης, ο οποίος τότε δεν ευρίσκονταν εκεί, με το να είχε πάγει από μέρος του Βασιλέως του διά να συγχαρή τον Ουσβάκ Χαν, που ανέβη εις τον θρόνον της Ταρταρίας· και εις αυτό το διάστημα που αυτός έλειπεν, η Δηλαρά έκλινε να φέρη από καμμίαν φοράν ένα νέον εις το σπήτι της διά να μετεωρισθή, και να περάση ο καιρός της· μα έστεκε μ' όλον τούτο πολύ εις τα εδικά της, οπόταν ήθελεν επεικάσει κανένα που να της ήθελε χάσει το σέβας. Έμεινε λοιπόν αυτή πολλά ευχαριστημένη εις το να ακούση τον Κουλούφ ότι αυτή υπερέβαινεν εις την ευμορφιάν την αγαπητικήν του Βασιλέως, και τούτος ο έπαινος την έκαμε πλέον ζωντανήν και χαροποιάν· όθεν τον καιρόν του δείπνου είπε πολλά πράγματα νόστιμα, και ετελείωσε με το πνεύμα της εις το να ανάψη του Κουλούφ την φλόγα του έρωτος προς αυτήν.

Ο Κουλούφ το λοιπόν οπόταν ήλθεν ο καιρός διά να αναχωρήση, εστάθη έμπροσθεν της Δηλαράς και της είπεν· αν εγώ ήθελα σταθή μαζί σου εκατόν χρόνους, ήθελε μου φανή να μην εστάθην μίαν στιγμήν μα ό,τι λογής και αν ήθελε ήτον η ευχαρίστησίς μου, κάνει χρεία να σε απαρατήσω διά να αναπαυθής· αύριον αν ορίσης και είναι με το θέλημά σου θέλω ξαναέλθη. Εγώ σου δίδω το θέλημα, απεκρίθη εκείνη· εσύ πρέπει το βράδυ να ευρεθής εις την ιδίαν πόρταν του μετσινίου, και θέλω κάμει να σε φέρουν εδώ. Ετούτο λέγοντας ο Κουλούφ, ευχαριστώντάς την, εβγήκεν από το παλάτι.

Φθάνοντας εις την κατοικίαν του, όλην την νύκτα δεν έκλεισε μάτι στοχαζόμενος το κάλλος της Δηλαράς, και τα όσα είδεν εκείνην την ημέραν. Το ταχύ που εσηκώθη ευθύς επήγεν εις τον Βασιλέα. Ε, πόθεν έρχεσαι, ω Κουλούφ, του είπεν ο Βασιλεύς, ευθύς που τον είδε· τι εγίνηκες εχθές, και δεν εφάνης καθόλου προς εμένα; Αυθέντα, του απεκρίθη ο Κουλούφ, οπόταν η βασιλεία σου θέλει μάθει τα όσα μου εσυνέβηκαν, θέλει με συμπαθήσει που δεν ήλθα· και τον ίδιον καιρόν του εδιηγήθη τα όσα του ηκολούθησαν· είναι αδύνατον, του είπεν ο Βασιλεύς, τούτη η Κυρά να είναι τόσον ωραία, καθώς μου διηγάσαι· εσύ μου μιλείς με τόσην ζωντανωσύνην, που με κάνει να μην το πιστεύω. Αυθέντη, εξαναείπεν ο Κουλούφ, κοντολογής είναι τόσον ωραία που σχεδόν ο πλέον περίφημος ζωγράφος ημπορεί να αμφιβάλη διά να την παρομοιάση με το κονδύλι· ω, τούτο είναι παρά πολύ, του είπεν ο Βασιλεύς· εσύ με κάνεις να μου έλθη επιθυμία διά να την ιδώ, και θέλω χωρίς άλλο τούτην την νύκτα να έλθω μαζί σου, οπόταν έχη να πας.

Η περιέργεια του νέου Βασιλέως έθλιψε τον Κουλούφ· μα αυθέντη, του είπεν με τι τρόπον εγώ ημπορώ να σε κάμω να έλθης μαζί μου εις αυτήν· και τι να της ειπώ το πώς και ποίος είσαι; Εγώ θέλω ενδυθή, λέγει ο Βασιλεύς, με φορέματα ενός σκλάβου, και θέλω απεράση διά σκλάβος σου, και σαν έλθω εκεί, θέλω σταθή εις καμμίαν αγκωνήν διά να ιδώ τα πάντα. Ο Κουλούφ δεν ετόλμησε να εναντιωθή του αυθεντός του, ο οποίος ενδυνόμενος με το φόρεμα του σκλάβου, προς το βράδυ επήγαν εις την πόρταν του μιτζιτιού. Δεν επέρασε πολύ, και είδαν την γραίαν που ήλθεν, η οποία είπεν· τον σκλάβον δεν κάνει χρεία να τον πάρης, απαραίτησέ τον και έλα μόνος σου. Ακριβή μου μητέρα, είπεν ο Κουλούφ, σε παρακαλώ να αφήσης ετούτος ο σκλάβος να έλθη μαζί μας· επειδή και είναι ένας πολλά επιτήδειος νέος, ο οποίος τραγουδεί πολλά εύμορφα, κάνει στίχους αιφνιδίως, και άλλα πολλά νόστιμα πράγματα, και της Κυράς σου δεν θέλει της κακοφανή ωσάν τον ιδεί. Η γερόντισσα δεν ωμίλησεν άλλο, παρά τους επήρε, και τους έφερεν εις το παλάτι της Κυράς.

Αυτή βλέποντάς τον σκλάβον, ηρώτησε τον Κουλούφ, διατί έφερεν αυτόν τον σκλάβον μαζί του· ο δε της είπε πως ετούτος ο σκλάβος είναι πολλά μέτωρος, μπουφόνος, ήγουν τζουτζές, λαλεί ευμορφότατα το κύμβαλον, τραγουδεί εξαίσια, και κάνει και τον ποιητήν· ελπίζω το λοιπόν πως θέλει σας δώσει ηδονήν. Ωσάν είναι έτσι, απεκρίθη η Κυρά, καλώς ήλθε· μα, φίλε, λέγει προς τον σκλάβον, κύτταξε να είσαι τακτικός με τες νέες μου, διά να μην το μετανοήσης. Ο Βασιλεύς βλέποντας τον εαυτόν του ότι ήτο υπόχρεως διά να κάμη τον μπουφόνον, άρχισε να χορατεύη, και τόσον καλά εφέρθη, που η Κυρά είπε του Κουλούφ· κατά αλήθειαν εσύ έχεις ένα δουλευτήν πολλά μέτωρον, και ελπίζω απόψε να μας χαροποιήση. Επειδή και έχει την τύχην λέγει ο Κουλούφ, διά να είναι της αρεσκείας σου, δεν είναι πλέον ιδικός μου, αλλά ιδικός σου, Κυρά μου.

Εκεί που έτσι ωμιλούσαν, ήλθε μία σκλάβα και έδωκε είδησιν, ότι ο δείπνος ήτον έτοιμος. Η Κυρά και ο Κουλούφ εκάθησαν εις την τράπεζαν, και ο σκλάβος έστεκεν ορθός· και καθώς ο σκλάβος έδιδεν ευχαρίστησιν της Δηλαράς με τα μέτωρά του, εζήτησε θέλημα από τον αγαπημένον της, διά να τον βάλη να καθήση εις την τράπεζαν με αυτούς. Ο Κουλούφ αφού και έκαμε κάποιες εναντίωσες, τον επρόσταξεν και εκάθησεν ανάμεσόν τους, και άρχισαν διά να φαν. Φέροντας το κρασί, η Δηλαρά εγέμισεν ένα ποτήρι, και το δίδει του σκλάβου, έπειτα του λέγει· πίε εις υγείαν μου. Ο βασιλεύς φιλώντας το χέρι της, που εκρατούσε το ποτήρι, το επήρε και το έπιεν εις υγείαν της. Η Δηλαρά γεμίζοντας άλλο ένα ποτήρι, λέγει προς τον Κουλούφ διά να τον πειράξη· το πίνω ετούτο εις την υγείαν εκείνης που αγαπάς, ήγουν της ωραίας Γουλεδάμ, αγαπητικής του βασιλέως σου. Κυρά, απεκρίθη ο Κουλούφ, με το πρόσωπον όλον κόκκινον, μη γένοιτο, ότι εγώ να λάβω τόσην τόλμην να υψώσω τους στοχασμούς μου εις την αγαπητικήν του Βασιλέως μου. Φυλάττω διά τούτο μίαν άκραν ευλάβειαν προς αυτόν. Ας είνε, εσύ θέλεις να αποσκεπασθής, απεκρίθη η Δηλαρά γελώντας· εγώ ενθυμούμαι ότι εχθές μου ωμίλησες με ένα τρόπον που σε έδειχνε πολλά φερμένον προς αυτήν και πως κάποιες φορές απερνάτε τον καιρόν με αυτήν χωρίς να το ηξεύρη ο βασιλεύς. Αυτός εις τούτα τα λόγια, τα οποία εγνώριζε το τι ημπορούσαν να προξενήσουν, αντραλώθη μεγάλως, και είπε· σε παρακαλώ, Κυρά μου, άφησε αυτά τα μετωρίσματα επάνω εις ετούτην την υπόθεσιν, επειδή και εγώ δεν έλαβα ποτέ καμμίαν συναναστροφήν με αυτήν, αλλ' ούτε ποσώς την τόλμην, να μιλήσω με αυτόν τον τρόπον δι' αυτήν.

Η αντράλωσις που ο Κουλούφ έλαβε δι' αυτά τα λόγια, έδωσαν αιτίαν της Δηλαράς να γελάση μεγάλως· μα ως τόσον του Βασιλέως του εμπήκε καρφί εις την καρδίαν διά ταύτην την υπόθεσιν μα ως φρόνιμος που ήτον, εκαμώνονταν πως δεν ακούει, και ακολούθησε να μετωρίζεται και να πίνουν και οι τρεις. Και ως τόσον ο Βασιλεύς από ολίγον ολίγον ανάπτοντας από το κρασί, αλησμόνησε που έκανε τον σκλάβον, και άρχισε να λέγη της Δηλαράς. Κυρά μου, κάμε μου την χάριν, τραγούδησέ μου κανένα τραγούδι εύμορφον από εκείνα που ηξεύρεις. Η Δηλαρά διά να τον ευχαριστήση ωσάν που απερνούσε διά μπουφόνος, επήρεν ένα τζιβούρι και το ελάλησε, συντροφιασμένον με την φωνήν της, που εφαίνονταν να ήτον αγγελική.

Ο Βασιλεύς που δεν είχεν ακούσει ακόμη τινά να τραγουδήση έτσι νόστιμα και γλυκά, ομοίως και να λαλήση με τόσην τελειότητα, του άρεσε τόσον, που μη ενθυμώντας πλέον πως έκανε τον σκλάβον, εφώναξεν από την ηδονήν του. Εσύ, Κυρά μου, με κάνεις να υπάγω εις έκστασιν. Ο Ισαάκ, πρώτος μου τραγουδιστής, ωνομασμένος εις διάφορα βασίλεια διά την φωνήν του, δεν είναι αρκετός να σε φθάση. Ο Κουλούφ έμεινεν ωσάν νεκρός διά την φανέρωσίν του· και η Δηλαρά γνωρίζοντας από τούτα τα λόγια ότι ο νομιζόμενος σκλάβος ήτον ο ίδιος ο βασιλεύς, εσηκώθη ευθύς από τον τόπον της, και έτρεξε διά να χαλέψη ένα μπούλωμα διά να σκεπάση το πρόσωπόν της. Α, ημείς είμασθε χαμένες, λέγει με χαμηλήν φωνήν προς τες άλλες νέες. Εκείνος δεν είναι σκλάβος, αλλά είναι ο ίδιος ο βασιλεύς. Ετούτο λέγοντας εγύρισε σκεπασμένη να εύρη τον βασιλέα, και δεν αποκοτούσε διά να καθήση πλέον κοντά του. Κάθησε, κυρά, της λέγει αυτός, σ' εμένα πρέπει θα σταθώ ορθός εις την επιφάνειάν σου.

Η Κυρά εδόθη εις ένα πικρόν κλαύσιμον, και πέφτοντας εις τους πόδας του τού εζητούσε συμπάθειαν αν έσφαλε μη γνωρίζοντάς τον. Ο βασιλεύς σηκώνοντάς την της είπε, να μην φοβάσαι τίποτα· και έπειτα την ερώτησε το ποία ήτον, και αυτή εν συντομία του επλήρωσε την περιέργειαν· και ύστερον που έμαθε το ποία ήτον, επήρε τον Κουλούφ, και μισεύοντας από εκεί εγύρισαν εις το παλάτι του.

Τα αστεία μετωρίσματα, που έκαμεν η Δηλαρά προς τον Κουλούφ, επάνω εις την Γολεδάμ, αγαπητικήν του βασιλέως, επροξένησαν κακά αποτελέσματα. Ο βασιλεύς πιστεύοντας από τα λόγια της Δηλαράς, ότι αναμέσον της αγαπητικής του και του Κουλούφ απερνούσεν αληθώς ανταπόκρισις αγάπης, χωρίς να κάμη καμμίαν εξέτασιν διά να ξεσκεπάση την αλήθειαν, επρόσταξε το ταχύ ο Κουλούφ να μη τολμήση να έλθη πλέον έμπροσθέν του και ότι εις διορίαν δώδεκα ωρών να μισεύση από το βασίλειόν του.

Ο ταλαίπωρος αγαπημένος του βασιλέως, θλιμμένος διά την νέαν του δυστυχίαν και ηξεύροντας ότι ήτον ανεύθυνος, επάσχισε διά να εύρη το μέσον προς τον βασιλέα διά να δικαιολογηθή, μα εστάθη αδύνατον. Τότε έκλινε με υπομονήν εις το ριζικόν του· επήκουσε την προσταγήν την βασιλικήν, και συντροφιαζόμενος με ένα κερβάνι που επήγαινεν εις την Ταρταρίαν, επήγε με αυτό εις την Σαμαρκάντα, και έμεινε με μεγαλοψυχίαν αφιερωμένος εις εκείνο που ο ουρανός του είχε αποφασισμένον και μην στοχαζόμενος πλέον την περασμένην του ευτυχίαν, ωσάν που τα πράγματα του κόσμου δεν έχουν ποτέ μίαν στάσιν, ευρίσκονταν εις τελείαν ησυχίαν, ευφραινόμενος έως που είχε δηνάρια, και τελειώνοντάς τα επήγε και εστάθη εις την πόρταν ενός μετζιτίου διά να ζητά ελεημοσύνην.

Ο Ιμάμης του μετζιτίου βλέποντάς τον μίαν ημέραν τον εξέταξεν επάνω εις την θρησκείαν, και ευρίσκοντάς τον ότι ήτο Μουσουλμάνος, του εδιώρισε δύο ψωμιά την ημέραν, με τα οποία αυτός εζούσε πολλά ευχαριστημένος. Τυχαίνει μίαν ημέραν ένας πραγματευτής ονομαζόμενος Μουζαφέρ, πηγαινάμενος εις το Μετζίτι, έρριξε τα μάτια του επάνω εις τον Κουλούφ, και τον έκραξε και τον ερώτησε λέγοντάς του· νέε, πες μου, από τι τόπον είσαι και διατί τέλος ήλθες εις ετούτην την χώραν; Αυθέντη, του απεκρίθη ο Κουλούφ, εγώ είμαι από την Δαμασκόν, και ταξειδεύοντάς με διάφορες πραγματείες διά την Ταρταρίαν, ολίγον ξέμακρα από την Σαμαρκάντα, με απήντησαν κλέπται, οι οποίοι μου εσκότωσαν τους ανθρώπους και μου επήραν το ό,τι είχα, και έμεινα καθώς με βλέπεις.

Ο Μουζαφέρ αφού και τον αφηκράσθη, τον επίστευσε και του είπε· μη θλίβεσαι, ότι οι ευτυχίες είνε συντροφιασμένες με τες δυστυχίες· εσύ ημπορείς να εύρης εδώ τον τρόπον διά να χαροποιηθής· σήκου και ακολούθει μοι έως το σπήτι μου. Ο Κουλούφ με προθυμίαν τον ακολούθησεν, ο οποίος ερχόμενος εις το σπήτι του Μουζαφέρ εκατάλαβεν ότι ήτον ένας υπέρπλουτος πραγματευτής. Ο Μουζαφέρ αφού και του έκαμε μεγάλες δεξίωσες, ιδού και έρχεται ένας Χότζας και τον πιάνει από το χέρι, και του λέγει. Νέε αγαπημένε μου, ο Μουζαφέρ, νοικοκύρης ετούτου του σπητιού, έχει μίαν καλήν γνώμην επάνω εις εσένα, διά την οποίαν ζητά μίαν γλήγορην αποτέλεσιν, η οποία θέλει σε ωφελήσει μεγάλως εις την κατάστασιν που είσαι.

Εσύ θέλεις ηξεύρει, ότι αυτός έχει ένα μοναχόν υιόν ονόματι Ταχέρ, μιας φύσεως πολλά θυμώδους, ο οποίος έχει ολίγον καιρόν που εστέφθη μίαν θυγατέρα ενός μεγάλου αυθέντου ξένου· αυτός όντας φυσικά θυμώδης, ωνείδισε μίαν ημέραν διά κάποιον σφάλμα την γυναίκα του· αυτή του ανταποκρίθη εις τον θυμόν του με λόγια με οργήν και με καταφρόνεσιν, τα οποία εθύμωσαν τόσον τον Ταχέρ, που την εχώρισεν· αυτός ύστερον από ολίγον εμετανόησεν επειδή και εκείνη ήτον μία ωραία νέα, και την ηγάπα πολλά· μα είναι οι νόμοι που δεν του δίδουν θέλημα διά να την ξαναπάρη, ανίσως και ένας άλλος άνθρωπος πρώτον δεν την ήθελε στεφανωθή, και ύστερον να την χωρίση. Ετούτη είναι η αιτία διά την οποίαν ο Μουζαφέρ επιθυμεί ότι σήμερον να την στεφανωθής, και απερνώντας την νύκτα με αυτήν, το ταχύ να την χωρίσης διά να την ξαναλάβη ο υιός του· και δι' αυτό σου τάσσει να σου δώση πενήντα φλωριά· θέλεις λοιπόν να του κάμης αυτήν την χάριν; Μετά πάσης χαράς, απεκρίθη ο Κουλούφ, είμαι πολλά έτοιμος διά να τον δουλεύσω.

Ήξευρε το λοιπόν ακόμη, ακολούθησεν ο Χότζας, ότι εδώ εις τούτην την χώραν είναι πολλοί άνθρωποι που επιθυμούν να γένουν χουλάδες εις τέτοιες περίστασες, και χωρίς πολλήν πληρωμήν· μα ο νοικοκύρης αγαπά καλλίτερον ετούτος ο χουλάς να είνε ξένος· διατί τέτοια πράγματα πρέπει να γίνωνται πολύ μυστικά· όθεν ο Μουζαφέρ σε εδιάλεξεν εσένα. Εγώ είμαι ο Αναΐππης, και κατά την αξίαν μου έχω την δύναμιν διά να σε υπανδρεύσω με αυτήν την νέαν Κυράν, και εις ετούτην την στιγμήν, αν θέλης, ημπορούμεν να το τελειώσωμεν. Οπόταν προστάξης, απεκρίθη ο Κουλούφ, εγώ είμαι έτοιμος. Μα, είπεν ο Αναΐππης, πρώτον πρέπει να μου τάξης ότι θα την χωρισθής αύριον, και δεύτερον ευθύς να μισεύσης από τούτην την χώραν, με τα δηνάρια που θέλουν σου δοθή· επειδή η οικογένεια του Μουζαφέρ δεν ήθελεν υποφέρη να σταματήσης πλέον εδώ, ύστερον από ένα τέτοιον πράγμα.

Εγώ ευθύς σου τάσσω, απεκρίθη ο Κουλούφ, να την χωρίσω και να φύγω, και αν δεν με πιστεύης, σου κάνω όρκον εις τον Προφήτην. Ευθύς που έκαμε τον όρκον ο Αναΐππης έδωσε την είδησιν του Μουζαφέρ, ότι ο ξένος είναι έτοιμος διά να κάμη τον Χουλάν· με συμφωνίαν ότι αύριον θα την χωρίση και θα μισεύση· τότε ο Μουζαφέρ προς το βράδυ έκραξε τον υιόν του Ταχέρ, όλην την οικογένειάν του, και έμπροσθεν ολωνών ο Αναΐππης εστεφάνωσε τον Κουλούφ με την κυράν, χωρίς να την ιδή, με το να έστεκε μπουλωμένη από προσταγής του Ταχέρ. Έξω από αυτό επρόσταξεν ακόμη, ότι την νύκτα ο Χουλάς θα ήθελε σταθή χωρίς φως, και τέλος ότι μη βλέποντάς της, το ερχόμενον ταχύ, θα ήθελεν έχει ολιγώτερον κακοφανισμόν διά να την χωρίση.

Ως τόσον έφθασεν η νύκτα, και έφεραν τον Κουλούφ εις τον νυμφικόν θάλαμον, εις τον οποίον ευθύς που τον έμπασαν έσβυσαν το φως, και έμεινεν εις το σκοτάδι με την Κυράν, η οποία είχεν υπάγει εις το κρεββάτι εμπροστήτερα απ' αυτόν. Αυτός σαν έκλεισε την πόρτα με διπλά σίδερα εγδύθη και επήγε διά να εύρη το κρεββάτι ψηλαφώντας, και ευρίσκοντάς το εμπήκε σιμά εις την γυναίκα του. Αυτή αγροικώντας πως αυτός ήλθεν εις το κρεββάτι, εσυγχίσθηκεν εις το να ιδή πως ευρίσκεται υπόχρεη να υποφέρη τα χάιδια ενός που του έκρυβε το πρόσωπόν της· και μάλιστα ηξεύροντας ότι διά τέτοιες τάξες δεν έπαιρναν άλλους, παρά ανθρώπους γέροντας ή κακορίζικους. Από το άλλο μέρος ο Κουλούφ, με το να του είχε διηγηθή ο Αναΐππης διά την ωραιότητά της και διά το κάλλος της, του επλήθαινε μία φλογερά περιέργεια διά να ιδή την αλήθειαν. Ετούτη η επιθυμία που τον επείραζε και δεν ημπορούσε να εβγάλη την περιέργειάν του, με το να ήτον νύκτα, τον έκαμε να χάση την υπομονήν, και άρχισε να λέγη. Κυρά, διά όσον χαροποιά που έπρεπε να μου είνε τούτη η νύκτα, βλέπω που μου είναι πολλά ανυπόφορη, με το να μη ημπορώ να ιδώ τα κάλλη σου· διά το οποίον θέλω έχει μίαν παντοτεινήν θλίψιν, που το ταχύ πρέπει να σε αφήσω χωρίς παντελώς να σε γνωρίσω· μα παρακαλώ σε, κυρά μου, μην είσαι τόσον σκληρά που να μη μου κάμης ετούτην την παραμικράν ευχαρίστησιν, το ολιγώτερον να μου μιλήσης κανένα λόγον.

Αφού και εξεθύμανε με αυτόν τον τρόπον το παράπονόν του εσιώπησε διά να ακούση εκείνο που η γυναίκα του ήθελε του αποκριθή. Και έμεινεν εκστατικός οπόταν ήκουσε, που αντί να του αποκριθή εις τα όσα ωμίλησε, αυτή να του ειπή· ω εσύ, που ο Ταχέρ σε εδιάλεξε διά να ξανανεώσης την αντάμωσίν μας, όποιος και αν είσαι, φανέρωσέ μου τις είσαι· μου φαίνεται από την ομιλίαν ότι μου είσαι γνωστός. Ο Κουλούφ ετρόμαξεν εις τούτα τα λόγια· Κυρά ευθύς απεκρίθη, μου φαίνεται και εμένα, ότι ακούω εις του λόγους σου την φωνήν μιας κυράς που γνωρίζω. Α, δίκαιε ουρανέ αράγε είσαι συ εκείνη που στοχάζομαι; Α, Κουλούφ εφώναξεν εκείνη είσαι εσύ που μιλείς; Ναι, κυρά μου, απεκρίθη εκείνος· εγώ είμαι αυτός ο δυστυχής Κουλούφ· μα εγώ δεν ημπορώ να καταλάβω ακόμη πως είσαι εσύ η Δηλαρά. Στάσου βέβαιος ότι εγώ είμαι εκείνη η ταλαίπωρος Δηλαρά, που σε εδέχθηκα εις το σπήτί μου με τον βασιλέα Μοργάν· και που με τα άπρεπά μου μετωρίσματα, σε έκαμα μισητόν προς τον βασιλέα και που πρέπει να με στοχασθής διά μίαν μεγάλην έχθρισσαν, με το να είμαι εγώ η αιτία της συμφοράς σου. Παύσε, ω κυρά μου, απεκρίθη ο Κουλούφ, παύσε εις το να ονειδίζεσαι. Ο ουρανός έτσι ηθέλησεν. Ευχαριστώ την καλωσύνην του που έκαμε να γεννηθή εν ταις συμφοραίς μου ένα τέτοιον χαροποιόν συμβεβηκός. Μα, ωραιοτάτη κυρά, ακολούθησε, πως είνε τούτο κ' έγινες γυναίκα του Ταχέρ; Τώρα τώρα θέλω σου το φανερώσει, απεκρίθη αυτή, και άκουσέ το με προσοχήν.

Ο πατέρας μου τον καιρόν που ευρίσκονταν εδώ εις την Σαμαρκάντα, ήτον κονεμένος εις τον οίκον ετούτον του πενθερού μου Μουζαφέρ, που από πολύν καιρόν τον εγνώριζεν. Αυτοί όντας αντάμα εσυμφώνησαν ανάμεσόν τους ετούτην την υπανδρειάν· και ο πατέρας μου ξαναγυρίζοντας εις την Καρακοράμ με έστειλεν εδώ με πολλήν συντροφιάν εδικών μου δούλων. Υπήκουσα τον πατέρα μου με δυναστικόν τρόπον, από αιτίαν εδικήν σου, επειδή σου το εξομολογούμαι, ω ακριβέ μου Κουλούφ, πως σε αγαπούσα, με όλον που δεν σου το είχα φανερώσει. Η υπανδρειά μου με τον Ταχέρ δεν σε αποξένωσεν από την ενθύμησίν μου. Ετούτος ο θηριώδης άνδρας μου, και άλλο τόσον κακότροπος, με το κακόν του φέρσιμον προς εμέ, με έκαμε περισσότερον να σε επιθυμήσω, και πάντα είχα την ελπίδα διά να σε ξαναϊδώ· μα η τύχη μου δεν άργησε να πληρώση έτσι ευτυχισμένα την επιθυμίαν μου, επειδή και ευρίσκω τον αγαπητικόν μου εις τον πλαστόν νυμφίον που μου εδόθη· ω συμβεβηκός θαυμάσιος! εγώ σχεδόν δεν ηξεύρω αν ημπορώ να το πιστεύσω.

Ακολούθησις και τέλος της Ιστορίας του Κουλούφ και της ωραίας Δηλαράς.

Ο Κουλούφ από εκείνο που ήκουσε δεν ημπορούσε πλέον να αμφιβάλλη που να μην είνε με την Δηλαράν. Ωραιοτάτη Δηλαρά, εφώναξεν από την χαράν του και από την αγάπην του, ποία ευτυχισμένη μεταλλαγή; διά ποίαν περίεργον αλυσίδα των συμβεβηκότων εγώ έφθασα εις την πλήρωσιν των επιθυμιών μου; πώς το λοιπόν; είσαι συ εκείνη που υποχρεώθηκα να στεφανωθώ διά μίαν νύκτα, εσύ είσαι εκείνη της οποίας η εικών είνε ζωγραφισμένη διά παντός εις την καρδίαν μου και που δεν ήλπιζα πλέον να την ιδώ; Α Κυρά μου, ποίος ημπορούσε να λογιάση τέτοιο συναπάντημα ευτυχισμένον, διά να ενωθώμεν κατά την επιθυμίαν μας; Η Δηλαρά από το άλλο μέρος δεν ήτο τόσον αναίσθητη εις τα τρυφερά και παθητικά λόγια του Κουλούφ, και με άπειρον αγαλλίασιν, που καθείς ημπορεί να την στοχασθή, απέρασαν εκείνην την νύκτα χωρίς να κλείσουν μάτι. Το ταχύ, πριν να γένη ημέρα, έρχεται ένας σκλάβος και χτυπά την πόρταν κράζοντάς με βίαν, Χουλά, Χουλά, σήκου το γληγορώτερον διότι είναι ημέρα. Ο Κουλούφ εις αυτήν την είδησιν δεν ηθέλησε ούτε απόκρισιν να του δώση, και ακολούθησε διά να ευφραίνεται με την Δηλαράν· μα αιφνιδίως αγροίκησε να του παύση η χαρά, και μία θανατηφόρος θλίψις τον επερικύκλωσεν, και με αναστεναγμόν είπεν· αχ, Κυρά μου, καταλαμβάνω που οι εδικοί σου βιάζονται διά να μας χωρίσουν. Ο Μουζαφέρ δεν βλέπει την ώραν διά να ξαναστερεώση την υπανδρείαν με τον υιόν του· αλλοί εις εμέ, ευθύς που σε αντάμωσα είμαι στενεμμένος διά να σε υστερηθώ από αιτίαν του όρκου που είμαι δεμένος· επειδή ωρκίσθηκα και έταξα διά να χωρίσω, αφού περάση ετούτη η νύκτα. Και πώς; είπεν η Δηλαρά, θέλεις εσύ να φυλάξης αυτόν τον τυραννικόν όρκον; ήξευρες εσύ, οπόταν τον έκαμες, πως ήμουν εγώ εκείνη που έταξες διά να τον φυλάξης, και περιπλέον στοχάζεσαι ότι η Δηλαρά να μην αχρήζη περισσότερον από μίαν επιορκίαν; α, Κουλούφ, ακολούθησεν αυτή κλαίοντας, εσύ δεν με αγαπάς, και διά τούτο θέλεις να με χωρίσης. Μα Κυρά, ξαναείπε αυτός, λογιάζεις, πως στέκει εις εμένα να σου φυλάξω την αγάπην, με όλον που θα ήθελα πατήση το όρκον μου; πιστεύεις εσύ ότι ένας ξένος, χωρίς βοήθειαν και δηνάρια, ημπορεί να αντισταθή εναντίον του πλουσίου Μουζαφέρ; Ναι είπεν η Δηλαρά, ημπορείς καλώτατα· καταφρόνησε τους φοβερισμούς του, απόβαλλε τα ταξίματά του, μην φοβάσαι τίποτε, οι νόμοι θέλουν είνε προς διαφέντευσίν σου, και ανίσως και έχεις σταθερότητα, θέλεις κάμει ανωφελείς όλες τες βιάσεις που ημπορούν να σου κάμουν. Καλώτατα, Κυρά μου, είπεν ο Κουλούφ όλος χαρά· εσύ θέλεις μείνει ευχαριστημένη· απεφάσισα να χάσω την ζωήν μου, παρά να σε χωρίσω.

Εις αυτό το διαμέσον, που ο Κουλούφ εβεβαίωσε την γυναίκα του με αυτόν τον τρόπον, ο Ταχέρ, ανυπόμονος διά την άργητα, πηγαίνει και κτυπά την πόρταν, λέγοντας με φωνήν αγρίαν· τι αργείς ω Χουλά, και δεν σηκώνεσαι; η ημέρα αύξησε και εσύ δεν κάνεις το χρέος σου; ή θέλεις να σε παρακαλέσουν; Ο Κουλούφ, εις αυτά τα λόγια δεν έχασε καιρόν εις το να σηκωθή, και ενδυνόμενος εβγήκε, και εσυναπάντησε τον Ταχέρ, ο οποίος τον επήρε ευθύς και τον έφερεν εις το λουτρόν και αφού απολούσθηκε, τον επήγεν εις τον πατέρα του εκεί που ήταν και ο Αναΐππης. Αυτοί βλέποντάς τον τόν εχαιρέτησαν, και τον έβαλαν και εκάθησε κοντά τους εις μίαν τράπεζαν διά να προγευθούν· ύστερον δε από το πρόγευμα ο Αναΐππης τον επήρε κατά μέρος, και του έδωσε τα πενήντα φλωρία, και ένα καινούριο φακιόλι εις ένα φουτά δεμένον, και του λέγει· έπαρε, ω νέε, τα όσα σου ετάχθησαν και περισσότερον, και σε παρακαλεί ο Μουζαφέρ να μη σταθής πολλήν ώραν εδώ εις την Σαμαρκάντα· χώρισε λοιπόν την γυναίκα σου και σύρε να κάμης την δουλειάν σου το συντομώτερον.

Θαυμάζω εις εσένα, του αποκρίνεται ο Κουλούφ ρίχνοντάς τα φλωριά και το φακιόλι, που με αναγκάζεις να χωρίσω τη γυναίκα μου, που την εστεφανώθηκα εμπροστά σου· ένας τιμημένος άνθρωπος ωσάν και εμένα δεν κάνει παρόμοια· πώς; το λοιπόν εγώ έρχομαι εις την Σαμαρκάντα, και ένας πραγματευτής με παίρνει, και μου δίδει γυναίκα και υστερότερα θέλει να την χωρίσω; ετούτο δεν θέλω το κάμει ποτέ· και παύσε, αυθέντη Αναΐππη, εις το να με παρακινήσης, διατί δεν θέλεις κάμει τίποτε.

Ο Αναΐππης έμεινεν εκστατικός εις ετούτα τα λόγια, όθεν ευθύς τρέχει προς τον Μουζαφέρ, και του λέγει· την επάθαμε τη δουλειά. Ο Χουλάς αρνείται να χωρίση την γυναίκα του, τον οποίον τον βλέπω πολλά στερεόν εις την γνώμην του, και λογιάζω μήπως και το κάνει διά να εβγάλη περισσότερα δηνάρια. Ανίσως και είναι έτσι απεκρίθη ο Μουζαφέρης, δος του εκατόν φλωριά, και ας πάη να κάμη τη δουλειά του. Όχι, όχι Μουζαφέρ, εφώναξεν ο Κουλούφ ακούοντάς του από μακρόθεν· εσείς ματαίως κοπιάζετε εις το να διπλώνετε την πληρωμήν και αν μου δώσετε και δέκα χιλιάδες φλωριά, εγώ δεν θέλω λύσει ένα δέμα έτσι άγιον, και που κανείς δεν ημπορεί να με βιάση να λυθώ από ένα δεσμόν που οι νόμοι τον διαφεντεύουσιν. Α, ετούτο είνε πολύ να σε υπομένωμεν, αποκρίθηκαν όλοι, σαν δεν θέλεις με το καλόν, ο Κατής θέλει κάμει δικαιοσύνην· και έτσι λέγοντας ευθύς τον έκραξαν εις τον Κατήν.

Και ευθύς έκραξαν τον Κουλούφ εις τον Κατήν
Και ευθύς έκραξαν τον Κουλούφ εις τον Κατήν

Ο Κατής βλέποντάς τον Κουλούφ, άρχισε με το καλό να τον παρακινή διά να τον κάμη να κλίνη, να χωρίση την γυναίκα του· μα βλέποντάς τον στερεόν, άρχισε να τον φοβερίζη, και μη κάνοντας τίποτε και με τες φοβέρες ηθέλησε να δοκιμάση και με τες δυναστείες· του οποίου διά πρώτην αρχήν του έδωκεν εκατόν ξυλιές εις τα ποδάρια, και ύστερα του είπε· σύρε ακόμη απόψε και κοιμήσου με την γυναίκα σου, και αύριον στοχάσου διά να την χωρίσης, ειδεμή τα όσα σου έκαμα σήμερον δεν θέλουν παρομοιασθούν με εκείνα που έχω να σου κάμω αύριον. Έτσι ο Κουλούφ με όλον που ήτον δαρμένος έτρεξε με χαράν προς την αγαπημένην του Δηλαράν και ωσάν την είδεν, ευθύς του εδιάβησαν οι πόνοι, της οποίας εδιηγήθη τα όσα επέρασεν εκείνην την ημέραν.

Η Δηλαρά τότες από την χαράν της, α ακριβέ μου Κουλούφ, εφώναξε με ανοιχτές τες αγκάλες, έλα να λάβης τον μισθόν της σταθερότητός σου, που ευχαριστήθης να κακοπάθης παρά να παραιτήσης την Δηλαράν· μα αλλοί εις εμέ, που δεν είμαι ήσυχη στοχαζομένη το τι έχουν να σου κάμουν εκείνοι οι βάρβαροι αύριον. Κυρά μου, απεκρίθη ο Κουλούφ, ό,τι λογής παιδευτήριον ήθελαν να μου ετοιμάσουν, δεν θέλουν με αποξενώσει από την σταθερότητά μου, και δεν θέλουν κάμει περισσότερον απ' ότι σήμερον έκαμαν. Τέλος πάντων δεν ηξεύρω η τύχη μου αν θέλη να αποθάνω, ή να ζήσω διά εσένα, αλλά είμαι βέβαιος ότι δεν ημπορεί να είνε γραμμένον εις τον Ουρανόν να σε υστερηθώ. Δεν ημπορώ, απεκρίθη η Δηλαρά, να πιστεύσω ότι αυτός θα σε αφήση να κακοπάθης, επειδή και αυτός μου έδειξεν ένα μέσον διά να γελάσης τους εχθρούς σου, το οποίον είναι τούτο.

Αύριον οπόταν θέλει είσαι έμπροσθεν του Κατή, ειπές του ότι είσαι υιός του Μασούδ· ετούτος είναι πραγματευτής πολλά πλούσιoς της Κογέντας· εσύ θέλεις ειπεί με σταθερότητα ότι εκείνος είναι ο πατέρας σου, και πως γλήγορα θέλεις κάμει να έλθουν είδησες από αυτόν διά βεβαιότητα· μεταχειρίσου ετούτον τον δόλον διά τες ώρες, διά να αποφύγης το κακόν που σου προετοιμάζουν, και διά να υποχρεώσης τον Κατή διά να μας αφήση ησύχους να ζήσωμεν μαζί, έως που να εύρωμεν άλλον τρόπον, διά να τελειώσαμεν την επιθυμίαν μας και να φύγωμεν απ' εδώ.

Αυτός ο στοχασμός άρεσε του Κουλούφ, και του έδωσε κάποιαν χαροποίησιν, και αφού απεφάσισαν να ακολουθήσουν έτσι, απέρασαν το επίλοιπον της ημέρας και όλην την νύκτα αγαλλιώμενοι και έκθαμβοι διά το γραπτόν τους. Μα ευθύς που έγινεν ημέρα εσυγχύσθηκε πάλιν η χαροποίησίς τους. Οι άνθρωποι του Κατή, φερμένοι από τον Ταχέρ, ήλθαν και εκτύπησαν την θύραν του οντά του λέγοντες. Χουλά, είναι καιρός διά να παρασταθής εις τον Κατή. Σήκον λοιπόν, διότι δεν ημπορεί να σε καρτερή. Ο Κουλούφ ακούντας τούτο, αναστέναξεν από καρδίας και η γυναίκα του εδόθη εις κλάψιμον· ταλαίπωρε Κουλούφ, του είπε· πόσον ακριβά θέλει σου κοστήσει η γυνή σου. Κυρά μου, αυτός απεκρίθη, σε παρακαλώ, παύσε τα δάκρυά σου, διατί μου κόπτουν την καρδίαν, και ας έχωμεν τες ελπίδες μας εις τον Ουρανόν, και αυτός ωσάν δίκαιος δεν θέλει μας αφήσει από το χέρι του. Και λέγοντας έτσι εσηκώθη και ενδύθη και ανοίγοντας την πόρταν εβγήκε, και υπήγε εις τον Κατή, μαζί με τους ανθρώπους του.

Ο Κατής βλέποντάς τον του είπε· αι, Χουλά, τι απόφασιν έκαμες; την χωρίζεις την γυναίκα σου, ή θέλεις να ξαναδοκιμάσης τον θυμόν μου ακόμη; εσύ πρέπει να στοχασθής, που είσαι ένας κακορίζικος, και δεν έχεις τον τρόπον να ζήσης μοναχός σου, και θέλεις να κρατήσης με το στανιό μίαν τέτοιαν κυράν; και πώς έχεις να την ζωοτροφήσης; Αυθέντη Κατή, απεκρίθη ο Κουλούφ, αν με στοχάζεσαι διά ένα κακορίζικον καθώς μου λες, λανθάνεσαι· επειδή και η γέννησίς μου δεν είνε τόσον σκοτεινή καθώς στοχάζεσαι· μα επειδή και ευρίσκομαι στενεμμένος από τες δυναστείες σου, κάνει χρεία να σου φανερώσω το ποίος είμαι. Εγώ λοιπόν είμαι υιός μονογενής του Μασούδ, πραγματευτού της Κογέντας· ο πατέρας μου είνε πολλά πλουσιώτερος από τον Μουζαφέρ· και αν αυτός ήθελε μάθει τα όσα μου τρέχουν, ηθέλετε ιδεί τι πλούτον που ήθελε μου στείλει, και βεβαιωτικά γράμματα διά γνώρισίν μου. Και διατί μου εσυνέβη η δυστυχία, και με έγδυσαν οι κλέπται εις την στράταν, και ευρέθηκα στενεμμένος διά να ζητήσω ελεημοσύνην διά να κυβερνηθώ προς ώρας, διά τούτο δεν είμαι αρκετός να φυλάξω μίαν γυναίκα τον καιρόν που ημπορώ να φυλάξω εκατόν; και διά τα όσα σου λέγω, αυθέντη Κατή, αν δεν με πιστεύης, ημπορείς να στείλης ένα μετζίλι προς τον πατέρα μου, που δεν είναι μακράν παρά οκτώ ημερών δρόμον, διά να βεβαιωθής διά την κάθε αλήθειαν.

Ο Κατής ακούοντας να ομιλήση ο Κουλούφ εις τέτοιον τρόπον έμεινεν εκστατικός, και γυρίζοντας προς τον Μουζαφέρ και Ταχέρ, λέγει· ετούτον, από εκείνο που λέγει και το βεβαιώνει, εγώ δεν ημπορώ να τον βιάσω περισσότερον, και κατά τον νόμον ημπορεί να κρατήση την γυναίκα του. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του αποκρίθηκαν· μην τον πιστεύης αυθέντη, διότι είνε ένας κακός άνθρωπος και ψεύτης, και με αυτές τες ψευτιές πάσχει να μας γελάση. Ο Κατής τους εξαναείπεν· εις τούτο εγώ δεν ηξεύρω τι απόφασιν να κάμω· άλλο δεν λέγω, παρά να στείλω ευθύς εις την Κογέντα έν μετζίλι διά να εξετάξη, και ανίσως και είνε καθώς λέγει, ημπορεί να την κρατήση, ειδεμή και είνε ψεύματα, σας τάσσω μεθ' όρκου ότι θα τον κρεμάσω.

Αποφασίζοντάς με τέτοιον τρόπον ο Κατής την υπόθεσιν, οι κρινόμενοι ανεχώρησαν. Ο Μουζαφέρ και ο υιός του έστειλαν ευθύς μετζίλι εις την Κογέντα, διά να εξετάξη την κάθε υπόθεσιν. Ο δε Κουλούφ έτρεξεν ευθύς διά να δώση λογαριασμόν της γυναικός του διά τα όσα επέρασε με τον Κατή. Α! ακριβέ μου νυμφίε, χαίρομαι που εφέρθης με τούτον τον τρόπον, επειδή και η δουλιά μας θέλει πηγαίνει πολλά καλά. Ημείς έως που να γυρίση το μετζίλι ημπορούμεν να φύγωμεν, και να πάμε εις την Μποκάρα το γληγορώτερον, και εκεί θέλομεν κυβερνηθή με την προίκα μου και με τα διαμαντικά μου, που τα έχω μαζή με εμένα, και θέλομεν ζήσει ατάραχοι από τους εχθρούς.

Ο Κουλούφ εύρεν εύλογον αυτόν τον στοχασμόν της Δηλαράς, και αποφάσισαν διά να βαλθούν εις ετοιμασίαν, διά να μισεύσουν· μα επειδή ήτον εις το σπήτι του Μουζαφέρ, και δεν είχαν τον τρόπον διά να κάμουν κατά την επιθυμίαν τους, φοβούμενοι διά να μη τους απεικάσουν, απεφάσισαν να γυρεύσουν θέλημα του Μουζαφέρ, και αν αυτός δεν τους το ήθελε δώσει να το γυρεύσουν από τον Κατή, διά να έβγουν από εκείνο το σπήτι και να παν εις άλλο, που να τους αρέση, διά να σταθούν με την ελευθερίαν τους.

Έχοντες λοιπόν με τούτον τον τρόπον αποφασίση, ο Κουλούφ επήγεν εις τον Μουζαφέρ, και του ανήγγειλε την γνώμην του. Αυτός ομού με τον υιόν του αντιστάθηκαν, και δεν ήθελαν η Δηλαρά να έβγη από το σπήτι τους. Τότε ο Κουλούφ τους παίρνει εις τον Κατή, και λέγει την υπόθεσιν. Ο Κατής τον εξετάζει διατί θέλει να αναχωρήση από εκεί, και ο Κουλούφ του απεκρίθη, ότι έχω παραγγελίαν από τον πατέρα μου τον Μασούδ, ότι εκεί που κάθονται οι εχθροί μου να μη σταθώ ούτε ημέραν, και διά τούτο πρέπει να αναχωρήσω με την γυναίκα μου, η οποία το επιθυμεί περισσότερον από εμένα. Ψεύματα λες, απεκρίθη ο Ταχέρ· η Δηλαρά κλαίει και οδύρεται διά το πταίσιμον που έκαμε με εσένα, και εσύ λες πως θέλει και αυτή να αναχωρήση από το σπήτι μου; Αυθέντη Κατή, ακολουθεί αυτός, εγώ θέλω να τον πιάσω με τον λόγον του. Πρόσταξε να έλθη εδώ η Δηλαρά και αν μεν βεβαίωση εκείνο που λέγει αυτός ο κακοποιός, εγώ το ευχαριστούμαι να μη την γυρέψω πλέον διά γυναίκα μου, ειδεμή ωσάν ψεύτην να τον παιδεύσης.

Ο Κατής έστειλεν ευθύς τον Αναΐππην του, και εσήκωσε την Δηλαράν και την έφερεν έμπροσθέν του, ο οποίος, ευθύς που την είδε να έλθη, την ερώτησεν ανίσως και επιθυμούσε να έβγη από το σπήτι του Μουζαφέρ, και ανίσως και έκλινε περισσότερον προς τον Χουλάν, ή εις τον πρώτον της άνδρα. Ο Ταχέρ τον καιρόν που γεμάτος χαράν ήλπιζε να αποκριθή προς βοήθειάν του, έμεινε νεκρός ακούοντας να ειπή του Κατή έτσι. Επειδή και εσύ, αφέντη, Κατή, ζητείς διά να σου ειπώ την αλήθειαν, εγώ θέλω σου φανερώση το όλον. Ο δεύτερος μου άνδρας υιός του Μασούδ, είνε ο κύριος της αγάπης μου, και σε παρακαλώ μεγάλως, αυθέντη Κατή, ότι να προστάξης να μας αφήσουν διά να πάμε εις άλλο σπήτι να κατοικήσωμεν με την ησυχίαν μας! Ω! λέγει τότε ο Κριτής προς τον Ταχέρ, εσύ βλέπεις ότι ο Χουλάς τίποτε δεν είπε ψεύματα· και εις τούτο άλλη εναντίωσις δεν είνε, παρά πρέπει να τους αφήσετε να υπάγουν όπου θέλουν να κατοικήσουν χωρίς καμμίαν αντίστασιν.

Τότε ο Ταχέρ σχεδόν ήθελε να σκάση από την χολήν του και από τον θυμόν του· αλλά μην ημπορώντας να κάμη αλλέως από την απόφασιν του Κατή, άφησε και εβγήκαν από το σπήτι του, μαζί με όλην την προίκα που είχε φέρει η Δηλαρά εκεί, και επήγαν και εκάθησαν εις ένα άλλο σπήτι, εις την πόρταν του οποίου ο Κατής έβαλε φύλακας διά να μη φύγουν έως που να γυρίση το μετζίλι με τα βεβαιωτικά γράμματα διά τον Κουλούφ. Αυτοί ευθύς αγόρασαν σκλάβους διά να τους δουλεύουν, και άλλα χρειαζόμενα διά το σπήτι, όλα με έξοδα της Δηλαράς, και αφού εβάλθηκαν εις τάξιν δεν εστοχάσθηκαν άλλο παρά να περνούν με ηδονήν, και να χαίρωνται με μεγάλην αγαλλίασιν την ελευθερίαν τους και την αγάπην τους, έως που να εύρουν τον καιρόν αρμόδιον διά να φύγουν.

Ό,τι λογής επιμέλειαν έκαμεν ο Μουζαφέρ με τον υιόν του διά να κρατήση κρυφήν αυτήν την υπόθεσιν, το συμβεβηκός του Χουλά έκαμε τόσην ταραχήν εις όλην εκείνην την χώραν, που πολλοί άνθρωποι ευγενικοί έτρεχαν από την περιέργειάν τους, διά να ιδούν αυτά τα δύο υποκείμενα που η αγάπη τα είχε τόσον σφηκτά ανταμωμένα, και από το πολύ πλήθος που έτρεχεν, ο Κουλούφ και η Δηλαρά δεν είχαν ουδέ μίαν ώραν ησυχίαν. Μίαν ημέραν δε ανάμεσα με τους άλλους εμπήκεν ένας άνθρωπος πολλά ευγενής, ο οποίος είπε πως ήτον Οφφικιάλος του Βασιλέως· αυτός ωσάν έλαβε την περιέργειαν διά να τους ιδή, με γενναιότητα τους επρόσφερεν από καλωσύνην του τον εαυτόν του εις κάθε εκδούλευσίν τους και πρόσταγμα, και έκαμε τόσον αυτός, που τους υποχρέωσε διά να τον πάρουν εις καλήν υπόληψιν.

Βλέποντάς τον αυτοί τόσον φερμένον διά το καλόν τους και την βοήθειάν τους, τον επαρακάλεσαν διά να σταθή με αυτούς εις το γεύμα να τους κάμη συντροφιά, ο οποίος υπακούοντάς τους έμεινε, και διά να τον κάμουν περισσότερον να γνωρίση το σέβας που εις αυτόν έλαβαν, η Δηλαρά εξεσκέπασε το πρόσωπόν της, εις τρόπον που ο αρχηγός μένοντας εκστατικός διά την ωραιότητα της Δηλαράς, εφώναξεν· α αγαπημένε μου Χουλά, δεν θαυμάζω καθόλου διά την σταθερότητα που έδειξες εις τον Κατή, με δίκαιον μεγάλον το έκαμες· και τελειώνοντας αυτά τα λόγια εκάθισαν εις την τράπεζαν, και έφαγαν με πολλήν ευφροσύνην· αφού δε απόφαγαν και ήθελαν διά να σηκωθούν, ήλθαν αιφνιδίως εις την ενθύμησιν του Κουλούφ τα συμβάντα που τους ηκολούθησαν, και την κατάστασιν και κίνδυνον της ζωής του εις τον οποίον ευρίσκονταν, στοχαζόμενος πως αδύνατον ήταν να ημπορέσουν να φύγουν, καθώς ήλπιζαν, με το να είχαν από κάθε μέρος φύλακας, όθεν άρχισε να κλαίη.

Ο Οφφικιάλος βλέποντάς τον να κλαίη έτσι, ηρώτησε το αίτιον, ο δε Κουλούφ με αναστεναγμόν του απεκρίθη, λέγοντας· τι σε ωφελεί, Αυθέντα μου, να μάθης το αίτιον; εγώ ενθυμήθηκα τα συμβεβηκότα μου που επέρασα, και εκείνα που έχω να περάσω, και διά τούτο μου ήλθε παράπονον και κλαίω. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως του λέγει· αγαπημένε μου νέε, σε ορκίζω εις τον Προφήτην, να μου διηγήσης τα συμβεβηκότα που σου ηκολούθησαν, και δεν το ζητώ διά περιέργειάν μου να τα μάθω, μα γροικώ μίαν κλίσιν υπερβολικήν προς εσάς, διά να σας βοηθήσω αν είναι τρόπος, και ελπίζω πως δεν θέλεις μετανοήσει που μου τα εξεμυστηρεύθης· μίλησε λοιπόν με ελευθερίαν και μη μου κρύψης τίποτε, διατί κατάλαμβάνω ότι είσαι ευγενικός νέος, και επιθυμώ διά να σε βοηθήσω. Αυθέντη, απεκρίθη ο Κουλούφ, η ιστορία μου είναι κομμάτι μακρυά· μα σαν επιθυμείς να την μάθης θέλω σε ευχαριστήσει.

Τότε ο Κουλούφ του εδιηγήθη τα πάντα πολύ καθαρά, και του εφανέρωσεν ότι δεν είνε υιός του Μασούδ, και πως έτρεξεν εις αυτό το ψεύμα, διά να στερεώση την απόκτησιν της Δηλαράς· μα το ψεύμα, ακολούθησεν αυτός, δεν έχει την στερεότητα που επιθυμώ, επειδή και εστάλθηκαν μετζίλια εις την Κογέντα διά να εξετάσουν την αλήθειαν, και εις τρεις ημέρες θέλει είνε εδώ το μετζίλι, και πρέπει να έβγη εις το φως το ψεύδος μου, και ο Κατής με ένα θάνατον άσχημον πρέπει να με παιδεύση· και ο θάνατος δεν με θλίβει τόσον, όσον με θλίβει ο χωρισμός της αγαπημένης μου Δηλαράς.

Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτός έκανεν αυτήν την διήγησιν, η οποία ήταν ανακατωμένη με δάκρυα και αναστεναγμούς, η Δηλαρά από το μέρος της και αυτή εθρηνούσεν απαρηγόρητα, και έδειχνε πολλά φανερά τον πόνον της και αι αισθήσεις της ήταν παρόμοιες με εκείνες του Κουλούφ. Ο Οφφικιάλος του Βασιλέως δεν εθεωρούσε χωρίς συντριμμόν της καρδίας του ετούτο το θέαμα· αγαπημένοι νυμφίοι, είπεν, εγώ πολλά αισθάνομαι την θλίψιν σας· ήθελα αν ημπορούσα να σας βοηθήσω, και να σας εβγάλω από τα βάσανα, μα εις το χέρι μου δεν είνε, παρά εις του Ουρανού, και αν τον παρακαλέσητε με θερμότητα, θέλει σας σπλαχνισθή, και σας χαροποιήση. Πρέπει να ομολογήσω, είπε τότε η Δηλαρά, ότι εις τον κόσμον είνε άνθρωποι πολλά παράξενοι· έρχονται να προσφέρουν την βοήθειάν τους, παρακινούν με κάθε τρόπον διά να τους διηγηθούν τους πόνους τους διά να συντρέξουν, ακούουν όλα τα περιστατικά με ακρίβειαν, και αντίς να συντρέξουν, άλλο δεν λέγουν, παρά, να έχουν την ελπίδα τους εις την άνωθεν πρόνοιαν, και να παρακινούν να έχουν υπομονήν, και με αυτά εβγαίνουν. Ποίος δεν ήθελε πιστεύσει εις το να ιδή τούτον τον άνθρωπον να έμπη με τόσην ζέσιν εις τα καμώματά μας, και να μας εξετάξη με τρόπον που εστοχαζόμασθε διά να μας κάμη κάποιαν βοήθειαν; και αυτός να μας αφήση εις την πρόνοιαν την άνωθεν, χωρίς να μας δείξη άλλην περιποίησιν; α δεν πρέπει έτσι εύκολα να ξεμυστηρευθή τις εις έναν που να μη τον γνωρίζη.

Κυρά μου, λέγει ο Κουλούφ, τι θέλεις να κάμη αυτός εις βοήθειάν μας; ας ειπούμεν την αλήθειαν, αυτός φαίνεται να είνε ευγενικός άνθρωπος, και υποψίαν δεν έχω που να μας φανερώση όσα του εξεμυστηρευθήκαμεν· μα διά να μας βοηθήση είνε αδύνατον, διότι το κακόν μας είνε μεγάλον, και διά τούτο είπε καλά να έχωμεν τας ελπίδας μας εις την άνωθεν πρόνοιαν, διότι αυτή μόνη ημπορεί να μας βοηθήση και να μας εβγάλη από τον κίνδυνον που ευρισκόμεθα.

Έστεκαν λοιπόν αυτοί οι δυστυχισμένοι νυμφίοι πολλά θλιμμένοι, στοχαζόμενοι το τέλος που έμελλε να κάμουν, και απέρασαν εκείνες τες ολίγες ημέρες κλαίοντες και παραπονούμενοι. Εστοχάσθηκαν ως τόσον να εύρουν το μέσον διά να φύγουν, μα δεν εστάθη τρόπος, επειδή και οι φύλακες ήταν πολλά πιστοί, όθεν εδόθηκαν εις την υστερινήν απελπισίαν. Έφθασε το λοιπόν η διορία που το μετζίλι έμελλε να έλθη από την Κογέντα, και αυτοί τότε εμπήκαν εις την μεγαλύτερην θλίψιν και ευθύς που ήλθεν αυτή η φοβερά ημέρα, ο Κουλούφ εσηκώθη από το κρεββάτι διά να οδεύση προς τον θάνατον. Και θεωρώντας την γυναίκα του με μάτια γεμάτα από θλίψιν και απελπισίαν, της είπε με φωνήν τρομασμένην. Εις τον Θεόν σε απαρατώ, πηγαίνω να πληρώσω το γραπτόν μου, και να θυσιάσω τον εαυτόν μου δι' εσένα, ω ωραιοτάτη Δηλαρά· ζήσε εις ειρήνην και ενθυμήσου καμμίαν φοράν εκείνον που εθυσιάσθη δι' αγάπην σου. Α, Κουλούφ, εφώναξεν η Δηλαρά γεμάτη από κλάματα, εσύ υπάγεις διά να αποθάνης και εμένα με παρακινείς να ζήσω εις ειρήνην; σκληρέ, εσύ λοιπόν θέλεις οι ημέρες μου να είναι θλιβερές και ανυπόφερτες· όχι, όχι, θέλω να σε συντροφεύσω, και να κατεβώ μαζί σου εις τον άδην· δεν θέλω ο Ταχέρ, ο μισημένος Ταχέρ, να χαρή τον θάνατόν σου· θέλω κάμει να γνωρίση ο κόσμος, ότι προτιμώ καλύτερα να αποθάνω μετ' εσένα, παρά να ζήσω με τον Ταχέρ.

Εις αυτό το αναμεταξύ που αυτή ωμιλούσεν έτσι ακούουν έναν μέγαν θόρυβον εις την πόρταν της στράτας, και αιφνιδίως βλέπουν να έμπη ο Καδής εις την αυλήν τους με πολλούς ανθρώπους, και ανάμεσα εις αυτούς ήτον και ο Μουζαφέρ με τον υιόν του. Εις ετούτην την θεωρίαν, η Δηλαρά έπεσε λιποθυμημένη, και ο Κουλούφ μην ηξεύροντας τι να κάμη, έτρεξε προς τον Κατήν διά να του ζητήση έλεος. Μα ετούτος ο Κριτής αντίς να έλθη να τον γυρέψη διά να τον παιδεύση, του έκαμε μίαν μεγάλην προσκύνησιν και του λέγει με χαροποιόν πρόσωπον. Αυθέντη, το μετζίλι που εστάλθη εις την Κογέντα εγύρισε συντροφιασμένον με έναν οικιακόν του Μασούδ πατρός σου, ο οποίος σου στέλνει σαράντα καμήλια φορτωμένα από διάφορες πραγματείες. Ημείς δεν αμφιβάλλομεν πλέον, ότι εσύ είσαι υιός του Μασούδ, και χαίρου με κάθε σου αγαλλίασιν την αγαπημένην σου γυναίκα, και σε παρακαλούμεν να μας συμπαθήσης διά τα όσα σου εκάμαμεν. Ο Κουλούφ δεν ήξευρε τι να αποκριθή εις εκείνο που ήκουσεν. Αυτός επίστευσεν ότι ο Κατής συμφώνως με τους άλλους θα τον επεριέπαιζαν, και ότι πολλά διαφορετική θα ήτον η ομιλία τους· οπόταν ένας σκλάβος πλησιάζοντας προς αυτόν του εφίλησε το χέρι και του επρόσφερε μίαν γραφήν λέγοντάς του· Αυθέντη, ο πατέρας σου και η μητέρα σου είνε υγιείς, και επιθυμούν κατά πολλά διά να σε απολαύσουν.

Ο Κουλούφ εγέμισεν από εντροπήν, και όλος αντραλωμένος διά τούτα τα λόγια, δεν ήξευρε τι να αποκριθή· παίρνει ως τόσον την γραφήν, την ανοίγει, και διαβάζοντάς την έμεινε πολλά εκστατικός εις το να ιδή που ο Μασούδ του γράφει τόσα λόγια γλυκά, και του στέλνει τόσον βίον με ένα επιστάτην, Γιοέρ ονόματι, και να τον ονομάζη διά υιόν του, και άλλα παρόμοια· και ωσάν αποδιάβασε την επιστολήν, ιδού και εμβαίνουν τα σαράντα καμήλια εις την αυλήν του· και ο επιστάτης Γιοέρ παρουσιάζεται έμπροσθέν του, και του λέγει· Αυθέντη, πρόσταξε να ξεφορτώσουν τα καμήλια που ο πατέρας σου σού στέλνει. Τι διάβολο δηλούν όλα ετούτα; λέγει ο Κουλούφ με θαυμασμόν· είδα διάφορα συμβεβηκότα παράξενα, μα ωσάν ετούτο όχι· ετούτος ο επιστάτης Γιοέρ μου ωμίλησεν ωσάν να ήμουν καθολικός υιός του Μασούδ· ο Κατής, ο Μουζαφέρ φαίνονται πληροφορημένοι απ' ετούτα τα παρεστηκότα· εγώ δεν ηξεύρω τι να στοχασθώ· ας είναι λοιπόν, ας πιστεύσω και εγώ ότι η τύχη μου εξαπέστειλε τούτο το συμβεβηκός, ή διά καλόν μου, ή χειρότερόν μου. Και με όλον που ήτον σκοτισμένος ο Κουλούφ δι' αυτά, έλαβε πνεύμα διά να κρύψη τον θαυμασμόν του, και ευθύς επρόσταξε διά να ξεφορτώσουν τα καμήλια, και τες πραγματείες να τες βάλλουν εις τα μαγαζιά. Και εις το αναμεταξύ που εξεφόρτωναν τα καμήλια, ο Κατής, ο Μουζαφέρ και ο Ταχέρ έλαβαν θέλημα από τον Κουλούφ και ανεχώρησαν εις τες οικίες τους, πιστεύοντες αληθώς να ήτον αυτός υιός του Μασούδ.

Ο Κουλούφ έτρεξεν υστερότερα εις την γυναίκα του, και της εδιηγήθη τα όσα του ηκολούθησαν, και της έδειξε και την επιστολήν που έγραψεν ο Μασούδ. Η Δηλαρά τότε εφώναξεν από την χαράν της· ω δίκαιε Ουρανέ, εσένα πρέπει να ευχαριστήσωμεν, που μας επρόφθασες με τούτο το παράδοξον συμβεβηκός, και έλαβες ευσπλαχνίαν δι' ημάς που με το θέλημά σου μας ένωσες. Κυρά, της λέγει ο Κουλούφ, δεν είναι καιρός ακόμη διά να δοθούμεν εις χαροποίησιν, επειδή και φοβούμαι, μήπως και έγινε εις ετούτο κανένα λάθος· διατί στοχάζομαι χωρίς άλλο ότι ο υιός του Μασούδ θα είνε εδώ· διατί αλλέως δεν ήθελαν έλθει ετούτα τα πράγματα εις ημάς· μα αλλοί εις εμέ, αν είναι έτσι, επειδή και κρυφόν δεν θέλει σταθή αυτό το πράγμα, διατί όντας εδώ έως αύριον ημπορεί να το μάθη· τα σαράντα καμήλια που ήλθαν, αυτά θέλουν ακουσθή εις την χώραν, και είνε αδύνατον να μη το μάθη. Αλλ' ημείς πρέπει να προλάβωμεν τον καιρόν που τον έχομεν αρμόδιον, να φύγωμεν απ' εδώ το συντομώτερον, διά να μη μας συμβή εκείνο που μας εφόβιζε, διατί μου φαίνεται πράγμα παράξενον ετούτο που μας έτυχεν.

Αυτή η γνώμη άρεσε και της Δηλαράς, όθεν απεφάσισαν εκείνην την ίδιαν νύκτα να μισεύσουν χωρίς να χάσουν καιρόν. Μα πριν φθάση η νύκτα, ακούουν μέγαν κτύπον, και αιφνιδίως βλέπουν εις την αυλήν τους να έμπουν πολλοί καβαλλαρέοι στρατιώται. Εις τούτην την θεωρίαν, οι δυο νυμφίοι έμειναν ωσάν νεκροί από τον φόβον νομίζοντες να εξεσκεπάσθη ο δόλος, και ο Κατής με όλες τις φύλαξές του θα ήλθε να πιάση τον Κουλούφ διά να τον θανατώση. Μα ετούτος ο φόβος ογλήγορα ηφανίσθη, επειδή και αυτοί οι στρατιώται δεν ήτον του Κατή, αλλά του Βασιλέως. Ο αρχηγός των οποίων ωσάν εσέβη εις την αυλήν του, εξεπέζευσε, και επήγεν εις τον Κουλούφ, και τον επροσκύνησε, λέγοντάς του· Κύριε, εγώ εδώ έρχομαι από όνομα του βασιλέως Ουσβέκ Χαν· αυτός έχοντας επιθυμίαν διά να σε ιδή, με έστειλε διά να σε φέρω προς αυτόν, με το να έμαθε τα συμβεβηκότα σου.

Ο Κουλούφ ευθύς επήκουσεν εις αυτόν τον ορισμόν, και εκίνησε με τον αρχηγόν, καβαλλικεύοντας ένα άλογον πολλά εύμορφον και στολισμένον με χρυσά άρματα, που ο Βασιλεύς τού το έστειλεν επιταυτού διά να τον τιμήση. Φθάνοντας δε ο Κουλούφ εις την αυλήν του Βασιλέως, ευθύς έτρεξαν οι Οφφικιάλοι του Βασιλέως, και τον ανέβασαν εις το παλάτι, και τον έφεραν εμπρός εις τον Βασιλέα, ο οποίος ήτον ενδυμένος με φορέματα σκεπασμένα από διαμάντια, ρουμπίνια, και σμαράγδια, και εκάθονταν επάνω εις ένα θρόνον από χρυσάφι και φίλδεσι, και τριγύρου του οποίου έστεκαν οι πρώτοι αυθεντάδες της Ταρταρίας. Ο Κουλούφ έμεινεν εκστατικός από την λάμψιν που ο Ουσβέκ Χαν ήτο περικυκλωμένος· και αντί να σηκώση τους οφθαλμούς του εις τον βασιλέα τους εχαμήλωσε, και έπεσεν εις τα πόδια του θρόνου του.

Ο Βασιλεύς προστάζοντάς τον διά να σηκωθή του λέγει· υιέ του Μασούδ, έμαθα ότι σου ηκολούθησαν συμβεβηκότα πολλά περίεργα, τα οποία επιθυμώ να τα διηγηθής κατά πλάτος, με πάσαν καθαρότητα. Ο Κουλούφ ακούοντάς ταύτην την φωνήν, σηκώνει τους οφθαλμούς του και γνωρίζει εις τον Βασιλέα τον ίδιον Οφφικιάλιον, που είχεν υπάγει διά να τον ιδή εις το σπήτι του, και που με το να τον ενόμιζεν αληθώς πως ήτον Οφφικιάλος του Ουσβέκ Χαν, του είχε διηγηθή τα μυστήριά του· και τότε γνωρίζοντας ότι ο Οφφικιάλος ήτον αυτός ο Βασιλεύς ο ίδιος, έπεσε με το κεφάλι εις την γην όλος έντρομος.

Ο Βεζύρης του Βασιλέως που ευρίσκετο παρών τον εσήκωσε, και του είπε· μη φοβάσαι, καλέ άνθρωπε, πλησίασε εις τον Βασιλέα, και φίλησέ του την ποδιά. Ο Κουλούφ τρεμάμενος και έκθαμβος, επλησίασεν εις τους πόδας του Βασιλέως, και του εφίλησε την ποδιά. Ετούτος ο Βασιλεύς ευθύς εκατέβη από τον θρόνον του, και πιάνει τον Κουλούφ από το χέρι, και τον φέρει εις ένα ξεχωριστόν χοντζερέ του, εις τον οποίον του είπε.

Κουλούφ, βάλε τώρα τον εαυτόν σου εις ησυχίαν και μη φοβάσαι πλέον καμμίαν εναντιότητα της τύχης σου. Δεν θέλεις είσαι πλέον χωρισμένος από την Δηλαράν· θέλεις ζήσει με αυτήν εις την αυλήν μου και θέλεις έχει τον τόπον που είχες εις την Καρακοράν σιμά εις τον βασιλέα Μουργάν. Εγώ επάνω εις τες διήγησες που ήκουσα διά την σταθερότητά σου προς την γυναίκα σου, εμβήκα εις περιέργειαν, και ήλθα εις το σπήτι σου υποκάτω εις την μορφήν του Οφφικιάλου, και ευθύς που μου εδιηγήθης την ιστορίαν σου με θάρρος και χωρίς αμφιβολίαν, έλαβα κλίσιν προς εσένα διά να σε βοηθήσω και να σε χαροποιήσω, και έκαμα με τον τρόπον που είδες. Τα σαράντα καμήλια τα έβγαλα από το αχούρι μου, έκαμα να αγοράσουν τες πραγματείες που ήτον φορτωμένα, και ο επιστάτης που σου τα έφερεν ήτον ένας ευνούχος μου, που ποτέ δεν έβγαινεν από το παλάτι μου. Έκαμα και σου έγραψαν την επιστολήν με τρόπον που είδες· και διά φόβον που να μη φθάση το μετζίλι εμπροσθήτερα, έστειλα ένα μου Οφφικιάλον, και τον επρόσταξεν από όνομά μου να κάμη εις τον αυθέντην του μίαν διήγησιν κατά πως εγώ τον ερμήνευσα. Ετούτη ήτον μία δοκιμή που ηθέλησα να κάμω διά περιδιάβασίν μου, την οποίαν ακεραίως την απόλαυσα.

Ευθύς που ο βασιλεύς ετελείωσε να μιλήση ο Κουλούφ εξανάπεσεν εις τους πόδας του· και τον ευχαρίστησε διά την μεγάλην του γενναιότητα και ευεργεσίαν και του έταξεν εις όλην του την ζωήν να φυλάξη ένα ζωντανόν υποχρέωμα. Και την ιδίαν ημέραν έφερεν και την αγαπημένην του Δηλαράν με όλον εκείνο που ο βασιλεύς του εδώρησε, και εκατοίκησαν εις το παλάτι το βασιλικόν, και έζησαν με μεγάλην τιμήν σιμά εις αυτόν τον γενναίον βασιλέα, ο οποίος έκαμε και του έγραψαν την ιστορίαν με γράμματα χρυσά, διά να είναι εις παντοτεινήν ενθύμησιν μία τέτοια αγάπη.

Ετούτο είνε το τέλος αυτής της ιστορίας, βασιλέα μου, που σου είχα τάξει να διηγηθώ, του λέγει η Χαλιμά· όμως έχοντας την άδειαν από την βασιλείαν σου να σου διηγηθώ όσες και αν ηξεύρω, εγώ σου τάσσω να διηγηθώ μίαν υπερθαύμαστον ιστορίαν, που ηξεύρω του βασιλέως Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας, την οποίαν μου την είχε διηγηθή μίαν φοράν ένας πολυμαθής Δερβύσης, πλην οπόταν την ακούσης, ελπίζω, ότι δεν θέλει σε ευχαριστήσει ολιγώτερον από τες άλλες, που σου εδιηγήθηκα. Και ομιλώντας με τούτον τον τρόπον, ο Αϊδήν εσηκώθη και επήγεν εις τες υπηρεσίες της βασιλείας του κατά την συνήθειαν. Και την ερχομένην ημέραν η Χαλιμά, εξυπνώντας εις την ώραν την διατεταγμένην, άρχισε να λέγη.

Ιστορία, του βασιλέως Καλάφ και της βασίλισσας της Κίνας.

Οι ιστορίες οι παλαιές των Ταρτάρων διηγούνται, ότι παλαιόθεν ήτον ένας Χάνης των Ταρτάρων Νογαΐδων, που ωνομάζονταν Τημουρτάς, ο οποίος είχεν υιόν ονόματι Καλάφ, που ήτον ο πλέον ωραιότερος και ανδρείος νέος του καιρού του, και σοφός περισσότερον από τους μεγαλυτέρους σοφούς του καιρού εκείνου· ήξευρε τα απόκρυφα του Αλκοράνου, και είχεν εις ενθύμησιν όλες τες απόφασες του Μωάμεθ και τέλος πάντων τον έκραζαν ήρωα της Ταρταρίας διά την πολυμάθειάν του, και κάθε λογής επιστήμην, και ανδρείαν που είχεν. Αυτός ήτον το θεμέλιον των συμβουλών του Τημουρτά πατρός του, και οπόταν αυτός έδιδε καμμίαν συμβουλήν δεν ήτον τινάς που να μην την δεχθή. Έξω από αυτό, εις τους πολέμους ήτον ο πρώτος που να βάνη την ζωήν εις κίνδυνον· πάντα έκανε θαυμαστές νίκες, τόσον που κανένα γένος δεν αποτολμούσε πλέον να σηκώση τα άρματα εναντίον του.

Ο Καλάφ το βασιλόπουλον του βασιλείου των Νογαΐδων
Ο Καλάφ το βασιλόπουλον του βασιλείου των Νογαΐδων

Απερνώντας δε πολύν καιρόν με ειρήνην, βλέπει μίαν ημέραν να έλθουν αποστολάτορες από τον Αμούρ Βασιλέα της Κασμυρίας διά να ζητήσουν του πατρός του το δόσιμον, που παλαιόθεν του έδιδε, με το να ήταν μερικοί χρόνοι που του αρνήθη και δεν του εδιδεν· ειδεμή και ήθελε αρνηθή, θέλει έλθει εναντίον του, και θέλει του πάρει όλους του τους τόπους. Ο Τημουρτάς έλαβε κάποιον φόβον, και σχεδόν έκλινε διά να του δώση, επειδή και εφοβούνταν αυτόν τον Βασιλέα, με το να ήτον ο πλέον δυνατός Βασιλεύς του καιρού εκείνου. Ο Καλάφ την γνώμην του πατρός του δεν ηθέλησε να την ακούση, αλλά του είπε να μη φοβηθή, διότι έχει ελπίδες να τον νικήση μ' όλον που είναι ο πλέον δυνατός του κόσμου. Και έτσι αποφάσισαν διά να ετοιμασθούν να του εναντιωθούν και με τούτον τον τρόπον απεδίωξαν τους αποστολάτορας χωρίς να υπακούσουν εις τα ζητήματά τους.

Ο Αμούρ θυμωμένος, που δεν τον υπήκουσαν, εσύναξεν έως διακόσιες χιλιάδες στράτευμα, και εκίνησεν εναντίον του Τημουρτά. Αυτός ο Τημουρτάς από το άλλο μέρος έδωσε θέλημα διά να συναχθούν τα πλέον άξια στρατεύματά του διά να κινήσουν εναντίον του εχθρού, υποκάτω εις την κυβέρνησιν του υιού του Καλάφ. Έστειλε και εις τον Βασιλέα της Κιρκασίας και του εζήτησε βοήθειαν ο οποίος του έστειλεν εξήντα χιλιάδας στράτευμα διαλεχτόν εις βοήθειάν του, υποκάτω εις την κυβέρνησιν ενός Βεζίρη του· και όντας όλα έτοιμα, εκίνησαν εναντίον του εχθρού και ανταμωνόμενα τα δύο στρατεύματα, άρχισαν μίαν ταχινήν τον πόλεμον, εις τον οποίον ο Καλάφ έδειξε μεγάλες ανδραγαθίες αλλά, φθάνοντας το βράδυ, ετραβήχθησαν και τα δύο μέρη διά να αναπαυθούν. Την ερχομένην ημέραν πάλιν έδωσαν τον πόλεμον, και πάντα ο Καλάφ ενικούσε· και τούτο ηκολούθησε διά πολλές ημέρες.

Τέλος πάντων ο Αμούρ βλέποντας που είναι αδύνατον να τον νικήση, μηχανεύεται να τάξη μεγάλα χαρίσματα του Βεζύρη της της Κιρκασίας διά να παραιτήση τον Καλάφ, να μένη αυτός με ολίγον στράτευμα και έτσι να τον νικήση. Αυτόν τον στοχασμόν τον έβαλεν εις πράξιν, και έγινε καθώς επιθυμούσε. Επειδή την ερχομένην ημέραν, τον καιρόν που άρχισαν τον πόλεμον, ο Βεζύρης παίρνει τους Κιρκασίους, και αναχωρεί εν τω άμα, και άφησε τον Καλάφ με ολίγον στράτευμα. Ο Καλάφ βλέποντάς την προδοσίαν που του έγινε, δεν έχασε την ανδρείαν του, αλλά συνάξας το ολίγον στράτευμα που του απέμεινεν επολέμησε με πολλήν ανδρείαν αλλά τέλος πάντων βλέποντας ότι δεν κατορθώνει τίποτε, και φοβούμενος να μη πιασθή σκλάβος, εδιάλεξε μερικούς στρατιώτας ανδρείους, και τους επήρε και έφυγε και ήλθεν εις τον πατέρα του, και του έφερε την θλιβεράν είδησιν, φανερώνοντας την προδοσίαν του Βεζύρη που του έκαμεν.

Ο Τημουρτάς Χαν λαμβάνοντας μίαν τοιαύτην θλιβεράν είδησιν, εθλίβη μεγάλως, και έπεσεν εις μεγάλην απελπισίαν. Και δεν έφθασε μόνον αυτό, αλλά ολίγον ύστερα φθάνει ένας Οφφικιάλος, και φέρνει την είδησιν ότι ο Βασιλεύς Αμούρης, αφού και εθανάτωσεν όλον το στράτευμα του Καλάφ, έρχεται διά να θανατώση όλην την οικογένειαν την βασιλικήν, και να κυριεύση όλον το Βασίλειον. Τότε ο Τημουρτάς Χαν βλέποντας τον κίνδυνον, εις τον οποίον ευρίσκονταν, παίρνει την βασίλισσαν Ελμέρω την γυναίκα του, ομού και τον Καλάφ, και κάνοντας να φορτώση τα πλέον τιμημένα πράγματα που είχεν εις τον θησαυρό του εβγήκαν από την Ταρταρίαν και εκίνησαν διά την μεγάλην Βουλγαρίαν, συντροφιασμένοι με αρκετούς στρατιώτας.

Περιπατώντας αρκετές ημέρες και απερνώντας το όρος Καύκασον, συναπαντούν τέσσαρες χιλιάδες κλέφτες που εκατοικούσαν εις αυτό το όρος, οι οποίοι ερχόμενοι καταπάνω τους, εκατάκοψαν όλους τους στρατιώτας που είχαν εις φύλαξιν, και δεν άφησαν άλλον παρά τον Χάνην, την γυναίκα του, και τον Καλάφ· τον δε βίον του όλον τον εδιαμοίρασαν, και αυτούς τους απαράτησαν εις την μέσην του βουνού γυμνούς και τετραχηλισμένους.

Δεν ημπορώ να διηγηθώ τι λογής εστάθη ο πόνος του Χάνη, επόταν είδεν εις τι κατάστασιν ήλθεν· όθεν ερχόμενος εις απελπισίαν εγύρευε να θανατωθή, ζηλεύοντάς την τύχην εκείνων που απέθνησκον εμπρός εις τους οφθαλμούς του. Η Βασίλισσα από το άλλο μέρος εφθείρονταν εις τα κλάματα, και ο Καλάφ μόνος είχε πνεύμα διά να βαστάξη το βάρος ενός γραπτού τόσον σκληρού. Επειδή και ήτον πολλά πεπαιδευμένος εις τες γνώμες του Αλκοράνου και τες αποφάσεις του Μωάμεθ επάνω εις τον προορισμόν, ήγουν γραπτόν που λέγουσιν οι Τούρκοι, και διά τούτο είχε πολλά ακίνητον σταθερότητα του πνεύματος εις το γραπτόν.

Η άκρα θλίψις των γονέων του που έδειχναν, του έδινε μοναχά μεγάλην θλίψιν· αχ Πατέρα μου! αχ Μητέρα μου! έλεγε, μη χάνεσθε εις τες δυστυχίες με τούτον το τρόπον· στοχασθήτε ότι ο Ουρανός είναι εκείνος που μας κάνει να γένωμεν δυστυχείς· ας υποταχθώμεν το λοιπόν εις το θέλημά του, επειδή και δεν είμασθε ημείς μοναχοί που ευρισκόμασθε εις δυστυχίες. Πόσοι και πόσοι Βασιλείς μεγαλύτεροι από ημάς έχασαν τον θρόνον τους, και ήλθαν εις μεγάλες δυστυχίες, και πάλιν εξαναγύρισαν εις τους θρόνους τους, και εξανάλαβαν την πρώτην τους τιμήν; τώρα και ημείς ας ρίξωμεν τας ελπίδας μας εις τον Ουρανόν, και αυτός βλέποντας τες συμφορές μας, θέλει μας προφθάσει διά να μας βοηθήση.

Αυτά και άλλα λέγοντας, οι γονείς του αγροικούσαν κάποιαν ελάφρωσιν και παρηγορίαν από τα λόγια του. Ας δοθούμεν, λέγουν οι γονείς του, το λοιπόν εις τα χέρια του Ουρανού, και ας έχωμεν υπομονήν ότι τα όσα έχομεν να περάσωμεν είναι όλα γραμμένα εις τον Ουρανόν, και δεν ημπορούμεν να τα αποφύγωμεν· ας κάμωμε πάλιν καρδιά και ας υπομείνωμεν τα όσα η τύχη μας θέλει μας προξενήσει. Και τούτο λέγοντας άρχισαν να περιπατούν πεζοί μη έχοντες ούτε άλογον, μήτε βάρος επάνωθέν τους. Επεριπάτησαν πολύν καιρόν ζώντες από μόνα οπωρικά και χόρτα που εύρισκαν εις την στράταν, μα εμβαίνοντας εις ένα έρημον δάσος έμειναν υστερημένοι και από αυτήν την ζωοτροφίαν, και από κάθε άλλο που ημπορούσε να τους διώξη την πείναν. Έμεινε λοιπόν η σταθερότης τους πολλά συντριμμένη. Ο Χάνης όντας γηραλέος άρχιζε να γροικά ότι οι δύναμές του ωλιγόστευαν· η Βασίλισσα αποσταμένη και αυτή από την στράταν και από την πείναν, δεν ημπορούσε πλέον να κινηθή, ώστε που ο Καλάφ, με όλον που και αυτός θα ήτον ομοίως αποσταμένος, τους έφερνεν επάνω εις τους ώμους του, πότε τον ένα και πότε τον άλλον, διά να τους δώση κομμάτι άνεσιν.

Τέλος πάντων μισαπεθαμμένοι και οι τρεις από την δίψαν και από το απόσταμα, έφθασαν εις ένα βουνόν γεμάτον από φοβερωτάτους κρημνούς και χάος. Ήτον ετούτο μία ράχη πολλά υψηλοτάτη, περιτριγυρισμένη από φοβερά και τερατώδη σπήλαια, ανάμεσα εις τα οποία εφαίνετο πολλά κινδυνώδες πέρασμα, με το να μην εφαίνετο καμμιά λογής στράτα διά να περάση εις μίαν πλατείαν πεδιάδα, που από εκεί εφαίνετο· επειδή κάθε μέρος αυτού του βουνού ήτον πυκνωμένον από αγκάθια, βράχους, και κλαδιά, που ήτον αδύνατον να στοχασθούν μίαν στράταν να έβγουν από εκεί.

Οπόταν η βασίλισσα εθεώρησεν ετούτους τους αβύσσους, έβγαλε μίαν μεγαλωτάτην φωνήν από τον φόβον της, και τέλος πάντων ο Χάνης έχασε κάθε υπομονήν και εμβήκεν εις αδημονίαν. Δεν κάνει χρεία άλλο, τότε είπε προς τον υιόν του· κλίνω εις το εναντίον μου γραπτόν, πηγαίνω μόνος μου να κρημνισθώ εις έναν από τούτους τους βράχους, που ο ουρανός μου τον ετοίμασε διά τάφον μου, θέλω μίαν φοράν να ελευθερωθώ από την τυραννίαν της τύχης μου, αγαπώ κάλλιον τον θάνατον, παρά μίαν ζωήν τόσον τυραννισμένην. Ο Χάνης δοσμένος εις κάθε απελπισίαν, έστεκε διά να πέση εις τον κρημνόν. Τότε ο υιός του ο Καλάφ τρέχει και τον πιάνει εις τες αγκάλες του. Αχ πατέρα μου, του είπε τι είναι αυτό που θέλεις να κάμης, εις τι απελπισίαν εδόθης; στοχάζεσαι με αυτό να φύγης το γραπτόν σου; δεν ηξεύρεις που με την υπομονήν όλα αποκτώνται, και εκείνο που εις τον Ουρανόν είνε γραμμένον, θέλει να πληρωθή; ποίος ηξεύρει ύστερα από τούτα τα βάσανα, τι καλό μας απαντυχαίνει; και μήπως και το κάνει αυτό ο ουρανός διά να δοκιμάση την υπομονήν μας. Ημείς, το ομολογώ, είμασθε εις μίαν στάσιν πολλά θλιβερήν, και δεν ημπορούμεν να περάσωμεν χωρίς κίνδυνον τούτους τους αβύσσους· μα ποίος ηξεύρει πού να μην ευρεθή καμμία στράτα διά να περάσωμεν εις εκείνην την πεδιάδα; άφησε το λοιπόν να πηγαίνω να ιδώ μήπως και εύρω κανένα μονοπάτι και ευθύς γυρίζω. Σύρε, ω υιέ μου, απεκρίθη ο Χάνης, ημείς εδώ σε καρτερούμεν και μη φοβάσαι διά την απελπισίαν μου έως εις τον γυρισμόν σου. Ο Καλάφ επήγε γυρίζοντας εις όλες τες ράχες και βράχους χωρίς να ημπορέση να ξανοίξη καμμίαν στράταν, όθεν μένοντας πολλά θλιμμένος έπεσεν εις τα γόνατα, και μετά θερμών δακρύων επικαλούνταν την βοήθειαν του Ουρανού· έπειτα σηκωνόμενος εξαναγύρισε πάλιν διά να ξαναζητήση καμμίαν οδόν. Τέλος πάντων ευρίσκει μίαν πολλά στενήν, εις την οποίαν εμβαίνοντας ευχαρίστησε τον Ουρανόν διά τούτην την χάριν, και περιπατώντας επλησίασεν έως τα πόδια ενός μεγάλου δένδρου, που ήτον εις το έμβασμα της πεδιάδος, το οποίον εσκέπαζε με τον ίσκιον του μίαν πηγήν από νερόν καθαρόν· είδεν ακόμη ολίγον ξέμακρα από εκεί και άλλα διάφορα δένδρα με διαφόρους μεγαλωτάτους καρπούς, και εκστατικός διά τούτην την ξάνοιξιν, έτρεξε διά να δώση την είδησιν του πατρός του και της μητρός του, που εχάρησαν μεγάλως που ο ουρανός άρχιζε να λαμβάνη ευσπλαγχνίαν διά τες δυστυχίες τους. Ο Καλάφ παίρνοντάς τους, με μεγάλον κόπον τους απέρασεν από εκείνην την στενήν οδόν, και τους έφερεν εις την πηγήν, και έσβυσαν την φλογώδη δίψαν που τους ετυράννιζεν· έπειτα έφαγον από τους καρπούς που ο Καλάφ έμασεν, οι οποίοι εις εκείνην την χρείαν τους εφάνηκαν εξαίσιοι. Αυθέντη, τότε λέγει ο Καλάφ του πατρός του, αναγνωρίζεις τώρα το σφάλμα σου, που ενόμιζες ότι ο Ουρανός μας είχεν αφήσει να χαθούμεν; αυτός δεν έχει κουφά αυτιά προς εκείνους που ρίχνουν όλες τους τες ελπίδες προς αυτόν.

Εσταμάτησαν το λοιπόν εις αυτόν τον τόπον δύο τρεις ημέρες διά να ξεκουρασθούν και να λάβουν τες δύναμές τους, και, αφού εξεκουράσθηκαν καλά, εκίνησαν προς την πεδιάδα, ελπίζοντες ότι εκείνη θα τους φέρη εις κανένα τόπον κατοικημένον. Και φθάνοντες εκεί, βλέπουν μίαν μεγαλωτάτην χώραν πλησίον της πεδιάδος, κτισμένην με θαυμαστά κτίρια· έρχονται προς αυτήν, και προτού να πλησιάσουν εις την πόρταν της χώρας εστοχάσθηκαν να μείνουν εκεί έως να νυκτώση, διατί εντρέπονταν να έμβουν την ημέραν με το να ήταν γυμνοί σχεδόν και τετραχηλισμένοι, και γεμάτοι από κονιορτόν· και ούτως επήγαν και εκάθησαν υποκάτω εις κάποια δενδράκια, που εκεί ευρίσκονταν, διά να καρτερίσουν την νύκτα. Αναπαυόμενοι αυτοί εις εκείνα τα δένδρα, βλέπουν ένα γέροντα που έβγαινεν από την χώραν, και ήρχετο εκεί διά να πάρη τον αέρα, και πλησιάζοντας εις αυτούς τους εχαιρέτησε με χαροποιόν πρόσωπον, έπειτα εκάθισε κοντά τους.

Ο Χάνης τότε τον ηρώτησε πως ωνόμαζαν εκείνην την χώραν, Αυτή ονομάζεται Γιαού, απεκρίθη ο γέρων, η οποία είναι η μητρόπολις της επαρχίας· και ο βασιλεύς που την κυριεύει ονομάζεται Αλέγγ Χαν· μα απ' εκείνο που μου φαίνεται του λόγου σας είσθε ξένοι. Ναι, του απεκρίθη ο Χάνης, ημείς είμασθεν από πολλά μακρυνόν τόπον, γεννημένοι εις το βασίλειον του Κασμίρ, πραγματευτάδες την τέχνην· μίαν ημέραν πηγαινάμενοι με πολλούς άλλους πραγματευτάδες εις το πανηγύρι Καπαπάκ, μας εσυναπάντησαν κλέφται, και μας επήραν το ό,τι είχαμεν, και μας άφησαν εις ετούτην την κατάστασιν που μας βλέπεις, και με το να εχαθήκαμεν εις την στράταν, και μην ηξεύροντες πού πηγαίνομεν, εφθάσαμεν εις ετούτο τον τόπον. Ο γέρων που ήτον φυσικά συμπαθής εις τες δυστυχίες του πλησίον του, έλαβε σπλάγχνος προς αυτούς, και τους εκάλεσε να έλθουν να σταθούν εις το σπήτι του με αυτόν. Ο Χάνης τον ευχαρίστησε διά την ευσπλαγχνίαν που τους έδειχνε. Και ούτως όλους ομού ο γέρων τους έφερεν εις το σπήτι του, το οποίον ήτο μία μικρά κατοικία, και πολλά ταπεινά στολισμένη, μα όλα έστεκαν εις καλήν τάξιν.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings