← Table of contents
Τίμαιος, Τόμος Α

Front matter

Paulos Gratsiatos translation

Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic. A table of errors at the end of the 2nd volume has been taken into account. The spelling of the book has not been changed otherwise. Footnotes have been converted to endnotes. Two geometrical shapes referred to in the endnotes of this book, can be seen only in the html version of the text.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ο Πίνακας Παροραμάτων στο τέλος του 2ου τόμου έχει ληφθεί υπ' όψη. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Δύο γεωμετρικά σχήματα τα οποία αναφέρονται στις σημειώσεις στο τέλος του βιβλίου μπορεί να τα δει κανείς μόνο στην Html εκδοχή του κειμένου.

Κάλυμμα
Κάλυμμα

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΤΙΜΑΙΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ

ΤΟΜΟΣ Α

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΦΕΞΗ

ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΦΕΞΗ

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ

ΠΑΥΛΟΥ ΓΡΑΤΣΙΑΤΟΥ

ΤΟΜΟΣ Α

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΦΕΞΗ

1911

ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Α'. ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

Κατά την εορτήν των Βενδιδείων, τελουμένην προς τιμήν της Θρακικής θεότητος Βένδιδος, την οποίαν οι Αθηναίοι εταύτιζον με την Άρτεμιν, κατέβη ο Σωκράτης εις Πειραιά εις την οικίαν του Κεφάλου, ένθα συνδιελέχθη περί Πολιτείας με τον Πολέμαρχον, υιόν του Κεφάλου, τον Γλαύκωνα και Αδείμαντον, αδελφούς του Πλάτωνος, και τον σοφιστήν Θρασύμαχον. Την επαύριον ο Σωκράτης τα της εν Πειραιεί συνδιαλέξεως διηγήθη είς τινας φίλους εν Αθήναις. Η διήγησις δ' αύτη του Σωκράτους, συνεχής και αδιάκοπος απ' αρχής άχρι τέλους, αποτελεί τον όλον διάλογον εν τη «Πολιτεία», όπου όμως δεν αναφέρονται τα ονόματα των ακροατών. Ούτοι, τέσσαρες όντες, συνεφώνησαν, ίνα την αμέσως ακόλουθον ημέραν εις νέαν συνδιάλεξιν αποδώσωσιν εις τον Σωκράτην το υπό τούτου παρατεθέν αυτοίς συμπόσιον λόγων. Η συνέχεια δ' αύτη της συνδιαλέξεως εκτίθεται εις άλλον διάλογον, όστις επιγράφεται «Τίμαιος» εκ του ονόματος ενός των εστιατόρων του Σωκράτους. Οι άλλοι ήσαν Κριτίας, ο Αθηναίος πολιτευτής, και Ερμοκράτης, ο Συρακόσιος στρατηγός. Του τετάρτου το όνομα δεν μνημονεύεται εν τω Τιμαίω· αλλά λέγεται ότι ούτος ασθενήσας δεν έλαβε μέρος εις τον διάλογον, αναπληρωθείς υπό των άλλων. Κατά τον νεοπλατωνικόν φιλόσοφον Πρόκλον, όστις συνέγραψε «Γλαφυρά υπομνήματα εις τον Τίμαιον», ο μεν Δερκυλλίδης επίστευεν ότι ο ανώνυμος ήτο αυτός ο Πλάτων, ο δε Αττικός έλεγεν ότι ήτο ξένος τις, φίλος του Τιμαίου. Αλλά και των νεωτέρων τινές δέχονται ότι ήτο αυτός ο Πλάτων.

Ο «Τίμαιος», πολύ μεταγενέστερος της «Πολιτείας» και διαφέρων αυτής κατά το ύφος και κατά τινας θεμελιώδεις αρχάς, είναι συνέχεια της «Πολιτείας», όπως ο «Κριτίας» είναι εξακολούθησις του «Τιμαίου». Αντικείμενον της «Πολιτείας», ως δηλούται εν τω Α' και Β' βιβλίω αυτής, είναι η Δικαιοσύνη, ως επεισόδιον δε εισάγεται η περί Πολιτείας διάλεξις διά τον λόγον, ότι είναι ευκολώτερον να νοήσωμεν τι είναι η Δικαιοσύνη, εάν επισκοπήσωμεν την Πολιτείαν μάλλον παρά το μεμονωμένον άτομον. Αλλ' ούτως η συζήτησις περί Πολιτείας κατέστη κύριον θέμα του διαλόγου. Διατυπώσας δε ήδη την ιδεώδη Πολιτείαν του ο Πλατωνικός Σωκράτης επεθύμησε να ίδη την απόδειξιν αυτής, πώς δηλ. θα ηδύνατο αύτη να ενεργή και υπερασπίζη εαυτήν εν πολέμω και εν ειρήνη. Και προς τούτο εξέλεξε τους ειρημένους συνομιλητάς, άνδρας πολιτικούς άμα και σοφίας εραστάς. Εν τω «Τιμαίω» λοιπόν μετά συνοπτικήν ανακεφαλαίωσιν των σπουδαιοτέρων πορισμάτων της «Πολιτείας», γενομένην υπό του Σωκράτους, πρώτος ο Κριτίας αναλαμβάνει να ικανοποιήση την αξίωσιν αυτού, και λέγει ότι πολίτευμα όμοιον προς το περιγραφέν υπό του Σωκράτους υπήρξεν εν Αθήναις προ 9,000 ετών κατά την διήγησιν, την οποίαν ο Σόλων έμαθεν εν Αιγύπτω παρά των ιερέων. Η Αθηναϊκή αύτη Πολιτεία επετέλεσε τότε λαμπρότατον κατόρθωμα κατανικήσασα τους στρατούς, οίτινες ώρμησαν κατά της Ευρώπης εκ της εν τω Ωκεανώ μεγάλης νήσου Ατλαντίδος, θέλων όμως έπειτα ο Κριτίας να εκθέση και τα καθέκαστα αυτής λέγει, ότι συνεφωνήθη με τον Τίμαιον, όπως ούτος, ειδήμων της αστρονομίας και της φυσικής, εκθέση πρώτον την σύστασιν του Κόσμου και του Ανθρώπου, έργα αμφότερα του θεού πατρός και δημιουργού, έπειτα δε μεταβώσιν εις την εξέτασιν της Πολιτείας, διότι αύτη βεβαίως είναι ανάλογος προς την διακόσμησιν του Παντός. Εκ τούτου αντικείμενον του «Τιμαίου» γίνεται η κοσμογονία. Το τέλειον δε Κράτος, την πεπραγματωμένην Πολιτείαν παραλαμβάνει ως θέμα τρίτος διάλογος, ο «Κριτίας», όστις δυστυχώς έμεινεν ατελής, ένεκα του θανάτου του Πλάτωνος. Τον «Τίμαιον» συνέγραψε κατά το 358 - 357 π. Χ. Έπειτα επεχείρησε να συγγράψη τον «Κριτίαν». Αλλ' εν τω μεταξύ ησχολήθη συγγράφων τους «Νόμους», δι' ους εδαπάνησε τα τελευταία δέκα έτη του βίου του.

Τίμαιος ο Λοκρός, εκ της Μεγάλης Ελλάδος εν Ιταλία, ήτο αστρονόμος και φιλόσοφος Πυθαγόρειος, εις τον όποιον αποδίδεται συγγραμμάτιον σωζόμενον εις Δωρικήν διάλεκτον «Περί ψυχής κόσμου και φύσεως». Και ο μεν Πρόκλος λέγει ότι ο Πλάτων λαβών το βιβλίον τούτο επεχείρησε να γράψη τον «Τίμαιον». Αλλ' οι νεώτεροι κριτικοί θεωρούσιν αυτό νόθον. Διότι προς τοις άλλοις το βιβλίον τούτο υποθέτει, ότι αι ιδέαι υπήρχον προ του κόσμου, η υπόθεσις δ' αύτη είναι διδασκαλία καθαρώς Πλατωνική και ουχί Πυθαγορική. Είναι λοιπόν ουχί πρότυπον, αλλ' απλή συνοπτική μετάφρασις του Πλατωνικού «Τιμαίου». Ότι όμως ο Πλάτων ήντλησεν εκ Πυθαγορικού συγγράμματος μαρτυρεί η κακή γλώσσα Τίμωνος του σιλλογράφου, όστις εις τρεις σωζομένους στίχους λέγει:

«Και συ, Πλάτων, διότι και σε κατέλαβε πόθος να μάθης — με πολλά δε αργύρια μικρόν ηγόρασες βιβλίον — και εκ τούτου έμαθες να Τιμαιογραφής». Διογένης ο Λαέρτιος λέγει εις τους βίους Φιλολάου, Πυθαγόρου και Πλάτωνος ότι το αγορασθέν βιβλιάριον ήτο του Φιλολάου, όπερ όμως δεν σώζεται. Αλλά και τούτου δεκτού γενομένου, ο Πλάτων βεβαίως μεν δεν αντέγραψε τον Φιλόλαον, αλλά παρέλαβε πολλά δόγματα των Πυθαγορείων. Τούτου ένεκα και Πυθαγόρειος, οίος ο Τίμαιος, εκθέτει εν τω ομωνύμω διαλόγω την κοσμογονίαν εις λόγον συνεχή, ουχί δραματικώς και διαλογικώς, αλλά δογματικώς και συνθετικώς, ως ήρμοζεν εις πραγματείαν στηριζομένην επί πιθανότητος και αναλογίας, ανεπίδεκτον δε διαλεκτικής και επιστημονικής αποδείξεως τότε δι' έλλειψιν επαρκών φυσικών γνώσεων.

Ο «Τίμαιος» είναι κατά την κοινήν ομολογίαν των σοφών μία εκ των υψίστων και σπανίων πτήσεων, τας οποίας επιχειρεί ευτόλμως το ανθρώπινον πνεύμα, όταν αισθάνηται ότι έχει ισχυράς πτέρυγας, ίνα αναβή εις την πηγήν αυτού, ίνα συλλάβη την ενότητα του Παντός και ίνα εύρη την λύσιν των βασανιζόντων αυτό μεγάλων ζητημάτων. Ο θαυμάσιος ούτος διάλογος είναι οργανική σύνθεσις περιλαμβάνουσα πάντα τα αντικείμενα της γνώσεως και πάντα τα ζητήματα περί της φύσεως και του πνεύματος. Αιτία πάντων και αρχή κηρύττει ότι είναι ο είς Θεός, και ότι, επειδή ούτος είναι αγαθός, αγαθά είναι και τα πλάσματα αυτού, ο δε άνθρωπος είναι ο μικρός κόσμος, όστις οφείλει κατά τo δυνατόν να ομοιώται με τον μέγαν κόσμον και διά τούτου με τον Δημιουργόν. Ούτως ο «Τίμαιος» συνοψίζων την όλην Πλατωνικήν φιλοσοφίαν συναρμολογεί εις έν όλον πάσαν την φυσικήν και την μεταφυσικήν, την επιστήμην και την ηθικήν και την θεολογίαν. Αμυδράν εικόνα τούτων πάντων θα δώσωμεν διά συντόμου περιλήψεως του περιεχομένου του «Τιμαίου», παραλείποντες την περί Πολιτείας μακράν εισαγωγήν, περί της οποίας είπομεν ανωτέρω. Αι αναφερόμεναι σελίδες και παράγραφοι είναι αι της εκδόσεως του Ερρίκου Στεφάνου, τας οποίας σημειούμεν εις τo περιθώριον της μεταφράσεως.

Β. ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΙΣ ΤΗΣ ΠΛΑΤΩΝΙΚΗΣ ΚΟΣΜΟΓΟΝΙΑΣ

Προς κατανόησιν των διδασκαλιών του «Τιμαίου» και εν γένει πάντων των Ελλήνων φιλοσόφων πρέπει να έχωμεν πάντοτε προ οφθαλμών, ότι η έννοια ή η άποψις η δεσπόζουσα επί του πνεύματος αυτών είναι η της Τέχνης. Αντελαμβάνοντο τα πράγματα, και διενοούντο πάντες ως καλλιτέχναι. Διότι το θαυμάσιον αρχαίον Ελληνικόν πνεύμα ήτο κατά την φύσιν και την ουσίαν αυτού κυριολεκτικώς καλλιτέχνης. Προς παραγωγήν δε του καλλιτεχνήματος πλην του Καλλιτέχνου ή του Δημιουργού αναγκαίως συντρέχουσι πρώτον η Ιδέα ή το Παράδειγμα, καθ' ο γίνεται το έργον, και έπειτα η Ύλη, ήτις δέχεται και εμφανίζει την Ιδέαν αισθητώς. Ούτω και όλος ο αισθητός ούτος κόσμος είναι κατά τον Πλάτωνα καλλιτέχνημα, το οποίον έπλασεν ο θείος Δημιουργός κατά τας ιδέας, κατά τα εν αυτώ θεία, αυτοτελή και αιώνια νοήματα. Έκαστον ον εν τη φύσει είναι εμφάνισις και πραγμάτωσις αισθητή μιας ιδέας, ενός όντος νοητού. Και η μεν ιδέα είναι το πραγματικόν (όντως) ον, αιώνιον (αεί ον), αμετάβλητον, ακίνητον, το αυτό προς εαυτό (κατά τα αυτά ον) και διά της νοήσεως μόνης αντιληπτόν (νοητόν). Η επιστήμη την ιδέαν έχει ως αντικείμενον. Την ετέραν αρχήν του παντός, την Ύλην, ο Πλάτων υπολαμβάνει αΐδιον μεν, ουχί όμως ακίνητον, αλλά άμορφον καθ' εαυτήν και ασχημάτιστον, δεχομένην δε πάσαν μορφήν, απλούν χώρον. Η ιδέα ή το σύνολον των ιδεών, ο δημιουργός Νους είναι ως ο Πατήρ, η δε Ύλη ως η Μήτηρ, Τέκνον δ' αυτών είναι ο ορατός ούτος κόσμος. Τα φαινόμενα αυτού, τα αισθητά όντα, ρέοντα και μεταβαλλόμενα απαύστως και αφανιζόμενα, δεν έχουσιν αληθή ύπαρξιν, δεν είναι όντα, αλλά γινόμενα. Η αισθητή ύπαρξις δεν είναι όντως ον, αλλά το διάμεσον μεταξύ όντος και μη όντος, το οποίον πάντοτε γίνεται και ουδέποτε αληθώς είναι, αλλά μεταβάλλεται, γίνεται άλλο, είναι έτερον. Ταύτα δε είναι αντιληπτά μόνον υπό της αισθήσεως και της δόξης. Η γνώσις αυτών και της όλης φύσεως είναι λοιπόν αναγκαίως αβεβαία, είναι γνώσις κατ' εικασίαν (εικότα λόγον) και αναλογίαν, ενώ η επιστήμη των νοητών είναι βεβαία γνώσις. Διά τούτο ο Πλάτων δεν επραγματεύθη την Φυσικήν μεθ' όσης επιμελείας και ακριβείας τα άλλα μέρη της φιλοσοφίας. Κατ' εκείνον τον χρόνον η ατέλεια των φυσικών γνώσεων εγέννα αβεβαιότητα, ήτις την αναλογίαν και πιθανότητα καθίστα κύριον όργανον της φιλοσοφίας της φύσεως (σελ. 27).

Αλλ' αν ο Πλάτων κατεχόμενος υπό της καλλιτεχνικής επόψεως του Ελληνικού πνεύματος, του οποίου είναι τελεία ενσάρκωσις, παραλαμβάνει όρους και φράσεις εκ της τέχνης προς σαφεστέραν δήλωσιν των νοημάτων αυτού, όμως δεν πρέπει να δεχώμεθα παθητικώς το γράμμα, ουδέ τας υλικάς εικόνας να εκλαμβάνωμεν ως αυτόν τον νουν του φιλοσόφου. Ο Δημιουργός του λ. χ. δεν είναι τεράστιόν τι πρόσωπον διαπλάττον δεδομένα υλικά κατά τι πρότυπον, κατά τας ιδέας. Τοιαύται υλικαί παραστάσεις είναι ανάξιαι Θεού όλως νοητού και νοερού. Το άυλον πνεύμα, ίνα δημιουργήση, ίνα αποκαλυφθή ως πνεύμα, μόνον υλικόν έχει τον λόγον. Διά τούτο και η θρησκεία του Ύψους παριστά τον Θεόν δημιουργούντα τον κόσμον διά μόνου του λόγου.

«Και είπε· Γενηθήτω φως, και εγένετο φως». Αλλ' η δημιουργία είναι αναγκαία και αιώνιος, καθ' ότι ο Θεός αιωνίως καταλείπει την ερημίαν και απειρίαν αυτού, δημιουργεί, προσλαμβάνει διορισμούς, πέρατα, και εμφανίζεται εν τη φύσει, εν τω Υιώ — ίνα πάλιν επιστρέψη εις εαυτόν. Η επιστροφή αυτή, το Πνεύμα, είναι βέβαια ο τέλειος τρόπος της υπάρξεως της ιδέας. Το Ελληνικόν όμως πνεύμα ως ύψιστον τρόπον υπάρξεως του θείου συνέλαβε μόνον την εμφάνισιν, την φανέρωσιν αυτού διά της ύλης τελειουμένην εν τη καλλιτεχνία. Τοιούτου λοιπόν πνεύματος κατ' εξοχήν ερμηνευτής είναι ο Πλάτων, και εκ τούτου εξηγείται διατί και ούτος και ο Αριστοτέλης δεν ηδυνήθησαν να διαλλάξωσιν εντελώς τας δύο αρχάς, το πνεύμα και την ύλην.

Κατά τα ειρημένα λοιπόν έχομεν το ον και το γινόμενον. Το ον είναι ακίνητον, ταυτόν και νοητόν. Το γινόμενον είναι μεταβλητόν, άλλο και αισθητόν. Αλλ' ό,τι γίνεται γίνεται υπό τινος· άρα ο κόσμος έχει αιτίαν, διό εδημιουργήθη υπό του Θεού. Και επειδή ο Δημιουργός είναι αγαθός, διά τούτο και τον κόσμον έπλασεν αγαθόν, άριστον, κατά παράδειγμα αιώνιον και αναλλοίωτον (σελ. 29 Α). Ούτως η δημιουργία είναι κυρίως διακόσμησις (σ. 30 Α). Το πρότυπον, καθ' ο επλάσθη και διεκοσμήθη το παν, ήτο το τέλειον νοητόν ζώον, περιλαμβάνον πάντα τα νοητά ζώα. Διό, όπως ο δημιουργός είναι είς και το παράδειγμα έν, ούτως είς είναι και ο κόσμος πάντα περιλαμβάνων, έν μόνον ζώον αισθητόν λογικόν, περιλαμβάνον πάντα τα αισθητά ζώα (σ. 31 Β).

Ο κόσμος λαβών ύπαρξιν είναι κατ' ανάγκην ορατός και αισθητός, διό συνέστη εκ πυρός και εκ γης. Αλλά δύο τινά δεν δύνανται να ενώνται ειμή διά τρίτου, διά τινος μέσου όρου, και ίνα αποτελέσωσιν έν στερεόν, πρέπει να ενώνται διά δύο μέσων όρων. Μεταξύ λοιπόν του πυρός και της γης ετέθησαν ο αήρ και το ύδωρ. Και ο κόσμος συνέστη εκ των τεσσάρων τούτων στοιχείου, διατεταγμένων κατά γεωμετρικήν αναλογίαν· περιέλαβε δε αυτά ολόκληρα, ώστε ουδέν να υπάρχη εκτός αυτού. Ο κόσμος άρα έγινε τέλειος και δεν υπόκειται εις νόσους, εις γήρας και εις θάνατον, διότι και ουδέν υπάρχει εκτός αυτού, όπερ θα ηδύνατο να επιδράση ολεθρίως επ' αυτού. (33 Α). Έλαβε δε σφαιρικόν σχήμα, όπερ είναι το τελειότατον και το κάλλιστον των σχημάτων, και ούτω κινείται ομοιομόρφως, στρεφόμενος κυκλικώς περί εαυτόν, εις τον αυτόν τόπον πάντοτε χωρίς να μεταβάλλη θέσιν. (33 Β - 34 Α).

Πρώτη όμως εδημιουργήθη η ψυχή του κόσμου, ήτις διεπέρασε το σώμα αυτού πανταχού (34 Β. C.). Ο δημιουργός αναμίξας πρώτον την αμετάβλητον και την μεταβλητήν ουσίαν (την φύσιν του αυτού και του ετέρου) έπλασε τρίτην ουσίαν. Έπειτα την διάμεσον ταύτην ουσίαν ανέμιξε με τας δύο πρώτας, και το όλον μίγμα διήρεσεν εις μέρη, τα οποία συνέδεσε κατά αριθμητικάς αναλογίας (35)· έπειτα διέταξε το όλον εις δύο συγκεντρικάς σφαίρας, των οποίων η εξωτερική είναι ο Ουρανός των απλανών αστέρων, εις τον οποίον έδωκε την κίνησιν του αυτού (αμεταβλήτου), την από δεξιών προς αριστερά. Εις δε την εσωτερικήν σφαίραν, ήτις αναλογεί προς τους ουρανούς των πλανητών, έδωκε την κίνησιν του ετέρου (μεταβλητού), από των αριστερών προς τα δεξιά, και υπέταξεν αυτήν εις το κράτος της εξωτερικής σφαίρας (36 Β - Δ). Η ψυχή του κόσμου ούτω μορφωθείσα και διπλήν έχουσα κίνησιν είναι ικανή να αντιλαμβάνηται τα μεταβλητά και αμετάβλητα, και να έχη δόξας αληθείς και τελείαν επιστήμην (36 D - 37 C).

Ο κόσμος δημιουργηθείς υπό του Θεού δεν δύναται να καταστραφή ειμή υπ' αυτού του Θεού. Αλλ' επειδή επλάσθη αγαθός και επειδή ο δημιουργός αυτού είναι αγαθός, δεν είναι δυνατόν να θέλη ούτος να τον καταστρέψη. Είναι άρα αΐδιος ο κόσμος, όπως και το αρχέτυπον αυτού (37 C - D.). Και διά τούτο, ίνα δηλ. ο κόσμος ούτος μετάσχη της αϊδιότητος, ο Θεός εδημιούργησε τον χρόνον, όστις είναι κινητή εικών της ακινήτου αιωνιότητος, διότι, αν και ουδέποτε είναι, ούχ ήττον γίνεται πάντοτε· υπηρέτας δε του χρόνου έθεσεν εις τον ουρανόν τον Ήλιον, την Σελήνην και τους πέντε άλλους πλανήτας, οίτινες ορίζουσι και φυλάττουσι τους αριθμούς, δι' ων μετρείται ο χρόνος (38 C - 39 Ε).

Ο Θεός έπειτα εποίησε κατά τα τέσσαρα στοιχεία του κόσμου τέσσαρα είδη ζώων, τους ουρανίους θεούς, ήτοι τους αστέρας, τα πτηνά, τα ένυδρα και τα χερσαία. Πρώτους έπλασε τους αστέρας προ πάντων εκ πυρός, διά να είναι λαμπροί και ωραίοι. Τα θεία ταύτα ζώα, στρογγυλά όντα, έχουσι διπλήν κίνησιν, περιστρεφόμενα και προχωρούντα, και διακρίνονται των άλλων αστέρων διά την κανονικότητα των πορειών αυτών (39 Ε - 40 D). Οι θεοί της μυθολογίας είναι παραδόσεις, τας οποίας καλόν είναι να αποδεχώμεθα, αλλά είναι ανεπίδεκτοι συζητήσεως (40 D - 41 Α).

Τα θνητά όμως είδη ζώων δεν ήτο δυνατόν να πλάση αυτός ο Δημιουργός, διότι ούτω θα εγίνοντο και αυτά θεοί, διό ανέθηκε την δημιουργίαν του θνητού αυτών μέρους εις τους δημιουργηθέντας θεούς, αυτός δε ο αιώνιος Θεός έπλασε το αθάνατον και θείον μέρος αυτών (41 Α - D). Εδημιούργησε λοιπόν τας λογικάς ψυχάς και διέσπειρεν αυτάς εις τους διαφόρους αστέρας, ίνα εκείθεν γνωρίσωσι την φύσιν των πραγμάτων, την οποίαν έπειτα θα αναμιμνήσκωνται, όταν θα κατέλθωσιν εις τα γήινα σώματα (41D - Ε). Και όσαι μεν ζήσωσι με δικαιοσύνην, αύται θα επανέλθωσιν εις τον ίδιον αστέρα αυτών, αι δε άλλαι θα μεταβώσιν εις σώματα ζώων (42 Α - C). Το σώμα τουναντίον επλάσθη υπό των άλλων θεών και απετελέσθη εκ πυρός, αέρος, ύδατος και γης. Η εισαγωγή όμως και η έξοδος της τροφής γεννά μεταβολάς και ούτως εμποδίζει τας λογικάς κινήσεις της ψυχής. Εκ τούτου πηγάζει η ανάγκη της αγωγής (42Γ - 44Δ). Οι θεοί εποίησαν την κεφαλήν στρογγύλην, διά να είναι κατοικία του νου, και έθεσαν αυτήν εις την κορυφήν του σώματος, το οποίον είναι το όχημα της κεφαλής. Εις το έμπροσθεν μέρος αυτής, εις το πρόσωπον, προσήρμοσαν τα όργανα των αισθήσεων (44 Δ - 45 Α) και ιδίως τα όμματα, τα οποία φέρουσι το φως (φωσφόρα). Η όρασις είναι η σπουδαιοτέρα των αισθήσεων, διότι δι' αυτής δυνάμεθα να γνωρίζωμεν την τάξιν του παντός και την βάσιν αυτής, τον αριθμόν, ούτω δε να ρυθμίζωμεν τας κινήσεις της διανοίας ημών, και να υψώμεθα εις την φιλοσοφικήν θεωρίαν και εις την ηθικήν τελείωσιν ημών αυτών (45 Β - 47 C). Και η ακοή δε, διά της οποίας αισθανόμεθα την αρμονίαν, συντελεί εις τον αυτόν σκοπόν (47 C. - Ε).

Ταύτα είναι τα διά του νου δημιουργηθέντα. Αλλ' εις την γένεσιν του κόσμου πλην του νου συνεργεί και η ανάγκη, ήτοι το στοιχείον, εις το οποίον πραγματοποιείται η δημιουργία, το οποίον δέχεται αυτήν, ως η ύλη δέχεται την ιδέαν του τεχνίτου (47 Ε - 48 Β). Τούτο είναι ο χώρος (η χώρα), όστις, δεν είναι ούτε πυρ, ούτε αήρ, ούτε ύδωρ, ούτε γη, διότι ταύτα δεν είναι ούτε πρώτα ούτε δεύτερα στοιχεία του παντός, αλλά απλώς καταστάσεις της ύλης (48 Β - 50 C), είναι τέσσαρα φαινόμενα είδη, εις τα οποία αντιστοιχούσι τα τέσσαρα νοητά είδη ή ιδέαι, πυρ, αήρ, ύδωρ, γη, τα οποία είναι αιώνια. Τα αισθητά είδη μεταβάλλονται διηνεκώς εις άλληλα· αι μεταμορφώσεις δε γίνονται αναγκαίως έν τινι, το οποίον μένει το αυτό, δύναται να γίνηται πάντα τα σώματα, δεν έχει καμμίαν ποιότητα και δύναται να δέχηται πάσας, είναι αόρατον, άμορφον, πανδεχές, και δεν δύναται να γίνηται αντιληπτόν διά της νοήσεως ως η ιδέα, ούτε διά της αισθήσεως, ως τα αισθητά, αλλά διά λογισμού νόθου, ήτοι διά συλλογισμού εξ αναλογίας. Εκ της δεξαμενής ή χώρας ταύτης, ήτις ύστερον εκλήθη ύλη, έξήλθον πάντα τα μερικά πράγματα, ως εκτίθεται εν τοις εξής.

Αλλά τα νοητά είδη υπάρχουσι πραγματικώς, ή είναι κενοί λόγοι; Ο Πλάτων αποκρίνεται ότι όντως υπάρχουσι, διότι είναι το αντικείμενον της νοήσεως, όπως τα αισθητά είναι το αντικείμενον της δόξης. Και επειδή η επιστήμη και η δόξα διαφέρουσιν, άρα διαφέρουσι και τα αντικείμενα αυτών (51 C. — 52 C).

Προ του κόσμου λοιπόν υπήρχον τα τρία ταύτα, το ον, η γένεσις και ο χώρος (52 Δ). Αλλ' εν τω χώρω ήσαν πανταχού τα τέσσαρα στοιχεία (λογικώς, ει μη χρονικώς) άνευ μορφής και αριθμητικών σχέσεων, και έπειτα έλαβον σχήμα και διάταξιν (53 Β). Αλλά και τα τέσσαρα εκείνα είδη είναι σύνθετα εξ άλλων στοιχείων, τα οποία είναι τρίγωνα απείρως σμικρά. Τα τρίγωνα είναι σκαληνά ή ισοσκελή. Τα σκαληνά συνδυαζόμενα γεννώσι τρία στερεά, την πυραμίδα (πυρ), το οκτάεδρον (αήρ) και το εικοσάεδρον (ύδωρ). Τα ισοσκελή γεννώσι μόνον τον κύβον (γην). Ούτω τα στερεά ταύτα συνδυαζόμενα, γεννώσι τα τέσσαρα στοιχειώδη σώματα, εκ των οποίων έπειτα αποτελούνται τα μερικά σώματα (53 C. — 56 C). Ο Πλάτων ακολούθως εξετάζει τα όρια, εντός των οποίων γίνεται η μεταμόρφωσις της ύλης (56 C. — 57 Δ), τας εκ ταύτης προερχομένας μεταβολάς θέσεως και τας κινήσεις, αι οποίαι είναι αποτελέσματα ή αίτια των μεταβολών (57 Δ - 58 C), και τας ιδιότητας του πυρός, αέρος, ύδατος και γης (58 C. — 61 C).

Τα αισθήματα γεννώνται εκ της ενεργείας των μερικών σωμάτων επί του αισθανομένου υποκειμένου. Εξετάζονται λοιπόν πρώτον αι εντυπώσεις αι κοιναί εις όλον το σώμα (αι της αφής 61 C). Ούτω λ. χ. η βαρύτης ορίζεται ως η ιδιότης ην έχουσιν η γη, το ύδωρ, ο αήρ, το πυρ να έλκωσι προς εαυτά το όμοιον αυτών, η ιδιότης δε αύτη ενεργεί κατ' ευθύν λόγον της μάζης (62 C - 63 Ε).

Τινές των απτικών (σωματικών) εντυπώσεων συνοδεύονται υπό των αισθημάτων της ηδονής και του άλγους, των οποίων εξετάζονται τα αίτια (εν σελ. 64 Α - 65 Β). Έπειτα έρχονται αι άλλαι αισθήσεις, γεύσις, όσφρησις, ακοή και τελευταία η όρασις. Αι εντυπώσεις της γεύσεως, ως αι πλείσται των άλλων, γεννώνται διά συστολών και διαστολών, καθ' ας επικρατεί μάλιστα το τραχύ και το λείον. Αι της οσφρήσεως εντυπώσεις δεν έχουσι διωρισμένα είδη, διότι η οσμή είναι ατελές τι· οσμάς εκπέμπουσι μόνον σώματα σηπόμενα, διαλυόμενα ή εξατμιζόμενα. Ο ήχος είναι κίνησις μεταδιδομένη εις την ψυχήν υπό του αέρος, διά των ώτων, του εγκεφάλου και του αίματος. Ο ήχος είναι βαρύς, αν η κίνησις είναι βαρεία, οξύς, αν ταχεία, ομαλός και λείος, αν είναι ομοιόμορφος, τουναντίον δε τραχύς κ. λ. Το χρώμα είναι το εκ των σωμάτων απορρέον πυρ, του οποίου τα μόρια ενούνται με το πυρ των οφθαλμών· εκ της αριθμητικής αναφοράς των δύο πυρών γεννώνται τα διάφορα χρώματα (65 Β - 68 Δ). Τοιούτον είναι το σύμπαν υπό την έποψιν της ανάγκης. Αλλ' η πρώτη και αληθής αιτία πάντων είναι ο Θεός και διά τούτο πρέπει εις πάντα να ζητώμεν την γνώσιν αυτού (68 Ε - 69 Α).

Ο Πλάτων νυν επανέρχεται εις την γένεσιν της ψυχής του ανθρώπου. Το λογικόν και αθάνατον μέρος αυτής επλάσθη υπό του θεού πατρός και ετέθη εις την κεφαλήν, το δε θνητόν εποιήθη υπό των κατωτέρων θεών και ετέθη εις τον κορμόν, χωριζόμενον από της κεφαλής διά του λαιμού. Επειδή δε η θνητή ψυχή είχε δύο μέρη, τα μεν θυμικόν έθεσαν εις τον θώρακα, το δε επιθυμητικόν εις την γαστέρα, χωριζομένην από του θώρακος διά του διαφράγματος. Το θυμικόν ετέθη πλησίον της κεφαλής, διά να δύναται να βοηθή τον εν τη κεφαλή λόγον κατά των επιθυμιών και ορέξεων. Η καρδία, ο δεσμός των φλεβών και η πηγή του αίματος, ετέθη πλησίον, διά να μεταφέρη τα διατάγματα του λόγου και τα αισθήματα πανταχού του σώματος· πλησίον δε της καρδίας εφύτευσαν τον πνεύμονα, ίνα δροσίζη και ανακουφίζη αυτήν. Το μέρος δε το επιθυμούν τροφάς και ποτά και άλλα αναγκαία ετέθη μεταξύ του διαφράγματος και του ομφαλού ωσεί φάτνη, όπου δύναται να τρέφηται το άγριον τούτο θρέμμα και να τρέφη το όλον σώμα. Μετά ταύτα ακολουθεί η μελέτη του ήπατος και της χολής και των εντέρων. (69 Α - 72 Δ). Έπειτα έρχεται η της συστάσεως των άλλων μελών του σώματος. (72 Δ - 79 Ε).

Άλλα ζώα έπλασαν οι θεοί προς τροφήν των πρώτων, με άλλα σχήματα και με μόνον το τρίτον είδος ψυχής (θρεπτικόν), τα φυτά, τα οποία ζώσιν ακίνητα, ερριζωμένα εις το έδαφος (77 Α - C).

Ο «Τίμαιος» έπειτα περιγράφει πώς τα καθ' έκαστα συστατικά του σώματος διετάχθησαν και συνηρμόσθησαν, πώς διετέθησαν οι οχετοί αυτού προς άρδευσιν, πέψιν και θρέψιν του όλου. Οι οχετοί ούτοι είναι αι φλέβες εκτεινόμεναι καθ' όλον το σώμα. Το υγρόν το ρέον δι' αυτών, το αίμα, αποτελείται εκ των τροφών κοπτομένων εις μόρια εν τη κοιλία και φερομένων υπό του ρεύματος της αναπνοής εις τας φλέβας, όπου γίνονται θρεπτικός χυμός. Το σώμα, υπό την επίδρασιν των εξωτερικών πραγμάτων, υφίσταται διηνεκείς φθοράς· αύται όμως διηνεκώς επανορθούνται υπό του αίματος, του οποίου τα μέρη πληρούσι τα εν τω σώματι σχηματιζόμενα κενά. Αν αι φθοραί υπερβαίνωσι την επανόρθωσιν, το ζώον καταστρέφεται, αν τανάπαλιν, αυξάνεται. Διά της αρχής ότι το όμοιον έλκει το όμοιον εξηγείται ευχερώς η αύξησις κατά την νεότητα, ότε τα εισερχόμενα υπερβαίνουσι τα εξερχόμενα, η εξασθένησις κατά το γήρας, αι νόσοι και ο θάνατος (77 G. 81 Ε).

Εκ των νοσημάτων πρώτα περιγράφει τα του σώματος (82 Α - 86 Α). Έπειτα εξετάζει τα της ψυχής, ων μέγιστα είναι η αμαθία και η αφροσύνη και η υπερβολή ηδονής και λύπης (86 Β - 87 Β). Και τέλος διδάσκει τα της θεραπείας αυτών, ήτις επιτυγχάνεται, αν διά της γυμναστικής διατηρώμεν αρμονίαν μεταξύ σώματος και ψυχής, και μεταξύ των τριών μερών της ψυχής. Τιμώντες την αθάνατον ψυχήν, ήτις εδρεύουσα εν τη κεφαλή είναι ως θείος δαίμων εντός ημών, θα φθάσωμεν εις το άκρον αγαθόν (87 C. — 90C).

Εν τέλει γίνεται λόγος περί της γενέσεως των γυναικών και των άλλων ζώων. Όσοι εκ των ανδρών ήσαν δειλοί και διέπραξαν αδικίας, ούτοι κατά την δευτέραν γέννησιν μεταμορφούνται εις γυναίκας, οι κούφοι και οι φλύαροι εις πτηνά, και οι άλλοι ωσαύτως καταβιβάζονται εις ταπεινοτέρας υπάρξεις αναλόγως προς τας κακίας αυτών. Καταλήγει δε ο «Τίμαιος» επαναλαμβάνων τα εξής, εν οις συνοψίζεται το θέμα, η ουσία του όλου διαλόγου· «Απεδείχθη ότι ο κόσμος ούτος περιλαβών ζώα θνητά και αθάνατα και εξ αυτών πληρωθείς έγινε ζώον ορατόν περιέχον πάντα τα ορατά, εικών του νοητού Θεού, Θεός αισθητός μέγιστος και άριστος, κάλλιστος και τελειότατος, είς ων και μονογενής ο κόσμος ούτος».

Γ. ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

Ίνα νοήση τις τας βαθείας διδασκαλίας του «Τιμαίου», πρέπει να μελετήση αυτάς ως εκτίθενται υπό του συγγραφέως με την δύναμιν, την γοητευτικήν χάριν και την αβίαστον φυσικότητα, εις τας οποίας ο Πλάτων ήτο τεχνίτης απαράμιλλος. Ο «Τίμαιος» είναι φιλοσόφημα άμα και ποίημα, είναι αποκάλυψις, εν τη οποία ο μεταφυσικός κρύπτεται υπό τας εικόνας και τα σχήματα του ποιητού. Ο μύθος και τα καθαρά νοήματα συγχέονται πολλαχού ούτως, ώστε αποβαίνει δυσχερής η κατανόησις των δογμάτων του φιλοσόφου. Αλλά και πλάνας και ατελείας ύφους αντισταθμίζουσι λαμπρώς θεωρήματα μεγάλης διανοίας, προλαμβάνοντα πολλά συμπεράσματα, εις ά βαθμηδόν έφθασεν η επιστήμη μετά χρόνον μακρόν.

Το όλως νέον θέμα του «Τιμαίου», ου μέρη, οία η Φυσική και η Φυσιολογία, ήσαν εντελώς ξένα προς την λοιπήν Πλατωνικήν Φιλοσοφίαν, απήτει βεβαίως γλώσσαν, σύνταξιν και ύφος διάφορον των άλλων διαλόγων. Αλλ' είναι τόσον πολλαί αι διαφοραί, ώστε και αύται αι ελλείψεις άλλως δεν δύνανται να εξηγηθώσιν ειμή εκ του ότι το έργον δεν έλαβε νέαν και οριστικήν επεξεργασίαν υπό του συγγραφέως. Η εισαγωγή π. χ. είναι δυσανάλογος προς το λοιπόν μέρος του διαλόγου, αρμόζει δε μάλλον ως εισαγωγή εις έτερον διάλογον, τον «Κριτίαν». Πρόδηλος είναι και έλλειψίς τις τάξεως, αι επαναλήψεις των αυτών, αι ανακολουθίαι, αι ασυνταξίαι και επανορθώσεις, εξ ων πολλαχού επισκοτίζεται η έννοια. Αναντιρρήτως τα γνωρίσματα του Πλατωνικού ύφους αναγνωρίζονται και εν τω «Τιμαίω», αλλά φαίνονται ωσεί άνευ μέτρου. Είναι δε γνωστόν εκ της μαρτυρίας Διονυσίου του Αλικαρνασσός ότι ο Πλάτων «τους εαυτού διαλόγους κτενίζων και βοστρυχίζων και πάντα τρόπον αναπλέκων ου διέλιπεν ογδοήκοντα γεγονώς έτη». Διά ταύτα ο Ουόλφιος και άλλοι κριτικοί υπέλαβον ότι ο «Τίμαιος» είναι συνονθύλευμα διαφόρων αποσπασμάτων ή έργα διάφορα χαλαρώς συνδεδεμένα. Αλλά, παρατηρεί ο Έγελος, «καίτοι η σύνδεσις φαίνεται γινομένη άνευ μεθόδου, καίτοι αυτός ο Πλάτων πολλάκις απολογείται διά ταύτα, το όλον διαιρείται αναγκαίως, και ένεκα βαθέος εσωτερικού λόγου είναι αναγκαία η επάνοδος εις τα πρώτα και τας αρχάς.»

Εις τον «Τίμαιον» προ πάντων αναφέρεται η εξής γενική κρίσις του αυτού βαθυσόφου Γερμανού περί της Πλατωνικής Φιλοσοφίας· «Ο Πλάτων είναι εκ των κοσμοϊστορικών ατομικότητων. Η φιλοσοφία αυτού ήσκησε σημαντικωτάτην επιρροήν εις την μόρφωσιν και την ανάπτυξιν του ανθρωπίνου πνεύματος από της εμφανίσεως αυτής κατά πάντας τους έπειτα χρόνους. Το ιδιάζον προσόν αυτής είναι η κατεύθυνσις εις τον νοερόν, τον υπεραίσθητον κόσμον, η ανύψωσις της συνειδήσεως εις την βασιλείαν του Πνεύματος... Η Χριστιανική θρησκεία βεβαίως ησπάσθη την υψηλήν ταύτην αρχήν, ότι η εσωτερική, η πνευματική φύσις του ανθρώπου είναι η αληθής φύσις αυτού και κατέστησεν αυτήν αρχήν καθολικήν κατά τον ιδιάζοντα εις αυτήν (παραστατικόν) τρόπον, αλλ' η θρησκεία αύτη διά της υπό του Πλάτωνος δοθείσης ήδη αρχής εγένετο είτα η οργάνωσις του λόγου, η βασιλεία του υπεραισθήτου (των ουρανών). Η πνευματική αρχή διά του Χριστιανισμού διωργανώθη εις πνευματικόν κόσμον επί της γης, αλλ' εις το έργον τούτο την μεγίστην μερίδα συνεβάλετο ο Πλάτων και η φιλοσοφία αυτού ». (Εγέλ. Ιστορ. Φιλοσοφ.).

Τας σχέσεις ταύτας του «Τιμαίου» και γενικώς της Πλατωνικής φιλοσοφίας προς τον Χριστιανισμόν αποδεικνύει η μελέτη αμφοτέρων. Διότι μη λησμονώμεν ότι έκαστον κοσμοϊστορικόν γεγονός κατά τοσούτον είναι μέγα και έξοχον, καθ' όσον δι' υψηλοτέρας αρχής συγκεντρώνει εν εαυτώ και ανυψώνει πάσας τας αληθείας, ας έφερεν εις φως η προηγηθείσα ιστορική κίνησις. Τούτο λοιπόν έπραξεν ο Χριστιανισμός· και αυτή δε η Πλατωνική φιλοσοφία, διά των νέων αρχών, ας εδίδαξε και ιδία διά της θεωρίας των καθόλου, των ιδεών και της διαλεκτικής συνεχώνευσεν εις εαυτήν και ανύψωσε τα προ αυτής μεγάλα φιλοσοφικά συστήματα του Ηρακλείτου, του Παρμενίδου, του Πυθαγόρου, του Αναξαγόρου και του Σωκράτους. Ούτω μόνον ο μαθητής του Πλάτωνος, ο Αριστοτέλης, ηδυνήθη να στρέψη τα βλέμματα εις τα εμπρός και διά της νέας αρχής της Ατομικότητος [τόδε] να ανοίξη την νέαν φιλοσοφίαν και εν γένει τον νέον πολιτισμόν. — Όσοι δεν δύνανται να παρακολουθώσι την αλληλουχίαν των ιστορικών συμβάντων φαντάζονται, ότι αι διδασκαλίαι των εξόχων φιλοσόφων είναι αργολογίαι μηδεμίαν ασκούσαι επίδρασιν επί των πραγμάτων, θεωρίαι ξέναι και άσχετοι προς την ιστορικήν εξέλιξιν. Και όμως οι φιλόσοφοι ούτοι, τα εκλεκτά δηλ. όργανα της απολύτου αληθείας, της πνευματικής ελευθερίας και της ιδανικής τελειότητος, είναι οι αφανείς δημιουργοί της ιστορικής κινήσεως των εθνών, οι πραγματικοί σκαπανείς της προόδου, δηλητηριάζοντες εκάστοτε το παρόν και παρασκευάζοντες μακρόθεν το μέλλον. Ούτω τας συγχρόνους κοινωνίας, τον νεώτερον θαυμάσιον πολιτισμόν ίδρυσεν η αρχαία φιλοσοφία, μεγαλυνθείσα και εκλαϊκευθείσα διά του Χριστιανισμού.

Ανωτέρω είπομεν ότι ο φιλόσοφος Πρόκλος έγραψεν υπομνήματα ή σχόλια εις τον «Τίμαιον». Αλλά τα υπομνήματα ταύτα φθάνουσι μόνον μέχρι της σελ. 44 Δ, (Ed. Ε. Diehls 1-II Lipsiae 1904). Μεγάλην συμβολήν εις εξήγησιν των θεωριών του «Τιμαίου» παρέχει ο Πλούταρχος, διά της συγγραφής «Περί της εν Τιμαίω ψυχολογίας», της οποίας αξιόλογον μετά σχολίων έκδοσιν εδημοσίευσε και ο Κερκυραίος Καθηγητής Ανδρ. Μαυρομμάτης (1845). Θέων ο Σμυρναίος συνέγραψε «Περί των κατά το μαθηματικόν χρησίμων εις την Πλάτωνος ανάγνωσιν». (Έκδ. υπό Hiller 1878). Ήκμασε δε ούτος επί Αυγούστου. Και ο Νεοπλατωνικός φιλόσοφος ή Γραμματικός Χαλκίδιος (Chalcidius) συνέταξε λατινικήν μετάφρασιν και σχόλια εις τον «Τίμαιον» μέχρι της σελίδος 53 Δ, αφιερώσας είς τινα Osius, όστις υποτίθεται ότι ήτο επίσκοπος Κορδούης μετασχών της εν Νικαία Συνόδου (325 μ. Χ.). Παραλείποντες άλλους αρχαίους σχολιαστάς και μεταφραστάς αναφέρομεν εκ των νεωτέρων τους Γερμανούς Böckh, Stallbaum, Mueller, Zeller, και Kiefer (1909), τους Γάλλους Martin, Gousin, Saisset, τους Άγγλους Jowett, και Archer-Hind, και τον Ιταλόν G. Fraccaroli. Πολλούς των σχολιαστών και μεταφραστών τούτων είχομεν υπ' όψει εν τη μεταφράσει ημών και εν τοις σχολίοις αυτής.

Εν Αθήναις εν 1 Ιουλίου 1911

Παύλος Γρατσιάτος

ΠΛΑΤΩΝΟΣ

ΤΙΜΑΙΟΣ

[Ή περί φύσεως]

ΠΡΟΣΩΠΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

ΣΩΚΡΑΤΗΣ

ΚΡΙΤΙΑΣ

ΤΙΜΑΙΟΣ

ΕΡΜΟΚΡΑΤΗΣ

ΕIΣΑΓΩΓΗ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'.

(Συγκεφαλαίωσις της Πλατωνικής πολιτείας).

Σωκράτης

17. | Είς, δύο, τρεις· και ο τέταρτος των ομοτραπέζων, τους οποίους χθες εφιλοξένησα εγώ (με λόγους), σήμερον δε θα προσφέρωσιν εις εμέ γεύμα, πού είναι, φίλε Τίμαιε;

Τίμαιος

Κάποια ασθένεια συνέβη, ω Σώκρατες, εις αυτόν, διότι άλλως δεν θα έλειπεν εκουσίως από την συνομιλίαν ταύτην.

Σωκράτης

Λοιπόν είναι χρέος ιδικόν σου και τούτων εδώ αντί του απόντος να αναπληρώσητε και το μέρος αυτού.

Τίμαιος

Β. | Βεβαιότατα· και όσον δυνάμεθα δεν θα λείψωμεν εις τί- ποτε, διότι δεν θα ήτο και δίκαιον, αφού χθες εφιλοξενήθημεν υπό σου με την πρέπουσαν φιλοξενίαν, να μη σοι ανταποδώσωμεν το γεύμα προθύμως ημείς οι λοιποί.

Σωκράτης

Άρα γε ενθυμείσθε όσα και περί ποίων σας παρεκάλεσα να ομιλήσωμεν;

Τίμαιος

Μερικά ενθυμούμεθα, όσα δε δεν ενθυμούμεθα συ παρών εδώ θα μας τα υπενθυμίσης. Αλλά καλύτερα, εάν δεν σου είναι οχληρόν, επανάλαβε αυτά πάλιν εξ αρχής με ολίγους λόγους, διά να μας εντυπωθώσι βεβαιότερα.

Σωκράτης

Αυτό θα γίνη. Το αντικείμενον των λόγων, τους οποίους είπον C. | χθες περί πολιτείας, ήτο τούτο: ποία πολιτεία και από ποίους άνδρας αποτελουμένη θα μοι εφαίνετο ότι είναι η αρίστη(1).

Τίμαιος

Και πολύ σύμφωνα με την γνώμην όλων ημών, ω Σώκρατες, ήσαν όσα είπες περί αυτής.

Σωκράτης

Άρα γε εις την πολιτείαν ταύτην δεν διεκρίναμεν χωριστά πρώτον την τάξιν των γεωργών και πάσας τας άλλας τέχνας από την τάξιν των μελλόντων να πολεμώσιν υπέρ αυτής;(2)

Τίμαιος

Ναι.

Σωκράτης

Και αφού σύμφωνα με την φυσικήν του διάθεσιν εδώκαμεν εις ένα έκαστον το αρμόζον εις αυτόν, έν μόνον επιτήδευμα και μίαν Δ. | τέχνην εις έκαστον, περί τούτων, οίτινες πρέπει να πολεμώσιν υπέρ πάντων, είπομεν ότι πρέπει να είναι μόνον φύλακες της πόλεως, να προσέχωσιν αν τις έρχεται έξωθεν ή και εκ των εντός της πόλεως, ίνα πράξη κακόν, και να δικάζωσι με ημερότητα τους υπ' αυτών εξουσιαζομένους και όντας φυσικούς φίλους αυτών, και 18. | να γίνωνται σκληροί εις τας μάχας εναντίον των εχθρών, οποιοιδήποτε τύχωσιν ούτοι.

Τίμαιος

Ακριβέστατα.

Σωκράτης

Διότι, νομίζω, ελέγομεν περί τινος φυσικής διαθέσεως της ψυχής των φυλάκων(3), ότι πρέπει αύτη να είναι θυμοειδής συνάμα και φιλόσοφος εις μέγαν βαθμόν, διά να δύνανται να γίνωνται δικαίως ήμεροι προς τους συμπολίτας των και σκληροί προς τους εχθρούς.

Τίμαιος

Ναι.

Σωκράτης

Περί δε της ανατροφής αυτών; Άρα γε δεν είπομεν, ότι πρέπει να είναι ανατεθραμμένοι με γυμναστικήν και μουσικήν και με όλα εκείνα τα άλλα μαθήματα, τα οποία αρμόζουσιν εις αυτούς;

Τίμαιος

Βεβαίως.

Σωκράτης

Β. | Είπομεν προσέτι, ότι οι λαβόντες τοιαύτην ανατροφήν δεν πρέπει να νομίζωσιν ως αποκλειστικήν ιδιοκτησίαν των ούτε χρυσόν, ούτε άργυρον, ούτε άλλο οιονδήποτε πράγμα· αλλά ως επίκουροι, λαμβάνοντες από εκείνους, τους οποίους υπερασπίζουσι, μισθόν διά την φύλαξιν, όσος αρκεί εις σώφρονας ανθρώπους, να δαπανώσιν αυτόν κοινώς, και ούτω συντρώγοντες να ζώσιν ομού μεταξύ των, μόνην φροντίδα έχοντες την αρετήν εις πάντα και από πάσας τας άλλας ασχολίας απέχοντες.

Τίμαιος

Ελέχθησαν ούτω και αυτά.

Σωκράτης

C. |Ακόμη και περί της αγωγής των γυναικών είπομεν, ότι πρέπει να συναρμόζωμεν τας φυσικάς διαθέσεις αυτών ομοίως προς τας των ανδρών, και να δίδωμεν εις πάσας τας αυτάς επασχολήσεις (τας οποίας και εις τους άνδρας δίδομεν) και ως προς τον πόλεμον και ως προς τους άλλους τρόπους της ζωής.

Τίμαιος

Ούτως ελέγοντο και ταύτα.

Σωκράτης

Και τι ελέγομεν περί παιδοποιίας; Ίσως τα λεχθέντα περί τούτου είναι ευκολοθύμητα, επειδή δεν είναι συνήθη, δηλ. εδέχθημεν να είναι κοινά εις πάντας πάντα, και γάμοι και παίδες Δ. | και να μηχανευώμεθα πώς να μη γνωρίση κανείς ποτέ το ίδιον αυτού τέκνον, πάντες δε να νομίζωσιν όλους τους άλλους ως συγγενείς, ήτοι ως αδελφάς και αδελφούς εκείνους, όσοι ήθελον είναι εντός της αρμοζούσης ηλικίας, ως γονείς δε και προγόνους τους γεννημένους προ της ηλικίας ταύτης και ακόμη πρότερον, παίδας δε και εκγόνους τους γεννωμένους υστερώτερον.

Τίμαιος

Ναι. Και ταύτα είναι, ως λέγεις, ευκολομνημόνευτα.

Σωκράτης

Και διά να γεννώνται οι παίδες ευθύς όσον το δυνατόν με τας αρίστας φυσικάς διαθέσεις(4), άρα γε δεν ενθυμούμεθα, ότι Ε. | είπομεν, ότι οι άρχοντες και αι άρχουσαι οφείλουσι κρυφά να μηχανεύωνται διά τινων κληρώσεων πώς εις την σύναψιν των γάμων οι κακοί οφ' ενός και οι αγαθοί εξ άλλου, κεχωρισμένοι όντες, να ενώνται με γυναίκας ομοίας των, και ούτω να μη συλλαμβάνωσιν έπειτα διά ταύτα έχθραν μεταξύ των, διότι θα νομίζωσιν ότι η τύχη υπήρξεν αιτία του γάμου των;

Τίμαιος

Ενθυμούμεθα.

Σωκράτης

19. | Και προσέτι είπομεν, ότι τα τέκνα των αγαθών(5) πρέπει να ανατρέφωνται(6), τα δε των κακών να διασκορπίζωνται κρυφά εις τας άλλας τάξεις των πολιτών; Και καθ' όσον ταύτα αυξάνονται, πρέπει να προσέχωσιν οι άρχοντες πάντοτε τους αποδεικνυομένους άξιους να επαναφέρωσι πάλιν εις την προτέραν τάξιν των, εκείνους δε, όσοι εις την τάξιν των ταύτην εδείχθησαν ανάξιοι, να μεταφέρωσιν εις τον τόπον των επανερχομένων;

Τίμαιος

Ούτως είπομεν.

Σωκράτης

Άρα λοιπόν έχομεν ούτω διέλθει ήδη όσα είπομεν χθες, εφ' όσον είναι δυνατόν να επαναλάβωμεν πάλιν τα κεφαλαιώδη, ή επιθυμούμεν ακόμη, αγαπητέ Τίμαιε, κάτι εκ των ρηθέντων, το οποίον έχομεν παραλείψει;

Τίμαιος

Β. | Ουδόλως, αλλ' αυτά είναι ακριβώς, ω Σώκρατες, εκείνα τα οποία ελέχθησαν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'.

(Συνέχεια περί πολιτείας).

Σωκράτης

Δύνασθε τώρα να ακούσητε τα επακόλουθα της πολιτείας, την οποίαν έχομεν εκθέσει, τι δηλ. έχω πάθει ως προς αυτήν. Το πάθημά μου τούτο ομοιάζει σχεδόν με το πάθημα εκείνου, όστις ιδών πού ωραία ζώα, είτε απεικονισμένα εις ζωγραφίαν είτε και αληθινώς ζωντανά, αλλά ήσυχα μένοντα, ήθελεν αισθανθή την επιθυμίαν να τα ίδη να κινώνται και να εκτελώσι καμμίαν άσκησιν εξ εκείνων, αι οποίαι πιστεύεται ότι αρμόζουσιν εις τα σώματα αυτών κατά την πάλην(7). Το αυτό λοιπόν και C. | εγώ έπαθον ως προς την πολιτείαν, την οποίαν περιεγράψαμεν. Ευχαρίστως δηλαδή θα ήκουόν τινα να εκθέση διά λόγου, ότι τους αγώνας τους οποίους πόλις τις αναγκάζεται να αγωνίζηται, τούτους η πολιτεία ημών δύναται ν' αγωνίζηται εντίμως εναντίον άλλων πολιτειών και να επιχειρή τον πόλεμον καθώς πρέπει, και εν ώ πολεμεί, να αποδίδη την προσήκουσαν τιμήν εις την παιδείαν και την ανατροφήν είτε κατά τας πράξεις τας αναγκαίας εις τα πολεμικά έργα, είτε κατά τους λόγους, όταν γίνωνται διαπραγματεύσεις προς εκάστην των άλλων πόλεων. Ως Δ. | προς ταύτα όμως, ω Κριτία(8) και Ερμόκρατες(9), εγώ αυτός έκρινα περί του εαυτού μου ότι δεν θα ήμην ποτέ ικανός να εγκωμιάσω προσηκόντως τους άνδρας και την πόλιν. Και ό,τι αφορά εμέ αυτόν, δεν είναι θαυμαστόν τούτο· αλλά την αυτήν γνώμην έχω και περί των προγενεστέρων και περί των συγχρόνων ποιητών(10), όχι διότι περιφρονώ το γένος αυτών, αλλά διότι είναι φανερόν εις πάντας, ότι η τάξις των επιτηδευομένων την μίμησιν μιμείται ευκολώτατα και κάλλιστα τα πράγματα εις τα οποία έχει ανατραφή, εκείνο δε το οποίον είναι έξω της ανατροφής και Ε. | των έξεων εκάστου, είναι δύσκολον να το μιμήται με έργα, και ακόμη δυσκολώτερον με λόγους. Εξ άλλου οι σοφισταί νομίζω ότι είναι εμπειρότατοι εις πολλούς και ωραίους λόγους, αλλά φοβούμαι μήπως, επειδή περιφέρονται από πόλεως εις πόλιν και δεν έχουσιν ουδαμού ιδιαιτέρας μονίμους κατοικίας, είναι ανίκανοι να καταλάβωσί τι περί των φιλοσόφων και των πολιτικών ανδρών, πόσα δηλ. και ποία ούτοι δέον να πράττωσι και λέγωσι κατά τον πόλεμον και τας μάχας αυτοί ούτοι ενεργούντες πραγματικώς και ομιλούντες προς ένα έκαστον διά λόγων. 20. | Υπολείπονται λοιπόν οι άνθρωποι της τάξεως υμών, οίτινες εκ φύσεως και εξ ανατροφής μετέχουσι και των δύο (της επιστήμης και της πολιτικής). Τω όντι και ο Τίμαιος εδώ, καταγόμενος εκ πόλεως ευνομωτάτης, της εν Ιταλία Λοκρίδος, ουδενός των συμπολιτών του κατώτερος κατά την περιουσίαν και το γένος, διεχειρίσθη τα ανώτατα αξιώματα και έλαβε τας μεγίστας τιμάς εν τη πόλει του και, κατά την γνώμην μου, έφθασε συνάμα εις την κορυφήν όλων των μερών της φιλοσοφίας. Τον Κριτίαν πάλιν γνωρίζομεν όλοι όσοι είμεθα εδώ, ότι δεν είναι αμαθής ουδενός εκ των αντικειμένων, τα οποία συζητούμεν. Και τέλος περί της φύσεως και της ανατροφής του Ερμοκράτους πρέπει να Β.| πιστεύσωμεν ότι είναι ικανός προς όλα ταύτα, επειδή πολλά το μαρτυρούσι. Ταύτα εγώ και χθες συλλογιζόμενος, επειδή με παρεκαλείτε να εκθέσω την ουσίαν της πολιτείας, με προθυμίαν σας ευχαρίστησα, διότι εγνώριζον ότι την συνέχειαν των συλλογισμών ουδείς άλλος θα ήτο ικανώτερος υμών, εάν θελήσητε, να αποδώση. Διότι μόνοι υμείς εκ των συγχρόνων δύνασθε, παριστώντες την πολιτείαν ως διεξάγουσαν ένα πόλεμον, όποιος εμπρέπει, να αποδώσητε εις αυτήν πάντα όσα προσήκουσιν εις αυτήν(11). Αφού λοιπόν είπον όσα μοι ανετέθησαν να είπω, ώρισα εις υμάς να ανταποδώσητε εκείνα τα οποία τώρα σας υπενθυμίζω. Συνεφωνήσατε δε, αφού συνεσκέφθητε μεταξύ σας, να μοι C. | ανταποδώσητε σήμερον την φιλοξενίαν των λόγων μου. Λοιπόν είμαι παρών εδώ παρεσκευασμένος δι' αυτά και ετοιμότατος υπέρ πάντα άλλον να δεχθώ το φιλοξένημα.

Ερμοκράτης

Και αληθώς, καθώς είπεν ο Τίμαιος εδώ, ω Σώκρατες, δεν θα δείξωμεν καμμίαν έλλειψιν προθυμίας, ούτε έχομεν πρόφασίν τινα να μη πράξωμεν τούτο. Και μάλιστα χθες ευθύς άμα εξήλθομεν εδώθεν, μόλις εφθάσαμεν εις τον ξενώνά μας πλησίον του Κριτίου, όπου έχομεν το κατάλυμά μας, και ακόμη πρότερον Δ. | καθ' οδόν ταύτα ακριβώς εσκεπτόμεθα. Ούτος δε μας διηγήθη μίαν ιστορίαν, την οποίαν γνωρίζει από παλαιάν παράδοσιν, και την οποίαν είπε, ω Κριτία, και τώρα εις τον Σωκράτην, ίνα και αυτός μεθ' ημών κρίνη αν είναι κατάλληλος ή όχι εις το θέμα της συνδιαλέξεως ημών.

Κριτίας

Ταύτα πρέπει να πράξωμεν, αν συμφωνή και ο τρίτος σύντροφος, ο Τίμαιος.

Τίμαιος

Συμφωνώ.

Κριτίας

Άκουσε λοιπόν, ω Σώκρατες, λόγον παραδοξότατον, αλλά και αληθέστατον, ως διηγήθη αυτόν ποτε ο Σόλων, ο σοφώτατος των Ε. | επτά σοφών. Ήτο βέβαια ούτος συγγενής ημών και φίλτατος του προπάππου μου Δρωπίδου, καθώς λέγει αυτός ούτος εις πολλά μέρη των στίχων του· εις δε τον πάππον μου Κριτίαν διηγήθη (όπως ο γέρων ενθυμούμενος έλεγε και αυτός εις ημάς), ότι μεγάλα και θαυμαστά ήσαν τα παλαιά κατορθώματα της πόλεως ταύτης(12) τα οποία ηφανίσθησαν από την μνήμην (ελησμο- νήθησαν) ένεκα του πολλού χρόνου και του θανάτου των ανθρώ- πων, αλλά εξ όλων τούτων έν ήτο το μέγιστον. Και πρέπον θα 21. | ήτο εις ημάς ενθυμηθέντες τώρα αυτό, και εις σε να απο- δώσωμεν την χάριν, και συνάμα την θεάν εις την σημερινήν πα- νήγυρίν της(13) δικαίως και αληθώς να εγκωμιάσωμεν, τοιουτο- τρόπως υμνούντες αυτήν.

Σωκράτης

Καλά λέγεις. Αλλά ποίον είναι το κατόρθωμα τούτο, το οποίον ο Κριτίας διηγείτο όχι ως λεγόμενον απλώς(14), αλλ' ως τω όντι πραχθέν τον παλαιόν καιρόν υπό της πόλεως ταύτης, όπως το ήκουσεν από τον Σόλωνα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'.

Η πανάρχαιος πολιτεία των Αθηναίων και η νίκη αυτών κατά των Ατλαντίνων.

Κριτίας

Εγώ θα είπω το παλαιόν τούτο διήγημα, το οποίον ήκουσα από άνδρα ουχί νέον· διότι ο Κριτίας ήτο, ως έλεγε, σχεδόν πλη- σίον εις τα ενενήκοντα έτη, εγώ δε θα ήμην το πολύ δεκαετής. Β. | Έτυχε τότε η Κουρεώτις (η τρίτη ημέρα) της εορτής των Απατουρίων(15), και ό,τι είναι σύνηθες εις τοιαύτην εορτήν να κά- μνωσιν οι παίδες, συνέβη και τότε. Δηλαδή οι πατέρες μας επρό- τειναν βραβεία (απαγγελίας) ραψωδιών. Απηγγέλθησαν λοιπόν πολλά ποιήματα πολλών ποιητών, πολλοί δε εκ των παίδων εψάλ- λομεν ποιήματα του Σόλωνος, επειδή ήσαν νέα κατ' εκείνον τον χρόνον. Είς δε εκ της φρατρίας ημών, είτε διότι τότε ούτως εσκέ- φθη, είτε και διά να κάμη ευχαρίστησιν εις τον Κριτίαν, είπεν C. | ότι νομίζει, ότι ο Σόλων υπήρξε και εις τα άλλα σοφώτα- τος και εις την ποίησιν ευγενέστατος(16) πάντων των ποιητών. Ο δε γέρων (τα ενθυμούμαι πολύ καλά), πολύ εχάρη διά τούτο, εμειδίασε και είπεν: Εάν, ω Αμύνανδρε, δεν ήθελε μεταχειρι- σθή την ποίησιν ως τι πάρεργον, αλλ' ήθελεν ασχοληθή σπου- δαίως εις αυτήν, όπως άλλοι, και αν είχε φέρει εις πέρας την διήγησιν, την οποίαν από την Αίγυπτον έφερεν εδώ, και αν διά τας εμφυλίους στάσεις και διά τα άλλα δυστυχήματα, τα οποία έπαθεν, όταν έφθασεν εδώ, δεν ήθελεν αναγκασθή να την αμε- Δ. | λήση, κατά την γνώμην μου ούτε ο Ησίοδος, ούτε ο Όμη- ρος, ούτε άλλος ουδείς εκ των ποιητών θα εγίνετό ποτε περιφη- μότερος αυτού. — Και ποίον ήτο αυτό το διήγημα, ω Κριτία; ηρώτησεν ο Αμύνανδρος. — Ήτο διήγησις πράξεως όντως μεγί- στης, και ήτις δικαιότατα θα ήτο η περιφημοτάτη από όλας, όσας διέπραξεν η πόλις αύτη, αλλ' ένεκα του πολλού χρόνου και του θανάτου των εκτελεσάντων αυτήν δεν διήρκεσε μέχρι σήμερον μνήμη αυτής. — Λέγε λοιπόν εξ αρχής, είπεν ούτος, τι και πώς και από ποίους διηγείτο ο Σόλων ότι είχεν ακούσει ως αληθές.

Ε. | Υπάρχει, είπεν ο Κριτίας, κατά την Αίγυπτον, εις το Δέλτα, εις την κορυφήν του οποίου σχίζεται το ρεύμα του Νεί- λου, είς νομός ονομαζόμενος Σαϊτικός. Τούτου δε του νομού η μεγίστη πόλις είναι η Σάις, οπόθεν ακριβώς ήτο και ο Άμασις ο βασιλεύς. Ως ιδρυτήν της πόλεως οι κάτοικοι έχουσι θεάν, ήτις Αιγυπτιστί ονομάζεται Νηίθ, Ελληνιστί δε Αθηνά(17), ως λέγου- σιν εκείνοι. Είναι δε πολύ φιλαθήναιοι και λέγουσιν ότι κατά τινα τρόπον είναι συγγενείς των Αθηναίων. Εκεί λοιπόν πο- ρευθείς ο Σόλων διηγείτο ότι έλαβε μεγάλας τιμάς παρ' αυτών, 22.| και ότι, ενώ ηρώτα περί των παλαιών γεγονότων τους εις ταύτα εμπειροτάτους των ιερέων, ανεκάλυψεν, ότι ούτε αυτός ούτε άλλος ουδείς Έλλην εγνώριζεν, ούτως ειπείν, ουδέν περί αυτών. Και θελήσας ποτέ να σύρη αυτούς εις λόγους περί των αρχαίων ήρξατο να ομιλή περί των πραγμάτων, τα οποία εδώ εν Ελλάδι θεωρούνται αρχαιότατα, περί του Φορωνέως(18) εκεί- νου, όστις εκλήθη πρώτος, και περί της Νιόβης, και μετά τον κα- Β. | τακλυσμόν(19) να μυθολογή περί Δευκαλίωνος και Πύρρας, πώς διεσώθησαν, και να κάμνη την γενεαλογίαν των απογόνων των, και ν' αναφέρη περί των ετών αυτών πόσα ήσαν, διά των οποίων έλεγεν ότι επειράτο να κάμη την χρονολογίαν των συμβάν- των. Είς δε των ιερέων(20) πολύ γέρων, είπε τότε· Ω Σόλων, Σό- λων, οι Έλληνες είσθε πάντοτε παίδες και Έλλην γέρων δεν υπάρχει. Ακούσας ταύτα ο Σόλων, πώς είπε, πώς εννοείς τούτο; Είσθε νέοι, απεκρίθη, όλοι κατά τας ψυχάς. Διότι δεν έχετε εις αυτάς εξ αρχαίας παραδόσεως καμμίαν παλαιάν γνώμην και καμ- μίαν γνώσιν, ήτις να έχη γίνη με τον χρόνον παλιά. Αίτιον δε C. | τούτων είναι το εξής: Πολλαί και κατά πολλούς τρόπους συνέβησαν καταστροφαί ανθρώπων και θα συμβαίνωσι, διά πυ- ρός μεν και ύδατος αι μέγισται, διά μυρίων δε άλλων μέσων άλ- λαι μικρότεραι. Τω όντι εκείνο, όπερ και παρ' υμίν λέγεται, ότι ποτέ ο Φαέθων ο παις του Ηλίου, ζεύξας το άρμα του πα- τρός, επειδή δεν ήτο ικανός να αμαξηλατή επί της οδού του πα- τρός, κατέκαυσεν ό,τι ήτο επί της γης, και αυτός ούτος κεραυνω- θείς κατεστράφη, τούτο λέγεται μεν υπό μορφήν μύθου, αλλά Δ.| η εν αυτώ αλήθεια είναι η παραλλαγή(21) κινήσεως των όν- των, τα οποία περιφέρονται πέριξ της γης κατά τον ουρανόν, και η κατά μακράς χρονικάς περιόδους γινομένη διά μεγάλου πυρός καταστροφή των επί γης πραγμάτων. Τότε λοιπόν όσοι εξ υμών κατοικούσι κατά τα όρη και εις τόπους υψηλούς και ξηρούς κα- ταστρέφονται περισσότερον παρά τους κατοικούντας πλησίον εις τους ποταμούς και την θάλασσαν. Ημάς όμως ο Νείλος, ο οποίος είναι σωτήρ ημών και κατά τα άλλα, σώζει και τότε εκ της αμη- χανίας ταύτης, ερχόμενος έξω (πλημμυρών). Όταν δε πάλιν οι Ε. | θεοί, ίνα καθαρίσωσι την γην διά των υδάτων, κατακλύζου- σιν αυτήν, όσοι μεν είναι εις τα όρη, βουκόλοι και βοσκοί, δια- σώζονται, όσοι δε είναι εις τας πόλεις υμών, παρασύρονται εις την θάλασσαν υπό των ποταμών. Αλλά εις ταύτην εδώ την χώ- ραν ούτε τότε, ούτε άλλοτε ποτέ επιρρέει το ύδωρ άνωθεν επί του εδάφους, αλλά απ' εναντίας εκ φύσεως ανυψούται κάτω- θεν. Εκ τούτου και διά τας αιτίας ταύτας όσα διασώζονται παρ' ημίν λέγονται ότι είναι αρχαιότατα. Η αλήθεια όμως είναι ότι εις πάντας τους τόπους, όπου χειμών υπερβολικός ή καύσων δεν 23. | εμποδίζει, άλλοτε μεν περισσότερον, άλλοτε δε ολιγώτερον υπάρχει πάντοτε το γένος των ανθρώπων(22). Όσα δε συμβαίνου- σιν ή εις υμάς, ή εις ταύτην την χώραν ή εις άλλον τόπον, περί των οποίων λαμβάνομεν γνώσιν, εάν έγινε καλόν τι ή μέγα ή και άλλο τι αξιοσημείωτον, πάντα είναι γεγραμμένα ενταύθα πα- λαιόθεν και διατηρούνται εις τους ναούς. Τα της ιδικής σας όμως πολιτείας και τα των άλλων, πάντοτε μόλις ταύτα τύχωσι να ανα- πτυχθώσι με γράμματα και με όλους εκείνους τους θεσμούς των οποίων έχουσι χρείαν αι πόλεις, και ιδού πάλιν μετά τον συνήθη αριθμόν των ετών, ως μία νόσος έρχεται επ' αυτών με ορμήν το Β. | ρεύμα του ουρανού, και εξ υμών αφίνει μόνους τους μη γι- νώσκοντας γραφήν και αμούσους, ώστε πάλιν γίνεσθε νέοι εξ αρχής, χωρίς να γνωρίζητε τίποτε ούτε περί των εν τη χώρα ταύτη ούτε περί των παρ' υμίν συμβάντων, όσα έγιναν εις τους παλαιούς χρόνους.

Αι γενεαλογίαι τουλάχιστον, ω Σόλων, περί των παρ' υμίν συμ- βάντων, τας οποίας τώρα εξέθεσες, ολίγον διαφέρουσιν από τους μύθους των παίδων. Και πρώτον πάντων υμείς ενθυμείσθε ένα μόνον κατακλυσμόν της γης, ενώ συνέβησαν πολλοί πρότερον. Προσέτι δεν γνωρίζετε, ότι εις την χώραν υμών εγεννήθη το C. | ωραιότατον και κάλλιστον γένος, το οποίον ποτε υπήρξε με- ταξύ των ανθρώπων· εξ αυτού και συ και πάντες οι σημερινοί πο- λίται κατάγονται, διότι διεσώθη ποτέ ολίγον σπέρμα. Αλλά υμείς δεν το εμάθετε, διότι οι σωθέντες πρόγονοι υμών απέθνησκον επί πολλάς γενεάς χωρίς να ομιλήσωσι διά γραμμάτων. Διότι ήτο ποτε, ω Σόλων, προ της μεγάλης διά των υδάτων καταστροφής, αύτη, ήτις είναι τώρα η πολιτεία των Αθηναίων, πολιτεία αρί- στη, και προς πόλεμον και κατά πάντα τα άλλα πράγματα κα- λώς συντεταγμένη περισσότερον πάσης άλλης, και υπ' αυτής έγιναν, ως λέγεται, τα κάλλιστα κατορθώματα και αι κάλλι- σται πολιτειακαί διατάξεις εξ όλων, όσων την γνώσιν υπό τον ου- ρανόν ημείς έχομεν παραλάβει.

Δ. | Ότε ήκουσε ταύτα ο Σόλων, είπεν ότι εθαύμασε και ότι έλαβε πασαν προθυμίαν παρακαλών τους ιερείς να τω διηγη- θώσιν ακριβώς και κατά σειράν τα αφορώντα εις τους παλαιούς συμπολίτας του. Και ο ιερεύς απεκρίθη: Δέν έχω λόγον να αρ- νηθώ, ω Σόλων, αλλά χάριν σου και της πόλεώς σου θα ομι- λήσω, μάλιστα δε και χάριν της θεάς, ήτις και την πόλιν υμών και την ιδικήν μας έλαβε και έθρεψε και επαίδευσε, πρότερον όμως την ιδικήν σας κατά χίλια έτη, λαβούσα το σπέρμα υμών εκ της Γης και του Ηφαίστου(23), ύστερον δε ταύτην την ιδικήν μας. Περί ταύτης της ιδρύσεως της πόλεως ημών εις τας ιεράς ημών βίβλους είναι γεγραμμένος ο αριθμός οκτώ χιλιάδων ετών(24). Αλλά περί των συμπολιτών σου, οίτινες υπήρξαν προ εννέα χι- λιάδων ετών, θα σοι φανερώσω συντόμως και τους νόμους αυ- τών και εκ των έργων των εκείνο, όπερ έπραξαν κάλλιστον πάν- των. Τα καθέκαστα ακριβώς περί πάντων θα διεξέλθωμεν κατά σειράν ύστερον εν ανέσει, αφού λάβωμεν ανά χείρας αυτά τα γε- γραμμένα. Και τους μεν νόμους αυτών εξέταζε συγκρίνων με τους νόμους της πόλεως ταύτης. Διότι πολλά παραδείγματα εκεί- νων, τους οποίους είχετε υμείς τότε, θα τα εύρης εδώ τώρα. Και πρώτη είναι η τάξις των ιερέων, διακεκριμένη χωριστά από τας άλλας και μετ' αυτήν η τάξις των τεχνιτών, των οποίων εκάστη κλάσις μόνη και χωρίς να αναμιγνύηται με άλλας εργάζεται, Β. | έπειτα δε η των βοσκών και των κυνηγών και η των γεωρ- γών. Και προσέτι έχεις ακούσει ίσως, ότι η τάξις των μαχητών ενταύθα είναι κεχωρισμένη από πάσας τας άλλας τάξεις και ότι εις αυτούς προσετάχθη υπό των νόμων να μη φροντίζωσι περί ουδενός άλλου πλην των αφορώντων εις τον πόλεμον. Προσέτι ο τρόπος του οπλισμού των, ασπίδες δηλ. και δόρατα, με τα οποία ημείς πρώτοι εκ των κατοικούντων την Ασίαν(25) έχομεν οπλισθή, εδόθη παρά της θεάς, ήτις μας εδίδαξεν αυτόν, καθώς εις εκεί- C. | νους εκεί τους τόπους τον είχε διδάξει εις υμάς πρώτους. Όσον αφορά πάλιν την πνευματικήν μόρφωσιν βλέπεις, νομίζω, πόσην ο νόμος εδώ έλαβεν επιμέλειαν ευθύς απ' αρχής, διότι εκ πασών των επιστημών, αίτινες πραγματεύονται περί του κόσμου, μέχρι της μαντικής και της ιατρικής, ης αντικείμενον είναι η υγεία, εκ των θείων τούτων τεχνών ανεύρεν ό,τι ανήκει εις την υπηρεσίαν των ανθρώπων και επεδίωξε την απόκτησιν των γνώ- σεων τούτων και παντός ό,τι συνδέεται μετ' αυτών. Καθ' όλην ταύτην λοιπόν την διακόσμησιν και τάξιν πρώτους υμάς διεκό- σμησεν η θεά και κατώκισε την πόλιν υμών, αφού πρώτον εξέ- λεξε τον τόπον, εις τον οποίον έχετε γεννηθή, και εγνώρισε κα- λώς, ότι η εν αυτώ επικρατούσα ευκρασία των εποχών θα παράγη Δ. | άνδρας νοημονεστάτους. Η θεά λοιπόν, επειδή και φιλοπόλε- μος είναι και φιλόσοφος, αφού εξέλεξε τον τόπον, όστις έμελλε να παράγη άνδρας ομοιοτάτους με αυτήν, τούτον κατά πρώτον κα- τώκισε. Και υμείς εκατοικείτε αυτόν έχοντες νόμους τοιούτους και ακόμη καλυτέρους και υπερβαίνοντες εις πάσαν αρετήν όλους τους ανθρώπους, ως είναι επόμενον, επειδή είσθε γεννήματα και παιδεύματα των θεών.

Και πολλά μεγάλα έργα της πόλεως υμών, εδώ γεγραμμένα, θαυμάζονται, πάντα όμως υπερέχει έν κατά το μεγαλείον και Ε. | την ανδρείαν. Διότι λέγουσιν αι γραφαί ημών ότι η πόλις υμών κατέστρεψέ ποτε μεγίστην δύναμιν, ήτις βιαίως είχεν εισβάλει συγχρόνως εις όλην την Ευρώπην και την Ασίαν, ορμηθείσα έξωθεν εκ του Ατλαντικού ωκεανού. Τότε τω όντι διά του πε- λάγους εκείνου ηδύνατό τις να διαβή, διότι υπήρχε νήσος έμπρο- σθεν του στομίου, το οποίον καλείται, ως υμείς λέγετε, στήλαι του Ηρακλέους. Η νήσος δε αύτη ήτο μεγαλυτέρα της Λιβύης και της Ασίας ομού και εξ αυτής ηδύνατό τις τότε να πορευθή και μεταβή εις τας άλλας νήσους, εκ δε των νήσων εις όλην την απέναντι Ήπειρον την πέριξ της θαλάσσης εκείνης, ήτις είναι 25. | αληθώς θάλασσα. Διότι το μέρος τούτο, όπερ είναι εντός του πορθμού, περί του οποίου ομιλούμεν, φαίνεται μάλλον ότι είναι λιμήν έχων στενήν είσοδον, ενώ εκείνη είναι τω όντι ωκεα- νός. Και η γη η περιέχουσα αυτήν δύναται αληθέστατα να λέ- γηται Ήπειρος. Εις την νήσον λοιπόν ταύτην Ατλαντίδα συν- έστη μεγάλη και θαυμασία δύναμις υπό βασιλέων, ήτις εξουσίαζεν όλην την νήσον και πολλάς άλλας νήσους και μέρη της Ηπεί- Β. | ρου. Και εκτός τούτων ακόμη χώρας εκ του μέρους τούτου εις την εσωτερικήν θάλασσαν εξουσίαζεν, επί μεν της Λιβύης μέχρι της Αιγύπτου, επί δε της Ευρώπης μέχρι της Τυρρηνίας. Όλη δε αύτη η δύναμις συνενωθείσα επεχείρησέ ποτε με μίαν ορμήν να υποδουλώση και τον ιδικόν σας τόπον και τον ιδικόν μας και πάντας τους εντεύθεν του στενού. Και τότε, ω Σόλων, η δύναμις της πόλεως υμών έγινε περιφανής εις όλους τους αν- θρώπους και διά την ανδρείαν και διά την ρώμην αυτής. Διότι υπερέχουσα πάντας διά την ευψυχίαν της και διά πάσας τας πο- λεμικάς τέχνας, κατ' αρχάς μεν έχουσα την αρχηγίαν των Ελ- C. | λήνων, έπειτα δε μεμονωμένη ούσα εξ ανάγκης, όταν οι άλ- λοι απεστάτησαν, αφού κατήντησεν εις τους εσχάτους κινδύνους, ενίκησε τους επιδρομείς, ανήγειρε τρόπαια, και τους μη υποδου- λωθέντας ακόμη ημπόδισε να υποδουλωθώσι, και τους άλλους, όσοι κατοικούμεν εντεύθεν των Ηρακλείων στηλών, γενναίως ηλευθέρωσεν άπαντας(26). Βραδύτερον όμως, επειδή συνέβησαν Δ. | μεγάλοι σεισμοί και κατακλυσμοί, ήλθε μία ημέρα και μία νυξ φοβερά και πάσα η μάχιμος τάξις υμών αύτη διά μιας εβυ- θίσθη εις την γην, ομοίως δε και η Ατλαντίς νήσος βυθισθείσα εις την θάλασσαν ηφανίσθη. Διά τούτο και τώρα είναι αδιάβα- τος και ανεξερεύνητος η θάλασσα εκείνη εκεί, επειδή είναι εμ- πόδιον ο πηλός των χαμηλών βράχων (υφάλων), τους οποίους η καθίζησις της νήσου παρήγαγε.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'.

Συνέχεια και τέλος του προοιμίου.

Ήκουσες λοιπόν, ω Σώκρατες, εν συντομία όσα διηγήθη ο Ε. | παλαιός Κριτίας, ακούσας αυτά από τον Σόλωνα. Και διά ταύτα, ότε συ χθες διελέγεσο περί της πολιτείας και περί των πολιτών, τους οποίους περιέγραφες, εθαύμαζον ενθυμούμενος αυτά, τα οποία λέγω τώρα. Διότι κατενόουν πόσον θαυμασίως κατά τύχην τινά ουχί ασκόπως εις τα πλείστα συνεφώνεις με όσα 26. | είπεν ο Σόλων. Αλλ' όμως δεν ηθέλησα αμέσως να ομι- λήσω, διότι μετά τόσον χρόνον δεν τα ενεθυμούμην πολύ καλά.

Εσκέφθην λοιπόν ότι έπρεπε πρώτον κατ' ιδίαν να επαναλάβω πάντα αρκούντως και έπειτα να ομιλήσω. Διά τούτο και ταχέως εσυμφώνησα με εκείνα, τα οποία χθες επρότεινες, διότι ενόμι- ζον ότι ούτως εκείνο, το οποίον είναι το δυσκολώτατον εις όλα τα τοιαύτα, δηλαδή να προσαρμόζωμεν εις τους σκοπούς ημών πρέ- πουσαν διήγησιν, τούτο ημείς θα επιτύχωμεν αρκετά καλά(27). Και Β. | ούτω, καθώς είπεν ούτος (ο Ερμοκράτης), και χθες, ευθύς άμα απήλθομεν εντεύθεν ανέφερον εις τούτους αυτά, ανακαλών εις την μνήμην μου, και αφού απεμακρύνθην σκεπτόμενος κατά την νύκτα σχεδόν άπαντα ενεθυμήθην. Πόσον αληθεύει το κοι- νώς λεγόμενον, ότι όσα μανθάνει τις εκ παιδικής ηλικίας μέ- νουσι θαυμάσια εις την μνήμην του, διότι εγώ όσα ήκουσα χθες δεν γνωρίζω αν θα ηδυνάμην να επαναλάβω όλα πάλιν εις την μνήμην μου, αλλ' εκείνα, τα οποία εχω ακούσει προ τόσου πολ- λού χρόνου, πάντως ήθελον εκπλαγή, αν με διέφευγε κανέν εξ C. | αυτών. Τω όντι ηκούοντο ταύτα τότε με πολλήν παιδικήν ευχαρίστησιν, και ο γέρων ακόμη προθύμως μοι τα επανελάμ- βανε, διότι εγώ πολλάκις επανηρώτων αυτόν, ούτως ώστε μοι έγιναν μόνιμα ως εικών εγκεκαυμένη, ήτις δεν δύναται πλέον να εξαλειφθή. Και εις τούτους ακόμη ευθύς έλεγον αυτά ταύτα την πρωίαν, διά να έχωσι και αυτοί αφθονίαν λόγων, όπως και εγώ. Τώρα λοιπόν, διά να έλθω εις εκείνο χάριν του οποίου πάντα ταύτα ελέχθησαν, είμαι έτοιμος να είπω, ω Σώκρατες, όχι μό- νον κεφαλαιωδώς, αλλά ως ήκουσα αυτά έν έκαστον κατά μέρος. Και τους πολίτας και την πολιτείαν εκείνην, την οποίαν χθες μας περιέγραφες ως εις μύθον, τώρα θα μεταφέρωμεν εις την Δ. | πραγματικότητα και θα την θέσωμεν εδώ εν Αθήναις, διότι εκείνη ήτο αύτη (η ιδική μας)· και οι πολίται, τους οποίους παρί- στανες εις την διάνοιάν σου, θα είπωμεν ότι είναι εκείνοι οι αληθινοί πρόγονοι ημών, περί των οποίων ωμίλει ο ιερεύς. Η αρμονία μεταξύ αυτών θα είναι τελεία και δεν θα απομακρυν- θώμεν του αληθούς, λέγοντες ότι αυτοί (οι της πολιτείας) είναι οι Αθηναίοι οι ζώντες τότε. Λαμβάνοντες δε μέρος έκαστος(28) ας προσπαθήσωμεν κοινώς όλοι, όσον δυνάμεθα, πρεπόντως να δώ- σωμεν την λύσιν των προβλημάτων άπερ έθεσες.

Πρέπει όμως να εξετάσωμεν, ω Σώκρατες, αν ο λόγος ούτος Ε. | είναι σύμφωνος με τόν σκοπόν ημών ή αν πρέπει αντ' αυ- τού να ζητήσωμεν ένα άλλον.

Σωκράτης

Και ποίον άλλον, ω Κριτία, καλύτερον τούτου δυνάμεθα να λάβωμεν; διότι ούτος και εις την σημερινήν εορτήν της θεάς διά την μετ' αυτής συγγένειάν του κάλλιστα αρμόζει, και το ότι εί- ναι ουχί πλαστός μύθος, αλλ' αληθινός λόγος, είναι μέγιστον πράγμα. Τω όντι, πώς και πόθεν θα εύρωμεν άλλους, αν απορ- ρίψωμεν τούτον; Είναι αδύνατον αλλά με καλήν ώραν πρέπει 27. | υμείς να λέγητε, εγώ δε εις αμοιβήν των χθεσινών λόγων μου να ακούω σιωπών.

Κριτίας

Πρόσεχε όμως εις την τάξιν των προς σε, ω Σώκρατες, φιλο- ξενημάτων μας, τίνι τρόπω τα έχομεν διαθέσει. Διότι απεφασί- σαμεν ταύτα: ο Τίμαιος, επειδή είναι δυνατώτερος ημών εις την αστρονομίαν και έκαμεν ως κύριον έργον του να μάθη την φύσιν του παντός, πρώτος θα ομιλήση αρχίζων από την γένεσιν του κόσμου και καταλήγων εις την φύσιν του ανθρώπου. Μετά τούτον εγώ, διότι θα έχω δεχθή από αυτόν μεν τους ανθρώπους, Β.| οίτινες έχουσιν ήδη γίνη κατά τον λόγον αυτού, από σε δέ τινας εξ αυτών εξόχως πεπαιδευμένους, κατά δε τον λόγον(29) και τον νόμον του Σόλωνος, αφού παρουσιάσω αυτούς εις το δικαστή- ριον υμών, θα τους κάμω πολίτας ταύτης εδώ της πόλεως, επειδή αυτοί ακριβώς είναι εκείνοι οι παλαιοί Αθηναίοι, τους οποίους, ενώ ήσαν αφανείς, απεκάλυψεν ο λόγος των ιερών γραφών. Ούτω δε και του λοιπού θα ομιλώμεν περί αυτών ως περί συμπολιτών και αληθινών Αθηναίων.

Σωκράτης

Τελείως και λαμπρώς φαίνεται ότι θα λάβω την ανταπόδοσιν του συμποσίου των λόγων (το οποίον σας προσέφερον). Εις σε λοιπόν ανήκει, ω Τίμαιε, τώρα να ομιλήσης, αφού κατά την συνή- θειαν επικαλεσθής τους θεούς.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'.

Γενικαί αρχαί της Κοσμογονίας. Το αεί ον και το γινόμενον. Το ον είναι αμετάβλητον, καταληπτόν υπό της καθαράς νοήσεως και δύναται να γινώσκηται μετά βεβαιότητος. Το γινόμενον είναι μεταβλητόν, αντικείμενον των αισθήσεων και της γνώμης και γινώσκεται μόνον μετ' εικασίας και πιθανότητος. Ο αισθητός κόσμος γίνεται, άρα εδημιουργήθη κατά αιώνιον παράδειγμα (την ιδέαν) υπό του Δημιουργού(30).

Τίμαιος

Αλλ', ω Σώκρατες, πάντες όσοι και ολίγην έχουσι φρόνησιν C.| πράττουσι τούτο, δηλ. εις την αρχήν παντός πράγματος μι- κρού και μεγάλου πάντοτε επικαλούνται τον Θεόν. Ημείς δε οίτινες μέλλομεν να ομιλήσωμεν περί του σύμπαντος πώς έγινε ή αν είναι αγέννητον, εάν δεν είμεθα εντελώς παράφρονες, ανάγκη, επικαλούμενοι τους θεούς και τας θεάς, να ευχηθώμεν να είναι όλοι οι λόγοι ημών προ πάντων σύμφωνοι προς την κρί- Δ. | σιν αυτών, ακόλουθοι δε προς ημάς αυτούς. Και ως προς τους θεούς μεν ας είναι αύτη η παράκλησις· ως προς ημάς δε ας παρακαλέσωμεν, όπως όσον το δυνατόν ευκολώτερον υμείς κατα- νοήσητε, εγώ δε σας δείξω σαφώς περί του αντικειμένου της δια- λέξεως, πώς το νοώ.

Πρέπει τώρα κατά την γνώμην μου να διακρίνωμεν τα εξής: Τι είναι εκείνο όπερ πάντοτε είναι και γένεσιν δεν έχει, και τι 28. | είναι εκείνο όπερ γίνεται και ουδέποτε είναι(31). Το μεν πρώ- τον είναι καταληπτόν υπό της νοήσεως διά του συλλογισμού, διότι είναι πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον (αμετάβλητον). Το άλλο είναι αντιληπτόν υπό της δόξης (γνώμης) και της ασυλλογίστου αισθήσεως, δοξαστόν, διότι γίνεται και φθείρεται(32), αλλά πρα- γματικώς ουδέποτε είναι. Εξ άλλου, παν πράγμα, το οποίον γίνε- ται, εξ ανάγκης γίνεται από αίτιον τι, διότι οιονδήποτε πράγμα είναι αδύνατον να λάβη γένεσιν χωρίς αιτίου (υπό του οποίου γίνεται). Παν πράγμα λοιπόν, του οποίου την μορφήν και την λειτουργίαν ποιεί ο δημιουργός βλέπων πάντοτε προς εκείνω, το οποίον είναι αιώνιον και αμετάβλητον και ως παράδειγμα μετα- χειριζόμενος αυτό, εξ ανάγκης το πράγμα τούτο αποτελείται Β. | πάντοτε ούτω καλόν· εκείνο όμως, όπερ δημιουργεί αποβλέ- πων εις το έχον γένεσιν και μεταχειριζόμενος γεννητόν παρά- δειγμα, τούτο δεν είναι καλόν(33). Ο όλος δε ουρανός, ή ο κόσμος, ή αν ευρίσκηται άλλο τι όνομα περισσότερον κατάλληλον, ού- τως ας ονομάζηται υφ' υμών. Περί αυτού λοιπόν πρέπει να εξε- τάσωμεν κατά πρώτον εκείνο, το οποίον μας παρουσιάζεται εις την αρχήν εκάστου πράγματος ως αναγκαίον, να σκεφθώμεν δηλαδή: πάντοτε ήτο και δεν έλαβεν ουδεμίαν αρχήν γενέσεως; ή έγινε και έλαβεν έναρξιν από τινος αρχής; Έλαβε γένεσιν, διότι είναι ορατός και απτός και έχει σώμα, πάντα δε τα τοιαύτα πράγματα είναι αισθητά· τα δε αισθητά, τα οποία αντιλαμβα- C. | νόμεθα διά της δόξης (γνώμης) εν βοηθεία της αισθήσεως, είδομεν ότι γίνονται και είναι γεννητά. Το δε γεννηθέν είπομεν ότι εξ ανάγκης εγένετο υπό τινος αιτίου. Τον ποιητήν όμως και πατέρα του σύμπαντος τούτου και να εύρη τις είναι δύσκολον, και αν τον εύρη, είναι αδύνατον να τον αποκαλύψη εις πάντας(34).

Αλλά και το εξής πάλιν πρέπει τις να σκεφθή περί αυτού. Προς ποίον εκ των παραδειγμάτων βλέπων ο ποιητής του κόσμου κα- 29. | τεσκεύαζεν αυτόν; προς εκείνο το οποίον είναι αιωνίως το αυτό και κατά τον αυτόν τρόπον ή προς το λαβόν γέννησιν(35); Εάν μεν ο κόσμος ούτος είναι καλός και ο δημιουργός αυτού αγαθός, είναι φανερόν ότι έβλεπε πρός το αιώνιον παράδειγμα. Εάν δε τουναντίον (όπερ δεν επιτρέπεται ούτε να το είπη τις)(36) προς το λαβόν γέννησιν. Αλλά εις πάντας είναι προφανές ότι απέβλεπε προς το αιώνιον, διότι ο μεν κόσμος είναι το ωραιότα- τον όσων έλαβον γέννησιν(37), ο δε ποιητής του είναι το άριστον των αιτίων. Και, αν έχη γίνη τοιουτοτρόπως, εδημιουργήθη σύμ- φωνα προς εκείνο, το οποίον είναι καταληπτόν υπό του λόγου και της νοήσεως και είναι πάντοτε το αυτό. Και, αν ταύτα είναι Β. | αληθή(38), ανάγκη πάσα ο κόσμος να είναι εικών τινος. Εκείνο δε, το οποίον είναι το μέγιστον εις παν πράγμα, εί- ναι το να γίνεται έναρξις από της φυσικής αρχής αυτού. Λοιπόν και περί της εικόνος και του παραδείγματος αυτής πρέπει να δια- κρίνωμεν ακριβώς, ότι οι λόγοι (πρέπει να) είναι συγγενείς αυ- τών τούτων των πραγμάτων, τα οποία εξηγούσι(39). Περί εκείνου άρα, το οποίον είναι μόνιμον και σταθερόν και γίνεται καταφα- νές διά του νου, οι λόγοι πρέπει να είναι σταθεροί και αμε- τάβλητοι, και, εφ' όσον είναι δυνατόν και αρμόζει εις λόγους να είναι αναντίρρητοι και ακίνητοι, εκ τούτων τίποτε δεν πρέπει να λείπη. Αλλ' οι λόγοι, οίτινες εξηγούσι το πράγμα, το C. | οποίον εικονίσθη κατά το παράδειγμα εκείνο, και το οποίον άρα είναι εικών, είναι πιθανοί και ανάλογοι προς το πράγμα. Τω όντι, ό,τι είναι προς την γένεσιν η ουσία, τούτο είναι προς την πίστιν η αλήθεια(40). Εάν λοιπόν, ω Σώκρατες, επειδή πολλοί είπον πολλά (διάφορα) περί θεών και της γενέσεως κόσμου, εάν δεν δυνηθώμεν να δώσωμεν εξηγήσεις ολοσχερώς και καθ' όλα τα μέρη συμφώνους πρός εαυτάς και ακριβείς, μη θαυμάσης. Εάν όμως όχι ολιγώτερον άλλου τινός παρουσιάσωμεν λόγους πιθανούς, πρέπει να αρκεσθώμεν, ενθυμούμενοι ότι και εγώ ο Δ. | ομιλών και υμείς οι κρίνοντες έχομεν φύσιν ανθρωπίνην, ούτως ώστε δεχόμενοι περί τούτων τον πιθανόν λόγον δεν πρέπει να ζητώμεν ακόμη περαιτέρω (βαθύτερον).

Σωκράτης

Άριστα, ω Τίμαιε· και πρέπει να αποδεχθώμεν απολύτως ό,τι λέγεις. Και το μεν προοίμιόν σου μας ήρεσε θαυμάσια· τώρα δε συνεχίζων τελείωνέ μας και το άσμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'.

Η αγαθότης του Θεού είναι η αιτία της Δημιουργίας, ήτις είναι ουσιωδώς Διακόσμησις. Διά τούτο ο κόσμος είναι είς και τέλειος. Εν τω σώματι αυτού ετέθη ψυχή, ίνα τον ζωογονή, εν τη ψυχή δε νους, ίνα την φωτίζη. Ούτως ο κόσμος είναι ζώον λογικόν, περιλαμβάνον πάντα τα αισθητά ζώα, όπως το παράδειγμα αυτού περιέχει πάντα τα νοητά ζώα.

Τίμαιος

Άς είπωμεν λοιπόν διά ποίαν αιτίαν εσύστησε την γένεσιν Ε. | και το σύμπαν τούτο ο συστήσας αυτά. Ήτο αγαθός(41) και εις τον αγαθόν ουδείς φθόνος ουδέποτε γεννάται δι' ουδέν πρά- γμα(42). Επειδή λοιπόν ήτο χωρίς φθόνον, ηθέλησε να γίνωσι πάντα τα πράγματα όσον το δυνατόν ομοιότατα με αυτόν. Και αν τις αποδέχηται την αρχήν ταύτην της γενέσεως και του κόσμου, λαβών από άνδρας σοφούς αυτήν(43) ως την βασι- 30. | μωτάτην πασών, ορθότατα θα απεδέχετο αυτήν. Διότι ο Θεός, θελήσας πάντα τα πράγματα να είναι αγαθά και ουδέν καθ' όσον ήτο δυνατόν(44) να είναι άχρηστον(45), διά τούτο λα- βών όσον ήτο ορατόν(46) και δεν ησύχαζεν, αλλ' εκινείτο ακα- νονίστως και ατάκτως, το έφερεν εις τάξιν εκ της αταξίας, θεω- ρήσας ότι εκείνη είναι κατά πάντα καλυτέρα ταύτης. Διότι ούτε ήτο ούτε είναι θεμιτόν εις τον άριστον να πράττη άλλο παρά Β. | το κάλλιστον(47). Συλλογισθείς λοιπόν εύρισκεν ότι κανέν πράγμα φύσει ορατόν, μη έχον νουν, θα είναι ποτε(48) εις το σύνο- λον του ωραιότερον έργον άλλου εις το σύνολόν του, το οποίον έχει νουν, και ότι νους πάλιν χωρίς ψυχήν είναι αδύνατον να υπάρξη εις κανένα(49). Ένεκα δε του λογισμού τούτου θέτων τον νουν εις την ψυχήν και την ψυχήν εις το σώμα εσύστησε το σύμ- παν, ίνα το έργον, το οποίον εποίει, είναι κατά την φύσιν του όσον το δυνατόν ωραιότατον και άριστον. Ούτω λοιπόν μετά πι- θανότητος πρέπει να λέγωμεν, ότι ο κόσμος ούτος είναι αληθώς ζώον, έχον ψυχήν και νουν, δημιουργηθέν υπό της προνοίας του Θεού.

C. | Τούτου τεθέντος, πρέπει τώρα να εξετάσωμεν την επα- κολουθούσαν ερώτησιν, δηλαδή καθ' ομοιότητα τίνος ζώου συνέ- στησε τον κόσμον ο συστήσας αυτόν; Με ουδέν βεβαίως, από όσα έχουσι φύσει χαρακτήρα μέρους(50), θα δυνηθώμεν να τον παρο- μοιώσωμεν διότι κανέν, όπερ ομοιάζει με ατελές πράγμα, δύνα- ται ποτε να γίνη ωραίον. Με εκείνο όμως, του οποίου μέρη είναι τα άλλα ζώα καθ' έν και τα γένη αυτών, με αυτό περισσότερον πάντων των άλλων θα παραδεχθώμεν ότι είναι ομοιότατος ο κό- σμος. Διότι εκείνο έχει περιλάβει εν εαυτώ πάντα τα νοητά ζώα, καθώς ο κόσμος· ούτος περιλαμβάνει ημάς και όσα άλλα ορατά Δ. | ζώα εγεννήθησαν. Όθεν με το ωραιότατον και κατά πάντα τέλειον εκ των νοητών αντικειμένων ο Θεός θελήσας να κάμη όμοιον τον κόσμον συνέστησεν έν ορατόν (αισθητόν) ζώον, έχον εντός εαυτού πάντα τα άλλα ζώα, όσα είναι συγγενή με 31. | αυτό κατά την φύσιν του. Αλλ' άρα γε ορθώς είπομεν ένα μόνον κόσμον (ουρανόν), ή ορθότερον είναι να λέγωμεν πολλούς και απείρους; Ένα(51), εάν αληθώς είναι δημιουργημένος κατά το παράδειγμα. Διότι εκείνο, το οποίον περιέχει όλα όσα υπάρχουσι νοητά ζώα, δεν δύναται ποτέ να είναι δεύτερον μετ' άλλου. Διότι πάλιν έπρεπε να υπάρχη έν άλλο ζώον, όπερ θα περιελάμβαναν τα δύο εκείνα, και του οποίου μέρη θα ήσαν αυτά τα δύο· και όχι πλέον με τα δύο εκείνα, αλλά με εκείνο το περιέχον θα ελέ- γετο ορθότερον ότι επλάσθη όμοιος (ο κόσμος). Ίνα λοιπόν το Β. | ζώον (ο κόσμος) τούτο και κατά την αριθμητικήν ενότητα είναι όμοιον με το τέλειον εκείνο ζώον, διά τούτο ο ποιητής αυτού δεν εποίησεν ούτε δύο ούτε απείρους κόσμους, αλλ' υπάρχει και θα υπάρχη(52) πάντοτε είς ούτος ο κόσμος γεννηθείς μο- νογενής.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζ'.

Ο κόσμος σύγκειται εκ πυρός και γης, διό είναι ορατός και απτός. Αλλ' ίνα αποτελέσωσι στερεόν σώμα, το πυρ και η γη συνεδέθησαν διά του αέρος και του ύδατος. Ούτως ο κόσμος συνέστη εκ των τεσσάρων τούτων ειδών, διατεταγμένων κατά γεωμετρικήν αναλογίαν, και περιλαμβάνει αυτά ολόκληρα, ώστε ουδέν υπάρχει εκτός αυτού. Διό είναι τέλειος και απηλλαγμένος πάσης φθοράς εξ επιδράσεως εξωτερικών αιτίων. Είναι σφαιρικός, λείος και κινείται πάντοτε περί εαυτόν ομοιομόρφως, αλλά δεν μεταβάλλει τόπον.

Παν ότι εγένετο πρέπει να είναι σωματοειδές και ορατόν και απτόν. Αλλ' ουδέν πράγμα χωρίς του πυρός δύναται να είναι ποτε ορατόν, ούτε απτόν χωρίς στερεότητος, στερεόν δε δεν δύ- ναται να είναι άνευ της γης. Όθεν ο Θεός εκ πυρός και γης(53) εποίει το σώμα του σύμπαντος, ότε ήρχισε να το συνιστά· αλλά δεν είναι δυνατόν μόνα να ενώνται καλώς δύο στοιχεία άνευ τρί- C. | του τινός, διότι εν μέσω των δύο πρέπει να υπάρχη δεσμός, ήστις να συνδέη αυτά. Ο κάλλιστος δε των δεσμών είναι εκείνος, όστις και εαυτόν και τα συνδεόμενα πράγματα κάμνει εντελώς έν μόνον· τούτο δε κάλλιστα ποιεί φυσικώς η αναλογία(54). Διότι 32.| ,όταν εκ τριών αριθμών οιωνδήποτε, είτε όγκοι είτε δυνά- μεις είναι ούτοι(55), ο μέσος είναι προς τον τελευταίον ακριβώς ό,τι είναι ο πρώτος προς τον μέσον, και πάλιν ο μέσος είναι προς τον πρώτον ό,τι είναι ο τελευταίος προς τον μέσον, τότε ο μέσος γινόμενος πρώτος και τελευταίος, ο δε τελευταίος και ο πρώτος γινόμενοι και οι δύο μέσοι, κατ' ανάγκην θα συμβή να είναι όλοι το αυτό, και αφού γίνωσι το αυτό μεταξύ των, όλα θα είναι είναι έν μόνον πράγμα(56). Εάν λοιπόν το σώμα του παντός έμελλε να εί- ναι μία επιφάνεια και να μη έχη κανέν βάθος, είς μέσος όρος θα ήρκει να συνδέση ομού εαυτόν και τα άλλα στοιχεία. Αλλά τώρα_ Β. | απεναντίας, έπρεπε να είναι στερεόν αυτό, τα δε στερεά ου- δέποτε συνδέονται διά μιας, αλλά πάντοτε διά δύο μεσοτήτων(57).

Διά τούτο ο Θεός εν μέσω του πυρός και της γης θέσας ύδωρ και αέρα, και διατάξας ταύτα μεταξύ των όσον ήτο δυνατόν κατά την αυτήν αναλογίαν, ούτως ώστε, όπως το πυρ είναι προς τον αέρα, ούτως ο αήρ να είναι προς το ύδωρ, και όπως ο αήρ είναι προς το ύδωρ, ούτω το ύδωρ να είναι προς την γην(58), συνέδεσε και συνέστησε τον ορατόν και απτόν κόσμον.

C. | Και διά ταύτα και εκ τούτων των στοιχείων, τα οποία είναι τοιαύτα και τέσσαρα αριθμητικώς, εγεννήθη το σώμα του κόσμου αρμονικόν διά της αναλογίας(59) και (εις τα μέρη) έλαβε φιλίαν ώστε, γενόμενον έν και το αυτό με εαυτό, κατέστη αδιάλυ- τον υπό άλλου οιουδήποτε, πλην υπ' εκείνου, όστις το συνέδεσεν.

Έκαστον δε των τεσσάρων τούτων στοιχείων το περιέλαβεν ολόκληρον η σύστασις του κόσμου. Διότι εξ ολοκλήρου του πυ- ρός και του ύδατος και του αέρος και της γης συνέστησεν αυτόν, εκείνος ο όποιος τον συνέστησε, χωρίς να αφήση έξω κανέν μέρος και καμμίαν ενέργειαν αυτών, έχων κατά νουν ταύτα: Δ. | πρώτον μεν ίνα το όλον ζώον γίνη όσον το δυνατόν τέλειον 33. | και εκ μερών τελείων, και προς τούτοις έν, διότι δεν υπε- λείποντο πράγματα εξ ων ηδύνατο να γίνη άλλο τοιούτον, και προσέτι ίνα μη υπόκειται εις γήρας και νόσον. Διότι κατενόει, ότι το θερμόν και το ψυχρόν και όσα άλλα κάμνουσι βιαίας ενερ- γείας περικυκλούντα έξωθεν σώμα σύνθετον και προσβάλλοντα αυτό ακαίρως το διαλύουσι, και επιφέροντα νόσους και γήρας το καταστρέφουσι. Διά την αιτίαν λοιπόν ταύτην και διά τον συλ- λογισμόν τούτον έπλασεν αυτόν ούτως, ώστε να είναι έν όλον Β. | αποτελούμενον εξ όλων των πραγμάτων, τέλειον, άνευ γήρα- τος και νόσου. Και σχήμα δε έδωκεν εις αυτόν εκείνο, όπερ ήρ- μοζε και ήτο συγγενές με αυτόν. Διότι εις το ζώον, όπερ έμελλε να περιέχη εντός αυτού όλα τα ζώα, ηδύνατο να αρμόζη εκείνο μόνον το σχήμα, το οποίον περιλαμβάνει εν εαυτώ πάντα τα σχήματα όσα υπάρχουσι. Διά τούτο και σφαιροειδές, εκ του κέν- τρου πανταχού προς τα άκρα εξ ίσου εκτεινόμενον, και κυκλικόν το ετόρνευσε, σχήμα δώσας τελειότατον και προς εαυτό ομοιότα- τον εκ πάντων των σχημάτων, διότι ενόμιζεν ότι το όμοιον είναι απείρως ωραιότερον του ανομοίου. Και λείον έπειτα έξωθεν ολό- C. | γυρα το έκαμε με πάσαν ακρίβειαν, διά πολλούς λόγους. Διότι τούτο δεν είχε χρείαν ομμάτων, αφού ουδέν είχε μείνει έξω, όπερ να είναι ορατόν, ούτε ακοής, διότι δεν υπήρχε τι ακουστόν. Ούτε υπήρχε πέριξ αήρ, του οποίου δεν είχε χρείαν ίνα αναπνέη. Ούτε πάλιν είχε χρείαν να κατέχη όργανόν τι(60), ίνα δι' αυτού δέχηται εντός εαυτού την τροφήν και αποβάλλη την πρότερον χωνευθείσαν, διότι ουδέν ηδύνατο να εξέλθη ούτε να εισέλθη εις αυτό από κανέν μέρος, επειδή και ουδέν υπήρχε. Διότι έχει πλασθή επίτηδες ούτως, ώστε αυτό εις εαυτό να δίδη ως τροφήν Δ. | ό,τι εξ αυτού φθείρεται και πάντα εντός εαυτού και υφ' εαυτού να πάσχη και να ενεργή· διότι ο συνθέσας αυτό ενόμισεν ότι, εάν είναι αύταρκες, θα είναι πολύ καλύτερον παρά εάν είχε χρείαν άλλων. Χείρας έπειτα, με τας οποίας δεν ήτο καμμία χρεία ούτε να συλλάβη ούτε να αποκρούση τι, δεν ενόμισεν ότι έπρεπεν ανωφελώς να προσάψη εις αυτό, ούτε πόδας ούτε 34. | γενικώς ό,τι χρησιμεύει εις το βάδισμα. Διότι απέδωκεν εις αυτό κίνησιν(61), οποία είναι κατάλληλος προς σώμα τοιούτον, εκείνην εκ των επτά, ήτις περισσότερον των άλλων αρμόζει εις τον νουν και την σοφίαν. Και διά τούτο στρέφων αυτό κατά τον αυτόν τρόπον, εν τω αυτώ τόπω και εν εαυτώ, το έκαμεν ούτως ώστε να κινήται κυκλικώς περιστρεφόμενον, τας άλλας δε έξ κι- νήσεις αφήρεσεν απ' αυτού και το κατέστησεν ακίνητον ως προς αυτάς. Επειδή δε προς την κυκλικήν ταύτην περιστροφήν δεν είχε καμμίαν χρείαν ποδών, έπλασεν αυτό άνευ σκελών και άνευ ποδών.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η'.

Προ του σώματος τον κόσμον εδημιουργήθη η ψυχή αυτού, λογική, πανταχού διαχωρούσα. Ο Θεός έπλασεν αυτήν ούτω, συνδέσας την αναλλοίωτον ουσίαν μετά της μεταβλητής και μεριστής εις τρίτον είδος ουσίας (ψυχήν), ανέμιξεν είτα τας τρεις και το μίγμα διήρεσεν εις μέρη καθ' ωρισμένας αναλογίας. Έπειτα το διέθεσεν εις δύο ομοκέντρους σφαίρας, μίαν εξωτερικήν, την των απλανών αστέρων, κινουμένην εξ ανατολών προς δυσμάς ομοιομόρφως, ετέραν εσωτερικήν, την των πλανητών, κινουμένην εξ αριστερών προς τα δεξιά διαφοροτρόπως.

Ούτος λοιπόν ο Λογισμός του αιωνίως υπάρχοντος Θεού, τον Β. | οποίον εσυλλογίσθη ως προς τον Θεόν, όστις έμελλε να γεν- νηθή, εποίησε σώμα λείον και ομαλόν και εις όλα τα μέρη απέ- χον εξ ίσου από το κέντρον, και ολόκληρον και τέλειον εκ τε- λείων μερών(62). Θέσας δε ψυχήν εις το μέσον αυτού την εξέτεινε πανταχού και ακόμη δι' αυτής περιεκάλυψεν έξωθεν το σώμα αυ- τού(63) και κατεσκεύασεν ούτω κύκλον στρεφόμενον κυκλικώς, κό- σμον ένα, μόνον, έρημον, αλλά διά της ιδίας αυτού αρετής ικανόν να γονιμοποιήται αφ' εαυτού, χωρίς να έχη χρείαν άλλου ουδενός, ικανώς γνώριμον και φίλον εις εαυτόν. Δι' όλα ταύτα εγέννησεν αυτόν Θεόν ευδαίμονα(64).

Την δε ψυχήν, αν και τώρα επιχειρούμεν να ομιλήσωμεν C. | περί αυτής τελευταίας, δεν εδημιούργησεν ούτω και ο Θεός υστερωτέραν. Διότι συνδέσας αυτήν με το σώμα δεν ήθελεν επι- τρέψει το αρχαιότερον να εξουσιάζηται από το νεώτερον· αλλ' ημείς κατά τινα τρόπον όπως μετέχομεν πολύ του τυχαίου και του ενδεχομένου, κατά τον αυτόν σχεδόν τρόπον και ομιλούμεν. Εκείνος όμως συνέστησε την ψυχήν προτέραν του σώματος και πρεσβυτέραν αυτού κατά την γένεσιν και την αρετήν, διότι έμελ- λεν αύτη να είναι κυρία και κυβερνήτρια του σώματος, όπερ έμελλε να κυβερνάται, συνέστησε δε αυτήν εκ των εξής πραγμά- των και κατά τον εξής τρόπον.

35. | Εκ της ουσίας, ήτις είναι αδιαίρετος και πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον (αμετάβλητος), και εκ της ουσίας, ήτις εις τα σώματα γίνεται διαιρετή, εκ των δύο τούτων, αναμίξας αυτάς ομού, έκαμε μεταξύ αυτών τρίτον είδος ουσίας, μεταξύ δηλ. της φύσεως του αυτού και του ετέρου(65), και ούτω την έστησεν εν τω μέσω του αδιαιρέτου (αμερούς) και του κατά τα σώματα διαιρετού. Και λαβών τα τρία ταύτα όντα τα συνέμιξε πάντα ούτως, ώστε να αποτελέσωσιν έν μόνον είδος προσαρμόζων διά της βίας εις την φύσιν εκείνου, όπερ είναι ταυτό (αναλλοίωτον), Β. | την φύσιν του ετέρου, ήτις δυσκόλως μιγνύεται. Έπειτα δε μιγνύων ταύτα μετά του τρίτου είδους ουσίας, και εκ των τριών κατασκευάσας έν, πάλιν όλον τούτο το εμοίρασεν εις όσα μέρη έπρεπεν, εκ των οποίων έκαστον ήτο μίγμα εκ του ταυτού και του ετέρου και εκ της (τρίτης) ουσίας. Ήρχισε δε να διαιρή ως εξής:

Κατά πρώτον αφήρεσεν από του όλου έν μέρος (1), έπειτα αφήρεσε διπλάσιον τούτου μέρος (2), τρίτον μέρος έλαβε το όλον και το ήμισυ του δευτέρου (2+1) ή το τριπλάσιον του πρώ- του (1×3), τέταρτον δε μέρος έλαβε το διπλάσιον του δευτέ- C.| ρου (2×2), πέμπτον το τριπλάσιον, του τρίτου (3×3), έκτον το οκταπλάσιον του πρώτου (1×8), έβδομον δε το εικοσιεπτα- 36. | πλάσιον του πρώτου (1×27)(66). Μετά ταύτα εγέμισε τα δι- πλάσια και τριπλάσια διαστήματα (σχέσεις ή λόγους), αποκό- πτων ακόμη μέρη από του όλου και θέτων αυτά εις το μέ- σον εκείνων ούτως, ώστε εις έκαστον διάστημα υπήρχον δύο μέσοι όροι, των οποίων ο είς υπερέχει έν των άκρων κατά τόσον μέρος, καθ' όσον υπερέχεται υπό του άλλου, ο δε άλλος υπερέ- χει και υπερέχεται κατά τον αυτόν αριθμόν (εξ ίσου). Επειδή δε ούτως έγιναν εκ των δεσμών τούτων (εκ της παρενθέσεως των μέσων όρων) εις τα πρότερα διαστήματα νέα διαστήματα, τα οποία ήσαν το όλον και ήμισυ του προηγουμένου, το όλον και έν τρίτον, και το όλον και έν όγδοον, συνεπλήρωσε πάντα εκείνα, Β. | τα οποία ήσαν το όλον και έν τρίτον, με το διάστημα του όλου και ενός ογδόου, αφίνων εξ εκάστου αυτών έν μέρος, όπερ παριστάνει έν διάστημα έχον σχέσιν αριθμού προς αριθμόν, τοιαύτην, οία είναι η αναφορά του 256 (28) προς τον 243 (35), Και ούτω το μίγμα, από το οποίον απέκοπτε ταύτα, το είχεν ήδη καταναλώσει ολόκληρον(67).

Όλην λοιπόν την σύστασιν ταύτην σχίσας εις δύο κατά μή- κος και θέσας το έν ήμισυ επί του άλλου εις σχήμα Χ τα έκαμ- C. | ψεν εις κύκλον, ενώσας αυτά έκαστον προς εαυτό (τα άκρα των) και αμφότερα μεταξύ των εις το σημείον του κύκλου το αντί- θετον εις την πρώτην τομήν(68) αυτών, και επέβαλεν εις αυτά την κί- νησιν εκείνην, ήτις στρέφεται πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον και εις τον αυτόν τόπον. Και τον ένα εκ των κύκλων έθεσεν έξω, τον δε άλλον εντός. Και την μεν εξωτερικήν κίνησιν του κύκλου εδή- λωσε ρητώς ότι είναι της φύσεως του αμεταβλήτου (ταύτου), την δε εσωτερικήν της του ετέρου, και την μεν του ταυτού έστρεψε προς τα δεξιά κατά την πλευράν (ορθογωνίως), την δε κίνησιν του ετέρου προς τα αριστερά κατά την διαγώνιον(69). Έδωκε δε Δ. | την επικράτησιν εις την περιφοράν, ήτις είναι η αυτή και ομοία προς εαυτήν, και αφήκεν αυτήν μίαν και άσχιστον, αλλά την εσωτερικήν σχίσας εξάκις εις επτά κύκλους ανίσους(70) κατά τα διπλάσια και τριπλάσια διαστήματα, τα οποία είναι τρία· και τα μεν και τα δε (εις εκάστην πρόοδον)(71) επρόσταξεν εις τους κύ- κλους να κινώνται κατ' αντίθετον προς αλλήλους διεύθυνσιν, και ως προς την ταχύτητα τρεις μεν εξ ίσου, οι δε άλλοι τέσσαρες ανίσως προς αλλήλους και προς τους τρεις εκείνους, αλλά πάν- τοτε κανονικώς να κινώνται.(72)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ'.

Εν τη ψυχή ταύτη ετέθη το σώμα του παντός, και ούτως απετελέσθη το λογικόν ζώον, ο κόσμος. Διπλήν έχουσα κίνησιν η ψυχή, κατά τα αντικείμενα τα οποία θεωρεί, άλλοτε μεν μανθάνει το μεταβλητόν και έχει δόξας βεβαίας και αληθείς, άλλοτε δε το αμετάβλητον και ούτως αποτελείται νόησις και επιστήμη.

Ότε δε όλη η σύστασις της ψυχής (του κόσμου) είχε γίνει κατά το θέλημα εκείνου όστις την εσύστησε, μετά τούτο(73) Ε. | όλον το έχον φύσιν σώματος εντός αυτής το κατεσκεύασε και το συνήρμοσε συνδέων το κέντρον του ενός με το κέντρον της άλλης. Αύτη δε (η ψυχή) εκ του κέντρου μέχρι των άκρων του ουρανού διαχυθείσα και ολόγυρα περικαλύψασα αυτόν έξωθεν, και αυτή στρεφομένη εντός εαυτής ήρχισε την πρώτην έναρξιν ζωής διηνεκούς και φρονίμου κατά τον άπαντα χρόνον(74). Και το μεν σώμα του κόσμου εδημιουργήθη 37. | ορατόν, αυτή όμως η ψυχή έγινεν αόρατος, άλλα μέτοχος λόγου και αρμονίας, υπό του αρίστου των νοητών και αιωνίων όντων γεννηθείσα αρίστη πάντων όσα εγεννήθησαν. Επειδή λοιπόν έγινεν εκ της μίξεως των τριών τούτων μερών, ήτοι εκ της φύσεως του ταυτού και της του ετέρου και εκ της (τρίτης) ουσίας, και κατ' αναλογίαν διηρέθη και συνεδέθη(75) και αυτή εις εαυτήν περιστρέφεται, όταν συναντάται με πράγμα έχον φύ- σιν διαιρετήν, και ακόμη(76) όταν με άλλο τι αδιαίρετον, κινουμένη όλη εντός εαυτής λέγει με τι είναι τούτο ταυτόν και από τι Β. | είναι διάφορον, και κατ' αναφοράν προς τι εξόχως και πού και πώς και πότε συμβαίνει εις τον κόσμον των γινομένων έκαστον πράγμα να είναι και να πάσχη σχετικώς προς άλλα(77), ούτω δε και εις τον κόσμον των αιωνίων και αναλλοιώτων. Ο λόγος δε ούτος, όστις μετέχων του ταυτού είναι αληθής, είτε αντικείμενον έχει το έτερον είτε το ταυτό, φερόμενος άνευ ήχου και φωνής εντός του αφ' εαυτού κινουμένου (της ψυχής), όταν μεν έρχηται εις σχέσιν με το αισθητόν, και ο κύκλος του ετέρου, ορθός ων το αναγγέλλη εις όλην την ψυχήν αυτού(78) τότε γεννώνται αι γνώμαι και αι πίστεις αι βέβαιαι και αληθείς. Όταν όμως έρχη- C.| ται εις σχέσεις με το λογικόν (νοητόν) και ο κύκλος του ταυτού, τρέχων καλώς, το αναγγέλλη, τότε αποτελείται αναγ- καίως η διάνοια και η επιστήμη. Εκείνο δε το ον εις το οποίον και αι δύο αύται γνώσεις γίνονται, εάν τις είπη ότι είναι άλλο πράγμα πλην της ψυχής, κάθε άλλο λέγει παρά την αλήθειαν(79).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι'.

Ίνα ο κόσμος μετάσχη της αιωνιότητος του προτύπου του, ο Θεός εδημιούργησε τον χρόνον, όστις είναι εικών κινητή της ακινήτου αιωνιότητος· διότι, καίτοι ο χρόνος ουδέποτε είναι, όμως γίνεται πάντοτε και απαύστως.

Άμα δε ενόησεν ότι τούτο (το παν) εκινήθη και έγινε ζων- τανή εικών των αιωνίων Θεών (ιδεών)(80) ο Πατήρ, ο γεννήσας αυτό, το εθαύμασε και πλήρης χαράς εσκέφθη να το καταστήση ακόμη ομοιότερον με το παράδειγμα (πρότυπον). Επειδή δε αυτό Δ. | ήτο ζώον αιώνιον, ούτω και το σύμπαν τούτο επεχείρησε τοιούτο να το κάμη όσον ήτο δυνατόν. Αλλά το ζώον εκείνο ήτο φύσει αιώνιον τούτο δε (την αιωνιότητα) δεν ήτο δυνατόν παν- τελώς να προσάψη εις το λαβόν γέννησιν. Επινοεί λοιπόν να κάμη εικόνα της αιωνιότητος κινητήν, και τακτοποιών συνάμα τον ουρανόν κάμνει της αιωνιότητος, ήτις μένει πάντοτε εις την ενότητα (εις το έν), αιώνιον εικόνα, ήτις προχωρεί (κινείται) κατ' αριθμούς, και είναι εκείνο το οποίον έχομεν ονομάσει χρό- Ε. | νον(81). Διότι τας ημέρας και τας νύκτας και τους μήνας και τους ενιαυτούς, οίτινες δεν ήσαν πριν ή ο ουρανός γεννηθή, τότε ενώ ούτος ελάμβανεν ύπαρξιν, ο δημιουργός παρήγαγε και ταύτα. Και πάντα ταύτα είναι μέρη του χρόνου, και το ήτο και το θα είναι είναι είδη του χρόνου και γενητά, τα οποία λεληθότως μεταφέρομεν όχι ορθώς εις την αιώνιον ουσίαν. Διότι λέγομεν βέβαια ότι αύτη ήτο και είναι και θα είναι, αλλ' εις αυτήν αλη- 38. | θώς ειπείν αρμόζει μόνον το είναι, το δε ήτο και το θα είναι πρέπει να λέγωνται περί της γενέσεως, ήτις προβαίνει, εν χρόνω. Διότι τα δύο ταύτα είναι κινήσεις, ενώ εκείνο, όπερ είναι πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον ακινήτως, δεν δύναταί ποτε να γίνηται ούτε πρεσβύτερον ούτε νεώτερον, ούτε να έχη γίνη τώρα, ούτε να είναι εις το μέλλον, ούτε το παράπαν άλλο τι από όσα η γένεσις έδωκεν εις εκείνα, τα οποία κινούνται (και υποπίπτου- σιν) εις την αίσθησιν, αλλά ταύτα είναι μορφαί του χρόνου, όσ- τις μιμείται την αιωνιότητα και στρέφεται κατ' αριθμητικάς ανα- Β. | φοράς. Και ακόμη εκτός τούτων, όταν λέγωμεν ότι το γε- γονός είναι(82) γεγονός, και ότι το γινόμενον είναι γινόμενον, προσ- έτι δε ότι το γενησόμενον είναι γενησόμενον και το μη ον είναι μη ον, ουδέν λέγομεν ακριβώς. Περί τούτων όμως ίσως δεν είναι καιρός αρμόζων τώρα να ακριβολογήσωμεν(83).

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΑ'.

Υπηρέται του χρόνου ετέθησαν εν τη σφαίρα του μεταβλητού (ετέρου) ο ήλιος, η σελήνη και πέντε άλλα άστρα πλανητά, ίνα διορίζωσι και φυλάττωσι τους αριθμούς τον χρόνου (χρονόμετρα).

Ο χρόνος λοιπόν εγεννήθη μετά του ουρανού, ίνα και οι δύο συγχρόνως γεννηθέντες συγχρόνως διαλυθώσιν, αν ποτε συμβή να διαλυθώσι, και (εγεννήθη) κατά το παράδειγμα της αιωνίου C. | φύσεως, όπως όσον είναι δυνατόν γίνη ομοιότατος με αυτό. Διότι το παράδειγμα διατελεί υπάρχον κατά πάσαν την αιω- νιότητα, ο δε χρόνος μέχρι τέλους απ' αρχής είναι τοιούτος, ώστε είναι και θα είναι γεγενημένος. Εκ τοιούτου λοιπόν λόγου(84) και εκ τοιαύτης διανοήσεως του Θεού, ως προς την γένεσιν του χρόνου, ίνα γεννηθή ο χρόνος, εγεννήθησαν ο Ήλιος, η Σελήνη και πέντε άλλα άστρα, τα οποία ονομάζονται πλανήται, κατάλληλοι προς διάκρισιν και διατήρησιν των αριθμών του χρόνου. Ότε δε τα σώματα εκάστου αυτών έπλασεν ο Θεός, τα έθεσεν εις τας τροχιάς, εις τας οποίας εκινείτο η περιστροφή του ετέρου, και αίτινες ήσαν επτά, διότι επτά ήσαν τα άστρα. Δ. | Και την μεν Σελήνην έθεσεν εις την πρώτην πέριξ της γης, τον δε Ήλιον εις την δευτέραν υπεράνω της γης. Τον δε Εωσφό- ρον και τον λεγόμενον ιερόν του Ερμού αστέρα τους έκαμε να κινώνται εις κύκλον, όστις κατά την ταχύτητα τρέχει ίσα με τον του Ηλίου αλλά κατ' εναντίαν προς τούτον τάσιν. Όθεν ο Ήλιος και ο Ερμής και ο Εωσφόρος (Αφροδίτη) καταφθάνου- σιν ο είς τον άλλον και καταφθάνονται υπ' αλλήλων κατά τον αυτόν τρόπον. Ως προς δε τους άλλους πού και διά ποίας αι- τίας ετοποθέτησεν αυτούς, εάν τις θελήση να εξετάση όλας, ο λόγος ούτος, πάρεργος ων, ήθελεν απαιτήσει εργασίαν περισσο- Ε. | τέραν παρά το αντικείμενον ένεκα του οποίου λέγεται. Αλλά ταύτα ύστερον με άνεσιν δύνανται επαξίως να εξηγηθώσιν.

Ότε λοιπόν έφθασεν εις την αρμόζουσαν τροχιάν του έκα- στον εξ εκείνων των άστρων, τα οποία έπρεπε να αποτελέσωσιν ομού τον χρόνον, και ότε τα σώματα αυτών, δεθέντα με δεσμούς εμψύχους, έγιναν ζώα και έμαθον ό,τι είχε προσταχθή εις αυτά, 39. | τότε κινούμενα κατά την κίνησιν του ετέρου, ήτις στρέφε- ται πλαγίως ως προς την κίνησιν του ταυτού και δεσπόζεται υπ' αυτής, και περιφερόμενα άλλο μεν εξ αυτών εις κύκλον με- γαλύτερον, άλλο δε εις μικρότερον, τα τον μικρότερον κύκλον πορευόμενα έκαμνον ταχύτερον την περιφοράν των, ενώ τα διά- νύοντα μείζονα κύκλον την έκαμνον βραδύτερον. Ούτω διά της κινήσεως του ταυτού τα φερόμενα ταχύτερον εφαίνοντο ότι κατεφθάνοντο υπό των κινουμένων βραδύτερον, ει και κατέ- φθαναν ταύτα. Διότι στρέφουσα η κίνησις αύτη όλους τους κύ- Β. | κλους αυτών ελικοειδώς, επειδή ούτοι επροχώρουν συγχρό- νως διά δύο οδών διαφόρων κατ' εναντίαν διεύθυνσιν, το απερ- χόμενον βραδύτατα απ' αυτής, ήτις είναι ταχυτάτη, εφαίνετο πλησιέστατα εις αυτήν(85).

Και διά να υπάρχη έν φανερόν μέτρον των μεταξύ αυτών αναφορών βραδύτητος και ταχύτητος, κατά το οποίον να προβαί- νωσιν εις τας οκτώ περιφοράς των ο Θεός ήναψε φως εις τον κύ- κλον όστις είναι ο δεύτερος ως προς την γην, το οποίον έχομεν ήδη ονομάσει Ήλιον, διά να φωτίζη όσον το δυνατόν όλον τον ουρανόν και διά να μετάσχωσι του αριθμού όσα ζώα έπρεπε να μετάσχωσι, μανθάνοντα αυτόν από την περιφοράν του ταυτού C. | και ομοίου. Η νυξ λοιπόν και η ημέρα έχουσιν ούτω γεν- νηθή, αι οποίαι είναι η περίοδος της μιας εκείνης και σοφωτά- της κυκλικής κινήσεως(86), και ο μην, όταν η Σελήνη διανύσασα τον κύκλον της συναντήση πάλιν τον Ήλιον, και ο ενιαυτός, όταν ο Ήλιος επιτελέση τον ιδικόν του κύκλον. Τας περιόδους δε των άλλων αστέρων μη εξετάσαντες οι άνθρωποι, πλην ολίγων εκ των πολλών, ούτε όνομα έδωκαν εις αυτάς, ούτε εσκέφθησαν να μετρήσωσι τας μεταξύ των αναφοράς με αριθμούς· ώστε, ού- τως ειπείν, δεν γνωρίζουσιν ότι αι περιφοραί αυτών είναι χρόνος, Δ. | ει και απαιτούσιν άπειρον ποσόν αυτού και είναι θαυμασίως ποικίλαι. Είναι όμως ουχ ήττον εύκολον να κατανοήσωμεν, ότι ο τέλειος αριθμός του χρόνου τότε πληροί τον τέλειον ενιαυτόν, όταν αι ταχείαι πορείαι όλων των οκτώ περιόδων εκτελεσθείσαι συγχρόνως μεταξύ των επανέλθωσιν εις το σημείον της αναχω- ρήσεώς των, μετρηθείσαι υπό του κύκλου του ταυτού και ομοιο- μόρφως κινουμένου(87). Ωσαύτως και χάριν τούτων εγεννήθησαν όσα εκ των άστρων κινούμενα εις τον ουρανόν, επανέρχονται περιοδικώς, ίνα τούτο (το σύμπαν ή το αίσθητόν ζώον) είναι όσον Ε. | το δυνατόν ομοιότατον με το τελειότατον και νοητόν ζώον, ως προς την μίμησιν της αιωνίας φύσεως.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΒ'.

Αφού εδημιούργησε τον χρόνον ο Θεός, συμφώνως προς το παράδειγμα εποίησε τέσσαρα είδη ορατών ζώων, αναλόγων προς το πυρ, τον αέρα, το ύδωρ και την γην. Και πρώτον εδημιούργησε το θείον είδος, τους ουρανίους θεούς, τους αστέρας εκ πυρός, έδωκεν αυτοίς νόησιν και δύο κινήσεις, περί εαυτούς και εις τα εμπρός. Την γην όμως εποίησεν ακίνητον εν τω κέντρω του κόσμου(88).

Και τα μεν άλλα όντα μέχρι της του χρόνου γεννήσεως εί- χον πλασθή καθ' ομοιότητα του προτύπου αυτών. Αλλά καθ' όσον δεν είχον περιληφθή εις το σύμπαν πάντα τα γεννηθέντα ζώα, κατά τούτο ήτο ακόμη ανόμοιον (προς το παράδειγμα). Τώρα λοιπόν και τούτο το υπόλοιπον αυτού (του κόσμου) ο Θεός το έπλασεν, εντυπώνων εις αυτό την φύσιν του παραδείγμα- τος. Καθως λοιπόν ο νους βλέπει τας μορφάς (ιδέας) αίτινες πε- ριλαμβάνονται εις το ζώον όπερ υπάρχει, οπόσαι δηλ. και ποίαι είναι, εσκέφθη ότι τόσας και τοιαύτας πρέπει να έχη και τούτο. 40. | Είναι δε τέσσαρες αύται, μία μεν το ουράνιον γένος των Θεών, άλλη δε είναι τα πτερωτά και αεροπορούντα, τρίτη το γένος των εν τω ύδατι ζώντων και τετάρτη το πεζόν και χερ- σαίον(89). Του θείου λοιπόν είδους ζώων το περισσότερον μέρος έκαμεν εκ πυρός, διά να είναι όσον το δυνατόν λαμπρότατον και κατά την όψιν ωραιότατον. Και δίδων εις αυτό το σχήμα του παντός το έκαμε τελείως κυκλικόν και το έθεσεν εις τον νουν του κύκλου όστις δεσπόζει πάντων(90), ίνα συνακολουθή αυτόν και το διένειμεν εις όλον τον ουρανόν πέριξ, διά να είναι αληθινόν και ποικίλον κόσμημα αυτού καθ' όλην την έκτασίν του. Δύο δε κινήσεις έδωκεν εις έκαστον (των άστρων), την μίαν εν τω αυτώ τόπω και κατά τον αυτόν τρόπον, καθ' όσον εν εαυτώ πάν- Β. | τοτε διανοείται τα αυτά περί των αυτών(91), την άλλην δε κί- νησιν προς τα εμπρός(92), καθ' όσον έκαστον δεσπόζεται (ελκόμε- νον) υπό της περιφοράς του ταυτού και ομοίου. Κατά τας άλλας δε πέντε κινήσεις(93) τα έκαμεν ακίνητα και στάσιμα, διά να γίνη έκαστον αυτών όσον ήτο δυνατόν άριστον. Και εκ ταύτης της αιτίας εγεννήθησαν όσα εκ των άστρων είναι απλανή, ζώα θεία και αιώνια, τα οποία κατά τον αυτόν τρόπον και εις τον αυτόν τόπον στρεφόμενα μένουσι πάντοτε στάσιμα· όσα δε περιφέρον- ται και περιπλανώνται ούτως, ως προείπομεν, τοιουτοτρόπως εγεννήθησαν(94).

C. | Την γην τέλος, την τροφόν ημών, συσπειρουμένην περί τον άξονα, όστις εκτείνεται δι' όλου του κόσμου, ο Θεός έκαμε φύλακα και αιτίαν της νυκτός και της ημέρας, πρώτην και πρεσβυτάτην των θεών, όσοι εγεννήθησαν εντός του ουρανού(95). Ως προς τους χορούς όμως αυτών, τας αμοιβαίας αυτών συνο- δείας, τας προσεγγίσεις και απομακρύνσεις των κύκλων αυτών, ως και ποιοι των Θεών τούτων εις τας μεταξύ των συζυγίας πλη- σιάζουσα, και ποίοι έρχονται εις αντίθεσιν, μετά ποίους και εις ποίους χρόνους τινές αυτών ο είς κατόπιν του άλλου γίνονται αφα- Δ. | νείς εις ημάς και πάλιν αναφαινόμενοι προξενούσι φόβους, και σημεία των μελλόντων να γίνωσι μετά ταύτα εις εκείνους, οί- τινες δεν δύνανται να υπολογίζωσιν αυτά, το να γίνηται λόγος περί τούτων χωρίς να είναι προ των οφθαλμών μιμήματα (ουράνιοι χάρται) αυτών θα ήτο μάταιος κόπος(96). Αλλά ταύτα είναι αρ- κετά εις ημάς και όσα είπομεν περί της φύσεως των ορατών και γενητών Θεών, ας έχωσι τέλος εδώ.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ'.

Οι Θεοί της μυθολογίας είναι παραδόσεις, ας καλόν είναι να δεχόμεθα, αλλ' άνευ συζητήσεως. Ο Δημιουργός καλεί νυν τους γενητούς Θεούς να πλάσωσι κατά μίμησιν αυτού τα άλλα είδη ζώων, αυτός δε ως αθάνατος δημιουργεί πρώτον το αθάνατον μέρος των ζώων.

Περί δε των άλλων δαιμόνων(97) να είπωμεν και να γνωρίσω- μεν την γένεσιν αυτών είναι έργον υπερβαίνον τας δυνάμεις Ε. | ημών. Αλλά πρέπει να εμπιστευώμεθα εις εκείνους οίτινες ωμίλησαν πρώτοι, οι οποίοι ήσαν απόγονοι των Θεών, ως έλε- γον, και θα εγνώριζον καλά τους προγόνους των. Αδύνατον λοι- πόν να μη πιστεύωμεν εις τα τέκνα των Θεών, ει και άνευ απο- δείξεων πιθανών ή αναγκαίων ομιλούσιν. Αλλ' επειδή λέγου- σιν ότι τα διηγούνται ως οικογενειακά πράγματα, ημείς υπα- κούοντες εις τον νόμον πρέπει να τα πιστεύωμεν. Ούτω λοιπόν και η γένεσις των Θεών τούτων ας είναι και δι' ημάς όπως ούτοι λέγουσι, και ας λέγηται: ότι εκ της Γης και του Ουρανού εγεννή- θησαν παίδες ο Ωκεανός και η Θέτις· εκ τούτων δε ο Φόρκυς και ο Κρόνος και η Ρέα και όσοι μετ' αυτών· εκ του Κρόνου δε και της 41. | Ρέας εγεννήθησαν ο Ζευς και η Ήρα και πάντες, όσους γνωρίζομεν ότι λέγονται αδελφοί αυτών, και ακόμη άλλοι από- γονοι τούτων.

Ότε λοιπόν όλοι οι Θεοί, όσοι περιφέρονται φανερά, και όσοι φανερώνονται καθ' όσον θέλουσιν(98), έλαβον γέννησιν, εκείνος, όστις εγέννησε το σύμπαν τούτο, λέγει εις αυτούς ταύτα: «Θεοί (τέκνα) Θεών, των οποίων εγώ είμαι ο δημιουργός και πατήρ, έργων, τα οποία γεννηθέντα δι' εμού είναι αδιάλυτα όταν εγώ δεν θέλω(99). Αληθώς παν ότι εδέθη δύναται να λυθή, αλλ' εκείνο το οποίον καλώς συνηρμόσθη και έχει καλώς να θέλη να λύση τις, πράττει έργον κακού(100). Διά τούτο, και επειδή έχετε Β. | γεννηθή, δεν είσθε μεν αθάνατοι ουδέ αδιάλυτοι το παρά- παν, αλλ' όμως δεν θέλετε διαλυθή, ούτε θα υποκύψητε εις την μοίραν του θανάτου, διότι έχετε υπέρ υμών την θέλησίν μου, ήτις είναι δεσμός πολύ μεγαλύτερος και στερεώτερος παρά εκεί- νους, διά των οποίων συνεδέθητε, ότε εγεννάσθε. Τώρα λοιπόν ταύτα τα οποία λέγω και δηλώνω εις υμάς, ακούσατε. Γένη θνητά τρία ακόμη υπολείπονται να γεννηθώσι, και λοιπόν εάν ταύτα δεν γεννηθώσιν, ο κόσμος θα είναι ατελής, διότι δεν θα C. | έχη εντός εαυτού όλα τα γένη των ζώων· και όμως πρέπει να τα έχη, εάν μέλλη να είναι όσον πρέπει τέλειος. Αλλ' εάν ταύτα δι' εμού γεννηθώσι και λάβωσι ζωήν, θα είναι ίσα με Θεούς. Διά να είναι λοιπόν ταύτα θνητά, τούτο δε το Παν πραγμα- τικώς Άπαν (σύμπαν), αναλάβετε υμείς κατά την φύσιν υμών την δημιουργίαν των ζώων, μιμούμενοι την ενέργειάν μου εις την γένεσιν υμών. Και ως προς το μέρος αυτών εκείνο, το οποίον πρέπει να έχη το όνομα των αθανάτων, λεγόμενον θείον και διευθύνον εν αυτοίς το μέρος, όπερ θέλει να υπακούη εις την δι- καιοσύνην και εις υμάς, τούτο εγώ θα σπείρω και θα προνοήσω Δ. | να παραδώσω εις υμάς. Ως προς δε το λοιπόν υμείς συνυ- φαίνοντες το θνητόν με το αθάνατον δημιουργείτε και γεννάτε τα ζώα, και δίδοντες τροφήν αυξάνετε αυτά και όταν αποθνή- σκωσι, δέχεστε αυτά πάλιν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ'.

Δημιουργεί λοιπόν τας λογικάς ψυχάς και διανέμει εις τα άστρα, όπου δεικνύει εις αυτάς την φύσιν των πραγμάτων (τας ιδέας), ίνα αναμιμνήσκωνται, όταν θα καταβώσιν εις τα επί της γης και των άλλων πλανητών σώματα. Και όσαι θα ζήσωσι μετά δικαιοσύνης θα επιστρέψωσι πάλιν εις τον αστέρα αυτών, αι δε άλλαι θα μεταβώσιν εις σώματα ζώων.

Ταύτα είπε, και πάλιν εις τον αυτόν κρατήρα, εντός του οποίου πρότερον αναμιγνύων έκαμνε με το κράμα την ψυχήν, έχυσεν ό,τι είχε πρότερον υπολειφθή(101) αναμιγνύων αυτό εν μέ- ρει μεν κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' όχι πλέον ούτω καθαρόν και αμετάβλητον, αλλά δεύτερον και τρίτον (ως προς ταύτας τας ιδιότητας). Ότε δε εσύστησεν αυτό εις έν όλον, το διήρεσεν εις ψυχάς ισαρίθμους με τα άστρα, έδωκεν εκάστην ψυχήν εις έκα- στον άστρον, και επιβιβάσας αυτάς ούτως ως εις έν όχημα έδει- Ε. | ξεν εις αυτάς την φύσιν του παντός και είπεν εις αυτάς τους μοιραίους νόμους του: — ότι η πρώτη γένεσις(102) θα είναι διατε- ταγμένη η αυτή εις όλας, ίνα μη τις στερηθή τι υπ' αυτού· ότι πρέπει αύται διασπαρείσαι εις έκαστον όργανον του χρόνου(103) το κατάλληλον εις εκάστην, να γεννήσωσι το θεοσεβέστατον 42. | ζώον· και ότι, επειδή είναι διπλή η ανθρωπίνη φύσις, το καλύτερον φύλον θα είναι εκείνο, όπερ και έπειτα θα καλήται ανήρ· ότι, ότε έπειτα εξ ανάγκης θα φυτευθώσιν εις (ενωθώσι με) τα σώματα, και μέρος μεν θα προστίθηται, μέρος δε θα αφαιρήται από του σώματος αυτών, πρώτον μεν θα είναι ανάγκη, όπως εκ των βιαίων τούτων παθημάτων γεννάται αίσθημα εις όλας έμφυτον, δεύτερον δε έρως μεμιγμένος με ηδονήν και λύ- Β. | πην, και προς τούτοις φόβος και θυμός, και όσα άλλα πάθη ακολουθούσιν εις ταύτα και όσα αντιστρόφως είναι φύσει εναν- τία προς αυτά· και αν αύται δεσπόσωσι των παθών τούτων, θα ζήσωσιν εν δικαιοσύνη, αν δε δουλωθώσιν εις αυτά, εν αδικία. Και όστις ζήση καλώς κατά τον δοθέντα εις αυτόν χρόνον, πά- λιν επανελθών εις την κατοικίαν του οικείου εις αυτόν άστρου, θα ζη ζωήν ευδαίμονα και ειθισμένην(104), όστις όμως αμαρτήση, ούτος κατά την δευτέραν γέννησιν θα μεταβληθή εις γυναίκα(105), και αν ακόμη και τότε δεν παύση από του να πράττη το κακόν, συμφώνως με το είδος της κακίας του θα μεταβάλληται εκάστοτε, C. | καθ' ομοιότητα των ηθών τα οποία απέκτησεν, εις τοιαύ- την φύσιν θηρίου, και δεν θα εύρη την λήξιν των μεταμορφώ- σεων και των βασάνων τούτων, πριν ή ακολουθών την περι- φοράν εκείνου, όπερ εν εαυτώ είναι ταυτόν και όμοιον, και διά του λόγου καθυποτάξας τον πολύν όχλον, όστις και ύστερον έχει προσκολληθή εις αυτόν εκ μερών πυρός και ύδατος και αέ- Δ. | ρος και γης, όγκον θορυβώδη και παράλογον, επανέλθη εις την μορφήν της πρώτης και αρίστης καταστάσεώς του.

Ότε δε πάντα ταύτα ενομοθέτησεν εις αυτούς(106) τότε διά να είναι αθώος από πάσης μετά ταύτα κακίας εκάστου αυτών, έσπει- ρεν άλλους μεν εις τον Ήλιον, άλλους δε εις την Σελήνην, άλ- λους εις άλλα, όσα υπάρχουσιν όργανα χρόνου, και μετά την σποράν ταύτην ανέθηκεν εις τους νέους θεούς να πλάσωσι τα θνητά σώματα, και πλάττοντες ούτοι όσον έλειπεν ακόμη εκ της ανθρωπίνης ψυχής και το οποίον έπρεπε να προστεθή, τούτο και Ε. | ακόμη αφού πάντα όσα είναι ακόλουθα εις ταύτα δημιουρ- γήσωσι, να άρχωσι και να κυβερνώσιν όσον το δυνατόν κάλλιστα και άριστα το θνητόν ζώον, εκτός εάν αυτό τούτο γίνηται αίτιον συμφορών εις εαυτό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ'.

Οι γενητοί θεοί πλάττουσι το σώμα εκ των τεσσάρων στοιχείων. Αλλ' η τροφή, την οποίαν αναγκάζεται τούτο να εισάγη και εξάγη, και άλλα αίτια φέρουσιν αλλοιώσεις και γίνονται κώλυμα εις τας λογικάς κινήσεις. Εκ τούτου η ανάγκη της παιδαγωγίας.

Και ότε ταύτα πάντα διέταξεν ο δημιουργός, έμενε κατά την φύσιν αυτού εις το οικείον ήθος(107). Και ενώ έμενεν ούτω, τα τέ- κνα νοήσαντα την διάταξιν του πατρός, υπήκουον εις αυτήν, και λαβόντες την αθάνατον αρχήν του θνητού ζώου, μιμούμενοι τον πατέρα αυτών, εδανείζοντο εκ του κόσμου, με τον σκοπόν να τα αποδώσωσι πάλιν(108), μόρια πυρός και γης και ύδατος και αέρος, 43. | και όσα ελάμβανον τα συνεκόλλων όχι με εκείνους τους αδιαλύτους δεσμούς με τους οποίους αυτοί συνεδέοντο, αλλά τα συνέδεον με πυκνούς γόμφους, αοράτους ένεκα της σμικρότη- τός των, και πλάττοντες εξ όλων τούτων των στοιχείων έκαστον σώμα, έν όλον, τας περιφοράς (κύκλους) της αθανάτου ψυχής συνέδεον εις σώμα πάσχον εισροάς και απορροάς (μορίων). Αι περιφοραί δε, εις ποταμόν εξωγκωμένον βυθισθείσαι, ούτε ενίκων Β. | αυτόν ούτε ενικώντο, αλλά βιαίως εσύροντο και έσυρον ώστε το όλον ζωον εκινείτο, ατάκτως όμως και όπως έτυχε προχωρούν και αλόγως, έχον όλας τας έξ κινήσεις· διότι έβαινε και εμ- πρός και όπισθεν, και πάλιν δεξιά και αριστερά, και άνω και κάτω, και πανταχού πλανώμενον κατά τους έξ τούτους τρόπους. Τω όντι, ει και ήτο πολύ το ρεύμα το οποίον και επλημμύρει και έρρεεν έξω του σώματος και το οποίον έδιδε την τροφήν, ακόμη περισσότερον θόρυβον παρήγεν εκείνο το οποίον έκαστος C. | έπασχεν από τα εξωτερικά συμβάντα, ότε το σώμα αυτού ήθελε τύχει να προσκρούση εις πυρ ξένον ή ήθελε καταληφθή υπό της στερεότητος της γης ή υπό υγράς ολισθήσεως του ύδα- τος, ή υπό θυέλλης των άνεμων συρομένων υπό του αέρος, και ότε υπό πάντων τούτων ωθούμεναι αι κινήσεις ήθελον διά του σώματος εμπέσει εις την ψυχήν. Αι κινήσεις δε αύται και έπειτα ωνομάσθησαν διά ταύτα και ακόμη και τώρα καλούνται αι- σθήσεις όλαι. Και τω όντι πάραυτα και τότε αύται παράγουσαι πλείστην και μεγίστην κίνησιν, και μετά του απαύστως ρέοντος Δ. | ποταμού κινούσαι και σείουσαι σφοδρώς τους κύκλους της ψυχής, τον μεν του ταυτού εντελώς έδεσαν, ρέουσαι εναντίον αυ- τού, και τον ημπόδισαν να εξουσιάζη και να προχωρή, και τον κύκλον πάλιν του ετέρου διετάραξαν ούτως, ώστε και τας τρεις αποστάσεις του διπλασίου και τας τρεις του τριπλασίου και τα διά- στήματα (μεσότητας) και τους δεσμούς του ενός και ημίσεος (1 1/2), του ενός και ενός τρίτου (1 1/3) και του ενός και ενός ογδόου (1 1/8), επειδή ούτοι και πρότερον δεν ήσαν εντελώς άλυτοι, ειμή υπό Ε. | του συνδέσαντος αυτούς, έστρεψαν κατά πάσας τας στροφάς, επέφερον δε παν είδος θλάσεως και φθοράς των κύκλων, καθ' όσους εδύναντο τρόπους. Ούτως αι περιφοραί αύται (της ψυχής), μόλις συνεχόμεναι μεταξύ των, εκινούντο μεν, αλλ' εκινούντο αλόγως, άλλοτε εναντίαι, άλλοτε πλάγιαι και άλλοτε ύπτιαι. Ού- τω, και όταν τις ανάποδα στηρίξας την κεφαλήν του, επί της γης, τους δε πόδας υψώσας προς τα άνω, ευρίσκηται απέναντι άλλου, τότε εις τοιαύτην κατάστασιν του πάσχοντος και του βλέποντος αυτόν τα δεξιά μέρη του ενός φαίνονται αριστερά εις τον άλλον, και τα αριστερά δεξιά αμοιβαίως. Το αυτό λοιπόν πάθος και άλλα τοιαύτα πάσχουσαι σφοδρώς αι περιφοραί, όταν τύχη να 44. | συναντήσωσι πράγμα τι εξωτερικόν ανήκον εις την τάξιν του ταυτού ή του ετέρου, τότε, λέγουσαι ότι αυτό είναι ταυτόν προς τι και διάφορον άλλου(109) εναντίον της αληθείας, γίνονται ψευδείς και ανόητοι, και ουδεμία υπάρχει πλέον μεταξύ αυ- τών περιστροφή άρχουσα και κυβερνώσα τας άλλας. Αν δε πά- λιν αισθήσεις τινές, ωθούμεναι έξωθεν, εισέλθωσι και παρασύ- ρωσι μεθ' εαυτών όλην την ψυχήν, τότε αι περιφοραί, ενώ εξου- σιάζονται(110), φαίνονται ότι εξουσιάζουσι. Και δι' όλα ταύτα τα Β. | παθήματά της η ψυχή και τώρα, όπως απ' αρχής, γένεται ανόητος ευθύς άμα δεθή εις θνητόν σώμα. Όταν όμως το ρεύμα της αυξήσεως και της θρέψεως καταντά βαθμηδόν ολιγώτερον, και οι κύκλοι πάλιν επιτυχόντες γαλήνην πορεύωνται την οδόν αυτών, και γίνωνται κανονικώτεροι με την πρόοδον του χρόνου, τότε πλέον αι τροχιαί κατευθυνόμεναι κατά την τάξιν (το σχήμα) των κατ' ιδίαν κύκλων οίτινες κινούνται κατά φύσιν, τότε λέγου- σαι ορθώς τα κατηγορήματα του ταυτού και του ετέρου κατορ- θούσιν ώστε να γίνη συνετός ο έχων αυτάς. Αν δε και ορθή C. | ανατροφή και παίδευσις επέλθη βοηθός είς τινα, ούτος απο- φυγών την μεγίστην νόσον γίνεται ακέραιος και υγιής εντελώς. Εάν όμως αμελήση, πορευθείς την οδόν της ζωής με χωλόν τον πόδα, επιστρέφει εις τον Άδην χωρίς ουδέν να κατορθώση και να κερδήση. Τούτο δε συμβαίνει ύστερον κατά τινα χρόνον. Τώρα όμως πρέπει να εξετάσωμεν ακριβέστέρον τα προταθέντα (ζητήματα) και προ πάντων περί της γενέσεως των σωμά- των καθ' έκαστον μέλος αυτών, και περί της ψυχής, διά ποίας αιτίας και προνοίας των θεών εγεννήθησαν, προσέχοντες εις το Δ. | πιθανώτατον· ούτω και κατά ταύτα προχωρούντες πρέπει να εξετάσωμεν(111).

Notes in this chapter

Note 1 · 1) Το λοιπόν μέρος του Κεφ. I είναι ελευθέρα συγκεφαλαίωσις των βιβλίων II - V της Πολιτείας περί τάξεως των φυλάκων, περί αγωγής, γυναικών Note 2 · 2) Πρβλ. Πολιτείας II σ. 369 ε - 374 ε.Note 3 · 3) Πολιτ. σ. 374 Δ.Note 4 · 4) Πολιτ. V σ. 460α.Note 5 · 5) Φυλάκων. Πολιτ. III b. 415 C.—Δ. IV, 429 GΔ, V, 460 ΔNote 6 · 6) Διότι αυτά θα είναι οι μέλλοντες φύλακες της πόλεως (πολιτείας).Note 7 · 7) Η πράξις είναι η απόδειξις και τρόπον τινά η συμπλήρωσις της θεωρίας. Ούτω και ο Θεός εχάρη διά το έργον του, ότε είδεν αυτό να κινήται (Note 8 · 8) Ο Κριτίας, μαθητής του Σωκράτους, ήτο γενναίας φύσεως, μετείχε δε και φιλοσοφικών συνδιαλέξεων και εκαλείτο αμαθής (ιδιώτης) μεταξύ φιλοσNote 9 · 9) Ο Ερμοκράτης στρατηγός Συρακούσιος, συντελέσας εις την ήτταν των Αθηναίων στρατηγών Δημοσθένους και Νικίου. Ησχολείτο και εις την πολιτικNote 10 · 10) Εν τη «Πολιτεία» ο Πλάτων (III σ. 392) διακρίνει την ποίησιν εις μίμησιν και διήγησιν, και επί τέλους καταδικάζει αυτήν όλην εις μίμησινNote 11 · 11) Να φαντασθήτε την ιδανικήν πολιτείαν, περιπεπλεγμένην εις πόλεμον φανταστικόν.Note 12 · 12) Των Αθηνών.Note 13 · 13) Τα μικρά Παναθήναια.Note 14 · 14) Ή όπερ καίτοι δεν διεκοινώθη, αλλ' ο Κριτίας το διηγείτο ως κ.λ.Note 15 · 15) Τα Απατούρια ήσαν εορτή εν Αθήναις, ήτις προς τιμήν του Διονύσου ετελείτο κατά τον μήνα Πυανεψιώνα (Οκτώβριον) και διήρκει ημέρας τρεις,Note 16 · 16) Διότι έγραψε ποιήματα διδακτικά και γνωμικά. Ήτο λοιπόν ποιητής ηθικός.Note 17 · 17) Ο Πλούταρχος (περί Ίσιδ. και Οσίρ., λέγει: «Το εν Σάει έδος της Αθηνάς, την οποίαν και Ίσιν νομίζουσιν, είχε τοιαύτην επιγραφήν· «Εγώ ειNote 18 · 18) Ο Φορωνεύς έζη προ του κατακλυσμού του Δευκαλίωνος, ήτο υιός του Ινάχου και εβασίλευσε του Άργους. Λέγεται πρώτος, διότι υπήρξεν ο πρώτοNote 19 · 19) Του Δευκαλίωνος. Λέγουσιν ότι συνέβησαν τρεις κατακλυσμοί, πρώτος επί Ωγύγου, βασιλέως της Αττικής, δεύτερος επί Δευκαλίωνος, και τρίτοςNote 20 · 20) Ο Πλούταρχος (Περί Ίσ. και Οσίρ.) λέγει ότι ο Σόλων διήκουσε Σόγχιτος Σαΐτου. Αλλ' ο Πρόκλος (σελ. 31 Δ) λέγει ότι ο Σόλων εν Σάει εγνώρNote 21 · 21) Η διατάραξις, εξ ης γεννάται η εκπύρωσις. Εν τω Πολιτικώ λέγει ο Πλάτων, ότι αι καταστροφαί αύται συμβαίνουσιν, ότε ο κόσμος κατά τινας Note 22 · 22) Πανταχού επί της γης πάντοτε υπήρξαν άνθρωποι και πράξεις ανθρώπιναι. Και εν τοις φοβερωτάτοις κατακλυσμοίς δεν καταστρέφονται όλοι, αλλNote 23 · 23) Ο Πρόκλος (σ. 44 Δ) λέγει ότι κατά τον μύθον ο Ήφαιστος ερών της Αθηνάς αφήκε το σπέρμα εις γην και εκείθεν εβλάστησε το γένος των ΑθηναNote 24 · 24) Η έκφρασις δεν φαίνεται λογική. Πώς ήτο δυνατόν να γραφή τότε, ότε ιδρύθη η πόλις, ο αριθμ. 8000; Πώς δε προ 9000 ετών ιδρύθησαν άμα καιNote 25 · 25) Ιστορικώς η Αίγυπτος ανήκει εις την Ασίαν. Πολλοί των αρχαίων εθεώρουν ότι και γεωγραφικώς η Αίγυπτος ήτο μέρος της Ασίας.Note 26 · 26) Τα συμβάντα ταύτα είναι αυτά τα κατά των Περσών κατορθώματα των Αθηναίων.Note 27 · 27) Ο Πρόκλος λέγει (σελ 59) ότι «ο Κριτίας ενόμιζεν ότι εις τοιαύτα αντικείμενα, ως είναι εκείνο όπερ ώρισεν ο Σωκράτης, να ίδη την ΠολιτείNote 28 · 28) Ο Σωκράτης επραγματεύθη περί πολιτείας θεωρητικώς. Ο Κριτίας θα περιγράψη αυτήν δρώσαν. Ο Τίμαιος θα εκθέση τας αρχάς αυτής. Περί ΕρμοκρNote 29 · 29) Την διήγησιν των ιερέων, την οποίαν έφερεν ο Σόλων εξ Αιγύπτου.Note 30 · 30) Ο Πλάτων άρχεται από της διακρίσεως του φαινομένου και της ουσίας. Αφ' ενός είναι το σύνολον των αισθητών όντων, τα οποία γεννώνται, διαNote 31 · 31) Το γίγνεσθαι (η γένεσις) είναι η ενότης δύο εννοιών, του είναι και του μη είναι. Το γίγνεσθαι είναι η κίνησις ή μετάβασις του ενός τούτωNote 32 · 32) Η γένεσις και η φθορά αποτελούσι συνεχή κίνησιν εν τω αισθητώ κόσμω. Διό ο θάνατος είναι μεταμόρφωσις της ύλης και γέννησις νέων μορφών,Note 33 · 33) Το δόγμα τούτο — ότι είναι καλόν εκείνο, όπερ έχει παράδειγμα αναλλοίωτον και _ον_, ενώ το έχον παράδειγμα, όπερ μεταβάλλεται και γίνεταNote 34 · 34) Η παράστασις του Θεού πατρός και ποιητού διά της προηγηθείσης εν Ελλάδι φιλοσοφικής κινήσεως απέβαλλε βαθμηδόν την υλικότητα, υπό την οπNote 35 · 35) Το δεύτερον μέρος του διλήμματος τούτου είναι αδύνατον, διότι γεγεννημένα παραδείγματα δεν ήτο δυνατόν να υπάρχωσι προ της δημιουργίας. Note 36 · 36) Ίνα είπωμεν ότι τον κόσμον έπλασε κατά παράδειγμα γεννητόν, δέον να δεχθώμεν ότι ο Θεός δεν είναι αγαθός, αλλά τούτο είναι βλασφημία.Note 37 · 37) Βεβαίως ο κόσμος είναι κάλλιστος, διότι είναι έργον και αποκάλυψις του λόγου, όστις είναι είς και μόνος. Αλλ' η φράσις ότι ο κόσμος είναNote 38 · 38) Τούτο είναι το συμπέρασμα του συλλογισμού και εν ταυτώ η βεβαίωσις ότι ο κόσμος είναι εικών, φαινόμενον και ουχί πραγματικότης. Ο φαινομNote 39 · 39) Και ούτω πρέπει να είναι ταύτα συμμετρικά και ανάλογα μεταξύ των, ήτοι 1) δύο πράγματα, το ον και το γινόμενον (γεννητόν), 2) δύο γνώσειNote 40 · 40) Η μελέτη του όντος καταλήγει εις την αλήθειαν, ενώ η του γινομένου δεν υπερβαίνει την πίστιν. Η αλήθεια είναι η επιστήμη, η πίστις είναιNote 41 · 41) Εν τη Πολιτεία (VI) λέγει ότι η πρώτη αιτία είναι η ιδέα, αυτό το αγαθόν, όπερ είναι ταυτόν με τον νουν (Φιλήβ. 22 C). Αν η αγαθότης νυνNote 42 · 42) Ο Έγελος λέγει· «Το ότι ο Θεός δεν είναι φθονερός αναμφιβόλως είναι μεγάλη, ωραία, αληθής, αλλά και αφελής παράστασις. Παρά τοις αρχαίοιNote 43 · 43) Τούτο είναι επιχείρημα ή λόγος πιθανός. Ούτως ο Θαλής έλεγε: Πρεσβύτατον των όντων είναι ο Θεός, διότι είναι αγέννητον, κάλλιστον δε ο κNote 44 · 44) Κατά δύναμιν λέγει ο Πλάτων, δηλών ότι ο Θεός ενεργεί ουχί αυθαιρέτως, αλλά κατά νόμους, οίτινες είναι αύται αι ιδέαι, αι αποτελούσαι τηNote 45 · 45) Ο Τίμαιος λέγει φλαύρον, όπερ είναι η άτακτος ύλη, ην ο Θεός μετεχειρίσθη, ούτως ώστε να μη μείνη κανέν φλαύρον, αχρείον, και τούτο έγινNote 46 · 46) Ο Έγελος παρατηρεί ότι ταύτα είναι μυθική έκφρασις προερχομένη εκ της ανάγκης, εις ην ευρίσκεται ο Πλάτων να αρχίση με άμεσόν τινα διοριNote 47 · 47) Το έξοχον αγαθόν και το έξοχον καλόν είναι τα χαρακτηριστικά της μεγίστης τελειότητος.Note 48 · 48) Πρόκειται περί του κόσμου, όστις θα δημιουργηθή.Note 49 · 49) Ο νους θεωρείται ως μέρος η λειτουργία της ψυχής.Note 50 · 50) Το παράδειγμα είναι το νοητόν ζώον. Πώς τούτο είναι παράδειγμα του αισθητού; Δεν είναι είδος (μέρος), αλλά γένος, εν ω περιέχονται πάνταNote 51 · 51) Τα αυτόζωον ως ιδέα είναι έν, διότι είναι παν, λοιπόν και ο ορατός κόσμος κατ' ανάγκην είναι είς, διότι άλλως δεν θα ήτο τέλειον ομοίωμαNote 52 · 52) Επειδή ο κόσμος γεννάται, άρα θα είναι. Εις το ον όμως ανήκει μόνον το είναι (εστί).Note 53 · 53) Πρόκειται περί της δημιουργίας του κόσμου, ήτοι της τάξεως, διό η δημιουργία γίνεται εκ στοιχειώδους ύλης, περί ης θα γίνη λόγος πάλιν εNote 54 · 54) Η γεωμετρική. Τρεις κύριαι αναλογίαι υπάρχουσιν. 1) Η αριθμητική, ως 2:4 = 4:6, όπου ο μέσος υπερέχει τον ένα άκρον και υπερέχεται υπό τNote 55 · 55) Πρόκειται περί της γεωμετρικής αναλογίας, ήτις είναι αναγκαία διά τον ειρημένον τέλειον δεσμόν και ήτις διά τούτο καλείται γεωμετρική, δNote 56 · 56) Εν τη γεωμετρική αναλογία το γινόμενον των άκρων είναι ίσον με το των μέσων, και η αναλογία δεν μεταβάλλεται, αν οι μέσοι γίνωσιν άκροι Note 57 · 57) Το δόγμα τούχο επολεμήθη σφοδρώς, λόγω ότι, αν είναι 2:4:8, ανάλογα θα είναι και τα τετράγωνα 4:16:64 και οι κύβοι 8:64:512 μεθ' ενός μόNote 58 · 58) Ο μέσος εν τη φύσει είναι διπλούς και ούτως εν αυτή επικρατεί ο αριθμός τέσσαρα. Η αιτία, δι' ην η τριάς του συλλογισμού του λόγου μεταβNote 59 · 59) Η φιλία είναι αρμονία, τα ανάλογα είναι εν αρμονία και φιλία· διό ο κόσμος συντηρείται και δεν δύναται να διαλυθή, ειμή υπό του συνδέσανNote 60 · 60) Η περατότης των πραγμάτων συνίσταται εις το ότι διάφορόν τι, εξωτερικόν τι υπάρχει προς άλλο τι αντικείμενον. Εν τη ιδέα υπάρχει βεβαίωςNote 61 · 61) Του σφαιρικού σώματος η κίνησις είναι η κυκλική, ήτις είναι πάντοτε κατά ένα τρόπον και μάλλον σύμφωνος προς τον νουν και την φρόνησιν, Note 62 · 62) Δήλα δη αποτελούμενον εκ πάντων των υπαρχόντων στοιχείων χωρίς να μείνη υπόλοιπον κανέν.Note 63 · 63) Η ψυχή, ευρίσκεται ουχί μόνον εν τω κέντρω, αλλά, πανταχού, και ούτω δεν περιέχεται υπό του σώματος αλλά το περιέχει. Επανορθοί ο Πλ. τηNote 64 · 64) Ο κόσμος ενταύθα διά της ψυχής είναι μία ολότης· νυν πρώτον ο μονογενής Θεός, ο μέσος και η ταυτότης (των άκρων) είναι το αληθές απόλυτοNote 65 · 65) Ο Πλάτων δεν εννοεί, ότι ο Θεός εδημιούργησε την ψυχήν ενώσας μερίδα της ιδέας με μερίδα της ύλης. Το αμέριστον δεν μερίζεται, το δε γινNote 66 · 66) Η ψυχή του κόσμου περιλαμβάνει πάσας τας αναφοράς αριθμού και μέτρου, και εξ αυτής πηγάζει η αρμονία του παντός. Την μουσικήν δε αρμονίαNote 67 · 67) Μεγάλη πρόοδος, λέγει ο Έγελος, δεν εγένετο διά των αριθμητικών τούτων σχέσεων, διότι δεν προσφέρουσι πολύ εις την ιδέαν, εις την θεωρητNote 68 · 68) Επειδή ο λόγος είναι περί της ψυχής του κόσμου, δέον να αποκλεισθή πάσα παράστασις ύλης. Έχομεν ούτως όλως μαθηματικήν παράστασιν, εις τNote 69 · 69) Εκ των δύο τούτων κινήσεων, η μεν εξωτερική (του ισημερινού) μετέχει της φύσεως του ταυτού και κινείται προς τα δεξιά κατά την πλευράν, Note 70 · 70) Ο Γάλλος μεταφραστής M. Schwalbé παρατηρεί ενταύθα ότι «οι επτά αριθμοί 1, 2, 3, 4, 8, 9, 27 παριστώσιν αρκετά καλώς τους υπό των πλανητNote 71 · 71) Προφανώς αι δύο αύται πρόοδοι ηνωμέναι, ως μονάδος λαμβανομένου του πρώτου κύκλου κοινού εις αμφοτέρας, παρέχουσι την σειράν 1, 2, 3, 4,Note 72 · 72) Οι 3 πρώτοι είναι οι κύκλοι του Ηλίου, της Αφροδίτης και του Ερμού, οι λοιποί τέσσαρες είναι ο της Σελήνης, του Άρεως, του Διός και του Note 73 · 73) Το ύστερον ενταύθα πρέπει να νοήται ουχί χρονικώς, αλλά λογικώς. Και τα επόμενα δε δεν πρέπει να νοώνται υλικώς.Note 74 · 74) Έχομεν ούτω το σωματικόν σύμπαν, και εν αυτώ την ψυχήν, ως το απλούν όπερ περιβάλλει το πολλαπλούν. Η ουσία του σωματικού και η της ψυχήNote 75 · 75) Αναφέρεται εις τον αρχικόν μερισμόν της ψυχής κατά τους 7 αριθμούς της τετρακτύος και εις την σύνδεσιν διά των δεσμών, δηλ. των αριθμητιNote 76 · 76) Ουσία σκεδαστή είναι το πολλαπλούν, το φαινόμενον, η αμέριστος είναι το νοητόν.Note 77 · 77) Η ψυχή παρίσταται ως αποτελουμένη εκ στοιχείων ετερογενών, διότι διάφορα και σχετικά προς τα στοιχεία ταύτα είναι τα πράγματα, τα οποία Note 78 · 78) Και εν τω Σοφιστή λέγει ο Πλάτων, ότι λόγος και διάνοια είναι το αυτό, πλην ότι η διάνοια είναι ο διάλογος τον οποίον η ψυχή διαλέγεται Note 79 · 79) Αύτη είναι τώρα η ιδέα, η ουσία του κόσμου ως του εν εαυτώ ευδαίμονος Θεού. Ενταύθα συμφώνως προς την ιδέαν ταύτην κατά πρώτον εμφανίζετNote 80 · 80) Η Γένεσις (Α. 31) λέγει· «Και είδεν ο Θεός πάντα όσα εποίησε· και ιδού ήσαν καλά λίαν». Ο κόσμος είναι η εικών παραδείγματος και ως ανωτNote 81 · 81) Αν η εικών πρέπει να παριστάνη το παράδειγμα εις ό,τι έχει ουσιώδες, τότε ό,τι εν τω παραδείγματι είναι ουσία, τούτο θα είναι εν τη εικόNote 82 · 82) Επειδή ο κόσμος είναι μία συνεχής γένεσις (γίγνεσθαι), είναι άτοπον να γίνηται περί αυτού χρήσις του είναι (εστίν).Note 83 · 83) Ο Πλάτων τον θείον κόσμον καλεί Παράδειγμα, όπερ είναι μόνον εν τη νοήσει νοητόν και ταυτόν εαυτώ. Αλλά το όλον τούτο πάλιν αντιθέτει πρNote 84 · 84) Η Ιδέα του Λόγου ως δημιουργού του κόσμου, δι' ου τα πάντα εγένοντο, ως του μονογενούς υιού του Θεού κλ., εκ της Ελληνικής φιλοσοφίας μεNote 85 · 85) Ο διαπρεπής αστρονόμος Sciaparelli (Οι Πρόδρομοι του Κοπερνίκου σ. 16) μετέφρασε το χωρίον τούτο ως εξής: Εκείνοι ων ο κύκλος ήτο ελάσσωNote 86 · 86) Η ημέρα και η νυξ εγεννήθησαν εκ της κινήσεως του ουρανού, ήτις είναι μία και πάντοτε η αυτή. Τω όντι θα ήρκει η ημερησία στροφή του ουρNote 87 · 87) Ήτοι υπό της ημερησίας κινήσεως, ήτις είναι ούτως η μετρική μονάς πασών των κινήσεων. Εκ της ημερησίας περιστροφής του κόσμου περί τον άNote 88 · 88) Φυσική. — Εν τω 12 κεφ. ο Πλάτων μεταβαίνει από της μηχανικής εις την φυσικήν, όπου τα πράγματα θεωρούνται ως υπάρχοντα καθ' εαυτά και έNote 89 · 89) Τα 4 είδη των ζώων αντιστοιχούσι προς τα 4 είδη των στοιχείων, πυρ, αέρα, ύδωρ, γην.Note 90 · 90) Ο κόσμος ήδη εδημιουργήθη και έχει την ψυχήν αυτού από του κέντρου εκτεινομένην εις πάσαν την περιφέρειαν. Τώρα θα δημιουργηθώσι τα καθέNote 91 · 91) Ομιλεί περί των απλανών αστέρων και των διανοιών αίτινες άρχουσιν αυτών. Καθ' όσον ούτοι είναι διάνοιαι θείαι και αναλλοίωτοι, έκαστος κNote 92 · 92) Την κίνησιν ταύτην ποιούσι προς τα εμπρός σχετικώς με την κίνησιν περί τον ίδιον άξονα, αλλά και ταύτην κυκλικώς περί τον άξονα του παντNote 93 · 93) Οι απλανείς δεν κινούνται ούτε προς τα δεξιά ούτε προς τα αριστερά, ούτε προς τα άνω ούτε προς τα κάτω, ούτε προς τα οπίσω.Note 94 · 94) Τινές δεν παραδέχονται ότι ο Πλάτων αποδίδει εις τους πλανήτας και περιστροφήν περί τον ίδιον άξονα. Διότι, λέγουσιν, εάν και τούτους καNote 95 · 95) Ο Αριστοτέλης κακώς λέγει ότι ο Πλάτων εδόξαζεν ότι η γη κινείται περί τον ίδιον άξονα. Εν τούτοις ο Πλούταρχος και άλλοι βεβαιούσιν ότιNote 96 · 96) Ο Τίμαιος λέγει παραβολάς, επανακυκλήσεις κ.λ. Κατά τον Πρόκλον παραβολή είναι η θέσις δύο πλανητών επί του αυτού μήκους (αι κατά το μήκNote 97 · 97) Ενταύθα μόνον ομιλεί περί των θεών της μυθολογίας μετά τινος ειρωνείας, καίτοι θέλει να σεβασθή την λαϊκήν θρησκείαν, εις ην όμως δεν επNote 98 · 98) Οι πρώτοι είναι οι αστέρες, οι άλλοι φαίνονται ότι είναι οι Θεοί της μυθολογίας.Note 99 · 99) Το περίφημον τούτο χωρίον αναφέρουσι και χριστιανοί συγγραφείς. Ηδύνατο να είπη (τα άστρα) και τέκνα Θεού ή εμά τέκνα.Note 100 · 100) Διό και ο κόσμος θα διαρκή πάντοτε κατά το θέλημα του Θεού.Note 101 · 101) Πρόκειται ουχί περί δημιουργίας, αλλά περί διακρίσεως· η ψυχή δηλ. του κόσμου, ίνα έλθη εις πραγματικήν ύπαρξιν, πρέπει να διακριθή ειςNote 102 · 102) Η ενσάρκωσις εις σώμα ανθρώπου άρρενος. Αι αμαρτήσασαι ψυχαί ενσαρκούνται εν δευτέρα γενέσει εις σώμα γυναικός.Note 103 · 103) Εις τους αστέρας, οίτινες εδημιουργήθησαν, ίνα σημειώσι και μετρώσι τον χρόνον.Note 104 · 104) Ειθισμένη υπό της ψυχής πριν ή ενσαρκωθή, επειδή εκεί επάνω είναι η αληθής πατρίς αυτής, ενώ η γη είναι μία εξορία προς αυτήν.Note 105 · 105) Αλλά πώς δύνανται να υπάρξωσιν άνδρες, αν μη υπάρξωσι συγχρόνως και γυναίκες;Note 106 · 106) Αφού ο Θεός εξήγησεν εις τας ψυχάς τους νόμους της φύσεως και είπε πως θα προβή εις την γένεσιν αυτών, ήτοι την ενσάρκωσιν αυτών, εκτελNote 107 · 107) Επανέρχεται εις την λογικήν έννοιαν του Θεού, όστις είναι πάντοτε κατά τον αυτόν τρόπον. Ό,τι δε ελέχθη περί των ενεργειών του νοείται Note 108 · 108) Η ύλη λαμβάνεται επί δανείω προς γέννησιν του ανθρωπίνου σώματος, όπερ ουδέποτε είναι, αλλά πάντοτε γίνεται, και πρέπει να αποδοθή. Εκ Note 109 · 109) Αποβάλλεται τότε η ικανότης προς την διαλεκτικήν, ήτοι προς το σχηματίζειν ορθάς κρίσεις ταυτότητος και ετερότητος. Πρβ. Σοφ. σ. 253 Δ.Note 110 · 110) Ευστόχως ο Martin σημειοί ενταύθα: «Ενίοτε ζωηρότατον αισθητικόν πάθος, αντί να περισπά την ψυχήν, κυριεύει αυτήν όλην, εξεγείρει τας δNote 111 · 111) Ενταύθα λήγουσι τα υπομνήματα του Πρόκλου.
Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings