← Table of contents
Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Front matter (continued 6)

Reading edition

Τέσσερεις μέρες βάσταξε το κακό εκείνο. Έγινε αγνώριστη η Πόλη από τη φωτιά, από τις φωνές, από τις ληστείες κι από τους φόνους.

Ο Ιουστινιανός, η Θεοδώρα, ο Βελισάριος, και μερικοί Σενατόροι και Στρατηγοί, μνήσκανε κλεισμένοι μες στο παλάτι. Και το χερότερο που δεν τολμούσανε μήτε τη βασιλική φρουρά, (ως τρεισήμιση χιλιάδες Ισαύροι κι' Αρμένηδες) να στείλουνε καταπάνω του λαού, γιατί φοβόντανε μη γίνουν κι αυτοί ένα μαζί τους. Δεν είταν αυτοί και καλά γυμνασμένοι. Είχανε στείλει λοιπό να φέρουνε στρατό από τα περίχωρα. Σύγκαιρα (στις 14) μαθαίνει ο Αυτοκράτορας πως ο λαός γύρευε την πάψη του Τριβωνιανού και του Καππαδόκη. Τους παύει λοιπόν και τους δυο, και διορίζει έπαρχο της Αυλής το Φωκά, και Κοιαίστορα το Βασιλείδη. Ο λαός όμως αντίς να συχάση πήρε πιώτερο θάρρος, και καθώς πάντα τυχαίνει σε τέτοια κινήματα, από απλή δικαιοσύνη που γύρευε στην αρχή ζητούσε τώρα να φέρη γενική αναστάτωση. Ξεφρενιασμένος λοιπόν ξεκινάει κατά το μέγαρο του Πρόβου, ενός από τους τρεις ανιψιούς του Αναστασίου (τους βοηθούσε αυτούς κ' η φαμελιά του), και τον κράζει Αύγουστο. Φευγάτος όμως όντας ο Πρόβος στην Ασία, βάζουνε φωτιά στο μέγαρό του και φεύγουν. Οι άλλοι δυο ανιψιοί του Αναστασίου, ο Υπάτιος κι ο Πομπήιος, βρίσκουνταν ως την ώρα στο παλάτι μαζί με τον Αυτοκράτορα.

Στο μεταξύ έρχεται ο Βελισάριος με στρατό από τα περίχωρα, και ταπόγεμα της μέρας εκείνης όρμησε με κάμποσους Γότθους και χτυπούσε τους αντάρτες ως τα σπερώματα. Όταν όμως τραβήχτηκε, ξανάρχισε τα δικά του ο όχλος, κ' έβαλε μάλιστα φωτιά στον τόπο που είτανε συναγμένοι οι Γότθοι.

Το κακό άρχισε καθώς είπαμε στις 13 του Γενάρη. Τις 17, Σαββάτο, κάμνει πάλι ο στρατός καινούρια δοκιμή να πνίξη την επανάσταση. Περιζώνει τον όχλο μέσα στ' οχτάγωνο χτίριο του Αυγουσταίου, μα δε δυνήθηκε να τους βγάλη, κ' έβαλε στο χτίριο φωτιά. Την Κεριακή πρωί (18) παίρνει Βαγγέλιο στο χέρι ο Ιουστινιανός, και παρουσιάζεται στα Κάθισμα. Είτανε μαζί του κι ο Βελισάριος, καθώς κ' οι αξιωματικοί κ' οι στρατιώτες που ως τα χτες μαζεύανε δάφνες μαζί του στον περσικό πόλεμο, «κατάφραχτοι» αυτοί, δηλαδή σιδεροφορεμένοι. Είταν κι ο στρατηγός του Ιλλυρικού ο Μούνδος, μ' ένα σώμα Ερούλους που τους είχε για να πολεμάη τους Βουλγάρους. Αποφασισμένοι κ' οι δυο αυτοί αρχηγοί να φέρουν τον Ιουστινιανό στο Ιπποδρόμιο.

Βρίσκει εκεί πλήθος μεγάλο ο Αυτοκράτορας. Έβραζαν όλοι τους. Τους ορκίζεται με το Βαγγέλιο στο χέρι πως θα τους χαρίση αμνηστία, πως θα λησμονήση τα περασμένα, και πως θα κάμη το θέλημα των υπηκόων του. «Ψεύδεσαι, γάδαρε!» του φώναξαν αποκάτω. «Όπως φύλαξες τον όρκο σου με το Βιταλιανό, έτσι θα τονέ φυλάξης και μετά μας ».

Σηκώθηκε ο Ιουστινιανός και γύρισε άπραγος στο Παλάτι. Κι άμα γύρισε, έδιωξε μαζί με τους συγκλητικούς και τα δυο ανίψια του Αναστασίου, Υπάτιο και Πομπήιο. Του κάκου αυτοί τονέ βεβαίωναν πως είταν αθώοι.

Μαθόντας την Κεριακή εκείνη ο λαός πως ο Υπάτιος κι ο Πομπήιος δώχτηκαν από το Παλάτι, τρέχει στο μέγαρο του Υπατίου και τονέ διορίζει Βασιλέα. Ό,τι μπόρεσε έκαμε η γυναίκα του Μαρία να τον καταπείση ναποφύγη το ζαχαρωμένο αυτό φαρμάκι. Στην αρχή ο Υπάτιος αντιστάθηκε· μη όντας όμως άνθρωπος, με δύναμη να βασταχθή, είπε το ναι, και ζητούσε κατόπι να παραστήση του Ιουστινιανού πως επίτηδες δέχτηκε τη βασιλεία για να συχάση τα πλήθη.

Τον κουβαλούνε λοιπόν την αποταχυνή, δευτέρα (19 του Γενάρη), στο φόρο του Κωσταντίνου, εκεί που κατά το νόμο έπρεπε να στεφανωθή κάθε νέος βασιλέας, κι αντίς με κορώνα τονέ στεφανώνουνε με γυναικήσιο γερντάνι και τον κάμνουνε βασιλέα. Όσοι αρχόντοι και συγκλητικοί δεν είτανε φευγάτοι ή κλεισμένοι στο παλάτι μέσα, θέλοντας μη θέλοντας πήγαν τότες με το λαό, να γλυτώσουν. Προτείνανε μάλιστα να τραβήξουν ίσια κατά το παλάτι. Φρόνιμο μέτρο για τη στάση, ολέθριο για τον Ιουστινιανό και τους δικούς του, αφού είταν η φρουρά στο παλάτι έτοιμη να γυρίση με το λαό. Ο Υπάτιος όμως δεν το παραδέχτηκε αυτό, μόνο διάλεξε άλλο αχαμνότερο μέτρο, που για να το κάμη, θα πη πως ή ανόητος είταν, ή ζητούσε σταλήθεια να ευκολύνη τη δουλειά του Ιουστινιανού και του Βελισαρίου. Τράβηξε δηλαδή στο Ιπποδρόμιο, κ' εκεί μέσα σφιχτοκλείστηκαν όλες οι χιλιάδες που τον ακολουθούσαν. Ανέβηκε ο Υπάτιος στο κάθισμα, και του φωνάζανε τα πλήθη αποκάτω «Υπάτιε Αύγουστε, Του βίνκας».

Σκοπός τους πάντα είτανε να χτυπήσουνε το παλάτι από το ιπποδρόμιο, αν κι ο Σενατόρος Οριγένης είτανε της ιδέας να παν και να πιάσουν άλλο παλάτι. Στο μεταξύ ο Ιουστινιανός, αφού δυνάμωσε τα οχυρώματα του παλατιού του, προσκάλεσε στην αίθουσα μεγάλο συβούλιο. Είταν ο Ιουστινιανός βυθισμένος σε μεγάλη θλίψη, και στην απελπισία του απάνω φαίνεται σα να μισαποφάσισε να μαζέψη τα πολύτιμά του και να φύγη στην Ηράκλεια της Θράκης, ίσως και κείθε μπορέση και ξαναπάρη την Πόλη. Αυτή είταν η γνώμη και του Καππαδόκη καθώς και του Βελισάριου. Αν τον αφίνανε να κάμη τέτοιο πράμα, αδύνατο πια είτανε να ξανάρθη στην Πόλη, μια κ' είχανε νέο βασιλέα στεφανωμένο. Το περίεργο μάλιστα είναι που τον παρακινούσανε να πάρη τέτοια απόφαση, αντίς να τον αποτρέψουν. Όλοι περίπου τον παρακινούσαν, εξόν η ατρόμαχτη η Θεοδώρα. Ολόρθη σηκώθηκε η Θεοδώρα μπροστά στο βασιλέα, μέσα στο συβούλιο εκείνο, και του είπε «Σε τέτοια μεγάλη συφορά δεν της πέφτει ίσως λόγος μιας γυναίκας. Ίσως εκείνοι που τα μεγαλήτερά τους συφέροντα είναι μέσα στους κιδύνους έχουν το δικαίωμα να βρίσκουν και τον τρόπο να τους πολεμούν. Αυτή τη φορά όμως ο φυσικός αυτός δρόμος δε μου φαίνεται ο σωστός, κι α μας γλυτώση ακόμα. Αδύνατο άνθρωπος γεννημένος να μην αποθάνη. Ένας όμως που βασίλεψε, να ζήση στην εξορία είναι ανυπόφορο. Να μην το φτάσω να ζήσω τη μέρα που θα με γυμνώσουν απ' αυτή την πορφύρα, και που δε θα με λέγουν πια Δέσποινα. Αν εσύ επιθυμής, βασιλέα μου, να σωθής, να χρήματα, να η θάλασσα και τα πλοία. Συλλογίσου όμως πως μπορεί μια μέρα να σου φανή ο θάνατος προτιμότερος από τέτοια σωτηρία. Όσο για μένα, παραδέχουμαι ταρχαίο το ρητό «καλόν εντάφιον η βασιλεία».

Σ' αυτά τα λόγια της Θεοδώρας μήτε ο Ιουστινιανός μήτε οι αυλικοί του δεν μπορέσανε να βαστάξουνε. Τότρεμε πάντα το βλέμμα της Θεοδώρας ο Ιουστινιανός.

Ο λαός ως τόσο στο Ιπποδρόμιο θάρρειε πως ο Ιουστινιανός κ' οι αυλικοί του έφυγαν, επειδή φοβηθέντας ο Υπάτιος έστειλε κάποιον Εφραΐμ να μηνύση του Ιουστινιανού νάρθη να χτυπήση τους επαναστάτες στο ιπποδρόμιο, κι ο Εφραΐμ αυτός αντίς να πάη στο παλάτι και να φέρη το μήνυμα το είπε κάποιου σεκρετάριου Θωμά, κι ο Θωμάς εθνικός όντας έβγαλε την ψεύτικη αυτή είδηση, πως έφυγε ο Ιουστινιανός. Νομίζανε λοιπόν κ' οι αντάρτες κι ο Υπάτιος πως άλλο δεν τους έμνησκε παρά να κινήσουν κατά το παλάτι. Από τάλλο μέρος ο ευνούχος ο Ναρσής είτανε σταλμένος από την αυλή στο ιπποδρόμιο και μοίραζε χρήματα, κι αγόραζε τους Κυανούς. Σύγκαιρα ξεκίνησε κι ο Βελισάριος με τον Ιουστινιανό και με τρεις χιλιάδες καλούς και πιστούς στρατιώτες, και ζυγώνουν το ιπποδρόμιο.

Στενοχωρημένος ο λαός και ζουληγμένος απομέσα κάμποση ώρα, τώρα ανησυχούσε και μαλλοτρωγότανε. Σαν ακούστηκε όμως πως πλησίαζε κι ο Ιουστινιανός με στρατό, άρχισαν αμέσως οι πλερωμένοι Βενετοί και φώναζαν «Ιουστινιανέ Αύγουστε, του βίνκας. Κύριε σώσον Ιουστινιανόν τον βασιλέα και Θεοδώραν την Αυγούσταν». Εκεί απάνω μπλέκουνται όλοι σε μάχητα, Πράσινοι, Βένετοι, κι ο άλλος λαός. Ζήτησε πρώτα νάμπη ο Βελισάριος από την πόρτα του «έλικα», της σκάλας δηλαδή του καθισμάτου, μα τη βρήκε μανταλωμένη μέσαθε. Τραβάει τότες κατά τη μεγάλη θύρα δυτικά στο κάθισμα, στη βενέτεια τη στοά, και χώνεται μέσα στο ιπποδρόμιο. Ο Μούνδος πάλε με τους δικούς του μπήκε από τη Νεκρή πύλη του ιπποδρομίου. Θρούβαλα έπεσε αμέσως όλη η στάση. Αν κι ο Υπάτιος είχε μερικούς αρματωμένους και θωρακωμένους ολόγυρά του, αν κι ο όχλος είταν κι αυτός οπλισμένος, είταν όμως τόσο το πλήθος, η οχλοβοή, κ' η σύχυση, που μόλις βρέθηκε ανάμεσα τους ο ταχτικός στρατός κι άρχισε αμέσως μεγάλη σφαγή. Ώρες βάσταξε αυτή η σφαγή. Ως 35 χιλιάδες λογαριάζουν τα θύματά της. Ο Υπάτιος, ο Πομπήιος, κι ο Πρόβος πιάστηκαν κ' οι τρεις τους αιχμάλωτοι μαζί μ' άλλους πολλούς αρχόντους. Ο Υπάτιος κι ο Πομπήιος θανατώθηκαν την αποταχυνή. Οι άλλοι οπαδοί τους ή ξωρίστηκαν ή φυλακίστηκαν. Τον Πρόβο μονάχα τονέ συχώρεσε ο Ιουστινιανός.

Έτσι τέλειωσε η τρομερή εκείνη βδομάδα του «Νίκα». Κίνημα σύφωνο με τη Βυζαντινή την παράδοση. Ίσως αν πετύχαινε, θα στεριούμαστε τις ανωφέλευτες δόξες του Βελισάριου και του Ναρσή· ίσως και την πολύτιμη νομοθεσία του Ιουστινιανού. Μα και την Αγιά Σοφιά, το περίλαμπρο αυτό απομεινάρι του παλιού μας μεγαλείου, θα τηνέ στεριούμαστε ίσως κι αυτήνα, αν και θα τηνέ στεριούμαστε ακόμα πιο βέβαια α δε γίνουνταν η στάση του Νίκα, αφού αυτή έγινε αφορμή να καή το παλιό το χτίριο. Ίσως τέλος μήτε γνώση δεν έβαλε ο Ιουστινιανός ύστερ' από τη φοβερή εκείνη διαμαρτύρηση του βασανισμένου λαού του, αφού και τον Καππαδόκη τον ξανάφερε στα πράματα, και τον Τριβωνιανό, τέλος και την πολιτική του δεν την άλλαξε. Όσο άγονη όμως κι αν αποδείχτηκε η στάση του Νίκα, όσο άγρια ξέσπασε, και βάρβαρα κόρωσε κι άξαφνα σβέστηκε σ' έξη μέρες μέσα, καθώς κάθε αχαλίνωτος λαϊκός σηκωμός, έμεινε πάντα και θα μείνη μνημείο της ζωής και της ανεξαρτησίας του Βυζαντινού του λαού, λαού που όσο και ναγαπούσε να κυβερνιέται από ένανε δυνατόγνωμο αυτοκράτορα, όσο και να μην πήγαινε ο νους του σε δημοκρατικά συστήματα, όταν όμως του αψηφούσαν τα δικαιώματά του αγρίευε και σα θεριό σηκωνότανε να τους μάθη τους βασιλιάδες του πως αυτός είταν ο αληθινός ο αφέντης, αφού αυτός τους διάλεγε και τις πιώτερες φορές από τα σπλάχνα του μέσα, και τους έδινε την κορώνα. Όσοι το θαρρούν πως θα είταν κρίμα και μεγάλος στερεμός δόξας και μεγαλείου, ανίσως νικούσε ο λαός στη Στάση του Νίκα, ας μη λησμονούν πως με το να νικήθηκε ο λαός από τον Ιουστινιανό τότες, χαλαρώθηκε σημαντικά η δύναμή του, επειδή αν και ξαναφάνηκαν τέτοιοι σηκωμοί και στα 546, και στα 556, και στα 561, και στα 563, όλοι εναντίο του Ιουστινιανού, ποτές όμως δεν ξαναπρόβαλε μεγάλο και φοβερό κίνημα σαν τη στάση του Νίκα, παρ' από χρόνο σε χρόνο μαραίνουνταν η δύναμη του λαού, και ριζώνουνταν η βάση της απόλυτης, της αχαλίνωτης, της απεριόριστης μοναρχίας.

Ζημία αυτή για το Έθνος πολύ μεγαλήτερη από τη ζημία που θα υποφέρναμε α δε μας κυρίευε την Ιταλία ο δοξομανής ο Ιουστινιανός.

Κάποια καλλιτέρεψη πως έφερε στα οικονομικά η στάση του Νίκα είναι ως τόσο ομολογούμενο. Όσο έμνησκε πραιτωριανός έπαρχος ο Φωκάς, δεν υπόφερνε καθώς πρώτα ο κόσμος. Κατά δυστυχία του λαού όμως γλήγορα ξαναχρειάστηκε τον Καππαδόκη ο Ιουστινιανός για τα μεγάλα του έργα, και τον ξανάφερε στο παλιό του αξίωμα.

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Εξωτερικά έργα του Ιουστινιανού

§ 1 Πρώτος περσικός πόλεμος

Μ' όση μεγαλοπρέπεια κι αν πανηγύρισε το θρόνιασμά του ο Ιουστινιανός, μεγαλήτερος είταν ο πανηγυρισμός κ' η δόξα που τούφεραν οι περσικές οι νίκες του Βελισάριου στα πρώτα χρόνια της βασιλείας του, που αναγκάστηκε ο μεγάλος Χοσρόης, ο βασιλέας της Περσίας, να κάμη ειρήνη μαζί του.

Ανάγκη όμως πρώτα να ειπωθούνε δυο λόγια για τον περίφημο το Βελισάριο. Είτανε γεννημένος στη Θράκη από γονιούς ταπεινούς. Έκαμε στην αρχή δορυφόρος στο Παλάτι. Ο Ιουστινιανός, που είχε από φυσικό του το χάρισμα να καλοδιαλέγη ανθρώπους, τον κατάλαβε τότες το Βελισάριο κ' είδε πως, αν και σε κάποια εκστρατεία που τον είχε στείλει ο Ιουστίνος δεν πέτυχε, κοινός όμως άνθρωπος δεν είταν, και τονέ διόρισε στρατηγό του για τον περσικό πόλεμο.

Κ' έτσι ξεκίνησε ο Βελισάριος στη Μεσοποταμία με γραμματικό του το γνωστό μας Προκόπιο.

Τα είχαν οι Πέρσοι χαλασμένα με τους δικούς μας από τον καιρό που ο Ιουστίνος αρνήθηκε να πάρη ψυχοπαίδι του το Χοσρόη, το γιο του Ισδιγέρδη. Άμα λοιπόν ανέβηκε στο θρόνο ο Ιουστινιανός, πρώτη του δουλειά είτανε να οχυρώση τη Νίσιβη. Από τη μια ο Βελισάριος έχτιζε τα οχυρώματα, κι από την άλλη τριάντα χιλιάδες διαλεχτοί Πέρσοι μπαίνανε στη Μεσοποταμία (528). Έπεσαν καταπάνω τους ταυτοκρατορικά στρατέματα, μα τα βρήκε φοβερός χαλασμός. Πάμπολλοι επίσημοι, και δικοί μας κι από τους συμμάχους, Σαρακηνούς κ' Ισαύρους, άλλοι σκοτώθηκαν, άλλοι σκλαβώθηκαν. Έμεινε κ' η Νίσιβη στου εχτρού τα χέρια.

Έπαθαν ως τόσο κ' οι Πέρσοι, και τραβηχτήκανε τότες στη χώρα τους για να συνεφέρουν. Αποφασισμένος πάντα ο Ιουστινιανός, στέλνει τότες στην Ασία νέους αξιωματικούς και νέο στρατό, Ιλλυριούς, Θρακιώτες, Ισαύρους, Σκύθες. Πιάσανε μερικά καλά φρούρια (Αμίδα, Βερροία κλ.), μα εξόν από γιουρούσια κι από κουρσέματα δεν έγινε τίποτις ως τα 530, ως τότε δηλαδή που διορίστηκε ο Βελισάριος πρωτοστράτηγος (έξαρχος) αντίς τον Υπάτιο. Άλλαξε τότες αμέσως η τύχη. Εικοσιπέντε χρονών παλικάρι ο Βελισάριος, και με βοηθό του τον Ερμογένη, πήρε 25 χιλιάδες στρατό (Ούνοι κ' Έρουλοι οι πιώτεροι) αγύμναστο όμως και σα μουδιασμένο από τα περασμένα παθήματα, κέπιασε τη γνωστή μας Αναστασιούπολη (Δάρα). Ο Περόζης πάλι, ο Πέρσος ο στρατηγός, τράβηξε με 40 χιλιάδες από τη Νίσιβη ως είκοσι στάδια μακριά από τη Δάρα, κι από κει έστελνε μηνύματα του Βελισάριου να του τοιμάση λουτρό για την αποταχινή.

Άλλα ως τόσο του τοίμαζε ο Βελισάριος. Μη στέργοντας να κάθεται πολιορκημένος, αποφάσισε να βγη ίσια στον πόλεμο, και παράταξε το στρατό του έξω από τα τειχίσματα της Δάρας. Δεν άργησε να φανή ο εχτρός την αποταχινή. Δεν έγινε τίποτις εκείνη τη μέρα. Παρατάχτηκε κι ο Πέρσος, έπειτα το βράδυ τραβήχτηκε στο στρατόπεδό του.

Με τα ξημερώματα όμως ξαναφάνηκε πάλι, και βρήκε τους δικούς μας στην ίδια θέση, δηλ. έξω από τη Δάρα, κατά της Νίσηβης τη μεριά και πίσω από βαθιά χαντάκια, όχι όμως ολόισα, παρά σα διάγραμμα χαμηλού καπέλλου αναποδογυρισμένου· ο πάτος του καπέλλου κατά τα τειχίσματα της Δάρας, η ανοιχτή του μεριά κατά τον εχτρό. Τη γραμμή του πάτου την κρατούσε ο Βελισάριος κι ο Ερμογένης με διαλεχτά σώματα. Ταριστερό του φτερούγι το είχε πιασμένο καβαλλαρία με το στρατηγό Βούζη, και μερικοί Έρουλοι με τον αρχηγό τους το Φάρα. Πιο παρέξω από την ίδια πλευρά, Ούνοι, καβαλλαρία κι αυτοί. Από το δεξί πάλε φτερούγι ο Ιωάννης του Νικήτα σε θέση ανάλογη με το Βούζη, κατόπι άλλοι Ούνοι καβάλλα, σε τόπο κι αυτοί ανάλογο με τους Ούνους της αριστερής της άκρης. Όσο για τους Πέρσους, ίσια γραμμή αυτοί αντίκρυ στους δικούς μας, με τους περίφημους «Αθάνατους» αποπίσω τους εφεδρεία.

Άρχισε η μάχη κατά το μεσημέρι· χαλάζι οι σαΐτες. Έπεσαν κάμποσοι κι από τα δυο μέρη. Φυσώντας όμως ο άνεμος από της Δάρας το μέρος, το πιώτερο φονικό τόκαμαν οι ρωμαίικες σαϊτιές. Σα σώθηκαν τα βέλη άρχισαν τα κοντάρια, χέρι με χέρι. Ταριστερό φτερούγι του Βελισάριου ως τόσο άρχισε να στενοχωριέται. Μια στιγμή μάλιστα έσπασαν και σκορπιστήκανε. Βλέποντας αυτό το πάθημα οι Ούνοι τρέχουν καβάλλα καταπάνω στους Πέρσους. Προφταίνει όμως ο Φάρος με τους Ερουλούς του, πέφτει στα πισινά τους, και τους κομματιάζει καθώς έφευγαν τρομασμένοι. Έγινε τώρα η προσβολή γενική. Γέμισε ο τόπος Πέρσους νεκρούς. Στο μεταξύ στέλνει ο Πέρσος κρυφά τους «Αθάνατους» κατά τα δεξιά του Βελισάριου.

Άμα τους είδε ο Βελισάριος, μηνάει στους Ούνους της αριστερής πλευράς να τρέξουν και να βοηθήσουν τους δεξιούς Ούνους. Έστειλε και κάμποσους δικούς του εκεί. Χύμιξε λοιπόν ταριστερό φτερούγι του Πέρσου μαζί με τους «Αθάνατους» καταπάνω στα δεξά μας με μεγάλη ορμή. Σάστισαν οι δικοί μας στην αρχή κ' έφυγαν. Καθώς έφευγαν όμως, και τους έπαιρναν το κατόπι οι Πέρσοι, οι Ούνοι κ' οι άλλοι, που φύλαγαν παραταγμένοι στην κάθετη γραμμή, να πούμε, του καπέλλου, χτυπούν από το πλάγι τους Πέρσους και τους χωρίζουνε σε δυο, το μικρότερο μέρος ζερβά, μαζί με τους «Αθάνατους» και με το σημαιοφόρο τους (έπεσε αυτός κατόπι κ' έχασε την ιερή του σημαία), και το μεγαλήτερο μέρος δεξά από τη μεριά της Δάρας.

Γύρισαν αμέσως αυτοί να χτυπήσουν τους Ούνους. Οι άλλοι όμως οι δικοί μας, που ως τα τώρα έφευγαν, γύρισαν τώρα κι αυτοί καταπάνω στους Πέρσους. Οι άλλοι Πέρσοι πάλε, που έμειναν απέξω μαζί με τους «Αθάνατους», άμα είδαν την ιερή τους σημαία πεσμένη, τρέξανε να χτυπήσουν όσους είχαν κοντά τους.

Έγινε σκοτωμός πολύς. Έπεσε κι ο Πέρσος ο στρατηγός εκείνης της μεριάς, ο Βαρεσμάνης. Άμα είδαν το στρατηγό τους πεσμένο, τους πιάνει τους Πέρσους φοβερός πανικός. Τέλος δεν είχε η σφαγή Έπεσαν ως πέντε χιλιάδες σε κείνο το μέρος μονάχα.

Είταν τώρα όλος ο στρατός στο ποδάρι, κ' έτρεχαν, οι Πέρσοι ομπρός, οι άλλοι πίσωθέ τους. Αφίνανε σημαίες, έρριχταν ασπίδες και δρόμο οι Πέρσοι. Δεν τους ακολούθησε όμως ο Βελισάριος και πολύ, παρά γύρισε στη Δάρα.

Στον ίδιον καιρό άλλη μικρότερη μάχη, με λαμπρά όμως κι αυτή αποτελέσματα, έγινε στην Περσαρμενία.

Ύστερ' απ' αυτές τις δυο χαστουκιές άρχισε η συντυχιά. Δεν πήγε όμως ομπρός, εξ αιτίας 50 χιλιάδες Σαμαρίτες που είτανε παναστατημένοι από τα 529, και τώρα σήκωσαν πάλε κεφάλι και τάζανε να δώσουνε στους Πέρσους όλη την Παλαιστίνη.

Ξαναρχίζει λοιπό στα 531 ο πόλεμος. Είναι αλήθεια πως οι Σαμαρίτες δεν προλάβανε να κάμουν το τάξιμο τους, οι Πέρσοι όμως, 15 χιλιάδες καβάλλα, πέρασαν τον Ευφράτη να μπούνε στη Συρία. Και παίρνοντας δίπλα τον ποταμό, κονέψανε σιμά στον Καλλίνικο και κούρσευαν. Τότες φτάνει κι ο Βελισάριος μ' οχτώ χιλιάδες, στη Χαλκίδα, μα δε χτυπάει ακόμα. Ένας του όμως Ούνος αξιωματικός χτυπήσαντας μερικούς Πέρσους, έμαθε από αιχμαλώτους πως ο περσικός στρατός σκόπευε να τραβήξη ίσια στην Αντιόχεια. Ξεκινάει λοιπόν ο Βελισάριος κι ανταμώνει τους Πέρσους λάφυρα φορτωμένους κοντά στον Καλλίνικο. Η μάχη ως τόσο αυτή δε φαίνεται να είταν αποφασιστικιά καθώς η άλλη της Δάρας, επειδή οι Σαρακηνοί που είχε μαζί του, και που κρατούσαν τα δεξιά του, κώλωσαν και τσακίστηκαν. Οι πεζοί του όμως από ταριστερά δείξανε στήθος. Τέλος ξεκαβαλλίκεψε κι ο ίδιος ο Βελισάριος, και με τέτοιο πείσμα και τέχνη κυβέρνησε τη μάχη, που τους έκαμε τους Πέρσους και τραβηχτήκανε.

Βασίλευε τότες ακόμα στην Περσία ο Κοβάδης. Γνωρίζοντας λοιπόν ο Ιουστινιανός πως ειρήνη δεν είχε όσο ζούσε ο Κοβάδης, αποφάσισε να ξακολουθήση τον πόλεμο, και μαθόντας πως η στερνή μάχη δεν πήγε τόσο λαμπρά καθώς η άλλη, της Δάρας, φώναξε πίσω το Βελισάριο κ' έστειλε καινούριο στρατηγό, το Μούνδο.

Έκαμε κάτι κι αυτός στη Μαρτυρόπολη. Άξαφνα όμως πεθαίνει ο γέρος ο Κοβάδης, ανεβαίνει ο Χοσρόης (τέλη του 531), κ' υπογράφει την «ατέλειωτη» την ειρήνη, καθώς την είπαν (532). Οι κυριώτερες συφωνίες είτανε να πλερώνη η Κωσταντινόπολη 11 χιλιάδες το χρόνο για τη διαφέντεψη του Καυκάσου, και νάχουν οι δικοί μας το κάστρο τους όχι πια στη Δάρα, παρά στην Κωσταντίνα.

Πήγε λιγάκι σε μάκρος η δήγηση αυτού του πολέμου, για να δείξουμε μια και καλή τι λογής στρατηγικό κεφάλι το είχε ο Βελισάριος. Τους άλλους πολέμους θα τους πάρουμε πιο λιγόλογα.

§2 Βανταλική εκστρατεία

Τα πολεμικά έργα του Ιουστινιανού στην Ανατολή είταν έργα της ανάγκης. Είτανε μέτρα παρμένα για να προφυλαχτή από κείνη την πλευρά ο Ιουστινιανός και να μπορή να πάη ομπρός με τα δυτικά του όνειρα. Αναποδογύρισμα λυπητερό της βυζαντινής πολιτικής, που απόμειναν τα σημάδια του, και κάμποσο χάλασαν την κατοπινή μας πορεία. Ένα πράμα μονάχα, που και λαμπρά λογαριάστηκε η μεγάλη εκείνη ιδέα της κοσμοκρατίας, κι ακόμα πιο λαμπρά εχτελέστηκε ως εκεί που πήγε. Έχουμε λοιπόν αυτή την παρηγοριά ιστορώντας τα.

Από τα 523 κυβερνούσε τους Βαντάλους της Αφρικής ο Χιλδερίχος, εγγονός του καταχτητή της του Γιζερίχου. Αρειανός αυτός όντας, καλομεταχειρίζουνταν τους ορθόδοξους υπηκόους του, κ' είταν αγαπημένος στην Πόλη, μάλιστ' από τον αυτοκράτορα. Ένας του όμως συγγενής, ο Γελίμερος, αφορμή από τη χριστιανική αυτή φιλία, σηκώνεται, αρπάζει την εξουσία, και ρίχτει το Χιλδερίχο στη φυλακή (531).

Γράφει αμέσως του Γελίμερου ο Ιουστινιανός και διαμαρτυριέται, ο Γελίμερος όμως τον έβρισε αντίς να τραβηχτή. Στο μεταξύ είταν τελειωμένος ο περσικός πόλεμος, γυρισμένος κι ο Βελισάριος. Γίνεται συβούλιο, κι ο αυτοκράτορας γύρευε φυσικά εκστρατεία, για να βοηθήσουν τάχα τη χριστιανωσύνη στην Αφρική. Κάμποσοι σηκώθηκαν τότες κ' εναντιώθηκαν, και μάλιστα όσοι θυμούνταν την καταστροφή του Βασιλίσκου. Στραγγισμένο και το ταμείο από τον περσικό πόλεμο. Ανάφεραν τέλος οι ενάντιοι και το φόβο μην τύχη και ξανασηκωθούν οι γειτόνοι μια και λείψη ο στρατός. Αξιοσημείωτο είναι που κι ο ασυνείδητος εκείνος ο Καππαδόκης, θεόξυπνος όμως πολιτικός, πήγαινε με την ενάντια τη γνώμη· και φάνηκε στην αρχή σα νάλλαξε ο αυτοκράτορας ότα σηκώθηκε και μίλησε ο Καππαδόκης.

Ο κλήρος όμως της Αφρικής, που άλλο δεν έβλεπε παρά τη δική του ασφάλεια, έπειτα κ' η βαθιόρριζη εκείνη λαχτάρα του Ιουστινιανού να κυριέψη τη Δύση, τον άναψαν πάλε και ξαναπήρε την πρώτη απόφαση. Αρχίζουν οι τοιμασίες, και για να μην αφήση τίποτις μισό, μόλις στα 533 ξεκίνησε ο στόλος.

Είταν ο στόλος 500 φορτηγά και καμιά κατοστή πολεμικά — δρόμωνες τα λέγανε — με μια σειρά κουπιά και στεγασμένα. Είκοσι χιλιάδες ναύτες στα φορτηγά, και δυο χιλιάδες κωπηλάτες στα πολεμικά, πολίτες όλοι. Ο στρατός πάλε που πήγαινε μαζί τους, 10 χιλιάδες πεζοί, 5 χιλιάδες καβάλλα, ένας κ' ένας όλοι. Κι αρχηγός όλης της εκστρατείας ο Βελισάριος.

Πήρε μαζί του και τη γυναίκα του την Αντωνίνα ο Βελισάριος. Ιστορικιά γυναίκα κι αυτή καθώς η Θεοδώρα, από πατέρα και πάππου του ιπποδρόμιου, από μητέρα του δρόμου, κι ατή της της ίδιας τέχνης στα νιάτα της. Είχε κάμποσα παιδιά σαν παντρεύτηκε το Βελισάριο. Ανόμοια όμως αυτή με τη Θεοδώρα σ' ένα πράμα, που δε στάθηκε κατόπι πιστή με τον άντρα της, μόνο ειπώθηκαν πολλά για τις αγάπες της μ' έναν κάποιο Θεοδόσιο από τη Θράκη. Πεντάξυπνη ως τόσο και φιλόδοξη, και τόσο αφοσιωμένη στα πολεμικά κινήματα του αντρού της, που σε πολλούς πολέμους τον ακολούθησε και τονέ βοηθούσε και μ' έργα και με την αντρίκια της γνώμη. Μα και στην Πρωτεύουσα σαν έμνησκε η Αντωνίνα, κ' έλειπε στους πολέμους ο άντρας της, τονέ βοηθούσε πολεμώντας τις ραδιουργίες των εχτρών του, έχοντας πάντα και τη φιλία της Θεοδώρας.

Του στόλου πάλι ναύαρχος είταν ο Καλώνυμος, κ' ύπαρχος του στρατοπέδου, δηλ. γενικός φροντιστής του στρατού, ο Πατρίκιος ο Αρχέλαος. Σαν τοιμάστηκαν όλα πήγε ο Πατριάρχης ο Επιφάνιος κ' έκαμε αγιασμό απάνω στο στόλο. Έκαμαν έπειτα πανιά και τράβηξαν κατά τ' Αρχιπέλαγο. Εδώ όμως ο αδιόρθωτος ο Καππαδόκης παραλίγο να το καταστρέψη στην αρχή του όλο το κίνημα. Για να ωφεληθή από την προμήθεια του ψωμιού δεν ταφήκε να ψηθή όσο έπρεπε. Μούχλιασε λοιπόν το ψωμί και χάλασε στο ταξίδι απάνω. Αναγκάστηκε ο Βελισάριος ναράξη στη Μεθώνη και να ξανακάμη προμήθεια. Από κει άγγιξε στη Ζάκυνθο και πήρε νερό, και τέλος φτάνει στη Σικελία.

Τη Σικελία την είχαν τότες οι Γότθοι, και τους αποδεχτήκανε φιλικά τους δικούς μας. Τους πληροφορήσανε μάλιστα και πως δεν τους πρόσμεναν οι Βαντάλοι. Δεν το βρήκε ως τόσο εύλογο ο Βελισάριος να κατέβη ίσια στην Καρχηδόνα, μόνο τράβηξε κατά τη Μάλτα, κι από κει κατέβηκε σε μέρος της Αφρικής ονομαζούμενο Καπουτβάδα, πέντε μέρες δρόμο από την Καρχηδόνα.

Άμα πάτησε Αφρικανικό χώμα ο Βελισάριος φρόντισε να πη του στρατού του πως δεν ήρθανε να ρημάξουν τον τόπο, παρά να τονέ λευτερώσουν από τους βαρβάρους, και τους παράγγειλε να πλερώνουν ό,τι παίρνουνε. Με τον καλόν αυτόν τρόπο, απ' όσες πολιτείες περνούσανε δεν έβρισκαν εναντίωση, μόνε άνοιγαν τις πύλες τους και τους δέχουνταν.

Προχωρούσε ο στρατός με μπροστοφυλακή από «ψιλούς» στρατιώτες κατά ταριστερά, να προφυλάγη το στρατό από τη μεριά της στεριάς. Από τα δεξιά πάλε αρμένιζε γιαλό γιαλό ο στόλος. Έφτασαν έτσι ως τη Γράσση, τη βασιλική εξοχή των Βαντάλων, και την κυριέψανε. Λίγο παρέκει, σ' ένα ξώχωρο της Καρχηδόνας, το Δέκιμο, ανταμώνουνε μεγάλο στρατό σταλμένο καταπάνω τους από το Γελιμέρο μ' αρχηγό τον αδερφό του τον Αμάττα. Το σκέδιο τους είταν, ο ανιψιός του Γελιμέρου ο Γιβαμούνδος, με δυο χιλιάδες καβάλλα να χτυπήση το Βελισάριο από τα ζερβά· ο ίδιος πάλι ο Γελιμέρος, ξεφυτρώνοντας άξαφνα από τα πισινά του να τονέ χτυπήση αποκείθε και να τονέ σπάση. Με το να χτύπησε όμως πριν την ώρα του ο Αμάττας, γύρισε ταποτέλεσμα όλως διόλου ανάποδα, κι όχι πια τσακίστηκε, παρά ξολοθρεύτηκε ο Βανταλικός στρατός.

Σα φάνηκε από τα πίσω κι ο Γελίμερος και βρήκε το στρατό του χαμένο και τον αδερφό του πεσμένο, άλλο δεν τούμνησκε παρά να φύγη στην έρημο. Πρόσταξε όμως φεύγοντας και σκότωσαν το Χιλδερίχο, μέτρο δηλαδή που άλλο δεν έκαμε παρά να δώση αφορμή στους Βυζαντινούς να μείνουνε στον τόπο.

Τότες ήρθε στην Καρχηδόνα ο Βελισάριος και βρήκε την πόλη φωτολουσμένη και τους κατοίκους που πανηγύριζαν την εορτή του Άγιου τους Κυπριανού και το ξολοθρεμό τω Βαντάλων. Έβγαλε λοιπόν και τους ναύτες από το στόλο να πανηγυρίσουν κι αυτοί, και πήγε και κόνεψε στο βασιλικό παλάτι. Στην απελπισία του απάνω ο Γελιμέρος έστειλε και φώναξε έναν άλλο του στρατό που έλειπε τότε στη Σαρδινία, κ' ήρθανε μαζί με κάμποσους άλλους βαρβάρους — με σκοπό αυτοί να μαζέψουνε λάφυρα. Τους αντάμωσε κι αυτούς ο Βελισάριος στο Τρικάμαρο και τους τσάκισε. Αφήκε πάλι ο Γελιμέρος στα χέρια του Βελισάριου όλο του το στρατόπεδο κ' έφυγε. Πήγε στα βουνά της Νουμίδιας και κρύφτηκε σε μια σπηλιά.

Όσοι από τους Βαντάλους γλυτώσανε, φαγωθήκανε με τους συμμάχους τους τους Μαυρούσιους. Πήραν οι δικοί μας τις πολιτείες της Αφρικής μια κατόπι της άλλης· Ιππώνα(Βόνα), Καισάρεια (Αλγέρι) ως τη «Σεπτώ» (Σέφτα), κοντά στις Ηρακλένιες Κολώνες. Ως κ' η Σαρδινία κ' η Κόρσικα και μερικά άλλα νησιά υποταχτήκανε. Παραδόθηκε τέλος κι ο Γελιμέρος, και σε τρεις μήνες μέσα κατρακύλισε και πήγε όλη η Βανταλική Αυτοκρατορία.

Ζήτησαν αμέσως οι εχτροί του Βελισάριου να τον αβανιάσουν πως ενεργούσε τάχα ναρπάξη την εξουσία της Αφρικής. Ο Ιουστινιανός όμως έδειξε γνώση όταν του μήνησε πως τον αφίνει λεύτερο να μείνη κυβερνήτης της Αφρικής ή να γυρίση στην Κωσταντινούπολη. Προτίμησε ο Βελισάριος να γυρίση, κ' έγινε το γύρισμά του πανηγυρικό, κατά τα ρωμαϊκά τα συστήματα. Στήσανε δηλαδή μεγαλόπρεπες καμάρες και πέρασε αποκάτω μπαίνοντας στην Πρωτεύουσα η δοξασμένη συνοδιά του Βελισάριου μ' αρίθμητα πολύτιμα λάφυρα και καλλιτεχνήματα που τα είχε ο Γιζερίχος αρπαγμένα από την Ιταλία· μαζί μ' αυτά και τα μαλαματένια βάζα κι άλλα φυλαχτήρια των Εβραίων που από του Τίτου τους καιρούς είτανε μεταφερμένα στη Ρώμη από τα Ιεροσόλυμα. Τάστειλε αυτά ο Ιουστινιανός στους χριστιανούς των Άγιων Τόπων.

Κατόπι από τα λάφυρα εκείνα πέρασαν ατέλειωτες σειρές σκλαβωμένοι Βαντάλοι, όμορφοι κι αψηλόκορμοι άντρες, τέλος κι ο ίδιος ο Γελιμέρος φορεμένος πορφύρα. Ο Βελισάριος πέρασε περπατώντας μαζί με τους πολεμιστάδες του. Πρέπει να είτανε λαμπρό μα την αλήθεια το θέαμα σαν ανέβηκε ο Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα απάνω στο Κάθισμα του Ιπποδρομίου και πήγαν αποκάτω κι ο Βελισάριος κι ο Γελιμέρος κ' έπεσαν πίστομα και τους προσκύνησαν. Τον έστειλε ο Αυτοκράτορας το Γελιμέρο στην Ασία και τούδωσε πλούσια χτήματα να ζήση εκεί. Την κυβέρνηση της Αφρικής την έδωσε του Σολόμωνα. Είταν αξιωματικός από τη Δάρα αυτός, γνωρισμένος από το νάκαμε «Δομέστικος» του Βελισάριου στην Αφρικανική εκστρατεία (γενικός αρχηγός του επιτελείου). Έβαλε κάμποση τάξη στην Αφρική ο Σολομώνας.

§3 Ιταλοϊσπανικές εκστρατείες

Από την Αφρική στην Ιταλία και στη Ρώμη δεν είτανε τώρα δύσκολος ο δρόμος. Αποθαμμένος όντας ο Θοδορίχος από τα 526, κι ανήλικος ακόμα ο εγγονός του ο Αταλαρίχος, την εξουσία την επιτρόπευε η μητέρα του μικρού η Αμαλασούνθα, περίφημη για την ομορφιά της, για τη σοφία της, και για τα ρωμαϊκά της συστήματα. Από τότες που πέρασε ο Βελισάριος με το στόλο του στη Σικελία έδειξε η Αμαλασούνθα τη φιλία της προς τ' Ανατολικό Κράτος και βοήθησε μάλιστα τον Ιουστινιανό στην εκστρατεία εκείνη με το να είχε, εξόν από το μίσος της προς τους Βαντάλους, και την επιθυμία να λατινίση τους Γότθους της και να τους θεμελιώση στην Ιταλία. Όλα όμως αυτά ταπόδειξε όνειρα ο Αταλαρίχος, που είτανε σωστός, δηλαδή βάρβαρος Γότθος αυτός. Μα και σαν απέθανε από την πολλή την ακολασία, σηκώθηκε όλη η Γοτθική φυλή εναντίον της Αμαλασούνθας, που γύρευε τάχα να τους κάμη Ρωμαίους, και στα 534 τη δολοφόνησαν. Αυτή λοιπόν η δολοφονία στάθηκε η πρώτη αφορμή που ανακατεύτηκε ο Ιουστινιανός στα Ιταλικά.

Ήρθε τότες ο Βελισάριος στα 535 στη Σικελία μ' εφτάμιση χιλιάδες στρατό, και δίχως πολλή δυσκολία την κυριεύει, έχοντας και βοήθεια τους ελληνοαίματους τους ντόπιους, Ύστερις από ένα χρόνο ξεκίνησε και για την Ιταλία. Όντας ελληνική η κάτω Ιταλία, δεν άργησε να παραδοθή στο Βελισάριο, και πρώτο πρώτο το Ρήγιο. Μα κι ο Γότθος γαμπρός του βασιλέα Θεοδάτου, που κατέβηκε με στρατό να τονέ χτυπήση, παραδόθηκε και κείνος. Και τόσο λαφιασμένοι είταν οι Γότθοι, που κι ο ίδιος ο βασιλέας τους άρχιζε και κρυφομηνούσε του Ιουστινιανού πως είναι έτοιμος να παραδοθή, σώνει να παίρνη χρονιάτικο. Μαθόντας όμως άξαφνα πως ξαναπήραν απάνω τους οι Γότθοι στην Ιλλυρία πολεμώντας το Μούνδο (σκοτώθηκε τότες ο Μούνδος), σήκωσε πάλε κεφάλι.

Χτύπησε τότες ο Βελισάριος τη Νεάπολη, Γότθους γεμάτη, και σε είκοσι μέρες μέσα έπεσε κ' η Νεάπολη. Βλέποντας οι Γότθοι πως ο βασιλέας τους δεν κατέβηκε να τους βοηθήση στη Νεάπολη, διορίζουνε βασιλέα τους το Βιτίγη, κι ο Βιτίγης αυτός σκοτώνει το Θεοδάτο. Φεύγει ως τόσο κατόπι κι ο Βιτίγης από τη Ρώμη, τρυπώνεται στη Ραβέννα, και μπαίνει τότες ο Βελισάριος στην πρωτεύουσα, την κυριεύει και στέλνει τα κλειδιά της του Ιουστινιανού.

Ξύπνησε όμως πάλε ο Βιτίγης, και με μεγάλο στρατό πηγαίνει να πολιορκήση τη Ρώμη. Ένα χρόνο βάσταξε η πολιορκία, μα τέλος αναγκάστηκαν κ' έφυγαν οι Γότθοι ύστερ' από μεγάλες θυσίες. Κατόπι από τέσσερα χρόνια (540) έπεσε κ' η Ραβέννα. Ζήτησαν τώρα οι πονηροί οι Γότθοι να κάμουν το Βελισάριο βασιλέα τους. Ο Βελισάριος όμως προτίμησε να φέρη το Βιτίγη στην Πόλη αιχμάλωτο μαζί με τη συνοδιά του και με πάμπολλα λάφυρα.

Ύστερις από μερικά χρόνια, όταν έλειπε ο Βελισάριος στην Περσία, ξανάρχισαν τα δικά τους οι Γότθοι στη Δύση, και με το βασιλέα τους τον Τωτίλα ρήμαξαν όλη την Ιταλία. Ξαναστέλνεται λοιπόν ο Βελισάριος στην Ιταλία στα 545. Η δεύτερη αυτή εκστρατεία του δε φαίνεται να βγήκε και πολύ λαμπρή. Μη έχοντας μήτε αρκετό μήτε καλά εφοδιασμένο στρατό εξαιτίας του δεύτερου περσικού πολέμου, έχασε τότες τη Ρώμη. Είναι αλήθεια πως πάλε την ξαναπήρε από τους Γότθους, μα στα 548 θέλοντας μη θέλοντας έφυγε από την Ιταλία. Είταν κ' οι Ιταλοί βαρεμένοι από τους δικούς μας, και μήτε τους πολύθελαν εκεί τους Γραικούς (έτσι τους έλεγαν αντίς Ρωμαίους, καθώς πάλε κ' οι δικοί μας έλεγαν τους δυτικούς Ιταλούς). Και δεν τους ήθελαν, όχι μονάχα από φυλετικούς λόγους, παρά επειδή τους βύζαιναν κιόλας οι δικοί μας, κι όχι καθώς ο Τωτίλας, που τους καλόπιανε πάντα και μ' αυτόν τον τρόπο κατόρθωσε και ξανακυρίεψε Ρώμη, Σικελία, Σαρδινία, Κόρσικα. Μα και στην Κέρκυρα κατέβηκε με τα πλοία του, κι ως τα ελληνικά τα παράλια.

Είταν τότες, καθώς θα δούμε, ο Ιουστινιανός χωμένος στα βάσανα ως το λαιμό. Τι να κάμη όμως που δεν του ερχότανε ν' αφήση την αγαπημένη του Ιταλία! Σκαρώνει λοιπόν άλλη μεγάλη εκστρατεία με τον ευνούχο το Ναρσή στρατηγό. Παράξενος ευνούχος αυτός. Μικρόσωμος, αλλοίμονος, πονηρός και γυναικομαθημένος, κι ως τόσο είχε σωστά αντρίκια προσόντα η ψυχή του. Από ταμίας του παλατιού έγινε στρατηγός ο Ναρσής. Τον είχε ο Ιουστινιανός δοκιμασμένο κι από τα πριν και σε πολιτικές πρεσβείες και σε πολεμικές δουλειές, καθώς όταν τον έστειλε βοηθό του Βελισάριου στα 538, λίγο πρι να πέση η Ραβέννα. Είχε λοιπόν κάμποση πράξη ο Ναρσής όταν ξαναήρθε τώρα να τιμωρήση τον Τωτίλα. Και φοβερή μα την αλήθεια τιμωρία τούδωσε στα 552, όταν κατατσάκισε το στρατό του σε μεγάλη μάχη που σκοτώθηκε ο Τωτίλας, κ' έστειλε τότες ο Ναρσής τα ματωμένα φορέματά του στην Πόλη τρόπαιο. Πήρε κατόπι τη Ρώμη, έδιωξε τους Φράγκους και τους Αλαμανούς που κατεβήκανε να τον πολεμήσουν, και μ' ένα λόγο την έκαμε δική του όλη την Ιταλία.

Δεκαπέντε χρόνια έμεινε κυβερνήτης της Ιταλίας ο Ναρσής. Κατόπι αφήκε εκεί έξαρχο με πρωτεύουσά του τη Ραβέννα αντίς τη Ρώμη, με το να είταν η Ρώμη έρημη τώρα κι από κατοίκους κι απ' οχυρώματα.

Δεν πολυβάσταξε όμως μήτε του Ναρσή το κράτος. Πρώτοι οι Λομπαρδοί τούκοψαν όλα τα βορεινά μέρη της Ιταλίας. Η καταμεσιανή Ιταλία βάσταξε κάπως ως τον όγδοο τον αιώνα, ως τον καιρό δηλαδή της εικονομαχίας, που πήρε ο Πάπας την κοσμική εξουσία της Δύσης. Όσο για την κάτω Ιταλία, αυτή έμεινε βυζαντινή πιώτερον καιρό εξαιτίας την εθνική τους συγγένεια με τα μας.

Της Ισπανίας η εκστρατεία είναι παραβλάσταρο της Ιταλικής. Όταν ο Ναρσής καταχτούσε την Ιταλία, ένας ΒισιΓότθος ηγεμόνας αποκαταστημένος στην Ισπανία, πολεμώντας μ' άλλους ομόφυλούς του ζήτησε βοήθεια από τον Ιουστινιανό, και για πλερωμή του παραχωρούσε Μουρκία, Γρανάτα και Σεβίλλη. Έρχεται λοιπό με στόλο ο Πατρίκιος ο Λιβέριος, και με σκοπό μάλιστα να πάη πιο μακριά από τις επαρχίες που αναφέραμε. Άξαφνα όμως μονοιάζουν οι ΒισιΓότθοι, πέφτουν καταπάνω των Βυζαντινών και τους αναγκάζουνε να τραβηχτούν από τα πιώτερα μέρη. Μόλις σε μερικές Ισπανικές πολιτείες βαστάχτηκαν καμιά εβδομηνταριά χρόνια, ως τα 623. Φαίνεται πως κ' εδώ κάμποσο βασανίστηκαν οι ντόπιοι με τους αλύπητους φόρους τους.

Αυτοί είναι οι καρποί της μεγάλης ιδέας του Ιουστινιανού, που καταπιάστηκε να ξαναστηλώση το Ρωμαϊκό Κράτος με είκοσι χρόνωνε γιγαντένιους αγώνες και σε καιρούς που παρουσιάστηκαν πολύ σοβαρώτερες ανάγκες και πολύ μεγαλήτεροι κίντυνοι στην Ανατολή, καθώς τώρα τώρα θα δούμε.

§4 Δεύτερος περσικός πόλεμος και Λαζικοί πόλεμοι

Ο μεγαλήτερος ο κίντυνος κ' οι σοβαρώτερες οι ανάγκες που είπαμε παραπάνω είταν από την Ασία.

Η ειρήνη με το Χοσρόη δεν είταν πράμα που να κάθεται ο Ιουστινιανός και να κοιτάζη κατά τη Δύση. Τα Δυτικά μάλιστα εκείνα μπερδέματα δίνανε λαμπρή αφορμή του Χοσρόη να ξαναρχίση τα παλιά του. Πρώτο, που γνώριζε πως μήτε ο Βελισάριος μήτε ο στρατός του δε βρίσκουνταν πια στη γειτονιά του. Άλλο ένα, που κι ο Βιτίγης τούβαζε φιτίλια, κ' έτσι στα 540 ξανακόρωσε η περσική η φωτιά. Χυμίζει ο Χοσρόης στη Συρία και στην Παλαιστίνη, κουρσεύει και ρημάζει την Αντιόχεια, έπειτα παίρνει τους κατοίκους της, τους φέρνει σιμά στην πρωτεύουσά του, κ' εκεί τους χτίζει καινούρια Αντιόχεια, που την ονόμασε του Χοσρόη. Μα κι ως την ακροθαλασσιά κατέβηκε τότες, και κάπου κοντά στη Σελεύκεια έκαμε θαλασσινό λουτρό και θυσίασε στον Ήλιο ο φιλόδοξος κι ο μεγαλοπίχερος αυτός πυρολάτρης. Τότες είναι που αναγκάστηκε ναφήση ο Βελισάριος την Ιταλία και να κυνηγάη πάλε τον Πέρσο. Και καθώς πάντα, δοξάστηκαν ταρματά του και τώρα. Άμα όμως τον ξαναχρειάστηκε ο Ιουστινιανός για άλλους του πολέμους, ξανάρχισαν οι Πέρσοι τα συνηθισμένα τους. Μπήκαν όμως τώρα στη Λαζική και στην Αρμενία. Είναι μεγάλη και μακρινή η ιστορία των πολέμων εκείνων. Είκοσι χρόνια πάλευαν Πέρσοι και Βυζαντινοί, πότ' ο ένας καταπονώντας πότ' ο άλλος, μια παίρνοντας κάστρα, μια χάνοντας τα. Και μόλις στα 562 υπογράφτηκε πάλε πενήντα χρονών ειρήνη, συφωνήσαντας ο Χοσρόης να τραβηχτή από την Αρμενία κι από τη Λαζική, μα κι ο Βυζαντινός ο αυτοκράτορας να πλερώση τριάντα χιλιάδες χρυσές λίτρες χρονιάτικο.

ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Βαρβαρικά πλημμυρίσματα κι άλλα δυστυχήματα της βασιλείας του Ιουστινιανού. Τέλη του

Και δε φοβέριζαν οι Πέρσοι μονάχα το Κράτος όλα εκείνα τα χρόνια. Το φοβέριζαν οι βορεινοί οι βάρβαροι, που μα την αλήθεια ποτές δεν έλειψαν από τη στιγμή που χτίστηκε η Νέα Ρώμη, παρά σαν τις σφήγγες τους τραβούσε η ορεχτική μυρουδιά της. Καλά θα κάμουμε λοιπό να τους πάρουμε από την αρχή αρχή του έχτου αιώνα, από τότες που οι Βούλγαροι προχώρησαν ως την Ιλλυρική (599), και μεταγυρίζοντας πιαστήκανε με 15 χιλιάδες δικούς μας, που στρατηγός τους είταν ο Άριστος. Ταποτέλεσμα όμως της μάχης εκείνης δε βγήκε κι αυτό σαν του στρατηγού τόνομα, και μήτε νικήθηκε ο Άριστος από Βουλγαρικά μάγια, καθώς είπε κάποιος ιστορικός των καιρών εκεινώνε.

Ύστερις από δυο τρία χρόνια, σα να γλυκάθηκαν, κατέβηκαν πάλε ναλλάξουν αέρα στο Θράκη οι Βούλγαροι, καθώς οι Γότθοι κάμνανε στα παλιά τα χρόνια. Δεκαπέντε όμως χρόνια αργότερα (517), τους βρίσκουμε όχι πια στη Θράκη μονάχα, μα και στη Μακεδονία και στην Ηπειροθεσσαλία. Χίλιες λίτρες χρυσές τους έστειλε τότες ο Αναστάσιος για ν' αγοράση τους σκλάβους του και πάλι δεν έσωναν.

Ας είναι καλά ο Ιουστίνος που τα οχύρωσε όλα εκείνα τα μέρη, κ' έπαψαν οι βουλγαρικές αυτές πλημμύρες. Η Θράκη όμως έμεινε πάντα πρόχειρη και βολικιά στους βορεινούς, κι από τα πρώτα πρώτα χρόνια του Ιουστινιανού (528) ξανάρχισε το κακό, όχι όμως τώρα από Βουλγάρους, παρ' από άλλους Σλαβικούς λαούς, τους Άντηδες. Κι ως τόσο, να πούμε την αλήθεια, βρήκε και δω κατάλληλο στρατηγό ο Ιουστινιανός, τον ανιψιό του το Γερμανό, άνθρωπο που πολύ τον παίνεσαν και για τις πολεμικές και για τις άλλες αρετές του· και τη λαμπρότερη, που ποτές δεν ανεκατεύτηκε στις ραδιουργίες του παλατιού. Σοβαρός και δίκιος, κ' ίσως για δαύτο όχι μεγάλος φίλος της φιλόδοξης Θεοδώρας· γενναίος όμως, ευγενικός και συμπονετικός με τους κατώτερούς του. Αυτός λοιπό με τη στρατηγική του αξιωσύνη τους έσπασε θρούβαλα τους Άντηδες εκείνους στη Θράκη· κ' έτσι σύχασε το κράτος μερικούς χρόνους.

Απέθανε ο Γερμανός στα 551, ό,τι τον έστελνε ο Ιουστινιανός να πολεμήση τον Τωτίλα στην Ιταλία.

Στα 531 βρίσκουμε στρατηγό Θράκης το Χιλβούδιο, και φαίνεται πως κι αυτός καλά τους παίδεψε τους βαρβάρους, και μάλιστα πέρ' από το Δούναβη. Αν και στα 534 απέθανε κι ο Χιλβούδιος, αν κι ο Ιουστινιανός είταν πια τώρα σύσσωμα βουτηγμένος στα βανταλικά του βάσανα, η Θράκη όμως έμεινε ήσυχη ως τα 540. Όταν όμως τη χρονιά εκείνη ο Χοσρόης συναγροικήθηκε με τους Γότθους της Ιταλίας και ξανάρχισε πόλεμο, παρουσιάζουνται άξαφνα αρίθμητοι Ούνοι από το Δούναβη. Περνούν τον ποταμό και ροβολούνε κατά τη Θράκη. Λείποντας ο στρατός στους περσικούς πολέμους, βρέθηκε τότες η Θράκη ολότελα αδιαφέντευτη, και κατέβηκαν οι Ούνοι ως της Πόλης τα ξώχωρα. Τριάντα δυο κάστρα της Ιλλυρικής, η Κασσάντρεια, και τριάντα χιλιάδες σκλάβοι, είταν τα σημαντικώτερα τρόπαιά τους.

Ή τον ίδιο χρόνο ή κάτι αργότερα περάσανε μερικοί τους από τη Σηστό στην Άβυδο, άρπαξαν ό,τι βρήκαν και γύρισαν. Άλλη φορά πάλε φαίνεται πως χώθηκαν ως τη Θεσσαλία και την καθαυτό Ελλάδα· κι αυτό πάει να πη πως του Ιουστίνου τα κάστρα είταν τότες κάστρα δίχως φρουρούς.

Κάτι αργότερα, στα 546, βλέπουμε νέο κοπάδι — Σλαβικό αυτό — και περνάει τον Ίστρο, ακούγοντας του Τωτίλα τις συβουλές. Είταν όμως τότες στη Θράκη ένας στρατός από Έρουλους που τους φύλαγ' εκεί ο Ιουστινιανός να τους στείλη στην Ιταλία με την άνοιξη. Αυτός λοιπόν ο στρατός τους χτύπησε τους Σλάβους εκείνους και λευτέρωσε τους αμέτρητους αιχμαλώτους τους. Τέτοια όμως μισοχτυπήματα και της ώρας κινήματα δίχως ταχτικούς φρουρούς να τους αντισκόβουν άμα κατεβαίνανε δεν μπορούσανε να γλυτώσουν τον τόπο.

Άλλα δυο χρόνια λοιπόν ακόμα, και βρίσκουνται σαν τις ακρίδες οι Σλάβοι σ' όλη την Ιλλυρική ως την Επίδαμνο. Τίποτις δε γλύτωσε από την αχορτασιά τους. Λεν πως τους κυνηγούσε ένας στρατός από δεκαπέντε χιλιάδες, μα ο στρατηγός τους δε φαίνεται να είταν από τους καλούς του Ιουστινιανού, επειδή άλλο από το να τρέχη κατόπι τους δεν έκαμε.

Άλλα πάλε δεινά στα 550, κι ακόμα πιο περίεργα. Δυο κοπάδια, λέει ο Προκόπιος, Σλάβοι, κι όχι και πολυάριθμοι, μόλις 3 χιλιάδες όλοι όλοι, ξεκινούν από τον Ίστρο, κι ανταμώσαντας τους δικούς μας στη Θράκη, τους νικούνε, πεζούς και καβαλλαρέους! Σκορπίζουνται έπειτα στη χώρα, και μήτε πολιτείες αφίνουνε μήτε κατοίκους, Γέμισε κορμιά σκοτωμένων η Ιλλυρική κ' η Θράκη, γεμίσανε σκλαβωμένα γυναικόπαιδα τα στρατόπεδά τους. Να τα πιστέψουμε άραγες κι αυτά, ή να τα βάλουμε στο ράφι μαζί με τ' απόκρυφα;

Πως έκαμαν κάμποσο κακό οι Σλάβοι στα 550, το βλέπουμε από το καινούριο τους κατέβασμα στα 551. Βρέθηκε όμως αυτή τη χρονιά στη Σαρδική πηγαινάμενος στην Ιταλία ο Γερμανός. Ακούσαντας λοιπόν οι Σλάβοι πως ο φοβερός εκείνος στρατηγός βρισκότανε στη γειτονιά τους τραβηχτήκανε στη Δαλματία. Άμα όμως απέθανε ο Γερμανός στο ταξίδι εκείνο απάνω, ξαναγυρίζουνε στη Θράκη, μα χτυπήθηκαν άσκημα αυτή τη φορά, κι όσοι δε σκοτώθηκαν, οι πιώτεροι παρθήκανε σκλάβοι.

Κι ως τόσο στα 552 έχουμε πάλε τα ίδια! Γιουρούσι στην Ιλλυρία και σκλαβομάζωμα. Κι όσο για το στρατό που στάλθηκε να τους κυνηγήση, είταν τόσο μικρός, που μόνο από πίσω τους έτρεχε, και μόλις έπιανε μερικούς.

Όλ' αυτά τι άλλο σημαίνουν παρά πως ταψηφούσε ο Ιουστινιανός τα βορεινά εκείνα κοπάδια και το πολύ έστελνε μερικούς του στρατιώτες να τους σκορπίζουν. Τόσο αχαμνά τους είχε μελετημένους τρεις τέσσερεις αιώνες! Δεν άργησε όμως να τα νοιώση τα ολέθρια αποτελέσματα της πολιτικής του όταν τέλος πάντων ο Ούνος ο Ζαβεργάτης πέρασε παγωμένο το Δούναβη στα 559 με πλήθος δικούς του, καβάλλα όλους. Κατέβηκε ως τη Θράκη κι αυτός, κι από κείθε στέλνει μέρος του στρατού κατά την Ελλάδα, άλλο στη Θρακική Χερσόνησο μέσα, και το τρίτο μέρος, ως εφτά χιλιάδες, το παίρνει ο ίδιος και κατεβαίνει ίσια στην Πόλη. Και τόσο απροφύλαχτα είταν τα περίχωρα της Πρωτεύουσας, που πέρασε και του Αναστάσιου τα τειχίσματα. Φόβος και τρόμος τους έπιασε τους Πολίτες. Και μήτε στρατό είχανε μήτε δύναμη άλλη εξόν από τους φρουρούς του παλατιού, τους Σχολάριους, ανθρώπους όχι του πολέμου παρά για τα μάτια.

Είταν τότες ο Βελισάριος τραβηγμένος από το θέατρο των πολέμων και ζούσε ιδιώτης ως δέκα χρόνια. Όση κρίση κι αν είχε ο Ιουστινιανός στο διάλεγμα των ανθρώπων του, δεν είχε όμως και τη γνώση ναψηφάη τις καταλαλιές του κόσμου, και τον καταλαλούσαν το Βελισάριο κάμποσοι. Τους πίστευε λοιπόν αυτούς, και τον είχε γκρεμισμένο τον πιστό του στρατηγό στην ιδιωτική εκείνη ζωή, ίσως με το να είχε τώρα και το Ναρσή. Σαν είδε όμως άξαφνα τους Ούνους και χαλνούσαν τον κόσμο περίγυρα, από ποιόν άλλονα να ζήτηση βοήθεια παρ' από το Βελισάριο; Αν και γέρος πια τώρα εκείνος, αν κι αποκαμωμένος και βαριεστημένος, σα λιοντάρι όμως σηκώθηκε να πολεμήση τους Ούνους. Μαζεύει τους παλιούς του συντρόφους, και με σώμα από τρακόσους καβαλλάρηδες βγαίνει κι ανταμώνει τους βαρβάρους σε τόπο στενό κι άβολο για μεγάλους στρατούς, και τόσο τους στενοχώρεσε, που το βάλανε στο πόδι κ' οι εφτά χιλιάδες.

Γύρισε στην Πόλη ο Βελισάριος με καινούριες κι ακόμα πιο δοξασμένες δάφνες στεφανωμένος. Εδώ όμως άρχισαν πάλι και δούλευαν οι φαρμακερές γλώσσες, κι ο Ιουστινιανός δίχως άλλο ξαναμωραμένος πια τώρα, φοβηθέντας και τους εχτρούς του Βελισάριου, δεν τον αφήκε να κυνηγήση παρακείθε τους βαρβάρους, Σαν είδανε λοιπόν οι Ούνοι πως έμνησκαν πάλι απείραχτοι, άρχισαν το ρήμαγμα κατά τα δυτικά της Πρωτεύουσας. Γυρίσανε σε λίγο και τάλλα δυο τους σώματα από την Ελλάδα κι από τη Θρακική Χερσόνησο, άπραγα όμως αυτά, γιατί βρήκαν πιώτερη εναντίωση απ' ό,τι πρόσμεναν, τόνα στη Θερρεπύλα, τάλλο στη Θρακική Χερσόνησο. Και μόλις τους ξέκαμε ο Ιουστινιανός αφού τους πλέρωσε βαριά ποσά για να ξελυτρώση τους αρίθμητους σκλάβους του. Τράβηξε τότες ο Ζαβεργάνης με τους Ούνους του και ξανανέβηκε στα φωλιάσματά του, με την ησυχία του όμως και λεηλατώντας στο δρόμο.

Βρίσκουνται ως τόσο και μερικά περιστατικά που μας δείχνουν πως δεν τους άφινε και πάντα ο Ιουστινιανός τους γειτόνους του να κάμνουν του κεφαλιού τους. Ας αφήσουμε τους Πέρσους. Έχουμε πρώτο τους Λάζους, που παραδεχτήκανε βασιλέα υποταγμένο στο βυζαντινό αυτοκράτορα. Έπειτα τους Τζάνους, που έγινε η υποταγή τους αφορμή και να χριστιανιστούν. Μα και σ' άλλες βαρβαρικές φυλές ξαπλώθηκαν τα καλά του Βυζαντινού του πολιτισμού εκείνους τους χρόνους, και κοντά και μακριά, καθώς να πούμε στη Μεσηβρινή Αραβία, τότες που ο βασιλέας ο Δαμιανός λήστευε τους εμπόρους που ανέβαιναν από την Αβυσσινία και μπλέχτηκε σε πόλεμο με το Βασιλέα της Αβυσσινίας τον Αδάδη. Έταξε λοιπόν τότες ο Αδάδης πως α νικήση θα γίνη χριστιανός. Κ' επειδή νίκησε, κ' έπιασε μάλιστα αιχμάλωτο το Δαμιανό, έστειλε πρεσβεία του Ιουστινιανού ζητώντας του κλήρο κ' Επίσκοπο, κ' έτσι συστήθηκε η Εκκλησία της Αβυσσινίας.

Η γενική όμως κατάσταση της Ανατολής δεν είταν της προκοπής και μεγάλη τιμή του Ιουστινιανού δεν του δίνει. Όλη η χώρα από το Δούναβη και κάτω υπόφερνε καθώς είδαμε. Όλος ο κόσμος βογκούσε από τα βαριά δοσίματα κι από τα μονοπώλια που σκότωναν το εμπόριο. Αγκαλά όσο για το εμπόριο, παρατηρούμε από την άλλη μεριά πως έκαμνε ό,τι μπορούσε να το βαστάη και να το μεγαλώνη με γιοφύρια και με δρόμους. Ειπώθηκε μάλιστα πως εμπορικοί λόγοι γέννησαν και τους Περσικούς τους πολέμους.

Και σα να μην έσωναν τα τόσα βάσανα της πολυτάραχης εκεινής εποχής, αναστατώθηκαν και τα στοιχεία κ' έφεραν κι αυτά μερικό χαλασμό, εξόν αν τάχουν και κείνα μεγαλωμένα. Από τα πρώτα χρόνια του Ιουστίνου έχουμε ένα σεισμό που ξολόθρεψε 24 κάστρα της Δαρδανίας, καθώς και την πρωτεύουσα της, τους Σκούπους. Άλλος σεισμός στα 524 χάλασε την Κόρινθο, το Δυρράχιο, κι άλλα μέρη, έφερε και θαλασσινή πλημμύρα στην Έδεσσα που έπνιξε πάμπολλους. Τρίτος σεισμός, ένα χρόνο κατόπι, ξολόθρεψε μεγάλο μέρος της Αντιόχειας. Τέταρτος ύστερις από τρία χρόνια (529), γκρέμησε κάμποσες πολιτείες στον Πόντο και στη Λυκία. Εφτά χρόνους κατόπι (536) θάμπωσε ο ήλιος σε τόσο βαθμό, που μόλις, λέει, έφεγγε σα φεγγάρι, κι όχι μονάχα τα πωρικά δεν ωριμάσανε, μα πήγε να παγώση κι ο κόσμος σάνε χειμώνιασε.

Αυτό φυσικά πρέπει νάρθουν άλλες επιστήμες να το ξηγήσουν, καθώς και τάλλο, που στα 551, χινόπωρο καιρό, έσκανε ο τζίτζικας από τη ζέστα, ξαναβλάστησαν κι άνθισαν τα δέντρα και γέμισαν ταμπέλια σταφύλια! Μα ας ξανάρθουμε στους σεισμούς. Έχουμε λοιπόν άλλο φοβερό σεισμό στα 551, που σταλήθεια ρήμαξε πολλά μέρη της Αχαΐας και της Βοιωτίας, και που στην Πάτρα μονάχα κατάπιε τέσσερεις χιλιάδες ανθρώπους η γης. Έφερε κι αυτός ο σεισμός μεγάλη πλημμύρα στη Θεσσαλία, που ανέβηκε, λένε, ως τα κορφοβούνια! Στα 554 άλλος πάλε σεισμός στην Πόλη που βάσταξε σαράντα μέρες. Γκρέμησε αυτός πλήθος λουτρά, εκκλησιές, σπίτια και τειχίσματα. Υπόφεραν κι άλλα μέρη τότες, καθώς η Νικομήδεια κ' η Βηρυτό — το «στολίδι» της Φοινίκης, καθώς τη λέγανε. Δεν περνούνε δυο χρόνια και την ξανασαλεύει την Πρωτεύουσα καινούριος σεισμός. Και σ' άλλον πάλε σεισμό, του 558, έπεσε ο μεγάλος θόλος της Αγιά Σοφιάς καθώς σε λίγο θα δούμε.

Είτανε μα την αλήθεια να γίνη άνθρωπος δεισιδαίμονας με τέτοια δεινά. Τι παράξενο λοιπόν αν παρατήρησε ο κόσμος με πολλή ανησυχία το μεγάλο κομήτη που φάνηκε στα 531, το χρόνο ίσια ίσια που ήρθε άλλο, κι από τους σεισμούς πιο φοβερώτερο κακό, το μεγάλο θανατικό που συχνοφαινότανε από τότες και μισόν αιώνα, κ' έφερε τη μεγαλήτερη ρήμαξη που έπαθε τόπος από πανούκλα. Άρχισε το κακό στα βορεινά της Αφρικής, και πήρε δυο δρόμους· τον έναν κατά τη Συρία, Ασία και δικά μας μέρη, τον άλλονα κατά τη Δυτική Ευρώπη. Δίχως υγειονομικά μέτρα, δίχως επιστημονική βοήθεια, και με την ιδέα μάλιστα που είχαν τότες πως δεν είναι κολλητικιά η πανούκλα, παράξενο δε φαίνεται που όλος ο γνωστός κόσμος του καιρού εκείνου δεκατίστηκε σ' ένα βαθμό που έκαμε μερικούς να θαρρέψουν πως δεν απόμεινε ψυχή ρωμαίικη, παρά ξολοθρεύτηκε όλο το έθνος, και κατέβηκαν ύστερα Σλάβοι κι άλλοι, κι από θάμα πρωτοφανέρωτο στην ιστορία, βάλανε μέσα στην ψυχή τους τη γλώσσα μας, τη θρησκεία μας, τις παράδοσες και τα όνειρά μας, και γελούν τώρα τον κόσμο λέγοντας πως είναι Ρωμιοί! Νοστιμιές που ξεπερνούν και του Προκόπιου τις ιστορίες.

Η πείνα που πλάκωσε ύστερ' απ' όλα εκείνα τα δεινά δεν είναι και ναπορέση άνθρωπος. Μα κι αυτή τη μάστιγα την έφεραν απόδειξη όσοι πιστεύουν πως ξολοθρεύτηκε όλο το Ρωμαίικο στον έχτον αιώνα. Μάλιστα και κάτι πιο μακρήτερα πήγανε· διαβάζοντας δηλαδή του Προκόπιου το ρητορικό ρητό, πως «μύριες μυριάδες μυριάδων» απόθαναν, — που δίχως άλλο το είπε για ναποδείξη τι κακός άνθρωπος είταν ο Ιουστινιανός, το πήρανε λέξη με λέξη, έκαμαν το λογαριασμό, κ' έτσι βγήκε πως ο πληθυσμός στο Βυζαντινό Κράτος θάτανε αλάκερο μιλλιούνι φορές μεγαλήτερος από τον πληθυσμό του σημερνού του κόσμου! Άλλοι ως τόσο πιο γνωστικοί είπαν πως έν' απ' αυτά τα «μύρια» πρέπει να παραχώθηκε κατά λάθος, ώστε μύριες μυριάδες μονάχα πρέπει να είναι τα θύματα· πάει να πη, εκατό μιλλιούνια μονάχα! Κι ο πιο γνωστικός απ' όλους τους, ο Φαλμεράγιερος, έχτισε απάνω εκεί θεωρίες που αργότερα θα τις αγγίξουμε, αν και κατάντησε πια περιττό να μιλάη άνθρωπος σοβαρά για το θεότρελλο εκείνο ψυχοπαίδι της επιστήμης.

Όλα εκείνα τα δυστυχήματα μπορούσανε βέβαια να γίνουν και σ' ενός αγγέλου βασιλεία. Κ' είταν αδύνατο να ταποφύγη ο Ιουστινιανός, όσο αδύνατο του είτανε ναποφύγη και τους θανάτους που πέσανε στο Παλάτι τον καιρό που βασίλευε, καθώς π. χ. ο θάνατος του συβουλάτορά του Τριβωνιανού, του Γερμανού του ανιψιού του, και πριν ακόμα, στα 548, της περίφημης Θεοδώρας του. Τέτοια όμως μακρινή και φουρτουνιασμένη βασιλεία πάντα σε κάμνει και θαρρείς πως κάθε της περιστατικό, και μάλιστα λυπητερό, είτανε σα γραμμένο της.

Το θλιβερό ιστορικό που μας έρχεται στ' αλήθεια σα μαυρίλα στην ιστορία του Ιουστινιανού είναι τα κακά στερνά του Βελισάριου. Δυο χρόνια πριν αποθάνη ο Βελισάριος (563), εκεί που η Πρωτεύουσα πανηγύριζε τις δόξες του Ναρσή στην Ιταλία, ο γέρος ο Στρατηγός, που δεν είταν τέσσερα χρόνια αφότου γλύτωσε το Κράτος από τους Ούνους, ξαναπέφτει στην Αυτοκρατορική την οργή. Είτανε στην Πόλη οι συνωμοσίες συχνές πάντα καθώς οι μπόρες στα βουνά. Ανακαλύφτηκε λοιπό στα 563 μια απ' αυτές τις συνωμοσίες πρι να ξεσπάση. Πηγαίνει ένας συνωμότης δασκαλεμένος από τους εχτρούς του Βελισάριου και καταδίνει τρεις του ανθρώπους. Με καλοπιάσματα και ταξίματα αναγκάζουν τους τρεις αυτούς να πούνε πως ο Βελισάριος τους έβαλε να κάμουνε συνωμοσία. Γίνεται μεγάλο συνέδριο στο παλάτι, παρόντας κι ο πατριάρχης κι όλοι οι προύχοντες, πολιτικοί και στρατιωτικοί, και προστάζει ο Αυτοκράτορας να διαβαστούνε μεγαλόφωνα εκείνες οι ψευτομαρτυριές. Έμεινε ξύλο ο Βελισάριος σαν τάκουσε. Λόγο δεν έβγαλε από τη στενοχώρια του. Είτανε φυσικό του αυτό. Παίρνοντας όμως ο Αυτοκράτορας τη σωπασιά του για σημάδι πως έφταιγε, προστάζει να τον κλείσουνε σπίτι του και να του πάρουν κάθε πολιτικό αξίωμα. Μετά ένα χρόνο περίπου αποδείχτηκε πως είταν αθώος ο Βελισάριος και πείστηκε ο Ιουστινιανός, Του ξανάδωσε ταξιώματά του, προσκύνησε το βασιλέα του ο Βελισάριος χωρίς θυμό, χωρίς κάκητα καμιά και με τη συνηθισμένη του αφοσίωση, κ' ύστερις απέθανε στα 565, μέσα στον ίδιο χρόνο που βγαίνει από τη σκηνή της ιστορίας μας κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός, που αφότου έχασε τη μεγαλόγνωμή του αυτοκρατόρισσα δε φαίνεται νάδειξε την πρώτη του δύναμη κι αξιωσύνη.

ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Νόμοι του Ιουστινιανού

Ερχόμαστε στα ειρηνικά μεγαλουργήματα του Ιουστινιανού με κάποιο ξαλάφρωμα κι ανάσα, ύστερ' από τατέλειωτα πολεμικά δράματά του, που για λόγους ευκολοφανέρωτους δεν τα ιστορήσαμε τα πιώτερα, παρά διαβαίνοντας βιαστικά και κοιτάζοντας τα από μακρόθε. Αθάνατα τα ειρηνικά του έργα, κι από ειρηνικούς Βελισάριους καμωμένα. Απόδειξη κι αυτά το τι δύνεται να κάμη ένα έθνος από φυσικό του γεννημένο να βασιλεύεται καθώς το ρωμαίικο, σα βρεθή εκείνος που ξέρει να ξεχώνη και να μεταχειρίζεται τους θησαυρούς που φυλάγουνται κρυμμένοι στα σπλάχνα του.

Από τον καιρό του πρώτου περσικού πολέμου καταπιάστηκε ο Ιουστινιανός να στήση κ' έστησε μεγάλα και λαμπρά μνημεία πολιτισμού και δικαιοσύνης, τον «Κώδικα», την «Πανδέχτη» και τις «Εισήγησες». Μνημεία που ως τα τώρα σώζουνται κι οδηγούν τους κλειδοκράτορες του νόμου. Έργα που αν πρωτογραφήκανε στο λατινικό, αφού επίσημη γλώσσα είταν ακόμα η λατινική, κι ο Ιουστινιανός μήτε τονειρεύτηκε να το ρίξη αυτό το σύστημα, γλήγορα όμως, και με του ίδιου του Ιουστινιανού τη βοήθεια καθώς θα δούμε, τάκαμε δικά του το έθνος. Το καθαυτό υλικό τους δεν είτανε φυσικά μήτε του Ιουστινιανού μήτε του περίφημου του Νομικού «Αρχιτέχτονα», του Τριβωνιανού. Είτανε μαζεμένο από τα μυριοδίπλωτα φύλλα των παλιών πολιτισμών, και μάλιστα του Ρωμαϊκού και του Ελληνικού. Είτανε μ' άλλους λόγους όλα τα νομολογικά συστήματα του κόσμου θησαυρισμένα εκεί μέσα, όχι μονάχα όσα είχαν περάσει από αμέτρητους αιώνες και ταξιδέψει σε πάμπολλες χώρες, καθώς κάμνουν οι γλώσσες, οι μύθοι κ' οι θρησκείες, μα κι όσα ξεπρόβαλαν από τα φιλοσοφικά συστήματα της αρχαιότητας, και μάλιστα το Στοϊκό, που πιώτερο ίσως από κάθε άλλο έθρεψε την πολιτική μεγαλοφυία τω Ρωμαίων, τη στερνή στερνή δηλαδή πηγή όπου τα βρήκε όλα κατασταλαγμένα ο Τριβωνιανός και τα μάζεψε μέσα στα μεγάλα του έργα.

Δεν είναι του σκοπού μας να τα ξεδιαλύσουμε εδώ αυτά τα ζητήματα. Ας περιοριστούμε λοιπό στην απλή δήγηση.

Διοριστήκανε δέκα νομοδασκάλοι, μ' αρχηγό τον Τριβωνιανό, το γέννημα και το καμάρι της Παμφυλίας. Είτανε στην αρχή ο Τριβωνιανός δικηγόρος. Από δικηγόρος όμως δε φαίνεται νάργησε νανέβη Έπαρχος της Πρωτεύουσας, και τέλος _Κοιαίστωρας), να πούμε υπουργός της Δικαιοσύνης. Υπουργός όμως μεγαλοδύναμος και με βασιλική εξουσία στα χέρια του, αφού δα και Πάρεδρος, και Στόμα του Βασιλέα λεγότανε. Τετραπέρατος άνθρωπος για το έργο που διορίστηκε να κυβερνήση, όντας προικισμένος όχι μονάχα με φυσική αξιωσύνη, μα αρματωμένος και μ' απέραντη μάθηση. Για κακή του όμως τύχη έκρυβε κάτω από μεγάλη ευγένεια και γλύκα ένα φοβερό πάθος που οι μεγαλήτεροι του θαμαστάδες δεν μπορέσανε να ταρνηθούνε, δηλαδή αχόρταγη όρεξη να δωροδοκιέται και να ωφελή σε μερικούς για βλάβη του τόπου. Κι ο Ιουστινιανός, που για χάρη μιανής μεγάλης αρετής συνήθιζε να παραβλέπη πολλές κακίες, παραλίγο να το πλερώση ακριβά με τη Στάση του Νίκα, όπου καθώς είδαμε είταν κι ο Τριβωνιανός ένας από τους καταδικασμένους του λαού.

Της πρώτης λοιπόν εκείνης συντροφιάς έργο είταν ο « Κώδικας » τελειωμένος από τα 529, και ξαναδιορθωμένος στα 536. Μεγάλη δηλαδή συλλογή από κάθε διάταξη των πρώτων αυτοκρατόρων, καθώς και του ίδιου του Ιουστινιανού, όσες δεν κατάντησαν αχρησίμευτες και περιττές, σε σειρά χρονολογική βαλμένες. Δεύτερο έργο του Τριβωνιανού, γενόμενο κι αυτό με τη βοήθεια άλλης επιτροπής κι αρχινημένο από τα 530, είταν η «Πανδέχτη», απέραντη κι αυτή συλλογή σε 50 βιβλία μοιρασμένη, (ο Κώδικας είχε 12 βιβλία) που συμπεριλάβαινε κάθε δόκιμο νομικό σύγραμμα γραμμένο από 1200 χρόνια και δώθε, συναρμοσμένη και καταστρωμένη με τρόπο που να λείπουν όσα μέρη ή δεν είταν καθάρια ή δε συβιβαζόντανε με τάλλα.

Από δυο χιλιάδες νομικά βιβλία είτανε μαζεμένη η Πανδέχτη. Και κατά τα 533, απάνω στο τέλειωμα του γιγαντένιου εκείνου έργου, άρχισε το τρίτο νομικό μνημείο, Επιτομή σε 4 βιβλία ονομασμένη «Εισήγησες», είδος προπαίδεια ή προμελέτη για τάλλα δυο μεγαλήτερα έργα.

Καθώς είπαμε, στο λατινικό και τα τρία. Στο πείσμα της κοινής ανάγκης· στο πείσμα του νόμου του Αρκαδίου που άφινε τους δικαστάδες να βγάζουν απόφαση ελληνικά· του Θεοδόσιου, που άφινε να γράφουνται ελληνικά οι διαθήκες· της Εκκλησιαστικής νομοθεσίας, που είταν όλη ελληνική· στο πείσμα κάθε στοιχείου ολόγυρα του, ο δαλματός ο Ιουστινιανός, που ονειρεύουνταν τη νεκρανάσταση του Ρωμαϊσμού, που ονόμαζε τη λατινική «της πατρίδας του γλώσσα», μήτε του πέρασε από το νου ναλλάξη την επίσημη γλώσσα από λατινική σε ρωμαίικη, κ' έτσι βγήκανε λατινοφόρετα και τα έργα του Τριβωνιανού, που όχι μονάχα δικός μας είτανε (Μακεδόνες οι γονοί του), μα κ' Έλληνας, δηλαδή ειδωλολάτρης της Μικρασίας. Πού όμως ν' αλλάξη πια δρόμο το εθνικό το ρέμα, πού να σταματήση πια η ορμή του! Ακόμα και στου Ιουστινιανού τον καιρό βγήκαν οι πιώτερες «Νεαρές» του ελληνικά, «να τις καταλαβαίνη ο κόσμος», λέει ο ίδιος σ' ένα του διάταγμα. Και σύγκαιρα μεταφράζουνταν και του Τριβωνιανού τα μεγάλα έργα. Και πώς γίνουνταν αλλιώς, αφού και το Πανεπιστήμιο είχε ελληνική έδρα για τα νομικά, και στα δικαστήρια τα ελληνικά κείμενα καταντούσε να μεταχειρίζουνται οι δικηγόροι κ' οι δικαστάδες.

Παρατηρήθηκε πως κ' οι νόμοι εκείνοι και τα διατάγματα του Ιουστινιανού είναι όλα γραμμένα με ύφος σαν κάπως αγάδικο, καθώς και με κάποια τάση να τα γυρίζη, όλα στη θεία χάρη. Αυτά όμως δε θα μας φανούνε μήτε παράξενα μήτε απαρχαιωμένα, άμα διαβάσουμε μερικές αράδες από σημερινά βασιλικά κι αυτοκρατορικά διατάγματα.

ΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού

Πριν καταπιαστούμε τάλλα του ειρηνικά μεγαλουργήματα, ταρχιτεχτονικά, μας φαίνεται πως πιο φυσικώτερο έρχεται να ρίξουμε βιαστική ματιά στη θρησκευτική πολιτική του Ιουστινιανού, που την είχε κι αυτός, και μάλιστα με το παραπάνω.

Ας παρατηρηθή πρώτα, αν και γνωστό μας, πως ο πολιτικός μας αυτός Ιουλιανός δεν είταν και θρησκευτικός αρχαϊστής. Το ενάντιο μάλιστα, χριστιανός ορθόδοξος, και τόσο ορθόδοξος, που γύριζε λίγο καταπίσω μόνο και μόνο για να ενώση τη Χριστιανωσύνη. Κατάτρεχε μάλλους λόγους κ' Εθνικούς κ' αιρετικούς για τον ίδιον πολιτικό σκοπό που πολεμούσε Πέρσους, Βαντάλους και Γότθους, να ενώση δηλαδή Ανατολή και Δύση. Στους κοσμοκρατορικούς του αγώνες το ξέρουμε πως δεν πολυπέτυχε. Ας δούμε τώρα τι δρόμο πήρε η θρησκευτική του πολιτική.

Και πρώτα, για τους Εθνικούς. Δεν είταν ακόμα ολότελα σβυσμένη η παλιά θρησκεία, μήτε στον έχτο αιώνα μήτε στον έβδομο, μα μήτ' αργότερα δε λείπουν σημάδια της· και τόσο βαστιούνταν ακόμα τώρα, που κάθε λίγο έβαζε και φιτίλια να ξετινάξη τη νέα θρησκεία. Οι πιο φοβερώτεροι εχτροί της χριστιανωσύνης είταν πάντα οι φιλόσοφοι, και μάλιστα οι νεοπλατωνικοί της Αλεξάντρειας. Μα κ' η Μικρασία είχε κάμποσους Εθνικούς, κι όταν ο Ιουστινιανός διάταζε και μετρηθήκανε βρέθηκαν εβδομήντα χιλιάδες στη Φρυγία, Λυδία και Καρία μονάχα.

Το ίδιο και στο Βυζάντιο. Είδαμε λόγου χάρη πως ο Τριβωνιανός είταν Εθνικός. Έτσι και πολλοί άλλοι, και μάλιστα της Επιστήμης, αληθινής και ψεύτικης. Όσο για την Ελλάδα, άλλο τίποτις Εθνικοί εκεί πέρα, κ' η νεοπλατωνική φιλοσοφία ριζοβολούσε και φούντωνε αντίς να μαραίνεται. Κ' είταν πολύ φυσικό να υποφέρνη κάπως ο χριστιανισμός από το φιλοσοφικό εκείνο που είχε μέσα του ο Εθνικός κόσμος. Επειδή δεν είτανε μονάχα οι ψευτοσόφοι, εκείνοι δηλαδή που παίζανε με τα λόγια, παρά έβγαιναν και σπουδαίοι, καθώς να πούμε ο Ολυμπιόδωρος της Αλεξάντρειας κι ο ακόμα πιο γνωστότερος Πρόκλος στην Αθήνα, γεωμέτρης, αστρονόμος, σκολιαστής, και κατά τη δική του τη φράση «όλου του κόσμου ιεροφάντης». Και ψέματα δεν έλεγε, αφού όχι μονάχα την αρχαία, μόνο και τη νέα θρησκεία την είχε μελετημένη. Προπάντων όμως έξοχος νεοπλατωνιστής. Τέτοιοι άνθρωποι δεν μπορούσανε να μην αφίνουν πάτημα και να μην ταράζουν το δρόμο του χριστιανισμού.

Μα και κάτι μακρήτερα πήγαινε τότες ο Εθνισμός. Είχε το μάτι του στη δύναμη την πολιτική, και κάθε πλαγινό τρόπο δοκίμαζε γι' αυτό το σκοπό. Τέτοια δύναμη μέσα στο κράτος ο Ιουστινιανός δεν είταν άνθρωπος να την αφήση αχτύπητη και τη χτύπησε. Αδιάφορο ποιος είταν ο σκοπός του, την πράξη του καθαυτή δεν μπορούμε να την κατακρίνουμε. Ο κόσμος είχε παρμένο όλως διόλου καινούριο δρόμο κι όλως διόλου διαφορετικό από τον παλιό. Το καζάνι της νέας ρωμιοσύνης έβραζε ακόμα, και χοχλακίζανε μέσα του ταρίθμητά της στοιχεία, πολιτισμένα και βάρβαρα· εκεί λοιπόν που πήγαινε ομπρός το εθνικό αυτό λαμπικάρισμα, ξεφύτρωναν ξεθυμασμένοι φιλόσοφοι και μας χύνανε νερό στη φωτιά.

Τους χτύπησε ο Ιουστινιανός μ' όλη τη δύναμη του. Από την αρχή της βασιλείας του κιόλας έβγαλε διάταγμα που όριζε θάνατο για όσους αψηφούσαν τους παλιούς νόμους των κατατρεγμών. Κάμποσα χρήματα και χτήματα εθνικά πέρασαν τότε στο δημόσιο ταμείο, και πολλοί Εθνικοί, εβραίοι κ' αιρετικοί γενήκανε χριστιανοί να γλυτώσουν. Άλλοι πάλε σηκώθηκαν και φύγανε στην Περσία, κι από κει αντενεργούσαν του Αυτοκράτορα. Ακολούθησαν και μερικές στάσες, καθώς στη Συρία, που εβραίοι κ' αιρετικοί έγιναν ένα, και θρονιάσανε μάλιστα και βασιλέα τους έναν Ιουλιανό, και τους στοίχισε κατόπι κάμποσο αίμα εκείνο το κίνημα. Υπάρχει όμως και μια γνώμη πως η στάση αυτή είχε αφορμή το τυράννισμα τω χωριανών από τους μεγαλοπολίτες, και με το να είταν οι άνθρωποι της εξοχής Εθνικοί, κ' οι πιώτεροι άλλοι χριστιανοί, πήρε θρησκευτική χρωματιά εκείνο το κίνημα.

Τσικουριά ακόμα δυνατώτερη κατάφερε ο Ιουστινιανός στην Αθήνα (529) με νόμο που απαγόρευε να διδάσκεται η φιλοσοφία. Ίσως δεν είναι και τόσο τυραννικά τάλλα του μέτρα όσο τα παράστησαν, ίσως δεν κλειστήκανε τα πανεπιστήμια της Αθήνας, και δε φύγανε γι' αυτό μερικοί Αθηναίοι σοφοί στην αυλή του Χοσρόη, κι από κείθε στη Λιβύα και στην Ευρώπη, καθώς λέχτηκε. Ξέρουμε όμως πως ψαλίδισε αλύπητα τα φτερά τους όταν τους έκοψε προνόμια και μιστούς, και ξανάστησε το νόμο που απαγόρευε ετερόδοξους να παίρνουν πολιτικά αξιώματα. Με τέτοια μέτρα πώς να βασταχτούν τα φιλοσοφικά και τα νομικά καταστήματα της Αθήνας; Στείρεψε μονάχη της η πηγή εκείνη, που όσο και να τη λυπούνται οι ξένοι κ' οι σκολαστικοί, για τα μας είταν άγιο πράμα που γκρεμήστηκαν, πρώτο, επειδή ο κλασσικισμός είχε πια τελειωμένη τη δουλειά του στον κόσμο, κ' ύστερα, επειδή οι πατριώτες εκείνοι δεν περιοριζόντανε στη φιλοσοφία τους, παρά ονειρεύουνταν και μεγαλήτερες, και πιο κοσμικές δόξες, να πέση δηλαδή το χριστιανικό κράτος του Κωσταντίνου και να ξαναθρονιαστή στην Ανατολή το ιδανικό του Ιουλιανού, σα να λέμε το χάος. Ίσια ίσια ό,τι έλπιζε κι ο Χοσρόης κ' οι άλλοι εχτροί μας.

Ας έρθουμε τώρα στην πολιτική του Ιουστινιανού με τους αιρετικούς, και στην άλλη τη γενικώτερη, την ενωτική του πολιτική.

Ό,τι έκαμε των αιρετικών τόκαμε από ενωτικό σκοπό. Ενωτικό όμως όχι με τα συστήματα του Ζήνωνα και του Αναστάσιου, παρά με το σύστημα του κατατρεγμού. Φαίνεται δηλαδή σα να ζητούσε να φέρη την ειρήνη και την ένωση της Εκκλησίας με τους τρόπους της παπωσύνης, που άλλο γιατρικό δεν ήξερε από κατατρεγμό. Και θα είχαμε ίσως πολλές και μεγάλες τραγωδίες να διηγηθούμε α δεν τύχαινε να βρίσκουνται και διαφορετικές γνώμες στο παλάτι μέσα. Και πρώτη η Θεοδώρα. Η Θεοδώρα, σα Μονοφυσίτισσα που είταν η ίδια της, εννοούσε να παραχωρηθούνε μερικά στους ομόδοξούς της για να τους έχη κάπως πιο συβιβασμένους με την ορθοδοξία. Είχε εννοείται, κι ο Ιουστινιανός το κόμμα του στο παλάτι, κι αυτοί άλλο από κατατρεγμό δε θέλανε νακούσουν. Η δύναμη όμως της Θεοδώρας απάνω στον Ιουστινιανό δεν είταν ασήμαντη, κι αυτό μας ξηγάει γιατί ο Ιουστινιανός έβγαζε απανωτά διατάγματα που 'τόνα έρριχτε τάλλο, μια καταδιωγμός, μια συβιβασμός. Το βέβαιο είναι πως στο τέλος νίκησε της Θεοδώρας το κόμμα. Τον έπεισε δηλαδή η Θεοδώρα τον άντρα της πως παραχωρώντας πού και πού μπορεί να φέρη τους Μονοφυσίτες από της ορθοδοξίας το μέρος. Κ' έτσι στα 544 αποφασίστηκε να καταδικαστούν τα λεγάμενα Τρία Κεφάλαια, που τα δυο τους είταν ορθόδοξα ζητήματα κανονισμένα από τη Χαλκηδόνα και μισητά στους Μονοφυσίτες. Θέλοντας μη θέλοντας συφωνήσανε σ' αυτά κ' οι ορθόδοξοι επίσκοποι. Της Ρώμης όμως ο επίσκοπος ο Βιγίλιος, άρχισε κι' αγρίευε που ο φίλος του ο Ιουστινιανός (φίλος του επειδή τον κολάκευε για πολιτικούς σκοπούς) φέρθηκε κι αυτός τέλος σαν τους άλλους βυζαντινούς αυτοκρατόρους.

Μην μπορώντας ως τόσο ο Ιουστινιανός να κάμη το θέλημα και του πάπα και τωνέ δικών του, προσκάλεσε τον πάπα στα 548, και τον κατάφερε να συφωνήση κι αυτός νακυρωθούν τα Τρία Κεφάλαια. Και βλέποντας πάλε κατόπι, στα 551, πως του ξαναγλιστρούσε ο Βιγίλιος, προσκαλεί στα 553 σύνοδο στην Κωσταντινούπολη (πέμπτη οικουμενική σύνοδο). Εκεί παρουσιάστηκε ο πάπας κ' υποστήριξε τα τρία κεφάλαια. Η σύνοδο όμως επιμένει, αποφασίζει να κόψη την εκκλησιαστική συγκοινωνία με τη Ρώμη, κ' επικυρώνει την καταδίκη των τριών εκείνων άρθρων. Ένα χρόνο κατόπι, βλέποντας ο πάπας τις νίκες του Ναρσή στην Ιταλία, συγκατανεύει κι αυτός, καθώς κι ο διάδοχος του ο πρώτος Πελάγιος. Δε βάσταξε όμως πολύν καιρό, αφού μήτε του Ναρσή τα πολιτικά έργα δεν πολυβαστάξανε.

Στάθηκε μ' άλλους λόγους η θρησκευτική του πολιτική μισή ζαβή και μισή πιτυχημένη, και την πιτυχιά της πρέπει, θαρρώ, να την αποδώσουμε στη φρόνιμη Θεοδώρα.

ΕΝΔΕΚΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χτισίματα τον Ιουστινιανού

Ερχόμαστε τώρα στο στερνό κεφάλαιο της ιστορίας του Ιουστινιανού, στερνό της σειράς του, αν κι από τα πρώτα στα μεγαλεία που δηγιέται· μεγαλεία που τον έβγαλαν Περικλή στον κλάδο της τέχνης, καθώς βγήκε Σόλωνας ή Λυκούργος στους νόμους, αν όχι όλως διόλου Αλέξαντρος στα πολεμικά. Και Περικλής όμως, και Σόλωνας, και Καίσαρας ή Αλέξαντρος, όχι αυτοπρόσωπος παρά μ' Επιτρόπους· πράμα που σ' άλλες ιστορίες δε φαίνεται να παρουσιάστηκε. Και καθώς είχε στάλλα του έργα δεξί του χέρι το Βελισάριο, τον Τριβωνιανό, τη Θεοδώρα, έτσι και στα δοξασμένα χτισίματα του, στα μεγάλα εκείνα αρχιτεκτονικά του ποιήματα — που για τα μας αξίζουν το καθένα, ή τουλάχιστο ένα τους, μια αλάκερη Ιλιάδα — και δω βρήκε έτοιμο δεξί του χέρι τον αθάνατο Ανθέμιο, καθώς και τον Ισίδωρο.

Ας αρχίσουμε όμως από τα μικρότερα και τα πιο χρήσιμα χτίρια του· τα κάστρα και τα τειχίσματα και τους πύργους.

Λέχτηκε πως ή δεν είμαστε καλά πληροφορημένοι από τους χρονογράφους ή όλα εκείνα τα βαρβαρικά πλημμυρίσματα που αναφέρθηκαν αλλού είναι μεγαλωμένα ακόμα πιώτερο κι απ' ό,τι φαίνουνται σε πολλούς, και δεν είταν άλλο παρ' απλές ληστείες, αφού τα κάστρα και τα προπύργια πούστησε ο Ιουστινιανός στο Δούναβη, στα Μπαλκάνια, στη Μακεδονία, στη Θεσσαλία είναι τόσο πολλά, που τα μισά να παραδεχτούμε, πρέπει να είταν οχυρωμένο το Κράτος όπως ποτές δεν είταν άλλοτες. Μα καθώς κι άλλου είπαμε, κάστρα και τοίχοι δίχως στρατιώτες δεν είναι μεγάλη διαφέντεψη. Κ' οι στρατοί έλειπαν πάντα στα ξένα.

Εκείνα μονάχα τα χτίρια πρέπει να κόστισαν αμέτρητους θησαυρούς. Να ταριθμήσουμε ένα προς ένα και δύσκολο και άσκοπο. Δυο λόγια μας σώνουνε.

Είχε κι από τα πριν ο Δούναβης και προπύργια και κάστρα. Μονοπύργια τάλεγαν. Αφανισμένα ως τόσο τα πιώτερα από τους Ούνους του Αττίλα. Τώρα όμως, από το Βελιγράδι ως τη Μαύρη Θάλασσα βρίσκουμε σειρά οχυρώματα και πόλες ξαναχτισμένες και ξανατειχισμένες. Δεύτερη παρόμοια σειρά περνούσε από Δαρδανία κι από Μοισία και κατέβαινε ως τον Αίμο. Και τρίτη σειρά κάστρα έσκιζε Μακεδονία και Θράκη και πήγαινε ως τα Θρακικά φρούρια κι ως τις οχυρωμένες πολιτείες, καθώς Ροδοστό, Ηράκλεια, Σηλυβριά. Κι άλλοι πάμπολλοι μικρότεροι πύργοι σκόρπιοι ανάμεσα στις τρεις εκείνες οχυρωμένες σειρές, ως τα μεσηβρινά της Μακεδονίας και ως την Ήπειρο. Απάνω στο νησί πάλε της Καστοριάς Λίμνης χτίστηκε η Ιουστινιανούπολη με μεγάλα οχυρώματα. Τέτοια οχυρώματα στήθηκαν και στις Κλεισούρες, σιμά στην Ηράκλεια, απάνω στο δρόμο από Ιλλυρία σ' Ελλάδα. Στη Θεσσαλία μέσα κάθε μεγάλη πόλη, Λάρισα, Φάρσαλα, Τρίκκαλα κλ, είταν οχυρωμένη. Κι όσο για τη Θερμοπύλα, ταψηλά τειχίσματα κ' οι πύργοι που χτίστηκαν εκεί τάκαμναν τα στενά της απέραστα. Είχαν όμως εδώ και φρουρά από δυο χιλιάδες παντοτεινά. Μα κ' η καθαυτό Ελλάδα είταν ασφαλισμένη με παρόμοια χτισίματα, και τέλος δεν αμελήθηκε μήτε η Πελοπόννησο, επειδή ξαναχτίστηκαν του Ιστμού τα τειχίσματα, με πύργους κι αυτά.

Τα ίδια και στην Ασία. Η Αντιόχεια μάλιστα, αφανισμένη καθώς είταν από σεισμούς κι από τον πόλεμο του Χοσρόη, ξανακαινουριώθηκε όλη κ' έγινε, λέγουνε, λαμπρή καθώς άλλοτες. Η Μεσοποταμία γέμισε κι αυτή νέα τειχίσματα και κάστρα σκορπισμένα στη Θεοδοσούπολη, στη Κωσταντία, στον Καλλίνικο κι αλλού. Ως και την παλιά τη Ζηνοβία της Ευφρατησίας, ρημαγμένη τώρα και χρόνους, την ξανάχτισε και την ξαναδυνάμωσε ο Ιουστινιανός. Χαλκίδα, Κύρρος, Σούρα, Ευρωπός, Τεράπολη, Νεοκαισάρεια, όλες οχυρωμένες κι αυτές. Ξαναχτισμένη και τειχισμένη κ' η περίφημη η Παλμύρα, να φυλάη το κράτος από τους Σαρακηνούς.

Αυτά είταν τα πολεμικά χτίρια. Όσο για τα στολίσματα και τα μνημεία, πόλη μεγάλη δεν έμεινε δίχως το στόλισμά της. Το μεγαλήτερο όμως μερίδιο τόλαβε η πρωτεύουσα, και κει πρέπει να πάμε για να θαμάσουμε του Ιουστινιανού ταληθινά τα μεγαλουργήματα. Πλήθος ναοί και πλήθος μνημεία. Και πρώτο πρώτο στο μέγεθος, στη λαμπρότητα και στην αθανασία στέκεται ως τα σήμερα περήφανος και μεγαλόπρεπος ο ναός της Άγιας Σοφιάς, το καμάρι κ' η ελπίδα της ρωμιοσύνης· που καθώς οι εικόνες του, οι σταυροί του και τα μοιράσματά του στέκουνται σημάδια της χριστιανικής θρησκείας, έτσι κ' οι τρούλλοι του, οι θόλοι, οι καμαρωτές οι κολώνες, τα μυριόπλουμα ψηφιδώματα και τάλλα πολύτιμα του στολίδια μνήσκουνε θεόρατα και θεόλαμπρα σημάδια της μεγαλοπρέπειας και της δυναμωσύνης που ξεπρόβαλε από την ξαναζυμωμένη και την ξαναχυμένη αυτή φυλή, που ζωή της και δόξα της στάθηκε τανακάτεμά της με ξένα στοιχεία, και μάλιστα στοιχεία βαρβαρικά, στοιχεία του χύσανε ζωή και δύναμη μέσα στην ομορφιά, τη χάρη και τη νοημοσύνη. Πόσα και πόσα στολίδια της Άγιας Σοφιάς δεν ταποδίνει ο τεχνίτης ο κριτικός σε συνήθειες βάρβαρες κι Ασιατικές! Κι ως τόσο κοιτάξτε το σύνολο, κοιτάξτε το ξαναχύσιμο! Έτσι και το έθνος. Δικά του τάκαμε όλα τα ξένα στοιχεία. Τόσο δικά του, που αδύνατο πια το παραμικρό να του αφαιρέσης δίχως νασκημίσης την ξαναπλασμένη του ομορφιά. Ας έρθουμε όμως στην ιστορία του μεγάλου ναού μας.

Πρώτος ο Κώστας τον είχε ξαναχτισμένο και μεγαλωμένο, κ' έτσι βάσταξε ως τον καιρό του Αρκαδίου. Είδαμε στο δρόμο μας απάνω κάμποσες σκηνές, και πολύ δραματικές μάλιστα, μέσα στο ιστορικό αυτό τέμενο. Θυμούμαστε του Γρηγόριου τους Αρειανικούς αγώνες, του Χρυσόστομου τις αλύπητες σαϊτιές, του Ευτρόπιου το τραγικό επεισόδιο, την πυρκαγιά εκείνη ύστερ' από την εξορία του Χρυσόστομου, το νέο χτίσιμο του ναού από το μικρό Θεοδόσιο, ακούσαμε κατόπι εκεί το Νεστόριο που δίδασκε τα νέα του δόγματα, παρασταθήκαμε στο στεφάνωμα του Λέοντα, του πρώτου που παράλαβε την κορώνα από τον πατριάρχη, ακούσαμε από τον άμπωνα το περίφημο ενωτικό του Ζήνωνα, είδαμε τον πατριάρχη τον Ακάκιο να λειτουργάη δίχως να μνημονεύη τον αρχιερέα της Ρώμης, κι άλλα κάμποσα μαρτυρήσαμε μέσα στους ιερούς εκείνους τοίχους, από το πρώτο χτίσιμο του ναού ως την καταστροφή του Νίκα. Τέτοιο εθνικό μνημείο δεν είταν ο Ιουστινιανός άνθρωπος να το παραβλέψη ύστερ' από κείνην την καταστροφή, κ' η φιλοδοξία του λαμπρότερο έργο δεν καταπιάστηκε παρ' όταν προσκάλεσε τον Τραλλιανό, τον Ανθέμιο και τον Ισίδωρο, να του τοιμάσουνε σκέδιο του καινούριου ναού της Άγιας Σοφιάς.

Είταν ο Ανθέμιος από τους πρώτους αρχιμαστόρους της εποχής του και φημισμένο το σόγι του από δυο τρεις άξιους και προκομμένους του αδερφούς. Αυτός λοιπόν κι ο Ισίδωρος από τη Μίλητο, θείος του Ισιδώρου που κατόπι ξανάχτισε με στερεώτερο σύστημα τον τρούλλο της Άγιας Σοφιάς σαν γκρεμήστηκε από σεισμό στα 558, — αυτοί οι δυο προσκαλέστηκαν από τον Ιουστινιανό να κάμουν το σκέδιο του καινούριου ναού. Σκέδιο όχι πια «δρομικό», δηλαδή χτίριο παράλληλο με γύρο στην άκρη, καθώς έκαμναν ως τα τότε τις εκκλησιές, παρά «σταυρωτό», καθώς θα δούμε σε ξέχωρο κεφάλαιο της βυζαντινής τέχνης, εκεί που πρέπει ο αναγνώστης να πάη να δη όσα καθέκαστα δεν πολυταιριάζουνε σε ιστορικό κεφάλαιο μέσα.

Από τη μια λοιπό μελετούσαν το σκέδιο οι δυο οι πρωτομαστόροι, κι από την άλλη άρχιζε ο Ιουστινιανός και μάζευε υλικό. Έφερε τα πιο πλούσια μάρμαρα και τα πια αξετίμωτα αρχαϊκά καλλιτεχνήματα από τα τέσσερα πέρατα της αυτοκρατορίας του. Ανάμεσα στις θεόρατες κολώνες που κρατούν τον καταμεσινό το θόλο σώζουνται ακόμα μέρη μεταφερμένα από τους περίφημους ναούς της Ηλιούπολης, της Εφέσου, κι άλλων πολιτειών.

Έπρεπε σύγκαιρα να τοιμαστή κι ο τόπος, κ' είχε ανάγκη από πολύ πιο μεγαλήτερο τόπο η νέα η εκκλησιά. Απίστευτα ποσά ζητηθήκανε, κ' ίσως και πλερωθήκανε, για οικόπεδα που πέφτανε μέσα στη χρειαζούμενη περιφέρεια. Λένε μάλιστα πως ένας αυλικός ευνούχος Αντίοχος, έχοντας εκεί οικόπεδο και ζητώντας δέκα φορές την αξία του, για να τονέ φέρουνε στα συλλογικά του τονέ φυλάκισαν ίσια ίσια την παραμονή μιας ιπποδρομικής γιορτής· και με το ναγαπούσε ο Αντίοχος το ιπποδρόμιο, παρά να χάση τη διασκέδαση πρόσφερε το οικόπεδο σε πιο φτηνή τιμή.

Κάτι πιο χριστιανικώτερο είναι το ιστορικό της χήρας Άννας, που στην αρχή ζητούσε 500 λίτρες χρυσές για το σπίτι της (ως 600 χιλιάδες δραχμές) από 85 λίτρες που άξιζε. Μαθόντας όμως πως ο Ιουστινιανός πήγαινε να την καταπείση ο ίδιος, βγήκε και πρόσπεσε στα πόδια του αυτοκράτορα κ' έδωσε χάρισμα το οικόπεδο, και μόνο τον παρακάλεσε να τη θάψουνε στο έμπασμα του ναού σαν πεθάνη για να συχωρεθούν οι αμαρτίες της.

Αν είναι αλήθεια πως σαράντα μέρες ύστερ' από την πυρκαγιά είταν αρχινημένο το θεμέλιωμα του καινούριου ναού, πρέπει να τοιμάζουνταν ο Ιουστινιανός για το νέο χτίσιμο πριν την πυρκαγιά. Ή σαράντα όμως ή πιώτερες, ξέρουμε πως σ' έξη περίπου χρόνια τέλειωσε ο ναός, και στα 537, 24 του Χρίστου, τελέστηκαν τα εγκαίνιά του. Κ' είναι να θαμάση άνθρωπος πώς κατορθώθηκε τέτοιο μεγαλούργημα σε τόσο λίγον καιρό. Πόσο στοίχισε το χτίριο δεν το καλογνωρίζουμε. Ο πιθανώτερος αριθμός φαίνεται πως είναι τρεις χιλιάδες κεντηνάρια μάλαμα (ως 360 μιλλιούνια δραχμές).

Κάποια περιγραφή του ναού θα γίνη αλλού, καθώς είπαμε. Εδώ μπορούμε το πολύ να μπούμε μέσα με τη φαντασία, και θωρώντας περίγυρα, να θαμπώσουν τα μάτια μας από τ' αριθμητά χρυσά κι αργυρά σκεύη, από τα διαμάντι κι από το μαργαριτάρι. Να θαμάσουμε τις θεόρατες κολώνες και τις απανωτές καμάρες, που λες και λαφροπετώντας ανεβαίνουνε και στηρίζουν το μεγάλο τον τρούλλο που στεφάνωνε το χτίριο. Να βλέπουμε τ' αμέτρητά του στολίδια περιχυμένα από το φως που πέφτει από του μεγάλου τρούλλου τα εικοσιτέσσερα παράθυρα, που λες από μέσαθε κι όχι απέξω έρχονται οι αχτίδες του. Άλλο της κλασσικής αρχαιότητας να μη βλέπης παρά την απλότητα, κι αυτή μετρημένα. Τάλλα όλα νέα και μ' αλλαγμένη μορφή, μάλιστα οι καμάρες κ' οι θόλοι, άγνωστοι στους ελληνικούς καιρούς, στην εποχή δηλαδή της απλής γραμμής, γνωστοί όμως τώρα κι από τη Ρώμη κι από την Ασία, και πιο ταιριαστοί με το νέο χαρακτήρα που πήρε το έθνος.

Κι άλλο δε μας μένει ύστερ' από τα λίγα αυτά που σώνουν εδώ, παρά να προσπέσουμε και να προσκυνήσουμε με τη φαντασία μέσα σ' όλην εκείνη τη λαμπρότητα, ίσως κι ακουστούν οι προσευκές μας ως εκεί που πρέπει, και περάσουν τα ναμάζια και φύγουνε σα διαβατάρικη μπόρα από κει που έντεκα αιώνες αντιλαλούσαν οι χριστιανικές οι δοξολογίες.

Της άξιζαν τα εγκαίνια που της έκαμαν τέτοιας μεγαλόπρεπης εκκλησιάς. Αλύπητα μοιράστηκαν τα δώρα τη μέρα εκείνη. Ανάστατη όλη η Πόλη ακολουθώντας τη λαμπρή συνοδιά — βασιλέα, πατριάρχη, αυλικούς κι αρχόντους, από το παλάτι ως το ναό. Πρώτος ξεπέζεψε ο Ιουστινιανός και μπήκε, προχώρησε ως τον άμπωνα, δόξασε το Θεό που τέλειωσε το μέγα του έργο, και φώναξε από τη χαρά του «Σε νίκησα Σολομώντα».

Δεν είναι μήτε της δουλειάς μας, μήτε πολύ γνωστικό μας φαίνεται να ξετάζουμε τι θα γινότανε αν τύχαινε και βασίλευε στην Κωσταντινούπολη διαφορετικός άνθρωπος από τον Ιουστινιανό. Πρέπει να τον κοιτάζουμε καταπώς είτανε. Μας έκαμε μεγάλα κακά, και το μεγαλήτερο, που έβαλε μπόδια τεχνητά σε ίσιο και σε φυσικό δρόμο. Έρριξε βράχους και χώματα να γυρίση τον ποταμό. Γύρεψε να ξαναφέρη το ρωμαϊκό κράτος με τις παλιές του δόξες. Σηκώθηκαν κατόπι τα φυσικά τα στοιχεία, φούσκωσε η πλημμύρα της Ρωμιοσύνης, του τάπνιξε όλα πρι να βγη ο αιώνας, και πήρε τότες το δρόμο του το ξανανιωμένο το έθνος. Άρχισε τις φοβερές του μονομαχίες μ' Ασιατισμό, με Σλαβισμό, και κατόπι με Φραγκισμό. Ως το δέκατο πέμπτο αιώνα τους πολεμούσε σαν ήρωας τους δράκους του κόσμου. Οι χιλιόχρονες εκείνες μονομαχίες είναι τα καθαυτά προγονικά μεγαλεία μας. Και σα νάννοιωθε κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός το τι λογής αγώνες μας προσμένανε, μας έστησε το ιερό εκείνο μνημείο της Άγιας Σοφιάς, που μας σκέπαζαν και μας φύλαγαν οι θόλοι του πίστη, ελπίδα και θάρρος, για να παίρνη το έθνος δύναμη και να μαζεύη ηρωισμό στην καρδιά του κάθε φορά που ζύγωνε ο εχτρός.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

1 Στρατιωτικά και δοικητικά του έχτου αιώνα

Από δυο στοιχεία είταν καμωμένος ο βυζαντινός στρατός· από ντόπιους ταχτικούς κι από άταχτους ξένους, δηλαδή Φοιδεράτους. Μα δεν είταν πάλε μήτε οι ταχτικοί όλως διόλου καθαροί από ξένους μήτε οι ξένοι από ντόπιους. Και μήτε μαζεύουνταν οι ταχτικοί εκείνοι με στρατολογικό σύστημα σαν τα σημερνά, μόνο τους έδιναν ως είδος φόρο οι σενατόροι κ' οι αρχόντοι, άλλος έναν άλλος πιώτερους, κατά το έχει του ο καθένας· κάποτες και πολλοί μαζί έδιναν έναν. Και τους διάλεγαν όλους από τα πια χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, αφού όχι οι καλόγεροι μονάχα έμνησκαν έξω, μα κι όσοι μαζεύανε φόρους κ' οι γεωργοί.

Το σημαντικώτερο μέρος του στρατού είταν η καβαλλαρία. Διάλεγαν τους πιο παλικαρήσιους για το ιππικό και με μεγάλη τέχνη τους γύμναζαν. Είταν κατάφραχτοι αυτοί, αρματωσιά δηλαδή ολόσωμη με κοντάρι.

Το πεζικό δεν είταν και περίφημο. Κ' επειδή μήτε τους πλέρωναν πάντα, παρά τους άφιναν και άρπαζαν κάποτες καθώς στα 545 που τους έδωσε φόρα ο Βελισάριος, δεν μπορούσανε να τους έχουν και μεγάλη πειθαρχία.

Δεν πρέπει όμως να κρίνουμε το στρατιωτικό τον οργανισμό του καιρού εκείνου κατά τη σημερνή μας πείρα, παρά νανιστορούμε με τι λογής εχτρούς πολεμούσανε. Θα νοιώσουμε τότες πως μ' όλα του τα ψεγάδια πάντα καλλίτερος είταν ο στρατός εκείνος από τασκέρια που αντίκρυζε, που δεν είχανε μήτε μηχανικούς μήτε από τα καλλίτερα άρματα πάντα.

Όσο για τους άταχτους, άλλοι απ' αυτούς είταν ξένες φυλές αποκατεστημένες μέσα στον τόπο με τη συφωνία να φέρνουνε τόσους άντρες, άλλοι από φυλές γειτονικές, που τους έστελναν οι αρχηγοί τους του Αυτοκράτορα, με πληρωμή όμως από το δημόσιο ταμείο. Αίρουλοι, Γέπηδες, Λομπαρδοί, Ούνοι, Σαρακηνοί, Μαυρούσιοι κι άλλοι. Άταχτοι καθώς είπαμε κι αγύμναστοι αυτοί, αντρειωμένοι όμως και παλικαράδες, που ανεκατέβοντάς τους με τέχνη οι δικοί μας τους έκαμναν πολύ χρήσιμους.

Λογαριάζουν πως ο στρατός του Ιουστινιανού ανέβαινε ως 150 χιλιάδες περίπου. Είπαν και πιώτερους μα δεν είναι βέβαιο.

Κάμποσα ξεράσματα λέχτηκαν εναντίο του βυζαντινού στρατού της εποχής εκείνης, μα κι αυτά ξεθύμαναν πια τώρα σαν τόσα άλλα που μας καταλαλήσανε σε καιρούς που δε ζητιούνταν η αλήθεια, παρά κρατώντας το λυχνάρι η πρόληψη περπατούσε μέσα στα σκοτάδια σα νυχτοκλέφτης.

Αρκετή ιδέα μας δίνει ο βυζαντινός ο στρατός, το τι είταν άξιος να κάμη, με την πολεμική ιστορία του έχτου αιώνα. Ώστε ταφίνουμε αυτά, κι ερχούμαστε στη δοίκηση, τι λογής είταν αυτούς τους καιρούς.

Οι αλλαγές πούφερε ο Ιουστινιανός στη δοίκηση είταν είδος μισός δρόμος από το σύστημα του Διοκλητιανού ως το θεματικό σύστημα που ήρθε αργότερα.

Κατά τα συστήματα του Διοκλητιανού και του Κωσταντίνου είχαμε πρώτο, στρατιωτική και πολιτική δοίκηση χωρισμένες· δεύτερο, είδος ιεραρχική βαθμολογία στ' αξιώματα, π. χ. τον πραιτοριανό τον Έπαρχο μεταξύ Αυτοκράτορα κ' επαρχιακό Κυβερνήτη, δηλαδή Αντέπαρχο, και πάλε το Βικάριο, δηλ. το δοικητικό τον Ύπαρχο, μεταξύ Αντέπαρχο και πραιτωριανό Έπαρχο· και τρίτο, την κάθε επαρχία μοιρασμένη σε μικρότερα τμήματα.

Στο θεματικό πάλε σύστημα του 7ου και του 8ου αιώνα θα βρούμε όλο το ενάντιο· πολιτική και στρατιωτική δοίκηση ανεκατεμένες, τις «Διοίκησες» καταργημένες, τον πραιτωριανό Έπαρχο μήτε ψιλό όνομα, και τις επαρχίες μεγαλήτερες.

Ο δρόμος λοιπόν που πήρε ο Ιουστινιανός είταν ο δρόμος που τοίμαζε τον τόπο για τις μεγαλήτερες θεματικές αλλαγές. Π. χ. σε μερικές επαρχίες έδωσε στον ίδιον άνθρωπο και στρατιωτική και πολιτική, μα κ' οικονομική εξουσία. Κατάργησε μερικούς δοικητικούς Υπάρχους, και τέλος μερικά επαρχιακά τμήματα τα συχώνεψε σε μια μεγάλη επαρχία.

Άλλο μέτρο ριζοσπαστικό του Ιουστινιανού είναι που κατάργησε την Υπατεία. Ο Ύπατος από ανώτατος άρχοντας που είτανε στους παλαιούς καιρούς της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας κατάντησε ύστερ' από τον Αύγουστο σιγά σιγά γυμνός τίτλος που τονέ δίνανε σ' έξοχους ανθρώπους· και σ' άλλο δε χρησίμευαν παρά να γίνουνται αφορμή να πανηγυρίζη ο κόσμος την Πρωτοχρονιά μ' έξοδά τους. Με τον καιρό όμως τόσο μεγάλωσαν αυτά τα έξοδα, που την απόφευγε ο καθένας αυτή την τιμή. Κ' επειδή πολλές φορές τους βοηθούσε και το δημόσιο ταμείο, κι ο Ιουστινιανός τάθελε τα χρήματα για άλλους σκοπούς, πρώτα τα περιόρισε αυτά τα έξοδα, και κατόπι αφήκε ταξίωμα και κοιμήθηκε. Επίσημα όμως η Υπατεία καταργήθηκε πολύ αργότερα, και στο μεταξύ έβγαινε κάποτες κι από ένας Ύπατος, καμιά φορά κι ο ίδιος ο Αυτοκράτορας.

2 Φορολογικά συστήματα — Εμπόριο — Βιομηχανία

Πριν πάμε στα πιο κυριώτερα απ' όσα ξεδιαλύθηκαν από τους σημερνούς για το μεσαιωνικό μας φορολογικό σύστημα, ας ξανάρθουμε στο νόμο εκείνο του Αναστασίου που επίτηδες δεν τον πολυσκαλίξαμε για ναναφερθή σ' αυτό το κεφάλαιο. Δηλαδή στην κατάργηση του χρυσάργυρου, φόρου που μερικοί Βυζαντινοί τον περιέγραψαν ως είδος δόσιμο απάνω στο δικαίωμα του να κάμνη κανένας τις δυο φυσικές του ανάγκες. Κ' είταν αυτός ο φόρος ένα νόμισμα αργυρό για τους ανθρώπους κι από έξη φόλλες για τα ζώα. Φαίνουνται σαν πεισματάρικα λόγια αυτά, και το πιο πιθανό είναι ό,τι άλλοι πάλε έγραψαν, πως είτανε δηλαδή γενικός φόρος στα επαγγέλματα και στα ζώα, και πως μαζεύουνταν κάθε τέσσερα πέντε χρόνια.

Ας δούμε τώρα τι άλλους άμεσους φόρους είχαν τότες και τι λογής τους κανόνιζαν.

Από τον καιρό του Αύγουστου είχαν καταγραφή στην Ανατολή όλα τα χτήματα κι όλοι οι αχτήματοι κάτοικοι σε φορολογικές μονάδες. Capita τις έλεγαν τότες, ζυγοκέφαλα αργότερα. Απάνω σε κείνη την καταγραφή μαζεύουνταν οι φόροι, προσωπικοί και χτηματικοί· οι πρώτοι σε χρήμα, οι άλλοι σε καρπό ή και ζώα.

Στην αρχή κάθε λίγο δευτερώνουνταν αυτή η καταγραφή κι άλλαζαν τα βιβλία. Ύστερα όμως από το Μεγάλο τον Κωσταντίνο έπαψε αυτή η ταχτική ξαναδιόρθωση, και γίνουνταν άταχτα, κάποτες μόνο δω και κει. Τα μπαλλώνανε μ' άλλους λόγους. Έπαψε κ' η μονάδα να είναι η ίδια πάντα, κι ορίζουνταν εδώ τόση, εκεί τόση, σε ξεχωριστές διαταγές· διαταγές ταχτικές, δηλαδή ένας ορισμένος φόρος για τόσα χρόνια· κ' έχταχτες, δηλαδή ένα τόσο παραπάνω από τον ωρισμένο φόρο για τα χρόνια εκείνα. Οι πρώτες οι διαταγές ονομάζουνταν Ινδικτιώνες, οι άλλες Σουπερινδικτιώνες. Στου Κωσταντίνου τις μέρες η Ιδιχτιώνα βαστούσε δεκαπέντε χρόνια. Αργότερα οι ταχτικές επιταγές έγιναν παντοτεινές κι ονομάστηκαν Κανόνες. Οι έχταχτες όμως έβγαιναν πάντα κάθε λίγο, αγκαλά κολνούσαν κι αυτές κάποτες και γίνουνταν Κανόνες. Και μ' αυτόν τον τρόπο ο χτηματικός ο φόρος καταντούσε παντοτεινός.

Αυτά τα είπαμε κάπως περιστατωμένα για χάρη της Ινδικτιώνας, που και σαν έπαψε να δουλεύη για τη φορολογία, απόμεινε όμως μέτρημα επίσημο χρονολογικό από το Μεγάλο Κωσταντίνο ως την Άλωση. Κ' έτσι στα βασιλικά τα διατάγματα είχαμε πρώτη, δεύτερη, τρίτη, ως δεκάτη πέμτη «Ινδικτιώνος». Υπάρχει μάλιστα το σύστημ' αυτό ως τα σήμερα στα εκκλησιαστικά μας. Άρχιζε η Ιδιχτιώνα πρώτη του Σταυρού.

Στην αρχή το μάζεμα τω φόρων εκείνων τόπαιρναν απάνω τους οι Αρχόντοι κάθε χωριού. Κατόπι τους πλέρωναν οι μεγαλήτεροι χτηματίες ίσια στο βασιλικό ταμείο και για τα χτήματά τους και για τους ανθρώπους τους. Έτσι ξεχωρίστηκαν τα μεγάλα χτήματα κι ονομάστηκαν ιδιόστατα· και μείνανε στα χέρια των αρχόντω μόνο τα μικρά χτήματα (Στάσεις).

Το σύστημα καθαυτό, αν κι όχι από τα πιο φωτισμένα (αφού ο φόρος είταν απάνω στο χτήμα κι όχι απάνω στο σόδημά του) δε φαίνεται όμως κι ολότελα παράλογο, με το ν' ανάγκαζε νοικοκυρέους. και δουλευτάδες να βγάζουν όσο μπορούσαν πιώτερο εισόδημα. Κι αν το παραξήλωσαν πολλοί αυτοκρατόροι κι αρχόντοι βρίσκοντας από κάθε περιστατικό αφορμή να μεγαλώνουν τις μονάδες, καθώς κ' οι υπάλληλοι κλέβοντας όσο χωρούσε η τσέπη τους, αυτά μπορούσανε να γίνουν και μ' άλλα συστήματα· έτσι κι αν έπαθε τους καιρούς εκείνους η γεωργία και το εμπόριο, έφταιγαν οι βαρβαρικές οι πλημμύρες, κι όχι η φορολογία καθώς είπανε μερικοί. Όσο για τον άλλο λόγο που αναφέρθηκε, το πόση φτώχεια δηλαδή υπόφερνε ο τόπος τους πρώτους αιώνες από τον υψωμό της μονέδας, αυτό φυσικά σήμαινε πως όσο ακρίβαινε το μάλαμα και τασήμι, τόσο κατέβαιναν όλες οι άλλες τιμές. Κ' επειδή οι πιώτεροι, δηλαδή οι γεωργοί, δεν κέρδιζαν το καθημερνό τους σε χτήματα, παρά σε καρπό, πρέπει να υπόφερναν πολύ από τον κεφαλικό φόρο. Μα μήτε δω δεν έφταιγε, λέγουν οι άλλοι, το φορολογικό σύστημα, μόνο τα αίτια που έφεραν την ακρίβεια στα πολύτιμα μέταλλα.

Μεγαλήτερο όμως κακό απ' αυτά πρέπει να στάθηκε η ασυνείδητη η επιμονή του βασιλικού ταμείου ναπαιτή τους καταγραμμένους φόρους από χτήματα που ρήμαξαν οι βάρβαροι κι από σκλαβωμένα σπιτικά, που καταντούσε να φεύγουν πια οι γεωργοί από τα χτήματα να γλυτώσουν, να ταφίνουν ύστερα κ' οι νοικοκυρέοι τους. Κ' επειδή η μια αδικία φέρνει πάντα την άλλη, έβγαζε η κυβέρνηση ακόμα πιο τυραννικούς νόμους για να μαζεύη με τη βία τους φόρους από τέτοιους νοικοκυρέους. Και σα δεν τους έμνησκε πια τίποτις, πρόσφερνε η κυβέρνηση το παραιτημένο το χτήμα σ' όποιον αναλάβαινε να πλερώση τους απλέρωτους φόρους. Κι α δε βρίσκουνταν τέτοιος νοικοκύρης, το χάριζαν το χτήμα με τη βία σ' έναν από τους άλλους νοικοκυρέους! Αυτό είταν η λεγάμενη Επιβολή, και βρισκότανε στην ακμή της τον έχτο αιώνα.

Τα ίδια πάθαιναν κ' οι εργάτες των χτημάτων, οι γεωργοί. Έχοντας οι αρχόντοι του κάθε χωριού, καθώς κ' οι μεγάλοι νοικοκυρέοι, παρμένους απάνω τους τους δουλευτάδες, όντας δηλαδή υποχρεωμένοι να εγγυούνται τους φόρους τους, για να τους αλαφρύνη η κυβέρνηση από τέτοιο βάρος, τους έδινε το δικαίωμα να πιάνουν και να ξαναφέρνουν πίσω στο χτήμα τους όσους φεύγανε για να μην πλερώσουνε. Μ' αυτόνα τον τρόπο κάθε εργάτης είτανε να πούμε κολλημένος στο χτήμα που δούλευε. Κι όταν ακόμα στον τέταρτο αιώνα άλλαξε το σύστημα και δεν έδιναν εγγύηση οι αρχόντοι, πάλι έμειναν οι εργάτες κολλημένοι πια στα χτήματα σα μισό σκλάβοι μισό λεύτεροι, κι ονομάζουνταν πάροικοι, δουλοπάροικοι, εναπόγραφοι, και τέτοια. Μα κ' οι μικροί νοικοκυρέοι παρακάτω δεν υποφέρνανε (Μητροκωμίαι, Χωρία Ελευθερικά, αργότερα Κεφαλοχώρια), κι αναγκάζοντανε να ζητούνε βοήθεια από τους αρχόντους ή κι από μοναστήρια, γινόντανε δηλαδή είδος υποταχτικοί τους. Και το χερότερο, καταντούσαν καλόγεροι και χάριζαν τα χτήματά τους στις εκκλησιές και στα μοναστήρια.

Έτσι είταν τα πράματα ως τον έχτο αιώνα. Από τότες όμως και κάτω το μετρίασαν το κακό, πότε λιγοστεύοντας το ποσό του ζυγοκεφάλου, πότε και σβύνοντας απλέρωτους φόρους (λοιπάδες), κι αυτό έγινε και ξανάγινε αιώνες πολλούς. Μα κ' η επιβολή δεν είχε πια πολλή πέραση ύστερις από τον έχτο αιώνα· κάποτες μάλιστα, καθώς στον όγδοον αιώνα, έμεινε κι όλως διόλου νεκρό γράμμα· κι αν ξαναφάνηκε αργότερα, δε δούλευε όμως πια με την παλιά της σκληρότητα, ώσπου καταργήθηκε ολότελα στον εντέκατο αιώνα.

Πρι νάρθουμε στα εμπορικά και στα βιομηχανικά των καιρών εκεινώνε αξίζει να σημειώσουμε κάτι για τα δημόσια τ' αξιώματα, πώς δηλαδή πουλιούνταν κι αγοράζουνταν. Είναι αλήθεια πως κι ο Αναστάσιος κι άλλοι αυτοκρατόροι κατόπι ζητήσανε να το ρίξουν αυτό το σύστημα, μα τόσο απότυχαν, που πέντε αιώνες πέρασαν κι ακόμα τιμοκαταλόγους αξιωμάτων έγραφε ο Πορφυρογέννητος! Συνηθισμένα πράματα κι αυτά ως τα σήμερα, και σε κράτη μάλιστα από τα πρώτα. Όσοι κάθισαν κ' έγραψαν εναντίο των Βυζαντινών εξαιτίας αυτά τα άτοπα, ή μα την αλήθεια από το φεγγάρι κατέβηκαν ή ξεπίτηδες δεν τα βλέπανε τα δικά τους.

Δυο λόγια τώρα για το εμπόριο του έχτου μας αιώνα. Όταν έρθουμε στον έβδομο και στον όγδοο θα βρούμε αφορμή να πούμε κάτι για το εμπόριο και τη βιομηχανία που άνθιζαν και τότες κι αργότερα, μάλιστα κατά την Πελοπόννησο και την καθαυτό Ελλάδα. Εδώ όσα μόνο σώνουνε να μας δείξουν τι έκαμε ο Ιουστινιανός για τον τόπο, κι όχι μονάχα με δρόμους και με γιοφύρια και με μερικά άλλα μέτρα που έτυχε αφορμή να ειπωθούνε αλλού, παρά και φέρνοντας στο κράτος την πολύτιμη βιομηχανία του μεταξιού, που στάθηκε στη χώρα μέσα πηγή πλουτισμού κι από χρυσωρυχεία πολύ σημαντικώτερη. Είταν ως τα τώρα αγνώριστη αυτή η τέχνη έξω από την Κίνα. Το μετάξι καθαυτό είτανε γνωρισμένο, αφού σε πολύ πιο παλιούς καιρούς κατασκευάζανε λαμπρά μεταξωτά και στη Συρία κι αλλού· πολυέξοδο όμως, επειδή έφερναν το υλικό από την Κίνα με μεγάλους κόπους, με βαρειές θυσίες, και μέσον Περσίας. Πλέρωνε δηλαδή η πραμάτεια φοβερούς φόρους, και καμιά φορά σαν είχαμε Περσικούς πολέμους δεν περνούσε κιόλας. Από θάλασσα πάλε η μεταφορά του ακόμη πιο δυσκολώτερη. Στοχάστηκε λοιπόν ο Ιουστιανός να βρεθή τρόπος να μάθουν ατοί τους οι υπηκόοι του την τέχνη του μεταξιού, και βρέθηκε ίσια ίσια ο τρόπος που χρησιμεύει και στο σημερνό τ' αγγλικό εμπόριο με τα βάρβαρα έθνη, δηλαδή οι Μισιονάριοι του Ιουστινιανού, οι καλόγεροι που είτανε σκορπισμένοι από χρόνους και χρόνους στα σωθικά της Ασίας, με κοινότητες χριστιανικές στην Ιντική κι αλλού, που σημάδια τους ακόμα σώζουνται δω και κει.

Προχωρώντας λοιπόν αυτοί οι καλόγεροι κάποτες ως την Κίνα παρατήρησαν κ' έμαθαν το μυστικό τω σκουληκιών, έμαθαν και τι λογής θρέφουνται. Άμα τάκουσε αυτό ο Ιουστινιανός συναγροικιέται με δυο καλόγερους και του φέρνουνε στα 551 αυγά σκουληκιώνε στην Πόλη. Ζέσταναν τ' αυγά με κοπριά και γεννήθηκαν τα σκουλήκια. Τα ταγίσανε με συκαμηνόφυλλα, μεγάλωσαν κ' έκαμαν κουκούλια, βγήκαν οι πεταλούδες, και κρατήσανε μερικές για τ' αυγά τους. Φύτεψαν έπειτα και συκαμηνιές, κ' έτσι ριζώθηκε μέσα στο κράτος όχι η βιομηχανία μονάχα, μα κ' η καλλιέργεια της πολύτιμης της κλωστής. Από τη στιγμή εκείνη έγινε σωστή Καλλιφορνία ο τόπος, κ' η Πόλη ατέλειωτη πηγή που φόδιαζε όχι μονάχα το κράτος, παρά όλη την Ανατολή και τη Δύση, επειδή με το να είταν ντόπια η παραγωγή τώρα έβγαινε το πράμα και πιο φτηνό και πιο πολύ, κ' έτσι πήρε το Βυζάντιο όλου του κόσμου το μονοπώλα.

Αυτό το μεγάλο αγαθό σαν ανιστορεί κανένας πηγαίνει να του τα συχωρέση όλα του τα ελαττώματα του Ιουστινιανού, και να πη πως καλά τους ξεπλέρωσε του τόπου τους μεγάλους του φόρους. Μα να στοχαστούμε πως εξόν από τα μεταξωτά της έστελνε η ρωμιοσύνη του κόσμου, και μάλιστα της Ευρώπης, λογής λογής μάλλινα, λινά και πορφυρένια βιομηχανήματα, κι αμέσως καταλαβαίνουμε γιατί κατόρθωσε να φυλάγη τη δύναμη της τόσους αιώνες, ως τους δύστυχους χρόνους που άρχισε και χάριζε εμπορικά, προνόμια σε Γενοβέζους και σε Βενετούς.

Δεν είναι και πολύ εύκολο να ιστορηθούνε με το νυ και με το σίγμα όλα τα εμπορικά και βιομηχανικά συστήματα των καιρών εκείνων. Είπαμε ό,τι μας έμεινε γνωστό για το μετάξι, που είταν και το πιο σημαντικό. Άλλος κλάδος πολύ σημαντικός κι αυτός είταν τα πιατικά, που ήξεραν και τάβγαζαν οι δικοί μας γυαλιστερά, κ' είτανε χρώμα μαύρο ή σκούρο. Ακόμα πιο σημαντικό είδος όμως είταν οι «ψηφίδες», που είχανε μεγάλη ζήτηση σ' όλον τον κόσμο για τα μωσαϊκά που στόλιζαν εκκλησιές, παλάτια, λουτρά κι αρχοντόσπιτα. Έπειτα σταυροί κι άλλα θρησκευτικά στολίδια ή χρειαζούμενα· από την Πόλη κι αυτά. Οι σταυροί μάλιστα είτανε μεγάλο εμπόριο· μαλαματένιοι, ασημένιοι, πετραδοκόλλητοι, φιλτισένιοι, παντής λογής. Κι όχι μονάχα σταυροί από φίλτισι, παρά κι άλλα ομοιώματα και θρησκευτικά σημάδια και σύβολα, από το Βυζάντιο τα καλλίτερα πάντα. Μα και τα πολύτιμα στολίδια, από τα σκουλαρήκια και τα βραχιόλια ως τα μαργαριτάρια και τα χρυσάφια που κεντούσανε στα πέδιλά τους, πρέπει να τους δίνανε πάμπολλη δουλειά τους βυζαντινούς χρυσοχούς, καθώς βλέπουμε κι από την εικόνα της Θεοδώρας στο μωσαϊκό της Ραβέννας. Τέλος όπλα, αρματωσιές, πολιορκητικές μηχανές και κάθε άλλο πολεμικό μηχάνημα, το Βυζάντιο τα κατασκεύαζε κ' εκείνα.

Ας αναφέρουμε τώρα και κάτι άλλο πολύ σπουδαίο για φυλή που φαίνεται πως από την ώρα που φύτρωσε το παντρεύτηκε το εμπόριο! Όλη η Ανατολή στα χέρια μας είταν. Όντας μάλιστα οι Περσικοί πολέμοι έκοψαν το δρόμο από την Περσία, όχι μονάχα τα μετάξια, παρά και τα μουσελίνια κι άλλα ασιατικά προϊόντα, αντίς να τα εμπορεύουνται Ασσύριοι κ' Εβραίοι από στεριάς τάφερναν οι δικοί μας πότε από την Κασπία, και πότε από την Ερυθρή θάλασσα με τα πλοία τους.

Είναι όμως αλήθεια πως μήτε οι Εβραίοι μέσα στο κράτος παρακάτω δεν πήγαιναν. Είχανε μάλιστα αυτοί και την προστασία του βαρβαρικού του στοιχείου, όσο δεν είταν ακόμα ανακατεμένο με το ντόπιο· και τους προστάτευαν αυτούς οι βάρβαροι και μάλιστα ο Θοδορίχος, όχι από άλλο λόγο παρά για να μην αναγκάζουνται να προσμένουν το κάθε πράμα από τη δική μας ενέργεια.

Ονομάσαμε τους ξένους βαρβαρικά στοιχεία, όχι από καταφρόνια, ύστερ' από το καλό που μας έκαμαν οι ολοζώντανοι εκείνοι λεβέντηδες με το καινούριο τους αίμα μόνε από συνήθεια. Κ' είταν η Πόλη αλήθεια πασπερμία τους καιρούς εκείνους. Κάθε καρυδιάς καρύδι είχε μέσα του το ένα της μιλλιούνι. Γέπηδες, Γότθοι, Λομπάρδοι, Σλάβοι, Ούνοι, Ασιανοί, Εβραίοι, όλες οι γλώσσες μιλιόντανε στην ανατολική την πρωτεύουσα. Κι ως τόσο από επαρχία νάρθη Ρωμιός και να μείνη στην Πόλη ταπαγόρευε ο νόμος, εξόν αν είτανε για πολύ σημαντικό σκοπό.

3 Τέχνη από την αρχή ως τον έχτο αιώνα

Γενική ιδέα

Η βυζαντινή η τέχνη, της αξίζει κάποια σαν πιο αναλυτική μελέτη, επειδή, μαζί με τη θρησκεία στέκεται περίτρανο σημάδι της εθνικής μας ιδιοφυίας, και κάτι πιώτερο από τη φιλολογία. Μ' άλλους λόγους την ιδέα της η ρωμιοσύνη την αποκρυστάλλωσε με την τέχνη, και μάλιστα με την αρχιτεχτονική. Εκεί απάνω έγραψε το έθνος την ιστορία του πολλούς αιώνες, και την έγραψε σε δική του γλώσσα. Δε ζήτησ' εκεί να μιμηθή δουλικά την αρχαιότητα καθώς έκαμε γράφοντας στην αττική τα χρονικά του από Ευσέβιο ως Χαλκοκοντύλη. Παρθενώνα δε γυρέψανε να στήσουνε. Δε φυλάξανε μήτε τοσοδά από το κυριώτερο στοιχείο της παλιάς τέχνης, την ίσια γραμμή. Δικό τους δρόμο χαράξανε και στην αρχιτεχτονική, και στη ζουγραφική και στη μουσική. Θόλοι και καμάρες τα χτίρια. Ψηφιδωτοί και μυριόπλουμοι οι τοίχοι κ' οι οροφές τους. Περίλαμπρες οι κολώνες. Στοιχεία από παντού παρμένα, κι ως τόσο το σύνολο τους βυζαντινό. Όσο για τις εικόνες, σοβαρές πάντα και κανονικές, μα το ύφος τους, ο χαρακτήρας, από το χριστιανισμό φυσημένος, συμμαζεμένος δηλαδή και σεμνός, όχι πολυθεϊκός κι ολάνοιχτος. Το ίδιο κ' η μουσική· πήρε κι αυτή μέρος από τα παλιά και ταπόσωσε με τον ασιατισμό που σε κάθε κλωνάρι της εθνικής μας τέχνης κρυφοχώθηκε κ' έμεινε. Ίδια κι απαράλλαχτη καθώς την έχουμε στις εκκλησιές μας σήμερα και μας συγκινεί όσους δε μας αποξένωσε η φράγκικη μουσική· μόνο που τότες τη συνήθιζαν κι όξω από τη θρησκεία. Στις τελετές του ιπποδρομίου π. χ., είτε ύμνος είτανε προς τη Θεοτόκο από Πράσινους ή Βένετους, είτε χαιρετισμός προς τον αυτοκράτορα, ψελνότανε σε πλάγιο ήχο, ή στο βαρύ.

Τον είδαμε τον ασιατισμό και στην Αυλή, θα τονέ δούμε και στα φορέματα και σ' άλλα συνήθεια, από βασιλικά και κάτω. Τι παράξενο λοιπόν αν κι ο Χριστός ζουγραφιζότανε σε μιαν εποχή με χρυσοκέντητα βασιλικά φορέματα και με κορώνες πετραδοκόλλητες;

Παραλείποντας τη μουσική, που δε μελετήθηκε ακόμα καταπώς της αξίζει, αγγίζουμε τους άλλους σπουδαίους κλώνους της Βυζαντινής τέχνης, ζουγραφική κι αρχιτεχτονική· εδώ πέρα με γενικό τρόπο, κατόπι με κάποια ιστορική και περιγραφική χρωματιά, με τη χρειαζούμενη όμως συντομία πάντα.

Της ζουγραφικής εκείνης σύχρονο και σύρριζο παραβλάσταρο, και τόσο σπουδαίο που δύσκολα ξεχωρίζουνται οι δυο οι τέχνες, είταν τα μωσαϊκά, οι ψηφιδωτές ζουγραφιές που στόλιζαν τοίχους, πατώματα κι' οροφές. Τέχνη ελληνική φερμένη στη Ρώμη, κι από τη Ρώμη μεταφερμένη στην Πόλη. Παλάτια, λουτρά, εκκλησιές κι αρχοντόσπιτα, κατάστρωτα όλα με ψηφιδωτά έργα τεχνικά ξομπλιασμένα που παρασταίνανε ζώα, πουλιά, κάποτες και μυθολογικές ιστορίες. Στο μουσείο της Νεάπολης βρίσκεται τέτοια βυζαντινή ζουγραφιά. Μα και σε ναούς μέσα σώζουνται καθώς σε λίγο θα δούμε.

Οι θόλοι των εκκλησιώνε δίνανε λαμπρή αφορμή για τέτοια τέχνη. Καταστολιστήκανε λοιπόν από ψηφιδωτές ζουγραφιές αμίμητες. Και τόση αγάπη, τόσο σεβασμό την είχαν αυτή την τέχνη, που ο μεγάλος ο Κωσταντίνος δε φορολογούσε τους τεχνίτες της. Στη δόξα της όμως είταν αυτή η τέχνη τον έχτον αιώνα.

Και δεν είταν οι βυζαντινές οι «ψηφίδες» απλά πετράδια καθώς των Ελλήνων και τω Ρωμαίων, παρά τεχνητά· δηλαδή γυαλοκόμματα χρωματιστά ή και χρυσωμένα. Έτσι και σφαντούσανε πιώτερο, έδιναν και μεγαλήτερη ποικιλία στα χρώματα. Και με το νάβαζαν τις καλλίτερες στ' αψηλά, το σφάνταγμά τους από μακριά είταν πάντα λαμπρό. Τη χρωματική ποικιλία την έβλεπες μονάχα απάνω στην καθαυτό ζουγραφιά. Το έδαφος της ζουγραφιάς, είταν πάντα χρυσωμένο ή βαθύ γαλάζιο.

Έλειπε ως τόσο από τα ψηφιδωτά εκείνα, καθώς κι από τις κοινές εκκλησιαστικές ζουγραφιές, το λεύτερο το κίνημα, η πεταχτάδα, η αλλαγή. Κ' έλειπαν όλ' αυτά επειδής έλειπαν από τη βυζαντινή τη ζωή. Ψυχή της ζωής εκείνης είταν ο συντηρητισμός, σε όλα όσα πήραν είτε από τη Ρώμη είτε από το χριστιανισμό είτε κι από την Ασία. Συντηρητισμός που πρέπει να τονέ σεβούμαστε, επειδή πολλά μας φύλαξε κι' από πολλά μας γλύτωσε. Από της Νίκαιας τη σύνοδο ακόμα είταν κανονισμένο σε τι λογής τύπους απάνω έπρεπε να ζουγραφιέται ο Χριστός. Και παράδειγμα, πόσο δηλαδή τον έτρεμε τότες ο κόσμος το νεωτερισμό, έχουμε το ιστορικό του ζουγράφου που ζήτησε να ζουγραφήση το Σωτήρα κατά το πρότυπο του Δία κ' έμεινε ξερό το χέρι του. Αυτό μονάχα σώνει να μας δείξη τον κατατρεγμό που της είχε της παλιάς τέχνης ο νέος κόσμος.

Στην κοσμική ως τόσο ζουγραφική δεν είταν και τόσο δεμένη η φαντασία του Βυζαντινού του τεχνίτη. Σάνε ζουγραφούσε πολέμους, κυνήγια, και τέτοιες σκηνές ο βυζαντινός δεν είχε συνοδικούς κανόνες να τονέ χαλινώνουν. Τέτοιες όμως κοινές ζουγραφιές για κακή μας τύχη δε σώζουνται εξόν κάτι μικρογραφίες.

Εξόν από τις ψηφιδωτές και τις κοινές ζουγραφιές (δηλαδή της μεμπράνας), είχαν οι προγονοί μας και τις λεγάμενες κηρόχυτες. Ανεκατεύανε δηλ. το χρώμα με λιωμένο κερί, και με τη μάζα εκείνη ζωγραφούσαν τοίχους ή πλάκες ή σανιδοπινάκια. Είχαν όμως κι άλλα συστήματα για μικρογραφίες, καθώς λόγου χάρη τα λεγάμενα «χειμευτά έργα», χρωματιστές δηλαδή μικρογραφίες με χημικούς τρόπους βαλμένες απάνω σε μάλαμα ή σ' ασήμι.

Την αγάπη που είπαμε πως είχε ο Κωσταντίνος στους ψηφιδοζουγράφους την είχανε στ' αλήθεια τον καιρό εκείνο σ' όλους τους μαστόρους της τέχνης. Και σημαίνει αυτό πολύ, επειδή μας αποδείχνει πόσο σπουδαίο στοιχείο της βυζαντινής ζωής είταν η τέχνη. Σε κάθε τελετή είχε ξέχωρη τιμητική θέση ο ζουγράφος και παρουσιαζότανε λαμπροφορεμένος. Στο ιπποδρόμιο η κάθε φατρία είχε και τους ζουγράφους της, καθώς είχε τους «ποιητάδες» της. Μα και στις θανές των Αυτοκρατόρων είχαν οι ζουγράφοι χρέη να κάμουνε, ίσως να ιστορούνε σε πλάκες ταυτοκρατορικά κατορθώματα.

Όσο για τους ποιητάδες που αναφέραμε, η δουλειά τους είτανε να γράφουν ύμνους κ' εγκώμια στους αυτοκρατόρους. Σα να λέμε δαφνηφόροι. Μα είχαν κι άλλα χρέη· σαν τίναζαν π. χ. ψεγαδιάσματα η μια φατρία της αλληνής, αυτοί τους τα στιχουργούσανε.

Για την αγαλματική δε λέμε τίποτις, επειδή ξεψύχησε κι αυτή μαζί με την αρχαϊκή ζωή και με τους γυμνικούς αγώνες που την έθρεφαν κι αν έμνησκε ακόμα κάποια όρεξη στον κόσμο για γυμνές ομορφιές, την έπνιγε το χριστιανικό το μίσος προς κάθε «αφομοίωμα».

Ας έρθουμε τώρα στον πιο ξακουσμένο κλώνο της προγονικής τέχνης, την αρχιτεχτονική. Καθώς είπαμε, μήτε χνάρι της παλιάς τέχνης δεν παρατηρείς μέσα στη νέα τέχνη εξόν από τις κολώνες. Έφυγαν οι γραμμές κ' ήρθαν οι καμάρες κ' οι θόλοι. Ήρθαν από τη Ρώμη καθώς τόσα και τόσα άλλα. Ήρθαν όμως κι από την Ασσυρία κι απ' αλλού. Για δαύτο και του Διοκλητιανού το περίφημο παλάτι στα Σάλωνα (κι από το Διοκλητιανό πιο ασιατικώτερο μονάρχη δύσκολο νάβρουμε), είταν καμαροσκέπαστο σαν Αραβικό προσκυνητάρι. Οι βυζαντινοί ως τόσο πήγαν ακόμα πιο μακρήτερα, και μαζί με τις καμάρες βάλανε στους ναούς τους θόλους και παραθόλους. Το σύστημά τους αυτό πουθενά δε φαίνεται τόσο περίτρανα αποδειγμένο καθώς στο ναό της Αγιάς Σοφιάς, που από του Ιουστινιανού τον καιρό χρησίμεψε πρότυπο για κάθε άλλο ναό. Τολμηρό, μεγαλόπρεπο και δυνατό έργο, μνημείο που του άξιζε η δόξα που το στεφάνωσε, του άξιζε η μίμηση που τούκαμναν οι κατοπινοί οι χρόνοι. Αγιά Σοφιά και στη Θεσσαλονίκη, Αγιά Σοφιά και στην Τραπεζούντα, που σώζουνται κι αυτές ως τα σήμερα. Ολοξέχωρο μεγαλούργημα, που αν και μικρότερος ο θόλος του από το Πάνθεο της Ρώμης, με το να στέκεται όμως απάνω στα κυρτά εκείνα τα τρίγωνα που αφίνουν οι καμάρες δένοντας στ' αψηλά τις πελώριες κολώνες, φαίνεται πολύ μεγαλήτερος. Θα ιστορηθούν όμως παρακάτω τα πιο αξιοσημείωτα του εθνικού μας αυτού μνημείου, που σώνει μονάχο του ναντιπροσωπέψη όλη την αρχιτεχτονική του καιρού εκείνου. Λέμε του καιρού εκείνου επίτηδες, επειδή κάτι αργότερα αν κ' έμεινε πάντα ο ίδιος ο ρυθμός, και σε τούτο στάθηκε η Αγιά Σοφιά πρότυπο, άλλαξαν όμως οι θόλοι, και σε πολλούς ναούς τους έστηναν απάνω σ' οχτάγωνους γύρους· αλλού πάλε βάζανε σωρό θόλους και στόλιζαν τους γύρους εκείνους με διπλά ή μονά παραθυράκια· καθώς κι άλλες παρόμοιες αλλαγές. Της εποχής ως τόσο που ιστορούμε καθαυτό αρχιτεχτονικός τύπος είταν η Αγιά Σοφιά.

Ένα από τα χαραχτηριστικά της εποχής εκείνης είναι η φτωχουλή κι αστόλιστη θεωρία του χτίριου απέξω. Κάμποσο παράξενο τούτο, σα στοχαστούμε πόσο τους άρεζε η θεωρία τω βυζαντινών. Ίσως επειδή απέξω δεν πολυμαζεύουνταν ο λαός, μόνο μέσα πάντα, κ' έτσι μαζεύτηκε μέσα κι όλος ο στολισμός. Άλλαξε ως τόσο κάπως κι αυτό το σύστημα λίγο αργότερα.

Σε τρεις περίοδες τη χώρισαν τη Βυζαντινή την αρχιτεχτονική. Πρώτη περίοδο, της Βασιλικής. Ελληνορωμαϊκά χτίρια αυτά, πρώτα χτισμένα για δικαστήρια ή για παρόμοιους δημόσιους σκοπούς, κι αργότερα καμωμένα εκκλησιές. Είδος μισή εποχή που λες και μετάβαινε ο κόσμος από τον παλιό στο νέο ρυθμό. Άκμασε αυτό το σύστημα από Κωσταντίνο ως Ιουστινιανό. Δεύτερη έρχεται η περίοδο του θόλου, καμωμένου με πλίθους (αντίς τον παλιό τον ξυλότρουλλο), και στηριγμένου απάνω στα κυρτά τα τρίγωνα που ξηγήσαμε· κ' είταν αυτός ο θόλος στη μέση της εκκλησιάς καθώς της Αγιάς Σοφιάς ο θόλος. Κατόπι, κατά τον όγδοο αιώνα ήρθε η τρίτη η περίοδο, και βάσταξε ως τον εντέκατο αιώνα. Πολλοί θόλοι δηλαδή ακκουμπισμένοι απάνω σε γύρους στημένους σε τέσσερεις μεγάλες κολώνες απομέσα. Είχε κι άλλα χαραχτηριστικά η τρίτη εποχή, μα αυτά άλλοτες.

***

Ύστερ' απ' αυτή τη μικρή Εισαγωγή, ας ξετάσουμε κάπως πιο συστηματικά, σύντομα όμως πάντα, την ιστορία και τα συστατικά της ρωμαίικης τέχνης, από τον πρώτον ως τον έχτον αιώνα.

Τους πρώτους πρώτους χρόνους της χριστιανωσύνης, όταν η ελληνική τέχνη ακόμα έπαιρνε κ' έδινε, τότες που οι κλασσικοί εκείνοι χριστιανοί του πρώτου αιώνα τελούσανε στα κατώγια με λαμπάδες αναμμένες τις λεγάμενες Αγάπες (είδος μνημόσυνα για τους μαρτύρους τους), τότες ίσια ίσια έβγαινε κ' η χριστιανική τέχνη από της παλιάς τέχνης τα σπλάχνα, και το καλλίτερο παράδειγμα αυτής της πρώτης χριστιανικής τέχνης λεν πως είναι μια ζουγραφιά μέσα στις Κατακόμπες της Ρώμης που παρασταίνει τους Αποστόλους και τον Καλό Ποιμένα στη μέση με ταρνάκι στον ώμο. Η σωματική η γύμνια των προσώπων, ταστάχια που θερίζουνται καθώς και τα σταφύλια που τρυγιούνται περίγυρα, όλα παρμένα από την παλιά την τέχνη που ζούσε ακόμα, καθώς ζούσε κ' η παλιά η θρησκεία. Εικόνα μ' άλλους λόγους που μας θυμίζει τον «Κριοφόρο» τον Ερμή. Μα κι άλλες παρόμοιες ζουγραφιές βρεθήκανε στη Ραβέννα και στην Αλεξάντρεια. Έργα που δε μαρτυρούνε καμιάν αλλαγή μήτε στο ρυθμό μήτε στο χαρακτήρα της τέχνης, και που μήτε τον παρασταίνουν πάντα το Σωτήρα τον ίδιο, μόνε αλλού νέο και δίχως γένεια, αλλού πάλε γέρο και με γένεια. Μ' ένα καινούριο συστατικό όμως αυτά τα έργα, το συβολισμό. Συνήθιζαν π. χ. να ιστορούν απάνω στις εικόνες τους ψάρι, επειδή τότες το ψάρι λέγουνταν από το λαό ιχθύς· και το κάθε γράμμα αυτής της λέξης είχε το συβολικό του νόημα· δηλαδή, Ι(ησούς) Χ(ριστός) Θ(εού) Υ(ιός) Σ(ωτήρ). Έτσι κι ο Ποιμένας συβολική σημασία είχε βέβαια.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings