← Table of contents
Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Front matter (continued 4)

Reading edition

Είναι θλιβερά τα δυο μεγάλα δυστυχήματα που προξένησε ο ανοικονόμητος ο θυμός του. Πρέπει όμως να ιστορηθούνε κι αυτά.

Είτανε στην Αντιόχεια ταραγμένος ο λαός με τον κατατρεγμό του Αρειανισμού. Κι απάνω στην ταραχή του τόσο ερεθίστηκε, που τόλμησε και να σηκώση κεφάλι· πράμα πούγινε και ξανάγινε απανωτά, και μάλιστα στην Πρωτεύουσα, και που μας διδάσκει πως είχε δα και κάποια φωνή ο λαός και τότες, και δεν έσκυβε πάντα, μόνο και θρόνους αναποδογύριζε κάποτες. Έκαμε λοιπόν είδος στάση η Αντιόχεια στα 387 και για τον Αρειανισμό, κ' εξαιτίας που ο Θεοδόσιος τους είχε βάλει βαριούς φόρους. Και δε φέρθηκαν και πολύ άσκημα στην αρχή, παρά πήγανε στους Αρχόντους και τους παρακαλέσανε με σέβας να μετριάσουν τους βασιλικούς φόρους. Άμα όμως τους κακοδέχτηκαν οι Αρχόντοι και τους φοβέριξαν πως θα τους παιδέψουν, άναψαν τότες κι αυτοί. Κι απάνω στην άψη τους πηγαίνουν και γκρεμίζουν τους αδριάντες του Βασιλέα, καθώς και της Βασίλισσας της Φλασσίλας και τω δυο Βασιλόπουλων Αρκαδίου κι Ονωρίου, τους κομματιάζουν, και σέρνουν τα κομμάτια στους δρόμους. Γλήγορα καταπονέθηκαν όμως. Και σε τέτοια περίσταση έπρεπε φυσικά ο Θεοδόσιος να πη των ανθρώπων του να βρουν τους φταιξιάρηδες και να τους παιδέψη. Τι κάμνει όμως; Ανεβαίνει το αίμα του, και προστάζει να θανατωθούν πάμπολλοι από τους προύχοντες, να δημευτούν τα υπάρχοντά τους, να σταματήση το σιτηρέσιο που λάβαινε ο δήμος, και τέλος να κατεβαστή η Αντιόχεια σε σειρά μικρού χωριού. Κι ας είναι καλά ο Επίσκοπος της Αντιόχειας ο Φλαβιανός, ο δοξασμένος βουλευτής της ο Ιλάριος, ο περίφημος ο σοφιστής ο Λιβάνιος, και τέλος, καθώς θα δούμε, κι ο στρατηγός ο Καισάριος, που πήγαν και πρόσπεσαν και τονέ φέρανε στα συλλογικά του και την ακύρωσε τη βάρβαρη προσταγή.

Στο μεταξύ ως τόσο, πριν έβγη δηλαδή η ακύρωση, έγινε το ανάστα μέσα στην Αντιόχεια. Ακολουθώντας την πρώτη προσταγή κλείνουν οι Βασιλικοί αξιωματικοί τα θέατρα, τα λουτρά και το Ιπποδρόμιο. Σταματούν το σιτηρέσιο, και στήνουνε κριτήριο καταμεσή στο Φόρο, τάχα να βρουν τους ενόχους. Αλυσοδεμένους τους έφερναν εκεί πέρα όλους τους πλούσιους. Αντίς ανάκριση δούλευαν τα βασανιστήρια, κι όσο για τις απόφασες, Θεός κ' η ψυχή τους. Πάμπολλων ανθρώπων περιουσίες δημεύτηκαν, κ' έμειναν τα γυναικόπαιδά τους στους δρόμους. Κ' οι αξιωματικοί όμως αυτοί ακόμα, όσο σκληρά κι α φερθήκανε, δεν αποκοτούσανε, λέει, να εφαρμόσουν κάθε μέτρο της Βασιλικής προσταγής, παρά τους σπλαχνιούνταν κι αυτοί τους πολίτες. Είχαν κατέβει και κοπάδια Καλόγεροι κ' Ερημίτες, παρακαλώντας κι αυτοί να πάψη τέτοια φοβερή αδικία. Κ' έτσι δυο από τους μεγαλύτερους αξιωματικούς, ο Ελλέβικος κι ο Καισάριος, το πήραν απάνω τους και σταμάτησαν τον κατατρεγμό. Ο Καισάριος μάλιστα ανέλαβε να πάη ατός του στην Πρωτεύουσα και να μιλήση του Θεοδοσίου. Και βρίσκοντας τονέ μαλακώτερο κατά καλή τύχη, έχοντας και τη βοήθεια των άλλων που αναφέραμε παραπάνω, τονέ μετάπεισε και φιλιώθηκε πάλι με την Αντιόχεια, Ξαναπόχτησαν τότες οι πλούσιοι τα υπάρχοντά τους κ' οι φτωχοί την ησυχία τους, και γλύτωσε η Αντιόχεια από μεγάλη καταστροφή.

Κι αυτά ως τόσο δεν είναι τίποτις ομπρός στα πολύ φοβερώτερα που έπαθε η Θεσσαλονίκη τρία χρόνια κατόπι (390).

Η μεγάλη και δοξασμένη αυτή Πρωτεύουσα του Ιλλυρικού είταν τότες Γότθους γεμάτη. Τους Γότθους αυτούς, πράμα πολύ φυσικό, δεν τους πολυχώνευαν οι ντόπιοι, κι όχι τόσο από φυλετική όχτρητα, όσο από τις ληστείες και τις αρπαγές που βασάνιζαν τη χώρα αφότου σκορπιστήκανε στο Βασίλειο μέσα. Για να τους συμμαζεύη λοιπόν ο Θεοδόσιος τους διόριζε φρουρούς εδώ και κει, και τέτοια μια φρουρά είχε κ' η Θεσσαλονίκη. Έτυχε τότες κάποιος άνθρωπος του Ιπποδρομίου να προσβάλη ένα σκλαβόπουλο του Γότθου φρουράρχου, του Βοδερίκου. Τακούει αυτό ο Βοδερίκος και τονέ φυλακίζει. Επειδή όμως κ' ήθελαν οι Θεσσαλονικιώτες να πανηγυρίσουν Ιπποδρομικό αγώνα, κ' είχαν ανάγκη του φυλακισμένου εκείνου, επιμένανε και καλά να τον ξελευτερώση ο Βοδερίκος. Αυτός όμως, φρόνιμα κάμνοντας, αρνήθηκε τέτοιο πράμα. Μα ο λαός, που έβραζε από το μίσος που τους είχε τους Γότθους, ξεσπάνει, και γίνεται φοβερή στάση. Θανατώνουν το Βοδερίκο και πολλούς αξιωματικούς του, και σέρνουν τα κορμιά τους στους δρόμους μέσα. Ο Θεοδόσιος είταν τότε στο Μιλάνο. Μόλις ήρθανε σταυτιά του τα γενάμενα, και φρένια τονέ συνεπαίρνει, να παιδευτή και καλά η Θεσσαλονίκη δίχως δίκη, δίχως ανάκριση. Αίμα έφτυσε, που λέει ο λόγος, ο Επίσκοπος του Μιλάνου ο Αμπρόσιος ώσπου να τον καταπείση ναλλάξη γνώμη. Ο κακορρίζικος όμως ο Μάγιστρος ο Ρουφίνος, παμπόνηρος Γαλάτης, που θα τονέ δούμε κι αυτόν αργότερα, τούβαζε ολοένα του Θεοδοσίου φιτίλια. Κ' είχε δεν είχε τον κατάφερε πάλι το Βασιλέα και ξαναγύρισε στην πρώτη απόφαση, κέστειλε το επίσημό του διάταγμα να τιμωρηθούν οι Θεσσαλονικιώτες. Καλλίτερα δε γύρευαν κ' οι Γότθοι της Θεσσαλονίκης. Γλήγορα το ξαναμετάνοιωσε, λένε, ο Θεοδόσιος, μα πού να προφτάξη πια δεύτερη προσταγή! Άμα παράλαβαν το πρώτο διάταγμα οι Γότθοι, μήτε στιγμή δεν έχασαν. Προσκαλούν τους Θεσσαλονικιώτες μέσα στο Ιπποδρόμιο, τάχα να σεριανίσουν Αγώνες που ο Βασιλέας παράγγειλε να τελεστούνε για χάρη τους. Ανυποψίαστοι αυτοί και πρόθυμοι πάντα για γλέντι, μαζεύουνται όσες χιλιάδες χωρούσαν, κι απάντεχαν την παράσταση. Και τι παράσταση! Του Γαρδικιού το δράμα απαράλλαχτο, μόνο που είτανε στα Γαρδίκι εφτακόσοι όλοι όλοι, και δω δέκα και παραπάνω φορές πιώτεροι, τοιχογυρισμένοι μέσα στο Ιπποδρόμιο. Σε τρεις ώρες μέσα ρουθούνι δεν έμεινε από τους ταλαίπωρους εκείνους, κι όχι άντρες μονάχα, παρά και γέροι και γυναικόπαιδα.

Μήτε το πρόσωπό του να δη του Θεοδοσίου ο μεγάλος ο Αμπρόσιος σαν την άκουσε αυτή τη σφαγή. Τούγραψε γράμμα και του παράστησε την τρομερή αμαρτία που έπραξε, παρακινώντας τονέ να ξεπλύνη την κολασμένη ψυχή του με δέηση, με νηστεία και μ' αγρύπνια. Συνέφερε τότες ο Θεοδόσιος, και σταλήθεια μετάνοιωσε. Κι αφού έμεινε μερικόν καιρό τραβηγμένος και βασανισμένος από τη συνείδησή του, πρόβαλε μια μέρα στη Μητρόπολη να λειτουργηθή. Παρουσιάζεται τότες ο Αμπρόσιος στης εκκλησιάς το νάρθηκα, και του λέει να μη σιμώση και μολύνη το Ναό του Θεού με την παρουσία του, και πως τέτοιο αμάρτημα χρειάζεται καιρό και καιρό μετανοιωσύνη και προσευκή. Έκαμε ο Θεοδόσιος νανοίξη ομιλία και να πη πως κι ο Δαβίδ μαθές όχι μονάχα φονιάς, μα και μοιχός έγινε, κι ως τόσο από τέτοιες τιμωρίες δεν πέρασε. — «Μετάνοιωσε όμως» αποκρίθηκε ο Ιεράρχης «κ' υπόφερε βάσανα και βάσανα από τις αμαρτίες του. Και καθώς τονέ μιμήθηκες στην πράξη του, να πας τώρα να τονέ μιμηθής και στη θεογνωσία». Έμεινε τότες ο Θεοδόσιος άλλους οχτώ μήνες αφορισμένος και τιμωρημένος από τους εκκλησιαστικούς κανονισμούς, ώσπου Χριστούγεννα ανήμερα ξαναπήγε στην εκκλησιά και ξομολογήθηκε μεγαλόφωνα ομπρός στον κόσμο, πέφτοντας πίστομα χάμω, και φωνάζοντας καθώς ο Δαβίδ, «Εκολλήθη τω εδάφει η ψυχή μου, ζήσον με κατά τον λόγον σου».

Αυτά είναι τα δυο μεγαλήτερα στίγματα στο μέτωπο του Θεοδοσίου· στίγματα που δεν είχανε μήτε πολιτική αφορμή μήτε στρατηγική, παρά μόνο και μονάχο τα βάρβαρο κι αχαλίνωτο πάθος του.

Ας ξηγήσουρε τώρα με δυο λόγια και το πώς βρισκότανε κάποτες και στη Δύση ο Θεοδόσιος.

Θυμούμαστε πως στα 383 έδωσε τόπο της οργής και παραδέχτηκε το Μάξιμο Αυτοκράτορα τότες που δολοφονήθηκε ο ευεργέτης του ο Γρατιανός. Μετά τέσσερα λοιπό χρόνια ο Μάξιμος πολεμάει το συνάδερφό του το Δεύτερο Βαλεντιανό, και τονέ διώχνει από την Ιταλία. Δεν μπόρεσε πια τότες να βαστάξη κι ο Θεοδόσιος, παρά ξεκινάει και χτυπάει το Μάξιμο στον ποταμό Σάο (388), τονέ θανατώνει, και δίνει του Βαλεντιανού όλη τη Δυτική Εξουσία. Άλλα τέσσερα χρόνια (392), και φονεύει και το Βαλεντιανό ένας Φράγκος του στρατηγός, ο Αρβαγάστος, κι ανεβάζει στο θρόνο κάποιο γραμματικό Ευγένιο. Πάλι λοιπόν ο Θεοδόσιος, αφού πρώτα έστειλε τον ευνούχο του Ευτρόπιο και ρώτηξε τον ερημίτη τον Ιωάννη που φώλιαζε τότες και πενήντα χρόνους σιμά στη Θηβαΐδα μέσα σε θεοσκότεινη τρύπα, και μήτε γυναίκα δεν έβλεπε, μήτε θροφή κατασκευασμένη απ' ανθρώπινο χέρι δεν έψαχνε, παρά τρώγοντας αγριόχορτα περνούσε τη ζωή του με προσευκές και μελέτες, αφού λοιπόν τονέ ρώτηξε τον Ιωάννη ο Ευτρόπιος ανίσως και θάχη καλό τέλος νέα εκστρατεία, και προφήτεψε ο Ιωάννης πως θα χυθή ποτάμι το αίμα, μα πως θα νικήση ο Θεοδόσιος, — ξεκίνησε τότες ο Αυτοκράτορας με μεγάλο στρατό, αντάμωσε τον Ευγένιο στα 394, τον τσάκισε και πήρε όλη την εξουσία, Ανατολή και Δύση.

Δεν έμεινε όμως πολύν καιρό γενικός Αυτοκράτορας, επειδή στα 395, Γεννάρη μήνα, απέθανε από δρώπηκα αφού μοίρασε το Κράτος στους δυο του γιους, Αρκάδιο κι Ονώριο.

Τέτοιος είταν ο Μεγάλος ο Θεοδόσιος. Ανάγκη δεν είναι να ξεδιαλύνουμε πάλι το χαρακτήρα του. Ξεδιαλύθηκε αρκετά με τα έργα του, και φάνηκαν τα προσόντα του, και καλά κι αχαμνά.

Ένα όμως πράμα πρέπει ναναφερθή. Το πήραν κατάκαρδα μερικοί, και μάλιστα δικοί μας, που σκόρπισε Γότθους μέσα στον τόπο, και τάχατες νόθεψε τη φυλή μας, έξω από τάλλα κακά που προξένησε με το να διόριζε τέτοιους βαρβάρους σε σπουδαία πολιτικά και στρατιωτικά αξιώματα. Σάματις μπορούσε και να τους καταπιή σα δράκος να γλυτώση ο τόπος! Έπειτα, καθώς ξηγήθηκε παραπάνω, φυσιολογικά μιλώντας, η φυλή μας άλλο παρά όφελος δεν μπορούσε νάχη με τη Γοτθική αυτή ανακατωσιά. Κι αν είτανε και βάρβαροι, ήξερε πάντα η Ρωμιοσύνη και τους έκαμνε δικούς της με τον καιρό τους τέτοιους, κι απόδειξη που μετά μερικούς αιώνες μήτε σημάδι Γότθου δεν απόμεινε μέσα στο Γένος.

Δε λέμε πως δεν έπαθε μερικά δεινά από τους Γότθους η Ρωμιοσύνη. Έπαθε. Μα είταν αναπόφευγα, και το κάτω κάτω πολύ μικρότερα παρ' αν τύχαινε και μας καταχτούσαν οι Γότθοι, αν ξεφύτρωνε δηλαδή δεύτερος Βάλεντας κι όχι ο Θεοδόσιος. Κι αν πάθαμε πάλε και τόσα δεινά, και μάλιστα ηθικά, δεν έφταιγαν όλως διόλου κ' οι Γότθοι, παρά έφταιγαν κ' οι δικοί μας, που δεν είναι δα να πης πως είχαν οι ίδιοι τους Σπαρτιατικά συστήματα, μόνο άρχιζε και τον έτρωγε σαν ψώρα τον τόπο ένα είδος παραλυσία, και κοινωνική και πολιτική, καθώς θα δούμε σε λίγο. Ως κ' οι Λεγεώνες πια δεν τους ερχότανε να γυρίζουνε στη χώρα με τις αρματωσιές τους. Δεν μπορούσανε, λέει, να τις σηκώνουνε! Με τέτοια συστήματα φυσικό πράμα να πάρη απάνω του ο Γότθος, κι αυτό έγινε κάμποσον καιρό.

Η Γοτθική λοιπόν η πολιτική του Θεοδοσίου είταν, καθώς είπαμε, τέλεια, γνωστικιά, κι ανάλογη μ' ό,τι θάκαμνε κ' ένας σημερνός μεγάλος πολιτικός. Τέτοιο είταν και το πνέμα της εκκλησιαστικής του πολιτικής· γνωστικό και λογαριασμένο. Να συστηθή αναγνωρισμένη Εκκλησία μέσα στο Κράτος· να λείψουν πια τα αιώνια τα σκάνταλα. Αν κακοφαρμόστηκε, το είδαμε το γιατί. Δεν είχε ο καλότυχος την αρετή να περιορίζη μήτε τους αυλικούς του μήτε το θυμό του. Κ' έτσι έφερνε κάποτες αταξία και ρήμαξη εκεί που γύρευε να θεμελιώση τάξη κ' ειρήνη.

Όσοι θελήσανε να ιστορήσουν το Θεοδόσιο όσο γίνεται τέλεια ανάφεραν κι άλλα προσόντα του, όλα τους όμως ασήμαντα· π. χ. πως είταν πιστός σύζυγος, πως αγαπούσε να διαβάζη ιστορικά βιβλία, πως άμα αποτελείωνε μεγάλη δουλειά τόρριχνε στην ακαμωσιά, κι άλλα τέτοια. Ταφίνουμε αυτά για μερικούς μεγαλονόματους Ιστορικούς που το χαίρουνται να μεγαλολογούνε με τα μικρά και να μικρολογούνε με τα μεγάλα.

ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΛΕΟΝΤΑ 395 — 474

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αρκάδιος, Ρουφίνος, Ευτρόπιος

Όσο κι αν πάσκισε ο Θεοδόσιος να σμίξη τους βαρβάρους με τα ντόπια στοιχεία και να ψαλιδίση τα φτερά τους μ' αυτή την πολιτική, τέτοια δουλειά δεν μπορούσε να γίνη άψε σβύσε. Αν τύχαινε και τούμοιαζε ο διάδοχος του, άλλος ο λόγος. Ο Αρκάδιος όμως, ο διάδοχος της Ανατολής, δεκοχτώ χρονών αγώρι, δεν πήρε από τον πατέρα του. Τον παρασταίνουν κοντό, μαυριδερό, λιγνό, ασύστατο, κοιμισμένο, κ' ίσως πιώτερο θα του ταίριαζε τόνομα Αρκούδιος. Τέτοιο πλάσμα πώς να κυβέρνηση και πώς να βαστάξη εξουσία! Την άρπαξαν την εξουσία και τη δύναμη τα όρνια που φτερουγιάζανε γύρω του, οι Ρουφίνοι κ' οι Ευτρόπιοι κ' οι Γαϊνάδες. Είναι σιχαμερή η ιστορία της εποχής του. Είναι όμως σύγκαιρα και δραματική, άφησε που μας διδάσκει και κάμποσα δικά μας.

Ο τετράξυπνος κι' ο παμπόνηρος ο Ρουφίνος, που τον ανταμώσαμε κάπου στάλλο το κεφάλαιο, αυτός είναι που την πρωτάρπαξε την εξουσία της Ανατολής, κ' έπαιζε στα δάχτυλα του τον Αρκάδιο, καθώς πάλε στη Δύση τον πιο μικρότερο τον Ονώριο, που τούπρεπε κι αυτουνού Ονάριος να λέγεται, τον είχε του χεριού του ο Βάνταλος ο Στηλίχωνας. Όσο μικροκάμωτος και ασήμαντος είταν ο Αρκάδιος, άλλο τόσο αψηλός κι αντρίκιος ο Πραιτωριανός του Έπαρχος ο Ρουφίνος. Μα κ' η ψυχή του τόσο φιλόδοξη, αρπάχτρα και ψεύτρα, όσο νωθρή και νυσταγμένη του Βασιλέα του. Λένε μάλιστα πως και σύθρονός του ορεγότανε να γίνη του Αρκαδίου.

Αναμεταξύ πάλε Ρουφίνου και Στηλίχωνα, φαρμάκι έχτρα και ζούλια. Και τι φυσικώτερο πράμα, αφού είχε κι ο Στηλίχωνας τους σκοπούς του και δεν πήγαινε μήτ' αυτός παρακάτω στην πονηριά. Μα και το στρατό της Ανατολής τον κράταε αυτός ακόμα στη Δύση, που τον είχε εκεί φερμένο ο Θεοδόσιος καθώς είδαμε. Δεν αργήσανε λοιπό ναρθούνε στα μαχαίρια οι δυο αυτοί αρχηγοί. Στο μεταξύ ως τόσο έπαθε απερίμενο πάθημα ο Ρουφίνος. Για νάχη κι αυτός συμπεθεριό με το Βασιλέα καθώς ο Στηλίχωνας είχε με τον Ονώριο, στοχάστηκε να δώση τη μοναχοκόρη του στον Αρκάδιο. Ένα σκαλοπάτι τότες, κι ανέβαινε κι ο ίδιος το θρόνο. Έτυχε όμως να λείψη στην Αντιόχεια, για να παιδέψη κάποιον άλλον εχτρό του· κι απάνω στην απουσία του ο γέρος, ο φαλακρός, ο θεοπόνηρος ο Ευτρόπιος, ο Πραιπόσιτος των Κουβικουλαρίων, πρώτος δηλαδή θαλαμηπόλος, που ανέβηκε σ' αυτό το αξίωμα από τους δρόμους μ' όσο γίνεται άτιμα μέσα, σοφίζεται να του βρη δική του νύφη του Βασιλέα, και του βρίσκει την όμορφη και τη φραγκογεννημένη Ευδοξία (395). Γυρίζει λοιπόν ο Ρουφίνος στην Κωσταντινούπολη, και τι να δη; Την Ευδοξία στο θρόνο! Χολόβρασε, έσκασε, μα δε σύφερνε και να τα βάλη με τη Βασίλισσα. Δίνει λοιπόν τόπο της οργής, και ξαναρχινάει τις μάχητές του με το Στηλίχωνα, κι ας μην είχε και συμπεθεριό με το Βασιλέα.

Την αφορμή του την έδωκαν οι ΒισιΓότθοι της Μοισίας και Θράκης, που σηκώθηκαν άμα γύρισαν από τους δυτικούς πολέμους, δηλαδή μερικούς μήνες μετά το θάνατο του Θεοδοσίου, και πρι γυρίση ο άλλος στρατός. Τι τους παρακίνησε τους ΒισιΓότθους και σηκωθήκανε, καλά καλά γνωστό δεν είναι, μα δύσκολο δε φαίνεται και να το μαντέψουμε. Δεν είχανε Θεοδόσιο τώρα να τους καλοπλερώνη· δεν έγινε και το χατίρι του αρχηγού τους του Αλαρίχου που το είχε μεγάλη λαχτάρα να διοριστή Πρωτοστράτηγος. Άξαφνα λοιπόν Αλαρίχος και ΒισιΓότθοι βγαίνουν και πλημμυρίζουνε Μακεδονία, Μοισία, Θράκη. Ξετινάζουν αποπάνω τους ό,τι πολιτισμό τους είχε δοσμένο η καινούρια πατρίδα τους, και χυμίζουνε σαν πρώτα αγριεμένοι, αχόρταγοι, λυσσαγμένοι. Ως τα πρόθυρα της Πρωτεύουσας αποκότησαν κ' ήρθανε. Βγαίνει τότες ο Ρουφίνος, ανταμώνει τον Αλαρίχο, και πασκίζει με κάθε τρόπο να τον καθησυχάση. Ύστερα ξαναμπήκε στην Πόλη κ' είπε του Αρκαδίου πως τον καθησύχασε· η αλήθεια όμως είναι πως για να τον ξεκάμη, τον κατάπεισε να ξεκινήση κατά την Ελλάδα, που ως εκατό χρόνους μένοντας απείραγη από ξένους, είχε πιώτερα πλούτη για κούρσεμα.

Από την άλλη μεριά μην έχοντας, καθώς ξέρουμε, το στρατό του ο Αρκάδιος, στέλνει μήνυμα του Στηλίχωνα να πάρη το στρατό και να κατέβη να διαφεντέψη το Κράτος. Αυτό ήθελε κι ο Στηλίχωνας, ν' ανακατευτή στ' Ανατολικά. Μια δυο λοιπόν και κατεβαίνει στη Θεσσαλία, όπου στο μεταξύ έφτασε κι ο Αλαρίχος. Πρέπει εδώ να σημειωθή πως οι νεώτεροι Ιστορικοί βρίσκουν το Στηλίχωνα πιο φταιξιάρη κι από το Ρουφίνο κι από τον Αλαρίχο· μερικοί τους μάλιστα υποψιάζουνται πως αυτός τούβαλε του Αλαρίχου φιτίλια και σηκώθηκε. Όπως κι αν είναι, όταν έφτασε στη Θεσσαλία ο Στηλίχωνας, βρήκε τον Αλαρίχο τρυπωμένο μέσα σε ταμπουρωμένο στρατόπεδο, κι άθελο να πολεμήση. Ανάβοντας ο Ρουφίνος από ζούλια στο μεταξύ, καταπείθει τον Αρκάδιο και μηνάει του Στηλίχωνα να στείλη το στρατό στην Πρωτεύουσα, και να τραβήξη αυτός στα λημέρια του. Παραδίνει τότες ο δυτικός Έπαρχος την αρχηγία στο Γότθο το Γαϊνά, αποτραβιέται, κ' έτσι έμεινε ο Αλαρίχος του κεφαλιού του, κέφερε στην Ελλάδα φοβερή ρήμαξη, που χρόνους βαστούσανε τα σημάδια της.

Έρχεται ως τόσο ο Γαϊνάς στην Πρωτεύουσα με τον ανατολικό στρατό, και βγαίνει ο Αρκάδιος με βασιλική παράταξη να τους προαπαντήση. Βγήκε κι ο Ρουφίνος μαζί του. Ζυγώνει ο Ρουφίνος να τους μιλήση και να τους καλοπιάση για να τους έχη μαζί του ανίσως και ταίριαζε να σκαλώση στο θρόνο, και κει απάνου του μπήγουνε μερικές σπαθιές, και πέφτει χάμω νεκρός. Πήρε τότες το κεφάλι του ο όχλος και τόσερνε μέσα στους δρόμους. Έκοψαν και το δεξί του χέρι, και το παρουσιάζανε στις πόρτες φωνάζοντας «Δόστε του του αχόρταγου!» Τέτοια πλεονεξία την είχε ο Ρουφίνος σαν πολεμούσε.

Θεός και ψυχή του του Στηλίχωνα, που θέλοντας μη θέλοντας τον υποψιάζεσαι πως αυτός ίσως καθοδήγεψε τους στρατιώτες, καθώς και τους φίλους του Ευτροπίου στην Πόλη μέσα.

Ας ξαναγυρίσουμε μια στιγμή στην Ελλάδα, να τα καλοδούμε του Αλαρίχου τα καμώματα. Μήτ' ο Γερόντιος, ο φρούραρχος της Θερμοπύλας, μήτ' ο Αντίοχος, ο Ανθύπατος της Αχαΐας, δεν τούδειξαν την παραμικρή αντίσταση του Αλαρίχου. Και το πιο θλιβερώτερο, όσοι καλόγεροι φωλιάζανε σε κείνους τους τόπους, σταθήκανε δεξί του χέρι στην καταστροφή της ειδωλολατρικής Ελλάδας, που αυτή μονάχα έμνησκε ακόμα απείραγη, και λάτρευε τους αρχαίους Θεούς της και φύλαγε τους ναούς και τα ιερά της, καθώς είδαμε στου Θεοδοσίου την ιστορία.

Ίσια λοιπό στη Βοιωτία οι ΒισιΓότθοι, και κείθε στην Αττική. Διαγούμιζαν, κούρσευαν, έσφαζαν τους άντρες, έπαιρναν τα γυναικόπαιδα σκλάβους. Το μόνο καλό, που τις δυο πρωτεύουσες, Αθήνα και Θήβα, δεν τις πείραξαν. Τη Θήβα, επειδή τη βρήκαν καλά τοιχογυρισμένη, και την Αθήνα πάλι, επειδή φαίνεται πως οι κάτοικοι της είχαν την γνώση και τον πιάσανε με το καλό· όμως αναφέρθηκε κι άλλος λόγος, πως μπαίνοντας δηλαδή ο Αλαρίχος αγνάντεψε στα τειχίσματα την Αθηνά αρματωμένη καθώς φαινότανε στ' αγάλματα, και τον Αχιλλέα καταπώς τον παρασταίνει ο Όμηρος σαν πολεμούσε τους Τρωαδίτες, και πως φοβηθέντας έστειλε κήρυκα και ζήτησε ειρήνη. Όποιος κι αν είταν ο λόγος που δεν πείραξε τους Αθηναίους, βέβαιο πως δεν είταν από παλικαριά τους, αφού μας το είπε καθαρά ένας σύχρονος πως για άλλο δεν μπορούσε η Αθήνα τότες να παινεθή παρά για το μέλι της. Σαν πήρε λοιπόν κ' έδωκε «όρκους», μπήκε στην πόλη και λούστηκε, και κάθισε στο τραπέζι με τους προυχόντους. Κατόπι τράβηξε κατά τα Μέγαρα, δίχως να φέρη βλάβη στην Αττική, μόνο που έκαψε το ναό της Δήμητρας και της Περσεφόνης στην Ελεψίνα.

Από τα Μέγαρα έπιασε τις πολιτείες με την αράδα και τις κούρσευε. Κόρινθο, Άργος, Σπάρτη, όλες τις πέρασε. Εδώ και κει απαντούσε κάποια αντίσταση, μα από χωρικούς, ασήμαντα πράματα. Και μόνο σαν ήρθανε στην Ήλιδα οι ΒισιΓότθοι ξαναντάμωσαν το Στηλίχωνα, ξαναγυρισμένο από την Ιταλία. Τους έζωσε κάπου, σιμά στο όρος της Φολόης, μα αντίς να τους χτυπήση, τους ξανάφησε και πήραν το δρόμο τους, και μεταγύρισε στην Ιταλία. Λίγο κατόπι ξαναφυτρώνει ο Αλαρίχος στη Νέα Ρώμη, και διορίζεται τέλος πάντων Πρωτοστράτηγος του Ιλλυρικού.

Εδώ πάλε τον υποψιάζουνται μερικοί το Στηλίχωνα, κι όχι δίχως λόγο. Η ιδέα τους είναι πως τα είχε ψημένα με τον Αλαρίχο, με σκοπό να σκαρώση νέο Κράτος Ιλλυρικό, και να θρονιάση εκεί το γιο του τον Ευκέριο, ή και να βάλη στο χέρι όλα εκείνα τα μέρη και να τα ρίξη μέσα στο Δυτικό το Κράτος.

Σε τέτοια χάλια τον έφεραν τον τόπο οι καινούριες αυτές φυλές. Καθώς είδαμε όμως, μήτε οι Γότθοι δεν έφταιγαν τόσο, μήτε οι Ευνούχοι κ' οι Έπαρχοι, όσο ο Βασιλέας. Σ' ένα πράμα μάλιστα στάθηκαν πολύ άξιοι διπλωμάτες αυτοί οι παράσιτοι, που είχανε δεν είχανε τους κατάφεραν τους ΒισιΓότθους με τον καιρό και τράβηξαν κατά τη Δύση, να ζητήσουν καινούρια λημέρια κ' εκεί να το στρώσουν (401).

Και δεν είτανε μονάχα η Ευρωπαϊκή μας η μεριά που έπαθε από βαρβάρους παρά κ' η Ασιατική, και μάλιστα στον ίδιο χρόνο μέσα (395). Πλήθος Ούννοι από τις γειτονιές της Κασπίας κατέβηκαν ως τη Μεσοποταμία και φέρανε ρήμαξη και σφαγή στα μέρη εκείνα. Μα είχαν οι Μικρασιανοί κι άλλους φοβερούς εχτρούς τους Ισαύρους, που ροβολώντας κάθε λίγο από ταπόψηλά τους βουνά, κι ως τακρογιάλια ζυγώνοντας, και μέσα σε ουδέτερους λόγγους παραφυλάγοντας πρόβγαιναν άμα βράδιαζε, και με του φεγγαριού τις αχτίδες χυμίζανε σταραγμένα πλεούμενα, σκοτώνανε ναύτες και καραβοκυρέους, κι άρπαζαν ό,τι τύχαινε. Έστειλε, είναι αλήθεια, ο Βασιλέας κάποιον Αρβακάζη να τους παιδέψη· μα τόσο αχαμνά την πρόσεξε αυτή τη δουλειά, που στα 404 και στα 405 έβραζε η Καππαδοκία Ισαυρική κλεφτουριά.

Ας ξανάρθουμε ως τόσο στην Πρωτεύουσα. Είταν τώρα ο Αρκάδιος κούκλα του Ευτροπίου, καθώς άλλοτε του Ρουφίνου. Ο Ευτρόπιος, όνειρο και φιλοδοξία του είτανε να παίρνη όσους τίτλους κ' αξιώματα είχε η Αυλή ανώτερους του δικού του και να πλουτίζη το δικό του αξίωμα με νέα δύναμη και με νέα στολίδια. Ως κι Ιλλούστριος ονομάστηκε τότες ο Πραιπόσιτος των Κουβικουλαρίων· τίτλος που τον είχαν ως τα τώρα οι Έπαρχοι μονάχα.

Παρατηρήθηκε από άξιο ιστορικό πως δυο μεγάλα στοιχεία που από καιρό είτανε ριζωμένα μέσα στο Κράτος, όχι όμως και παντοδύναμα, άρχισαν τώρα και μέστωναν και καταντούσαν οι μεγαλήτεροι τροχοί της Αυτοκρατορίας. Η στρατοκρατία το ένα, δυναμωμένη καθώς την ξέρουμε από τους Γότθους· και τάλλο, ταμέτρητα ταξιώματα που τριγύριζαν το θρόνο σαν είδος οχύρωμα, που λες και προφύλαγε το βασιλέα από το λαό. Όσα είπαμε στου Ιουλιανού το κεφάλαιο για την τιτλοφορημένη εκείνη μερμηγκιά που μπαινόβγαινε στο παλάτι, δεν είναι τίποτις ομπρός στους μύριους αυλικούς αξιωματικούς που θα τους δώσουμε μια γενική περιγραφή όπου κι αν είναι. Βέβαια, όσο βασίλευε Αυτοκράτορας δυνατόγνωμος και μεγάλος, καθώς ο Κωσταντίνος, ο Θεοδόσιος, ο Ιουστινιανός και τόσοι άλλοι, δεν πολυπείραζαν αυτά τασιατικά τα συστήματα· μάλιστα κι ωφελούσαν, καθώς θα δούμε σε λίγο. Όταν όμως ανέβαινε ανόητος Αυτοκράτορας καθώς τώρα, γέμιζε το παλάτι ραδιούργους και τυραννάκους, κι απ' όλους τους ο μεγαλήτερος κι ο περιφημότερος στάθηκε ίσως ο Ευτρόπιος.

Η δουλειά του καθαυτό είτανε να πουλάη αξιώματα, νάχη παντού κατασκόπους που σκάλιζαν και ξετρύπωναν καθετίς που του σύφερνε να γνωρίζη, και τέλος να παιδεύη αλύπητα τους αντιπάλους του. Παράδειγμα τα όσα έπαθε ο Τιμάσιος, ο Πρωτοστράτηγος της Ανατολής.

Είχε ο Τιμάσιος φερμένο στην Πόλη κάποιο Σύριο που άλλοτες πουλούσε λουκάνικα — Βάργο τονέ λέγανε — μα που κατάφερε τώρα να λάβη κι αυτός αξίωμα στο στρατό. Μαθαίνει ο Ευτρόπιος πως ο Βάργος είτανε διωγμένος από την Πόλη εξαιτίας κάποιας παρανομίας του, τον πιάνει, και φοβερίζοντας τον πως θα τονέ μαρτυρήση, τον κάμνει ο πονηρός Ευνούχος και κατηγορεί τον Τιμάσιο πως έχει στο νου του συνωμοσία! Κρίνεται λοιπόν ο Τιμάσιος και ξορίζεται στη Λιβύα. Πήγε στην έρημο, και πια δε ματακούστηκε. Κατόπι, για να μην τύχη και τα ξεστομίση αυτά ο Βάργος της γυναίκας του και μαθευτούνε, τονέ θανατώνει κι αυτόν. Τέτοιος είταν ο Πραιπόσιτος.

Μεγαλήτεροι του φίλοι είταν ο Όσιος, που από Μάγερας είχε καταντήσει «Κόμης των θείων Λαργιτιώνων», κι από κει πάλε «Μάγιστρος των Οφφικίων», κι ο Λέοντας, άλλοτες έμπορος μαλλιών, τώρα στρατιωτικός, και τόσο παχύς και μεγαλόκορμος που τον παρονόμαζαν Αίαντα, — Αίαντα όμως κορμί μονάχα, επειδή άλλο από φωνές, μεγάλα λόγια και καλοπάθια δε φαίνεται να κατείχε.

Εχτρούς όμως είχε πολύ πιώτερους, και δικούς μας και Γότθους, και πρώτο πρώτο το Γαϊνά. Πώς τον έκαμαν κ' έδρωνε αυτοί οι εχθροί του κοντά στο νου. Τόσες συνωμοσίες του σκάρωσαν που αναγκάστηκε στα 397 να βγάλη τον περίφημο νόμο που καταδίκαζε σε θάνατο όποιονα στρατιώτη ή πολίτη, ρωμιό ή βάρβαρο, έκαμνε ή και φανταζότανε συνωμοσία εναντίο «Ιλλούστριου».

Πιο πολύ όμως μπήκε καρφί στο μάτι του ο Στηλίχωνας από τη Δύση, που καθώς είδαμε όλο αφορμή γύρευε ν' ανακατεύεται στ' ανατολικά· αγκαλά το Στηλίχωνα εύλογο είτανε να τον αντιπολιτεύεται ο καθένας, μάλιστα όταν ακούστηκε πως μελετούσε ατός του να κατέβη και να βάλη την Πόλη σε τάξη. Ως και το Σενάτο τότες έβγαλε απόφαση πως ο Στηλίχωνας είναι κοινός εχτρός. Ευτύχημά μας μονάχα που άνοιξαν καινούριες δουλειές άξαφνα στην Αφρική, και τάβαλε με τον Άραβα το Γίλδο, «Κόμητα της Αφρικής» από τα χρόνια του Θεοδοσίου, μα σήκωσε τώρα κεφάλι κι αυτός, με την πρόφαση πως ήθελε να είναι της Ανατολής, κι όχι της Δύσης υποταχτικός. Μεγάλη φρόνηση, και στρατηγική και πολιτική, λέγουν πως έδειξε τότες ο Στηλίχωνας, κι απόφυγε σημαντικό δυστύχημα, επειδή μικρό πράμα δεν είτανε να χάση η Ρώμη τις χώρες που της δίνανε σιτάρι. Τονέ σπάσανε λοιπόν οι Ρωμαίοι το Γίλδο στα 398, μαζί με τους Αφρικανούς του νομάδες, κ' έγινε πια τότες μεγάλος και πολύς ο Στηλίχωνας. Γραφτό του είταν ως τόσο, κ' ύστερα από τέτοιες δόξες, πάλε να μην κατέβη στην Πόλη. Ίσως επειδή στο μεταξύ δυνάμωσε στη Νέα Ρώμη το αντίπαλο το κόμμα — οι αυλικοί κ' οι ευνούχοι —, και δεν αποκοτούσε πια να τους δείχνη δόντια, όσο κι αν είχε πολλούς και σημαντικούς δικούς του μες στο στρατό, και μάλιστα Γότθους.

Ορίστε λοιπόν που είχε και τα καλά της η διπλή εκείνη δύναμη της Πρωτεύουσας, η αυλοκρατική κ' η στρατιωτική. Έκαμαν πάμπολλα άτοπα κι άδικα, μάλιστα οι παράσιτοι της Αυλής. Όταν όμως ξεφύτρωνε μεγάλος εχτρός και τάψηνε με τόνα το κόμμα, έβγαινε τότες τάλλο και τους πολεμούσε, και γλύτωνε έτσι το Κράτος.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Άλλα Γοτθικά δράματα

Είταν τώρα τρία κόμματα στην Πόλη. Οι Γότθοι με το Γαϊνά επικεφαλής τους, που δίχως άλλο τους υποστήριζε κι ο Στηλίχωνας. Τάλλο κόμμα είταν του Ευτροπίου, κ' έσερνε κατόπι του κάθε λογής τραμπούκους, λιμοκοντόρους και τυχοδιώχτες που πρόσμεναν κάτι να τους φέξη από το παλάτι. Και τρίτο, κόμμα οι Συγκλητικοί κ' οι άλλοι χρήσιμοι πολίτες που πολεμούσαν και τα δυο τάλλα κόμματα, δηλαδή και την ξενοκρατία και την αυλοκρατία. Αρχηγό τους είχαν αυτοί τον Αυρηλιανό, γιο του Ταύρου, του Έπαρχου του Πραιτωρίου, που έπραξε «Κουαίστωρας» και κατόπι Έπαρχος της Πρωτεύουσας.

Από το μέρος τω Γότθων πήγαινε και κάποιος κακορρίζικος αδερφός του Αυρηλιανού, και λέμε κάποιος, όχι πως δεν έκαμε κι αυτός όνομα, μα επειδή δεν μας έμεινε τόνομά του. «Τύφο» τον ονόμασε αλληγορικά ο Συνέσιος της Κυρήνης, «Τύφο» λοιπόν τον ξέρει ο κόσμος τώρα. Παρασταίνεται ζαβός, στρεβλός, χοντροκοπιός κι ανήξερος άνθρωπος. Άρχισε από Ταμίας ο Τύφος· γλήγορα όμως τον έκαμαν και τα παράτησε όσα δεν έκλεψε, και τότε πήγε με το κόμμα του Γαϊνά και μ' αυτό και μάλλα συστατικά, που ένα τους δε γίνεται να σωπαστή. Τόσο ακόλαστος κι αδιάντροπος είτανε, λέει, που το είχε μεγάλο καμάρι να ρουχαλίζη επιταυτού έξυπνος όντας, και να προστατεύη κι όσους είχαν το θάρρος να ρουχαλίζουνε με τον ίδιον τρόπο κι αυτοί. Μα φαίνεται πως κ' η γυναίκα του παρακάτω δεν πήγαινε, επειδή και στα θεάματα συχνοβρίσκουνταν και στην αγορά, τέλος και στο σπίτι της κάμποσοι μπαινόβγαιναν, και μάλιστα εταίρες.

Ο καθαυτό αγώνας μεταξύ της φρόνιμης και της ξενικής παρέας έγινε στα 398, που Αυρηλιανός και «Τύφος» πολεμούσανε για το «επαρχιλήκι» του Πραιτωρίου. Κέρδισε τότες ο Αυρηλιανός· και τόσο του βαριοφάνηκε, λένε, του Τύφου, που για να ξεσκάση κατασκεύασε είδος μικρή λίμνη με ψεύτικα νησάκια, μέσα και με ζεστά νερά γεμισμένη. Κι απάνω και γύρω στα νησάκια εκείνα ο Τύφος κ' οι φίλοι του, καθώς κ' οι φιλενάδες, περνούσαν ακόλαστες ώρες.

Μέσα σε κείνον το χρόνο σηκώνουνται στο ποδάρι κ' οι Οστρογότθοι της Μικρασίας, που τους είχε ο Θεοδόσιος αποκαταστημένους στη Φρυγία από τα 386. Αυτό το κίνημα πρέπει δίχως άλλο να το είχε μαγερεμένο από την Πόλη ο Γαϊνάς. Είταν τότες στρατηγός της Φρυγίας ο Γότθος ο Τριβιγίλδος. Αυτός λοιπόν τους πήρε στο λαιμό του, ίσια ίσια ό,τι έκαμνε ο Αρκάδιος να περάση στην Άγκυρα για ν' αλλάξη αγέρι. Γαλατία, Πισιδία, Βιθυνία, όλ' αυτά τα μέρη τα διαβήκανε σα θανατικό, κι όσο πηγαίνανε μαζεύανε φευγάτους σκλάβους κι άλλους τέτοιους, και μεγάλωναν το στρατό τους. Του κάκου φώναζαν οι δικοί μας κ' ενεργούσανε χρόνους τώρα εναντίο τω Γότθων του κάκου του τάψελνε του Βασιλέα κι ο πατριώτης ο Συνέσιος, φερμένος τότε στην Πόλη, καθώς θα δούμε, να του προσφέρη κορώνα από την πατρίδα του την Κυρήνη· του κάκου πήγαν τα φρόνιμα λόγια του, σαν του θύμιζε του νωθρού Αρκαδίου πως ο στρατός του είτανε λύκους γεμάτος, κι όχι μαντρόσκυλα καθώς τους ήθελε ο Πλάτωνας τους φρουρούς της Πολιτείας, και πως οι Γότθοι και μέσα στα σπιτικά τους ακόμα πλημμύρισαν, αφού άλλο δεν έβλεπες παρά Γότθους παραγιούς και παρακόρες. Κάτω οι Ξένοι (εκκρίναι δει το αλλότριον), φώναζε ο Συνέσιος, κι όσο και νάφταιγε που δεν καλόνοιωθε την πολιτική του Θεοδοσίου, δεν είχε όμως άδικο και να θυμώνη βλέποντας τέτοια στραβή την εφαρμογή.

Σε τέτοια βράση απάνω, σε τέτοια κατάσταση κοινής γνώμης, ποιόνα στέλνει ο Αρκάδιος να σταματήση του Τριβιγίλδου το κίνημα; Το Γαϊνά! Έστειλε, είναι αλήθεια, και κάποιο Λέοντα μαζί του, μα το ίδιο σα να μην τον έστελνε, τέτοιος ανωφέλευτος είταν. Έπαιζαν είδος κυνηγώματα οι τρεις τους. Ο Τριβιγίλδος ξέφευγε από το Λέοντα, κι ο Γαϊνάς από τον Τριβιγίλδο. Εκεί όμως που τραβούσε ο Τριβιγίλδος κατά την Παμφυλία, αναπάντεχος εχτρός τον ανταμώνει ο χτηματίας ο Βαλεντίνος, που με μερικούς ντόπιους έπιασε τα στενά και με Κολοκοτρώνικη μαστοριά τους μάγκωσε τους Οστρογότθους μέσα σανεξέμπλεγη παγίδα. Γκρεμνοί στα πλάγια, και βάλτοι ομπρός και πίσω. Χαλάζι έπεφταν τα λιθάρια και κατρακυλούσαν οι βράχοι καταπάνω τους, και τους τσάκιζαν. Και μόλις με δωροδοκίες δυνήθηκε ο Τριβιγίλδος να πάρη ταπομεινάρια του και να ξεκινήση. Παρακείθε ως τόσο τσακώνεται πάλι ανάμεσα σε δυο ποτάμια, κι από εχτρούς ακόμα πιο φοβερώτερους, τους βουνήσιους που μάθανε πόλεμο κυνηγώντας Ισαύρους. Πλάκωσε τέλος και ο Λέοντας, και δίχως άλλο ψυχή δε θαπόμνησκε, μόνο που πρόφταξε κι ο Γαϊνάς με ταυτοκρατορικά τα στρατέματα και βοηθούσε πια τώρα τον Τριβιγίλδο! Κολώνει αμέσως ο Λέοντας, μα πού τον αφίνει ο εχτρός! Αναγκάζεται με το στανιό να πολεμήση, καταπονιέται, σκοτώνεται, κι απομένει όλη η εξουσία στους δυο Γότθους.

Και τι κάμνει τότες ο Γαϊνάς; Γράφει του Αρκαδίου, του ξηγάει πως ο Λέοντας νικήθηκε από τη μεγάλη δύναμη του Τριβιγίλδου, και τονέ συβουλεύει να κλείση τα μάτια του και να του παραχωρήση όσα ζητούσε, κι έν' απ' αυτά, να παραδοθή ο Ευτρόπιος. Κοντοστάθηκε ο Αρκάδιος, μην ξέροντας τι να κάμη. Εκεί όμως που κοντοστέκουνταν, παρουσιάζεται η Ευδοξία, που αν κ' ευεργετημένη από τον Ευνούχο, καθώς είδαμε, τονέ φοβούνταν όμως τώρα και τονέ ζούλευε, παρουσιάζεται στον Αυτοκράτορα με τις δυο της θυγατέρες, Φλασίλλα και Πουλχερία, κατηγορεί τον Ευτρόπιο που τις έβρισε, και καταπείθει τον Αρκάδιο να κάμη του Τριβιγίλδου τα θελήματα.

Τότες είναι που ο μεγάλος και πολύς Ευτρόπιος έτρεξε τρομαγμένος και χώθηκε αποκάτω από την Αγιατράπεζα της Αγιά Σοφιάς, γυρεύοντας άσυλο, κ' ελπίζοντας βοήθεια από τον Ιωάννη το Χρυσόστομο, με το να τον είχε ο ίδιος διορισμένο Πατριάρχη από Πρεσβύτερο της Αντιόχειας. Τότες είναι που ο Χρυσόστομος πήγε και στάθηκε ανάμεσα στο λαφιασμένο Ευνούχο και στους αγριεμένους στρατιώτες που αγωνιζόντανε να τονέ σύρουν από τάσυλό του, Σαββάτο μέρα· και την αυριανή είχε λειτουργία και διδαχή του ξακουσμένου ρήτορα. Ολονυχτίς κουλουριασμένος εκεί αποκάτω ο ίσια με τα χτες παντοδύναμος Ευτρόπιος· το ίδιο και σαν ξημέρωσε, και γέμισε η Μητρόπολη κόσμο, κι άρχισε η ακολουθία, κ' ήρθε η ώρα της διδαχής, κι ανέβηκε στον άμπωνα ο Χρυσόστομος κ' έβγαλε τον περίφημο λόγο του «Εις Ευτρόπιον, Ευνούχον, Πατρίκιον και Ύπατον». Ποιος δεν τα θυμάται τα πρώτα πρώτα λόγια του πολυξάκουστου εκείνου λόγου! «Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης! Πού η λαμπρή της Υπατείας στολή; και πού οι χαρωπές λαμπάδες; πού οι κρότοι και οι χοροί και τα ξεφαντώματα και τα πανηγύρια; Πού τα στεφάνια και τα παραπετάσματα; Πού η οχλοβοή της χώρας, κ' οι ζητωκραυγές στα ιπποδρόμια μέσα, και τω θεατών οι κολακείες; Πέταξαν όλα εκείνα, φύσηξε μια ο άνεμος και σκόρπισε χάμω τα φύλλα, και μας φανέρωσε γυμνό το δέντρο που τώρα σειέται ολόρριζο». Κ' ενώ από τη μια χτυπούσε αλύπητα την παραλυσία, τη ματαιοσύνη και την αθεοφοβιά των Ευτροπιανών, από την άλλη παράσταινε την καταστροφή τους με τρόπο που να μαλακώση τις καρδιές του λαού προς τον ταπεινωμένο τον Ευνούχο.

Άμ' απόλυσε η λειτουργία ξαναμπαίνουν οι στρατιώτες, κι αναγκάζεται πάλι ο Χρυσόστομος να παρασταθή σιμά στην Άγια Τράπεζα και να διαφεντέψη τον Ευτρόπιο. Στέργει τέλος ο Ευνούχος να παραδοθή με συφωνία να μην τονέ θανατώσουν. Τη ζωή του συλλογιούνταν ο κακορρίζικος. Του τη χάρισαν τη ζωή του, και ξορίστηκε στην Κύπρο. Του Γαϊνά όμως αυτό δεν του ήρθε· τον ήθελε πεθαμμένο τον Ευτρόπιο, κ' είχε δεν είχε καταπείθει τον Αρκάδιο και τον ξαναφέρνουνε στην Καλχηδόνα, τον καταδικάζουνε σε θάνατο με τιποτένιες αιτίες, και τον ξεκάμνουνε μια για πάντα (399).

Μόλις έπεσε ο Ευτρόπιος, κ' έδειξε τη χαρτωσιά του ο Γαϊνάς· μόνο που δεν κηρύχτηκε σύμμαχος του Τριβιγίλδου. Και τόσο μεγάλωσε η δύναμή του, που αναγκάστηκε ο άθλιος ο Αρκάδιος και τον αφήκε Πρωτοστράτηγο της Ανατολής, καθώς και τον Τριβιγίλδο να περάση απείραχτος στην Ευρώπη με κάμποσους ομήρους, και μαζί τους κι ο Αυρηλιανός.

Πήγε να τα χάση ο Τύφος από τη χαρά του σα διορίστηκε πια κι αυτός Έπαρχος του Πραιτωρίου αντίς τον Αυρηλιανό, και τόσο φούσκωσαν τα πανιά του, που ζήτησε από το Γαϊνά το κεφάλι του αδερφού του. Φαίνεται όμως πως έκαμε τρόπο ο Χρυσόστομος και μποδίστηκε αυτό το κακούργημα.

Άμα πέρασε ο Γαϊνάς από τη Χαλκηδόνα στην Πόλη και θρονιάστηκε εκεί μ' όλη του τη δόξα, πρώτη του έννοια στάθηκε να λευτερώση τους Αρειανούς Γότθους από τα Θεοδοσιακά τα ψηφίσματα, και να τους παραχωρήση εκκλησιά για να λειτουργιούνται. Με το να βρήκε όμως απρόσμενο κι αλόγιστο αντίπαλο το Χρυσόστομο, απότυχαν αυτά του τα μέτρα.

Έξη μήνες ο Γαϊνάς από τη μια κι ο Τύφος από την άλλη έφεραν άνω κάτω την Πόλη με τις ραδιουργίες τους, πότε το παλάτι ζητώντας να κυριέψουν, πότε το δημόσιο το θησαυρό ναρπάξουν. Ξεφύτρωσαν όμως άξαφνα νέοι αντίπαλοι· είχε και μέσα στο στρατό πολλούς που δεν τονέ χωνεύανε. Βλέποντας λοιπόν τόση αντίσταση και μην μπορώντας να πετύχη τους σκοπούς του, αποφασίζει να φύγη από την Πρωτεύουσα. Καμώνεται τον άρρωστο, και πηγαίνει στην Εκκλησιά του Αγίου Ιωάννη ως εφτά μίλια απέξω από την Πόλη, τάχατες να λειτουργηθή. Είχε και τους Γότθους καθοδηγεμένους να τον ακολουθήσουνε. Βλέποντας ο Λαός τους Γότθους που ξεκινούσαν, τους πιάνει τρόμος. Στην Πύλη που έβγαιναν οι Γότθοι, στεκότανε κάποια ζητιάνα. Ανατρομάζει η ζητιάνα, και θαρρέψαντας πως θα χαλάση ο κόσμος αρχίζει και παρακαλιέται μεγαλόφωνα. Ακούγει ένας Γότθος την προσευκή της, οργίζεται, και κάμνει να τη σφάξη. Πρόφταξε όμως ένας δικός μας κ' έστρωσε κάτω το Γότθο με μια σπαθιά. Αυτό είταν η αρχή του κακού. Όλοι οι πολίτες στο ποδάρι σηκώθηκαν. Κι άμα το μυρίστηκαν πως είτανε δυνατώτεροι και πιώτεροι, τους ρίχτηκαν αλύπητα τους βαρβάρους. Ξέφυγαν κάμποσοι Γότθοι, είναι αλήθεια· όταν όμως σφάληξαν τις πύλες κι απόμειναν απομέσα ως εφτά χιλιάδες Γότθοι, μήτε τάσυλο που γυρέψανε μέσα στο ναό του παλατιού δεν τους φέλεψε, μόνο άνοιξε ο ξεφρενιασμένος ο λαός την εκκλησιά από τη στέγη και τους ξόντωσε τους άμοιρους με λιθάρια και με δαυλούς αναμμένους (12 Ιουλ 400).

Ήρθε τότες και του Τύφου η ώρα. Δικάζεται, απομαρτυριούνται οι συνωμοσίες του με το Γαϊνά, και φυλακίζεται. Κι α δε θανατώθηκε, το χρωστούσε στον αδερφό του τον Αυρηλιανό, γυρισμένο τώρα στην Πόλη, που είχε φύγει για να γλυτώση από του αδερφού του τον κατατρεγμό.

Όσο για το Γαϊνά, αυτός πήγε κ' έσμιξε με τους Γότθους της Θράκης να βγη με δαύτους και να κουρσέψη. Αποτυχόντας όμως και σε τούτο, ξεκίνησε κατά τον Ελλήσποντο, για να διαβή στη Μικρασία. Κατεβαίνει στην Άβυδο, και τι να δη! Ο γέρος ο Φραβίττας — Γότθος κι αυτός, μα πιστός στο Βασιλέα, καθώς άλλοτε στο Θεοδόσιο, που και τη ζωή του μια φορά του γλύτωσε — κρατούσε την αντικρινή χώρα με μεγάλο στρατό. Αφού χασομέρησε κάμποσο ο Γαϊνάς στην Άβυδο, καταπιάνεται το πέρασμα από στενό μέρος που δεν έβλεπε πλοία. Φτειάνει λοιπό σάλιες, φορτώνει απάνω τους ανθρώπους του, κι αφίνουνται στο ρέμα. Τους αγναντεύει ο Φραβίττας και στέλνει αμέσως πλοία και τους βυθίζει. Σέρνει και φεύγει τότες ο Γαϊνάς απελπισμένος κατά τα όρη του Αίμου· μα και κει καλλίτερη τύχη δε βρήκε, μόνο τον πιάνει ο Βασιλέας των Ούνων ο Ούλδης, του κόβει το κεφάλι, και το στέλνει δώρο στον Αρκάδιο. Τέτοιο είταν το τέλος του Γαϊνά.

Όσο για το Φραβίττα, ειδωλολάτρης όντας αυτός κι όχι Αρειανός, η μόνη χάρη που ζήτησε τότες του Αρκαδίου είτανε να τον αφήση να προσκυνάη τους θεούς του κατά τις δοξασίες του. Έστερξε ο Αρκάδιος στην παρακαλεσιά του γέρου, κ' έκαμε ίσως τότες την πιο αρχοντικιά πράξη του.

Μ' αυτό λοιπόν τον τρόπο ξέσπασε το Γοτθικό εκείνο το σύννεφο και διαλύθηκε πρι να κατεβάση φοβερώτερους κεραυνούς στην Ανατολή. Γραφτό της είταν της Δύσης να τους παραλάβη αργότερα. Εκεί μεριά λόγιαζαν όσοι από τους Γότθους ονειρευόντανε μεγαλεία και δόξες, εκεί κι ο Αλαρίχος, που λες κι ο Θεός τονέ φώτισε και τονέ ζούλευε το Γαϊνά αντίς να τονέ βοηθάη.

Από τον καιρό του αποκεφαλισμού του Γαϊνά ως το θάνατο της Ευδοξίας και του Αρκαδίου, που έτυχε να πέσουν στον ίδιο χρόνο μέσα (408), το Κράτος απόμεινε στα χέρια του Βασιλέα και της Βασίλισσας, ή να πούμε τη σωστή αλήθεια, της Βασίλισσας. Δεν απόλειπαν όμως κ' οι ενέργειες, μια του ενός αυλικού ή αξιωματικού, και μια του άλλου. Φυσικό πράμα, ύστερ' απ' όσα ιστορήσαμε. Ρίξε μέσα στο καθάριο νερό χώμα, θα θολώσει το νερό και θα μείνη κάμποσον καιρό θολωμένο. Καθώς όμως το νερό υπάρχει πάντα, και πάλε με τον καιρό θα κατασταλάξη, έτσι και το έθνος μας δεν πάει να πη πως έπαψε να υπάρχη επειδή και το θόλωσαν οι Γότθοι με τη βαρβαρωσύνη τους, ή οι ευνούχοι με τις ραδιουργίες τους. Το έθνος ζούσε πάντα, και τόδειξε όταν αναγκάστηκε ο Αρκάδιος να νομοθετήση να γράφεται κάθε δικαστική απόφαση στη γλώσσα του· τόδειξε τότες που δεν πέρασε του Γαϊνά το θέλημα με τους Αρειανούς· και τέλος όταν ξέσπασε η οργή του κ' έπεσε αστροπελέκι απάνω στους Γότθους. Μα κι άλλα πολύ μεγαλήτερα και πιο δοξασμένα σημάδια της Ρωμαίικης της ζωής και δυναμωσύνης θα δούμε στακόλουθο το κεφάλαιο.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Συνέσιος και Χρυσόστομος

Πάντα από τη μεριά της αλήθειας και της δικαιοσύνης πολεμούσε το Έθνος με τους ηρώους που φυσικό του είταν απαρχής να γεννάη και να θρέφη, και πάντα τα στεφάνωσε η νίκη τα δοξασμένα του τέκνα, μα ας είταν και Γότθοι οι αντίπαλοί τους. Πασκίσαμε στάλλο κεφάλαιο να δείξουμε πώς το Έθνος δεν πνίγηκε μέσα σε κείνον τον κατακλυσμό. Και τι καλλίτερη απόδειξη θέλουμε παρά τους δυο νέους φωστήρες, που ξεπροβάλανε σαν αστέρια απ' ανάμεσα από τα μαύρα σύννεφα και φώτισαν τα Έθνος και το βοηθήσανε να περάση κι αυτή τη φουρτούνα και να σύρη κατά το μεγάλο του δρόμο.

Αρχίζουμε από το Συνέσιο της Κυρήνης, Ελληνικής αποικίας στα βορεινά της Αφρικής αιώνες πολλούς. Στον τέταρτο αιώνα η Κυρήνη δεν μπορούσε πια βέβαια να φυλάγη την αρχαία της λαμπρότητα, μα ήξερε ακόμα να βγάζη μεγάλους άντρες, και παράδειγμα ο Συνέσιος. Από πλούσιους γονιούς γεννημένος, αναθράφηκε κατά τα κλασσικά συστήματα των καιρών εκείνων, πάει να πη σπούδαξε ρητορική και φιλοσοφία· ως και στην Αλεξάντρεια πήγε κι άκουσε τη μυριοκαμάρωτη την Υπατία, την πανώρια εκείνη μάγισσα, που λες κι όλα τα στολίδια της ελληνικής σοφίας τα είχε καταθεμένα κορώνα στα κάλλη της και στην αρετή της, που λες και παράσταινε στον κόσμο την τρισυπόστατη Πλατωνική ιδέα της Αλήθειας, της Ομορφιάς και της Αγαθωσύνης. Νέοι και γέροι, φτωχοί και πλούσιοι, τρέχανε και την ακούγανε σαν ξηγούσε με μαγευτική ευγλωττία τα μυστήρια της Επιστήμης. Σειρήνα μονάχη, που πρόβαλε κ' έψαλε τολοΰστερο άσμα της κλασσικής αρχαιότητας.

Αφού λοιπόν κάμποσο έμεινε εκεί και σπούδαζε ο Συνέσιος, μεταγύρισε στην πατρίδα του, και βρίσκοντας την παραζαλισμένη από τη μια με τις βαρβαρικές φυλές που κάθε λίγο πλάκωναν, από την άλλη με τους απάνθρωπους διοικητάδες που της έστελνε η Κυβέρνηση, αναδέχτηκε νανέβη στην Πρωτεύουσα και να ζητήση την προστασία του Αρκαδίου. Τότες είναι που τούφερε και βασιλική κορώνα προσφορά από τους πατριώτες του, που μήτε σκούφια κοινή δεν του άξιζε. Είναι αξιοσημείωτος ο λόγος του προς τον Αυτοκράτορα τότες, που σε γλώσσα όχι πολύ ταιριαστή με τους καιρούς έλεγε πράματα κάμποσο ταιριαστά με τη φρόνηση· παράσταινε δηλαδή την κατάσταση του τόπου, τις συφορές του, την ανωφέλευτη πολυτέλεια της Αυλής, και τέλος τανοικονόμητο κακό της Γοτθικής τυραννίας κι αχορτασιάς, που εξαιτίας της μήτε στρατό πια καθαυτό ντόπιο δεν είχε. Είναι αλήθεια πως αυτό είταν αποτέλεσμα της αναπόφευγης πολιτικής του Θεοδοσίου· μα αν πάλε ο Αρκάδιος είχε τη γνώση και τη δύναμη να ξαναοργανίση το στρατολογικό σύστημα και ναφίνη τον καθένα να γίνεται στρατιώτης, κι όχι μονάχα όσους είχαν τον τρόπο να πλερώνουν φόρους, καθώς κι αν η στρατιωτική δεν καταντούσεν είδος επάγγελμα που κατέβαινε από πατέρα σε γιο, ο στρατός δε θα γινότανε ολότελα όργανο τω Γότθων, παρά θάμνησκε να πούμε εθνικός.

Μα κι άλλες συβουλές κάμποσο φρόνιμες τούδινε του Αρκαδίου ο Συνέσιος· ναφήση τα καλοπάθια, να το ρίξη στην πολεμική και στα γυμνάσια καθώς οι προγονοί του, Έλληνες και Ρωμαίοι, κι άλλα τέτοια. Πού όμως να χωρέσουν τέτοιες ιδέες στο κεφάλι του Αρκαδίου, και μάλιστα με τόση ρητορική ψιλοδουλεμένες! Του κάκου πήγαν οι συβουλές του, και γύρισε στην πατρίδα του λυπημένος κι αποκαρδισμένος.

Παράξενο σμίγμα ο Συνέσιος· αρχαϊκός πολίτης και φιλόσοφος από τη μια, Χριστιανός Ιεράρχης από την άλλη. Λες και στεκότανε στο κατώφλι του νέου κόσμου. Ο ήλιος που βασίλευε τον περέχυνε πίσωθε, το νέο φως τον οδηγούσε από μπρος.

Πότε βαφτίστηκε δεν το ξέρουμε. Γνωρίζουμε μόνο πως πρι να χεροτονηθή Αρχιερέας, είταν παντρεμένος στην Αλεξάντρεια, και πως τονέ βλόγησε ο Θεόφιλος εκείνος της Αλεξάντρειας, που και στου Θεοδοσίου τον καιρό τον ανταμώσαμε και πάλι θα τον μεταειδούμε. Κάμποσον καιρό φαίνεται νάζησε τη νοικοκυρεμένη αυτή ζωή, πότε μελετώντας, και πότε πάλε κυνηγώντας και διασκεδάζοντας. Προπάντων του άρεζε να γράφη ποιήματα θρησκευτικά και φιλοσοφικά.

Δεν τον αφήκαν ως τόσο στην ησυχία του· ο κόσμος όλος τονέ γύρευε. Μια μάλιστα από τις πολιτείες της Κυρηναϊκής τον έτρωγε να στέρξη να γίνη Αρχιερέας της. Του κάκου μηνούσε του αδερφού του πως δεν είτανε γεννημένος για τις φουρτούνες της πολιτικής και της θεολογίας, πως η καρδιά του τον τραβούσε κατά τα ειρηνικώτερα λημέρια της μελέτης και της φιλοσοφίας, πως δεν είτανε μήτε ανύπαντρος, και τέλος πως δεν παραδέχουνταν κάμποσα δογματικά της εποχής του, μήτε το συνήθιζε να καμώνεται πως συφωνεί σα δε συφωνούσε. Ο λαός όμως αυτά δεν τάκουγε. Ο λαός — που ο Συνέσιος τον καταφρονούσε με κάποια σα δασκαλήσια περηφάνεια — είχε αρκετή γνώση και δύναμη να κάμνη το θέλημά του, και τόσο φωτισμένα φέρθηκε, που ταψήφησε όλα εκείνα τα μπόδια κι ανέβασε ταγαπημένο του τέκνο στον Επισκοπικό θρόνο.

Μονομιάς φανερώθηκε ο ακέριος του χαρακτήρας. Είχε τότες η Κυρηναϊκή Διοικητή τον Αντρόνικο, σκληρόκαρδο κι ανήμερο θεριό. Οι αδικίες του φαρμάκωναν όλη τη χώρα. Τίποτις δεν το είχε να παραδίνη αθώους στα βασανιστήρια με την παραμικρή αφορμή. Άρχισε πρώτα ο Συνέσιος με το καλό και με τις συβουλές. Βλέποντας πως δεν έβγαινε τίποτις, παρά πως χόλωνε κιόλας ο Αντρόνικος που πήγαινε ο Ιεράρχης και παρηγορούσε τα θύματά του, αποφασίζει ο Συνέσιος και τον αφορίζει. Κάμνει ταδύνατα δυνατά ο Αντρόνικος να μαλακώση το Δεσπότη, και το καταφέρνει. Σαν ξανάρχισε όμως πάλε, δε γελάστηκε πια ο Συνέσιος, μόνο τον ξαναφορίζει, και τέτοια μέτρα έλαβε που κ' η Αυλή ακόμα τον ξέκαμε τον Αντρόνικο.

Είχε, καθώς είδαμε, η Κυρηναϊκή κι άλλο μεγάλο κακό, τους βαρβάρους που πλάκωναν και τη ρήμαζαν κάθε λίγο. Κι ο κακορρίζικος ο βασιλικός Επίτροπος, αντίς να νοιαστή τον άμοιρο τον τόπο, έβαλε μέσα σε δυο καράβια τους θησαυρούς που είχε αρπαγμένους, έτοιμος πάντα να κάμη πανιά και να ξεκόψη! Όξω φρενών ο Συνέσιος σαν τάκουσε αυτά. «Στρατηγός» έγραψε στο θυμό του απάνω, «στρατηγός, και να στέκεται στο κουπί! Κ' εγώ ο Συνέσιος, ο φιλόσοφος, να στέκουμαι στα τειχίσματα απάνω!» Κι όχι μονάχα στα τειχίσματα παραστεκότανε, μα και καβαλλάρης έβγαινε ο Κυρηναίος ο Παπαφλέσσας, ναγναντεύη του εχτρού τα κατατόπια. Ως και πολεμικές μηχανές αγωνιζότανε να σοφιστή με τις επιστήμες που γνώριζε από τη νιότη του. Και μέσα σ' όλην αυτή την παραζάλη θυμούνταν πάντα και την Υπατία και της έγραφε γράμματα πατριωτισμό και ξαποφασιά γεμάτα.

Δεν αποβάσταξε όμως ως τέλος ο χρυσόκαρδος ο Ιεράρχης, μόνο μιλώντας απάνω σε μια από τις μεγαλήτερες εκείνες συφορές, συνεπήρε τον ταραγμένο του νου η θλίψη κ' η απελπισία, αντρίκια όμως κι αυτή. «Ως πότε» έλεγε «ως πότε θα στέκουμαι στα τειχίσματα απάνω;… Πάει πια, πιανούμαστε, δενούμαστε, πουλιούμαστε σκλάβοι… Κι ως τόσο εγώ θα μείνω εκεί που βρέθηκα, στην Εκκλησιά μου, στη χώρα μου. Εδώ και ζωντανός αν είμαι θα κάθουμαι, κι αν πεθάνω θα κοίτουμαι».

Δεν μπορέσανε μηδέ τότες οι βάρβαροι να χαλάσουν τη Μητρόπολή του, πλημμύρισαν όμως όλη την άλλη χώρα κι από πλούσια την αφήκαν παντέρημη.

Το τέλος του Συνεσίου δεν το γνωρίζουμε, είνε όμως κατιτί να γνωρίζουμε πως έζησε κ' έπραξε τέτοιος Επίσκοπος τότε στα μεσηβρινά μας μέρη, καθώς στα βορεινότερα αναφάνηκε ο Χρυσόστομος.

Έχουμε κάτι πιώτερα και σπουδαιότερα να πούμε για το Χρυσόστομο. Κ' ίσως το καλλίτερο θα είναι να ισκιογραφήσουμε τη βιογραφία του σαν του Συνεσίου σε τούτο, και ναφήσουμε για ξέχωρα κεφάλαια ό,τι άλλα απομένουνε να σημειωθούν.

Το ξέρουμε, και σα δεν το ξέρουμε, ταπομαντεύουμε το γιατί ονομάστηκε Χρυσόστομος. Ο πατέρας του ονομαζότανε Σεκούντος, κ' είτανε μεγάλος στρατιωτικός στην Αντιόχεια· η μητέρα του λεγότανε Ανθούσα και τονέ γέννησε στα 344. Αν και χριστιανόπουλο, τάκουσε κι ο Ιωάννης τα ρητορικά μαθήματα του σοφιστή του Λιβανίου. Όποιος ορέγουνταν τότες κάτι να γίνη, έπρεπε να πάη στο Λιβάνιο. Φαίνεται πως πολύ τον πόνεσε ο μεγάλος ο σοφιστής τον Ιωάννη, και πως τα σίδερα έφαγε να τον πλανέψη και να τονέ γυρίση ειδωλολάτρη με τα μαγικά εκείνα Ομηρικά παραμύθια του. Μα της μητέρας το θέλημα στάθηκε πιο δυνατώτερο, της μητέρας εκείνης που ο ίδιος ο Λιβάνιος τηνέ θαμάζουνταν, κι ο νους του δεν το χωρούσε πώς να μην ξαναπαίρνη δεύτερον άντρα σα χήρεψε. Σώζεται ακόμα γράμμα του Λιβανίου που συχαίρεται τον Ιωάννη σαν άρχισε δικηγόρος στην Αντιόχεια. Σώζεται κ' η απάντησή του σαν τονέ ρωτήξανε στα γεράματά του ποιόν αφίνει διάδοχο. «Τον Ιωάννη θάλεγα» είπε «μόνο που μας τον έκλεψαν οι χριστιανοί.» Τέτοια υπόληψη κι αγάπη τον είχε.

Καθώς όμως άλλοτες ο Βασίλειος κι ο Γρηγόριος, έτσι κι ο Χρυσόστομος δεν έμεινε πολύν καιρό δικηγόρος. Μόλις βαφτίστηκε και τον έκαμε Αναγνώστη του ο Μελέτιος της Αντιόχειας. Άξαφνα ως τόσο τον πιάνει ακαταπόνετη λαχτάρα τον Ιωάννη να σύρη και να βυθιστή σ' απομόναχες μελέτες και σε καλογερικούς στερεμούς για το καλό της Χριστιανωσύνης. Αρρώστια του καιρού του, καθώς είδαμε κι από τους άλλους Πατέρες. Του κάκου πάσκισε η μητέρα με θρήνους και με δάκρυα να τονέ μεταπείση· πήρε τα μάτια του κι αποτραβήχτηκε στη μοναξιά κ' έμεινε αποκοσμωμένος, ώσπου βαρειά αρρώστια τον ξανάφερε στην πατρίδα του ύστερ' από έξη χρονών τυράννισμα. Δεν μπόρεσε πια όμως να μεταγυρίση στην ερημιά σαν ανάλαβε. Είχε δεν είχε τον έμπλεξε στα δίχτυα του ο Μελέτιος. Από Αναγνώστης χεροτονιέται Διάκος, από Διάκος Πρεσβύτερος· τέλος διορίζεται και Δίδαχος μέσα στην Αντιόχεια. Τις διδαχές τις έβγαζαν τότες οι επίσκοποι. Ο νέος όμως επίσκοπος ο Φλαβιανός έδειξε κάμποση μεγαλοφροσύνη σαν έβαλε τον Πρεσβύτερο να διδάσκη, κι ας είταν ατός του επίσκοπος. Μια και φανερώθηκε του Χρυσοστόμου το χάρισμα, έτρεχε η Αντιόχεια όλη να τον ακούση. Ως κ' Εβραίοι κ' Εθνικοί πηγαίνανε για χάρη του στη Μητρόπολη. Απ' αυτού να νοιώσουμε τι πάει να πη Αντιόχεια. Ακούμε βαρβαρικές πλημμύρες και κατατρεγμούς, και φανταζούμαστε πως έπεφτε σε κάθε κόχη της χώρας ο μαύρος τους ίσκιος. Κι ως τόσο στην Αντιόχεια ο κόσμος τρελλαινότανε μ' ένα Χρυσόστομο, κι όχι από θεοφοβωσύνη όλοι τους, παρά και πολλοί από καλλιτεχνικό ενθουσιασμό. Πολιτισμός αυτός κι από το σημερνό μεγαλήτερος, αφού δα σήμερα μήτε στη Λόντρα δεν πολυτρέχουν Εβραίοι νακούσουνε μεγάλο χριστιανό Ιεροκήρυκα.

Ήξερε ο Χρυσόστομος να τα λέη όχι μονάχα με τέχνη, μα και με τρόπο που τους συνέπαιρνε όλους· όχι μονάχα ρητορικός, μα και δραματικός. Κι ίσως το μεγαλήτερο δώρο του είταν ο ρεαλισμός του εκείνος που, καθώς θα δούμε, χρησίμεψε και για άλλο καλό εξόν από το σκοπό που είχε στο νου του. Σκοπός του είτανε να χτυπάη το κακό όπου τόβλεπε· και για να το χτυπάη στα γερά το ιστορούσε κατά πώς τόβλεπε με τα μάτια του. Μ' αυτό του το σύστημα μας άφησε ολοζώντανες ζουγραφιές των εθίμων και των ηθών του καιρού του. Παράδειγμα αυτές δα οι ομιλίες της Αντιόχειας. Αφίνουμε τις ποιητικές μεταφορές, τις Γραφικές ερμηνείες, και τις ηθικές συβουλές που λάμπουνε σκόρπιες μες στα γλυκά του λόγια, μα οι ομιλίες εκείνες μας ξετυλίγουν και σατυρικές εικόνες της όχι πολύ ασκητικής ζωής των πατριωτών του. Δεν άφινε μήτε μέγαρα, μήτε φαγοπότια, μήτε ιπποδρόμια, μήτε τις αρχόντισσες που γυρίζανε τους δρόμους μ' αρίθμητους δούλους κ' ευνούχους κατόπι τους· μα και τους φιλοσόφους τους έλουζε κατά πώς τους άξιζε, ιστορώντας ταγέρωχό τους στάσιμο, τις γενειάδες, και τάλλα στολίδια τους που τα γνωρίζουμε κι από τον Εθνικό το Χρυσόστομο, το Λουκιανό.

Δώδεκα χρόνια μάγευε την Ανατολή με τις ομιλίες του ο Χρυσόστομος, ως τα 387, χρόνο δύσεχτο καθώς ξέρουμε για την Αντιόχεια. Και μήτε τότες δεν έπαψε, παρά όσο ο γέρος ο Φλαβιανός πολεμούσε να μαλακώση το Θεοδόσιο και να προλάβη τον ξολοθρεμό της δύσμοιρης Αντιόχειας, άλλο τόσο αγωνίζουνταν κι ο Χρυσόστομος να παρηγορή το λαό και να τον αρματώνη με πίστη κ' ελπίδα. Οι ομιλίες του σε κείνη απάνω την κρίσιμη ώρα είναι ίσως από τις πιο συγκινητικώτερές του. Πότε περιγράφει τα βάσανα του γέρου Επισκόπου που όρη και βουνά διάβαινε νανταμώση το Θεοδόσιο και να του ζητήση συχώρεση για την Αντιόχεια, πότε τη θλίψη του απελπισμένου λαού που γύρευε κι αυτός να πάρη τα όρη για να ξεγλυτώση από τη βασιλική οργή, και πότε πάλε παρασταίνει τη φρίκη του ο Χρυσόστομος θωρώντας στο Πραιτώριο ταδέρφια του να παιδεύουνται και να τυραννιούνται. Και το συμπέρασμα, πάντα ελπίδα, πάντα παρηγοριά, πάντα πιο καλότυχα υστερνά.

Καθώς θυμούμαστε, ήρθε τέλος η βασιλική η συχώρεση. Φτάνουν οι ταχυδρόμοι στην Αντιόχεια με τα νέα, και ανεβαίνει ο Χρυσόστομος στον άμπωνα και με λόγια ολόχαρα σκορπάει του λαού τη θλίψη. Όρια δεν είχε η χαρά τους και τελειωμό δεν είχαν τα πανηγύρια τους.

Άλλα δέκα χρόνια έκαμε στην Αντιόχεια ο Χρυσόστομος διδάσκοντας καθώς πρώτα, κ' ίσως θάμνησκε εκεί ως το τέλος α δεν αντιλαλούσε και στην Πρωτεύουσα το μεγάλο του όνομα. Άμα λοιπό χήρεψε ο πατριαρχικός θρόνος στα 397 κι άρχισαν τα μαλλώματα ποιος να πρωτοσκαλώση, Βασιλέας και λαός, φτωχοί και πλούσιοι, όλοι μ' ένα στόμα το Χρυσόστομο φώναζαν. Ως κι ο Ευτρόπιος καθώς είδαμε κείνονα διάλεξε, δίχως άλλο για λόγους δικούς του αυτός, ίσως μην τύχη κι ανέβη κανένας παρόμοιος του στην αχορτασιά. Ο Χρυσόστομος όμως δεν τη ρέγουνταν τόση δόξα· προτιμούσε αυτός την πατρίδα του όπου πέρασε τόσα χρόνια της νιότης του, και μπορούμε να πούμε πως με το στανιό τονέ χειροτόνησαν Πατριάρχη στα 398.

Στην αρχή αρχή λαός, κλήρος, αυλικοί, Βασιλέας, και μάλιστα η Ευδοξία, όλοι τονέ λάτρευαν και τον τιμούσαν. Η αγάπη αυτή κ' η εύνοια από τη μια, από την άλλη η μεγάλη του νοητική λαμπροσύνη και τέχνη, τούδωσαν απέραντη δύναμη. Και τώρα το νοιώθουμε πώς δυνήθηκε ο Χρυσόστομος με μονάχη την παρουσία του να μποδίση στρατό κι όχλο να σύρουν τον Ευτρόπιο αποκάτω από την Αγιατράπεζα ύστερ' από ένα χρόνο, τότες που κατρακυλήστηκε από τα μεσούρανα της δόξας του ο Ευνούχος.

Ο Χρυσόστομος όμως καθώς στην Αντιόχεια, έτσι και στην Κωσταντινούπολη δεν περιορίστηκε σε Γραφικές ερμηνείες και σε θρησκευτικά παραγγέλματα, παρά κατέβαζε τον κόπανο της μεγαλοδύναμης ευγλωττίας του και στην ακολασία, τη σπατάλη, την ανηθικότητα, που καθώς σήμερα βασιλεύουνε μέσα σε κάθε μεγάλη πρωτεύουσα, έτσι και στο Βυζάντιο τότες, αν και ίσως όχι όσο τώρα. Δεν τα ιστορούμε εδώ τα όσα χτυπούσε, επειδή θα ιστορηθούνε σε ξέχωρο μέρος. Δεν αφήκε μήτε μεγιστάνους, μήτε λαϊκούς, μήτε κληρικούς, κι απ' όλους πιώτερο ράβδιζε τους ακόλαστους κληρικούς. Μα και σαν Πατριάρχης που είταν, ακόμα μακρύτερα πήγαινε, κι άμα ξετρύπωνε τίποτις άτοπο στην περιφέρεια του μέσα, τους παίδευε κιόλας. Και τόσο μάλιστα τον ξάνοιξε τον κύκλο του, που όχι μόνο στη Θράκη, παρά και σ' όλη τη Μικρασία έφτανε η δύναμή του. Δεκατρείς επισκόπους λεν πως ξεθρόνισε στη Λυδία και στη Φρυγία μονάχα. Τέτοια λοιπό μέτρα δεν μπορούσε να τα λαβαίνη δίχως να κάμνη εχτρούς και να βρίσκη φοβερή εναντίωση μέσα στον τόπο. Έπειτα είταν οι αυλικοί κ' οι άλλοι πολιτικοί αξιωματικοί.

Δεν μπορούσανε να μένουν όλοι τους καλοκαρδισμένοι, μάλιστα οι Γότθοι, αν και τους φέρνουνταν πιο πονετικά από το Συνέσιο, πιστεύοντας πως με τον καιρό θα στρώσουν και θα καταντήσουν ένα με τους δικούς μας, καθώς κ' έγινε· και για δαύτο είχε πάντα καλό λόγο για όσους Γότθους έπαιρναν εκκλησιαστικά κι άλλο είδος πολιτισμένα αξιώματα κ' επαγγέλματα. Όντας όμως οι πιώτεροι τους Αρειανοί, κι ο Χρυσόστομος αποφασισμένος καθώς είδαμε να μην ξαναφήση τον Αρειανισμό να ξανανοίξη μάτι, ερθόντας απάνω απ' αυτό κ' η Γοτθική εκείνη σφαγή, άναψαν εναντίο του πάμπολλοι μεγάλοι Γότθοι. Για δυστυχία μας δεν έπαιρνε μήτε από «διπλωματική» ο Χρυσόστομος. Τονέ γνώριζε τον κόσμο, και πάλι δεν τονέ γνώριζε· ήξερε τις κακίες του και τις θεάτριζε μ' έξοχη τέχνη, μα με τους ανθρώπους είταν οξύθυμος και συχνά απότομος. Είναι αλήθεια πως τέτοιος είτανε με τους μεγάλους κι όχι με τους μικρούς, κι αυτό μαρτυράει κάμποση μεγαλοφροσύνη κ' ευγένεια. Μα το καθαυτό συφέρο της Εκκλησίας και του Τόπου απαιτούσε κάτι πιώτερη πολιτική κ' ημερωσύνη με τους δυνατούς. Αυτό όχι μονάχα δεν το είχε, παρά και το ενάντιο δίδασκε. Τέτοια φερσίματα προς τους νόμιμους Κυβερνήτες ενός Τόπου, μα Γότθοι είναι, Ρωμαίοι είναι, ένα και μονάχο τέλος θα φέρουν· κ' ήρθε το λυπητερό το τέλος, ξέσπασε το κακό.

Μοιράστηκε η Πρωτεύουσα σε δυο στρατόπεδα· τόνα με το Χρυσόστομο, τάλλο καταπάνω του. Και το θλιβερώτερο, που όλες οι κοκκώνες της Αυλής, όλες οι μεγάλες οι αρχόντισσες μαζεύτηκαν από το ενάντιο κόμμα! Πάμπολλες πλούσιες χήρες είταν ξεφρενιασμένες μαζί του που δεν τις άφινε ήσυχες να πασαλείβουνται με τ' αγαπημένα τους τα φκιασίδια. Πήρε τέλος φωτιά κ' η Ευδοξία, που αν κι όμορφη, προσπαθούσε κι αυτή να καλλιτερεύη την ομορφιά της. Αν είταν ο Χρυσόστομος άνθρωπος του κόσμου, θα τα παράβλεπε αυτά, καθώς παραβλέπει σήμερα ο Αρχιεπίσκοπος της Κανταβρηγίας την Πριγκηπέσσα της Ουαλίας, που καθώς ξέρουμε φκιασιδώνεται αλύπητα, κι ως τόσο κανένας μήτε τονειρεύεται να την ψεγαδιάση. Έτυχε μια φορά σ' ένα του λόγο ναναφέρη και τη λέξη αδοξία ακούν οι εχτροί του αυτή τη λέξη, κι αμέσως βγάζουνε φήμη πως την Ευδοξία είχε στο νου του.

Μια και γύρισε η Αυτοκρατόρισσα εναντίο του, πάει του Χρυσoστόμου η δύναμη. Όλους τους μεγαλήτερους κληρικούς, αυλικούς κι άλλους αρχόντους μαζί της τους έσερνε η Ευδοξία. Αποφασίζει λοιπό να τον ξεκάμη, και συναγροικιέται με το γνωστό μας το Θεόφιλο της Αλεξάντρειας. Βράζοντας ο Θεόφιλος από ζούλια, που έβλεπε το Χρυσόστομο παντοδύναμο στην Πόλη, ανεβαίνει στην Χαλκηδόνα (403) με μερικούς Επισκόπους, για νάχη, την πλειονοψηφία στη Σύνοδο που αποφασίστηκε να συστηθή και να κρίνη το Χρυσόστομο, καθώς και με κάμποσους θαλασσινούς, για να μπορή στην ανάγκη να το γυρίση και στη βία. Κωμωδία μονάχη εκείνη η Σύνοδο. Σαρανταεφτά ελεεινές κατηγορίες έφερεν εναντίο του ένας Επίσκοπος κ' ένας Διάκος. Ο Χρυσόστομος όμως μήτε να παρουσιαστή δεν καταδέχτηκε. Τον καταδικάζουνε λοιπόν όπως όπως, επικυρώνει ο Αρκάδιος την απόφαση, και πηγαίνει νύχτα ένας αξιωματικός της Αυλής, πιάνει τον Ιεράρχη, και τονέ φέρνει σε κάποιο ακρογιάλι της Μαύρης Θάλασσας.

Μόλις έμαθε ο κόσμος ταποταχύ τα γενάμενα, και γίνεται ανάστατος. Και καλά να μεταγυρίση ο Πατριάρχης· ως κι ο στρατός με το λαό πια πήγαινε τώρα. Βγήκαν τότες οι θαλασσινοί του Θεοφίλου με μερικούς καλόγερους να τα διορθώσουνε, μα τους βρήκε μεγάλο κακό, και παραλίγο να σκοτωθή κι ο Θεόφιλος. Εκεί απάνω γίνεται μεγάλος σεισμός· αυτό πια τον κατάπεισε το λαό πως είχε το δίκιο μαζί του, και τίποτις δεν τονέ σταματούσε. Έγινε σφαγή φοβερή· πήραν ξεφρενιασμένοι τους δρόμους και ζυγώσανε στο Παλάτι. Σαν τα είδε αυτά η Ευδοξία, τρέχει στον Αρκάδιο, προσπέφτει στα γόνατα του, και του μολεγεί πως άλλον τρόπο δεν έχει παρά να γυρίση ο Χρυσόστομος πίσω. Αρίθμητα πλοία και βάρκες, κατασκέπασαν αμέσως το Βόσπορο, ξεκινώντας να συνοδέψουν τον Πατριάρχη. Λαμπρές φωταψίες κι από τις δυο μεριές, και σαν ξαναπερνούσε το στενό η πανηγυρική αυτή συνοδία μαζί με τον Πατριάρχη, οι ζητωκραυγές του αναγαλλιασμένου λαού αντιλαλούσανε στον αιθέρα. Με τέτοια πομπή και δόξα ξανανέβηκε ο Ιωάννης το θρόνο του, με τέτοια κοινή συμπάθεια ξανάρχισε τις λαμπρές διδαχές του.

Ένα πράμα αξίζει να το παρατηρήσουμε από τώρα, επειδή θα το ξαναδούμε κι αργότερα· το πως ο λαός δε σήκωνε χωρατά μήτε τότες, παρά όχι Πατριάρχηδες, μα και Βασιλιάδες κάποτες ανεβοκατέβαζε. Και μελετώντας την ιστορία μας, εκείνο που παραξενεύεται άνθρωπος είναι που τα συστήματα των καιρών εκείνωνε φαίνουνται όχι μοναδικά και μισοβάρβαρα κι ασιατικά, καθώς μας τα παραστήσανε μερικοί, παρά που μοιάζουν τόσο πολύ με τα σημερνά, μάλιστα τα γαλλικά στην οχλαγωγία, ταγγλικά στην εθιμοταξία, τα ρούσσικα και τα γερμανικά στην αυλοκρατία, κι απάνω κάτω όλα στην παραλυσία, που καθώς ξέρουμε δε λείπει από κάθε πρωτεύουσα.

Οι αντίπαλοι του Χρυσοστόμου ως τόσο ησυχία δεν είχανε, μόνο νύχτα μέρα άλλο δε συλλογιούνταν παρά πώς να τον ξεκάμουνε μια και καλή. Είχε ο Έπαρχος ο Σιμπλίκιος υψωμένη της Ευδοξίας στήλη πορφυρωτή μ' αργυρό αδριάντα της στημένο απάνω, σιμά στην εκκλησιά της Αγίας Ειρήνης, σε τόπο που τον έλεγαν Πιττάκια. Κ' εκεί ο Σιμπλίκιος, θανάσιμος εχτρός του Χρυσοστόμου, έκαμνε τόση οχλοβοή με χορούς και μ' άλλα Εθνικά πανηγύρια, που δεν μπορούσανε να λειτουργήσουνε μέσα στην εκκλησιά. Ανεβαίνει στον άμπωνα ο Χρυσόστομος και ρίχνει πάλε ταστροπελέκια του. Τι κάμνουν τότες οι εχτροί του; Πηγαίνουν και τον καταμηνούν της Ευδοξίας πως δεν τίμησε τον αδριάντα της καθώς έπρεπε. Ξανακορώνει αμέσως η Ευδοξία μαζί του. «Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται», καθώς είπε κι ο ίδιος ο Χρυσόστομος τότε σ' έναν του λόγο.

Καταπιάνουνται λοιπόν πάλι να τον ξεκάμουν, κι όχι ψέματα πια. Συσταίνεται καινούρια Σύνοδο, κι ο Θεόφιλος επικυρώνει την προτήτερη την απόφαση. Μπαίνει Γοτθικός στρατός στην Πρωτεύουσα, και Μέγα Σαββάτο ανήμερα στα 404 έρχουνται και πιάνουν τον Πατριάρχη. Έκαμε πάλε το πλήθος ναντισταθή, μα ο εχτρός είταν τώρα καλά οργανισμένος, κι' άλλο δε βγήκε από τη στάση εκείνη παρά που καήκανε δυο δημόσια χτίρια, η Αγιά Σοφιά και το Σενάτο, καθώς και μερικά σπίτια. Τον πήραν και τον έφεραν τον Ιεράρχη στην Κουκουσό της Μικρής Αρμενίας, απάνω στ' αδιάβατα όρη του Ταύρου. Σκοπός τους είτανε να τονέ θανατώσουνε με το μακρινό αυτό ταξίδι. Μα ο Ιωάννης, αν κι εβδορήντα μέρες περπάτημα σε βράχους και σε ρημιές, πάλε βάσταξε κ' έζησε άλλα τρία χρόνια στις αϊτοφωλιές εκείνες απάνω. Έζησε, κ' έκαμνε ό,τι κ' οι άλλοι προκάτοχοι του κάμνανε σε παρόμοιες έρημες μοναξιές· έγραφε κ' έστελνε διδασκαλίες και συβουλές όπου είχε πιστούς οπαδούς του και φίλους, και τους είχε αμέτρητους. Ως και Σύνοδο σύστησε και ακύρωσε την ψεύτικη απόφαση της προτητερινής. Και τόσο τους πείραξε πάλε τους αδιόρθωτους εχτρούς του, που κατάπεισαν τον Αρκάδιο κ' έστειλε τον Ιεράρχη σ' άλλη χερώτερη εξορία περίγυρα στης Πιτυούντας την έρημο. Στο διάβα του όμως από τη μιαν εξορία στην άλλη τόσον τον κακομεταχειρίστηκαν οι εχτροί του, που πέθανε τώρα στο δρόμο, εξήντα χρονών, ολίγους μήνες πριν αποθάνη κ' η Ευδοξία.

Αυτό είταν το τέλος του Μεγάλου Χρυσοστόμου, που με το Βασίλειο και με το Γρηγόριο τους έχει τριπλό καμάρι η Εκκλησία.

Τριάντα χρόνους κατόπι, όταν τα πάθη κ' οι ραδιουργίες είταν αποκοιμισμένες μαζί με τους εχτρούς του, ζήτησε ο λαός το ιερό του λείψανο, και το κατεβάσανε στην Πρωτεύουσα με μεγάλη παράταξη. Ως τη Χαλκηδόνα προβγήκε και το προαπάντησε τότες ο Δεύτερος ο Θεοδόσιος. Και προσπεσόντας το προσκύνησε ο Βασιλέας, και παρακάλεσε τον Άγιο να συχωρέση τον πατέρα του τον Αρκάδιο και τη μητέρα του την Ευδοξία.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Μερικά συμπληρώματα της Ιστορίας του Χρυσοστόμου

Η λιγόκαιρη αυτή εποχή αποφάσισε μεγάλα ζητήματα, κ' ίσως απ όλα το μεγαλήτερο είταν η θέση του Πατριάρχη προς το Βασιλέα. Όσο κι αν είταν αχαμνός ο Αρκάδιος, η Ευδοξία όμως δεν τούμοιαζε, και καθώς είδαμε αυτή βασίλευε κι όχι ο άντρας της. Αν ο Χρυσόστομος είταν κι αυτός του γλυκού νερού, θάπαιρνε βέβαια η αυλοκρατία το δρόμο της ανεμπόδιστα. Και μ' όλη του όμως τη νοητική δύναμη, τη μαγική ευγλωττία, και την ασκητική αρετή, πάλε καταπονέθηκε από το Παλάτι κι από τους αυλικούς. Κ' ίσως ίσως αυτό αφαίρεσε από το Πατριαρχείο μας μια για πάντα κάθε στοιχείο εξουσίας πολιτικής. Ζήτησε, είναι αλήθεια, η παλιά η Ρώμη να μας τη στυλώση αυτή τη δύναμη, καθώς θα δούμε αργότερα, από δικούς της λόγους αυτή. Μα δεν έπιασε.

Δυο περαστικά λόγια για την περιξάκουστη την ηθική παραλυσία της Βυζαντινής Αυλής κι αρχοντιάς, πρι να κινήσουμε παραμπρός.

Ολόπρωτη της αριστοκρατίας να πούμε είτανε φυσικά η Ευδοξία. Πολλά λοιπόν ψιθυρίστηκαν, όχι μονάχα για τα φκιασήδια της, μα και για την αρετή της, κ' ένα είναι πως ο γιος της, ο δεύτερος ο Θεοδόσιος, δεν είταν από τον Αρκάδιο γεννημένος, παρ' από τον Κόμητα τον Ιωάννη. Και ψέματα να είναι, το πως ψιθυρίστηκε μονάχα σώνει να μας δείξη πως αγαπούσε και τότες ο κόσμος να τα βάζη αυτά στο νου του. Μα έχουμε κι άλλα σημάδια της κοινωνίας εκείνης. Ξέρουμε λόγου χάρη πως οι ακόλουθες της Αυτοκρατόρισσας, αντίς να φορούνε μαγουλήκα καθώς οι συσταζούμενες οι Χριστιανές των καιρών εκείνων, προτιμούσανε να στρίβουν κατσαρά με πυρωμένα σίδερα και να τα κατεβάζουνε στο μέτωπό τους, καθώς φαίνεται έκαμναν οι γυναίκες του δρόμου. Μα μας έμειναν κι άλλα πάμπολλα, και μέρος θα ιστορηθούνε σε λίγο. Αυτά λοιπόν όλα σαν ήρωας τα πολεμούσε ο ασκητικός ο Χρυσόστομος με τη φοβερή του ρητορική. Κι όχι μονάχα από τον άμπωνα τα πολεμούσε, όχι μονάχα γύριζε άγριες ματιές κατά την Αυτοκρατόρισσα, όταν είχε τίποτις να της ψεγαδιάση, μόνο πήγαινε κι ατός του κ' έβρισκε τις μεγάλες κυρίες και τους τα διάβαζε στα σπιτικά τους. Δύσκολο τώρα δεν είναι να καταλάβουμε γιατί σηκώθηκαν καταπάνω του σα σφίγγες οι κεράδες. Μια τους, η Ευγραφία, έδωσε και το σπίτι της για τη συνωμοσία. Λογής λογής ψεγάδια του κόλλησαν εκεί μέσα· αφορμή μερικές αθώες του ιδέες και συνήθειες, του σκαρώσανε φοβερές κατηγορίες. Πέτυχαν καθώς είδαμε και συμμάχους τους καλόγερους και τις καλόγριες, που ζώντας ανάμεσα τους ζωή χαρισάμενη δεν τους έρχουνταν αυτό το σούσουρο κάθε λίγο απάνου από τον άμπωνα. Και σα να μη σώνανε μήτ' αυτοί, πήγανε μαζί τους κι όλοι οι ζητιάνοι της Πόλης, τάχα γιατί χτυπούσε και τη ζητιανιά ο αποστολικός ο Πατριάρχης.

Δεν είταν όμως πάλι κι ολομόναχος ο Χρυσόστομος μέσα στη μάχη του· είχε τους οπαδούς του κι αυτός. Είχε την Ολυμπιάδα, χήρα του Βασιλέα της Αρμενίας, παντρεμένη τώρα Ρωμιό, που ακούγοντας την κατακραυγή του Χρυσοστόμου για την απονεσιά του πλουσίου κόσμου έβγαινε και μοίραζε τα πλούτη της αλύπητα σε φτωχούς· είχε την Αράβισσα την πριγκηπέσσα Σαλβίνα, κόρη του Γίλδου, φερμένη στην Πόλη από το Θεοδόσιο, και παντρεμένη κάποιον ανιψιό του· είχε το διάκο το Σεραπίωνα, αγαθόκαρδο μα και λαφρόμυαλο. επειδή αντίς να μαλακώνη τον Πατριάρχη, τον κόρωνε με ταστόχαστα λόγια του· τέλος είχε μαζί του κι όλο το λαό, μεταξύ ζητιάνους κι αυλικούς. Τονέ λάτρευε ο λαός σαν πατέρα του. Όχι μονάχα εξαιτίας που άκουγε την αλήθεια από το θείο του στόμα, και που έβρισκε κάποια πόρεψη με τα ψυχικά που έγινε αφορμή ο Χρυσόστομος και του μοίραζαν κάμποσοι πλούσιοι, μα κ' εξαιτίας τις κοινωνιστικές του ιδέες. Κι ορίστε λοιπόν που μήτε ο Κοινωνισμός δεν είναι όλως διόλου καινούριο πράμα! Την ήθελε όμως την ισότητα όχι πολιτική, παρά μονάχα κοινωνική· βάση της θεωρίας του είτανε να δίνουν οι πλούσιοι στους φτωχούς ένα μέρος. Από τα φυλλοκάρδια του έβγαιναν αυτές οι ιδέες, κι ως τόσο τις έκαμαν κι αυτές αφορμή να τονέ χαντακώσουν. Ως μήτε την αδερφική του συμπάθεια προς την Ολυμπιάδα δεν την άφησαν ανεξήγητη, καθώς πάλε την ασκητική του ζωή μέσα στο μοναχικό του κελλί την αποδίνανε σ' ερωτικά ξεφαντώματα!

Αρματώθηκαν αγριεμένοι κ' οι δεκατρείς εκείνοι Επίσκοποι, που ο βλογημένος ατός του τους κατηγόρησε και τους έκρινε σαν κατέβηκε στη Μικρασία δίχως μήτε δικαστικό τύπο να φυλάξη. Ξεφύτρωσε τέλος κι ο Θεόφιλος, ο ανάξιος φίλος του Συνεσίου, ο ξολοθρευτής του ναού του Σεράπι, βράζοντας από πάθος που χεροτονήθηκε ο Χρυσόστομος Πατριάρχης, κι όχι κάποιος δικός του. Τα είδαμε τα γενάμενα στην πρώτη του Σύνοδο, 'που μια από τις σαρανταεφτά του κατηγορίες είταν κ' η μοιχεία! Είδαμε και τις προκοπές της δεύτερης της Συνωμοσίας. Σάνε χύμιξαν οι Γότθοι οι στρατιωτικοί το Μεγάλο Σαββάτο εκείνο μέσα στη Μητρόπολη να τον πιάσουν, ώρα που βαφτιζότανε διάφοροι Κατηχούμενοι, άντρες και γυναίκες, σαν τα ορνίθια τους έδιωξαν και τους σκόρπισαν. Και σε τέτοια χάλια έφεραν την εκκλησιά, που πήγε ο λαός εκείνο το Πάσκα στην εξοχή, κ' έκαμε Ανάσταση κάτω από τα δέντρα. Ιωαννίτες τους ονόμασαν όλους αυτούς.

Όσο για την πυρκαγιά της βραδινής εκείνης, φαίνεται πως άρχισε από τον πατριαρχικό θρόνο της Αγιά Σοφιάς, και φούντωσαν οι φλόγες κι ανεβήκανε, λέει, στη στέγη στρεφογυριστά σα θεόρατο φείδι. Φυσώντας κι ο άνεμος δυνατά, δεν άργησε να φέρη τις φλόγες νότια κατά το Σενάτο. Ξολοθρεύτηκαν τότες κάμποσα καλλιτεχνήματα, οι Εννιά οι Μούσες το σπουδαιότερο.

Έγινε επίσημη κρίση για να βρεθή ο αίτιος της φωτιάς εκείνης. Άλλοι αβάνιασαν το Χρυσόστομο, άλλοι τους φίλους του· άλλοι την αποδώσανε σε θάμα, και τέλος μερικοί τη φορτώσανε στους Εθνικούς. Η αλήθεια είναι πως πολλοί οπαδοί του Χρυσοστόμου καταδιώχτηκαν τότες. Βασανίστηκε π. χ. ένας του αναγνώστης, ζορίστηκε η βασιλόπουλα η Ολυμπιάδα, κ' έφυγε κακήν κακώς από την Πόλη η Νικαρέτη, θεοφοβούμενη γεροντοκόρη που στις μέρες του Χρυσοστόμου γύριζε τους δρόμους και μοίραζε χάρισμα γιατρικά για την ψυχή της. Τέλος ζορίστηκαν κι όσοι «Ιωαννίτες» δεν πήγανε να μεταλάβουν από το νέο Πατριάρχη τον Αρσάκιο.

Η δύστυχη η Ολυμπιάδα παρηγοριά δεν είχε στην εξορία της. Του κάκου της έγραφε συβουλές από τα όρη ο Χρυσόστομος. Και λέγουν πως σαν απέθανε, βάλθηκε το λείψανο της σε κουτί και ρίχτηκε μες στη θάλασσα — είταν η παραγγελία της αυτή —, κ' η θάλασσα το ξέβρασε κάπου, και το μεταφέρανε στην Πρωτεύουσα και το καταθέσανε στο ναό του Αγίου Θωμά.

Ένα χρόνο ύστερ' από την εξορία του Χρυσοστόμου ξαναγίνουνται σεισμοί στην Κωσταντινούπολη. Και τρομάξαντας ο Αρκάδιος στέλνει και ρωτάει τον Άγιο Νείλο στ' Όρος Σινά, τι σήμαιναν αυτοί οι σεισμοί. Είταν ο Νείλος μέγας και πολύς στον καιρό του Θεοδοσίου· ως κ' έπαρχος του Πραιτωρίου της Ανατολής έκαμε τότες. Άξαφνα όμως ταφίνει όλα και πηγαίνει στ' Όρος Σινά κι αφιερώνει ψυχή και σώμα στα θεία. Του στέλνει λοιπό μήνυμα ο Άγιος Νείλος του Αρκαδίου πως αμάρτησε που ξόρισε το Χρυσόστομο. Επειδή όμως οι σεισμοί στο μεταξύ περάσανε, δεν πρόσεξε ο Αρκάδιος στα λόγια του Νείλου.

Κάτι πολύ σωστό και βαθιοστόχαστο παρατηρήθηκε για το Χρυσόστομο, κι αξίζει ναναφερθή πρι να κλείσουμε τα λίγα αυτά σημειώματα. Ύστερ' απ' αυτόνα δε βλέπουμε πια Πατριάρχη που να σηκώνεται και να πολεμάη την κακία και την παραλυσία του παλατιού. Βρίσκουμε κάμποσους Πατριάρχηδες κι αγωνίζουνται για δόγμα ή καμιάν αρχή, μα λίγοι αφιερώσανε ζωή και ψυχή στην ευαγγελική θρησκεία, κι όχι σε ζητήματα θεολογικά. Κι όσο για ξεθαρρεσιά, κανένας τους πια δεν ξεστόμισε λόγο να κατακρίνη πορφύρα ή άλλη βασιλική πολυτέλεια, μάλιστα Αυτοκρατόρισσας. Οι πιώτεροι οι κατοπινοί είταν ή θεολόγοι (θεολόγοι όμως που δουλέψανε για μεγάλο μας εθνικό καλό), ή ήσυχοι ασκητικοί, καθώς ο Ιωάννης ο Νηστευτής στον καιρό του Μαυρικίου.

Εκείνο που ξεχωρίζει το Χρυσόστομο από κάθε άλλονα Πατριάρχη είναι που μήτε για ένα θεολογικό στοχασμό ή σκοπό δεν έμνησκε τόπος μέσα στην ευαγγελική του ψυχή.

Λες κ' είταν η φωνή του Παύλου και ξαναβγήκε στον κόσμο να ρίξη δεύτερη πέτρα στις ματαιότητές του.

ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Συνήθειες του πέμτου αιώνα

Αν και τόχουμε πάντα σκοπό σε ξέχωρο παράρτημα να περιγράψουμε τα πιο κυριώτερα συστατικά του Βυζαντίου, για να παραστηθούνε με κάποια περιστατωσύνη στο νου μας οι καιροί εκείνοι οι αξέχαστοι κ' οι μεγάλοι· ανάγκη όμως και στη δήγηση απάνω να ιστορηθούνε μερικά, και μάλιστα όσα είναι μιας ορισμένης εποχής. Και καθώς δηγώντας την ιστορία του Κωσταντίνου δεν μπορούσαμε να μη ρίξουμε ματιά στα κατατόπια της νιόχτιστης Πόλης, έτσι και του Χρυσόστομου την εποχή καλλίτερα τη νοιώθουμε παραθέτοντας όσα έθιμα κι άλλα του καιρού εκείνου σημάδια και γνωρίσματα βρίσκουνται μαζεμένα, και μάλιστ' από τους λόγους του.

Καθώς είδαμε, από τα πιο τρανότερα σημάδια της εποχής είταν η λαμπρότητα και πολυτέλεια και της Αυλής κι όλης της Βυζαντινής αριστοκρατίας. Έπαιρναν κ' έδιναν οι μεγαλοπρέπειες κ' οι αρχοντιές τότες. Αφίνουμε που ο Αυτοκράτορας φόρειε πορφυρένια χλαμύδα, χρυσοκέντητο χιτώνα που παράσταινε δράκους, και στο κεφάλι κορώνα πετράδι όλη και μαργαριτάρι. Αφίνουμε το χρυσοστόλιστό του αμάξι, που ολόασπρα μουλάρια το σέρνανε, χαλινάρια και λουριά και σέλλες, όλα κατάλαμπρο μάλαμα, που ξαστράφτανε στον ήλιο σαν έβγαινε βασιλική συνοδία. Μα κ' οι αρίθμητοι δορυφόροι που ακολουθούσανε, μαλαματωμένοι φεγγοβολούσαν κι αυτοί κι ολοξόμπλιαστοι. Κ' οι άμετροι αξιωματικοί της Αυλής, καθώς κ' οι άλλοι αρχόντοι, εξόν από μεγαλόηχους τίτλους σήκωναν κι αρίφνητο βιος· ολόσκεποι μάλαμα και μετάξι από την κορφή ως τα νύχια, αφού δα και τα ποδήματά τους είτανε χρυσοξόμπλιαστα. Τίποτες δεν το είχε τότες πλούσιος να ορίζη δέκα κ' είκοσι σπίτια, και λουτρά άλλα τόσα. Σπίτια τα είπαμε, κι ως τόσο είταν παλάτια. Φιλτισωμένες οι πόρτες, χρυσωμένα τα στεγάσματα, χάμου μυριόχρωμα ψηφιδωτά και χαλιά μαλακά και βαριότιμα. Οι τοίχοι ολοτρόγυρα μάρμαρο από τα σπανιώτερα, κι αν έλειπε το μάρμαρο, χρυσωμένοι κι αυτοί. Κρεββάτια φιλτισωμένα ή αργυρόφκιαστα, κι αν είταν από σπάνιο ξύλο, δεν έλειπε μηδ' από κει το χρυσάφι. Καρέγλες και σκαμνιά, φίλτισι και συντέφι, κι όσο για τα συνηθισμένα τα σπιτικά χρειασίδια, κοινό μέταλλο δεν τους ταίριαζε· χρυσωτά ή αργυρωτά και τα μισοστρόγγυλά τους τραπέζια, που δυο κοπέλλια δε σώνανε να τα σηκώσουν. Αρίφνητοι μάγειροι τοίμαζαν τα φαγοπότια τους, και σαν καθίζανε, γέμιζε ο αιθέρας αρώματα, φωταψίες και μουσικές.

Αυτά είναι πούβλεπε ο Χρυσόστομος πλάγι πλάγι με την κακομοιριά και με τη φτώχεια, και πήγε να γίνη «Κοινωνιστής»! Αυτά είναι που κάμποσοι ξένοι μας ψεγαδιάσανε, σάματις δεν τάχουν απαράλλαχτα μπρος στα μάτια τους, κι αντάρα Κοινωνιστάδες από το Χρυσόστομο πολύ φοβερώτερους.

Μα έβλεπε κι άλλα σαν τα τωρινά μας ο Ιεράρχης! Έβλεπε λόγου χάρη τα θεάματα και τα παρασκήνια, σωστά παρισιάνικα. Τα τραγούδια που έτρεχε ν' ακούση εκεί ο λαός τίποτις ιερό δεν ξέρανε μήτε όσιο· όλα ταρμάθιαζαν ολοστρόγγυλα κι ολόγυμνα. Μα και γυναίκες κολυμπούσαν ολόγυμνες εκεί μέσα, σα θέλανε να παραστήσουνε τις Νεράιδες.

Εκεί που ο Χρυσόστομος ανέβαινε στο μεγαλήτερο ύψος της ευγλωττίας του και στον τελειότερο βαθμό της τέχνης του είναι σαν έβαζε ομπρός τις σύχρονές του γυναίκες, που όσο πιο αρχόντισσες, άλλο τόσο πιο ακόλαστες και μάταιες. Ακολουθώντας τους λόγους του βρίσκουμε μέσα στα στολιστήρια τους αράδες αλάβαστρα γεμάτα πολύτιμα μύρα, φκιασίδια και κοκκινάδια. Βρίσκουμε στίμμι για τα ματόκλαδα, καννάβαρι για τα μάγουλα και για τα χείλη, βαφές που κάμνανε χρυσόξανθα τα μαλλιά, και πλήθος άλλα γυναικήσια μυστήρια, που όλα τα γνώριζε, κ' ίσως και τάβλεπε με τα μάτια του όλα.

Είπαμε παραπάνω για τα σγουρά που συνηθίζανε να τα κατεβάζουνε στο μέτωπο τους με τέχνη σαν τις εταίρες. Μα μήτ' αυτό δεν έσωνε, παρά και χρυσές πλεξούδες τους κρέμαζαν οι παραστεκάμενες, και με δέσιμο Περσικό τους περίζωναν το κεφάλι τους. Άλλες πάλι άφιναν ψιλές ψιλές πλεξούδες κ' έπεφταν απάνω στους ώμους, σκεπάζοντας το κεφάλι με χρυσοΰφαντα φακιόλια ή με σκουφάκια από δίχτι καταστόλιστο πετράδια.

Σαν τέλειωνε το συγύρισμα τω μαλλιώνε, άρχιζαν και τάλλα στολίσματα. Σκουλαρήκια περίλαμπρα και μεγάλα· αρμαθιές μαργαριτάρια και διαμάντια κρεμασμένα κι από τα δυο τα μηλίγγια, που κατέβαιναν ως τα μάγουλα και λαμποκοπούσανε· στήθια και πλάτες ολομέταξη και διάφανη σκέπη· μέση περιζωσμένη με χρυσοκόλλητη και μαργαριτοσκέπαστη ζώνη· πέδιλα στα πόδια μεταξένια ή βυσσινιά χρυσοξόμπλιαστα. Και μονάχα σαν αποτέλειωναν όλ' αυτά, είταν πια η αρχόντισσα έτοιμη να βγη και να φέξη στον κόσμο.

Έβγαινε με το χρυσοκάμωτό της αμάξι, και σε ολόασπρο άλογο καβαλλικεμένη, άλλοι δούλοι τρέχοντας απ' ομπρός για ν' ανοίξουν το δρόμο, οι πιώτεροι πάλε ακολουθώντας πίσωθε μαζί με τους ευνούχους και τους άλλους παρατρεχάμενους της αρχόντισσας. Έτσι πήγαινε στην εκκλησιά, στα λουτρά, στο ιπποδρόμιο, στα θεάματα.

Η μεγαλήτερή τους φιλοδοξία είτανε να μπλέκουνε στα δίχτια τους τους πιο μεγάλους της χώρας, και λαϊκούς και κληρικούς. Χίλια δυο κάμνανε για να τους ξελαγιάζουν. Ώρες κοιτάζανε στον καθρέφτη να σπουδάζουν τα κινήματα και τα στασίματα που τους ταίριαζαν· πώς λόγου χάρη ν' απογέρνη ο λαιμός πιο χαριτωμένα, πώς να σειέται τα κεφάλι με τρόπο που ναστράφτουν οι πλεξούδες, πώς νανοιγοκλούν τα ματόκλαδα ξεπεταχτά και παιχνιδιάρικα, πώς να σπιθοβολούν τα μάτια, και πάλε πώς να φαίνουνται ονειριασμένες σαν από λαχτάρα, πώς να γίνεται μαγικό και τραβηχτικό το χαμόγελό τους, και τέλος πώς να σειούνται και να λυγίζουνε με νάζι τα στήθια, η μέση, τα λαγόνια, οι γόφοι, όλο τους το κορμί.

Άλλο κακό του καιρού εκείνου που το πολεμούσε κι αυτό αλύπητα ο Χρυσόστομος είταν οι δεισιδαιμονίες που αλλού ιστορήθηκαν. Κ' επειδή από το κακό αυτό ζούσαν πάμπολλοι μάγοι κι αγύρτες, τους είχαν και τούτους μαζί τους οι αυλικοί, και δεν τους είτανε μικρή βοήθεια.

Από τους λόγους πάλε που είχε ο Χρυσόστομος κηρυγμένους στην Αντιόχεια μαθαίνουμε άλλα. Μαθαίνουμε π. χ. πως από πέντε χρονών ταγώρια πηγαίνανε στα «Δημοτικά» και διδάσκουνταν ανάγνωση και γραφή απάνω σε σανιδοκόμματα στο κερί βουτηγμένα. Κατόπι περνούσανε στο «Ελληνικό» (Σχολάς των Γραμματικών), κι άκουγαν Όμηρο κι άλλους αρχαίους. Τέλος πηγαίνανε στα Σκολειά της Ρητορικής, και σαν ξεσκολούσανε κ' έβγαιναν από το διπλό εκείνο καμίνι της αρχαϊκής σοφίας, άρχιζαν και μελετούσαν τα δόγματα της θρησκείας και δέχουνταν τάγιο βάφτισμα. Μας χύνει αυτό το σύστημα κάποιο φως και στη μελέτη του ρωμαίικου μας λογιωτατισμού, και μάλιστα της διγλωσσίας. Αυτά όμως αλλού.

Από τους προκομμένους εκείνους νέους οι πιο ενθουσιασμένοι αποτραβιόντανε στ' αναχωρητήρια και στις ερμιές, και βασάνιζαν τα κορμιά τους με παντής λογής σωματικά και ψυχικά κακοπάθια. Οι πιο πραχτικοί πάλε σπούδαζαν τα νομικά, κι από κει ανέβαιναν κάποτες και σε μεγάλα πολιτικά αξιώματα. Στο στρατό, καθώς είδαμε, δεν πολυέμπαινε το κοινό. Όλως διόλου ξέχωρος κύκλος ο στρατός τότες.

Όσο για τα κορίτσια, οι καλές κ' οι φρόνιμες κι όσες είχαν και τη θέληση, το θάρρεγαν παινέδι τους ναφίνουν κόσμο κ' εγκόσμια και να σφαλιούνται στα μοναστήρια. Φαίνεται πως κάμποσο καλό έκαμναν οι αγαθές εκείνες καλόγριες σε φτωχούς και σ' αρρώστους, και πολύ τις καμάρωνε αυτές ο Χρυσόστομος. «Οι πιώτερές μας» έλεγε «είναι δοσμένες στα ουράνια αντίς στα επίγεια». Ομπρός στα δυο κακά ως τόσο που προξενούσε η μοναχική τους αυτή ζωή, τα φιλανθρωπικά τους έργα δεν πολυσήμαιναν. Πρώτο κακό, που στεριούνταν ο κόσμος τις καλλίτερες του μητέρες. Άλλο κακό, που πολλές τους δεν απόμνησκαν ως τέλος πιστές στα ουράνια, παρά ξέπεφταν κι από τα επίγεια πιο χαμηλότερα. Στην Πόλη μάλιστα είχε καταντήσει ανοικονόμητο το σκάνταλο. Κελλί καλογερικό δίχως «αδελφή» ή «διάκονη» είτανε σπάνιο πράμα.

Πρι να κλειστή αυτό το κεφάλαιο, αξίζει να ειπωθούνε μερικά που μας εικονίζουν την κατάσταση της Αντιόχειας και της Αλεξάντρειας τον πέμτο αιώνα κάτι πιο καθάρια από τις περιγραφές που φάνηκαν απάνω στη σειρά της ιστορίας.

Σε καμιάν πόλη της αρχαιότητας, λέει μεγάλος ιστορικός, δε βασίλευε η καλοζωία τόσο όσο στην Αντιόχεια, τη Βιέννα εκείνη της Μικρασίας, που το περίφημο προάστειό της, η Δάφνη, αληθινό περιβόλι χαράς κ' ηδονής, πέντε περίπου μίλια από τη χώρα, και δέκα μίλια γύρο, είταν αμίμητο με τις δάφνες του, με τα κυπαρίσσια του, με τις βρύσες και τις νεροσυρμές του, και τέλος με τον περίφημο ναό του Απόλλωνα, που είδαμε την τύχη του στον καιρό του Θεοδοσίου. Τεσσεράμιση μίλια μάκρος είχε ο δρόμος της Αντιόχειας, που από τη μια μεριά πήγαινε παράπλευρα με τον ποταμό, κι από την άλλη σκεπαζότανε με στοά μεγαλόπρεπη απ' άκρη σ' άκρη. Κι όσο για νερά, όπου γύριζες να δης έτρεχαν, κ' είταν η μόνη πόλη που δε μάλλωνε ο κόσμος για νάβρη τόπο μες στα λουτρά.

Παραβάλλοντάς τηνα με την Αλεξάντρεια ο ίδιος ο ιστορικός λέει πως για χαρές και για καλοπάθια, για δραματικά θεάματα, για φαγοπότια, και για της αγάπης τα μάγια, η Αντιόχεια είταν πολύ πλουσιώτερη από την πόλη που δεν είχε «κάτοικο ακαμάτη». Θεατρίνοι, τραγουδιστάδες, χορευτάδες, ακροβάτες, μίμοι, όλοι την Αντιόχεια είχανε καταφύγι τους. Καθώς είδαμε όμως, παρουσίαζε κάποτε και πιο φρόνιμη όψη η ελκυστική αυτή τρελλοκόρη. Είχε και τους θεολόγους της, τους φιλοσόφους, τους ρήτορες, τα σκολειά και τα μοναστήρια, και τάλλα του παρδαλού εκείνου κόσμου συστήματα.

Σάνε συνέβαιναν ταραχές στην Αντιόχεια, πάντα στο Ιπποδρόμιο άρχιζαν. Τις πιώτερες φορές όμως άρχιζαν και τελειώνανε με τα λόγια, κ' έκοβε η γλώσσα τους όχι παρακάτω, από τους Αλεξαντρινούς. Ίσως επειδή σημαντικό μέρος των κατοίκων είταν Εβραίοι, αν και δεν είχε λίγους μήτε η Αλεξάντρεια.

Άλλο πράμα ως τόσο του Νείλου η μεγαλόπολη. Από τα παλιά της χρόνια γεμάτη αυτή ζωή και δραστηριότητα· από τα παλιά της στολισμένη με το περίλαμπρο εκείνο παλάτι της, θάμα του κόσμου. Μα ας πάρουμε οδηγό μας τον Αχιλλέα τον Τάτιο, κι ας «κοσμογυρίσουμε», καθώς ο ίδιος λέει, τους απέραντους και καταστόλιστους δρόμους της. Πέτρινες στοές δίχως τέλος και δίχως ταίρι μας ισκιώνουν και μας προφυλάγουν από το φοβερό το λιοπύρι· οι πιώτεροι δρόμοι μ' επίτηδες μέρος για να περνούν τ' αμάξια και τάλογα, σύστημα ασυνήθιστο στις ελληνικές πολιτείες· αρίθμητα δημόσια χτίρια· ο λαός πάντα πανηγυρικός, πάντα περίχαρος, πάντα στο ποδάρι κι ακοίμητος. Τη νύχτα πάλε τόσο λαμπρά φωτισμένη η χώρα, που θάρρειες κ' είχανε, λέει, κομματιασμένο τον ήλιο και σκόρπιο απάνω της. Κάθε φυλής διαβάτες με κάθε λογής φορεσιές πηγαινοερχόντανε στους πανώριους εκείνους δρόμους, και κάθε λογής γλώσσες κ' ιδιώματα αντιλαλούσαν απ' άκρη σ' άκρη.

Έδρωναν, κ' οι Ρωμαίοι στα πρώτα, κ' οι δικοί μας κατόπι, για να κυβερνούνε τους τετραπέρατους τους Αλεξαντρινούς. Με το παραμικρό σηκωμός, κι αμέσως μάχητα λαός και στρατός· εκεί που η Αντιόχεια ξεφώνιζε, περγελούσε, και κατόπι ξεθύμαινε, η Αλεξάντρεια πήγαινε ως το πετροβόλημα, ως τις μαγκουριές, ως τάρματα. Μ' ένα τίποτις άναβαν, και πάντα στο ματοκύλισμα τελειώνανε.

Σε τέτοια φρύγανα μέσα πώς να μην κορώνουνε φοβερές κάποτε φλόγες, και μάλιστα σαν άρχισαν τα θρησκευτικά τα βάσανα, που τα είδαμε και τα ξανάειδαμε. Όταν π. χ. κατατρέχουνταν ο Αθανάσιος από τους στρατιωτικούς, όταν κάηκε ο ναός του Σεράπι, ότα θυσιάστηκε η περίφημη η Υπατία. Κ' επειδή για την άδικη και παράλογη αυτή θυσία δεν έγινε λόγος ακόμα, ας τελειώσουμε με το θλιβερό της ιστορικό.

Είταν η Υπατία κόρη του μαθηματικού Θέωνα, που δίδασκε στο «Μουσείο», καθώς τόλεγαν το Πανεπιστήμιο τότες. Σπούδαζε μαθηματικά από τον πατέρα της, μα κατόπι τ' αφήκε, και βυθίστηκε στα δυσκολώτερα ζητήματα της μεταφυσικής. Πολύς καιρός δεν πέρασε κι ανέβηκε στης Φιλοσοφίας την έδρα. Η μεγάλη μάθηση κ' η αρετή της από τη μια, από την άλλη η θεία της ομορφιά κ' η χάρη, την έκαμαν, καθώς είδαμε και στου Συνεσίου το κεφάλαιο, αστέρι μέσα στην Αλεξαντρινή κοινωνία. Μύριοι έτρεχαν κι άκουγαν τα μαγικά της λόγια, και θάμαζαν την ουράνια σοφία της. Οι τρόποι της όμως είταν τόσο ξανοιχτοί, να μην πούμε αντρίκιοι, σάνε δίδασκε από τη φιλοσοφική της έδρα, που πολλά καταλαλήθηκαν εναντίο της, μάλιστα από τις άλλες γυναίκες. Μα και περπατώντας αγαπούσε να φορή φιλοσοφικό τρίβωνα, κ' έτσι φορεμένη συνομιλούσε με το Συνέσιο και με τους άλλους σοφούς οπαδούς της, αψηφώντας τον κόσμο.

Αν από τους φίλους της την ερωτευτήκανε μερικοί τι παράξενο. Είπανε μάλιστα πως ένας της το μολόγησε ολοφάνερα, και πως τόσο την όργισε, που ανασηκώνοντας την ποδιά της « Αυτό αγάπησες, κακορρίζικε» του είπε «κι όχι την αληθινή την ομορφιά». Φαίνεται όμως σαν παραμύθι αυτό. Η αλήθεια είναι πως η Υπατία ποτές δεν παντρεύτηκε, παρά έμεινε από τις λίγες που παραστήσανε στον κόσμο ταψεγάδιαστο πρόσωπο της Ολύμπιας Αθηνάς.

Το κρίμα είναι που και το τραγικό της τέλος μας έμεινε σκοτεινό. Ένα πράμα γνωρίζουμε, πως όση φιλία είχε με τον Έπαρχο τον Ορέστη, άλλη τόση έχθρητα με τον Πατριάρχη τον Κύριλλο, και πως θανατώθηκε απάνω στη μάχητα μεταξύ Κυρίλλου κι Ορέστη.

Είταν αποφασισμένος ο Κύριλλος από τα 412, που ανέβηκε το θρόνο, να ορίζη αυτός τη χώρα κι όχι ο Έπαρχος. Στη βράση απάνω που ακολούθησε μπαίνουν κ' οι Εβραίοι στη μέση και τα χεροτερεύουν. Πιάνουν έναν άνθρωπο του Κυρίλλου και τον παραδίνουν του Ορέστη κατηγορώντας τον πως ήρθε στη Συνέλεψη να κατασκοπήση. Προστάζει αμέσως ο Ορέστης και τονέ δέρνουνε μπρος στον κόσμο. Έγινε ο Κύριλλος όξω φρενών όταν τάκουσε. Παίρνει φωτιά και το ποίμνιο του, και σα δαιμονισμένοι σηκωθήκανε να φάνε την Εβραΐλα. Οι Εβραίοι τότε βγάζουνε λόγο πως καίγεται η Μητρόπολη, κι άμα μαζώχτηκαν κάμποσοι Χριστιανοί κατά την εκκλησιά, τους περιζώνουν και τους κόβουν. Όρια δεν είχε τώρα η οργή του Κυρίλλου. Ξορίζει όλους τους Εβραίους από την Αλεξάντρεια, αφίνει τους δικούς του κι' αρπάζουν το έχει τους, και τον Ορέστη μήτε γυρίζει να τονέ δη. Εκεί απάνω, ξεφύτρωσαν κι ως πεντακόσοι καλόγεροι από τη Νιτρία, που δίχως άλλο βάλανε χέρι κι αυτοί, αφού ένας τους πετροβόλησε κιόλας τον Έπαρχο.

Μέσα σ' αυτή την οχλοβοή πρέπει να βρήκε η Υπατία το τέλος της. Γυρίζοντας μια μέρα στην κατοικία της την πιάνουνε μια παρέα που αρχηγό της είχε κάποιον Πέτρο, τη σέρνουνε μέσα σε μιαν εκκλησιά, ξεσκίζουν τα φορέματά της, την κομματιάζουν, και ρίχτουνε τα κομμάτια της στη φωτιά (415). Έπεσε μ' άλλους λόγους η θεϊκιά εκείνη γυναίκα θύμα της έχτρητας του Κυρίλλου και του Ορέστη, καθώς και του φανατισμού μερικών καλογέρων.

Τέτοια είταν η Αλεξάντρεια τέλος τέταρτου αρχή πέμτου αιώνα, τότες που η Χριστιανωσύνη μαχότανε με τον Εθνισμό. Έχουμε κάμποσες Αλεξαντρινές ταραχές κι αργότερα, ως το τέλος του πέμτου αιώνα· μα αυτές είταν τώρα μόνο τα χριστιανικά κόμματα ανάμεσά τους.

ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ

Διοίκηση, τίτλοι κι αξιώματα του τέταρτου και του πέμτου αιώνα

Για τον ίδιο λόγο που ξηγήθηκε στο υστερνό Κεφάλαιο, πρέπει να ιστορηθή με όσο γίνεται λίγα λόγια και το Διοικητικό σύστημα του τέταρτου και του πέμτου αιώνα, καταπώς τόχει καταστρωμένο άλλος ιστορικός, όχι από τους μικρούς μήτ' αυτός.

Κατά τα κανονισμένα του Διοκλητιανού και του Κωσταντίνου, το Ρωμαϊκό Κράτος είτανε μοιρασμένο σε πολλές Διοίκησες, η καθεμιά χωρισμένη σε διάφορες Επαρχίες. Ο επαρχιακός ο κυβερνήτης, ή Αντέπαρχος, είτανε φυσικά υποταχτικός του διοικητικού του Υπάρχου ή Τοποτηρητή ή Βικάριου, καθώς πάλε τούτος είχε αρχηγό τον Έπαρχο του Πραιτωρίου, που όριζε όλο το Τμήμα εκείνο. Τέσσερα είταν τα Τμήματα στου Κωσταντίνου τον καιρό, της Γαλατίας, της Βρεταννίας κ' Ισπανίας, της Ιταλίας και του Ιλλυρικού, και της Ανατολής· τέσσερεις λοιπόν κ' οι Έπαρχοι τον Πραιτωρίου.

Μην ξεχνούμε όμως πως αποκάτω από το Ρωμαϊκό τον οργανισμό έχουμε άμετρες Πολιτείες, η καθεμιά με τους νόμους της και με τα συστήματά της, ανεξάρτητες η μια της άλλης, και σα να πούμε δεματιασμένες από την κεντρική την κυβέρνηση. Είδος Ενωμένες Πολιτείες.

Άμα ως τόσο ένας πολίτης δεχότανε να γίνη Συγκλητικός, έχανε κάθε δεσμό με τη δική του την Πολιτεία· γινότανε δηλαδή Ρωμαίος σωστός. Ώστε η Σύγκλητο, το Σενάτο, είταν το καθαυτό κέντρο της αυτοκρατορικής εξουσίας.

Έχουμε Σενατόρους τιμητικούς, και Σενατόρους που καθίζανε και στα Συβούλια. Τιμητικοί όμως δεν πήγαινε να πη πως μένανε δίχως σπουδαία πολιτικά αξιώματα, καθώς Ύπατοι, Ανθύπατοι, Έπαρχοι· κατά τους αυλικούς κανονισμούς μάλιστα είχαν και τα πρωτεία στο Παλάτι, και τον τίτλο Κλαρίσσιμος. Οι αξιωματικοί πάλε που έρχουνταν κατόπι τους λέγουνταν, άλλοι Περφεκτίσσιμοι, κι άλλοι Εγρέγιοι, και φυσικά δεν είταν αυτοί Σενατόροι. Σ' αυτόν τον κύκλο μέσα βρίσκουμε τους διοικητικούς Υπάρχους, τους επαρχιακούς Αντεπάρχους, τους Δούκες, κι άλλους.

Με τον καιρό όμως ξάπλωσε η τάξη τω Σενατόρων και πήρε μέσα της πολλούς δευτερευόντους. Κ' έτσι οι Περφεκτίσσιμοι κ' οι Εγρέγιοι κατάντησαν κι αυτοί Κλαρίσσιμοι. Για να μην πέφτουνε μικροί όμως οι Έπαρχοι που είταν κι αυτοί Κλαρίσσιμοι, πήραν τότες αυτοί τον τίτλο Ιλούστριοι και Σπεκτάμπιλοι.

Ώστε άλλους τίτλους έχουμε στον καιρό του Κωσταντίνου, κι άλλους στον πέμτο αιώνα. Κλαρίσσιμος, που στου Κωσταντίνου την εποχή πήγαινε να πη ολόπρωτο αξίωμα, στον πέμτο αιώνα δεν πολυσήμαινε. Οι Έπαρχοι λοιπόν του Πραιτωρίου, ο Έπαρχος της Νέας Ρώμης, οι Πρωτοστράτηγοι, οι Κοιαίστωρες, οι Μάγιστροι των Οφφικίων, Ο Κόμης των Βασιλικών Θησαυρών, Ο Κόμης των Θείων Πριβάτων (Πριβετάριος), ο Πραιπόσιτος των Κουβικουλαρίων — όλοι αυτοί είταν τώρα Ιλλούστριοι. Οι διοικητικοί πάλε Ύπαρχοι και μερικοί άλλοι, καθώς κ' οι τρεις Ανθύπατοι, ονομαστήκανε Ρεσπεκτάμπιλοι. Και τέλος οι Αντέπαρχοι τω μικροεπαρχιών, Κλαρίσσιμοι.

Οι Σενατόροι, καθώς είπαμε, δεν είταν όλοι του Σενάτου· μερικοί τους μάλιστα κατοικούσαν τραβηγμένοι και στις Επαρχίες, κι αυτοί είναι οι Ονωράτοι, που πλέρωναν κάμποσο βαριά δοσίματα για το τιμητικό τους αξίωμα.

Κάθε Σενατόρος του Σενάτου μπορούσε να διοριστή και Πραίτωρας. Πραιτώρους η Κωσταντινούπολη είχε στην αρχή δυο, μα με τον καιρό γένηκαν οχτώ. Κ' έπρεπε αυτοί να προσφέρνουνε χρήματα όχι μονάχα στους αγώνες και στα θεάματα, μα και στα δημόσια τα χτίρια.

Η Κοινωνία του πέμτου αιώνα μπορεί να πούμε πως είτανε μοιρασμένη σε τρεις σειρές. Την αριστοκρατική με τους τρεις βαθμούς της, πρώτο, μεσιανό και τρίτο. Μέσα στο μεγάλο της γύρο έπαιρνε η τριπλή αυτή σειρά όχι μονάχα αυλικούς, πολιτικούς και στρατιωτικούς, παρά και καθηγητάδες, σημαντικούς γιατρούς, κι άλλους τέτοιους. Είτανε μάλλους λόγους αριστοκρατία όχι κλερονομική καθώς οι σημερνές, παρά βασισμένη στην ατομική αξία και καλή τύχη. Κατόπι της έρχουνταν η δεύτερη σειρά με τους επαρχιακούς τους προυχόντους, τους πλούσιους εμπόρους, καθώς και πλήθος νέους νομικούς, κι άλλους που ελπίζανε να περάσουν κι αυτοί μια μέρα στην αριστοκρατία. Και τρίτη σειρά είταν οι εργάτες κ' οι χωριανοί. Μεταξύ πάλε της δεύτερης και της τρίτης σειράς βρισκόντανε σωριασμένοι κοινοί γιατροί, δασκαλάκια, μικροτεχνίτες, και πλήθος άλλοι παρατρεχάμενοι των πλούσιων.

Όσο για τον Κλήρο, αυτός καθώς ξέρουμε είταν ολότελα ξέχωρος κύκλος· σα να πούμε, κόσμος μέσα στον κόσμο. Αυτοκράτορά του είχε τον Πατριάρχη, αριστοκρατία του τους Επισκόπους, και πάει λέοντας. Έτσι πήγε ως τέλος, κ' έτσι απόμεινε ως τα σήμερα.

Μια ματιά τώρα στα πιο σπουδαιότερα αξιώματα. Πρώτοι πρώτοι καθώς είδαμε οι Ιλλούστριοι, δηλαδή οι τέσσερεις οι Έπαρχοι του Πραιτωρίου, που όριζε ο καθένας και το τέταρτο της Αυτοκρατορίας. Ο Έπαρχος της Ανατολής όριζε όλες τις επαρχίες της Ανατολής κ' έξη Ευρωπαϊκές, δηλαδή τη Θράκη. Η κυριαρχία αυτή είτανε μοιρασμένη σε πέντε Διοίκησες· Ασία, Πόντος, Ανατολή, Θράκη, Αίγυφτο. Ο Διοικητής της Αίγυφτος είταν ως τόσο ανεξάρτητος από τον Έπαρχο της Ανατολής. Ο Έπαρχος του Ιλλυρικού (πρωτεύουσα του η Θεσσαλονίκη) όριζε όλα τα Μπαλκάνια εξόν τη Θράκη, κι όλα τα νησιά. Αυτό το τμήμα είχε δυο Διοίκησες, Δακία και Μακεδονία. Όσο για την Ελλάδα, είταν είδος ξέχωρη Επαρχία με δικό της Διοικητή, τον Ανθύπατο της Αχαΐας.

Πάμπολλα είταν τα χρέη του Έπαρχου του Πραιτωρίου. Διοικητικά, οικονομικά, δικαστικά, ως και νομοθετικά. Ο κάθε Ύπαρχος έπρεπε να του δίνη λόγο για όλα. Αυτός μόνος είχε το δικαίωμα να συσταίνη του Αυτοκράτορα όποιον έκρινε άξιο να διοριστή Ύπαρχος ή Αντέπαρχος. Έτσι και τα οικονομικά, αυτός τα κυβερνούσε όλα. Ό,τι δοσίματα συναζόντανε στο τμήμα του, από τα χέρια του περνούσανε στο βασιλικό ταμείο. Μα και στα δικαστικά σωστός Αυτοκράτορας είταν ο Έπαρχος, αφού και τελειωτική απόφαση είχε την εξουσία να βγάζη. Τέλος νομοθετούσε και με πραιτωριακά διατάγματα.

Φορούσε ο Έπαρχος απανωφόρι πορφυρένιο καθώς ο Αυτοκράτορας, μόνο κάτι κοντήτερο· κατέβαινε δηλαδή ως τα γόνατα μονάχα. Ασημένιο καλαμάρι και μαλαματένια κοντυλοθήκη στη μέση, ζώνη ολόχρυση, και κάμποσα άλλα πολύτιμα και βασιλικά στολίδια. Σαν έμπαινε στο χρυσό κι αψηλόστεκό του αμάξι να ξεκινήση, καταστόλιστοι δορυφόροι τονέ συνόδευαν, και κράχτης ξεσπαθωμένος έτρεχε από μπρος φωνάζοντας νανοίξουνε τόπο. Και σαν παρουσιάζουνταν πουθενά, όλοι γονάτιζαν.

Έπαρχο δικό της η Κωσταντινούπολη στην αρχή δεν είχε. Ο πρώτος διορίστηκε μετά το θάνατο του Κωσταντίου (379)· χρέη του είτανε να επιστατή όλα της Πρωτεύουσας, να φροντίζη τους Δήμους της, την ησυχία, συντεχνίες, λουτρά, νερά, σιτερά, προμήθειες.

Ερχούμαστε τώρα στο Μεγάλο Θαλαμηπόλο, τον Πραιπόσιτο των Κουβικουλαρίων αξίωμα φερμένο από την Ασία. Όριζε αυτός όλους τους Αυλικούς, ως και τον Κόμητα τον Βεστιαρίου ή Πρωτοβεστιάριον, που αυτός μόνος χαίρουνταν το προνόμιο ναπλώνη χέρι και να ξεσκονίζη του Βασιλέα το φόρεμα· τον Κόμητα της Βασιλικής Οικίας, τον Πριμικήριο τον κοιτώνος, και τέλος τους Σιλεντιάριους. Ζώντας μερονυχτίς με τον Αυτοκράτορα ο Πραιπόσιτος καταντούσε μεγαλοδύναμος στο παλάτι, και παράδειγμα, ο Ευτρόπιος.

Υπουργός των Οικονομικών είταν ο Κόμης των θείων Λαργιτιόνων, κι ο Κόμης των Βασιλικών Πριβάτων. Ο πρώτος, καθαυτό δημόσιος θησαυροφύλακας. Ο άλλος, μονάχα του παλατιού.

Άλλο μεγάλο αξίωμα είταν ο Μάγιστρος των Οφφηκίων. Έκαμνε κι αυτός κάμποσα, και το κυριώτερο, να δέχεται κάθε ξένον Πρέσβη και να τον παρουσιάζη του Αυτοκρατόρου.

Ο δεύτερος βαθμός της αριστοκρατίας, οι Ρεσπεκτάμπιλοι, είχε τους Ύπαρχους, τον Κόμητα της Ανατολής, και μερικούς άλλους· μα και τους Κυβερνήτες τω δυο Επαρχιών που δεν τις όριζε Έπαρχος, δηλαδή τους Ανθύπατους της Ασίας και της Αχαΐας.

Στον τρίτο πάλε βαθμό της αριστοκρατίας, τους Κλαρίσσιμους, βρίσκουμε τους Αντέπαρχους των Επαρχιών (άλλος τίτλος τους Κορρεκτόροι ή Κονσουλάριοι), και πάμπολους Υπαλλήλους.

Ίσως αξίζει, πρι να κλείσουμε τα πρόχειρα αυτά σημειώματα, να πούμε κάτι και για το Στρατό. Είτανε μοιρασμένος ο στρατός αυτή την εποχή σε δυο τμήματα· τόνα έμνησκε πάντα στα σύνορα, τάλλο στο σωτερικό, έτοιμο πάντα να τρέξη σ' όποια σύνορα τόφερνε η ανάγκη. Οι πρώτοι λεγότανε Λιμιτάνεοι, οι άλλοι Παλατίνοι. Αυτούς τους μάζευαν από την Ιταλία στα πρώτα χρόνια. Χρέος των Παλατίνων είτανε να διαφεντεύουν και το παλάτι· οι Πρωτοστράτηγοί τους λεγόντανε Magister Militum per Orientem, per Thracias και καθεξής. Οι Λιμετάνεοι δεν είτανε μονάχα στρατιωτικοί, μόνο δούλευαν και τη γης σα δεν είχε πόλεμο. Με το να διαφέντευαν τα συνορικά τα κάστρα, ονομάστηκαν αυτοί και Καστριάνοι.

Όταν οι Έπαρχοι του Πραιτωρίου έχασαν τη στρατιωτική εξουσία τους (στον καιρό του Διοκλητικού), καταργήθηκαν τότες κ' οι περίφημοι οι Πραιτωριανοί οι φρουροί, και συστήθηκε νέα φρουρά ονομαζόμενη Σχολάριοι. Οι Σχολάριοι αυτοί στον καιρό του Ιουστινιανού αγόραζαν ακριβά ταξίωμά τους. Τους είχαν όμως τότες όχι τόσο για πόλεμο, όσο για θεωρία, με τα « επανωκλίβανά» τους και με τα κεντητά τα λιοντάρια, στήθια και ράχη. Αρχηγός τους είταν ο Μάγιστρος των Οφφικίων.

Έχουμε και κάμποσους άλλους φρουρούς, μα για την ώρα αναφέρνουμε μονάχα τους Δομέστικους και τους Προτήκτορες, που λέγουνταν και Διαιτάριοι, και Παραμονοί, και Πρεσέντες.

ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο δεύτερος Θεοδόσιος κ' η Πουλχερία

Σαν πέθανε ο Αρκάδιος κ' η Ευδοξία στα 408, θρόνιασαν εφτά χρονών παιδί το γιο τους το δεύτερο Θεοδόσιο, εγγονό του Μεγάλου Θεοδοσίου. Ο Ονώριος από τη Ρώμη μήτε πολυσκοτίστηκε μήτε ανακατεύτηκε σ' αυτή τη διαδοχή. Άρχιζε πια τώρα και ξεχωρίζουνταν κάμποσο η Ανατολή από τη Δύση. Έπαιρνε αγάλι αγάλι δικό της δρόμο η Δύση και στα πολιτικά και στα θρησκευτικά. Ίσως όμως η πρώτη αφορμή που τους σημάδεψε κάπως καθαρά αυτό το φυσικό χωρισμό είταν η τύχη του Χρυσοστόμου, επειδή κι ο ποντίφης ο Ιννοκέντιος συγκάλεσε Σύνοδο στην Ιταλία νακυρώση τον ξεθρονισμό του Ιωάννη, και να ζητήση Σύνοδο γενική στη Θεσσαλονίκη, κι ο Ονώριος, ακούγοντας του ποντίφη τα λόγια, έγραψε του Αρκαδίου κάμποσο θυμωμένα, και τέλος έστειλε τέσσερεις επισκόπους κι άλλους κληρικούς στην Κωσταντινούπολη με μηνύματα και με νέα γράμματα, παρακινώντας τον αδερφό του να ξαναφέρη το Χρυσόστομο πίσω. Και πρέπει να το μολογήσουμε πως σ' αυτό το ζήτημα είχε η Δύση το δίκιο μαζί της. Και το χερότερο για τα μας, που όχι μονάχα δεν πάτησε πόδι στο Βυζάντιο η συνοδία εκείνη, μα και φυλακίστηκε μέσα σ' ένα κάστρο της Θράκης (406).

Πρέπει, λοιπό να βαστούσε ακόμα κάποια κρυάδα αναμεταξύ παλιάς και νέας Ρώμης στα 408, κι αυτό μονάχα θάσωνε να μας ξηγήση το γιατί δεν ανακατεύτηκε ο Ονώριος όταν έμεινε τ' ανατολικό Κράτος σ' ανήλικα χέρια.

Είπαν πως ο Αρκάδιος είχε διορισμένο κηδεμόνα του μικρού τον Πέρσο βασιλέα τον Ισδεγέρση. Αλήθεια ψέματα αυτό, αδιάφορο, αφού δεν έγινε. Εκείνο που έγινε είταν και το πιο σωστό· μαζεύτηκαν οι πιο σημαντικοί της Πρωτεύουσας, και κήρυξαν Επίτροπο του Βασιλέα και Κυβερνήτη του τόπου τον Ανθήμιο, άνθρωπο γνωστικό και γενναίο.

Κάμποσα καλά έκαμε ο Ανθήμιος στα έξη μέσα χρόνια που αντιβασίλεψε. Πρώτο πρώτο, που έδιωξε από τη Θράκη τους Ούννους — κατεβασμένους τότες με μεγάλο στρατό και με το βασιλέα τους τον Ούλδη, το φονέα του γνωστού μας Γαϊνά — και τους ανάγκασε να ξαναδιαβούν τον Ίστρο, αφού ξολόθρεψε μερικούς, κι άλλους πάλε τους έπιασε σκλάβους, και μην ξέροντας τι να τους κάμη τους έστειλε στη Μικρασία να δουλεύουνε στα υποστατικά των πλούσιων. Άλλο έργο του είναι το δεύτερο και δυνατώτερο περιτείχισμα της Πρωτεύουσας (413), που ξεχείλιζε και πήγαινε τώρα και τα σπίτια της ξαπλώνονταν πέρ' από του Μεγάλου Κωσταντίνου τα σύνορα. Τα νέα λοιπόν αυτά τειχίσματα όχι μονάχα την καθαυτό πόλη διαφεντεύανε, σα δυνατώτερα που είτανε, μα και τις καινούριες ενορίες περιμάζευαν. Τρίτο σπουδαίο του κάμωμα είταν ο στόλος που σκάρωσε κ' έβαλε στο Δούναβη μέσα, ως διακόσα πενήντα πλοία, να προσέχη τους Ούννους. Λες κ' η καλή μας τύχη τοδηγούσε του Ανθημίου το χέρι να διώχνη το φάντασμα της βαρβαρωσύνης από τα βορεινά μας εκείνα μέρη, και να τ' αναγκάζη να βλέπη κατά τα δυτικά, εκεί που πλάκωσε κιόλας όταν από φάντασμα έγινε Αττίλας αληθινός και φοβερός.

Στα 414 όμως ο φρόνιμος αυτός κυβερνήτης ή αφήκε, ή αναγκάστηκε ναφήση την εξουσία σ' άλλο σημαντικό πρόσωπο, που παρουσιάζεται άξαφνα στη μέση, και πολύ σημαντικό μάλιστα αφού είταν και γυναίκα, η πρώτη γυναίκα που πήρε την τύχη της ρωμιοσύνης στα χέρια της· η αδερφή του νέου Θεοδοσίου, η παρθενοβασίλισσα η Πουλχερία, που δεκάξη χρονών την κήρυξαν Αύγουστα. Προκομμένη κ' ενάρετη κόρη, με νου κυβερνητικό από τον πάππου της παρμένο, κι αποφασισμένη να μείνη παρθένα μαζί με τις άλλες δυο της αδερφάδες, Αρκαδία και Μαρίνα, πρόβαλε η Πουλχερία καθώς άλλοτες η Αγία Ελένη, μόνο που πήρε ατή της τα χαλινάρια του βασιλείου. Καθαρίστηκε αμέσως ταγέρι του παλατιού. Οι ευνούχοι θα πήτε ακόμα δεν έφυγαν, έπαιρναν κ' έδιναν ακόμα αυτοί. Καταργήθηκαν όμως πολλές άλλες προτητερινές σαρδαναπαλιές, και κει που βράζανε στο παλάτι μέσα παντής λογής ανωφέλευτοι και βλαβεροί παράσιτοι και παράλυτοι, κατάντησε άξαφνα σαν είδος μοναστήρι!

Πρώτη της έννοια της Πουλχερίας είτανε ναναθρέψη τον αδερφό της. Είπαν πως με τα καλογερικά της συστήματα τον έκαμε ξεπίτηδες χαύνο, γυναικωτό, κι ανάξιο να κυβερνάη. Μα ο Θεοδόσιος δε μας έδειξε κατόπι πως είταν κι ολότελα για πέταμα ό,τι κι αν είταν, πάντα καλλίτερος από τον πατέρα του. Καθετίς που μπορούσε αναθροφή να δώση σ' άνθρωπο το νοιάστηκε η Πουλχερία. Και γράμματα τον έμαθε και καλλιγραφία και τρόπους και φερσίματα και καβάλλα και κυνήγι, τέλος και τροπάρια να ψέλνη και να νηστεύη· χαρακτήρα όμως γερό αντρίκιο μήτ' αυτά μήτ' άλλα τόσα δεν μπορούσανε να του φυτέψουν. Τι παράξενο λοιπόν αν πήρε η Πουλχερία την καθαυτό, εξουσία; Αν είχε από φυσικό του μεγάλη αξιωσύνη ο Θεοδόσιος, και να τόθελε η αδερφή του πάλε δε θα μπορούσε να πνίξη το χαρακτήρα του. Μα κι όση διδασκαλία τούδωσε πρέπει να τον ξύπνησε κάπως, κι όχι τον αποκοίμισε ολότελα, καθώς κρίνουνε μερικοί.

Δράματα μεγάλα και συγκινητικά δεν απαντούμε στα σαράντα και πιώτερα χρόνια της αρσενοθήλυκης αυτής βασιλείας, καθώς μήτε έργα πολυδόξαστα και λαμπρά. Ανιστορώντας όμως τους φοβερούς βαρβάρους που παραμόνευαν απέξω και τον κίντυνο που φοβέριζε το κράτος, λέμε πως τύχη του να κυβερνιέται από ανθρώπους, που κι α δεν είτανε μεγάλοι, στάθηκαν όμως κάτι πιο άξιοι και πιο γνωστικοί από τους δυτικούς, που μια κι άρπαξαν την μπόρα δε βάσταξαν, παρ' αφανίστηκαν από τα ίδια τα στοιχεία που η νέα Ρώμη πολέμησε και ξέκαμε.

Ένα από τα πρώτα πρώτα έργα της Πουλχερίας, ίσως το πιο όμορφο, αγκαλά όχι δα και με τόση εθνική σημασία όση του δόθηκε, είταν ο γάμος του αδερφού της με καθάρια Ελληνίδα, την πρώτη που ανέβηκε στο Βυζαντινό το θρόνο (421). Δίχως μεγάλη εθνική σημασία είπαμε, επειδή κ' έτσι κι αλλιώς την έπαιρνε αγάλι αγάλι την εθνική χρωματιά μας κ' η πρωτεύουσα κι όλο το κράτος. Είναι όμως όμορφο το επεισόδιο, είναι το κάτω κάτω και μέρος της ιστορίας του Θεοδοσίου, και δεν πρέπει να το παραβλέψουμε.

Είτανε στην Αθήνα ένας φιλόσοφος, εθνικός βέβαια, Λεόντιος τόνομά του. Είχε τρία τέκνα, δυο αγώρια και μια θυγατέρα, την Αθηναΐδα όμορφη, ξυπνή, προκομμένη. Λέγουν πως ο πατέρας της, αν και την αγαπούσε, αφήκε όλη του την κατάσταση στους δυο του γιους. Του κάκου, σαν απόμεινε ορφανή, ζήτηξε κι αυτή μερτικό. Τι να κάμη, παίρνει τα μάτια της και σέρνει κατά την Κωσταντινούπολη να ζήτηση δικαιοσύνη από την Πουλχερία. Μόλις τη βλέπει η Πουλχερία, και συλλογιέται πως καλλίτερη νύφη δεν μπορούσε να βρεθή για τον αδερφό της. Έρχεται λοιπό στο Θεοδόσιο και του την περιγράφει μ' όσο γίνεται ζωηρότερα χρώματα. «Άσπρη χιόνι, μαυρομάτα, σγουρόμαλλη, λυγερόκορμη, μυριόχαρη» — τι δεν του είπε πως είναι! Πηγαίνει τότες ο Θεοδόσιος και κρύβεται πίσωθε από παραπέτασμα στο παλάτι της αδερφής του, τη βλέπει, και την ερωτεύεται. Σ' όλο το κράτος μέσα αντιλάληξε ο βασιλικός αυτός έρωτας. Βαφτίζεται η Αθηναΐδα κι ονομάζεται Ευδοκία, και γίνουνται οι γάμοι με κι από τη συνηθισμένη πιο μεγάλη λαμπρότητα και παράταξη. Αύγουστα ως τόσο δεν την έκαμε την Ευδοκία η παντοδύναμη Πουλχερία, παρ' αφού γέννησε κόρη.

Ακούν ταδέρφια της τέτοια είδηση αναπάντεχη, και πού να κρυφτούνε δεν ξέρουν από το φόβο τους. Η αγαθόκαρδη Ευδοκία όμως όχι μονάχα δεν τους εγδικήθηκε, μα και σ' αξιώματα τους ανέβασε και τους δυο τους.

Και δε φαίνεται μήτε να της φούσκωσε τα μυαλά της η μεγάλη αυτή τύχη, παρά ζούσε ήσυχα δίχως νανεκατεύεται στο παραμικρό έξω από το παλάτι της. Ίσως όμως είταν αυτό συφωνημένο από τα πρι με την Πουλχερία, που πάντα εννοούσε αυτή να είναι η καθαυτό Βασίλισσα. Και σαν έζησε έτσι η Ευδοκία ώσπου έγινε δεκαπέντε η κόρη της, την πάντρεψε με το δυτικό Αυτοκράτορα, τον τρίτο Βαλεντιανό, και ξεκίνησε κατά τον Άγιον Τάφο να προσκυνήση. Το είχε ταμένο αυτό. Στο δρόμο της απάνω στάθηκε στην Αντιόχεια, και κει στο Βουλευτήριο μέσα λεν πως έβγαλε σοφό ελληνικό λόγο καθισμένη σ' ολόχρυσο και πετραδοστόλιστο θρόνο. Συνήθεια το είχε κι από την Πόλη να προστατεύη ό,τι είταν ελληνόπρεπο η Αθηναία η ρητοροπούλα. Ίσως μάλιστα είναι και το πρώτο επίσημο πρόσωπο που καταπιάστηκε να καταργήση τα λατινικά τα συστήματα, αγκαλά αυτά και μονάχα τους κατρακυλούσανε και πηγαίνανε. Μα και με πιο πραχτικώτερα μέτρα έδειξε την αγάπη της προς την κλασσική Αντιόχεια η Ευδοκία, καταπείσαντας το Θεοδόσιο να διορθώση τα χαλασμένα θερμά λουτρά της, να μεγαλώση τα τειχίσματα της, και μάλλες τέτοιες βασιλικές χάρες να την παρηγορήση στα γερατειά της.

Στον Άγιον Τάφο πάλε λέγουν πως άλλη Αγιά Ελένη στάθηκε με τα πλουσιοπάροχα δώρα της και με τη βασιλική προστασία της. Σα να μην την καλοσπούδασε όμως την «Αιλία Καπιτωλία» — καθώς την ονόμαζαν οι Ρωμαίοι την ιερή πόλη — ειδεμή θα φρίκιαζε με την κόλαση εκείνη, που ένας εκκλησιαστικός του καιρού της την ονόμασε « Γόμορα ». Σάνε μεταγύρισε η προσκυνήτρα η Ευδοκία, γέμισε, λέγουν, την Πρωτεύουσα πλήθος ιερά φυλαχτήρια και λείψανα.

Η δεύτερη όμως αυτή περίοδο της ζωής της δεν πέρασε φιλοσοφικά κ' ειρηνικά καθώς η πρώτη· σα να της ήρθε άξαφνα όρεξη να κυβερνάη κι αυτή μαζί με την Πουλχερία. Έγινε λοιπόν αμέσως ό,τι γίνεται σα θέλουνε δυο γυναίκες να κυβερνήσουν το ίδιο το σπιτικό· μοιράστηκε σε δυο κόμματα όλη η πόλη. Με τον καιρό καταπόνεσε το κόμμα της Πουλχερίας. Είχε η Ευδοκία προστατευόμενό της το μάγιστρο τον Παυλίνο. Λέχτηκε πως της είταν και κάτι πιώτερο παρά φίλος, και μάλιστα σώζεται κάποιο σαν παραμύθι για ένα σπάνιο μήλο που της έδωκε ο Θεοδόσιος, και κείνη πάλε το χάρισε του Παυλίνου, κ' έτσι πιάστηκε από τον άντρα της, που από τότες πια δεν τηνέ συχώρεσε. Η αλήθεια είναι πως στα 440 θανατώθηκε ο Παυλίνος. Δικός της είταν κι ο έπαρχος ο Κύρος, άνθρωπος άξιος, ωραίος, και μ' ελληνική προκοπή στολισμένος κι αυτός. Τόσο, που και τα διατάγματά του στην ελληνική γλώσσα έβγαζε, και καθετίς Ελληνικό υποστήριζε. Έχτισε και διόρθωσε και δημόσια χτίρια πολλά ο Κύρος, και τέλος φώτισε και την πόλη με τελειότερο τρόπο. Τόσο όμως ερεθισμένος είταν ο κόσμος, που οι εχτροί της Ευδοκίας τα είπαν όλα αυτά τα έργα του επαναστατικά. Κάτω λοιπόν κι ο Κύρος, που ως τα χτες τονέ δοξάζανε στο Ιπποδρόμιο μέσα. Τον έρριξαν, και τον έστειλαν επίσκοπο στη Φρυγία.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings