← Table of contents
Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Front matter (continued 2)

Reading edition

Μα και κάτι άλλο χρησίμεψε να τους χριστιανέψη τους καλλίτερους. Ο δημοκρατικός οργανισμός που παραδέχτηκε η Εκκλησία τους πρώτους αιώνες. Σα να τους θύμιζε τους δύστυχους τα παλιά τους αυτό το σύστημα. Σα να τους έταζε τη χαμένη τους λευτεριά. Πρώτο, που οι μαζωμοί τους ονομάζουνταν Εκκλησίες, καθώς τα πρώτα. Αυτές οι Εκκλησίες όριζαν Πρεσβύτερους που τους φροντίζανε τα κοινά· λίγο κατόπι, σαν πλήθυναν οι Πρεσβύτεροι, έβαλαν κ' Επισκόπους, όνομα κι αυτό από αρχαϊκές πολιτείες παρμένο· και τότες οι Πρεσβύτεροι κατάντησαν κοινοί Κληρικοί, κ' οι Επίσκοποι αρχηγοί τους. Όλοι οι άλλοι είτανε Λαϊκοί. Ο κλήρος λοιπόν είχε την κυβέρνηση όλου του ποιμνίου. Ως και δικαστικά χρέη έκαμναν, επειδή τάτρεμαν οι Χριστιανοί τα Εθνικά δικαστήρια. Και καθώς αργότερα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, έτσι και σ' αυτούς τους πρώτους αιώνες η Εκκλησία είταν είδος ντόπια διοίκηση μέσα σε ξένη διοίκηση· λευτεριά μέσα στην αγκαλιά της σκλαβιάς. Τι παράξενο λοιπόν αν την προτιμούσαν οι φρόνιμοι τη Χριστιανωσύνη;

Κατά τα τέλη του δεύτερου αιώνα συστήθηκε και Σύνοδο σε κάθε επαρχία, μέτρο απαραίτητο κι αυτό από το μεγάλο ξάπλωμα του Χριστιανισμού. Κάθε άνοιξη λοιπόν και κάθε χυνόπωρο μαζεύουνταν εκεί οι Επίσκοποι κ' έβαζαν τους Κανόνες, που χρέος είχαν οι πιστοί να τους φυλάγουν. Κατόπι πάλε η μια Σύνοδο άρχισε να συναγροικιέται με την άλλη, κ' έτσι κατάντησε σταλήθεια είδος Ομοσπονδία. Έπειτα κ' ένα άλλο· μερικές από τις πολιτείες γενήκανε «Μητροπόλεις», κέντρα δηλαδή που οι Επίσκοποι τους είταν ανώτεροι από τους Επαρχιακούς Επισκόπους. Όσες πάλι «Μητροπόλεις» δοξάστηκαν από πολλούς μαρτύρους κι άγιους, είχαν και μεγαλήτερο πληθυσμό, προβιβάστηκαν ακόμα πιο απάνω κ' έγιναν Αποστολικές Εκκλησίες. Τέτοιες είταν η Ρώμη, τα Ιεροσόλυμα, η Αντιόχεια, η Αλεξάντρεια, η Έφεσο κ' η Κόρινθο.

Έχουμε λοιπόν Εκκλησία του Δήμου (τους λαϊκούς), Βουλή (τους Πρεσβύτερους), «Άρχοντας» (τους Επισκόπους), τέλος έχουμε και την «Ομοσπονδία» με τα «Συνέδρια» της. Έναν έναν έπαιρναν τους παλιούς τύπους και τους κολνούσανε στις Χριστιανικές αυτές Κοινότητες. Κάθε Ελληνικό που κατάντησε αργό στα πιώτερα μέρη εξαιτίας της ξενοκρατίας, το πήρε ο Χριστιανισμός και το γλύτωσε από το χαμό. Κι όχι μονάχα πολιτικούς τύπους, παρά και φιλοσοφικούς και φιλολογικούς, καθώς είδαμε, και θα ξαναδούμε λίγο κατόπι.

Εννοείται πως δημοκρατικοί τύποι δεν πάνε να πουν και δημοκρατική ουσία. Η ουσία είταν ολιγαρχική. Στη Ρώμη μάλιστα πήρε αμέσως ιεραρχικό δρόμο η θρησκεία, και δεν άργησε να καταντήση απόλυτη μοναρχική καθώς μένει ως τα τώρα, επειδή στα δυτικά τα κεφάλια πιώτερο ταίριαζε τέτοιο σύστημα. Όσο όμως κι αν άλλαξε κατόπι η δημοκρατική χρωματωσιά και της δικής μας Εκκλησίας, όσο κι αν γύρισε ολιγαρχική, ή καλλίτερα «δεσποτάδικη», οι τύποι κ' οι συνήθειες μνήσκουν ακόμα σαν πρώτα, κ' είναι μα την αλήθεια ιερό μουσείο του παλαιικού μας πολιτισμού ο Εκκλησιαστικός μας οργανισμός.

Είπαμε για τη Ρώμη, για τη Δύση. Στη Δύση όμως δεν ανακατεύτηκε το εθνικό, δηλαδή το πατριωτικό στοιχείο με το θρησκευτικό. Εκεί τον πήρανε το Χριστιανισμό σαν απλή θρησκεία, τον έκαμαν ιεραρχικό, τονέ γύρισαν όργανο πολιτισμού κ' εξουσίας, και τίποτις πιώτερο. Εμείς όμως τον κάμαμε κι αποθήκη για όσα λαμπρά απομεινάρια μπορέσαμε και μαζέψαμε από το γκρεμισμένο μας έθνος. Πολιτικά συστήματα, γλώσσα, μουσική, ρητορική — ως και τη σοφιστική μας φέραμε και μας βοήθησε στους δογματικούς πολέμους που ξέσπασαν κατόπι. Έγινε το λοιπόν εξανάγκης η θρησκεία μας εθνική, και τέτοια μνήσκει ως τα τώρα.

Ο μεγάλος εκείνος ο δρόμος που πήρε το καινούριο το κίνημα ανάμεσα σε τόσα ετοιμόπεφτα και μισοζώντανα συστήματα της αρχαίας ζωής δεν μπορούσε να μείνη κι ως το τέλος ομαλός κι ανεμπόδιστος. Όσο και να πηγαίνανε με την καινούρια πίστη οι φρονιμώτεροι, έμνησκαν ακόμα στα «καθεστώτα» οι πιώτεροι, μάλιστα όσοι ή ζούσαν από την Κυβέρνηση και λογάριαζαν το συφέρο τους, ή είτανε βουτηγμένοι στη παραλυσία, και δεν τους άρεζε ναφίνουν τις ηδονές τους. Μέρος βέβαια, και μάλιστα οι καθαυτό Έλληνες, πρέπει να φύλαγαν ακόμα μέσα στην ψυχή τους και την παλιά ευλάβεια· μα αν έμνησκε σε τέτοιους η τύχη μας δε θα παθαίναμε μήτε τα μισά που μας περιμένανε στο τέλος του τρίτου αιώνα.

Κι απ' όλα το χερώτερο, που οι Ρωμαίοι, που τόσους χρόνους αψηφούσαν τη νέα θρησκεία και την άφιναν απείραγη, βλέποντας άξαφνα τέτοια δύναμη να ξαπλώνεται σε Ασία κ' Ευρώπη, τέτοιον κύκλο μέσα στον κύκλο τους, δεν μπορούσαν πια να κάθουνται και να τη βλέπουν αδιάφορα τη Χριστιανική την πλημμύρα. Βρήκε λοιπόν η κακορρίζικη ζούλια των Εθνικών προστάτη και σύμμαχό της την πιο κακορρίζικη πολιτική τω Ρωμαίων, κι άναψε αμέσως η φοβερή η φωτιά, άρχισαν οι μεγάλοι κατατρεγμοί.

Είχε ο Νέρωνας, είναι αλήθεια, δοσμένο το καλό παράδειγμα από τα 64 μ. Χ., τότες που φόρτωσε στη ράχη τω χριστιανών τη μεγάλη φωτιά της Ρώμης, που ο ίδιος την έβαλε. Έπεσαν τότες θύματα του πολλά, κ' ίσως μαζί τους οι Απόστολοι Πέτρος και Παύλος (66 μ. Χ.). Έγινε κάποιος καταδιωγμός και στου Δομιτιανού τον καιρό (81 — 96 μ. Χ.). Μα το μεγάλο το κακό άρχισε αργότερα, τότες που, καθώς είπαμε, το κατάλαβαν οι Ρωμαίοι πως η Χριστιανωσύνη έσκαβε τα θέμελα του παλιού, του κόσμου. Μακρινή σειρά βασανισμοί και μαρτύρια είναι τα χρόνια του Δέκιου (249 — 251) και του Αυρηλιανού (270 — 275). Την κορώνα ως τόσο στο φριχτό εκείνο δράμα τη θέτει ο μεγάλος κατατρεγμός των καιρών του Διοκλητιανού (284). Είχαν τότες καταντήσει τόσο δυνατοί οι Χριστιανοί που άρχιζαν και στ' ανοιχτά να τους φοβερίζουν τους Εθνικούς, και να προφητεύουν πως μετρημένες πια είναι οι μέρες τους. Ακούγοντας τέτοιες φοβέρες οι Εθνικοί σηκώνουνται στο ποδάρι, τρέχουνε στο Διοκλητιανό, και φωνάζουνε να ξολοθρευτή και καλά ο Χριστιανισμός. Ο Διοκλητιανός, όσο αντίχριστος κι αν είτανε, δεν αποκοτούσε να κάμη τέτοιο ανοσιούργημα. Ο γαμπρός του όμως, ο αιμοβόρος Γαλέριος, τον κατάφερε είχε δεν είχε να ξεγράψη την καινούρια θρησκεία. Βρίσκουνταν τότες η Ρωμαϊκή «Αυλή» στη Νικομήδεια. Και τις 23 του Φλεβάρη, στα 303, υπογράφεται η πρώτη προσταγή του κατατρεγμού.

Όλες οι Εκκλησιές να γκρεμιστούν· θάνατος σε όσους λειτουργούνται κρυφά· ιερά Βιβλία κι Άγιες Γραφές να καούνε· να δημευτούν οι περιουσίες των Εκκλησιών· κι όσοι επιμένουν κι αρνιούνται την αρχαία πίστη, να χάνουν τα πολιτικά δικαιώματα· και τέλος, τα Εθνικά δικαστήρια να δικάζουνε Χριστιανούς, οι Χριστιανοί όμως να μην μπορούνε να κινούν αγωγή για όσα υπόφερναν από Εθνικούς.

Την παραμονή της μέρας που ορίστηκε για να εφαρμοστή η φοβερή προσταγή, καθισμένος ο Διοκλητιανός κοντά σε παράθυρο του Παλατιού και κοιτάζοντας τη μεγάλη Εκκλησιά της Νικομήδειας, στημένη στ' αψηλότερο κι ωραιότερο μέρος της, συζητούσε με το Γαλέριο πώς να την ξολοθρέψουν την Εκκλησιά, μ' αξινάρια ή με φωτιά. Τηνέ φοβούνταν τη φωτιά οι Ρωμαίοι, μην τύχη και κάψη και τους άλλους μαζί. Ό,τι κι αν αποφασίστηκε στην ομιλία εκείνη, δούλεψε την αυριανή κ' η φωτιά και ταξινάρια. Τρέχει και σπάνει το πλήθος τις θύρες της Εκκλησιάς, χυμίζουνε μέσα, ορμούνε στο ιερό, αρπάζουνε Βαγγέλια και Γραφές και τα καίνε. Έρχεται κατόπι κι ο Ρωμαϊκός στρατός με παράταξη σα να είτανε μάχη, και σε μερικές ώρες γκρεμίζεται όλο το χτίριο.

Μέσα στη μανία εκείνη του όχλου, που λες και θεριά ξελύθηκαν κ' έτρεχαν από παντού, όχι μια, παρά τρεις πυρκαγιές άναψαν τότες στη Νικομήδεια. Φώναζε ο Γαλέριος πως οι Χριστιανοί τις έβαλαν, αποκρίνουνταν οι Χριστιανοί πως ο Γαλάριος έφταιγε. Το πιο πιθανό είναι πως τις έβαλαν όσοι είχαν όρεξη να κλέψουν και ναρπάξουν, κ' έγινε φυσικά αρπαγή μεγάλη, μάλιστα από τα σπίτια των κρυμμένων τω Χριστιανώνε.

Μπόρα διάβηκε το κακό από τόπο σε τόπο. Σ' ένα μέρος της Φρυγίας μάλιστα έγινε ό,τι έκαμαν οι Αραπότουρκοι του αιώνα μας στο Μελιδόνι της Κρήτης. Βρήκανε δηλαδή οι Εθνικοί όλους τους Χριστιανούς κλεισμένους στην Εκκλησιά τους, βάλανε φωτιά και τους κάψανε. Σε κάθε πόλη γιορτάστηκε βάρβαρη τελετή, να κατεβάζουν άμπωνες, τέμπλα, και καθετίς ξύλινο από τις Εκκλησιές, να τα καιν έξω στους δρόμους, κ' ύστερα να γκρεμίζουν τα χτίρια.

Μα όσο κι αν είταν άγρια και σκληρά τα μέτρα εκείνα, δε σώνανε να τους ξολοθρέψουν τους αμέτρητους πιστούς του τρίτου αιώνα. Φώναζε λοιπόν ο Γαλέριος, και συφωνούσαν οι δικοί του, πως χρειάζουνται πολύ πιο ριζικώτερα μέτρα. Άλλα λοιπόν τρία πιο φοβερώτερα ψηφίσματα τον αναγκάζουν το Διοκλητιανό κ' υπογράφει· εξορία, θάνατος, βασανιστήρια. Και γεμίζει ο κόσμος αίμα, και γεμίζει πόνους και στεναγμούς, τους στεναγμούς και τους πόνους τω Μαρτύρων. Ως κ' οι Ειδωλολάτρες κατάντησαν πια να τους σπλαχνιούνται τους ηρωικούς εκείνους τους μάρτυρες, που δεν είταν άντρες μονάχα, παρά και παιδιά και γυναίκες, όλοι αποφασισμένοι ναψηφίσουνε βασανιστήρια και θάνατο για την πίστη τους.

Τέτοια είταν η μεγάλη συφορά που πλάκωσε τους αγαθούς κι άβλαβους εκείνους διαλεγμένους του Χριστού, αυτούς που ζούσανε και δουλεύανε για την ειρηνικιά του θρησκεία. Σε τέτοια φριχτά, μαρτύρια ματοκυλιούνταν οι δύστυχοι, όσο που τέλος άρχισε να γλυκοχαράζη στον κόσμο εποχή διπλής σωτηρίας, θρησκευτικής κ' εθνικής, του Μεγάλου του Κωσταντίνου η κρίσιμη εποχή.

ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΕΙΣΑΓΩΓΗΣ

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟ ΒΥΖΑΝΤΙΟ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗ 323 — 337

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Πρωτοφαίνεται ο Μέγας Κωσταντίνος

Είναι ανάγκη, πριν προβάλη πρωταγωνιστής ο Κωσταντίνος, να ρίξουμε βιαστική ματιά σε μερικά χρόνια πριν, τότες που φανερώθηκε στη σκηνή μαζί με το Διοκλητιανό και τους διαδόχους του. Φαίνουνται σαν ξένα ιστορικά, μα είναι και χρειαζούμενα, αφού σε ξένα χώματα βρίσκεται η φύτρα του εθνικού ξαναγεννητή μας.

Ο Διοκλητιανός είταν από γεννήσιο του πρόστυχος άνθρωπος, μα πρόδεψε στο στρατό, κι από κει κατώρθωσε νανέβη ως το θρόνο. Αυτό στα 284. Δυο χρόνους κατόπι, βλέποντας πως δεν τα πρόφταινε όλα στ' απέραντο εκείνο το Ρωμαϊκό Κράτος, πήρε σύντροφο το Μαξιμιανό, κοινόν άνθρωπο κι αυτόν, όμως γενναίο και δραστήριο. Παίρνει ο Μαξιμιανός τις Δυτικές Επαρχίες και κάμνει πρωτεύουσα του το Μιλάνο. Ο Διοκλητιανός, καθώς είδαμε, έκαμε πρωτεύουσα του στην Ανατολή τη Νικομήδεια της Βιθυνίας.

Άλλα έξη χρόνια μάχητες, έννοιες και βάσανα, και παίρνουν πάλι ο καθένας κι απόνα βοηθό, δηλαδή Καίσαρα. Καίσαρας λοιπόν του Διοκλητιανού γίνεται ο γνωστός μας ο Γαλέριος από τη Δακία, άλλος τιποτένιος κι αυτός, και του Μαξιμιανού ο Κωστάντιος ο Χλωρός (επειδή κ' είταν κιτρινιάρης) από την Ιλλυρία. Αυτός είναι ο πατέρας του Κωσταντίνου. Πού γεννήθηκε ο Κωσταντίνος καλά καλά δεν το ξέρουμε. Άλλοι λένε στη Βιθυνία, κι άλλοι πιο αξιοπίστευτοι στη Μυσία, κατά τον Αίμο, στα 274. Όντας ακόμα ο Κωστάντιος απλός στρατηγός του Κλαυδίου, συγκατοικούσε με φτωχοπούλα (κόρη ταβερνάρη λένε πως είταν), κι αυτή είναι η περιξάκουστη μητέρα του Κωσταντίνου, η Ελένη. Κατόπι, σαν έγινε Καίσαρας ο Διοκλητιανός, τον αναγκάζει και χωρίζεται την Ελένη, και παίρνει γυναίκα του κάποια γενιά του Μαξιμιανού. Άφηκε τότες ο Χλωρός και τον Κωσταντίνο όμηρο του Διοκλητιανού.

Είταν ο Κωσταντίνος νέος αψηλόκορμος, ωραίος κι αντρίκιος. Και τόσο τονέ συμπάθησε ο Διοκλητιανός που τον έκαμε είδος παραστεκάμενό του. Ως και στις εκστρατείες μαζί του τον έπαιρνε. Και στην Αφρική λοιπόν παραβρέθηκε ο νέος ο Κωσταντίνος και στην Παλαιστίνη. Και σα στεκότανε δεξά του Διοκλητιανού, τον τηρούσε ο κόσμος και θάμαζε την παλικαρήσια κορμοστασιά του, την ώρια του όψη και τη βασιλική του μεγαλοφροσύνη. Δεν έτρεχε στις φλέβες του Κωσταντίνου μήτε Ρωμαϊκό αίμα μήτ' Ελληνικό, κι ως τόσο φεγγοβολούσαν απάνω του και Ρωμαϊκές κ' Ελληνικές χάρες, κι όχι κορμί μονάχα, μα και ψυχή. Τις ψυχικές αρετές του τις είδε ο κόσμος κατόπι, όταν έδειξε σιδερένια θέληση, ακλόνιστη πίστη στον εαυτό του κι ακούραστη ενέργεια Ρωμαίου Καταχτητή, μαζί με μεγάλους στοχασμούς, παγκόσμιες ιδέες, και σκοπούς βαθιούς και σημαντικούς ενός Αλεξάντρου. Αυτά όμως φάνηκαν αργότερα. Στη νιότη του ο Διοκλητιανός άλλο δεν τούβρισκε παρά βασιλική θεωρία, αντρειοσύνη και λεβεντιά, κι αυτά σώνανε για να τον κάμη Χιλίαρχό του. Τέτοια όμως τιμή στης φτωχοπούλας ταγώρι δεν μπορούσε να την καταπιή ο Γαλέριος. Τονέ μισούσε ο ζηλόφτονος Καίσαρας, και δεν τόκρυψε το φαρμάκι της όχτρητάς του.

Βασίλεψε η Τετραρχία αυτή ως είκοσι χρόνια, και θυμούμαστε από την Εισαγωγή ποιο είταν το μεγάλο κατόρθωμα του Διοκλητιανού. Παράλαβε όμως ο Διοκλητιανός από την Ασία κι άλλα κάμποσα βαρβαρικά συστήματα, αν κρίνουμε από τις ψεύτικες κατηγορίες που κόλλησε τω Συγκλητικών του για να τους θανατώση, από τις χρυσομέταξές του στολές, κι από το περίφημο πρόσταγμά του, όποιος του παρουσιάζεται να πέφτη χάμω και να τον προσκυνά.

Δεν τονέ γλύτωσαν αυτά όλα ως τόσο από το βαρεμό που τον έπιασε στα γεράματά του. Κ' έκαμε ίσως τη φρονιμώτερη πράξη της ζωής του σαν κατέβηκε από το θρόνο, σύγκαιρα με το Μαξιμιανό, κι αποκαταστάθηκε στης Δαλματίας τα Σάλωνα, καλλιεργώντας μεγάλο και σύδεντρο περιβόλι. Του κάκου πολέμησε κατόπι ο Μαξιμιανός να τον ξαναφέρη στα μεγαλεία της βασιλείας. «Νάβλεπες, του μήνησε, τα ωραία κρουμπιά μου, που με τα χέρια μου τάχω φυτεμένα, δε θα με παρακινούσες να την αφήσω τέτοια ζωή». Κ' έτσι έμεινε ο αμαρτωλός ο γέρος στα Σάλωνα ώσπου απέθανε στα 313.

Σαν τραβήχτηκαν οι δυο γέροι, απόμεινε φυσικά ο Γαλέριος κι ο Κωστάντιος ο Χλωρός, κ' έγιναν Αύγουστοι στα 305. Δεν περνάει όμως πολύς καιρός κι ο Γαλέριος θέλοντας και καλά να φανή πρώτος, διορίζει στη Νικομήδεια, δίχως να συναγροικηθή με τον Κωστάντιο, άλλους δυο Καίσαρες, τον πρόστυχο το Φλάβιο Σεβήρο, και τον ανιψιό του το Μαξιμίνο, που μήτ' αυτός παρακάτω δεν πήγαινε. Σάστισε ο κόσμος σαν είδε κι άκουσε αυτούς τους διορισμούς. Όλοι τον Κωσταντίνο προσμένανε να διοριστή, όλοι αυτόν κοιτάζανε. Θαρρέψανε μάλιστα πως λάθος έγινε και πως τον Κωσταντίνο εννοούσε ο Γαλέριος. Ο Γαλέριος όμως, παραμερίζοντας το λαοπόθητο Κωσταντίνο πήρε από το χέρι το Μαξιμίνο και τον κήρυξε Καίσαρα. Έβγαλε τότες ο Μαξιμίνος τα φτωχικά του φορέματα και ντύθηκε την Καισαρική τη στολή.

Άναψε ο Κωσταντίνος βλέποντας τέτοια ταπείνωση, μα ήξερε και να συγκρατιέται· ήξερε και να περιμένη δίχως ν' αλησμονή. Φεύγει από τη Νικομήδεια και σέρνει βορειοδυτικά να βρη τον πατέρα του. Τον ανταμώνει και τον ακολουθάει ως τη Βρεταννία. Πρωτεύουσά του είχε ο Κωστάντιος στη Βρεταννία τη Γυόρκη. Από κει πολεμούσε τους Πίχτους, εκεί τέλος απέθανε και στα 306. Ενθουσιασμένος ο στρατός με τον Κωσταντίνο, και για χάρη του πατέρα του που τους φέρθηκε πιο σπλαχνικά και πιο φιλάνθρωπα από το Διοκλητιανό και τους άλλους, τον εκλέγει Αύγουστο. Μόλις τάκουσε αυτό ο Γαλέριος και διορίζει αμέσως Αύγουστο το Σεβήρο και Πρωτοκαίσαρα το Μαξιμίνο. Το καταπίνει κι αυτό ο καρτερικός Κωσταντίνος και στέργει να μείνη δεύτερος Καίσαρας.

Εκεί απάνω στασιάζει κ' η Ρώμη (306). Οργισμένη που οι Αυτοκρατόροι της δε ζούσανε πια στα παλάτια της παρά πηγαίνανε και θρονιαζότανε στης Αυτοκρατορίας τα πέρατα, αφανισμένη από τους βαριούς φόρους του Γαλερίου και του Σεβήρου, κηρύττει κι αυτή δικό της Αύγουστο τον παράλυτο το Μαξέντιο, γιο του Μαξιμιανού, που είταν τώρα ξαναγυρισμένος στην εξουσία κι αυτός. Έχουμε λοιπόν πέντε Αυγούστους και Καισάρους αυτή την εποχή χωρίς τον Κωσταντίνο· Μαξιμιανό, Μαξέντιο, Γαλέριο, Σεβήρο, Μαξιμίνο. Γραμμένο τους και των πέντε να κάμουν τόπο του Κωσταντίνου.

Άρχισε, είναι αλήθεια, το στάδιο του ο Κωσταντίνος με τις βαρβαρικές συνήθειες των καιρών και των τόπων εκείνων. Όταν από τη Βρεταννία κατέβηκε στη Γαλλία και πολέμησε Φράγκους κι Αλαμανούς, και πανηγύριζε τις λαμπρές του νίκες, απάνω στη νεανική του παραφορά πρόσταξε να γίνη ξεφάντωμα σκληρό και ανωφέλευτο. Τι τάχα κέρδιζε βλέποντας δύστυχους Γερμανούς να σπαράζουνται από τα θεριά του θεάτρου του; Το μόνο που να πης είναι πως όσο και να μη βαστούσε από το Νέρωνα, λάτρευε όμως τους θεούς του ακόμα.

Πρώτος από τους πέντε αντιπάλους του βγαίνει από τη μέση ο Σεβήρος, που θανατώθηκε στη Ραβέννα (307) πολεμώντας το Μαξιμιανό και τα Μαξέντιο. Τρέμοντας τότες ο Μαξιμιανός το φοβερό το Γαλέριο συλλογιέται να κάμη τον Κωσταντίνο γαμπρό του για να τον έχη μαζί του, και του προξενεύει την αδελφή του τη Φάουστα. Δέχεται ο Κωσταντίνος και παίρνει γυναίκα του τη Φάουστα· αγκαλά και δίχως τέτοιο συνοικέσιο θάμνησκε ήσυχος ο γέρος ο Αύγουστος, επειδή άμα έμαθε ο Γαλέριος την τύχη του Σεβήρου, αντίς να τρέξη και να τιμωρήση το Μαξιμιανό, έκρινε φρονιμότερο να τραβηχτή από την Ιταλία για να μη πάθη κι αυτός τα ίδια! Πάλι όμως τη χρειάστηκε τη βοήθεια του γαμπρού του ο Μαξιμιανός όταν άρχισε να μαλλοτρώγεται με το γιο του το Μαξέντιο. Πήγε τότες ίσια στον Κωσταντίνο. Τονέ δέχτηκε ο Κωσταντίνος φιλικά στην αρχή, κατόπι όμως τον υποψιάζεται και τονέ σκοτώνει (310). Αυτή την πράξη του μπορούμε ίσως να την πασαλείψουμε με λόγους αυτοκρατορικούς και πολιτικούς, αφού δα δεν υπάρχει και μοναρχική ιστορία δίχως τέτοια παρατράγωδα.

Ένα χρόνο κατόπι ξεπαστρεύεται κι ο Γαλέριος από φοβερή αρρώστια. Σα να τον αγγύλωνε η συνείδησή του πριν αποθάνη, κ' είχε κάπως μετριασμένους τους χριστιανικούς του κατατρεγμούς.

Διάδοχο του ο Γαλέριος είχε διορισμένο το Λικίνιο. Έχουμε λοιπόν αυτόν το χρόνο (311) τέσσερεις Αυτοκρατόρους: Λικίνιο και Μαξιμίνο στην Ανατολή, Μαξέντιο και Κωσταντίνο στη Δύση.

Στην αρχή δεν έδειξαν και πολλή όρεξη για διχόνοιες. Ο Μαξέντιος όμως δε σύχαζε, μόνο αφορμή πως θέλει να τιμωρήση τον Κωσταντίνο για το θάνατο του πατέρα του, κάνει να ξεκινήση βόρεια με μεγάλο στρατό. Θέλοντας να τον προλάβη ο Κωσταντίνος, τοιμάζεται κι αυτός να κατέβη στην Ιταλία. Ζυγώνει ως τα βουνήσια της σύνορα, μα δε φαίνεται και να πολυβιάζεται. Κοντοστέκεται, και συλλογιέται ο Κωσταντίνος. Συλλογιέται πως ο στρατός του Μαξεντίου είναι πολύ μεγαλύτερος από το δικό του. Αλήθεια πως τούταζε ο Λικίνιος να του φυλάγη τις βορεινές επαρχίες, αφού σκόπευε να πάρη και την αδερφή του την Κωσταντία γυναίκα. Είχε και φίλους στη Ρώμη, και τονέ δασκάλευαν. Τέλος και στόλο είχε στα Ιταλικά τα νερά. Μα δίσταζε πάντα ο Κωσταντίνος. Ανιστορούσε τα πάθια του Σεβήρου, τη φεβγάλα του Γαλερίου, έβλεπε και τους στρατηγούς του σα μουδιασμένους — όλα σαν ανάποδα του φαινόντανε. Μέρα νύχτα ταραγμένος κι ανήσυχος. Πώς να τον καταπονέση τέτοιον αντίπαλο. Τότες πρωτοφάνηκε η μητέρα του. Παρουσιάζεται η Ελένη, και την ετοιμόφλεχτη φαντασία του γιου της την κορώνει με ιδέα θεότολμη. Γιατί να μην κάμη το Χριστιανισμό σύμμαχό του ο γιος της; Τάχα δεν είταν κι ο πατέρας του ο Κωστάντιος πονετικός με τους Χριστιανούς; Τάχα δεν είχε τριγύρω του χιλιάδες Χριστιανούς στρατιώτες, που μπορούσε να τους κάμη για πάντα δικούς του; Κ' έτσι παίρνει ο Κωσταντίνος τη μεγάλη την απόφαση που άλλαξε τη μορφή του κόσμου. Παραδίνει ψυχή και ζωή στη νέα την πίστη, κι αποχαιρετάει για πάντα την παλιά θρησκεία. Πρέπει ναναστέναξε στερνό αναστεναγμό ο Δίας από τον Όλυμπο σαν πάρθηκε η κρίσιμη εκείνη απόφαση!

Νου και προσοχή κι όνειρα, στο Θεό τα γύρισε όλα. Από κείνον έλπιζε, σε κείνον προσεύκουνταν. Κι απάνω σε μια από τις κατανυχτικές αυτές προσευκές του φανερώθηκε το περίφημο το Ουράνιο Σημάδι του. Είτανε, λέει, μεσημέρι περίπου, και καθώς διάβαινε ο Κωσταντίνος με το στράτεμά του, τηράει άξαφνα δίπλα στον ήλιο λαμπερό σταυρό από φως, κι απάνω στα σταυρό τα γράμματα « Τούτω νίκα». Το τήραγαν το σημάδι κι ο Κωσταντίνος κι ο στρατός του, κ' έλεγαν τι να σημαίνη. Σα βράδιασε και πλάγιασε ο Κωσταντίνος να κοιμηθή, βλέπει λαμπρό όνειρο, ανάλογο κι αυτό με το ουράνιο το σημάδι. Βλέπει τον Ιησού Χριστό και βαστάει τον ίδιο το σταυρό, και του παραγγέλνει αυτό να είναι η σημαία του τώρα κι ομπρός, αυτό ο σύμμαχός του, επειδή θα τον προφυλάγη από εχτρούς και θα τονέ δοξάζη. Ξυπνάει ο Κωσταντίνος ταποταχύ και δηγάται το παράξενο αυτό όνειρο. Και δίχως μήτε μέρα να χάση, φέρνει χρυσοχούς και τους προστάζει να του φτειάξουνε σταυρό απαράλλαχτο σαν το θείο σημάδι, όλο μάλαμα και πετράδια. Αυτή είναι η πρώτη αρχή της μυριοξάκουστης σημαίας που ονομάστηκε Λάβαρο. Είταν το λάβαρο κοντάρι μακρύ και χρυσωμένο, και ταπάνω του μέρος, σταυρός. Στην άκρη στεφάνι, μάλαμα και πετράδια. Μέσα στο γύρο του στεφανιού τα δυο Ελληνικά γράμματα Χ και Ρ, που τη γνωρίζει μια Χριστιανωσύνη τη σημασία τους. Ως το τέλος τα είχαν αυτά τα γράμματα βαλμένα στο κράτος τους οι Βυζαντινοί οι Αυτοκρατόροι. Από το σταυρό κρέμουνταν πορφυρένια τετράγωνη σκέπη, χρυσόφαντη κι αυτή και διαμαντοστόλιστη, που σαν τετράγωνη που είτανε, δεν κατέβαινε ως τα κάτω του μακρινού κονταριού, μόνο περίπου ως τα μισά. Κατά την κάτω άκρη της σκέπης έβλεπες ζουγραφιστές τις προτομές του Βασιλέα και των παιδιών του. Λεν πως ως στον έννατον αιώνα βάσταξε η σημαία εκείνη μέσα στα παλάτια του Βυζαντίου. Τέτοιο είταν το μυριοδόξαστο το Λάβαρο, που μαρτύρησε, μπορούμε να πούμε, του κόσμου τη βάφτιση. Σύγκαιρα όμως και τη δική μας την ξαναγέννηση και το πρώτο γερό μας θεμέλιωμα.

Το πώς ο Κωσταντίνος έθρεφε μέσα του βαθιά ευλάβεια προς τη νέα θρησκεία, ολοφάνερο πράμα. Κρίνοντας όμως από τον πραχτικό χαρακτήρα του, γνωρίζοντας κι από την κατοπινή του ιστορία πως ό,τι σπουδαίο και μεγάλο καταπιάνουνταν το είχε με το νου του πραχτικά λογαριασμένο, δύσκολο φαίνεται να πιστέψουμε πως ακολουθώντας τη χριστιανική του πολιτική πήγαινε μόνο κατά τα ουράνια σημάδια. Τόννοιωσε ο Κωσταντίνος πως το χριστιανικό στοιχείο μεγάλωνε και δυνάμωνε, και πως ταρχαίο ξέπεφτε και μαραίνουνταν. Έδειξε λοιπό σπάνια πολιτική φρονιμάδα και τόλμη σαν άκουσε στην αμηχανία του απάνω τα λόγια της μάννας του και κηρύχτηκε προστάτης του νέου στοιχείου.

Μια και πάρθηκε η απόφαση, ξεκίνησε το στράτεμά του μ' ελπίδα και με θάρρος, και πλημμύρισε τα βορεινά της Ιταλίας. Την πρώτη εναντίωση τη βρήκε στο Τουρίνο, κ' εύκολα την καταπόνεσε. Κατεβαίνει στο Μιλάνο και κείθε στη Βερόνα. Κερδίζει εκεί άλλη λαμπρότερη νίκη, και προχωρεί κατά τη Ρώμη. Βγαίνει τότες ο Μαξέντιος να τον απαντήση, και σε τρίτη μεγάλη μάχη (312) βρίσκει το τέλος του κι αυτός κ' η δύναμή του. Μπαίνει ο Κωσταντίνος νικητής μέσα στη Ρώμη, και κάθε Ρωμαίος τηράει και θαμάζει την ομορφιά του, τη μεγαλοπρέπεια, και τέλος τη μαγική εκείνη σημαία που από τα τώρα τούφερνε τόση δόξα.

Άλλη απόδειξη πως δεν τον καθοδηγούσε μόνο θρησκευτική πίστη παρά και λογαριασμένη πολιτική είναι ο τρόπος που τους φέρθηκε τότες τους Ρωμαίους. Λόγο δεν ξεστόμισε μέσα στην πρωτεύουσα που να τονέ δείξη πως είτανε Χριστιανός. Τις απόφευγε τις αρχαϊκές τελετές, είναι αλήθεια· μα όχι και τόσο που να γεννάη υποψίες. Το νόστιμο είναι που κ' η Σύγκλητο, σαν τούστησε την αψίδα που σώζεται ακόμα στη Ρώμη, δεν αφήκε ναποφανή μήτε πως με την αρχαία πήγαινε μήτε πάλε με τη νέα θρησκεία· παρά λέει η επιγραφή της αψίδας πως η «Θεότητα» τονέ βοήθησε και νίκησε τον τύραννο. Μάλλους λόγους, θέλοντας η Σύγκλητο να τον κολακέψη, ή και να τον τιμήση, μισόκαμνε το σταυρό της κι αυτή. Πρέπει όμως να παρατηρηθή πως ο Κωσταντίνος δεν έδειχνε πάντα και την ίδια προσοχή και δειλία, αφού όταν έστησε στη Ρώμη τον αδριάντα του έβαλε σταυρό απάνω στην άκρη του κονταριού του.

Άρχιζε και γλυκόφεγγε η μεγάλη του ιδέα στο διάβα του απάνω, και σε κάθε του πάτημα τώρα κι ομπρός ανταμώνουμε τις σωτήριες αχτίδες του.

Δεν πέρασαν πολλοί μήνες (313) και βρέθηκε πάλε στο Μιλάνο. Ξανανέβηκε ως εκεί νανταμώση τον Κυρίαρχο της Ανατολής, το Λικίνιο, φτασμένο τώρα για να πάρη την αδερφή του Κωσταντίνου, την Κωσταντία, να κανονίσουν κι όσα ζητήματα έμνησκαν ακανόνιστα. Τότες είναι που βγήκε το πρώτο διάταγμα που διαφέντεψε κάπως τη νέα την πίστη, να πηγαίνη δηλαδή ο καθένας μ' όποια θρησκεία επιθυμεί κι άλλο πιο γενναιότερο μέτρο, όλα τα σφετερισμένα χτήματα να δοθούνε πίσω στις εκκλησιές.

Έτρεχαν ως τόσο με τέτοια ορμή τα περιστατικά, που οι Αυτοκρατόροι έπεφταν και πήγαιναν ένας ένας, κι άφιναν τόπο για τον καταφρονεμένο του Γαλερίου. Πρώτο θύμα πέφτει ο Μαξιμίνος, που απάνω στην απουσία του Λικινίου έκαμε όρεξη ναρπάξη αυτός την Ανατολή, με σκοπό να κάμη το ίδιο κατόπι και στη Δύση. Χτυπάει λοιπόν το Βυζάντιο και το κυριεύει. Προφταίνει όμως ο Λικίνιος από τα Βορειοδυτικά, ανταμώνει τον Μαξιμίνο στην Αδριανούπολη και τονέ σπάνει. Απελπίζεται τότες ο Μαξιμίνος, σκοτώνεται, και μένει ο Λικίνιος μόνος κυρίαρχος όλης της Ανατολής, καθώς όλης της Δύσης ο Κωσταντίνος.

Σε τέτοιο απέραντο Κράτος είχε φυσικά τόπο και για τους δυο. Του Κωσταντίνου όμως η φιλοδοξία έπαιρνε τώρα το δρόμο της, κ' ένας Λικίνιος δε δυνότανε να τη σταματήση. Σ' ένα χρόνο μέσα πιάστηκαν αναμεταξύ τους. Καταπονιέται ο Λικίνιος κι αναγκάζεται ναφήση του Κωνσταντίνου Ιλλυρία, Μακεδονία, καθαυτό Ελλάδα, κι άλλες μερικές χώρες. Μα μήτ' αυτό δεν τη σταμάτησε την ορμή της Μοίρας που τον έφερνε, όλο τον έφερνε τον Κωσταντίνο στη δύναμη και στη δόξα.

Πριν όμως έρθη του Λικινίου το τέλος, πέρασε ο Κωσταντίνος εννιά απόλεμα, όχι όμως και ήσυχα χρόνια στη Γαλατία, στην Ιταλία, στην Ελλάδα, και μάλιστα στη Θεσσαλονίκη. Κανόνισε τότες τη δοίκηση και τη νομοθεσία, όσο γίνεται κατά τις χριστιανικές τις ιδέες· επειδή όντας οι χώρες εκείνες ανακατεμένες ακόμα, τέτοια έπρεπε να είναι και τα μέτρα του κ' η γενική του πολιτική. Παράτολμα πηδήματα δεν εννοούσε να κάμνη μήτε ριζικές αλλαγές να φέρνη στα σύχρονά του συστήματα· μα μήτε είταν ο κατάλληλος, αφού το νάθρεφε μεγάλη ευλάβεια προς το Χριστιανισμό δε θα πη πως είχε χωνεμένα κι όλα τα ηθικά στοιχεία της νέας θρησκείας. Ο Κωσταντίνος δεν είταν άνθρωπος μήτε γραμματισμένος μήτε θεωρητικός. Στα θεωρητικά μάλιστα, καθώς αργότερα θα δούμε, είταν και κάμποσο πεζός. Όντας γέννημα της εποχής του σε όλα, εξόν που αναγνώρισε την υπεροχή του Χριστιανισμού, πίστεψε και στη θαματουργική δύναμή του. Δεν πετούσαν τόσο αψηλά τα Χριστιανικά του νοήματα που να μην προστρέχη και στα βασανιστήρια σαν τον παρασκότιζαν οι Ειδωλολάτρες. Αυτά δα και σωστοί Χριστιανοί τα μεταχειρίστηκαν, και πολύ αργότερα. Άλλο ένα, που από τη μια απαγόρευε κάθε είδος μαγεία και μαγκανία, κι από την άλλη άφινε να μαντεύουν ακόμα τα μέλλοντα από τα σπλάχνα των ζώων. Τέτοιες ανακατωσιές δεν μπορούσανε να λείψουν. Η καρδιά του όμως πήγαινε πάντα με το Χριστιανισμό, κι αυτό είταν κάτι για τους λαούς του.

Ας ξανάρθουμε τώρα στο Λικίνιο. Δεν μπορούσε ο Λικίνιος να την ξεχάοη την ταπείνωσή του. Έβραζε, και την ώρα δεν έβλεπε να ξεσπάση. Άρχισε με τους Χριστιανούς. Δεν τους κατάτρεχε καθώς ο Διοκλητιανός κι ο Γαλέριος, τους έδιωχνε όμως από την Αυλή του, τους αδικούσε όπως μπορούσε, γκρέμησε τέλος και μερικές εκκλησιές. Και σαν πήρε μ' αυτή την πολιτική από το μέρος του όλους τους Εθνικούς, βγήκε να πολεμήση και τον Κωσταντίνο στα 323. Μεγάλοι στρατοί και στόλοι κι από τα δυο μέρη. Του Κωσταντίνου ο στόλος Ελληνικός, δηλαδή Ελληνικά πλοία και ναύτες. Πως βρέθηκε τέτοιο θαλασσινό υλικό στην Ελλάδα μέσα σε κείνη την παρακμή, μένει κάπως ανεξήγητο, εξόν αν ο Κωσταντίνος ναύλωσε ή αγόρασε τα εμπορικά· και γνωρίζουμε πως στα χερότερά μας, μαζί με γλώσσα, με θρησκεία, με κάθε άλλο εθνικό φυλαχτήρι, σώζουνταν πάντα και το εθνικό το εμπόριο, πότε στη μια, πότε στην άλλη άκρη της Ρωμιωσύνης.

Μαζεύει λοιπόν ο Κωσταντίνος τα στρατέματά του στη Θεσσαλονίκη, κι ο γιος του ο Κρίσπος το στόλο στον Πειραιά. Ο Λικίνιος πάλε το στρατό του τον έφερε στην Αδριανούπολη, και το στόλο στα Δαρδανέλλια.

Σωστή παράταξη το ξεκίνημα του Χριστιανικού του στρατού. Παντής λογής Κληρικοί τονέ συνόδευαν και τονέ βλογούσαν, και πενήντα διαλεχτοί αξιωματικοί προδιάβαιναν κρατώντας το Λάβαρο. Έτσι πηγαίνοντας ανταμώνουν τους αντιπάλους, καλοκαίρι του 323, και τους σπρώχνουν ως στο Βυζάντιο. Σύγκαιρα ξεκινάει κι ο Κρίσπος από τον Πειραιά, χτυπάει το στόλο του Λικινίου στα Δαρδανέλλια, και παρουσιάζεται στα πρόθυρα του Βυζαντίου. Ο Λικίνιος, στενοχωρημένος από στεριά κι από θάλασσα, σηκώνεται και περνάει αντικρύ, στη Χρυσόπολη. Τον πέρνει το κατόπι ο Κωσταντίνος, και τις 10 του Σεπτέβρη τονέ σπάνει μια και καλή. Φεύγει τότες ο Λικίνιος στη Νικομήδεια, και για χάρη της γυναίκας του σκόπευε ο Κωσταντίνος να τον αφήση ήσυχο. Μα δε σύχαζε ο γαμπρός του. Τότες κι ο Κωσταντίνος, που καθώς είπαμε δεν πολυέπαιρνε από χριστιανικές μακροθυμίες, τον κρέμασε και γλύτωσε από τα βάσανά του.

Κ' έτσι απόμεινε ο Κωσταντίνος κατά το τέλος του 323, ύστερ' από δεκαεφτά χρονών αγώνες, κυρίαρχος όλης της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Πρώτη του πράξη είτανε να ξαναβγάλη το διάταγμα εκείνο του Μιλάνου, που το είχε ακυρωμένο ο Λικίνιος στην Ανατολή. Ξαναβρήκε λοιπόν ο Χριστιανισμός τον προστάτη του, στηρίχτηκε πάλε η νέα θρησκεία στους δυο νόμους εκείνους που δίνανε το δίκιο του σε κάθε Χριστιανό, και γενική ανοχή. Το κείμενο τω νόμων αυτών είναι πιστή εικόνα της πολιτικής του Κωσταντίνου. Τους διαβάζει άνθρωπος, και νοιώθει πως δεν είταν αρπαγμένος ο νους του από θρησκευτικό ενθουσιασμό, παρά μόνο δεμένος από φόβο Θεού, από ευλάβεια κ' ευγνωμοσύνη για τα όσα του χορήγησε ο Ύψιστος ως τα τώρα, κι αυτό πάλι όχι τόσο που να ταράξουν την πολιτική του κρίση, τη διπλωματική του. «Την δύναμίν σου ευλαβώ (έλεγε) ην εν πολλοίς τεκμηρίοις έδειξας, και την εμήν πίστιν βεβαιοτέραν ειργάσω. » Παρακάτω όμως, « Ειρηνεύειν σου τον λαόν και αστασίαστον μένειν επιθυμώ υπέρ του κοινού της οικουμένης και πάντων ανθρώπων χρησίμου… Μηδείς τον έτερον παρενοχλείτω. Έκαστος όπερ η ψυχή βούλεται, τούτο και πραττέτω».

Ήθελε μ' άλλους λόγους να μην τους ερεθίζη τους Εθνικούς, μόνο να τους φυλάγη ήσυχους, για να μπορέση ναποτελειώση ειρηνικά τη μεγάλη επιχείρηση που λογάριαζε ο νους του.

Πού να τα ονειρευτή όμως ο θετικός εκείνος νους τα βάσανα που του μαγείρευε η σοφιστική μανία της αρχαιότητας, κι όχι πια με την παλιά της μορφή, παρά κρυμμένη μέσα στης νέας θρησκείας τα ράσα!

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Κανονίζουνται τα θρησκευτικά

Όταν ο παλιός ο κόσμος, και μάλιστα ο πιο γραμματισμένος, είδε κι απόειδε πως προκοπή πια δεν είχε, κι ας τον υποστηρίζανε Γαλέριοι και Λικίνιοι, άλλο δεν τούμνησκε παρά νάρχεται και να κατασταλάζη μέσα στης νέας θρησκείας το χωνευτήρι. Με προστάτη μάλιστα της Χριστιανωσύνης τώρα τον Κωνσταντίνο, τέτοιο κίνημα και φυσικό φαίνεται και συφέρο τους είταν. Το χώνεμα όμως αυτό δεν είταν και δίχως τα δυσάρεστά του. Επειδή όσο και να χριστιανίζουνταν οι δικοί μας, τα συστήματά τους δεν μπορούσανε να χριστιανιστούν κι αυτά σε μια και σε δυο γενεές, μόνο περνούσανε μέσα στον καινούριο κόσμο σαν κρύφιο φαρμάκι μαζί με το αίμα τους. Και μπορούμε μα την αλήθεια να πούμε πως ο Εθνισμός, καθώς άλλοτε θέλοντας καταδίωχνε με βάσανα το Χριστιανισμό, τώρα μη θέλοντας τονέ φοβέριζε με όπλο φοβερό, με την τέχνη εκείνη που μπορούσε να σκίζη τρίχες, μα και βαθιόρριζα δέντρα να ρίχνη· με την ξεπεσμένη του τη φιλοσοφία, που αργαστήρι της ξακουσμένο σταθηκε η μεγαλονόματη η Αλεξάντρεια.

Η φιλοσοφία αυτή, αν και καθώς είπαμε ξεπεσμένη, δεν είταν κι όλως διόλου σοφιστική. Για δαύτο κι όσοι είχαν κεφάλι γερό, καθώς ο Αθανάσιος, δε δυσκολευτήκανε να διαλέξουν τα γερά τους στοιχεία και να δυναμώσουνε μ' αυτά τη Χριστιανωσύνη. Μα όσοι πάλι, κι αυτοί είταν οι πιώτεροι, δεν είχανε δύναμη να κατεβάσουν την αλήθεια ως τη συνείδησή τους, παρά φύλαγανε την εικόνα της μονάχα στη φαντασία τους μέσα, καθώς ο Άρειος, έφεραν ολέθρια ζιζάνια μέσα στην καινούρια Κοινωνία, κ' έπρεπε μα το ναι να είναι ένας Χριστινανισμός για να τα βαστάξη και με τον καιρό να τα καταπνίξη. Κ' επειδή στον πρώτο πόλεμο που σήκωσε μέσα στη Χριστιανωσύνη η ρωμαίικη η σοφιστεία παράστησε θέλοντας και μη σημαντικό πρόσωπο κι ο Κωνσταντίνος, είναι ανάγκη να χαρίσουμε ένα κεφάλαιο στα θεολογικά τα ζητήματα που σπάραξαν το Έθνος ό,τι άρχιζε να το συμμαζεύη ο νέος προστάτης του.

Είδαμε παραπάνω πως οι φρονιμώτεροι κ' οι πιο πραχτικοί πηγαίνανε με το Χριστιανισμό. Από τους λοιπούς μέρος λάτρευαν ακόμα, τους Ολύμπιους Θεούς, άλλοι ήσυχα και ποιητικά καθώς τον παλιόν καιρό, άλλοι με τα διατάγματα του Διοκλητιανού ή του Λικινίου στο χέρι. Έχουμε όμως και τρίτη μερίδα, τη γραμματισμένη καθώς την είπαμε, τη φιλοσοφική τη μερίδα. Κι αυτή τώρα βγαίνει πρωταγωνίστρα στο θρησκευτικό μας το δράμα.

Αν η φιλοσοφία είχε ξεθυμάνει, καθώς είδαμε, στην Αθήνα, και κατάντησε αγυρτεία, στην Αλεξάντρεια όμως, που είταν μαζεμένο διαλεχτό Ελληνικό στοιχείο, και με την προστασία των Πτολεμαίων πλούσιο κ' ευτυχισμένο, βγαίνανε σοφοί ανθρωπινώτεροι, και για την εποχή εκείνη στ' αλήθεια σπουδαίοι. Την έχουμε ακουστά την Αλεξαντρινή τη Σκολή, τους γνωρίζουμε τους Νεοπλατωνικούς, τους οπαδούς τους Πλωτίνου. Μερικοί όμως από τους σοφούς αυτούς για κακή μας τύχη, σαν που πήραν τον Πλατωνισμό και τον ξανάπλασαν, το ίδιο θάρρεψαν πως μπορούσανε να κάμουνε και με το Χριστιανισμό· τονέ μεταχειριστήκανε δηλαδή σα φιλοσοφικό σύστημα. Παίρνουνε λόγου χάρη την Αγία Τριάδα, και στη βάση της απάνω στένουνε δική τους Τριάδα με δικά τους ονόματα «Έν, Νους, και Ψυχή» κι άλλα ακόμα πιο δύσκολα και πιο ακατανόητα. Από τέτοιες άσκοπες — ας τις πούμε — μελέτες ξεφύτρωσε τέλος στη μέση κι ο Άρειος κ' η Αίρεση του, που πήγε να την πνίξη τη θρησκεία μέσα σε θεωρίες και σε σοφίσματα που κανένας λαός δεν μπορούσε να βγάλη όφελος από τέτοια, αφού δα μήτε να τα καλονοιώση δεν μπορούσε.

Είταν τότες Μητροπολίτης στην Αλεξάντρεια ο Αλέξανδρος, καλοκάγαθος άνθρωπος (319). Κι ακούσαντας πως ο Άρειος δίδασκε — και κάμποσοι κληρικοί τον ακολουθούσαν — πως ο Ιησούς Χριστός δεν είταν άναρχος καθώς ο Θεός, μόνο είδος πρωτότοκο πλάσμα του, τονέ φώναξε και τον καθοδήγεψε με το καλό, σαν πνεματικός του πατέρας. Όντας όμως ο Άρειος μεγαλάνθρωπος, αγέρωχος, και μ' αρχοντάδικη θεωρία, σα να του πήρε τον αέρα του γέρου, κ' έτσι δεν αποκότησε να του μιλήση και καθώς του άξιζε. Και πως του άξιζε πολύ αυστηρός τρόπος, και μάλιστα τιμωρία, απόδειξη έχουμε που δεν του απολογήθηκε του Μητροπολίτη μ' αληθινή σοφία κ' ειλικρίνεια, παρά με διφορούμενες ξυπνάδες που ρίχτανε σκότος κι όχι φως σε τέτοια δύσκολα ζητήματα. Και το πιο χερότερο, που άμα βγήκε, διαλάλησε πως συφωνάει κι ο Μητροπολίτης μαζί του, και ξανάρχισε τις αιρετικές διδαχές του. Τον καταμηνούν άλλη μια στη Μητρόπολη. Τι να κάμη τότες ο Αλέξαντρος; Πηγαίνει και βγάζει λόγο στην Εκκλησία κ' υποστηρίζει και ξηγάει το σωστό δόγμα, λέγοντας πως η μια υπόσταση της Τριάδας από την άλλη δε διαφέρει. Ο Άρειος τότες γνωρίζοντας πως είχε μαζί του και πολλούς Κληρικούς, σηκώνεται κι αρχινάει δική του ομιλία, σα να είταν Ακαδημία, κι αρμηνεύει το σύστημά του με δίχως καμιά συστολή. Τότες είπε και το περίφημο του το σόφισμα, πως αν ο Θεός γέννησε το Σωτήρα, πάει να πη πως είτανε μεγαλήτερός του· άρα, δεν είναι άναρχος ο Ιησούς καθώς ο Θεός.

Έγινε ανάστατη η Αλεξάντρεια με την ομιλία αυτή. Μοιράστηκε ο κόσμος σε δυο στρατόπεδα. Γέρος κ' ειρηνικός καθώς είταν ο δύστυχος ο Μητροπολίτης, ελπίδα πολλή για το σωστό το δόγμα δε φαινότανε, παρά κιδύνευε να βυθιστή ο Χριστιανισμός μέσα στα θολωμένα νερά της φιλοσοφίας. Είχε όμως ο Αλέξαντρος κάποιο νέο διάκο ως είκοσι χρονών, Αθανάσιο τον έλεγαν. Είτανε μικρουλός, ταπεινός, και χλωμός, μόνο που σπιθοβολούσαν τα μάτια του. Αυτός ο μικρός κι ο καταφρονεμένος διάκος, αυτός είναι ο μέγας και πολύς ο Αθανάσιος, που ως τα σήμερα Ανατολή και Δύση τον ονομάζει Μεγάλο Πατέρα της. Αυτός είναι ο μικρός ο Δαβίδ που παραβγήκε να πολεμήση με το γίγαντα. Τον πολέμησε, και ταποτέλεσμα του πολέμου εκείνου ακόμα σώζεται. Το «Πιστεύω» μένει πάντα θεμελιωμένο στη βάση που τόστησε.

Και δεν είχε μονάχα φυσική δεινότητα ο Αθανάσιος, είταν κ' ελληνιστής δεινός· και πρι να βγη ακόμα στο θρησκευτικό τον αγώνα, γνωρισμένος από μερικούς λόγους του, που μας δείχτουν πόσο πιδέζια ήξεραν και διάλεγαν οι Πατέρες τα κάλλη της αρχαίας σοφίας δίχως μήτε τρίχα να παραστρατούν από τα κανονισμένα τους δόγματα.

Με τον κοφτερό του νου, με την ακαταπόνετη τόλμη του, με τους θετικούς του συλλογισμούς, με την αντρίκια και καταπειστική ρητορική του, έμοιαζε ο μικρός ο Αθανάσιος αντίκρυ στον Άρειο καθώς τα μικρά εκείνα μα φοβερά τορπιλλοφόρα της σημερνής εποχής ομπρός σε παμπάλαια φεργάδα. Άρχισε τον αγώνα του με ζήλο ηρωικό, κ' η νίκη του είναι ίσως η μεγαλήτερη δόξα της Χριστιανικής ιστορίας.

Τέτοιος είταν ο Αθανάσιος, και τέτοιος φάνηκε στο πολύχρονο στάδιό του. Σ' αυτή την εποχή όμως δεν έβγαινε ακόμα ολομόναχος στην παλαίστρα παρά σα βοηθός του Μητροπολίτη. Και παίρνοντας θάρρος ο Αλέξαντρος από τον πεντάξυπνο διάκο του, αναθεμάτιζε Άρειο κι Αρειανούς. Ο Άρειος όμως αν είταν ένας, οι οπαδοί του είταν αμέτρητοι κι ολοένα πληθαίνανε. Ως και του Κωσταντίνου οι φίλοι, ο Ευσέβιος της Νικομήδειας κι ο Ευσέβιος της Καισαρείας (ο βιογράφος του Κωσταντίνου), και κείνοι με τον Άρειο πήγαιναν.

Ο Κωσταντίνος στην αρχή αυτά μήτε τάξερε μήτε τα πρόσεχε. Κι' όταν ύστερ' από τον αφανισμό του Λικινίου κατέβηκε στη Νικομήδεια και τρέξανε γύρω του Αρειανοί και Ορθόδοξοι γυρεύοντας την προστασία του, τα πήρε κατάκαρδα όλ' αυτά, και θύμωσε μάλιστα που χασομερούσε ο κόσμος με τέτοια μικρολογήματα. Δεν τους ήξερε τους Ρωμιούς του ακόμα ο Κωσταντίνος!

Ο Κωσταντίνος άλλες από πολιτικές ιδέες δεν κατείχε. Τον έχανες έξω από την πολιτική. Και μπορούμε ίσως να τον παρομοιάσουμε με βράχο που κρύβει μέσα του φλέβες γερό μάλαμα. Όσο ανακατευότανε με οργανισμούς και με νομοθεσίες, είτανε στα νερά του. Παρακείθε πελάγωνε. Έχοντας όμως και την ευλάβεια εκείνη που ξέρουμε, πολεμούσε μαζί με τα καινούρια πολιτικά του σκαρώματα να θεμελιώση και καινούρια θρησκεία. Μια και πετύχαινε τα δυο του αυτά όνειρα, όλα θα πήγαιναν ειρηνικά και λαμπρά. Πως όμως ο διαλεγμένος του ο λαός, το στήριγμα του νέου του θρόνου, φυσικό του είτανε να ψιλολογά, να χτίζη κ' ύστερα να γκρεμίζη φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα· πως τέτοια προσόντα καταντούν ολέθρια σ' ένα Κράτος όταν ο Αρχηγός δεν τα μυρίζεται και δεν τα χτυπάη πρι θεριέψουν, ως εκεί ο νους του δεν πήγαινε. Και σαν πήγε, σταμάτησε, καθώς θα δούμε, κ' έκαμε τότες μεγάλα σφάλματα.

Τη φανταζούμαστε λοιπόν τη στενοχώρια και την οργή του Κωσταντίνου σαν κατέβηκε στη Νικομήδεια και βρήκε τον κόσμο ανάστατο. Και μήτε τότες δεν το καλόνοιωσε τι βάσανα κρύβανε μέσα τους οι φιλονεικίες εκείνες. Οργίστηκε, κι ως τόσο ταψηφούσε ταεροκοπανίσματα. «Τέτοια ανωφέλευτα μωρολογήματα», έγραφε του Μητροπολίτη της Αλεξάντρειας, «μήτε να τα ξεστομίζουμε δεν πρέπει». Φρόνιμα λόγια, αν τάλεγε σε Ρωμαίους, σε Μακεδόνες, ή και σ' Εβραίους. Μα πού να τον ακούσουν οι Αλεξαντρινοί! Ως κι ο ταχυδρόμος πούφερε τα βασιλικό το γράμμα στην Αλεξάντρεια, ως κι αυτός κόρωσε μέσα στη φλογερή εκείνη λογομάχητα. Γένηκαν τέλος και ταραχές, κι απάνω στην έξαψη του ο όχλος κακομεταχειρίστηκε τους βασιλικούς αδριάντες. Λύσσαξε τότες ο Κωσταντίνος και στέλνει άλλο γράμμα, όχι πια ειρηνικό και στον Αλέξαντρο, παρά φοβεριστικό στον ίδιο τον Άρειο και τον προστάζει νάρθη και να του ξηγήση τακατανόητο δόγμα του. Έρχεται ο Άρειος, και με τη φοβερή του σοφιστική τον παραζαλίζει τον Αυτοκράτορα. Δεν μπόρεσε ο Κωσταντίνος να τα βγάλη πέρα μαζί του. Δεν έννοιωθε από φιλοσοφίες αυτός. Από πολιτική όμως έννοιωθε, και για να λύση τον κόμπο μια και καλή, αποφάσισε να προσκαλέση Μεγάλη Οικουμενική Σύνοδο να κανονίση το ζήτημα.

Αυτή είναι η πρώτη Οικουμενική Σύνοδο, της Νίκαιας. Έξοχη ιδέα, άξια μεγάλου πολιτικού και μεγάλου Χριστιανού. Αν είταν και μεγάλος φιλόσοφος και πρόβλεπε απαρχής το τι του μαγείρευε ο Άρειος, δε θα είχε μήτε τέτοιο μέτρο ανάγκη. Όντας όμως ανήξερος από θεωρητικά έδειξε μεγάλη πολιτική και Χριστιανική φρόνηση που αφήκε τη λύση στους σπουδασμένους. Πολιτική φρόνηση, επειδή ο καθαυτό σκοπός του είταν πολιτικός, να λείψουν τα σκάνταλα και να ρηνέψη ο κόσμος· Χριστιανική γνώση έδειξε, επειδή σε ζήτημα θρησκευτικό παραδέχτηκε πρόθυμος το πατροπαράδοτο Χριστιανικό σύστημα, το βουλευτικό.

Από τη Δύση δεν κατέβηκαν πολλοί σ' εκείνη τη Σύνοδο· μόνο τρεις τέσσερεις. Δεν τα πολυνοστιμεύουνταν οι Δυτικοί τέτοια Δημοκρατικά Συνέδρια. Κι αν έστειλε δυο του αντιπροσώπους ο Πάπας, τους έστειλε δίχως άλλο για να μην κακοκαρδίση τον Αυτοκράτορα.

Μαζεύτηκε λοιπόν η Μεγάλη η Σύνοδο στα 325, και πλάγι του Κωσταντίνου παραστάθηκε ο αγαθός ο Αλέξαντρος μαζί με το νέο φωστήρα του. Έβγαλε το λόγο του ο Βασιλέας Λατινικά, επειδή και τα Ελληνικά δεν τα καλογνώριζε. Συντάχτηκε κατόπι το «Πιστεύω» και σε είκοσι μέρες μέσα τέλειωσε τη δουλειά της η Σύνοδο, παραδέχτηκε δηλαδή το Ομοούσιο, αναθεμάτισε τον Άρειο και τους οπαδούς του, και ξόρισε πολλούς τους στη Γαλατία μαζί με τον αρχηγό τους. Μα μήτε τούτο δεν τόκρινε αρκετό ο Κωσταντίνος, και δω αποφαίνεται πάλι ο Ρωμαϊκός του ο χαρακτήρας. Για να στερεώση και καλά την ειρήνη του τόπου πρόσταξε να πεταχτούνε στη φωτιά όλα τα έργα του Αρείου, και φοβέριζε με θανατική τιμωρία όσους φυλάγουνε τέτοια έργα κρυφά.

Είχε μ' άλλους λόγους μεγάλα στο νου του, και τρέμοντας μην τύχη και ξαναφυτρώσουν παρόμοιες διχόνοιες και του τα χαλάσουν, έβαλε και μια τυραννική σφραγίδα στο συνταγματικό του εκείνο μέτρο.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Χτίζεται η Κωνσταντινούπολη

Από της Νίκαιας τη Σύνοδο ως τα εγκαίνια της Νέας Πρωτευούσης (330), πέρασε ο Κωσταντίνος πέντε χρόνια κάμποσο δραματικά και φουρτουνιασμένα. Γνωρίζοντας πως όσο κι α φαίνουνταν κατασταλαγμένη η Ανατολή, τη Δύση όμως την κυβερνούσε ακόμα η παλιά θρησκεία, έκρινε εύλογο να ξαναγυρίση στη Ρώμη, δίχως άλλο με σκοπό να φέρη και κει τη Χριστιανωσύνη. Βρήκε όμως στη Ρώμη απερίμενες δυσκολίες. Οι Ρωμαίοι εννοούσαν ακόμα οι πιώτεροι να πηγαίνουνε με τα πατροπαράδοτα και να θυσιάζουνε στον Καπιτώλιο Δία. Έκαμε να τους περιπαίξη στην αρχή και να τους περιφρονήση, μα γλήγορα το κατάλαβε πως οι Ρωμαίοι δεν είταν κι όλως διόλου ξεθυμασμένοι ακόμα. Κάποια ζωή, κάποιο νεύρο τους έμνησκε πάντα. Σα βγήκε μάλιστα ο λαός στους δρόμους και τονέ βλαστημούσε που γύρευε να καταργήση τους αγαπημένους Θεούς του, κάπως λαφιάστηκε, και μήτε τους παίδεψε μήτε ξανάβγαλε στη μέση τις χριστιανικές του ιδέες.

Ίσως όμως έγινε αφορμή και τούτο να ξανάρθη ο νους του ακόμα πιο πρόθυμα στην Ανατολή. Ίσως είταν απλή δοκιμή, κι αν απότυχε δεν τον πλήγωνε και πολύ βαθιά. Εκείνο που πρέπει να τον παραζάλισε τα χρόνια εκείνα, και τόσο τον αγρίεψε που ξέχασε και την αλφαβήτα του Χριστιανισμού — αυτός που γύρευε να τον ξαπλώση στον κόσμο — είταν τα κακορρίζικα οικογενειακά του, που για κακή του τύχη ιστορηθήκανε με τρόπο που να φαίνουνται ακόμα πιο κακορρίζικα.

Καθώς είδαμε, είχε ο Κωσταντίνος γιο τον Κρίσπο από την πρώτη του γυναίκα, τη Μινερβίνα. Από τη δεύτερη πάλε γυναίκα του, τη Φάουστα, είχε τον Κωσταντίνο και τον Κώστα. Έχουνε να πουν πως η Φάουστα τονέ μισούσε τον Κρίσπο, σα μητρυιά του που είταν, από αγάπη τω δυο της παιδιών, και πως τάχατες τραβούσε τον αυτοκράτορα από το μέρος της. Άλλοι πάλε υποψιάστηκαν το ενάντιο κ' είπαν πως από την αγάπη που είχε του Κρίσπου τον έψηνε στη ζούλια η Φάουστα τον άντρα της. Το φυσικώτερο μας φαίνεται πως τον οχτρεύουνταν τον Κρίσπο ο Κωσταντίνος από λόγους πολιτικούς. Δεν το σήκωνε να βλέπη το γιο του αγαπημένο και τιμημένο στη Ρώμη, και το δικό του τόνομα να σέρνεται καταφρονεμένο στους δρόμους. Ξέρουμε τώρα από τα περασμένα του πως τίποτις δεν το είχε ο Κωσταντίνος να ξεπαστρεύη όσους τούφερναν εμπόδια στους πολιτικούς του σκοπούς. Τέτοιο εμπόδιο δίχως άλλο του στάθηκε ο Κρίσπος. Τον αρπάζουνε λοιπόν από τη μέση μια μέρα οι στρατιώτες, τονέ ρίχνουνε στη φυλακή και τονέ θανατώνουν. Παρόμοιος πολιτικός λόγος τον έσπρωξε και σ' άλλη αγριώτερη πράξη, τότες που πρόσταξε και σφάξανε δώδεκα χρονών αγώρι τανίψι του, το παιδί του Λικινίου. Χαίρουνταν η Φάουστα από τη μια που άνοιγε ο δρόμος για τα δικά της τα τέκνα, έφριττε από την άλλη η Χριστιανωσύνη με τέτοιες θηριωδίες.

Ξαναφάνηκε τότες πάλι στη μέση η μητέρα του η Ελένη. Έτρεξε στη Ρώμη και λόγους δεν έβρισκε να παραστήση τη θλίψη της και την οργή της με τα βάρβαρα εκείνα καμώματα. Είπανε μερικοί πως από τη στενοχώρια του πήγε τότες ο Κωσταντίνος και σκότωσε τη Φάουστα. Αυτό φαίνεται σα δραματικό παραμύθι. Η αλήθεια είναι πως μετάνοιωσε ο Κωσταντίνος πικρά σαν άκουσε τους θρήνους της μάννας του. Την ξανάφερε στην καρδιά του γιου της η Ελένη τη θεοφοβωσύνη εκείνη που του μετρίαζε κάποτες την πολιτική του σκληρότητα, και τον έφερνε στα συλλογικά του.

Είταν αηδιασμένος από τη Ρώμη. Δε μπορούσε πια να μένη στα εχτρικά της παλάτια, να βλέπη και νακούγη αβανιές και βρισίδια. Σηκώθηκε κ' έφυγε μια για πάντα από τη Ρώμη. Πέτρα λες κέρριξε πίσωθέ του. Πέτρα όμως έστησε κι ομπρός του, την πελώρια την πέτρα της Νέας Πρωτεύουσας.

Καθώς πολλώνε μεγάλων οι μητέρες, έτσι κ' η Ελένη φαίνεται σα να τον είχε χαραγμένο, σα να τον έδειχνε κιόλας τον περίδοξο δρόμο του γιου της. Όντας όμως ειρηνικώτερη και πιο φιλάνθρωπη και χριστιανικιά η Ελένη, σαν κατέβηκε στην Ανατολή με τον Κωσταντίνο, δεν τονέ συνόδεψε στην περιοδεία του, παρά τράβηξε αυτή κατά τ' Άγια Χώματα. Είταν τότες τα Ιεροσόλυμα ρημασμένα, και μήτε ο τόπος του Άγιου Τάφου δεν έμνησκε καλά καλά πια γνωστός. Στα θεμέλια απάνω του Ναού του Σολομώντα είχανε ξαναχτισμένο Ναό του Καπιτωλίου Δία οι μερικοί Εθνικοί που κατοικούσανε στα μέρη εκείνα. Όλα τάλλα ρήμαξη και χαλάσματα. Προστάζει η Βασιλομητέρα ανασκαφή, κ' ύστερ' από πολλή εργασία ξαναβρίσκεται ο Άγιος Τάφος καθώς κι ο Τίμιος Σταυρός. Άμα τάκουσε τέτοιο θείο βρέσιμο ο Κωσταντίνος έστειλε προσταγή να χτιστή λαμπρή εκκλησιά στο μέρος εκείνο. Η ίδια η Ελένη εγκαινίασε το θεμελίωμά της. Και σα συμμάζεψε τους λίγους Χριστιανούς του τόπου και τους προστάτεψε, ξεκίνησε με τον Τίμιο Σταυρό νανταμώση το γιο της. Λέγουν πως είταν πολύ συγκινητικό ταντάμωμα εκείνο, και λαμπρές οι τιμές που της έκαμε ο Βασιλέας της άγιας του μάννας. Δεν τηνέ χάρηκε όμως πια τώρα πολύν καιρό. Μερικούς μήνες κατόπι (328), απέθανε η Ελένη ογδόντα χρονών. Την έθαψε μεγαλόπρεπα, και σαν αποκαταστάθηκε κατόπι στη Νέα Πρωτεύουσα, έφερ' εκεί και το λείψανό της.

Ας ακολουθήσουμε ως τόσο τον Κωσταντίνο στο μεγάλο ταξίδι του.

Σιγανό και μετρημένο ταξίδι· και σκοπός του, να διαλεχτή και να στηθή η Νέα Ρώμη, η Χριστιανική του Πρωτεύουσα. Πράμα που πήγαινε να πη για τα κείνονε, μα και για τα μας, θάνατος ή ζωή, δόξα ή όλεθρος. Πούθε πέρασε διαβαίνοντας δεν είναι πολύ φανερό. Λέγουν πως κοντοστέκουνταν κάθε λίγο και κοίταζε τόπους. Τη Σαρδική του Αίμου λόγου χάρη, — τη σημερινή τη Σόφια. Σα δυσκολοπίστευτο τούτο. Άλλοι πάλι θένε να πουν πως συλλογίστηκε κάποιο μέρος μεταξύ Πέργαμο και Τρωάδα. Αλήθεια, ψέματα, δεν το καλοξέρουμε μήτε τούτο. Ίσως ταξειδεύοντας και τηρώντας τα κοίταζε κι αυτά κι άλλα μέρη, καθώς αγοραστής διαμαντόπετρας πολλά πετράδια κοιτάζει πριχού να διαλέξη. Από τα περασμένα του όμως κρίνοντας, και μάλιστα από τη γνωριμία του με το Βυζάντιο από τους χρόνους του Λικινίου, μας φαίνεται σα να τον είχε διαλεγμένο τον τόπο από καιρό. Για να θεμελιώση το Κράτος του με τρόπο που να μη φοβάται από τάγρια στοιχεία που το τριγύριζαν, έπρεπε να στήση το κέντρο του σε τόπο μ' έξοχα στρατηγικά, διοικητικά, κ' εμπορικά προτερήματα. Μέρος που να το διαφεντεύουν και να το θρέφουν από κάθε μεριά θάλασσες. Τέτοιο μέρος ποιό είχε καταλληλότερο από το Βυζάντιο; Τα μεγάλα, τα σπάνια συστατικά της τοποθεσίας εκείνης, που δεν τα είδε μήτ' Αρταξέρξης μήτ' Αλέξαντρος μήτε Μιθριδάτης, που σα να τα συλλογίστηκε ο Καίσαρας ο Ιούλιος, μα δεν τα μεταχειρίστηκε, τα είδε, τάννοιωσε, και τάκαμε δικά του ο Κωσταντίνος. Φάνηκε λοιπόν εδώ απ' όλους πιο μεγαλήτερος, αν είναι μεγαλείο όχι να νικάς και να κυριεύης μονάχα, μα και να ρίχτης για ένα Κράτος θεμέλια βαθιά κι ακλόνιστα.

Μια μονάχη αδύνατη πλευρά την είχε η Νέα Πρωτεύουσα, την πλευρά τη βορειοδυτική, της Θράκης. Μα η Θράκη είτανε δική του. Μπορούσε τέλος και να προφυλαχτή ευκολώτερα παρά αν είχε παρόμοια πλευρά κι απ' αλλού.

Το τι είταν το Βυζάντιο πρι να γίνη Κωσταντινούπολη, δεν είναι ίσως αυτής της ιστορίας δουλειά. Επειδή όμως ο κόσμος έχει όρεξη πάντα να γνωρίζη τη φύτρα κάθε μεγάλης χώρας, καθώς κάθε μεγάλου άνθρωπου, σταματούμε μια στιγμή να γοργοκοιτάξουμε και την αρχαία την πόλη.

Ως χίλια περίπου χρόνια πριν από τον Κωσταντίνο ξεκίνησε από τα Μέγαρα στόλος, πέρασε την Προποντίδα, κι άραξε στον Κόρφο που σαν ποτάμι κόβει την Ευρωπαϊκή τη στεριά κατά τα πρόθυρα του Βοσπόρου, τον Κεράτιο, το σημερινό το Κατάστενο. Ως εφτά μίλια πηγαίνει μέσα η γλώσσα εκείνη. Και στην απομέσα την άκρη της, από τη μεριά της στεριάς, για να προφυλάγουνται οι Μεγαρίτες από τους άγριους της έξω χώρας, έρριξαν είδος φραγμό από τον ένα όχτο στον άλλονα. Συμμαζεύτηκαν εκεί μέσα και σύστησαν το Βυζάντιο, ονομασμένο από τον αρχηγό τους το Βύζαντα.

Μπορούσαμε μάλιστα να πούμε πως η ιστορία του τόπου πηγαίνει ακόμα πιο βαθύτερα στους αιώνες μέσα. Ως τα χρόνια δηλαδή των Αργοναυτών, τότες που μαγικά παραμύθια περνούσαν από στόμα σε στόμα κι ιστορούσαν την πάμπλουτη την Κολχίδα, τις πολεμόχαρες Αμαζόνες, και τους καλότυχους Υπερβόρειους που κατοικούσαν πέρ' από τα φωλιάσματα του Βοριά και τι θα πη χειμώνας δεν ήξεραν. Τους γαργάλιζαν την όρεξη τωνέ δικώ μας τα παραμύθια εκείνα για μεγάλες και τολμηρές εκστρατείες, κ' η σπουδαιότερη απ' όλες είναι η Αργοναυτική. Ανίσως και δε βρήκαν όσα ο μύθος τους παράσταινε, βρήκαν όμως καινούριες και πλούσιες χώρες. Αρίθμητες αποικίες συστηθήκανε με τον καιρό στη μεγάλη τριγύρω λεκάνη του «Άξεινου Πόντου» (που αργότερα ονομάστηκε κ' «Εύξεινος»), και τα πλούτη κατέβαιναν αυλάκι από το Βόσπορο.

Πιώτερα απ' όλους τους Έλληνες οι Μεγαρίτες, οι Άγγλοι αυτοί της πρώτης Ελληνικής εποχής, μίσευαν κι άνοιγαν το δρόμο στους καινούριους τους κόσμους. Και πριν ακόμα να συστηθή το Βυζάντιο, βρίσκουμε Μεγαρίτες αποκαταστημένους αντίκρυ, στην Καρχηδόνα. Ή όμως είταν ξυπνότερη η νέα η συντροφιά πούρριξε το σίδερο στο Κατάστενο μέσα, ή τους άνοιξε τα μάτια το Μαντείο με την πολύτιμη εκείνη συβουλή του, να στήσουν αποικία κατάντικρυ στους Τυφλούς.

Ας ρίξουμε τώρα μια ματιά στην τοπογραφία, να δούμε α δεν έκρινε σωστά η Πυθία σαν τους έλεγε τυφλούς τους Καρχηδόνιους. Τηρώντας από την ανατολική την άκρη της Θράκης, κ' έχοντας Ευρώπη πίσωθέ μας κι Ασία κατάμπροστα, βλέπουμε αμέσως τι λαμπρό μπροστήθι γίνεται τέτοιος τόπος για την Ευρώπη, τι φοβερό και δυσκολόπαρτο για την Ασία. Κ' οι δυο οι πλευρές της τρίγωνης εκείνης άκρης διαφεντέμένες από τη θάλασσα· μα κ' η τρίτη, της στεριάς, τοιχωμένη κι αυτή σε γης, που μήτ' ένα βουναράκι δεν ξεπροβάλλει αντίκρυ της, για να στηθή επάνω του πολιορκητική μηχανή. Για τούτο και μήτε μια φορά δεν πάρθηκε με σκάλωμα το Βυζάντιο, παρά ή με πείνα ή με βοήθεια από μέσα.

Μα το μεγαλήτερο ίσως καλό του Βυζαντίου είναι η εμπορική του τοποθεσία. Όλο το εμπόριο της Μαύρης Θάλασσας στα χέρια του είταν από τότες, αφού κάθε πλεούμενο που πηγαινοερχότανε με πραμάτεια, από το Βόσπορο έπρεπε να περάση, και στο Βυζάντιο κόνεβε. Μα και δικό του εμπόριο είχε με τους ντόπιους της Θράκης, και μάλιστ' από τη ψαρική του.

Όσο για την πολιτική του ιστορία, σώνει να σημειωθή πως τρακόσα χρόνια περίπου χαιρότανε λευτεριά, έξω από μερικούς χρόνους που το βαστούσαν οι Πέρσοι. Πολλά κι αξιοσημείωτα γενήκανε μέσα στα τρακόσα εκείνα χρόνια. Πρώτο, που εκεί κάπου έστησε ο Δαρείος το γεφύρι του σαν περνούσε το Βόσπορο. Δεκαπέντε χρόνους κατόπι βρίσκουμε το Βυζάντιο λεύτερο από Πέρσους και στα χέρια του Ιστιαίου, τυράννου που σοφίστηκε να βάλη βαριούς φόρους στα εμπορικά που ανεβοκατεβαίνανε. Λίγο κατόπι ξαναπέφτει το Βυζάντιο στων Πέρσων τα χέρια, ώσπου πρόβαλαν τέλος οι δαφνοστεφανωμένοι οι Έλληνες της Μυκάλης και της Σαλαμίνας και τους έδιωξαν από κει μια για πάντα (479 π. Χ.). Ακόμα πιο ύστερα, βρίσκουμε τους Βυζαντινούς πιασμένους σε πόλεμο δυο φορές με τους Αθηναίους. Τη μια φορά στα 439· παραδόθηκαν τότες. Την άλλη φορά στα 408, που με προδοσία τους κυρίεψαν οι Αθηναίοι. Πλέρωσαν τότες βαρύ πρόστιμο οι Βυζαντινοί, μα σε δυο χρόνους μέσα πήραν απάνω τους πάλι και καλοπερνούσαν.

Την εσωτερική τους ιστορία τους καιρούς αυτούς δεν την πολυγνωρίζουμε. Όσο για τη θρησκεία τους, οι μεγαλήτεροί τους Θεοί είταν ο Ποσειδώνας κ' η Άρτεμη, αυτοί δα που τους έφερναν και τα πλούτη τους.

Αξιοσημείωτα είναι και τα παλιά χαραχτηριστικά τους. Τους είπανε φιλήδονους και καλοπαθιασμένους, μα όχι κι ακαμάτηδες, αν κ' οι ταβέρνες τους πάντα γεμάτες. Τους άρεζε, φαίνεται, και το καλοφάει. Μια φορά, λέει, οι στρατιώτες τους αρνηθήκανε να πολεμήσουνε σε πολιορκία απάνω, επειδή δεν τους έφερναν τραπεζαρίες εκεί που πολεμούσαν.

Σα φάνηκε ο Φίλιππος κι ο Αλέξαντρος, χάθηκε πάλι η λευτεριά τους. Είναι αλήθεια πως το Φίλιππο τον καταπόνεσαν. Εκεί που κινούσε καταπάνω τους, πρόβαλε θεόλαμπρο σημάδι στον ουρανό, έφεξε η χώρα γύρω τριγύρω, μάτιασαν τους Μακεδόνες, τους κυνήγησαν, και τους έδιωξαν. Έκαμαν τότες σύβολό τους Μισοφέγγαρο με Σταυρό. Περίεργο προμήνυμα της πολύ αργότερης ιστορίας του Βυζαντίου! Με τον Αλέξαντρο όμως δεν τάβγαλαν πέρα. Τους συνεπήρε η μπόρα του μαζί με τις άλλες χώρες, κ' έτσι βρέθηκαν κατόπι στα χέρια του Δημητρίου του Πολιορκητή και του Λυσιμάχου. Ύστερ' απ' αυτούς ορθοστέκουνται πάλι και χαίρουνται κάποια λευτεριά καμιά κατοστή χρόνους, ώσπου πλάκωσε και στα μέρη τους η πλημμύρα της Ρώμης.

Είχαν τη γνώση οι Βυζάντιοι να μη δείξουν αντίσταση στους Ρωμαίους, και τους καλομεταχειρίστηκαν. Τους αφήκανε δηλαδή να κυβερνούν όπως ήθελαν τα δικά τους, με συμφωνία να πλερώνουνε φόρους. Στου Βεσπασιανού τους καιρούς όμως τόχασαν αυτό το προνόμιο.

Ως τόσο την εμπορική του σημασία και τη δύναμη δε μπορούσε εύκολα να τη χάση το Βυζάντιο. Καλοπερνούσε λοιπόν και πλούτιζε χρόνους πολλούς, ώσπου ήρθε τέλος η εποχή του Σεβήρου, εποχή μαύρη, καθώς είδαμε σάλλο κεφάλαιο. Αφού δυο χρόνια του αντιστάθηκαν οι Βυζάντιοι, παραδόθηκαν τέλος, και την πλέρωσαν τότες ακριβά την παλικαριά τους· επειδή κάθε τους στρατιώτη και κάθε τους προύχοντα τους πέρασε ο Σεβήρος από το σπαθί του. Δημεύτηκαν οι περιουσίες τους, γκρεμίστηκαν τα τείχη τους και κατάντησε το Βυζάντιο μικρό και ταπεινωμένο χωριό. Τους τα ξανάδωσε τα προνόμια τους ο Καρακάλλας, μα του κάκου. Ειρήνη κ' ησυχία πια δεν έβρισκε το Βυζάντιο. Σε κείνη την κακορριζικιά απάνου πέφτουν κ' οι Γότθοι, καθώς είδαμε, και το ρημάζουν. Έρχεται κατόπι ο Γαλλιανός (263), κι αποσώνει τον ξολοθρεμό. Πέτρα πάνω στην πέτρα δεν αφήκαν οι στρατιώτες του, κι από το πολύ το σφάξιμο ψυχή, λέγουνε, με Μεγαρικό αίμα δεν απόμεινε. Κι ως τόσο το βλογημένο του το εμπόριο του ξανάφερε πάλε κάποια ζωή, και μετά δέκα περίπου χρόνια το βλέπουμε πάλι κ' υπάρχει, και πολεμάει μάλιστα τους Γότθους που κατεβήκανε στον καιρό του δεύτερου του Κλαυδίου.

Αργότερα, στου Διοκλητιανού τις μέρες, το βρίσκουμε ακόμα πιο πλουσιώτερο το Βυζάντιο, αφού δα είχε τώρα και την «Αυλή» δίπλα του στη Νικομήδεια. Μια όμως και προβάλανε στη μέση ο Λικίνιος και ο Μαξιμίνος, κι' ανταμωθήκανε στο Βυζάντιο, που μόλις το πήρε ο Μαξιμίνος κ' ήρθε και το ξανάρπαξε ο Λικίνιος (314), τι προκοπή μπορούσε να δη η δύστυχη η πόλη! Μόνο που δεν ξολοθρεύτηκε πάλι ολότελα. Πάσκισε μάλιστα ο Λικίνιος να την οχυρώση και να την κάμη ανίκητη. Την οχύρωσε, μα ολότελα ανίκητη δεν την έκαμε. Την είδαμε την τύχη της στα 323.

Απ' αυτόν τον καιρό αρχινάει το ρωμαίικο το Βυζάντιο, και δω ξαναπαίρνουμε το νήμα της ιστορίας μας.

Ήθελε ο Κωσταντίνος να συστήση Κέντρο χριστιανικό, πολιτικό, στρατηγικό. Δε γίνεται λοιπό να μην την έβαλε στο νου του τέτοια έξοχη τοποθεσία· από τότες έστησε τις σκηνές του στα ξώχωρά της να πολεμήση το Λικίνιο.

Και δίχως μήτε στιγμή να χάση όταν καταστάλαξε στη διαλεγμένη του χώρα, καταπιάστηκε το μεγάλο του έργο, άρχισε να χαράζη τα σύνορα της νέας του Ρώμης. Είναι νόστιμη η παράδοση που μας το ιστορεί αυτό το σημάδεμα. Ξεκίνησε, λέει, πεζός, ακολουθώντας οι αυλικοί του, και με το κοντάρι του χάραζε τη γραμμή που έπρεπε να πάρουν τα καινούρια τα τειχίσματα. Πήγαινε, κι όλο πήγαινε δυτικά, τραβήξαντας από τα βάθια του κόρφου, από τα παλιά δηλαδή το Βυζάντιο. Σαν πέρασε τα δυο μίλια και δε σταματούσε, άρχισαν οι ακόλουθοι του να παραξενεύουνται· και του λεν πως τέτοια περιοχή μήτε μια νέα Ρώμη δεν τη χρειάζεται. «Εγώ θα πηγαίνω ομπρός,» απολογιέται ο Βασιλέας «ώσπου να με σταματήση ο αθώρητος Οδηγός που μου δείχνει το δρόμο.»

Ως την άλλη άκρη τον έφερε ο αθώρητος οδηγός του, ο πεντάξυπνός του ο νους. Ως της Προποντίδας τα κύματα. Εκεί μονάχα στάθηκε, αφού πήρε μέσα στην καινούρια πόλη αλάκερη τη χερσόννησο που μας δείχνει ο χάρτης. Κι άρχισαν αμέσως να χτίζουν τειχίσματα και πόλη. Τα τειχίσματα από του πελάγου το μέρος μικρή δουλειά δεν είταν, επειδή βράχους θεόρατους αναγκαστήκανε να ρίξουνε για να πιάσουν θεμέλια που ν' αντέχουνε σε ρέματα και σε φουρτούνες. Έχτισαν και μόλους απ' αυτή τη μεριά κ' έκαμαν τα δύο πιο σημαντικά λιμάνια της Πρωτεύουσας, «Σοφιών» κ' «Ελευθερίου».

Σύγκαιρα δούλευαν και μέσα στην Πόλη οι χτίστες. Έστησαν πρώτα πρώτα το «Μίλιον», λίγο παρέξω από τα τειχίσματα του παλιού του Βυζαντίου, εκεί που ο Κωσταντίνος είχε στημένη τη σκηνή του στα 323. Σκοπός αυτού του χτίριου είτανε να προσδιορίζη τα διαστήματα της Αυτοκρατορίας. Γι' αυτό και στήθηκε επάνω σε ύψωμα. Εφτά κολώνες στεγωμένες, με δίχως τοίχο, και μέσα ο αδριάντας του Κωσταντίνου και της σεβαστής του μητέρας, καθώς κι άλλοι βασιλικοί αδριάντες αργότερα.

Για δική του κατοικία διάλεξε τη νοτιανατολική την πλευρά. Γκρέμισε σπίτια και ξοχικούς πύργους, καθάρισε όλο το μέρος, κ' έστησε το Παλάτι με ταρίφνητα «τρίκλινά» του και με τις περίφημες του βιβλιοθήκες. Στου μεγαλήτερου τρίκλινου την οροφή άστραφτε περίλαμπρος σταυρός από σπάνια πετράδια. Απέραντα περιβόλια και δάση, κι από την πρόσοψη του Παλατιού κι' αριστερά. Δεξιά πάλι έβλεπες το Φάρο εκεί που ο Βόσπορος σμίγει με την Προποντίδα. Από κει άρχιζε το βασιλικό το τοιχογύρισμα, τραβούσε παράλληλα με την ακρογιαλιά, ως ένα μίλι παραμέσα, και καταντούσε πάλε στη θάλασσα, στο Κατάστενο. Από την άλλη τη μεριά, την αριστερή, ύστερ' από τα περιβόλια και τα δάση, είταν το «Τζυκανιστήριον», μεγάλη περιοχή, που έπαιζαν τη σφαίρα καβάλλα βασιλόπουλα κι αρχοντόπουλα (ταγγλικό το Polo).

Εξόν από το καθαυτό το Παλάτι έχουμε κι άλλο της εξοχής, τη «Μαγναύρα», στα κατάβαθα του Κατάστενου μέσα.

Βορειοδυτικά του Παλατιού κοίτουνταν το «Αυγουσταίον», μεγαλόπρεπος φόρος, τριγυρισμένος με λαμπρά δημόσια χτίρια, ως χίλια πόδια μάκρος και τριακόσα φάρδος. Αυτόν τονέ μαρμαρόστρωσε κατόπι ο Ιουστινιανός, κι από κει ονομάστηκε «Μαρμαρωτόν» καθώς και «Πλακωτόν». Ανατολικά του «Αυγουσταίου» θώραες το Παλάτι, πέρα από τρία άλλα κτίρια που είχανε στημένα ανάμεσα, ενωμένα όμως και τα τρία με στοές. Το πρώτο απ' αυτά τα χτίρια, το πιο ανατολικώτερο, είταν τα λουτρά ο «Ζεύξιππος», χτισμένα κατά τα πρότυπα της Ρώμης. Κ' οι αυλές και τ' απομέσα καταστόλιστα όλα μ' αγάλματα διαλεγμένα από της πιο περίφημες Ελληνικές και Μικρασιατικές Πολιτείες, όσα δεν είχαν οι παλαιικώτεροι Ρωμαίοι μεταφερμένα στη Ρώμη. Εκεί έφερε ο Κωσταντίνος την πανώρια την Αθηνά της Λίντος, την Αμφιτρίτη της Ρόδος, τον Πάνα πούστησαν οι Αθηναίοι ύστερ' από τον ξολοθρεμό του Ξέρξη, και το Δία της Δωδώνης. Αυτό το χτίριο κάηκε στη Στάση του Νίκα (532), και το ξανάχτισε ο Ιουστινιανός· μα ταρχαία του τα θησαυρίσματα χάθηκαν τότες ανεπίστρεφα όλα. Δίπλα κατά τα βορεινά είταν το Σενάτο, χτισμένο αυτό αργότερα από τον Ιουλιανό κατά τους τύπους της Ρώμης, και στολισμένο μ' αξετίμωτα καλλιτεχνήματα, π.χ. τις εννιά Μούσες του Ελικώνα και πάμπολλα άλλα. Κάηκε κι αυτό, και δυο φορές μάλιστα· μια στον καιρό του Αρκαδίου απάνω στον καταδιωγμό του Χρυσοστόμου· έπειτα πάλι στου Νίκα τη Στάση.

Από το Σενάτο ξεκινούσε η μαρμάρινη η στοά και πήγαινε ως το τρίτο χτίριο, το Πατριαρχείο. Αυτό πρέπει νάβλεπε κατά την πίσω μεριά, προς το «Μίλιον». Έξοχο χτίριο κι' αυτό, με καταστόλιστα τρίκλινα και τριγυρισμένο περιβόλια.

Ερχούμαστε τώρα στη δυτική την πλευρά του «Αυγουσταίου». Απ' άκρη ως άκρη αυτής της πλευράς, και κατάντρικρυ στα τρία χτίρια που περιγράψαμε, είταν το περιξάκουστο το Ιπποδρόμιο, χτισμένο από το Σεπτίμιο Σεβήρο και καλλιτερεμένο τώρα από τον Κωσταντίνο. Ως εξακόσες σαράντα πήχες μάκρος κ' εκατόν εξήντα πλάτος. Σύστημα κι αυτό φερμένο από τη Ρώμη, μα πούπιασε νέες ρίζες στη νέα τη Ρώμη, κι αγαπήθηκε τόσο που κατήντησαν οι αγώνες του Εθνικό Πανηγύρι. Σαν έτρεχαν εκεί με τάρματα, το κάθε άρμα παράσταινε και μια μερίδα, και μάλιστα τους Κυανούς και τους Πράσινους, που θα τους ανταμώσουμε αργότερα. Όταν παράβγαιναν οι αντίπαλοι στο Ιπποδρόμιο, όλη η Πόλη είταν ανάστατη. Μα θα τα δούμε κατόπι τα τραγικά τους καμώματα, και κείνων που βγαίνανε στους αγώνες και κείνων που τους σεριάνιζαν. Ας αναφέρουμε μονάχα τώρα πως οι Πράσινοι μπαίνανε στο Ιπποδρόμιο από τη βορειανατολική την Πύλη, και καθίζανε στην ανατολική την πλευρά. Οι Κυανοί πάλι από τη βορειοδυτική την Πύλη, και πιάνανε τη δυτική τη μεριά. Είχε κι άλλες Πύλες το Ιπποδρόμιο, κ' η πιο σπουδαιότερη είταν η Νεκρή Πύλη. Στη βορεινή την άκρη, κατάντικρυ μικρού Παλατιού, στέκουνταν αψηλά το Κάθισμα, που ανέβαινε ο Βασιλέας με σαλιαγκωτή σκάλα («Κοχλίαν») και σεριάνιζε τους αγώνες. Τριγύρω του είχε κι άλλα πάμπολλα επίσημα καθίσματα για τους Αυλικούς και για τους Αρχόντους. Όποιος ήθελε να τονέ δη το Βασιλέα ή να τον παρακαλέση τίποτις, εκεί πήγαινε. Τύχανε μάλιστα και μερικά πολύ περίεργα και δραματικά εδώ πέρα. Σ' αυτό το θρόνο απάνω θα δούμε τον αντάρτη τον Υπάτιο στεφανωμένο από τον όχλο με το γερντάνι της γυναίκας του αντίς με Κορώνα. Και πάλι δυο αιώνες αργότερα, το δεύτερο τον Ιουστινιανό φορεμένο τη Βασιλική τη στολή, και με τους δυο του αντιπάλους, Λεόντιο κι Αψίμαρο, δεμένους αποκάτω από το υποπόδι του. Κι ο όχλος γύρω να φωνάζη ψέλνοντας «Επί ασπίδα, και βασιλίσκον επέβης και επάτησας λέοντα, και δράκοντα».

Καταμεσής στο Ιπποδρόμιο είταν τραβηγμένη γραμμή λεγάμενη Σπίνα, τοίχος δηλαδή που χώριζε το Ιπποδρόμιο κατά τη μέση, στολισμένος κι αυτός με τρία μεγάλα και πολύτιμα μνημεία, απόνα στην κάθε άκρη κ' ένα στη μέση. Το πρώτο είταν οβελίσκος φερμένος από την Αίγυφτο μ' επιγραφές ιερογλυφικές. Το δεύτερο είταν το τρικέφαλο Χάλκινο φείδι που οι Έλληνες το είχαν αφιερωμένο στους Δελφούς στα 479 π. Χ., σα νίκησαν τους Πέρσους στην Πλαταιά. Ο χρυσός ο Τρίποδας που ακκουμπούσε απάνω στο τρικέφαλο φείδι είτανε χαμένος εξακόσα χρόνια τώρα· η επιγραφή όμως φαίνεται ακόμα χαραγμένη στη βάση. Το τρίτο το στολίδι είταν τετράκοχη μετάλλινη κολώνα, μα όχι τόσο παλαιικό μνημείο αυτή. Σώζουνται ακόμα στην Κωσταντινούπολη και τα τρία αυτά τα μνημεία. Σώζεται και το Ιπποδρόμιο, φυσικά τουρκεμένο, όνομα και πράμα. Αυτό, καθώς κι ο γλυτωμός του οβελίσκου και της κολώνας, δε μας φαίνονται και πολύ παράξενα. Ταφιέρωμα όμως των Ελλήνων προς τον Απόλλωνα, καμωμένο από τότες που γλύτωσαν πατρίδα και κόσμο από τη βαρβαρότητα, να στέκεται ακόμα μέσα στην καρδιά εκείνη της Τούρκικης αλαζονείας και της Ελληνικής ταπεινοσύνης, σα ναποφάσισε ως κ' η παλιά η δόξα να μένη και να μαρτυρή την τωρινή την κακορριζικιά, κατεβάζει στο νου πολλούς στοχασμούς, θλιβερούς και παρηγοριτικούς· θλιβερούς, που ανιστορούμε το τι είτανε μια φορά τα έθνος και πού κατήντησε· και πάλε παρηγορητικούς, που μήτε δυόμιση χιλιάδες χρόνια δε σώνουνε ναφανίσουν τα σημάδια τέτοιας δόξας και τέτοιας μεγαλωσύνης, όσο και νανεμοσκορπιστούν, καθώς μήτε το αίμα δεν αφανίζεται, όσο και να χυθή.

Ας αποτελειώσουμε ως τόσο την περιγραφή μας.

Δίπλα στο Ιπποδρόμιο από τη μεριά του «Αυγουσταίου» άστραφτε σειρά αγάλματα κι άλλα μνημεία ως απάνω, κατά το «Μίλιον». Αύτη την εποχή η σειρά εκείνη άρχιζε από τα μισό δρόμο του Ιπποδρομίου και του «Αυγουσταίου», να πούμε αντίκρυ στο Σενάτο. Με τον καιρό όμως πλήθηναν ταγάλματα και πήγαν ως την άλλη άκρη, κατά το πέλαγο. Από τα πρώτα που έστησ' εκεί ο Κωσταντίνος είταν η πορφυρόλιθη κολώνα της Ιεράπολης, με το μπρούντζινο άγαλμα του Απόλλωνα στην κορφή της, μα κατά το ρωμαϊκό το σύστημα ταποκεφάλισε ο Κωσταντίνος αυτό τάγαλμα και τούβαλε κεφάλι όμοιο με το δικό του. Το εγκαινίασε τότες με παράταξη, «του Ιερέως μετά της λιτής παρεστηκότος και μετά κραυγής το Κύριε Ελέησον βοώντος εκατοντάκις». Μα και στο Φόρο είχε δυο παρόμοια μνημεία στημένα, μια κολώνα της Ελένης και μια δική του με σταυρό απάνω και μ' επιγραφή «Είς Άγιος, είς Κύριος Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός, Αμήν». Και στη Βασιλική Πύλη άλλος αδριάντας του Κωσταντίνου, που τον παράσταινε κάμνοντα την προσευκή του.

Βορεινά του Ιπποδρόμιου άλλο, ακόμα πιο σπουδαιότερο μνημείο, ο Ναός της «Θείας του Θεού Σοφίας». Όχι όμως ο περίφημος του Ιουστινιανού που γνωρίζουμε σήμερα· μετριώτερο έργο τούτο. Από τη δυτική πλευρά της Αγιά Σοφιάς έβγαινε πέρασμα χτισμένο απάνω σε καμάρες και σκεπαστό, που κατέβαινε ως τη Βασιλική την Πύλη. Από κει διάβαινε ο Αυτοκράτορας σαν πήγαινε να λειτουργηθή, κ' έτσι απόφευγε τα εβραίικα τα «Χαλκοπρατεία». Αυτά τα κατάργησε κατόπι ο μικρός ο Θεοδόσιος, κ' έχτισ' εκεί την εκκλησιά της «Θεομήτορος των Χαλκοπρατείων».

Αναφέραμε μερικά από τα κυριώτερα της Νέας Πρωτεύουσας, επιθυμώντας να συνηθίσουμε από τώρα τον αναγνώστη με τη σκηνή που θα παρασταθούν τα εθνικά μας τα δράματα, κ' αψηφώντας αν θα ξαναϊστορηθούνε μερικά σαν πιο περιστατωμένα σε ξέχωρο παράρτημα μαζί μ' άλλα παρόμοια. Κατασκεπάστηκε η πόλη στολίσματα θρησκευτικά και βασιλικά, σταυρούς, λάβαρα, κολώνες, αγάλματα, σε δρόμους, σε φόρους, σε ναούς, σε παλάτια. Κι όχι η καθαυτό η πόλη μονάχα, παρά και τα ξώχωρα, και μάλιστα κάμποσο μακρινά. Η εκκλησιά των Αγίων Αποστόλων, εκεί που θάφτουνται κ' οι Αυτοκράτοροι, είταν έξω από τον αρχικό το γύρο της Πόλης. Ακόμα παρέξω, κατά τις σκάλες του Κατάστενου, είταν τα δημόσια τα Σιταράδικα, που από πλάγι τους περνούσε ο μεγάλος ο δρόμος (η Μέση), κ' έμπαινε στην πόλη από τα δυτικά· καθώς και το παλάτι του Πραιτωριανού του Επάρχου, κι ο αδριάντας του Κωσταντίνου του καβαλλάρη σιμά σ' αυτό τα παλάτι, αδριάντας που κάμποσες έβγαλε λαϊκές παράδοσες.

Προχωρούσε το έργο και πήγαινε· και μαζί με τα καλλιτεχνικά σκαρώνουνταν και πλήθος άλλα πιο χρειαζούμενα. Υδραγωγεία, λουτρά, θέατρα, δικαστήρια, τέλος και πέρα από τέσσερεις χιλιάδες αρχοντόσπιτα και μέγαρα.

Και σαν άρχισε να φαίνεται η πόλη καθώς δηγούνται πως την ονειρεύτηκε τον καιρό που τηνέ χάραζε ο Κωσταντίνος, από γριά δηλαδή μεταμορφωμένη σε πεντάμορφη παρθένα, γιορτάστηκαν τα γεννητούρια της με βασιλική λαμπρότητα τις 11 του Μάη 330. Αφού άγιασαν τα παλάτια οι Αρχιερέοι, έσυραν και λειτουργήσανε στην Αγιά Σοφιά, κι αφιέρωσαν την πόλη στην Παναγιά. Μα και κοσμικά πανηγυρίσματα έγιναν πάμπολλα, και μάλιστα ιπποδρομικοί αγώνες. Κι απάνω στους αγώνες αυτούς ξεκίνησε συνοδία στρατιώτες φορεμένοι μακρινές χλαμύδες και κρατώντας λευκές λαμπάδες, κ' έφεραν τον αδριάντα του Κωσταντίνου στο Ιπποδρόμιο. Γονάτισε τότες ο λαός και τον προσκύνησε τον αδριάντα. Αυτό είναι το καλλιτέχνημα που στήθηκε κατόπι απάνω στην πορφυρόλιθη την κολώνα.

Σαράντα μέρες βάσταξε ταξέχαστο εκείνο το πανηγύρι· αξέχαστο, επειδή ως τέλος τη φύλαξαν τη γιορτή αυτή, τα γενέθλια της Πόλης.

Τέτοια μεγαλοκάμωτη πολιτεία χρειαζότανε και νέους κατοίκους. Προσκάλεσε λοιπόν ο Βασιλέας Συγκλητικούς από τη Ρώμη, προσκάλεσε αρχόντους και νοικοκυρέους από Ελλάδα και Μικρασία. Τους διόρισε στην καινούρια Σύγκλητο και τους έδωσε σπιτότοπους για να χτίσουνε. Μαζί με τους μεγάλους έτρεχαν και παντής λογής έμποροι, τεχνίτες κ' εργάτες. Γέμισε λοιπόν η πόλη κατοίκους, και δίχως άλλο το Ελληνικό είταν το πιο πολυάριθμο από τα νέα αυτά στοιχεία.

Στην Αυλή μέσα ως τόσο, σταπέραντα εκείνα παλάτια, οι νεοφερμένοι είτανε μεγάλο μέρος Ασιατικοί· επειδή καθένας από τους αμέτρητους αξιωματικούς και τους μεγιστάνες που έβραζαν εκεί μέσα έσερνε κατόπι του ακόμα πιο αμέτρητους σκλάβους κι άλλους παρατρεχάμενους.

Είπαμε πως το φυσικό του Κωσταντίνου είτανε μέρος Ρωμαϊκό και μέρος Ελληνικό. Ίσως έπρεπε να τονέ χωρίσουμε σε τρία και να του βάλουμε κ' ένα μέρος Ασιατικό. Τι παράξενο όμως· η πατρίδα του, οι γονιοί του, η αναθροφή του στην Αυλή του Διοκλητιανού, κατακεί τονέ γύριζαν όλα. Δεν είταν και τέτοιος ο Χριστιανισμός του που να τις μετριάζη τις Ασιατικές του συνήθειες. Λοιπόν όχι σκλάβους μονάχα, μα κ' ευνούχους κι αρχιευνούχους μάζεψε, και σατραπικά μεγαλεία τα γέμισε τα Βυζαντινά του παλάτια. Με παρόμοια ασιατική μεγαλοδωρία πρόσταξε να μοιράζεται στους κατοίκους κι ο φόρος πούδινε σε σιτάρι η Αφρική και που τονέ χαίρουνταν ως τα τότε η Ρώμη.

Άλλο τώρα δεν έμνησκε παρά τόνομα της νέας πρωτεύουσας. Ονομάστηκε λοιπό Νέα Ρώμη και Κωνσταντινούπολη. Το πρώτο τόνομα γλήγορα ξεχάστηκε, κι απόμεινε μονάχα σε βιβλία και σ' έγγραφα. Το δεύτερο έμεινε και θα μείνη, εξόν αν άλλες φυλές και γλώσσες μας το ιεροσυλήσουν κι αυτό, και κάμουν ό,τι μια Τουρκιά δε δυνήθηκε.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Αρχίζει και βράζει το λεβέτι της Ρωμιοσύνης

Άλλο δεν είχε τώρα στο νου του ο Κωσταντίνος παρά να κανονίση το Κράτος. Ή να πούμε, το γέρικο τον οργανισμό της παλιάς Ρώμης, τους ξεπεσμένους της Συγκλητικούς και τους πιο κακορρίζικους Πραιτωριανούς να τους συμμαζέψη και να τους μεταφέρη σε γης που δεν είχε φόβο να θεριέψουν και να πνίξουν την Αυτοκρατορική δύναμη, καθώς έκαμναν όταν ανεβοκατέβαζαν Αυγούστους και Καισάρους κάθε λίγο. Της Νέας Ρώμης η «Σύγκλητος» άλλη δουλειά δεν είχε παρά να δικάζη «Συγκλητικούς» κάποτες, να διορίζη πολιτική υπαλληλία, και να εγκρίνη Βασιλικά Διατάγματα. Οι Πραιτωριανοί πάλι, η Βασιλική δηλαδή φρουρά, από εφτά χιλιάδες πεζούρα και καβάλλα που είταν άλλοτες, απόμειναν ως χίλιοι πεντακόσοι. Χωρίστηκαν κ' οι Επαρχίες κ' έγιναν ως εκατό δεκάξη, και της καθεμιάς ο άρχοντας είχε χρέη μονάχα πολιτικά, δικαστικά κ' οικονομικά. Όσο πάλι για τα στρατέματα που μένανε σκόρπια μέσα στις Επαρχίες, οι «Δούκες» κ' οι «Κόμητες» που τα διοικούσαν καθώς κ' οι Γενικοί Αρχηγοί της καβαλλαρίας και του πεζικού, που όριζαν τους Κόμητες και τους Δούκηδες, με το να μην κυβερνούσανε πια τα επαρχιακά οικονομικά, φόβο δεν είχε να σηκώσουν κεφάλι εναντίον της Βασιλείας.

Κ' έτσι, στη δημοκρατική αυτή χώρα, που και σκλαβωμένη την άφιναν οι Ρωμαίοι κ' έπαιζε με τα δημοκρατικά της απομεινάρια, στη γης αυτή που ανθοστόλιστα και καρπερά δέντρα μας έβγαλε αρίφνητα, θεόρατους όμως πλατάνους και λεύκες όχι, φυτεύτηκε τέλος πάντων το δέντρο που έμελλε να ρίξη τρίσβαθες ρίζες και χίλιους χρόνους ναπλώνη τον ίσκιο του και να προστατεύη το έθνος από μανιασμένα στοιχεία. Καιρός μας είταν κάποιο δυνατό χέρι να μας συμμαζέψη και να μας γλυτώση από το φοβερό το φάγωμα, φάγωμα ο ένας με τον άλλον πια όχι, μα το φάγωμα από τα λιμασμένα ταγρίμια που μας παραμόνευαν ολοτρόγυρα. Καιρός του είταν ενός Κωνσταντίνου, που λες και τόννοιωθε πως δίχως ραβδί μοναρχικό το σκαρί μας δεν τόχει να ορθοστέκεται — σταλήθεια όμως τα δικά του συλλογιώντας, κι όχι τα δικά μας τα μέλλοντα —, να μας πάρη και να μας φυλάξη από βέβαιο ξολοθρεμό· θαρρώντας πως έτσι στέριωνε τη Ρωμαϊκή την Αυτοκρατορία στην Ανατολή, κι ως τόσο θεμελιώνοντας αθέλητα τη Ρωμαίικη τη δύναμη.

Τα σημειώνουμε αυτά για τους όσους σα να τον ψεγαδιάζουν τον Κωνσταντίνο, που τάχα δε σεβάστηκε πιώτερο το Ελληνικό το Έθνος και δε μας έδωσε να πούμε είδος «Σύνταγμα» από τότες!

Το ρωμαίικο μήτ' έκαμε μήτε θα κάμη ποτές μεγάλα πράματα δίχως ένα και δυνατόν αρχηγό· κ' είταν η ώρα της λαμπρότερης τύχης του όταν ο σταυρός έφερε τον πρώτο μας Βασιλέα στον απόλυτο θρόνο της νέας του Ρώμης.

Καθώς είπαμε, ο Κωσταντίνος δεν κατέβηκε στην Πόλη να συστήση κράτος Ελληνικό. Ο σκοπός του είτανε Ρωμαϊκός. Ο οργανισμός του λατινικός, ταξιώματα λατινικά, ως κ' η επίσημη η γλώσσα λατινική. Μα ο χριστιανικός του ο ενθουσιασμός, που τον αποξένωσε από την παλιά τη Ρώμη, τον έκαμε, δίχως να το ξέρη, δίχως να τα προβλέπη τα σπουδαία αποτελέσματα πούκρυβε το κίνημά του, Πατέρα και Προστάτη της Χριστιανικής Ρωμιοσύνης. Δεν το πρόβλεπε πως η Εκκλησία εκείνη, που τηνέ θαρρούσε απλή λατρεία του Αληθινού Θεού, είταν εθνικό μας πράμα, ολοζώντανο και παντοδύναμο, που είχε δεν είχε έμελλε να καταπιή κάθε άλλη ιδέα, και να σταθή ολομόναχο στην Ανατολή, ανάμεσα στα εθνικά τα στοιχεία που το θρέφανε — γλώσσα, φιλολογία, συνήθειες. Δίδασκε τα παιδιά του την ελληνική τη γλώσσα, κ' ίσως δεν περνούσε από το νου του πως δεν είταν πια τέκνα της Ρώμης τα παιδιά εκείνα. Διόριζε Συνόδους, και δεν τόβλεπε πως εγκαινίαζε συστήματα που ξανάνιωναν τον Ελληνισμό.

Κι όχι μονάχα δεν τον πρόβλεπε το δρόμο που μας χάραζε, μα μήτε και καλόνοιωθε το χαρακτήρα μας, κακίες και καλά μας. Είδαμε στο δεύτερο το Κεφάλαιο πόσο αρχάριος είτανε στα θεολογικά και στα σοφιστικά μας, πόσο λίγο τον καταλάβαινε και τον Αθανάσιο και τον Άρειο. Τώρα να δούμε και με τι τρόπο άλλος θεομπαίχτης, ο φίλος του ο Ευσέβιος της Νικομήδειας, εκεί που σύχαζε ο τόπος ύστερ' από τους κανονισμούς της Νίκαιας, κατόρθωσε να τον κάμη του χεριού του τον Αυτοκράτορα, με σκοπό να ξαναφέρη πίσω τον ξορισμένο τον Άρειο.

Βλέποντας ο Ευσέβιος πως ο μεγάλος ο πόθος του Κωσταντίνου είτανε να ξεκάμη από τη μέση κάθε αφορμή ταραχής, τον καταπείθει πως ο μόνος τρόπος είναι να λευτερώση τον Άρειο και να φιλιώση μαζί του. Τονέ φέρνει λοιπόν ο Βασιλέας τον Άρειο στην Κωσταντινούπολη (330), και τονέ ρωτάει αν είταν έτοιμος να παραδεχτή της Νίκαιας το Σύβολο. Αποκρίνεται ο Άρειος με τρόπο σα να συφωνούσε με το Σύβολο. Τον προστάζει τότες ο Κωσταντίνος να γράψη την ομολογία του. Καθίζει ο Άρειος και γράφει το «Πιστεύω» της Νίκαιας απαράλλαχτο σ' όλα, μόνο που αφήκε όξω το «ομοούσιος τω Πατρί». Πολύ πιθανό να μην την πρόσεξε ο Κωσταντίνος αυτή την παραδρομή· μα και να την παρατηρούσε, δεν είταν άνθρωπος να καταλάβη πόσους πολέμους έκρυβε μέσα του τέτοιο λάθος, και θάκλειε τα μάτια του θαρρώντας πως γλήγορα θα ξεχαστή τέτοιο μικρό πράμα. Όποιος κι αν είναι ο καθαυτό ο λόγος, τον αθώωσε ο Κωσταντίνος τον Άρειο και τον αφήκε μέσα στη Χριστιανωσύνη, σαν την αλεπού του Σαμσώνα μέσα στα ώριμα στάχια.,

Άρχισαν αμέσως, κι ο Άρειος κ' οι φίλοι του, και δουλεύανε με κάθε τρόπο θεμιτό κι αθέμιτο. Πρεσβύτερος όντας της Αλεξάντρειας, εκεί φυσικά τον τραβούσε κ' η φιλοδοξία του. Ήθελε να την κάμη την Αλεξάντρεια Πρωτεύουσα της σοφιστικής Ρωμιοσύνης, καθώς έκαμε ο Κωσταντίνος το Βυζάντιο Πρωτεύουσα της Ρωμιοσύνης της πολιτικής.

Έτυχε ως τόσο εκείνο το χρόνο απάνω ναποθάνη ο Μητροπολίτης ο Αλέξαντρος. Και ψυχορραγώντας ο γέρος διόρισε διάδοχο του το γνωστό μας Αθανάσιο. Πήγε να τρελλαθή ο λαός από τη χαρά του σαν τάκουσε πως ο αγαπημένος τους ο Αθανάσιος διορίστηκε Ιεράρχης. Σκύλιασαν οι Αρειανοί, εναντιωθήκανε μερικοί άλλοι Επίσκοποι, μα η φωνή του λαού έπνιξε κάθε αντίσταση και κάθε ραδιουργία. Πανηγύριζε το λοιπόν η Χριστιανωσύνη την εκλογή του νέου Φωστήρα της.

Είτανε μα την αλήθεια Πρόνοια και μας έφερε τον Αθανάσιο την κρίσιμη αυτή στιγμή, να σοφιστή και να πράξη όσα ο Κωτσαντίνος δεν είτανε φυσικό του μήτε να πράξη μήτε να σοφιστή. Λες κ' άδραξε την ηθική και τη διανοητική διοίκηση της χώρας στα πιδέξιά του χέρια, καθώς ο Κωσταντίνος την πολιτική διοίκηση.

Ανέβηκε δεν ανέβηκε στο δεσποτικό θρόνο ο Αθανάσιος, και λαβαίνει γράμμα από τον Ευσέβιο της Νικομήδειας που τον παρακινούσε να δεχτή τον Άρειο στη Μητρόπολή του. Ο Αθανάσιος όμως δεν πιάνουνταν εύκολα σε τέτοιες παγίδες. Αμέσως το κατάλαβε πως ο Άρειος μήτ' άλλαξε μήτε μπορούσε ναλλάξη, και πως αν ερχότανε στην Αλεξάντρεια, θάσπαιρνε ζιζάνια και διχόνοιες εκεί που ο ίδιος ζητούσε να σπείρη ειρήνη κι ορθοδοξία. Στέλνει λοιπόν απάντηση του Ευσεβίου πως αδύνατο τέτοιο πράμα. Πηγαίνει τότες ο Ευσέβιος και καταπείθει τον Κωνσταντίνο, ο ίδιος να γράψη του Αθανασίου, και τούγραψε ο Αυτοκράτορας. Πάλι όμως ο Αθανάσιος αποκρίνεται πως αδύνατο πράμα γυρεύει ο Βασιλέας. Τα ίδια και δυνατώτερα μάλιστα του ξαναπάντησε σε δεύτερο φοβεριστικό γράμμα του Κωσταντίνου ο Αθανάσιος. Κ' έπρεπε έτσι, αφού ο Βασιλέας δεν ήθελε να το νοιώση.(3)

Βλέπει ο Κωνσταντίνος τέτοια δύναμη και τέτοια επιμονή, και με τον κοινό του νου συλλογιέται πως δίκιο πρέπει νάχη ο νέος Μητροπολίτης. Παρατηρεί το δισταγμό του ο αλιτήριος ο Ευσέβιος, κι αμέσως καταπιάνεται άλλο πονηρότερο παιχνίδι για να περάση το θέλημά του. Κατεβαίνει στην Αντιόχεια, συναγροικιέται με πολλούς δικούς του Επισκόπους, συκοφαντεί τον ορθόδοξο Μητροπολίτη της Αντιόχειας, τον Ευστάθιο, φέρνει Σύνοδο και τον ξεθρονιάζει, κ' έτσι βγάζει από τη μέση έναν από τους δυνατώτερους βοηθούς του Αθανασίου. Φωνάζει ο λαός και διαμαρτυριέται. Αυτό ήθελε κι ο Ευσέβιος. Καταμηνάει το λαό του Κωσταντίνου, πως τάχα σήκωσε Στάση. Ακούγει Στάση ο Κωνσταντίνος και φρενιάζει. Στέλνει αμέσως έναν Κόμητα της Αυλής του κ' επικυρώνει τη συνοδική την απόφαση. Κατόπι, σαν το καλοσυλλογίστηκε, κατάλαβε πως δε σύφερνε να τον αγριέψη και πολύ το λαό, και πάσκισε να φέρη κάποιο συβιβασμό· και για να μη μένη κανένα μέρος παραπονεμένο, διόρισε διάδοχο του Ευσταθίου όχι τον υποψήφιο του Ευσεβίου, παρά τον Ευφρόνιο της Αντιόχειας.

Κ' έτσι έμεινε μισοκάμωτη η ραδιουργία του Ευσεβίου. Πάλι όμως δεν απελπίστηκε ο Ευσέβιος. Είναι αλήθεια πως αναγκάστηκε να καθίση ήσυχος μερικόν καιρό, τότες που ο Κωσταντίνος βγήκε σε πόλεμο, και χτυπήσαντας Γότθους και Σαρμάτες, τους πρώτους τους

χριστιάνεψε μέγα μέρος, κι από τους δεύτερους αφήκε ως τρακόσες χιλιάδες και κατοικήσανε σε διάφορους τόπους του βασιλείου. Και πάλε τότες που μαζευόντανε στην Κωσταντινούπολη Πρεσβείες από Ιντική, από Αιθιοπία, από τα Βορεινά, και τέλος από την Περσία, το φιλόδοξο αυτό Έθνος που ξανασήκωνε και τώρα κεφάλι και ξαναγύρευε παλιά μεγαλεία, έθνος που κάμποσες ακόμα φορές θα το δούμε στο δράμα της ιστορίας μας, μα που ο Κωσταντίνος με πιδέξια διπλωματική το κρατούσε ήσυχο για την ώρα. Σε τέτοια αυτοκρατορικά ζητήματα μπλεγμένος ο Κωσταντίνος, καιρό δεν είχε να χάνη με τον Ευσέβιο. Αποφασισμένος όμως ο Ευσέβιος νανεβάση και καλά τον Άρειο και να ταπεινώση τον Αθανάσιο, όλο κρυφοδούλευε, όλο σκάρωνε τρόπους νανακατέψη άλλη μια τη βασιλική τη χολή και να πετύχη το θέλημά του.

Είτανε στην Αίγυφτο κι άλλα είδη αιρετικοί εξόν από τους Αρειανούς, και μάλιστα οι Μελετινοί. Αυτούς λοιπόν τους Μελετινούς τους έκαμε τώρα όργανά του. Γνωρίζοντας το σφυγμό του Κωσταντίνου, πούτρεμε άμ' άκουγε στάση και ταραχή, βάζει τους Μελετινούς και διαδίνουν παντής λογής ψεύτικες κατηγορίες εναντίον του Ιεράρχη της Αλεξάντρειας. Φτάνουν αυτές οι συκοφαντίες ως την Πρωτεύουσα. Ακούγει ο Κωσταντίνος ιεροσυλίες, φονικά, στάσες, τέλος πως και θησαυρό μεγάλο μάζεψε τάχα ο Αθανάσιος να πολεμήση τον Άρειο και τον Κωσταντίνο, έχοντας κι άσκημα γράμματα από τον Έπαρχο το Φιλάγριο που δεν του ερχότανε να βλέπη τον Αθανάσιο να τονέ θεοποιή ο λαός, άρχισε πάλε να οργίζεται και να χολοσκάνη. Έγινε ο σκοπός του Ευσεβίου. Ήρθε η ώρα του. Πηγαίνει και προτείνει του Βασιλέα Σύνοδο στην Καισάρεια της Παλαιστίνης. Δέχεται ο Βασιλέας, και τρέχουν όλοι οι φίλοι του Ευσεβίου στην Καισάρεια να δικάσουν τον Αθανάσιο. Προσκαλιέται ο Αθανάσιος, ή καλλίτερα, προστάζεται από τον ίδιο τον Κωσταντίνο νάρθη στην Καισάρεια. Ο Αθανάσιος όμως δεν έρχεται, κ' έτσι δε γίνεται τίποτε στην Καισάρεια. Μη θέλοντας ο Κωσταντίνος να ταράξη την ησυχία της χώρας δεν τόκρινε εύλογο να παρατραβήξη το σκοινί, κι αφήκε τη φουρτούνα και πέρασε. Τον ακόλουθο όμως χρόνο προστάζει να γίνη δεύτερη Σύνοδο στην Τύρο, και προσκαλεί πάλι τον Αθανάσιο, τώρα όμως πια με φοβέρες.

Μαζεύεται η Σύνοδο της Τύρος στα 335. Έρχεται κι ο Βασιλικός Επίτροπος, ο Κόμητας Διονύσιος, με ρητή προσταγή ακόμα και να τους ξορίση τους κατηγορημένους αν είναι ανάγκη. Γέμισε η Τύρο φίλους του Ευσεβίου, ενώ οι ορθόδοξοι οι Επίσκοποι μήτε προσκαλέστηκαν. Το τέλος δεν είταν ανάγκη να πάη ο Αθανάσιος στην Τύρο για να το μάθη. Τι να κάμη όμως, που η προσταγή του Κωσταντίνου είταν οριστική. Θέλοντας και μη τράβηξε κατά την Τύρο και παρουσιάστηκε μπρος στους λύκους εκείνους, ο αληθινός ο ποιμένας της χριστιανωσύνης.

Τονέ συνόδεψαν κι' άλλοι επίσκοποι, ως πενήντα. Του Ευσεβίου δεν του ήρθε να βλέπη και τόσους ορθοδόξους μαζεμένους· αυτός ήθελε να καταδικάση τον Αθανάσιο και να γλυτώση. Συλλογιέται λοιπό να τους τρομάξη τους αντίπαλους του με τακόλουθο κίνημα. Έχοντας μικρή πλειονοψηφία, έπειτα και το Βασιλικό Επίτροπο μαζί του, ψηφίζει να παρασταθή ο Αθανάσιος μέσα στη Σύνοδο ολόρθος σαν ένοχος. Όξω φρενών οι πενήντα οι Επίσκοποι σαν άκουσαν τέτοια απόφαση. Και τόσο κακό έγινε, που αναγκαστήκανε να τη διακόψουν εκείνη τη συνεδρίαση.

Σαν ξανάρχισε τέλος η δίκη (επειδή Δικαστήριο είταν κι όχι Σύνοδο), και στάθηκε ο άγιος Ιεράρχης ομπρός τους, με τόση δύναμη τις πολέμησε τις κατηγορίες τους που τάχασαν οι φίλοι του Ευσεβίου. Και για να μην τους ξεφύγη όλως διόλου, σοφίζουνται και διορίζουν Επιτροπή (από δικούς τους ανθρώπους), να πάη στην Αλεξάντρεια και τάχα να ξετάση αν έχουν τον τόπο τους οι κατηγορίες. Δε δυσκολεύτηκε να νοιώση ο Αθανάσιος τι θα είναι το τέλος τέτοιας Επιτροπής. Βλέπει πως σωτηρία δεν υπάρχει, σηκώνεται λοιπόν και φεύγει νύχτα από την Τύρο.

Μεταφέρνεται τώρα το δράμα στην Κωσταντινούπολη. Γύριζε ο Αυτοκράτορας από περιοδία κ' έμπαινε στην Πρωτεύουσα. Και καθώς διάβαινε από την πύλη της Πόλης, παρουσιάζεται κάποιος ομπρός του, αρπάζει τα χαλινάρια του βασιλικού του άλογου, και φωνάζει «Δικαιοσύνη!». Ο Βασιλέας, και πριν αναγνωρίση τον Αθανάσιο, μα και κατόπι, φάνηκε πολύ χολιασμένος με τέτοια τόλμη. Είταν κι από τα πριν οργισμένος, θαρρώντας τον αδιόρθωτο στασιαστή και ραδιούργο, και τέλος άνθρωπο που χαλνούσε την ησυχία του τόπου μ' ακατάπαβες φιλονεικίες και λογομαχητά. Άλλο ένα, που είχε παραγγελμένη τη Σύνοδο της Τύρος, άμα τελειώση, να περάση στα Ιεροσόλυμα και να εγκαινίαση το ναό εκείνο που είχε χτισμένο στον Άγιον Τάφο. Δεν ήθελε λοιπόν μήτε νακούση τον Αθανάσιο, και μόλις μετά πολλά έστερξε να τόνε δεχτή· μα και τότες του κακομίλησε, και μάλιστα και πως θα τονέ διώξη από το Παλάτι τονέ φοβέριζε. Όταν όμως τέλος ο Αθανάσιος στάθηκε μπρος του και φώναζε «δικάσει Κύριος ανάμεσον εμού και σου», ξύπνησε πάλι η ευλάβεια κ' η δικαιοσύνη του, κ' έστειλε μήνυμα των Επισκόπων του νανέβουνε στην Πρωτεύουσα και να τονέ φωτίσουν.

Οι Επίσκοποι ως τόσο είχαν άλλο δρόμο παρμένο. Άμα έγινε άφαντος ο Αθανάσιος, αυτοί δίχως μήτε της Επιτροπής το γύρισμα να προσμένουν, καταδικάζουν όπως όπως τον Αθανάσιο και τραβούν κατά τα Ιεροσόλυμα να εγκαινιάσουνε το βασιλικό ναό. Γύρισε τότες κ' η Επιτροπή από την Αλεξάντρεια. Οι ατιμίες που σοφίστηκαν οι Επίτροποι για να βγάλουνε φταιξιάρη τον Αθανάσιο, οι φοβέρες, οι δωροδοκίες, οι εβραίικες οι μαρτυρίες τους (επειδή τους Χριστιανούς δεν τους δεχτήκανε μάρτυρες), όλ' αυτά φαίνουνται σε τρία διαμαρτυρικά γράμματα τριών ορθοδόξων Επισκόπων, που σώζουνται ως τα σήμερα· Πού να τακούσουν όμως αυτά οι Ευσεβιανοί! Όχι μόνο καταδικασμένο τον είχαν τον Αθανάσιο, μα και χερεμένο κήρυξαν το θρόνο της Αλεξάντρειας.

Αυτού απάνω έρχεται του Κωσταντίνου το μήνυμα. Των Ευσεβιανών όμως δεν τους σύφερνε τώρα να παν και να μιλήσουνε με το Βασιλέα. Για ναποφύγουνε λοιπόν αυτή τη δυσκολία, κηρύττουνε διαλυμένη τη Σύνοδο, μισεύουν ο καθένας στην Επαρχία του, και στέλνουνε στην Πρωτεύουσα Επιτροπή διαλεγμένη από τους μεγαλήτερους εχτρούς του Αθανασίου. Αυτό το παιχνίδι πέτυχε απ' όλα τάλλα πιώτερο. Κόρωσε ο Κωνσταντίνος ακούγοντας τα λόγια της πρώτης της Αλεξαντρινής Επιτροπής, άναψαν οι Κωσταντινουπολίτες ακούγοντας τα πιο χοντρά αβανιάσματα της δεύτερης. Τέλος, τόσο ερεθίστηκε ο κόσμος, που ο Κωσταντίνος, δίχως μήτε να τον ξανακούση τον Αθανάσιο, τον ξορίζει στην Τριβήρα της Γαλλίας.

Σα να το μισομετάνοιωσε κι αυτό ο Αυτοκράτορας, σα να του ξανάνοιξε τα μάτια κάποιος ορθόδοξος συβουλάτορας, κι άξαφνα μήτε τη Συνοδική απόφαση δεν επικύρωσε, μήτε κήρυξε το θρόνο της Αλεξάντρειας χερεμένο. Το κακό όμως έγινε που έγινε πια τώρα. Πέρασε είχε δεν είχε του Ευσεβίου το θέλημα.

Ήρθε ο Αθανάσιος στη Γαλλία στα 336, κ' οι μεγάλες τιμές που του κάμανε κληρικοί και λαϊκοί μας φανερώνουν πόσο καθάρια τον έννοιωθαν τον Αθανάσιο όσοι δεν έμνησκαν τυφλωμένοι από το πάθος. Ως κι ο μεγάλος ο γιος του Βασιλέα, ο Κωσταντίνος, πήγε και τονέ χεροφίλησε τότες.

Από την άλλη μεριά ο Άρειος, βλέποντας ξεκαμωμένο τον Αθανάσιο, συλλογιέται πως καιρός του είναι να κατέβη και να θρονιαστή πια στην Αλεξάντρεια, και πηγαίνει εκεί μ' αυτό το σκοπό. Η Αλεξάντρεια όμως, ορθόδοξους γεμάτη, ησυχία δεν είχε αφότου ξαναφάνηκε πάλε ο Άρειος. Δεν τους ήρθε των φίλων του Αρείου και του Ευσεβίου αυτή η αναστάτωση. Μια και νάφτανε σταυτιά του Αυτοκράτορα, είτανε χαμένοι. Λοιπόν τι κάμνουν; Αφορμή από κάποια φιλονεικία μεταξύ του Επισκόπου της Άγκυρας κ' ενός Αρειανού, λαβαίνουν άδεια και κάνουν Επίσημη Σύνοδο στην Πρωτεύουσα, να κανονίσουν τάχα το ζήτημα. Καταδικάζουνε σ' αυτή τη Σύνοδο τον Επίσκοπο της Άγκυρας σαν ορθόδοξος που είτανε, έπειτα έρχουνται στο καθαυτό το ζήτημα. Αποφασίζουνε δηλαδή να φέρουν τον Άρειο στην Κωσταντινούπολη, να τονέ δεχτούν επίσημα στην Αγιά Τράπεζα, παρόντας μάλιστα κι ο Βασιλέας, κ' έτσι να καταντήση παντοτινός του Προστάτης. Συφωνεί ο Κωσταντίνος, να συχάση τέλος πάντων ο τόπος. Έρχεται λοιπόν ο Άρειος στην Κωσταντινούπολη, και ζητάει να κοινωνήση. Άλλο όμως κι αναπάντεχο εμπόδιο πάλι! Έτυχε τότες Επίσκοπος στην Κωσταντινούπολη ένας γέρος, ήμερος, άκακος, ίσως και λιγάκι ανίκανος, στην ορθοδοξία όμως απάνω γερός κι ασάλευτος. Αυτός λοιπόν ο Επίσκοπος — Αλέξαντρος τόνομά του — αρνιέται να δώση άδεια να κοινωνήση ένας αποκλεισμένος από της Νίκαιας τη Σύνοδο. Μήτε παρακάλια μήτε φοβέρες δεν τονέ γύριζαν· θεριό μονάχο ο γέρος απάνω στην πίστη. Βλέπει πάλι ο Κωσταντίνος τέτοια επιμονή, κι αρχίζει άλλη μια και συλλογιέται πως κάτι τρέχει εδώ, πως ο Άρειος δεν πρέπει να είναι ακόμα μετανοιωμένος, καθώς αυτός θάρρειε. Τον προσκαλεί λοιπόν στο Παλάτι και τον ξαναρωτάει αν τα πιστεύει όλα τα θεσπισμένα με δίχως ξαίρεση. Με τη συνηθισμένη του ευκολία ο Άρειος τονέ βεβαιώνει το Βασιλέα, κι ορκίζεται μάλιστα πως «απέπτυσσε πάσαν κατά του Κυρίου ημών βλασφημίαν ». — « Πήγαινε τώρα να μεταλάβης» του αποκρίνεται ο Κωσταντίνος· «ανίσως κ' έκαμες ψεύτικο όρκο, ο Θεός θα σε τιμωρήση».

Είταν ο γέρος ο Αλέξαντρος να τονέ λυπάται άνθρωπος, που μήτε να μιλήση, δεν τον άφινε πια ο Βασιλέας. Έκλαιγε ο δύστυχος από το κακό του, και παρακαλούσε τη θεία βοήθεια σε τέτοια παρανομία.

Ας έρθουμε στη στερνή την πράξη της δραματικής αυτής ιστορίας. Να την περάσουμε πια τη θεολογική την ανεμοζάλη, για την ώρα τουλάχιστο, αφού της τύχης μας είταν, ίσως και για καλό μας, πολλά της ιστορίας μας να είναι θεολογικά από τους πρώτους εκείνους αιώνες και κάτω.

Έβγαινε ο Άρειος από το Παλάτι χαρά χαρούμενος και καμαρώνοντας που είχε πια τη Βασιλική προστασία. Της Πρόνοιας όμως την προστασία δε φαίνεται να την είχε. Εκεί που διάβαινε από τους δρόμους της Πρωτεύουσας με μεγάλη παράταξη, τούρχεται φυσική ανάγκη και μπαίνει σε κατάλληλο μέρος. Κι όντας εκεί έσκασε κι απόμεινε ξερός. Φώναξε τότες ο όχλος πως είταν η θεία δίκη. Φωνάξανε μερικοί πως είτανε φονικό, άλλοι πάλε πως τονέ μάγεψαν. Η αλήθεια είναι πως δε ζούσε πια ο Άρειος να περηφανεύεται για την προστασία του Κωσταντίνου.

Τον παρατρόμαξε το Βασιλέα αυτός ο θάνατος. Φαρμακώθηκε η καρδιά του βλέποντας ως και την Πρόνοια να εναντιώνεται με τα μέτρα που αυτός λάβαινε να φυλάξη ειρηνικό το Κράτος του, ναποφεύγη λογομαχίες και ταραχές, μα ας είταν και για σπουδαία ζητήματα. Τι τον έμελαν τέτοια ζητήματα, αφού δεν τάννοιωθε ο δύστυχος, αφού μήτε τους Ρωμιούς του δεν τους καλόνοιωθε.

Τι να κάμη δεν ήξερε. Να ξαναφέρη πίσω τον Αθανάσιο; μα τι να τους κάμη τους Ευσεβιανούς που του στάθηκαν και τόσο πιστοί; Είτανε βαρεμένος και καταπονεμένος από φροντίδες κι από φόβους που δεν περίμενε.

Δεν το γνώριζε ο Κωσταντίνος πως είταν όργανο της Πρόνοιας κι αυτός! πως έπρεπε κι αυτός να μαρτυρήση, καθώς ο Αθανάσιος και τόσοι άλλοι μεγάλοι, άλλος για την αλήθεια, άλλος για τη δικιοσύνη, την ειρήνη και καθεξής. Δεν τονειρεύτηκε, σα μάζευε τους δαυλούς κάτω από το καζάνι της Ρωμιοσύνης και τους άναβε, πως το καζάνι φυσικό του είτανε να βράση και να ζεματίση μάλιστα πολλές καρδιές, και πρώτη πρώτη τη δική του.

ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Τα υστερνά του Κωσταντίνου

Βαριά κι απελπισμένα τα πέρασε τα στερνά του αυτά χρόνια. Τι παράξενο, θα πήτε, να θλίβεται και να στενοχωριέται ύστερ' από τα χάλια που προϊστορήθηκαν! Κι ως τόσο άνθρωπος με τη δύναμη και τη θέληση πούδειξε στα πρώτα του χρόνια δεν έπρεπε να καταπονιέται και τόσο εύκολα από αταξίες όχι ασυνήθιστες, μήτε σε καινούρια Κράτη μήτε σε παλιά. Δε φαίνεται να έπαθε ακόμα κ' η υγεία του, ή σωματική ή ψυχική. Κι όμως κάτι χαλάρωνε, κάτι αδυνάτιζε τώρα τους λογισμούς του. Αλλιώς δεν καλοξηγιέται το φέρσιμο του στ' Αρειανικό το ζήτημα, όσο πεζός κι αν είτανε στα θεολογικά· καθώς μήτε το μεγάλο του λάθος ένα χρόνο κατόπι (336), που βλέποντας τα παιδιά του και τανίψια του νάρχουνται σε διχόνοιες και να μαλλοτρώγουνται, κάθισε και κομμάτιασε το Κράτος και τους το μοίρασε για να τους ησυχάση, κ' έτσι με τα χέρια του κατάστρεψε ένα από τα μεγαλήτερα έργα του, την ένωση της Αυτοκρατορίας.

Μα ίσως είτανε για καλή μας τύχη και τούτο, ίσως για να ξεχωριστούνε μια και καλή Ανατολή και Δύση, Φραγκιά και Ρωμιοσύνη, και ναπομείνουμε ξέχωρο στοιχείο, απείραχτο από τις φουρτούνες και τις αναστάτωσες που περίμεναν τις βορεινότερες χώρες.

Δίνει λοιπόν ο Κωσταντίνος του μεγάλου του γιου, του Κωσταντίνου, Γαλατία, Ισπανία, και Βρεταννία· στο δεύτερο του, τον Κωστάντιο, παραχωρεί Ανατολή, Μικρασία, κ' Αίγυπτο· και στον τρίτο, τον Κώστα, Ιταλία, Ιλλυρία κι Αφρική. Στα δυο του ανίψια πάλι, Δαλμάτιο κι Αννιβαλιανό, που είχαν αναφανή στους πολέμους του και τους τιμούσε ο κόσμος κι από τους γιους του πιώτερο, έδωσε άλλα μικρότερα κοψίδια, δηλαδή Θράκη, Μακεδονία κι Αχαΐα στο Δαλμάτιο, Πόντο κι Αρμενία στον Αννιβαλιανό. Ώστε την καθαυτό Ελλάδα και την Πελοπόννησο τη βλέπουμε για την ώρα στα χέρια, του Δαλματίου.

Άλλος ακόμα πιο θλιβερός ασιατισμός του είταν το χτίσιμο του τάφου του, ζώντας ακόμα, μέσα στο Ναό των Άγιων Αποστόλων, καταμεσή στα δώδεκα κενοτάφια που είχε στημένα τω δώδεκα μαθητών του Χριστού! Ως και λόγους πανηγυρικούς πρόσταζε και τούβγαζαν τότες.

Τόθελε, ως φαίνεται, και καλά ναποθάνη πριν την ώρα του. Σα να μισοξύπνησε μια στιγμή όταν ο Πέρσος ο Βασιλέας πρόβαλε στη Μεσοποταμία, θαρρέψαντας πως ο Κωσταντίνος αποναρκώθηκε και πήγε. Γελάστηκε όμως· κι άμα είδε μεγάλο στρατό έτοιμο να ξεκινήση καταπάνω του, έστειλε κ' έκαμε ειρήνη (387). Μόλις έκαμε αυτή την ειρήνη, και τούρχεται μικρή ανημποριά. Τον παρακινούν οι γιατροί να πάη στα λουτρά της Ελενόπολης στη Βιθυνία. Ώσπου να κατέβη στην Ελενόπολη χεροτέρεψε η αρρώστια. Ακόμα λίγο, και κατάντησε αγιάτρευτη. Προβλέποντας τότες το τέλος του, πήγε στην Εκκλησιά και ξομολογήθηκε μεγαλόφωνα· κ' είχε κάμποσες αμαρτίες να τους πη. Θέλησε κατόπι να βαφτιστή. Καλός χριστιανός σε πολλά, μα το βάφτισμα δεν το είχε λάβει ακόμα, και μήτε με τους κατηχουμένους δεν είταν ακόμα καταταγμένος κατά τους κανόνες των καιρών εκείνων. Ξεκινάει λοιπόν και πηγαίνει στη Νικομήδεια. Μαζεύει εκεί τους Επισκόπους, κι αφού με συγκινητικά λόγια τους ανάφερε την επιθυμία του, κατηχήθηκε και βαφτίστηκε.

Από κείνη την ώρα δεν ξαναφόρεσε πια τη βασιλική πορφύρα. Δεν είταν πια Βασιλέας ο Μέγας Κωσταντίνος· μόνο φορώντας τα κάτασπρα των κατηχουμένων έλεγε και ξαναέλεγε «Νυν αληθεί λόγω μακάριον οίδ' εμαυτόν, νυν του θείου μετειληφέναι φωτός πεπίστευκα».

Ένα χρέος ακάμωτο έννοιωθε πως τούμνησκε ακόμα, και μολονότι πολιτικό, το χρωμάτισε κι αυτό με θρησκευτική θωριά. Μάζεψε όλους τους αξιωματικούς, και τους έβαλε να ορκιστούνε πως σε τίποτις δε θα ταράξουν τα όσα αυτός αποφάσισε πριν και κανόνισε.

Και τις 21 του Μάη 337 — μέρα που ακόμα τη γιορτάζει η Ρωμιοσύνη προς τιμή του καθώς και της άγιας μητέρας του — παράδωσε την ψυχή του ο πρώτος μας Αυτοκράτορας. Απόθεσαν το βασιλικό λείψανο σε θήκη μαλαματένια στολισμένη με την πορφύρα και με την κορώνα, και το μεταφέρανε στην Πρωτεύουσα. Εκεί στο μεγαλόπρεπο μέσα Παλάτι, καταμεσή στο μεγάλο το Τρίκλινο, απάνω σ' αψηλό Επιτάφιο, τριγυρισμένο μ' αμέτρητους φανούς και λαμπάδες, κοίτουνταν το λείψανο του πρώτου Χριστιανού Βασιλέα. Πηγαίνανε με την τάξη τους όλοι οι πρώτοι αξιωματικοί, πρόσπεφταν, το προσκυνούσαν, κ' ύστερα τασπάζουνταν. Κι ακατάπαβα μπαινοβγαίνανε δούλοι κ' επιστάτες του Παλατιού, ζητώντας του προσταγές, σα να ζούσε ακόμα· ώσπου ήρθε ο γιός του ο Κωστάντιος, ο Αυτοκράτορας της Ανατολής, κ' έγινε ο ενταφιασμός.

Έτσι διάβηκε από το θέατρο του κόσμου ένας από τους λίγους που στολιστήκανε με τον τίτλο «Μέγας». Βρεθήκανε μερικοί και του καταλάλησαν πολλά, μα οι λίγοι αυτοί είναι σα θολωμένος ο νους τους από δυτικές πρόληψες και παράδοσες, και το κάτω κάτω δεν πολυσκοτίζουνται για τα δικά μας τα μέλλοντα. Λίγο τον έμελε τον Γκίμπονα α γλύτωνε το Ελληνικό Έθνος τότες ή όχι. Κι άλλο τόσο το Βολταίρο. Είναι όμως παρηγορητικό να βλέπουμε τους σημερνούς τους Βυζαντινολόγους, Άγγλους, Γάλλους και Γερμανούς, που κρένουνε και γράφουνε με την λαμπάδα της αλήθειας στο χέρι. Επειδή μικρό πράμα δεν είναι νακούμε ξένους να μας εγκωμιάζουν τον άντρα που εμάς χρέος μας είναι, και κοινός θνητός να τύχαινε, και σατραπικός, και σαρδανάπαλλος, κι όσα άλλα του φόρτωσαν οι προτερινοί, πάλε χρέος μας είναι να τον τιμούμε, και μα την αλήθεια κάτι παραπάνω από κοινό άγιο να τον έχουμε, αφού σ' αυτόν και μόνο χρωστούμε δόξα, σωτηρία, ύπαρξη.

ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Βιογραφικά συμπληρώματα

Πριν ταφήσουρε τα εγκαίνια της Νέας μας Ρωμιοσύνης, ας σταματήσουμε μια στιγμή, κι όχι με σκοπό ναραδιάσουμε ιστορικά συμπεράσματα — τέτοια φανήκανε στη δήγηση απάνου όσα χρειάζουνται —, μα για ναποσώσουμε την εικόνα του πρώτου μας Αυτοκράτορα, μαζεύοντας μερικά του προσόντα, ειπώματα και καμώματα, που δεν τόφερε η σειρά να ιστορηθούν πριν. Εύλογη, μα και χρέος μας ίσως, τέτοια τιμή σ' άνθρωπο που η ιστορία τον κατάταξε με τους μεγάλους, κ' η Εκκλησία με τους Άγιους.

Ας δούμε πρώτα πώς τον παρασταίνουν όταν παρουσιάστηκε στις Νίκαιας τη Σύνοδο. Ας ανιστορήσουμε τα ψιθυρίσματα και το θόρυβο των τρακόσων Πατέρων που είταν εκεί συναγμένοι, προσμένοντας ναρχίση το συνέδριο. Σωπαίνουν αμέσως Επίσκοποι, σωπαίνουν Πρεσβύτεροι. Κάθε μάτι γυρίζει κατά το θρόνο που στέκει καταμεσής, όλοι απαντέχουν τη Βασιλική συνοδία που ζύγωνε. Προβάλλουνε τέλος αξιωματικοί, προβάλλουνε φύλακες, αυλικοί. Όλοι στο πόδι να χαιρετήσουν το Βασιλέα, που πρόβαλε τέλος και κείνος. Ανάστημα·, πύργος· κορμί περίτρανο· ώμοι πλατιοί, πρόσωπο ηγεμονικό. Από τα μάτια του, μαζί με τις σπίθες της αντρειοσύνης του έπεφταν και μερικές ήμερες αχτίδες καλωσύνης και γλύκας. Άλλο τόσο σφάνταζε κ' η λαμπρή του στολή. Μαργαριταρένια κορώνα στεφάνωνε τα μακριά του μαλλιά. Κι όσο για την πορφύρα του, ξάστραφε από το πετράδι κι από το χρυσοκέντητο ξόμπλι.

Συγκινημένος κι ο Κωσταντίνος, που πρώτη φορά αφότου χριστιάνεψε αντάμωνε τόσους αρχηγούς της αγαπημένης του θρησκείας, προχωρούσε τρέμοντας και με μάτια χαμηλωμένα. Και σα ζύγωσε το θρόνο κοντοστάθηκε, σα να πρόσμενε από τους Πατέρες άδεια να καθίση. Του κάμνουν αμέσως γνέψιμο να καθίση, έπειτα κάθισαν κι οι Πατέρες, που καθώς είδαμε πρωτόθεσαν τότες της Ορθοδοξίας τα θεμέλια.

Τόσο μεγαλόπρεπη είταν πάντα η θεωρία του, που σαν ταξίδευε νέος με το Διοκλητιανό στην Παλαιστίνη, τότες που τον πρωτοείδε κι ο βιογράφος του ο Ευσέβιος, ο κόσμος όλος είχε να κάμη μαζί του. Κατά τα τέλη της ζωής του όμως λέγουν πως η όψη του παρακοκκίνιζε, και φαινότανε σαν παθιασμένος από δερμική αρρώστια. Τα μάτια του όμως λιονταρίσια πάντα, καθώς και τάλεγαν. Έχοντας και τη συνήθεια να ρίχνη κατά πίσω την κεφαλή του και να διπλώνη κάπως τον τράχηλο, τον παρονόμασαν Τραχηλά.

Φωνή γλυκεία κ' ήμερη, στάσιμο παλικαρήσιο και στρατιωτικό. Ποτές δεν έλειπε το κοντάρι από το χέρι του, καθώς μήτε το κράνος από την κεφαλή του, καταστόλιστο με πετράδια και τριγυρισμένο με την κορώνα· σύστημα που πρώτος το πήρε από τους Ασιανούς. Όσο για τα μακριά μαλλιά, τόσο τα φρόντιζε και τα καμάρωνε, που κατάντησε, λέγουνε, στα στερνά του χρόνια να στολίζεται και με ξένα. Για ναποσώσουνε την εικόνα του δεν παράβλεψαν οι ιστορικοί του να μας πουν πως είχε και γένεια κοντουλά αφισμένα.

Ανάγκη να πούμε πολλά για το χαρακτήρα του δεν υπάρχει, αφού ξεδιαλίστηκε κάμποσο στην ιστορία του μέσα. Είδαμε πως όλα τα πρόβλεπε, όλα τα λογάριαζε, εξόν τα θεολογικά. Είδαμε πως τη θρησκεία του δεν την έθρεφε βαθιά αγιωσύνη κ' ευσέβεια, παρά απλή ευλάβεια και θεοφοβωσύνη, που κάποτες καταντούσε σαν είδος δεισιδαιμονία. Μια και ξεγλύτωνε ο θετικός του νους από θεωρίες, έφεγγε διάφανος και καθάριος. Τον κόσμο τον έβλεπε και τον έκρινε κάποτες πολύ στοϊκά, καθώς όταν ακούσαντας πως οι Ρωμαίοι πετροβολούσαν τον αδριάντα του, πασπάτευε το κεφάλι του κ' έλεγε πως δεν έπαθε τίποτα. Δεν αψηφούσε όμως πάλι και τον έπαινο, κι αυτό μας τόδειξε όταν έβαλε και του απάγγελναν επιτάφιους λόγους. Άλλο του ένα, που ποτές δεν τάχανε, παρά την είχε πάντα έτοιμη την απάντηση κι αποστόμωνε τον αντίπαλο του. Ο νους του ησυχία δεν είχε· μόλις αποφάσιζε κάτι, κ' έπεφτε σώμα και ψυχή στη δουλειά.

Από τα ψεγάδια του το πιο σπουδαιότερο, που το κάμανε δα και σούσουρο οι εχτροί του, είταν οι Ασιατικές του συνήθειες, καθώς γνωρίζουμε από τη ζωή του, από την καλοζωία του, και τέλος από τις οικογενειακές εκείνες τραγωδίες που ιστορήθηκαν. Όσοι όμως ξόδιασαν και τόσο μελάνι να τα περιγράψουν, αυτοί τα μετρήσανε με μέτρο, που αν τα βάζανε για μερικούς δικούς τους, μήτε για τα μισά τους δεν έσωνε.

Το πιο περιεργότερο στο στάδιο του απάνω είναι φυσικά το ουρανήσιο εκείνο σημάδι, που σοβαρά μας το δηγάται ο Ευσέβιος, λέγοντας μάλιστα πως κι άλλοι το είδανε μέρα μεσημέρι, και μερικοί νεώτεροι συμπεραίνουν πως πρέπει να φάνηκε τότες το φαινόμενο που βγαίνει κάποτε στα ουράνια σαν είδος σταυρός. Τέτοια σημάδια δεν είναι η μόνη φορά που ξηγηθήκανε με τρόπο προφητικό, αφού δα και στον αιώνα μας ακούστηκαν κάμποσα παρόμοια. Και μήτε αυτό είναι το μόνο θείο μήνυμα πούλαβε στη ζωή του ο Κωσταντίνος. Κι ο Άγιος Τάφος σα βρέθηκε, κ' η Κωσταντινούπολη σαν εγκαινιάστηκε, κι άλλα περιστατικά της ζωής του, μ' ονείρατα και με σημάδια τα προείδε ο ενθουσιασμένος του νους.

Ενθουσιασμένος με τη νέα θρησκεία, κι ως τόσο όχι ολότελα λευτερωμένος από τα δεσμά της αρχαίας. Αφίνουμε πια τη διπλόγνωμη πολιτική του στη Ρώμη. Μα μήτε στη Νέα Ρώμη δε δυνήθηκε να τις ξετινάξη τις παλαιικές του δοξασίες, αφού κι ο αδριάντας του είταν είδος Απόλλωνας μ' αντίς αχτίδες σταυρό, και στα νομίσματά του από τόνα μέρος είχε χαραγμένο τόνομα του Χριστού, κι από τάλλο την εικόνα του Εκατηβόλου με την επιγραφή «Sol invictus», δηλαδή «Ήλιος ανίκητος».

Δυο λόγια για την ειρηνική και φιλάνθρωπή του πολιτική. Αν πριν αποτελειώση το έργο του μεταχειρίστηκε και μερικά μέσα που σήμερα τα ονομάζουνε βάρβαρα, μια και στεριώθηκε στο θρόνο, άλλο δε ζήτησε παρά ειρήνη και μεταρρύθμιση. Είδαμε πόση λαχτάρα την είχε να ρηνέψη το Κράτος του· λαχτάρα που για χάρη της καταντούσε ναψηφάη σπουδαία δογματικά ζητήματα, και ναδική δίχως να το νοιώθη σοφούς κι άγιους ανθρώπους σαν τον Αθανάσιο. Η ιδέα της ειρήνης κυβερνούσε τώρα το νου του, καθώς άλλοτε ο πόλεμος κι ο ξολοθρεμός των αντιζήλων του. Και την ειρήνη αυτή δεν τη λαχταρούσε μόνο και μόνο για να συχάζη αναπαμένα με τις δάφνες του, παρά για να μεταρρυθμίση το Κράτος, θέτοντας το σε πιο φιλανθρωπική βάση. Κατάργησε λόγου χάρη τη σταύρωση, ευκόλυνε τους δούλους να ξεσκλαβώνουνται, λιγόστεψε το μεγάλο κακό του παιδοσκοτωμού, κι άλλα κάμποσα μέτρα έφερε που μόνα τους σώνανε να τον κάμουνε μεγάλο, μια και στοχαστούμε σε τι εποχή βασίλευε, και πόσοι αιώνες έπρεπε να περάσουν ωσότου να νοιαστούνε λαοί και ηγεμόνοι για παρόμοιες νομοθεσίες.

Αξίζει ίσως, πριν τελειώσουμε, να ξηγήσουμε κάπως καθαρώτερα τα θρησκευτικά χαραχτηριστικά του. Όσο και να τούλειπε η αγνή εκείνη, η αποστολική η ευσέβεια που συνεπαίρνει την ψυχή και μεταπλάθει τον άνθρωπο (πράγμα ως τα σήμερα δύσκολο για μας τους μεσηβρινούς), η αφοσίωση του όμως, καθώς και η πιστή εφαρμογή της χριστιανικής λατρείας, του είχε καταντήσει δεύτερο φυσικό. Νυχτιές αλάκερες ξαγρυπνούσε με την προσευκή. Ακολουθία δεν άφινε που να μην παρασταθή, κι από διδαχές, όταν δεν άκουγε άλλους, τις έκαμνε ατός του. Είναι αξιοσημείωτος ο τρόπος που άκουσε μια τέτοια διδαχή στο Παλάτι του. Στέκουνταν ολόρθος όλη την ώρα· του κάκου τον παρακινούσανε να θρονιαστή. Το παράσερνε ο Δίδαχος, κι ο κόσμος στενοχωριούταν. Ο Κωσταντίνος όμως, να τακούση δεν έστεργε πως ο λόγος καταντούσε κουραστικός, μόνο έλεγε και καλά να πάη εμπρός. Πάλι τον παρακαλούνε να καθίση στο θρόνο, και τότες γυρίζει και τους ρωτάει θυμωμένα πώς γίνεται να διδάσκεται ο θείος ο λόγος κι αυτός να κάθεται ραχατεύοντας. Τους δικούς του λόγους τους έβγαζε λατινικά, και τους ορμηνεύανε γραμματικοί επίτηδες διορισμένοι. Χιλιάδες προσκαλεσμένοι πήγαιναν τότε στο Παλάτι και τον άκουγαν. Πάντα στεκάμενος δίδασκε, πάντα μ' όψη και με φωνή σοβαρή. Και σαν έλεγε τίποτις που άρεζε του λαού και τον παινούσανε, σηκώνοντας αυτός το χέρι του αψηλά τους έκαμνε σημάδι να σωπάσουνε, θέλοντας να πη πως το Θεό να δοξάζουν κι όχι κείνονα. Θέματα έπαιρνε διάφορα για τους λόγους του. Ειδωλολατρεία, Θεία Πρόνοια, Άφεση, Κρίση, και τέτοια. κάποτες χτυπούσε και την αχορτασιά των Αυλικών του, και κείνοι τότες τον ακούγανε με πολύ σεβασμό, αν και τη διαγωγή τους δε φαίνεται να την άλλαζαν. Έπιασε κι αυτός μια φορά έναν τους απάνω στο λόγο του, και σημαδεύοντας με το κοντάρι του ανθρώπινο κορμί απάνω στη γης του λέει «μέσα σε τόσο τόπο θα χωρέση ό,τι πάρης μαζί σου».

Είπαν πως οι κολακείες των αυλικών του τονέ μέθησαν τέλος και τον κάμανε φαντασμένο. Κ' ίσως αυτό, μαζί με τις Ασιατικές του συνήθειες, τονέ χαλάρωσε κάπως στα τέλη του. Αλλιώς δεν ξηγούνται τα σφάλματά του τότες. Τα είδαμε τα σφάλματά του. Σύννεφα που σκέπασαν τον ήλιο απάνω στο γύρμα του.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings