Front matter (continued 3)
Reading edition
Μπορούσαμε να μαζέψουμε κι άλλα φυλαχτήρια για τους όσους αγαπούνε να μαθαίνουνε όλα τα καθέκαστα ενός μεγάλου ανθρώπου. Έχουμε όμως δρόμο να ταξιδέψουρε μεγάλο και δοξασμένο, το δρόμο που μας άνοιξε ο Θείος του νους, και τον αποχαιρετούμε με τόσο σεβασμό, όση τούδειξαν αχαριστία και κακογνωμιά εκείνοι που κι από τα μας ίσως πιώτερο έπρεπε να τονέ δοξάζουν, που δίχως τ' Ανατολικό του προπύργιο Θεός ξέρει σε τι λογής βαρβαρωσύνη θα βρισκόντανε σήμερα βουλιασμένοι.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ
ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΘΕΟΔΟΣΙΟΥ 337 — 395
ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο Κωστάντιος
Πολύ σπάνια, μεγάλος άνθρωπος αφήκε μεγάλο διάδοχο. Αν είτανε στα καλά του ο Κωσταντίνος τότες που μοίραζε την Αυτοκρατορία, θα λέγαμε πως πρέπει να την παρατήρησε αυτή την αλήθεια, κι αφήκε πέντε διαδόχους, ίσως κ' έβγαινε ένας τους άξιος και ξεπερνούσε τους άλλους, καθώς ο ίδιος στη νιότη του. Και τούμοιασε ένας αληθινά, ο Κωστάντιος της Ανατολής· μα τούμοιασε μονάχα στους φόνους, στην αρπαγή της εξουσίας των αλλωνών και στην ανικανωσύνη να διακρίνη την αλήθεια από την απάτη, την τιμιότητα από τη ραδιουργία.
Εθυσε κι απώλεσε άμα έβαλε την κορώνα. Άρχισε πρώτα από τους δυο του θειούς. Κατόπι σφάζει τους αξαδέρφους του, και μαζί τους φυσικά το Δαλμάτιο και τον Αννιβαλιανό, κ' έτσι παίρνει μέσα στο Κράτος του τις Ελληνικές και της Αρμενικές χώρες. Έμνησκαν τα δυο του αδέρφια στη Δύση, Κωσταντίνος και Κώστας. Όχι πολύ καλλίτεροι μηδ' αυτοί, αφού ο ένας τους, ο Κωσταντίνος, δεν άργησε να κατεβή από τη Γαλατία με σκοπό να θανατώση τον Κώστα και ν' αρπάξη την Ιταλία. Χαντακώθηκε όμως ο ίδιος, επειδή σκοτώθηκε στα 340, κι άφησε τον Κώστα μονάχο στη Δύση ως δέκα χρόνια, ωσότου δηλαδή θανατώθηκε κι αυτός, όχι όμως από τον Κωνστάντιο, παρ' από τον αξιωματικό το Μαγνέντιο, που ίδρωσε έπειτα ο Κωστάντιος να τον ξεκάμη, και μόλις στα 353 το κατάφερε, χάρη νάχη τους Αλαμανούς και τους Φράγκους που τονέ βοήθησαν, κι όχι δίχως ακριβή πλερωμή, επειδή Γης Μαδιάμ την έκαμαν κατόπιν τη Γαλατία. Και τότες έμεινε πια ο Κωστάντιος Βασιλέας όλης της Αυτοκρατορίας, ωσότου απέθανε στα 361.
Αυτός είναι ο σκελετός της ελεεινής ιστορίας του Κωσταντίου, που ακόμα ελεεινότερη τού την έκαμε ο Πέρσος ο Σαπώρης Β', όταν τον έσπασε στα Σίγγαρα της Μεσοποταμίας, κ' ίσως θα μας άρπαζε τη Μικρασία αν δεν του αντιστέκουνταν οι Νισοβηνοί της Μυγδονίας.
Αν έβαλε και μερικούς νόμους ο Κωστάντιος, δεν είτανε νόμοι που άλλαξαν το Κράτος σημαντικά. Και μήτε φαίνεται πολύ καθαρά αν η νομοθεσία του προστάτευε τη Χριστιανοσύνη, αφού η εφαρμογή τους πολλές φορές έλειπε. Το βέβαιο είναι πως η χριστιανωσύνη, και μαζί της το Έθνος μας, έπαιρναν τώρα το δρόμο τους χωρίς μεγάλη βοήθεια από το θρόνο, μα και το εναντίο, καθώς βλέπουμε από τις ακόλουθες σκηνές της δραματικής ιστορίας του Αθανασίου.
Τον αφήσαμε τον Άγιο Πατέρα ξορισμένο στη Γαλατία, θυμούμαστε και του Αρείου το κακορρίζικο τέλος. Αν όμως ο Άρειος είταν αποθαμμένος, οι πολυάριθμοι οπαδοί του ζούσαν ακόμα. Και μη θέλοντας να τους κακοκαρδίση ο Κωσταντίνος, θαρρώντας και πως ο Άρειος πριν αποθάνη είχε παραδεχτή την ορθοδοξία, δεν τον προσκαλούσε πίσω τον Αθανάσιο. Ως τόσο μήτε αυτό δεν τους έσωνε τους ραδιούργους της Αλεξάντρειας, παρά πολεμούσανε να ρίξουν κάτω της Νίκαιας τα δόγματα, και νανεβάσουν τα δικά τους, μόνο που απέθανε άξαφνα ο Κωσταντίνος. Αν απέθανε όμως ο Κωσταντίνος, ζούσε και βασίλευε τώρα ο αχαραχτήριστος ο Κωστάντιος. Όσο κι α δίσταζε, όσο κι α φοβότανε στην αρχή, τον κατάφεραν οι Αρειανοί και συστήσανε με την άδεια του Σύνοδο Αρειανική στην Κωσταντινούπολη, και κανονίσανε δικό τους «Πιστεύω», πούλεγε το Σωτήρα «Ομοιοούσιο» κι όχι «Ομοούσιο», δηλαδή, απάνω κάτω, μα όχι όλως διόλου Θεό. Τάστρεξε αυτά ο Κωστάντιος, τα λογάριασε όμως δίχως το λαό του, που αρματωμένος πια τώρα με της ορθοδοξίας την αρματωσιά μήτε να τους ακούση δεν ήθελε τους Αρειανούς, μόνο ακολουθούσε με πίστη τον ατρόμητο τον Αθανάσιο.
Δεν είταν πια τώρα εξορία ο Ιεράρχης· τον έφερε στην αυλή του ο νεώτερος Κωσταντίνος άμα ανέβηκε στο θρόνο της Γαλατίας. Παρακινούσε μάλιστα τότες τον Κωστάντιο να τον αφήση να κατέβη στην Αλεξάντρεια και να ξανακαθίση στον Πατριαρχικό θρόνο· κι ο Κωστάντιος, αφαρμάκευτος ακόμα από τις Αρειανικές ραδιουργίες, σα να συφωνούσε. Στο μεταξύ όμως πεθαίνει ο Β' Κωσταντίνος, και μένει ο Αθανάσιος απροστάτευτος. Αρχίζουν τότες οι Αρειανοί τα παλιά τους, ξαναβγάζουνε στη μέση τους ψευτοκανόνες της Τύρος, κηρύχνουν το θρόνο της Αλεξάντρειας χερεμένο, και διορίζουν Αρχιερέα κάποιο Γρηγόριο. Τότες ο Αθανάσιος καταφεύγει στον άλλο αδερφό, τον Κώστα της Ιταλίας. Ο Κωστάντιος δίσταζε ακόμα, και πήγαινε μια από τόνα το μέρος και μια από τάλλο. Τον κατάπεισε όμως τέλος ο Κώστας κ' έμεινε από το δικό του το μέρος, και κατέβηκε πια τότες ο κοσμαγάπητος Ιεράρχης στην ποθητή του Μητρόπολη με μεγάλη πομπή. Ενθουσιασμένοι και δακρυσμένοι τον αποδέχτηκαν οι πιστοί, κι ολόκληρος ο Χριστιανικός κόσμος γιόρταζε το γύρισμά του. Είταν αυτή η γλυκύτερη ώρα της πολυπαθιασμένης ζωής του.
Όταν όμως στα 350 σκοτώθηκε κι ο Κώστας από το Μαγνέντιο, κι ο Μαγνέντιος πάλι μετά τρία χρόνια από τον Κωστάντιο, κ' έμεινε ο Ανατολικός Αυτοκράτορας μόνος του, δίχως μήτε κρίση μήτε δική του απόφαση, και τον έσερναν από τη μύτη οι Αρειανοί, τι άλλο μπορούσε να προσμένη η Ορθοδοξία παρά συφορές κι από τις πρώτες πιο χερότερες! Τον κατατρέχει λοιπόν πάλι και τον ξεθρονίζει τον Αθανάσιο ο Κωστάντιος, και μάλιστα νύχτα και με στρατιώτες σα συνωμότη. Τάγματα αλάκερα περιτριγύριζαν την Εκκλησία του, ενώ έκαμναν οι πιστοί αγρυπνιά. Οι άγριες φωνές τω στρατιωτών απέξω έπνιγαν τις ψαλμωδίες της ακολουθίας, κ' έτρεμαν από το φόβο οι ορθόδοξοι μέσα. Στεκάμενος όμως από το θρόνο του ο Αθανάσιος, ήμερος κ' υπομονητικός καθώς πάντα, παρακινούσε τους πιστούς να συχάζουνε, ψέλνοντας ένα νικητήριο ψαλμό του Δαβίδ. Σπάνουν τέλος τις θύρες οι στρατιώτες, και πέφτουν τα βέλη μέσα βροχή. Ξάστραψαν τα σπαθιά κ' οι αρματωσιές από τα φώτα των πολυελαίων καθώς πρόβαλαν οι στρατιώτες και χυμίξανε μέσα. Του κάκου παρακαλούν οι πιστοί τον Ιεράρχη να φύγη και να σωθή. Μήτε σάλευε από το θρόνο του ο ηρωικός ο Αθανάσιος, όσο έβλεπε και κιντύνευαν ακόμα ορθόδοξοι γύρω του. Και μόνο σανέ γλύτωσαν όλοι, αποφάσισε και πέρασε από τα μανιασμένα τα στίφη και χώθηκε μέσα στο σκοτάδι. Γλίστρησε, λέγουν, και σαν έπεσε, πατήθηκε από τους στρατιώτες. Πάλε όμως τον έσωσε η Πρόνοια, και μείνανε με τη χαρά τους όσοι ελπίζανε να φέρουν το κεφάλι του στους Αρειανούς, γιατί αυτός είταν ο σκοπός τους, κι όχι απλό ξεθρόνισμα.
Τέτοια πάθια υπόφερνε ο ακλόνιστος αυτός μάρτυρας της Εκκλησίας για την αλήθεια και για την πίστη, και μας αφήκε κλερονομιά, σιμά στα καλά της ορθοδοξίας, και ζωηρή εικόνα της εποχής του, εικόνα που αν από τη μια μας δείχνει τι χαλασμό μπορεί να σηκώση ένας ανόητος Βασιλέας τριγυρισμένος από παμπόνηρους θεομπαίχτες, από την άλλη όμως μας παρασταίνει πόση αντίσταση φέρνει ο μεγάλος ο νους, με μονάχο του όπλο τη δύναμη του, με μονάχη ασπίδα την πίστη του αφοσιωμένου λαού του· φαινόμενο που απανωτά ξάστραψε στον Ελληνικό τον ορίζοντα και τότες, κι αργότερα, και στους καιρούς μας ακόμα.
Πήρε λοιπόν πάλι τα μάτια του κ' έφυγε ο Αθανάσιος, κι όμως μήτε δύναμη μήτε αξιοπρέπεια δεν έχασε. Έγραψε μάλιστα μακρόθυμο γράμμα του Κωσταντίου και του παράστησε την υπόθεση ήσυχα και καθάρια. Και δίχως παράπονο για τα τόσα παθήματά του, παρακαλούσε τον Ύψιστο να φωτίση τον πλανεμένο το Βασιλέα.
Είταν όμως κουτοπόνηρος ο Κωστάντιος, και την κουτοπονηριά μήτε λογική μήτε συμπάθεια δεν την αγγίζει. Έμεινε αμετάπειστος· κι όχι μονάχα αμετάπειστος, μόνο αγρίεψε κιόλας, και πρόσταξε κατατρεγμούς που μονάχα στου Διοκλητιανού τους καιρούς βρίσκουν ταίρι.
Πλανιούνταν ο άγιος ο γέρος από ρημιά σε ρημιά, από μοναστήρι σε μοναστήρι. Κάμποσες φορές κιντύνεψε να πιαστή, μα τονέ γλύτωναν πάντα οι πιστοί του. Λες και τ' αφρόγαλα της ορθόδοξης ρωμιοσύνης είταν τότες κλεισμένο μέσα σ' αμέτρητα ρημητήρια, και μαζί του κι ο αρχηγός της. Λες και δεν κοτούσε να φανή το Έθνος στον κόσμο και να τα χαρή ακόμα τα καλά που του τοίμασε του Κωσταντίνου το λάβαρο. Τι λοιπόν παράξενο αν έμεινε ως το τέλος βαθειά χαραγμένο το θρησκευτικό στοιχείο μέσα στην ιστορία του!
Όπου έβρισκε καταφυγή ο ξορισμένος ο πατριάρχης, έμνησκε εκεί κ' έγραφε, όλο έγραφε γράμματα αποστολικά της Χριστιανωσύνης. Ταντίγραφαν αμέσως οι Ερημίτες, και τα σκορπίζανε σ' Ανατολή και σε Δύση.
Είταν, καθώς το είπαμε κι άλλοτε, διψασμένος ο κόσμος από αλήθεια κι από ζωή. Τηνέ μοίραζε αλύπητα στο λαό του ο Αθανάσιος. Αθώρητος βασίλευε και κυβερνούσε το ποίμνιο, κατατρεγμένο και βασανισμένο καθώς είταν από κακορρίζικο Βασιλέα. Κ' έτσι μας έρριχτε το σπόρο της θείας δυναμωσύνης που ρίζωσε μέσα στα φυλλοκάρδια μας, που μας την έκαμε χτήμα εθνικό την Ορθοδοξία, σα να το πρόβλεπε ο μεγάλος του νους πως έμελλε μια μέρα αυτή η πίστη να πιάση τον τόπο της αποθαμμένης φιλοπατρίας και να μας γλυτώσει από μεγάλους κιντύνους.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Τα πρώτα χρόνια τον Ιουλιανού
Ξαναπαίρνουμε την ιστορία από μερικά χρόνια πριν αποθάνη ο Κωστάντιος, επειδή τα στερνά χρόνια του Κωσταντίου είναι και τα πρώτα του Ιουλιανού. Κι ο Ιουλιανός δεν είταν άνθρωπος με τα συνηθισμένα συστατικά, καλά ή κακά ενός βασιλέα, παρά αλλόκοτο φαινόμενο, που για να το καταλάβουμε πρέπει από την αρχή του να το κοιτάξουμε και να το μελετήσουμε. Στο δρόμο μας απάνω θανταμώσουμε φυσικά και τον Κωνστάντιο· ήρωας όμως του μέρους τούτου θα είναι ο Ιουλιανός, ο περίφημος ο Παραβάτης που καταπιάστηκε να μας ξαναφέρη τα παλαιά, ό,τε άρχιζε ο κόσμος να παίρνη την καινούρια μορφή του.
Ο Ιουλιανός κι ο αδερφός του ο Γάλλος είταν τα μόνα αξαδέρφια του Κωσταντίου που γλύτωσαν από τη βασιλική του σπάθα.
Είταν τότες ακόμα παιδιά, κι ορφανά μάλιστα, αφού ο πατέρας τους, ο Ιούλιος Κωσταντίνος, πήγε κι αυτός με τάλλα τα θύματα. Φρόντισε ο Κωστάντιος να φυλαχτούν καλά και τα δυο παιδιά, πρώτα στην Ιωνία και στη Βιθυνία, κατόπι μέσα σ' αραχνιασμένο παλάτι της Μικρασίας κοντά στην Καισάρεια. Εκεί κλεισμένοι μαθαίνανε γράμματα από δασκάλους ονομαστούς στον καιρό τους. Ο Γάλλος, ο μεγαλήτερος, δε φαίνεται να πολυπρόκοψε, επειδή, όταν οι Ευνούχοι της Πρωτεύουσας ενεργήσανε κ' έγινε Καίσαρας της Ασίας στα 351, έδειξε τόση αγριωσύνη — μάλιστα τότες που, αφού έβρισε δυο υπουργούς του Κωσταντίου σταλμένους στην Αντιόχεια να ξετάσουνε μερικά του κακουργήματα, τους έδεσε ύστερ' από τα πόδια και τους σέρνανε στους δρόμους — που τον έφερε ο Κωστάντιος στην Πρωτεύουσα, κ' ύστερ' από ψεύτικη κρίση πρόσταξε και τονέ δέσανε πιστάγκωνα και τον κόψανε μέσα στη φυλακή σαν κοινό κακούργο.
Ο Ιουλιανός ύστερ' από το κακό τέλος του αδερφού του δεν είτανε να τονέ ζουλέψη άνθρωπος. Όλοι τον υποψιάζουνταν, από τον Κωστάντιο και κάτω, και μάλιστα οι παντοδύναμοι οι Ευνούχοι του παλατιού. Για καλή του τύχη όμως είχε την καλοκάγαθη Αυτοκρατόρισσα Ευσεβία από το μέρος του, και πότε με τη βοήθεια της, πότε με την πολιτική του, γνωρίζοντας να κρύβη τους στοχασμούς του, ξεγλύτωσε από τα νύχια του Κωσταντίου. Έστερξε λοιπόν ο Βασιλέας να τον αφήση μονάχα ξορισμένο. Ο τόπος όμως που διάλεξε για εξορία του, η Αθήνα, μας δείχνει πόσο λίγο γνώριζε και τον αξάδερφό του και την Αθήνα.
Τα είδαμε της Αττικής Πρωτεύουσας τα καμάρια τους πρώτους δύο τρεις αιώνες. Και κείνα που είδαμε τότες, κι αυτά που θα δούμε τώρα, αν άλλο δε μας διδάσκουν πολύ σοφό, μας φανερώνουν όμως πως ό,τι αληθινή ζωή και δύναμη έμνησκε στο Έθνος, είτανε χρόνους και χρόνους φευγάτη από τα μέρη εκείνα. Ένα και μονάχο στολίδι το φύλαγε ακόμα η πατρίδα του Περικλή και του Πλάτωνα, τα δοξασμένα της μνημεία και τη χαριτωμένη της γλώσσα που διδάσκουνταν ακόμα, και βέβαια και θα μιλιότανε μέσα στον «κύκλο» με κάποια αττική χάρη. Όλα της τάλλα είτανε φαντάσματα, ίσκιοι και πυροτεχνήματα, σαν και κείνα που βλέπουμε να παρασταίνουν πολέμους, παράταξες και τέτοια, θεατρικά μάλλους λόγους παιχνίδια. Τρέχανε φυσικά στην Αθήνα όσοι νοιώθανε μέσα τους σεβασμό προς ταρχαία και λαχτάρα να μάθουν τα μυστήρια της θείας γλώσσας. Η διδασκαλία της όμως είταν τόσο αγυρτική και με δίχως ουσία, που έπρεπε μα την αλήθεια νάχη άνθρωπος σιδερένιο στομάχι κ' έξοχο καλλιτεχνικό ενθουσιασμό, για να την χωνεύη μένοντας εκεί και να μην τη συνορίζεται. Αναγούλα σε πιάνει διαβάζοντας την περιγραφή της ελεεινής εκείνης κωμωδίας. Είχε πια καταντήσει όχι εμπόριο, παρά ληστεία η Αθηναϊκή η διδασκαλία. Ως και μεσίτες φύλαγαν κάτω στον Περαία και μάζευαν τους ξένους για να τους φέρουνε στα σοφιστικά καταστήματα. Μα κι ως το Σούνι ξεκινούσανε και τους βάζανε στο χέρι, και τους φοβέριζαν κιόλας ανίσως κ' είχανε σκοπό να κατέβουν αλλού. Τέλος καταντούσε να ζητούν οι δύστυχοι οι φιλόμουσοι βοήθεια από τους καραβοκυρέους, να τους γλυτώσουν από τους άγριους, αυτούς σοφούς· επειδή δεν είταν οι μεσίτες μονάχα, μα κ' οι ίδιοι οι δάσκαλοι κατέβαιναν και τους καμάκευαν. Ανάστατη γίνουνταν η χώρα σαν έφταναν τέλος οι ξένοι. Βρίσκανε τους δασκάλους μοιρασμέους σε κόμματα, τους μαθητάδες το ίδιο. Κι όχι μονάχα ξύλο έπαιζε, παρά και στάρματα έτρεχαν κάποτες. Και σα δεν είχαν πια χωρισμό, τους φώναζε ο Ανθύπατος στη Κόρινθο και τους πρόσταζε να βγάζουνε ρητορικούς λόγους· κι όποιος έβγαζε τον καλλίτερο λόγο, αυτός είταν ο νικητής.
Εξόν από μερικούς που δεν πρόσμεναν από τους Αθηναίους σοφία, παρά μονάχα Ελληνικά γράμματα, καθώς λόγου χάρη οι δυο Ιεράρχηδες Βασίλειος και Γρηγόριος, εξόν απ' όσους φυλάγανε μέσα τους, κάποια ευλάβεια προς ταθάνατα μνημεία της αρχαιότητας, και θωρώντας τα βάφτιζαν το νου τους μέσα στης τέχνης τα θεία μυστήρια, όλοι οι άλλοι που κατεβαίνανε στην Αθήνα πέφτανε στα δίχτυα ψευτοδασκάλων και τοκογλύφων. Είταν η βιομηχανία της χώρας, αυτή. Κακή ψυχρή όμως, την υποστήριζαν ακόμα όσοι δεν είχανε χαμένη την αγάπη της αρχαίας θρησκείας, κι αυτό δίχως άλλο έκαμε τον Ιουλιανό και καταχάρηκε σαν έμαθε πως για κει τον τοίμαζε ο Κωστάντιος.
Ο Ιουλιανός, καθώς είπαμε, δεν είταν άνθρωπος δίχως αξία. Το χαρακτήρα του όμως τον έπλασαν αλλόκοτο τρία σπουδαία περιστατικά της νεανικής του ζωής. Πρώτα, η σκληρόκαρδη η πολιτική του Κωσταντίου, που Χριστιανός όντας γέμισε το Κράτος του αίμα αδερφικό και συγγενικό, αίμα που του φαρμάκεψε την καρδιά· δεύτερο, η περιορισμένη του αναθροφή, περιορισμένη όχι από βιβλία κι από δασκάλου — αυτά τα είχε περίσσια· μόνο από πείρα κι από κοσμογνωρισιά, φυλακισμένος καθώς έμνησκε στα μακρινά και στα ξένα, έξω από τα δράματα, της καθημερνής ιστορίας. Τρίτο, κ' ίσως σπουδαιότερο περιστατικό, τα λογομαχητά και τα μαλλοφαγώματα των Αρειανών και των Ορθοδόξων. Από τέτοια στοιχεία τριγυρισμένος, κι από φυσικό του πλασμένος να στοχάζεται και να μελετά, ποιο άλλο χρώμα να πάρη παρά το φιλοσοφικό, το θεωρητικό, το δασκαλήσιο; Του καρφώθηκε του Ιουλιανού η ιδέα πως όλα τα κακά που υπόφερνε τότες ο κόσμος, αιτία τους είταν η νέα θρησκεία που πλημμύρισε τα Κράτος με μαχητές και με σκάνταλα, και πως ο κόσμος θα μονοιάση μια κι αναστηθούν οι Ολύμπιοι! Και δεν είτανε μονάχος του ο Ιουλιανός, παρά, καθώς ο Κωστάντιος είχε κάπως τους Αρειανούς αποπίσω του, έτσι και το νέο τον ερημίτη τον πήρανε στο λαιμό τους οι Εθνικοί κ' οι καψοφιλόσοφοι, που είχε ακόμα ο τέταρτος ο αιώνας κάμποσους, κέξω από την καθαυτό Ελλάδα. Έπειτα και το Ιερατείο τους, όχι στην Ελεψίνα μονάχα, παρά και στην Έφεσο. Και τέλος ένα στράτεμα προφήτες, μάγοι, θαματουργοί, και δαιμονολόγοι, που είχανε βέβαια κι αυτοί τα συφέροντά τους. Όλοι τους τον τριγύριζαν τον Ιουλιανό σα μελίσσια. Δε βάσταξε ο θεωρητικός του ο νους. Μην έχοντας αρκετή σαβούρα από κρίση, έχτισε μέσα στη φαντασία του ένα σύστημα, που μήτε φιλοσοφικό είτανε μήτε ειδωλολατρικό, παρά και τα δυο. Από τη μια πίστευε πως υπάρχει ένας Μεγάλος Θεός, κι από την άλλη παραδέχουνταν πως ο Μεγάλος ο Θεός είχε βαλμένους τους Ολύμπιους να κυβερνούν τα επίγεια. Με τέτοιες δοξασίες θαρρούσε ο καλότυχος πως θα ξαναφέρη τα παλιά τα μεγαλεία, και με τέτοια καύκαλα κατέβηκε στην Αθήνα (355).
Έρχεται εκεί, τηράει τα δοξασμένα μνημεία, τους θεόλαμπρους ναούς και ταγάλματα, ακούγει τους σοφοπόνηρους εκείνους ρητόρους που και ξυπνότερούς του ξελαγιάζανε με τα μελένια τους λόγια, πηγαίνει στης Ελεψίνας τα μυστήρια, πηγαίνει στα πανηγύρια και στους αγώνες, και σαν είδος μονομανία τον πιάνει η βαθιόρριζη εκείνη ιδέα που τόσους χρόνους την κρυφοχάδευε στην καρδιά του. Στον έξω κόσμο μηδέ τώρα δεν ξεστόμιζε τίποτις, επειδή ο Κωστάντιος δε χωράτευε ανίσως και πηγαίνανε σταυτί του τέτοιες ιδέες. Το τι έλεγε όμως με τους Ιεροφάντηδες και τους άλλους δικούς του, δύσκολο δεν είναι να το μαντέψουμε. Και τα προηγούμενά του και τα κατοπινά μας το δείχτουν πως συναγροικιούνταν από τότες με τους Αθηναίους του. Σκάρωσε δουλειά μεγάλη μαζί τους, να σηκώση, άμα το φέρη η ώρα, τη σημαία της αρχαίας θρησκείας και να γλυτώση τον κόσμο. Το περίεργο είναι που ο Ιεράρχης ο Γρηγόριος, μαθητεύοντας τότες κι αυτός και παρατηρώντας τους τρόπους του, δε δυσκολεύτηκε να διακρίνη τους στοχασμούς του. « Σα να τονέ μυρίστηκα» λέει σ' έναν του λόγο «από ταλλοιώτικά του φερσίματα. Σα να το υποψιάστηκα πως καλά σημάδια δεν είταν οι ώμοι εκείνοι οι αγέρωχοι κ' οι ανασηκωμένοι, τα γουρλωμένα τα μάτια, η άταχτη η περπατηξιά του, το φύσημα του ρουθουνιού, τα στραβομουριάσματα, ταδιάντροπο και το σπασμωδικό το χαχλάνισμα, τάσκοπά του γνεψίματα, και ταταίριαστα λόγια του. Μόλις τα παρατήρησα όλ' αυτά, κ' είπα, τι κακό της φυλάει της Ρωμιοσύνης»!
Στο μεταξύ δούλευε ως τόσο η Ευσεβία, κ' έστερξε τέλος πάντων ο Κωστάντιος να τον κάμη Καίσαρα τον Ιουλιανό. Ύστερα λοιπόν από έξη μήνες φιλοσοφία τράβηξε κατά τη Γαλατία, που είχε ανάγκη ο Βασιλέας εκεί από καλό Κυβερνήτη. Και φαίνεται πως πιδέξια τάβγαλε πέρα στη χώρα εκείνη, που τηνέ βασάνιζαν τότες οι Γερμανοί, επειδή σε πέντε χρόνια μέσα τους έδιωξε τους βαρβάρους. Ο Κωστάντιος όμως τότες με το ζαβό του κεφάλι, αντίς να τον καλοπιάση τον Ιουλιανό και να τον έχη από κοντά του, τονέ ζούλεψε, και φοβηθέντας μην τύχη και του σκαρώσουν οι Λεγεώνες τίποτις πραξικόπημα, τις προστάζει να κατέβουν και να πολεμήσουν τον Πέρσο. Οι Λεγεώνες όμως, αγαπώντας τον Ιουλιανό και μη στέργοντας να τον αφήσουν, κάμνουν ίσα ίσα εκείνο που πάσκιζε ν' αποφύγη ο Κωστάντιος. Εκλέγουνε δηλαδή τον Ιουλιανό Βασιλέα τους στη Λουτητία (το σημερινό το Παρίσι) χωρίς να το θέλη. Ζήτησε ο Ιουλιανός να τα βολέψη με τον Κωστάντιο, μα του κάκου. Έβραζε ο Κωστάντιος από την οργή του· είταν αποθαμμένη τώρα κ' η Ευσεβία. Άλλο λοιπό δεν τούμνησκε του Ιουλιανού παρά να πάρη το στρατό και, να κατέβη να πολεμήση τον Κωστάντιο, κι αυτό έκαμε. Για καλή του όμως τύχη πεθαίνει στο μεταξύ ο Κωστάντιος, κι αναγνωρίζεται τότες ο Ιουλιανός Βασιλέας απ' όλο το Κράτος (361).
Ως εδώ πάει καλά· μα εκείνο που μας κάμνει το κίνημά του σπουδαίο είναι που μόλις σήκωσε πόλεμο με τον Κωστάντιο, κι αρνήθηκε φανερά του Χριστού την πίστη. Και καθώς έφερνε τους λεγεώνες του στην Ανατολή, μάζευε κ' εθνικούς προφήτες, μάγους, κ' ιεροφάντηδες, να πολεμήσουνε το χριστιανισμό πια τώρα κι όχι τον Αυτοκράτορα. Έστελνε γράμματα και μηνύματα στους Αθηναίους γυρεύοντας τη σοφή τους βοήθεια, κ' οι Αθηναίοι πάλι ανοίγανε ναούς, ξανάστηναν γκρεμισμένους βωμούς, και κάμνανε θυσίες και πανηγύρια. Κι όταν καταστάλαξε στη Θράκη, εξόν από το στράτεμά του τον τριγύριζαν κι όλης της Ελλάδας και της Ανατολής οι αρχαιόσοφοι, που καθώς είδαμε τον είχανε στο λαιμό τους παρμένο.
Έβραζε λοιπόν ακόμα η Ρωμιοσύνη με τα παλιά της στοιχεία, άλλα με μορφή χριστιανική καθώς ο Αρειανισμός, κι άλλα καθάρια αρχαϊκά καθώς η Θρακική αυτή Συνοδία, πούσερνε πίσωθέ της τον απλοϊκό κόσμο, τον κόσμο που λάτρευε ακόμα το Δία περίγυρα στο θεϊκό τους Όλυμπο.
ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η Βασιλεία τον Ιουλιανού
Μπήκε στην Πρωτεύουσα ο Ιουλιανός με τον Πλάτωνα και με τον Αριστοτέλη στην αμασκάλη. Μαθόντας από τον έναν πως έπρεπε ο αληθινός Βασιλέας να είναι θεϊκώτερος από κοινούς ανθρώπους, κι από τον άλλον πως φυσικιά του είναι και κάποια αγριωσύνη, βάλθηκε να πνίξη κάθε άγρια όρεξη μέσα του και νανεβάση το νου του στα σύννεφα. Καταπιάστηκε μάλλους λόγους να κάμη το θρόνο του βωμό Πλατωνικής αρετής. Πέταξε τιμές και τίτλους, αρνήθηκε ηδονές και χαρές, και παραδόθηκε στα βασιλικά του χρέη με ζήλο που θα είτανε σταλήθεια σωκρατικός, α δεν είτανε δανεισμένος από βιβλία. Μαζί με τάλλα τα καλά που αρνήθηκε είταν και το καλοφάγι. Περιορίστηκε σε λαχανικά, και με το ναπόφευγε κρέατα είχε, λένε, τόσο αλαφρό το στομάχι, που μπορούσε τρία διαφορετικά γράμματα σύγκαιρα να τα υπαγορεύη! Η αλήθεια είναι πως δούλευε ακούραστα στο Παλάτι του. Ως μήτε στο Ιπποδρόμιο δεν πήγαινε παρά μια ματιά, έτσι να φανή πως πήγε.
Τέτοιες ιδέες και συστήματα τι άλλο να φέρουνε μέσα στο καλομαθημένο Παλάτι παρά χαλασμό και καταστροφή! Ζήτησε, λέει, να κουρευτή· και του παρουσιάζεται λαμπροστόλιστος ο κουρέας. Τονέ βλέπει, και λέει πως κουρέα ζήτησε κι όχι Γερουσιαστή! Κακή ώρα τους βρήκε τότες τους χίλιους κουρέους, τους χίλιους κεραστάδες, τους χίλιους μαγείρους, και τους ακόμα πιώτερους Ευνούχους που βράζανε στο παλάτι μέσα.
Δε φαίνουνται ρητορικές υπερβολές αυτά τα βαρβαρικά μεγαλεία που μας τα είχε ο Κωσταντίνος φερμένα από Ρώμη κι από Περσία, Του πουλιού το γάλα έβρισκες στο παλάτι εκείνο. Κάθε σπάνιο και πολύτιμο πράμα, από το διαμάντι κι από το μάλαμα ως το πιο δυσκολόβρετο λούλουδο και πωρικά, τα χαίρουνταν οι αχόρταγοι αυλικοί, που ένας απάνω στον άλλον έπεφταν, ποιος να πρωταρπάξη τα πιώτερα προνόμια, χαρίσματα, δωροδοκίες, κι αξιώματα. Ξάστραφτε ο κόσμος με τα χρυσοκέντητά τους φορέματα. Κι όσο για τους Ευνούχους, πολίτης καβαλλάρης αν περνούσε, έπρεπε να ξεπεζέψη και να τους χαιρετήση. Τα είδε όλ' αυτά ο Ιουλιανός, που ο ίδιος του πλάγιαζε κατάχαμα για να κοιμηθή, κι άναψε το φιλοσοφικό του αίμα. Από τη μιαν άκρη πήδηξε στην άλλη. Ένα διάταγμα και ρημώθηκε το παλάτι. Γέμισε η πόλη ξεπεσμένους Αρχόντους, κ' έμεινε αυτός ολομόναχος σαν είδος Διογένης, αφού όχι μονάχα τασιατικά φορέματα των προκατόχων του δεν καταδέχτηκε να φορέση, μα και περηφανευότανε για τακάθαρτα ρούχα του, τάκοβα νύχια, και την όχι πολύ παστρικιά γενειάδα του.
Σήμανε τότες η ώρα να εφαρμώση και τα θρησκευτικά του τα όνειρα.
Είπαμε τι τονέ γύρισε προς την αρχαία θρησκεία, κι ας είτανε μαθητής του Ευσεβίου της Νικομήδειας, που ως είκοσι χρονών τον έβαζε και διάβαζε τις Προφητείες στη Μητρόπολη μέσα. Τον τριγύρισαν κατόπι κ' οι αρχαιόσοφοι και τον αποτελείωσαν. Τον έκαμαν και πίστεψε πως και την Ιλιάδα και την Οδύσσεια οι Θεοί την είχαν υπαγορέψει του Ομήρου, και παραγέμισαν το νου του με λογής λογής συστήματα. Είδαμε στάλλο το κεφάλαιο με τι τρόπο έσμιξε το μονοθεϊσμό και την πολυθεΐα. Είδαμε τι μανία τον έπιασε με τους Ιεροφάντηδες και με τα Μυστήρια τους σαν κατέβηκε στην Αθήνα. Κατάντησε, και στη Γαλατία σαν πήγε, να φέρη επίτηδες Αρχιερέα της παλιάς θρησκείας να τονέ δασκαλέψη. Δέκα χρόνια σιγόβραζε μέσα του ο κρύφιος αυτός ο φανατισμός. Και τώρα πια που δεν είχε να φοβηθή από Κωστάντιο, ξέσπασε ο ενθουσιασμός του, και φανερώθηκε όχι μέσα στην πολιτική του μονάχα, παρά και στα κάμποσα βιβλία που μας αφήκε γραμμένα σε καθάρια Ελληνική. Άνοιξε ναούς, έστησε βωμούς, ξανασκάρωσε τω Δελφών το Μαντείο, και καμάρι του το είχε να κάμνη ατός του θυσίες, μάζευε δηλαδή, έκοβε κι άναβε τα ξύλα, έσφαζε το θύμα, κ' έχωνε το βασιλικό του χέρι στα σπλάχνα του ζώου να σύρη το συκώτι και ναναγνώση μελλούμενα.
Ένα καλό, που τους Γαλιλαίους, (έτσι τους ονόμαζε τους Χριστιανούς) δεν τους φέρθηκε καθώς άλλοτες ο Διοκλητιανός κι ο Γαλέριος. Κι ίσα μερικοί κακόγνωμοι του φορτώσανε, λόχου χάρη πως έσφαζε και γυναικόπαιδα για να μελετάη τα συκώτια τους, μας δείχνουνε μόνο τι λογής γράφανε μερικοί τότες την ιστορία. Εννοούσε ο Ιουλιανός να πηγαίνη κατά τα βιβλία που σπούδαζε, και τα βιβλία του λέγανε να κυνηγάη σ' όλα του φιλοσοφικό μέτρο. Το ίδιο και με τους Εβραίους, που τους προστάτευε κιόλας.
Δίκιο έχει ο λαός που λέει πως άλλα είναι τα γράμματα κι άλλη η γνώση. Τα γράμματα κ' η φιλοσοφία τον οδηγούσαν τον Ιουλιανό ως ένα σημάδι. Παρακείθε δεν πήγαινε δίχως να παρασέρνεται από φαντασία κι από φανατισμό. Τους «Γαλιλαίους» π. χ. τους θάρρειε τόσο χοντρούς κι απολίτιστους, που τους εμπόδιζε να σπουδάζουνε γραμματική και φιλοσοφία! Κι αυτό πια υπομονή· ίσως μάλιστα και για καλό τους. Μα τους απαγόρευε και την καλλιτεχνία. Του κάκου διαμαρτυρήθηκε ο Μεγάλος ο Γρηγόριος σ' έναν από τους «Στηλιτευτικούς» του. Αντίς να καλλιτερεύη με τον καιρό, χεροτέρευε· κέρδιζε ο φανατισμός κ' έχανε η φιλοσοφία. Κατάντησε τέλος να βάλη νόμο που ανάγκαζε τους Χριστιανούς να πλερώσουν αποζημίωση για όσους ναούς χαλάσανε στον καιρό του Κωσταντίου ή και πριν ακόμα. Κ' ένας Επίσκοπος που αρνήθηκε να πλερώση για ένα ναό που γκρέμησε, αν κ' έτυχε να είναι άνθρωπος που τονέ γλύτωσε άλλοτες τον Ιουλιανό από τη μαχαίρα του ξαδέρφου του, τιμωρήθηκε με σκληρό, βασάνισμα. Τέτοια μέτρα δεν είτανε φυσικό να εφαρμοστούνε δίχως να παρουσιαστούν άτοπα κι από ταντίθετο μέρος. Ενώ λοιπόν ο Βασιλέας ξανάστηνε βωμούς και ξανάχτιζε τέμενα στην Αντιόχεια, πηγαίνουν οι «Γαλιλαίοι» και βάζουνε φωτιά στο ναό του Απόλλωνα της Δάφνης (ωραίο και σύδεντρο χωριό δίπλα στην Αντιόχεια). Αμέσως μεγάλος κατατρεγμός. Έπαθαν τότε κάμποσες χώρες. Μαζί με τους άλλους κ' οι Αρειανοί της Έδεσας, με το να είχαν κάμει κι αυτοί μερικές αταξίες. Τους άρπαξε ο Ιουλιανός χρήματα και χτήματα· άλλα μοίρασε στους στρατιώτες του, κι άλλα δήμεψε, λέγοντας περιπαιχτικά πως τώρα θαπολάψουν την ουράνια τη βασιλεία.
Σε τέτοια βράση απάνου παράξενο δεν είναι που πήραν οι φίλοι του τον κατήφορο. Του κάκου φώναζε ο Ιουλιανός να μην κάμνουνε βαρβαρότητες όταν άκουσε πως αποκεφάλισαν ένα Πρεσβύτερο στο περιστατικό της Δάφνης. Αδύνατο να τους σταματήση. Στην Καισαρεία, στην Ιλιούπολη, σάλλα μέρη, σέρνανε χριστιανών κορμιά στους δρόμους, έσφαζαν αθώους, έρριχταν τα σπλάχνα τους σε χοίρους και σκυλιά, κι ο όχλος έτρεχε ξεφρενιασμένος κατόπι τους. Και θα καταντούσε ίσως ακόμα πιο ανοικονόμητο το κακό, μόνο που δεν πολυβάσταξε η ζωή του βασιλικού τους προστάτη.
Γραφτό του όμως είτανε να στολιστή η ιστορία του και μάλλο φοβερό δράμα, την περίφημη ταραχή της Αλεξάντρειας στον καιρό του Γεωργίου του Καππαδόκη. Κ' επειδή αυτό μας φέρνει σε νέα πράξη της δραματικής ιστορίας του Αθανασίου, ας μην το παρατρέξουμε.
Είταν, ως φαίνεται, ο Γεώργιος κοινός άνθρωπος της Καππαδοκίας, που με κολακείες και με παρόμοια μέσα κατόρθωσε να πάρη απάνω του την προμήθεια του στρατού. Τόσο όμως ασυνείδητος κι άδικος, που αναγκάστηκε κρύφια να το ξεκόψη. Τόρριξε τότε στα γράμματα, στη ρητορική, στη σοφιστεία. Έγινε τέλος κι Αρειανός. Έρχεται κατόπι ο ξεθρονισμός του Αθανασίου (357), και με τη συνηθισμένη του μέθοδο ενεργεί κ' εκλέγεται ο Γεώργιος Μητροπολίτης από τους Αρειανούς. Δεν αργήσανε να καταλάβουν οι Αλεξαντρινοί με τι λογής Πατριάρχη τα βάλανε. Όλους τους έτριβε ο αλύπητος μύλος του. Την έκαμε την αρχιερωσύνη εμπόριο, και κάτι χερότερο. Πήρε το μονοπώλιο του αλατιού, του χαρτιού· ως και τις θανές μονοπώλιο τις έκαμε. Τους έψηνε τους πλούσιους τω μερών εκείνων και μάλιστα τους Εθνικούς. Μήτε ναό τους αφήκε ακούρσευτο, μήτε ιερέα τους ήσυχο. Ζώντας ακόμα ο Κωστάντιος, σηκώθηκε ο λαός και τον έδιωξε, κ' έγινε ανάγκη να βγη ο στρατός και να τονέ διαφεντέψη. Όταν όμως ανέβηκε ο Ιουλιανός στα 361, έρχεται αμέσως βασιλικό διάταγμα που σταλήθεια τον ξεθρόνιζε. Σα να τους κατάλαβε ο Ιουλιανός τους Αρειανούς, επειδή σύγκαιρα πρόσταξε να μεταγυρίσουν όλοι οι ξορισμένοι Επισκόποι, και μαζί τους εννοείται κι ο Αθανάσιος. Έπεφτε λοιπόν ο Καππαδόκης κι άφινε το θρόνο στο γνωστό μας Φωστήρα της χριστιανοσύνης. Μόλις όμως ήρθε το βασιλικό διάταγμα και παίρνουν το Γεώργιο, τον αλυσοδένουν, και τονέ σέρνουνε στη φυλακή. Βράζοντας ο λαός από μίσος με τα όσα έπαθε, πηγαίνει κατόπι και σπάνει τις θύρες της φυλακής, τονέ θανατώνει, φορτώνει το κορμί του σε καμήλα και το ρίχτει στη θάλασσα. Χολόσκασε ο Ιουλιανός σαν τάκουσε όλ' αυτά. Μα πάλι δεν τούρθε να τους φερθή και πολύ αυστηρά τους Αλεξαντρινούς, μια και στάθηκαν οι Εθνικοί αφορμή· παρά τους μήνησε να θυμηθούν πως είναι των Ελλήνων απόγονοι, και νάχουνε χάρη το Μέγα τον Αλέξαντρο που δεν τους παιδεύει!
Γράφοντας μερικοί ξένοι την ιστορία του Γεωργίου του Καππαδόκη, τους κατέβηκε να τον κάμουν ένα με τον Πρωτομάρτυρα το Γεώργιο, αποθαμμένον τότες κ' εξήντα χρόνια! Είπανε μάλιστα και πως ο Δράκος του Άη Γιώργη είναι ο Αθανάσιος, κι άλλα τέτοια που τα κατάπινε ο κόσμος, μαζί με πάμπολλα παρόμοια Βυζαντινά στρεβλώματα, ώσπου φάνηκαν ανθρωπινώτεροι ιστορικοί και μας τα ξεδιάλυναν.
Ταιριάζει τώρα να ξαναπάρουμε το μακρινό και το πολύκομπο νήμα της ιστορίας του Αθανασίου, που καταντάει το ίδιο σα να λέμε της Ρωμιοσύνης.
Ξανάρχεται λοιπόν πάλι ο ιεράρχης από την εξορία (362) να διαδεχτή τον Καππαδόκη. Όλος ο κόσμος βγήκε να τον προαπαντήση. Μαζευτήκανε μερμήγκια στους όχτους του Νείλου με φοινικόκλαδα στα χέρια. Στρώσανε πλουμισμένα και ξομπλιαστά πανικά να περάση ο Αθανάσιος. Μαύριζε ο ποταμός από τις αμέτρητες βάρκες, έφεγγε το πέλαγο από τις φωταψίες. Πιο λαμπρό. και πιο χαρούμενο πανηγύρι δε μετάγινε στη χριστιανική την Αλεξάντρεια. Κ' έτσι κάθισε πάλι στο θρόνο του ο λαοπόθητος ο Αθανάσιος. Του Ιουλιανού ως τόσο δεν του ήρθε και τόση δόξα· ως εκεί η φιλοσοφία του δεν πήγαινε. Ταράζεται από ζούλια και προστάζει να ξοριστή πάλι ο Αθανάσιος. Είναι άπρεπα κι άσοφα τα όσα έγραψε εναντίο του τότες. Ως κι «ανθρωπάκο» τον ονόμασε σ' ένα του γράμμα. Του κάκου τον παρακαλούν οι Αλεξαντρινοί· όσο παρακαλούσαν, άλλο τόσο αυτός πείσμωνε, και τέλος όχι μονάχα από την Αλεξάντρεια, παρά κι απ' όλη τη χώρα τον ξόρισε. Βρήκε ως τόσο τρόπο ο Αθανάσιος κ' έμεινε στην πρωτεύουσα του, και παρηγόρησε τους πιστούς λέγοντας τους πως « σύννεφο είναι και θα περάση ».
Πέρασε το σύννεφο, και γλήγορα μάλιστα. Μαζί με τα βάσανα πούβαλε στο κεφάλι του ο Ιουλιανός ζητήσαντας ν' αναστήση τα παλιά, τον έτρωγε και η πιο γνωστικιά φιλοδοξία να διώξη από τανατολικά τους Πέρσους, καθώς άλλοτες είχε διώξει τους Γερμανούς από τα δυτικά. Τοιμάζει λοιπόν εκστρατεία και κατεβαίνει πρώτα στην Αντιόχεια. Άλλα όμως πρόσμενε κι άλλα βρήκε στην ξακουσμένη αυτή μεγαλόπολη της Ανατολής. Είταν οι κάτοικοι της ανακατωσιά χριστιανική κι ασιατική· παραλυσίες και πολυτέλειες από τη μια, ορθοδοξία και χριστιανισμός από την άλλη. Πότε ιπποδρόμια και θέατρα, πότε θρησκευτικές ακολουθίες κι ολονυχτίες. Ίσια ίσια τα δυο στοιχεία που πολεμούσε ο Βασιλέας. Έτυχε να πλακώση και πείνα. Η Αντιόχεια ζητούσε τα συνηθισμένα της καλοφάγια, κι αυτός πάσκιζε να τους σωπάση με μονάχα ψωμί. Και μήτ' αυτό δεν τόκαμε φρόνιμα, παρά τις χιλιάδες μόδια σιτάρι που κατέβασε και τα πρόσφερνε σε μέτρια τιμή, ταφήκε και πουληθήκανε σε κεφαλαιούχους που το μεταπουλούσανε στους φτωχούς με τιμές φοβερές. Αυτά κι άλλα τέτοια τους σκύλιασαν τους κατοίκους της Αντιόχειας. Άλλο δεν άκουγες στους δρόμους παρά βρισίδι και περιπαιχτικά τραγούδια. Ως και τα γένεια του τα κορόιδευαν. Κι αντίς να καθίση να διορθώση τα σφάλματα του, στενοχωρέθηκε πάλι ο φιλόσοφος ο Ιουλιανός! Δεν καταδέχτηκε όμως να δείξη και την οργή του με τιμωρίες, ξεθύμαινε λοιπόν κι αυτός με τη σάτυρα! Αυτή είναι η ιστορία του σατυρικού του έργου «Μισοπώγων».
Στην Αντιόχεια αντάμωσε και τον ακριβό του Λιβάνιο, σοφιστή από τους πρωτοξάκουστους του καιρού του. Από μωρό παιδί τονέ διάβαζε ο Ιουλιανός, όσο κι αν πολεμούσαν οι άλλοι δάσκαλοι του να κρύβουν τα έργα του από ζούλια. Γνωρίζοντας να τον κολακεύη με τρόπο ο Λιβάνιος έμνησκε πάντα στενός του φίλος.
Αφού πέρασε μερικόν καιρό στην πρωτεύουσα της Συρίας, ξεκίνησε τέλος προς την Περσία. Σκαρώνει μεγάλο στόλο στον Ευφράτη, κυριεύει κάμποσες χώρες της Μεσοποταμίας που του αντιστάθηκαν, περνάει τον Τίγρη, και κατεβαίνει στο Χτησιφώντα. Στήνει εκεί πολιορκία, μα αποτυχόντας σηκώνεται και περιοδεύει στην Περσική χώρα, να βρη το Σαπώρη. Γυρεύοντας όμως τον Πέρσο χάνει το δρόμο του, κι αναγκάζεται να μεταγυρίση. Άξαφνα ξεπροβάλλει ο Περσικός στρατός και τον παίρνει το κατόπι. Λέγουν πως τοιμάστηκε τότες να ξανακάμη το κατόρθωμα του Ξενοφώντα με τους Μύριους, κι αυτό σα να μας δείχνη πως και στους πολέμους κατά τα βιβλία πήγαινε. Δεν είταν όμως γραφτό του. Μια μέρα, εκεί που του χτυπούσαν οι Πέρσοι την πισοφυλακή του, όντας και μεγάλη ζέστη, καβαλλικεύει δίχως την αρματωσιά του και τρέχει στη μάχη. Τούρχεται μια κονταριά στην κοιλιά, κι αυτό είταν το τέλος του. Είπαν οι φίλοι του πως απέθανε σαν ήρωας και σα φιλόσοφος. Τον παρομοιάσανε μάλιστα και με το Σωκράτη. Τον έθαψαν έπειτα στην Ταρσό (363).
Τέτοιος είταν ο βασιλικός αυτός αντιπρόσωπος της ετοιμοθάνατης Αρχαιολατρείας του τέταρτου αιώνα. Άνθρωπος που σε παλαιικώτερους χρόνους μπορούσε να φανή σταλήθεια φιλόσοφος, από φυσικό του σπουδαίος καθώς είταν ο νους του. Μα με τους δασκάλους που έμπλεξε, με τα περιστατικά της ζωής του, και με το δρόμο που πήρε πια τώρα ο κόσμος, φαίνεται παράκαιρος και παράλογος, κι ολότελα αταίριαστος με τα συστήματα που εγκαινίασε ο μεγαλοπίχερος θειος του.
ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ιοβιανός και Βάλεντας
Το κοντάρι εκείνο του Πέρσου πολεμιστή μαζί με του Ιουλιανού το κορμί αφάνισε και το κόσκινο που είχε πλέξει ο σκολαστικός Αυτοκράτορας για να κουβαλή ταθάνατό του νερό. Ήρθε ως τόσο σε δύστροπη ώρα το τέλος του. Πού να βρεθή της προκοπής Βασιλέας μέσα στα βουνά της Περσίας να τους οδηγήση, αν όχι στη νίκη, τουλάχιστο στην πατρίδα, τους! Ύστερα, από αρκετή λογομαχία βρέθηκε τέλος ο Ιοβιανός, ο πρώτος Δομέστικος. Μικρόψυχος άνθρωπος, απονήρευτος όμως, αγαπημένος, και το κάτω κάτω Χριστιανός αποφασισμένος να ξαναφέρη όσα συστήματα κατάτρεχε ο προκάτοχος του. Αυτά όμως αργότερα. Έπρεπε πρώτα, να ξεγλυτώση ο στρατός από του Πέρσου τα νύχια. Επειδή μαθόντας ο Σαπώρης τα γενάμενα τόσο τους στενοχώρησε και με ιππικό και μ' ελέφαντες, που έπιασε τις λεγεώνες φοβερός πανικός. Τους συμμαζεύει λοιπόν ο Ιοβιανός και ξεκινούν κατά τον Τίγρη. Φτάσαντας εκεί πρωτόδειξε την αδυναμία του με τους ταπεινωτικούς όρους που δέχτηκε από το Σαπώρη· όλη τη χώρα από τον Τίγρη και παρακείθε του την παραχώρησε. Πήγε τότες κ' η δύστυχη η Νίσιβη, που στέκουνταν προπύργιο κάθε φορά που πλάκωναν Ασιανοί προς τα δυτικά. Και δεν τούμεινε πια θάρρος μήτε να νοιαστή για την πόρεψη του στρατού του, μόνε τους άφησε απρομήθευτους, και καταντήσανε για είκοσι λίτρες θροφή να πλερώνουνε δέκα χρυσά νομίσματα, κ' ύστερα να σφάζουν και τάλογά τους και να τα τρώνε.
Τραγικά τα όσα γένηκαν όταν έφευγε από τη Νίσιβη να τραβήξη κατά την Πρωτεύουσα. Του κάκου του πρόσπεσαν οι Νισιβιώτες παρακαλώντας να τους αφήση να πολεμήσουνε για την πατρίδα τους, για το είναι τους. Έλεγε πως ορκίστηκε στον Πέρσο και πως πρέπει να φυλάξη τον όρκο του. Είδαν κι απόειδαν τότες, και σύγκαιρα με το μισεμό του Ιοβιανού πήραν κι αυτοί τα μάτια τους κ' έφυγαν από τον τόπο τους. Πλημμύρισε η χώρα τριγύρω. Νισιβιώτες ξεπατρισμένους, ο καθένας κουβαλώντας και κάτι πολύτιμό του. Πήγαν και καταστάλαξαν οι πιώτεροι στην Άμιδα της Μεσοποταμίας.
Ξεκίνησε ο Ιοβιανός κατά την Αντιόχεια με μεγάλη παράταξη. Στο δρόμο αυτόν επάνω έγινε κι ο ενταφιασμός του Ιουλιανού, καθώς είπαμε, στην Ταρσό της Κιλικίας. Έτρεξε, λέγουν, και τότες κάτι σαν παρατράγωδο, επειδή βγήκανε θεατρίνοι και περιγέλασαν τα ψεγάδια του ακολουθώντας παλαιικό συνήθειο της Ρώμης. Κι ακούγοντας τα το καταχάρηκε ο Χριστιανικός ο λαός.
Ευλαβής όμως όντας, καθώς είδαμε, ο νέος Βασιλέας, άρχισε από τώρα να νοιάζεται για την ειρήνεψη της αναστατωμένης Χριστιανωσύνης. Στο διάβα τους από τη Νίσιβη στην Αντιόχεια κρατούσαν πάλι οι Λεγεώνες το Λάβαρο, καθώς στου Κωσταντίνου τους χρόνους. Μονομιάς ακύρωσε τα προστάγματα του Ιουλιανού και κήρυξε νόμιμη θρησκεία του βασιλείου τη Χριστιανική. Μ' ανοιχτές λοιπόν αγκάλες τον αποδέχουνταν οι Χριστιανοί του υπήκοοι απ' όπου διάβαινε. Και μη γνωρίζοντας ακόμα ποια αίρεση μελετούσε να παραδεχτή, έτρεχαν κοπάδι Αρειανοί, Ομοούσιοι, Ευνομιανοί κι άλλοι, ο καθένας πολεμώντας να προφτάξη και να τονέ φέρη από το μέρος του. Έδειξε ως τόσο ο Ιοβιανός κάποια φρόνηση και δεν κηρύχτηκε με κανένα κόμμα. Μα τέλος φανερώθηκε η ορθόδοξη τάση του, και πρώτος που τη φανέρωσε είταν ο Αθανάσιος, σαν ξαναπρόβαλε από τα σκοτάδια πούμνησκε κρυμμένος από τον καιρό του Ιουλιανού, και ξαναθρονιάστηκε στην αγαπημένη του Μητρόπολη. Έμεινε πια τότες απείραχτος ο εβδομηκοντάρης ο Ιεράρχης ως τα 373. Επειδή αν κι ο διάδοχος του Ιοβιανού, ο Βάλεντας, τον ξόρισε πάλι, γλήγορα όμως τον ανάγκασε η ορθόδοξη Ρωμιοσύνη και τον ξανάφερε, και τον άφησε να ζήση ειρηνικά ως το τέλος του.
Ξαναείδε λοιπόν άσπρη μέρα ο Χριστιανισμός από τον Ιοβιανό. Άνοιξαν πάλε οι Εκκλησιές, και οι αρχαιολάτρηδες ξούρισαν κι αυτοί τα γένεια τους για να φαίνουνται πιο ταιριαστοί με τους καιρούς.
Τιμή του επίσης του Ιοβιανού που δεν αφήκε μήτε να κακομεταχειριστούνε τους Εθνικούς, παρά μόνο τις μαγείες και τις μαγγανείες κατάτρεξε.
Μεγάλη και φοβερή είταν η δύναμη της μαγείας τους καιρούς εκείνους. Το φαρμάκι της κρυφοπερεχούσε τον κόσμο, και την τρέμανε μικροί μεγάλοι σαν την πανούκλα. Οι ψαλμωδιές και τα ξόρκια ενός Μάγου, τα μυστικά του βότανα και τανατριχιάρικά του μαμούνια, αρπάζανε και χαρίζανε ζωές, ανάβανε και σβύνανε πάθη, διώχτανε και φέρνανε δαιμόνους από την κόλαση, που ησυχία δεν έβρισκε άνθρωπος. Τους έτρεμε ο κόσμος, τους σιχαινότανε, τους απόφευγε, κι ως τόσο τους πίστευε, και τους μάγους και τις ζαροπρόσωπες στρίγλες, που γύριζαν από τόπο σε τόπο σαν τους σημερνούς τους Ατσιγγάνους, κι άλλο δεν έκαμναν παρά να προσκαλούνε δαιμόνια και να σπέρνουνε στον κόσμο παντής λογής βάσανα. Κι όχι μονάχα τους πιστεύανε, μα και τη βοήθεια τους ζητούσαν όταν επιθυμούσαν ή να χορτάσουν πάθος, ή γυναίκα να ξελογιάσουν, ή άντρα να σκοτώσουν, ή ναρπάξουνε βιός. Ως και θρόνους βασιλικούς μπορούσε και σάλευε ο παντοδύναμος ο Μάγος. Εύκολο είτανε μαζί με τ' άβλαβα βότανα νανακατευτή και καμιά στάλα φαρμάκι μέσα στο μαγικό τους ποτήρι. Γενήκανε λοιπόν όλ' αυτά αφορμή να τους καταδιώξη ο Ιοβιανός τους Μάγους με βαριούς νόμους, αν και φαίνεται πως δεν έσωσαν, επειδή οι διάδοχοι του Βαλεντιανός και Βάλεντας διάταξαν ακόμα πιο φοβερό κατατρεγμό, και μαζί με τους φταιξιάρηδες έπαθαν τότες και κάμποσοι αθώοι.
Εφτά μήνες έκαμε να φτάση ο βασανισμένος στρατός με το Βασιλέα στην Αντιόχεια. Λαχταρώντας, ο Ιοβιανός να βρεθή μια ώρ' αρχήτερα στην Πρωτεύουσα, αν και τόξερε πια τώρα πως όλο το Κράτος τον αναγνώρισε, δε χασομέρησε στην Αντιόχεια μόνο τράβηξε βορεινά κ' ήρθε στην Άγκυρα. Ξεκινάει κι από την Άγκυρα, μα πηγαινάμενος από κει κατά τη Νίκαια, στα πρόθυρα να πούμε της Πρωτεύουσας, τον πρόλαβε ο Χάρος και τον πήρε. Είπαν πως παράφαγε και βρέθηκε ξερός μια πρωινή στο κρεββάτι. Στο μακρινό του όμως εκείνο ταξίδι Θεός το ξέρει πόσοι εχτροί τον τριγύριζαν…
Στάλθηκε αμέσως στην Πόλη το λείψανο. Προβγήκε και το προαπάντησε η χήρα του η Χαριτώ, που της έμνησκε ένα του τέκνο, μωρό παιδί ακόμα, που αν και καμωμένο από τότες «Νομπιλίσσιμος», δεν είτανε γραφτό του να φορέση πορφύρα.
Άμα πέθανε ο Ιοβιανός (364), οι στρατιωτικοί και πολιτικοί αρχηγοί έκλεξαν Αυτοκράτορα στη Νίκαια το Βαλεντιανό, πρωτοστράτηγο της Αφρικής και της Βρεταννίας. Ο Βαλεντιανός όμως, πολύ πραχτικός και μην πολυαγαπώντας φιλοσοφίες και ρητορικές, άμα πέρασε στην Κωσταντινούπολη αφίνει όλη την κυβέρνηση της Ανατολής στον αδερφό του το Βάλεντα, και παίρνει αυτός τη Δύση, δηλαδή Ιλλυρία, Ιταλία και Γαλατία. Ο Βάλεντας λοιπόν είναι ο καθαυτό Αυτοκράτορας μας, και μ' αυτόν έχουμε να κάμουμε. Ίσως θα μας έβγαινε σε καλό να γίνουνταν το ενάντιο, επειδή ο γνωστικός ο Βαλεντιανός και πιο ορθόδοξος είτανε και με τους αλλόθρησκους πιο μαλακός, και το κάτω κάτω δεν ανακατεύτηκε ποτές του σε θρησκευτικές διαφορές· ενώ ο Βάλεντας, αν και φοβητσιάρης, χολερικός, κι όχι παράξυπνος, ησυχία δεν είχε με τα θρησκευτικά του. Βγήκε αμέσως Αρειανός, κι ολοφάνερα τους προστάτευε τους δικούς του. Του στραβού όμως το δίκιο, δεν τους κατάτρεχε τους ορθοδόξους και με πολλή κακία.
Τρία πράματα τη σημαδεύουν την εποχή του Βάλεντα. Η συνωμοσία του Προκοπίου, τα δεύτερα μεγάλα βαρβαρικά πλημμυρίσματα, και τα θρησκευτικά μας, όχι μονάχα τα θεολογικά και τα δογματικά, παρά και ταποστολικά ας τα πούμε, επειδή είδος Απόστολοι μας στάθηκαν κι α Βασίλειος κι ο Γρηγόριος. Και καταντούν αυτά για μας από κάθε άλλο σπουδαιότερα, επειδή μέσα στους στοχασμούς και στα έργα των Πατέρων και μέσα στην ατμόσφαιρα που ζούσανε βρίσκουμε την εθνική μας ζωή, αλλαγμένη τώρα και ζυμωμένη με νέους νόμους και τρόπους.
Το πρώτο περιστατικό θα ιστορηθή σ' αυτό το Κεφάλαιο. Τάλλα τα δυο θακολουθήσουνε σε ξέχωρα Κεφάλαια.
Μόλις ανέβηκε το θρόνο ο Βάλεντας και ξέσπασε του Προκοπίου το κίνημα. Είταν ο Προκόπιος άνθρωπος ανεβασμένος από τιποτένια θέση σε μεγάλο στρατιωτικό αξίωμα στη Μεσοποταμία από τον προστάτη του τον Ιουλιανό. Στον καιρό του Ιοβιανού όμως τραβήχτηκε στην Καππαδοκία, και καλλιεργούσε τα χτήματά του. Ήρθε δεν ήρθε ο Βάλεντας, και παρουσιάζεται μια μέρα ένας Βασιλικός αξιωματικός στον Προκόπιο με μερικούς στρατιώτες και τον προστάζει νανέβη στην Πόλη. Νοιώσαντας πως κακή ώρα τον πρόσμενε, καταφεύγει τότες ο Προκόπιος στ' ακόλουθο τερτίπι. Παίρνει άδεια και πηγαίνει ναποχαιρετήση τη φαμελιά του, ξεφεύγει πίσωθε, βρίσκεται σε λίγο στον Εύξεινο, και κείθε ίσια στο Βόσπορο. Μένει εκεί κρυμμένος μερικούς μήνες. Τέλος χώνεται στην Πρωτεύουσα, και ξεμυστηρεύεται ενός Ευνούχου κ' ενός Σενατόρου πως αποφάσισε ναρπάξη το θρόνο. Μην όντας κι ο λαός πολύ αφοσιωμένος στο Βάλεντα, που μια του φέρνουνταν απότομα και μια μαλακά χωρίς λόγο, τους λέει ο Προκόπιος πως είναι βολική η ώρα, και τους πείθει. Πηγαίνουν τότες και βρίσκουνε δυο τάγματα Γαλάτες και τους καταπείθουν κι αυτούς με μεγάλα ταξίματα να μπούνε στη συνωμοσία. Μαζεύουνται μια πρωινή σιμά στα λουτρά της Αναστασίας, και φορεμένος πορφύρα ο Προκόπιος παρουσιάζεται σαν αναστημένος Λάζαρος μέσα στην Πόλη. Λέγουν πως έτρεμε τότες από το φόβο του, μα οι στρατιώτες τον αποδέχουνταν αλαλάζοντας. Είχαν και μερικούς μαζεμένους από τα χωριά τριγύρω. Ξεκινούν όλοι τους με τον Προκόπιο στη μέση, πρώτα στο Σενάτο, ύστερα στο Παλάτι. Ο λαός ως τόσο σωπούσε· δεν πήρε φωτιά καθώς περιμένανε. Με τη φοβέρα όμως τους τραβήξανε μαζί τους, κι άρχισε τότες το κακό. Πιάνουν Αρχόντους, ανοίγουνε φυλακές κι οπλοστάσια, και σε μερικές ώρες μέσα παίρνει στα χέρια του ο Προκόπιος όλη την εξουσία. Σιγά σιγά ερεθίζουνται κ' οι Γότθοι και τάλλα στρατέματα του Βασιλείου.
Τακούγει αυτά ο Βάλεντας (είταν τότες στην Καισάρεια), και σαν υστερικιά γυναίκα άρχισε να δέρνεται και να κλαίγεται. Τούρθε μάλιστα να προτείνη και μοιρασιά με τον προδότη. Τονέ γλύτωσαν όμως οι φίλοι του από τέτοια ταπείνωση, καθώς κι όσοι αξιωματικοί δεν πήγανε με το στρατό, παρά καρτερούσαν περίσταση να ξαναφέρουν το Βάλεντα. Ένας τους μάλιστα, ο Οριθέας, μάζεψε μερικούς δικούς του και πήγε να τους χτυπήση τους συνωμότες. Παλικαράς όντας κι αγαπημένος από τους παλιούς του συντρόφους, μόλις τους φώναξε να παρατηθούν από την προδοσία και τους μαλάκωσε. Παίρνει τότες την αρχηγία του στρατού ο γέρος ο Ορβέτιος, παλιός στρατηγός του Μεγάλου Κωσταντίνου, κ' ύστερ' από μερικά τσουγκρίσματα με τους συνωμότες απόμεινε ο Προκόπιος ολομόναχος. Κι αφού πλανέθηκε κάμποσο στα δάση και στα βουνά της Φρυγίας, τον έπιασαν ύστερα και τον αποκεφαλίσανε.
ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θρησκευτικοί αρχηγοί
Είταν ακόμα τόσο Ρωμαϊκά τα συστήματα, οι χαραχτήρες και πολλά καμώματα των Αυτοκρατόρων εκείνων, που ιστορώντας την εποχή τους καταντάει άνθρωπος να πελαγώνη κάποτε σε πράματα που δεν φαίνονται και πολύ χρειαζούμενα για την εθνική μας ιστορία. Του Μεγάλου Κωσταντίνου το έργο, όσο και να μην άργησε να ριζώση, δε δυνότανε και να καρποφορήση αμέσως. Κι ο πολιτικός μηχανισμός και ταξιώματα της Ανατολικής Αυτοκρατορίας είταν ακόμα ξένα στον τόπο μέσα. Και μήτε μπορούσανε να γίνουνε δικά μας παρά με τα χρόνια και με τους αιώνες, όπως έγινε και σάλλους τόπους. Αν οι Ιστορικοί παραδέχουνταν πως το Βυζαντινό το Κράτος αρχίνησε το δρόμο του μαζί με τον Κωσταντίνο, αγάλι αγάλι παίρνοντας το χρώμα, το χαρακτήρα και τη γλώσσα του τόπου, ώσπου έγινε καθάριο ρωμαίικο, αντίς να σπάνουν τα κεφάλια τους πασκίζοντας να βρούνε σε τίνος Βασιλεία έπαψε να είναι ρωμαϊκό κι αρχίνησε να γίνεται ρωμαίικο, και πιο κοντά στην αλήθεια θα πήγαιναν κι από μεγάλη σύχυση θα μας γλύτωναν. Έπαθαν όμως οι δυτικοί οι Ιστορικοί, και μαζί μ' αυτούς και πολλοί δικοί μας, ό,τι έπαθε το έθνος μας με τους κλασσικούς του προγόνους. Δεν τους ερχότανε να λησμονήσουν τη Ρώμη. Τους είχε μαγεμένους η Κοσμοκρατόρισσα, και βήμα δεν έκανε ο νους τους μήτε σ' Ανατολή μήτε σε Δύση δίχως να τα θωρούν και να τα λατρεύουν ακόμα τα μεγαλεία της. Σα να το είχαν ασέβεια να το μολογήσουν, σα να το λυπούνταν κατάκαρδα που τ' Ανατολικό το Κράτος δεν μπορούσε πια να φυλάξη τα ρωμαϊκά τα προσόντα ανάλλαγα στο Βυζάντιο μέσα. Ένας πάλι από τους στερνούς Ευρωπαίους ιστορικούς, αν κι από τους πρώτους της επιστήμης του, αραδιάζει κάμποσους παράξενους λόγους που τον έκαμαν κι ονόμασε το Βυζαντινό Κράτος «Νεώτερο Ρωμαϊκό Κράτος», κι ο πιο παράξενος του λόγος είναι πως Βυζαντινός τώρα πάει να πη στην Ευρώπη κάτι όχι πολύ κολακευτικό! Σάματις ταποφεύγουν κ' οι Εβραίοι τόνομά τους επειδή μερικοί κακοθελητάδες τους τόχουν είδος παρόνομα!
Το Βυζαντινό το Κράτος άρχισε με τον Κωσταντίνο. Αν είναι οι πρώτοι μας αιώνες ανακατεμένοι με πιώτερα δυτικά συστήματα κ' ιστορήματα παρά οι κατοπινοί, αυτό είταν αναπόφευγο, και φυσικό μάλιστα, καθώς είναι κι όταν ξένος κατεβαίνει σήμερα και παντρεύεται στα μέρη μας. Περνούνε δυο τρεις γενεές, και χάνεται το ξενικό το στοιχείο, μα ας φέρη όσους δασκάλους θέλει για τα τέκνα του από την πρώτη πατρίδα· χάνεται όμως αγάλι αγάλι, και δίχως να μπορής να πης πως την τάδε μέρα αφανίστηκε το ξενικό το στοιχείο κι άρχισε να δουλεύη το στοιχείο του τόπου.
Ένα πράμα μονάχα δούλεψε απαρχής με καθάρια εθνική δύναμη κ' ενέργεια, μάλιστα και πριν ακόμα κατέβη ο Κωσταντίνος. Ένα, μα πολύ σπουδαίο· η θρησκεία. Όλος ο νους κι' όλ' η καρδιά του Ρωμαίικου ρίχτηκε μέσα στην αγκαλιά της και βύζανε ταθάνατο γάλα της. Για δαύτα πρέπει με μάτια ορθάνοιχτα να τον ακολουθάμε το θρησκευτικό μας δρόμο τους χρόνους αυτούς. Κι όχι μονάχα που είναι ιερό πράμα, όχι μονάχα που μας κράτησε το λυχνάρι της εθνικής σωτηρίας μας ως το τέλος, μα επειδή ακολουθώντας την ξεδιαλύνουμε το χαρακτήρα μας, τα φυσικά μας, μελετούμε μάλλους λόγους την καθαυτό ζωή μας που είναι κ' η καθαυτό ιστορία μας.
Ιστορήσαμε ως την ώρα ένα και μεγάλο, εθνάρχη, τον Αθανάσιο. Σαράντα έξη χρόνους πολέμησε ο ήρωας εκείνος για την Ορθοδοξία, πάει να πη για το «Γένος». Α δεν έβγαινε στη μέση ο μεγάλος αυτός αντιπρόσωπος της φρόνιμης Ρωμιοσύνης, θα μας βύθιζε σε μύρια δεινά και βάσανα η ανοησία κ' η ασυνειδησία της σοφιστικής Ρωμιοσύνης. Στάθηκε μα την αλήθεια ο Αθανάσιος σ' αυτήν την κρίσιμη εποχή της ιστορίας μας σαν είδος Περικλής με τους Δημαγωγούς. «Επαινώντας τον Αθανάσιο επαινώ την αρετή», έλεγε ο Γρηγόριος. Κ' είχε αυτό τον τόπο του, μια και πάρουμε την αρετή στη μεγάλη της σημασία. Η αρετή του Αθανασίου δεν είτανε μονάχα ηθική αρετή, είταν και παλικαριά, καθώς στα παλιά τα χρόνια την εννοούσαν. Παλικαριά όμως της ψυχής. Ατέλειωτες και μανιασμένες φουρτούνες αφρίζανε γύρω του, κ' εκείνος άφοβος κι ατάραχος κανόνιζε, καθοδηγούσε, και κυβερνούσε το έθνος του. Μεγαλοδύναμος κι ακαταπόνετος νους· θέληση σιδερένια· μεγαλοψυχία και πίστη ακλόνιστη. Με τέτοια αρματωσιά ποιος Αρειανισμός και ποιος Εθνισμός να του αντισταθή! Κατάντησε η δύναμη του παγκόσμια δύναμη. Ηγεμόνες και μεγιστάνες τον κατάτρεχαν, κι ως τόσο της Οικουμένης τα πέρατα τον πονούσανε και τον παρηγορούσαν. Ποτές ο τίτλος του «Άγιου» δε δόθηκε πιο εύλογα και πιο πρεπούμενα.
Καιρός μας τώρα νάρθουμε και στους άλλους δυο Φωστήρες της εποχής εκείνης, τους δοξασμένους μας Βασίλειο και Γρηγόριο. Άλλοι πάλε τύποι αυτοί της φρόνιμης μερίδας. Κατέβηκαν κι αυτοί στην Αθήνα και σπούδαξαν, καθώς άλλοι· με πόσο όμως διαφορετικούς καρπούς! Η πολιτική τους, ναπογευτούνε δηλαδή την αρχαία σοφία, και να βγουν έπειτα να κηρύξουν την αλήθεια του θεού με την τέχνη και με τη χάρη της παλιάς Αττικής, είναι εύκολο να ψεγαδιαστή. Εύκολο να πούμε πως ο Παύλος κ' οι άλλοι πρωτητερινοί δεν πολυσκοτιστήκανε με τέτοια ρητορικά στολίδια και πως καλλίτερα θα δίδασκαν το λαό μιλώντας και γράφοντας του καιρού τους τη γλώσσα. Μα έχει και κάποιο νόημα η πολιτική τους αυτή· το νόημα πως μπορεί άνθρωπος και την κλασική αρχαιότητα να λατρεύη και Χριστιανός ναπομνήσκη. Αυτό και τόπραξε και τόγραψε και το κήρυξε ο Μέγας ο Βασίλειος. Φαίνουνται μα το ναι οι Πατέρες αυτοί σα γιγαντομάχοι αποφασισμένοι να καταστρέψουν τον Εθνισμό με τα όπλα του· ο Αθανάσιος μ' Αριστοτελική λογική, ο Βασίλειος μ' Ισοκράτικη δεινότητα κ' ευγλωττία.
Είταν ο Βασίλειος γεννημένος στην Καισάρεια στα 329. Ο Γρηγόριος πάλε ο Ναζιανζηνός στα 331. Μια χαρά είναι να τους φαντάζεσαι στην Αθήνα νέους συσταζούμενους, σοβαρούς, απομακρυσμένους από τη θεότρελλη εκείνη παρέα που ιστορήθηκε παραπάνω, αποφασισμένους να μάθουν τα μυστήρια της Αττικής λογοσοφίας, κ' έπειτα να σύρουνε στη δουλειά τους. Λες και μοιάζουνε με τα σημερινά εκείνα τα προκομμένα Ρωμιόπουλα που τα λέμε Τουρκομερίτες, ονομασία προτιμότερη από πολλούς ντόπιους χασομερίτες που σπουδάζουνε μαζί τους στην ίδια την Αθήνα μέσα. Αφού λοιπόν έμαθαν κ' οι δυο τους γράμματα πάμπολλα και γερά, βγήκανε στον κόσμο, και στην αρχή έκαμνε ο Βασίλειος τον δικηγόρο στην Καισάρεια, δίδασκε και ρητορική. Ο Γρηγόριος πάλι έμεινε στην Αθήνα διδάσκαλος κι αυτός της ρητορικής. Δεν έμειναν όμως μήτ' ο ένας μήτ' ο άλλος πολύν καιρόν σ' αυτά τα στάδια. Πολύ χριστιανικός όντας κι από χριστιανική φαμελιά ο Βασίλειος, έννοιωθε πάντα κάτι μέσα του που τονέ σκουντούσε ναφιερωθή στη θρησκεία. Άλλο δεν είχε από σπουδαστής ακόμη στο νου του παρά να τους μεταχειριστή όλους εκείνους τους κλασσικούς θησαυρούς του προς όφελος της Χριστιανωσύνης. Εικοσιεφτά χρονώ λοιπό νέος βαφτίζεται στη Μητρόπολη της Καισαρείας, μοιράζει το έχει του, κι αρχινάει περιοδείες από μοναστήρι σε μοναστήρι, από χώρα σε χώρα, ακούγοντας θεολόγους, συνομιλώντας με σοφούς και μ' άγιους, με Πατέρες και μ' Ερημίτες. Είταν τότες οι πιο σημαντικοί ίσως άντρες της καθαυτό Ρωμιοσύνης τραβηγμένοι σε ρημητήρια. Καθώς όμως και σήμερα πολλοί σοβαροί και του παλιού και του νέου κόσμου, και μάλιστα του νέου, κι αν ασπάζουνται σωστές ιδέες και αρχές καταντούν όμως φανατικοί και το παραξηλώνουν, έτσι κ' οι Ερημίτες εκείνοι το παρακάμνανε με την ασκητική τους. Τους καθοδήγευε λοιπόν ο γνωστικός ο Βασίλειος και τους παρακινούσε να συσταίνουν Κοινόβια, κι όχι αγριοσπηλιές· δηλαδή να δροσίζουν και να χαριτώνουν τη ζωή τους δουλεύοντας, κι όχι να κρυφολιώνουνε μ' ανωφέλευτες και μ' άγονες τυραννίες.
Μεταγυρίζει στον τόπο του, και τέλος κατασταλάζει στον Πόντο. Είταν είδος ρημητήριο κ' η κατοικία του εκεί απάνω, μα ρημητήριο που η μελέτη, η φιλανθρωπία κ' η αγάπη τόκαμνε κι από τον κόσμο πιο ζωντανό. Ας ακούσουμε πώς την περιγράφει ο ίδιος τη χαριτωμένη αυτή αϊτοφωλιά του, σ' ένα του γράμμα προς το Γρηγόριο. «Μούδειξε ο Θεός ένα μέρος», του λέει, «που μια χαρά ταιριάζει με τα συστήματά μου, ίσια ίσια καθώς το σκαρώναμε με τη φαντασία μας τότε που καθούμαστε μαζί και τα λέγαμε. Βουνό δεντροσκέπαστο και κατά τα βορεινά λουσμένο με διάφανα και με καθάρια νερά. Κι απάνω απάνω, απλάδα τριγυρισμένη κι αυτή με λογής λογής δέντρα». Κατόπι παρομοιάζει τα φώλιασμά του με της Καλυψώς τα νησί, και τον εαυτό του με τον Αλκμέωνα, σανέ βρήκε την ησυχία του. Έτσι του άρεσκε πάντα του Βασιλείου να γλυκοπαίζη με ταρχαία τα παραμύθια.
Ήρθε τέλος εκεί κι ο Γρηγόριος από την Αθήνα. Μήτ' εδώ όμως δεν έκαμε πολύν καιρό ο Γρηγόριος. Όντας κάπως άστατος, στενοχωρέθηκε αυτός με τη μοναξιά και μεταγύρισε στην οχλοβοή του κόσμου. Τύπος καθάριος ρωμαίικος ο ανήσυχος ο Γρηγόριος. Αγκαλά κι ο Βασίλειος κατέβηκε κατόπι στην Κωσταντινούπολη, όχι όμως ναλλάξη αγέρι, παρά για να διαφεντέψη τον Επίσκοπο της Άγκερας, που τα είχε βάλει με τον Αρειανό τον Ευνόμιο. Εκεί απάνω περίπου ανέβηκε το θρόνο κι ο Ιουλιανός. Και τότες δεν είταν Αρειανισμός ή Ορθοδοξία, παρά ζωή ή θάνατος. Αποφασίζουνε λοιπόν κ' οι δυο τους να βγούνε στον ιερό τον αγώνα, κι' όχι απλοί στρατιώτες, μόνο αρχηγοί. Ανεβαίνοντας από βαθμό σε βαθμό ο Βασίλειος χειροτονήθηκε ιερέας από τον Ευσέβιο της Καισαρείας. Σύγκαιρα χεροτονιέται κι ο στενός του φίλος από τον πατέρα του, τον Επίσκοπο της Ναζιανζός. Για καλή μας τύχη όμως βρήκε το τέλος του ο Ιουλιανός στην Περσία, και δεν καλοξέσπασε ο φοβερός εκείνος ο πόλεμος, που μπόρειε και στο αίμα να καταντήση· επειδή αλλιώς δεν ξηγιέται το πάθος και το φαρμάκι πούχυσε τότες ο Γρηγόριος μέσα στους λόγους του. Είπε πολλά κι ο Βασίλειος, μα σοβαρώτερος όντας αυτός, οι λόγοι του είταν πιο ατάραχοι και πιο βαθιοστόχαστοι. Μετρούσε τα λόγια του ο Βασίλειος, μα βαρούσανε. Τέτοια δεινότητα έδειξε και τότες και πάντα, που όσο τονέ θάμαζε και τον παινούσε ο δάσκαλος του ο Λιβάνιος, άλλο τόσο τονέ ζούλευε και μάλιστα και τον κατάτρεχε ο Ευσέβιος της Καισαρείας.
Μεγάλος νους, μα και μεγάλη καρδιά ο Βασίλειος. Την έδειξε την καρδιά του όταν έπεσε λίμα φοβερή στην Καππαδοκία και στον Πόντο. Έτρεχε τότες από πόλη σε πόλη, παρηγορούσε φτωχούς, παρακινούσε πλούσιους να βοηθούνε τους πεινασμένους, και δίχως να κοιτάζη θρησκείες τους ανακούφιζε όλους και με λόγια και μ' έργα.
Αξιοπαρατήρητο είναι που το Βασίλειο ποτές δεν τον κυρίεψε ο τύπος της κλασικής της σοφίας, πράμα συνηθισμένο στην εθνική μας ζωή, και παλιά και νέα, — παρά έβαζε τον τύπο και του στόλιζε τα μεγάλα ψυχικά του προσόντα. Ο νους του είτανε βουτηγμένος στα πιο βαθύτερα νάματα της παλιάς σοφίας, κι ως τόσο πάντα έτοιμο τονέ βρίσκουμε να τη γυρίση όλη εκείνη τη μάθηση σε καλό, και πρακτικό μάλιστα καλό. Παράδειγμα ο όμορφος ο λόγος που έβγαλε απάνω στην πείνα εκείνη, λόγος που λάμπει ακόμα μαζί με τάλλα τα κλασσικά μας απομεινάρια.
Σαν πέθανε ο Ευσέβιος, ποιον άλλονα νανεβάσουνε στης Καισαρείας το θρόνο, παρά τον Ερημίτη του Πόντου. Το δέχτηκε το μεγάλο αξίωμα, κι ως τόσο το φόρεμά του είταν ένα και μονάχο πάντα. Λαχανικά είταν πάντα και το προσφάγι του. Κι όσο για τα χρήματα που περνούσαν από τα χέρια του, όσα δεν πηγαίνανε σ' άρρωστους και σε πεινασμένους ξοδευόντανε σ' Εκκλησιές και σε Φιλανθρωπικά Καταστήματα.
Τέτοιο αξίωμα δεν μπορούσε παρ' ακόμα πιο τρανότερα να φανερώση το χαρακτήρα του. Και τώρα ξαναρχούμαστε στο Βάλεντα, πούγινε αφορμή να φανή τι λογής άνθρωπος είταν ο νέος ο Δεσπότης της Καισαρείας. Το Βάλεντα τον είχαν πια τότες στα γερά καβαλλικεμένο οι Αρειανοί. Αυτοί τον έκαμαν κ' έστειλε στην Καισάρεια τον Ύπαρχο το Μόδεστο, με παραγγελιά να καταπείση το Βασίλειο να γυρίση με τους Αρειανούς, και στην ανάγκη να το γυρίση και στη φοβέρα. Αξίζει να ξαναγραφή εδώ ο διάλογος τους. — Πώς τολμάς εσύ μόνος και του εναντιώνεσαι του Βασιλέα, ρωτάει ο Ύπαρχος, και δεν παραδέχεσαι τον Αρειανισμό; — Άλλον από το Θεό δεν προσκυνώ εγώ, μα ας είναι κι ο Ύπαρχος, απολογιέται ο Βασίλειος. Αναπετιέται τότες ο Ύπαρχος και, — Πώς; φωνάζει, δεν τη φοβάσαι τη δύναμή μου εσύ; — Και τι μπορείς να κάμης; λέει ο Ιεράρχης ατάραχα. — Έν' από τα πολλά, αποκρίνεται ο Ύπαρχος, που είναι στην εξουσία μου· εξορία, βασάνισμα, θανάτωμα. — Άλλο τίποτις έχεις να με φοβερίξης; ρωτάει ο Βασίλειος. Απ' αυτά τίποτις δε φοβούμαι. Να μου δημέψης το έχει μου δεν μπορείς, με τόνα μου ρούχο, κι αυτό παλιό. Εξορία δε με πιάνει, αφού όπου κι αν πάω, διαβατάρικος είμαι. Όσο για βασανίσματα, με την πρώτη πληγή θα ξεψυχήση αυτό το κορμάκι, και θανέβω στον Πλάστη μου. — Τέτοιο θάρρος δε μούδειξε ποτές άνθρωπος, κάνει ο Μόδεστος. — Ίσως δεν αντάμωσες ποτές σου Επίσκοπο, αποκρίνεται ο Δεσπότης. Εμείς, όσο ταπεινούς κι α μας βλέπεις — μα Βασιλέας, μα Ζητιάνος είναι ομπροστά μας, όταν όμως είναι για μια Πίστη, σπαθιά και φωτιές και θεριά χαρά μας δίνουνε κι όχι φόβο.
Ίσως είναι λίγο στολισμένος αυτός ο διάλογος από κοντύλι ρητορικό. Τα βέβαιο είναι όμως πως δεν τονέ στενοχώρησε πια ο Αυτοκράτορας το Βασίλειο.
Έμεινε ήσυχος στην Καισάρεια ως το τέλος του. Ήσυχος μα όχι κι ανάπραγος. Αμέτρητοι είναι οι λόγοι του, μα αμέτρητες κ' οι αγαθοεργίες του. Στους λόγους του φαίνεται ως το τέλος η ξακουστή του αρχαιομάθεια. Τους έγραψε όλους σε κάμποσο καθάρια Αττική, κ' είναι από τους λίγους που το κατόρθωσαν. Τα πλήθη όμως τα συγκινούσε όχι τόσο η γλώσσα του, όσο η ψυχική του η δύναμη· και το πιο κυριώτερο, που τα έργα του ταιριάζανε με τους λόγους του, σπάνιο συστατικό σε ρητόρους. Για δαύτο και σαν αναπαύτηκε, την πρωτοχρονιά του 379, βγήκαν όλοι, Χριστιανοί, Εθνικοί, Εβραίοι, και συνόδεψαν το λείψανο. Και τέτοιο πλήθος μαζεύτηκε τότες, που σκοτώθηκαν κάμποσοι από το φοβερό το ζούληγμα, και τους μακάριζαν οι άλλοι, που πεθάνανε με τέτοιον άγιον άνθρωπο.
Παρηγορητικό φαινόμενο για τη Ρωμιοσύνη οι μεγαλόψυχοι αυτοί Αρχηγοί της. Γένος που μπορούσε ακόμα να βγάζη ανθρώπους καθώς ο Αθανάσιος κι ο Βασίλειος, δίχως άλλο φύλαγε μέσα του μεγάλη δύναμη για καλό, μεγάλα μελλούμενα.
Άλλο παράδειγμα, ο Γρηγόριος. Νους αν όχι τόσο Σωκρατικός καθώς ο Βασίλειος, χαριτωμένος όμως, κ' ίσως ίσως και πιο ρωμαίικος. Τότες που ξαναβγήκε στον κόσμο από τ' αναχωρητήρι του Βασιλείου, δεν έμεινε μέσα στην οχλοβοή και καιρό. Γλήγορα, την ξαναλαχτάρησε τη μοναξιά και ξανατραβήχτηκε. Και φαίνεται πως αυτήν την αλλαγή την έκαμε και την ξανάκαμε κάμποσες φορές. Δεν μπορούσε να ριζώση σ' ένα σύστημα ο Γρηγόριος. Μόλις η ζωηρή του φαντασία τον έπερνε από τη μοναξιά στον κόσμο, κι άξαφνα η ανήσυχη του ψυχή τον ξανάδιωχνε από την κοινωνία στη μοναξιά. Τονέ βρίσκουμε τέλος Επίσκοπο σε μικρό χωριουδάκι, Σάσιμα τόνομά του. Τον είχε διορισμένο εκεί ο Βασίλειος. Αντίς όμως να μείνη και να δείξη πως δύνεται και σε τέτοιο μικρό μέρος να κάμνη τα μεγάλα έργα της αγιωσύνης, στενοχωρέθηκε, και θύμωσε κιόλας με τον πολύτιμο φίλο του. Έγραψε μάλιστα και στίχους απάνω σ' αυτή την υπόθεση, αφού είταν και ποιητής. Έφυγε τέλος, και πήγε στην Επισκοπή του πατέρα του, τη Ναζιανζό. Έμεινε εκεί κάμποσο και δίδασκε· δίδασκε όχι μονάχα τα λόγο του Θεού, παρά και τα χρέη των πολιτικών αρχόντων από Βασιλέα και κάτω.
Δε σταμάτησε όμως μήτ' εδώ ο Γρηγόριος. Ανέβηκε πολύ μεγαλήτερα αξιώματα, κι απόλαψε μεγαλήτερες δόξες. Θα τον ξαναβρούμε κατόπι.
Ας περάσουμε τώρα στην άλλη την όψη της εποχής του Βάλεντα, την πολιτική και την πολεμική.
ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ούννοι και Γότθοι
Είναι ως εκατό χρόνια που μήτε τους βλέπαμε μήτε τους πολυακούγαμε τους Γότθους. Δηλαδή από τον καιρό του Κλαυδίου, του Αυστρηλιανού και του Πρόβου (267 — 282 μ. Χ.), τότες που αναγκάστηκαν οι πιότεροι να περάσουν τον Ίστρο και να το στρώσουν εκεί απάνω, καθώς άλλοι πάλε μερικοί κατασταλάξανε στη Δακία.
Θάμνησκαν ίσως έτσι τα πράματα, μόνε που ξεπρόβαλε νέος και φοβερός εχτρός από τα βορειανατολικά, οι πολυξάκουστοι οι Ούννοι. Έχουνε να πουν πως υπάρχανε οι βάρβαροι αυτοί από το δωδέκατο αιώνα πρι Χριστό κατά τα μέρη της Κίνας, μ' άλλο όμως όνομα. Αυτό εμάς αδιάφορο. Εκείνο που κάπως αξίζει για τα μας είναι να δούμε τι λογής άνθρωποι είταν οι Ούννοι, που από τον τρίτο αιώνα αρχινούσε και βούηζε τόνομά τους στη γειτονιά της Ευρώπης.
Σωστοί αγριάνθρωποι, και κάπως παρόμοιοι με τους Κόκκινους Ιντούς της Αμερικής. Γεννημένοι, μπορεί να πης, απάνω στάλογο· σκληρόκαρδοι, φοβεροί, θεριά μονάχα. Οι σημαντικώτεροί τους χαράζανε από μικροί τα μάγουλά τους, για να μη βγάζουνε γένεια. Ασκημομούρηδες, με μάτια μικρά μικρά, κοκκαλάδες, χοντρόλαιμοι και με διάπλατους ώμους. Λένε πως από μακριά φαινόντανε σαν αρκούδες στεκάμενες ή σαν κούτσουρα. Από φυσικό τους όντας καλοί κυνηγοί, καταντούσανε σαχίνια στον πόλεμο. Τρομάρα όπου πλάκωνε ιππικό τους. Τις σαϊτιές τις τινάζανε χυμίζοντας ή και φεύγοντας μ' αλάθευτη τέχνη. Θεοί τους είταν ο Ήλιος και το Φεγγάρι. Τους κυβερνούσαν εικοσιτέσσερεις αρχηγοί, κι όταν είχανε μεγάλα ζητήματα, μαζεύουνταν όλοι καβάλλα και συναγροικιούνταν αρματωμένοι.
Αιώνες κ' αιώνες τους πολεμούσαν οι Κινέζοι απέξω από τον απέραντο τοίχο τους. Απανωτά το πλημμύρισαν οι Ούννοι το Ουράνιο Κράτος, και μια φορά τόσο το ταπείνωσαν, που αναγκάστηκε να τους δίνη φόρο κορίτσια. Μετά πολλά όμως τους καταπόνεσαν οι Κινέζοι, τον πρώτον αιώνα περίπου πρι Χριστό, κι από τότες άρχισαν και κινούσανε δυτικά. Πήγαιναν, πήγαιναν, και με τον καιρό φτάσανε στα μέρη της σημερινής της Ρουσσίας και της Αουστρίας. Έτρεχε το αίμα ποτάμι όπου ξεφύτρωναν.
Ερχούμαστε τώρα στους Γότθους. Είταν οι Γότθοι χωρισμένοι αυτούς τους καιρούς σε δυο από το Βορυστένη τον ποταμό· σε Οστρογότθους, δηλαδή Ανατολικούς Γότθους, και σε Βησιγότθους, τους Δυτικούς. Σαν πλακώσανε λοιπόν οι Ούννοι και στα μέρη τους, στενοχωρηθέντας οι Οστρογότθοι τραβήχτηκαν παραμέσα στη χώρα τους. Από τους Βησιγότθους πάλι μέρος τράβηξε κατά τα Καρπάθια, και μέρος κατά το Δούναβη. Και μην έχοντας πόρεψη στους ξένους εκείνους τόπους, στέλνουν πρεσβεία του Βάλεντα με παρακάλια να τους αφήση να περάσουν το Δούναβη και να πιάσουν τις ρημωμένες χώρες της Βουλγαρίας και της Θράκης. Κλαίγοντας τούταζαν πως θα μείνουν πιστοί του υπήκοοι και πως θα τονέ διαφεντεύουνε μάλιστα κι από τους Ούννους.
Συλλογιέται ο Βάλεντας πως κακό δεν είναι νάχη τέτοια βοήθεια, τώρα που κ' οι Γότθοι είτανε σαν πιο πολιτισμένοι και το Κράτος το φοβέριζαν οι βαρβαρώτεροι οι Ούννοι. Μαθόντας και πως οι Γότθοι είταν Αρειανοί σαν και λόγου του, προστάζει αμέσως τους δυο Δοικητάδες της Θράκης Μάξιμο και Λουπικίνο να τους δώσουν άδεια να περάσουν το Δούναβη, αλλά δίχως άρματα. Εκείνοι όμως, ας είναι καλά τα δώρα τω Γότθων, όχι μονάχα αρματωμένους τους άφησαν και περάσανε, μα μήτε κατόπι δε νοιαστήκανε να τους ξαρματώσουνε. Λογαριάζουν πως ως ένα μιλλιούνι γοτθικός λαός και γυναικόπαιδα πέρασαν τότες, εξόν από διακόσες χιλιάδες αρματωμένοι. Μόλις κατεβήκανε στη Μοισία, και τους πλακώνει μεγάλη πείνα. Δεν τους πρόφταινε σιτάρι και προμήθειες ο Αυτοκράτορας, που τους φέρθηκε τότες κάμποσο φιλάνθρωπα. Οι αρχηγοί του όμως, άφησε που τους κακομεταχειρίζουνταν, τους ξέγδυναν κιόλας. Μια λίτρα ψωμί, ένας σκλάβος· μια λίτρα κρέας, άλλο τόσο μάλαμα. Ώσπου κατάντησαν οι δύστυχοι οι Γότθοι να πουλούν τα παιδιά τους σκλάβους — σταλήθεια, κι όχι πια μεταφορικά — για ένα κομμάτι ψωμί.
Βράζανε μέσα τους οι Γότθοι, και καρτερούσαν την ώρα τους. Έτυχε τότες ο Μάξιμος κι ο Λουπικίνος να προσκαλέσουν τους δυο Γότθους Αρχηγούς Φριτιγέρνη κι Αλάβιβο στη Μαρκιανούπολη. Κ' ήρθαν οι δυο Αρχηγοί με μερικούς ανθρώπους τους σωματοφυλακή. Βλέπουν οι δικοί μας τους ακόλουθους τούτους, και τους κλείνουν απέξω από τις πύλες, φοβηθέντας αρπαγή. Ως τόσο οι Αρχηγοί απομέσα κάμνανε φαγοπότι. Πεινώντας η Σωματοφυλακή απέξω, αρχίσανε να φωνάζουν κι αυτοί για να μπουν και να πάνε τουλάχιστο στην Αγορά να πορευτούνε. Οι δικοί μας όμως τους αντιστάθηκαν, ώσπου πιάστηκαν, και κει απάνω σκοτωθήκανε μερικοί. Ακούει ο Λουπικίνος, μεθησμένος εκείνη την ώρα πως οι άνθρωποι του Φριτιγέρνη χάλασαν τους ανθρώπους του, και προστάζει αμέσως να τους κόψουνε. Οι φωνές και τα βογκητά των πληγωμένων αντιλαλούσαν ως μέσα στην πόλη. Τους ακούγουν οι Γότθοι οι Αρχηγοί, τρομάζουνε μήπως πάθουν κι αυτοί τα ίδια, ξεσπαθώνουν, ξεχυμίζουν, περνούν απ' ανάμεσα από τους σαστισμένους στρατιώτες, και φεύγουν.
Αυτή στάθηκε η πρώτη αρχή του κακού. Δύσκολο δεν είτανε να ξαπλωθή και να πάρη δρόμο. Όλη εκείνη η μερμηγκιά σηκώθηκε στάρματα. Ξαναφλόγωσε η φυσικιά τους αγριωσύνη, ξαναθυμήθηκαν τα παλαιά τους οι Γότθοι. Σαν πλημμύρα χυθήκανε ως του Ελλησπόντου τα περιγιάλια. Τήραγαν αποπάνω από τα τειχίσματά τους οι Κωσταντινουπολίτες τον καπνό και τις φλόγες στα χωριά και στα χτήματά τους.
Ο Βάλεντας δε φαίνεται να καλόνοιωσε στην αρχή πόσο σοβαρή είταν αυτή η Γοτθική μπόρα, επειδή έστειλε μέτριο στράτεμα να τους παιδέψη. Χτυπηθήκανε σιμά στο σημερνό τον Κιουστεντζέ, μα δίχως αποτέλεσμα. Βλέπει τότες ο Αυτοκράτορας πως χρειαζότανε μεγαλήτερη δύναμη, φώναζε κι ο λαός, αναγκάστηκε λοιπόν ήθελε δεν ήθελε ο Βάλεντας να βγη ατός του μ' όλες τις Λεγεώνες της Ανατολής, και να τους κυνηγήση. Τους αντάμωσε κοντά στην Αδριανούπολη, Αύγουστο του 378. Ο κόσμος όλος καρτερούσε να μάθη το ξολόθρεμά τους. Οι Γότθοι ως τόσο, γυμνασμένοι τώρα στην καβάλλα από τις βορεινές πεδιάδες τους, δεν πολεμούσαν πια πεζοί καθώς πρώτα, μάλιστα το θαρρούσαν και πρόστυχο.
Τους βρήκε ο Βάλεντας κλεισμένους μέσα σε πρόχειρο τοιχογύρισμα. Εκεί που τους χτυπούσε κατάστηθα, έρχεται από δίπλα τους μεγάλο Γοτθικό ιππικό, απομακρυσμένο ως την ώρα με το να μη γνώριζε πως αρχινούσε ο πόλεμος. Πέφτουν καταπάνω σ' ένα σώμα Βασιλικό ιππικό, πατείς με πατώ σε. Παίρνουν κατόπι από δίπλα ταριστερά της πεζούρας, τους κουβαριάζουν, και τους σπρώχνουν κατά το κέντρο. Ζουλήγουνται όλοι τους πήττα. Του κάκου φώναζαν οι αξιωματικοί· όλος ο στρατός κατάντησε φοβερή μάζα. Βλέποντας το Βασιλικό το ιππικό πως ελπίδα σωτηρίας δεν είχε, ξεκόβουν. Κατάλαβαν τότες οι πεζοί το τι κακό τους πρόσμενε. Τους έπιασε φόβος και τρόμος, κι ως τόσο από το χέρι τους τίποτις δεν έβγαινε, παρά στεκόντανε μισοπνιγμένοι από το ζούληγμα και σφαζόντανε σαν ταρνιά. Χύμιζαν καταπάνω τους οι Γότθοι, και χτυπούσανε με κοντάρια, πελεκούσανε με σπαθιά. Και μόλις αφού ως σαράντα χιλιάδες έπεσαν, μπόρεσαν οι άλαλοι και σάλεψαν κι ακολούθησαν το ιππικό τους. Ο Αυτοκράτορας, οι Αρχιστράτηγοι καβάλλας και πεζούρας, ο Κόμητας του Παλατιού, και τριανταπέντε άλλοι στρατηγοί μείνανε νεκροί στην ολέθρια εκείνη μάχη. Για το Βάλεντα μάλιστα λέγουν πως αφού τον πήρανε σε καλύβι μερικοί του ακόλουθοι, έβαλαν οι Γότθοι φωτιά και τους έκαψαν.
Είταν η πρώτη μεγάλη καταστροφή αυτή που έπαθε το νέο το κράτος. Ζήτησαν τότες οι Γότθοι να πάρουν και την Αδριανούπολη, μα δεν μπόρεσαν. Όρμησαν έπειτα στην Πρωτεύουσα. Κατέβηκαν και σταθήκανε μπροστά στη Χρυσή Πύλη από το μέρος της Προποντίδας· μα και δω απότυχαν. Και τότες πρωτοφάνηκε ο μεγάλος νους του Κωσταντίνου, που διάλεξε τέτοια πρωτεύουσα. Σαστίσανε, λέει, οι Γότθοι σαν πρωτόειδαν τα πελώρια τειχίσματά της. Κι αφήσαντας τις πολιορκητικές μηχανές που φέρνανε μαζί τους, σύρανε κατά τανατολικά της Θράκης, στη Μακεδονία, και στη Θεσσαλία, σφάζοντας, αρπάζοντας, καίγοντας.
Αυτά είναι τα πολεμικά κατορθώματα του Βάλεντα και των αρχηγών του. Η κακή του τύχη όμως φύλαγε κι άλλο δυστύχημα για τη βασιλεία του, το μεγάλο το σεισμό του 375. Σικελία, Κρήτη, Πελοπόννησο, μεγάλο μέρος της καθαυτό Ελλάδας, Δαλματία, Βορεινή Αφρική, όλες αυτές οι χώρες, λίγο πολύ ρημαχτήκανε. Φαίνεται πως τραβήχτηκε κ' η θάλασσα κάμποσο διάστημα πίσω, και μάζευε, λέει, ο κόσμος ψάρια στον πάτο της! Έπειτα ξαναγύρισε με τέτοιαν ορμή, που καράβια βρεθήκανε σε στέγες σπιτιώνε! Αυτά πια να μας συχωρέσουν οι ιστορικοί του καιρού εκείνου να τα πάρουμε με λιγουλό αλάτι, που λέει ο λόγος. Η αλήθεια είναι πως ο σεισμός αυτός στάθηκε ολέθριος σ' όλες τις χώρες που ονομάσαμε. Στην Αλεξάντρεια μάλιστα, που χάθηκαν ως πενήντα χιλιάδες ψυχές, χρόνους πολλούς κάμνανε λιτανεία κάθε χρόνο, να μην ξανάρθη τέτοια καταστροφή.
ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο Μέγας Θεοδόσιος κ' οι Γότθοι
Από τον καιρό του Μεγάλου Κωσταντίνου ως τα τώρα, πενήντα χρόνια και κάτι, δε μας ξαναφάνηκε Βασιλέας που να στάθηκε ξέχωρα κι αψηλότερα από προκατόχους κι από διαδόχους· κι όχι πάλι με μεγάλα και με λαμπρά κατορθώματα, αυτά δε μεταγίνουνται και καθεμέρα· μα ας πούμε με κάποιον έξοχο χαρακτήρα, με γερή γνώση, και μ' αλύγιστη θέληση, άνθρωπος έχοντας χρήσιμο και σοβαρό σκοπό μες στο νου του, μα και δύναμη και τέχνη να τονέ βγάζη πέρα, έχει δεν έχει μπόδια· ηρωικός άνθρωπος, αληθινός Βασιλέας. Κ' ίσως μήτε πολυχρειάστηκε τέτοιο είδος ήρωας ως τα τώρα. Σ' αυτήν όμως την εποχή κατάντησε χρειαζούμενος, κ' έπρεπε να φανή. Κ' η Πρόνοια που λες και πάντα μας αγαπούσε, που καθώς θα δούμε, όχι μια και δυο, παρά κάμποσες φορές, ύστερ' από σειρά ανωφέλευτους Αυτοκρατόρους μας έφερνε κ' έναν της ανθρωπιάς άμα καταντούσε το κράτος στο μη παρακείθε, το τέλεσε και τώρα το θάμα της, πλημμυρισμένος καθώς είταν ο τόπος με Γότθους από τη μια, παραζαλισμένος με τον Αρειανισμό από την άλλη. Το τι θαπογινόμαστε ανίσως και δε μας έρχουνταν ο Μέγας Θεοδόσιος, που του άξιζε μα την αλήθεια τέτοιο καλορρίζικο όνομα, σα δύσκολο να λογαριαστή.
Ας πούμε λοιπόν πως από Θεού θέλημα ο διάδοχος του Βαλεντιανού, ο γνωστικός ο Γρατιανός, βλέποντας από τη Ρώμη πως δεν μπορούσε όλα να τα προφταίνη, έφερε από την Ισπανία το Θεοδόσιο, το γιο του στρατηγού του Θεοδοσίου που μεγάλα πολεμικά κατορθώματα είχε πραγμένα στου Βαλεντιανού τον καιρό, και τον προσκάλεσε να μας πάρη στον ώμο του.
Κατέβηκε ο Θεοδόσιος στα 379, τριάντα τριώ χρονώ νέος. Σε τέσσερεις μήνες μέσα, από την ήσυχη μοναξιά του βρέθηκε στα Βυζαντινά τα παλάτια· και θρονιάστηκε, όχι βασιλέας που ή από κλερονομιά ή με βία πήρε την κορώνα, παρά σαν άνθρωπος που έλαβε προσταγή να πάη εκεί να κάμη το χρέος του. Τον τήραε ο κόσμος πορφυρωμένο και θάμαζε την αντρίκια του όψη, τη μεγαλόπρεπη και χαριτωμένη κορμοστασιά του, λέγοντας πως έμοιαζε του Τραϊανού, καθώς τον ήξεραν από τις εικόνες του.
Πρώτη του έννοια και φροντίδα είτανε φυσικά να γλυτώση τον τόπο από τους Γότθους. Κ' εδώ φάνηκ' αμέσως ο μεγάλος του νους. Επειδή βλέποντας τέτοιους φοβερούς εχτρούς σκόρπιους μέσα στα κράτος, κι από την άλλη μεριά τα στρατέματα, όσα μνήσκανε, λαφιασμένα και μήτε να δούνε Γότθο μην αποκοτώντας, σοφίστηκε, οργάνισε, κ' έβγαλε πέρα πολιτική πούφερε μεγαλήτερα ίσως αποτελέσματα από λαμπρή νίκη. Μένοντας ο ίδιος στη Θεσσαλονίκη, που την έκαμε Στραταρχείο του, λάβαινε από κάθε μέρος μαντάτα κ' έστελνε προσταγές. Ο πόλεμος του με τους Γότθους είταν είδος κλέφτικος πόλεμος. Έχοντας Κάστρα στημένα σε διάφορα στρατηγικά μέρη, τους ενοχλούσε, τους χώριζε, τους σάστιζε, στιγμή δεν τους άφινε ήσυχη. Με τρόπο όμως πάντα κι όχι κατά το σύστημα του Βάλεντα. Έτσι συνέφερνε κι ο στρατός αγάλι αγάλι από την τρομάρα του. Σκόρπιζε και κάτι λόγια ο Αυτοκράτορας κάθε λίγο που δίνανε θάρρος κ' ελπίδα στους δικούς του, φόβο κι ανησυχία στους Γότθους. Δε ζούσε πια τώρα κι ο πιδέξιος ο στρατηγός τους ο Φριτιγέρνης, που αυτός μόνος ήξερε να τους φυλάη ενωμένους τους Γότθους και να τους κυβερνάη με κάποιο στρατηγικό σύστημα, κ' έτσι κομματιαστήκανε κι ανεμοσκορπιστήκανε σε διάφορα μέρη. Αρχίσανε να μαλλώνουν κι αναμεταξύ τους. Αυτό ζητούσε κι ο Θεοδόσιος. Ήρθε η ώρα του να το λύση το ζήτημα. Βγαίνει λοιπόν και τους αγοράζει έναν έναν τους Αρχηγούς με δώρα και μ' αξιώματα, και τους παίρνει μέσα στον Αυτοκρατορικό το στρατό. Ένας τους τότες, ο Μοδάρης, τόσο πιστός έμεινε στον Αυτοκράτορα, που βγήκε ύστερα και χτύπησε τους πατριώτες του κ' έσφαξε ως τέσσερεις χιλιάδες τους.
Σε κείνα τα χρόνια απάνω (381), περνάει τον Ποταμό και κατεβαίνει κι ο Αθαναρίχος, μεγάλος Αρχηγός και Κριτής, μ' άλλους πάλι Γότθος κι αυτός. Και πολλοί από τους παλιούς Γότθους τον αποδέχουνται και τον ορίζουνε Βασιλέα τους. Γέρος όμως όντας ο Αθαναρίχος και στοχαζούμενος άνθρωπος, αντίς να κάθεται και να συλλογιέται πολέμους και σφαγές, πηγαίνει ίσια στο Θεοδόσιο και του προτείνει να συθηκέψη μαζί του. Κι ο Θεοδόσιος: τι άλλο ήθελε; Βγαίνει και τον ανταμώνει απέξω από την Πρωτεύουσα, έπειτα τον παίρνει μέσα και του κάμνει μεγάλες και βασιλικές τιμές. Πήγε να τα χάση ο Αθαναρίχος. Τηράει από τη μια, τηράει από την άλλη, όλο πλούτη και μεγαλεία. Δε βάσταξε πια τότες, μόνο ξεφώνησε « Τώρα τα βλέπω και γω με τα μάτια μου όσα τόσους χρόνους τάκουγα και δεν τα πίστευα, τόσα αξετίμητα πλούτη, τόσα θεϊκά μεγαλεία!» Η θέα της πεντάμορφης Πόλης, τα θεόρατα τειχίσματά της, τα μαρμαρόχτιστα χτίρια, ο λιμένας με ταρίφνητά του καράβια, όλ' αυτά τον ξετρέλαναν και ξαναφωνάζει «Μα την αλήθεια επίγειος Θεός είναι ο Ρωμαίος ο Αυτοκράτορας. Κι όποιος κοτάει να σηκώση απάνω του χέρι, με το αίμα του πρέπει να το πλερώνη». Κ' έτσι από εχτρός που ξεκίνησε κατάντησε φίλος και σύμμαχος. Και σαν πέθανε λίγο κατόπι στην Πόλη ο γέρος ο Γότθος, τέτοιες παράταξες του κάμανε, τέτοια μνημεία του στήσανε, που ο στρατός του το καταχάρηκε, κι από τη χαρά του έτρεξε και μπήκε σύσσωμος στο βασιλικό το στρατό.
Μια και χωνεύτηκαν οι Βησιγότθοι του Αθαναρίχου μες στο στρατό, ποιος άλλος Γότθος να τολμήση και ναντισταθή στην Αυτοκρατορία! Όλοι τους οι Αρχηγοί κατέβαιναν ένας ένας και κάμνανε συνθήκες και προσκυνούσαν, κ' έτσι χύθηκαν όλοι στο χωνευτήρι. Κι όσοι τους πάλε μήτε στο στρατό δεν μπήκανε μήτε στην Πρωτεύουσα δεν έμειναν, πήγαν άλλοι στη Θράκη, δηλαδή οι Βησιγότθοι, κι άλλοι στη Φρυγία, Οστρογότθοι αυτοί κατεβασμένοι στα 386, όσοι τους δηλαδή δε σφάχτηκαν ή δεν πεταχτήκανε στον Ποταμό περνώντας, επειδή πιάστηκαν τότες σ' αναπάντεχη παγίδα από τ' αυτοκρατορικά πλοία.
Είπαμε παραπάνω πως τον προσκύνησαν οι Γότθοι τον Αυτοκράτορα. Δεν είταν όμως κι όλως διόλου προσκύνημα. Είτανε μισό υποταγή και μισό συμμαχία. Ένα είδος ανεξαρτησία την είχαν ακόμα στις επαρχίες που πήρανε για κατοικία τους. Αν και Βασιλέας τους ο Θεοδόσιος, φύλαξαν όμως και τους Κριτάδες τους, κι αυτοί τους κυβερνούσαν. Και φαίνεται πως μήτε φόρους δεν πλέρωναν, παρά μένανε μέσα στον τόπο καθώς είπαμε σαν είδος σύμμαχοι. Από κει λοιπόν ονομάστηκαν οι περίφημοι οι Φοϊδεράτοι, οι στρατιωτικοί εκείνοι με τις χρυσές τις τραχηλιές, με ταρχοντικά τα στολίδια, με τους μεγάλους μιστούς, και με τις παραλυμένες συνήθειες. Ακόμα πιο περίεργο, που και στο στρατό μέσα έμνησκαν ξέχωρα από τους άλλους, με δικούς τους στρατηγούς κι αξιωματικούς, κ' επειδή ανέβαιναν ως σαράντα χιλιάδες, είταν πάντα φόβος να σηκώσουν κεφάλι και νανοίξουν καινούργιες δουλειές, μόνο που γεωργικός όντας ο λαός τους θα καταντούσε ναλησμονήση με τον καιρό τάρματα και τη γλύκα τους.
Εκείνο που στάθηκε για τα μας, το χερότερο στην αρχή είταν που εξόν από τα στρατιωτικά πήραν κάμποσοι τους και πολιτικά αξιώματα, και με τους βαρβαρικούς τρόπους τους, με τις παραλυσίες τους, καθώς και με τη μεγαλήτερη πονηριά τους δεν μπορούσανε φυσικά να το καλλιτερέψουν το ηθικό της ανώτερης κοινωνίας. Αυτή η ανακατωσιά θα μας ξηγήση πολλά και δραματικά που θα ιστορήσουν παρακάτω.
Ο μαρασμός όμως αυτός της κοινωνικής, και μάλιστα της πολιτικής ηθικής στα πρώτα τους χρόνια, δεν πάει να πη και πως τη φαρμάκεψαν ή πως τη νόθεψαν τη φυλή μας οι Γότθοι εκείνοι. Σαν ανακατεύουνται δυο φυλές κ' η μια συχωνεύεται μέσα στην άλλη, η φυλή που απομένει είναι πάντα ωφελημένη κι όχι ζημιωμένη φυλή. Πρώτα, που φανερώνεται πως είναι η δυνατώτερη, αφού καταπόνεσε την άλληνα. Έπειτα, παίρνει και καινούριο αίμα στις φλέβες της, κ' αίμα καινούριο πάει να πη καινούρια δύναμη και ζωή. Αυτές οι ζυμωσιές ξαναδευτερώθηκαν απανωτά στον τόπο μας, αγκαλά όχι καθώς σ' άλλους τόπους. Ανίσως και μας πλάκωναν πιότεροι ξένοι, ας είταν και βάρβαροι, με τη δύναμη που είχε πάντα το Γένος να τους μεταπλάθη και να τους κάμνη Ρωμιούς (κάποτες κι όξω από τον τόπο του), θα στεριώνουνταν το σκαρί του ακόμα πιο δυνατώτερα. Μα για κακή μας τύχη μήτε οι Γότθοι δεν είταν αρκετοί, κ' οι Σλάβοι κατόπι σκορπιστήκανε σ' εξοχές και σε χωράφια, κι όχι μέσα στις πολιτείες, και έτσι δεν ωφελήθηκε ίσως ο τόπος όσο έπρεπε από δαύτους. Ο ξένος έχει μονάχα φόβο σαν κατεβαίνει και ξεσκουπίζει απ' άκρη σ' άκρη το ντόπιο στοιχείο, και μάλιστα το κυβερνητικό του μέρος.
Η ιδέα πως ένας λαός πρέπει να μένη ανακάτευτος για να φυλάξη την ευγένεια του, είναι ιδέα κι αυτή «του Λεπρέντη», που λέει ο λόγος, και φανερώθηκε πια σήμερα θεότρανα η μποσικάδα της. Ένας λαός φυλάγεται καθάριος, σώνει να φυλάη γλώσσα, θρησκεία, φιλολογία, φρονήματα καθάρια. Το αίμα του α σμίγεται κάποτες, αυτό κι ωφέλιμο είναι και χρειαζούμενο μάλιστα. Επειδή νερουλιάζει και ξεθυμαίνει του λαού το αίμα μένοντας αιώνες κ' αιώνες ξεχωρισμένο από καινούρια ζωή. Ή μηγαρίς το ίδιο δεν παρατηρούμε και σε πολλά φυτά και δέντρα που σα δε μεταφυτευτούνε ή σα δε μπολιαστούνε, μένουν αρρωστιάρικα, άχυμα κι άκαρπα κούτσουρα στα χωράφια τους μέσα; Η ωφέλεια που φέρνει σε μια φυλή το ξένο το στοιχείο είνε φυσιολογική αλήθεια που την απόδειξε κατά πλάτος και κατά φάρδος η τωρινή φυλή — επειδή φυλή πια είναι σήμερα — των Αμερικανών. Τάχατις πιο καλότυχοι στάθηκαν και καλλίτερα φύλαξαν το μεγαλείο τους οι Πολωνοί που έμειναν ανακάτευτοι τώρα και κάμποσους αιώνες;
Αυτά, και λίγ' ακόμα που ίσως θα ειπωθούν όταν έρθουμε στους Σλάβους, σώνουνε για τον καλοθελητή μας το Φαλμεράγερο και τους οπαδούς του, που αντίς να μας αποδείξουν πώς χάθηκε η ρωμαίικη η φυλή, αποδείξανε πώς έζησε, αφού μπόρεσε τόσους και τόσους ν' απορρουφήξη· καθώς και για κείνους που του δώκανε σημασία κ' έγραψαν τόμους και τόμους για να τονέ βγάλουν ψεύτη.
ΟΓΔΟΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Θεοδόσιος κι Ορθοδοξία
Πρωταγωνίστησε ο Θεοδόσιος και στη Δύση, και συχνά μάλιστα. Μα οι πράξες του σε κείνα τα μέρη, όσο και να τονέ δοξάζουνε, δεν είναι της δικής μας της ιστορίας. Θα τις περάσουμε ως τόσο κι αυτές με δυο λόγια σαν έρθη η ώρα τους. Ας σημειώσουμε τώρα πως άρχισε δεν άρχισε να κατασταλάζη η Ανατολή από τις Γοτθικές ταραχές, και θανατώνεται ο Γρατιανός στο Λούγδουνο της Γαλατίας (383), κ' εκλέγεται Αυτοκράτορας ο συγκλητικός ο Μάξιμος, με σύντροφό του στην Αφρική και στην Ιταλία τον ανήλικο το Δεύτερο Βαλεντιανό.
Βαριά του κακοφάνηκε του Θεοδοσίου αυτός ο φόνος του ευεργέτη του. Τούρθε μάλιστα να ξεκινήση και να παιδέψη τους φονιάδες. Οι καιροί όμως είτανε δύστροποι. Είχε μεγάλους περισπασμούς η Ανατολή. Κ' έτσι κάμνοντας την ανάγκη φιλοτιμία αναγνωρίζει το Μάξιμο, κλει μαζί του συνθήκες, και γυρίζει το νου του στα δικά μας τα βάσανα. Και ποια να είταν τώρα τα βάσανά μας; Ο Αρειανισμός, και πάλε ο Αρειανισμός, που κάστρο του και στρατόπεδο είταν η ίδια η Πρωτεύουσα. Σαράντα χρόνους τώρα μας παραζάλισε αυτό το κακό, κ' έπρεπε πια να του δοθή μια και καλή κατακεφαλιά. Ησυχία δεν είχε ο τόπος. Κατάντησε μέσα στην Πόλη ναφίνη τη δουλειά του ο κόσμος και να συζητάη θεολογικά. Ορίστε τι λέγουν πως είπε ένας που την είδε την Πόλη τους καιρούς εκείνους. «Άλλο δε βλέπεις» είπε, «παρά θεολόγους. Ως κ' οι δουλευτάδες, κ' οι σκλάβοι, θεολόγοι καταντήσανε. Στους δρόμους, σταργαστήρια, παντού διδαχές ακούς και τίποτις άλλο. Πηγαίνης ναλλάξης ένα νόμισμα, κι αρχίζουν πρώτα και σου ξηγούν τι διαφέρει ο «Υιός» από τον «Πατέρα». Ένα ψωμί πας να γυρέψης, και σου αποκρίνουνται πως ο «Υιός» είναι κατώτερος από τον «Πατέρα». Τέλος ρωτάς αν είναι έτοιμο το λουτρό σου, κι άλλη απάντηση δε σου δίνουν παρά πως πρέπει να γεννήθηκε από το Τίποτις ο «Υιός». Και δεν είτανε μονάχα οι Αρειανοί, παρά και πλήθος άλλες αιρέσες που ο Αρειανισμός τις χάδευε και τις προστάτευε, για να τις έχη μαζί του.
Είταν ο Θεοδόσιος αποφασισμένος να τα σταματήση αυτά. Βαφτισμένος όντας ατός του μ' όλους τους ορθόδοξους Κανόνες, είχε το θάρρος να κηρύξη την Ορθοδοξία είδος ηθικό χτήμα της Βασιλείας του, και με το διάταγμα του εκείνο του 380 καθιερώθηκε νόμος απαράβατος, ο κάθε υπήκοος ένα μονάχο δόγμα να πρεσβεύη, το δόγμα του Επισκόπου της Ρώμης και της Αλεξάντρειας «Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, ομοούσιον και αχώριστον», και να λέγουνται τώρα κι ομπρός όλοι τους Καθολικοί Χριστιανοί. (4) Τέτοια μέτρα εμάς μας φαίνουνται σήμερα, όχι πια άτοπα, μα και γελοία. Όταν όμως ανιστορήσουμε τη σύχυση που φέρανε στον κόσμο οι αντίπαλοι της Ορθοδοξίας, την ασυνειδησία τους, την ιδιοτέλεια, ας αφήσουμε πια τις σοφιστείες τους, το νοιώθουμε πως εδώ άλλο τρόπο δεν είχε παρά αυτοκρατορική τσικουριά. Ορίστε τι έλεγε το διάταγμα· « Κ' επειδή κρίνουμε πως όλοι οι άλλοι είναι τυφλοί και κουτοί, τους καθίζουμε στο μέτωπο τη σιχαμερή ονομασία Αιρετικοί, και τους απαγορεύουμε να μαζεύουνται στο ιερό τόνομα της Εκκλησίας. Εξόν από τη θεία δίκη, θα λάβουν αυτοί και τη δική μας την παίδεψη».
Έτσι μα το ναι τους άξιζε τους αδιόρθωτους εκείνους μωρόλογους, ταποσκυβαλίσματα εκείνα της παλιάς σοφιστικής, το κακορρίζικο αυτό στοιχείο που μας σώζεται, αν και μ' άλλες μορφές ως τα σήμερα, κι απ' άλλη γλώσσα δεν παίρνει, παρ' από τη γλώσσα της προσταγής. Δυστυχία μας όμως που δε βγαίνουν καθεμέρα και Θεοδόσιοι.
Δε σταμάτησε ως εκεί ο Θεοδόσιος. Έπρεπε όχι μονάχα με νόμους, μα και μ' Ορθόδοξο Εκκλησιαστικό διοργανισμό να γκρεμηστή ο Αρειανισμός. Έπρεπε να διοριστή Ορθόδοξος Πατριάρχης, να συστηθή Σύνοδο, να κανονιστούν άλλη μια φορά τα Εκκλησιαστικά, και να λείψη κάθε φόβος μήπως και ξαναπροβάλη ο εφτάψυχος εκείνος δράκος. Φρόνιμα μέτρα, όχι όμως και φρόνιμα εχτελεσμένα όλα τους, καθώς θα δούμε.
Πρι ναρχίσουμε από τον Πατριάρχη πρέπει να γυρίσουμε λίγο ξοπίσω, στον καιρό δηλαδή όταν απέθανε ο Βάλεντας, και που μην αποκοτώντας πια οι Ορθόδοξοι μήτε να σαλέψουν από την Αρειανική τυραννία, στοχαστήκανε νανεβάσουνε στον Αρχιερατικό Θρόνο άνθρωπο μεγάλο, δυνατό και με λόγο, να πολεμάη τους Αρειανούς.
Και τέτοιος άλαλος ποιος είταν τότες παρά ο Γρηγόριος; Τον προσκαλέσανε λοιπόν από τη Ναζιανζό, εκεί που τον είχαμε αφησμένο, και δέχτηκε. Ήρθε στην Κωσταντινούπολη, τον αποδέχτηκε κάποιος του συγγενής, κι αμέσως του άνοιξαν παρακκλήσι και τονόμασαν της Αγίας Αναστασίας. Αυτό το παρακκλήσι έγινε μεγαλόπρεπη εκκλησιά κατόπι. Απ' αυτής της εκκλησιάς τον άμπωνα πρωτολάλησε μέσα στην Πόλη ο Γρηγόριος. Γέμιζε ο ναός πιστούς, γέμιζε κι ο Αρειανισμός πάθος και ζούλια. Ως και πως τρεις Θεούς δίδασκε τον αβάνιαζαν, και με κάθε τρόπο παρακινούσαν τον όχλο να σηκωθή και να κατατρέξη τους Αιρετικούς του Αθανασίου! Όλη το λοιπόν η προστυχιά της Πόλης, άντρες, γυναίκες, και κάμποσοι Αρειανοί καλόγεροι, ξεκινούνε μια μέρα από τη Μητρόπολη της Αγιά Σοφιάς, σπάνουν τις θύρες της Αγίας Αναστασίας, και ρημάζουν το παρακκλήσι με λιθάρια, με μαγκούρες και μαναμμένα δαδιά. Πήγε να πεθάνη από τη λύπη του ο δύστυχος ο Γρηγόριος. Μα η αγάπη που του είχαν οι πιστοί του, ο ενθουσιασμός τους, το χρέος, το δίκιο, τον έκαμαν και βάσταξε αυτή τη φορά, και δεν τα χτύπησε κάτω, καταπώς συνήθιζε κ' είτανε φυσικό του. Εκεί απάνω πρόβαλε κι ο Θεοδόσιος με το διάταγμά του. Και καθώς είπαμε, μη σταματώντας ως εκεί, παρ' αποφασισμένος να τη στεριώση μια και καλή την Ορθοδοξία, πιάνει την Αγιά Σοφιά με τ' Αυτοκρατορικά του στρατέματα, ξεθρονιάζει τον Αρειανό Επίσκοπο το Δημόφιλο, κι ανεβάζει στο θρόνο το Γρηγόριο με μεγάλη παράταξη. Γεμάτοι οι δρόμοι, γεμάτα τα παράθυρα κόσμο. Ως και τω σπιτιών οι στέγες φορτωμένες άντρες, γυναίκες, παιδιά και γέρους, άλλοι ξεφωνίζοντας από τη χαρά τους, άλλοι βογκώντας από λύπη και καταριώντας. Κι ο Αυτοκράτορας, τριγυρισμένος με τα τάγματά του, οδηγούσε το Γρηγόριο στην Αγιά Σοφιά να τον κηρύξη Ορθόδοξο Πατριάρχη.
Του αγγελόκαρδου ιεράρχη ως τόσο δεν του έρχουνταν τα τυραννικά εκείνα τα μέτρα, που άλλος πιο φιλόδοξος θα τα χαιρότανε· μόνο του φάνηκε, λέει, σα να περνούσε κείνη τη μέρα από κουρσεμένη πόλη, που κάποιος βάρβαρος καταχτητής ήρθε και την κυρίεψε. Κ' έτσι είναι. Η βία, και μάλιστα η στρατιωτική η βία, ποτές δε φαίνεται θεάρεστο πράμα. Ανιστορώντας όμως ένα Γρηγόριο τριγυρισμένο μ' αυτοκρατορικούς στρατιώτες, τέτοια χρυσή ψυχή να προστατεύεται από λαμπροστόλιστες λεγεώνες, δίχως να θέμε τη συχωρούμε τη βία πούκαμε και μια θεάρεστη πράξη. Και δεν είταν ως τόσο απλή βία. Είταν α καθάριος κι ο πραχτικός ο νους του Θεοδοσίου, πούβλεπε πως άλλον τρόπο δεν έχει. Μακάρι να τάβλεπε έτσι κι ο Κωσταντίνος! Αν τον έννοιωθε τον Αρειανισμό ο Κωσταντίνος, δε θα κατάφευγε σε τέτοια μέτρα ο Θεοδόσιος.
Έξη βδομάδες δεν πέρασαν, και προστάζει ο Αυτοκράτορας εξορία σ' όσους ιερωμένους αρνιούνταν ακόμα της Νίκαιας το δόγμα. Αλλαξοπίστιζαν τότες οι Αρειανοί, τι να κάμουν. Γκρεμίζουνταν η ψευτοσοφία, και θεμελιώνουνταν η ορθοδοξία.
Έμεινε το λοιπόν ο Γρηγόριος πνεματικός πατέρας της φουρτουνιασμένης εκείνης κοινωνίας. Και πρέπει να ειπωθή προς τιμή του — αγκαλά καθώς ξέρουμε του είτανε φυσικό — πως άλλη βία ατός του δε μεταχειρίστηκε για να καθησυχάση τα ταραγμένα εκείνα πλήθη παρά τη δύναμη του λόγου και της αγγελικής του αγαθωσύνης, πασκίζοντας με το καλό να μεταπείθη τον κάθε αλλόδοξο. Η πολιτική όμως αυτή, όσο χριστιανική κι αν είταν, κ' ίσια ίσια επειδή είτανε χριστιανική, δεν πολυάρεζε στο Παλάτι. Δεν ταίριαζε με τους αγριώτερους τρόπους των Αυλικών, που για να κολακεύουν το Θεοδόσιο γύρευαν ακόμα πιο τυραννικώτερα μέτρα. Απάνθρωπο πράμα, αφού μάλιστα οι Αρειανοί δε φάνηκαν και πολύ δύσκολοι σαν είδανε τα στενά. Συσταίνεται κατόπι από το Θεοδόσιο κ' η δεύτερη Οικουμενική Σύνοδο στην Κωσταντινούπολη (381) με σκοπό να καθαρίση την Εκκλησία από κάθε αίρεση κι από κάθε ανωμαλία που της προξένησε ο Αρειανισμός, καθώς και να πανηγυρίση την ανάσταση της Ορθοδοξίας. Μα αντίς να ρηνέψη τον κόσμο αυτή η Σύνοδο γέννησε νέα σκάνταλα, με το να ενεργήσανε οι Αυλικοί να συστηθή κόμμα μέσα της και να πολεμήση το Γρηγόριο, που δεν τους κατάτρεχε πιο αλύπητα τους Αρειανούς, μόνο και σα να πήγαινε από το μέρος τους. Και τότες, που έπρεπε ο Γρηγόριος, αν είχε του Αθανασίου ή του Βασιλείου το χαρακτήρα, να μείνη σταθερός κι ακλόνιστος και να διαφεντέψη τη φιλανθρωπική εντολή της θρησκείας, άρχισε σταλήθεια να βαριεστίζη και να κλονίζεται και να λαχταρή την ποιητική τη γαλήνη, που πάντα τηνέ ζητούσε άμα του φαίνουνταν ανυπόφερτος πια ο κόσμος! Κι αντίς νανέβη το βήμα και να τους κοπανίση τους κομματικούς εκείνους κ' ίσως αγορασμένους Επισκόπους μ' αντρίκια λόγια, σηκώθηκε και τους μίλησε σαν καλός πνεματικός και τους σύστησε ειρήνη κι αγάπη. Κι αυτό πάλε καλό κι άγιο· μήτε ως εκεί όμως δεν έμεινε, παρά τους πρότεινε ύστερα να τραβηχτή ο ίδιος από το θρόνο, μα και στη θάλασσα να πάη να πέση, ανίσως και στάθηκε αφορμή της νέας αυτής ταραχής. Κι από κει πηγαίνει και δίνει την παραίτηση του στο Θεοδόσιο· κι ο Θεοδόσιος, δίχως άλλο γυρισμένος από τους κακορρίζικους Αυλικούς του, τη δέχεται την παραίτηση! Σα να του βαριοφάνηκε του Γρηγορίου η αλλαγή αυτή του Θεοδοσίου. Σα να μην το πρόσμενε τέτοιο φαρμάκι ύστερ' από τόσες και τόσες τιμές. Συγκαλεί τότες τους εκατόν πενήντα εκείνους Συνοδικούς, τους δίνει μια διδαχή που έπρεπε να τους την είχε δοσμένη απαρχής, τους προσωποδέρνει που όλο ραδιουργούσαν και παραβγαίνανε σα να είταν Ιπποδρόμιο η θρησκεία, έπειτα κάμνει την περίφημη Απολογία του με λόγια ρητορικά και με τη συνηθισμένη του τέχνη. Αγκαλά έχοντας το δίκιο μαζί του, και δίχως τέτοια τέχνη, και μάλιστα με κάτι πιότερη επιμονή και θέληση, ακόμα καλλίτερα μπορούσε να τους αποστομώση τους θεομπαίχτηδες. Πιο ωραία απ' όλα είναι η αποστροφή του λόγου εκείνου, όταν αποχαιρετάει τα δοξασμένα μεγαλεία του Βυζαντίου.
Έσυρε κ' έφυγε λοιπόν από τη Βασιλεύουσα ο Γρηγόριος, προς μεγάλη χαρά των εχτρών του, μα όχι και δίχως αξιοπρέπεια. Κι αφού πέρασε από την Καισάρεια κ' έβγαλε επιτάφιο λόγο του Βασιλείου, πεθαμμένου τότες και μερικούς μήνες, ξαναγύρισε στην πατρίδα του την Αριανζό, κ' εκεί πέρασε όση ζωή τούμνησκε γράφοντας στίχους και καλλιεργώντας το περιβόλι του. Απέθανε στα 389.
Αυτός είναι ο χαριτωμένος μας ο Άγιος Γρηγόριος, που ως τα σήμερα τονέ γιορτάζουμε και τον προσκυνούμε μαζί με τους άλλους δυο μεγάλους Ιεράρχηδες, Βασίλειο και Χρυσόστομο.
Καθώς είπαμε, τύπος καθαυτό ρωμαίικος· ρωμαίικος όμως από κείνους που έχουνε μεγάλη κι απλοϊκή καρδιά, βαθειά ευλάβεια και συμπάθεια, μερική αστασία, τέλος και κάποια δόση από ποίηση μέσα τους. Μεγάλα ως τόσο πράματα δεν είταν η ποίηση του ως τέχνη, αν και τους έβγαζε με τις χιλιάδες τους στίχους ο βλογημένος. Είδος «θρησκευτικές μελέτες» τις είπανε μερικοί· και το περίεργο, λουσμένες με κάποια λυπητεράδα που μας δείχνει πως ο λεγόμενος ρομαντισμός καινούριο πράμα δεν είναι. Καθαυτό τέχνη του είταν η εκκλησιαστική ρητορική, οι Λόγοι του, που όσο και να μην ανέβηκαν ως ταττικά ύψη του Βασιλείου, έχουν όμως τη χάρη, τη γλύκα και τη συμπάθεια πούβγαζε πάντα η ποιητική του ψυχή.
Ας ξαναγυρίσουμε στην Πρωτεύουσα τώρα. Τα τέντωνε και πήγαινε ο Αυτοκράτορας τα μέτρα του με τους αιρετικούς, χωρίς μήτε στιγμή να τα χαλαρώνη. Σα συνωμότες τους είχε. Κάθε χρόνο χρόνο κι απόνα διάταγμα τους έβγαζε. Από τα 380 ως τα 394 λες και σαν κανόνια έπεφταν οι νόμοι του απάνω στους κακόμοιρους τους αλλόδοξους. Ένας από τους νόμους αυτούς έβαζε δέκα χρυσές λίτρες πρόστιμο (τετρακόσες σημερνές λίρες) σ' όσους ή δέχουνταν ή έδιναν αιρετικό αξίωμα. Άλλος πάλε, ακόμα πιο τυραννικώτερος νόμος, μήτε να λειτουργούνται δεν τους άφινε, παρά τους κήρυττε σα να λέμε αφορισμένους. Τέλος μήτε οι διαθήκες τους δεν έπιαναν, κ' είχανε δεν είχανε γίνουνταν Ορθόδοξοι.
Δεν τόχουμε σκοπό να τα εγκωμιάσουμε και καλά τασιατικά αυτά μέτρα. Όποιος όμως είχε την υπομονή να προσέξη τ' αρειανικό το κίνημα από την αρχή του, και τα καλοξέτασε ταπανωτά του τεχνάσματα, και τόννοιωσε πως τέτοια φιλοσοφική θρησκεία καταντάει αγυρτεία όταν όσοι την πιστεύουνε δεν είναι κι αυτοί φιλόσοφοι, θα συφωνήση βέβαια πως εδώ πέρα χρειάζουνταν κόπανος δυνατός και γερός — όχι μισά πράματα. Τέτοια μάλιστα υπόληψη τον έχουμε το Θεοδόσιο, που δε μας φαίνεται τόσο πως τα μέτρα του στάθηκαν πέρα και πέρα παράλογα, όσο πως οι αυλικοί του κ' οι αξιωματικοί του τα βάλανε σε πράξη πολλές φορές με βάρβαρο και μ' απάνθρωπο τρόπο. Αυτό προπάντω θα το παρατηρήσουμε στάλλο το ζήτημα του καιρού εκείνου, το ειδωλολατρικό.
Για ναποσωστή το θεμέλιωμα της Ορθοδοξίας, έπρεπε να χτυπηθή κι ο Εθνισμός, που καθώς είδαμε, είχε κι αυτός ακόμα ζωή και δόντια. Ακολούθησε λοιπόν κ' εδώ ο Θεοδόσιος το ίδιο το σύστημα. Του πέταγε του Εθνισμού νόμους και διατάγματα απάνω κάτω σαν ταρειανικά. Όντας όμως η πηγή του Αρειανισμού μπρος στα μάτια του, μέσα στην Πρωτεύουσα, δεν είχανε γίνει και παραπολλές βαρβαρότητες στην εφαρμογή του κατατρεγμού εκείνου. Μα με την ειδωλολατρία, που και πολυκέφαλη είταν και σκόρπια σε διάφορα μακρινά μέρη, συνέβηκαν ανήκουστα πράματα, κι όχι τόσο στην Καθαυτό Ελλάδα — αυτή στάθηκε τυχερή — όσο στην Ανατολή. Αφίνουμε πια που κατά τους νέους εκείνους νόμους δεν έπρεπε, μέρα είτανε, νύχτα είτανε, μήτε θυσίες να τελούνε, μήτε ιεροσκοπίες, μήτε καμιάν άλλη παλιά τελετή. Μα και προσταγή έδωσε ο Θεοδόσιος του Πραιτωριανού Επάρχου της Ανατολής, του Κυνηγίου, να κλείση ναούς, να ξολοθρέψη είδωλα, να διώξη ιερέους, και τέλος να μοιράση τα ιερά τους χτήματα αναμεταξύ Αυτοκρατορικής Εκκλησίας και στρατού. Και τι κάμνει ο Κυνήγιος; Δυναμωμένος με φανατικούς, ίσως και πεινασμένους, Επισκόπους και Καλόγερους, πέφτει σαν πληγή μέσα στη δύσμοιρη την Ανατολή. Και σα να μην έσωναν τόσες καταστροφές, έβαλαν και μια δική τους, τη μεγαλήτερη και τη βαρβαρώτερη. Όλους εκείνους τους πανώριους ναούς, τα θάματα εκείνα της Τέχνης που Θεός το ξέρει α θα δυνηθή πια να ξαναστήση παρόμοια στον κόσμο ανθρώπινο χέρι, αντίς να τους αφήσουνε κλειστούς, ή τουλάχιστο να φανούν ίσια με τους Τούρκους γνωστικοί και να τους κάμουνε δικές τους Εκκλησιές, βαλθήκανε να τους γκρεμήσουνε, μην τύχη, λέει, και ξαναφανή κανένας Ιουλιανός και τους ξανανοίξη! Πάει τότες ο περίφημος ο ναός της Απαμείας στη Συρία, και με τρόπο που να φρίττης. Επειδή μην μπορέσαντας ο Ηρόστρατος της χώρας εκείνης, κάποιος Μάρκελλος, να γκρεμήση με τους συνηθισμένους τρόπους το θεόρατο αυτό μνημείο, χτισμένο καθώς είτανε σ' ύψωμα, με δεκαπέντε βαρειές κολώνες από την κάθε πλευρά, κ' η καθεμιά κολώνα ως δεκάξη πόδια γύρο, προστάζει κι ανοίγουν τα θεμέλια, αποθέτουν αποκάτω χοντρόξυλα, ανάβουνε φωτιά, και κατρακυλάει και πέφτει το μεγαλόπρεπο χτίριο, που λες και πέφτανε τα ουράνια! Το καταχάρηκαν τούτο οι Καλόγεροι, που θαρρούσανε, λέει, πως κάποιος Δαίμονας είταν και τους μπόδιζε να γκρεμήσουν το Ναό, ώσπου σοφίστηκε ο Μάρκελλος τον τρόπο! Όρμησαν ύστερα και στους άλλους ναούς, και λίγοι έμειναν απάνω στα θεμέλιά τους.
Τα ίδια έπαθε κι ο άλλος, ο ακόμα πιο περίφημος ναός του Σεράπι στην Αλεξάντρεια. Ο Σεράπις είτανε Θεός όχι του τόπου, παρά κατεβασμένος από τη Σινώπη κάμποσους αιώνες. Ένα μονάχο ταίρι λέγουν πως είχε ο Ναός εκείνος στον κόσμο, το Καπιτώλι της Ρώμης. Στημένος όντας κι αυτός απάνω σ' ύψωμα, τεχνητό όμως, ανέβαινες εκατό σκαλοπάτια για νάμπης. Αποκάτω από το ύψωμα, απέραντα κατώγια καμαρωτά. Ολοτρόγυρα του χτίριου μαρμάρινα περιστήλια. Κι όσο από αγάλματα κι άλλα αξετίμητα έργα, γεμάτος ο ναός μέσα. Εκεί κάπου είτανε βαλμένη κ' η νέα η Αλεξαντρινή Βιβλιοθήκη, με τα μύρια της φιλολογικά θησαυρίσματα. Δεν εννοούσε, καθώς φαίνεται, ο Θεοδόσιος μήτ' αυτά το περίφημο μνημείο να το πειράξη· φοβούνταν κι ο κόσμος μην τύχη και τον οργίση τον παράξενον εκείνο θεό, που κανένας δε φαίνεται να καλογνώριζε αν είταν καλός «Δαίμονας» ή κακός. Τον αρχιεπίσκοπο όμως της Αλεξάντρειας, το Θεόφιλο, για κακή μας τύχη δεν τονέ σκότιζε τόση δεισιδαιμονία. Σα να τονέ ζούλευε μάλιστα το Σεράπι, που τούκαμνε ο κόσμος τέτοιες τιμές! Βλέποντας οι Εθνικοί τους άλλους του κατατρεγμούς δεν αργήσανε να υποψιαστούν πως όπου κι αν είναι θα πέση η οργή του κι απάνω στο ναό του Σεράπι. Με την ελπίδα, λοιπόν πως έτσι θα το προλάβουν το κακό, σηκώνουνται στάρματα, επικεφαλής τους ο φιλόσοφος ο Ολύμπιος, κράζοντάς τους να πεθάνουνε διαφεντεύοντας τους αρχαίους βωμούς. Και σα μαζεύτηκαν όλοι πήγαν και κλείστηκαν ίσια ίσια μες στο ναό, κι από κει πότε ρίχνανε σαϊτιές, και πότε ξεχύμιζαν και ζυγώνανε με τους άλλους και τους χτυπούσαν. Τέλος έγινε ανακωχή, και συφωνήθηκε να ξεκινήσουν και ν' ανταμωθούν Εθνικοί και Χριστιανοί σε κάποια πλατεία, με δίχως άρματα όμως, και νακούσουν την απόφαση του Θεοδοσίου που του την είχανε γυρέψει. Είταν η απόφαση φυσικά ενάντια για τους Εθνικούς. Σηκώθηκαν τότες αυτοί απελπισμένοι και τραβήχτηκαν. Ήρθε τώρα η ώρα του Θεοφίλου. Ίσια στο ναό, να γκρεμηστή και καλά. Πού να γκρεμηστή όμως τέτοιο μεγαλούργημα! Μήτε τα θεμέλιά του να σκάψουνε δεν μπόρεσαν, καθώς κάμανε στην Απαμεία. Ξολοθρέψανε λοιπόν και ρήμαξαν ό,τι μπόρεσαν οι Θεοφιλίτες μέσα στο χτίριο, ταφήκανε γυμνό από κάθε στολίδι, και γεμάτο σκουπίδια και θρούβαλα. Αργότερα κουβαλήθηκαν έξω όλα εκείνα τα ιερά συντρίμμια της τέχνης, κ' έγινε ο ναός εκκλησία των Αγιώ Μαρτύρων. Όσο για την πολύτιμη τη Βιβλιοθήκη, πάει κι ακόμα πηγαίνει!
Και δεν ξέρει μα το ναι τι να πρωτολυπηθή άνθρωπος, την καταστροφή τω βιβλίων, ή τα χρυσά και ταργυρά ταγάλματα, στολίδια, βάζα, κι άλλα χρειαζούμενα του ναού, που τάλιωσαν όλα· καθώς και τα μαρμάρινα, που τάσπασαν και τα πετάξανε στους τέσσερεις δρόμους! Τέλος και το μεγαλήτερο απ' όλα εκείνα τα μνημεία, το κολοσσένιο άγαλμα του θεού, που λέγουν πως είταν έξοχο πράμα. Από λογής λογής μέταλλα χυμένο, σκήφτρο στο χέρι, και καθισμένο σε θρόνο σαν Ολύμπιος Δίας· κανίστρι στο κεφάλι, και στο δεξί του χέρι φείδι με τρεις ουρές· κ' η κάθε ουρά τέλειωνε πάλι με τρία κεφάλια· ένα σκύλος, ένα λιοντάρι, κ' ένα λύκος. Πίστευαν οι Εθνικοί πως να ταγγίξης μονάχα τάγαλμα εκείνο, και ξαναγίνεται χάος ο κόσμος. Κι ως τόσο ένας σταλήθεια αθεόφοβος στρατιώτης μ' αξίνι στο χέρι βαρύ σκαλώνει απάνω, κ' εκεί που κ' οι Χριστιανοί ακόμα πρόσμεναν κοσμοχαλασιά, καταφέρνει μια στο μάγουλο του θεού, και πέφτει το μάγουλο κάτω. Άλλη μια τσικουριά, κατόπι άλλη, και κατρακυλούν τα κομμάτια, ώσπου θρουβαλιάστηκε όλο τάγαλμα. Τραβούσαν έπειτα τα κολοβωμένα του πόδια στους δρόμους. Άλλα μέρη του κορμιού του τάφεραν και τα κάψανε στ' Αμφιθέατρο, και ξεφώνιζαν από τη χαρά τους του Αρχιεπισκόπου οι φίλοι.
Αυτά είναι τα καμάρια του Θεοφίλου, που βάλθηκε κι αυτός ναρμηνέψη τις προσταγές του Θεοδοσίου με τρόπο που αφίνει φριχτό σημάδι στην ιστορία του.
Πρόσμεναν ύστερα οι Εθνικοί να στερέψη ή να πλημμυρίση ο Νείλος, να χαλάση ο κόσμος. Πλημμύρισε ο Νείλος, είναι αλήθεια· μα κατέβηκε πάλι, αφού καλοπότισε τα χωράφια.
Κ' έτσι κατάντησαν οι Εθνικοί της Αφρικής και της Ανατολής σαν είδος Εβραίοι και χερότεροι, αφού μήτε δικούς τους πια ναούς δεν είχαν, παρά σέρνανε και πηγαίνανε στις εξοχές κ' έκαμναν κάτω από δέντρα τις τελετές τους. Σφάζανε και ψήνανε ζώα εκεί αποκάτω, έψελναν ύμνους, μα τα σπουδαιότερα σημάδια της παλιάς λατρείας ταπόφευγαν, επειδή ταπαγόρευαν οι Θεοδοσιανοί νόμοι. Μα και τις θυσίες τις κατάργησε το στερνό πρόσταγμα του Θεοδοσίου, και μάλιστα τις τιμωρούσε με θάνατο εκείνος ο νόμος.
Όσο για την Καθαυτό Ελλάδα, εκεί, καθώς είπαμε, τέτοιοι φοβεροί κατατρεγμοί και τέτοιες ρήμαξες δεν έγιναν. Ίσως δε βρέθηκαν εκεί Μαρκέλλοι και Θεόφιλοι να τις σκαρώσουνε. Δούλεψε όμως κ' εδώ η νομοθεσία του Θεοδοσίου, και στα 394, ύστερ' από διακόσες εννενήντα τρεις Ολυμπιάδες, καταργήθηκαν τέλος κ' οι περίφημοι Ολυμπιακοί Αγώνες, κ' έτσι έσβυσε κι αυτή η πολυξάκουστη δόξα της αρχαιότητας.
Λες και πλέρωνε τώρα ο δύστυχος ο Εθνισμός για του Διοκλητιανού τις αμαρτίες! Τι να κάμουν οι Εθνικοί, μέσα σε τέτοιον ανεμοστρόβιλο, θέλανε δε θέλανε πήγαιναν κ' αυτοί στην Εκκλησιά. Όσο κι αν τους απόμνησκε ακόμα μερικώνε θάρρος να γράφουν Εθνικά συγράμματα και λόγους, όσο και να σώζουνταν ακόμα κάμποσοι Εθνικοί με μεγάλα αξιώματα, ο λαός όμως που θέλει πάντα να βλέπη χεροπιαστά πράματα στη λατρεία του, μην μπορώντας πια να τελή θυσίες και πανηγύρια, γύριζε αγάλι αγάλι με το Χριστιανισμό, ώσπου σε μερικά χρόνια αρχίνησε να βουλιάζη κι αυτό τανεμοδαρμένο καράβι της αρχαιότητας μέσα στα κύματα της νέας ζωής.
Έγραφαν ακόμα, καθώς είπαμε, και λαλούσαν οι ρήτορες. Σκοτάδι και κοσμοχαλασιά τον ονόμαζαν αυτό τον ξολοθρεμό της παλιάς λατρείας. Λόγια δεν έβρισκαν αρκετά σιχαμερά για καλογέρους και μαρτύρους. Δεν τόβλεπαν πως η επανάσταση είταν αποτελειωμένη, πως τα ιερολείψανα του Αποστόλου Πέτρου είταν πια τώρα το καθαυτό προσκυνητάρι της παλιάς Ρώμης, καθώς των Αποστόλων Αντρέα, Λουκά, και Τιμοθέου, της νέας.
Εποχή μα την αλήθεια ιερολειψάνων, αγίων, και θαμάτων η εποχή εκείνη. Κάπου κάπου δίχως άλλο κρυφογλιστρούσαν και ψεύτικοι άγιοι, με σκοπό να ωφεληθούν από την ευλάβεια που συνεπήρε τον κόσμο· καθώς και ψεύτικα θάματα κ' ιερολείψανα. Αυτά όμως δεν είναι μήτε της ώρας μήτε της ιστορίας μας. Εκείνο που αξίζει περαστικά να σημειώσουμε είναι πως τ' αρχαιολατρικό το συνήθιο ναποδίνουνται ανθρώπινα συστατικά στους Θεούς μεταφέρθηκε κάπως κι αυτό στη Χριστιανωσύνη, με το να πίστευαν οι πιώτεροι τότες πως τις έννοιωθαν οι άγιοι και τις χαίρουνταν τις τιμές που τους έκαμναν, καθώς πάλε πως έστελναν κεραυνούς και παρόμοια δεινά για να τιμωρούν τους άπιστους και κακούς. Η αποστολική απλότητα αγάλι αγάλι περνούσε και πήγαινε, κ' έμπαινε στον τόπο της η νέα αυτή μορφή της θρησκείας, που δίχως άλλο τη χρωστούμε στους κατατρεγμένους εκείνους Εθνικούς.
Έτσι πλήθηναν αυτή την εποχή κ' οι τελετές, κι άλλα σφανταχτερά σημάδια πούμειναν ως τα σήμερα στις Ακολουθίες μας. Οι παράταξες κ' οι πομπές, τα παναγύρια κ' οι γιορτές των Αγίων, τα θυμιάματα, οι λαμπάδες κ' οι πολυέλαιοι, τα προσκυνήματα και τα φιλήματα των ιερών Εικόνων, οι λιτανείες, τέλος τα χαριτωμένα εκείνα συστήματα τω χωριώ μας και τω νησιώ μας, οι λειτουργίες στα ξωκκλήσια των Αγίων, πολλές φορές κάτω από δέντρα που σκεπάζουν τα ιερά τοιχογυρίσματα αντίς στέγες, τα μικρά νομίσματα που ως τις προάλλες ταποθέτανε στα στόματα τω νεκρών, και μύρια άλλα παρόμοια θρησκευτικά μας έθιμα —: τι άλλο είναι παρά συνήθια της αρχαιότητας μεταφερμένα· στο Χριστιανισμό από την κατατρεγμένη παλιά θρησκεία, απαράλλαχτα καθώς ακόμα προτήτερα παραλάβαμε τα εκκλησιαστικά μας αξιώματα και τις ονομασίες τους από τις παλιές πολιτείες; Κ' είναι για τα μας ιερά μα την αλήθεια και σεβαστά εθνικά φυλαχτήρια όλα εκείνα τα συστήματα, κι άλλη μια αφορμή να τη θεωρούμε εθνική τη θρησκεία μας.
Μα έμειναν κι άλλα πολύτιμα απομεινάρια της αρχαίας λατρείας. Όταν ο Ρωμιός ο Χριστιανός παρακαλούσε για την υγεία του, η γυναίκα του για ν' απολάψη τέκνα ή να γλυτώση από αρρώστια όσα είχε γεννημένα· ότα μελετώντας ταξίδι ζητούσε τη βοήθεια από Άγιο και μεταγυρίσαντας πήγαινε κι άναβε κερί ή έδινε προσφορά ή λειτουργούσε στο παρακκλήσι του ή στάγιο λείψανο, —: τι άλλο έκαμνε και κάμνει ακόμα η ψυχή του παρά ναντιλαλή ταπλοϊκά συστήματα της κλασικής του θρησκείας, και να τα αιωνίζη, λείψανα μα τον Ύψιστο κι από πολλά μαρτυρικά λείψανα πιο ιερώτερα.
Κ' έτσι ο Θεοδόσιος, που με μερικές κοντυλιές κατάργησε την αρχαία θρησκεία, δεν μπορούσε όμως να θάψη μαζί της και τις μύριες συνήθειες της, παρά χρησίμεψε μάλιστα με ταυστηρά μέτρα του και να φυλαχτούν πάμπολα εθνικά μας σημάδια, που ως τα σήμερα τάχουμε και ταγαπούμε και τα λατρεύουμε.
ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Άλλα καμώματα του Θεοδοσίου
Είδαμε λοιπόν πως ο Θεοδόσιος είχε δυο μεγάλες ιδέες, και πως τις έβγαλε και τις δυο πέρα. Τη μια την πολιτική, πολύ μα την αλήθεια πιο πιδέξια και πιο φιλάνθρωπη από την άλλη, τη θρησκευτική. Το μεγαλήτερο χάρισμά του, και το πιο χρειαζούμενο τότες, είταν η σιδερένια του θέληση. Αυτή τον έκαμε μεγάλο το Θεοδόσιο. Καθώς όμως οι μπόρες στα πρωτοβρόχια, εκεί που χρειάζουνταν η γης απλό δρόσισμα, κατεβαίνουν και γεμίζουνε λαγκαδιές, κι άξαφνα ροβολούν ποτάμια και συνεπαίρνουνε δέντρα και λιθάρια, και πλημμυρίζουνε χωράφια όχι μονάχα με νερά και με λασπουριά, παρά και με κούτσουρα και με πέτρες, που θαρρείς και πια δε θα δουν προκοπή, έτσι και τα μέτρα του Θεοδοσίου σαν μπόρες κατέβαιναν και παραζάλιζαν και συνέπαιρναν τότες τον κόσμο. Τα μέτρα είταν καθαυτό γνωστικά, είταν το νερό της βροχής. Μα ο απότομός του τρόπος, καθώς κι ο θυμός του εκείνος, καθώς θα δούμε, όρια δεν είχε, μοιάζανε μπόρα μονάχη. Κ' έτοιμοι πάντα οι Αυλικοί του ναποδεχτούν την ορμή της και να τηνέ χύσουνε σαν αγριεμένα ποτάμια μέσα στον κακόμοιρο το λαό.