← Table of contents
Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Πρώτος τόμος

Front matter (continued 5)

Reading edition

Σαν είδε η Ευδοκία πως ελπίδα πια δεν της έμνησκε, ως μήτ' από τον άντρα της ύστερ' από τις ιστορίες εκείνες με τον Παυλίνο, σηκώθηκε και κατέβηκε πάλι στα Ιεροσόλυμα (443). Μα μήτ' εκεί δεν την άφησε ήσυχη η Πουλχερία· της αφαίρεσε κάθε βασιλικό δικαίωμα, κ' έμεινε εκεί ξόριστη, ώσπου απέθανε καλόγρια ύστερις από δεκάξη χρόνια, σ' εξήντα εννιά χρονών ηλικία.

Ερχόμαστε τώρα στο Θεοδόσιο. Πως είχε ο Θεοδόσιος και μερικά καλά, το βλέπουμε από την πολιτική του για την εθνική γλώσσα. Αδιάφορο αν πήρε από την Ευδοκία την ιδέα ή από την Πουλχερία ή από την ασταμάτιστη ορμή της ρωμαίικης φυλής. Σώνει που στα 439 έβγαλε ο Θεοδόσιος νόμο που έδινε την άδεια να γράφη όποιος θέλει τη διαθήκη του στη γλώσσα του τόπου. Μα κι αρχήτερ' ακόμα, από τα 425, είχε δείξει τη φρονιμάδα του μ' άλλο πιο σημαντικώτερο νόμο, το εγκαίνιασμα δηλαδή του Βυζαντινού Πανεπιστήμιου, που για τα γραμματικά και τα φιλολογικά μονάχα είχε εικοσιοχτώ καθηγητάδες, δεκαπέντε για τα ελληνικά, και δεκατρείς για τη λατινική φιλολογία, φιλοσοφία κτλ· νόμο που πρέπει να του δώσουμε σημασία, κι όχι τόσο για την παιδευτική του αξία, παρά που παρουσιάστηκε ανάγκη μέσα στο λατινοκυβέρνητο το Βυζάντιο ναναγνωριστή τόσο επίσημα η γλώσσα της χώρας, και ναποφανή πως με τη λατινική μονάχη το Κράτος δεν μπορούσε πια να κυβερνηθή. Έτσι άρχιζε και τους καταχτούσε ο Ρωμιός τους Ρωμαίους.

Ο καθαυτό σκοπός του Πανεπιστήμιου εκείνου φαίνεται πως είτανε θρησκευτικός· να μεταφερθούνε δηλαδή τα φώτα από την ειδωλολατρική την Αθήνα στο χριστιανικό το Βυζάντιο, και να χτυπηθή στη ρίζα του ο Εθνισμός. Μα πολεμώντας έτσι να προλάβουν ένα κίντυνο, μας προφύλαγαν απ' άλλο μεγαλήτερο, τον ολότελο λατινισμό. Φέρνοντας την Αθήνα στην Πόλη μας προστατεύανε μαζί με το χριστιανισμό και τη γλώσσα.

Άλλο έργο του Μικρού Θεοδοσίου είταν ο νέος Κώδικας που στα 429 διάταξε να συνταχτή από εννιά διαλεχτούς νομικούς του καιρού του. Μόλις στα 439 δημοσιεύτηκε αυτός ο κώδικας κι από τους δυο αυτοκρατόρους μαζί, Θεοδόσιο και Βαλεντιανό, λίγους μήνες αφού κατέβηκε από τη Ρώμη στην Κωσταντινούπολη ο Βαλεντιανός να πάρη γυναίκα την Ευδοξία, της Ευδοκίας την κόρη.

Ας έρθουμε τώρα στην πιο γενικώτερη πολιτική ιστορία του Θεοδοσίου και της Πουλχερίας. Από κάθε μεριά της Αυτοκρατορίας βρίσκουμε στην αρχή κάτι πιώτερη γαλήνη κ' ησυχία παρά στα περασμένα χρόνια. Κι αν τύχαινε να χαλνάη πουθενά η ειρήνη, καθώς π. χ. με τον Πέρσο το Βασιλέα, δεν ντροπιάστηκαν του Θεοδοσίου τα όπλα, παρ' αναγκάστηκαν οι Πέρσοι να περιμαζευτούν (420 — 421). Έτσι και στ' Αρμενικό το ζήτημα του πέμτου αιώνα. Είταν τότες η Αρμενία μοιρασμένη σε δυο μερίδες. Την ανατολική με δικό της βασιλέα, μα κάτω από τον Πέρσο το μονάρχη· και τη δυτική με ξέχωρο βασιλέα κι αυτή, μα υποταχτικό του δικού μας του Αυτοκράτορα. Στου Θεοδοσίου λοιπόν τον καιρό πρωτοπάρθηκε μέσα στο κράτος η δυτική Αρμενία, με το να μην μπόρεσε νανέβη κανένας διάδοχος το θρόνο της σαν απέθανε ο βασιλέας της ο Αρσάκης. Κι όχι μονάχα διορίστηκε βυζαντινός Κυβερνήτης εκεί αντίς Βασιλέα, παρά κ' η Θεοδοσιούπολη χτίστηκε κι οχυρώθηκε μέσα στη νέα την επαρχία. Και κατόπι πάλε από τριάντα περίπου χρόνια, όταν κι ο Πέρσος μονάρχης έκαμε τα ίδια με την ανατολική Αρμενία, που ονομάστηκε από τότες Περσαρμενία, πάλε ο Θεοδόσιος κ' η Πουλχερία κατάφεραν και της πήραν ένα μέρος και το κολλήσανε στη ρωμαίικη την Αρμενία. Τώρα νοιώθουμε κ' ένα άλλο, πώς δηλαδή έτυχε να βρίσκουνται από καιρό σε καιρό τόσοι σημαντικοί Αρμένηδες στην Πρωτεύουσα μέσα, και στο στρατό και στο παλάτι, και στο θρόνο απάνω ακόμα.

Κατά τα τέλη όμως της βασιλείας του Θεοδοσίου βλέπουμε πάλι φουρτουνιασμένα σύννεφα τριγύρω στο κράτος. Τους θυμούμαστε τους Ούννους από τότες που στενοχώρεσαν τους Γότθους και τους ανάγκασανε να γυρέψουνε στα μέρη μας νέα φωλιάσματα (Β' Μέρ. 6ο Κεφ.). Πλάκωσαν τότες και μερικοί Ούννοι, μα όχι μεγάλα πράματα. Κι αργότερα πάλι ξεπρόβαλαν, καθώς είδαμε παραπάνω, μα πότε με τις φοβέρες, πότε με χρήματα και με δώρα, τους κράταγαν οι δικοί μας έξω από τα σύνορα. Όταν όμως στα 434 πήρε την αρχηγία των Ούννων ο φοβερός, ο θεριόκαρδος ο Αττίλας, άλλαξαν αμέσως τα πράματα. Άρχισε πρώτα πρώτα να ζητάη κι άλλα χρήματα. Κι όσο τούδιναν, τόσο γύρευε· κατάντησε κάθε χρόνο νάρχεται κι από μια πρεσβεία στην Πόλη καινά γυρεύη χρήματα. Τόση δίψα πού να τη χορτάση ο Θεοδόσιος! Αρχίζουνε λοιπό στα 441 καινούρια πλημμυρίσματα, καινούριες ρήμαξες· τα παλιά τα Γοτθικά και χερότερα. Μοισία, Μακεδονία, Θράκη, απ' όλα εκείνα τα μέρη διάβηκε του Αττίλα η μπόρα. Φαίνεται πως ξέσπασε δυτικά και τράβηξε ανατολικά. Από τα ξώχωρα του σημερνού του Μήτροβιτζ, από τη Νύσσα (Νήσσος), Φιλιππούπολη, Αρκαδιούπολη, Κωσταντία, ως τη Μαύρη Θάλασσα κι ως τα Δαρδανέλλια. Εβδομήντα χώρες και χωριά λογαριάζουν πως ξολόθρέψε ο Αττίλας τότες. Μια και μονάχη πόλη ξέφυγε την καταστροφή με ηρωική στ' αλήθεια τόλμη κι αντρειωσύνη, η Ασημούντα της Κάτω Μοισίας. Αρίθμητοι Ούννοι την είχαν πολιορκημένη, μα ύστερ' από ανωφέλευτον αγώνα σήκωσαν τις μηχανές τους και τραβήχτηκαν ντροπιασμένοι. Κ' εκεί που πλανιόντανε στα περίχωρα να μαζέψουνε λάφυρα, ξεχυρίζουν από την πόλη τους οι Ασημούντιοι, τους ρίχτουνται αναπάντεχα, σκοτώνουν πάμπολλους, ξελευτερώνουνε και τους σκλάβους που είχαν απ' αλλούθε πιασμένους.

Τι λογής στήθος τους έδειξε ο καθαυτό στρατός δεν το καλοξέρουμε. Ξέρουμε όμως πως από δω είχε, από κει είχε, τα βόλευε ο Θεοδόσιος με τους Ούννους, κι αυτή δίχως άλλο είταν η φρονιμώτερή του πολιτική. Του παραχωρήθηκε λοιπόν του Αττίλα (443) μεγαλούτσικο λουρί στο μεσηβρινό τον όχτο του Ίστρου, από το Βελιγράδι (Σιγγιδόνα) ως το Σίστοβο (Νοβαί), και πάλε από τον ποταμό ως κάτω στη Νύσσα, πέντε μέρες δρόμο. Του μέτρησε ο Θεοδόσιος κ' έξη χιλιάδες λίτρες μάλαμα (7 — 8 μιλλιούνια δραχμές), έξω δυο χιλιάδες εκατό λίτρες που τούταζε χρονιάτικο δόσιμο, αντίς εφτακόσες που λάβαινε ως τα τότες.

Ας ακούσουμε τώρα και τι τούψελνε του Θεοδοσίου η « Αντιπολίτεψη» του καιρού εκείνου — οι χρονογράφοι. Πρώτο, πως φτώχηνε ο τόπος από τα πολλά τα δοσίματα· δεύτερο, πως δεν είταν οργανισμένος ο στρατός για μεγάλους πολέμους· και τόνα και τάλλο άκριτα λεγμένα. Και βέβαια θα υποφέρη ένας τόπος μερικούς χρόνους, μα ας είναι και πλούσιος, με τέτοιες χοντρές πλερωμές. Τι παρατηρούμε όμως; Περνούνε δεν περνούνε δέκα χρόνια, και βρίσκουνται στο δημόσιο Ταμείο δέκα φορές πιώτερα χρήματα για την εκστρατεία της Αφρικής που θα ιστορηθή κατόπι. Το φέρνουμε στη μέση αυτό το ζήτημα τώρα που έτυχε αφορμή, επειδή έχει μεγάλη, πολύ μεγαλήτερη σημασία παρ' ό,τι του δίνει ο κόσμος. Εκείνο ίσια ίσια που οι χρονογράφοι το παρασταίνουν ως είδος αδυναμία, είταν η μεγαλήτερη δύναμή μας, που είχε δηλαδή το Ταμείο χρήματα να πλερώνη τους Ούννους. Κ' είχε πάντα χρήματα το Ταμείο της ανατολικής Αυτοκρατορίας, όσο βαστούσε του κόσμου το εμπόριο στα χέρια της η Κωσταντινούπολη, ως τον καιρό δηλαδή που άρχισε και χάριζε εμπορικά προνόμια σε Βενετούς και σε Γενοβέζους. Άδειαζε και ξανάδειαζε το Ταμείο, κι ως τόσο σε λίγους χρόνους μέσα, και με φρόνιμη διαχείριση, ξαναγέμιζε πάλι. Έτσι έγινε και τώρα. Πλερώθηκαν οι Ούννοι, άδειασε το Ταμείο· περνούνε δέκα χρόνια, από έξη βρέθηκαν εξήντα χιλιάδες.

Μήτε τα περίφημα, τα τειχίσματα του Βυζαντίου, μήτε τάλλα του φυσικά προσόντα, μήτε οι στρατοί κ' οι στόλοι, μήτε ο ηρωισμός κι ο μεγάλος νους τόσων και τόσων Αυτοκρατόρωνε, δε θα τονέ γλύτωναν τον τόπο από Γότθους κι από Ούννους, από Σλάβους κι από Σαρακηνούς, από Σκύθους κι από Πέρσους, α δεν κρατούσε η Κωσταντινούπολη τον πλούτο του κόσμου στα χέρια της (5). Κι απόδειξη θεότρανη, που άμα άρχισε και τόχανε το εμπόριο της, έχανε αγάλι αγάλι και την πολιτική της τη δύναμη.

Εδώ είνε να τονέ θαυμάση άνθρωπος τον Κωσταντίνο, που διάλεξε το καθαυτό κλειδί του κόσμου για πρωτεύουσά του.

Όσο για την άλλη γνώμη του χρονογράφου, πως ο στρατός δεν είταν τότες άξιος για μεγάλους πολέμους, κ' εδώ τονέ βγάζει ψεύτη ο ίδιος ο στρατός, που καθώς είδαμε δε δυσκολεύθηκε να βάλη κάτω τους Πέρσους, κ' οι Πέρσοι, καθώς γνωρίζουμε, στον πόλεμο δε χωράτευαν.

Είπαν οι χρονογράφοι αυτοί και κάτι άλλο· πως τάχα η κυβέρνηση των επαρχιώνε βρέθηκε σε κλέφτικα χέρια, κι ανεμοσκορπιούνταν τα βασιλικά τα χρήματα. Κι αυτό δυσκολοπίστευτο, αφού ο ίδιος ο Θεοδόσιος χάρισε απλέρωτους φόρους εξήντα χρόνων (από 368 ως 428), και κατόπι (στα 435) κατέβασε τους φόρους της Αχαΐας στο ένα τρίτο.

Να ξανάρθουμε τώρα στο ζήτημα. Ο Μικρός ο Θεοδόσιος κ' οι συβουλάτοροί του έκαμαν το φρονιμώτερο πράμα που τους έλεγε ο κοινός νους· να πολεμήσουνε δηλαδή και να καταπονέσουν τον Αττίλα με διπλωματική και με μάλαμα, να λείψη μια και καλή από τα μέρη εκείνα. Μηγαρίς κι ο Μεγάλος ο Θεοδόσιος το ίδιο δεν έκαμε με τους Γότθους τότες που τους αγόραζε μ' αξιώματα, και με τίτλους; Καθώς κι ο Ζήνωνας κατόπι με το Θεοδορίχο;

ΕΒΔΟΜΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Τα θρησκευτικά στον καιρό τον Θεοδοσίου και της Πουλχερίας

Πρι να πάμε ομπρός, ας κοιτάξουμε πάλι τα θρησκευτικά ζητήματα των πρώτων πενήντα χρόνων του πέμτου αιώνα, ζητήματα ατέλειωτα, ακοίμητα, εθνικά. Αφορμή ζητούσε ο ρωμαίικος ο νους για να συζητάη, να ξεδιαλύνη, να κόβη και να ράβη, κι απάνω σε πράματα θεμελιωμένα σ' απλή πίστη να στήνη φιλοσοφικές αρμήνειες. Τονέ θέρμαινε ακόμα η σοφιστική η μανία. Ήθελε λοιπό να το κανονίση και καλά, πόσο μερτικό θεότητα είχε ο Σωτήρας και πόσο κοινή ανθρωπιά. Κ' έτσι κάθε λίγο ξεφύτρωνε κ' ένα Χριστολογικό ζήτημα, μια αίρεση.

Καθώς είδαμε, από το Μεγάλο Θεοδόσιο και δώθε σύχασε κάπως ο κόσμος από θεολογικές λογομάχητες. Μόλις όμως ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο ο Νεστόριος (428), ορθόδοξος και συντηρητικός άνθρωπος, γεννημένος στη Συρία, κι άρπαξε την αρρώστια, ίσως από τους «σοφούς» που είταν τώρα μαζεμένοι στην Πόλη. Χτυπάει λοιπόν κάτω ορθοδοξία και συντηρητισμό και σκαρώνει δικό του δόγμα κι αυτός, περίπου όμως σαν ταρειανικό· πως είναι δηλαδή ο Χριστός και θεϊκός κι ανθρώπινος, κ' η Παναγιά μητέρα του ανθρώπινου του Χριστού, μα όχι και του θεϊκού. Μ' άλλους λόγους, άνθρωπος ο Χριστός, με θεία ψυχική δύναμη.

Ο Κύριλλος, ο πατριαρχικός διάδοχος του Θεοφίλου της Αλεξάντρειας, είταν ο πρώτος που αντισηκώθηκε του Νεστορίου. Ο Νεστόριος πάλε είχε από το κόμμα του όλον τον κλήρο της Ανατολής, τον Αρχιεπίσκοπο της Αντιόχειας, τέλος και τον ίδιο το Θεοδόσιο, δασκαλεμένο από τον Ευνούχο το Χρυσάφιο — κακό αγγείο, που καθώς είδαμε και στα αναμεταξύ Ευδοκίας, Παυλίνου και Κύρου είταν ανακατεμένος. Ποιος ξέρει α δεν είχε και την ελληνομαθημένη την Ευδοκία μαζί του ο Νεστόριος; Η Πουλχερία ως τόσο πήγαινε με τον Κύριλλο. Και για να λυθή το ζήτημα μια και καλή σαν τα πρώτα, ενεργεί η γνωστικιά Πουλχερία να συστηθή μεγάλη σύνοδο στην Έφεσο — η τρίτη Οικουμενική.

Προσκαλιούνται λοιπό στα 430 όλου του χριστιανικού κόσμου οι Επίσκοποι να μαζευτούνε στην Έφεσο τον ακόλουθο χρόνο. Ως διακόσοι μαζεύτηκαν από τ' ανατολικό Κράτος. Ο Πάπας ο Κελεστίνος έστειλε τρεις εξάρχους ναντιπροσωπέψουν τη δυτική την Αυτοκρατορία. Διορίστηκε Πρόεδρος ο Κύριλλος, και φυσικά καταδικάστηκαν τα Νεστοριανά τα δόγματα. Ο Νεστόριος ως τόσο τα δικά του πάντα στην Πόλη. Έχοντας ακόμα του Ευνούχου την προστασία, καθώς και καμιά σαρανταριά Επισκόπους, και τον αρχιεπίσκοπο της Αντιόχειας, δεν ήθελε να παραδεχτή τη συνοδική απόφαση, παρά την πολεμούσε ώσπου πήρε τα μέτρα της η Πουλχερία και ζορίστηκε ο αιρετικός Πατριάρχης σε μιαν όαση της Λίβυας.

Σύχασε δε σύχασε ο κόσμος από το Νεστόριο, κι άλλος πάλε σοφός ξεπρόβαλε να διορθώση τη θρησκεία, ο Ευτυχής. Αυτός μήτε τη θεότητα του Χριστού καλά καλά δεν παραδέχουνταν, παρά τον ήθελε μια και μονάχη φύση. Καινούριες μάχητες το λοιπόν, καινούρια σκάνταλα πάλι. Το χερότερο που κι ο διάδοχος του Κυρίλλου ο Διόσκορος κι αυτός μαζί του πήγε, και με τη βοήθεια του Χρυσαφίου, που δίχως άλλο τα υποστήριζε αυτά τα κινήματα από πείσμα προς την Πουλχερία, συσταίνεται άλλη ψευτοσύνοδο στην Έφεσο (449), κεπικυρώνουνται τα Ευτυχικά δόγματα όπως όπως.

Όταν όμως απέθανε πέσαντας από τάλογό του στα 450 ο Θεοδόσιος, και πήρε σύζυγο της και σύθρονό της η Πουλχερία το φρόνιμο το Μαρκιανό (με τη συφωνία πως θα την αφήση παρθένα), άλλαξαν πάλε τα πράματα, και σε νέα σύνοδο, που συγκαλέστηκε στα 451 στη Χαλκηδόνα (τέταρτη Οικουμενική), πεντακόσοι και παραπάνω επίσκοποι, όλοι περίπου δικοί μας, ξανασήκωσαν τα δόγματα της Ορθοδοξίας. Μα κι άλλους μερικούς κανόνες έβγαλαν οι Πατέρες εκείνοι. Ένας απαγόρευε καλόγερους και καλόγριες νανακατεύουνται σ' εκκλησιαστικά ή σε πολιτικά ζητήματα. Άλλος, με πιο πολιτικό νόημα αυτός, όριζε πως ο Επίσκοπος της ανατολικής Πρωτεύουσας, που κατά τη δεύτερη Σύνοδο (της Κωσταντινούπολης) ερχότανε δεύτερος ύστερ' από τον Επίσκοπο της δυτικής Πρωτεύουσας (τα λεγάμενα «Πρεσβεία της τιμής»), τώρα κι ομπρός να νομίζεται δεύτερος του Επισκόπου της Ρώμης, μόνο και μόνο εξαιτίας της μεγαλήτερης ηλικίας της δυτικής Πρωτεύουσας.

Παρατηρήθηκε πως αυτόν τον κανόνα οι Δυτικοί, όταν άρχισαν οι μεγάλες διαφορές που καταντήσανε στο Σκίσμα, ποτές δεν τον αναφέρανε μαζί με τάλλα τους επιχειρήματα. Πολύ φυσικό αυτό, μια και δεν είταν πια η Ρώμη μήτε πρωτεύουσα μήτε δευτερεύουσα, παρά κατρακύλησε και πήγε η πολιτική σημασία της μαζί με το δυτικό Κράτος μερικά χρόνια κατόπι από τη Σύνοδο εκείνη.

Κι ως τόσο τι άλλο συμπέρασμα βγαίνει ύστερ' από την πολιτική καταστροφή της Ρώμης παρά πως τα «Πρεσβεία της τιμής» τα είχε πια και πρώτη και δεύτερη η Νέα Ρώμη, που είταν κ' η μόνη «Βασιλεύουσα» τώρα;

Στον ίδιον κανόνα μέσα είναι επίσημα ορισμένη κ' η δικαιοδοσία της Νέας Ρώμης, που την είχε μεγαλώσει ο Χρυσόστομος, παίρνοντας μέσα της Θράκη, Ασία και Πόντο. Άλλο πάλε άρθρο του κανόνα εκείνου παραχωρούσε τον πατριαρχικό τίτλο — που ως τα τώρα τον είχαν οι δυο Ρώμες, η Αντιόχεια, η Αλεξάντρεια και τα Ιεροσόλυμα — και στην Ηράκλεια, Έφεσο και Καισάρεια. Γλήγορα όμως, κι από την ίδια τη Σύνοδο μάλιστα, ξαναβαφτίστηκαν Έξαρχοι οι τρεις καινούριοι Πατριάρχηδες, έγινε η Πατριαρχεία από τιμητικός τίτλος βαθμός ιερατικός, και περιορίστηκε στους πέντε παλιούς θρόνους.

Τέλος παρατηρήθηκε και πως στη σύνοδο εκείνη, όταν παραστάθηκε ο Μαρκιανός, μίλησε λατινικά στους ελληνόγλωσσους επισκόπους, και τους τα ξηγούσε διερμηνέας. Απλός τύπος αυτός, που δεν τολμούσανε να τον καταργήσουν ακόμα. Έτσι τους χρόνους εκείνους κ' ένας δικός μας επίσκοπος της Κως, έξαρχος όμως του Πάπα, αναγκάστηκε να μιλήση με τους άλλους μας επισκόπους λατινικά, με διερμηνέα κι αυτός. Κωμωδία που μας διδάσκει μερικά σπουδαία, και το σπουδαιότερο, πως από την πρώτη αρχή ως τον έχτον αιώνα κι αργότερα, συνηθίσαντας η Ρωμιοσύνη να πηγαίνη κατά τη Ρωμαϊκή την τάξη και στην επίσημη γλώσσα και σε κάμποσες άλλες εθιμοταξίες, κατάντησε να φαίνεται περιτυλιγμένη πάντα μ' ένα φλούδι ρωμαϊκό, αυτό δα που έκαμε πολλούς ιστορικούς και τα χάσανε, και μήτε δυο τους δε συφωνούνε στο πότε σταμάτησε η ρωμαϊκή η επιρροή, τον τέταρτο, τον πέμτο, ή τον όγδοον αιώνα. Σάματις έλειπε και στο δέκατο πέμτο!

Όσο για την παλιά τη θρησκεία, αυτή όσο πήγαινε έφευγε από τις Πολιτείες και τρυπωνότανε στα χωριά και στην εξοχή. Στην καθαυτό Ελλάδα φυσικά δεν έλειπαν ακόμα οι Εθνικοί, κι ας είχαμε επισκοπικούς θρόνους σε κάθε της πόλη. Και πως λογόφερναν ακόμα και τρώγουνταν Εθνικοί και Χριστιανοί εκεί κάτω, το βλέπουμε από το νόμο πούβγαλε στα 426 ο Θεοδόσιος να ξολοθρευτούν οι ναοί καθώς κι απ' άλλο παρόμοιο νόμο στα 439 που καταδίωκε μυστικές τελετές και θυσίες. Η αλήθεια είναι πως ο Εθνισμός απέθανε πολύ σιγανό θάνατο, και θα τα ξαναδούμε ταχνάρια του αιώνες κατόπι.

ΕΝΑΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο Μαρκιανός κι ο Λέοντας

Είδαμε πως ο Μικρός ο Θεοδόσιος απέθανε στα 450, ύστερ' από σαρανταδυό χρονώ βασιλεία. Είδαμε και πως πήρε τότες η Πουλχερία άντρα και συνεξουσιαστή της το Μαρκιανό, άρχοντα της Θράκης. Πως ο Μαρκιανός δεν είταν του γλυκού νερού το νοιώθουμε από το μήνυμα πούστειλε του Αττίλα όταν ο αχόρταγος Ούνος του ζήτησε απότομα το χρονιάτικό του. Δεν έχει πια χρονιάτικα, του μήνησε ο Μαρκιανός, τώρα που και τα καινούρια τειχίσματα είταν τελειωμένα κι ο τόπος πιο έτοιμος ναντισταθή. Ίσως είχε κι ανθρώπους του στα λημέρια των Ούνων και γνώριζε πως αλλού τώρα είταν του Αττίλα ο νους. Δεν έχει λοιπόν, είπε, χρονιάτικο, παρ' αν είναι και φέρνεται καλά, θα του στείλη δώρα· ειδεμή, ας έρθη κι ας πολεμήση. Φρένιασε ο Αττίλας σαν τάκουσ' αυτά. Δεν κατέβηκε ως τόσο να πολεμήση, κ' έδειξε κι αυτός κάποια γνώση τότες, αφού μήτε πλοία δεν είχε να καταπιαστή καλά την πολιορκία της Πόλης· μόνο τράβηξε κατά τη Δύση, που την έβλεπε μισοζώντανη κ' ετοιμοθάνατη. Πήγε λοιπόν εκεί και τάβαλε με τον πρωτοστράτηγο της Ρώμης τον Αέτιο, και στα 451 έγινε η περίφημη η μάχη του Chalons, που αν και δεν καταστράφηκε ολότελα, τσακίστηκε όμως η ορμή του. Κ' έτσι γλυτώσαντας και τα δικά μας μέρη από το φόβο του, έμεινε ήσυχος ο Μαρκιανός, και βόλεψε κάμποσα πράματα μέσα στα εφτά χρόνια της βασιλείας του. Πρώτο και μεγαλήτερο καλό που συμμάζεψε τη δύναμη των ευνούχων, αφού θανάτωσε το Χρυσάφιο, που καθώς είδαμε παντού έχωνε την ουρά του, κι ό,τι έκαμνε η Πουλχερία με το Θεοδόσιο αυτός το χαλνούσε. Έπειτα φρόντισε και τα θρησκευτικά, καθώς μάθαμε στάλλο κεφάλαιο. Απαγόρεψε δωροδοκίες, χάρισε φόρους, αφήκε και γεμάτο το δημόσιο ταμείο σαν απέθανε στα 457, τρία χρόνια ύστερ' από την Πουλχερία.

Σαν απέθανε η Πουλχερία καθώς κι ο ανιψιός και διάδοχος του Ονωρίου ο τρίτος Βαλεντιανός, Θεοδοσιανή πια γενεά δεν απόμεινε. Αυτό δε σήμαινε και πολύ στη Δύση. Η Δύση είτανε που είτανε χαμένη, κ' οι Αυτοκρατόροι της πια τώρα μόνο που τους έμνησκε τόνομα. Στην Ανατολή όμως, που κι αν πλημμυρίζουνταν από βαρβάρους, κι αν παραλούσε κάποτες η διοίκηση, κι αν τηνέ βασάνιζαν οι ευνούχοι, κράταγε όμως πάντα μέσα της ζωντανάδα και δύναμη ξανακαινουριωμένης φυλής, εκεί άλλαζε το ζήτημα, κι ο Βασιλέας έπρεπε να βρεθή, και να βρεθή όχι κατά παράδοση ή κατά γενεαλογική σειρά, αφού αυτή έλειψε, παρά κατά τα περιστατικά που κυβερνούσαν το κράτος και τότες κι αργότερα, όταν ένας απάνω στον άλλον ανεβαίνανε στα θρόνο άνθρωποι από κάθε σειρά κοινωνική κι από κάθε γένος, Αρμένηδες, Ισαύροι, Μακεδόνες, Σλάβοι, όλοι όμως απορρουφημένοι από την ξενοφάγα τη Ρωμιοσύνη.

Ένας από τους πιο σημαντικούς του καιρού εκείνου στην Πόλη είταν ο Αλανός Πατρίκιος ο Ασπάρης, πρώτος και στα πολιτικά και στο στρατό· μυριόπλουτος, κ' οι φρουροί του όλοι Γότθοι. Αρειανός όμως όντας και μη στέργοντας ναλλαξοπιστήση, στοχάστηκε να ενεργήση νανέβη το θρόνο άνθρωπος του χεριού του, και διάλεξε το χιλίαρχο το Λέοντα, επιστάτη του άλλοτε. Στεφανώνεται λοιπόν ο απαίδευτος, μα πεντάξυπνος Λέοντας, και πρώτος παράλαβε την κορώνα από τον Πατριάρχη, κι όχι από πολιτικό ή στρατιωτικό αρχηγό, καθώς γίνουνταν ως τα τώρα. Άμα όμως έβαλε την πορφύρα ο Λέοντας, έδωσε του Ασπάρη να καταλάβη πως δεν είναι άνθρωπος να τονέ σέρνουν από τη μύτη. Και δεν άργησε να του ταποδείξη αυτό και μ' έργα. Πήγε μια μέρα ο Ασπάρης και του σύστησε κάποιον του φίλο για Έπαρχο της Πρωτεύουσας. Τον ακούγει προσεχτικά ο Λέοντας, ύστερα πηγαίνει και διορίζει άλλον Έπαρχο, λέγοντας πως εκείνον απαιτούσε το κοινό καλό. Άρχισε αμέσως κρύφια έχτρητ' ανάμεσα τους. Βλέποντας ο Λέοντας πως μπορούσε να καταντήση και φανερή, και θέλοντας νάχη δικούς του ανθρώπους, σκαρώνει με τρόπο μεγάλη και δυνατή φρουρά από βουνήσιους Ισαύρους, φυλή της Μικρασίας ξακουστή για την αντρειωσύνη της· μέτρο που μονάχο του σώνει να μας δείξη τι πήγαινε να πη Λέοντας, μια και στοχαστούμε πως το γερμανικό, δηλαδή το γοτθικό το στοιχείο δεν πολυσύφερνε να φουντώνη ολομόναχο στην Πρωτεύουσα, μέσα και να φοβερίζη κάθε λίγο την ειρήνη, καθώς τώρα με τον Ασπάρη, παρά χρειαζότανε κι άλλο στοιχείο να τους συμμαζεύη. Σύγκαιρα θανατώνει και τον Ασπάρη με τους γιους του (471). Ορμούν τότες οι Γότθοι του Ασπάρη να εγδικηθούνε, μα άξαφνα πέφτουνε στων Ισαύρων τα χέρια, κι άλλοι σκοτώνουνται, άλλοι φεύγουν από την Πρωτεύουσα. Απ' αυτό το περιστατικό ονόμασε ο όχλος το Λέοντα Μακέλλη, δηλαδή Μακελλάρη· μα ονομάστηκε από τους φίλους του και Μέγας, κι αυτό τούμεινε και στην Ιστορία.

Έκαμε όμως κένα σφάλμα ασυχώρητο στη βασιλεία του απάνω ο Λέοντας. Ύστερ' από δέκα έντεκα χρόνια κυβέρνηση όχι ανόμοια με τη γνωστικιά πολιτική του Μαρκιανού, τον έβαλε άξαφνα στα αίματα ο Δυτικός Αυτοκράτορας ο Ανθέμιος, και τον έπεισε να καταπιαστή την περίφημη εκείνη την αφρικανική εκστρατεία, που χίλιες φορές καλλίτερα νάλειπε (468). Την είχαν αρπαγμένη την Αφρική από το Ρωμαϊκό Κράτος οι Βαντάλοι, κατεβασμένοι από την Ισπανία στα 429, και ξεχυμίζοντας αποκείθε κάθε λίγο ρήμαζαν τα μέρη της Ιταλίας. Κοντά στο νου πως την είχε ανάγκη η αποσταμένη Ρώμη τη βοήθεια του Βυζαντίου. Πέφτει στον πειρασμό ο φιλόδοξος Λέοντας, σκαρώνει στόλο από 1113 καράβια, και μ' εκατό χιλιάδες άντρες στέλνει το γυναικάδερφό του Βασιλίσκο να καταδαμάση τους Βαντάλους. Ανάξιος όμως άνθρωπος ο Βασιλίσκος δεν άργησε να δείξη την ανικανότητα του στον κόσμο. Τα μισά του καράβια του τάκαψαν οι Βαντάλοι έξω από την Καρχηδόνα, τάλλα μισά τα ξανάφερε πίσω ανάπραγος. Παίρνουν τότες θάρρος οι Βαντάλοι και κατεβαίνουν ως τα ελληνικά τα παράλια. Εκεί όμως ο βασιλέας τους ο Γκιζερίχος βρήκε τους κατοίκους της Λακωνίας κάτι διαφορετικούς από το Βασιλίσκο, και τράβηξε καταπίσω, αφού πέρασε από τη Ζάκυθο και χάλασε κάμποσους.

Ο Λέοντας σ' αυτή την περίσταση δε φάνηκε μήτε Μακέλλης, μα μήτε και Μέγας. Όχι μονάχα που απότυχε η αφρικανική εκστρατεία, μα και που δεν το προείδε πως με το να στέλνη τόση δύναμη σε μακρινές χώρες, άνοιγε το δρόμο για τους βαρβάρους που παραμόνευαν πάντα από τα βορεινά· και μάλιστα όσοι Οστρογότθοι δεν είχαν περάσει τον Ίστρο στον καιρό του Μεγάλου Θεοδοσίου, μα τώρα, όντας πια κ' οι Ούνοι ξεθυμασμένοι και σκορπισμένοι από τότες που απέθανε ο Αττίλας (453), ξεκινήσανε σύγκαιρα με τους Γετίδες — άλλη βαρβαρική φυλή αυτή — και πιάσαντας την Παονία, δηλαδή τανατολικά της σημερινής Αουστρίας, (οι Γετίδες έπιασαν τη Δακία), πλημμύρισαν τέλος τα βορεινά της Ανατολικής Αυτοκρατορίας, κι αναγκάστηκε ο Λέοντας να τους παραλάβη κι αυτούς και να τους διορίση φοιδεράτους. Όχι δα πως στάθηκε κι αυτό ολέθριο κακό, αφού, καθώς κι αλλού είπαμε, πιώτερο καλό καταντούσε να μας κάμνουν οι καινουριοαίματες αυτές φυλές όταν καταστάλαζαν, παρά βλάβη. Αγκαλά πολύ λίγοι αυτής της παρέας έμειναν ως τέλος μέσα στον τόπο, καθώς θα δούμε. Μπορούσε όμως να βγη και σε χερότερο η ανετοιμασιά εκείνη του Λέοντα.

Στο παλάτι του μέσα αξιοσημείωτο πρόσωπο άλλο δε βρίσκουμε παρά τον περίφημο αρχιγιατρό του τον Ιάκωβο, που αν κ' Εθνικός, δηλαδή κατά το νόμο αποκλεισμένος από πολιτικά αξιώματα, χαίρουνταν όμως μεγάλα προνόμια, κ' είταν πολύ αγαπημένος του Λέοντα. Μα κι ο λαός τον είχε μεγάλη υπόληψη, και τούστησαν αδριάντα, όχι μονάχα στην Πόλη παρά και στην Αθήνα.

Μεγάλα δυστυχήματα της βασιλείας αυτής γενήκανε δυο. Ο φοβερός ο σεισμός της Αντιόχειας, κ' έστειλε τότες πολλή βοήθεια ο Λέοντας στους κατοίκους της κοσμαγάπητης αυτής χώρας· κ' η περίφημη πυρκαγιά του 465, τότες που μεγάλο μέρος της Πρωτεύουσας καταστράφηκε. Τέσσερα μερόνυχτα ταξίδευε η φωτιά από τανατολικά στα δυτικά, και πάλε από τα βόρεια στα νότια. Το περίλαμπρο Σενάτο, ξαναχτισμένο από τον Αρκάδιο, το «Νυμφαίο» αντίκρυ του, παλάτι που πήγαιναν και παντρεύουνταν όσοι δεν είχανε δικά τους σπίτια, και πλήθος μέγαρα και μεγαλόσπιτα, ξολοθρεύτηκαν όλα. Λέγουν πως έτρεχε τότες ο Ασπάρης στους δρόμους με κουβά στον ώμο, φωνάζοντας νάρθουν κ' οι άλλοι πολίτες να βοηθήσουν, και δίνοντας τους απόνα νόμισμα του καθένα.

Απέθανε ο Λέοντας στα 474, δυο χρόνια πρι να ξεψυχίση και της Δύσης η μεγαλονόμαστη πρωτεύουσα, η μυριοξάκουστη Ρώμη. Δεν ξαναγεννήθηκε πια η παλιά η Ρώμη. Βγήκαν παραβλάσταρα στον τόπο της, έγιναν κι απ' αυτά μερικά μεγάλα Κράτη, μα η καθαυτό Ρώμη δε ζούσε. Και δε ζούσε, γιατί μήτε πόρους δεν είχε στα γερατειά της, μήτ' έθνος εφτάψυχο περίγυρά της, μήτ' άλλα φυσικά προσόντα να τη θρέφουνε και να τη διαφεντεύουν, καθώς διαφέντευαν τη θετή της κόρη, την Κωσταντινούπολη.

Γερμανός βασιλέας τη σαβάνωσε με την πορφύρα του στα 476, ο Οδοάκερος. Κ' έτσι τώρα κι ομπρός μήτ' αυτή η πρόφαση δεν υπάρχει να λέγεται Ρωμαϊκό Κράτος η βυζαντινή η Ρωμιοσύνη, κι ας φύλαγε τους τύπους και τις βαλσαμωμένες συνήθειες της Ρωμαιοσύνης, ας φύλαγε ως τον έχτον αιώνα τη λατινική γλώσσα απάνω στα έγγραφά της. Όλα, όλα στο βυζαντινό το κράτος ρωμαίικα πια τώρα, εξόν ο τύπος. Εκκλησία, φιλολογία, γλώσσα, τέχνες, επιστήμες, σκολειά, σοφιστείες — δικά του όλα.

Λες και τα προμάντευε αυτά ο Κωσταντίνος σάνε χάραζε ελληνικά ψηφιά στο λάβαρό του απάνω.

ΤΕΤΑΡΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΑΠΟ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΤ ΛΕΟΝΤΑ ΩΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ ΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΙΑΝΟΥ 474 — 565

ΠΡΩΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο Ζήνωνας

Αφήκε ο Λέοντας δυο θυγατέρες· η μεγαλήτερη, η Αριάδνη, είχε παντρευτή τον Ίσαυρο το Ζήνωνα, κ' έκαμε αγώρι που ονομάστηκε κι αυτό Λέοντας καθώς ο παππούς του. Τεσσάρω χρονών κηρύχτηκε Αύγουστος ο δεύτερος αυτός Λέοντας μ' επίτροπο τον πάτερα του Ζήνωνα. Σε λίγο όμως πεθαίνει το παιδί και μένει Αυτοκράτορας ο Ζήνωνας, ο βαρβαρογέννητος κι ο βαρβαρονόματος ο «Τρισκαλισαίος» που ζώντας ο πεθερός του τον είχε βαφτισμένο Ζήνωνα και δοσμένο της κόρης του.

Το να γίνη ένας βάρβαρος γαμπρός του Αυτοκράτορα από απλός δορυφόρος του παλατιού είταν κι αυτό από τα συστήματα της βυζαντινής αυλής. Έχουνε να πουν πως το χρωστούσε αυτό της πεθεράς του της Βερίνας, και πως τονέ διάλεξε αυτή για δικούς της σκοπούς, νάχη δηλαδή άνθρωπο του χεριού της και να κυβερνάη εκείνη το κράτος. Ο Ζήνωνας όμως, που καθώς θα δούμε δεν κοιμούνταν, εννοούσε να κυβερνάη μονάχος του. Δεν της ήρθε της Βερίνας αυτό. Ακούραστη, πονηρή και ραδιούργα καθώς είταν, αποφασίζει να πετάξη το γαμπρό της από τη μέση. Πηγαίνει λοιπό στους «Τραμπούκους» του καιρού εκείνου, τους αρχηγούς του Ιπποδρομίου, συναγροικιέται μαζί τους, κάμνει δικό της και τον Ίλλο, άλλον Ίσαυρο του παλατιού, άνθρωπο άξιο και δραστήριο, και στα 475 σηκώνει μεγάλη στάση. Σφάζουνται πάμπολλοι Ίσαυροι (παλιό πάθος αυτό), αναγκάζεται ο Ζήνωνας να φύγη στην Ισαυρία με τη γυναίκα του την Αριάδνη, και καταπιάνεται τότες η Βερίνα νανεβάση στο θρόνο τον αγαπητικό της τον Πατρίκιο. Το Σενάτο όμως κ' οι άλλοι αρχόντοι δεν έστερξαν, και πορφύρωσαν τον αδερφό της το Βασιλίσκο, τον ανάξιο εκείνο ναύαρχο του πρώτου Λέοντα, τραβηγμένο χρόνους τώρα μέσα στα βάθια της αδοξιάς του. Δεν άργησε ο Βασιλίσκος να ξαναφανερώση την αναξιωσύνη του. Πρώτο του κατόρθωμα είτανε να κάμη τους Πολίτες εχτρούς του προστατεύοντας τους Μονοφυσίτες. Μα και με την αδερφή του τη Βερίνα, καθώς και με τον Ίλλο τα χάλασε. Εκεί λοιπόν που πολεμούσε ο Ίλλος το Ζήνωνα στην Ισαυρία, άξαφνα ξαναφιλιώνεται μαζί του και ξαπολεί το Βασιλίσκο. Στέλλει τότες ο Βασιλίσκος ένα του ανιψιό, τον Αρμάτιο — άλλο ζωντόβολο, καθώς θα δούμε σε λίγο — να χτυπήση και το Ζήνωνα και τον Ίλλο που ανέβαιναν τώρα κατά τη Πόλη. Τον παίρνει όμως κι αυτόν από το μέρος του ο Ίλλος, κ' έτσι, ύστερ' από είκοσι μέρες ανόητη βασιλεία, ξεθρονίζεται ο Βασιλίσκος, και ξανανεβαίνει το θρόνο ο Ζήνωνας (477).

Δυο λόγια του αξίζουν ως τόσο του Βασιλίσκου. Εξόν από την προστασία του Μονοφυσιτισμού, άλλα του «κατορθώματα» αναφέρνουνται το πως αργυρολογούσε από τους επισκόπους, και πως μια μέρα τον Πατριάρχη τον Ακάκιο μόνο πως δεν τον έδειρε, κι αυτό ας είναι καλά οι καλόγεροι που τονέ γλύτωσαν. Όσο για το φορολογικό του σύστημα, μήτε ο ταπεινότερος εργάτης δεν του ξέφυγε. Απέθανε στην Καππαδοκία, που ξορίστηκε μαζί με τη φαμελιά του, φυλακισμένος εκεί σε κάστρο μέσα.

Έγινε και στον καιρό του Βασιλίσκου στην Πόλη μεγάλη πυρκαγιά, που φαίνεται να βοήθησε κι αυτή στην καταστροφή του, έτοιμος καθώς είταν πάντα ο λαός να τα φορτώνη τέτοια δυστυχήματα στη ράχη των ηγεμόνων του. Άρχισε αυτή η φωτιά στα Χαλκωματάδικα, ξαπλώθηκε κατά τη δημόσια πλατεία, ξολόθρεψε μέγαρα και σπίτια τριγύρω της, έκαμε τέλος στάχτη και την περίφημη τη βασιλική βιβλιοθήκη του Ιουλιανού με τις εκατόν είκοσι χιλιάδες τόμους που είχε. Εκεί φυλάγουνταν κ' η Ιλιάδα κ' η Οδύσσεια, γραμμένες με χρυσά ψηφιά σε φειδιού άντερο εκατόν είκοσι πόδια μάκρος.

Να ξανάρθουμε τώρα στο Ζήνωνα. Κάμποσα πατήματα αφήκε στην εποχή του ο Αυτοκράτορας τούτος. Και καθώς συνέβηκε με πολλούς άλλους και προτερινούς και κατοπινούς του, έτσι και του Ζήνωνα η ιστορία είναι ανακατεμένη και με τα δυο τα στοιχεία που πλάγι πλάγι απαντιούνται από τη μιαν άκρη στην άλλη του δρόμου μας. Τόνα, η γενική πολιτική και μάλιστα η ξωτερική, οι πόλεμοι δηλαδή με αντάρτες, με ξένους και με βαρβάρους· τάλλο, η εθνική η ζωή, που μια και πήρε θρησκευτικό χρώμα, έμεινε ζευγαρωμένη με τα θρησκευτικά τα ζητήματα ως το τέλος, κ' έτσι καταντάει η θρησκευτική ιστορία μας να είναι και της εθνικής μας ζωής.

Θα δηγηθούμε σ' αυτό το κεφάλαιο τη γενική ιστορία του Ζήνωνα, ό,τι άκρες μέσες σώζουνται, και σε ξέχωρα κεφάλαια τη γοτθική του πολιτική και το πώς φέρθηκε στους θρησκευτικούς μας αγώνες.

Έν' από τα πρώτα του μέτρα είτανε να διοργανίση στρατό από ντόπιους αντίς να περιμένη μονάχα από πλερωμένους βαρβάρους καθώς οι προκατόχοι του. Φαίνεται όμως πως εξαιτίας αυτό το μέτρο υπόφεραν πολύ τα οικονομικά, αγκαλά και στου Βασιλίσκου τον καιρό το ταμείο στη φτώχεια δεν πήγαινε παρακάτω. Μα κι ο Ζήνωνας, όσα κι' αν είταν τα καλά του, δεν πολυφαίνεται να κατείχε από μέθοδο και τάξη στα οικονομικά. Αυτά τα βόλεψε κατόπι ο Αναστάσιος. Είχε ο Ζήνωνας και κάποιον κλέφτη και καταχραστή Σεβαστιανό στο παλάτι. Μα κι ο φυσικά μαλακός χαρακτήρας του πρέπει να κόστισε του τόπου, αφού τα πλούτη και τα χαρίσματα τα μοίραζε αλύπητα σε φίλους και σε κολάκους.

Ας μαζέψουμε τώρα ό,τι άλλο περίφημο σώζεται από την ιστορία της εποχής του, έξω από τα μεγάλα ζητήματα που θαγγίξουμε παρακάτω.

Τονέ θυμούμαστε τον Αρμάτιο. Είταν αυτός στον καιρό του Βασιλίσκου αγαπητικός της θειας του της Ζηνωνίδας, της γυναίκας του Βασιλίσκου. Είπανε μάλιστα πως ο ίδιος ο Βασιλίσκος τους άφινε και περνούσαν αντάμα τις ώρες τους, ώσπου αγαπήθηκαν τόσο, που μήτε στον κόσμο μπροστά δεν μπορούσαν πια να βασταχτούνε παρά κάμνανε «μάτια» ανάμεσα τους. Τέλος ανακατεύτηκε κ' ένας ευνούχος και μια παραμαμμή και τους βόλεψαν, και τότες κατάπεισε η Ζηνωνίδα τον άντρα της να δώση του Αρματίου το μεγαλήτερο αξίωμα στην Πρωτεύουσα. Όντας από φυσικό του απόνετος, κάμποσα σκληρά έκαμε ο Αρμάτιος τότες. Αγαπώντας και να σφαντάη στον κόσμο, γύριζε τους δρόμους φορεμένος σαν Αχιλλέας, κ' έτσι πήγαινε και στο Ιπποδρόμιο. Ο Ζήνωνας ως τόσο, αν και καθώς είδαμε ευεργετημένος από τον Αρμάτιο, δεν τον αφήκε να το πολυχαρή σαν ξανανέβηκε το θρόνο· μόνε αφού τονέ διόρισε στρατηγό του, έβαλε κατόπι και τον ξεπάστρεψαν.

Ο πιο σημαντικώτερος υπουργός του Ζήνωνα είταν ο Ίλλος. Μα μήτε αυτόνα δεν τον έβλεπε ο Αυτοκράτορας με καλό μάτι, παρά μάλιστα και τον παραμόνευε από την αρχή της δεύτερης βασιλείας του. Εχτρός όμως πολύ μεγαλήτερος του Ίλλου στάθηκε η Βερίνα. Όταν έγινε Ύπατος ο Ίλλος κ' έχτιζε Αυτοκρατορική Στοά (478), εκεί που επιστατούσε παρατήρησε ένα «Σχολάριο» Αλανό και τριγύριζε με σπαθί στο χέρι. Τον υποψιάζεται, και με βασανισμούς τον αναγκάζει κι ομολογεί πως ο Έπαρχος ο Επίνικος τον έβαλε να τονέ σκοτώση. Το λέει του Αυτοκράτορα και τον ξορίζει αμέσως ο Ζήνωνας τον Επίνικο. Ο Ίλλος ως τόσο, θέλοντας να μάθη τον καθαυτό αίτιο, ξεκινάει και πηγαίνει στην Ισαυρία, βρίσκει στη φυλακή τον Επίνικο, και τον καταφέρνει να του ξεμυστηρευτή πως η Βερίνα τον έβαλε να ενεργήση τη δολοφονία. Γυρίζει ο Ίλλος στη Χαλκηδόνα, καταπείθει τον Αυτοκράτορα να του παραδώση την πεθερά του, την καλογερεύει, και τη στέλνει φυλακή μέσα σε κάστρο της Ισαυρίας.

Λίγο κατόπι, στα 483, τονέ βρίσκουμε πάλι τον Ίλλο και ξεκινάει κατά τη Μικρασία να ξεφύγη άλλη δολοφονία, από γυναίκα κι' αυτή, από τη Βασίλισσα δηλαδή την Αριάδνη. Εκεί απάνω σηκώνει στη Συρία ειδωλολατρική επανάσταση κάποιος Λεόντιος. Διορίζει λοιπόν ο Ζήνωνας στρατηγό τον Ίλλο, να πάη και να χτυπήσει το Λεόντιο. Άξαφνα όμως υποψιάζεται πάλε τον Ίλλο ο Αυτοκράτορας, θυμώνει ο Ίλλος, και γίνετ' ένα με το Λεόντιο. Για να τον παιδέψη τότες ο Ζήνωνας, πουλεί τα υπάρχοντά του και τα μοιράζει στους αγαπημένους του Ισαύρους. Πηγαίνουν ύστερα κι ο Ίλλος και ο Λεόντιος και φιλιώνουνται με τη φυλακισμένη τη Βερίνα. Βγαίνει η Βερίνα από τη φυλακή, και στεφανώνει Αυτοκράτορα το Λεόντιο! Σύγκαιρα συναγροικιέται ο Ίλλος με τον Οδοάκερο της Ιταλίας, με τους Πέρσους, καθώς και με τους Αρμένηδες, με σκοπό να δυναμώση το κίνημα. Στο μεταξύ μπαίνει κι ο Λεόντιος στην Αντιόχεια (484) και συσταίνει Αυτοκρατορική Αυλή. Ο Ζήνωνας όμως, κ' ίσως με σκοπό να ξεκάμη όχι δυο παρά τρία θεριά, στέλνει αμέσως καταπάνω τους το Θεοδορίχο τον Οστρογότθο. Δεν πολυβάσταξε τότες μήτ' ο Ίλλος μήτ' ο Λεόντιος, παρά κ' οι δυο τους πήγαν και κλειστήκανε μέσα σ' ένα κάστρο της Ισαυρίας. Απάνω στην πολιορκία του κάστρου εκείνου απέθανε η Βερίνα. Ύστερις από τέσσερα χρόνια αποκλεισμό, τους πρόδωσε άλλη γυναίκα, η γυναικαδέρφη του Ίλλου, και σφάχτηκαν. Το Θεοδορίχο όμως δεν τον ξέκαμε τότες ο Ζήνωνας, καθώς γλήγορα θα το δούμε.

Αν αφορμή του σηκωμού εκείνου της Συρίας είτανε στ' αλήθεια να ξαναζήση η ειδωλολατρεία ή όχι, δε φαίνεται πολύ βέβαιο. Ξέρουμε όμως πως ο Ίλλος είχε φίλο του επιστήθιο το φιλόσοφο τον Παμπρέπιο, και πως ατός του είταν, ή ήθελε να φαίνεται, γραμματιζούμενος και σοφός. Όσο για τον Παμπρέπιο, όχι μόνο φιλόσοφος νεοπλατωνιστής, μα και ποιητής και γραμματικός είταν. Κι όταν από την Αθήνα πρωτοπέρασε στην Πόλη κ' έγινε φίλος του Ίλλου ύστερ' απόνα ποίημα που τούγραψε, διορίστηκε αμέσως καθηγητής, και με μεγάλη πλερωμή μάλιστα, αφού είχε κι από τον ίδιο τον Ίλλο χρονιάτικο. Τον κακόβλεπαν όμως οι Πολίτες, σαν «Έλληνας» που είτανε, δηλαδή Ελληνόσοφος — είδος μάγος, να πούμε. Κι άμα έλειψε ο Ίλλος στα 478, τον ξόρισαν. Αυτός ως τόσο ξαναγύρισε πάλι μαζί με τον Ίλλο και διορίστηκε, όχι πια καθηγητής, παρά και Σενατόρος και Κουαίστωρας. Τονέ συνόδεψε τέλος και στην επανάσταση εκείνη. Εκεί όμως απέθανε κι αυτός μαζί με τον προστάτη του.

Στα πρώτα εκείνα χρόνια του Ζήνωνα ξέσπασε κι άλλη, ακόμα πιο σημαντική συνωμοσία, και πάλε γυναίκα η αιτία. Ο γιος του Ανθεμίου, του δυτικού Αυτοκράτορα, ο Μαρκιανός, είχε γυναίκα τη δεύτερη κόρη του μεγάλου Λέοντα, τη Λεοντία. Πορφυρογέννητη η Λεοντία, δηλαδή γεννημένη στον καιρό που βασίλευαν οι γονιοί της, της κάπνισε να ρίξη κάτω την Αριάδνη και να γενή αυτή Αυτοκρατόρισσα. Άμα λοιπόν ζορίστηκε η Βερίνα στα 479, μαζεύουν οι φίλοι της Λεοντίας μερικούς πλερωμένους, κ' ένα μεσημέρι, εκεί που σύχαζαν όλοι με το λιοπύρι, πέφτουν καταπάνω στο παλάτι. Μόλις πρόφτασε και πήδηξε από παράθυρο ο Ζήνωνας και γλύτωσε. Φίλος όντας του βασιλέα τότες ο Ίλλος, ξεκινάει από τη Χαλκηδόνα με μερικούς Ισαύρους και σταματάει το κίνημα. Πιάνουν και τον άντρα της Λεοντίας το Μαρκιανό, τον καλογερεύουν, και τον ξορίζουνε στην Καππαδοκία.

Ίσως πρέπει ναναφερθή πως είχε κ' ένα γιο ο Ζήνωνας συνονόματό του, κακορρίζικο όμως πλάσμα και κακομαθημένο από τους αυλικούς, αν και πάσκιζε ο πατέρας του να τον καλαναθρέψη. Δεν είναι να γράφουνται σε Ιστορία μέσα οι αχρειοσύνες του. Έσκασε, μωρό παιδί ακόμα, από την πολλή την παραλυσία.

Κατά τα τέλη της βασιλείας του Ζήνωνα βγαίνει στη σκηνή ο αδερφός του ο Λογγίνος και παίρνει κάμποσο δρόμο σε δύναμη και σ' αξιώματα. Φαινότανε λοιπόν πως αυτός θα τονέ διαδεχτή. Ο Ζήνωνας ως τόσο πηγαίνει και ρωτάει ένα μάγο ποιος θα είναι ο διάδοχος του, κι ο μάγος του απαντάει πως ένας Σιλεντιάριος. Υποψιάζεται αμέσως ο Βασιλέας τον πατρίκιο τον Πελάγιο και τονέ θανατώνει. Μέρα δεν έζησε ο Ζήνωνας από τότες δίχως φόβους κ' υποψίες· είτανε να τονέ λυπάται άνθρωπος. Απέθανε τέλος στα 491 από σεληνιασμό.

ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η Γοτθική πολιτική του Ζήνωνα

Τους θυμούμαστε τους Οστρογότθους όταν πέρασαν τον Ποταμό και πλακώσανε μέσα στο κράτος, κι αναγκάστηκε ο Λέοντας να τους κρατήση και να τους κάμη φοιδεράτους του να διαφεντεύουν τα βορεινά μας από άλλους εχτρούς. Αρχηγός τους τα χρόνια εκείνα είταν ο Θεοδομίρος. Στον καιρό του Ζήνωνα αρχηγός των Οστρογότθων είταν ο γιος του Θεοδομίρου ο Θεοδορίχος. Επειδή όμως θανταμώσουμε κι άλλονα Θεοδορίχο στην ίδια την εποχή, ας ονομάσουμε το γιο του Θεοδομίρου Θοδορίχο, να μην μπερδεύουνται τα δυο πρόσωπα. Είταν ο Θοδορίχος παλικαράς, θεόξυπνος, του σκοινιού και του παλουκιού. Τον είχανε φερμένο στην Πρωτεύουσα όμηρο από τότες που οι Οστρογότθοι συθηκολογήσανε με το Λέοντα (461). Τους δέκα χρόνους που έμεινε στην Πόλη, έκαμε η αυλή ό,τι μπόρεσε να τον αναθρέψη και να τον πολιτίση. Ως και Πατρίκιο τον τιτλοφόρησαν, και νύφη βασιλική τούταξαν. Εκείνος όμως μήτε τρίχα δεν άλλαξε, παρά μεταγύρισε στους δικούς του στα 471, δίχως μήτε τόνομά του να ξέρη να γράψη· κι όσο για έχτρα με τους δικούς μας, μεγάλωνε με τον καιρό αντίς να λιγοστεύη. Άμα πήγε στα λημέρια του άρχισε τους πολέμους και τα γιουρούσια. Δυο τρία χρόνια κατόπι (ό,τι πρωτανέβαινε ο Ζήνωνας το θρόνο) τονέ βρίσκουμε με τον πατέρα του και πλημμυρίζει όλη την Ιλλυρική. Κυρίευαν χώρες και πήγαιναν· ως τη Θεσσαλονίκη ζυγώσανε. Εκεί όμως ξαναγίνεται πάλι συθήκη, και παραμερίζουνε στην Κάτω Μοισία και στη Σκυθία. Τουλάχιστο αυτού βρίσκουνται κατασταλαγμένοι στον καιρό του Βασιλίσκου.

Στην ίδια εποχή απάνω ξεφυτρώνει κι ο Θεοδορίχος ο γιος του Τριαρίου, κατεβασμένος κι αυτός στη Θράκη από τον καιρό του Λέοντα και συφωνημένος να λαβαίνη χρονιάτικο δυο χιλιάδες λίτρες μάλαμα για να διαφεντεύη το κράτος.

Ας δούμε τώρα τι έτρεξε με τους δυο αυτούς αρχηγούς από τα 474 ως τα 488, ως τότες δηλαδή που τους ξεφορτώθηκε ο Ζήνωνας τους Οστρογότθους μια και καλή.

Στα πρώτα πρώτα εκείνα δράματα της βασιλείας του Ζήνωνα ο Θεοδορίχος πήγαινε με το Βασιλίσκο, κι ο Θοδορίχος με το Ζήνωνα. Σαν ξανανέβηκε όμως ο Ζήνωνας, γύρεψε φυσικά κι ο Θεοδορίχος να φιλιωθή με το νικητή. Μα μήτε ο Αυτοκράτορας μήτε οι Συγκλητικοί δεν τούδειξαν πολύ μεγάλη φιλία, μην ξεχνώντας τις βαρβαρωσύνες του σαν έκοβε των αιχμαλωτισμένων τα χέρια μαζί με το σκληρόκαρδο τον Αρμάτιο. Βλέποντας όμως ο Ζήνωνας κατόπι, στα 478, πως όσο πήγαινε δυνάμωνε ο Θεοδορίχος, κι όσο πήγαινε αδυνάτιζε ο φίλος του ο Θοδορίχος, αποφασίζει και του στέλνει πρεσβεία και του ζητάει τη φιλία του, με συφωνία ν' αφήση το γιο του όμηρο στην Πρωτεύουσα και να μένη ο ίδιος στη Θράκη, όχι όμως πια για πολεμικούς σκοπούς και γι αρπαγές, παρά να κάθεται και να χαίρεται τα όσα είχε από τα πριν αρπαγμένα. Μήτε να τακούση ο Θεοδορίχος αυτά. Πόλεμο λοιπόν αμέσως ο Ζήνωνας. Από Πόντο, απ' Ασία, από παντού μαζεύουνται αυτοκρατορικά στρατέματα. Διορίζει στρατηγό τους κάποιον του γυναικάδερφο, μα τόσο ανάξιος στάθηκε ο στρατηγός αυτός, που αναγκάστηκε ο Ζήνωνας να μηνήση του Θοδορίχου να κατέβη και να τονέ βοηθήση να χτυπήσουν το Θεοδορίχο. Αποκρίνεται ο Θοδορίχος πως έρχεται, σώνει να τονέ σπάσουνε στα γερά, κι όχι πια συθήκες μαζί του. Συφωνούν οι δικοί μας με κάποιους όρους, και ξεκινάει ο Θοδορίχος κατά τα νότια.

Είτανε συφωνημένο νανταμωθούνε, ο Θοδορίχος κι ο Πρωτοστράτηγος της Θράκης με κάμποσες χιλιάδες, στα στενά του Αίμου. Σαν κατέβηκε όμως ο Θοδορίχος στον Αίμο, μήτ' ένας στρατιώτης δε βρέθηκε να τον αντάμωση. Πηγαίνει ομπρός ο Θοδορίχος, κ' εκεί που ζητούσε «Ρωμαίους», ανταμώνει τους συμπατριώτες του με το Θεοδορίχο, κι αρχίζουν αμέσως τα συνηθισμένα τους, διαγουμίζουνε δηλαδή και κουρσεύουν ο ένας τον άλλον. Πηγαίνει μια μέρα ο Θεοδορίχος στην τέντα του Θοδορίχου και «Μωρέ» του λέει «τι κάθεσαι και κάνεις; Δε βλέπεις πως ο Ρωμαίος θέλει να μας ξεπαστρέψη, και μας βάζει να φαγωθούμε ανάμεσά μας;» Ξαφνίζεται αμέσως ο Θοδορίχος, αλλάζει γνώμη, φιλιώνουνται, γίνουνται συμμάχοι οι δυο οι Οστρογότθοι, και στέλνουν πρεσβεία στον Αυτοκράτορα ζητώντας του «κουβούκλια με τα κλήματα» που λέει ο λόγος.

Πάσκισε στην αρχή ο Ζήνωνας να ξεκολλήση το Θοδορίχο από το σύμμαχό του με δώρα. Αποτυχόντας όμως, αποφασίζει να στείλη καταπάνω του σωστή εκστρατεία και να την οδηγήση ο ίδιος. Ενθουσιάζεται ο στρατός, γυρεύει πόλεμο· το μετασυλλογιέται όμως ο Ζήνωνας, κι αντίς να οδηγήση το στρατό του στη Θράκη, τους ξανασκόρπισε στα χειμωνιάτικά τους λημέρια, μην τύχη και σηκώσουν και κεφάλι.

Άρχισε τότες ο Θοδορίχος μεγάλη καταστροφή και σφαγή κατά της Ροδόπης τα μέρη. Στοχάζεται λοιπόν ο Ζήνωνας να στείλη άλλο μήνημα του Θεοδορίχου, να κάμουνε δηλαδή ειρήνη, κ' έγινε αυτή η ειρήνη, με συφωνία να παίρνη ο Οστρογότθος χρονιάτικο όσα χρήματα του χρειάζουνται για μερικές χιλιάδες στρατό, να διοριστή στρατηγός Πραισέντης, και να δοθή στους ανθρώπους του ένας τόπος να κατοικήσουν. Κ' έτσι έγινε στρατηγός ο Θεοδορίχος αντίς το Θοδορίχο.

Ο Θοδορίχος ως τόσο είταν τώρα ως τη Μακεδονία πηγαιμένος. Φοβέριζε μάλιστα και τη Θεσσαλονίκη, κι απάνω στην ανησυχία τους οι Θεσσαλονικιώτες τα βάλανε με τον έπαρχο, πήραν τα κλειδιά της χώρας από τα χέρια του και τάδωσαν του δεσπότη, σημάδι κι αυτό πως σε κάθε ρωμαίικο κέντρο ο λαός δεν έπαιζε σαν δεν μπιστεύουνταν τους αρχηγούς του. Τους καθησύχασε όμως ο Ζήνωνας, στέλνοντας και στο Θοδορίχο ανθρώπους να τον καταπείσουνε να στείλη στην Πόλη πρεσβεία να τα μιλήσουν. Ο Θοδορίχος ως τόσο τώρα φούσκωσαν τα πανιά του, κ' εννοούσε να δέχεται κι όχι να στέλνη πρεσβείες. Αναγκάζεται λοιπόν ο Ζήνωνας και του στέλνει πρέσβη τον Αδαμάντιο να του προσφέρη την Παυταλία της Μακεδονίας και διακόσες λίτρες μάλαμα. Στο μεταξύ τραβάει ο Θοδορίχος ίσια κατά την Ηράκλεια (Μοναστήρι), κι από κει συναγροικιέται μ' άλλον πάλε Οστρογότθο, το Σιδιμούντο, αποκαταστημένο στα χτήματά του κοντά στο Δυρράχιο. Κ' εκεί που ο Σιδημούντος ζούσε ειρηνικά σαν κάθε υπήκοος του Αυτοκράτορα, σηκώνεται στο ποδάρι κι αυτός, και με πονηρό στρατήγημα κυριεύει το Δυρράχι. Κατόπι τονέ ζυγώνει κι ο Θοδορίχος. Έρχεται εκεί άνθρωπος από τον πρέσβη τον Αδαμάντιο με παράπονα πως απάνω στη διαπραγμάτεψη σηκώθηκε, πάλε ο Θοδορίχος κι άρχισε τα συνηθισμένα του, και με μήνημα να προσμένη ώσπου νάρθη ο πρέσβης.

Ξεκινάει ο Αδαμάντιος από τη Θεσσαλονίκη, έρχεται στην Εδέσσα (Βοδένα), ανταμώνει εκεί τον αξιωματικό το Σιβινιανό, τονέ διορίζει στρατηγό της Ιλλυρικής, και τοιμάζεται ο ίδιος να πάη νανταμώση το Θοδορίχο. Για ναποφύγη όμως την πισοφυλακή του Οστρογότθου, παίρνει μαζί του διακόσους στρατιώτες, περνάει από βουνά κι αδιάβατα μέρη, και πηγαίνει και πιάνει δυσκολόπαρτο βράχο σιμά στο Δυρράχι. Από κείθε απάνω κατεβαίνει στην πλαγιά μεγάλης χαράδρας με ποτάμι στα βάθια της, και στέλνει και φέρνει το Θοδορίχο, συνοδεμένο κι αυτόν από μερικούς καβαλλάρηδες.

Ανταμωθήκανε στους όχτους του ποταμού, ο καθένας από τη δική του μεριά, ο ποταμός ανάμεσα, μόνοι τους. Οι ανθρώποι τους παραμερισμένοι κάτι μακρήτερα. Άρχισε τότες η ομιλία. Είπε πρώτα ο Θοδορίχος τα παράπονά του, από τον καιρό που βρέθηκε γελασμένος στα στενά του Αίμου. Του απολογιέται ο Πρέσβης και του θυμίζει τις όσες τιμές τούκαμε ο Αυτοκράτορας, κι αυτός τις αψήφησε· του λέει πως αυτός ερχότανε για ειρήνη, και κείνος κυρίευε χώρες· τονέ συβουλεύει να προσέξη μη μαζέψη στρατό ο Αυτοκράτορας και τον αφανίση· του δείχνει τέλος δρόμο για μεγαλήτερα και πιο συφερούμενα κατορθώματα, τη Δαρδανία, που και πλούσια χώρα είταν κι ακατοίκητη. Αποκρίνεται ο Θοδορίχος πως ήθελε μερικούς μήνες ακόμα για ναναπαυτή κι αυτός και το στράτεμά του. Έπειτα του πρότεινε πράματα που δεν μπορούσε ο Πρέσβης να τα παραχωρήση δίχως του Αυτοκράτορα την άδεια, κ' έτσι χωρίστηκαν άπραγοι.

Ο Σαβινιανός ως τόσο τοίμαζε το στρατό του. Και σαν τοιμάστηκε, ξεκίνησε κατά την Εδέσσα, πέφτει καταπάνω της πισοφυλακής του Θοδορίχου, τους ξαφνίζει με σύγκαιρο κίνημα κι από τα πλευρά· το βάζει στο πόδι ο Γότθος ο στρατηγός, χαλνάει το γιοφύρι που πέρασε, μένουν οι άλλοι Γότθοι στα χέρια του Σαβινιανού, και πιάνουνται ως πέντε χιλιάδες αιχμάλωτοι, χίλια φορτωμένα αμάξια, κι άλλα πάμπολλα λάφυρα.

Τακούγει αυτά ο Ζήνωνας, και προστάζει το Σαβινιανό να πάη ομπρός ο πόλεμος. Βάσταξε λοιπόν αυτός ο πόλεμος άλλους κανέ δυο χρόνους, ώσπου θανατώθηκε ο Σαβινιανός και τονέ διαδέχτηκε ο Ιωάννης ο Σκύθης κι ο Μοσκιανός.

Τι απόγινε ο Θοδορίχος μερικόν καιρό δεν είναι γνωστό. Ξέρουμε μονάχα πως ο άλλος, ο Θεοδορίχος, πότε τον Ίλλο βοηθούσε να καταπονέση το Μαρκιανό, πότε με τους Ούνους πιάνουνταν. Οι Ούνοι εκείνοι άλλοι δεν είναι παρά οι φίλοι μας οι Βούλγαροι, που πρωτοφαίνουνται τώρα κι αυτοί. Τους έβαζε ο Ζήνωνας και χτυπούσαν τους Οστρογότθους, μην ξεχνώντας τη φρόνιμη του πολιτική να πολεμάη βαρβαρωσύνη με βαρβαρωσύνη. Φαίνεται όμως πως οι Ούνοι αυτοί δε βγήκαν τότες ασπροπρόσωποι με τους Οστρογότθους. Στα 481 μάλιστα ο Θεοδορίχος παίρνοντας θάρρος προχώρησε ως την Πρωτεύουσα. Τούκοψε τον αέρα του όμως ο Ίλλος και στεριάς και πελάγου. Κ' έτσι ξαναμπήκε ο Θεοδορίχος στη Θράκη, κι από τη Θράκη στην Ελλάδα με τριάντα χιλιάδες δικούς του. Εκεί απέθανε, πέσαντας από τάλογό του απάνω σε στηλωμένο κοντάρι, και τονέ διαδέχτηκε ο γιος του ο Ρεσιχάτης, ακόμα πιο σκληρόκαρδος αυτός, και τόσο ανοικονόμητος που στα 483 έβαλε ο Ζήνωνας το Θοδορίχο και τονέ σκότωσε.

Το Θοδορίχο τον ξανανταμώνουμε στα 482. Πλημμύριζε πάλε και ρήμαζε Μακεδονία και Θεσσαλία. Πήρε και τη Λάρισσα τότες. Άλλα έξη χρόνια βάσταξε αυτό το κακό. Πότε στ' ανοιχτά πόλεμος, πότε καλοπιάσματα από τους δικούς μας με προδοσίες από λόγου του. Στα 484 τονέ βρίσκουμε Ύπατο, και πολεμούσε τον Ίλλο. Στα 487 πάλε αρματωμένος κι αγριεμένος ξεκινούσε κατά την Πρωτεύουσα ρημάζοντας και διαγουμίζοντας τη Θράκη· ώσπου στα 488 τον κατάφερε ο Ζήνωνας και τράβηξε κατά τη Δύση, αφορμή να λευτερώση τη Ρώμη από τον Οδοάκερο, κ' έτσι ξεγλύτωσε τέλος πάντων η Ανατολή από τις Γοτθικές τις φουρτούνες.

ΤΡΙΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο Ζήνωνας και τα θρησκευτικά

Τους αιρετικούς αγώνες τους ξανάβγαλε στη μέση ο Βασιλίσκος. θέλοντας νάχη μαζί του τους Ισαύρους και τους γειτόνους τους, που πολλοί τους είτανε Μονοφυσίτες, και να τους ψυχράνη με τον αντίπαλο του το Ζήνωνα, έβγαλε «Εγκύκλιο» κι αναθεμάτιζε τη σύνοδο της Χαλκηδόνας και τους κανόνες της. Υποστήριζε δηλαδή το Μονοφυσιτισμό, που καθώς θυμούμαστε τον καταδίκαζε εκείνη η σύνοδο. Αμέσως τότες κ' οι πεντακόσοι επίσκοποι της Χαλκηδόνας γυρίζουνε τα πανιά τους κατά τον καινούριο αγέρα που φύσηξε, και διαδίνουν πως άλλη σύνοδο τώρα δεν παραδέχουνται παρά τις πρώτες τρεις, Νίκαιας, Κωσταντινούπολης κ' Έφεσος, και πως τα πραχτικά της Χαλκηδόνας με τη βία τα υπόγραψαν.

Όσο κι αν είταν ο Μονοφυσιτισμός ξαπλωμένος σε Ασία και σε Αφρική, στην Πρωτεύουσα όμως και στα περίχωρα της δεν έπιανε η βαφή του, και πρώτος πρώτος ο Πατριάρχης ο Ακάκιος διαμαρτυρήθηκε για την εγκύκλιο. Δαιμονίστηκε, καθώς είδαμε, τότες ο Βασιλίσκος με τον Πατριάρχη, μα δεν είταν ο Πατριάρχης μονάχα· όλο τ' ορθόδοξο ποίμνιο τονέ διαφέντευε, κ' έτσι αντίς να τον αδυνατίση το Ζήνωνα η εγκύκλιο εκείνη, τονέ δυνάμωνε. Βλέποντας τόση αντίσταση ο Βασιλίσκος, έκαμε νακυρώση το ψήφισμά του, έφερε και τους πεντακόσους δεσποτάδες να βάλουνε στην ακύρωση την υπογραφή τους· είταν όμως αργά, επειδή καθώς ξέρουμε ξανανέβηκε το θρόνο ο Ζήνωνας.

Κ' εδώ αρχίζει το πιο περιεργότερο έργο του Ζήνωνα. Είχε όρεξη στην αρχή να κηρυχτή από το μέρος της ορθοδοξίας ίσια και πέρα, και να σπάση την αίρεση. Η αίρεση όμως δεν είταν και να φυσήξης να πέση, μάλιστα στην Αλεξάντρεια, που το κάθε κόμμα ήθελε και τον Πατριάρχη του, και μπορούσανε να σηκώσουν και στάση οι Αιρετικοί. Τι κάμνει λοιπόν ο Ζήνωνας στα 482; Βγάζει το περίφημο το «Ενωτικό» του, που από τόνομα μονάχα το νοιώθουμε τι πήγαινε να πη. Αν κι αναθεμάτιζε εκεί μέσα και το Νεστόριο και τον Ευτυχή, τους χριστολογικούς όμως τύπους τους δεν τους πείραζε, να μην αγριέψουν οι Μονοφυσίτες. Πάσκισε μάλλους λόγους να πάρη μεσιανό δρόμο, να τα οικονομήση. Οι δυο άκρες όμως, οι φανατικοί ορθόδοξοι κ' οι φανατικοί αιρετικοί, χεροτέρεψαν αντίς να ησυχάσουν, κ' έτσι από δυο κόμματα που είταν είχαμε τώρα τρία. Εδώ απάνω ανεκατεύουνται κ' οι επίσκοποι της Ρώμης, πρώτα ο Σιμπλίκιος κ' ύστερα ο Φήλικας, και με το να υποστήριζαν τους φανατικούς ορθόδοξους άνοιξαν ακόμα πιώτερο τα κομματικά εκείνα χάσματα. Ο Φήλικας μάλιστα πήγε και κάτι πιο μακρήτερα. Κατηγορώντας τον Ακάκιο που αφήκε το Βασιλέα νανεκατεύεται στα θρησκευτικά, τον αφόρισε. Αφορίζει τότες κι ο Ακάκιος το Φήλικα, κ' έτσι ψυχράθηκαν οι δυο οι Εκκλησίες και μείνανε χωρισμένες ως τριάντα πέντε χρόνια.

Αυτό το περιστατικό μας δείχνει αμέσως πόσο διαφορετικιά είταν η δυτική πολιτική στα εκκλησιαστικά, και πόσο φυσικό φαινότανε νάρθη ο χωρισμός που ήρθε κατόπι. Κι ο λόγος, πρώτο που η Ρώμη πια τώρα δεν είχε Αυτοκρατόρους μήτε δυνατόγνωμους μήτ' αδύνατους, και περνούσε εκεί ο λόγος του Πάπα· και δεύτερο, που στη Δύση δεν κατοικούσανε λαοί μήτε καλά καλά πολιτισμένοι, μα μήτε φιλόνεικοι και σοφιστικοί σαν τους δικούς μας, να βγάζουν κάθε λίγο κι από μια αίρεση. Ένα δρόμο πήγαιναν όλοι τους· πίστευαν πως ο Πάπας λάθος δεν μπορούσε να κάμη, και τον ακολουθούσανε. Με τέτοια λοιπό διαφορετικά στοιχεία, μήτε τώνε δικώ μας οι γνώμες δεν μπορούσανε να κολλήσουνε στη Ρώμη μήτε οι δυτικές στην Κωσταντινούπολη· είτανε δυο διαφορετικά συστήματα, ας πούμε δεσποτισμός και δημοκρατία. Αυτού μέσα βρίσκεται το καθαυτό μυστήριο του χωρισμού. Τα θεολογικά αίτια που αναφέρουνται και ξεδιαλύνουνται από τους όσους τα σπουδάζουν, είναι φυσικά κι αυτά αξιομελέτητα, μα καταντούνε δευτερεύοντα μπροστά στην καθαυτό, τη φυσικιά την αιτία.

Είναι ίσως ανάγκη να τα λαφροαγγίξουμε μια στιγμή τα ζητήματα αυτά, με μεγάλη προσοχή όμως, μην τύχη και ξεγλιστρήσουμε όξω από τα όρια της απλής αυτής ιστορίας.

Είπαμε παραπάνω κάτι για τα «πρεσβεία» που της έδινε της Ρώμης η σύνοδο της Χαλκηδόνας, σαν πρωτοβασιλεύουσα που είτανε. Μα σιμά σ' αυτό λέγουν ακόμα οι θεολογικοί ιστορικοί — της Δύσης όμως — πως οι πιο σπουδαιότεροι λόγοι που δίνουν τα πρωτεία στη Ρώμη είναι πως ο Απόστολος Πέτρος, ο καθαυτό ιδρυτής της Ρωμαϊκής Εκκλησίας, είταν πρώτος μέσα στη χορεία των Αποστόλων και πως στα πρώτα πρώτα χρόνια όλος ο χριστιανικός κόσμος κατά τη Ρώμη κοίταζε, και κείνηνα τιμούσε πιώτερο παρά πάσα άλλη Εκκλησία. Βλέπουμε όμως αμέσως πως κ' οι δυο αυτοί λόγοι είναι λόγοι που μήτε θεολογικούς καλά καλά. δεν μπορείς να τους πης· είναι λόγοι στηλωμένοι απάνω σε μια παράδοση, σ' ένα αίστημα. Καμιά, μήτε ιστορική μήτε θεολογική αξία δεν έχουν. Ιστορική και θεολογική αξία έχει ο κανόνας της Χαλκηδόνας, κι αυτός καθώς είδαμε είταν πολύ καθαρός. Και μήτε σηκώνει άλλη ξήγηση· α σήκωνε άλλη ξήγηση, δε θα πεισμάτωνε εναντίον του κανονισμού εκείνου ο Πάπας ο Λεόντιος Πρώτος.

Μα γιατί λοιπό δεν έπεσαν αμέσως τα πρωτεία της Ρώμης, θα πήτε, άμα έπεσε ο υστερνός της Αυτοκράτορας στα 476; Έπεσαν τα πρωτεία, και δεν έπεσαν. Ορίστε που τριανταπέντε χρόνια μήτε πρωτεία μήτε δευτερεία δεν της αναγνώριζε ο Πατριάρχης, καθώς και κατόπι πολλές φορές. Αν όμως, σάνε φιλιώνουνταν πάλε, φύλαγε η Ανατολή τον παλιό σεβασμό προς τη Δύση, ο λόγος δεν έρχεται μήτ' από τον Απόστολο Πέτρο μήτ' από άλλη παρόμοια παράδοση, παρ' από το μαγικό τόνομα της Ρώμης, που την έβλεπε πάντα η Ανατολή σα δοξασμένη μητέρα της, γέρικη ίσως και μα το ναι πεθαμμένη, μα σαν είδος μητέρα πάντα. Λόγος ανθρώπινος, κι όχι θεϊκός.

Ή μηγαρίς και στάλλα, τα κοσμικά της συστήματα η Κωσταντινούπολη δεν το είχε ακατάπαυα στημένο μπροστά της το ρωμαϊκό πρότυπο, αφού και Νέα Ρώμη λέγουνταν, και Ρωμαίοι οι κάτοικοι της, και λατινική κάμποσους αιώνες η επίσημη γλώσσα της;

Μια κ' έμεινε ο Πάπας ο μόνος Ρωμαίος ηγεμόνας της Δύσης, το θάρρεψε πως και στην Κωσταντινούπολη έπρεπε να βασιλέψη, κι ας είχαμε εμείς και πολιτικούς ηγεμόνες δικούς μας. Να μας λοιπόν πάλε στην καθαυτό την αιτία του χωρισμού, στην ίδια την αιτία που έκαμε τον Πάπα και κήρυξε πως ο Ζήνωνας δικαίωμα δεν είχε νανακατεύεται στα θρησκευτικά, μα πως έπρεπε και να υποτάζεται στους επισκόπους, και μάλιστα στον ίδιο τον Πάπα. Πόσο λογική και πόσο δίκια είταν αυτή η απαίτηση, το κρίνουμε από το δρόμο που πήρε ο ίδιος ο Πάπας αργότερα, όταν άρχισε νανεκατεύεται σε κοσμικά ζητήματα και να γίνεται δυο λογιώ μονάρχης, αυτός που δεν τον ήθελε το Ζήνωνα δυο λογιώ.

Δεν την ψεγαδιάζουμε και πολύ την Παπωσύνη που ανεκατεύτηκε στα κοσμικά της Δύσης τους ταραγμένους εκείνους καιρούς, που οι βαρβάροι πηγαινοερχόντανε μέσα στην Ιταλία σαν τα μερμήγκια στα μονοπάτια τους· την ψεγαδιάζουμε μονάχα που ήθελε και καλά να φέρη παρόμοια ιεραρχικά συστήματα στην Ανατολή, σα να μην τόβλεπε πως εκεί είταν άλλος λαός, άλλοι Βασιλιάδες. Ο κόσμος της ανατολικής Αυτοκρατορίας είταν κόσμος πολιτισμένος για κείνους τους καιρούς, κι όχι μισοπολιτισμένος ή και βάρβαρος. Ως και τα πανεπιστήμια της τα είχε η Ανατολή τότες. Και ποιος από τους αμέτρητους εκείνους σοφούς μας πούσκιζαν τρίχες να το καταπιή ανεξέταγο το επιχείρημα λόγου χάρη του Πάπα Συμμάχου προς τον Αναστάσιο, πως δηλαδή «ταξίωμα του επισκόπου είναι τόσο ανώτερο από το βασιλικό αξίωμα όσο ο Θεός από τον άνθρωπο!» Ο κόσμος θα χαλνούσε με τέτοιες νομοθεσίες στην Ανατολή. Ο Πάπας όμως μήτε τα μελετούσε αυτά μήτε του σύφερνε να τα μελετήση.

Αν έκαμαν οι Αυτοκρατόροι μας καλά ή όχι — από τον Κωσταντίνο και κάτω — να κανονίζουνε θρησκευτικά ζητήματα, και κάποτες με μέτρα τυραννικά μάλιστα, άλλος λόγος αυτό. Εκείνο που πρέπει εμείς να θυμούμαστε είναι πως δίχως τέτοια μέτρα θα κομματιάζουνταν το Κράτος και θα κιδύνευε η εθνική μας ενωσύνη κι' η ζωή μας χερότερα απ' όλες τις βαρβαρικές πλημμύρες που πλάκωσαν. Το κάτω κάτω, τι άλλο μας γλύτωσε από κάθε φουρτούνα παρά η Ορθοδοξία, εκείνη δα που και Πίστη κατάντησε να τη λέη ο λαός: Αυτά όμως τα είπαμε και στην Εισαγωγή. Εκείνο που μπορούμε να ξαναπούμε και δω είναι πως αξετίμητο καλό μας έκαμαν οι αυτοκρατόροι, όταν πήραν τη δογματική στα χέρια τους, και κανόνισαν το δρόμο της θρησκείας σα να είτανε συνηθισμένο πολιτικό ζήτημα.

Ο Ζήνωνας όμως μήτε τυραννικός δεν είτανε με τους αιρετικούς, παρά ζήτησε να προλάβη πολέμους και να φιλιώση τόσα και τόσα ανταγωνιστικά στοιχεία με γνωστικούς και με διπλωματικούς τρόπους. Και δεν είτανε μήτε απλό όργανο του ο Πατριάρχης του Ζήνωνα, μόνο σύθρονός του και συνεργάτης του, αφού δα αυτός τον παρακίνησε να βγάλη και το περίφημο το «Ενωτικό».

ΤΕΤΑΡΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ο Αναστάσιος

Σαν απέθανε ο Ζήνωνας, εκεί που περίμενε ίσως ο κόσμος το Λογγίνο διάδοχο, ξεφύτρωσε άλλος γαμπρός για το θρόνο στη μέση. Κ' είτανε σταλήθεια γαμπρός ο Δυρραχιώτης ο Φλάβιος Αναστάσιος, ο ωραίος Σιλεντιάριος, ο «Δίκορος», καθώς τον παρονομάζανε, με το να είταν τόνα του μαύρο μάτι και τάλλο του γαλανό. Τον ερωτεύουνταν η βασίλισσα η Αριάδνη τον Αναστάσιο χρόνους και χρόνους. Είταν περίπου εξηντάρης σανέ χήρεψε ο θρόνος, κι ως τόσο τον αγαπούσε ακόμα η Αριάδνη. Βάλθηκε λοιπό να τον κάμη Βασιλέα, και το κατάφερε με τη βοήθεια των ευνούχων του παλατιού. Τονέ δέχτηκε ο λαός, τονέ δέχτηκε το Σενάτο. Ο Πατριάρχης όμως ο Ευφήμιος, με το να είταν ο Αναστάσιος αιρετικός (αρειανή η μητέρα, του, μανιχαίος ένας του θειος), δεν έστεργε να τονέ στεφανώση. Παρά να χάση λοιπόν τη βασιλεία παραιτιέται ο Αναστάσιος από τις προγονικές δοξασίες του, κ' υπογράφει έγγραφο πως παραδέχεται τα δογματικά ψηφίσματα της Χαλκηδόνας. Τονέ στεφάνωσε τότες ο Πατριάρχης, κ' ύστερ' από μερικές βδομάδες τελέστηκε κι ο επίσημος του γάμος με την Αριάδνη.

Είταν ο Αναστάσιος, καθώς είπαμε, ομορφάνθρωπος. Τον παρασταίνουν αψηλόλιγνο και με παρουσιαστικό, προκομμένο, γνωστικό κι αξιόπρεπο. Άρχιζε λοιπόν η βασιλεία του με καλές ελπίδες.

Καλή ευκαιρία ως τόσο να παραστήσουμε πρώτα τι λογής στεφανώθηκε Αυτοκράτορας ο Αναστάσιος, καταπώς μας έμεινε ιστορημένο, για να δούμε μια και καλή πως περίπου γίνουνταν οι βασιλικές αυτές τελετές.

Από τη βραδινή ακόμα που απέθανε ο Ζήνωνας μαζεύτηκαν οι συγκλητικοί κ' οι άλλοι αρχόντοι μες στο παλάτι να εκλέξουνε διάδοχο, ο λαός στο ιπποδρόμιο νακούση και να πη τη γνώμη του, κι ο στρατός στη μέση παραταγμένος να τους προσέχη. Στο ιπποδρόμιο ως τόσο γινότανε μεγάλη οχλοβοή, κ' έστειλαν οι Συγκλητικοί την Αριάδνη να πάη να τους καθησυχάση. Φορένεται η Αριάδνη τη χλαμύδα και ξεκινάει με τη συνηθισμένη βασιλική συνοδία, κι ο Πατριάρχης μαζί τους. Έρχεται η Βασίλισσα και θρονιάζεται απάνω στο «Κάθισμα». Φωνάζει ο λαός κι ο στρατός, «Αριάδνη Αυγούστα, συ νικάς. Ευσεβή Κύριε, ζωήν αυτή. Πολλά τα έτη της Αυγούστης. Ορθόδοξον Βασιλέα τη Οικουμένη.» Βούηξαν έπειτα τρία «Κύριε ελέησον » απ' άκρη σ' άκρη του ιπποδρομίου. Παίρνει κατόπι στα χέρια του ένας γραμματικός της Βασίλισσας έγγραφο, και διαβάζει μεγαλόφωνα μερικά καθησυχαστικά λόγια. Ξαναδευτερώνει ο λαός τις ευκές του, ξαναρχίζει πάλι ο γραμματικός το διάβασμα, και τους λέει από τη Βασίλισσα πως ο υποψήφιος είναι άνθρωπος με βασιλικές αρετές και να μη φοβούνται. «Πολλά τα έτη της Αυγούστης», αντισκόβει και ξαναφωνάζει ο λαός. «Αριάδνη Αυγούστα, συ νικάς. Της φιλοχρίστου Βασιλίδος πολλά τα έτη. Κύριε ελέησον. Βασιλεύ ουράνιε, δος ημίν επίγειον αφιλάργυρον Βασιλέα τη Οικουμένη». Ξαναρχίζει πάλε ο γραμματικός τις συβουλές του, ναφήσουν τους φρόνιμους να διαλέξουνε διάδοχο με προσοχή και με στοχασιά, τους λέει τέλος να κάμουν υπομονή ωσότου να γίνη η θανή, μην παν κ' εκλέξουν κανέναν που βγη ανάξιος και μετανοιώνουν κατόπι.

Στέργει λοιπόν ο λαός να κάμη υπομονή ωσότου να γίνη η θανή. Σύγκαιρα όμως επιμένει να πέση κι ο Έπαρχος, φωνάζοντας «Έξω βάλε τον κλέπτην Έπαρχον της πόλεως». Και πάλε ευκές κι ευλογίες για τη Βασίλισσα, πάλε καθησυχαστικά λόγια από το γραμματικό, πως το πρόβλεψε κι αυτό η Βασίλισσα. Φώναξε τότες ο λαός αναγαλλιασμένος «Πολλά τα έτη» και της Βασίλισσας και των αρχόντων, διάβασε ο Γραμματικός τα υστερνά λόγια της βασιλικής ομιλίας, γεμάτα κι αυτά συβουλές και καλοπιάσματα, και κατέβηκε τέλος η Αριάδνη από το κάθισμα. Ξεκίνησε, και γύρισε στο Παλάτι με την ακολουθία της, τραβήχτηκε αυτή στα δικά της κατατόπια, κι αφήκε τους προυχόντους στη μεγάλη την αίθουσα ναποφασίσουν το τι θα γίνη. Στη συζήτηση όμως απάνω ήρθανε σε λόγια οι προυχόντοι. Σηκώνεται λοιπόν ο Πραιπόντιος Ουρβίκιος και τους προτείνει ναφήσουν την εκλογή στην Αυγούστα. Συφωνούν όλοι και βάζουν τον Πατρίκιο να πάη και να προσκαλνέση τη Βασίλισσα. Έρχεται η Αριάδνη κι ονομάζει τον Αναστάσιο. Στέργουν αμέσως οι προύχοντες, και στέλνει ο Μάγιστρος αξιωματικούς στου Αναστασίου να τονέ φέρουνε στο παλάτι. Άμα ήρθε ο Αναστάσιος, έγινε η θανή του βασιλικού λειψάνου κατά τα συνηθισμένα, κ' έτσι πέρασε η μέρα εκείνη. Την αποταχυνή σαν τονέ συνεχάρηκαν όλοι τον Αναστάσιο, πρόβαλε στη στοά που είχε έξω από τη μεγάλη αίθουσα, και κει έκαμε όρκο πως κανενός δε θα φυλάξη κάκια και πως θα βασιλέψη με δικαιοσύνη και με συνείδηση.

Από κει ο Βασιλέας τράβηξε κατά το ιπποδρόμιο, φόρεσε το «στιχάρι». έβαλε αποπάνω χρυσοΰφαντο «διβητήσι» (φαρδόμακρο φόρεμα), ζώθηκε ζωνάρι, παπουτσώθηκε με «καμπάγια», κι ανέβηκε στο κάθισμα. Έκλινε ο στρατός τάρματα και τις σημαίες, και ζητωκραύγασε ο λαός. Κατόπι κάθισε ο Βασιλέας απάνω σ' ασπίδα, και τονέ σηκώσανε στον αέρα οι προύχοντες κ' οι συγκλητικοί να τονέ δείξουν του κόσμου. Ανεβαίνει τότες αξιωματικός στο κάθισμα κι αποθέτει στην κεφαλή του μαλαματένιο «μανιάκι», δηλαδή βραχιόλι, σημάδι κι αυτό να ξανασηκωθή ο λαός και να ζητωκραυγάση. Κατέβηκε έπειτα ο Αυτοκράτορας από την ασπίδα, και ξαναμπήκε στην αίθουσα όπου είχε φορεθή, έβαλε τη βασιλική χλαμύδα και τη διαμαντένια κορώνα, και ξαναβγήκε στο κάθισμα, φωνάζοντας ο λαός «Σεβαστέ», κι ο στρατός «Αύγουστε». Σα σώπασε ο κόσμος, προσφέρθηκε στο Βασιλέα έγγραφο, ο Βασιλέας τόδωσε του γραμματικού, κι ο γραμματικός διάβασε μεγαλόφωνα τη βασιλική Προσφώνηση, αντισκόβοντας κάθε λίγο ο λαός και φωνάζοντας, «Κύριε ελέησον, Υιέ Θεού, Συ αυτός ελέησον, Αναστάσιε Αύγουστε του βίγκας. ευσεβή Βασιλέα ο Θεός φυλάξοι», κι άλλα παρόμοια. Και σαν τέλειωσε η προσφώνηση, έταξε ο Βασιλέας του λαού από πέντε νομίσματα και μια λίτρα ασήμι την κάθε «βούκα», δηλαδή του καθενού πολίτη (ας πούμε εκατόν εβδομήντα δραχμές). Ξαναφώναξε τότες ο λαός τις συνηθισμένες του ευκές, και κατέβηκε τέλος ο Βασιλέας από το κάθισμα, πήγε στην εκκλησιά με παράταξη, και σαν ψάλθηκε η δοξολογία κι αγιάστηκε η κορώνα, κοινώνησε, και γύρισε στο παλάτι. Εκεί τελέστηκε κ' η «προαγωγή» του νέου Επάρχου, έπειτα δόθηκε μεγάλο τραπέζι σ' όλους τους συγκλητικούς και τους μεγιστάνες.

Ερχόμαστε τώρα στην ιστορία του Αναστασίου. Πάντα, καθώς ξέρουμε, βρίσκουνταν κάποια βάρβαρη ή μισοβάρβαρη φυλή και τους παραζάλιζε τους Αυτοκρατόρους, μόλις ανεβαίνανε στο θρόνο. Και τώρα που δεν είχε πια Γότθους, είταν οι Ισαύροι. Τριάντα χρόνια κακομαθημένοι οι βουνήσιοι αυτοί, από τότες δηλαδή που τους έφερε ο Λέοντας να γλυτώση από τους Γότθους, δεν έλειπαν από κάθε ταραχή κι από κάθε αταξία. Από τότες μάλιστα που ο Ζήνωνας, αν και τους καταπόνεσε με τη βοήθεια του Θοδορίχου, αναγκάστηκε όμως να τους πλερώνη βαρύ χρονιάτικο, όλο χεροτέρευαν και πήγαιναν. Και καθώς άλλοτες ο Ίλλος κι ο Βασιλίσκος τους έκαμναν όργανα της φιλοδοξίας τους, έτσι και τώρα ο αδερφός του Ζήνωνα ο Λογγίνος τους Ισαύρους σήκωσε για να πάρη το θρόνο που ο ίδιος ο Ζήνωνας του αρνήθηκε, ξέροντας τον τι πράμα είταν. Τους έβαλε κ' έκαμαν αληθινό πόλεμο μέσα στους δρόμους της Πρωτεύουσας. Κάηκε τότες όλο περίπου το ιπποδρόμιο, και κάμποσα άλλα μέρη της πόλης.

Έκαμε λοιπόν ο Αναστάσιος ό,τι θάκαμνε και κάθε δυνατός του προκάτοχος. Έπιασε πρώτα το Λογγίνο, τον καλογέρεψε και τον ξόρισε στην Αλεξάντρεια (492). Μαζεύει έπειτα στρατό στην Πρωτεύουσα, και προστάζει τον άλλο Λογγίνο, το στρατηγό, να πάρη τους Ισαύρους που υποστήριζε και να φύγη.

Τι να κάμουν αυτοί, μαζεύουνται και φεύγουν από την Πόλη. Μόλις όμως κατεβήκανε στην Ασία, και λύσσα τους έπιασε. Λέγουν πως ως 150 χιλιάδες δικούς τους μάζεψαν και ρήμαξαν κάθε χώρα τριγύρω της Ισαυρίας. Στέλνει τότες ο Αναστάσιος καταπάνω τους τον Ιωάννη το Σκύθη, γνωστό μας από τα Γοτθικά, και μερικούς άλλους, κ' ύστερ' από ηρωική αντίσταση τσακίζονται οι Ισαύροι στη Φρυγία. Πολλοί αρχηγοί τους θανατωθήκανε στη μάχη, άλλοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι, και κάμποσοι φύγανε στα βουνά τους. Άμα ήρθε η είδηση της καταστροφής, γέμισε πάλε η Πρωτεύουσα αγριεμένους Ισαύρους, όσοι έμνησκαν ακόμα σταπάνω τα μέρη. Διάταγμα λοιπόν αμέσως ο Αναστάσιος να ξοριστούν όλοι τους, μαζί και του Ζήνωνα η φαμελιά. Τους ακύρωσε και το χρονιάτικο (ως χίλιες λίτρες μάλαμα) που λάβαιναν ως τα τότες.

Για τρία κατοπινά χρόνια (493 — 496), οι ξορισμένοι αυτοί Ισαύροι, κ' οι άλλοι που είχαν τραβηχτή στα βουνά τους, ανταμωμένοι τώρα στον Ταύρο, ξανάνοιξαν πάλε τον πόλεμο, και μάλιστα νικήσανε μια δυο φορές. Τέλος όμως πιάστικαν οι δυο αρχηγοί Λογγίνος κι Αθηνόδωρος, κ' έπαψε κι αυτός ο πόλεμος. Οι πιώτεροι Ισαύροι μετεφέρθηκαν τότε στη Θράκη, κι αποκαταστάθηκαν εκεί, δίχως πλερωμή όμως τώρα.

Ύστερ' από τον Ισαυρικό, έρχεται ο περσικός ο πόλεμος του 502. Τρία χρόνια βάσταξε κι αυτός ο αγώνας με τον προπατορικό μας εχτρό, κι αφού έχασε ο Αναστάσιος την Αμίδα, τη Θεοδοσιούπολη και τη Μαρτυρούπολη, ξαναπήρε πάλε στο κράτος μέσα την Αμίδα με τη συθήκη του 505.

Στο μεταξύ καινούριος και μεγάλος εχτρός άρχιζε και μαζευότανε στον Αίμο. Μόλις τραβήχτηκε ο Θοδορίχος στη Δύση κι έμεινε ο τόπος ανοιχτός για τους Σλάβους. Κατοικούσαν αυτοί ως τα τότες πέρ' από το Δούναβη κατά τη Μολδαβία. Η πρώτη τους πλημμύρα ήρθε στα 493, και κάμποση ζημιά της έκαμαν τότες της Θράκης. Και δεν είτανε μόνο οι Σλάβοι. Είχαμε τώρα και τους Βουλγάρους, που και παραπάνω τους ανταμώσαμε. Δεν είτανε Σλάβοι αυτοί· Ούνους τους ονομάσαμε τότες, κ' είτανε σταλήθεια είδος Ούνοι, φυλή «Ουγγροφιννική». Σαν πέρασαν τα Δούναβη στα 499 και κατεβήκανε για λογαριασμό τους και νίκησαν ταυτοκρατορικά στρατέματα, γυρίσανε στα λημέρια τους λάφυρα φορτωμένοι· και τόσο γλυκάθηκαν, που δευτέρωσαν το ταξίδι τους και στα 502.

Μα και γλήγορα κατόπι πρέπει να ξανακατέβηκαν, αν και δεν αναφέρνεται κατέβασμά τους κάμποσα χρόνια· ειδεμή δύσκολα ξηγιέται το μεγάλο τείχισμα που έχτισε ο Αναστάσιος στα 512, καθώς σε λίγο θα δούμε.

Είχε ο Αναστάσιος κ' ένα δυο άλλους αγώνες κατά τα μεσηβρινά, εξόν από τα Ισαυρικά και τα Περσικά. Πρώτο, τους Μπεντουίνους (498), που φοβέριζαν τότες τη Συρία και την Παλαιστίνη. Κ' έπειτα στην Ιωτάβα, σπουδαίο νησί της Ερυθράς θάλασσας, χαμένο από του Λέοντα τον καιρό, ξαναπαρμένο όμως τώρα από τον Αναστάσιο. Είταν η Ιωτάβα το κλειδί της Ιντίας, και φύλαγε εκεί πάντα η κυβέρνηση τελωνιακούς αξιωματικούς να μαζεύουνε δέκατο από κάθε πραμάτεια που περνούσε· μεγάλη κι αυτή πηγή πλουτισμού για το κράτος.

Αυτά περίπου είταν τα εξωτερικά ζητήματα του Αναστασίου. Και πριν όμως πάρουν τέλος, δούλευε πάντα τάλλο, ατέλειωτο ζήτημα, της θρησκείας. Είδαμε στην ιστορία του Ζήνωνα πως το Ενωτικό είχε γεννήσει δυο ενάντια κόμματα, τους φανατικούς ορθόδοξους, κι αυτοί είταν οι Ακοίμητοι, και τους φανατικούς μονοφυσίτες, και λέγουνταν αυτοί Ακέφαλοι. Οι Ακοίμητοι λοιπό με τον Πατριάρχη αρχηγό έβαλαν αμέσως με τον Αναστάσιο, εξαιτίας που τόκρινε εύλογο συνακολουθήσω του Ζήνωνα την πολιτική, για να φυλάξη την ειρήνη. Πώς όμως να αφύλαχτη η ειρήνη, αφού από τη μια ο Πάπας ερέθιζε τους Ακοίμητους, κι από την άλλη ο Φιλόξενος κι ο Σεβήρος, ακούραστοι αιρετικοί αρχηγοί, τους Ακέφαλους! Μαζεύτηκαν οι μονοφυσίτες στην Αλεξάντρεια κι ομονοούσαν· ακόμα χερότερα οι Ακοίμητοι στην πρωτεύουσα μέσα, που έχοντας τον Εύφημο μαζί τους πολεμούσαν πια τώρα να θρονιάσουν και το Βασιλέα. Τον Ευφημία τον είχε ο Αναστάσιος στο στομάχι, κι από τότες μάλιστα που έτυχε σε ομιλία απάνω να του πη ο Αυτοκράτορας πως τονέ βαρέθηκε τον Ισαυρικό πόλεμο, κ' έτρεξε ο Ευφήμιος και το πρόφταξε ενός Ισαύρου αρχηγού. Αναμμένος λοιπόν ο Αναστάσιος με τον Πατριάρχη από τότες κι αποφασισμένος να σταματήση τη θρησκευτική ταραχή των Ακοίμητων, μαζεύει τους επισκόπους στα 496, ξεθρονίζει τον Ευφημία, κι ανεβάζει στον πατριαρχικό θρόνο το Μακεδόνιο. Φέρθηκε ο Μακεδόνιος στην αρχή ειρηνικά και φρόνιμα. Ο λαός όμως είταν τόσο μαγεμένος με την ορθοδοξία, που λέγε λέγε πως είταν αιρετικός ο Αναστάσιος, τονέ φαρμάκεψαν και του Μακεδονίου το νου, ώσπου κατάντησε ο ίδιος ο Πατριάρχης να παρακινά τον όχλο να πάη και να σηκώση ταραχή έξω από το παλάτι.

Έτρεξε εκεί ο λαός, και μέρα μεσημέρι ξεφώνιζε και βλαστημούσε τον Αυτοκράτορα, λέγοντάς τονε μανιχαίο και τύραννο. Ξεθρονίζει λοιπόν ο Αναστάσιος και το Μακεδόνιο (514), κι ανέβηκε τότε στον πατριαρχικό θρόνο ο Τιμόθεος, φρόνιμος άνθρωπος και δίχως πάθος. Οι Ακοίμητοι ως τόσο έβραζαν ακόμα με το βασιλέα, και ξέσπασε τέλος μεγάλη στάση στην Πρωτεύουσα μέσα.

Και δεν είταν οι Ακοίμητοι μονάχα, είταν κι άλλοι πολλοί από το λαό, και από κάμποσες αιτίες. Πρώτα, που κατάργησε, θρήσκος όντας κι αυστηρός, μερικές βαρβαρικές διασκέδασες που τις είχε η Κωσταντινούπολη κληρονομημένες από τη Ρώμη, καθώς λόγου χάρη τη θηριομαχία. Άλλο ένα, που κατάργησε και κάτι νυχτερινές τελετές, που στόνομα της θρησκείας γίνουνταν εκεί μέσα ακόλαστα όργια. Τέλος έδειχνε συχνά πυκνά και τη μονοφυσιτική του διάθεση, ξεχνώντας τα όσα είχε υπογράψει βάζοντας την κορώνα, καθώς π. χ. ότα στα 514 παράχωσε στον Τρισάγιο μέσα μερικές λέξες (άγιος αθάνατος, ο σταυρωθείς δι' ημάς), κ' είχε γίνει και τότε στάση. Παρουσιάστηκε όμως τότε στο λαό με χωρίς κορώνα, και τους είπε πως έτοιμος είναι να παραιτηθή ανίσως και δεν τονέ θέλουνε βασιλέα. Φώναξε ο λαός να μην παραιτηθή, κ' έμεινε.

Δεύτερη λοιπό στάση αυτή του 514. Είναι αλήθεια πως γλήγορα την έπνιξε ο στρατός. Οι Ακοίμητοι όμως, μαρχηγό τους τον εγγονό του Ασπάρη το Βιταλιανό, Κόμητα τω Φοιδεράτων, πάει να πη Γότθων και βαρβάρων, βγαίνουνε στα ξώχωρα, σκορπίζουνται μέσα στη Θράκη, μαζεύουν εκεί στρατό από Ούνους και διαγουμίζουν τον τόπο με πρόφαση πως πολεμούνε για την ορθοδοξία!

Δεν άργησε να τους περιμαζέψη και να τους καθησυχάση ο Αναστάσιος· όχι όμως και τον αρχηγό τους το Βιταλιανό. Άμα έχασε αυτός τους βοηθούς του, ξεκίνησε κατά την κάτω Μοισία, μάζεψε καινούργιο βαρβαρικό στρατό, κι άρχισε πάλε τον πόλεμο. Σε μια του νίκη έβαλε τον αυτοκρατορικό στρατηγό σε κλουβί και τονέ γύριζε. Σε άλλη ακόμα μεγαλήτερη μάχη του, κοντά στην Οδησσό της Θράκης, έπεσαν ως εξήντα χιλιάδες δικοί μας. Ζήτησε τότες ο στρατηγός ο Υπάτιος, ανιψιός του Αναστασίου, να πέση στη θάλασσα και να γλυτώση κατά το Σλαβικό τρόπο, βουτώντας δηλαδή κάτω από τα νερά κι αναπνέοντας με ψιλό μασούρι. Δεν καλογνώριζε όμως την τέχνη, και πιάστηκε αιχμάλωτος. Μάζεψε μεγάλα πλούτη σ' αυτούς τους πολέμους ο Βιταλιανός, και κατάντησε είδος αυτοκράτορας της Μοισίας και της Σκυθίας. Τέλος όμως τονέ βόλεψε και τούτον ο Αναστάσιος, του πλέρωσε δηλαδή δεκαπέντε χιλιάδες λίτρες μάλαμα, τονέ διόρησε Μάγιστρο της Θράκης, συφώνησε να κηρύξη την ορθοδοξία, και μ' αυτούς τους όρους λευτέρωσε και τον ανιψιό του.

Εδώ τελειώνουν του Αναστασίου τα θρησκευτικά τα βάσανα με τους Ακοίμητους. Όσο για το Βιταλιανό, φαίνεται πως ξαναβγήκε σε πόλεμο στα 515, και με στόλο μάλιστα τώρα. Ως το Σκουτάρι τράβηξε, και φοβέριζε την Πρωτεύουσα. Εκεί όμως τον ξολόθρεψε καλά και καλά ο Αναστάσιος με τη βοήθεια του φυσικομαθηματικού Πρόκλου, που μεταχειρίστηκε πρώτη φορά υλικό από θειάφι που άναβε μόλις τόβλεπε ήλιος. Αγκαλά αυτά δεν είναι και βέβαια.

Μήτε οι Ισαύροι, μήτε οι Ακοίμητοι κ' οι Ακέφαλοι δεν τον μπόδισαν τον Αναστάσιο να προσέξη κι άλλα σπουδαία, μάλιστα δημόσια έργα, διοίκηση, κ' οικονομικά. Έργο του π. χ. είταν η Αναστασιούπολη, η παλιά η Δάρα της Μεσοποταμίας, μεγαλωμένη κι οχυρωμένη για να προφυλάγη το κράτος από τους Πέρσους. Άλλο του έργο ακόμα πιο σημαντικώτερο, το μεγάλο το Τείχος πούστησε έξω κ' έξω από τα προτερινά τειχίσματα της Πρωτεύουσας, να διαφεντεύη κάθε ξωχώρι από Σλάβους κι από Βουλγάρους, μα κι από τους Φοιδεράτους ακόμα· τετρακόσα είκοσι στάδια από τη Μαύρη θάλασσα ως την Προποντίδα, και με πύργους στεριούς από τόπο σε τόπο, που τους αποτέλειωσε κατόπι ο Ιουστινιανός. Σωτήριο έργο κι αυτό το τείχισμα, και σαν από Πρόνοια χαραγμένο.

Αφίνουμε τη διόρυγα που άνοιξε από τη Βοάνη λίμνη ως τον Αστακηνό Κόρφο, σιμά στη Νικομήδεια, και τέλος κάμποσες πολιτείες που διόρθωσε, χαλασμένες από πολέμους κι από σεισμούς.

Από τα οικονομικά του μέτρα το πιο σημαντικό είταν το κατάργημα του Χρυσάργυρου, φόρου σ' επαγγέλματα και ζώα, ή να πούμε καλλίτερα σ' όλα τα ζώα, λογικά κι άλογα. Τόσο καλά τα είχε διοργανισμένα τα οικονομικά, που σαν απέθανε στα 518, αφήκε 320 χιλιάδες λίτρες μάλαμα στο βασιλικό Ταμείο. Σ' αυτό όμως πρέπει να συντέλεσε κ' η κατάχτηση της Ιωτάβας.

Αφήκε τέλος και ντόπιο στρατό από 150 χιλιάδες άντρες. Αυτός ο ντόπιος ο στρατός, έργο του Ζήνωνα, κρίνεται από τους κυριώτερους λόγους που γλύτωσαν τ' Ανατολικό Κράτος από καταστροφή σαν της Δύσης.

Εύλογο ναναφερθή κ' η μεγάλη γενναιοδωρία του Αναστασίου, που ποτές δεν αρνιότανε βοήθεια, και μάλιστα σε στρατιωτικό. Μα και πολιτείες που είχαν ανάγκη, άμα του ζητούσαν, έβρισκαν πόρεψη. Μόνο με τους Αρχόντους δεν είταν αγαπημένος, ίσως επειδή δεν του άρεζαν οι τελετές και τα πολυέξοδα μεγαλεία, συστατικό που του αφήκε δα και όνομα πως είτανε φιλάργυρος.

ΠΕΜΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ιουστίνος και πρώτα χρόνια Ιουστινιανού

Σάνε χήρεψε ο θρόνος στα 518, δεν τον ανέβηκε πάλε συγγενής του Αναστασίου, αν κ' είχε τρία ανίψια (ένας ο Υπάτιος, που τον ανταμώσαμε παραπάνω), παρά ο Ιουστίνος, ο Σενατόρος κι ο Κόμητας των Εξκουβιτόρων, δηλαδή αρχηγός της βασιλικής Σωματοφυλακής. Είταν ο Ιουστίνος από τη Δαρδανία, φτωχογεννημένος κι αυτός καθώς τόσοι άλλοι που από τίποτις καταντούσανε μεγάλοι τους καιρούς εκείνους. Και μήτε Ρωμαίος δεν είταν, παρά ονομάστηκε Ιουστίνος όταν ήρθε στην Πόλη, καθώς κ' η γυναίκα του ονομάστηκε Ευφημία, από Λουππικίνα που τηνέ γνωρίζανε στο χωριό της. Κι ως τόσο γραφτό του είταν αυτός να γίνη αφορμή να εγκαινιαστή από τον ανιψιό του τον Ιουστινιανό μια πολιτική που λες και την είχανε στο αίμα τους από κάποιον Καίσαρα! Πολιτική που μας δόξασε, μα μας κόστισε κι ακριβά η δόξα εκείνη. Ας μην τρέχουμε όμως. Ας δούμε πρώτα τι πράμα είταν ο Ιουστίνος. Λαμπρός στρατιώτης, κι' ας είταν τώρα εβδομηντάρης περίπου· ορθόδοξος, και σ' αυτό δα φαίνεται πως χρωστούσε και την κορώνα του· Φίλος των κυανών του ιπποδρομίου, πάει να πη και με βοηθούς τόσο δυνατούς που δεν τόλμησε ο Βιταλιανός να του φέρη δυσκολίες. Και μήτ' έζησε πολύν καιρό ο Βιταλιανός, μόνο δολοφονήθηκε, έχουνε να πουν, απ' ανθρώπους του Ιουστίνου.

Έφερε η Ορθοδοξία κι άλλο αποτέλεσμα πιο γενικώτερο, αν και πρόσκαιρο· φίλιωσε τον Πάππα με τον Πατριάρχη. Παραδέχτηκε δηλαδή ο Αυτοκράτορας το δογματικό σύβολο του Πάππα του πρώτου Λέοντα, κ' έγινε ο συβιβασμός.

Πως είταν άνθρωπος με πείρα και με θέληση ο Ιουστίνος φαίνεται από μερικά του μέτρα εναντίον των εχτρών που σαν τα όρνια τριγύριζαν πάντα κατά τα βορεινά. Τον είπαν όμως άμαθο, και μάλιστα τόσο άμαθο που του κρατούσανε, λέει, το χέρι να γράψη μια λέξη, κι αυτήν την έγραφε ανάμεσ' από χαραμάδες ανοιγμένες απάνω σε πλάκα. Σάματις δεν έσωνε ο ένας τρόπος μονάχα για να γραφή η λέξη! Εξόν αν έτρεμε το χέρι του γέρου από φυσικιά αιτία, που δεν αναφέρνεται όμως. Αυτό το παρατηρούμε για νάχουμε το νου μας κατόπι, σαν αναγκαζούμαστε ναναφέρνουμε ιστορικά από την Απόκρυφη την Ιστορία του Προκοπίου, που έπρεπε μα το ναι «Κοπρόπιος» κι όχι Προκόπιος να λέγεται όποιος την έγραψε.

Τρία χρόνια κατόπι (521) παρουσιάζεται στη μέση κι ο ανιψιός του ο Ιουστινιανός, Ύπατος τώρα. Τάσπερνε από τότες ο Ιουστινιανός τα δημόσια χρήματα σε θεάματα και σε μεγαλοπρέπειες. Άλλα μερικά χρόνια, και τονέ βρίσκουμε Αύγουστο. Όλα εκείνα τα χρόνια είταν το δεξί χέρι του γέρου. Ώστε και πρι να γίνη Αυτοκράτορας ο Ιουστινιανός (527) κυβερνούσε το κράτος, κ' έτσι καταντάει η βασιλεία του Ιουστίνου να είναι και του Ιουστινιανού το πρώτο κελάιδημα. Το είχε κι ο Ιουστινιανός αλλαγμένο τόνομά του από τότες που τον έφερε ο θειος του στην Πόλη και σπούδαξε. Φαίνεται πως σπούδαξε ο Ιουστινιανός στα γερά, και μέσα στις πρώτες του εκείνες μελέτες πρέπει να του κατέβηκε το μεγάλο του όνειρο, η ανάσταση της Ρωμαϊκής κοσμοκρατορίας.

Σα δυσκολοξήγητος ο χαρακτήρας του αξέχαστου τούτου Αυτοκράτορα, που η βασιλεία του στέκεται στην Ιστορία μας πύργος θεόρατος από μεγαλουργήματα, τα πιώτερα γεννημένα από το φιλόδοξο νου του· και λέμε τα πιώτερα, επειδή θανταμώσουμε κι άλλα πρόσωπα γύρω του, που από τα έργα τους κι από τη ζωή τους κρίνοντας δεν το βρίσκουμε εύλογο, όλα όσα ανέβηκαν τότες μεγάλα να τα κολλήσουμε στου Ιουστινιανού την κρίση και φαντασία. Το πιο παράξενό του όμως είναι που όσο και να γεννοβολούσε μεγάλες ιδέες, δε φάνηκε νάβγαλε καμιά πέρα ατός του, παρά έβρισκε πάντα άλλον άνθρωπο άξιο να του τη βγάλη πέρα.

Ό,τι και να λεν όσοι τον ανέβασαν ως τα ουράνια ή πάλε τον κατέβασαν ως τα τάρταρα, είχε ο ήρωας αυτός του έχτου αιώνα προσόντα και καλά κι αχαμνά, που πρέπει με μεγάλη προσοχή να του τα ξεδιαλύνη όποιος επιθυμεί να τον καταλάβη, κι αυτόν και την εποχή του. Ένα του καλό, που τίποτες δεν αποφάσιζε δίχως στοχασιά και μελέτη· άλλο που μερονυχτίς δούλευε, καταντώντας κ' ύπνο και καλοζωία να θυσιάζη στη δουλειά· τρίτο και μεγαλήτερό του καλό, η βαθιορίζωτή του εκείνη λαχτάρα ναφήση μεγάλα έργα πολεμικά, νομικά, αρχιτεχτονικά, καθώς κ' η μεγάλη του τέχνη να διαλέγη τους ανθρώπους που ήθελαν τέτοια έργα, Βελισάριο, Τριβωνιανό, Ανθέμιο.

Κι ως τόσο η μεγάλη του αυτή αρετή είταν και το μεγαλύτερο του ψεγάδι. Η φιλοδοξία του καταντούσε ανοικονόμητη και παράλογη μεγαλομανία. Ειδεμή πώς ξηγιέται η ιδέα του να καταχτήση Αφρική, Ιταλία κ' Ισπανία, και ναφίνη τους Πέρσους να φοβερίζουν το κράτος από τη μια, και τους βορεινούς βαρβάρους από την άλλη, κινήματα που σπείρανε νέα κι αλογάριαστα βάσανα μέσα στο κράτος; Τονέ δόξασαν του Βελισαρίου και του Ναρσή τα κατορθώματα, είναι αλήθεια. Οι δόξες όμως που τη μια μέρα πετούνε στον αιθέρα και την άλλη πέφτουνε χάμου στάχτη, δεν είναι δόξες, δεν είναι αστέρια — είναι πεφτάστερα. Η αληθινή η δόξα έρχεται από έργα που μένουν κι αποφασίζουν την τύχη ενός λαού, καθώς τα έργα του Μεγάλου του Κωσταντίνου. Μας φαίνεται λοιπό σα να μην πήρε ο Ιουστινιανός του Μεγάλου Κωσταντίνου το δρόμο· σα να ζήτησε μάλιστα και να τονέ στραβώση. Το καθαυτό συφέρο του τόπου δεν το καλολογάριασε. Ό,τι πάσκισε ο Ιουλιανός να κάμη με την αρχαία θρησκεία, το ίδιο περίπου καταπιάστηκε κι ο Ιουστινιανός με την αρχαία τη Ρώμη.

Άλλο του ψεγάδι (γέννημα ίσως κι αυτό της μεγαλομανίας του), είναι που αναγκασμένος όντας ναφίνη άλλους να κάμνουν τα μεγάλα έργα της βασιλείας του, τους υποψιάζουνταν κάποτες και τους φέρνουνταν κι αχάριστα μάλιστα. Μα αποτέλεσμα πιο χερότερο της ανοικονόμητης εκείνης δοξομανίας είταν ταλύπητο το σπατάλισμα, ταμέτρητα χρήματα που ανεμοσκορπιούνταν, κι όχι μονάχα του Αναστασίου οι μεγάλες οικονομίες — αυτές είτανε μεγάλο μέρος ξοδεμένες και πρι νανέβη το θρόνο ο Ιουστινιανός — μα τα χρήματα πούβαζε ανθρώπους ασυνείδητους σαν τον Ιωάννη τον Καππαδόκη και του τα βύζαναν από το λαό.

Είταν ο Ιωάννης ο Καππαδόκης Έπαρχος του Πραιτωρίου, δουλειά του δηλαδή να βρίσκη πόρους. Και βρήκε πάμπολους, όχι μονάχα για τον Ιουστινιανό μα και για τα δικά του τα φαγοπότια και τις ακολασίες. Κατάντησε να τρέχουν οι Επαρχιώτες από τον τόπο τους στην Πρωτεύουσα, να γλυτώσουν από τα νύχια του. Αυτός όμως, κάθε τόσο κι απόνα φόρο σοφίζουνταν. Το Πραιτώριο του είτανε γεμάτο θεοσκότεινες φυλακές αποκάτω, πούρριχτε τα θύματα του και τα βασάνιζε εκεί μέσα.

Δεν τάκουγε άραγες αυτά ο Ιουστινιανός; Λέγουν πως όχι. Α δεν τάκουγε, τότες τι φρόντιζε να μαθαίνη; Αν τάξερε πάλι, με τι λογής συνείδηση καταπιάνουνταν τα μεγαλουργήματά του;

Είναι ως τόσο πάντα η εποχή της βασιλείας του πολύ σημαντική για μας, και δραματική όσο γίνεται. Αφίνοντας λοιπόν την κρίση ερχούμαστε στη δήγηση, μ' έναν όμως κρυφό καημό που τα χρόνια εκείνα μας τα θόλωσε ο Ιουστινιανός όχι μονάχα με μερικά άσκοπα, κι άκριτα κατορθώματα, μα και με πιώτερη από τη χρειαζούμενη λατινική — ας πούμε πάχνη — που λες και ζητάει να μας την ολοσκεπάση τη Ρωμιοσύνη.

Είπαμε παραπάνω πως είχε ο Ιουστινιανός κάμποσα πρόσωπα γύρω του που του φούντωναν τη φιλοδοξία του αντίς να τη μετριάζουν και το σημαντικώτερο απ' όλα εκείνα τα πρόσωπα είτανε δίχως άλλε η πολειξάκουστη αυτοκρατόρισσα του η Θεοδώρα, γυναίκα πολύ μεγαλεφάνταστη και μεγαλοπίχερη, όσο και μαγευτική και πανώρια.

Θέλοντας μη θέλοντας ακολουθούμε μαζί με τον άλλον κόσμο την Απόκρυφη Ιστορία του Προκοπίου στη δήγηση της παράξενης και πολυτάραχης ζωής της Θεοδώρας. Μακάρι να είχαμε και καλλίτερον τρόπο να τα ξετάσουμε και να τα μάθουμε! Μην έχοντας καλλίτερο τρόπο, ας πούμε τουλάχιστο πρώτα μερικά για το διπρόσωπο και τριπρόσωπο ιστορικό μας, να ξέρη ο αναγνώστης ως πού μπορεί να τις παραδέχεται τις αλλόκοτες ιστορίες του.

Γεννήθηκε ο Προκόπιος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης στα 490. Έκαμε στην αρχή δικηγόρος στην πατρίδα του· από κει έγινε γραμματικός του στρατηγού του Βελισαρίου, και κατόπι έλαβε κι άλλα αξιώματα. Μόλις μεταξύ 549 και 559 άρχισε να γράφη. Πρώτο του έργο είταν η καθαυτό ιστορία του· περσικός πόλεμος, βανταλική εκστρατεία, ιταλικοί πολέμοι — όλα του καιρού του. Και κατά το σύστημα όλων των ιστορικών από την αρχή ως το τέλος, φιλοτιμήθηκε κι αυτός να γράψη απάνω στα κλασσικά μας πρότυπα, σα να ζούσε στα χρόνια του Θουκυδίδη, θα είταν ίσως πιο αξιέπαινος α μιμότανε όχι μονάχα τη γλώσσα, παρά και την ηθική των παλιώ μας ιστορικών. Κι όχι πάλε πως δεν τόκαμε αυτό στο πρώτο του έργο. Μα ύστερ' από την ιστορία του γράφει από τη μια ένα εγκώμιο του Ιουστινιανού χοντρές κολακείες γεμάτο, κ' εκεί μέσα ιστορεί τα μεγάλα του χτισίματα· κι από την άλλη κρυφοπλέχτει τα περίφημα του «Ανέκδοτα», κ' εκεί όχι μονάχα ακυρώνει κάθε εγκωμιαστική λέξη του άλλου του βιβλίου, μα και λόγια δε βρίσκει να παραστήση την κακοήθεια και την κακορριζικιά και του βασιλέα και της βασίλισσας, και των άλλων της εποχής του μεγάλων· ως μήτ' ανθρώπους πια δε θέλει να τους πη στ' «Ανέκδοτα», παρά τους λέει «τέρατα» που κατεβήκανε να ξολοθρέψουν τον κόσμο.

Από τέτοιον άνθρωπο τι να διάλεξης, και τι να πετάξης; Γράφηκαν πολλά για τα έργα του, και κατάντησε κι αυτό σαν ομηρικό ζήτημα από τότες που βρέθηκε το χερόγραφο της Απόκρυφης Ιστορίας του στη Βατικανή (1623). Είπανε μερικοί πως άλλος έγραψε την Ιστορία κι άλλος τ' Απόκρυφα· άλλοι, πως ο ίδιος τάγραψε και τα τρία τα συγράματα, μα τι περίμενες, λέγουν, από τέτοια ξαχρειωμένη εποχή! Κ' έτσι μας φορτώνουν αυτοί όλα τα ψεγάδια του Προκοπίου! Σπολλάτη τους, που για να ξηγήσουν και καλά τέτοιο ανώμαλο ζήτημα — ένας άνθρωπος να παρουσιάζεται με τρεις διαφορετικούς χαραχτήρες — μας χαντάκωσαν όλους μας! Σάματις κι αν το παραδεχτούμε πως ένας τάγραψε και τα τρία βιβλία, δε βλέπουμε και σήμερα στην Ευρώπη με τις δωδεκάδες όχι πια χρονογράφους, μα κι ανθρώπους με πολύ ανώτερες θέσες κι αξιώματα τρις χερότερους από τον Προκόπιο! Λέγουν το λοιπόν απ' αυτούς μερικοί πως παραγγελμένος όντας ο Προκόπιος να γράψη τον πανηγυρικό του Ιουστινιανού, για να τον καταπραΰνη που δεν τον εγκώμιαζε αρκετά στην πρώτη του ιστορία, έβγαλε τάχτι του με την απόκρυφη εκείνη Ιστορία του.

Δεν είναι μήτε ανάγκη μήτε της δουλειάς μας να το ψυχολογήσουμε εδώ τέτοιο ζήτημα. Σώνει μας να διαλέξουμε τον ένα δρόμο από τους δυο, κ' ή να ταφήσουμε καταμέρος τ' Απόκρυφα, ή, καθώς έκαμαν όλοι, να τακολουθήσουμε. Θα κάμουμε το δεύτερο, αν και δυσκολία ακόμα πιο μεγαλήτερή μας παρουσιάζεται. Αυτουνού δηλαδή του δρόμου ποιο μονοπάτι να πιάσουμε; Εκείνο που δεν παραδέχεται τίποτις αληθινό, μόνε όσα βεβαιώνουνται κι από άλλους, ή εκείνο που πηγαίνει με την αρχή πως όλα τα σκάνταλα της Απόκρυφης Ιστορίας είναι υπερβολές, λεγμένες από πάθος, έχουν όμως, καθώς οι πιώτερες τέτοιες καταλαλιές, και κάποια ουσία μέσα τους, αρκετή για να τα χάψη ο κόσμος σα να είταν αλήθειες όλα; Νομίζω πως το πιο φυσικό και το πιο λογικό είναι να πάρουμε το δεύτερο αυτό μονοπάτι.

Ξαναρχόμαστε λοιπό στη βασίλισσα μας τη Θεοδώρα, όμως μα την αλήθεια με πόνο ψυχής που έγινε η πρώτη πρώτη ζωή της του κόσμου θέαμα και παιχνίδι και που θαμπώνεται η περίλαμπρή της κορώνα με της νιότης της τα ψεγάδια.

Είτανε στον καιρό του Αναστασίου κάποιος Ακάκιος από την Κύπρο, θεριοθρόφος του ιπποδρομίου, κ' είχε τρεις κόρες· την Κομιτώ, τη Θεοδώρα και την Αναστασία. Σαν απέθανε ο Ακάκιος, η μεγαλήτερη κόρη του μόλις είταν εφτά χρονώ. Σα μεγάλωσαν κάπως αυτά τα κορίτσια, πηγαίνανε, για να βγάζουνε το ψωμί τους, στο Ιπποδρόμιο και στα θεάματα, και δίνανε παράσταση, θέατρο τότες δεν είχε, όχι που μας έλλειπε ο πολιτισμός, παρά επειδή μήτε οι Ρωμαίοι δεν είχανε θέατρο· και καθώς ξέρουμε, πρότυπο της Πόλης είταν η Ρώμη. Είχανε θεάματα, ιπποδρόμια, θεριομανίες κι άλλα τέτοια. Εκεί λοιπόν πήγαν οι δυο μεγαλήτερες αδερφάδες να βρούνε πόρεψη. Εκεί η μικρή η Θεοδώρα, φορεμένη πουκαμισάκι μανικωμένο σα φτωχοπούλα που είταν, έκαμνε «μούτρα» κι άλλα γελαστικά παιχνιδάκια σάνε χόρευε η αδερφή της η Κομιτώ. Έξω όμως από τα θεάματα η τύχη τους άλλη δεν μπορούσε να είναι παρά η ίδια καθώς και σήμερα· κάθε άνθρωπος του δρόμου και της ταβέρνας που ζητούσε ακολασία, σε τέτοιες πήγαινε. Έπεσε λοιπό θύμα τους κ' η Θεοδώρα, και με τον καιρό τόκαμε κ' επάγγελμά της.

Όσο μεγάλωνε ως τόσο, μεγάλωναν κ' οι ομορφιές της. Έγινε η περιφημότερη εταίρα της Πόλης, και την τριγύριζαν όχι πια του δρόμου άνθρωποι, παρ' αρχόντοι και πλούσιοι. Ένας τους είταν κι ο Εκηβόλος από την Τύρο. Και σάνε διορίστηκε διοικητής της Αφρικανικής Πεντάπολης, πήρε και τη Θεοδώρα μαζί του· κατόπι όμως τηνέ βαρέθηκε, και την άφησε μέσα στους πέντε δρόμους. Διωγμένη η Θεοδώρα και φτωχεμένη πλανιούνταν από χώρα σε χώρα και ζούσε με το συνηθισμένο της τρόπο.

Άξαφνα όμως τη φωτίζει, να την αφήση αυτή τη ζωή και να γυρίση στην Πόλη. Γυρίζει στην Πόλη, πιάνει φτωχικό σπίτι — ίσια ίσια το σπίτι που κατόπι το ξανάχτισε και τόκαμε κατάστημα για όσες παρόμοιες κοπέλλες θέλανε να ξαναζήσουν τίμια — κ' εκεί πότε με το κλώσιμο, πότε μ' άλλ' αργόχερα, καψόβγαζε το ψωμί της. Εκεί την αντάμωσε ο Ιουστινιανός, την ερωτεύτηκε, κι αποφάσισε να την πάρη γυναίκα του. Η θεια του η Ευφημία φυσικά μήτε να τακούση τέτοιο πράμα. Σαν απέθανε όμως η Ευφημία, από δω είχε από κει είχε, κατάφερε το θειο του τον Αυτοκράτορα να βγάλη νόμο που άφινε συγκλητικούς να παντρεύουνται κι άτιμες, σώνει ναλλάζουν αυτές διαγωγή σαν παντρεύουνται.

Άμα βγήκε αυτός ο νόμος, οι πρώτοι που τον ωφελήθηκαν είταν ο Ιουστινιανός κ' η Θεοδώρα. Ότα λοιπόν κάτι αργότερα ο Ιουστίνος πήρε και τον Ιουστινιανό σύθρονό του, έγινε Αυγούστα κ' η Θεοδώρα, κι ορκίστηκε μαζύ του πίστη στους υπηκόους.

Τέτοιο ευγενικό χαρακτήρα έδειξε άξαφνα η νέα η Αυγούστα, που έλεγες κ' η γενναία της ψυχή, η μεγάλη της γνώση κ' η φιλανθρωπία της τα σκέπαζε όλα της νιότης τα δυσάρεστα. Σκέπη όμως ακόμα πιο μαγικιά και πιο μεγαλόπρεπη στου λαού τα μάτια πρέπει να είταν η μυριοξάκουστη ομορφιά της. Γεννημένη βασίλισσα. Μάτια αστραφτερά, πρόσωπο σύμμετρο, θωριά μισόχλωμη κι αριστοκρατικιά, χάρη κι αρχοντιά που δε μεταγίνουνταν — πώς να μη την καμαρώνη ο λαός; Τηνέ δέχτηκε σύθρονη του Ιουστινιανού, και δεν άργησε να το νοιώση πως κακά δεν την έκρινε. Τόννοιωσε από τη συζυγική της πίστη και φρονιμάδα, από ταρίφνητα ψυχικά της, από τη συμπάθεια της προς όσες δύστυχες βρισκόντανε στης παραλυσίας τα βάθια και τις βοηθούσε να ξαναγυρίσουνε σε τιμημένη ζωή. Μα ακόμα πιο τέλεια την έννοιωσαν όταν πρόβαλε ηρωικιά κι ατρόμητη, κι αποφασισμένη στην περίφημη στάση του Νίκα. Εκεί θα τη δούμε την αντρίκια της θέληση.

Δεν της έλειπε όμως, σα γυναίκα που είταν, και κάμποση τετραπερωσύνη, και δείγμα της πρόχειρο έχουμε την παγίδα πούστησε του εχτρού της του Ιωάννη Καππαδόκη για να τον ξεκάμη, όταν τον έμπλεξε, με τη βοήθεια της γυναίκας του Βελισαρίου της Αντωνίνας, σε συνωμοσία εναντίο του Αυτοκράτορα, και ξορίστηκε τότε στην Κύζικο κ' έγιν' εκεί ιερέας (541). Και μάλιστα μήτε τότες δεν τον άφησε η Θεοδώρα ήσυχο, ώσπου τον ξεγύμνωσε απ' όλα τα πλούτη του. Αγκαλά όταν απέθανε η Θεοδώρα στα 548, τον ξαναβρίσκουμε πάλε τον Καππαδόκη στην Κωσταντινούπολη πρεσβύτερο.

Ας ξανάρθουμε ως τόσο στον Ιουστινιανό. Είταν ο Ιουστινανός ανεβασμένος στο θρόνο τριανταπέντε χρονών άντρας, μερικά χρόνια καθώς είδαμε πριν αποθάνη ο θειος του. Μα ζούσε απέθανε ο θειος του, είταν πια τότες το ίδιο, επειδή αμέσως πήρε τα χαλινάρια στα χέρια, κι άρχισε νανοίγη το δρόμο για το μεγάλο του όνειρο, την κατάχτηση της δυτικής αυτοκρατορίας. Πρώτη πρώτη του πράξη είτανε να πιάση στενή φιλία με το Βασιλέα των Βαντάλων της Αφρικής, τον Ιλδερίχο. Άλλη του πράξη με τον ίδιο πάντα σκοπό είταν που αγάπησε τον Πάπα με τον Πατριάρχη, ύστερ' από 35 χρονώ μάνητα, καθώς είδαμε. Έβαλε δηλαδή τον Ιουστίνο κ' υποχρέωσε τον Πατριάρχη ναναγνωρίση την κυριαρχία του Πάπα. Στα 325 μάλιστα ήρθε κι ο ίδιος ο Πάπας (ο πρώτος Ιωάννης) στην Πόλη να συστήση ανεξιθρησκεία προς τους αρειανούς της Ανατολής, κατά προσταγή του Θοδορίχου που είταν παντοδύναμος τότες στη Δύση. Μάλλους λόγους πολιτεύουνταν τώρα ο Πάπας όλως διόλου ενάντια της πατροπαράδοτης του πολιτικής, που δεν τους υπόφερνε τους αιρετικούς. Αυτό όμως. καθώς είπαμε, από ανάγκη.

Ο λόγος εδώ είναι πως έγινε ο Πάπας δεχτός με μεγάλη παράταξη, βγαίνοντας από την Πόλη και προσκυνώντας τον ο ίδιος ο Αυτοκράτορας, ο Πατριάρχης, η Σύγκλητο, ο Κλήρος κι ο Λαός, και πως πήγε το πάσκα στην Αγιά Σοφιά και λειτούργησε στη λατινική γλώσσα. Όλ' αυτά τι άλλο σήμαιναν παρά πως ο Ιουστινιανός δεν ονειρεύουνταν ανατολικό κράτος καθώς οι προκάτοχοι του, παρά ρωμαϊκή κοσμοκρατορία, και πως για να καταφέρη το σκοπό του θυσίαζε της Ανατολής τα συφέροντα, αναποδογυρίζοντας χρόνων και χρόνων πολιτική; Δεν κατόρθωσε όμως μήτε ο Ιουστινιανός, μήτε κανένας του μεγάλος βοηθός να σταματήση το φυσικό δρόμο που είχανε δοσμένο στο κράτος οι περασμένες οι γενεές.

Ένα πράμα· που δε ζήτησε μαζί με την πολιτική δύναμη της Ρώμης να ξαναζωντανέψη και τα κλασσικά συνήθια της αρχαιότητας, καθώς έκαμε ο Ιουλιανός, μόνο στάθηκε Χριστιανός ως το κόκκαλο, κ' έκλεισε μάλιστα και τ' Αθηναίικα Πανεπιστήμια. Κι άλλο ένα, που αν άφινε τον Πάπα να λειτουργάη στη λατινική για δικούς του λόγους, δεν πήγαινε να πη πως είταν αποφασισμένος να καταπατή και την εθνική μας γλώσσα, κι αυτό το βλέπουμε στο διάταγμα που αναγκάστηκε να βγάλη, να γράφουνται ελληνικά κι όχι πια λατινικά τα κυβερνητικά έγγραφα.

Τα καθαυτό μεγάλα του έργα είναι τριώ λογιών. Πολεμικά, νομικά, αρχιτεχτονικά. Θα ιστορηθούν αυτά ξέχωρα, καθώς και το μεγάλο της ζωής του δράμα, η Στάση του Νίκα. Μαζεύουμε λοιπόν πρι να κλείση αυτό το κεφάλαιο ό,τι απομνήσκει για να παρασταθή κάτι πιο τέλεια ο μεγάλος αυτός ήρωας του έχτου αιώνα.

Λέγουν πως είταν ο πρώτος καθαυτό απόλυτος μονάρχης της Ανατολής, κι άδικο δεν έχουν, αφού μπόδιο δε γνώριζε ο νους του μήτε χρηματικό, μήτε πολιτικό, σώνει να γίνουνταν το μεγάλο του θέλημα. Τα οικονομικά του μέτρα τα είδαμε στην ιστορία του Ιωάννη του Καππαδόκη. Μα κι άλλα κάμποσα του αρμάθιασαν, π. χ. πως επάγγελμα ευγενικό δεν αφήκε απείραγο, καθώς γιατρούς, δικηγόρους και τέτοιους, και πως τους εμπόρους τους έγδυνε με φόρους και με μονοπώλια. Όλ' αυτά καμωμένα ως τόσο όχι από φυσική του σκληρότητα, παρά επειδής έπρεπε κατά τη γνώμη του να γίνουνε, για να καταχτηθή ο κόσμος.

Όσο για την πολιτική του προς τους βαρβάρους, που τριγύριζαν το κράτος, Ούνους, Σλάβους κλ, για να τους φυλάη ήσυχους και να κυνηγάη τα ιδανικά του τα μεγαλεία: τι έκαμνε; Πότε τους έβαζε και πολεμούσαν ανάμεσα τους, πότε τους καλοπλέρωνε! Ό,τι μέτρα κι αν έπαιρνε όμως, μήτε του βαρβάρου η απιστία, μήτε του Πέρσου η ακοίμητη πλεονεξία δε δικαιολογούσανε μακρινές και φιλόδοξες εκστρατείες. Κι' ως τόσο άμα τα μπάλλωνε ή με τους Βορεινούς ή με τους Πέρσους, που είταν αρκετοί να του βρίσκουνε δουλειά όσο ζούσε, και μ' αποτελέσματα για τα μας πολύ πιο μεγάλα και πολύκαιρα, γύριζε το μάτι του κατά την αγαπημένη του Δύση!

Καθώς κάθε φιλόδοξος και δεσποτικός βασιλέας, είχε κι ο Ιουστινιανός πολλούς και κακούς εχτρούς, και μάλιστα τους Μονοφυσίτες και τους Πράσινους του Ιπποδρομίου. Κατόπι όμως αυτά.

Είπαμε κάτι για τα συστήματά του. Πάντα γέρικα είταν κι ασκητικά. Πάντα σπουδή και μελέτη. Θεολογία, νόμος, μουσική, αρχιτεχτονική, φιλοσοφία, όλα τα κάτεχε. Κατά τα τέλη της ζωής του όμως, και μάλιστα ύστερ' από το μεγάλο θανατικό του έχτου αιώνα, είχε καταντήσει ακόμα πιο μοναχικός, πιο τραβηγμένος. Κάθουνταν ολονυχτίς και συζητούσε δευτερεύοντα θεολογικά ζητήματα με κληρικούς και με δασκάλους, και μήτε πια την αγαπημένη του Δύση δε συλλογιούνταν, καθώς τα πρώτα χρόνια, τα χρόνια που δούλευαν κι ο νους του κι ο στρατός του για τη μεγάλη του την ιδέα.

ΕΧΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η Στάση του Νίκα

Το δράμα του Νίκα πρέπει να ονομαστή κίνημα εθνικό. Είτανε φοβερή φωνή και φοβερώτερη οργή του λαού. Φοβερώτερη από προηγούμενα τέτοια κινήματα. Επειδή και τα όσα υπόφερνε ο λαός είτανε σοβερώτερα τώρα. Για τα μας το επεισόδιο τούτο πρωτεύει στη βασιλεία του Ιουστινιανού· γίνεται από επεισόδιο δηλαδή το καθαυτό δράμα της ιστορίας του. Α δεν πέτυχε, ας έχη χάρη ο Ιουστινιανός στην τετραπέρατη Θεοδώρα και στον περίφημο στρατηγό του Βελισάριο. Έπρεπε να σμίξουνε δυο τέτοια αμέρωτα στοιχεία για να σταματήσουν την ορμή της «κοινής γνώμης», κι άλλο δεν είταν παρά κοινή γνώμη το ιπποδρόμιο της Πόλης τους καιρούς εκείνους.

Μια και τον πάρουμε έτσι το μεγάλο αυτό σηκωμό, ανάγκη να τον κατατάξουμε πρώτο πρώτο στα περιστατικά της ζωής του Ιουστινιανού, και για την εθνική ιστορία μας πιο σπουδαιότερο απ' όλες τις δόξες που σαν αστάχια τις θέριζε ο Βελισάριος σ' Ανατολή και σε Δύση.

Μόλις πέρασαν πέντε χρόνια από τότες που θρονιάστηκε ο Ιουστινιανός, και ξέσπασε το κακό εκείνο (532). Τη θυμούμαστε την περιγραφή του ιπποδρομίου της πρωτεύουσας με τα κόμματά του. Ιπποδρόμιο είχε και κάθε άλλη μεγάλη πόλη του Βασιλείου, και πολλά τους φυλάγανε λίγο πολύ την αρχαϊκή θωριά των Αγώνων. Η Αντιόχεια μάλιστα το ιπποδρόμιό της τωνόμαζε «Ολυμπιακό Αγώνα». Αυτόν όμως τον τίτλο τον κατάργησε ο Ιουστίνος στα 521, ίσια ίσια όταν παραλάβαινε το ρωμαιόφρονά του ανιψιό σύθρονό του.

Το καθαυτό ιπποδρόμιο, και μάλιστα της Πόλης, είτανε ρωμαϊκό πράμα, όχι ελληνικό. Στην παλιά τη Ρώμη οι αγώνες γινόντανε με ιπποδρομικά αμάξια ή «άρματα», πρώτα δυο, κατόπι πιώτερα. Στην αρχή τα χρώματα της χλαμύδας των αρματηλάτηδων είταν άσπρο και κόκκινο. Σα γένηκαν τέσσερα τάρματα, πήραν και το πράσινο και το κυανό. Κατόπι έγιναν έξη στη Ρώμη τα χρώματα. Στο Βυζάντιο όμως περάσανε δυο μονάχα, το πράσινο και το κυανό, και μάλιστ' από τον καιρό του Σεπτήμιου Σεβήρου, που δεν είταν ακόμα πρωτεύουσα.

Κατά τον πέμτο αιώνα άρχισαν κ' έπαιρναν οι ιπποδρομικές αυτές φατρίες πολιτικό χαρακτήρα, και σ' αυτό δίχως άλλο συντέλεσαν κ' οι θρησκευτικές μάχητες. Κι απόδειξη, που όταν ο ευνούχος ο Χρυσάφιος πήγε με τον Ευτυχή και με τους Πράσινους, ο ορθόδοξος ο Μαρκιανός πήρε μαζί του και τους ομόδοξους του τους Κυανούς. Καθώς πάλε κι αργότερα ο Μονοφυσίτης ο Αναστάσιος πήγαινε με τους Πράσινους.

Καθώς λοιπό στη Ρώμη το κάθε χρώμα είχε καταντήσει και κόμμα (Albati, Russati, κλ.) έτσι και στην Κωσταντινούπολη τώρα το κάθε μέρος είχε και το κόμμα του, το δήμο του και το δήμαρχό του, είτανε μ' άλλους λόγους η κάθε φατρία όχι απλοί φροντιστάδες του ιπποδρομίου, παρά πολιτικά σώματα παρμένα από το λαό και παραδεγμένα από την κυβέρνηση. Και καταντούσανε μάλιστα κάτι σπουδαιότεροι από τον κοινό λαό, αφού είταν αστοί, είχαν δηλαδή και πολιτικά δικαιώματα, όχι μονάχα αστικά καθώς εκείνος.

Όσο για την τοποθεσία και την κατασκευή του ιπποδρομίου, τα περιγράψαμε. Είδαμε τι και πού είταν το Κάθισμα με τις 24 κολώνες που το κράταγαν. Τάλλα καθίσματα των προυχόντων είτανε κατά το Στάμα, στην άκρη δηλαδή του ιπποδρόμου, εκεί που σταματούσαν τάλογα· και τέλος τα βάθρα του λαού τάβλεπες κατά τα πλάγια, από τη μιαν άκρη στην άλλη (στοαί, περίπατοι, αναβάθραι, δήμοι). Είδαμε και τα καταμεσιανά εκείνα στολίσματα, που μαζί τους είταν και τα τέσσερα μαλαματωμένα άλογα που τάρπαξαν οι Λατίνοι όταν πρωτοπήραν την Πόλη, κι από τότες στολίζουν τον Άγιο Μάρκο της Βενετίας. Μα κι άλλα πάμπολλα έργα είταν τώρα στημένα κατά τον οφαλό και σάλλα μέρη της μεγάλης εκείνης περιοχής. Ομηρικοί θεοί κ' ηρώοι, βασιλικοί κι άλλοι αδριάντες, ο χάλκινος ο Ηρακλής του Λυσίππου, ο χάλκινος Καλυδώνιος Κάπρος, ένας αϊτός, χάλκινος και τούτος, απάνω σε κολώνα στημένος με φείδι κρεμασμένο από τα νύχια του, κοπέλλα που σήκωνε πολεμιστή καβαλλάρη απάνω στόνα της χέρι — και πλήθος άλλα της αρχαιότητας θησαυρίσματα. Και περιτρίγυρα στις αθάνατες αυτές ομορφιές οι Κωσταντινουπολίτες, ζωεροί, λάλοι, ενθουσιασμένοι, μεθυσμένο: από χαρά πανηγυρική, μαζευόντανε με τις χιλιάδες να δουν τα θεάματα, να καμαρώσουνε μεγιστάνες, να χαιρετήσουνε βασιλιάδες, και να τραγουδήσουνε μάλιστα, αν είτανε Μάης μήνας, τανοιξιάτικό τους εκείνο, λέγοντας οι Πράσινοι

Ίδε το έαρ το καλόν πάλιν επανατέλλει,

κι απαντώντας οι Κυανοί, τραγουδηστά, πάντα.

Φέρον υγείαν και χαράν και την ευημερίαν.

Δεν είταν όμως τραγούδια πάντα, καθώς θα δούμε είταν και σπουδαιότερα πράματα, μάλιστα από τον πέμτο τον αιώνα και δώθε που άρχιζαν κ' έπαιρναν τα κόμματα πολιτική χρωματιά. Είδαμε πόση σημασία τούδινε του ιπποδρομίου το παλάτι, τότε που πήγε η Αριάδνη και θρονιάστηκε στο κάθισμα να καθησυχάση τα πλήθη. Μήτε κείνη όμως η ταραχή, μήτ' άλλες προτήτερες, δεν είταν τίποτις ομπρός στη μεγάλη στάση που θα ιστορηθή τώρα.

Είπαν πως πρώτη αφορμή της ταραχής είταν οι Πράσινοι, με το να θέλανε νανεβάσουνε στο θρόνο έναν ανιψιό του Αναστασίου. Το πιθανώτερο είναι πως και να είχαν τέτοιο σκοπό οι Πράσινοι, ο λόγος πρέπει να είταν τα βαριά τα δοσίματα. Είπαν και πως ο Ιουστινιανός διαφέντευε απ' αρχής τους Βένετους, δηλαδή τους Κυανούς, και δεν είναι μήτε τούτο απίθανο, αφού οι Πράσινοι πηγαίνανε με τους Μονοφυσίτες, πάει να πη και με τη φαμελιά του Αναστασίου. Ξέροντας και πως ο Ιουστινιανός είχε βγαλμένο απαρχής διάταγμα που απαγόρευε άνομες αταξίες στο ιπποδρόμιο είτε από τόνα κόμμα είτε από τάλλο, η κατηγορία πως παραγαπούσε τους Κυανούς δεν πιάνει βαφή, κι ο καθαυτό λόγος της ταραχής φαίνεται να είταν η τυραννία των αχόρταγων υπουργών του, ίσως κ' οι θρησκευτικοί κατατρεγμοί του που θα τους δούμε σε λίγο. Είτανε μ' άλλους λόγους οι πολίτες ερεθισμένοι από την κακή του «κυβέρνηση».

Πρώτος εχτρός του λαού αναφέρνεται ο περίφημες Τριβωνιανός, ο νομικός συβουλάτορας του Ιουστινιανού, περίφημος όχι μονάχα για τη νομική του σοφία, παρά και για τη φιλαργυρία του. Άλλος ακόμα χερότερος ο γνωστός μας ο Ιωάννης ο Καππαδόκης, ο αγράμματος, ο αψής, ο βρισιάρης, ο παράλυτος, ο ασυνείδητος στα χρηματικά. Έπαρχος της αυλής αυτός, ας πούμε γενικός αρχιγραμματέας. Άμα του γύρευε χρήματα ο Ιουστινιανός, έβαζε τους βασανισμούς του σε δρόμο ο Καππαδόκης. Τρίτος τύραννος είταν ο Καλοπόδιος, σπαθάριος αυτός, δηλαδή αρχηγός της βασιλικής φρουράς, Πράσινος άλλοτες, τώρα Κυανός.

Είτανε δεκατρείς Γεννάρη, 532. Ο αυτοκράτορας κ' η αυτοκρατόρισσα θρονιασμένοι στο κάθισμα σεριάνιζαν τους αγώνες. Εκεί που ξεφώνιζαν κι ομονοούσαν οι Πράσινοι παρακινώντας τον αρματηλάτη τους καθώς συνήθιζαν, άρχισαν κι ανεκατεύανε με τις φωνές τους και παράπονα για τις αδικίες που υπόφερναν. Τάκουγε αυτά ο Ιουστινιανός, μα έκαμνε τον κουφό. Τέλος όμως χάνει την υπομονή του, και βάζει το μαντάτορά του να μιλήση του λαού, ή καλλίτερα, να μιλήση με το λαό, κατά το σύστημα που είδαμε στον καιρό της Αριάδνης. Κ' επειδή μας έμεινε αυτός ο διάλογος, αξίζει να μεταφέρουμε μερικά του κομμάτια εδώ. Θα μας δώση και κάποια ιδέα για τη γλώσσα της εποχής εκείνης.

Άμα πρωτορώτηξε λοιπόν ο μαντάτορας γιατί θορυβούνε, συμμαζεύτηκαν κάπως οι Πράσινοι, κι απολογήθηκαν.

— Έτη πολλά, Ιουστινιανέ Αύγουστε, του βίνκας. Αδικούμαι, μόνε αγαθέ, ου βαστάζω. Οίδεν ο Θεός. Φοβούμαι ονομάσαι…

— Τις εστίν; Ουκ οίδα, ρωτάει ο Ιουστινιανός μέσο του μαντάτορα.

— Ο πλεονεκτών με, Τρισαύγουστε, εις τα τσαγγάρια ευρίσκεται, φωνάζουν οι Πράσινοι, εννοώντας τον Καλοπόδιο.

— Ουδείς υμάς αδικεί, αντισκόβει ο μαντάτορας.

— Είς και μόνος αδικεί με, Θεοτόκε, μη ανακεφαλήσει… Συ και μόνος οίδας, Αύγουστε, τις πλεονεκτεί με σήμερον.

Επιμένει τέλος ο αυτοκράτορας να μάθη τον ένοχο, κι αποκρίνουνται οι Πράσινοι

— Καλοπόδιος ο σπαθάριος αδικεί με, δέσποτα πάντων.

— Ουκ έχει πράγμα Καλοπόδιος… Υμείς ουκ ανέρχεσθε εις το θεωρήσαι, ειμή εις το υβρίσαι τους άρχοντας.

— Είτις δήποτε αδικεί με, τον μόρον ποιήσει του Ιούδα.

Ανάβει τότες ο Ιουστινιανός, και προστάζει το μαντάτορα να φωνάξη

— Ησυχάσατε Ιουδαίοι, Μανιχαίοι και Σαμαρίται!

— Ιουδαίους και Σαμαρίτας αποκαλείς; Η Θεοτόκος μετά όλων! απαντούν ερεθισμένοι οι Πράσινοι.

Εδώ ακολούθησε τόση οχλοβοή κι αλαλαγμός, που αναγκάστηκε ο Αυτοκράτορας να τους φοβερίξη πως θα τους αποκεφαλίση αμέσως κιόλας. Σα να ησύχασαν πάλε τότες οι Πράσινοι· τα παράπονά τους όμως δεν τάφιναν, μόνο ξαναρχίσανε, με το καλό κάπως τώρα,

— Και ει τι αν είπωμεν θλιβόμενοι, μη αγανακτήσοι το κράτος σου.. .

Κατόπι ξαναπαίρνουνε φωτιά και ξεφωνούνε πιο ξέθαρρα. Κι ακούγοντας καινούριες φοβέρες έρχουνται σε τόσο ερεθισμό, που μήτε την αυτοκρατορική παρουσία πια δε σεβάστηκαν, παρά φώναζαν

— Επαρθήτω το χρώμα τούτο… Άνες το φονεύεσθαι, και άφες κολαζόμεθα. Ίδε, πηγή βρύουσα, και όσους θέλεις κόλαζε… Είθε Σαββάτιον μη εγεννήθη, ίνα μη έσχεν υιόν φονέα (Σαββάτιος είταν ο πατέρας του Ιουστινιανού).

Εδώ βγαίνουνε στη μέση κ' οι Κυανοί, και φωνάζουν προς τους Πράσινους

— Τους φονείς του Σταδίου υμείς μόνοι έχετε.

Αποκρίνουνται τα δικά τους οι Πράσινοι, ξαναπαντούν οι Κυανοί, και τέλος πιάνουνται τα δυο κόμματα στα γερά. Βλέποντας οι Πράσινοι πως δεν έρχεται ο λαός μαζί τους, φοβισμένος όντας, σηκώνουνται, και φωνάζοντας «Ανασκαφήτω τα οστέα των θεωρούντων», βγαίνουν και σκορπιούνται μέσα στην Πόλη να βάλουνε φιτίλια του κόσμου και νασηκώσουνε μεγάλη στάση.

Ο έπαρχος ως τόσο του Πραιτωρίου, ο Ευδαίμονας, αρχίζει αμέσως και ξετάζει να βρη τους πρωταίτιους της ταραχής, και βρόντας εφτά, αποκεφαλίζει τους τέσσερεις, και προστάζει να κρεμάσουν τους άλλους τρεις. Ο ένας από τους τρεις αυτούς κρεμάστηκε, οι άλλοι δυο, ένας Πράσινος κ' ένας Κυανός, από λάθος του δήμιου έπεσαν από την κρεμάλα. Τρέχει τότες ο λαός στο παλάτι, τρέχουν οι δυο οι φατρίες, και γυρεύουνε συχώρεση για τους δυο αυτουνούς. Κ' επειδή ο Αυτοκράτορας δεν ήθελε να τους ακούση, προφταίνουνε δυο καλόγεροι και τους γλυτώνουν. Τους περάσανε με καΐκι στην εκκλησιά του Αγίου Λαυρεντίου, και τους έδωκαν εκεί άσυλο. Στέλνει τότες ο Έπαρχος στρατιώτες να τους φυλάξουν και τους δυο μέσα στην εκκλησιά. Στο μεταξύ βλέποντας οι φατρίες αλύγιστο τον Αυτοκράτορα, πηγαίνουνε στον έπαρχο και του ζητούνε να λευτερώση τους δυο ενόχους.

Ο έπαρχος όμως, άμα είδε τον όχλο, προστάζει τη φρουρά να πέση καταπάνω του και να τονέ σκορπίση. Αρχίζει σωστός πόλεμος, καταπονεί ο λαός τη φρουρά, τη διώχνει, τρέχει στη φυλακή, σπάνει τις πόρτες, βάζει φωτιά στο Πραιτώριο, παίρνει η φωτιά δρόμο, και ξολοθρεύει μεγάλο μέρος της Πόλης.

Η Άγια Σοφιά, τα λουτρά ο Ζεύξιππος, μέρος του ιπποδρομίου από την πλευρά του Αυγουσταίου, πάμπολλα άλλα χτίρια και δημόσια κ' ιδιωτικά, κάηκαν όλα. Σα να μην έσωνε το κακό της φωτιάς, έμπαινε κι ο λαός όπου έβρισκε κι άρπαζε. Οι φρονιμώτεροι πάλε κ' οι πλουσιώτεροι έπιαναν αυτοί καΐκια και περνούσανε στην Ασιατική τη μεριά. Αληθινή κόλαση. Και μέσα στο χαλασμό, μέσα στις φλόγες και στα κατρακυλίσματα των τοίχων, άκουγες άγριες φωνές και φώναζαν από παντού, Νίκα, Νίκα! καθώς συνηθίζανε να φωνάζουνε στους αρματηλάτες όταν τρέχανε στο ιπποδρόμιο. Από κει λοιπόν ονομάστηκε το φοβερό αυτό κίνημα Στάση του Νίκα.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings