← Table of contents
Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

IΣΤΟΡIΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (continued 6)

Reading edition

Τα δε γαλλικά στρατεύματα, αφ' ού ετελείωσαν ευτυχώς το έργον των εντός της Πελοποννήσου, η δ' εκείθεν του ισθμού έξοδός των απηγορεύθη, ανεχώρησαν εις Γαλλίαν, εκτός τινων παρατεινάντων κατ' αίτησιν της ελληνικής κυβερνήσεως την εν Ελλάδι διαμονήν των· άφησαν δ' επί της επελεύσεώς των εις χρήσιν της Ελλάδος πάμπολλα στρατιωτικά εφόδια. Ο δε Μαιζών επισκεφθείς την Πελοπόννησον μέχρι του ισθμού, και τας νήσους Αιγίνης, Ύδρας και Σπετσών, φιλοφρονούμενος και τιμώμενος καθ' όλην την περιοδείαν του, απέπλευσε και αυτός επί της Διδούς την 8 μαΐου.

Γενναία η ιδέα, ην συνέλαβε Κάρολος ο Γ, αποστείλας στρατεύματα εις Ελλάδα, και γενναίως την επραγματοποίησε. Θερμή και πάσης καθαρεύουσα ιδιωφελείας επιθυμία να ίδη αναξιοπαθούντα λαόν απαλλαγμένων των δεινών εξολοθρευτικού πολέμου τω ενέπνευσε την ιδέαν ταύτην· «Δεν ανέχομαι», είπε προς τον Γεώργιον Κάννιγγα, «να βλέπω εν αδιαφορία τους ομοθρήσκους μου Έλληνας εξολοθρευμένους υπό των Τούρκων και των Αιγυπτίων^ είμαι αποφασισμένος να ενεργήσω παν ό,τι αναγκαίον εις εμπόδιον τόσον αξιοθρηνήτου καταστροφής» (α)· μηδενός δε των εις τούτο συντελούντων φεισθείς έφερεν εντός ολίγου εις αίσιον τέλος ό,τι επεθύμει επευφημούντος του γαλλικού λαού. Δεν ηρκέσθη εις τούτο· ενίσχυσε διά πλουσίων δωρεών την παραλυθείσαν τακτικήν δύναμιν της Ελλάδος, εζωοποίησε την νεκρωθείσαν γεωργίαν, και εν της μεγαλοφρόνι φιλανθρωπία του απέστειλεν αξιωματικούς και λύτρα εις απελευθέρωσιν των εις Αίγυπτον δουλαγωγηθέντων Ελλήνων. Εψήφισε μετ' ολίγον η εθνική συνέλευσις ανέγερσιν μνημείου εν Πεταλιδίω, όπου απέβη ο αγαθοποιός στρατός του. Το μνημείον δεν ανηγέρθη εισέτι, αλλά μνημεία έμψυχα θαυμασμού και ευγνωμοσύνης είναι εισαεί οι νόες και αι καρδίαι των Ελλήνων.

Εν τούτοις, χάρις εις την άοκνον επιμέλειαν του κυβερνήτου, η ανέγερσις της Πελοποννήσου εν μέσω των ερειπίων της προώδευεν, η γεωργία ευτύχει, και αι πρόσοδοί της ετετραπλασιάσθησαν. Ηύξησε τους εθνικούς πόρους και δάνειον ενός εκατομμυρίου ρουβλίων παρά του αυτοκράτορος Νικολάου· αι δε αδιάκοποι συνεισφοραί των φιλελευθέρων λαών της Αμερικής εγένοντο ωφελιμώτεραι, διότι, ασχολούσαι εις δημόσια έργα τους αέργους και απόρους και ωφελούσαι αυτούς, ωφέλουν και την κοινωνίαν. Κατ' εκείνον τον καιρόν ο πλήρης φιλελληνικού και φιλανθρώπου ζήλου ιατρός Χάος Αμερικανός, ο δεχόμενος και διανέμων τας πλείστας των συνεισφορών τούτων, αφ' ού συνέτρεξε δι' αυτών προς καλλωπισμόν της Αιγίνης και ευκολίαν των εν αυτή εμπορευομένων διά κατασκευής προκυμαίας, επεχείρησε να συνοικίση επί του ισθμού της Κορίνθου ενδεείς οικογενείας χορηγών αυταίς κατοικίας, βόας, σπόρον και άροτρα· εχάρισεν επί τω σκοπώ τούτω και η ελληνική κυβέρνησις πεντακισχιλίων στρεμμάτων χέρσον γην. Τοιαύτη ήτον η υλική βελτίωσις της Ελλάδος επί των παραμονών της εθνικής συνελεύσεως.

1829

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΑ'.

Περιοδεία του κυβερνήτου εν Πελοποννήσω — Τροπολογία του περί εκλογής νόμου — Αντιπροσωπίαι των επαρχιών επ' ονόματι του κυβερνήτου — Συγκρότησις της εν Άργει δ' εθνικής συνελεύσεως και πράξεις αυτής.

Μάρτιος ΦΟΒΟΥΜΕΝΟΣ ο κυβερνήτης μη υπερισχύση η αντιπολίτευσις επί των εκλογών, απεφάσισε να περιοδεύση την Πελοπόννησον εις έλκυσιν των λαών, και μεσούντος μαρτίου ανεχώρησεν εκ της καθέδρας της κυβερνήσεως· διατρίψας δε ολίγας ημέρας εν Ναυπλίω, διέβη δι' Άργους, Τριπολιτσάς, Καρυταίνης, Λεονταρίου, Φουρτσάλας, Καλαμάτας και Νησίου εις Μοθώνην, διήλθε τας δυτικάς επαρχίας της Πελοποννήσου, επεσκέφθη τας Πάτρας, και διεβιβάσθη παρά την Ναύπακτον, καθ' όν καιρόν διεπραγματεύετο η παράδοσίς της· εκείθεν απέβη εις Βοστίτσαν, ανέβη εις μέγα Σπήλαιον, όπου επάσχασεν, επεσκέφθη Καλάβρυτα και Κόρινθον, επανήλθεν εις Ναύπλιον και την 23 εις Αίγιναν· χαράς δε και παρηγορίας επλήρωσε τας καρδίας των κατοίκων των μερών, όθεν διήλθεν. Η ανόρθωσις των ερειπίων, η εγκαθίδρυσις στοιχειωδών σχολείων και η εμψύχωσις της φιλοπονίας ήσαν το σύνηθες θέμα των λόγων του. Οι λαοί, απολαμβάνοντες μετά την έλευσίν του ευνομίαν και ασφάλειαν, ενθουσιάσθησαν υπέρ αυτού και τον εθεώρουν ως φιλόστοργον πατέρα. Οι δε κατά τας επαρχίας υπάλληλοι της κυβερνήσεως, είτε ζήλω υπερβάλλοντι φερόμενοι, είτε άλλοθεν υποκινούμενοι, υπηγόρευσαν να μη σταλώσι πληρεξούσιοι εις την συνέλευσιν, αλλά να δοθή τω κυβερνήτη πάσα πληρεξουσιότης· πρώτη δε η επαρχία του Άργους τον ανέδειξε πληρεξούσιόν της. Ο κυβερνήτης, προς ον εκοινοποιήθει η εκλογή του επισήμως, εσιώπησεν· ως δείγμα αποδοχής εξελήφθη η σιωπή του, και πολλαί επαρχίαι της Πελοποννήσου εμιμήθησαν το παράδειγμα του Άργους. Την αυτήν σιωπήν ετήρησεν ο κυβερνήτης και τότε. Εμιμήθησαν το παράδειγμα καί τινες νήσοι του Αιγαίου· η αυτή σιωπή και τότε. Τοιαύτη διαγωγή έδωκεν αφορμήν να πιστεύσωσι πολλοί ότι η χειρ αυτού υπεκίνει ταύτα. Αλλ' αι περί ων ο λόγος πληρεξουσιότητες ήσαν φανεραί παραβάσεις του περί εκλογής νόμου, και η αντιπολίτευσις δικαίως κατεβόα.

Ο δε κυβερνήτης, ο συγκαλών την συνέλευσιν επί σκοπώ να παγιώση την διά την αυθαίρετόν της φύσιν κλονιζομένην κυβέρνησίν του, εδίσταζε μέχρι τινός περί του πρακτέου· επί τέλους συγκαλέσας εν τη κατοικία του την 14 μαΐου τα μέλη του πανελληνίου και τους γραμματείς, τον της επικρατείας και τον επί των εξωτερικών, τοις είπεν, ότι η ρητή ημέρα της συγκροτήσεως της συνελεύσεως επέστη, και οι πληρεξούσιοι των επαρχιών δεν συνήλθαν, ότι άτοποι ήσαν αι επ' ονόματι αυτού εκλογαί, και έπταισε κατά τούτο το πανελλήνιον, διότι, αν εδέχετο την πρότασίν του να εφυρεύωσι τα της εκλογής οι έκτακτοι επίτροποι ή οι διοικηταί, θα εμποδίζετο τοιαύτη εκλογή ως παρά τον νόμον^ ανάγκη δε ήτο να εφορεύσωσιν οι υπάλληλοί του τας εκλογάς προς αποφυγήν τοιούτων ατοπημάτων και να συνέλθωσιν οι πληρεξούσιοι όσον τάχιον. Συνήνεσε το πανελλήνιον δεχόμενον τα πάντα μετά την τελευταίαν προσθήκην μελών, και την μεθαύριον απεποιήθη επισήμως ο κυβερνήτης τας επί τω ονόματι αυτού εκλογάς, παρέτεινε την συγκρότησιν της συνελεύσεως εις την 25 Ιουνίου, ώρισε τόπον των συνεδριάσεων το Άργος, και ετροπολόγησε τα περί εκλογής συναινέσει του πανελληνίου, εισάξας δύο ουσιώδεις καινοτομίας, την παρέμβασιν των υπαλλήλων του υπό το πρόσχημα της ευταξίας και της νομιμότητος, και την άμεσον και κατ' ευθείαν παρά του λαού εκλογήν πληρεξουσίου· και αύτη μεν η καινοτομία ήτον επαινετή, διότι δι' αυτής μάλλον ή διά της άλλης εκλογής εκφράζεται ειλικρινέστερον η ελευθέρα θέλησις του λαού· αλλ' η παρέμβασις των υπαλλήλων επροξένησε μέγα δεινόν. Ο κυβερνήτης, αν και εφοβείτο μη υπερισχύσωσιν οι εναντίοι του, δεν έκρινε πολιτικόν να τους αποκλείση της συνελεύσεως, αλλ' επενόησεν άλλον τρόπον όπως τους μεταχειρισθή εκόντας άκοντας όργανά του· ενέργησε διά των υπαλλήλων του να υποχρεωθώσιν εγγράφως παρά των εντολέων ίνα βαδίσωσιν επί της συνελεύσεως την οδόν αυτού· και το επινόημα τούτο, μεταμόρφωσις της επ' ονόματι αυτού πληρεξουσιότητος, επέτυχε· συμπαρελήφθησαν δε υπό την αυτήν κατηγορίαν καί τινες του κυβερνητικού κόμματος διά το ευσχημότερον. Υπό τοιαύτην εν γένει μεμπτήν και πρωτοφανή εν Ελλάδι αντιπροσωπίαν συνεκροτήθη η εν Άργει δ' των Ελλήνων συνέλευσις. Μέγας δε γογγυσμός επήλθεν ένεκα τούτου, και ο είς των δύο αντιπροσώπων του Μεσολογγίου, ο πρώην γραμματεύς της επικρατείας και νυν επί των εξωτερικών, απέρριψε την τοιαύτην αντιπροσωπίαν, και διά γραπτής μαρτυρίας των εντολέων του απέδειξε προς τον κυβερνήτην, ότι παρά την προαίρεσιν αυτών και κατ' επίμονον απαίτησιν του διοικητού εδόθη η εντολή αύτη· αλλ' ουδείς των υπό την αυτήν κατηγορίαν ομοφρόνων πληρεξουσίων τον εμιμήθη.

Ο δε κυβερνήτης μηδέ την τοιαύτην αντιπροσωπίαν θεωρών αποχρώσαν εις επιτυχίαν του σκοπού του, απηγόρευσε την εις την πόλιν του Άργους είσοδον των απλών πολιτών, επί λόγω ελλείψεως κατοικιών, εσύστησε την φρουράν της συνελεύσεως όπως ήθελε, και διώρισεν εις εξέλεγξιν των εκλογικών εγγράφων ους των πληρεξουσίων ενέκρινε. Διεκρίνοντο διά την προς τον κυβερνήτην απέχθειαν οι της Ύδρας και ο των Καλαβύτων Ζαήμης· αλλ' ο κυβερνήτης τους μεν υδραίους αφώπλισεν επί τη κενή ελπίδι των αποζημιώσεων διά της επί συνελεύσεως παντοδυνάμου ενεργείας του, τον δε Ζαήμην εδέσμευσε διά της υπό τους απρεπείς όρους δοθείσης αυτώ αντιπροσωπίας. Τούτων ούτω διατεθέντων, έπαυσε πάσα εν τη συνελεύσει αντιπολίτευσις.

Προ της ενάρξεως δε των τακτικών εργασιών της, πρώτοι οι Πελοποννήσιοι πληρεξούσιοι, υποκινηθέντες παρά των περί τον κυβερνήτην, έστειλαν ομοφώνως ευχαριστήριον προς αυτόν εξ ονόματος των λαών, ους αντεπροσώπευαν, δι' όσα καλά η συνετή διοίκησίς του τοις επροξένησε· τον παρεκάλουν δε να τους χειραγωγήση και εις τας επί συνελεύσεως σπουδαίας εργασίας των. Παρόμοιον ευχαριστήριον υπέγραψαν ακολούθως και ο Στερεοελλαδίται, και μετ' αυτούς οι Αιγαιοπελαγίται.

Προς τα μεσημβρινά άκρα της πόλεως του Άργους, εντός του παλαιού αμφιθεάτρου, κατεσκευάσθη ξυλίνη σκηνή διά τας συνεδριάσεις.

Ιούλιος Την 11 ιουλίου συνήχθησαν οι πληρεξούσιοι εις τον ναόν της Παναγίας, όπου παρόντος και του κυβερνήτου εψάλη η ακολουθία, ωρκίσθησαν οι πληρεξούσιοι τον συνήθη όρκον, και μετέβησαν υπό την σκηνήν, όπου καθήσας ο κυβερνήτης εκ δεξιών του προέδρου, είπεν ολίγας λέξεις προεισαγωγικάς, και μετά ταύτα, αναστάς ο γραμματεύς της επικρατείας, ανέγνωσε κατά διαταγήν του κυβερνήτου έκθεσιν των πράξεων αυτού εξ ότου έμαθεν εν τη αλλοδαπή τον διορισμόν του μέχρι της ημέρας εκείνης. Μετά την συνεδρίασιν ταύτην η συνέλευσις ησχολήθη εις την σύστασιν του γραφείου της υπό την τακτικήν προεδρίαν του ως γεροντοτέρου κατ' αρχάς προεδρεύοντος Σισίνη, και εσύστησε δύο επιτροπάς, την μεν πενταμελή επί των αναφορών, την δε επταμελή διά την ανταπόκρισιν της συνελεύσεως και του κυβερνήτου· εκάλεσε δε την επιτροπήν ταύτην επιτροπήν της συνελεύσεως· είχε και ο κυβερνήτης συστήσει προ της ενάρξεως των εργασιών αυτής, ως είρηται, άλλην ενδεκαμελή εκ πληρεξουσίων προς εξέλεγξιν των εκλογικών εγγράφων, ώστε η συνέλευσις είχε τρεις διαρκείς επιτροπάς. Την δε 16 παρέστη ο επί των εξωτερικών γραμματεύς, και εκθέσας τα εξωτερικά, και αναγνώσας διαφόρους των πρέσβεων των συμμάχων και του κυβερνήτου προς αλλήλους διακοινώσεις είπεν επί τέλους, ότι απέκειτο εις την συνέλευσιν να βουλευθή περί των περαιτέρω. Την δε επιούσαν παρέστη ο γραμματεύς της επικρατείας και έθεσεν υπ' όψιν της συνελεύσεως την νομιμοποιούσαν το σύστημα της προσωρινής κυβερνήσεως πράξιν της βουλής, και ψηφίσματα του κυβερνήτου περί των διαφόρων κλάδων της υπηρεσίας δώσας τας απαιτουμένας περί αυτών διασαφήσεις. Την 18 ετέθησαν υπ' όψιν της συνελεύσεως τα της τραπέζης, οι λογαριασμοί του φροντιστηρίου και της οικονομίας, ο προϋπολογισμός ενός έτους, και σχέδιον περί λύσεως του εξωτερικού δανείου. Την 19 ανεγνώσθησαν αναφοραί περί της στρατιωτικής και ναυτικής υπηρεσίας, και περί όσων εισεπράχθησαν εξ αρχής της πρώτης κυβερνητικής περιόδου μέχρι τέλους της διοικητικής επιτροπής. Αφ' ού δε εκοινοποιήθησαν ταύτα πάντα, η συνέλευσις εξέδωκε δεκατρία ψηφίσματα· και διά μεν του α', εγκρίνουσα ην εβάδισεν ο κυβερνήτης οδόν ως προς τα εξωτερικά, τω έδωκεν εξουσίαν να διαπραγματευθή, και εις το εξής τα περί της αναπτύξεως και εφαρμογής την συνθήκης της 24 Ιουνίου, αλλ' υπό τινας όρους και υπό την επικύρωσιν των πληρεξουσίων αντιπροσώπων του έθνους.

Διά δε του β' παρεδέχθη όσα έπραξεν η βουλή εις νομιμοποίησιν του διοικητικού συστήματος του κυβερνήτου, και το ετροπολόγησε διά το μέλλον αντικαταστήσασα το πανελλήνιον δι' εικοσιεπταμελούς γερουσίας, κατ' εκλογήν του κυβερνήτου τα μεν εικοσιέν μέλη επί καταλόγου υποψηφίων της συνελεύσεως, εκάστου των πληρεξουσίων προβάλλοντος αυτώ κατ' ιδίαν τρεις υποψηφίους (α), τα δε λοιπά έξ κατά πλήρη αρέσκειαν αυτού του κυβερνήτου· ωρίσθη δε η μεν γερουσία να γνωμοδοτή εφ' όλων των μη διοικητικών ψηφισμάτων, αλλά να μη υπόκειται ο κυβερνήτης εις την γνωμοδότησιν ει μη ως προς τα του δημοσίου πλούτου και εν γένει τα οικονομικά, τα δε της δικαστικής και πάσης άλλης υπηρεσίας να μείνωσι προσωρινώς όπως ήσαν, δυναμένης όμως της κυβερνήσεως να παρεισάγη όσας τροπολογίας την εδίδασκεν η πείρα, ό εστι να τα μεταβάλη κατά το δοκούν· να διατάξη δε εν καιρώ οριστικώς τα δικαστικά, διοριζομένων διά βίου των δικαστών. Επρονόησε το αυτό ψήφισμα και περί του είδους της εν καιρώ σταθεράς κυβενήσεως της Ελλάδος, και διέταξε την προσωρινήν κυβέρνησιν να εργασθή, συμπραττούσης και της γερουσίας, εις την προπαρασκευήν των θεμελιωδών νόμων, καθ' άς έθεσαν βάσεις αι της Επιδαύρου, του Άργους και της Τροιζήνος συνελεύσεις, και τα μεν καθήκοντα του νομοτελεστικού να ορισθώσι κατά το υπαγορεύσαν τας εν Τροιζήνι πράξεις πνεύμα τροπολογούμενα και κατά την έννοιαν της συνθήκης των τριών αυλών, η δε γερουσία διηρημένη εις δύο βουλευτήρια να ενεργή τα της νομοθετικής εξουσίας διά της συμπράξεως και του νομοτελεστικού· παρήγγειλε δε, άμα αποπερατωθώσι τα περί των θεμελιωδών νόμων, να συγκαλεσθώσιν οι αυτοί πληρεξούσιοι προς επιθεώρησιν, και ευχήθη εν περιπτώσει αποβιώσεως του κυβερνήτου εν τω μεταξύ να ευρεθή γραπτόν το περί της πολιτικής ανορθώσεως της πατρίδος σχέδιόν του.

Το γ' ψήφισμα διελάμβανε να αναθεωρηθώσιν όλοι οι λογαριασμοί της επί των οικονομικών επιτροπής και του φροντιστηρίου, να προικισθή δι' εθνικών κτημάτων η τράπεζα, να ζητηθή η εγγύησις των συμμάχων αυλών περί του δανείου των 60,000,000 φράγκων του παρά τοις εν Τροιζήνι συνελεύσεως ψηφισθέντος, να φροντίση η κυβέρνησις περί λύσεως του χρέους του 1824 και 1825, και να διατηρήση μεν καθ' όλον το ενεστώς έτος απαράλλακτον τον ενυπάρχοντα τρόπον της φορολογίας, να ενασχοληθή ανυπερθέτως εις αναθεώρησιν των φορολογικών διατάξεων, εις καταγραφήν και βελτίωσιν των εθνικών κτημάτων, εις διανομήν μέρους αυτών καθ' εκάστην κοινότητα αναλόγως του αριθμού των κατοίκων αυτής, και εις σύστασιν επιτροπής προς εξέτασιν των διαφιλονεικουμένων ιδιοκτησιών. Το δ' ψήφισμα απέβλεπε την πρόοδον και την τακτοποίησιν του στρατιωτικού και του ναυτικού διά της ενεργείας του περί απογραφής νόμου του 1825 τροποποιουμένου, και διά της δι' εθνικής γης αμοιβής των υπηρετούντων στρατιωτικώς ή ναυτικώς κατά τον βαθμόν εκάστου αυτών. Το ε' εκανόνιζε τα περί των οφειλομένων αποζημιώσεων και διέταττε να συστηθή κώδηξ δημοσίου χρέους επί ετησία πληρωμή τόκου και να διανεμηθή το δεκατημόριον του ελπιζομένου εξωτερικού δανείου κατ' αναλογίαν των εκάστω των πολιτών οφειλομένων κεφαλαίων, να διατεθώσι δε εις όφελος αυτών και στρέμματα 200,000 εθνικής γης εκτός σταφιδώνων, αμπελώνων, ελαιοδένδρων και δασών, αλλά να μη δίδεται η γη αύτη ως τελεία ιδιοκτησία πριν ορισθώσι τα της Ελλάδος και απαλλαγώσι τα εθνικά κτήματα της υποθήκης· εγράφη δε και συμπληρωτικόν άρθρον προς αγοράν πλοίων ανηκόντων εις τας νήσους, Ύδραν, Σπέτσας και Ψαρά. Το στ' ψήφισμα διελάμβανε περί του τρόπου της εξοφλήσεως των επί τουρκοκρατίας χρεών των κοινοτήτων. Το ζ' διέταττε να κοπή εθνικόν νόμισμα κατά το σχέδιον του πανελληνίου, και αφ' ενός μεν προσώπου να χαραχθή φοίνιξ, άνωθεν της κεφαλής αυτού σταυρός, και πέριξ «ελληνική πολιτεία», επί δε του ετέρου δύο κλάδοι ο μεν ελαίας ο δε δάφνης, και πέριξ «ο κυβερνήτης Ι. Α. Καποδίστριας». Τα η' ψήφισμα έλεγε ν' ανεγερθή εν καιρώ δέοντι εν τη καθέδρα της κυβερνήσεως ναός επ' ονόματι του Σωτήρος εις ευγνωμοσύνην προς τον Ύψιστον, δι' όσα εθαυματούργησεν επί σωτηρία του ελληνικού λαού, ν' αποσταλώσι πρέσβεις προς τους συμμάχους βασιλείς και προς τον βασιλέα της Βαυαρίας προσφέροντες την ευγνωμοσύνην του έθνους δι' όσα αγαθά απήλαυσε διά της γενναίας συνδρομής αυτών, ν' ανεγερθώσι δε και δύο μνημεία το μεν εν Νεοκάστρω εις μνήμην της ναυμαχίας, το δε εν Πεταλιδίω, όπου απέβη κατά πρώτον ο γαλλικός στρατός, και να συστηθή τάγμα ιππέων καλούμενον τάγμα του Σωτήρος. Το θ' ψήφισμα ώριζε την ποσότητα φοινίκων 180,000 ως ετήσιον μισθοδοσίαν του κυβερνήτου, αλλ' ο κυβερνήτης δεν εδέχθη την προσφοράν. Το ι' απηγόρευε την εξαγωγήν των αρχαιοτήτων επιτρέπον μόνην την των συντριμμάτων, αλλά και τούτων οσάκις εζητούντο υπό κυβερνήσεων ως συντελούντων εις αρχαιολογικάς ερεύνας. Το ια' εψήφιζε τα εις βελτίωσιν του ιερατείου, τα εις προικισμόν του ορφανοτροφείου, τα εις υποστήριξιν των αλληλοδιδακτικών, τυπικών, και ανωτέρας τάξεως σχολείων, και τα εις σύστασιν δημοσίων τυπογραφιών διά των κληροδοτημάτων των ομογενών και διά των προσόδων των μοναστηρίων. Το ιβ' εκανόνιζε τον τρόπον του δικάζειν τας επί της επαναστάσεως ποινικάς διαφοράς των Ελλήνων. Το δε ιγ' και τελευταίον διέταττεν οι συγκροτήσαντες την ενεστώσαν συνέλευσιν να συγκροτήσωσιν οι αυτοί και την ακόλουθον θεωρουμένην ως συνέχειαν της παρούσης, άμα η κυβέρνησις έφερεν εις πέρας τας περί την σύνταξιν του σχεδίου του θεμελιώδους νόμου εργασίας της, ή καθ' όν καιρόν επήρχετο ανάγκη να θεωρηθώσι και επικυρωθώσι τα περί ων εγένετο λόγος εν τω α' ψηφίσματι.

Εν τούτοις, έλαβε γνώσιν η συνέλευσις αναφοράς του Τσώρτση εις άκρον δυσηρεστημένου διά την προς αυτόν διαγωγήν του κυβερνήτου. Δι' αυτής παρητείτο της υπηρεσίας και καθήπτετο του διοικητικού συστήματος· αλλά διέκοψε την ανάγνωσίν της η συνέλευσις επί λόγω ότι εξετρέπετο ο αναφερόμενος του καθήκοντος και της αληθείας· εδέχθη δε την παραίτησίν του λησμονήσασα εν τη δουλοφροσύνη της πόσον ο φιλέλλην ούτος εκακουχήθη και πόσον συνετέλεσεν εις την προ ολίγου ανέγερσιν της Δυτικής Ελλάδος.

Τούτων ούτω διατεθέντων καί τινων άλλων μικροτέρου λόγου κανονισθέντων, παραστάς ο Κυβερνήτης την 6 αυγούστου απέλυσε την συνέλευσιν ευφημούμενος.

Ανεφέραμεν πόσους αγώνας κατέβαλεν ο κυβερνήτης εις την καθ' όν εύχετο τρόπον συγκρότησιν της συνελεύσεως. Οι αγώνες του ευδοκίμησαν, και η συνέλευσις συνεκροτήθη όπως εύχετο· ό,τι έπραξεν η συνέλευσις το έπραξεν επί τη προτάσει, τη εισηγήσει ή τη πλήρει συγκαταθέσει του κυβερνήτου· εις αυτόν ενατένιζεν όλη· όλα τα ψηφίσματά της εσχεδιάζοντο εν τω κυβερνητικώ γραφείω, μετεβιβάζοντο εις αυτήν διά της επταμελούς επιτροπής και επανήρχοντο εις το κυβερνητικόν γραφείον ως έργα της συνελεύσεως· η συνέλευσις, και πριν εκδώση τα ψηφίσματα, εκήρυξε πασιφανώς τα υπέρ του κυβερνήτου φρονήματά της και την απεριόριστόν της πίστιν εις την ικανότητά του, τον πατριωτισμόν του και τα φώτα του· δεν εδίστασε δε και επισήμως να δηλώση ότι διέταξε την επταμελή επιτροπήν να σχεδιάζη τα ψηφίσματα υπό την οδηγίαν αυτού. Τούτων ούτως εχόντων, επανελάμβαναν προσφυώς οι αστειότεροι των πληρεξουσίων το «Γιάννης κερνά και Γιάννης πίνει».

1829

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΒ'.

Εισβολή Ελλήνων εις Θήβας και συγκρούσεις αυτών και των εχθρών εν τη πόλει ταύτη και παρά τω εν τη Αττική μονιδρίω του αγίου Ιωάννου. — Μάχαι κατά τον Ανηφορίτην, τον Ωρωπόν και έξωθεν των Θηβών. — Νέα εισβολή εχθρών εις την Ανατολικήν Ελλάδα. — Μάχη της Πέτρας και έξοδος των εχθρών. — Τέλος του υπέρ ανεξαρτησίας της Ελλάδος πολέμου. — Χαρακτήρ Υψηλάντου. — Τα μετά την συνέλευσιν του Άργους. — Νέα χορηγήματα Γαλλίας. — Όπλα δωρηθέντα παρά του αυτοκράτορος της Ρωσσίας. — Προκαταβολή Εϋνάρδου επί του δανείου.

ΠΟΛΛΑΧΟΘΕΝ της Ανατολικής Ελλάδος εξωσθέντες οι Τούρκοι κατείχαν μόνον τας Θήβας και την Αττικήν, ο δε στρατάρχης εσκέπτετο πώς να τους αναγκάση να φύγωσι κακείθεν.

Η πόλις των Θηβών ήτον όλη ερείπια. Οι Τούρκοι κατείχαν τους αγίους Θεοδώρους, το Πυρί και τον Πύργον· ήσαν δε 1500 πεζοί και 200 ιππείς. Ο στρατάρχης εφρόντισε πρώτον να προκαταλάβη τον παρά τον Καραμπαμπάν Ανηφορίτην προς διακοπήν πάσης κοινωνίας των εν Θήβαις και εν Ευβοία εχθρών· απέστειλε δε και τον Βάσσον εις την Αττικήν προς εμπόδιον της εκείθεν μεταβάσεως εχθρών εις Θήβας·

Μάιος την νύκτα δε της 18 μαΐου, οδηγών 700 πεζούς, επάτησε τα ερείπια των Θηβών, όπου κατέλαβαν οι περί αυτόν θέσεις και δεν έπαυσαν ακροβολιζόμενοι τας πρώτας τρεις ημέρας έχοντες και τρία κανόνια· την δε 21 επολέμησαν μεταξύ της πόλεως και του Πυρίου, και μετά δίωρον μάχην διεχωρίσθησαν. Έκτοτε δεν ήλθαν εις μάχην, διότι και οι Έλληνες και οι Τούρκοι ανέμεναν επικουρίαν.

Καθ' ήν δε ημέραν επάτησαν οι περί τον στρατάρχην τας Θήβας, εστρατοπέδευσεν ο Βάσσος εν τω μεταξύ Χασιάς και Μενιδίου μονιδρίω του αγίου Ιωάννου, και την επαύριον, παραλαβών 300 πεζούς καί τινας ιππείς, κατέβη εις το πεδίον, και τους μεν πεζούς έθεσεν εις ενέδραν, αυτός δε προχωρών μετά των ιππέων προς το Μενίδι απήντησεν εχθρούς επερχομένους· ήσαν δε ούτοι 200 πεζοί καί τινες ιππείς. Αρξαμένης δε αψιμαχίας, επανέστησαν κατά των εχθρών οι ενεδρεύοντες πεζοί, και ήλθαν και άλλοι άλλοθεν εχθροί. Πολλή πυρίτις εκάη, αλλ' ολίγον αίμα εχύθη. Την δε 27 εξεστράτευσαν οι εν Αθήναις εχθροί κατά των περί τον Βάσσον έλκοντες δύο κανόνια, και ήλθαν εις μάχην, αλλ' ωπισθοδρόμησαν και αυτοί άπρακτοι απολέσαντές τινας.

Ιούνιος Ο δε εν Ευβοία Ομέρ-πασας, μαθών ότι οι Έλληνες κατέλαβαν τον Ανηφορίτην, εξεστράτευσε την 2 Ιουνίου· 1000 τακτικοί και 500 άτακτοι τον ηκολούθουν· οι δε κατέχοντες την θέσιν εκείνην Έλληνες, μόλις 800, κατεσκεύασαν επί του όρους μέγαν προμαχώνα· αλλ' ο προμαχών ούτος απείχε πολύ της οδού· διά τούτο ιδόντες τους εχθρούς επερχομένους κατέβησαν προς αντίκρουσιν εις τας υπωρείας, όπου δεινώς προσβληθέντες ετράπησαν, και καταδιωκόμενοι επί του όρους κατέφυγαν εις τον προμαχώνα, αλλ' εξορμήσαντες μετ' ολίγον ηνάγκασαν τους εχθρούς να οπισθοδρομήσωσιν· 40 εχθροί και 8 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν· μεταξύ δε των πληγωμένων ήσαν και οι αξιωματικοί Μπούσγος, Παύλος Στεφάνου και Βασίλης Λεοναρδίδης· διεκρίθη δε διά τας ανδραγαθίας του ο Ολύμπιος Ψαροδήμος πρώτος εξορμήσας.

Μετά δε την μάχην ταύτην εστάλησαν 200 Έλληνες εις κυρίευσιν του Ωρωπού και των επί της παραλίας αποθηκών· τούτους ιδόντες ερχομένους οι εν τω χωρίω εχθροί το εγκατέλειψαν αμαχητί συγκεντρωθέντες όλοι κατά την παραλίαν, οι δε Έλληνες ετοποθετήθησαν εν τω χωρίω. Μετά τινας δε ημέρας ήλθε το ατμόπλουν και έν άλλο πλοίον προς την παραλίαν, και υπό την αντίληψιν του πυροβολικού αυτών εκινήθησαν οι εν τω χωρίω Έλληνες εις καταδίωξιν των εχθρών. Αντεπεξήλθαν οι εχθροί, επολέμησαν τους Έλληνας, τους έτρεψαν, και έμειναν κύριοι των δύο τούτων θέσεων, ως και πρότερον.

Μετά δε την μάχην της 2, οι Έλληνες εγκατέλειψαν την θέσιν του Ανηφορίτου, και πολλοί των εν Ευβοία Τούρκων ήλθαν ανεμποδίστως εις βοήθειαν των εν Θήβαις, οίτινες δυναμωθέντες περιήρχοντο άφοβοι τας πεδιάδας θερίζοντες και καρπολογούντες. Εν τούτοις, έμαθεν ο στρατάρχης ότι το περί την Ναύπακτον υπό τον Χατσή-Χρήστον ιππικόν ήρχετο αυθόρμητον εις βοήθειαν, και απέστειλε διά νυκτός εις προϋπάντησιν τους περί τον Ευμορφόπουλον και τον Σκουρτανιώτην επί σκοπώ να συνενεδρεύσωσι τους συνήθως και ανυπόπτως εξερχομένους επί συγκομιδή καρπών εχθρούς. Ενήργησαν οι αποσταλέντες τα διαταχθέντα, υπήκουσαν και οι περί τον Χατσή-Χρήστον. Την δε 10 διεσπάρησαν οι εχθροί κατά την συνήθειαν εις την πεδιάδα· 156 ήσαν οι Έλληνες ιππείς και 300 οι πεζοί· τριπλάσιοι ήσαν οι εξελθόντες εχθροί, αλλά τήδε κακείσε διεσπαρμένοι και απρόσεκτοι ως μηδέν υποπτεύοντες· οι δε Έλληνες όλοι συσσωματωμένοι και προσεκτικοί επέπεσαν, τους έβλαψαν και τους ηνάγκασαν να τρέξωσιν εις τα χαρακώματα καταδιωκόμενοι οι μεν εντεύθεν οι δε εκείθεν και φθειρόμενοι. Είδαν οι εν Πυρίω την απροσδόκητον των οικείων τροπήν, και υποπτεύσαντες την αιτίαν, έδραμαν πεζοί και ιππείς εις βοήθειαν· αλλ' αντέδραμαν και πολλοί των εν τη πόλει Ελλήνων, και επολέμησαν όλοι εν τη πεδιάδι συμμίγδην· 100 Τούρκοι έπεσαν, 16 ηχμαλωτίσθησαν και επέκεινα των 80 ίππων εζωγρήθησαν· ολίγοι δε των Ελλήνων έπαθαν.

Μετ' ολίγας δε ημέρας μαθόντες οι Έλληνες, ότι ήρχοντο εις Θήβας άλλοι 500 Τούρκοι εκ Χαλκίδος, κατέλαβαν το επί της οδού Μακροβούνι και τους παρεμόνευαν. Την 21 εφάνησαν οι περιμενόμενοι, εφώρμησαν οι παραμονεύοντες, έτρεξαν και πολλοί των εν Θήβαις Ελλήνων και Τούρκων εις το πεδίον της μάχης, και μετά τετράωρον πάλην, προμαχούντων του Λιακοπούλου, του Ρούκη, του Μπαϊρακτάρη και του Σκουρτανιώτη, διεχωρίσθησαν. Υπέρ τους 100 ελογίσθησαν οι πεσόντες εχθροί και 9 οι Έλληνες· επληγώθη βαρέως και ο Λιακόπουλος, όστις μετά τινας ημέρας απέθανεν.

Την δε επαύριον, προ της ανατολής του ηλίου, ώρμησαν πολλάκις οι Τούρκοι πολλαχόθεν, τριπλάσιοι όντες, επί τα οχυρώματα των Ελλήνων· πανταχόθεν δε αποκρουσθέντες επέμεναν πολεμούντες, έως ου το ελληνικόν ιππικόν έβαλεν εις αταξίαν το εχθρικόν, και τότε ετράπησαν ιππείς και πεζοί· τινές αυτών εφονεύθησαν, επληγώθησαν, και ηχμαλωτίσθησαν· ηρπάγησαν και δύο σημαίαι αυτών· εφονεύθησαν δε και 3 Έλληνες, και 15 επληγώθησαν.

Την δε 6 ίουλίου εστράτευσαν εκ νέου 2000 Τούρκοι εξ Αθηνών επί τους περί τον Βάσσον έλκοντες κανόνια, και εφώρμησαν εις κυρίευσιν των οχυρωμάτων· αλλ' αποτυχόντες και παθόντες ωπισθοδρόμησαν εις την πόλιν.

Μετά δε την εν Θήβαις μάχην της 22 Ιουνίου επρόβαλαν οι Τούρκοι ν' απομακρυνθώσι και αυτοί και οι εχθροί των ησύχως επί λόγω, ότι την τύχην των τόπων εκείνων θα την απεφάσιζεν η θέλησις των συμμάχων και όχι η μάχαιρα αυτών· αλλ' ο στρατάρχης απέρριψε την πρότασιν δικαίως, διότι οι Τούρκοι, κατέχοντες την πλησιόχωρον Αττικήν, εθεωρούντο ως κύριοι και των Θηβών. Το στράτευμα εν τοσούτω προ καιρού έπασχε παντός είδους στερήσεις, και προ μηνών μη μισθοδοτούμενον εγόγγυζε· δεν εγόγγυζε δε τόσον δι' όσα έπασχεν, όσον διότι οι υπό την άμεσον οδηγίαν του Αυγουστίνου απελάμβαναν όσων ούτοι εστερούντο· ο Υψηλάντης και οι οπλαρχηγοί δεν έπαυαν αιτούμενοι δι' αναφορών και αποστολών την αντίληψιν της κυβερνήσεως εις θεραπείαν των δεινών και εμπόδιον της επαπειλουμένης και υπενεργουμένης διαλύσεως του στρατοπέδου· αλλ' ο κυβερνήτης υποσχέσεις μόνον έδιδεν. Αυξανόμενον δε το κακόν ημέρα τη ημέρα εκορυφώθη· οι στρατιώται ελάλουν παρρησία περί διαλύσεως του στρατοπέδου, ηπείλουν θάνατον κατά των απατώντων αυτούς αξιωματικών, και υποπτεύοντες αντενέργειαν παρά του Αυγουστίνου ως ζηλοτύπως διακειμένου προς τον στρατάρχην και μη ανεχομένου την ύπαρξιν επί της Ανατολικής Ελλάδος άλλου στρατοπέδου, ύψωσαν ανάθεμα κατά των αιτίων της γενομένης προς αυτούς αδικίας, και την 7 αυγούστου ωρκίσθησαν να εγκαταλείψωσι τα οχυρώματα και να φύγωσι την νύκτα· συνήχθησαν την εσπέραν οι οπλαρχηγοί παρά τω Υψηλάντη, μαθόντες τους όρκους, εις σύσκεψιν· αλλ' εν ώ εσκέπτοντο, έμαθαν την α' ώραν της νυκτός, ότι ελειποτάκτησάν τινες και έβαλαν εις αταξίαν τους άλλους. Έτρεξαν τότε οι οπλαρχηγοί να προλάβωσιν την διάδοσιν του κακού υποσχόμενοι την τακτικήν υποχώρησιν υπό την οδηγίαν αυτών. Αλλ' οι στρατιώται δεν υπήκουσαν, κατελήφθησαν υπό πανικού φόβου και εδόθησαν όλοι εις άτακτον φυγήν αφήσαντες εν τω στρατοπέδω τα κανόνια και όλας τας αποσκευάς. Ο δε ατυχής Υψηλάντης διέμενεν εν τη σκηνή του· αλλ' αφ' ού είδεν ότι έμεινεν εν τω πεδίω της μάχης στρατάρχης άνευ στρατού, έφυγε και αυτός, όλος περίλυπος, και ετοποθετήθη κατά την Αράχωβαν μετ' ολίγων οπαδών. Οι δε Τούρκοι, είτε εκλαβόντες στρατήγημα την φυγήν, είτε επιθυμούντες να μείνωσιν αναιμωτί κύριοι της εγκαταλειφθείσης θέσεως, δεν κατεδίωξαν τους φεύγοντας.

Καθ’ άς δε ημέρας διεσκορπίσθη η ελληνική αύτη δύναμις, 1500 εχθροί υπό την οδηγίαν του Ασλάμπεη-Μουχουρδάρη, ευρόντες την δίοδόν των Θερμοπυλών ελευθέραν, φυγόντων των φυλασσόντων αυτήν Ελλήνων, εισέβαλαν δι' αυτής, και διελθόντες την Λεβαδείαν, και αφήσαντες εκεί και αλλού φρουράς, μετέβησαν εις Αθήνας ατουφέκιστοι καθ' όλην την πορείαν. Ο ρωσσικός πόλεμος ηνάγκασε την Πύλην βλέπουσαν τον δεινόν εχθρόν όχι μακράν της Αδριανουπόλεως ν' ανακαλέση εν τάχει πανταχόθεν τα στρατεύματά της εις ιδίαν υπεράσπισιν· τούτου χάριν, απεστάλησαν οι περί τον Ασλάμπεην ίνα συνοδεύσωσιν εις Λάρισσαν τους εν Θήβαις και Αττική εκτός των φρουρούντων την ακρόπολιν των Αθηνών.

Ο δε Υψηλάντης, συγκεντρώσας εκ νέου 2300 στρατιώτας κατέλαβε την μεταξύ Θηβών και Λεβαδείας θέσιν της Πέτρας·

Σεπτέμβριος δι' αυτής ήλθαν να διαβώσι συσσωματωμένοι επί της επανόδου των οι εχθροί, και ιδόντες τους Έλληνας κατέχοντας αυτήν παρεστρατοπέδευσαν την 10 σεπτεμβρίου. Ήσαν δε 5000 τακτικοί και άτακτοι, πεζοί και ιππείς, έλκοντες τέσσαρα κανόνια. Προς τα χαράγματα δε της 12 άφησαν μικράν φρουράν εν τω στρατοπέδω, το ωχύρωσαν, και εκίνησαν κατά των Ελλήνων επί σκοπώ ν' ανοίξωσι την οδόν διασκορπίζοντές τους· και το μεν ιππικόν αυτών εσχημάτισε δύο γραμμάς και ετοποθετήθη κάτωθεν της Πέτρας, οι δε τακτικοί, διαιρεθέντες, ώδευσαν επί τους προμαχώνας οι μεν του Στράτου, οι δε του Σκουρτανιώτη εις περιστολήν των εν αυτοίς· κατέλαβαν δε και 300 εξ αυτών, εν οίς καί τινες ιππείς, το παρά τους προμαχώνας χωρίον των Βρεστεμιτών υπερασπίζοντες τα νώτα των πολλών. Τούτων ούτω διατεθέντων, ώρμησαν οι υπό τον Ασλάμπεην Αλβανοί προς το διάσελον εις κυρίευσίν του επί της θέσεως εκείνης κειμένου προμαχώνος, αλλ' έτρεξαν εγκαίρως εις βοήθειαν αυτού οι χιλίαρχοι Δυοβουνιώτης και Κριεζώτης μετά των πλειοτέρων των υπ' αυτούς· η επικουρία δε τούτων και η γενναία αντίστασις των εντός του προμαχώνος εματαίωσαν τα τολμηρά κινήματα των περί τον Ασλάμπεην και τους ηνάγκασαν να φύγωσι κακήν κακώς. Συγχρόνως έπεσεν επί την εν τω χωρίω των Βρεστεμιτών, εχθρικήν δύναμιν και την κατεδίωξεν η υπό τον Σπύρον Μήλιον φρουρά του στρατάρχου προκαταλαβούσα υψηλήν τινα θέσιν εκ πλαγίου του χωρίου. Οι εχθροί πολλά παθόντες επανήλθαν εις το στρατόπεδον υπό την προστασίαν του πολυαρίθμου ιππικού μετά δίωρον μάχην και διενυκτέρευσαν ησύχως· την δε επαύριον έστειλαν προς τον Υψηλάντην τον ίππαρχον αιτούμενοι ελευθέραν δίοδον· κατά πρότασιν δε αυτού έστειλε και ο Υψηλάντης τον γραμματέα του Φιλήμονα εις το τουρκικόν στρατόπεδον, όπου υπεγράφη την 13 σύμβασις λέγουσα ν' αφεθή η δίοδος του εχθρού ελευθέρα, ν' απολυθώσιν όλοι οι αιχμάλωτοι Έλληνες και Τούρκοι, να συναναχωρήσωσιν αι κατέχουσαι την πόλιν της Λεβαδείας, το Χάνι του Κατοίκου, το Τουρκοχώρι και την Φοντάναν τουρκικαί φρουραί, διατηρουμένων επί της Ανατολικής Ελλάδος μόνων των εν τη ακροπόλει των Αθηνών και εν τη Βοδωνίτση (α), και ν' ανταλλαχθώσι και όμηροι εις πίστωσιν των συνομολογηθέντων.

Εν ώ δε διήρχοντο οι Τούρκοι εν σιωπή και κατηφεία, αποχαιρετώντες διά παντός την χθες δούλην Ελλάδα, απεχαιρέτων αυτούς και οι ελευθερωταί της Έλληνες εν αλαλαγμώ και αγαλλιάσει, σαλπίζοντες και τυμπανίζοντες. Η μάχη της Πέτρας είναι η τελευταία του υπέρ ανεξαρτησίας της Ελλάδος εννεαετούς πολέμου.

Αν και διελάβομεν ήδη σποράδην τα περί του χαρακτήρος του Δημητρίου Υψηλάντου, πρέπον θεωρούμεν τελευτήσαντος του πολεμικού του σταδίου, να συγκεφαλαιώσωμεν τα περί αυτού.

Αφ' ότου επάτησε την γην της Ελλάδος ο ανήρ ούτος δεν έπαυσεν αντιποιούμενος την υπερτάτην Αρχήν, πεποιθώς, ότι η Αρχή έπρεπεν εις τον οίκον του, διότι ο αδελφός του απαρνησάμενος εαυτόν, εκίνησε πρώτος την επανάστασιν, και ότι θα κατεπάτει τα δικαιώματα αυτού, αν παρεδέχετο ους έθεσε το έθνος θεσμούς· αλλά φιλαρχών ουδέποτε ερραδιούργησεν ουδ' επί της λαβής του ξίφους χείρα έβαλεν· ακραιφνής έλαμψε πάντοτε ο πατριωτισμός του· πρωτίστη φροντίς και εν τοις λόγοις του και εν τοις έργοις του ήτον η ευόδωσις του αγώνος· ουδέποτε εφείσθη της ζωής του εις ενίσχυσιν αυτού, και η μεγάλη του καρδία εζωογόνει εν κινδύνοις το ασθενές και κάτισχνον σώμα του· πολλάκις ένοχος μελετωμένων ή πεπραγμένων κακών υπελήφθη, αλλ' αμέτοχος παντός κακού πάντοτε ανεφάνη, και διά την από των εμφυλίων πολέμων αποχήν καθ' όλον τον αγώνα διεκρίθη· θερμώς επροσπάθει πάντοτε να τους προλαμβάνη υποκινουμένους, ή να τους παύη αναφαινομένους· οξυτέραν είχε την μάχαιραν ή την διάνοιαν και διέπρεπε μάλλον εν τοις στρατοπέδοις ή εν τοις πολιτικοίς συμβουλίοις· απεδοκίμαζεν ό,τι έτεινεν εις ξένην προστασίαν ή εις ξένην ηγεμονίαν· δι' ό ούτε το προς την Αγγλίαν έγγραφον, ούτε το προς τον δούκα της Αυρηλίας υπέγραψε· καταταραχθείς δε επί τη κατά την εν Επιδαύρω συνέλευσιν αιτήσει της μεσιτείας της Αγγλίας, διεμαρτυρήθη. Γενναία τα εν τη διαμαρτυρήσει φρονήματά του, αλλ' ουδαμώς πρόσφορα τω καιρώ εκείνω· εξελήφθησαν δε και ως υπεμφαίνοντα ην έτρεφεν ελπίδα να ηγεμονεύση επί τέλους· μακροθύμως και αταράχως υπέστη την υπό της επιπληχθείσης παρ' αυτού συνελεύσεως επιβληθείσαν πολιτικήν ποινήν, και εν τω απράγμονί του βίω ουδεμίαν έδωκεν ακρόασιν τοις ερεθίζουσιν αυτόν κατά των εν τοις πράγμασιν ως μη φιλικώς προς αυτόν διακειμένων· πολλάκις ωλιγωρήθη αλλ' ουδέποτε εγόγγυσεν· ακλόνητος εφάνη εν πειρασμοίς και καρτερικός εν ατυχίαις και κακουχίαις· ελκύσας δε τελευταίον το ξίφος κατά του εχθρού επί Καποδιστρίου, δεν το έβαλεν εις την θήκην, ειμή αφ' ού έπαυσεν, αυτού στραταρχούντος, ο πόλεμος.

Μετά δε την απόλυσιν της συνελεύσεως, διέτριψεν ο κυβερνήτης ημέρας τινάς εν Άργει, καθ' άς διώρισε 16 γερουσιαστάς και διέταξε να συνέλθωσι την 1 οκτωβρίου εις την καθέδραν της κυβερνήσεως προς έναρξιν των εργασιών· μετά ταύτα, μετέβη εις Ναύπλιον, εκείθεν εις Πόρον, και κατευωδώθη την 24 Αυγούστου εις Αίγιναν· εκεί εξέδωκεν οργανισμόν των υπουργείων, του ελεγκτικού συνεδρίου, και της γερουσίας· επεσκέφθη έπειτα την Σύραν, επανήλθεν εις Αίγιναν, μετέβη εις Μέγαρα προς επιθεώρησιν των στρατευμάτων, και επαναπλεύσας εις Αίγιναν επέστρεψε την 9 σεπτεμβρίου εις Ναύπλιον, προσωρινήν έδραν της κυβερνήσεως, και ησχολήθη εις τακτοποίησιν διαφόρων υπηρεσιών. Την δε 26 ωρκίσθησαν οι γερουσιασταί τον όρκον της υπηρεσίας, και την επαύριον ήρχισαν τας συνεδριάσεις των υπό την προεδρίαν του Σισίνη.

Είδαμεν, ότι υπερυψώσασα η εθνική συνέλευσις τον κυβερνήτην εμηδένισε την αντιπολίτευσιν. Επαιρόμενος ο κυβερνήτης, δύο μόνον ταύτης της μερίδος ηξίωσε της γερουσιαστικής θέσεως, τον Μιαούλην και τον Κουντουριώτην. Αλλ' η ταπεινωθείσα αντιπολίτευσις δεν εβράδυνε ν' ανυψώση την οφρύν και ν' απορρίψη τα επ' ονόματι των δύο τούτων μελών αυτής διατάγματα. Παραιτηθέντων τούτων, διώρισε γερουσιαστήν τον Μανώλην Τομπάζην εκ των αντιπολιτευομένων, αλλά και αυτός παρητήθη· διώρισε μετά ταύτα τον Μαυροκορδάτον, αλλ' ουδ' αυτός, ως αντιπολιτευόμενος, εδέχθη. Αποποιούμενοι οι άνδρες ούτοι πάσαν σύμπραξιν εις ανάπτυξιν και στερέωσιν του νέου κυβερνητικού συστήματος, και μηδέ καν υπηρέται να φαίνωνται αυτού ανεχόμενοι, απεδείκνυαν πασιφανώς πόσον το κατέκριναν.

Εν τούτοις, η γενναιόφρων Γαλλία, μη παύουσα τας προς την Ελλάδα ευεργεσίας της, έστειλε μεσούντος οκτωβρίου φράγκα 500,000 εις χρήσιν της ελληνικής κυβερνήσεως, υποσχομένη και άλλα δείγματα της φιλελληνικής πολιτικής της· έστειλε και ο αυτοκράτωρ της Ρωσσίας εις χρήσιν των τακτικών της Ελλάδος στρατευμάτων 6000 τουφέκια, 12 ορεινά κανόνια και όλα των τα αναγκαία· έστειλε και ο φιλέλλην Εϋνάρδος φράγκα 700,000 προκαταβολήν επί του δανείου, εβελτιώθησαν και αι πρόσοδοι του κράτους· ώστε η κυβέρνησις δεν εστερείτο πόρων εις συντήρησίν της.

1829-1830

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΓ'.

Εξωτερικά. — Στένωσις της εν Πόρω υπό των πρέσβεων διαγραφείσης οροθεσίας. — Η Ελλάς αναγορεύεται κράτος ανεξάρτητον υπό τον Λεοπόλδον τον εκ του δουκικού οίκου του Σαξεκοπύργου.

ΚΑΙ η Ελλάς και η κυβέρνησίς της είχαν προσηλωμένα τα όμματα εις τας πράξεις του συμμαχικού συμβουλίου, και ανέμεναν εκείθεν την οριστικήν αποκατάστασιν των πραγμάτων.

Την 6 ιουλίου έφθασαν εις Κωνσταντινούπολιν ο πρέσβυς της Γαλλίας Γυιλλεμινώτος και ο αντικαταστήσας τον Στρατφόρδον Κάννιγγα Γόρδων, και έτυχαν λαμπράς και φιλόφρονος υποδοχής. Την δε 27 επεσκέφθησαν επισήμως τον Ρεήζ-εφέντην και τω εκοινοποίησαν το πρωτόκολλον της 10 μαρτίου, ειπόντες τα δέοντα εις παραδοχήν του. Ο Ρεήζ-εφέντης τοις ενεχείρισε χρυσόβουλλον και τους εβεβαίωσεν ότι περιείχεν όσα εύχοντο οι σύμμαχοι υπέρ των Ελλήνων. Τι δε περιείχε το χρυσόβουλλον, και πώς το εθεώρησαν οι πρέσβεις, γίνεται δήλον εκ της εξής περικοπής της περί αυτού προς το συμμαχικόν συμβούλιον αναφοράς των. «Θ' απορήσετε μανθάνοντες, ότι το περί ου ο λόγος χρυσόβουλλον αντίκειται τόσον εις τας προτάσεις των συμμάχων όσον παν άλλο προεκδοθέν της Πύλης έγγραφον· ως τοιούτον δεν θα το εδεχόμεθα, αν, πριν εγχειρισθή, ηξεύραμεν τι περιείχεν· ουδεμία δύναμις λόγου είναι ικανή να πείση την Πύλην να παραδεχθή μηδέ καν την υποτελή αυτονομίαν των εν Πελοποννήσω Ελλήνων». Ταύτα έγραφαν οι πρέσβεις, και τόσον απηλπίσθησαν, ώστε επρότειναν ταις αυλαίς των ν' αναγορεύσωσιν αύται την Ελλάδα κράτος ανεξάρτητον, και να διαγράψωσι και τα όρια παρά γνώμην της Πύλης. Εις υποστήριξιν δε των λόγων των, ανέφεραν τα των νέων πολιτειών της νοτίου Αμερικής, αν και δεν έπαυεν η Ισπανία θεωρούσα ταύτας υπό την κυριαρχίαν της. Εν τοσούτω ο κατά της Πύλης ρωσσικός πόλεμος ευδοκίμει ημέρα τη ημέρα, και κατετάραττε τον σουλτάνον.

Ίδιον των ισχυρογνωμόνων να πίπτωσι πολλάκις από του ύψους της υπεροψίας εις το βάθος του εξευτελισμού. Ο σουλτάνος, ο μη θέλων μήτε φιλικήν μεσιτείαν ξένων αυλών να δεχθή, μήτε το όνομα της Ελλάδος ν' ακούση, μήτε μικράν τινα πολιτικήν ύπαρξιν αυτή να δώση, ουδέ μετ' αυτήν την εν Νεοκάστρω καταστροφήν των στόλων του, ο χάριν των πιστών αυλικών του μόλις συγκατατιθέμενος να στείλη εις την Πελοπόννησον προς διοίκησιν των ραγιάδων ένα καλόν πασάν, και ο αείποτε λέγων, ότι η οριστική, η αμετάτρεπτος, η αιώνιος απάντησίς του ήτον, ότι επ' ουδενί λόγω και εν ουδεμιά περιστάσει ουδεμίαν εδέχετο πρότασιν περί Ελλήνων, βλέπων τας επιφόβους και ταχείας προόδους του ρωσσικού πολέμου, ήρχισε ν' αλλάζη ύφος· αφ' ού δε έμαθεν ότι οι εχθροί του επέρασαν τον Αίμον, έσπευσε ν' αναγγείλη, ότι εδέχετο την συνθήκην της συμμαχίας, αλλ' επί τη οροθεσία του κορινθιακού ισθμού, επί τη αφοπλίσει των φρουρίων της Πελοποννήσου, επί απαγορεύσει κτήσεως ή χρήσεως πλοίων πολεμικών ή συγκροτήσεως στρατευμάτων επέκεινα του απαιτουμένου αριθμού εις διατήρησιν της εσωτερικής ησυχίας του τόπου, και επί μετοικήσει εντός του ισθμού των έξω κατοικούντων επαναστατών. Αλλ' η λύσις του ελληνικού ζητήματος και ο ρωσσικός πόλεμος ήσαν, κατά το κήρυγμα του αυτοκράτορος, αλληλένδετα και αχώριστα· διά τούτο όσον ευτύχει ο πόλεμος, τόσον ευτυχεστέρα εφαίνετο και η λύσις του ελληνικού ζητήματος· η λύσις δε αυτού έλυε και τον πόλεμον, διότι, ως προείρηται, εις ουδεμίαν των άλλων της Ρωσσίας απαιτήσεων αντέτεινεν η Πύλη. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ο σουλτάνος, ο δεχθείς την περί Ελλάδος συνθήκην επί προσθαφαιρέσει τινών άρθρων ότε έμαθεν ότι οι Ρώσσοι διέβησαν τον Αίμον, εδείχθη πολύ συγκαταβατικώτερος ότε έμαθεν ότι εκυρίευσαν και αυτήν την Αδριανούπολιν, διότι μεταξύ της πόλεως εκείνης και της βασιλευούσης δεν εφαίνετο άλλο τι ικανόν να στήση την πρόοδον των εχθρών του ειμή εξωτερική χειρ. Η προσέγγισις δε των εχθρών και η ήττα των οθωμανικών στρατευμάτων εκίνησαν και εν αυτή τη βασιλευούση κατακραυγάς και γογγυσμούς κατ' αυτού του σουλτάνου· ανεκαλύφθη δε και συνωμοσία φιλογενιτσάρων κατά της ζωής του, και 500 εθανατώθησαν ως ένοχοι, εν οίς και ο φρούραρχος του Βοσπόρου. Εν μέσω τοιούτων δεινών τόσον εταπεινώθη ο αγέρωχος σουλτάνος, ώστε την 28 αυγούστου εξέδωκεν επί τη αιτήσει των παρ' αυτώ πρέσβεων της συμμαχίας πράξιν λέγουσαν·

«Η υψηλή Πύλη παραδεχθείσα ήδη την συμμαχικήν συνθήκην υπόσχεται σήμερον ενώπιον των αντιπροσώπων της συμμαχίας να υπογράψη ανελλιπώς και όλας τας ακολούθους αποφάσεις του εν Λονδίνω συμβουλίου ως προς την εκτέλεσιν».

Εκδώσασα η Πύλη την πράξιν ταύτην, απέστειλεν εν τω άμα τους πληρεξουσίους της εις Αδριανούπολιν αιτουμένη την ειρήνην, ην και υπέγραψε την 2 σεπτεμβρίου όπως την υπηγόρευσεν ο νικητής, περιέχουσαν και άρθρον λέγον, ότι παρεδέχετο όλους τους εν τη συνθήκη της 24 Ιουνίου 1827 και τους εν τω πρωτοκόλλω της 10 μαρτίου 1829 όρους, και ότι υπέσχετο ν' ασχοληθή μετά της συμμαχίας εις εφαρμογήν αυτών. Δυσηρεστήθησαν η Γαλλία και η Αγγλία επί τη καταχωρίσει του άρθρου τούτου, διότι το περί Ελλάδος ζήτημα ήτο κοινόν, και εθεώρησαν μόνην την πράξιν της 28 αυγούστου καλώς έχουσαν.

Τοιούτους καρπούς έφερεν η ισχυρογνωμοσύνη του σουλτάνου απορρίψαντος πάντοτε υπερηφάνως τας πολλάκις επαναληφθείσας αιτήσεις των αυλών υπέρ των Ελλήνων, προκαλέσαντος εις πόλεμον τον ισχυρότερόν του, και ριψοκινδυνεύσαντος ασυλλογίστως το κράτος του.

Λαβόντες δε οι εν Λονδίνω αντιπρόσωποι των τριών αυλών ην έδωκεν αυτοίς η Πύλη πληρεξουσιότητα, επελήφθησαν της οριστικής εγκαταστάσεως του νέου κράτους.

Παντελή σχεδόν καταστροφήν της οθωμανικής αυτοκρατορίας εξέλαβε την εν Αδριανουπόλει συνθήκην το αγγλικόν υπουργείον, και τόσην έπαθε ρωσσοφοβίαν, ώστε, εκφράζον τους φόβους του προς τον αυτοκράτορα Νικόλαον, έλεγεν, ότι η συνθήκη αύτη εμηδένιζε την ανεξαρτησίαν του οθωμανικού κράτους, και ότι ο σουλτάνος θα εκάθητο εις το εξής επί του θρόνου του ελέει του νικητού του (α). Προθέμενον δε να προφυλάξη διά της διπλωματικής οδού ό,τι εδύνατο από της χειρός της Ρωσσίας, επρότεινεν επί του συμμαχικού συμβουλίου την ανύψωσιν της νέας ελληνικής πολιτείας εις κράτος ανεξάρτητον. «Τόσον φόβον», είπεν ο τότε επί των εξωτερικών υπουργός λόρδος Αβερδήνος, εν τη κατά την 14 ιουνίου 1854 συνεδριάσει της άνω βουλής, «διήγειρε παρ' ημίν η της Αδριανουπόλεως συνθήκη δι' ούς υπεθέσαμεν κινδύνους ως προς την ύπαρξιν του τουρκικού κράτους, ώστε όλη η πολιτική της κυβερνήσεως μετεβλήθη ως προς ουσιωδέστατόν τι ζήτημα. Ανέφερα άλλοτε, ότι αρξαμένου και προκόπτοντος του ελληνικού αγώνος, ουδέποτε έβαλε κατά νουν ο Κάννιγγ την ανέγερσιν της Ελλάδος εις ανεξάρτητον βασίλειον· ουδ' εγώ ουδ' ο δουξ του Βελιγκτώνος ανεξάρτητον εθεωρήσαμεν την ανεγειρομένην ελληνικήν πολιτείαν, αλλ' υποτελή και υπό την κυριαρχίαν του σουλτάνου, παρομοίαν σχεδόν της Βλαχίας και Μολδαυίας. Αλλ', υπογραφείσης της περί ης ο λόγος συνθήκης, μοι εφάνη, και ωμογνωμόνησε και ο δουξ του Πελιγκτώνος, ότι η ύπαρξις του τουρκικού κράτους, αυτή καθ' εαυτήν, ήτο τόσον ακροσφαλής, ώστε ασυνετώτατον ήτο να δημιουργηθεί πολιτεία και τεθή υπό προστασίαν και κυριαρχίαν αυτοκρατορίας, ήτις ουδεμίαν ασφάλειαν του μέλλοντός της παρείχε. Διά ταύτην την αιτίαν επροβάλαμεν τοις συμμάχοις να μεταβάλωμεν την υποτελή εκείνην πολιτείαν εις ανεξάρτητον. Συνήνεσαν οι σύμμαχοι, συγκατετέθη και η Πύλη, και τοιουτοτρόπως η ύπαρξις της Ελλάδος ως ανεξαρτήτου πολιτείας οφείλεται εις ην μας επροξένησαν εντύπωσιν οι όροι της εν Αδριανουπόλει συνθήκης (β).

Αποδεχθέντες οι πληρεξούσιοι των συμμάχων την ανεξαρτησίαν της νέας πολιτείας διά τους λόγους τούτους, εστένωσαν την εν Πόρω (γ) υπό των πρέσβεων διαγραφείσαν οροθετικήν γραμμήν μέχρι των εκβολών του Αχελώου και του Σπερχειού χάριν της Πύλης, ως στερουμένης των παρά της συνθήκης της 24 ιουνίου παραχωρουμένων αυτή επί της Ελλάδος δικαιωμάτων, και ησχολήθησαν εις εύρεσιν του υπερτάτου Άρχοντος.

Πέντε αλληλοδιαδόχως εκλήθησαν παρά των πληρεξουσίων των συμμάχων εις την υπερτάτην Αρχήν του νέου κράτους· ο δευτερότοκος υιός του βασιλέως της Ολλανδίας Φρεδερίκος, ο δευτερότοκος αδελφός του βασιλέως της Βαυαρίας Κάρολος, ο αδελφός του τοπάρχου του Εσσεχομπύργου Φίλιππος, ο αδελφός του βασιλέως της Σαξωνίας Ιωάννης, και ο εκ του δουκικού οίκου του Σαξεκοπύργου Λεοπόλδος· αλλά και ο Φρεδερίκος, και ο Κάρολος, και ο Φίλιππος, και ο Ιωάννης απεποιήθησαν την προσενεχθείσαν Αρχήν· μόνος ο Λεοπόλδος την ωρέγετο. Τον άνδρα τούτον ητήσατο προ πολλού, ως είδαμεν, και η Ελλάς εν πλήρει πεποιθήσει ότι εδύνατο τα μέγιστα να συντελέση εις την αναμόρφωσίν της διά των ιδιωτικών αρετών του, των πολιτικών του γνώσεων, και δι' ής απελάμβανε δικαίως γενικής υπολήψεως· τον επρότεινε δε η Γαλλία επί του συμβουλίου και τον υπεστήριξεν η Ρωσσία· αλλά Γεώργιος ο Δ', ο πενθερός του, τον απεστρέφετο ως διατηρήσαντα τας συγγενικάς του σχέσεις μετά της βασιλίσσης Καρολίνης κατά την περί διαζεύξεως δίκην· ωργίσθη δ' έτι μάλλον, διότι, μέλος του οίκου του, επεκαλέσθη εις πλήρωσιν των ευχών του ξένην προστασίαν, την του βασιλέως της Γαλλίας· έλεγε δε παρρησία, ότι αυτού βασιλεύοντος, δεν θα ηγεμόνευεν ο Λεοπόλδος, και αντεπρόβαλεν, επί τη θερμή συστάσει του αδελφού του, δουκός της Κουμβερλάνδης, τον Κάρολον δούκα του Μεκλεμπύργου· αλλ' ειπόντος αυτώ του υπουργείου του, ότι παρητείτο αν δεν συγκατένευεν, ηναγκάσθη να συγκατανεύση· και την 22 Ιανουαρίου 1830 ανηγόρευσαν οι πληρεξούσιοι της συμμαχίας την Ελλάδα κράτος ανεξάρτητον υπό την διαδοχικήν Αρχήν του Λεοπόλδου, ον προσηγόρευσαν Ά ν α κ τ α-τ η ς-Ε λ λ ά δ ο ς (Ρrince Souverain de la Grèce), συναινούσης εν πάσι και της Πύλης. Όλοι δε οι εις Χριστόν πιστεύοντες λαοί εχαιρέτησαν αγαλλόμενοι την νέαν ταύτην δημιουργίαν.

Και ταύτα μεν όσα προεθέμην να ιστορήσω· έρχομαι δε ήδη να επιθεωρήσω τα ιστορηθέντα.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Χαρακτηριστικά της ελληνικής επαναστάσεως.

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ επανάστασις διακρίνεται των λοιπών διά τινα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά πολλού λόγου άξια. Η επανάστασις αύτη μήτε τον απολυτισμόν ή τον δεσποτισμόν επεχείρησε να χαλινώση, μήτε το κυβερνητικόν είδος του τόπου ν' αλλάξη, μήτε τους μητροπολικούς δεσμούς να διαρρήξη. Επεχείρησεν επιχείρημα δεινότερον και ενδοξότερον· να εξώση διά των όπλων εκ της Ελλάδος ξένην και αλλόθρησκον φυλήν, ήτις διά των όπλων ηχμαλώτευσεν αυτήν προ αιώνων, και μέχρι τέλους την εθεώρει αιχμάλωτον και υπό την μάχαιράν της.

Πολλά και μεγάλα έθνη των νεωτέρων χρόνων, είτε καταθλιβόμενα υπό τον απολυτισμόν, είτε τυραννούμενα υπό ξένην εξουσίαν, ανέτρεψαν, ως και η Ελλάς, εκ θεμελίων τα καθεστώτα ή διά της μεταβολής της μοναρχίας εις δημοκρατίαν, ή διά του παντελούς συντριμμού του ξένου ζυγού· αλλά τα έθνη ταύτα κατήντησαν εις τας εξαισίους ταύτας μεταβολάς χωρίς τινος προμελέτης. Ο Γουλλιέλμος Τέλλος και οι εν τω λειμώνι του Γρυτλίου ορκισθέντες υπέρ της πασχούσης πατρίδος συμπατριώται του δεν προέθεντο την κατάργησιν της καταθλιβούσης αυτήν ξένης εξουσίας, αν και την κατήργησαν, αλλά μόνον την ανακούφισιν των δεινών της υπό την αυτήν ξένην εξουσίαν. Το αυτό προέθεντο και αι Κάτω-Χώραι καθ' όν χρόνον ωπλίσθησαν κατά της τυραννίας Φιλίππου του Β', αν και επί τέλους ηυτονομήθησαν. Και οι αντιπρόσωποι της Αγγλίας επί Καρόλου του Α' ούτε κατά της βασιλικής Αρχής εκινήθησαν, αν και την κατέλυσαν, ούτε κατά του βασιλέως, αν και τον απεκεφάλισαν, ούτε προς εγκατάστασιν δημοκρατίας, ην εγκατέστησαν. Εκινήθησαν μόνον προς υπεράσπισιν των πολυμόχθως άλλοτε αποκτηθέντων και ασυστόλως τότε καταπατουμένων πολιτικών δικαίων, και προς εξασφάλισιν του νέου δόγματος επί λόγω ότι ο βασιλεύς το επεβουλεύετο. Άλλως ήρχισε και άλλως ετελείωσε και η μηδόλως έτι Λουδοβίκου του ΙΣΤ' προθεμένη την καταστροφήν της βασιλείας γαλλική επανάστασις, αν και την κατέστρεψε και την αιματοκύλισε. Δι' άλλους λόγους ωπλίσθη κατ' αρχάς η Αρκτώα Αμερική κατά της μητροπόλεώς της και όχι ποτέ προς απόρριψιν της κυριαρχίας της, ην απέρριψεν. Αλλ' η Ελλάς και προέθετο και εκήρυξεν ενώπιον θεού και ανθρώπων εξ αρχής του αγώνος, ότι ωπλίσθη προς συντριβήν του ξένου ζυγού και προς ανέγερσιν του εθνισμού και της ανεξαρτησίας της. Η εκ προθέσεως αύτη διαφορά της ελληνικής επαναστάσεως και των άλλων συναδέλφων της είναι σημειώσεως αξία.

Σημειώσεως αξία είναι και η διαφορά αυτής και των άλλων και ως προς την αποπεράτωσίν της. Η ελληνική επανάστασις απεπερατώθη ευτυχώς διά της γενναίας και ομοψύχου συνδρομής όλων των χριστιανικών λαών, διά της ενόπλου και ευεργετικής παρεμβάσεως, περί τα τέλη της, τριών μεγάλων Δυνάμεων, και διά της πλήρους συγκαταθέσεως όλων των άλλων. Τα παντοδύναμα ταύτα βοηθήματα απέδειξαν οφθαλμοφανώς πόσω δίκαιος και ιερός ήτον ο ελληνικός αγών· διότι προς υποστήριξιν αυτού η πάντοτε αλληλομαχούσα ευρωπαϊκή πολιτική ωμονόησε κατά πρώτην φοράν, και ήκουσε τας σωτηρίους εντολάς της ηθικής και την ιεράν φωνήν της πασχούσης ανθρωπότητος.

Η επανάστασις αύτη παριστάνει και άλλο ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν. Εξερράγη μεταξύ δύο εθνών, ζώντων μεν εν τη Ευρώπη, αλλά και των δύο αγνοούντων και την πολεμικήν τέχνην και την πολιτικήν επιστήμην, δι' άς διέπρεπε και διαπρέπει η λοιπή Ευρώπη· και δύναται να θεωρηθή ως πολιτική τις και πολεμική ανωμαλία εν μέσω των πολιτικών και πολεμικών γνώσεων των σημερινών καιρών, αναμιμνήσκουσα συχνάκις διά πολλών συμβάντων και περιπετειών τους ηρωικούς χρόνους της αρχαίας Ελλάδος.

Μοναδικόν εν τη ιστορία των εθνών φαινόμενον παριστάνει κατά θάλασσαν η Ελλάς επί της επαναστάσεώς της. Πολλαχού της οικουμένης λαοί εξανιστάμενοι ενίκησαν στρατούς, αλλ' ουδείς ουδέποτε κατέβαλε στόλους· η δόξα αύτη απέκειτο εις μόνους τους θαλασσόπαιδας της Ελλάδος, τους διά της τόλμης και της περί τον πλουν εμπειρίας των μετασχηματίσαντας παραδόξως εις φοβερά δίκροτα τα ιδιωτικά και ασθενή σκάφη των, και ως ασθενή σκάφη προσβαλόντας διά της καταναλισκούσης φλογός των τα φοβερά των εχθρών δίκροτα.

Όχι μικράς παρατηρήσεως αξία είναι και η άκρα δυσαναλογία της πολεμικής καταστάσεως των εις μάχην ελθόντων μερών, του μεν προς διατήρησιν του δε προς συντριβήν του ζυγού. Το μέρος, το πολλά έτη προς συντριβήν του ζυγού πολεμήσαν αβοήθητον άλλοθεν, ήτο το εικοστημόριον του άλλου μέρους, και οι πόροι του ήσαν μηδαμινοί, διότι ήσαν πόθοι ιδιωτών απέναντι πόρων μεγάλης και παλαιάς αυτοκρατορίας. Το ευτυχές της δυσαναλογίας ταύτης και απροσδόκητον αποτέλεσμα, δακτυλοδεικτούμενον, είναι ικανόν να εμπνέη πάντοτε μέγα θάρρος προς τους πάσχοντας και αδικουμένους λαούς, όταν άποροι και ανίσχυροι αναδέχωνται μετά σταθεράς αποφάσεως τον ιερόν αγώνα της πίστεως και της πατρίδος, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, της εθνικής τιμής και της ευδαιμονίας εναντίον της πνευματικής καταθλίψεως και της αρπαγής της πατρώας γης, της δουλείας και της αδικίας, του εθνικού εξουδενισμού και της κοινωνικής αθλιότητος.

Τα αποτελέσματα της ελληνικής επαναστάσεως εδείχθησαν γιγαντιαία και κατ' άλλον τρόπον· διότι ανέτρεψαν τας πολυθρυλλήτους αρχάς της ιεράς συμμαχίας καταδικαζούσης οιανδήποτε πολιτικήν μεταβολήν ενεργουμένην δι' αποστασιών και δι' όπλων, διετάραξαν το αείποτε περί πολλού παρά τη ευρωπαϊκή πολιτική σύστημα της ισορροπίας, και ανακαλέσαντα εις την δόξαν και την πολιτικήν ζωήν έθνος ριφθέν προ αιώνων εις τον τάφον της αδοξίας και της δουλείας, συνέτρεξαν και εις το να διαλύσωσι μεγάλην και παλαιάν αυτοκρατορίαν γεννηθείσαν, ανδρωθείσαν, γηράσασαν και αποθνήσκουσαν ανεπιστήμονα, αντικοινωνικήν και βάρβαρον. Εν ενί λόγω η ελληνική επανάστασις ετίμησεν υπέρ πάσαν άλλην την ανθρωπίνην φύσιν· διότι το λαμπρότερον, το διδακτικώτερον και το κατανυκτικώτερον όλων των θεαμάτων, όσα παριστάνει επί της σκηνής του κόσμου η ιστορία, είναι η ανέγερσις πεπτωκότος έθνους· το δε σάλπισμα τοιούτου πολέμου είναι χερουβικός ύμνος εις τον Ύψιστον. Αλλά το θέαμα τούτο καθίσταται έτι μεγαλοπρεπεστέρον, αν τύχη το ανεγειρόμενον έθνος να έχη και ένδοξον καταγωγήν· και τοιαύτης φύσεως θέαμα, και θέαμα μοναδικόν εν τη ιστορία του ανθρωπίνου γένους, είναι η εν μέσω αιμάτων, καταστροφών και δεινών αγώνων ανέγερσις του ελληνικού έθνους κοιτομένου προ αιώνων υπό ξένην και αλλόπιστον δουλείαν και καταπιεζομένου, αλλά μη απολέσαντος ολοτελώς τον χαρακτήρα του, την ενέργειάν του, ή τας προγονικάς αναμνήσεις του.

Αξία της βαθείας σκέψεως παντός πολιτευτού είναι και η επί του ελληνικού αγώνος παλίμβουλος διαγωγή των μεγάλων Αυλών. Είδαμεν οποίαι, αρχομένου του αγώνος, ήσαν αι βουλαί και αι πράξεις αυτών κατ' ανδρών επιχειρησάντων επί τιμή του αίματός των ν' αποτινάξωσι τον βαρύν, τον άτιμον, τον τρισβάρβαρον ζυγόν, υφ' όν προ αιώνων εστέναζαν. Αλλ' είδαμεν μετά ταύτα, ότι αι πολιτικαί περιστάσεις εις ας υπόκεινται και αι αυλαί αυταί, ως άλλοτε υπέκειντο οι Θεοί του Ολύμπου εις τας βουλάς της Ειμαρμένης, τας ηνάγκασαν, χάρις εις την ακλόνητον καρτεροψυχίαν των Ελλήνων και εις την μεγάλην συμπάθειαν όλων των χριστιανικών λαών, να εξαλείψωσιν αι ίδιαι ό,τι έγραψαν κατά των Ελλήνων, να χύσωσιν αίμα υπέρ αυτών, ν' ανοίξωσι θησαυρούς εις αντίληψίν των, να κηρύξωσι το καταδεδικασμένον έθνος ελεύθερον, αυτόνομον και ανεξάρτητον, να χαιρετήσωσι την επαναστατικήν του σημαίαν και να εγγυηθώσιν ενώπιον όλου του κόσμου την πολιτικήν και ανεξάρτητον ύπαρξίν του.

Είναι τω όντι αξιοπαρατήρητον, ότι τα σχέδια των αυλών επί του ελληνικού αγώνος όχι μόνον εματαιώθησαν, αλλά και εναντία της θελήσεως και της πολιτικής των όλα απέβησαν. Ήθελαν αύται την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και η οθωμανική αυτοκρατορία κατεκολοβώθη· ήθελαν την κατάθλιψιν και αποτυχίαν του επαναστατικού κινήματος της Ελλάδος, και το επαναστατικόν κίνημα της Ελλάδος εν μέσω ορατών και αοράτων δυσκολιών και κινδύνων εθριάμβευσεν· ήθελαν την Τουρκίαν ισχυράν, και κατέστρεψαν αυταί την δύναμίν της εν Νεοκάστρω· ηγωνίζοντο να εμποδίσωσι παντοίοις τρόποις τον Τουρκορρωσσικόν πόλεμον, και ο Τουρκορρωσσικός πόλεμος εξερράγη. Τόσον απρονόητος και τόσον επισφαλής είναι η πολιτική των θνητών, ως και αυτών των επί βαθεία συνέσει και πολιτική πείρα μεγαλαυχούντων.

Τοιαύτα είναι τα άξια πάσης προσοχής χαρακτηριστικά της ελληνικής επαναστάσεως, ης την ιστορίαν επεχείρησα να συγγράψω.

Εις τέσσαρας δε διακεκριμένας περιόδους δύναταί τις ευλόγως να διαιρέση τα γεγονότα· εις την απ' αρχής μέχρι της εις Πελοπόννησον αποβάσεως των Αιγυπτίων· εις την εντεύθεν μέχρι της συνθήκης της 24 Ιουνίου· εις την μετά την συνθήκην μέχρι της αφίξεως του Καποδιστρίου· και εις την μετά την άφιξιν αυτού μέχρις ου ανηγορεύθη η Ελλάς κράτος ανεξάρτητον. Και η μεν πρώτη περίοδος περιλαμβάνει τετραετίαν, η δε δευτέρα διετίαν και τετραμηνίαν, ημιετίαν δε η τρίτη, και διετίαν η τετάρτη. Εκάστη δε αυτών έχει ιδιαίτερα γνωρίσματα.

Μεγάλα τα παθήματα των απανταχού της οθωμανικής αυτοκρατορίας Ελλήνων επί της πρώτης περιόδου, καθ' ήν κατεστράφησαν πόλεις και χώραι, εξωλοθρεύθησαν λαοί, εμιάνθηθησαν τα άγια και μέγιστοι κίνδυνοι περιεστοίχισαν τον αγώνα· αλλ' εν μέσω των παθημάτων, των ασεβημάτων και των κινδύνων ο αγών εκραταιώθη, και η Ελλάς εν πολλοίς εδοξάσθη· η κραταιώσασα όμως τον αγώνα και δοξάσασα την Ελλάδα περίοδος αύτη εμολύνθη δι' εμφυλίων σπαραγμών.

Δεινή και πολύδακρυς απέβη η, διαρκούντων των εμφυλίων τούτων σπαραγμών, αρξαμένη δευτέρα περίοδος· αλλά και κατ' αυτήν γενναίως απεκρούσθησαν οι εχθροί δις επιχειρήσαντες να εισβάλωσιν εις την Μάνην, και ο Έλλην ετερατούργησεν εν Μεσολογγίω, όπου εν μέσω γενικής αθυμίας πρώτοι των άλλων οι εντόπιοι απεφάσισαν μεγαλοφρόνως, ως και επί της πρώτης πολιορκίας, ν' αποθάνωσι μάλλον ή να προσκυνήσωσιν.

Επί δε της τρίτης περιόδου ήλθαν εις αντίληψιν της κινδυνευούσης Ελλάδος αι τρεις πρώτισται αυλαί της Ευρώπης, και μόνην παλαίουσαν μέχρι τούδε προς τας κατά ξηράν και θάλασσαν ηνωμένας δυνάμεις Τουρκίας, Αιγύπτου και Βαρβαρίας την απήλλαξαν των επικειμένων δεινών, καταστρέψασαι τους κατά θάλασσαν εχθρούς της.

Επέστη η τετάρτη περίοδος, καθ' ήν ετακτοποιήθη η υπηρεσία, ενισχύθη η ησυχία, ανεκουφίσθη ο λαός, επήλθεν η προς επάνοδον εις τα ίδια αναγκάσασα τους Αιγυπτίους εκστρατεία των Γάλλων, απεπέμφθηοαν διά των ελληνικών όπλων οι πλείστοι των πέραν του ισθμού πολεμίων, κατέπαυσεν oλοτελώς ο μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων πόλεμος, άφησεν η Πύλη ταπεινωθείσα εις χείρας των συμμάχων την λύσιν του ελληνικού ζητήματος, και η επί τεσσάρων αιώνων υπό σκληράν δουλείαν Ελλάς μετέβη υπερφυώς εκ του θανάτου εις την ζωήν. Καθ' όλας δε τας περιόδους ταύτας εμεγαλύνθη το ναυτικόν της Ελλάδος, και όλοι οι χριστιανικοί λαοί θερμοί φίλοι του ελληνικού αγώνος ανεδείχθησαν. Αξιοσημείωτον ότι κατά το μακρόν τούτο διάστημα ο αγών δεν παρήγαγε τον άνδρα του. Πολλάκις η εξουσία έκειτο κατά γης. Πολλάκις εδόθησαν αφορμαί εις ευχερή κατάληψιν αυτής, αλλ' ουδείς ουδέποτε το επεχειρίσθη, διότι ουδείς και αυτών των υπερυψωθέντων είχε το σύνολον ων η περί τα τοιαύτα μεγαλοπραγμοσύνη απήτει προσόντων, εφόρευε δε τας πράξεις και κατεσκόπευε τα διανοήματα η προς αλλήλους πατροπαράδοτος αντιζηλία.

Μελετών δε, ω αναγνώστα, τα κατά την επανάστασιν, τροφήν και πόσιν των πεινώντων και διψώντων ελευθερίαν λαών, ελπίδα των θλιβομένων, και στηριγμόν των εν πολέμω κλονιζομένων, και εκπληττόμενος δι' όσα κατώρθωσαν οι επέκεινα εξαετίας αβοηθητί τον υπέρμεγαν τούτον και άνισον αγωνισθέντες και κατά γην και κατά θάλασσαν αγώνα, ενθυμού, ότι ο αγών ήτον υπέρ πίστεως και υπέρ ανακτήσεως πατρώας γης και ελευθερίας, τουτέσιν ο ιερώτερος και ο ενδοξότερος όλων των αγώνων^ τοιούτων δε άθλων προκειμένων «ο ύ τ ε-π λ ή θ η-ν ε ώ ν, ο ύ τ ε-κ ό σ μ ο ι-κ α ι-λ α μ π ρ ό τ η τ ε ς-ε π ι σ ή μ ω ν, ο ύ τ ε-κ ρ α υ γ α ί-κ ο μ π ώ δ ε ι ς-ή-β ά ρ β α ρ ο ι-π α ι ά ν ε ς-έ χ ο υ σ ί-τ ι-δ ε ι ν ό ν-α ν δ ρ ά σ ι ν-ε π ι σ τ α μ έ ν ο ι ς-ε ι ς-χ ε ί ρ α ς-ι έ ν α ι-κ α ι-μ ά χ ε σ θ α ι-τ ο λ μ ώ σ ι ν».

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ξ'.

(α.)

Ζήτει τα της Ε' συνεδριάσεως της συνελεύσεως.

(β.)

Ζήτει την επί της λήξως της συνελεύσεως διακήρυξιν εν τη των κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος συλλογή Μάμουκα.

(γ.)

Ζήτει την προ της ενάρξεως των εργασιών της διοικητικής Επιτροπής διακήρυξιν εν τη των κατά την αναγέννησιν της Ελλάδος συλλογή Μάμουκα.

(δ.)

Ζήτει το περί ου ο λόγος υπόμνημα εν τω β' τόμω απομνημονευμάτων Σπηλιάδου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'.

(α.)

Ιδού όλη η επιστολή.

«Ιβραχήμης πασάς ελέω Θεού Καλής Κρήτης και Μωρέως, και ναύαρχος του αιγυπτιακού στόλου.

«Προτού ν' αναχωρήσωμεν από ενταύθα διά το Μεσολόγγιον είχομεν λάβει γράμματά σου ζητούντος παρ' ημών να σου δοθή έν ράι μπουγιουρουλδί γενικώς δι' όλην την οικογένειάν σου· όθεν και ευσπλαχνία κινούμενος, έλαβε τον τόπον της η αίτησίς σου και αμέσως εδόθη το ζητούμενόν σου. Αφού δε υπήγον εις Μεσολόγγιον, επληροφορήθην ότι ο πατήρ σου ερωτηθείς από τους σημαντικούς του συστήματός σας διά ποίας αιτίας παρακινήθης να ζητήσης παρ' ημών έν τοιούτον μπουγιουρουλδί, απεκρίθη ότι ο τρόπος εκείνος να ήτον τάχα ένα είδος πολιτικής, ίνα μη αφήση και καταπατηθή παρ' ημών η πατρίς του, καθότι τότε ήτον αδύνατη από στρατεύματα και από άλλα εφόδια πολεμικά.

«Όθεν διατάττεσαι αυστηρώς άμα του λαβείν την παρούσαν μου, χωρίς αναβολής καιρού, εις διορίαν ημερών δέκα, να σκεφθής μετά των σημαντικών της πατρίδος σου, και να έλθετε εκ συμφώνου προς ημάς ίνα βαλθή εις ασφάλειαν η πατρίς σου, χωρίς παντελώς να θελήσης και τώρα να μεταχειρισθής την ψευδοπολιτικήν, καθότι εις το εξής δεν ωφελείσαι με αυτήν παντελώς.

«Ημείς δε προλαβόντως απεράσαμεν από Καλαμάταν· το ότι όμως δεν εισήλθαμεν εις την πατρίδα σας, μην το νομίσετε διαφορετικά, ειμή ευσπλαγχνία κινούμενοι ίνα μη αιχμαλωτισθώσιν αι συμπατριώτισσαί σας καθώς και των άλλων μερών, και διότι σας είχαμεν μπουγιουρουλδί μας δομένον, ίνα μη κηρυχθή ότι σας είχαμεν ράι, και ύστερον εξαίφνης εισήλθομεν εις την πατρίδα σας. Συ δε εγνώρισες καλώς ότι ημείς πνέομεν φιλανθρωπίαν, και ότι πολεμούμεν συστηματικώς με κανόνας και με κανόνας τακτικούς εγνωσμένους εις έθνη πεφωτισμένα. Τάχυνον λοιπόν, ως είπομεν, τον ερχομόν σου μετά των σημαντικών της πατρίδος σου· εξ εναντίας όμως και παρακούσης, ή θελήσης να μεταχειρισθής την προτέραν σου πολιτικήν, ας μην περάση από την ιδέαν σου ότι και την πατρίδα σου δεν θα την κάμωμεν ως και την Πελοπόννησον, και δεν θέλει αφήσωμεν μήτε ίχνος οσπητίου, και όψεσθε εν ημέρα κρίσεως ίνα δώσετε λόγον προς τον Θεόν δι' όσα ήθελε δοκιμάσει ο αθώος λαός. Ταύτα και ούτω ποίησον εξ αποφάσεως, και έρρωσο».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΓ'.

(α.)

Προσήλωσαν τας χείρας του δυστυχούς Κορομηλά οι συμπατριώται του Αθηναίοι Τούρκοι όπου είναι σήμερον το αναβρυτήριον της πόλεως. Την τρίτην δε ημέραν της προσηλώσεως τον επιστόλισέ τις Αλβανός οικτείρων αυτόν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΣΤ'.

(α.)

Ιδού η προς την κυβέρνησιν επιστολή του Μιαούλη.

«Έβδομον ήδη έτος δεν έπαυσα συναγωνιζόμενος το κατά δύναμιν μετά των λοιπών αδελφών μου κατά των εχθρών της πατρίδος μας. Ούτε η γνώσις της ανικανότητός μου, ούτε το μέγεθος του φορτίου το οποίον η πατρίς επέθεσεν εις εμέ, με έκαμαν να δειλιάσω ή να υποχωρήσω· πρώτον χρέος του πολίτου ενόμιζον το να πράττη ό,τι δύναται υπέρ της σωτηρίας της πατρίδος του· εφρόντισα να το εκπληρώσω· εάν πάντοτε δεν επέτυχα, το σφάλμα δεν είναι της προαιρέσεώς μου· προ πολλού ήδη αι ελπίδες όλου του έθνους επεστηρίχθησαν εις την άφιξιν του μεγαλοφυούς ανδρός, του οποίου τα μέχρι τούδε λαμπρά κατορθώματα προϋπόσχονται εις την πατρίδα μας την ανόρθωσιν του μεγάλου και δεινού αγώνος της. Ο ανήρ ούτος ήλθε και συγχαίρω διά την άφιξίν του και την διοίκησιν και όλον το έθνος· το ελληνικόν ναυτικόν δικαίως πρέπει να ελπίζη το παν υπό την οδηγίαν τοιούτου αρχηγού και πρώτος εγώ είμαι έτοιμος, καθ' όσον δύναμαι, να τρέξω υπ' αυτόν εις νέους αγώνας, δυσκόλους βέβαια εις εμέ και διά την ηλικίαν μου και διά την ολιγοπειρίαν μου, ευχαρίστους όμως εις την καρδίαν μου, η οποία ποτέ άλλο δεν επιθύμησε παρά την ευτυχίαν της πατρίδος. Παρακαλώ την σεβαστήν διοίκησιν να μην αμφιβάλη εις την ειλικρίνειαν της εκθέσεως αυτών μου των αισθημάτων».

(β.)

Εκάκισάν τινα της ιστορίας ταύτης ο αντιστράτηγος κύριος Ανδρέας Μεταξάς και ο υποστράτηγος κύριος Γενναίος Κολοκοτρώνης, και προς τοις άλλοις ηθέλησαν να αποκρούσωσιν ως ψευδές το σκανδαλώδες τούτο επεισόδιον. Εις όσα παρ' αυτών εγράφησαν απήντησαν και άλλοι (όρα Αθηνάν 14 δεκεμβρίου 1857 και Τηλέγραφον των Κυκλάδων 4 φεβρουαρίου 1858), απήντησα και εγώ εν τη Ελπίδι της 8 απριλίου του αυτού έτους, και την απάντησίν μου επισυνάπτω έχουσαν ούτω.

«Κατεχώρισεν ο Αιών εν τω αριθμώ 1850 επιστολήν του αντιστρατήγου κυρίου Ανδρέα Μεταξά προς τον υποστράτηγον κύριον Γενναίον Κολοκοτρώνην, αφορώσαν τινα του ιστορικού μου συγγράμματος. Ιδού η απάντησίς μου.

«Ο αντιστράτηγος κύριος Μεταξάς, πριν εκθέση τα περί ων ο λόγος, και ως αν εκ του χρόνου, καθ' όν επάτησα το πατρώον έδαφος επί του αγώνος, εκρέματο η αξιοπιστία του συγγράμματός μου, δις και τρις αναφέρει, ότι ήλθα εις Ελλάδα το 1824· αλλ' απατάται· και αν, παρατρέχων μυρίους άλλους, θελήση να ερωτήση μόνον τον φίλον του υποστράτηγον, κύριον Γενναίον, θα μάθει ότι με είδεν ούτος κατά το Μακρυνόρος επί της εκεί υπό τον κύριον Μαυροκορδάτον εκστρατείας το 1822, και ότι μνείαν ποιεί της συνεντεύξεώς μας ταύτης έν τινι ανεκδότω υπομνηματίω του, δοθέντι μοι προ πολλών ετών παρ' αυτού εις ανάγνωσιν· ήμην δ' εν Τριπολιτσά επί της δεινής κατά το 1823 ρήξεως περί της προεδρίας της βουλής, καθ' ήν ηναγκάσθη ο κύριος Μαυροκορδάτος να καταφύγη εις Ύδραν, όπου υπήγα και εγώ μετ' ολίγας ημέρας. Μάρτυρες δε των λεγομένων όλη Ύδρα, και οι περί τον κύριον Μαυροκορδάτον, οι εκεί τότε καταφυγόντες. Το δε 1824 εκάθησα κατά πρώτην φοράν εν τη βουλή, ως αντιπρόσωπος της πατρίδος μου.

«Εις αναίρεσιν δε ων ιστορώ εν τω συγγράμματί μου περί διαιρέσεως Πελοποννησίων και στερεοελλαδιτών, και περί τινων δεινών διαπληκτισμών κατά την εν Τροιζήνι συνέλευσιν, λέγει ο αντιστράτηγος κύριος Μεταξάς, ότι, ως πληρεξούσιος εν τη συνελεύσει ταύτη, δύναται να βεβαιώση εν γνώσει, ότι τα ιστορούμενα δεν έλαβαν χώραν· αλλά και εγώ, ως πληρεξούσιος εν τη αυτή συνελεύσει, και ως μέλος μάλιστα της επί της επιθεωρήσεως του συντάγματος επιτροπής, βεβαιώ εν γνώσει, ότι τα ιστορούμενα ιδίαις ήκουσα ακοαίς, και την μεταξύ Κολοκοτρώνη και Κίτσου σκηνήν ιδίοις είδα όμμασιν· αλλ' εις λύσιν πάσης αμφιβολίας, ένεκα της διαφωνίας εμού και του αντιστρατήγου κυρίου Μεταξά, επισυνάπτω ας επορίσθην μαρτυρίας τινών των επιζώντων πληρεξουσίων εν τη αυτή συνελεύσει, αυτηκόων και αυτοπτών ων ιστορώ.

«Μαρτυρία του κυρίου Τάτση Μαγκίνα, νυν γερουσιαστού.

«Πληρεξούσιος ων της εν Τροιζήνι εθνικής συνελεύσεως, ενθυμούμαι κάλλιστα την εν μια των συνεδριάσεων επισυμβάσαν σκανδαλώδη διαίρεσιν . . . η σφοδρά δε και πεισματώδης αύτη διαίρεσις επροχώρησε και μέχρι διαχειρίσεως όπλων, ώστε εσχματίσθησαν δύο πολεμικά στρατόπεδα μεταξύ Πελοποννησίων και Στερεοελλαδιτών· αλλά διά της προσπαθείας πολλών φιλήσυχων διηλύθη η θορυβώδης εκείνη σκηνή μετά παρέλευσιν τριών ωρών, εις το διάστημα των οποίων ερρέθησαν σκληροί και υβριστικοί λόγοι εξ αμφοτέρων των μερών χωρίς να σεβασθή ο κατώτερος τον ανώτερον, και οι μεν έλαβον θέσεις πολεμικάς με τα όπλα εις τας χείρας, οι δε εκλείσθησαν εις τας οικίας, και άλλοι έτρεχαν με πατριωτικάς φωνάς διά να μη γένη έναρξις πυροβολισμού . . . Είναι αληθές, κατά την ιστορίαν σας, ότι η συνέλευσις εκείνη ήρχισε με διαίρεσιν και ετελείωσε με τμηματικόν πνεύμα φιλαυτίας της τε Πελοποννήσου και στερεάς Ελλάδος . . . Ομολογητέον ότι την δυσφημίαν του αποκλεισμού της στερεάς Ελλάδος εκ της συνθήκης την διέδιδαν ολίγοι τυχοδιώκται και φιλοτάραχοι και ουδέποτε οι Πελοποννήσιοι, ή μέρος της συνελεύσεως, όπερ εξάγεται σαφώς και εκ της ιστορίας σας, σελίδι 327 και 348 [247 και 262 της γ' ταύτης εκδόσεως] του δ' τόμου πότε και διά ποίον σκοπόν διεδίδοντο τοιαύται φήμαι».

«Μαρτυρία του κυρίου Γιαννάκη Χατσή Πέτρου, νυν γερουσιαστού.

«. . . . . Τα ενδιαλαμβανόμενα εν τω δ' τόμω σελίδι 131 της παρ' υμών γεγραμμένης ιστορίας έλαβαν χώραν δυστυχώς· η δε φρόνησις των πληρεξουσίων και ο πατριωτισμός όλων τα διεσκέδασαν»,

«Μαρτυρία του κυρίου Αναστασίου Πολυζωίδου, νυν αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου.

«. . . . . Καθ' όσον αφορά τον εν τη συνελεύσει της Τροιζήνος μεταξύ Γ. Κίτσου και Θ. Κολοκοτρώνου διαπληκτισμόν, το γεγονός είναι αληθέστατον· το ενθυμούνται όλοι οι επιζώντες πληρεξούσιοι της Τροιζήνος· το ενθυμούμαι και εγώ κάλλιστα, διό και προς τον ερωτήσαντά με εσχάτως Γενναίον Κολοκοτρώνην δεν εδίστασα να το ομολογήσω».

«Τοιαύται μαρτυρίαι τοιούτων ανδρών δεν λύουν πάσαν περί του προ κειμένου αμφιβολίαν;

«Τρανή δε απόδειξις της διαιρέσεως είναι και το εις παύσιν αυτής και εξάλειψιν πάσης δυσπιστίας εκδοθέν α' ψήφισμα της συνελεύσεως λέγον, ότι η ελληνική επικράτεια σύγκειται εξ όλων των αραμένων όπλα επαρχιών, ότι είναι αδιαίρετος και αδιάσπαστος, και ότι τα δικαιώματα των κατοίκων αυτών και τα επί του Ιερού αγώνος αγαθά είναι κοινά. Τοιούτον σκοπόν έχει και το δ' άρθρον του συντάγματος της Τροιζήνος λέγον, ότι επαρχίαι της Ελλάδος είναι όσαι έλαβαν και θα λάβουσι τα όπλα κατά της οθωμανικής δυναστείας.

«Το μέγα δε τούτο της συμπεριλήψεως ή μη της στερεάς Ελλάδος εις τον συμβιβασμόν ζήτημα εγεννήθη, όχι, ως μη θελόντων των Πελοποννησίων την συμπερίληψιν αυτής, αλλ' ως διατεινομένου του σουλτάνου ότι είχεν υποχείριον όλην την γην εκείνην· εγένετο δε και λόγος μετά ταύτα εν τω συμμαχικώ συμβουλίω περί οροθεσίας επί του Ισθμού. Ιστορώ δε πάντα ταύτα εν τω οικείω τόπω υπό το κύρος επισήμων διακοινώσεων.

«Αλλ' ο αντιστράτηγος κύριος Μεταξάς εν τη επιστολή του, και ο υποστράτηγος κύριος Γενναίος εν τω φυλλαδίω του λέγουν, ότι είπα όσα δεν είπα, ή τα εναντία όσων είπα, δηλαδή, ότι ενοχοποιώ τους Πελοποννησίους ως μη θελήσαντας να συμπεριληφθή η στερεά Ελλάς εις τον προς ειρηνοποίησιν συμβιβασμόν. Ο υποστράτηγος μάλιστα αγωνίζεται διά μακρών λόγων εν τω φυλλαδίω του να αποδείξη ότι αδίκως τους ενοχοποιώ. Αλλά πού η μαρτυρία, πού η φράσις εν τη ιστορία ότι τους ενοχοποιώ; Πολλά και παρά πολλών περί τούτου εφημίζοντο βεβαίως τω καιρώ εκείνω, αλλ' όχι μόνον δεν ησπάσθην εγώ την γνώμην ταύτην, ην ησπάζοντο άλλοι, όχι μόνον ουδαμού της ιστορίας είπα, ότι οι Πελοποννήσιοι δεν ήθελαν την συμπερίληψιν της στερεάς Ελλάδος, αλλά και εστηλίτευσα τον φημισθέντα τούτον λόγον ως συκοφαντίαν· ιδού τι είπα εν σελίδι 327 [246 εκδ. γ'] του δ' τόμου.

«Κατ' εκείνον τον καιρόν οι ευνοούμενοι του κυβερνήτου διέσπειραν, ότι οι εν Αιγίνη πρόκριτοι Πελοποννήσιοι συνελθόντες έγραψαν μυστικώς τω πρέσβει της Αγγλίας, ότι η Πελοπόννησος και αι νήσοι του Αιγαίου Πελάγους εξήρκουν εις σύστασιν ελληνικής επικρατείας. Τούτο μαθόντες οι Στερεοελλαδίται, οι έχοντες πάντοτε φόβους περί της μελλούσης τύχης της γεννησαμένης αυτούς γης, και πιστεύοντες, ότι οι κοινοποιούντες ταύτα δεν εψεύδοντο εξ αιτίας των στενών αυτών σχέσεων προς τον κυβερνήτην, εταράχθησαν ταραχήν μεγάλην. Τοιούτος λόγος εν τοιαύτη κρισίμω ώρα εδύνατο να προξενήση δεινάς αλληλομαχίας. Ακούσαντες οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου την σ υ κ ο φ α ν τ ί α ν-τ α ύ τ η ν και μαθόντες πόθεν προήλθε, την απέδωκαν εις τον κυβερνήτην, και τον εθεώρησαν έκτοτε φανερόν καταδιώκτην. Κατά των προκρίτων τούτων ερρίφθη και ά λ λ η-σ υ κ ο φ α ν τ ί α, έ τ ι-μ ά λ λ ο ν-β δ ε λ υ ρ ά· ότι συνώμοσαν να φαρμακεύσωσι τον κυβερνήτην. Ο λόγος ούτος διεφημίσθη και εκτός της Ελλάδος, και εκωδωνίσθη διά τινων εφημερίδων».

«Ερμηνεύων δε το α' ψήφισμα της εν Τροιζήνι συνελεύσεως είπα εν σελίδι 129 [98] του δ' τόμου, ότι, «εν ώ η διοικητική επιτροπή» (ης μέλη ήσαν και οι Πελοποννήσιοι, Ζαήμης, Πετρόμπεης, Δεληγιάννης και Σισίνης) «η γ ω ν ί σ θ η-ε ι λ ι κ ρ ι ν ώ ς-κ α ι-α ρ ι ζ ή λ ω ς-ε π' ω φ ε λ ε ί α-τ η ς-σ τ ε ρ ε ά ς-Ε λ λ ά δ ο ς-κ α ι-κ α τ ώ ρ θ ω σ ε-δ ι' ω ν-ε σ ύ σ τ η σ ε-σ τ ρ α τ ο π έ δ ω ν-τ η ν-α ν ό ρ θ ω σ ί ν-τ η ς· δεν έπαυσάν τινες υποκινούντες ταραχάς εν μέσω και αυτών των στρατοπέδων, επί λόγω ότι ενήργει μυστικώ τω τρόπω διά της επιτροπής της συνελεύσεως επί του προκειμένου συμβιβασμού την αποκοπήν της στερεάς από της λοιπής Ελλάδος εις ανταλλαγήν άλλων αγαθών επ' ωφελεία μόνης της Πελοποννήσου».

«Ενοχοποιώ και μέμφομαι δι' ων είπα τους Πελοποννησίους, ή τους αθωόνω και τους κηρύττω υπερμάχους της στερεάς Ελλάδος; Δεν είπα δ' εν σελίδι 136 [103] του δ' τόμου, ότι ποτέ η φωνή των πασχόντων Στερεοελλαδιτών δεν ηκούσθη τόσον εις τα ώτα των Πελοποννησίων όσον επί της πολιορκίας των Αθηνών, ήτοι καθ' όν καιρόν ειργάζετο η εν Τροιζήνι συνέλευσις, και ότι, εκτός των προ καιρού εκστρατευσάντων Κορινθίων, εξεστράτευσαν ως επιβοηθοί εις λύτρωσιν αυτής έτι 2500 Πελοποννήσιοι; Άπορον τη αληθεία πώς λόγοι τόσον σαφείς παρεξηγήθησαν, και πώς τόσα εις αναίρεσιν λόγων μη λεχθέντων εγράφησαν.

«Καθ' όσον δ' αφορά ιδίως τον Κολοκοτρώνην, ουδαμού της ιστορίας είπα, ότι εξέφρασεν, ή επροστάτευσε την ιδέαν της μη εις τον συμβιβασμόν συμπεριλήψεως της στερεάς Ελλάδος· εξ εναντίας είπα, εν σελίδι 10 του δ' τόμου εις δικαίωσίν του ότι, αν δεν εστράτευσε ποτέ πέραν του Ισθμού, πολλούς όμως πολλάκις απέστειλεν εις αντίληψιν των εκεί αγωνιζομένων. Ανέφερα εν σελίδι 180 [134] του γ' τόμου επιστολήν του προς τους Στερεοελλαδίτας, ην ουδείς δύναται να ψεύση, και ουδείς δύναται να μη μεμφθή, δι' ής τους απεκάλει ξένους της Πελοποννήσου, τους εσυμβούλευε ν' απέχωσι των πραγμάτων της πατρίδος του, και τους ηπείλει ότι θα τους ετιμώρει, αν παρήκουαν. Αλλά και η επιστολή αύτη εγράφη δύο ήμισυ σχεδόν έτη πριν συγκροτηθή η εν Τροιζήνι συνέλευσις.

«Προς τι λοιπόν ο τόσος περί της διαθέσεως των Πελοποννησίων προς τους Στερεοελλαδίτας θόρυβος, εν ώ όλοι τα αυτά λέγομεν περί αυτής, και όλοι ως εξ ενός στόματος ευφημούμεν;

«Ολίγα και περί της αρχιστρατηγίας.

«Ουδαμώς επρόκειτο εν τη κατά την Τροιζήνα συνελεύσει περί της αρχηγίας των όπλων της Πελοποννήσου, ή περί της αρχηγίας των όπλων της στερεάς Ελλάδος. Τας αρχηγίας ταύτας κατείχαν, την μεν ο Κολοκοτρώνης, την δε ο Καραϊσκάκης, και διετήρησαν και μετά την αρχιστρατηγίαν. Επρόκειτο περί της γενικής αρχιστρατηγίας όλης της Ελλάδος. Πιστεύει τις, ότι θα εδέχοντο οι Πελοποννήσιοι αρχηγόν Στερεοελλαδίτην, ή οι Στερεοελλαδίται Πελοποννήσιον; Ο Κολοκοτρώνης διωρίσθη αρχιστράτηγος μόνης της Πελοποννήσου παρά της πελοποννησιακής γερουσίας κατά πρότασιν του πελοποννησιακού στρατού μετά την καταστροφήν του Δράμαλη, αλλ' ετελεσφόρησε; τον ανεγνώρισε ποτέ ως τοιούτον η κυβέρνησις; δεν κατήργησεν η εν Άστρει συνέλευσις και αυτόν τον τίτλον της αρχιστρατηγίας, ον έφερε μεν τότε ο Κολοκοτρώνης παρά γνώμην της κυβερνήσεως, αντεποιείτο δε ο Πετρόμπεης; αλλ' ουδέν ήττον, διηγούμενος τα της εν Τροιζήνι αρχιστρατηγίας όλης της Ελλάδος, επαινώ και τον Καραϊσκάκην και τον Κολοκοτρώνην λέγων, ότι α υ θ ο ρ μ ή τ ω ς επρότειναν τον Τσώρτσην αρχιστράτηγον.

«Το δε του Μιαούλη, παρεισαγόμενον παρά του αντιστράτηγου κυρίου Μεταξά ως όμοιον, πολύ διαφέρει, διότι ο μεν Κολοκοτρώνης και ο Καραϊσκάκης διετήρησαν, ως είρηται, τας αρχηγίας των και μετά την αρχιστρατηγίαν του Τσώρτση, ο δε Μιαούλης, ο πρώτος ναύαρχος όλης της Ελλάδος, διέμεινε, μετά την στολαρχίαν του Κοχράνου, εντός της φρεγάτας, εν ή εναυάρχει, ως απλούς πλοίαρχος.

«Και ταύτα ως προς το πραγματικόν μέρος της επικρίσεως, το μόνον άξιόν τίνος λόγου, εις επανόρθωσιν των απ' αρχής μέχρι τέλους αυτής εσφαλμένων.

«Εν Λονδίνω 3/15 μαΐου 1858».

--------------------------

Ε π ι σ η μ ε ί ω σ ι ς. — Εις τας ανωτέρω μαρτυρίας περί των κατά την Τροιζήνα συμβάντων αντέταξεν ο στρατηγός Γενναίος Κολοκοτρώνης άλλας, προς αναίρεσιν αυτών, εν τω 1617 αριθμώ του Αιώνος. Εις ταύτας ανταπήντησαν οι κύριοι Γιαννάκης Χ. Πέτρου και Τ. Μαγκίνας εν τω 950 αριθμώ της Ελπίδος. Αλλ' εγώ αρκούμαι να επαναλάβω, ότι όσα ιστορώ, ι δ ί α ι ς-ή κ ο υ σ α-α κ ο α ί ς-κ α ι-ι δ ί ο ι ς-ε ί δ α-ό μ μ α σ ι ν. Δίκαιον είχεν ο Πλούταρχος ειπών, «πάντη χαλεπόν και δυσθήρατον ιστορία ταληθέα, όταν οι μεν ύστερον γεγονότες τον χρόνον έχωσιν επιπροσθούντα τη γνώσει των πραγμάτων, η δε των πράξεων και των βίων ηλικιώτις ιστορία τα μεν φθόνοις και δυσμενείαις, τα δε χαριζομένη και κολακεύουσα λυμαίνηται και διαστρέφη την αλήθειαν».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΖ'.

(α.)

Προκήρυξις Κοχράνου.

«Ο επικινυνωδέστερος εχθρός σας, η διχόνοια, ήδη ενικήθη· τώρα το έργον σας είναι εύκολον^ οι νέοι της Ελλάδος πανταχού τρέχουν εις τα όπλα· η τύχη της ακροπόλεως δεν είναι πλέον αμφίβολος. Επειδή οι πολιορκούντες περικυκλούνται, επειδή η μετακόμισις των τροφών εμποδίζεται, τα στενά καταλαμβάνονται και η αναχώρησις γίνεται αδύναμος, εβεβαιώθη ήδη η ελευθερία της κλασικής γης των Αθηνών διορισμένης από την θείαν Πρόνοιαν να γίνη πάλιν καθέδρα της ελευθερίας, των επιστημών και των τεχνών^ μη παύσετε όμως, Έλληνες, αφ' ού κατορθώσετε τούτο, μη βάλλετε τα σπαθιά σας εις τας θήκας, εν όσω ο θηριώδης Τούρκος κρατεί και μίαν πιθαμήν του ιερού εδάφους το οποίον μίαν φοράν ήτον των πατέρων σας. Ας συναμιλλώνται οι θαλασσινοί νέοι διά την δόξαν με τους ήρωας της ξηράς, ας σπεύσουν να έμβουν εις τα εθνικά πλοία, και αν δεν δοθούν η ανεξαρτησία και όλα τα δίκαιά σας. Ας αποκλείσουν τον Ελλήσποντον και ας φέρουν τον πόλεμον εις την επικράτειαν του εχθρού· τότε ο απάνθρωπος σουλτάνος, ο άδικος σφαγεύς των υπηκόων του, ο αιμοβόρος καταδυνάστης των Ελλήνων θέλει αφανισθή από τους οικείους του· τότε η μουσουλμανική δύναμις θέλει καταστραφή αφ' εαυτής^ τότε η ιερά σημαία του σταυρού θέλει κυματίζει πάλιν επάνω του ναού της αγίας Σοφίας· τότε ο ελληνικός λαός θέλει αποκτήσει την αυτονομίαν και την ευνομίαν· κλειναί πόλεις θέλουν ανεγερθή, και η λαμπρότης των ερχομένων χρόνων θέλει εξισωθή με την των παρελθόντων. Αλλά μη νομίσετε, Έλληνες, ότι η πατρίς σας ημπορεί να ήναι ασφαλής, εάν έκαστος υμών δεν δράμη προθύμως εις υπεράσπισίν της».

(β.)

Ζήτει την απορριφθείσαν συνθήκην εν σελίδι 224 Ιστορίας Αθηνών Σουρμελή.

(γ.)

Ιδού η συνθήκη όλη·

«Άρθρ. Α'. Όλα τα στρατεύματα της φρουράς θέλουν εκβή με τα όπλα και πράγματά των.

«Β'. Όλαι αι οικογένειαι Αθηναίαι θέλουν εκβή χωρίς όπλα, με τα πράγματά των όμως, και θέλουν υπάγη εις τα σπήτιά των και χωρία των, όπου τους υπόσχομαι να δώσω τας ιδιοκτησίας των ομού και την ασφάλειαν της ζωής των, τιμής των και υπαρχόντων των. Και επειδή μεταξύ αυτών των οικογενειών ευρίσκονται χήραι, και ανήλικα παιδία χωρίς τους πατέρας των, υπόσχομαι και δι' αυτά ίνα προστατευθώσι, και δοθή εκ μέρους μας το αναγκαίον ταγήνι των.

«Γ'. Όλοι οι Μουσουλμάνοι κάθε ηλικίας και γένους, οίτινες ευρίσκονται εις την Ακρόπολιν, θέλουν δοθή εις τας χείρας μας.

«Δ'. Ο τόπος όλος, εκτός του Χαβαλέ, θέλει είναι εύκαιρος από στρατεύματά μας έως εις το ακροθαλάσσιον των τριών Πύργων.

«Ε'. Τρεις των αξιωματικών μας οι λεγόμενοι Γεντικλίδες μας εξ ών είναι ο Καφτάναγας, ο Τσοχαντάραγας, και Σαλήχμπεης, ομού με άλλους τρεις αρχηγούς Αλβανούς δοσμένους ως ενέχυρα εις χείρας των θέλουν συνοδεύσει τα στρατεύματά των έως εις τον τόπον του εμβαρκαρίσματος, όπου θέλει παρευρεθώσιν έως εις το εντελές εμβαρκάρισμα.

«ΣΤ'. Διά την μετακόμισιν των ασθενών και πληγωμένων θέλουν δοθώσιν εκ μέρους μας εξήντα άλογα.

«Ζ'. Η Ακρόπολις θέλει μας παραδοθή εις τον τρόπον και εις την κατάστασιν οπού ευρίσκεται· δηλ. με τα πολεμοφόδια, πυροβολικά, και τροφάς όπου ημπορούν να ευρίσκωνται εις αυτήν.

«Η'. Θέλει σταλθώσιν εκ μέρους μας εις την Ακρόπολιν εμπιστευμένοι τρεις άνθρωποι διά να περιεργασθώσιν αν ήναι υπόνομοι, ως ακούσαμεν, και τούτο θέλει γένει όταν υπογραφώσιν αι συμφωνίαι εκ μέρους των.

«Θ'. Αυτοί λοιπόν οι τρεις άνθρωποι, επειδή θέλουν λογισθή ως ενέχειρα εις τας χείρας, θέλει δοθώσιν εκ μέρους των εις ανταλλαγήν τρία αριθμημένα υποκείμενα, τα οποία θέλει αποδοθώσιν ευθύς όπου αδιασθή η Ακρόπολις.

«Ι'. Εάν οι εις την Ακρόπολιν αποσταλέντες τρεις άνθρωποι ήθελαν ίδωσι καμμίαν βλάβην γενομένην μετά την υπογραφήν των συνθηκών ή εις τας πηγάς, ή εις τον Πύργον, ή εις άλλα μέρη της Ακροπόλεως, θέλει ακυρωθώσιν αι συνθήκαι.

«ΙΑ'. Και τελευταίον θέλει διορισθή μία ώρα διά την αρχήν της εκτελέσεως κατά την έξοδον.

«Αυτά λοιπόν τα ένδεκα άρθρα υπόσχομαι μεθ' όρκου να φυλαχθώσι απαρασαλεύτως χωρίς να γένη διαφορετικά εξ αποφάσεως.

«Τη 24 μαΐου 1827

«Βεζίρης Μεχμέτ-Ρεσήτ πασάς πληρεξούσιος Αρχιστρ. κτλ.»

(δ.)

Όρα Κεφάλαιον ΞΘ'.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΗ'.

(α.)

Ευρίσκει ο αναγνώστης τοιαύτα αμνηστήρια εν σελίδι 510 των υπομνημάτων του Γενναίου.

(β.)

Ιδού η περί υποταγής ανταπόκρισις, εν ή εκφράζεται παρρησία η γενναία απόφασις των Μεσσηνίων ν' αποθάνωσιν ελεύθεροι· ελήφθη δε εκ της ιστορίας του πρωτοσυγγέλου Φραντζή.

«Κύριοι προεστοί των Εμλακίων, Κουτζούκ Μάνης, Νησίου και Καλαμάτας.

«Ο υποσφραγίζων κιαχαγιάμπεης του υψηλοτάτου πασά αυθεντός μας σας γνωστοποιώ, ότι μ' όλον οπού με έμρι της υψηλότητος του αυθέντου μας ήλθα εις τα ενταύθα διά να κατακάψω, κατακαύσω, και σχεδόν ν' αφανίσω όλα τα δένδρα σας όσα είναι χρήσιμα και αναγκαία προς τροφήν σας, λυπούμενος τον πτωχόν λαόν να μη δοκιμάση την αυτήν ζημίαν και αφανισμόν των αναγκαίων δένδρων σας, έκρινα εύλογον να σας είπω, ότι χωρίς αναβολής καιρού να συσκεφθήτε καλώς και να παραιτηθήτε από τα της αποστασίας φερσίματα, και καθώς σας συμβουλεύω να ελθήτε να προσκυνήσετε διά να απαντήσετε την οργήν αυτήν και τον αφανισμόν οπού θέλει δοκιμάσει όλη η πτωχολογία σας· ειδέ και δεν ελθήτε, ας ήναι η αμαρτία εις τον λαιμόν σας και όψεσθε εν ημέρα κρίσεως· περισσότερον δεν είναι χρεία να σας γράψω από αυτά, και υγιαίνετε. «Την 22 σεπτεμβρίου 1827 Νησίον Καλαμάτας».

Απάντησις.

«Προς τον εξοχώτατον κιαχαγιάμπεην του Ιβραήμπασα.

«Ελάβαμεν ένα γράμμα σου, εις το οποίον λέγεις ότι είσαι διωρισμένος από τον αυθέντην σου διά να κατακόψης τα δενδρικά μας, και σου αποκρινόμεθα. Οι Έλληνες όταν απεφάσισαν να τεινάξωμεν τον ζυγόν της τουρκικής τυραννίας, εβάλαμεν προ οφθαλμών ότι κοντά με τα άλλα δικαιώματα του ελευθέρου ανδρός, τα οποία αυτοί μας είχαν αρπαγμένα και τα οποία θ' αποκτήσωμεν και όλα όσα ή καταπλακωμένα, ή από την αυτήν τυραννίαν των πατέρων μας φέρει επάνω της, ως υποκείμενα και αυτά εις την διάκρισιν της τυραννίας. Ότι δεν ημπορείς να τα κατακόψης, δεν μας είναι παράξενον, διότι κοντά εις τόσας άλλας παρανομίας, τας οποίας κάμνετε καθ' ημέραν εις τα αδύνατα μέλη, ημπορείτε να μεταχειρισθήτε το αυτό και εις τα άψυχα δένδρα. Στοχασθήτε όμως ότι δι' όλας αυτάς τας παρανόμους πράξεις σας χρεωστείτε λόγον καθώς και εις άλλα· είναι και εις ταύτα τα μέρη της Μεσσηνίας συγκροτημένον στρατόπεδον παρά του γενικού αρχηγού των αρμάτων της Πελοποννήσου, και όταν θέλετε, πολεμείτε με αυτό και όχι με τα ξύλα· ημείς πάλιν λέγομεν ότι είμεθα αποφασισμένοι ν' αποθάνωμεν ελεύθεροι Έλληνες· την 26 σεπτεμβρίου 1827. «Οι κάτοικοι των επαρχιών της Μεσσηνίας».

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΘ'.

(α.)

Αληθή όσα έλεγεν η Πύλη ως προς τον λόρδον Στραγφάρδον, αλλ' όχι και ως προς τους πληρεξουσίους της Ρωσσίας.

(β.)

Όρα κεφάλαιον ΝΣΤ'.

(γ.)

Ζήτει την προκήρυξιν εν τω αριθμώ νγ' της γενικής εφημερίδος της Ελλάδος 1827.

(δ.)

Τέσσαρα μέλη μόνον εξελέχθησαν.

(ε.)

Ένδεκα ημέρας παρηκολούθει τον στόλον τούτον η ελληνική γολέττα Ασπασία και ήρπασε δύο φορτηγά.

(στ.)

Διαφόρως απαριθμούνται και εις διαφόρους διαιρούνται τάξεις τα πλοία του στόλου τούτου· αλλ' εγώ παρεδέχθην ως αφαλέστερον τον παρά του γραμματέως του καπητανάμπεη δοθέντα κατάλογον τω Κοδριγκτώνι την επιούσαν της ναυμαχίας. Αν συναριθμήση τις τα παρά τω Ιβραήμη πρότερον πλοία, και τα εκ Κωνσταντινουπόλεως άλλοτε υπό τον Ταχήρπασαν και πατρονάμπεην και τα εξ Αλεξανδρείας εσχάτως υπό τον καπητανάμπεην και Μουχαρέμπεην κατάραντα, θα ευρεί τον αριθμόν αυτών ανώτερον· αλλά πιθανόν ότι απήλθαν εν τω μεταξύ τινά εις άλλην υπηρεσίαν· εννέα τούτων είδαμεν ότι ελλιμένιζαν εν τω κόλπω των Σαλώνων. Κατά την έκθεσιν δε του γραμματέως τα δύο δίκροτα ήσαν των 84 κανονίων, το έν των 74, αι τέσσαρες αιγύπτιαι φρεγάται των 64 και αι λοιπαί των 48· αι δε κορβέτται αι μεν των 24 αι δε των 18· τα δε βρίκια των 19.

(ζ.)

Αγγλική Μοίρα.

Η Ασία έφερε κανόνια 84, η Γενούη 76, η Αλβιών 74, η Γλασκόβη 50, η Καμβρία 48, η Λαρτμούθη 42, η Ταλβότη 28, το Ρόδον 18, ο Κώνωψ, το Γοργόν και η Φιλομήλα ανά 10, και η Έλαφος 6.

Γαλλική Μοίρα.

Η Βρεσλαβία έφερε κανόνια 84, ο Σκιπίων 80, η Τρίαινα 74, η Σειρήν 60, η Αρμίδα 42, η Αλκυών 10, και η Δάφνη 6.

Ρωσσική Μοίρα.

Η Γαγκούτη έφερε κανόνια 81, η Αζόφη 74, ο Ιεζεκιήλ 74, Ο Κωνσταντίνος Νεύσκης 44, η Προβονόη 42, η Ελένη 38, ο Κάστωρ 32

(η.)

Ελέγετο τω καιρώ εκείνω ότι η απροσδόκητος αύτη Ναυμαχία εγένετο επί τη ιδιαιτέρα προτροπή του τότε πρώτου λόρδου του αγγλικού Ναυαρχείου έπειτα δε Βασιλέως Γουλιέλμου Δ'. Δις ηρώτησα εν Λονδίνω τον Ναύαρχον Κοδριγκτώνα αν αλήθευε τούτο και δις το έψευσε. Την δευτέραν μάλιστα φοράν, παρατήρησας ότι εδυσπίστουν, το έψευσεν επί λόγω τιμής.

(θ.)

Την εννάτην ημέραν μετά την κατά το Νεόκαστρον ναυμαχίαν διηγήθη ο Ιβραήμης τα κατ' αυτήν τω Παγέτω (Paget) πλοιάρχω της γαλλικής γολέττας, Βέλους· την δε αναφοράν του πλοιάρχου τούτου προς τον ναύαρχόν του Δεριγνήν εφ' όσων ήκουσεν εκδοθείσαν εν τη κατά τον απρίλιον 1837 επιθεωρήσει της Δουβλίνης, εκδίδω ενταύθα ως περί έργον και άγνωστον παρ' ημίν.

«Επιθυμώ, κύριε», (είπε τω πλοιάρχω ο Ιβραήμης), «να κοινοποιήσης τους εξής λόγους μου πιστώς και ακριβώς τω ναυάρχω Δεριγνή· πέποιθα δε ότι ειλικρινώς θα εκπληρώσεις την επιθυμίαν μου.

«Κακώς με παρέστησαν και με εσυκοφάντησαν ειπόντες ότι παρέβην τον λόγον μου. Ιδού τα περιστατικά εφ' ών ερείδεται η ψευδής αύτη κατηγορία.

«Ολίγαις ημέραις προ του κατά την 8/20 οκτωβρίου ατυχούς συμβάντος ήλθα εις λόγους μετά των ναυάρχων Αγγλίας και Γαλλίας παρόντων πολλών αξιωματικών αυτών, και εμείναμεν σύμφωνοι ν' αναβληθή πάσα εχθροπραξία Ελλήνων και Τούρκων έως ου γνωσθή η απάντησις της Πύλης εις τας προτάσεις της συμμαχίας. Ηρώτησα αν επετρέπετο να στείλω εις Πάτρας τροφάς, ων οι εκεί εσπάνιζαν· οι ναύαρχοι συνήνεσαν· ηρώτησα αν ηδυνάμην να υπερασπίσω τα φορτηγά πλοία διά πολεμικών εν περιπτώσει προσβολής των Ελλήνων· ανένευσεν ο Άγγλος ναύαρχος, αλλ' επρότεινε να τα συνοδεύση αυτός, ή ν' ασφαλίση άλλως τον πλουν αυτών· εγώ όμως αντέτεινα ως προσβαλλομένης της τιμής της σημαίας μου· απέπλευσαν οι αγγλογάλλοι μετ' ολίγον του λιμένος του Νεοκάστρου, απέστειλα και εγώ τα φορτηγά εις Πάτρας συναποστείλας καί τινα πολεμικά εις υπεράσπισίν των, διότι έμαθα ότι περιέπλεαν ελληνικά. Ερωτώ σε, κύριε, αν έπρεπεν άλλως πώς να πορευθώ και να εγκαταλείψω τους εν πολεμώ αδελφούς μου λιμώττοντας. Μαθών δε μετά ταύτα, ότι ο λόρδος Κοχράνης ηπείλει τας Πάτρας μεθ' ικανής δυνάμεως, απέπλευσα και εγώ και διέταξα να συνακολουθήσωσι διάφοροι φρεγάται επ' ελπίδι να προλάβω διά της επιδείξεως ταύτης πάσαν συμπλοκήν και ν' ασφαλίσω τον εις Πάτρας κατάπλουν των φορτηγών. Εν τούτοις τα προπλεύσαντα πλοία απήντησαν τα αγγλικά και κατά πρόσκλησιν αυτών επανέστρεψαν προς το Νεόκαστρον· απήντησα αυτά επί της επιστροφής των, συνεκρότησα συμβούλιον περί των περαιτέρω, και μετά βαθείαν σκέψιν απεφάσισα να επισιτίσω τας Πάτρας κατά το πρώτον μου σχέδιον, διότι κατά τούτον τον τρόπον ούτε τον προς τους ναυάρχους λόγον μου παρέβαινα, ούτ' επεχείρουν τι κατά των Ελλήνων μηδένα τόπον κατεχόντων τω καιρώ εκείνω εν τοις πέριξ. Αλλά διευθυνόμενος προς τας Πάτρας απήντησα εκ νέου τους Άγγλους, και προσκληθείς να επιστρέψω επέστρεψα εις Nεόκαστρον παραιτηθείς επί του παρόντος του πρώτου σχεδίου μου· επανελθών δε εις Νεόκαστρον ανεχώρησα εκείθεν εκ νέου διά τινας ημέρας εν ώ αι μοίραι, αγγλική, γαλλική και ρωσσική, περιέπλεαν. Μία φρεγάτα και έν αγγλικόν βρίκι εισέπλευσαν τον λιμένα άνευ σημαιών, και μετά τινας εν αυτώ λοξοδρομίας εξέπλευσαν κατά τον αυτόν τρόπον. Τοιαύτη διαγωγή είναι κατ' εμέ και αδικαιολόγητος και ανεξήγητος. Την 8/20 Οκτωβρίου βλέπων ο τοποτηρητής μου τον συμμαχικόν στόλον εισερχόμενον εν παρατάξει και επί σκοπώ κατά το φαινόμενον εχθρικώ, ανήγγειλε τω Άγγλω ναυάρχω αποστείλας προς αυτόν λέμβον, ότι ελυπείτο βλέπων τοιαύτην δύναμιν εισερχομένην εν απουσία μου, και ότι οι σύμμαχοι εδύναντο να έλθωσιν εις λόγους μετά των επί της ξηράς ασφαλώς, αν ήθελαν, διά του είσπλου τινών μόνον πλοίων χωρίς να διακινδυνεύσωσι την ειρήνην.

Ερωτώ σε, κύριε, είχε τι κακόν ο λόγος ούτος; δεν ήτο φυσικόν ν' αποδοκιμάση ο προϊστάμενος τον είσπλουν τοιαύτης δυνάμεως, και να διαμαρτυρηθή κατ' αυτής τετραπλής ούσης ή πενταπλής παρά την ημετέραν και ικανής να προκαλέση εχθροπραξίας διά της πολεμικής της παρουσίας; Ο Άγγλος ναύαρχος απέπεμψε την λέμβον αποκριθείς περιφρονητικώς ότι ήλθε να δώση διαταγάς και όχι να λάβη συμβουλάς. Την β' ώραν εισέπλευσαν αι τρεις μοίραι και ηγκυροβόλησαν εντός πιστολίας από του τουρκικού στόλου· μία δε φρεγάτα ηγκυροβόλησε πλησίον δύο πυρπολικών κειμένων παρά το στόμα του λιμένος. Έστειλε την λέμβον του και εκ δευτέρου ο ναύαρχος του τουρκικού στόλου προς τον του αγγλικού ζητών διασαφήσεις περί των εχθρικών τούτων κινημάτων, αλλ' ο σταλείς απεπέμφθη εν περιφρονήσει, η δε παρά τα πυρπολικά αγκυροβολήσασα φρεγάτα έστειλε τας λέμβους της εις κυρίευσίν των. Εν τούτοις έπεσάν τινες τουφεκίαι ως σημείον γενικής μάχης, ήτις διήρκεσε μέχρις εσπέρας, καθ’ ήν κατεστράφη ο ημέτερος στόλος συγκείμενος εκ τριών δικρότων, δεκαπέντε φρεγατών και πολλών φορτηγών και απροετοίμαστος εις μάχην· ο δε προς ον αντιπαρετάττετο, συνίστατο εκ δέκα δικρότων και πολλών φρεγατών και κορβεττών. Τούτων ούτως εχόντων, φρονούν τω όντι οι τρεις ναύαρχοι ότι εδρέψαντο αφθόνως δάφνας κατατροπώσαντες δι' ανωτέρας δυνάμεως αντίπαλον μη προσδοκώντα ή προκαλέσαντα τοιαύτην συμπλοκήν, μήτε προετοιμασθέντα εις μάχην, ή φροντίσαντα τα εις υπεράσπισιν; αλλά τις ο αρξάμενος αδίκων χειρών; έκαστος προσπαθεί να αθωωθή, αλλ' είναι εκτός πάσης αμφιβολίας ότι η αγγλική φρεγάτα επεχείρησεν αλόγως και αναιτίως να κυριεύση τινά πυρπολικά, και ότι η δικαία αντίστασις των εν αυτοίς επέφερε την πρώτην πυροβολήν. Επί τέλους, ομολογώ ότι εγώ συναισθάνομαι ότι κατ' ουδέν ημάρτησα, αλλ' αγνοώ εισέτι τι το προκαλέσαν την ανεξήγητον ταύτην διαγωγήν. Αι μεγάλαι Δυνάμεις δεικνύουν επιθυμίαν να παύσωσι την περαιτέρω κατά την Ανατολήν αιματοχυσίαν, αλλ' ιδέ πώς οι ναύαρχοί των ερυθραίνουν τα νερά του Νεοκάστρου δι' αιμάτων, και πώς καλύπτουν όλον τον λιμένα δι' επικυματιζόντων πτωμάτων. Είπαν, ότι παρέβην τον λόγον μου· είμαι έτοιμος ν' απέλθω και εις Παρισίους και εις Λονδίνον, αν ήναι ανάγκη, ίνα γνωστοποιήσω την αλήθειαν, και τότε οι χύσαντες το αθώον αίμα θα υποστούν το όνειδος και την αισχύνην της κακοπραγίας των. Ναυπηγούνται πλοία ίνα διακινδυνεύωσιν εν μάχαις και τρικυμίαις· δεν με λυπεί τόσον η απώλεια αυτών· αλλ' ακούων ότι παρέβην τα συνομολογηθέντα δεν ημπορώ ν' αποσιωπήσω ότι είναι αισχρά συκοφαντία.

«Πέποιθα, κύριε, ότι θα κοινοποιήσεις όσα σοι είπα προς τον ναύαρχόν σου λέξιν προς λέξιν».

Η έκθεσις αύτη μαρτυρεί ότι συνώδευσεν ο Ιβραήμης τα φορτηγά πλοία διά πολεμικών παρά την ρητήν γνώμην των ναυάρχων της συμμαχίας.

Εις ακριβή κατάληψιν της τότε περί Ελλάδος πολιτικής του Αγγλικού υπουργείου δημοσιεύομεν και ημείς τα εξής γράμματα και σημειώματα του λόρδου Παλμερστώνος περιεχόμενα εν τη Βιογραφία του πολιτικού τούτου ανδρός ην εξέδωκεν ο Sir Henry Bulwer εν Λονδίνω τω 1870.

Ο ΠΑΛΜΕΡΣΤΩΝ ΠΕΡΙ ΕΛΛΑΔΟΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΑΔΕΛΦΟΝ ΤΟΥ W. ΤΕΜΡLΕ 19 Οκτωβρίου 1827 — σελ. 201. — Εις Βερολίνον.

--------------------------

Δεν ημπορώ να πιστεύσω ότι οι Τούρκοι θα επιμείνωσιν όταν πεισθώσιν ότι αι τρεις σύμμαχοι δυνάμεις δεν αστειεύονται. Η δε Αυστρία φρονώ ότι και εις ταύτην την περίστασιν παίζει την συνήθη διπλοπροσωπίαν της, εξ ενός μεν διαβεβαιούσα ημάς ότι είναι πρόθυμος να μας βοηθήση, και ότι ο μόνος λόγος διά τον οποίον δεν συμμετέχει της συνθήκης είναι η αφηρημένη αρχή, ήτις τη απαγορεύει την αναγνώρισιν τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων, της διαρκούς δηλαδή αντιστάσεως υπηκόων κατά του κυριάρχου των· εξ άλλου δε προτρέπει ταυτοχρόνως την Πύλην να μη ενδώση, διαβεβαιούσα αυτήν ότι οι σύμμαχοι θα διαιρεθώσι και θ' απολήξη εις μηδέν η συμμαχία. Ο Μετερνίχος μάλιστα είχε την αναισχυντίαν να προτείνη εμμέσως εις τους συμμάχους διά της γαλλικής κυβερνήσεως, όπως η Αυστρία και η Πρωσσία μεσολαβήσωσι μεταξύ της Τουρκίας και των συμμάχων, λέγων ότι η συνθήκη απεδείχθη ήδη πασιδήλως ατελεσφόρητος και μη πραγματοποιήσιμος, (η συνθήκη της 6 ιουλίου 1827 )· ο Damas τω απεκρίθη ως έπρεπεν, ειπών ότι αι τρεις δυνάμεις εφρόνουν εν πάση ταπεινότητι ότι έχουσι την δύναμιν να εκτελέσωσι τους σκοπούς των, και ότι η συνθήκη, αντί να καταντήση άγραφος χάρτης, ήρχισεν ήδη να εκτελήται, ότι δεν μας χρειάζεται η σύμπραξίς, εν είδει μεσολαβήσεως των υποχρεωτικών φίλων μας εν Βιέννη και Βερολίνω, αλλ' ότι αν ούτοι επεθυμούσι να συμμετάσχωσι της συνθήκης, ημπορούν εισέτι να γίνωσι παραδεκτοί, και ότι η τοιαύτη σύμπραξις θα ήτο ευπρόσδεκτος. Ο Μετερνίχος όμως βαθμηδόν θα συνδεθή κάπως περισσότερον με την Αγγλίαν. Μεταξύ αυτού και του Κάνιγκος υπήρχε προσωπική αντιπάθεια, ήτις επηρέασε την πολιτικήν και των δύω ίσως. Αλλ' ο Μετερνίχος πρέπει να είναι βλαξ διά να μη βλέπη ότι η Ρωσσία είναι το συννεφώδες σημείον του ορίζοντός του, ότι η κακή του βροχή εκείθεν προέρχεται, και ότι πρέπει προς δυσμάς να ζητήση σκέπην.

Τω αυτώ, 27 9βρίου 1827 (σελ 204)

εις Βερολίνον.

Κατά τας τελευταίας ειδήσεις ημών από Κωνσταντινούπολιν, από της 8 τούτου οι Τούρκοι εφαίνοντο εκπεπληγμένοι όσον και συγκεχυμένοι εκ της καταστροφής του Ναυαρίνου. Κατ' εμήν κρίσιν το συμβάν τούτο θα εξομαλύνη αντί ν' αυξήση τας δυσκολίας. Θα το εκτιμήσωσιν οι Τούρκοι ως απόδειξιν δυνάμεως και ένδειξιν αποφασιστικότητος. Τοις αφαιρείται δε ούτω πάσα πιθανότης της διατηρήσεως του στρατού των εν Πελοποννήσω· διότι ο διά ξηράς δρόμος είναι πολύ μακρός και δύσκολος προς διατήρησίν του· το μόνον ζήτημα είναι πόσος καιρός χρειάζεται όπως οι Έλληνες, και αι επιδημίαι, και ο κάματος εξαφανίσωσι τας σημερινάς δυνάμεις των Τούρκων εν Ελλάδι, και είναι πιθανόν να διαιρεθή η συμμαχία προ τού συμβή η τοιαύτη εξαφάνισίς των εξ άλλου μέρους θα σκέπτωνται ότι αν τα ήδη γενόμενα δεν αρκέσωσι, κάτι περιπλέον δύναται εισέτι να γείνη, προς εκτέλεσιν των αναφερομένων εις την συνθήκην μέτρων. Ο Μετερνίχος εφέρθη ποταπώς και ανοήτως. Μας έφερεν υπόκρυφα προσκόμματα, ενώ αλλέως φερόμενος ηδύνατο να προλάβη την συμπλοκήν. Τώρα δε τον κατέλαβεν ο φόβος και θέλει τω όντι να μας βοηθήση, αφού πλέον εσμικρύνθη η επιρροή του. Αφ' ό,τι είδον αφ' ού είμαι εις το υπουργείον, έχω την πεποίθησιν ότι ο άνθρωπος ούτος προτιμά την σκολιάν από την ευθείαν οδόν, οπότε έχει να εκλέξη μεταξύ των δύω.

Τω αυτώ, 4 Δεκεμβρίου 1827 (σελ. 206).

Ουδέν εισέτι βέβαιον ως προς τα της Τουρκίας και Ελλάδος. Το πιθανώτερον είναι ότι ο Τούρκος θα καθήση σταυροπόδι με τας χείρας δεμένας και θα είπη ότι δεν κάμνει τίποτε· ή καθώς οι Γάλλοι λέγουν qu' il se retranchera dans son inertie· το δε ζήτημα τότε θα είναι πώς να τον εξαναγκάσωμεν να κινηθή· διότι η συνθήκη του Λονδίνου πρέπει να εκτελεσθή ό,τι και αν συμβή, και όποιος και αν μας εμποδίση! Πιστεύω ότι και ο Μετερνίχος αυτός θα είναι πλέον αηδιασμένος με την διπλοπροσωπίαν του επί της υποθέσεως ταύτης, και ότι θα επεθύμει να μη είχεν εμπνεύσει εις το διβάνιον τόσην υπομονήν.

Οι πονηροί αποδεικνύονται πάντοτε ανόητοι εις την πράξιν· τίποτε δε ανοητότερον διά την Αυστρίαν, ή να παρεμβάλλη κούφια προσκόμματα εις την πορείαν των συμμάχων, ως ο Μετερνίχος έπραξε· δεν ημπορεί να ωφελήση την Αυστρίαν η απομάκρυνσις της διχοστασίας μεταξύ Τουρκίας και των συμμάχων, και αν αύτη λήξη εις πόλεμον ως τω όντι έληξε, θα μετανοήση πικρώς διότι δεν εκίνησε πάντα λίθον όπως προλάβη την τοιαύτην κρίσιν.

Τω αυτώ εις Πετρούπολιν Μαρτίου 25, 1828 (σελ. 219).

Η είδησις ότι η Ρωσσία σκοπεύει να κηρύξη κατά της Τουρκίας πόλεμον εμπερδεύει μεγάλως την εκτέλεσιν της συνθήκης του Λονδίνου. Δεν σκοπεύομεν να πολεμήσωμεν την Τουρκίαν. Πώς λοιπόν να συμπράξωμεν με την Ρωσσίαν αν εκείνη κηρύξη τον πόλεμον; Εν τούτοις είμεθα αποφασισμένοι να μη καταστρέψωμεν την συνθήκην ως εκ της δυσκολίας ταύτης, αλλά να επιμείνωμεν μετά της Γαλλίας εις την εκτέλεσίν της, κατά τον ιδικόν μας τρόπον. Και η Γαλλία δε μαίνεται επίσης ευδιάθετος να εμμείνη εις τας υποχρεώσεις της, και επίσης πρόθυμος να φέρη την υπόθεσιν εις ταχύ πέρας. Ανάγκη να κάμωμεν τα δυνατά μας όπως εξώσωμεν από την Ελλάδα τους Τούρκους και Αιγυπτίους, άμα δε τούτο κατορθωθή, τα λοιπά είναι σχετικώς εύκολα· η Ρωσσία διά τοσούτων διακηρύξεων και ομολογιών υπεχρεώθη να μη επιδιώξη κατακτήσεις, ώς τε πρέπει να πιστεύσωμεν εις την ειλικρίνειάν της· αλλά η επιτυχία εν πολέμω φέρει μεγάλους χειρισμούς εις το να λησμονήση τις την μετριοπάθειαν την οποίαν ηδύνατο τω όντι κατ' αρχάς να έχη, ώς τε όσον ταχύτερον τελειώση η αιτία του πολέμου, τόσον ολιγωτέρα πιθανότης είναι να παρουσιασθώσι τοιούτου είδους πειρασμοί· άλλως τε η Ευρώπη έχει το δικαίωμα ανεξαρτήτως οιωνδήποτε υποχρεώσεων της Ρωσσίας, να μη επιτρέψη την εκ του μετά της Τουρκίας πολέμου της διατάραξιν της ισορροπίας των δυνάμεων, και την μεταβολήν των κτήσεων, όπως ήδη ευρίσκονται αύται ωρισμέναι από της τελευταίας γενικής ειρήνης.

Τω αυτώ, 8 Μαΐου 1828. (σελ. 225)

εις Πετρούπολιν.

Ωφελούμαι από της ευκαιρίας ταύτης όπως σοι γράψω ολίγας γραμμάς άνευ φόβου ν' ανοιχθώσιν από το ρωσσικόν ή άλλο ταχυδρομείον. Δεν πηγαίνομεν κατά την αρέσκειάν μου. Αλλ' από την Ρωσσίαν και την Γαλλίαν εξαρτάται αν θα χωρισθώμεν από αυτάς ή όχι· αν θέλουν να χωρισθώσιν από ημάς ευκόλως δύνανται να εύρωσι πρόφασιν· αν θέλουν να είναι μεθ' ημών δεν θα μας δώσωσι πρόφασιν διά να τα χαλάσωμεν. Ο δουξ (Wellington) έχει μεγίστην αντιπάθειαν κατά της Ρωσσίας. Ο Aberdeen είναι Αυστριακός, ο Bathurst αντίρρωσσος και Αυστριακός. Και οι τρεις δε έδιδον το παν όπως απαλλαγώσι της ελληνικής συνθήκης, την οποίαν αποστρέφονται· πασχίζουν δε επιδεξίως να καταφέρωσι τούτο. Νομίζω ότι ο δουξ ευρίσκεται εις ανταπόκρισιν με τον Μετερνίχον, και ακολουθεί το σύστημα της αναβολής και της αργοπορίας, σύστημα όλως αντίθετον εις την φύσιν του δουκός όταν ούτος επιθυμή τω όντι να φέρη τι εις πέρας . . . . Η απάντησις της Ρωσσίας θα μας έλθη εν τούτοις προσεχώς. Αν ως περιμένω, λέγει, η Ρωσσία δεν προτίθεται ν' αποχωρήση από της συνθήκης . . . φρονώ ότι θ' αναγκασθώμεν να επαναλάβωμεν τας διασκέψεις, και δεν θα έχωμεν αφορμήν όπως τας διεκφύγωμεν. Αι βουλαί εις Γαλλίαν γίνονται παντοδύναμοι και ωθούσι την κυβέρνησιν εις ενεργητικώτερον υπέρ Ελλάδος μέτρον. Η Γαλλική κυβέρνησις λέγει ότι θα έχη να στείλη χρήματα και στρατόν, και προτείνει την αποστολήν 6000 Άγγλων και ισαρίθμων Γάλλων. Τούτο ήτο ανέκαθεν το ιδικόν μου σχέδιον και το επρότεινα εις τον Goderich (πρωθυπουργόν) τον 9βριον, ότε είχεν αποφασισθή η αποχώρησίς μας εκ της Πορτογαλλίας. Αλλ' ουδείς άλλος το επεδοκίμασε τότε. Και τώρα δε δεν το νοστιμεύονται περισσότερον, και δεν θα πραγματοποιηθή. Χρήματα δεν θα δώσωμεν άνευ συγκαταθέσεως του παρλαμέντου, αμφιβάλλω δε αν προς τοιούτον σκοπόν επιψηφισθή επιχορήχησις. Ο Huskisson, ο Dudley, ο Grant και εγώ πασχίζομεν να συγκρατώμεν τα πράγματα και μέχρι τούδε το επετύχαμεν. Αν δε η Γαλλία και η Ρωσσία μας φέρωνται ευγενικώς, θα το καταφέρωμεν και εφεξής· αλλ' αν μας στείλωσιν έγγραφα απότομα, δεν θα δυνηθώμεν να εμποδίσωμεν την διάλυσιν της συμμαχίας. Το τοιούτον θα με λυπήση πολύ· όχι ότι θα εμποδίση την απελευθέρωσιν της Ελλάδος, διότι η Ρωσσία και η Γαλλία θα πράξωσι τότε το έργον άνευ ημών, αλλά θα είναι ανάρμοστον εις την Αγγλίαν ν' αποχωρήση από τοιαύτην συνθήκην και να παραιτηθή από της θέσεως την οποίαν κατέλαβεν εν Ευρώπη. Εις το μεταξύ η Γαλλία μας προτρέπει να επαναλάβωμεν τας συνδιασκέψεις, ως μέσον να μη μας διαφύγη η Ρωσσία. Και έχει τον λόγον του το πράγμα.

Εις τον αδελφόν του εις Πετρούπολιν (σελ. 329).

30 Μαρτίου 1829.

Φοβούμαι ότι καθόσον αφορά την Ελλάδα, μένουν εις τας περυσινάς ιδέας των και θέλουν να περιορίσωσι καθ' όλα το νέον κράτος όσον το δυνατόν περισσότερον. Ως προς την Τουρκίαν και την Ρωσσίαν, ο μεταξύ αυτών πόλεμος δεν μας ενδιαφέρει πλέον όσον πριν. Φαίνεται ότι τα δύο μέρη έχουσι επάνω κάτω ίσην δύναμιν, και μολονότι κατά την προσεχή εκστρατείαν η Ρωσσία κατά τας πλείστας πιθανότητας θα υπερισχύση, μολοντούτο διελύθη η ιδέα ότι η Ρωσσία ήθελε καταφάγει εις μίαν δ α κ ν ι ά ν την Τουρκίαν. Όσον το κατ' εμέ εξ όλης καρδίας εύχομαι να επιτύχη η Ρωσσία, διότι τοιουτοτρόπως μόνον ημπορεί να δοθή έν ευχάριστον τέλος εις το περί του Ελληνικού κράτους ζήτημα.

Εις τον ίδιον εις Πετρούπολιν 4 Δεκεμβρίου 1829 (σελ. 352).

Φαίνεται ότι ο Μετερνίχος ήτο μέχρι τέλους πιστός εις το σύστημά του της διπλοπροσωπίας, και ότι έως ου υπεγράφη η εν Αδριανουπόλει συνθήκη έγραφε παρακινών τον σουλτάνον να μη ενδώση αλλά ν' αντισταθή μέχρι του χειμώνος, υποσχόμενος να κατορθώση προ της ανοίξεως τον σχηματισμόν συμμαχίας (coalition) προς υποστήριξίν του. Αλλ' ο Τούρκος εύρεν ότι αρκετόν καιρόν είχε παιχθή, και ότε ανεκάλυψε πού κατήντησεν ακούων τον Μετερνίχον και περιμένων την αρωγήν του, εγένετο μανιώδης . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ουδέν γνωστόν ενταύθα ως προς την αποκατάσταση της Ελλάδος. Αλλ' ως φαίνεται ο Λεοπόλδος έχει τας μεγαλειτέρας πιθανότητας επιτυχίας.

Εκ του ημερολογίου. 9 Μαρτίου 1828, (σελ. 237).

Υπουργικόν συμβούλιον περί των Ελληνικών πραγμάτων. Ο Ηuskisson επρότεινεν όπως ζητηθή επισήμως παρά της Αυστρίας να απαγορεύση πάσαν εμπορικήν σχέσιν μεταξύ των υπηκόων αυτής και των εν Πελοποννήσω Τούρκων, όπως ούτω γείνη αποτελεσματικός ο αποκλεισμός του Ιβραήμ Πασά, και όπως τη κοινοποιηθή ότι θα την θεωρήσωμεν υπεύθυνον διά τας συνεπείας της αρνήσεώς της, αίτινες ενδέχεται να ήναι η ματαίωσις του αποκλεισμού ημών και η εισβολή των Ρώσσων εις Τουρκίαν. Εφάνη δε ότι γίνεται παραδεκτή η πρότασις αύτη.

Ο δουξ Ουέλλιγκτων έφερε το υπόμνημά του περί των όρων τους οποίους προτείνει όπως ορισθώσιν αι λεπτομέρειαι της συνθήκης.

1ον. Οι Έλληνες να πληρόνωσιν εις την Τουρκίαν ετήσιον φόρον λ. 200,000.

2ον. Ν' αποτίσωσι λ. 1,500,000 προς αποζημίωσιν των εν Πελοποννήσω τουρκικών ιδιοκτησιών.

3ον. Να περιορισθώσι τα σύνορά των εις την Πελοπόννησον καί τινας νήσους, αίτινες να ορισθώσιν ακολούθως.

4ον. Να κυβερνώνται υπό προσώπων διορισθησομένων κατά ένα εκ των εξής τριών τρόπων· ή να παρουσιάζεται εις την Πύλην κατάλογος εξ ού να εκλέγη η Πύλη· ή να στέλλωνται προς αυτήν διάφοροι κατάλογοι, τους οποίους η Πύλη ν' απορρίπτη κατά διαδοχήν, μέχρις ου τη παρουσιασθή ευπροσδέκτων ονομάτων κατάλογος· ή επί τέλους η Πύλη κατ' ευθείαν να διορίζη τα πρόσωπα, αλλ' επί όρω να διορίζη Έλληνας.

5ον. Το ελληνικόν κράτος να συνακολουθή την Τουρκίαν και εις ειρήνην και εις πόλεμον.

Πάντες είπον ότι ο φόρος είναι υπερβολικός, και ο δουξ παρεδέχθη τούτο, ο δε Aberdeen είπεν ότι καθόσον γνωρίζει, ολόκληρος ο φόρος της Πελοποννήσου εφορτόνετο επί δώδεκα περίπου ημιόνων.

Ο Peel ζωηρώς αντέτεινεν εις το να γείνη η νέα ελληνική κυβέρνησις τοσούτον υποχείριος εις την Τουρκίαν. Εάν αφίνετο εις αυτόν να ορίση τα της συνθήκης ήθελε προτιμήσει πλήρη ανεξαρτησίαν παρά την υποτελή εξάρτησιν.

Επρόσθεσε δε ότι αι μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδος σχέσεις θα ήναι δυσάρεστοι εις το μέλλον, και αδύνατον ν' απολήξη εις ευάρεστον αποτέλεσμα το δικαίωμα επεμβάσεως της Τουρκίας. Εκτός δε τούτου δεν συμφέρει να παραδεχθώμεν ότι μεταξύ Αγγλίας και Τουρκίας πόλεμος, ήθελε συνεπιφέρει πόλεμον μεταξύ Ελλάδος και Ιονίων Νήσων. Επί τέλους νομίζει ότι δεν έχομεν διδόμενα επί τη βάσει των οποίων να ορίσωμεν το ποσόν του φόρου και των αποζημιώσεων.

Το κατ' εμέ εξεφράσθην όλως εναντίον των προτεινομένων ορίων της Πελοποννήσου, καθ' ό μη συμφωνούντων με το πνεύμα και τας αρχάς του τε πρωτοκόλλου και της συνθήκης, διότι δεν δύναταί τις να προσδοκά ειρηνοποίησιν διαρκή αν εξαιρεθώσι τοιουτοτρόπως χώραι ευρείαι προ καιρού επαναστατημέναι. Ο Dudley εξεφράσθη ζωηρώς υπέρ της ιδίας ιδέας. Ο Grant είχε παρουσιάσει άλλοτε υπόμνημα υπέρ του αυτού ζητήματος. Ο Bathurst και ο Ellenborough κατά την συνήθειαν ήσαν υπέρ της κατακερματίσεως των Ελλήνων οπωσδήποτε.

Εσυμφωνήθη ότι αντί να προτείνωμεν ειδικάς προτάσεις επί των αντικειμένων τούτων, ο Dudley, εις την αυριανήν συνέντευξίν του μετά του Lieven και του Ρelignac, να τους εξετάση ως προς τας επί του προκειμένου διαθέσεις των κυβερνήσεών των.

O Peel εξέφερε την γνώμην ότι ο φόρος ηδύνατο να ορισθή επί τη βάσει του παρά των Ελλήνων πληρωθέντος πραγματικού ποσού κατά την προ της επαναστάσεως επταετίαν, τας δε αποζημιώσεις να αποφασίσωσιν οι επί τούτω επίτροποι.

Εγένετο πρότασις όπως ανακληθή ο Codrington, ή τουλάχιστον ν' αποσταλή ανώτερός τις αξιωματικός όπως τεθή υπεράνω εκείνου, επί λόγω δήθεν διαπραγματεύσεων μετά της Αιγύπτου. Απεφασίσθη εν τούτοις να ζητηθώσιν από τον Codrington εξηγήσεις πώς αφήκε 45 πλοία περιέχοντα 25,000 ψυχάς, μεταξύ δ' αυτών 5,500 γυναικόπαιδα αιχμαλωτισθέντα, ν' αποπλεύσωσιν ησύχως από Ναυαρίνους εις Αλεξάνδρειαν κατά τον δεκέμβριο μήνα, χωρίς να μάθη τι περί τούτου ειμή μετά την εις Αλεξάνδρειαν άφιξίν των.

Τετάρτη 7 απριλίου ( σ. 246).

Υπουργικόν συμβούλιον μετά το γεύμα εις Apsley House (την κατοικίαν του Wellington) προς σύνθεσιν σχεδίου επιστολής όπως εκθέσωμεν προς την Γαλλίαν τας προτάσεις μας περί καθαρωτέρου ορισμού των σκοπών της συνθήκης του Λονδίνου. Κατά το σύνηθες μεγάλη συζήτησις, πλήρης δε ασυμφωνία. Ο δουξ, ο Ellenborough και ο Aberdeen υπέρ της όσον δυνατόν περιστολής των Ελλήνων. Ο Huskisson, ο Dudley και εγώ υπέρ της πιστής εκπληρώσεως της συνθήκης. Ο δουξ καίτοι φαινόμενος ότι υποστηρίζει την συνθήκην, ενεργεί υπέρ εκτελέσεως αυτής ως να την κατεδίκαζεν. Επροτάθη να μείνη η Πελοπόννησος και αι νήσοι ως όρια. Εκ νέου παρώτρυνα να περιληφθή η Λεβαδειά ή τουλάχιστον η Αττική· αλλ' ουδείς άλλος υπεστήριξε την γνώμην μου ταύτην, Ο φόρος δε επρόκειτο να ορισθή επί τη βάσει του κατά την από του 1814 επταετίαν πληρωθέντος. Επίτροποι να διορισθώσιν εξ αμφοτέρων των μερών προς εκτίμησιν των εις τους Έλληνας παραχωρηθεισών τουρκικών ιδιοκτησιών. Οι Έλληνες να διευθύνωσι τα της εσωτερικής αυτών διοικήσεως και τας εμπορικάς των υποθέσεις. Η Πύλη να έχη δικαίωμα αρνήσεως εις τον διορισμόν του άρχοντος αυτών· αλλ' η άρνησις να μη επαναλαμβάνηται μετά δευτέραν εκλογήν. Να δύνανται οι Έλληνες να έχωσι σχέσεις εμπορικάς με άλλας επικρατείας. Εγένετο πολλή συζήτησις επί προτάσεως τινός του δουκός ότι η Πύλη να έχη εν Ελλάδι απεσταλμένον τινά όστις να την πληροφορή περί των εκεί διατρεχόντων, αλλ' απερρίφθη ως αντιβαίνουσα εις τα της συνθήκης. Συζήτησις πάλιν και ασυμφωνία ως προς την φύσιν των σχέσεων αίτινες θα επιτραπώσιν εις την Ελλάδα μετά ξένων επικρατειών, και ως προς τον βαθμόν καθ' όν θα έπεται τη Τουρκία εν ειρήνη και εν πολέμω. Ο Peel εκ νέου εξέφρασε την γνώμην του υπέρ της πλήρους ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Ο δουξ απ' εναντίας θέλει να την αποκαταστήση όσον το δυνατόν υποτελή. Επροτάθη ότι, κατά την φύσιν της κυριότητος (suzéraineté) η Πύλη να δύναται να ζητή ωρισμένον αριθμόν στρατιωτών και πλοίων από την Ελλάδα, αλλ' η Ελλάς να μη ακολουθή την Τουρκίαν εις τας εξωτερικάς αυτής σχέσεις. Μετά πολλάς διενέξεις ουδέν περί τούτου απεφασίσθη.

Μεγάλη Παρασκευή, 1 απριλίου (σελ. 248).

Υπουργικόν συμβούλιον την 3 ώραν μ.μ. προς σύσκεψιν ως προς το σχέδιον της επιστολής του Dudley προς τον Lord Granville περί των ελληνικών πραγμάτων, περιεχούσης την πρότασίν μας περί ορισμού όσων αντικειμένων αφήκεν αόριστα η εν Λονδίνω συνθήκη. Επανάληψις της συζητήσεως αν η Ελλάς πρέπει να ακολουθή την Τουρκίαν εν ειρήνη και εν πολέμω, κατά συνέπειαν της κυριαρχίας της Πύλης. Ο δουξ πολύ υπέρ τούτου. Ο Ηuskisson, ο Ρeel, ο Dudley και εγώ ενάντιοι. Η συνθήκη του 1800 μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας περί Ιονίων Νήσων και η θέσις της Ραγούζης ανεφέρθησαν ως παραδείγματα. Επί τέλους ο δουξ ευρών ότι η γνώμη του συμβουλίου είναι να μη ακολουθή η Ελλάς την Τουρκίαν εν πολέμω, επρότεινε να μη λεχθή τι περί του αντικειμένου τούτου, μολονότι τούτο προ πάντων έπρεπε πασιδήλως να ορισθή. Εν τούτοις εγένετο παραδεκτή η περί τούτου επιθυμία του. Εσυμφωνήθη προσέτι ότι ο ετήσιος φόρος θα αντικαταστήση πάσαν χορηγίαν πλοίων και στρατού. Ο δουξ δυσαρεστήθη βλέπων τον Peel υπέρ της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Πολλή συζήτησις περί του αν η Ρωσσία, αφού άπαξ εκήρυξε τον σκοπόν της να πολεμήση δι' ιδίους αυτή λόγους την Τουρκίαν επί του Προύτου, δύναται ούσα εμπόλεμος να συμπράξη μετά των ουδετέρων ημών εις την Μεσόγειον. Η γνώμη μου ήτο ότι αν συγκατετίθετο να καθυποβάλη τον ναύαρχον αυτής εις την εκτέλεσιν των ιδικών μας οδηγιών προς τους ιδικούς μας ναυάρχους, το πράγμα δεν παρέχει δυσκολίαν. Ο δουξ εθεώρησε τούτο αδύνατον. Φαίνεται επιθυμών να τα χαλάση με την Ρωσσίαν. Έχει προσωπικήν κατά της Ρωσσίας αντιπάθειαν. Εμάλωσε άσχημα με το ζεύγος Lieven, (1) εις δε την Πετρούπολιν θεωρεί ότι δεν τον υπεδέχθησαν ως έπρεπε. Διάφορα μικρά πράγματα συνήργησαν εις το να τον αδιαθετήσωσι κατά των Lieven. Η Miss Arbuthnot και η Lady Jersey αίτινες έχουσιν αμφότεραι μεγάλην επ' αυτού επιρροήν, δεν ημπορούν να υποφέρουν την Μme Lieven. Αύτη δε είχε την ανοησίαν πέρυσιν ότε ο Canning εισήλθεν εις την κυβέρνησιν, να εκφράση αναφανδόν την χαράν της διά του δουκός την απομάκρυνσιν από τα πράγματα, και μέχρι βαθμού τινος τω εφέρθη προσβλητικώς.

Explore with AITake your curiosity a little further.

Reading settings