IΣΤΟΡIΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (continued 5)
Reading edition
Κατ' εκείνας τας ημέρας έπλεεν ο Μιαούλης επί της φρεγάτας προς τα παράλια της μικράς Ασίας, και την 22 απήντησε μεταξύ Μιτυλήνης και του Μέλανος ακρωτηρίου εχθρικήν κροβέτταν 28 κανονίων νεωστί εν Μιτυλήνη ναυπηγηθείσαν, και έν δικάταρτον 22 κανονίων. Καταδιώκων τα πλοία ταύτα τα ηνάγκασε να καταφύγωσιν υπό την υπεράσπισιν του κατά το ρηθέν ακρωτήριον φρουρίου· την δε 20 έφθασεν επί τη προσκλήσει αυτού ο εν Σάμω Κανάρης, και την επαύριον ερρίφθη ευστόχως επί την κορβέτταν το πυρπολικόν του και τη μετέδωκε τας φλόγας του. Οι Τούρκοι βοηθούμενοι υπό του ανέμου τας έσβεσαν, αλλά πλησιάσασα η φρεγάτα και σφοδρώς κανονοβολήσασα εβύθισε και την κορβέτταν και το δικάταρτον και έφθειρε και τους πλείστους των πληρωμάτων αυτών.
Καθ' ον δε καιρόν ωργανίζετο το εσωτερικόν της Ελλάδος, πανώλης ανεφάνη περί τα μέσα του απριλίου κατά πρώτον εν Ύδρα, μετ' ολίγον εν Σπέτσαις, και μετά ταύτα εν Πελοποννήσω και εν αυτή τη καθέδρα της κυβερνήσεως. Η πανώλης εθέριζεν εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις, και η εκείθεν μετακόμισις ανταλλαγέντων αιχμαλώτων μετέδωκε το κακόν.
Διατρίβων δε ο κυβερνήτης εν Ναυπλίω. καθ' όν καιρόν ανεφάνησαν τα πρώτα συμπτώματα του μολυσμού, επεσκέφθη αυτοπροσώπως την Ύδραν και τας Σπέτσας μη πατήσας γην,
Μάιος και την 1 μαΐου επανήλθεν εις Αίγιναν· και κατ' αρχάς μεν εκάθησεν εν τη Περιβόλα ευρών την πόλιν υπό κάθαρσιν· μετά δέ τινας ημέρας ανέβη εις την πόλιν και ανεχώρησε την 14 εις Πόρον επί του ελληνικού δικατάρτου Νέλσωνος· συνέπλευσαν δε και η γαλλική φρεγάτα Ήρα και η αγγλική Δρυάς μη συγκοινωνούσαι εξ αιτίας του μολυσμού· χάρις δε εις την αντίληψιν της κυβερνήσεως ο μολυσμός εξηλείφθη εντός ολίγου.
Εν Πόρω δε διατρίβων ο κυβερνήτης έλαβε και εκοινοποίησε την επίσημον αγγελίαν του πολέμου της Ρωσσίας κατά της Τουρκίας· έλαβε συγχρόνως παρά της αυλής της Ρωσσίας και ρούβλια 1,500,000 και επεχείρησεν έκτοτε τον διά θαλάσσης αποκλεισμόν της Ευβοίας και του κόλπου του Βώλου δυναμώσας και τον προϋπάρχοντα της Αττικής.
Εν τούτοις, η Πύλη, απορρίπτουσα την υπέρ της Ελλάδος μεσιτείαν των Δυνάμεων, εμελέτησε να μεταχειρισθή, εις υποταγήν των Ελλήνων την Μεγάλην Εκκλησίαν υπενεργήσασα να επικαλεσθή και λάβη αύτη την άδειαν προς επαναγωγήν των αποπλανηθέντων εις την ποίμνην. Εις πραγματοποίησιν δε των διαταγών τούτων απέστειλεν η Μεγάλη Εκκλησία εις Ελλάδα τέσσαρας μητροπολίτας, τον Νικαίας, τον Χαλκιδόνος, τον Λαρίσσης και τον Ιωαννίνων, προς δε και τον μέγα πρωτοσύγγελλον. Περιελθόντες ούτοι διάφορα μέρη της Ελλάδος, και κηρύττοντες όσα παρηγγέλθησαν, έφθασαν την 21 εις Πόρον, και την επιούσαν ήλθαν επισήμως εις λόγους μετά του κυβερνήτου, παρόντων και των πλοιάρχων Ήρας και Δρυάδος, προσκληθέντων ίνα γένωσιν αυτήκοοι των προς τους Έλληνας προτάσεων· ενεχείρισαν δε τω κυβερνήτη συνοδικήν επιστολήν νουθετούσαν, απειλούσαν και προτρέπουσαν εις υποταγήν. Απετείνετο δε η επιστολή αύτη προς τους Λαούς της Πελοποννήσου και των νήσων του Αιγαίου, διότι η Πύλη εθεώρει ως ήδη προσκυνήσαντας τους λαούς της στερεάς Ελλάδος. Μη έχοντες δε οι απεσταλμένοι άλλην εντολήν παρά την επίδοσιν της συνοδικής επιστολής, έλαβαν απάντησιν απορρίπτουσαν τα προτεινόμενα, ελέγχουσαν τα απάνθρωπα έργα του σουλτάνου ως εξάψαντα τον ελληνικόν αγώνα, αναμιμνήσκουσαν τους υπέρ ελευθερίας ή θανάτου όρκους των Ελλήνων και λέγουσαν, ότι διά της αγαθοποιού συνθήκης της συμμαχίας ήγγιζε το τέλος των συμφορών των και το πλήρωμα των ελπίδων και επιθυμιών των.
Και ούτω μεν απέβη η προς υποταγήν εκ νέου των Ελλήνων εις την Πύλην διά του πατριαρχείου απόπειρα, επινοηθείσα εις διασκέδασιν των ευνοϊκών βουλών των αυλών και εις αποφυγήν της παρεμβάσεως αυτών.
Ιούνιος Την δε 3 Ιουνίου μετέβη ο κυβερνήτης εις Ελευσίνα προς επιθεώρησιν του εκεί στρατοπέδου της Ανατολικής Ελλάδος, και μετά δύο ημέρας επανήλθεν εις Πόρον, όπου ηύρε λαμπρά δείγματα της προς την Ελλάδα ευνοίας του βασιλέως της Γαλλίας, ήτοι φράγκα 500,000 εις ενίσχυσιν του αγώνος, και διαβεβαιώσεις περί μηνιαίας εις το εξής αποστολής ίσης ποσότητος. Επισκεφθείς δε την Ανατολικήν Ελλάδα απεφάσισε να επισκεφθή και το κατά την Δυτικήν Ελλάδα στρατόπεδον εις γνώσιν εκ του πλησίον των αναγκών του και της καταστάσεως των κατοίκων του μέρους εκείνου. Αι μέχρι τούδε περιοδίαι του ήσαν ολιγοήμεροι, και οσάκις ανεχώρει δεν καθίστα αναπληρωτικήν αυτού Αρχήν· αλλ' ήδη, προκειμένης μακράς, κατέστησεν «επιτροπήν γ ε ν ι κ ή ς-δ ι ο ι κ ή σ ε ω ς» παρά των τριών προβούλων του πανελληνίου, την εφωδίασε δι' οδηγιών, και την 15 απέπλευσεν εκ Πόρου επί του αγγλικού δικρότου· συνέπλευσαν δε και το γαλλικόν δίκροτον ο-Σ κ η π ί ω ν, και η ρωσσική φρεγάτα η-Ε λ έ ν η. Πριν δε αποπλεύση, απέστειλεν εις Κρήτην επί τω θανάτω του Χατσή-Μιχάλη, ως επιτηρητήν μάλλον ή τοποτηρητήν, τον Ρεϊνέκον.
1828
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΕ'.
Χαρακτήρ του κυβερνήτου και διαγωγή αυτού εν Ελλάδι. — Αίτια και αρχή της αντιπολιτεύσεως. — Κουντουριώται. — Τράπεζα, Νομισματοκοπείον και Ορφανοτροφείον. — Εθνική εκπαίδευσις. — Παύσις πάσης αντικυβερνητικής εφημεριδογραφίας. — Διαγωγή Βιάρου, αδελφού του κυβερνήτου, και διάδοσις εντεύθεν της αντιπολιτεύσεως.
ΜΕΓΑΛΥΝΘΕΙΣ ο Καποδίστριας εν τη αυλή της Ρωσσίας εθεωρείτο όχι μόνον φίλος άλλα και θιασώτης της πολιτικής της εν Ελλάδι. Εις μάτην, καθ' ήν ώραν εκλήθη εις την κυβέρνησιν του τόπου τούτου, παρητήθη πάσης συντάξεως ρωσσικής και απελύθη παντός ρωσσικού δεσμού· ουδείς υπελάμβανε την διαγωγήν του ταύτην ειλικρινή· αλλ' ηδίκουν τον άνδρα, διότι οιαδήποτε και αν ήτον η προς την ρωσσικήν αυλήν κλίσις του, ουδενός Έλληνος καρδία ήτον ελληνικωτέρα (α)· υπέρ της Ελλάδος μετήλθε την ρωσσικήν επιρροήν του, και όχι υπέρ της Ρωσσίας την ελληνικήν Αρχήν του· αρχηγός έθνους, και αρχηγός όχι διά ρωσσικής ή άλλης ξένης επιρροής ουδέ δι' εσωτερικής ραδιουργίας, αλλά διά της αυθορμήτου θελήσεως του έθνους, ουδένα λόγον είχε ν' ασπασθή ξένης επικρατείας συμφέροντα εις βλάβην της πατρίδος του· αν δε εφαίνετο κλίνων προς την ρωσσικήν αυλήν, ώφειλεν αυτή πολλήν ευγνωμοσύνην ως κυβερνήτης της Ελλάδος, διότι και πάσαν υπέρ αυτής αίτησίν του προθύμως εδέχετο, και ευμενώς προς αυτόν διέθεσε την κυβέρνησιν της Γαλλίας, και την ασπίδα της έστησεν ενώπιόν του εις αντίκρουσιν του δυσμενώς προς αυτόν διακειμένου αγγλικού υπουργείου· ουδενός, ενί λόγω, εφείσθη η ρωσσική αυλή εις υποστήριξιν του κυβερνήτου, ουδέν ουδέποτε απήτησεν παρ' εκείνου υπέρ εαυτής εν Ελλάδι, και αγαθοποιός απέβη προς τον τόπον η προς αυτόν σχέσις της. Κύριος δε σκοπός της κυβερνητικής πορείας του Καποδιστρίου ήτον η υλική βελτίωσις του λαού, διότι ταύτην εθεώρει βάσιν και προαγωγήν πάσης άλλης, και όσον εφρόντιζε περί αυτής, τόσον ώκνει προς ανάπτυξιν της διανοητικής. Πολλαί αρεταί εκόσμουν τον άνδρα· σεμνά ήσαν τα ήθη του, ακέραιος ο χαρακτήρ του και αγαθή η διάθεσίς του· εσέβετο την πάτριόν του θρησκείαν και ηγάπα να προσφέρη πάσαν κυριακήν και πάσαν εορτήν πάνδημον αίνεσιν εις τον Θεόν· λιτός, απέριττος και ανεπίδεικτος ήτον ο βίος του· χαρίεσσα και ευπρεπής η ιδιωτική συμπεριφορά του και πανθομολόγητος η αφιλοκέρδειά του· διέπρεψε μεταξύ των διπλωματών του καιρού του ως οξύνους, φιλόπονος και συνδιαλλάκτης· η γλώσσα του είχε πειθώ και ο κάλαμος του χάριν· εν ώ έθελγεν ως φιλαμοναρχικός τον Νικόλαον, εγοήτευεν ως φιλοδημοκρατικός τον Λαφαγέτην· ολιγοδάπανος δε ήτον η υπό την άγρυπνον κυβέρνησιν του διοίκησις του τόπου. Αλλ' ημαύροναν την λαμπράν ταύτην εικόνα τινές κηλίδες· ηγάπα να περιαυτολογή, να επαίρηται και να ολιγωρή τους άνδρας του αγώνος· και το απρεπέστατον πάντων, τους εχλεύαζεν εις επήκοον αυτών, αν και γράφων προς τους αλλογενείς τους επήνει· αμέτοχος του αγώνος αλλά καρπούμενος τας πρώτας τιμάς, ήθελε να καταβιβάζη την δόξαν αυτού, ίνα μη φαίνηται εν τη φιλοτιμία του οφείλων χάριν τοις προσενεγκούσιν αυτώ την Αρχήν, διό και δεν έπαυε λέγων, ότι αυτός διά της ευρωπαϊκής υπολήψεώς του ανύψωσε την Αρχήν κάτω κειμένην. Ό,τι δε δίκαιον ήτο ν' αποδώση κυρίως εις τας ευτυχείς πολιτικάς περιστάσεις, καθ' άς εκλήθη εις την κυβέρνησιν του τόπου, το απέδιδεν αυταρέσκως εις μόνην την ικανότητα και υπόληψίν του· επίστευεν ότι ηδικείτο, αν η συμμαχία και η Ευρώπη δεν τον εθεώρουν Ελλάδα, η δε Ελλάς λυτρωτήν της.
Η τοιαύτη έπαρσις τον παρέσυρεν εις άτοπα ανάξια του ορθού νοός του και της αγαθής καρδίας του· δεν εδυσκολεύετο να ονομάζη αυτός εαυτόν παρρησία σωτήρα της Ελλάδος και φθορείς τους κυβερνήσαντας προ αυτού κατά πρόσωπον αυτών· και τους μεν κοτσαμπασίδας εκάλει Τούρκους φέροντας όνομα Χριστιανών, τους δε οπλαρχηγούς ληστάς, αγγεία δε του σατανά τους Φαναριώτας και μωρούς τους λογίους· μόνους τους χωρικούς και τους βιομηχάνους εθεώρει αξίους της αγάπης και προστασίας του, και έλεγεν αναφανδόν, ότι προς το συμφέρον μόνων αυτών απέβλεπεν η κυβέρνησις του· δεν εσυστέλλετο δε κομπορρημονών, ότι ηύρε την Ελλάδα μεμονωμένην και την εσχέτισε προς την Ευρώπην, ότι αν ανεχώρει, η Ελλάς απώλλυτο, και ότι δεν θα ευτύχει ο τόπος, αν δεν ήρχοντο έξωθεν άνθρωποι να τον κυβερνήσωσιν, αν δεν τω εδίδετο πάσα εξουσία του δεσμείν και λύειν και αν δεν παρήρχετο η γενεά των αγωνιστών· φιλογενής δε και φιλελευθέρους αρχάς πρεσβεύων, ήθελε να κυβερνά δεσποτικώς τους ομογενείς του, επί λόγω ότι τοιούτον κυβερνητικόν είδος έπρεπεν εις έθνος μεταβαίνον από δουλείας εις ελευθερίαν· ουδ' επίστευεν ότι ο δεσποτισμός φθείρει συνήθως τα χρηστά ήθη και αυτών των προς το καλόν του κοινού δεσποζόντων· δεν ανείχετο δε ουδ' ήν αυτός παρέσχε μικράν εξουσίαν του πανελληνίου.
Μεθ' ημέρας δέ τινας της εις Ελλάδα αφίξεώς του εκάλεσεν εις Αίγιναν εκ της πατρίδος του τον πρεσβύτερον αδελφόν του Βιάρον, και τον επιστήθιον του Βιάρου φίλον Ιωάννην Γιαννετάν, μαθητάς της σχολής της Βενετίας, τους εκάθισε την 29 μαρτίου, ό εστι έξ ημέρας αφ' ού ήλθαν, εν τω πανελληνίω εν μέσω των πρωτίστων ανδρών του αγώνος και τοις έδωκεν εξουσίαν οίαν ουδενί έδωκεν άλλω, αναδείξας αυτούς συνάμα νομοθέτας, νομοτελεστάς και αρχιδικαστάς· προσανέθεσε δε εις τον Βιάρον και την έκτακτον επιτροπείαν των δυτικών Σποράδων, εν αις η έδρα της κυβερνήσεως, Αίγινα· απερχόμενος δε εις την Δυτικήν Ελλάδα τον κατέστησε και τοποτηρητήν του επί του τμήματος των πολεμικών προβούλου διατρίβοντος εν Αιγίνη υπό κάθαρσιν, και γραμματέα, ήτοι οδηγόν της επιτροπής της γενικής κυβερνήσεως. Οι απολίτευτοι ούτοι διορισμοί, ους διεδέχθησαν άλλοι τοιούτοι, και οι απρεπείς περί των αγωνιστών λόγοι του κυβερνήτου επλήγωσαν την φιλοτιμίαν πολλών, μετέβαλαν εις δυσμενή την προς αυτόν ευμενή διάθεσίν των και εψύχραναν και αυτούς τους φιλοκυβερνητικούς.
Περιεφέρετο εν Ελλάδι Ιρλανδός τις Στίβενσων γεωπόνος. Τούτον διέταξεν ο κυβερνήτης να φυτεύση γεώμηλα, τω εχορήγησε τα εις τούτο αναγκαία και τω έδωκεν άδειαν να εκλέξη κατάλληλον γην εις φυτείαν. Κατά περίστασιν η εκλογή του Στιβενσώνος έπεσεν επί τον αντικρύ του Πόρου αγρόν της Απαθείας. Ο αγρός ούτος ηγοράσθη το 1825 παρά των Κουντουριωτών, και ήτον εξ ών την αγοράν ηκύρωσεν η συνέλευσις της Επιδαύρου, αλλ' επί αποζημιώσει των αγορασάντων αυτούς· επειδή δε αι μετά ταύτα κυβερνήσεις δεν είχαν πώς ν' αποζημιώσωσι τους αγοραστάς, τοις άφησαν την αποκάρπωσιν αυτών. Εδύνατο ο κυβερνήτης κατά το εθνικόν ψήφισμα ν' αφαιρέση τον αγρόν τούτον από της κυριότητος των Κουντουριωτών, αλλ' ώφειλε κατά την έννοιαν αυτού του ψηφίσματος συγχρόνως να τους αποζημιώση, και όμως ο αγρός αφηρέθη, μήτε αποζημιωθέντων μηδέ καν ειδοποιηθέντων των κατόχων, ως αν δεν ήσαν πάμπολλοι άλλοι εθνικοί αγροί επίσης επιτήδειοι εις φυτείαν. Οι Κουντουριώται, ους αγενώς ο κυβερνήτης έτρωσε, δεν ανήκαν εις τας τάξεις των κοτσαμπασίδων, των Φαναριωτών, των οπλαρχηγών ή των λογίων, ους τόσον απεστρέφετο ο κυβερνήτης· ήσαν έμποροι, οίτινες καθήμενοι επί πέτρας αγόνου επλούτησαν, πολλούς αγαθοποιούντες και μηδένα αδικούντες, και εδαπάνησαν επ' ωφελεία της πατρίδος όλην σχεδόν την πλουσίαν περιουσίαν των μοχθήσαντες ακαμάτως και ριψοκινδυνεύσαντες διά την σωτηρίαν της. Διαφερόντως και επαξίως ετιμάτο παρά πάντων ο πρεσβύτερος των δύο αδελφών Λάζαρος· είχε νουν υγιά, καρδίαν γενναίαν και μέγιστον ζήλον υπέρ της ευοδώσεως του εθνικού σκοπού· εδραίος στύλος εφάνη της πολλάκις διαταραχθείσης και δεινοπαθούσης Ύδρας άπαξ μόνον οκλάσας, αλλά και τότε ωφελήσας μάλλον το κοινόν ή βλάψας· και επί εθνικών συνελεύσεων και επί εθνικών βουλών εκλήθη, συναινούντων και αυτών των αντιπάλων του, εις την υπερτάτην Αρχήν του έθνους, και πάντοτε την απεποιήθη· στασιαζούσης ποτέ της πρωτευούσης, αναγκαίον εθεώρησαν οι εν τοις πράγμασι να τον φέρωσιν εκεί προς καθησύχασιν του λαού· «όλοι οι Έλληνες», τω είπαν οι προς αυτόν σταλέντες, «σε υπολήπτονται ακούοντές σε, και τα μέγιστα θα ενθουσιασθούν ιδόντες σε». «Αν ούτως έχη», απεκρίθη ο Λάζαρος, «κάλλιον να μη με ίδωσι». Κατετάραξεν, ως είδαμεν, και απήλπισε την Ελλάδα όλην η πτώσις του Μεσολογγίου, και επανελθών εκείθεν εις τα μεσσηνιακά φρούρια ο Ιβραήμης, εσκόπευε να πλεύση πανστρατιά εις καταστροφήν της Ύδρας. Εκλονίσθησαν και αυτοί οι ακλόνητοι Υδραίοι, και φοβηθέντες μη πάθωσιν όσα οι συνάδελφοι των Ψαριανοί, συνήλθαν παμπληθεί εκτός της πόλεως εις σύσκεψιν προς εγκατάλειψιν της γης των, ως μη δυνάμενοι να την προφυλάξωσιν από της επαπειλουμένης αλώσεως. Αλλ', αναστάς ο Λάζαρος, ο θεωρών τον διασκορπισμόν της Ύδρας απώλειαν όλης τις Ελλάδος, είπε «Κάμετε, αδελφοί, ό,τι προαιρείσθε· εγώ, ο αδελφός μου, και οι συν ημίν θ' αποθάνωμεν όπου εδεήθημεν». «Και ημείς, και ημείς», εκραύγασαν ενθουσιώντες επί τοις λόγοις τούτοις οι ακροαταί. Τοιούτοι ήσαν οι άνδρες, ους επεριφρόνησεν ο Καποδίστριας εν τω αξιομέμπτω κατά των ανδρών του αγώνος παροξυσμώ του· τοιαύτη δε προς τοιούτους πολίτας διαγωγή υπέθρεψε την αντιπολίτευσιν και ηνάγκασε τους Κουντουριώτας να γένωσιν αργηγοί αυτής.
Εκείναις ταις ημέραις εκόπη το πρώτον εν Ελλάδι εθνικόν νόμισμα, καθ' ήν περίστασιν εφανερώθη η οίησις του κυβερνήτου και η προς τα εθνικά ψηφίσματα αδικαιολόγητος ολιγώρησις. Ηγόρασεν εν Μάλτα και μετέφερεν εις Αίγιναν νομισματοκόπον μηχανήν κειμένην άχρηστον εκεί από του καιρού των Ιπποτών· έκοψε δε δι' αυτής νόμισμα αργυρούν και χαλκούν, αμφότερα φέροντα φοίνικα ως σύμβολον, το δε αργυρούν φέρον και το όνομα του φοίνικος· δεν ανέστησε δε τον φοίνικα εις μνήμην της εταιρίας, διότι είδαμεν ότι την κατεφρόνει και την απεστρέφετο, αλλ' ήθελε δι' αυτού, να υποδείξη, ότι, πεσούσα η Ελλάς επί της επαναστάσεως, εξανίστατο επί των ζωοποιών ημερών του. Το αυτό σύμβολον έβαλε και επί των σημαιών, ας επρόσφερεν, ως είπαμεν, εν Τροιζήνι τω στρατώ, αν και κατηργήθη επισήμως επί της πρώτης εθνικής συνελεύσεως ως σύμβολον της φιλικής εταιρίας, αντικατασταθέν υπό του της Αθηνάς του έκτοτε και μέχρις ου ήλθεν ο Καποδίστριας εν χρήσει. Ολίγα χρήματα αλλά πολλάς περί χρημάτων ελπίδας έφερεν ο κυβερνήτης εις την Ελλάδα. Αι ελπίδες εν μέρει δεν εψεύσθησαν· αλλ' η τακτοποιηθείσα υπηρεσία απήτει εις διατήρησίν της ικανά και επί χείρας. Εις θεραπείαν της ανάγκης ταύτης εκάλεσε τους Έλληνας εις δανεισμόν επί τόκω συστήσας τράπεζαν και προικίσας αυτήν δι' εθνικών κτημάτων προς ασφάλειαν των δανειστών. Αλλ' η τράπεζα αύτη ήτο τράπεζα κατ' όνομα, ως μη μετερχομένη τραπεζικά έργα, και κατ' ουσίαν ταμείον εις χρήσιν της υπηρεσίας· αν δε και εξηντλήθησαν οι Έλληνες επί της επαναστάσεως, δεν εκώφευσαν εις την κλήσιν.
Προσδοκών ο κυβερνήτης την βελτίωσιν του ελληνικού έθνους εκ της επερχομένης γενεάς, ως εκφαυλισθείσης της ενεστώσης υπό την διττήν, ως έλεγε, διαφθοράν της τουρκοκρατίας και της επαναστάσεως, δεν παρημέλησεν εν μέσω των πολυειδών του κυβερνητικών φροντίδων ν' αναθρέψη χρηστοήθως και θρησκευτικώς την ανισταμένην γενεάν καθ' όσον εδύνατο, και συνήθροισεν εις Αίγιναν πάμπολλα παιδία, τα πλείστα ορφανά, περιφερόμενα τήδε κακείσε άπορα, και άστεγα, πολλά δε παρακολουθούντα τα στρατεύματα ως ψυχουιοί των αρχηγών· και κατ' αρχάς μεν τα εγκατέστησεν εν προσωρινώ σχολείω, μετά ταύτα δε εν επί τούτω ανεγερθέντι ευρυχώρω ορφανοτροφείω. Τα πλούσια ελέη των ομοθρήσκων Ρώσσων, και ολίγα άλλων δοθέντα τω κυβερνήτη εχρησίμευσαν εις οικοδομήν του καταστήματος τούτου και εις διατροφήν και εκπαίδευσιν των ορφανών· αλλ' αξιοσημείωτον το εισαχθέν εν πρώτοις εις το ορφανοτροφείον και μετά ταύτα εις όλην την επικράτειαν σύστημα της εκπαιδεύσεως. Εφρόνει ο κυβερνήτης ότι η μεγάλη μάθησις ήτο μεγάλη πληγή της κοινωνίας, και ότι η μικρά και θρησκευτική συνετέλει μόνη εις την ευδαιμονίαν της. Επί τη βάσει ταύτη εθεμελίωσε τον περί εκπαιδεύσεως του έθνους γενικόν οργανισμόν· σύστασιν πανεπιστημίου δεν ήθελεν, αλλά κεντρικού σχολείου εν Αιγίνη, θεολογικού εν Πόρω, στρατιωτικού εν Ναυπλίω, νομικού εν Αθήναις, και ναυτικού εν Ύδρα· ήθελε δε να διδάσκωσι τα τήδε κακείσε ταύτα σχολεία υπό την άμεσον επίβλεψιν της κυβερνήσεώς του.
Τοιούτος τρόπος εθνικής εκπαιδεύσεως και τοιούτον είδος κυβερνήσεως δεν εύρισκαν υποστήριξιν παρά τη εν Ελλάδι πανελευθέρα εφημεριδογραφία. Ανέπαφος διετηρείτο εξ αρχής της επαναστάσεως η ελευθερία του τύπου, οιασδήποτε μεταβολάς και αν έπαθεν η πολιτική της Ελλάδος, όσα πάθη και αν εξήψαν οι εμφύλιοι πόλεμοι και όσαι εθνικαί συνελεύσεις και αν συνεκροτήθησαν· και, του κυβερνήτου ελθόντος, ουδέν ουδέ τότε ενομοθετήθη ή διετάχθη κατ' αυτής, αλλά παρελύθη η εφημεριδογραφία. Η τυπογραφία του Μεσολογγίου, όθεν εξεδίδοντο τα Χ ρ ο ν ι κ ά, είχε ταφή υπό τα ερείπια της πόλεως εκείνης· επί της κυριεύσεως των Αθηνών είχε διασκορπισθή και η εκεί, ώστε καθ' όν καιρόν έφθασεν ο κυβερνήτης, υπήρχαν εν τη Ελλάδι μόνον τρεις τυπογραφίαι· δύο ελληνικαί εκδίδουσαι η μεν εν Αιγίνη την γενικήν εφημερίδα της Ελλάδος, η εν Ύδρα τον Ανεξάρτητον, καί τις γαλλική εκδίδουσα την Μέλισσαν. Αι δύο εν Ύδρα εφημερίδες, ελθόντος του κυβερνήτου, μετετέθησαν εις Αίγιναν, και η μεν Μέλισσα έγεινε κυβερνητική, ο δε Ανεξάρτητος, ο αντιπολιτευόμενος την κυβέρνησιν, έπαυσε μετ' ολίγον· εξεδίδετο δε ελληνιστί μόνη η γενική εφημερίς της Ελλάδος· αλλ' ο εκδότης αυτής διετάχθη παρά του κυβερνήτου να εκδίδη μόνον ό,τι ενέκρινε προηγουμένως ο αδελφός του Βιάρος· ώστε ουδέν εγράφετο έκτοτε αντικυβερνητικόν (β). Απηγόρευσε ρητώς η εν Τροιζήνι συνέλευσις πάσαν κατά τόπους πολιτογράφησιν και ανέθηκε το δικαίωμα εις μόνην την βουλήν και την κυβέρνησιν· αλλά τοιαύται εγένοντο υπέρ του Βιάρου, του Γιαννετά, του Εϋδέκου, του Ρίζου και αυτού του κυβερνήτου. Ο κυβερνήτης, ως φύλαξ και εκτελεστής των νόμων, ώφειλε ν' αποδοκιμάση τα παρά νόμον πραττόμενα αφορώντα μάλιστα αυτόν και τους περί αυτόν, και όμως τα ενέκρινε. Τοιαύτη πολιτική πορεία εφόβισε το κοινόν ως φανερά τείνουσα εις το αυθαίρετον. Ούτω διατεθειμένα τα πνεύματα η διαγωγή του Βιάρου επί των εξής περιστάσεων τα παρώργισε κατά της κυβερνήσεως έτι μάλλον και εκραταίωσε την αντιπολίτευσιν.
Αναφανείσης της πανώλους, εσύστησεν ο ανήρ ούτος αυθαιρέτως υγειονομεία εντός του τμήματός του μη προϋπάρξαντα εν Ελλάδι· επί λόγω δε καθάρσεως διέταξε τα γράμματα ν' ανοίγωνται και να καπνίζωνται· αλλά παρήγγειλε και να αναγινώσκωνται, και να αναφέρεται προς αυτόν ό,τι εν αυτοίς λόγου άξιον, διότι τον ανησύχαζεν η μη υποκρυπτομένη κατά της κυβερνήσεως του αδελφού του αντιπολίτευσις. Ο καταλαβών τον άνδρα τούτον φόβος, βλέποντα συνωμοσίας όπου συνωμοσίαι δεν υπήρχαν, και φόβητρα όπου ουδέν το φοβούν, τον παρέσυρε και εις άλλα ατοπήματα βαρύτερα και αναιδέστερα. Υποπτεύσας ότι ο Τάτσης Μαγγίνας, μέλος του πανελληνίου, ερραδιούργει κατά του αδελφού του, διέταξε και συνέλαβαν τον γραμματοφόρον του, εν ώ εξήρχετο της Αιγίνης, και αφήρεσαν παρρησία τα γράμματά του· αλλά τα γράμματα της συνωμοσίας εφάνησαν επί τη αναγνώσει γράμματα απλά στελλόμενα παρ' ανδρός προς σύμβιον. Συνέλαβαν οι υπάλληλοί του και τον Δήμον Κανελόπουλον μεταβαίνοντα εξ Αιγίνης εις Πελοπόννησον, και τον εψηλάφισαν εις εύρεσιν υπόπτων γραμμάτων, αλλ' ουδέν ηύραν. Εξ αιτίας των αθεμίτων τούτων πράξεων κατεβόων έτι μάλλον πάμπολλοι των εν Αιγίνη· διεκρίνοντο δε ο Μιλαήτης, μέλος της πρώην αντικυβερνητικής επιτροπής, και ο συγγενής αυτού Βρατσάνος. Ο Βιάρος, ευρισκόμενος κατ' εκείνας τας ημέρας εν Ύδρα και ειδοποιηθείς, επέστρεψεν απροσδοκήτως εις Αίγιναν το εσπέρας, επρόσταξε και επάτησαν την νύκτα τας οικίας των δύο τούτων πολιτών, τους απέσπασαν από των συνεύνων αυτών, τους μετέφεραν εις Πόρον, εκείθεν εις Ναύπλιον και τους έρριψαν εις τον θαλασσόπυργον, χωρίς να τους ειδοποιήσωσι διατί τους ετιμώρουν. Αν και η επικράτεια δεν έπαθεν όσα δεινά το θανατικόν ηπείλει, αι εν Αιγίνη υγειονομικαί διατάξεις, αυστηρότεραι ημέρα τη ημέρα γενόμεναι δι' ον προείπαμεν πολιτικόν σκοπόν, και όχι διά τον φόβον του θανατικού, όστις ωλιγόστευε καθ' ημέραν, κατέθλιβαν τον λαόν· τον κατέθλιβε δε ιδίως ο βαρύς και ανεπιεικής τρόπος του επιστάτου του υγειονομείου Αιγίνης. Εξ αιτίας τούτου 150 φιλήσυχοι πολίται, εν οίς καί τινες των προκρίτων της Ανατολικής Ελλάδος, υπέγραψαν και έστειλαν αναφοράν προς τον εν Πόρω τότε διατρίβοντα Βιάρον, μεμφόμενοι τον τρόπον του επιστάτου. Μετ' ολίγας ημέρας εκλήθησαν οι εγκριτώτεροι των υπογραψάντων εις το διοικητήριον της Αιγίνης όπως λάβωσιν απάντησιν· τοις έδειξεν ο γραμματεύς του διοικητηρίου την αναφοράν των, και αφ' ού τους ηρώτησε και ήκουσεν ότι ήτον η αυτή, τοις ανήγγειλεν, ότι διετάχθη παρά του εκτάκτου επιτρόπου να την καύση ενώπιον αυτών, και ανάψας λύχνον την έκαυσεν. Ιδού πώς εθεώρει ο Βιάρος το δικαίωμα του αναφέρεσθαι, δικαίωμα εν χρήσει καθ' όλην την Ελλάδα και υπ' αυτόν τον Τουρκικόν ζυγόν.
Ο έκτακτος ούτος επίτροπος υπερέβη και ως προς άλλα τα όρια πάσης πολιτικής αιδούς, και ηθέλησε να στήση την θέλησίν του υπεράνω όχι μόνον των υπαρχόντων νόμων, αλλά της θελήσεως και αυτού του δοτήρος της εξουσίας του αδελφού του. Βαρείς ήσαν οι τόκοι εν Ελλάδι διά την σπάνιν των χρημάτων και την έλλειψιν της περί αποδόσεως των δανείων ασφαλείας. Ο κυβερνήτης παρήνεσε την μετρίασιν αυτών, αλλ' ο αδελφός του εκήρυξε δι' εγκυκλίου του εντός του τμήματός του ταύτα. «Ο κυβερνήτης παρήνεσε την μετρίασιν του τόκου· εγώ αναγκάζομαι οριστικώς να το αποφασίσω, ίνα παύση πάσα αμφιβολία εις το θεμιτόν και αθέμιτον περί τούτου» (γ). Ο αυτοχειροτόνητος ούτος νομοθέτης εψήφισε και ποινήν της παραβάσεως της διαταγής του την δήμευσιν του κεφαλαίου, και έδωκε τω αυθαιρέτω τούτω νόμω και οπισθενεργόν δύναμιν θέσας υπό τον αυτόν κανονισμόν και την αυτήν ποινήν και αυτά του παρελθόντος καιρού τα συναλλάγματα. Εδίδασκε δε, κατά το «πίστευε και μη ερεύνα», τυφλήν υπακοήν εις όσα οι πολίται διετάττοντο. «Μη εξετάζετε» (δ), έγραφε προς τους κατοίκους της Ύδρας, «τας πράξεις της κυβερνήσεως, ούτε κρίνατε αυτάς, διότι αύτη η εξέτασις και αύτη η κρίσις δύναται να σας φέρη εις λάθος, του όποιου τα αποτελέσματα είναι εις ζημίαν σας».
Γενικήν δικαίω τω λόγω κατακραυγήν εκίνησε καθ' όλον το τμήμα των βορείων Σποράδων τοιαύτη πολιτική παραφροσύνη· ήσαν καί τινες νεήλυδες Έλληνες εν Αιγίνη κατακραυγάζοντες. Μη δυνάμενος ο Βιάρος να παιδεύση όλους τους μεμφομένους τας πράξεις του και τους λόγους του, ηθέλησε να ρίψη την οργήν του μόνον επί τους νεήλυδας καταδικάσας αυτούς να θεωρώνται υπό της αστυνομίας της Αιγίνης ως α λ λ ο ε θ ν ε ί ς· αλλ' είτε εκ προθέσεως είτε ασκόπως συμπαρέλαβεν εις την διαταγήν υπό την κατηγορίαν της αλλοεθνίας όλους τους μη γεννηθέντας εντός της ελευθέρας Ελλάδος ομογενείς (ε). Μυριάδες μη γεννηθέντων εν αυτή έπαθαν και συνηγωνίσθησαν υπέρ της λυτρώσεως της κοινής πατρίδος, και όλοι ούτοι ισόνομοι και ισότιμοι των εν αυτή γεννηθέντων δικαίω τω λόγω ελογίσθησαν, και πολλοί εις τας πρώτας έδρας του κράτους εκάθησαν. Η κατά την ρηθείσαν δε διαταγήν αλλοεθνία αυτών τόσον ηρέθισεν, ώστε ο διοικητής ηναγκάσθη εις θεραπείαν του κακού να τροπολογήση αφ' εαυτού την διαταγήν και να κηρύξη ότι «μη αυτόχθονες ομογενείς της ελευθέρας Ελλάδος» ενοούντο όσοι μη γεννηθέντες εν αυτή έζων εισέτι υπό ξένην εξουσίαν, όσοι εξ αυτών δεν ήλθαν εις την Ελλάδα ειμή προ ολίγου και δι' ίδια συμφέροντα και υποθέσεις, και όσοι δεν έπαθαν ή και δεν συνηγωνίσθησαν μετά των λοιπών Ελλήνων τον ιερόν υπέρ της ελευθερίας αγώνα».
Ενεργών ο έκτακτος επίτροπος ως αυτοκέφαλος δυνάστης του τμήματός του, εξώκειλε και εις άλλα· κατήργησε τους δημογέροντας ους ηύρε, και διώρισε νέους· αλλά έπαυσε και αυτούς μετ' ολίγον μη ζητήσας καν προηγουμένως την άδειαν του κυβερνήτου και εκάλεσε τους δημότας εις εκλογήν άλλων. Φοβούμενος δε, ως έλεγε, τας αντενεργείας των αποβληθέντων, ηύρε προφυλακτικόν τρόπον την φυλάκισιν αυτών, διαρκούσης της νέας εκλογής· συστήσας δε τας δημογεροντίας εντός του τμήματός του έδωκεν εις ον ανέθεσε τα του ειρηνοδίκου δημογέροντα και ένα εμπειρότερον εκείνου ως συνειρηνοδίκην διά την περί τα δικαστικά ανικανότητα των δημογερόντων. Παρά την διάταξιν ήτον η προσθήκη αύτη και εις ουδέν άλλο τμήμα εισήχθη· αλλ' ο Βιάρος, ακράτητος εις τας πολιτικάς παρεκτροπάς του, εξέτεινε κατ' ολίγον τόσω τας δυνάμεις του προσθέτου τούτου ειρηνοδίκου, ώστε ετόλμησε να συστήση αυτεξουσίως εν Αιγίνη δικαστήριον και να ενθρονίση επί του δικαστηρίου του ένα και μόνον δικαστήν, τον πρόσθετον τούτον ειρηνοδίκην. Ο δικαστής ούτος εδέχετο όσας πολιτικάς και εγκληματικάς αγωγάς τω συνίστα ο έκτακτος επίτροπος, και τας εδίκαζεν έχων οδηγόν τας περί δικαστηρίων γενικάς διατάξεις· επεκτείνων δε την δύναμίν του και εις αυτάς τας προ της επαναστάσεως διαφοράς, εφυλάκισε τον Ιωάννην Φίλωνος, ένα των αρχόντων της Λεβαδείας, ως μη θελήσαντα κατά την απόφασίν του ν' αποτίση τω αρχιεπισκόπω Πορφυρίω παλαιόν τι χρέος. Ό,τι ενηργείτο παρά του εν Αιγίνη δικαστηρίου, ενηργείτο επίσης και παρά δικαστηρίων του αυτού χαρακτήρος συστηθέντων αλλαχού του τμήματός του. Το δικαστήριον της Αιγίνης ενεργούν υπό τοιούτον συστητήν, οδηγόν και προστάτην, δεν εσυστάλη να ζήτηση δι' επισήμου εγγράφου του πληροφορίας τινάς και παρ' αυτού του φροντιστηρίου θεωρουμένου ως υπουργείου του πολέμου. Ηγνόει το φροντιστήριον, αν και τα μέλη αυτού ήσαν μέλη του πανελληνίου, καθώς ηγνόει και πάσα άλλη Αρχή, τα περί υπάρξεως τοιούτου δικαστηρίου, και εζήτησε διασαφήσεις παρά του γραμματέως της επικρατείας και γνώμην περί του πρακτέου· και επειδή το δικαστήριον τούτο δεν εσυστήθη κατά διαταγήν της κυβερνήσεως, ηρώτησεν ο γραμματεύς της επικρατείας περί αυτό τον έκτακτον επίτροπον, όστις ωμολόγησεν, ότι το εσύστησεν αυτός εν αγνοία της κυβερνήσεως εις δ ο κ ι μ ή ν, ότι δεν ειδοποίησε περί τούτου την κυβέρνησιν μέχρι τούδε, ίνα δοκιμάση αν ευδοκίμει, και ότι, γενομένης ήδη της δοκιμής, τόσον εθεώρει ωφέλιμον την ύπαρξιν τοιούτων δικαστηρίων, ώστε επρότεινε να διατάξη η κυβέρνησις και τους άλλους εκτάκτους επιτρόπους να πράξωσι το αυτό εις παρηγορίαν του λαού. Και άλλο δεινόν έπραξεν ο έκτακτος ούτος επίτροπος. Διέταξε και ετυπώθησαν άδειαι εξαμηνιαίας διαμονής, ίνα δίδωνται παρά του υπ' αυτόν διοικητού της Αιγίνης τοις άλλοθεν του κράτους εις την νήσον ερχομένοις, επιθέσας αυθαιρέτως οκτώ γροσίων φόρον· επί των τυπωμένων δε τούτων αδειών ο μέχρι τούδε λεγόμενος πολίτης Έλλην ελέγετο υπήκοος. Το κοινόν αναγνώσαν κατά πρώτην φοράν την επωνυμίαν ταύτην, και υπολαβόν, ότι ο κυβερνήτης εσκόπευε να δεσπόση, εθορυβήθη, και η ενεργούσα επί της απουσίας του κυβερνήτου Αρχή έσπευσε να σβέση το καινοφανές τούτο χαρακτηριστικόν του Έλληνος· Τοιαύται πράξεις διέχυσαν εις όλας τας κλάσεις των πολιτών το πνεύμα της αντιπολιτεύσεως.
1828
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΣΤ'.
Πλους του κυβερνήτου μέχρι των παραλίων της Δυτικής Ελλάδος. — Συνέντευξις των αρχηγών των συμμαχικών στόλων και του Ιβραήμη. — Λειποταξία των εν Κορώνη Αλβανών. — Σύγκρουσις αυτών και των Αράβων. — Συμβιβασμός εις ασφαλή έξοδον των Αλβανών εκ της Πελοποννήσου. — Φόνος του Δελή-Αχμέτη. — Επάνοδος του κυβερνήτου εις Αίγιναν. — Νέαι δυσαρέσκειαι.
Ιούνιος ΑΠΟΠΛΕΥΣΑΣ του Πόρου ο κυβερνήτης την 15 Ιουνίου επί του αγγλικού δικρότου, αφίχθη την 16 εις Ναύπλιον και την 18 εις Μονεμβασίαν, καθ' ήν απεχωρίσθη της συνοδίας του το γαλλικόν δίκροτον ο Σκηπίων· αποβάς δε την επαύριον ήλλαξε την φρουράν, εγκαταστήσας φρούραρχον τον τοσάκις και τοσούτον κατά θάλασσαν δοξασθέντα Κανάρην· την δε 23 έφθασεν έξω της Μοθώνης, όπου απήντησε τους ναυάρχους Γάλλον και Ρώσσον και τον μοίραρχον Άγγλον.
Η καταστροφή των μερών της Πελοποννήσου, όπου εξετείνετο η δύναμις του Ιβραήμη, και η απαγωγή των αιχμαλώτων εις Αίγυπτον, την γην της δουλείας, μηδενός εναντιουμένου, διήγειραν κατ' αυτού την αγανάκτησιν της Ευρώπης, και πολλήν κατακραυγήν και κατά των ναυάρχων της συμμαχίας ως μη εμποδισάντων την αποπομπήν των αιχμαλώτων. Πολύς λόγος εγένετο κατ' εκείνων περί τούτου εν ταις βουλαίς Αγγλίας και Γαλλίας· τους εμέμφθη και αυτό το συμμαχικόν συμβούλιον, και τους διέταξε να ερευνώσιν εις το εξής προς απελευθέρωσιν όλα τα αποπλέοντα της Πελοποννήσου πλοία, και να φροντίσωσι την απόλυσιν και αυτών των εις Αίγυπτον αποσταλέντων αιχμαλώτων· τους διέταξε δε να πειθαναγκάσωσι τον Ιβραήμην εις παύσιν του επί ματαίω καταστρεπτικού πολέμου και επιστροφήν εις τα ίδια. Επί τω σκοπώ τούτω επεσκέφθησαν την 24 τον Ιβραήμην οι τρεις αρχηγοί των συμμαχικών στόλων. Ο πασάς υπέλαβεν, ότι είς των συνακολουθησάντων ήτον ο κυβερνήτης, και εταράχθη· αλλ' ησύχασε μετ' ολίγον παρατήρησας, επί τη προτάσει τινός, ότι επί της κορυφής του μεσαίου καταρτίου της ρωσσικής ναυαρχίδος εκυμάτιζεν η ελληνική σημαία εις τιμήν του κυβερνήτου εν αυτή ευρισκομένου. Επείνων, εταλαιπωρούντο και εγόγγυζαν οι Αιγύπτιοι εξ αιτίας του επικρατούντος αυστηρού θαλασσίου αποκλεισμού· τινές μάλιστα των γνωστοτέρων βουλήν έβαλαν να φύγωσι παρά γνώμην του αρχηγού· και αυτός ο αρχηγός εφαίνετο επιθυμών ενδομύχως την εις τα ίδια επάνοδον, και διά τούτο επί τη προτάσει των ναυάρχων απήτησε μόνον να επιβιβάση τον στρατόν του εις πλοία υπό τουρκικήν σημαίαν· αλλά τοιαύτα πλοία δεν ήσαν πρόχειρα· υπεσχέθη δε να απολύση τους παρ' αυτώ αιχμαλώτους, αποποιηθείς να επαναφέρη τους εις Αίγυπτον αποσταλέντας.
Εκτός των περί ων ο λόγος δυσκολιών και στενοχωριών, το στρατόπεδον του Ιβραήμη έπασχε και άλλα κακά.
Πρό τινος καιρού οι το φρούριον της Κορώνης φυλάττοντες Αλβανοί, αντιφερόμενοι προς τον Ιβραήμην οφείλοντα αυτοίς πολλά μηνιαία, κατήντησαν εις φανεράν ανταρσίαν· περί δε τα τέλη μαΐου, κορυφωθέντος του κακού, διεμοίρασαν τας εν τω φρουρίω τροφάς, και την 2 ιουνίου το εγκατέλειψαν, ως 2500, επί σκοπώ να διαβώσιν εις Ρίον, παραλάβωσι τους εκεί ομογενείς των και συναπέλθωσιν εις την πατρίδα των· αλλά φθάσαντες εις τα στενά του Κλειδίου απήντησαν ικανόν πεζικόν και ιππικόν του Ιβραήμη ερχόμενον προς τα φρούρια, συνεκρούσθησαν, και έπεσαν ικανοί. Οι Αλβανοί, θέλοντες να εξέλθωσι διά του ισθμού, εζήτησαν τα πιστά παρά των αρχηγών των Ελλήνων. Τούτο μαθών ο κυβερνήτης καθ' όν καιρόν ευρίσκετο έξωθεν της Μυθώνης, έστειλεν ως έκτακτον επίτροπόν του και πληρεξούσιον τον συμπλέοντα νεώτερον αδελφόν του, Αυγουστίνον, μεταβάντα εκ Κορυφών εις Ελλάδα αρχομένου του ιουνίου, επί σκοπώ να συμβιβάση τα περί της ασφαλούς εξόδου των και τους συνοδεύση πέραν του ισθμού. Τόσον δ' εμάνησαν οι Αλβανοί, προσβληθέντες κατά τα στενά του Κλειδίου, ώστε εζήτησαν την συμμαχίαν των Ελλήνων· αλλ' ο Ιβραήμης δεν επολέμει πλέον τους Έλληνας, και οι Έλληνες δεν ηθέλησαν ουδ' αυτοί να τον πολεμήσωσι. Πεσούσης της προτάσεως ταύτης, εζήτησαν οι Αλβανοί ασφάλειαν ζωής και τιμής επί της εντός της ελληνικής επικρατείας πορείας των.
Οι Έλληνες εδέχθησαν την αίτησίν των, αλλ' απήτησαν ν' απολύσωσι τους παρ' αυτοίς αιχμαλώτους. Οι Αλβανοί έστερξαν, και ούτως απηλευθερώθησαν 160 Χριστιανοί· συνοδευόμενοι δε υπό του Αυγουστίνου, του Κολοκοτρώνη και άλλων οπλαρχηγών έφθασαν ασφαλώς εις Κόρινθον, όπου μαθόντες, ότι κατά τα Μέγαρα εστρατοπέδευαν πολυάριθμοι Έλληνες εφοβήθησαν να πέσωσιν εν μέσω αυτών και επαλινδρόμησαν προς το Ρίον, όπου ήσαν άλλοι ομόφυλοι των· αλλ' ο εκεί Δελή-Αχμέτης δεν ηθέλησε να τους δεχθή ένδον του φρουρίου και τους ηνάγκασε ν' αυλισθώσιν έξω. Εν τοσούτω, πλοία εις διάβασιν δεν ηύραν, και φήμη διεδόθη ότι ο Ιβραήμης, εκδίκησιν πνέων, επήρχετο πανστρατιά. Εταράττοντο ακούοντες ταύτα οι έξω Αλβανοί, και συνεταράττοντο και οι ένδον διά τον κίνδυνον των ομοφύλων των. Ο δε Δελή-Αχμέτης, θέλων να καθησυχάση τους εν τω φρουρίω, εξήλθε να συνομιλήση μετά των έξω· βαρείας δε λογοτριβής επί της συνεντεύξεως γενομένης, οργισθείς, εφόνευσεν ένα των Αλβανών, τον αυθαδέστερον· εξήφθη τότε αλληλομαχία, ο πασάς εφονεύθη, οι έξωθεν Αλβανοί ώρμησαν και εκυρίευσαν το φρούριον, θελόντων και των έσω Αλβανών, και μετ' ολίγας ημέρας επέρασαν αντικρύ και διεσώθησαν εις τα ίδια.
Ο δε κυβερνήτης, ακόλουθών τον πλουν του επί του αγγλικού δικρότου, και συνοδευόμενος υπό της ρωσσικής φρεγάτας, Ελένης, και της ναυαρχίδος, Αζόφου, ην συνήντησεν έξω της Μοθώνης, διελέχθη εν Ζακύνθω μετά του Κοδριγκτώνος, όστις εκράτησε το δίκροτον, και ηναγκάσθη ο κυβερνήτης να μεταβιβασθή επί της ρωσσικής ναυαρχίδος. Έκτοτε ούτε αγγλικόν ούτε γαλλικόν πλοίον ετέθη υπό την διαταγήν του· η δε φανερά αύτη απομάκρυνσις Γαλλίας και Αγγλίας εκ συμφώνου εθεωρήθη δικαίως υπό των Ελλήνων ως δείγμα δυσμενούς προς τον κυβερνήτην πολιτικής.
Φθάσας δε ο κυβερνήτης εις Μύτικα, επεσκέφθη το κατά την Κανδύλαν υπό τον Τσώρτσην στρατόπεδον, και μετά τετραήμερον εκεί διατριβήν ανεχώρησεν· αφ' ού δε επεσκέφθη τον Κάλαμον, όπου άφησε χρήματα εις περίθαλψιν των εκεί δυστυχών προσφύγων, και έπειτα το Δραγαμέστον, ηκολούθησε τον πλουν του και απέβη την 8 ιουλίου εις Αρμυρόν·
Ιούλιος εκείθεν διελθών το Νησίον, την Μικρομάνην, την Φρουζάλαν, το Λεοντάρι, την Τριπολιτσάν, κατήντησε την 13 εις τους απέναντι του Ναυπλίου Μύλους, και επιβάς επί της Ελένης, ήτις κατέπλευσεν εκεί εις παραλαβήν του, και διατρίψας δύο ημέρας έμπροσθεν του Ναυπλίου επί του πλοίου, λόγω της επικρατούσης καθάρσεως, κατέπλευσεν εις Μέγαρα την 10 προς έντευξιν του Υψηλάντου, και την επαύριον κατευωδώθη εις Πόρον, όπου ησχολήθη κυρίως εις σχέδιον τακτικής ανεγέρσεως της Τριπολιτσάς αποστείλας εκεί μηχανικόν, και εις σύστασιν εν Ναυπλίω στρατιωτικού σχολείου, του των Ευελπίδων, προς ανατροφήν τέκνων αγαθών γονέων· την δε 26 κατέπλευσεν εις Αίγιναν.
Και προ της αποδημίας του το κοινόν δεν είχε πλέον την αυτήν ευνοϊκήν διάθεσιν προς αυτόν· αλλ' η πολυήμερος απουσία του, ο τρόπος καθ' όν επολιτεύθη κατά την διάρκειάν της ο παντοδύναμος Βιάρος, και τα εν Αιγίνη παρεμπεσόντα εκορύφωσαν την δυσαρέσκειαν, ώστε άλλως άφησεν ο κυβερνήτης τους Έλληνας της πρωτευούσης, και άλλως τους ηύρε. Συνέβη δε και το εξής· κινήσαν και παρ' αυταίς ταις ξέναις Αυλαίς υπονοίας υπερφιλαρχικών σκοπών.
Περιεφέρετο εν Αιγίνη επί της απουσίας του και υπεγράφετο μυστικώ τω τρόπω έγγραφον, δι' ού ο λαός της Ελλάδος απονέμων τω κυβερνήτη την ευγνωμοσύνην του περί ων απήλαυσε καλών, και πεποιθώς επί την πατρικήν κηδεμονίαν του, απέθετεν εις χείρας του την μέλλουσαν τύχην του. Παρόμοια έγγραφα διεδόθησαν εις διαφόρους επαρχίας της Πελοποννήσου χάριν υπογραφής. Οι άνθρωποι, βλέποντες ότι τα περιέφεραν οι εύνοι της κυβερνήσεως, δεν αμφίβαλλον ότι ενήργουν κατά θέλησιν ανωτέραν, και διά τούτο ηύξαναν αι περί της χρήσεως του εγγράφου υποψίαι και οι φόβοι· η περί της υπογραφής δε ενέργεια δεν έπαυσεν ουδ' αφ' ού επανήλθεν ο κυβερνήτης. Περιέφερε το έγγραφον τούτο εις υπογραφήν κατά την μεσημβρινήν Πελοπόννησον ο υιός του Πετρόμπεη, Γεωργάκης. Επειδή δε επήλθε μεγάλη κατακραυγή, ο κυβερνήτης δέον έκρινε να δείξη, ότι εν αγνοία αυτού εγένετο το έγγραφον και ότι απηρέσκετο, και επέπληξεν αυστηρώς και εγγράφως διά του Πετρόμπεη τον υιόν του· αλλ' ο νέος ούτος αισθανόμενος την ανάγκην και τον κυβερνήτην να καθησυχάση, και προς το κοινόν μεμφόμενον αυτόν ν' απολογηθή, έγραψε προς τον κυβερνήτην επιστολήν, εξ ής κατεδεικνύετο η ενοχή του Βιάρου, αν όχι και του αδελφού του (α).
Μη ευρών δε ο κυβερνήτης, ως είρηται, ταύτην την φοράν παρά τω λαώ την εγκάρδιον υποδοχήν ην άλλοτε επανερχόμενος ηύρισκεν, αντί να επανορθώση τα εσφαλμένα και παρηγορήση τους παθόντας και εξυβρισθέντας, εσκληρύνθη. Το πανελλήνιον έσπευσε να υπάγη αυθημερόν εις χαιρετισμόν του· δεν το εδέχθη κατ' εισήγησιν του Βιάρου· το εδέχθη την επιούσαν, αλλ' η υποδοχή ήτο βαρυτέρα της αποβολής. «Ουδείς», είπε, «κάμνει το χρέος του· στρατόπεδα, ναυτικόν, πολιτικαί Αρχαί, όλοι εξηχρειώθησαν, δεν ευρίσκω συνδρομήν, μόνος εγώ τι ημπορώ να κάμω; ο Θεός μ' έδωκε νουν, αλλά δεν μ' έδωκε και δύναμιν να πλάττω ανθρώπους». Τοιούτους λόγους ήκουσε το πανελλήνιον και εξήλθε φρυάττον. Εξαιρουμένων δε των αδελφών του, του Γιαννετά καί τινων άλλων αφοσιωμένων, όλοι όσοι υπήγαν να τω προσφέρωσι το σέβας των τοιαύτα ήκουσαν. Εκτός δε της επί των οικονομικών επιτροπής, ης ο μεν πρόεδρος Κουντουριώτης, αντιπολιτευόμενος, εμόναζεν εν Ύδρα, τα δε λοιπά μέλη, ως αφοσιωμένα, ήσαν ευνοούμενα, αι εν Αιγίνη υψηλαί υπηρεσίαι έχασαν την εμπιστοσύνην του. Δικαίως έχασε την εμπιστοσύνην του έθνους η επί της αντικυβερνητικής επιτροπής συστηθείσα αντί θαλασσίου δικαστηρίου επιτροπή διά τας ανοσίας πράξεις της, και εις ανόρθωσιν της δικαστικής υπολήψεως ο κυβερνήτης αντικατέστησε δικαστάς τον Χριστόδουλον Κλονάρην, τον Γρηγόριον Σούτσον και τον Εδουάρδον Μάσσονα, και πλήρης δικαίας πεποιθήσεως εις τα φώτα και την ακεραιότητα του χαρακτήρος αυτών, επεκύρονε τας αποφάσεις των σχεδόν ανεξετάστως· αλλ' ο Βιάρος τον έπεισε να δυσπιστή και να μη τας επικυρόνη ως άλλοτε. Δυσαρεστηθέντες οι φιλότιμοι και ευσυνείδητοι δικασταί επί τη δυσπιστία ταύτη, παρητήθησαν, και εκ τούτου έπαθεν η υπόληψις και του κυβερνήτου και της υπηρεσίας, και ηύξησεν ο γογγυσμός του κοινού. Μόνος ο Μάσσων ανεκάλεσε την παραίτησίν του (β).
Προϊστάμενοι του φροντιστηρίου ήσαν ο Μαυροκορδάτος επί των ναυτικών, ο Μεταξάς επί των στρατιωτικών, και ο Ζωγράφος επί των τροφών και πολεμεφοδίων, αλλ' ουδείς απελάμβανε την εύνοιαν του κυβερνήτου. Εφόρους των πράξεων της υπηρεσίας ταύτης ήθελεν ο κυβερνήτης να εγκαταστήση τα επί των οικονομικών ευνοούμενα δύο μέλη. Υπήγαν οι επί του φροντιστηρίου προς αυτόν εις διόρθωσιν του ατόπου τούτου και ικανοποίησιν της φιλοτιμίας των· αλλ' ο κυβερνήτης ούτε καν τους εδέχθη. Επί τη εξυβρίσει ταύτη παρητήθησαν ο Ζωγράφος και ο Μαυροκορδάτος ο είς κατόπιν του άλλου. Ψιθυρισμοί εγένοντο και περί άλλων παραιτήσεων, και η κυβέρνησις εκινδύνευε να στερηθή όλων των αξιωτέρων υπαλλήλων. Ο κυβερνήτης ησθάνθη την βλάβην ταύτην και τον κίνδυνον, και πάντα τρόπον μετεχειρίσθη εις καταπράυνσιν του Μαυροκορδάτου, διότι, οποία και αν ήτον η προς αυτόν διάθεσίς του, ωμολόγει την ικανότητα και φιλοπονίαν του. Ο Μαυροκορδάτος ανέλαβε τα έργα του, αφ' ού διετέθησαν τα της υπηρεσίας καθ' όν τρόπον δεν έπασχεν η φιλοτιμία του· αλλά και η διόρθωσις αύτη ουδαμώς εθεράπευσε το κακόν, και το πνεύμα της αντιπολιτεύσεως καθ' ημέραν εκρατύνετο.
1828
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΖ'.
Εκστρατεία Γάλλων εις Ελλάδα — Συνθήκη Κοδριγκτώνος και Μεχμέτ-Αλή και απόδοσις αιχμαλώτων. — Επάνοδος εις Αλεξάνδρειαν του Ιβραήμη και όλων των εν Πελοποννήσω Αιγυπτίων στρατευμάτων. — Έλευσις των τριών πρέσβεων εις Πόρον. — Τα μεταξύ των συμμάχων και κοινοποιήσεις αυτών προς τον σουλτάνον. — Πρωτόκολλον της 4 νοεμβρίου.
ΕΚΡΑΓΕΝΤΟΣ του τουρκορρωσσικού πολέμου, η Γαλλία θεωρούσα ότι ανένδοτος ήτον η Πύλη ως προς τα της Ελλάδος, και ότι ο θαλάσσιος αποκλεισμός ικανός δεν ήτο ν' αναγκάση τους Αιγυπτίους εις αναχώρησίν, συνέλαβε την ιδέαν αποστολής αγγλογαλλικών στρατευμάτων προς έξωσιν εκείνων. Αντέτεινεν εν πρώτοις η Αγγλία, επί λόγω, ότι τοιαύτη αποστολή ήτο πολέμιον έργον προς την Πύλην, και αντέβαινεν εις το γράμμα και εις το πνεύμα της ειρηνικής συνθήκης· αλλ' επιμενούσης της Γαλλίας, συγκατετέθη· μόνη δε η Γαλλία ανεδέχθη την αποστολήν εν ονόματι της συμμαχίας, και την 7 Ιουλίου υπεγράφη πρωτόκολλον κανονίζον τα περαιτέρω και συνυπεγράφη και επίσημος περί τούτου αγγελία προς την Πύλην. Πρώτιστον δε σκοπόν έχουσα η εκστρατεία αύτη την αποπομπήν των Αιγυπτίων, είχε και δευτερεύοντα, την αντιστάθμισιν των παραδουναβίων δυνάμεων της Ρωσσίας, και την ουδετέρωσιν της ένεκα του πολέμου ενδεχομένης εν Ελλάδι επιρροής αυτής.
Εν τούτοις συνήχθη γαλλικόν στράτευμα εν Τουλώνη, δεκατριών χιλιάδων, διαιρεθέν εις τρεις μοίρας υπό τρεις υποστρατήγους Τ. Σεβαστιάνην, Χιγονέτον, και Σνεϊδέρον, αρχιστρατηγούντος του Μαιζώνος. «Μέγα και ευγενές έργον», είπεν ο αρχιστράτηγος προς τους στρατιώτας επί τω απόπλω, «σας αναθέτει ο βασιλεύς, συναινούντων των συμμάχων του. Στέλλεσθε ν' απαλλάξετε της κακώσεως πολυένδοξον λαόν. Το έργον τούτο τιμά την Γαλλίαν αποδεικνύον αυτήν αξίαν των ευφημιών όλων των γενναιοφρόνων ανδρών, και σας ανοίγει στάδιον δόξης· ηξεύρετε πώς να το διανύσετε· εγγύησιν έχω το φρόνημα και την ζέσιν υμών.
«Πρώτην φοράν μετά τον ιγ' αιώνα θα φάνουν μετ' ολίγον αι γαλλικαί σημαίαι κατά τα παράλια της Ελλάδος εις λύτρωσιν των Ελλήνων. Στρατιώται, νέαν λάμψιν περιμένει ο θρόνος και η πατρίς εκ των θριάμβων υμών· εν οιαδήποτε θέσει και αν ευρεθήτε, μη λησμονήσετε πόσον προσφιλή συμφέροντα ενεπιστεύθητε· στερήσεις και κακουχίαι σας περιμένουν· θα τας υποφέρετε γενναίως· οι αρχηγοί θα σας δώσουν το παράδειγμα».
Και αι μεν υπό τον Σεβαστιάνην και Χιγονέτον δύο μοίραι απέπλευσαν την 5 και 7 αυγούστου και κατευωδώθησαν εις το παρά την Κορώνην Πεταλίδι την 17, συγκατέπλευσε και ο αρχιστράτηγος· η δε υπό τον Σνεϊδέρον, αποπλεύσασα την 20 και πολλά παθούσα, κατευωδώθη εις Πεταλίδι την 4 σεπτεμβρίου· παρηκολούθουν δε και σοφοί χάριν επιστημονικών και αρχαιολογικών ερευνών.
Καθ' όν δε καιρόν επεβιβάζοντο αι υπό τον Σεβαστιάνην και Χιγονέτον μοίραι, ο πρό τινος καιρού μεταβάς εις Αλεξάνδρειαν Κοδριγκτών επειθανάγκασε τον Μεχμέτ-Αλήν, επί απειλή αποκλεισμού των παραλίων της Αιγύπτου, να συνυπογράψη την 2α Ιουλίου συνθήκην επί αμοιβαία απολύσει των εν Ελλάδι αιχμαλώτων Ελλήνων ή Αιγυπτίων· εκτός των θελόντων να μείνωσι παρά τοις κυρίοις αυτών, επί επιστροφή των προς τον Μεχμέτ-Αλήν, μετά την μάχην του Νεοκάστρου, προαποσταλέντων, επί εξαγορά των παρά τοις ιδιώταις δουλευόντων, διά συνδρομής του Μεχμέτ-Αλή, επί αποδόσει του πληρώματος αιγυπτίας τινός κορβέττας αλωθείσης υπό των Ρώσσων έξωθεν της Μοθώνης, επί επανόδω εις Αίγυπτον των εν Πελοποννήσω αιγυπτίων στρατευμάτων, επί αποστολή πλοίων παρά της αιγυπτίας Αρχής εις μεταβίβασιν αυτών υπό την επαγρύπνησιν αγγλικών και γαλλικών, και επί διατηρήσει υπό σημαίαν τουρκικήν των φρουρίων Πατρών, Ρίου, Χλουμουτσίου, Μοθώνης, Κορώνης και Νεοκάστρου. Κατά την συνθήκην ταύτην παρέδωκεν ο Μεχμέτ-Αλής 172 αιχμαλώτους δουλεύοντας εν τοις ναυστάθμοις της Αλεξανδρείας. Αλλά, πριν ενεργηθώσι τα της συνθήκης ως προς την κένωσιν της Πελοποννήσου, έφθασεν εις Ελλάδα το γαλλικόν στράτευμα. Ο Ιβραήμης είχεν ήδη δεχθή την συνθήκην, αλλά παρενέβαλε δυσκολίας ως προς την αναχώρησίν του· εφαίνετο δε ότι δεν εφοβείτο τους Γάλλους, νομίζων ότι τα εν Αλεξανδρεία συνομολογηθέντα τον επροφύλατταν από πάσης βίας·
Σεπτέμβριος αλλ' επί τέλους απέπλευσεν η μεν πρώτη μοίρα του στρατεύματός του την 4 σεπτεμβρίου, το δε υπόλοιπον και αυτός την 23· οι δυο δε απόπλοι εγένοντο υπό την επαγρύπνησιν συμμαχικών πλοίων έως εις Αλεξάνδρειαν. Ήσαν δε όλοι οι αποπλεύσαντες κατά μεν τον Μαιζώνα 21,000, κατά δε άλλους 15,000, εξ ών πολλοί ασθενείς· οι δε κατά διαφόρους καιρούς εξ Αιγύπτου ελθόντες ελογίζοντο 40,000. Τοιούτον το τέλος της εις Ελλάδα αιγυπτίας εκστρατείας.
Πολλάκις είδαμεν, ότι κατέβαλαν οι Έλληνες τους μαχιμωτέρους στρατούς του σουλτάνου πολεμούντες άτακτοι προς ατάκτους· αλλά τοιαύτη είναι η υπεροχή των τακτικών, ώστε οι καταβαλόντες τους μαχιμωτέρους στρατούς του σουλτάνου Έλληνες κατεβλήθησαν επί Ιβραήμη υπό αγενών αλλά τακτικών Φελλάχων, και δεν ανηγέρθησαν ειμή διά της χειρός των συμμάχων. Τα πράγματα όμως απέδειξαν, ότι ουδεμιάς ξένης χειρός χρείαν θα είχεν η Ελλάς, αν ο πασάς της Αιγύπτου δεν ήρχετο εις αντίληψιν του κυριάρχου του διά της τακτικής του δυνάμεως ικανής βεβαίως να καταστρέψη τω καιρώ εκείνω και αυτόν τον κυριάρχην του.
Αναχωρούντος δε του Ιβραήμη, έμειναν τα φρούρια της Πελοποννήσου υπό σημαίαν τουρκικήν κατά την συνθήκην της Αλεξανδρείας. Ο Κοδριγκτών έμαθε κατά πρώτον παρά του Μεχμέτ-Αλή, ότι οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις, καθ' όν καιρόν επρόβαλαν την κένωσιν της Πελοποννήσου, έστερξαν να διαμείνωσι τα φρούρια υπό την εξουσίαν της Πύλης· διά τον λόγον τούτον, και διότι δεν ενέδιδεν άλλως ο Μεχμέτ-Αλής, ηναγκάσθη να δεχθή τον αυτόν όρον (α)· αλλ' η συμμαχία δεν τον εθεώρησεν υποχρεωτικόν, διότι η Πύλη ούτε τον εδέχθη, καθ' όν καιρόν επροβλήθη, ούτε, και αφ' ού εγράφη εν τη κατά την Αλεξάνδρειαν συνθήκη, απήτησε την εκτέλεσίν του, ως οφείλουσα να δεχθή και όσα άλλα οι πρέσβεις τη επρόβαλαν τω καιρώ εκείνω υπέρ της Ελλάδος, και προ πάντων την μεσιτείαν των αυλών και την παύσιν του πολέμου· διά τα αίτια ταύτα ο Μαιζών, συναινούσης της συμμαχίας, απεφάσισε να κενώση τα φρούρια διά της βίας, και την επαύριον του απόπλου του Ιβραήμη, ό εστι την 24, απέστειλε στρατεύματα, τα μεν υπό τον Δουρριόν τα δε υπό τον Χιγονέτον, εις κυρίευσιν των φρουρίων Νεοκάστρου και Μοθώνης. «Ούτε παραδιδόμεθα, ούτε πολεμούμεν», απεκρίθησαν οι εν τω Νεοκάστρω. Τότε ανέβησαν οι περί τον Χιγονέτον τα τείχη και εκυρίευσαν το φρούριον αμαχητί. Τα αυτά απεκρίθησαν και οι εν Μοθώνη την επαύριον. Ανέτρεψαν τότε οι περί τον Δουρριόν τας προς της ξηράν και προς την θάλασσαν πύλας του φρουρίου διά της συμπράξεως των πληρώματος δύο δικρότων, του μεν γαλλικού, του δε αγγλικού, και το εκυρίευσαν και ούτοι αμαχητί. Μετά δε την κυρίευσιν των δύο τούτων φρουρίων, εξεστράτευσαν αυθημερόν οι Γάλλοι υπό τον Σεβαστιάνην προς την Κορώνην· και, επειδή ουδ' εκείνοι υπήκουσαν, επεχείρησαν την επαύριον ν' αναβώσι τα τείχη. Οι Τούρκοι, ρίπτοντες άνωθεν λίθους, έβλαψαν τους Γάλλους αναβαίνοντας, και τους ηνάγκασαν έχοντας διαταγήν να μη τουφεκίσωσι πρώτοι, αν δεν ετουφεκίζοντο, να καταβώσι βεβλαμμένοι. Αλλά βεβαιωθέντες οι έγκλειστοι ότι παρεδόθη αμαχητί η Μοθώνη, ήνοιξαν τας πύλας του φρουρίου την επαύριον. Αντίστασιν ηύραν κατ' αρχάς οι υπό τον Σνεϊδέρον αποβάντες κατά τα παράλια της Αχαΐας εις έξωσιν των εν τοις φρουρίοις των Πατρών και του Ρίου Τούρκων.
Οκτώβριος Αλλ' αφ' ού επλησίασαν εντός βολής κανονίου, υπέγραψαν την 7 Οκτωβρίου την παράδοσιν των δύο τούτων φρουρίων ο φρούραρχος αυτών Χατσή-Αβδουλάς και οι λοιποί· καθ' ήν όμως ημέραν επρόκειτο η παράδοσίς των, οι εν τω Ρίω απέρριψαν την συνθήκην παρά γνώμην του φρουράρχου και ήρχισαν εκ νέου πρώτοι πόλεμον· αλλά μετά τινας ημέρας πολεμούμενοι και διά ξηράς και διά θαλάσσης, ελθόντων και άλλων στρατευμάτων υπό τον Χιγονέτον, και άλλων πολεμικών πλοίων και αυτού του Μαιζώνος, και φοβηθέντες την ετοιμαζομένην έφοδον παρεδόθησαν την 18. Εικοσιπέντε Γάλλοι εσκοτώθησαν και επληγώθησαν επί της πολιορκίας ταύτης· οι δε εντός των πεσόντων φρουρίων, όλοι 2800, απεστάλησαν ασφαλώς εις τα ίδια· υψώθησαν και εφ' όλων των φρουρίων αι τρεις συμμαχικαί σημαίαι. Τοιουτοτρόπως εκενώθη όλη η Πελοπόννησος.
Οι δε πρέσβεις των τριών αυλών, συνελθόντες εις Κορυφούς, απεφάσισαν να μεταβώσιν εις Πόρον παρά τη ελληνική κυβερνήσει προς λύσιν διά της συμπράξεως αυτής των εν τη συνθήκη διαλαμβανομένων τεσσάρων ζητημάτων, ήτοι, της οροθεσίας, του φόρου, της αποζημιώσεως των τουρκικών ιδιοκτησιών, και της εγκαταστάσεως Αρχής συνεργεία και της Πύλης. Πριν δε αναχωρήσωσιν εκ Κορυφών, ανήγγειλαν τω κυβερνήτη τον σκοπόν των, και λαβόντες απάντησιν, δι' ής υπέσχετο την συνδρομήν του εις λύσιν των ανωτέρω ζητημάτων, ανεχώρησαν την 29 αυγούστου και κατέπλευσαν εις Πόρον την 4 σεπτεμβρίου· δι' έλλειψιν δε καταλλήλων κατοικιών, διέμεινεν έκαστος επί του μετακομίσαντος αυτόν βασιλικού πλοίου.
Εν ώ δε διέτριβαν οι τρεις πρέσβεις εν Επταννήσω, οι της Γαλλίας και Αγγλίας έγραψαν τη Πύλη, προβάλλοντες να στείλη, και αύτη πληρεξούσιόν της εις το Αιγαίον κατά την συνθήκην προς εξίσασιν των πολιτικών διαφορών αυτής και της Ελλάδος, και λέγοντες ότι εκτός του πληρεξουσίου Έλληνος θα παρευρίσκετο και πληρεξούσιος Ρώσσος, διότι ο αυτοκράτωρ, αν και πολέμιος της Πύλης επί του Δουνάβεως, έφερε χαρακτήρα μεσίτου, ως και οι δύο σύμμαχοι του, εν τη Μεσογείω. Απέρριψε την πρότασιν ταύτην η Πύλη επί λόγω, ότι δεν παρεδέχετο την εφαρμογήν ως προς την Ελλάδα των εν χρήσει προς κυβερνήσεις τύπων, και ότι η παρουσία πληρεξουσίου Ρώσσου αντέκειτο προς την πολέμιον διαγωγήν της αυλής εκείνης, και ουδόλως εδείκνυε τον ειλικρινή σκοπόν των φιλικών προς την Πύλην διακοινώσεων Γαλλίας και Αγγλίας. Η Πύλη ήθελε και το περί Ελλάδος ζήτημα ν' αποφύγη, και την συμμαχίαν της Ρωσσίας και των άλλων αυλών δι' άλλων και διά των πλαγίων τούτων τρόπων να διαλύση· διά τον σκοπόν τούτον καλέσασα τους δύο πρέσβεις κατ' ευθείαν την πρώτην φοράν εις Κωνσταντινούπολιν και μη εισακουσθείσα, καλέσασα αυτούς και δευτέραν διά γραμμάτων προς τας κυβερνήσεις των και μηδέ τότε εισακουσθείσα, τους εκάλεσε και τρίτην κατά την ενεστώσαν περίστασιν, αλλ' ούτε και κατ' αυτήν επέτυχε.
Εν τοσούτω, εξάμηνον παρήλθεν αφ' ού τα ρωσσικά στρατεύματα επάτησαν τα χώματα της Τουρκίας, και η Πύλη έπνεεν ως εξ αρχής πόλεμον. Η δε Ρωσσία, θέλουσα να στενοχωρήση έτι μάλλον τον σουλτάνον, απεφάσισε ν' αποκλείση την βασιλεύουσάν του. Ο στόλος της εμπόδιζεν ήδη την μετακόμισιν παντός είδους τροφής διά του Βοσπόρου· ανοικτός όμως ήτον ο Ελλήσποντος, και εχρειάζετο προς εκτέλεσιν του σκοπού να κλείση και αυτόν· αλλ' εχρειάζετο τότε ν' αναλάβη εν τη Μεσογείω ον χάριν της συμμαχίας κατέθεσε πολέμιον χαρακτήοα, και ειδοποίησε τας συμμάχους Δυνάμεις περί τούτου. Εις άκρον ωργίσθη η Αγγλία επί τη ειδοποιήσει ταύτη, και εθεώρησε την Ρωσσίαν παραβάτιν των συνομολογηθέντων. Τοιαύτην την εθεώρησε και η Γαλλία, ώστε η Ρωσσία ηναγκάσθη να παραιτηθή του σκοπού τούτου.
Αφ' ού δε τα γαλλικά στρατεύματα ηλευθέρωσαν την Πελοπόννησον, επρότεινεν η Γαλλία εις εξασφάλισιν αυτής από πάσης έξωθεν εχθρικής προσβολής να ενεργηθή έν των τριών· ή η Πύλη να κηρύξη ανακωχήν, ή αι Δυνάμεις να παραλάβωσι την Πελοπόννησον υπό την προσωρινήν εγγύησίν των, ή η Πελοπόννησος να τεθή εις ασφαλή θέσιν διά της πέραν του ισθμού εκστρατείας των Γάλλων προς έξωσιν των εν Αττική και Ευβοία Τούρκων, ως μη ασφαλιζομένη, αν δεν είχε προπύργια· και την μεν υπερίσθμιον εκστρατείαν απεδοκίμασε το αγγλικόν υπουργείον υπό διαφόρους λόγους, και επρότεινεν εξ εναντίας να διαταχθή η ελληνική κυβέρνησις να φέρη εντός του ισθμού τα εκτός στρατεύματά της· εδέχθη δε να τεθώσιν η Πελοπόννησος, αι παρακείμεναι νήσοι και αι Κυκλάδες υπό την προσωρινήν εγγύησιν της συμμαχίας άνευ ουδεμιάς βλάβης της μετά ταύτα διαγραφησομένης οροθεσίας. Πολλού δε λόγου περί των ζητημάτων τούτων γενομένου παρά τοις συμμάχοις, ενεκρίθη επί τέλους παρά πάντων η τελευταία αύτη γνώμη, και συνετάχθη και πρωτόκολλον την 4 νοεμβρίου, δι' ού ανεκαλείτο και ο γαλλικός στρατός, μη εμποδιζομένης της Γαλλίας ν' αφήση εν Πελοποννήσω μέρος αυτού προς καιρόν, αν το ενέκρινεν, ως δείγμα και ενίσχυσιν της εγγυήσεως. Ανηγγέλθη δε εγγράφως τη Πύλη η περί ης ο λόγος εγγύησις διά του παρ' αυτή πρέσβεως των Κάτω-Χωρών, δι' ού ενηργείτο η των τριών αυλών και της Πύλης ανταπόκρισις μετά την από Κωνσταντινουπόλεως αναχώρησιν των πρέσβεων.
1828-29
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΗ'.
Κυρίευσις του αμβρακικού κόλπου. — Πολεμικά συμβάντα εν Κρήτη. — Αδράνεια των υπό τον Υψηλάντην στρατευμάτων. — Ανάκτησις όλης σχεδόν της Ανατολικής Ελλάδος. — Κυρίευσις Βονίτσης. — Πανώλης εν Καλαβρύτοις.
ΚΑΘ' ον δε καιρόν διέβη εις Μύτικα ο κυβερνήτης, όπου έλαβεν ακριβή γνώσιν των εκεί πραγμάτων, εσχεδιάσθη η κυρίευσις του αμβρακικού κόλπου. Το Μεσολόγγι επολιορκείτο διά θαλάσσης, αφ' ού ο Άστιγξ ανήγειρεν επί του Βασιλαδίου την πεσούσαν ελληνικήν σημαίαν, και δεν ελάμβανεν η φρουρά του τροφάς εκείθεν· αλλ' ο αμβρακικός κόλπος και το Μακρυνόρος ήσαν υπεξούσια των Τούρκων, και διαμετεκομίζοντο τροφαί και παντός είδους αναγκαία εις Μεσολόγγι και ευκόλως και αφθόνως. Οι Βαλτινοί, οι φαινόμενοι προσκυνημένοι, ήσαν έτοιμοι να κλείσωσι τα στενά του Μακρυνόρους, αν έβλεπαν ελληνικήν δύναμιν εν τω κόλπω· η κατάληψις λοιπόν αυτού εφαίνετο η βάσις των μελετωμένων πολεμικών εργασιών κατ' εκείνο το μέρος, και τούτου χάριν επανελθών ο κυβερνήτης εις Πόρον, ησχολήθη εις συγκρότησιν και αποστολήν κατά τον κόλπον εκείνον στολίσκου και διώρισεν αρχηγόν αυτού τον Πασάνον.
Εμφανισθέντος δε του στολίσκου κατά τον Μύτικα, εκινήθη όλον το στράτευμα, και επί σκοπώ να συμπράξη κατά της Πρεβέζης κατέλαβε το παρά το Άκτιον (Πούνταν) Χελογύβαρον.
Σεπτέμβριος Την δε 11 σεπτεμβρίου έφθασεν ο στολίσκος πλησίον του αμβρακικού κόλπου, και ο Πασάνος ανέβη εις την Καρτερίαν. Το ατμόπλουν τούτο, ως και η Επιχείρησις, και το μονοκάταρτον η Μέδουσα σφοδρώς εκανονοβόλουν το φρούριον του Παντοκράτορος, και υπό την κανονοβολήν αυτών τα πλοιάρια επροχώρουν^ αλλά και ο άνεμος δεν ήτο δεξιός και η ρύμη σφοδρά· όθεν ο είσπλους ανεβλήθη εις την αύριον. Εκινήθησαν την αύριον ως και την προτεραίαν και επροχώρησαν πάλιν προς το στόμα· αλλ’, επειδή ο άνεμος ήτον απόγαιος, ηναγκάσθησαν να εγκαρτερήσωσι πολλάς ώρας υπό την πυροβολήν της Πρεβέζης. Προς δε την μεσημβρίαν έπνευσε βοηθός άνεμος· εζήτησαν τότε οι ναύται να εισπλεύσωσιν υπό την οδηγίαν του επί της Καρτερίας αρχηγού· αλλ' ο αρχηγός, προφασιζόμενος ασθένειαν, απεποιήθη να τους οδηγήση αυτοπροσώπως. Συνηθισμένοι οι Έλληνες να βλέπωσι πάντοτε πρωταγωνιστήν τον αρχηγόν, και βλέποντες τον Πασάνον υπεκφεύγοντα τον κίνδυνον επαλινδρόμησαν την νύκτα της 13 εις Μύτικα.
Εν ώ δε αι ναυτικαί εργασίαι oλοτελώς απέτυχαν, αι της ξηράς ευτύχησαν παρά πάσαν προσδοκίαν. Η δεξιά πτέρυξ του στρατεύματος, η υπό τον φιλέλληνα Δενσέλον (α), κατέλαβε το Λουτράκι, εκυρίευσε μίαν αλιάδα, και δι' αυτής εκυριεύθησαν έξ πλοιάρια τουρκικά και εφωπλίσθησαν. Μετακομισθέντων δε και 100 ναυτών άλλοθεν, εκόπη η συγκοινωνία Πρεβέζης και Καρβασαρά. Οι Τούρκοι, βλέποντες τα γεγονότα, εφώπλισαν έν δικάταρτον και μίαν κανονοφόρον. Εν τούτοις, βλέποντες οι επανελθόντες εις Μύτικα άπρακτοι ναύται το κατόρθωμα των ελληνικών στρατευμάτων, εμβάντες εις τέσσαρα ένοπλα πλοιάρια υπό την οδηγίαν του Ανδρέα Κωφού, του Ανδρέα Τενεκέ, του Ανάσταση Παρασκευά και του Κωνσταντίνου Θεοφίλου, ωρκίσθησαν να εισπλεύσωσιν άνευ του αρχηγού, και τω όντι 4 ώραν μετά την μεσημβρίαν της 21 εισέπλευσαν υπό σφοδρότατον πυροβολισμόν της Πρεβέζης και του Ακτίου εις έκστασιν των παρευρεθέντων θεωρούντων το στόμα του κόλπου αδιάβατον εξ αιτίας των εις υπεράσπισιν αυτού κανονοστασίων και της στενότητός του, διότι βολή τουφεκίου αφικνείται από του ενός εις το άλλο χείλος. Εισελθόντα δε τα ελληνικά πλοιάρια εκυρίευσαν 40 των υπό σημαίαν τουρκικήν ευρεθέντων εν τω κόλπω και εβύθισαν κανονοβολούντα την κανονοφόρον· ηνάγκασαν δε το δικάταρτον να διασωθή εις Σαλαχώραν. Είς μόνος εφονεύθη επί του είσπλου, ο Κωφός, τρεις δε επληγώθησαν, εν οίς και ο Τενεκές· τόσον δε ηρίστευσαν τα πληρώματα των τεσσάρων ενόπλων πλοιαρίων, ώστε ο αρχιστράτηγος έγραφεν, ότι ουδέποτε άνθρωποι εφάνησαν αξιότεροι της ευγνωμοσύνης της πατρίδος των. Εν τούτοις η ανέλπιστος ανανδρία του Πισινού και η ασύνετος διαγωγή του προς την ιόνιον κυβέρνησιν ηνάγκασαν τον κυβερνήτην ν' αντικαταστήση τον Αντώνην Κριεζήν, άνδρα γενναίον και συνετόν.
Τα δε εν τω κόλπω ελληνικά πλοιάρια, καταστρέψαντα την εν αυτώ εχθρικήν δύναμιν εξέπλευσαν· αλλ' εισέπλευσαν εκ νέου περί τα τέλη νοεμβρίου αβλαβώς, επικρατούσης αντιπνοίας και υπό βαρύν κανονοβολισμόν των φρουρίων, και ενδιέμειναν. Και ταύτα μεν τα κατά την Δυτικήν Ελλάδα τω καιρώ εκείνω.
Η δε άφιξις του Ρεϊνέκου εις Κρήτην αναζωογόνησε τον αγώνα. Οι Κρήτες, συγκεντρωθέντες περί τα τέλη του Ιουλίου εις Πρόσνερον, ως τρισχίλιοι, εξεστράτευσαν· και οι μεν κατέλαβαν την θέσιν του Διγενή, οι δε την του Αλιγάνου,
Αύγουστος οι δε προσέβαλαν την 1 αυγούστου τους εν Μάλαξα Τούρκους και τους απέκλεισαν εντός τριών οικιών. Συνενωθέντες δε και οι καταλαβόντες τας δύο ανωτέρω θέσεις, απέκρουσαν κατά το Νερόκουρον ευτυχώς τους υπό τον Μουσταφά εξελθόντας των Χανιών προς βοήθειαν των εν Μάλαξα, και τους ηνάγκασαν να καταφύγωσιν εις το φρούριον κακώς έχοντας, καταδιώκοντές τους μέχρι βολής κανονίου· πολλοί εχθροί εφονεύθησαν και επληγώθησαν κατά την συμπλοκήν ταύτην· εφονεύθη και ο κεχαγιάς του πασά, εφονεύθησαν και 10 Έλληνες και επληγώθησαν 20. Οι Έλληνες έπραξαν εν τη περιστάσει ταύτη έργον αξιοσημείωτον ως ασύνηθες. 30 Τούρκοι, αποκοπέντες των άλλων, πολιορκηθέντες εν Νεροκούρω και παραδοθέντες, εστάλησαν αβλαβείς εις Χανιά· πολλά δε και πολυειδή λάφυρα έπεσαν εις χείρας των νικητών. Μετά την μάχην ταύτην το ελληνικόν στράτευμα επάτησεν ακωλύτως τον Αποκόρωνα και ηνάγκασε τους εκεί εχθρούς να καταφύγωσιν εις Σούδαν. Μετά δε την κατά το Νερόκουρον ήτταν εστάλησαν τουρκικά στρατεύματα εις Λάκκους, αλλ' απέτυχαν. Εν τούτοις οι Έλληνες ενεδρεύοντες πολλαχού εφόνευσαν την 13 κατά την Μεσαράν τον επ' ανδρία και ωμότητι γνωστόν Αγριολίδην, αρχηγόν των τουρκικών όπλων του Μεγάλου Κάστρου, και τον απεκεφάλισαν. Τον φόνον τούτον μαθόντες οι εν τω φρουρίω, και ιδόντες το πτώμα ενώπιον αυτών ακέφαλον εφρύαξαν, και κλείσαντες τας πύλας έπεσαν ξιφήρεις επί τους δυστυχείς Χριστιανούς, τους μεν σφάζοντες τους δε ρίπτοντες εις την θάλασσαν, εις τα πηγάδια, και εις τους αποπάτους· ούτε κοράσια ούτε βρέφη ελυπήθησαν· 750 πτώματα ελογίσθησαν μόνον τα εν ταις πλατείαις και αγυιαίς της πόλεως, και εκ των ανδρών μόνος σχεδόν ο μητροπολίτης διεσώθη καταφυγών εις το παλάτιον του πασά· δεν εξιλεώθησαν δε θύοντες τους εν τω φρουρίω Χριστιανούς, αλλ' ώρμησαν και εις τα πέριξ σφάζοντες και εκεί ανηλεώς τους μη πταίσαντας. Εμιμήθησαν και οι Ρεθύμνιοι τους Καστρινούς, και εξελθόντες την 19 διά νυκτός έπεσαν τα εξημερώματα είς τινα χωρία και έσφαξαν υπέρ τους 60 Χριστιανούς, εν οίς και τον ιερέα ενός των χωρίων λειτουργούντα. Η είδησις αύτη μετέβαλε την προς τους πάσχοντας Κρήτας δυσμενή διάθεσιν των εν Πόρω τότε διατριβόντων πρέσβεων επί το ευνοϊκώτερον, και έκτοτε ηυξήθη ο αριθμός των επί της νήσου οπλοφόρων Ελλήνων.
Εκείναις ταις ημέραις έπλεεν υπό το ακρωτήριον της παλαιάς Σούδας η λέμβος του ελληνικού πλοίου, Ηρακλέους, καταδιώκουσα εχθρικόν πλοιάριον. Τούρκοι τινες ενεδρεύοντες ετουφέκισαν αίφνης τους εν αυτή, εφόνευσαν δύο, και επλήγωσαν πέντε.
Μεσούντος δε του οκτωβρίου, έφθασεν εις Χανιά ο διαδεχθείς τον Κοδριγκτώνα, ανακληθέντα, Μαλκώλμης, και επρόβαλεν εν ονόματι της συμμαχίας ανακωχήν. Οι Έλληνες την εδέχθησαν, αλλ' ο Μουσταφάς την απέρριψεν.
Αναχωρήσας ο Μαλκώλμης, άφησε τοποτηρητήν του τον πλοίαρχον Μαιτλάνδον, και επί τη επανειλημμένη προτροπή αυτού εδέχθη ο Μουσταφάς την ανακωχήν· αλλά οι φόνοι, αι λεηλασίαι και αι καταστροφαί δεν έπαυσαν.
Ολίγαι παρήλθαν ημέραι αφ' ού απεστάλησαν τα εν Τροιζήνι στρατεύματα εις Μέγαρα και επληθύνθησαν εις οκτακισχιλίους, όλους Στερεοελλαδίτας· αλλά παρά πάσαν προσδοκίαν διέμειναν αργά επτά μήνας· αργά τα ηύραν ότ' έφθασαν και οι πρέσβεις εις Πόρον· χειρ αόρατος εφαίνετο αναχαιτίζουσα αυτά, και το κοινόν εγόγγυζε δικαίως. Μόλις αι υπό τον Κίτσον Τσαβέλλαν και Γιαννάκην Στράτον χιλιαρχίαι και η υπό τον Νικολόν Τσαβέλλαν πεντακοσιαρχία απεσπάσθησαν την 11 του γενικού στρατοπέδου και εστράτευσαν κατά τας επαρχίας Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου εις εμπόδιον εισαγωγής τροφών εις Ναύπακτον.
Αποβάντες ούτοι εις το παράλιον της Σεργούλας πλησίον των Τριζωνίων, εκυρίευσαν τας επαρχίας Λοιδωρικίου και Μαλανδρίνου, εξελάσαντες τους εν αυταίς κατέχοντας θέσεις εχθρούς. Η είδησις αύτη κατετάραξε τον Αχμέτ-Πρέβισταν, όστις τεταγμένος ως εκτελεστική δύναμις της επαρχίας Κραββάρων, έσπευσε ν' αρπάση όσα ηύρε γεννήματα και τρόφιμα και να κλεισθή εν Λομποτινά, χωρίω της αυτής επαρχίας· εμελέτησε δε να συλλάβη και προκρίτους άλλων τινών χωρίων· αλλ' ούτοι επρόφθασαν και επεκαλέσθησαν εν καιρώ την βοήθειαν των εκστρατευσάντων ομογενών, οίτινες και αυτούς κινδυνεύοντας ελύτρωσαν, και την Λομποτινάν επολιόρκησαν. Γνωσθείσης δε της πολιορκίας, 250 των εν Ναύπακτω εξεστράτευσαν εις βοήθειαν αλλ' ο Γιάννης Φαρμάκης, καταλαβών την θέσιν του Σκοπού, εματαίωσε το σχέδιον. Εν τούτοις ήλθαν άγγελοι λέγοντες τοις πολιορκηταίς, ότι οι εν Πατρατσικίω υπάρχοντο υπό τον Οσμάμπασαν και τον Ασλάμπεην· τότε οι μεν των πολιορκητών, ων ο αριθμός ηυξήθη, αφέντες την πολιορκίαν κατέλαβαν τας εμπροσθινάς θέσεις προς την Αλογόβρυσιν επί των ορίων του Λοιδωρικίου και του Πατρατσικίου, οι δε ετοποθετήθησαν κατά την Οξιάν προς αντίστασιν.
Οκτώβριος Εν τοσούτω οι εν Λομποτινά εχθροί, εμψυχωθέντες υπό των κινημάτων τούτων, εισώρμησαν την 14 και 16 Οκτωβρίου επί τους πολιορκούντας και κατέχοντας το Μυρμηγκάκι και επολέμησαν· αλλ' επανήλθαν εις Λομποτινάν κακήν κακώς, αφήσαντες κατά τας δύο ταύτας μάχας επί του πεδίου της μάχης 50 νεκρούς, εν οίς και τον ανιψιόν του Πρώτιστα. Κατησχύνθη συγχρόνως και ο φρούραρχος των Σαλώνων Μεχμέτ-Δεβόλης, εκστρατεύσας κατά των περί τον Πανομάραν και τον Μαστραπάν έξωθεν του Αντιρρίου διαμενόντων. Οι δε υπό τον Οσμάμπασαν, τον Ασλάμπεην και άλλους αρχηγούς εστρατοπέδευσαν εν πρώτοις έξωθεν του Γαρδικίου δύο ώρας μακράν των ημετέρων, ελογίζοντο δε 1500 και επροχώρησαν αυθημερόν προς την Οξιάν μίαν ώραν μόνον μακράν του ενδιαμένοντος ελληνικού στρατοπέδου. Οι Έλληνες εφώρμησαν, και κατ' αρχάς μεν τους ηνάγκασαν να εγκαταλείψωσι τους προμαχώνας των και ν' αποχωρήσωσιν εις την επάνω ράχιν· αλλά, σφοδράς μάχης επί της θέσεως εκείνης γενομένης, απεκρούσθησαν· εσπέρας δε επελθούσης, οι Τούρκοι επανήλθαν εις Γαρδίκι και εις του Βλαχιώτη το μνήμα. Εν τοσούτω, βλέποντες οι εν Λομποτινά, ότι εις μάτην ανέμεναν έξωθεν βοήθειαν, απεφάσισαν να διασωθώσιν εις Ναύπακτον φεύγοντες, και την 22 όρθρου βαθέος εξήλθαν, εν ώ έβρεχε ραγδαίως. Βραδέως εγνώρισαν οι Έλληνες την φυγήν των, έτρεξαν κατόπιν των, εφόνευσαν 100, και εζώγρησαν πλειοτέρους, εν οίς και τον Αχμέτ-Πρέβισταν, επήραν δε και πλούσια λάφυρα. Οι δε λοιποί, ως 150, εν οίς και ο Καφτάναγας, διεσώθησαν εις Ναύπακτον.
Μαθόντες δε την των εν Λομποτινά φυγήν οι περί τον Οσμάμπασαν και τον Ασλάμπεην επανήλθαν και αυτοί εις Πατρατσίκι καταδιωκόμενοι.
Την δε 24 εκινήθη το γενικόν στρατόπεδον της Ανατολικής Ελλάδος υπό τον Υψηλάντην.
Φθάσασα η προφυλακή του εις Χώστια παρά τους πρόποδας του Ελικώνος, απήντησε 200 εχθρούς, οίτινες προσβληθέντες κατέφυγαν εις το μοναστήριον του Δομπού· αλλ' εκεί τους απέκλεισεν η προφυλακή, έκοψε το νερόν, και τους εβίασε να παραδοθώσι την 31 υπό συνθήκην, παραδόσαντας τα όπλα και τας σημαίας. Οι όροι δε της συνθήκης όχι μόνον ακριβώς ετηρήθησαν, αλλά και υπέρβασις αυτών επ' ωφελεία των παραδοθέντων έγεινεν (β).
Καθ' ήν δε ημέραν παρεδόθη το μοναστήριον του Δομπού, εκυριεύθη και η Αράχωβα, φυγούσης της τουρκικής φρουράς. Οι Έλληνες εκυρίευσαν εξ εφόδου και την οχυράν θέσιν του Στεβενίκου, όπου εστάθμευαν 110 Τούρκοι και 30 Χριστιανοί υπό τινα Γιάννην Ζεληνιώτην και 45 μεν των φρουρούντων εθανάτωσαν, διαρκούσης της μάχης, τους δε λοιπούς αιχμαλώτισαν και απέστειλαν αβλαβείς εις Λεβαδείαν· είς των νικητών εφονεύθη και δύο επληγώθησαν.
Εκτός δε του επικρατούντος ρωσσικού πολέμου απασχολούντος όλην την προσοχήν και όλας τας δυνάμεις της Πύλης, συνέβησαν κατ' εκείνας τας ημέρας και αλληλομαχίαι βαρείαι του Κιουταχή καί τινων σημαντικών Αλβανών, αίτινες έφεραν τους εν Ελλάδι ομοφύλους των εις τελείαν απελπισίαν.
Εσκόπευεν ο Κιουταχής προ καιρού κατά διαταγήν της Πύλης να καταστρέψη τινάς των ισχυροτέρων Αλβανών ως αντιπράττοντας εις τους υπέρ της στρατιωτικής μεταρρυθμίσεως σκοπούς της, και ονομαστί τον Σελιχτάρ-Πόδαν, τον Εσήμπεην, τον Αβδουλάμπεην και τον Ισμαήλμπεην, και επί σκοπώ τούτω τους εκάλεσεν εις Ιωάννινα. Ούτοι υποπτεύσαντες συνήλθαν εις Μπεράτι, όθεν έστειλαν προς τον πασάν τον Ισμαήλμπεην, όστις εφονεύθη, εν ώ ανέβαινε την κλίμακα του παλατίου. Φοβηθέντες οι ισχυροί της Αλβανίας περί της ζωής των παρημέλουν έκτοτε τα συμφέροντα του κράτους· απηλπίσθησαν και οι κατά την Ανατολικήν Ελλάδα διεσπαρμένοι ομογενείς των, και οι πλείστοι αυτών βλέποντες, ότι οι Έλληνες εφάνησαν εσχάτως πιστοί φύλακες των συνθηκών και ευμενείς προς τους παραδοθέντας, απεφάσισαν ν' αναχωρήσωσιν αμαχητί και ένσπονδοι εις τα ίδια. Και πρώτοι μεν οι κατέχοντες το Δίστομον, τα Ζεμενόν και το μοναστήριον του Οσίου Λουκά ανεχώρησαν ανεπηρέαστοι, αφήσαντες υπό την κυριότητα των Ελλήνων δύο κανόνια καί τινα πολεμεφόδια· ανεχώρησαν δε μετά ταύτα και οι κατέχοντες την Λεβαδείαν, το παράλιον των Σαλώνων και την Σκρηπούν· κατόπιν ανεχώρησαν και οι κατέχοντες την επαρχίαν του Ταλαντίου· εγκατέλειψαν οι εχθροί και το φρούριον της Βοδωνίτσης και το Τουρκοχώρι· απεδιώχθησαν και εκ της Τοπόλιας, όπου αντιστάσεως γενομένης εσκοτώθησαν 20 και ηχμαλωτίσθησαν πέντε· 60 δε των εκεί εκλείσθησαν εντός τινος προμαχώνος επί της κορυφής του χωρίου, αλλά και ο προμαχών εκυριεύθη εξ εφόδου, και 10 των εν αυτώ εθανατώθησαν. Οι Έλληνες εξεστράτευσαν επί τους κατέχοντας τας οχυράς θέσεις της Κακής Σκάλας και της Άμπλιανης. Οι εν τη Κακή Σκάλα εκλείσθησαν έν τινι αποκρήμνω μέρει προς την Κορακόβρυσιν ιδόντες τους Έλληνας επερχομένους·
Νοέμβριος αλλά και εκεί εφορμήσαντες οι Έλληνες την 9 νοεμβρίου εφόνευσαν υπέρ τους 40, και εζώγρησαν 15, εν οίς και τον αρχηγόν αυτών Ορχανήν Κιαφιξίσην· άλλοι τόσοι απωλέσθησαν Έλληνες εν τη μάχη ταύτη· οι δε κατά την Άμπλιανην εχθροί διεσώθησαν εις Σάλωνα ένσπονδοι. Απελπισμένη και πολιορκημένη η φρουρά της πόλεως εκείνης εσυνθηκολόγησε και αύτη μετ' ολίγον διά του αρχηγού της Μεχμέτ-Δεβόλη, και την 17 παρέδωκε το φρούριον και ανεχώρησεν εις τα ίδια ανενόχλητος. Ευρέθησαν δ' εν τω φρουρίω 8 κανόνια και ικανά πολεμεφόδια και τρόφιμα. Μετά την παράδοσιν του φρουρίου τούτου εκενώθησαν όλαι αι άλλαι θέσεις της Ανατολικής Ελλάδος μέχρι Ζητουνίου εκτός των Θηβών και της Αττικής· μαθόντες και οι εν Καρπενησίω εχθροί τα γενόμενα έφυγαν και αυτοί την 23.
Εις εμψύχωσιν δε του δειλιάσαντος οθωμανικού στρατού, και εις διατήρησιν τουλάχιστον θέσεών τινων επί της Ανατολικής Ελλάδος, ο εν Ζητουνίω διατρίβων Μαχμούτπασας εισέβαλε μετ' ολίγον, μηδενός εναντιουμένου, εις Λεβαδείαν· και επί σκοπώ να εμπνεύση φόβον εμελέτησε να πέση αιφνιδίως επί τινας Έλληνας μεμονωμένους εν Μαρτίνω. Συννοηθείς δε και μετά του Καρυστίου Ομέρπασα, αυτός μεν εκίνησε διά της Σκρηπούς, ο δε διά των Θηβών· αλλά μη φθάσαντος τούτου εν καιρώ διά τον επικρατούντα δριμύν χειμώνα, επέπεσε μόνος την 20 Ιανουαρίου, και αποκρουσθείς υπό των Ελλήνων μαχομένων εντός οχυρωμάτων έφυγεν αισχρώς και ατάκτως. Ικανοί Τούρκοι εφονεύθησαν και τρεις σημαίαι έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων. Μετά δε την ήτταν απελπισθείς ο Μαχμούτπασας παρέλαβεν όλους τους υπ' αυτόν, και διαβάς τας Θερμοπύλας επανέκαμψεν εις Ζητούνι την 10 φεβρουαρίου.
Πολλάκις επί της παρελθούσης περιόδου του αγώνος είδαμεν εν αγανακτήσει τους Έλληνας παρασπόνδως προς τους παραδιδομένους εχθρούς πολιτευομένους· αλλά τους βλέπομεν ήδη αγαλλόμενοι αξιεπαίνως εκπληρούντας τα εις τους υποσπόνδους οφειλόμενα. Οι άνθρωποι ήσαν οι αυτοί, αλλ' οι καιροί διέφεραν.
Εν ώ δε ευδοκίμουν αι κατά ξηράν εκστρατείαι των Ελλήνων, ευδοκίμουν καί τινα κατά θάλασσαν κινήματά των.
Δεκέμβριος Την 23 δεκεμβρίου εκυρίευσεν η Καρτερία κατά την Στυλίδα τουρκικήν γολέτταν 10 κανονίων, και την αυτήν ημέραν συνέλαβεν ελληνική τις κανονοφόρος εν τω ευβοϊκώ κόλπω 3 τουρκικά εμπορικά πλοιάρια· ελληνική δε μοίρα υπό τον Σαχίνη απεβίβασε μετά τινας εβδομάδας 400 στρατιώτας εις Λιθάδαν προς άλωσιν του εκεί τουρκικού οχυρώματος. Προσέβαλαν οι αποβάντες το οχύρωμα, συναπέβησαν επιβοηθοί και οι εν τοις πλοίοις και το εκυρίευσαν διά συνθήκης· 40 Τούρκοι εφονεύθησαν και 23 επληγώθησαν· εφονεύθησαν και 9 Έλληνες, και επληγώθησαν 16· ανετράπη δε και το οχύρωμα υπό των Ελλήνων την επαύριον της παραδόσεώς του, αποπεμφθέν ασφαλώς των Τούρκων την προτεραίαν εις τα ίδια.
Μετά δε την κυρίευσιν του αμβρακικού κόλπου εμποδίσθη η συνήθης μετακόμισις των τροφών από Πρεβέζης εις Βόνιτσαν, και την 15 οι υπό τον αρχιστράτηγον, συμπράττοντος του στολίσκου, εκινήθησαν εις άλωσιν της Βονίτσης.
Κινδυνώδες ήτο το κίνημα, διότι άνωθεν της πόλεως κείται φρούριον, αλλ' ευδοκίμησε· και οι μεν Έλληνες εκυρίευσαν εξ εφόδου την πόλιν, εν ή ευρέθησαν πάμπολλοι Χριστιανοί αιχμάλωτοι, οι δε εν αυτή Τούρκοι κατέφυγαν εις το φρούριον, όπου εκλείσθησαν και απεκλείσθησαν· την δε 5 μαρτίου εξήλθαν ένσπονδοι και μετεκομίσθησαν ασφαλώς εις Πρέβεζαν, φέροντες τα όπλα και τας αποσκευάς των. Διαρκούντος δε του αποκλεισμού του φρουρίου, ηνδραγάθησαν εκ νέου οι εν τω κόλπω εκείνω ναύται Έλληνες, ναυμαχήσαντες και αφανίσαντες τα πλείστα των εν αυτώ απομεινάντων εχθρικών πλοίων. Κατά δε την ναυμαχίαν ταύτην εσκοτώθη και ο προ μικρού πληγωθείς Τενεκές. Οι Έλληνες κατέλαβαν την 13 απριλίου το Μακρυνόρος και τον Καρβασαράν.
Μεσούντος δε του απριλίου ανεφάνη πανώλης κατά το Βραχνί, χωρίον της επαρχίας Καλαβρύτων, και μετ' ολίγον και εν αυτή τη πρωτευούση της επαρχίας· αλλά τα κατά την Αχαΐαν γαλλικά στρατεύματα απέσβεσαν εντός ολίγου την αναφανείσαν ταύτην φλόγα.
1828-29
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΘ'.
Διάθεσις των εν Πόρω πρέσβεων προς τον κυβερνήτην — Διαπραγματεύσεις εις εφαρμογήν της συνθήκης. — Διαγωγή της Πύλης και γνώμη των αυλών περί των εν Πόρω εργασιών των πρέσβεων. — Εγκατάστασις τακτικών δικαστηρίων. — Συγκάλεσις εθνικής συνελεύσεως.
Η ΔΙΑΘΕΣΙΣ των εν Πόρω συνελθόντων πρέσβεων προς τον κυβερνήτην εκατόπτριζε την των αυλών. Ο της Ρωσσίας τον υπεστήριζεν όλαις δυνάμεσιν· ο της Γαλλίας μετρίως, ο δε της Αγγλίας ουδαμώς. Είδαμεν, ότι τα πλοία των τριών Δυνάμεων εχαιρέτων την σημαίαν της Ελλάδος· αλλ' επί της εν Πόρω συνεντεύξεως των πρέσβεων και του κυβερνήτου δεν την εχαιρέτησαν, αντιτείναντος του πρέσβεως της Αγγλίας. Παρεπονέθη ο κυβερνήτης διά το δυσμενές τούτο δείγμα, αλλά δεν ικανοποιήθη. Την τοιαύτην δυσμένειαν της Αγγλίας προϊδών ο κυβερνήτης είχε προτείνει να συνέλθωσιν οι πρέσβεις εις Σπέτσας και όχι εις Πόρον προς αποφυγήν πάσης συνεντεύξεως του πρέσβεως της Αγγλίας και των εν Αιγίνη αντιπολιτευομένων, αλλά δεν εισηκούσθη.
Η έλευσις δε των πρέσβεων εις Ελλάδα και ο σκοπός, δι' όν ήλθαν, ήσαν ικανά αίτια να ερεθίσωσι τα πνεύματα των Ελλήνων, και κυρίως των εν Αιγίνη προκρίτων ηρεθισμένων ήδη κατά του κυβερνήτου, και οι έχοντες έργον τας ταραχάς έδραξαν ως αρμοδίαν την περίστασιν ταύτην εις λύσιν παντός δεσμού του πανελληνίου και του κυβερνήτου, και δεν έπαυαν γράφοντες τω κυβερνήτη διατρίβοντι εν Πόρω κατά των άλλοτε εν τοις πράγμασιν ή των εχόντων σημασίαν εντός της Ελλάδος. Κατ' εκείνον τον καιρόν αι ευνοούμενοι του κυβερνήτου διέσπειραν, ότι οι εν Αιγίνη πρόκριτοι Πελοποννήσιοι συνελθόντες έγραψαν μυστικώς τω πρέσβει της Αγγλίας, ότι η Πελοπόννησος και αι νήσοι του Αιγαίου εξήρκουν εις σύστασιν ελληνικής επικρατείας. Τούτο μαθόντες οι Στερεοελλαδίται, οι έχοντες πάντοτε φόβους περί της μελλούσης τύχης της γεννησαμένης αυτούς γης, και πιστεύοντες ότι οι κοινοποιήσαντες ταύτα δεν εψεύδοντο εξ αιτίας της στενής αυτών σχέσεως προς τον κυβερνήτην, εταράχθησαν ταραχήν μεγάλην. Τοιούτος λόγος εν τοιαύτη κρισίμω ώρα εδύνατο να προξενήση δεινάς αλληλομαχίας. Ακούσαντες οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου την συκοφαντίαν ταύτην, και μαθόντες πόθεν προήλθε, την απέδωκαν εις τον κυβερνήτην, και τον εθεώρησαν έκτοτε φανερόν καταδιώκτην. Κατά των προκρίτων τούτων ερρίφθη και άλλη συκοφαντία έτι μάλλον βδελυρά· ότι συνώμοσαν να φαρμακεύσωσι τον κυβερνήτην. Ο λόγος ούτος διεφημίσθη και εκτός της Ελλάδος, και εκωδωνίσθη και διά τινων εφημερίδων. Ταύτα έχοντες υπ' όψιν οι πρόκριτοι την κρίσιμον εκείνην ώραν, ηγανάκτουν αναπολούντες τα παρελθόντα εξ αυτής της αφίξεως του κυβερνήτου φανέντος ότι σκοπόν έβαλεν έκτοτε να καταστρέψη την εν ταις επαρχίαις επιρροήν των· απέστειλε δε κατ' εκείνας τας ημέρας και οδηγίας προς τους εκτάκτους επιτρόπους ως προς τον σκοπόν τούτον, ας ανέγνωσε το πανελλήνιον κατά ρητήν παραγγελίαν του επί πλήρους συνεδριάσεως.
Αλλ' όσον οι πρόκριτοι εδυσπίστουν προς τον κυβερνήτην βλέποντες φανερά τον σκοπόν αυτού τείνοντα εις όλεθρόν των, τόσον εδυσπίστει και ούτος προς εκείνους, διότι τω έλεγον και τω έγραφαν πανταχόθεν, ότι εκίνουν κατ' αυτού τον λαόν, και ότι εμελέτων ανατροπήν των καθεστώτων.
Αφιχθέντες δε οι πρέσβεις εις Πόρον εκοινοποίησαν προς τον κυβερνήτην 28 ερωτήματα, ζητούντες να μάθωσι διά της λύσεως αυτών τον πληθυσμόν των εγκατοίκων της Ελλάδος Μουσουλμάνων και Ελλήνων, το ποσόν και την αναλογίαν της ακινήτου περιουσίας αυτών, ποία μέρη της ελληνικής γης απεστάτησαν, πόσοι και ποίου είδους οι προς την Πύλην τακτικοί και έκτακτοι φόροι, οποίαι αι επί τουρκοκρατίας Αρχαί εν Ελλάδι, οποία η συμμέθεξις των Ελλήνων εις τα της διοικήσεώς των, και πώς εκυβερνώντο εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι τούδε.
Λαβών ο κυβερνήτης τα ερωτήματα ταύτα μετέβη εις Αίγιναν και εκάλεσε το πανελλήνιον προς λύσιν αυτών. Εις ταχυτέραν δε και ακριβεστέραν εκπλήρωσιν του σκοπουμένου το πανελλήνιον, διαιρεθέν εις επιτροπάς, διήρεσε και τας εργασίας του υπό τον όρον να σταλώσιν όλα τα έργα των επιτροπών προς τον κυβερνήτην κατ' ευθείαν ασυζήτητα, και αφ' ού συναρμολογηθώσι παρ' αυτού, να τεθή το όλον υπό την συζήτησιν του πανελληνίου· αλλ' ο κυβερνήτης, συντάξας επί των αναφορών των διαφόρων επιτροπών γενικήν έκθεσιν, την έστειλε προς τους πρέσβεις μη ζητήσας την γνώμην του πανελληνίου και προφασισθείς το κατεπείγον του καιρού. Το πανελλήνιον, μήτε σεβόμενον πλέον μήτε εμπιστευόμενον τον αρχηγόν του κράτους, και λαβόν εντεύθεν αφορμήν κατεβόα. Εις παύσιν δε της καταβοής ο κυβερνήτης ηναγκάσθη να στείλη προς αυτά αντίγραφον της εκθέσεώς του και να προκαλέση γνωμοδότησιν. Συνέπεσε δε συγχρόνως και τα εξής σφοδροτέρων διενέξεων αίτιον.
Το 28ον ερώτημα των πρέσβεων απέβλεπε τον τρόπον καθ' όν εκυβερνάτο η Ελλάς εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι της ελεύσεως και μετά την έλευσιν του κυβερνήτου. Η έγκρισις ή η κατάκρισις του παρελθόντος και του τωρινού πολιτικού συστήματος απέκειτο εις τον τρόπον της λύσεως του ερωτήματος τούτου. Διά τον λόγον τούτον ανεδέχθη μόνος ο κυβερνήτης να το λύση, και το έλυσεν εις μομφήν του παρελθόντος και εις έπαινον του ενεστώτος συστήματος. Αλλά κληθέν το πανελλήνιον να γνωμοδοτήση περί όλων των ερωτημάτων, εν οίς και το 28ον, απεδοκίμασε την λύσιν αυτού επισήμως· συνώδευσε δε την έκθεσίν του προς τον κυβερνήτην και δι' εγγράφου δεικνύοντος πόσον ολίγον τον επιστεύετο και τον ετίμα. Έλεγε δε το έγγραφον ότι το πανελλήνιον, αφ' ού εθεώρησε την εις λύσιν του 28ου ερωτήματος έκθεσιν του κυβερνήτου διακρινομένην εις δύο μέρη, το από της αρχής της επαναστάσεως μέχρι της αφίξεως αυτού εις την Ελλάδα, και το από της αφίξεώς του μέχρις εκείνης της ημέρας, παρετήρησεν ότι το πρώτον μέρος κατ' άλλα ήτον ελλιπές, και κατ' άλλα διέφερε της ιστορικής αληθείας, όθεν ενόμισε χρέος του να καθυποβάλη άλλην ιστορικήν έκθεσιν ως προς αυτό. Ως δε προς το δεύτερον μέρος περιστρεφόμενον εις πράγματα διατρέξαντα μετά την άφιξιν του κυβερνήτου, επειδή άπαξ εγράφη ως ενέκρινεν αυτός και επαρουσιάσθη προς τους πρέσβεις, το πανελλήνιον έκρινεν ανάρμοστον να επιφέρη τροπολογίαν τινά ή προσθαφαίρεσιν.
Τοιαύτη ήτον η σχέσις του κυβερνήτου προς το πανελλήνιον, καθ' όν καιρόν παρόντες οι αντιπρόσωποι των τριών Δυνάμεων και αυτήκοοι των περί ων ο λόγος διενέξεων εσκέπτοντο περί των όλων. Αντιφερόμενοι δε και αυτοί οι αντιπρόσωποι προς αλλήλους εξ αιτίας της διαφωνίας των αυλών αυτών εσυμβιβάσθησαν επί τέλους και εξέθεσαν γνώμην εκ συμφώνου, διότι εξουσίαν να ορίσωσί τι δεν είχαν· κοινοποιήσαντες δ' επισήμως προς το συμμαχικόν συμβούλιον την γνώμην ταύτην, την εκοινοποίησαν ιδιαιτέρως και προς την ελληνικήν κυβέρνησιν. Τα εις συζήτησιν δε ουσιώδη άρθρα της συνθήκης ήσαν, ως προείρηται, το περί ορίων, το περί φόρου, το περί αποζημιώσεως της τουρκικής ιδιοκτησίας, και το περί της εκλογής της τοπικής Αρχής της Ελλάδος.
Έξ οροθετικάς γραμμάς επί της ξηράς έλαβαν υπ' όψιν εν Πόρω οι πληρεξούσιοι της συμμαχίας· την επί του ισθμού της Πελοποννήσου· την μεταξύ Πάρνυθος και Κιθαιρώνος εμπεριέχουσαν την Αττικήν και Μεγαρίδα και εις τον κορινθιακόν κόλπον τελευτώσαν· την μεταξύ Θερμοπυλών και κορινθιακού κόλπου εμπεριλαμβάνουσαν και τον Παρνασσόν· την μεταξύ Βώλου και εκβολών του Αχελώου· την μεταξύ του ακρωτηρίου της Ζαγοράς και του κόλπου της Άρτης· και την μεταξύ Ολύμπου και Πίνδου. Και αι μεν πρώται τέσσαρες οροθεσίαι ήσαν του συμμαχικού συμβουλίου, η δε πέμπτη και έκτη της ελληνικής κυβερνήσεως· είχε δε διατάξει το συμβούλιον τους εν Πόρω πληρεξουσίους να προσέξωσιν ώστε «η οροθετική γραμμή να ήναι ακριβώς κεχαραγμένη, ευϋπεράσπιστος, περιλαμβάνουσα αληθώς επαναστατήσαντα λαόν, και παρέχουσα διά της διαγραφής της όσον το δυνατόν μικροτέρας αφορμάς διενέξεων εις τας μεθορίους επαρχίας».
Ούτε νους οξυδερκής, ούτε υγιής πολιτική, ούτε καλή θέλησις ωδήγησαν τους συγκροτούντας το συμβούλιον εις τα περί οροθεσίας της Ελλάδος. Αποκυήματα ωθισμού της παγκοσμίου γνώμης και έργα πολιτικής ανάγκης ήσαν αι υπέρ των Ελλήνων βουλαί των· διήρεσαν καθ' άς διεχάραξαν οροθεσίας την υπό την δουλείαν αδιαίρετον ελληνικήν φυλήν, και ολίγους των Ελλήνων προθέμενοι να ικανοποιήσωσι, και τούτου κατά την ομολογίαν αυτών ως μ η-δ υ ν η θ ε ί σ η ς-τ η ς-Π ύ λ η ς-ν α-τ ο υ ς-α ν α δ ο υ λ ώ σ η, παρέλιπαν τους πλείστους υπό τον ζυγόν· αν γενναιότερον και οξυδερκεστέρον επολιτεύοντο, θα έλυεν η ελληνική επανάστασις το μέγα ζήτημα της ανατολής εις σωτηρίαν της αείποτε κινδυνευούσης ισορροπίας και ωφέλειαν της αναξιοπαθούσης ανθρωπότητος. Και αυτά δε τα συμφέροντα της οθωμανικής αυτοκρατορίας όστις έλαβεν υπ' όψιν, θα παρετήρησεν εκ των υστέρων, ότι η παράλειψις των ελληνικών επαρχιών όχι μόνον ουδαμώς συνετέλεσεν εις κραταίωσίν της, αλλ' έτι μάλλον την εξησθένισεν ως παντοίοις τρόποις αδιαλείπτως αγωνιζομένων εις ανατροπήν της. Αδύνατον κρατούμενοι, υπερτερούντες των κρατούντων και κατά τον αριθμόν και κατά την διανοητικήν και την κοινωνικήν ανάπτυξιν και ποθούντες την ανέγερσίν των, να μη φθάσωσιν εν καιρώ ευθέτω εις το ποθούμενον.
Ελλιπείς δε των κατά τας οδηγίας του συμβουλίου προσόντων ευρόντες οι εν Πόρω πληρεξούσιοι τας εξ οροθετικάς γραμμάς διέγραψαν αυτοί εβδόμην από του στομίου του κόλπου του Βώλου αρχομένην, διά των βουνών της Γούρας και του Πίνδου διερχομένην, και λήγουσαν εις τον αμβρακικόν κόλπον. Συμπαρελήφθησαν δε και αι Κυκλάδες, η Αμουργός, αι Ανατολικαί Σποράδες και η Εύβοια, αν και τουρκοκρατουμένη, διά την παρά τη Αττική και Βοιωτία θέσιν της. Εξηρέθησαν δε απ' εναντίας η Σάμος, η Χίος και η Κρήτη· η μεν πρώτη διά την προς τα παράλια της Ασίας θέσιν της, αν και ευτυχώς μέχρι τέλους αγωνισθείσα· η δε δευτέρα και διά την θέσιν της και διά την τελείαν υποδούλωσίν της· η δε Κρήτη διότι, αν και εφωπλίσθη εκ νέου, δεν εδυνήθη ν' αποτινάξη τον ζυγόν.
Περί δε του φόρου ενεκρίθη η κατ' έτος απόδοσις του νενομισμένου χαρατσίου και ναζουλαβαριζίου, ήτοι γροσίων 1,500,000· να μη δίδεται δε το ποσόν τούτο κατ' έτος όλον από τούδε, αλλά βαθμηδόν εξ αιτίας όσων έπαθεν η Ελλάς.
Τα δε της τουρκικής γης εθεωρήθησαν διττώς· η μεν ανήκουσα εις τον θρόνον, εις τα βακούφια, ή εις το δημόσιον ν' αφεθή αναποζημίωτος εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, η δε ιδιωτική ν' αγορασθή παρά των Ελλήνων.
Ως προς την συμμέθεξιν δε της Πύλης εν τη εκλογή της τοπικής Αρχής ουδέν ερρέθη.
Τοιουτοτρόπως αποπερατώσαντες οι πρέσβεις τα έργα των απέπλευσαν οι μεν της Γαλλίας και Αγγλίας την 6 δεκεμβρίου, ο δε της Ρωσσίας την 8, καθ' ήν επανήλθε και ο κυβερνήτης εις Αίγιναν. Εναπέμειναν δε οι παρά τι ελληνική κυβερνήσει επιτετραμμένοι τα των τριών αυλών, πρό τινος καιρού κατά την συνθήκην της 24 ιουνίου αφιχθέντες εις Ελλάδα.
Αν και η εν Πόρω υπό των πρέσβεων χαραχθείσα οροθετική γραμμή ήτον ην αυτοί επρότειναν διατρίβοντες εν Κωνσταντινουπόλει, αν και την αυτήν γραμμήν υπέδειξε το συμμαχικόν συμβούλιον διατάξαν τον αποκλεισμόν των παραλίων της Ελλάδος, αν και την παραδοχήν της αυτής γραμμής συνίστων παρά τω συμβουλίω ως βάσιν των μετά της Πύλης διαπραγματεύσεων της συμμαχίας η Γαλλία και η Ρωσσία, τα τορικόν υπουργείου τόσον ωργίσθη κατά του Άγγλου αντιπροσώπου Κάννιγγος δεχθέντος εν τη ορθή κρίσει του και τη αείποτε γενναία προς τους υπό τον σουλτάνον Χριστιανικούς λαούς πολιτική του την οροθεσίαν ταύτην, ώστε τον έπαυσε της πρεσβευτικής υπηρεσίας του· απήτει δε στενότερα όρια και διετείνετο, ότι η γνώμη της εστηρίζετο επί του γράμματος και του πνεύματος της συνθήκης μη προθεμένης σύστασιν ελληνικού κράτους, αλλ' απλήν ειρήνευσιν της τεταραγμένης Ελλάδος εις ασφάλειαν των κατοίκων της Χριστιανών από τουρκικής κακώσεως· ήθελε δε να στήση την οροθετικήν γραμμήν επί του κορινθιακού ισθμού, και εις αποζημίωσιν της στενής ταύτης οροθεσίας επρόβαλε ν' αναδειχθή η Ελλάς ανεξάρτητος· φαίνεται δε ότι η συνεχώς δίδουσα αφορμάς διαφορών και σκανδάλων μεταξύ Τουρκίας και Ρωσσίας ημικυριαρχία της Βλαχομολδαυίας και Σερβίας, προς βλάβην πάντοτε της Πύλης, υπηγόρευσε το περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος. Αλλά πώς εδύνατο να υπάρξη ανεξάρτητος επικράτεια εντός τόσω στενών ορίων μη έχουσα τα προς ύπαρξίν της; ή πώς μετεφέροντο εντός του ισθμού τόσαι χιλιάδες ενόπλων και εμπειροπολέμων Στερεοελλαδιτών κατοίκων των εγκαταλειπομένων εις τους Τούρκους μερών; οι κάτοικοι Χριστιανοί της αποκοπτομένης κατά την πρότασιν ταύτην στερεάς Ελλάδος ελογίζοντο 180,000· εν ώ οι κάτοικοι αυτής Τούρκοι ελογίζοντο 7000 ή 8000· ήτο λοιπόν δίκαιον, και αν ήτο δυνατόν, να μεταναστεύσωσιν οι πάμπολλοι χάριν των ολιγωτάτων; αν δε επρόκειτο κατά την συνθήκην να ειρηνεύση ο τόπος εκείνος, δεν ενέβαλεν η ειρηνοποιός Δύναμις διά της παραδοχής τόσω στενών ορίων αντί ειρήνης μάχαιραν; εις μάτην δε ήλπιζε να φέρη δι' αυτών την Πύλην εις συμβιβασμόν· η Πύλη εβάδιζε και μετά τον ρωσσικόν πόλεμον ην εβάδισεν οδόν και πρότερον· ώστε δεν επρόκειτο περί πλατυτέρων ή στενοτέρων ορίων. Η Πύλη ούτε την μεσιτείαν των συμμάχων εδέχετο, ούτε την ανακωχήν εκήρυττεν, ούτε άλλο τι παρεχώρει υπέρ των Ελλήνων μη συμβιβαζόμενον προς τον χαρακτήρα τ ο υ-ρ α γ ι ά. Αδιαφιλονείκητον δε εθεώρει πάντοτε όλην την στερεάν Ελλάδα, και ουδέ καν λόγον να ακούη ήθελε περί αυτής· εις δε την Πελοπόννησον υπέσχετο να στείλη ένα καλόν πασάν.
Επιμένον δε το αγγλικόν υπουργείον εις ην προέθετο οροθεσίαν εξέφρασε λύπην επί του συμμαχικού συμβουλίου διά τα εν Πόρω διαγραφέντα, και εμέμφθη τους πρέσβεις ως παρεξηγήσαντας τας οδηγίας των και απορρίψαντας ην έλαβαν εν Πόρω πρόσκλησιν της Πύλης να επανέλθωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, διότι και η ανακωχή υπήρχε πραγματικώς, και η παραδοχή της μεσιτείας συνυπηκούετο. Αλλ' η πραγματική ανακωχή προήρχετο, κατά το λέγειν αυτής της Πύλης, εξ αυτών των πραγμάτων και όχι εκ της προαιρέσεώς της, διότι ουδέποτε ηθέλησε να την κηρύξη· διά της αυτής δ' επιστολής, δι' ής εκάλει τους πρέσβεις, έγραφεν ότι «αδύνατον να θεωρήση άλλως πως τον Έλληνα ειμή ραγιάν», και επρόσθετεν ότι μετά την επάνοδον των πρέσβεων εις Κωνσταντινούπολιν τα πάντα επί τη βάσει ταύτη εσυμβιβάζοντο επί μιας και μόνης συνεδριάσεως, ό εστι, καθώς άλλοτε είπε, διά της αποστολής εις την Πελοπόννησον ενός καλού πασά. Διά τους λόγους τούτους αι δύο άλλαι αυλαί ούτε την διαγωγήν των πρέσβεων εμέμφθησαν, διότι δικαίως εθεώρησαν και το ύφος της Πύλης ύπουλον και τα έργα της εναντία της ανακωχής και της μεσιτείας, ούτε την επί του ισθμού οροθεσίαν ενέκριναν.
Τοιαύτη ήτον η πολιτική της συμμαχίας περί τα τέλη του παρόντος έτους. Αι συμμαχικαί Δυνάμεις διεφώνουν όλαι ομού προς την Πύλην, και διεφώνουν και προς αλλήλας.
Ο δε κυβερνήτης, καθ' όν καιρόν διεπραγματεύετο μετά των πρέσβεων, ησχολείτο και εις την ανάπτυξιν του εσωτερικού οργανισμού του κράτους. Η σύστασις δικαστηρίων είλκυσε προ πολλού την πρόσοχήν του. Μέγαν γογγυσμόν εκίνει και ενόχλησιν όχι μικράν επροξένει εις την κυβέρνησιν ή έλλειψις αυτών. Καθ' όλον το διάστημα της οκταετούς επαναστάσεως τακτικά δικαστήρια δεν υπήρξαν εν Ελλάδι· αι κατά καιρόν κυβερνήσεις επροσπάθησαν πολλάκις να τα συστήσωσιν αλλά πάντοτε ματαίας απέδειξε τας προσπαθείας των ο πόλεμος· οι φρονιμότεροι δε των Ελλήνων δεν ήσαν και οι προθυμότεροι εις σύστασιν των, ως δυναμένων να απασχολώσι τους Έλληνας των φροντίδων του πολέμου. Η επανάστασις πολλούς ευτυχείς εδυστύχησεν· ολιγώτατοι ήσαν οι δυνάμενοι ν' αποτίσωσι τα χρέη των, και εργώδης ήτον η εκτέλεσις των αποφάσεων των δικαστηρίων εν μέσω τόσων ανωμαλιών και κινδύνων, εν ώ μάλιστα υπερίσχυαν των νόμων αι ιδιωτικαί επιρροαί. Αλλά μετά την έλευσιν του κυβερνήτου η Ελλάς και εις ειρηνικήν θέσιν μετέβη, και το εσωτερικόν της ετακτοποιήθη, και ο νόμος υπερισχύων πάσης ατομικής θελήσεως εφαίνετο. Διά τούτο κατάλληλος εκρίθη ο καιρός εκείνος προς σύστασιν της δικαστικής τάξεως. Εις σύνταξιν δε τοιούτου οργανισμού προ καιρού ησχολείτο το πανελλήνιον κατά πρότασιν του κυβερνήτου· αλλ' επειδή δεν επροχώρει το έργον, ο κυβερνήτης εσύστησεν ον άλλοτε εφήρμοσεν αυθαιρέτως οργανισμόν κατά τας Δυτικάς Σποράδας ο έκτακτος επίτροπος Βιάρος. Δυσηρεστήθη το πανελλήνιον, ως παραχωρούντος του οργανισμού τω κυβερνήτη το δικαίωμα του εκλέγειν τους δικαστάς, και αντέταξε τον αποσιωπηθέντα εν τω διαγγέλματι του κυβερνήτου αλλ' ισχύοντα ιγ' νόμον παρέχοντα τω λαώ το δικαίωμα τούτο. Υπεκρίθη ο κυβερνήτης άγνοιαν του νόμου τούτου, εν ώ τον ανέφερε ρητώς ο 146 παράγραφος του περί δικαστηρίων θ' κεφαλαίου του συντάγματος της Τροιζήνος, του γαλλιστί μεταφρασθέντος εν τω γραφείω του κατά διαταγήν του, και παρ' αυτού επιθεωρηθέντος και σταλέντος προς τους πρέσβεις εις απόδειξιν ότι δεν ήτο κατάλληλος προς ον εγράφη σκοπόν^ και αυτοί δε οι επιστήθιοί του σύμβουλοι, Βιάρος και Γιαννετάς, οι κύριον έργον έχοντες τα περί δικαστηρίων, δεν ήτο δυνατόν ν' αγνοώσι τον νόμον. Πολλών δε συνδιαλέξεων γενομένων ότι ο εθνικός νόμος δεν εφηρμόζετο, εξεδόθη την 15 δεκεμβρίου ψήφισμα περί συστάσεως δικαστηρίων, μη διατηρουμένων όλων των όρων του νόμου· αλλ' η εφαρμογή και η ενέργεια του ψηφίσματος τούτου εβράδυνε διά την εξής αιτίαν.
Είδαμεν, ότι οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου, μέλη του πανελληνίου, και άλλα μέλη αυτού, αντεπολιτεύοντο παρρησία τον κυβερνήτην. Η μεγάλη επιμονή του εις ταχείαν σύστασιν δικαστηρίων, και λόγοι, ους διέσπειραν οι οικείοι του, έδωκαν δεινάς υποψίας ότι ο κυβερνήτης εσκόπευε να μεταχειρισθή τα δικαστήρια ως όπλα κατ' αυτών. Η επανάστασις περιέπλεξεν εις πολλά πολλούς των αντιπολιτευομένων· τινές αυτών εχρεώστουν και προ της επαναστάσεως ικανά· ήσαν καί τινα χρέη των κοινοτήτων φαινόμενα κατά τα έγγραφα ως ιδιωτικά των προκρίτων· επρόκειτο δε κατά το εκδοθέν ψήφισμα να εκλεχθώσι τα μέλη του ανεκκλήτου δικαστηρίου κατά μόνην την θέλησιν του κυβερνήτου, και ουδέ μετά την τοιαύτην εκλογήν ήσαν αμετακίνητα, ό εστιν ανεξάρτητα της κυβερνήσεως. Διά τους λόγους τούτους οι αντιπολιτευόμενοι πανελλήνιοι, θεωρούντες εαυτούς υπό την διάκρισιν του εχθρού των διά των δικαστηρίων, κατέβαλαν πάσαν φροντίδα εις την μη σύστασιν αυτών, επί λόγω ότι αναγκαίον να κανονίσωσι προηγουμένως τα περί της αποδόσεως των προ της επαναστάσεως κοινών ή ιδιωτικών χρεών. Αι δε υποψίαι, ας συνέλαβαν οι πρόκριτοι ως προς τον τρόπον της συστάσεως των δικαστηρίων και της εκλογής των δικαστών, δεν ήσαν ψευδείς. Ο μετά του Βιάρου εργαζόμενος περί τα δικαστικά Γιαννετάς, προθέμενος να διορίση δικαστήν, τω είπεν, ότι είκοσι μόνον οικογενείας εσκόπευεν η κυβέρνησις ν' αφήση ιδιοκτήτας, και ότι, πριν τον διορίση δικαστήν, επεθύμει να μάθη αν ήτο και αυτός της γνώμης ταύτης. Εκ πολλών δε άλλων περιστατικών έλαβαν αφορμήν οι Έλληνες να υποπτεύσωσιν ότι ο κυβερνήτης μήτε την συνταγματικήν οδόν καθ' όλην την διάρκειαν της εξουσίας του εσκόπευε να βαδίση, μήτε εθνικήν συνέλευσιν άνευ κατεπειγούσης ανάγκης να συγκαλέση. Οι δε εν Αιγίνη σημαντικοί, οι υπέρ πάντα άλλον θέλοντες μεταβολήν των καθεστώτων, έδρατταν επί της εν Πόρω διαμονής των πρέσβεων πάσαν ευκαιρίαν γνωστοποιούντες αυτοίς πόσον δυσηρεστούντο οι Έλληνες επί τοις παρούσι, και πόσον ολίγον επανεπαύοντο επί τοις μέλλουσι. Την συγκάλεσιν δε της συνελεύσεως εθεώρουν όλοι ως πολιτικήν πανάκειαν. Αι προτάσεις των πρέσβεων εφαίνοντο και αύται απαιτούσαι ταύτην. Η ενεστώσα κυβέρνησις δεν είχεν άλλας βάσεις εις διαπραγμάτευση της ειρηνεύσεως ειμή όσας έθεσεν η συνέλευσις της Επιδαύρου, καθ' όν καιρόν επεκαλέσθη την μεσιτείαν της Μεγάλης Βρεττανίας· αλλ' αύται αντέβαιναν, ως απεδείξαμεν, προς την συνθήκην της 24 Ιουνίου, ης η πραγματοποίησις ήτο το μόνον σκοπούμενον των πρέσβεων. Η συνθήκη αύτη παρεχώρει τω σουλτάνω φόρον, αποζημίωσιν της τουρκικής γης, δικαίωμά τι επί τη εγκαταστάσει της τοπικής Αρχής της Ελλάδος και δεν ώριζε τα όρια, εν ώ η συνέλευσις της Επιδαύρου και τα όρια ώρισε, και εκτός του φόρου ουδέν άλλο παρεχώρησεν. Εις νομιμοποίησιν λοιπόν και παρά των Ελλήνων της πραγματοποιήσεως της συνθήκης αναγκαίον εφαίνετο να συνέλθωσιν εκ νέου οι Έλληνες εις σύσκεψιν· αλλ' όσα συνωμολόγησαν προς εκτέλεσιν αυτής οι πρέσβεις δεν ήσαν οριστικά· ήσαν, ως είπαμεν, απλή γνωμοδότησις προς το συμμαχικόν συμβούλιον· διά τούτο, αν και η συγκάλεσις της συνελεύσεως εφαίνετο άφευκτος, επάναγκες ήτο ν' αναβληθή μέχρις ου το συμβούλιον απεφαίνετο περί αυτών· της γνώμης ταύτης ήσαν και οι πρέσβεις και ο κυβερνήτης· αλλ' η δυσαρέσκεια των Ελλήνων προς το ενυπάρχον σύστημα ήτο τόση, ώστε προς ικανοποίησιν της κοινής γνώμης έπρεπεν ή να εξυπνήση το κοιμώμενον σύνταγμα της Τροιζήνος και να κυβερνηθή η Ελλάς κατ' αυτό, ή να προκηρυχθή από τούδε συνέλευσις· και επειδή το σύνταγμα αντέβαινε φανερά προς τας αρχάς της συνθήκης, η συγκάλεσις της συνελεύσεως εφαίνετο η μόνη θεραπεία· διά τον λόγον τούτον και επί τω σκοπώ τούτω έγραψε τω πανελληνίω ο κυβερνήτης την 30 Οκτωβρίου, διατρίβων τότε εν Πόρω, δικαιολογών την μη μέχρι τούδε συγκάλεσιν της συνελεύσεως και προσκαλών αυτό να σκεφθή και ασχοληθή εις τα περί της εκλογής των πληρεξουσίων.
Νόμος εκλογής πληρεξουσίων δεν υπήρξεν επί της επαναστάσεως· αλλ' υπήρξεν εκλογής βουλευτών, και κατά τούτον ενηργούντο αι εκλογαί των κατά καιρούς πληρεξουσίων, διπλασιαζομένου του αριθμού. Επειδή δε επί της επαναστάσεως η κυβέρνησις ήτο δημοκρατική, πάσα εξουσία περί εκλογών αφίετο τω λαώ, και ουδεμία επέμβασις της κυβερνήσεως, ουδέ καν απλή επί των εκλογών επιστασία αυτής, επετρέπετο. Αλλ' ο κυβερνήτης, επί λόγω μεν να τακτοποιήση τα των εκλογών, επί σκοπώ δε να τας επιρρεάση, επέμενε να προεδρεύωνται τα εκλεκτικά συνέδρια υπό υπαλλήλων της κυβερνήσεως. Τα μέλη του πανελληνίου εδιχογνώμουν, και τα μεν ήσαν της γνώμης ταύτης, τα δε να προεδρεύωνται παρ' ενός των εκλογέων. Σφοδραί ήσαν αι συζητήσεις· επί τέλους υπερίσχυσεν η αντικυβερνητική γνώμη. Ανεφάνη και άλλο ζήτημα εν τω πανελληνίω· αν όλοι οι Έλληνες είχαν το δικαίωμα του ψηφοφορείν, ή μόνοι οι αυτόχθονες και οι κτηματίαι· και επειδή οι μη τοιούτοι εφαίνετο ότι συμφέρον είχαν να υποστηρίξωσι την πολιτικήν του κυβερνήτου ως ελπίζοντες εις αυτόν, η πλειονοψηφία του πανελληνίου τους αφήρεσε το δικαίωμα του ψηφοφορείν· αλλ' απέρριψεν ο κυβερνήτης την αγενή ταύτην και ιδιοτελή πράξιν επί λόγω ότι, υπάρχοντος περί εκλογής νόμου, αν και ατελούς και εσφαλμένου, μη εξαιρούντος τους περί ων ο λόγος, δεν εδύνατο να παραδεχθή άλλον, ως μη έχων δύναμιν του νομοθετείν, και μάλιστα προκειμένου περιορισμού του δικαιώματος του ψηφοφορείν. Αλλά δύναμιν τοιαύτην και είχε κατά το καταστατικόν ψήφισμα του πανελληνίου, και πολλάκις εξήσκησε, και επ' αυτή ταύτη τη περιστάσει ενομοθέτει, διότι το σχέδιόν του ετροποποίει ενυπάρχοντα νόμον· εντεύθεν επήγασαν μεταξύ αυτού και του πανελληνίου δεύτεραι σφοδραί και βαρείαι διενέξεις γραπταί και προφορικαί. Η θέσις του κυβερνήτου απέβη μάλλον κρίσιμος έκτοτε μη έχοντος την πλειονοψηφίαν του πανελληνίου· διά τούτο απεφάσισε να δημοσιεύση άνευ της συμπράξεως αυτού το περί εκλογής νομοσχέδιόν του, να καλέση τους λαούς εις εκλογήν πληρεξουσίων κατά τους όρους αυτού, και να νομιμοποιήση τα ανομιμοποίητα υπό ιδίαν ευθύνην ενώπιον της συνελεύσεως. Αλλ' ο γραμματεύς της επικρατείας απεποιήθη την σύμπραξίν του και την προσυπογραφήν του επί λόγω, ότι ώφειλεν ο κυβερνήτης κατά τα νενομισμένα να εκδίδη τα νομοθετικά ψηφίσματά του επί των αναφορών του πανελληνίου, αι δε αναφοραί αύται ήσαν εναντίαι του σχεδίου του. Πολλής δε λογοτριβής επί του προκειμένου γενομένης, μη εισακουόμενος ο γραμματεύς έδωκε την παραίτησίν του. Ο κυβερνήτης ούτε την παραίτησιν εδέχθη, ούτε έπραξεν ό,τι εμελέτησεν· αλλ' ουδέν ήττον επιμένων εις τον σκοπόν του παρεδέχθη άλλον τρόπον, ως δήθεν νομιμώτερον^ συνεπλήρωσε το πανελλήνιον διά προσθήκης εννέα μελών, και ούτως επλειονοψήφησε· μη αρκούμενος δε εις τούτο μετετόπισε και τους γραμματείς των τμημάτων του πανελληνίου και ανέδειξε πρώτους γραμματείς, του μεν των οικονομικών τον αδελφόν του Βιάρον, του δε των εσωτερικών τον Περρούκαν, του δε των πολεμικών τον Κωλέττην. Το βαρύ και αντιρρητικόν ύφος των εγγράφων του πανελληνίου τον επείραζε καιρίως. Εις αποφυγήν και τούτου εισήξεν αντί γραπτών προφορικάς κοινοποιήσεις διά του α' γραμματέως εκάστου τμήματος.
Κατά τους συνταγματικούς κανόνας νομοσχέδιον απορριφθέν δεν εισάγεται εκ νέου εις συζήτησιν, διαρκούσης της αυτής συνόδου· αλλ' ο κυβερνήτης, συμπληρώσας το πανελλήνιον, επανέφερεν αμέσως το νομοσχέδιόν του και το ενομιμοποίησε διά του τρόπου τούτου· κατέστησε δε και γραμματείαν της κυβερνήσεως επί των εξωτερικών, μετέθεσεν εις αυτήν τον και εκ νέου ένεκα του αντισυνταγματικού τούτου τρόπου απαρνηθέντα την προσυπογραφήν του γραμματέα της επικρατείας, εδημοσίευσε την 4 μαρτίου το περί εκλογής ψήφισμα τη προσυπογραφή του διαδεχθέντος τον μετατεθέντα γραμματέα, ώρισεν ημέραν ενάρξεως της συνελεύσεως εν τη καθέδρα της κυβερνήσεως την 15 μαΐου, παρεδέχθη την προεδρίαν εκλογέως αντί υπαλλήλου της κυβερνήσεως, εσύστησεν υπό την προεδρίαν του υπουργικόν συμβούλιον υπό των τριών γραμματέων του πανελληνίου, του γραμματέως της επικρατείας και του επί των εξωτερικών, και εκάλεσε τους λαούς εις εκλογήν πληρεξουσίων.
1829
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Π'.
Διορισμός του Αυγουστίνου ως πληρεξουσίου τοποτηρητού του κυβερνήτου κατά την στερεάν Ελλάδα. — Πτώσις Αντιρρίου και Ναυπάκτου. — Αναχώρησις του Κιουταχή εξ Ηπείρου αναδειχθέντος αρχιβεζίρη. — Εξωτερική πολιτική και διαταγαί Αγγλίας περί λύσεως των αποκλεισμών των δυτικών παραλίων της στερεάς Ελλάδος. — Ανάκτησις Μεσολογγίου. — Τα μεταξύ κυβερνήτου και Γάλλων. — Επάνοδος εις Γαλλίαν των γαλλικών στρατευμάτων. — Δάνειον ενός εκατομμυρίου ρουβλίων παρά του αυτοκράτορος Νικολάου — Αγαθοεργήματα Αμερικανών.
ΑΝΕΦΕΡΑΜΕΝ ήδη ότι τα κατά την Ελλάδα εχθρικά στρατεύματα παρημελήθησαν υπό της οθωμανικής κυβερνήσεως εξ αιτίας του τουρκορρωσσικού πολέμου και της αλληλομαχίας των Αλβανών· αλλά και τα ελληνικά δεν επεμελήθησαν ως έπρεπεν ουδ' αυτά υπό της ελληνικής. Ο κυβερνήτης εμέμφετο τον αρχιστράτηγον και τον στρατάρχην ως αναξίους της υψηλής θέσεώς των· ούτοι δ' εμέμφοντο εκείνον ως αίτιον της μικράς προόδου εν μέσω τόσων ευτυχών περιστάσεων, ως μη λαμβάνοντα την πρέπουσαν φροντίδα περί της αναγκαίας προμηθείας των στρατοπέδων· τον υπώπτευαν δε και ως υποκινούντα τα στρατόπεδα εις γογγυσμόν κατ' αυτών, όπως εύρη εύσχημον πρόφασιν και δώση την γενικήν αρχηγίαν της στερεάς Ελλάδος τω υπερεπιθυμούντι αυτήν νεωτέρω αδελφώ του Αυγουστίνω. Τω όντι, την 23 Ιανουαρίου ο κυβερνήτης διώρισεν αυτόν πληρεξούσιον τοποτηρητήν του πολιτικόν και πολεμικόν επί των επαρχιών της στερεάς Ελλάδος και των εν αυταίς στρατοπέδων. Ο διορισμός ούτος, όπως και αν έγεινεν, ωφέλησε, διότι και τα στρατεύματα εφάνησαν προθυμότερα υπό την αρχηγίαν του αδελφού του κυβερνήτου, ως δυναμένου και τους αγώνας των ν' ανταμείψη, και τας ελλείψεις του στρατοπέδου ευκόλως να θεραπεύση, και αι αιτήσεις αυτού προς τον αδελφόν του υπέρ της ευοδώσεως της εκστρατείας εισηκούοντο.
Φθάσας ο πληρεξούσιος ούτος εις τον κορινθιακόν κόλπον επί της υπό τον Μιαούλην φρεγάτας, Ελλάδος, ησχολήθη εις άλωσιν της Ναυπάκτου. Προς επιτυχίαν τούτου αναγκαίον εφαίνετο να κυριευθή πρότερον το εν τη στομίω του κόλπου φρούριον του Αντιρρίου· η άλωσις δε αυτού εθεωρείτο εύκολος δι' ήν έπασχαν οι εν αυτώ παντελή σχεδόν σιτοδείαν. Επί τη ελπίδι ταύτη επλησίασαν την πρωίαν της 12 μαρτίου προς το φρούριον διά θαλάσσης μεν η Ελλάς και άλλα τινά πλοία, διά ξηράς δε η υπό τον Τσαβέλλαν χιλιαρχία και το υπό τον Χατσή-Χρήστον ιππικόν. Η Ελλάς εκανονοβόλησε το φρούριον σφοδρώς την επιούσαν νύκτα, την δε επαύριον παρεδόθησαν οι εν αυτώ διά συνθήκης. Η πτώσις του φρουρίου τούτου ηνάγκασε, και η ακριβής διατήρησις της συνθήκης εθάρρυνε τους εν Ναυπάκτω να συνθηκολογήσωσι και αυτοί· ώστε την 18 απριλίου υψώθη κατά πρώτην φοράν διαρκούντος του αγώνος η ελληνική σημαία επί του φρουρίου εκείνου· οι δε εν αυτώ Τούρκοι εμβάντες εις ελληνικά πλοία ανεχώρησαν εις Πρέβεζαν, πιστώς πληρωθέντων των όρων της συνθήκης. Η άλωσις της Ναυπάκτου εστερέωσε τον αγώνα κατά την στερεάν Ελλάδα, και απήλπισεν όλους τους κατά την Δυτικήν Τούρκους, οίτινες εγκαταλιπόντες όσας κατείχαν εν αυτή θέσεις, εκτός των εν Μεσολογγίω και Ανατολικώ, ανεχώρησαν ανεπηρέαστοι εις Πρέβεζαν. Ηγανάκτει ο δραστήριος Κιουταχής, ο τόσον πιστώς και προθύμως υπηρετών την αυτοκρατορίαν του, βλέπων την βλάβην και ατιμίαν της, αλλ' ουδέν εδύνατο να ενεργήση διά την αθλίαν κατάστασιν των πραγμάτων της Αλβανίας. Εν τούτοις διά την περί τα πολεμικά φήμην του ανεδείχθη αρχιβεζίρης, και κατέστη αρχηγός των δυνάμεων επί του τουρκορρωσσικού πολέμου. Η αναχώρησις του ανδρός τούτου, γνώσιν έχοντος και των ανθρώπων και των πραγμάτων και των τόπων της Δυτικής Ελλάδος, θαυμαζομένου παρά πάντων και φόβον εμπνέοντος τοις πάσιν, απήλπισεν oλοτελώς τους εναπομείναντας εχθρούς.
Η δε ελευθέρωσις της Ναυπάκτου προητοίμασε την του Μεσολογγίου. Μετέβησαν εκεί τα περί την Ναυπάκτον ελληνικά στρατεύματα, και κατέπλευσε συγχρόνως και η Ελλάς φέρουσα τον πληρεξούσιον, όστις ελθών εις λόγους μετά των εν Μεσολογγίω και Ανατολικώ συνυπέγραψε συνθήκην την 2 μαΐου περί παραδόσεως των δύο τούτων πόλεων^ αλλ' αφ' ού υπεγράφη και πριν ενεργηθή, η συνθήκη, ήλθεν ο Άγγλος μοίραρχος Σπένσερος επί της φρεγάτας, Μαδαγασκάρης, διατεταγμένος να λύση διά της βίας, αν δεν εισηκούετο, την θαλάσσιον πολιορκίαν. Εις πλήρη δε κατάληψιν των αιτίων, δι' ά έδωκεν η κυβέρνησίς του τοιαύτας διαταγάς, παρεισάγομεν ενταύθα τα της εξωτερικής πολιτικής μετά την από Ελλάδος αναχώρησιν των πρέσβεων των τριών Δυνάμεων.
Ο πόλεμος της Ρωσσίας κατά της Τουρκίας δεν προώδευσε το παρελθόν έτος όσον ηλπίζετο, αλλά μεγάλως προώδευσε το ενεστώς. Στρατεύματα εν Ευρώπη υπό τους οφθαλμούς του αυτοκράτορος Νικολάου, στρατεύματα εν Ασία, στόλοι κατά τον Βόσπορον και τον Ελλήσποντον, τοσαύται και τοιαύται δυνάμεις πολλαχόθεν κινούμεναι εφαίνοντο ότι έμελλαν να καταστρέψωσιν εντός ολίγου την οθωμανικήν αυτοκρατορίαν. Βλέπουσαι αι φίλαι της Πύλης αυλαί τον μέγαν τούτον κίνδυνον, και μη δυνάμεναι να στήσωσιν έμπροσθεν αυτής την αιγίδα των, ηγωνίζοντο αδιακόπως να λύσωσι το ελληνικόν ζήτημα, διότι, τούτου λυθέντος, έπαυεν ο πόλεμος, όχι διότι εκινήθη εξ αιτίας ή εις λύσιν αυτού, αλλά διότι η μωρά πολιτική της Πύλης ως προς την Ρωσσίαν και η αυθάδης γλώσσα της, η προκαλέσασα τον πόλεμον, προήλθαν εξ αυτού. Η Πύλη δεν αντέλεγεν εις όσα δι' εαυτήν απήτει η Ρωσσία, διότι δεν απήτει ειμή όσα διελάμβαναν αι συνθήκαι.
Η δε Αγγλία, η προ παντός άλλου σπουδάζουσα να συνδέση εκ νέου τας προς την Πύλην σχέσεις της, δεν έπαυεν επιθυμούσα την εις Κωνσταντινούπολιν επάνοδον των πρέσβεων. Κηρυχθέντος δε του πολέμου, εξέφρασε σφοδρότερον την επιθυμίαν ταύτην, διότι ενόμιζεν, ότι η επάνοδος αυτών εδύνατο να συντελέση εις ταχυτέραν παύσιν του πολέμου. Η Γαλλία, αντιτείνασα κατ' αρχάς, εδέχθη επί τέλους την γνώμην της Αγγλίας· αλλά δυσσυμβίβαστα ήσαν ως προς την επάνοδον των πρέσβεων τα της Ρωσσίας. Εξ αιτίας του επικρατούντος πολέμου ούτε η Πύλη εδέχετο Ρώσσον αντιπρόσωπον, ούτε η Ρωσσία έστελλεν· αλλ' εξ αιτίας της συμμαχίας τοιούτος αντιπρόσωπος ήτον αναγκαίος. Προς εξομαλισμόν δε της δυσκολίας ταύτης επρόβαλαν αι δύο αυλαί να συγκατατεθή η της Πετρουπόλεως ίνα διαπραγματευθώσιν εν Κωνσταντινουπόλει οι πρέσβεις των δύο αυλών τα περί της Ελλάδος εν ονόματι των τριών. Δεν ενέκρινε την πρότασιν ταύτην η Ρωσσία, αλλά δεν την απέρριψεν εξ αιτίας της επιμονής των δύο αυλών· απήτησεν όμως να ορισθώσι προηγουμένως παρά των τριών αυλών όσα έμελλαν αι δύο να διαπραγματευθώσι περί Ελλάδος άνευ αυτής, αλλ' εν ονόματι και αυτής. Αόριστα ήσαν, ως είρηται, τα των πλείστων όρων της υπέρ Ελλάδος συνθήκης, και ασύμφωνοι προς αλλήλας αι Δυνάμεις, κυρίως δε ως προς την οροθεσίαν· η Γαλλία και η Ρωσσία επέμεναν εις την επί της ξηράς οροθετικήν γραμμήν την μεταξύ των κόλπων της Άρτης και του Βώλου, όπως την εχάραξαν οι εν Πόρω πρέσβεις· αλλ' η Αγγλία την περιώριζε και ήδη ως και πριν εις τον κορινθιακόν ισθμόν· επί τέλους παρεδέχθη την χαραχθείσαν εν Πόρω, αλλ' όχι ως οριστικήν. Συμβιβασθέντες οι σύμμαχοι ως προς τον όρον τούτον εδέχθησαν ομοφώνως και τους λοιπούς, όπως εκανονίσθησαν εν Πόρω, προσθέσαντες καί τινας άλλους συμπληρωτικούς περί του τρόπου της εκλογής της Αρχής, περί της εις Κωνσταντινούπολιν επανόδου των δύο πρέσβεων, περί αμνηστείας και μεταναστεύσεως, περί αμοιβαίας ασφαλείας της Πύλης και της Ελλάδος υπό την εγγύησιν αυτών, περί διατηρήσεως παρά της Πύλης της πραγματικώς ενυπαρχούσης ανακωχής, περί παύσεως πάσης εχθροπραξίας των Ελλήνων και περί ανακλήσεως εις Πελοπόννησον όλων των επί της στερεάς ελληνικών στρατευμάτων. Τούτων ούτω συμβιβασθέντων, συνυπέγραψαν την 10 μαρτίου πράξιν περιέχουσαν τους ανωτέρω όρους, αλλ' όχι ως αναλλοιώτους, και διέταξαν τους πρέσβεις των δύο αυλών να επανέλθωσιν εις Κωνσταντινούπολιν ως αντιπροσωπεύοντες και τας τρεις.
Μόνη η Αγγλία εκοινοποίησεν επισήμως την πράξιν της 10 μαρτίου τω κυβερνήτη της Ελλάδος, απαιτούσα την παύσιν πάσης εχθροπραξίας επί της στερεάς Ελλάδος και την εντός του ισθμού ανάκλησιν των πέραν αυτού ελληνικών στρατευμάτων· αλλ' ευλόγως και ευσχήμως απεποιήθη ο κυβερνήτης την διττήν ταύτην απαίτησιν. Ερμηνεύουσα δε η Αγγλία το πνεύμα του όρου της παύσεως πάσης εχθροπραξίας, προσαπήτησε και την λύσιν των θαλασσίων αποκλεισμών των δυτικών παραλίων της στερεάς Ελλάδος· απήτησε δε την περί ης ο λόγος λύσιν εν ονόματι όλης της συμμαχίας. Ηπόρησαν η Γαλλία και η Ρωσσία, και εξέφρασαν την δυσαρέσκειάν των μαθούσαι, ότι εν ονόματι αυτών απήτησε τούτο η Δύναμις εκείνη, εν ώ λόγος δεν εγένετο επί συμβουλίου· ωμολόγησεν η Αγγλία, ότι κατά λάθος εγένετο χρήσις του ονόματος όλης της συμμαχίας, αλλ' επέμεινεν ουδέν ήττον εν τω ιδίω ονόματι, και διέταξε την κατά την Ελλάδα ναυτικήν δύναμίν της να ενεργήση τα εις πραγματοποίησιν του όρου τούτου, θελλούσης ή μη της ελληνικής κυβερνήσεως. Προς εκπλήρωσιν δε της διαταγής ταύτης ο μεν αρμοστής των ιονίων νήσων έγραψε τα δέοντα τω αρχιστρατήγω, ο δε κατά το ιόνιον πέλαγος μοίραρχος, Σπένσερος, παρήγγειλε τω κατά τον αμβρακικόν κόλπον μοιράρχω Κριμεζί να λύση αμέσως την θαλάσσιον εκείνων των μερών πολιορκίαν^ αφίχθη δε και αυτοπροσώπως εις τον λιμένα του Μεσολογγίου και απήτησε παρά του ναυάρχου Μιαούλη και του πληρεξουσίου τοποτηρητού την λύσιν του αποκλεισμού του Μεσολογγίου επί απειλή βίας, αν δεν εισηκούετο. Μίαν ημέραν προ της αφίξεώς του υπεγράφη η περί παραδόσεως της πόλεως εκείνης και του Ανατολικού συνθήκη. Η περίστασις ήτο κρισιμότατη, διότι, αν εισεκομίζοντο τροφαί, η φρουρά δεν θα παραδίδετο. Καλή τύχη ο Σπένσερος εσεβάσθη την συνθήκην, και ούτως ελευθερώθησαν αι δύο εκείνοι πόλεις αναιμωτί.
Αν δε και το περί ου ο λόγος πρωτόκολλον υπεγράφη τον μάρτιον, δεν εκοινοποιήθει τη ελληνική κυβερνήσει ει μη τον μάιον. Ιδού δε η αιτία. Ουδεμία των Δυνάμεων επίστευεν, ότι εδύναντο οι Έλληνες να κατορθώσωσι τι γενναίον επί της στερεάς Ελλάδος· η δε Γαλλία και η Ρωσσία δεν δυσηρεστούντο αν τοιούτον τι κατωρθούτο, ως θέλουσαι την πέραν του ισθμού έκτασιν των ορίων του νέου κράτους, και δεν εφρόντισαν περί της ταχείας κοινοποιήσεως του πρωτοκόλλου. Αλλ' η Αγγλία, η επιθυμούσα την στένωση της νέας ελληνικής επικρατείας, μαθούσα παρ' ελπίδα την πτώσιν Βονίτσης και Αντιρρίου, και προβλέπουσα εντεύθεν την πτώσιν Ναυπάκτου και Μεσολογγίου, ό εστι την απελευθέρωσιν όλης της Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος προς ανατροπήν του σχεδίου της, έσπευσε να εμποδίση αφ' εαυτής, επί τη βάσει του ρηθέντος πρωτοκόλλου, τας προόδους των Ελλήνων διά της λύσεως των αποκλεισμών. Τω όντι το μόνον όπλον των Ελλήνων κατά των Τούρκων ήτον η πείνα, και αν αφηρείτο διά της λύσεως των πολιορκιών, δεν κατωρθούτο ό,τι κατωρθώθη· αλλά καλή τύχη, παρεμβάσα η Αγγλία βραδέως διά την ανωτέρω αιτίαν, δεν εδυνήθη να εμποδίση ούτε της Ναυπάκτου ούτε του Μεσολογγίου την παράδοσιν.
Την δε ανάκτησιν του Μεσολογγίου μαθούσα ή Ελλάς εσκίρτησεν όλη, και ο κυβερνήτης ετέλεσε πάνδημον εορτήν εν Αιγίνη και διεκήρυξε τα εξής.
«Ηυδόκησεν ο Κύριος και επί των τειχών του Μεσολογγίου κυματίζει πάλιν η σημαία του Σταυρού. Εις τα τείχη της πόλεως του Μεσολογγίου κείνται τα οστά των γενναίων εκείνων ανδρών, οίτινες προμαχόμενοι αυτής έπεσαν ενδόξως.
«Το πρώτιστον των χρεών μας, το οποίον οφείλομεν να αποδώσωμεν εις την μνήμην των αοιδίμων εκείνων μαρτύρων, είναι το να προσφέρωμεν επί του θυσιαστηρίου του Υψίστου τας υπέρ αναπαύσεως των ψυχών αυτών ενθέρμους ευχάς μας. Το χρέος τούτο αφ' ού αποδώσωμεν, έχομεν και άλλο όχι ολιγώτερον ιερόν να εκπληρώσωμεν· έχομεν χρέος να συλλέξωμεν μετ' ευλαβείας τα σεβάσμια αυτών λείψανα, και να τα καταθέσωμεν είς τι μνημείον, όπου η πατρίς ν' αποδίδη κατ' έτος τον φόρον της ευγνωμοσύνης της εις την κόνιν των ανδρών εκείνων, οι οποίοι εμαρτύρησαν ηρωικώς υπέρ του ιερού αγώνος αυτής.
«Η κυβέρνησις διερμηνεύουσα τα αισθήματα των Ελλήνων υπερποθούντων να εκπληρώσωσι τα τοιαύτα χρέη των διατάττει.
«Αον. Την ιδίαν ημέραν καθ’ ήν θέλει εγκαινιασθή η πρώτη εκκλησία, η οποία επισκευάζεται ήδη εις Μεσολόγγι, να ιερουργήση ο μητροπολίτης διά να δεηθή υπέρ αναπαύσεως των ψυχών των ηρωικών προμάχων της πόλεως του Μεσολογγίου.
«Βον. Ο πληρεξούσιος τοποτηρητής να διορίση επιτροπήν συγκειμένην από άνδρας του ιερού κλήρου ως και από πολεμικούς και πολιτικούς αξιωματικούς, ήτις οφείλει να λάβη ταναγκαία μέτρα διά να ενεργηθώσι τα εφεξής.
«1ον. Να συνταχθή κατάλογος των εκκλησιαστικών, αξιωματικών, στρατιωτών, πολιτικών υπουργών ή απλών πολιτών, οίτινες έπεσαν ως θύματα της πολιορκίας του Μεσολογγίου κατά το 1822, 1823, 1825, και 1826.
«2ον. Να συλλεχθώσι τα νεκρά αυτών λείψανα και να προσδιορισθή ο τόπος, όπου πρέπει να εναποτεθούν.»
«3ον. Ο κυβερνήτης θέλει υπάγει αυτοπροσώπως εις Μεσολόγγι διά να παρευρεθή εις την μεγάλην επικήδειον πομπήν την εσομένην προς μετακόμισιν των οστέων αυτών εις το μέρος εκείνο, όπου θα ανεγερθή μνημείον αφοσιούμενον από το έθνος εις την μνήμην των γενναίων εν Μεσολογγίω υπερασπιστών του Σταυρού.»
«Η κυβέρνησις θέλει εκδώσει πρόγραμμα προσκαλούσα δι' αυτού τους ομογενείς αρχιτέκτονας και λιθοξόους να στείλωσιν εις αυτήν εντός ενός έτους σχέδια και πρωτότυπα διά το μνημείον, περί ου ο λόγος». Είδαμεν, ότι η αγγλική κυβέρνησις εφέρετο δυσμενώς προς τον κυβερνήτην. Ψυχρώς και αδιαφόρως ήρχισε να φέρεται προς αυτόν μετ' ολίγον και η Γαλλία διά τους εξής λόγους.
Καθ’ άς ημέρας κατεγίνετο ο κυβερνήτης εις τα της συνελεύσεως, επανήλθεν εις Ελλάδα ο συνταγματάρχης Φαβιέρος εκ της Γαλλίας, όπου υπήγεν επ' αδεία. Τον φιλέλληνα τούτον τον αφιλοκερδώς αγωνισθέντα και πολλά παθόντα υπέρ Ελλάδος συνίστα σπουδαίως το γαλλικόν υπουργείον ως τον ικανώτερον ν' ασχοληθή εις οργανισμόν και αύξησιν των τακτικών στρατευμάτων· υπέσχετο δε ν' αναδεχθή μέχρι τινός την προς τούτο απαιτουμένην δαπάνην. Αλλ' ο κυβερνήτης, αδίκως υποπτεύων την φιλελληνικών πολιτικήν της Γαλλίας, μηδ' ευνοών τον Φαβιέρον, δεν εδέχθη την περί ης ο λόγος πρότασιν. Δυσηρεστήθη η Γαλλία, διέκοψε την τακτικήν χορηγίαν εκατομμυρίου φράγκων κατά μήνα, και μόλις μετά επανειλημμένας παρακλήσεις του κυβερνήτου εχορήγησε τον απρίλιον έν εκατομμύριον, αλλά το ήμισυ εις εμψύχωσιν ρητώς της γεωργίας κατά την Πελοπόννησον· ανεδέχθη δε να στέλλει κατά μήνα και εις το εξής 100,000 αντί των 500,000 εις χρήσιν του τακτικού. Αλλ' οποίοι και αν ήσαν οι φόβοι του κυβερνήτου ως προς την πολιτικήν της Γαλλίας, οποία και αν ήτον η προς τους Γάλλους διά τας φιλελευθέρους αρχάς των δυσμενής διάθεσίς του, επειδή εβοηθείτο η Ελλάς πολυειδώς και αφιλοκερδώς εκείθεν, ώφειλε να φέρεται περιποιητικώς προς τους εν Ελλάδι καταβάντας Γάλλους· αλλ' επολιτεύθη προς αυτούς τόσον κακώς, ώστε εφείλκυσε το μίσος και την κατακραυγήν όλων· αισθανθείς δ' επί τέλους ότι κακώς έπραξεν, απέστειλε προς θεραπείαν του κακού εις Νεόκαστρον τον Μιαούλην επί της Ελλάδος προς χαιρετισμόν του αρχηγού του στρατού εν ονόματι της κυβερνήσεως και του έθνους. Η αποστολή αύτη εξιλέωσε τον Μαιζώνα· μετ' ολίγας ημέρας ανεχώρησε και αυτός ο κυβερνήτης εις έντευξίν του, και διά των προς αυτόν και τον στρατόν περιποιητικών του τρόπων εκέρδισε την εμπιστοσύνην των.