IΣΤΟΡIΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (continued 3)
Reading edition
Οι Τούρκοι κατεστενοχωρηθησαν και εζήτησαν εκ νέου συμβιβασμόν. Αποχωρισθέντος του Κοχράνου, ανέλαβε την διεύθυνσιν των πραγμάτων ο αρχιστράτηγος, ανήρ μέτριος και ειδήμων του τρόπου του πολεμείν των Ελλήνων. Ούτος έδωκεν άδειαν τω Καραϊσκάκη να διαπραγματευθή τα του συμβιβασμού και δεχθή τους όρους ους απέρριψε προ ολίγου ο Κοχράνης. Επ' αυτοίς τοις όροις εγένετο ο συμβιβασμός, και την 16 ο Καραϊσκάκης, αφ' ού παρέλαβε τας σημαίας των υποσπόνδων, τους κατέταξε μετά την μεσημβρίαν έμπροσθεν του μοναστηρίου κατά το προς την ξηράν μέρος, και εις ασφάλειαν έβαλε τους ιππείς μεταξύ αυτών και του κατέχοντος τας πλησίον θέσεις ελληνικού στρατεύματος· ησφάλισε δε και τας άλλας πλευράς των, και εν τω κέντρω ετέθησαν επί τη αιτήσει των υποσπόνδων ο Καραϊσκάκης, ο Τσαβέλλας, ο Βάσσος και άλλοι οπλαρχηγοί ως όμηροι. Κατά τον τρόπον τούτον ήρχισαν οι υπόσπονδοι να βαδίζωσι τακτικώς προς το στρατόπεδόν των· αλλά μόλις απεμακρύνθησαν ολίγα βήματα, και χιλιάδες στρατιωτών Ελλήνων επάτησαν το κενωθέν μοναστήριον επ' ελπίδι λαφυραγωγίας· μη ευρόντες δε εν αυτώ ό,τι επροσδόκων, παρηκολούθουν τους αναχωρούντας πονηρά βουλευόμενοι. Αφ' ού δ' έφθασαν οι υπόσπονδοι εις το παρά τω λιμένι αλίπεδον, ήπλωσέ τις των Ελλήνων χείρα εις αρπαγήν της σπάθης ενός αυτών· ούτος τον απέκρουσεν· ο Έλλην δεν παρητήθη του σκοπού του, ο Τούρκος επιστόλισε τον Έλληνα, και ο Έλλην ετουφέκισε τον Τούρκον. Τότε οι παρακολουθούντες και ζητούντες αφορμήν καταστροφής και λαφυραγωγίας προσέβαλαν αδιακρίτως τους μηδέν πταίσαντας υποσπόνδους τουφεκίζοντες· αντετουφέκισαν και ούτοι, και η ταραχή και η σύγχυσις διεχύθησαν παντού εν τω άμα. Ο Καραϊσκάκης και οι λοιποί αρχηγοί, οι εν μέσω των πασχόντων εχθρών, έτρεχαν φωνάζοντες εις συστολήν των φονέων, αλλ' ούτε τους ήκουέ τις ούτε εσυλλογίζετο ότι εκινδύνευαν ως υποχείριοι των αδίκως θανατουμένων και ως εγγυηταί της ζωής των. Καταδιωκόμενοι, φονευόμενοι και αμυνόμενοι όπως εδύναντο οι Τούρκοι, έφθασαν πλησίον των δύο τελευταίων οχυρωμάτων του ελληνικού στρατοπέδου κατεχομένων του μεν παρά Σουλιωτών υπό τον Κώσταν Μπότσαρην, του δε παρά Πελοποννησίων υπό τον Νικήταν· όχι δε μακράν των οχυρωμάτων τούτων διέμενεν η προφυλακή του τουρκικού στρατοπέδου κατέχουσα λόφον ωχυρωμένον διά κανονίων. Και οι μεν περί τον Μπότσαρην και Νικήταν αφήσαντες εντός των οχυρωμάτων τινάς των στρατιωτών έτρεξαν μετά των λοιπών προς λύτρωσιν των πασχόντων απωθούντες τους ανηλεείς καταδιώκτας· αλλ' οι κατέχοντες τον λόφον εχθροί, βλέποντες την ορμήν και την απείθειαν των Ελλήνων και υποπτεύοντες μη ορμήσωσι και επ' αυτούς, εκανονοβόλουν αδιακρίτως επί του σωρού φονεύοντες εχθρούς και φίλους· εντεύθεν επερίσσευσε το κακόν, και έως ου έφθασαν οι καταδιωκόμενοι εις τον λόφον, όπου ηύραν σωτηρίαν, 200 εξ αυτών εθυσιάσθησαν υπό το πυρ εχθρών και φίλων.
Ημέρα αγανακτήσεως και βαρυθυμίας ήτο διά τους αρχηγούς και τους οπλαρχηγούς του ελληνικού στρατοπέδου η βδελυρά εκείνη ημέρα, και παρ' ολίγον έφερε την διάλυσιν όλου του στρατοπέδου. Ο Κοχράνης, όστις εκάθητο άπρακτος εν τω πλοίω του, διέταξε να αποχωρισθώσι του ελληνικού στρατοπέδου επί της εξόδου των υποσπόνδων όλοι οι υπό τας οδηγίας του Υδραιοσπετσιώται, διό και δεν συνεμέθεξαν της μιαράς πράξεως· περί πολλού δε ποιούμενος να γένη πασίγνωστον, ότι αθώος ήτο του παρασπόνδως χυθέντος αίματος, εκήρυξεν ότι ουδείς των περί αυτόν ενείχετο εν τη μιαιφονία, ουδ' αυτός εν τη συνθήκη· ο Τσώρτσης έπεσε και αυτός εις άκραν αθυμίαν και υποπτεύων άλλα τοιαύτα και θέλων να προφυλάξη την υπόληψίν του έστειλε την παραίτησίν του κατακρίνων πικρώς το γεγονός· ο δε συναγωνιζόμενος Γόρδων ανεχώρησε διά την αιτίαν ταύτην από του στρατοπέδου· παρητήθησαν της υπηρεσίας και άλλοι δευτερεύοντες φιλέλληνες· ηρρώστησεν εκ της υπερβολικής θλίψεώς του και ο Καραϊσκάκης· ο δε Κιουταχής μαθών τα γενόμενα, «ο Θεός» είπε, «δεν θ' αφήσει την μιαιφονίαν ατιμώρητον».
Εν τούτοις κατήντησαν τα πάντα εις άκραν παράλυσιν εξ αιτίας της βδελυράς ταύτης πράξεως. Εξετάσεως δε γενομένης εις εύρεσιν των πρωταιτίων, εφυλακίσθη ο πάντη αμέτοχος της μιαιφονίας Ιωάννης Νοταράς φωραθέντων ως πρωταιτίων αυτής τινών των στρατιωτών του. Μετά πολλάς δε εξηγήσεις και κοινοποιήσεις της κυβερνήσεως εις καταπράυνσιν του αρχιστρατήγου και του στολάρχου, απεφάσισαν όλοι να παραδώσωσι το γεγονός εις την λήθην, και ήρχισαν εκ νέου να φροντίζωσι περί της σωτηρίας της ακροπόλεως· έσπευσαν δε προ παντός άλλου να στείλωσι προς τους εγκλείστους αγγελιαφόρον εις εμψύχωσίν των.
Μετά την πτώσιν του μοναστηρίου, ο Κοχράνης επέμενεν έτι μάλλον εις το πρώτον του σχέδιον, ό εστι να πέση το ελληνικόν στρατόπεδον εις το εχθρικόν άνευ αναβολής, ώστε αν δεν το διεσκόρπιζε και δεν έλυε διά μιας την πολιορκίαν, να ήνοιγε καν την οδόν της ακροπόλεως προς αντικατάστασιν της φρουράς και εισαγωγήν των αναγκαίων· αλλ' ο Καραϊσκάκης απεδοκίμαζε το σχέδιον τούτο και κατ' αρχάς και τότε ως δυνάμενον, αν απετύγχανε, να φέρη την καταστροφήν όλου του ελληνικού στρατοπέδου, και επισπεύση μάλλον ή εμποδίση την πτώσιν της ακροπόλεως· έλεγε δε εις υποστήριξιν της γνώμης του, ότι η άγουσα εις αυτό από των τριών πύργων, όπου επρόκειτο ν' αποβή το εις ανάβασιν στράτευμα, ήτο μεν η συντομωτέρα οδός, αλλ' ήτο και η κινδυνωδεστέρα, ως όλη πεδινή, όλη άδενδρος, και όλη επιτηδειοτάτη εις τα κινήματα του πολυαρίθμου εχθρικού ιππικού· ότι, εν ώ επρόκειτο να εισαγάγωσι τροφήν εις την πεινώσαν ακρόπολιν και πυρίτιδα, το στρατόπεδον μόλις είχε την εις καθημερινήν του χρήσιν αναγκαίαν τροφήν, η δε πυρίτις, ούσα εξ ής ελαφυραγώγησαν τα ελληνικά πλοία εσχάτως εν τω κόλπω του Βώλου, ήτο κακίστης ποιότητος, και ότι εν ώ αναγκαίον ήτο να οχυρωθώσι διά μιας πλησίον της ακροπόλεως οι μέλλοντες να εκστρατεύσωσιν, αν εμποδίζετο παρά των εχθρών η εις αυτήν ανάβασις, ο ενυπάρχων αριθμός πτυαρίων και αξινών ήτο πάντη ανεπαρκής. Τοιαύτα έλεγεν ο Καραϊσκάκης εις ματαίωσιν του ολεθρίου τούτου σχεδίου, και τας ορθάς του ταύτας παρατηρήσεις υπεστήριζε θερμώς και ο αρχιστράτηγος. Αλλ' ο Κοχράνης δεν έδιδεν ώτα ακοής και ό,τι έλεγεν ήθελε και να γίνεται. Εις μάτην η συνέλευσις τω έδωκεν εξουσίαν μόνον επί της θαλάσσης· αυτός ήρπασε και την επί της ξηράς· «όπου εγώ άρχω» έλεγε, «πάσα αρχή παύει»· πρό τινων ημερών τον εζήτησαν πλοία εις μετακομιδήν μέρους των εν Πειραιεί στρατευμάτων κατά τον Ωρωπόν εις αντιπερισπασμόν, αλλ' απέρριψε την αίτησιν αποκριθείς, ότι τα υπό την οδηγίαν του πλοία ήσαν πάντοτε έτοιμα να μετακομίσωσι στρατεύματα πλησιέστερον του εχθρού, όχι μακρύτερον. Επειδή δε ενόησεν ότι οι Έλληνες επροσδόκων παρά της θαυματουργού του αντιλήψεως την σωτηρίαν των, κατεχράτο της προς αυτόν υπολήψεως αυτών και, οσάκις αντέτεινέ τις εις τας ορέξεις του, ηπείλει ν' αναχωρήση, ό εστι κατά τας τότε ιδέας των ανθρώπων ν' αφήση την Ελλάδα να χαθή. Τοιούτος ήτον ο Κοχράνης, άγων και φέρων κατά το δοκούν τα πράγματα και εις ουδέν λογιζόμενος την γνώμην των ειδημονεστέρων του.
Δεκτού γενομένου διά τους ανωτέρω λόγους του τολμηρού τούτου σχεδίου, οι Έλληνες κατεγίνοντο σπουδαίως εις εκτέλεσιν. Η άνοδος εις την ακρόπολιν επρόκειτο να γένη διά του μέρους των τριών πύργων, δι' ού ανέβησαν άλλοτε ευτυχώς οι περί τον Φαβιέρον· αλλ' εθεωρήθη συγχρόνως αναγκαίον να προκαταληφθώσι πολεμικαί τίνες θέσεις προς το άλλο μέρος πλησιεστέρον όσον δυνατόν των κατεχόντων τον ελαιώνα εχθρών εις αντιπερισπασμόν. Επί τω σκοπώ τούτω έπεσάν τινες των Ελλήνων εις την πεδιάδα την επ' αριστερά της από Πειραιώς εις Αθήνας λεωφόρου την νύκτα της 18, και τοποθετηθέντες τινές αυτών εις προφύλαξιν από ενδεχομένης επιδρομής των κατά το μέρος του Δαφνίου φυλαττόντων εχθρών, εγκατεσκεύασαν έν οχύρωμα· κατεσκεύασαν και άλλο την ακόλουθον νύκτα πλησιεστέρον της πόλεως και το εδυνάμωσαν διά δύο κανονίων· κατεσκεύασαν και τρίτον επί της εισόδου του ελαιώνος, και τοιουτοτρόπως απήλασαν τους εχθρούς εξ όλης σχεδόν της μεταξύ του ελαιώνος και του Πειραιώς πεδιάδος. Τοιαύτα έργα ήσαν εις άκρον ωφέλιμα, διότι δι' αυτών επροχώρουν οι Έλληνες προς την πόλιν προφυλαττόμενοι· αλλ' η σπάνις των εις οχύρωσιν εργαλείων εμπόδιζε την ταχείαν πρόοδον· δεν εθεωρούντο δε ουδέ ανάλογοι αι εργασίαι αύται προς την επικειμένην ανάγκην. Την 21 συνεσκέφθησαν εκ δευτέρου οι οπλαρχηγοί υπό την προεδρίαν του Καραϊσκάκη περί του σχεδίου της εις την ακρόπολιν αναβάσεώς των· αλλ' ουδείς και τότε, εκτός του Μακρυγιάννη, ηγόρευσεν υπέρ αυτού· και στρατηγοί και στρατιώται απηρέσκοντο φοβούμενοι δικαίως το πολυάριθμον ιππικόν του εχθρού· αλλ' έπρεπε να γένη το θέλημα του Κοχράνου· διά τούτο προσδιώρισαν επί του συμβουλίου τα εις ανάβασιν προς την ακρόπολιν σώματα, ώρισαν εις τούτο την νύκτα της 22, ειδοποίησαν διά του αρχιστρατήγου τον Κοχράνην, τω παρήγγειλαν να έχη έτοιμα τα πλοία του επί μεταβιβάσει των στρατιωτών την ορισθείσαν ώραν εις τους τρεις πύργους, και διέταξαν όλα τα στρατεύματα να ησυχάσωσιν όλην την ημέραν της 22 και απέχωσι παντός ακροβολισμού. Εχάρη χαράν μεγάλην ο Κοχράνης μαθών τα αποφασισθέντα, και συγχαίρων τους παρεστώτας, «θα γευματίσωμεν λοιπόν», είπε, «την 23 εν τη ακροπόλει!»
Δεξιά της από του Πειραιώς εις την πόλιν των Αθηνών λεωφόρου όχι μακράν της θαλάσσης ήσαν τρία οχυρώματα εχθρικά· το δυνατώτερον αυτών, το και πλησιεστέρον του Φαλήρου, ήτο μάνδρα επί τόπου πεδινού· τινές των κατά το Φάληρον Κρητών, αφ' ού έφαγαν και έπιαν, εκίνησαν την 22 παρά την δοθείσαν διαταγήν κατά των εν τη μάνδρα εχθρών. Ακουσθείς ο τουφεκισμός εφείλκυσε πολλούς, και ο ακροβολισμός κατήντησε μετ' ολίγον μάχη· επέδραμαν σωρηδόν οι κατά το Φάληρον εις υπεράσπισιν των οικείων και εδοκίμασαν να κυριεύσωσιν εξ εφόδου την μάνδραν· αντεπέδραμαν και πολλοί Τούρκοι ιππείς και πεζοί των κατά το Δαφνί προς αντίκρουσιν αυτών· έδραμαν και διάφοροι άλλοι οπλαρχηγοί Έλληνες επί σκοπώ να επαναγάγωσι τους στρατιώτας εις τας θέσεις των· αλλ' ο πόλεμος όχι μόνον δεν έπαυεν, αλλ' επί μάλλον εξήπτετο. Ο πάντοτε φιλάσθενος και υπέρ το σύνηθες ασθενών τότε Καραϊσκάκης, όστις έτυχε να πίη την ημέραν εκείνην ιατρικόν, εκοιμάτο καθ' ήν ώραν εγίνετο η μάχη· εξυπνήσας δ' εκ της πολλής ταραχής και του σφοδρού τουφεκισμού, και αναβάς τον ίππον του, έδραμε προς το πεδίον της μάχης συνοδευόμενος υπό πολλών εφίππων αξιωματικών και του ατάκτου ιππικού· σκοπεύων δε να καταπαύση τον πόλεμον και επαναφέρη τους Έλληνας εις τας θέσεις των περιεφέρετο και διέταττε τους πολεμούντας Έλληνας να υποχωρήσωσι και ετοιμασθώσιν εις την προσεχή νυκτερινήν ανάβασιν προς την ακρόπολιν· αλλ', εν ώ εχώρει προς την μάνδραν, ετουφεκοβολήθη· ησθάνθη ότι η βολή ήτο βαρεία, αλλά διέμεινεν έφιππος έως ου, επανελθόντων εις τα ίδια των στρατιωτών, επανήλθε και αυτός εις την σκηνήν του. Ηρίστευσε την ημέραν εκείνην το ελληνικόν ιππικόν συναντήσαν ίλην του εχθρικού· 17 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν· επληγώθησαν και ο Νικήτας, ο Λεχουρίτης, ο Μπαϊρακτάρης και ο Άγγλος Βιτκόμπος, και απεκόπη η δεξιά του Παναγιώτη Χρυσανθοπούλου, του και Κακλαμάνου, υπασπιστού του Χατσή-Μιχάλη.
Αφ' ού δ' επανήλθεν ο Καραϊσκάκης εις την σκηνήν του, τον κατεβίβασαν από του ίππου οι περί αυτόν χειροκράτητον, τον εψηλάφησεν ο χειρουργός και ηύρεν ότι επληγώθη θανασίμως εις τον βουβώνα· τότε τον μετέφεραν εις το εν τω Φαλήρω πλοίον του αρχιστρατήγου, και στρώσαντες τάπητα επί του εδάφους του δωματίου τον απέθεσαν εν μέσω των οικείων του. Ο Καραϊσκάκης, αν και ο χειρουργός του απέκρυψε την αλήθειαν, ενόησεν ότι όχι μόνον η πληγή του ήτο θανατηφόρος, αλλ' ότι ολιγόωρος ήτο και η ζωή του· δι' ό εκάλεσεν του πλοίου αμέσως τον πνευματικόν, εξωμολογήθη, μετέλαβεν, εζήτησε συγχώρησιν παρ' όλων των περιεστώτων και παρήγγειλε να τον θάψωσιν εν τη κατά την Σαλαμίνα εκκλησία του αγίου Δημητρίου· αφ' ού δε ετέλεσε τα νενομισμένα ως χριστιανός, ελάλησε προς τους περιεστώτας και ως πατριώτης και ως πατήρ. Και ως πατριώτης μεν είπε να μη δειλιώσι, να έχωσι τας ελπίδας των εις την εξ ύψους αντίληψιν, να δοξάσωσι και εις το εξής την πατρίδα καθώς την εδόξασαν μέχρι τούδε, και να ήναι βέβαιοι ότι η Ελλάς, όσα και αν πάθη, θ' αποτινάξει επί τέλους τον ζυγόν. Ως πατήρ δε παρήγγειλε να συστήσωσιν εξ ονόματός του εις την αγάπην και προστασίαν της κυβερνήσεως τα τέκνα του· διετήρησε δ' εν μέσω δριμυτάτων πόνων τας φρένας του υγιείς και τον λόγον του ακραιφνή μέχρι της γ' ώρας μετά το μεσονύκτιον· την δε δ' εξέπνευσε, και την επαύριον μετεκομίσθη ο νεκρός εις Σαλαμίνα και ετάφη όπου παρήγγειλεν. Οι δε εν Τροιζήνι πληρεξούσιοι, μαθόντες το μέγα δυστύχημα, κατέβησαν απαξάπαντες εις την παραλίαν αντικρύ του Πόρου, μετέβησαν εκεί και τα μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής, και ετελέσθησαν όσον δυνατόν μεγαλοπρεπή μνημόσυνα. Τοιούτον περιστατικόν αφήρπασεν εκ μέσου του στρατοπέδου τον Καραϊσκάκην, καθ' ήν ώραν είχεν η πατρίς τόσην ανάγκην αυτού.
Είδαμεν τον άνδρα τούτον ένα των λαμπρών προμάχων της πατρίδος, αρχομένου του αγώνος· αλλά τα στίγματα της δουλείας και αι εκ νεαράς ηλικίας κακαί έξεις δεν εξαλείφονται εν μια ημέρα· διά τούτο τον είδαμεν μετ' ολίγον παρεκτραπέντα του προς την πατρίδα καθήκοντος και ορεγόμενον επαρχιακής Αρχής υπό τουρκικήν εξουσίαν. Και εν τούτοις και εν άλλοις επιλήψιμος ήτον η διαγωγή του, και επιλήψιμον την ωμολόγει παρρησία και αυτός. Παρέτυχαν εν τω θαλασσοπύργω του Ναυπλίου, καθ' ήν ώραν ανεδείχθη γενικός αρχηγός, μέλη τινά της επιτροπής της συνελεύσεως, εν οίς και ο διά την εμβρίθειάν του και τον χαρακτήρα του τιμώμενος Βασίλης Μπουντούρης· ούτος αποτεινόμενος προς τον νεοχειροτόνητον αρχηγόν «δεν έκαμες» , τω είπεν «έως ώρας το χρέος σου προς την πατρίδα, Καραϊσκάκη· ο θεός να σε φωτίση να το κάμης εις το εξής». «Δεν το αρνούμαι», απεκρίθη ευπαρρησιάστως ο Καραϊσκάκης, «όταν θέλω γίνομαι άγγελος, και όταν θέλω γίνομαι διάβολος · έχω απόφασιν να γένω εις το εξής άγγελος» και τω όντι, αναδειχθείς γενικός αρχηγός ησθάνθη διά όλον το μεγαλείον της υψηλής του αξίας, προσηλώθη αναποσπάστως εις την εθνικήν του δόξαν, διεκρίθη ως ουδείς άλλος, και εν μέσω δεινής απορίας εφείλκυσε πλήθη πεινώντων και γυμνητευόντων και τους ωδήγησεν εις την δόξαν, όχι θεραπεύων αλλά χαλινών τας ορέξεις των και απαγορεύων τας καταχρήσεις των· αναφαίνεται δε η αξία του ανδρός έτι μάλλον, όταν αναπολήση τις οποία τα κατά την στερεάν Ελλάδα, καθ' ήν ημέραν παρέλαβε την Αρχήν, και οποία, καθ' ήν ημέραν ετελεύτησεν· εξασθενήσαντα τον αγώνα ανέρρωσε, και πεσούσαν την στερεάν Ελλάδα ανήγειρεν· ουδείς δε αυτού αποθανόντος άξιος διάδοχος εφάνη, και η δι' αυτού ανεγερθείσα στερεά Ελλάς μετέπεσεν εις δουλείαν. Εθαύμαζαν τον Καραϊσκάκην και αυτοί οι πολέμιοι· «ένα Ρεσίτην» (τον Κιουταχήν), έλεγαν, «έχουν οι Τούρκοι, και ένα Καραϊσκάκην οι Έλληνες· δύο λέοντες πολεμούν, και άδηλον τις θα καταβάλει τον άλλον». Πολλοί οι επί του αγώνος διακριθέντες κατά την στερεάν Ελλάδα οπλαρχηγοί· αλλ' ο Καραϊσκάκης ανεδείχθη στρατηγικώτερος πάντων και αρχικώτερος.
Εν ώ δε εψυχομάχει, και όλον το στρατόπεδον ήτον εν άκρα αθυμία, ο Κοχράνης, επιμένων εις την εκτέλεσιν του σχεδίου του, συνήθροισεν, ελθούσης της εσπέρας, τους εγκριτωτέρους οπλαρχηγούς εν Μουνυχία και τους ηρώτησεν αν ήσαν έτοιμοι να κινήσωσιν. Ήτον η πρώτη φορά καθ' ήν έλειπεν ο γενναίος και συνετός Καραϊσκάκης από του συμβουλίου, και η εκ της απουσίας τοιούτου πολεμάρχου κατήφεια εκάλυπτε τα πρόσωπα των παρόντων οπλαρχηγών ειδότων ότι μετ' ολίγας ώρας απεχωρίζοντο αυτού διά παντός· ουδείς απεκρίθη κατ' αρχάς εις την ερώτησιν του Κοχράνου, τινές δε και υπεψιθύρισαν ότι υπέθεσαν ότι εκλήθησαν εις ακρόασιν παραμυθητικών λόγων εκ στόματος του στολάρχου διά το μέγα δυστύχημά των· αλλ', επαναλαβόντος του Κοχράνου την αυτήν ερώτησιν, απεκρίθησαν ότι δεν ήσαν έτοιμοι, ότι το στράτευμα ήτον εις αταξίαν, ότι άλλοι κατεγίνοντο να θάψωσι τους φονευθέντας, άλλοι να περιποιηθώσι τους πληγωθέντας, και ότι όλοι επεθύμουν να μη αποχωρισθώσι του αρχηγού των εν όσω η ψυχή δεν απεχωρίζετο του σώματός του, και να λάβωσι τουλάχιστον καιρόν να τον ασπασθώσι τον τελευταίον ασπασμόν. Ωργίσθη ο Κοχράνης ακούσας ταύτα και επανήλθεν εις το πλοίον του απειλών κατά την συνήθειάν του ν' αναχωρήση. Αλλ' οι οπλαρχηγοί θεωρούντες ότι η αναχώρησίς του θα επέφερε την διάλυσιν του στρατοπέδου και την πτώσιν της ακροπόλεως, έσπευσαν διαπρεσβεύσαντες να τον δυσωπήσωσιν, υποσχεθέντες ότι εκινούντο αφεύκτως την επαύριον. Τω όντι την επαύριον συνήχθησαν όλοι οι οπλαρχηγοί υπό την σκηνήν του Βάσσου, παρέστη και ο αρχιστράτηγος, και απεφασίσθη να επιβιβασθώσι το εσπέρας εις τα πλοία· διωρίσθη δε προσωρινός αρχηγός των απομενόντων στρατευμάτων ο Τσαβέλλας, και παρηγγέλθη να κινηθή προς την πόλιν διά του ελαιώνος εις αντιπερισπασμόν, καθ' ήν ώραν εκινούντο οι άλλοι διά του μέρους των τριών πύργων προς την ακρόπολιν. Και ούτοι μεν, ως προσδιωρίσθησαν, συνηριθμούντο 3000, εν οίς και οι τακτικοί και οι φιλέλληνες· οι δε απομένοντες υπό τον Τσαβέλλαν 7000, εν οίς και οι ιππείς. Βασιλεύσαντος δε του ηλίου, ήρχισαν να επιβιβάζωνται οι 3000 οι μεν εν τω λιμένι της Μουνυχίας, οι δε εν τω του Φαλήρου· ήσαν δε υπό τους οπλαρχηγούς, Μακρυγιάννην, Βάσσον, Ιωάννην Νοταράν, Παναγιώτην Νοταράν, Καλλέργην, Χριστόδουλον Ποριώτην, Κώσταν Μπότσαρην, Βέικον, Δράκον, Γεώργην Τσαβέλλαν, Ντούσαν, Νικολόν Ζέρβαν, και τον Ιγγλέσην επί των τακτικών· όλοι δε οπλαρχηγοί και στρατιώται, μηδενός εξαιρουμένου, ήσαν πεζοί, και έκαστος αυτών ενωτοφόρει τα αναγκαία πολεμεφόδιά του και διήμερον τροφήν.
Ήσαν σχεδόν μέσαι νύκτες, και επιβιβασμένοι δεν ήσαν εισέτι όλοι διά την σπάνιν των αναγκαίων λέμβων· σκοτεινή δε ήτον η νυξ εκείνη και άκρα νηνεμία επεκράτει καθ' ήν ώραν απέπλευσαν της Μουνυχίας και του Φαλήρου, ώστε μόλις περί την ώραν μετά το μεσονύκτιον έφθασαν εις τους τρεις πύργους και απέβησαν ατάκτως υπ' ουδενός αρχηγίαν· ώστε απέτυχεν εξ αυτής της αρχής το σχέδιον της προς την ακρόπολιν νυκτερινής και αφανούς αναβάσεώς των. Ατάκτως και ανάρχως αποβάντες, ατάκτως και ανάρχως εστράτευσαν· και οι μεν πλείστοι των Σουλιωτών και οι Κρήτες ετοποθετήθησαν παρά τον λόφον του Μουσείου εν μια και τη αυτή θέσει· όπισθεν δε αυτών επί μιας και της αυτής γραμμής αλλ' επί τριών χωριστών θέσεων ετοποθετήθησαν οι περί τους Νοταράδας, οι Αθηναίοι και οι τακτικοί έχοντες δύο κανόνια· όπισθεν δε της γραμμής ταύτης οι περί τον Βάσσον, όπισθεν δε αυτών οι περί τον Μπότσαρην, και όπισθεν τούτων οι άλλοι μέχρι του προς τον αιγιαλόν ναού του αγίου Γεωργίου, ον κατέλαβαν οι περί τον Ποριώτην· ώστε οι οπισθινοί απείχαν τρία μίλια των εμπροσθινών και ήσαν όλοι διασκορπισμένοι εις 13 θέσεις· μη έχοντες δε ειμή 120 πτυάρια και αξίνας, και αναγκαζόμενοι διά το κατεπείγον της ώρας να οχυρωθώσιν όλοι συγχρόνως, μετεχειρίζοντο εις εξόρυξιν οι μεν τακτικοί τας λόγχας των οι δε άτακτοι τα κοντάριά των.
Μόλις έφεξε και είδεν η εχθρική σκοπιά τα των Ελλήνων και έσπευσε να ειδοποιήση το στρατόπεδον. Ανατείλαντος δε του ηλίου, συνεσωρεύθησαν πάμπολλοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, πολλαχόθεν περί την πόλιν και προς τον όχθον του Μουσείου. Ο Κιουταχής δεν ήθελε να πιστεύση ότι τόσον ολίγοι, όσοι εφαίνοντο οι επερχόμενοι, ήλπιζαν να λύσωσιν αυτοί μόνοι την πολιορκίαν, και ενόμιζεν ότι επρόκειτο και οι εν Πειραιεί και οι εν Κερατσηνίω απολειφθέντες να κινηθώσι ταυτοχρόνως, να εξορμήσωσι δε και οι εν τη ακροπόλει· διά τούτο έμεινεν ακίνητος, παρατηρών τι τέξεται η επιούσα ώρα, καταβιβάζων ακαταπαύστως εκ Πατησίων στρατεύματα, κανονοβολών άνωθέν τινος λόφου κειμένου μεταξύ του ναού του Ολυμπίου Διός και του Υμηττού τα ελληνικά οχυρώματα, και αντικανονοβολούμενος υπό των τακτικών. Περί δε την μεσημβρίαν, ό εστιν αφ' ού είδεν ότι ουδείς των υπό τον Τσαβέλλαν ή των εν τη ακροπόλει εκινείτο, διέταξε την εξ εφόδου κυρίευσιν του παρά τον λόφον του Μουσείου οχυρώματος. Το οχύρωμα τούτο, ασθενές και χαμηλόν ως εκ του προχείρου κατασκευασθέν, έκειτο εν κακίστη θέσει, διότι είχεν έμπροσθεν του λόφον. Οι εχθροί, 2000 πεζοί και 600 ιππείς, συρρεύσαντες όπισθεν του λόφου, αφανείς και ανενόχλητοι, ανεφάνησαν αίφνης και ώρμησαν εν πρώτοις οι πεζοί εις το οχύρωμα· αλλά πολλοί αυτών υπό τον πυροβολισμόν των εν αυτώ έπεσαν, και οι λοιποί υπεχώρησαν. Διαρκούσης δε της εφορμής, οι ιππείς κατέλαβαν την δεξιάν πλευράν του οχυρώματος· και αφ' ού είδαν την αποτυχίαν των πεζών, απολύσαντες όλοι διά μιας τους ίππους των εισεπήδησαν ξιφήρεις και αλαλάζοντες· επανήλθαν τότε και οι υποχωρήσαντες πεζοί και εισεπήδησαν και αυτοί. Οι Έλληνες μόλις επρόφθασαν και εκένωσαν τα τουφέκιά των και τον τουφεκισμόν διεδέχθη διαξιφισμός φονικώτατος· 350 ήσαν οι Έλληνες· 2 μόνον εζωγρήθησαν, ο Δράκος και ο Καλλέργης, θραυσθέντων του βραχίονος του πρώτου και του ποδός του δευτέρου· 25 δε διεσώθησαν φεύγοντες, οι δε λοιποί όλοι εχάθησαν, σφάζοντες, σφαζόμενοι και υπό των ίππων ποδοπατούμενοι. Μετά την καταστροφήν των εν τω πρώτω οχυρώματι οι Τούρκοι ώρμησαν εις τας επί της ακολούθου γραμμής τρεις θέσεις και έτρεψαν τους εν αυταίς εις φυγήν.
Εξ αυτών μόνοι οι τακτικοί αντέστησαν· 156 εκ των 186 γενναίως μαχομένων απωλέσθησαν, εν οίς και ο άξιος αυτών αρχηγός, 4 δε εκ των 20 φιλελλήνων διεσώθησαν. Η δε τροπή των επί της γραμμής ταύτης επέφερε την τροπήν όλων. Έλληνες και Τούρκοι έτρεχαν προς τον αιγιαλόν, οι μεν διώκοντες οι δε διωκόμενοι· οι πεζοί έπιπταν υπό το ξίφος των ιππέων, και η πεδιάς εστρώθη πτωμάτων· στρατηγός ή στρατιώτης, ουδείς εφρόντιζε πλέον πώς ν' αντισταθή, αλλά πώς να φύγη· πλην και αυτή η φυγή ήτο λίαν επικίνδυνος, διότι οι ιππείς επρόφθαναν τους πεζούς φεύγοντας. Ετράπησαν εις φυγήν και ο μετά τον στρατόν αποβάς Τσώρτσης, και ο βραδύτερον αποβάς Κοχράνης, και εις την θάλασσαν εμπεσόντες διεσώθησαν προ παντός άλλου εις τας λέμβους. Φεύγοντες οι Έλληνες προς τον αιγιαλόν ήλπιζαν να εύρωσιν εκεί ετοίμους τας λέμβους εις επιβίβασιν· αλλά διά τον φόβον του πυρός των εχθρών ίσταντο αύται μακράν, και οι Έλληνες επεσωρεύοντο εις τον αιγιαλόν τείνοντες εις μάτην χείρας προς αυτάς· πολλοί δε ερρίπτοντο εις την θάλασσαν, και άλλοι μεν διεσώζοντο εν αυτοίς, άλλοι δε επνίγοντο· όλοι δε οι εις τον αιγιαλόν συσσωρευθέντες ίσως θα εχάνοντο, αν δεν τους επροστάτευαν αι κανονοβολαί των πλοίων, κρατούσαι μακράν οπωσούν του αιγιαλού τους ανηλεείς Δελήδας. Εν τη επικινδύνω δ' εκείνη ώρα οι οπλαρχηγοί Ντούσας και Ζέρβας ελαμπρύνθησαν δι' αξίων ιστορικής μνήμης ανδραγαθημάτων. Ο Ντούσας φθάσας εις τον αιγιαλόν, και μαθών την καταστροφήν τόσων γενναίων συμπατριωτών του, «δεν θέλω», είπεν, «ουδ' εγώ να ζω», και αναβάς τον ίππον ενός Δελή, όν πιστολίσας έρριψε κατά γης, έτρεξεν εν μέσω των εχθρών και έγεινεν άφαντος θύων και απολύων. Ο δε Ζέρβας ρίψας και αυτός κατά γης άλλον Δελήν, ανέβη τον ίππον του και περιέτρεχε μόνος εμποδίζουν τας φονικάς προόδους πολλών εχθρών. Υπό τοιαύτην αγωνίαν έμειναν οι Έλληνες κατά τους τρεις πύργους έως ου ενύκτωσε, καθ' ήν ώραν πλησιάσασαι αι λέμβοι τους παρέλαβαν και τους έφεραν εις τα πλοία, τα δε πλοία τους μετεκόμισαν τους μεν εις Φάληρον τους δε εις Πειραιά.
Τούτου γενομένου, ο μεν Κοχράνης απέπλευσε του Πειραιώς, οι δε Τούρκοι επανήλθαν την αυτήν εσπέραν εις τας θέσεις των απάγοντες 200 αιχμαλώτους, εν οίς και τον Καλλέργην και τον Δράκον. Την επαύριον ευχαρίστησεν ο Κιουταχής το στράτευμά του, εφιλοδώρησε πλουσίως τους ορμήσαντας εις το πρώτον οχύρωμα, είπεν ότι η νίκη των ήτον έργον Θεού διά την απιστίαν των Ελλήνων, αινιττόμενος το ανοσιαύργημα κατά των εν τω μοναστηρίω, και διέταξε να φέρωσιν αυθημερόν όλους τους αιχμαλώτους εις τον καφάσμπασην, ίνα αποκεφαλισθώσι προς εξιλασμόν των προ ολίγου παρασπόνδως θανατωθέντων. Η διαταγή του εξετελέσθη· δύο μόνον των αιχμαλώτων μόλις υπεξήρεσαν οι αιχμαλωτίσαντες αυτούς επ' ελπίδι εξαγοράς, τον Καλλέργην και τον Δράκον· και ο μεν Καλλέργης, ακρωτηριασθέντος ενός των ωτίων του μετά την αιχμαλωσίαν, εξηγοράσθη υπό των συγγενών του και εστάλη εις Σαλαμίνα, ο δε Δράκος μετεκομίσθη εις Εύβοιαν προς ίασιν της χειρός του· αλλά καθ' οδόν εφονεύθη, ή κατ' άλλους εγένετο αυτόχειρ δράξας την πιστόλαν ενός των συνοδοιπορούντων· τους δε λοιπούς όλους απεκεφάλισαν οι εχθροί, και εκδείραντες τας κεφαλάς αυτών και των επί της προλαβούσης ημέρας φονευθέντων, εγέμισαν τας δοράς άλατος και τας έστειλαν εις Κωνσταντινούπολιν ως δείγματα της νίκης των.
Τοιαύτα ήσαν τα αποτελέσματα της παραφοράς του Κοχράνου, του κακή μοίρα της Ελλάδος κατά την Αττικήν επιφανέντος και εις τα μη της αρμοδιότητός του αυτεξουσίως αναμιχθέντος. Ουδέποτε τοσαύτην ή τοιαύτην φθοράν έπαθαν οι Έλληνες· 1000 απωλέσθησαν και οι πλείστοι εκ των μαχιμωτέρων, εν οίς και οι πάντοτε κραταιοί εν πολέμω Δράκος, Βέικος, Γεώργης Τσαβέλλας, Ντούσας και Ιγγλέσης· εφονεύθη επί της τροπής και ο Ιωάννης Νοταράς και έπεσαν εις χείρας του εχθρού τα κανόνια και πολλαί σημαίαι. Εν ώ δε το σχέδιον ήτον επικίνδυνον αυτό καθ' εαυτό, ως προκειμένου να πολεμήσωσι πεζοί προς ιππείς επί τόπου πεδινού, δεν εξετελέσθη ουδ' ως προεσχεδιάσθη· διότι ούτε οι εν τη ακροπόλει εξώρμησαν, ως ηλπίζετο, ούτε οι εν Πειραιεί και εν Κερατσηνίω πεζοί και ιππείς διόλου εκινήθησαν, ως προδιετάχθησαν. Η μόνη ικανή χειρ να τους κινήση ακίνητος έκειτο εν τω κατά την Σαλαμίνα ναώ του αγίου Δημητρίου. Άδηλον πόσοι Τούρκοι επί της περί ης ο λόγος μάχης εφονεύθησαν· εφονεύθη και ο αρχηγός του ιππικού· επληγώθη δ' ελαφρώς και ο Κιουταχής.
Η κατά την 24 απριλίου καταστροφή επροξένησε πανικόν φόβον καθ' όλον το κατά την Αττικήν στρατόπεδον· και αν οι Τούρκοι εφώρμων την επελθούσαν νύκτα, θα το διέλυαν. Την δ' επαύριον εγνωστοποίησεν ο Κιουταχής τοις εν ακροπόλει τα κατά την προτεραίαν και τους εκάλεσεν εις παράδοσιν αυτής· κατ' επιταγήν δε τοις έγραψε και ο Δράκος προτρεπτικήν εις τούτο επιστολήν. Οι έγκλειστοι απέρριψαν την πρότασιν απαντήσαντες, ότι ωρκίσθησαν ή να ζήσωσι ζωήν ελευθέραν ή ν' αποθάνωσι θάνατον ένδοξον. Αλλ' οι γενναίοι ούτοι λόγοι δεν εξήγουν τα φρονήματα όλων των εγκλείστων, εξ ών τινες όχι μόνον έκλιναν αλλ' υπεκίνουν και τους άλλους εις παράδοσιν· η διχογνωμία αύτη επεκράτει και προ των τελευταίων παθημάτων, καί τινες είχαν έκτοτε γνωμοδοτήσει να υπονομεύσωσι την ακρόπολιν και εν ώρα απελπισίας να ταφώσιν υπό τα ερείπιά της. Την αυτήν δε ημέραν οι περί τον αρχιστράτηγον Έλληνες εβουλεύθησαν να εγκαταλείψωσι την επερχομένην νύκτα όλας τας μακρυνάς θέσεις και περιορισθώσιν εις τας του Πειραιώς και του Φαλήρου· αλλ' οι Τούρκοι προλαβόντες έπεσαν επί τους εν Κερατσηνίω και τους απεδίωξαν, φονεύσαντές τινας και κυριεύσαντες 2 μικρά κανόνια. Υπερεδειλίασαν επί τη προσβολή ταύτη οι Έλληνες, πολλοί ελειποτάκτησαν, διαρκούσης της αυτής νυκτός, τινές εγκατέλειψαν και τας προς το Φάληρον θέσεις, και οι κατ' εκείνα τα μέρη Τούρκοι τόσον επροχώρησαν, ώστε εκυρίευσαν αναιμωτί το μοναστήριον· αλλά, χάρις εις τον εφορμήσαντα Γιαννούσην Πανομάραν, απεμακρύνθησαν την επαύριον. Την αυτήν ημέραν κατέβη εις Πειραιά ο Κιουταχής, παρετήρησε τας θέσεις των Ελλήνων και επέστρεψε το εσπέρας εις το στρατόπεδον.
Εν τούτοις, η λειποταξία επεκράτει· Πελοποννήσιοι και Στερεοελλαδίται έφευγαν αδιακόπως μήτε λαμβάνοντες μήτε ζητούντες άδειαν, και την 27 απαριθμηθέντες οι απομείναντες ευρέθησαν μόλις 3500· κατείχαν δε μόνον το Φάληρον καί τινας θέσεις εν Πειραιεί, εν αις και το μοναστήριον.
Την 28 ηγκυροβόλησεν η γαλλική φρεγάτα, Ήρα, εν τω λιμένι της Σαλαμίνος, και ο πλοίαρχος επισκεφθείς τον εν Πειραιεί διαμένοντα αρχιστράτηγον τω έδειξε γράμμα του Κοχράνου προς τον Γάλλον ναύαρχον, δι' ού παρεκάλει αυτόν και τους λοιπούς αρχηγούς των ουδετέρων ναυτικών Δυνάμεων να μεσιτεύσωσι παρά τω Κιουταχή περί της ασφαλούς και ταχείας εξόδου των εν τη ακροπόλει επί τη πεποιθήσει ότι εξέλειψε πάσα ελπίς διατηρήσεως αυτής. Ο αρχιστράτηγος, πιστεύων και αυτός αδιστάκτως, ότι οι έγκλειστοι δεν εδύναντο να ανθέξωσι περαιτέρω, καθώς έγραφαν, επέτρεψε την περί ης ο λόγος διαπραγμάτευσιν και έγραψεν υπέρ αυτής τω Φαβιέρω. Ακούσας και ο Κιουταχής την επαύριον τας προτάσεις του Γάλλου πλοιάρχου τας εδέχθη υπό τινας όρους και εσχεδιάσθη αυθημερόν και συνθήκη (β), ην το δειλινόν της αυτής ημέρας εκοινοποίησεν ο πλοίαρχος διά τινος των αξιωματικών του επί παρουσία Τούρκων τω Φαβιέρω γράψας αυτώ, ότι επί τη αιτήσει του αρχιστρατήγου ενήργει, ότι ο Κιουταχής ουδέν άλλο παρεχώρει, και ότι απέκειτο εις εκείνον να δεχθή ή ν' απορρίψη. Ο Φαβιέρος, αποποιούμενος την ευθύνην, απεκρίθη, ότι δεν ήτον αυτός ο αρχηγός της φρουράς, ότι κατά περίστασιν ευρίσκετο εν τη ακροπόλει, και ότι εις άλλους απέκειτο να δεχθώσιν ή ν' απορρίψωσι την συνθήκην. Επί τούτοις ανεχώρησεν άπρακτος ο Γάλλος αξιωματικός. Την δε επαύριον εδόθη άλλη επιστολή του αρχιστρατήγου επιγραφομένη τω φρουράρχω και λοιποίς οπλαρχηγοίς, και διατάττουσα αυτούς να δεχθώσι την συνθήκην· επειδή δε θα ανεγινώσκετο εις επήκοον του Κιουταχή, και ο γράψας υπέθετε ότι ίσως δεν εγνώριζεν εκείνος ακριβώς την κατάστασιν της ακροπόλεως, ην ο αρχιστράτηγος εξ όσων εμάνθανεν υπελάμβανεν αθλιωτάτην, εκάλυψε την αληθή αιτίαν υπό τον λόγον του να μη πάθωσιν αι αρχαιότητες και ν' απαλλαχθώσι των δεινών της πολιορκίας τα αδύνατα μέλη· αλλ' οι έγκλειστοι απέρριψαν την συνθήκην απαντήσαντες, ότι υπήκοοι του σουλτάνου, ως διελάμβανεν αύτη, δεν υπήρχαν εν τη ακροπόλει, ότι οι εν αυτή ήσαν Έλληνες αποφασισμένοι ν' αποθάνωσιν ή να ζήσωσιν ελεύθεροι, και, ότι αν ο Κιουταχής ήθελε τα όπλα των, ας επήγαινε να τα επάρη. Τοιαύτα απαντήσαντες απεφάσισαν να ανθέξωσι τρεις έτι μήνας.
Η απάντησις αύτη διέκοψε πάσαν περαιτέρω διαπραγμάτευσιν, και η Ήρα απέπλευσεν άπρακτος. Τούτων δε γενομένων, έδοξε τοις εν τη ακροπόλει να εξέλθη το τακτικόν ως μη αναγκαίον, και να συνεξέλθωσιν αι γυναίκες και τα παιδία· αλλά, λειποτακτήσαντος αυθημερόν τινος των ατάκτων στρατιωτών, υπώπτευσαν οι τακτικοί την ανακάλυψιν του περί της εξόδου σχεδίου και ανέβαλαν την εκτέλεσιν. Εν τούτοις, αι θέσεις των κατά το παραθαλάσσιον Ελλήνων κατεστάθησαν αδιατήρητοι διά την καθημερινήν λειποταξίαν και έλλειψιν των αναγκαίων·
Μάιος τούτου ένεκα, κατέπλευσαν πλοία τινα και πλοιάρια την 13 μαΐου, ανεβιβάσθησαν εν πρώτοις τα ελαφρά κανόνια, τα δε δυσκόμιστα τα μεν ερρίφθησαν είς τι πηγάδιον τα δε υπό γην εκρύβησαν, και την νύκτα της 15 εισεβιβάσθη το πλείστον μέρος του στρατεύματος ησύχως· τελευταίοι δε εισεβιβάσθησαν την επαύριον υπό αναπεπταμένας σημαίας οι περί τον Νικήταν και τον Γενναίον αποκρούσαντες τους εφορμήσαντας εχθρούς, συμπυροβολούντων και των πλοίων, και κατέπλευσαν όλοι εις Σαλαμίνα. Οι δε εν τη ακροπόλει, ιδόντες ότι εγκατελείφθη το Φάληρον, απηλπίσθησαν θεωρούντες την θέσιν εκείνην, μέχρις ου κατείχετο, ως τόπον καταφυγής εν καιρώ ανάγκης, και έκτοτε διηρέθησαν έτι μάλλον αι γνώμαι, των μεν θελόντων των δε μη θελόντων να συμβιβασθώσι· πολλών δε λογοτριβών περί τούτου γενομένων, υπερίσχυσεν η περί συμβιβασμού γνώμη.
Την 18 ανέβη εις την ακρόπολιν άνθρωπός τις και ηρώτησε τους εν αυτή, εξ ονόματος του Κορνέρου κυβερνήτου του εν τω λιμένι Φωρών αυστριακού πλοίου, Ενετού, αν, ως ειδοποιήθη, επεθύμουν συμβιβασμόν, προσθέσας ότι, αν ούτως είχεν, έτοιμος ήτον ο Κρονέρος να συντελέση. Επί τη προτάσει ταύτη, συνεσκέφθησαν εκ νέου οι οπλαρχηγοί και απεκρίθησαν ότι ευχαρίστουν τον πλοίαρχον και εδέχοντο την μεσιτείαν του, αλλ' ότι εθεώρουν συντελεστικότερον εις το σκοπούμενον να συμπαραληφθώσιν ως μεσίται και δύο άλλοι πλοίαρχοι, ο μεν Άγγλος ο δε Γάλλος. Μετά δύο ημέρας έλαβαν οι εν τη ακροπόλει γράμμα του Δεριγνή λέγον, ότι ηγκυροβόλησεν έξωθεν του Πειραιώς κατά περίστασιν, και μαθών παρά του αυστριακού πλοιάρχου την διάθεσίν των έτοιμος ήτο να μεσολαβήση. Έκτοτε ήρχισε τακτικώτερον η διαπραγμάτευσις· τόσω δε πολλαί δυσκολίαι παρενέπεσαν εις την ευόδωσίν της, ώστε ήτο εν τω διακόπτεσθαι, και ο Δεριγνής εν τω αναχωρείν· αλλ' επί τέλους εσυμβιβάσθησαν (γ), και εξήλθαν την 24 δισχίλιοι ψυχαί, εξ ών οι της φρουράς έφεραν κατά την συνθήκην τα όπλα και τα πράγματά των. Κατ' επίμονον δε απαίτησιν του Κιουταχή θέλοντος ν' ακουσθή ότι οι Αθηναίοι επροσκύνησαν, εναπέμεινάν τινες αυτών. Είχαν δε οι εξελθόντες χάριν ασφαλείας εν μέσω αυτών επτά σημαντικούς Τούρκους ως ομήρους και συνωδεύοντο παρά του Δεριγνή, του Κορνάρου καί τινων Αυστριακών και Γάλλων αξιωματικών. Τόσον δε υπώπτευαν μη πάθωσιν εξ απιστίας ό,τι έπραξαν οι οικείοι των κατά των εν τω μοναστηρίω, ώστε πολλοί εδίσταζαν να εξέλθωσιν. Επηγρύπνει και ο Κιουταχής παρακολουθών μη τύχη και πάθωσιν έκ τινος κακοβουλίας. Φθάσαντες δε ασφαλώς και ανεπηρεάστως εις τον αιγιαλόν των τριών πύργων, απεκομίσθησαν εις Σαλαμίνα διά των υπό την γαλλικήν και αυστριακήν σημαίαν εκεί πλοίων.
Πολλά και διάφορα ερρέθησαν περί της καταστάσεως των εν τη ακροπόλει επί της παραδόσεώς της μετά δεκάμηνων πολιορκίαν. Αθλία και τρισαθλία ήτον η κατάστασίς των· παντός σχεδόν ζώου κρέας, ως και αυτών των ακαθάρτων, εξέλειψεν· οι μύλοι δι' έλλειψιν υποζυγίων έπαυσαν ν' αλέθωσι, και ο στρατιώτης μόνος εχειρομύλιζε και εζύμονε· παντός είδους ξύλα εξέλειψαν· αι οικίαι όλαι κατεστράφησαν, και όχι μόνον οι υγιείς, αλλά και αυτοί οι ασθενείς και οι τραυματίαι, έκειντο ύπαιθροι· τα φορέματά των όλα εφθάρησαν· σκεπάσματα δεν είχαν όλοι, αλλ' ούτε ιατρός ούτε ιατρικά ευρίσκοντο εις θεραπείαν των ασθενών και των πληγωμένων· τόσα δε ήσαν τα παθήματά των, ώστε το πέμπτον των περί τον Φαβιέρον απωλέσθη, οι μεν εξ ασθενειών, οι δε εκ της εχθρικής πυροβολής, εν οίς και ο ιστοριογράφος των πρώτων παθημάτων και κατορθομάτων των Ελλήνων Ραφανέλης· επεβάρυνε τας κακουχίας και ταλαιπωρίας των επιβιούντων και η δριμύτης του χειμώνος. Αλλά, καθ' όν καιρόν διεπραγματεύετο η παράδοσις, τα εκ της δριμύτητος του χειμώνος κακά εξέλειψαν· το νερόν, αν και ωλιγόστευσεν, ήτον ανελλιπές ως πηγαδίσιον και επαρκές εις διατήρησιν των εγκλείστων· έπασχαν στέρησιν παντός προσφαγίου, αλλ' είχαν τόσην κριθήν, αν και κακής ποιότητος, ώστε δι' αυτής θερμαίνοντες τα αρτοπτεία έψηναν την τροφήν των· άφησαν δε εν τη ακροπόλει μετά την έξοδόν των και ικανήν ποσότητα αυτής, ην επροσπάθησαν εις μάτην επί της διαπραγματεύσεως να πωλήσωσι τω Κιουταχή ή να εξαγάγωσιν· ώστε η ακρόπολις ήτο τεσσάρας και πέντε μήνας εν μέσω κακουχιών διατηρήσιμος· και αν δύο μόνον μήνας διετηρείτο, δεν θα έπιπτε πλέον, διότι η υπέρ της Ελλάδος των τριών Δυνάμεων συνθήκη υπεγράφη μετά ένα μήνα, και την 5 αυγούστου εφάνησαν κατά τα παράλια της Ελλάδος οι εις υπεράσπισιν σταλέντες συμμαχικοί στόλοι (δ). Διά τούτο, αφ' ού εγνωστοποιήθη ότι ήτον εν τη ακροπόλει τροφή και πόσις, και ότι οι έγκλειστοι δεν ήσαν εις την εσχάτην ανάγκην, ως όλοι επίστευαν, ηγέρθη τόσω δεινή κατακραυγή, ώστε οι οπλαρχηγοί, αισθανόμενοι την ανάγκην να αθωωθώσιν ενώπιον του κοινού, ενοχοποίουν αλλήλους· συνενοχοποίουν δε ποτέ μεν τον Τσώρτσην ως διατάξαντα την παράδοσιν, ποτέ δε τον Φαβιέρον ως υποκινούντα τους στρατιώτας εις τούτο. Ο δε Τσώρτσης αντενοχοποίει τους ενοχοποιούντας αυτόν ως ψευδομένους ότι επείνων και εδίψων· εθεώρει δε την επί τη διαταγή αυτού δικαιολογίαν των ως ανίσχυρον πρόφασιν· διότι, καθ' όν καιρόν τοις εδόθη, την απέρριψαν. Ο δε Φαβιέρος δεν εδικαιολογείτο, αλλ' εκάλει τους εγκαλούντας αυτόν συνενόχους. Τόσον δε ωργίσθη κατ' αυτού ο εν Πόρω όχλος, ώστε εις καθησύχασιν ηναγκάσθη η εκεί εδρεύουσα κυβέρνησις να τον βάλη υπό προσωρινήν κράτησιν.
Η πτώσις της ακροπόλεως επέφερε την πτώσιν όλων των επί του Καραϊσκάκη ανεγερθέντων μερών της στερεάς Ελλάδος. Οι οπλαρχηγοί αυτών οι μεν εψευδοσυμβιβάσθησαν και έμειναν εν ταις επαρχίαις των ήσυχοι, οι δε κατέφυγαν εις Πελοπόννησον. Ο δε Κιουταχής, όστις, καθώς ωμολόγησε, θα ηναγκάζετο να λύση την πολιορκίαν αν εκινούντο κατ' αυτού, ως προεσχεδιάσθη, όλα τα ελληνικά στρατεύματα κατά την 24 απριλίου, αφήσας τακτικούς τινας φθάσαντας μετά την πτώσιν της ακροπόλεως εις φρούρησιν αυτής, και απολύσας πολλούς των υπομισθίων του Αλβανών ανεχώρησεν εις Θήβας, και, διαθέσας τα πάντα όπως η περίστασις απήτει, και τοποθετήσας ικανάς δυνάμεις πολλαχού της Ανατολικής Ελλάδος υπό τον Ομέρ-πασαν, απήλθε διά της Λαρίσσης εις Ιωάννινα, θεωρούμενος δικαίως δι' όσα κατώρθωσεν ως ο ικανώτερος πολέμαρχος του σουλτάνου.
1827
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΗ'.
Μετάβασις της βουλής και της αντικυβερνητικής επιτροπής εις Ναύπλιον. — Αλληλομαχία των φρουράρχων αυτού και αταξίαι εν Άργει. — Ο αυστριακός ναύαρχος κανονοβολεί τα εν τω λιμένι Σπετσών πλοία. — Εκστρατεία Ιβραήμη εις Ηλείαν και Αχαΐαν. — Κατάπλους του βυζαντινού στόλου εις Νεόκαστρον και έκπλους του ελληνικού. — Προσκύνησις Νενέκου καί τινων μερών της Πελοποννήσου — Επάνοδος Ιβραήμη εις Μεσσηνίαν διά Τριπολιτσάς. — Εκστρατεία Δελή-Αχμέτη εις τας επαρχίας Βοττίτσης και Καλαβρύτων και άφιξις αυτού παρά τω Ιβραήμη. — Ναυτικά κινήματα και κατορθώματα των Ελλήνων. — Καταστροφή Μεσσηνίας διά πυρός και σιδήρου.
Η ΔΕ αντικυβερνητική επιτροπή, αφ' ού ωρκίσθη ενώπιον της εθνικής συνελεύσεως τον όρκον της υπηρεσίας, διέμεινεν ημέρας τινάς εν Τροιζήνι και την 15 απριλίου απήλθεν εις Πόρον επί σκοπώ να μεταβή εις Ναύπλιον, καθ' ά διέταξεν η συστήσασα αυτήν Αρχή. Οι δε βουλευταί συνήρχοντο προσωρινώς εις Ερμιόνην υπό την προεδρίαν του Ρενιέρη όπως μεταβώσι και ούτοι εις Ναύπλιον προς έναρξιν των εργασιών των· αλλ' η κατάστασις και του φρουρίου εκείνου και των υπό την ελληνικήν σημαίαν δύο άλλων, του της Μονεμβασίας και του της Ακροκορίνθου, ήτον αθλιωτάτη. Έκαστον αυτών ετέλει υπό αρχηγίαν ανεξάρτητον της κυβερνήσεως· το της Μονεμβασίας είχεν αρχηγόν τον Γιάννην Μαυρομιχάλην το της Ακροκορίνθου τον Τσαβέλλαν, τον Χατσή-Πέτρον, τον Μήλιον και άλλους Στερεοελλαδίτας εξαγοράσαντας αυτό παρά της φρουράς του, αφ' ού ο Ιωάννης Νοταράς εφονεύθη· το δε Ναύπλιον είχεν επί μεν του παλαμηδίου τον Θεοδωράκην Γρίβαν αφαρπάσαντα αυτό του Φωτομάρα, επί δε της ακροναυπλίας τον Φωτομάραν, πολιτάρχην δε τον Σταύρον Γρίβαν υπό τας διαταγάς του αδελφού του. Ηγανάκτουν οι Πελοποννήσιοι βλέποντες τα της Πελοποννήσου και κυρίως τα του Ναυπλίου φρούρια εις χείρας μη Πελοποννησίων και ηγωνίζοντο να τα κυριεύσωσιν όπως εδύναντο· επί τω σκοπώ τούτω εγράφη κατά πρότασιν αυτών εν Τροιζήνι και το ιη' ψήφισμα προσδιορίζον το Ναύπλιον καθέδραν της κυβερνήσεως και διατάττον και την εις αυτό ανυπέρθετον μετάβασίν της. Μετά δε την λήξιν της συνελεύσεως, καθ' όν καιρόν διέτριβεν εισέτι η κυβέρνησις εν Πόρω, μετέβησαν ο Κολοκοτρώνης και πολλοί ομόφρονές του οπλαρχηγοί εις Ναύπλιον επί λόγω μεν να εφοδιασθώσι πολεμεφοδίων εις εκστρατείαν κατά του Ιβραήμη, επί σκοπώ δε να κυριεύσωσιν αυτό δι' επιβουλής. Ούτοι εξεμυστηρεύθησαν τον σκοπόν των προς τον Γιαννάκην Λαμπρόπουλον, αξιωματικόν της φρουράς του παλαμηδίου, ως παλαιόν γνώριμον και συναγωνιστήν των, ζητούντες να τοις ανοίξη επί πλουσία αμοιβή, δι ών εκείνος οίδε τρόπων, τας πύλας του φρουρίου. Ο Λαμπρόπουλος τοις υπεσχέθη την συνδρομήν του· αλλά, λαβών επί δωροδοκία δήθεν των στρατιωτών γρόσια 25,000, και αναβάς εις παλαμήδι επί λόγω να προδιαθέση τα πνεύματα, ανεκάλυψε τα μελετώμενα τω Γρίβα. Ο Γρίβας, θέλων να συλλάβη επ' αυτοφώρω τους επιβουλευομένους την αρχήν του, έπεισε τον Λαμπρόπουλον να προσποιηθή τον φίλον και συνεργάτην αυτών και να τους φέρη εις παλαμήδι ανυπόπτους ως εις κατοχήν αυτού. Εξετέλεσεν ο Λαμπρόπουλος την εντολήν του, και οι περί τον Κολοκοτρώνην εξήλθαν εις στρατολογίαν επί καταλήψει του φρουρίου· επειδή δε ήθελαν να προσκτήσωσι και την πόλιν, εξεμυστηρεύθησαν τον σκοπόν και τω Χρήστω Φωτομάρα, υιώ του φρουράρχου της ακροναυπλίας, εχθρώ του Γρίβα, και γαμβρώ του Πλαπούτα, αιτούμενοι να τους εισαγάγη και ούτος εις την πόλιν διά της υπό τον πατέρα του πύλης του κανονοστασίου των πέντε αδελφών. Ο Χρήστος υπεσχέθη, και ο Γενναίος, στρατολογήσας παρεφύλαττεν εν τοις αντικρύ του Ναυπλίου Μύλοις, ίνα εισέλθη αίφνης εις την πόλιν, δοθέντος του σημείου άνωθεν του παλαμηδίου.
Μάιος Ο Λαμπρόπουλος κατά παραγγελίαν του Γρίβα ειδοποίησε την 27 μαΐου τους περί τον Κολοκοτρώνην ότι τους ανέμενε την επιούσαν νύκτα εις παραλαβήν του φρουρίου, αλλ' επί προκαταβολή έτι εις δωροδοκίαν της φρουράς 15,000 γροσίων. Ο Κολοκοτρώνης, μη έχων χρήματα πρόχειρα, έστειλεν ως αντίτιμον δύο αδαμαντοκολλήτους πιστόλας, υποσχεθείς να τας εξαγοράση διά του αιτηθέντος ποσού μετά ταύτα· ο δε Λαμπρόπουλος λαβών τας πιστόλας τας εφιλοδώρησε τω Γρίβα.
Εν τούτοις επέστη η ορισθείσα ώρα, και ο Κολοκοτρώνης, διατρίβων εν Άργει, εξεκίνησε 2000 Πελοποννησίους υπό τον Πλαπούταν, τον Τσόκρην και τον Νικήταν και τοις παρήγγειλεν, αφ' ού κυριεύσωσι το παλαμήδι, να ρίψωσι τρεις κανονίας προς ειδοποίησιν του Γενναίου, όπως εισέλθη και αυτός συγχρόνως εις την πόλιν· τόσον δε δεν υπώπτευεν ο Κολοκοτρώνης απιστίαν ή αποτυχίαν, ώστε εξέδωκε την νύκτα εκείνην προκηρύξεις προς τους Πελοποννησίους, δι' ών τους ειδοποίει ότι εκυρίευσε το φρούριον, τοις έλεγε να ακούωσιν εις το εξής αυτού μόνου τας διαταγάς, και τοις επρομήνυε την διά των ενεργειών του επάνοδον της ησυχίας και ευταξίας καθ' όλην την Πελοπόννησον. Περί δε την 6 ώραν της νυκτός έφθασαν οι Κολοκοτρωνικοί έξωθεν του παλαμηδίου, και ηύραν ανοικτήν την πρώτην πύλην. Ο Γρίβας εσκόπευε ν' αφήση τους προπορευομένους οπλαρχηγούς να έμβωσιν ανύποπτοι, και έπειτα κλείσας την πύλην να τους συλλάβη. Ο Τσόκρης καί τινες άλλοι εμβήκαν πρώτοι· αλλά, πριν προχωρήσωσι και κλεισθή η πύλη, ακράτητοί τινες της φρουράς τους ετουφέκισαν, εφόνευσαν 2, επλήγωσαν 4, εν οίς και τον Τσόκρην εις την χείρα, συνέλαβαν 3 ζώντας και εγύμνωσαν και αφώπλισαν πολλούς των εκτός καταδιωχθέντας. Εν ώ δε συνέβαιναν ταύτα, έπεσάν τινες κανονίαι από του παλαμηδίου επί τους φεύγοντας. Ακούσας ο Γενναίος τον κρότον και υπολαβών ότι ανηγγέλλετο η κυρίευσις του παλαμηδίου, ως προεσχεδιάσθη, κατέπλευσεν εν τάχει μετά των στρατιωτών του εις το κανονοστάσιον των πέντε αδελφών, εισήλθεν εις την πόλιν την νύκτα διά της πύλης εκείνης, ευρών αυτήν κατά διαταγήν του Φωτομάρα ανοικτήν, και ανέμενε το φως της ημέρας εις αποβολήν των εν τη πόλει Γριβαίων· αλλά μαθών το πρωί τα εν τη νυκτί συμβάντα, και ιδών ότι εκινδύνευε να συλληφθή, εκλείσθη και ωχυρώθη μετά των περί αυτόν εντός τινων οικιών. Έφθασε την νύκτα εις το Ναύπλιον το βουλευτικόν εξ Ερμιόνης και εμεσολάβησε την επαύριον προς τους αντιφερομένους· συνέτρεξεν εις συμβιβασμόν και ο εν τη πόλει διατρίβων Υψηλάντης, εκίνησαν και οι πολίται πάντα λίθον εις αποτροπήν συγκρούσεως, και ούτως ο Γενναίος, συνοδευόμενος εις ασφάλειάν του παρά του Γαρδικιώτη Γρίβα και του Νικολού Στράτου, εξήλθε της πόλεως αβλαβής, απεμακρύνθη της Αργολίδος και ο Κολοκοτρώνης και εξέδωκεν άλλας προκηρύξεις εναντίας των πρώτων δυσφημών τους Στερεοελλαδίτας.
Ο δε Φωτομάρας είχεν υπαρχηγούς εν τη ακροναυπλία τον Γιαννάκην Στράτον και τον Κωνσταντίνον Δούκαν. Αξιώτεροι οι υπαρχηγοί του αρχηγού ίσχυαν και εν πάση υποθέσει ηρωτώντο. Καθ' όν δε καιρόν ο Γενναίος εισήλθεν εις την πόλιν, ήσαν οι δύο ούτοι εν Σαλαμίνι· επανελθόντες δε και μαθόντες ότι εισήχθη ο Γενναίος εν αγνοία των αντιπροσώπων αυτών, ήργευσαν τον Φωτομάραν, και μη παύοντες να τον ονομάζωσι φρούραρχον ήρπασαν μετά τινος Ευαγγέλη την πραγματικήν Αρχήν του φρουρίου· υπερείχε δε ο Στράτος. Εν μέσω τόσω δεινών παθημάτων οι κάτοικοι του Ναυπλίου ικέτευσαν την εν Πόρω κυβέρνησιν να μεταβή όσον τάχιον εις την νόμιμον καθέδραν της προσδοκώντες επί τη μεταβάσει αυτής ανακούφισιν των δεινών· ηνάγκαζαν την κυβέρνησιν να μεταβή όσον τάχιον εις Ναύπλιον και οι μεταβάντες εκεί βουλευταί· υπέσχοντο και οι φρούραρχοι υπακοήν εις τας διαταγάς της. Εν όσω αντείχεν η ακρόπολις των Αθηνών είχε λόγους η κυβέρνησις να μη απομακρυνθή· αλλ' αφ' ού έπεσεν, ανωφελής ήτο πάσα περαιτέρω διατριβή της εν Πόρω·
Ιούνιος δι' όλα ταύτα απάρασα την 15 Ιουνίου κατευωδώθη την επαύριον εις Ναύπλιον. Ήρχισε και η βουλή την 21 τας τακτικάς συνεδριάσεις της, συμπληρωθέντος του απαιτουμένου αριθμού των μελών αυτής· αλλά τα πράγματα του Ναυπλίου, αντί να καλλιτερεύσωσιν επί της εν αυτώ εγκαταστάσεως της κυβερνήσεως, εχειροτέρευσαν, δοθείσης της ακολούθου μικράς αφορμής.
Την νύκτα της 28 ήλθαν εις χείρας εντός της πόλεως στρατιώται του Σταύρου Γρίβα και του Γιαννάκη Στράτου καθ' οδόν απαντηθέντες, και η μικρά αλληλομαχία αύτη έγεινε πρόξενος τόσων κακών, όσα δεν έπαθεν άλλοτε η πολλά και πολλάκις παθούσα εκείνη πόλις· ενόμιζέ τις ότι τα δύο φρούρια, το του παλαμηδίου και το της ακροναυπλίας, κανονοβολούντα και κανονοβολούμενα, κατείχοντο υπό δύο εχθρικών στρατευμάτων, και ότι η πόλις, κανονοβολουμένη άνωθεν του παλαμηδίου και της ακροναυπλίας, κατείχετο υπό εχθρών αμφοτέρων των φρουρών. Εννέα ημέρας ακατάπαυστος ηκούετο καταστρεπτικός και φονικός κρότος κανονίων και τουφεκίων·
Ιούλιος 200 κανονόσφαιραι και βόμβαι ερρίφθησαν την 1 Ιουλίου, και αι δυστυχείς οικογένειαι, αι υπό των Τούρκων καταδιωκόμεναι και εις την πόλιν ασφαλείας χάριν καταφυγούσαι, απεδήμουν εκ της καταστρεφομένης πόλεως αι μεν ενοχλούμεναι επί της εξόδου, αι δε γυμνούμεναι οικίαι, εν αις και η του Πανούτσου Νοταρά, επατήθησαν και διηρπάγησαν^ πολίται, εν οίς και οι Δηληγιάνναι Αναγνώστης και Κανέλος, ο Επίσκοπος Βρεσθένης και ο Γιώργης Τσόκρης απεκομίσθησαν οι μεν εις παλαμήδι οι δε εις ακροναυπλίαν καί τινες αυτών εκακοποιήθησαν και εζημιώθησαν· ως και αυτό το βουλευτήριον έγεινε θέατρον κακοπραγιών, και μία κανονόσφαιρα εμπεσούσα άνωθεν του παλαμηδίου, εν ώ συνεδρίαζαν οι βουλευταί, εφόνευσεν ένα εξ αυτών, τον Χρήστον Γεροθανάσην, και επλήγωσεν άλλον τον Γιαννάκην Χατσή-Πέτρου· η βουλή και η αντικυβερνητική επιτροπή κατέφυγαν εις τον θαλασσόπυργον· 100 εφονεύθησαν και επληγώθησαν· εφονεύθη επί της αισχράς ταύτης αλληλομαχίας και ο αυτοχειροτόνητος αντιπρόσωπος των φιλελληνικών εταιριών της Αμερικής, Βάσιγκτων, μαχόμενος υπέρ του Στράτου εν τη ακροναυπλία και κανονοβοληθείς άνωθεν του παλαμηδίου. Η δε κυβέρνησις, ανίκανος να επαναγάγη την ευταξίαν εις την έδραν της, μετεκάλεσε το εν Μεθένοις τακτικόν εις παραλαβήν των φρουρίων, αλλά το απέπεμψε μετ' ολίγον, μη συγκατατιθεμένων των κατεχόντων αυτά· μετεκάλεσε μετά ταύτα τον Τσώρτσην στρατοπεδεύοντα μετά την παράδοσιν της ακροπόλεως των Αθηνών επί του ισθμού εις προφύλαξιν της Πελοποννήσου από ενδεχομένης εχθρικής εισβολής· ο Τσώρτσης ήλθε και εσκήνωσε την 15 προ των πυλών του Ναυπλίου εν τη αγία Μονή, και οι αλληλομαχούντες φρούραρχοι του παλαμηδίου και της ακροναυπλίας τον εχαιρέτησαν κανονοβολούντες, του εμήνυσαν ότι ήσαν ευπειθέστατοι εις τας διαταγάς του και υπήγαν εις χαιρετισμόν του· αλλά τρεις εβδομάδες παρήλθαν ανωφελώς εις προτάσεις και αντιπροτάσεις. Ανέβη ο Τσώρτσης εις παλαμήδι και ενδιέτριψε δύο ημέρας. Εκάτερος των φρουράρχων υπέσχετο να υπακούση, αν υπήκουε και ο αντίζηλός του. Ο Τσώρτσης διέταξε να περιορισθώσιν, ο μεν εν τω παλαμηδίω, ο δε εν τη ακροναυπλία, ν' απαλλάξωσι δε αμφότεροι την πόλιν των στρατιωτών, και να παραδώσωσι τας πύλας και τα κανονοστάσια εις την κυβέρνησιν· συνήνεσαν αμφότεροι, και διέταξεν ο Θεοδωράκης Γρίβας τον αδελφόν του Σταύρον να εξέλθη της πόλεως. Εξήλθεν· αλλ' αντί ν' απέλθη εις τα χωρία, όπως διετάχθη, ωχυρώθη προ των πυλών αυτής, ως αν είχε σκοπόν να την πολιορκήση, έκοψε το εισρέον νερόν και έδειρε καί τινα αξιωματικόν του αρχιστρατήγου. Ηγανάκτησεν ο αρχιστράτηγος και ηπείλησε ν' αποκηρύξη τους Γρίβας. Αλλ' οι Γρίβαι ηύραν απροσδοκήτως υπεράσπισιν παρ' αυτή τη αντικυβερνητική επιτροπή. Ο Τσώρτσης αγανακτών εκήρυξεν ότι παρητείτο αν δεν εισηκούετο· επί τέλους ο μεν Σταύρος έπαυσεν ενοχλών την πόλιν, ο δε Στράτος παρέδωκεν όσα κατείχεν εν αυτή κανονοστάσια. Εξήλθαν της ακροναυπλίας και ο κατ' όνομα φρούραρχος Φωτομάρας και ο αληθής φρούραρχος Στράτος αφήσας αντιπρόσωπόν του τον Δούκαν· ο δε Γρίβας διέμεινεν εν παλαμηδίω ως και πρότερον. Ως αν δεν ήρκει δε η προς τον αρχιστράτηγον παρακοή των υπαλλήλων του εις εξουθενισμόν της Αρχής του, ήλασαν οι της φρουράς του παλαμηδίου απέμπροσθέν του, διατρίβοντος εν τη αγία Μονή, ολόκληρον αγέλην βοών αρπαγείσαν από τινων χωρίων, και προσέβαλαν και τον Κώσταν Μπότσαρην σταλέντα παρά του αρχιστρατήγου εις απόλυσιν των αρπαγέντων ζώων. Έχων τις υπ' όψιν τον περί ου ο λόγος εξευτελισμόν των υπερτάτων Αρχών ευκόλως δύναται να νοήση πόσον αθλία ήτο τω καιρώ εκείνω η κατάστασις όλης της Ελλάδος. Τούτων γενομένων, ητοιμάσθη ν' αναχωρήση την 15 αυγούστου ο Τσώρτσης εις τον ισθμόν· αλλά δύο ημέρας προ της αναχωρήσεώς του συνέβη ό,τι ολίγον έλειψε να φέρη αποτελέσματα δεινότερα.
Επικρατούσης της ταραχής του Ναυπλίου, πολλοί Στερεοελλαδίται ετοποθετήθησαν εν τη Δελαμανάρα κατά διαταγήν του αρχιστρατήγου προς σωφρονισμόν εν καιρώ ανάγκης των εν τη πόλει εκείνη απειθούντων και ατακτούντων. Επτά ημέρας διετέλουν άσιτοι και μόνην τροφήν είχαν τους καρπούς των αμπέλων της Αργολίδος. Τινές των χωρικών, πλήρεις αγανακτήσεως ότι αι άμπελοί των ετρυγούντο τοιουτοτρόπως, εσκότωσαν δι ενέδρας δύο στρατιώτας. Γνωστού τούτου γενομένου, διεδόθη λόγος ότι οι Πελοποννήσιοι συνώμοσαν να σκοτώσωσι τους Στερεοελλαδίτας· ο ψευδής ούτος λόγος επιστεύθη, και διά μιας και οι εν τοις φρουρίοις και οι εν τη πόλει του Ναυπλίου και οι του εν Δελαμανάρα στρατοπέδου Στερεοελλαδίται όλοι έτρεξαν εις την πόλιν του Άργους προς εκδίκησιν του χυθέντος αίματος και τιμωρίαν των υπολαμβανομένων συνωμοτών. Καλή τύχη, ευρέθησάν τινες φρόνιμοι Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί εν τη πόλει του Άργους, οίτινες, θέλοντες να προλάβωσι τα κακόν, συνέλαβαν τους φονείς προς τιμωρίαν, και εκλείσθησαν μετά των στρατιωτών αυτών εν ταις κατοικίαις των διδόντες τόπον τη οργή· αλλ' οι χωρικοί ετοποθετήθησαν ένοπλοι εντός των επί της εισόδου της πόλεως κήπων και ερειπίων, και αντεστάθησαν κατ' αρχάς· φονευθέντων δέ τινων, διεσκορπίσθησαν. Οι δε Στερεοελλαδίται, πατήσαντες την πόλιν και μη ευρίσκοντες Πελοποννησίους εν ταις οδοίς, ετράπησαν εις λεηλασίαν και αρπαγήν κυρίως φαγωσίμων. Ευρίσκετο την ημέραν εκείνην εντός του Άργους ο γενναιόφρων Χατσή-Μιχάλης μετά του μικρού ιππικού του. Ούτος φανείς εν μέσω των μαινομένων στρατιωτών, εστηλίτευσεν ως ψευδή την ολεθρίαν φήμην, είπεν, ότι οι φονείς συνελήφθησαν και θα ετιμωρούντο, τοις έφερε πολυειδείς τροφάς, και καθησυχάσας αυτούς διά των πατριωτικών του νουθεσιών, τους έπεισε να επανέλθωσιν αυθημερόν εις τα ίδια, και ούτως επροφυλάχθη η πόλις από της καταστροφής.
Εν ώ δε έπασχε τα πάνδεινα το Ναύπλιον, εκινδύνευσε να εξοντωθή και όλος ο στόλος των Σπετσών εντός του λιμένος υπό των εχθρών του ελληνικού αγώνος Αυστριακών. Δύο πλοία της νήσου ταύτης, το του Αναργύρου Λεμπέση και το του Γιάννη Κούτση, συνέλαβαν έξωθεν της Πρεβέζης τέσσαρα αυστριακά μεταφέροντα ξυλείαν εκ Τεργέστης εις Αλεξάνδρειαν επί λόγω ότι τα φορτία των ήσαν ιδιοκτησία τουρκική, και έστειλαν εις το εν Ναυπλίω θαλάσσιον δικαστήριον τα έγγραφα προς εξέτασιν. Έτυχε να ευρεθή τότε εν τω λιμένι του Ναυπλίου ο διαδεχθείς τον αυστριακόν ναύαρχον Παυλούκην Δάνδολος επί του δικρότου Ενυούς (Bellona) 64 κανονίων, έχων παρ' αυτώ και έν βρίκι, και εζήτησε να ίδη τα έγγραφα· αλλ’, αφ' ού τα έλαβε, τα εκράτησεν, αν και έδωκε τον λόγον του να τα επιστρέψη· την δε επαύριον (18 Ιουλίου) κατέπλευσεν εις Σπέτσας απαιτών τα συλληφθέντα πλοία και τα φορτία. Αντέτεινε το κοινόν επί λόγω, ότι τα μεν κατεδικάσθησαν, τα δε εδικάζοντο, και τον παρέπεμψεν εις το δικαστήριον και εις την κυβέρνησιν· αλλ' εκείνος, απαντήσας ότι ούτε δικαστήριον εγνώριζεν ούτε κυβέρνησιν, έχυσε τους πυριφλεγέθοντας του δικρότου και του βρικίου, και αι πυρινόσφαιραι, και οι μύδροι και αι βομβίδες και οι πυροσίφωνες έπεσαν διά μιας βροχηδόν εις τον μεστόν ταις ημέραις εκείναις πλοίων λιμένα και εις αυτήν την πόλιν. Οι Σπετσιώται, απροετοίμαστοι προς αντιπαράταξιν, και φοβηθέντες παντελή καταστροφήν των εν τω λιμένι πλοίων έσπευσαν να εξιλεώσωσι τον καταστροφέα παραδώσαντες τα τέσσαρα. Ο Δάνδολος, παραλαβών αυτά αδίκαστα έπαυσε να κεραυνοβολή, αλλ' απήτησεν εξακισχίλια δίστηλα εντός δύο ωρών προς αποζημίωσιν άλλου φορτίου ως κακώς καταδικασθέντος τον παρελθόντα ιανουάριον παρά του θαλασσίου δικαστηρίου· αλλά, πριν παρέλθωσιν αι δύο ώραι, πνεύσας σφοδρός άνεμος τον ηνάγκασε ν' απομακρυνθή. Η κυβέρνησις διεμαρτυρήθη κατά της αυθαιρέτου και καταστρεπτικής πράξεως, εμέμφθησαν την πράξιν και οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των άλλων μεγάλων Δυνάμεων, και ο Δάνδολος δεν επέμενεν έκτοτε εις την απαίτησίν του. Εν τοσούτω, μεγίστην βλάβην έπαθεν ο στόλος των Σπετσών, και έν των πλοίων αυτού άναψεν, αλλ' εσβέσθη· εφονεύθησαν και 13, οι μεν εν τοις πλοίοις οι δε εν τη πόλει και κατεστράφησαν και δύο παραλίμενοι οικίαι. Τοιουτοτρόπως επροοιμίασεν ο Δάνδόλος, δυσμενέστερος φανείς και αυτού του Παυλούκη. Είχεν ίσως δίκαιον και τα συλληφθέντα υπό την σημαίαν του αυτοκράτορας του πλοία διά της βίας να λυτρώση, και τας αποφάσεις του εν Ναυπλίω θαλασσίου δικαστηρίου ως μη δικαίας να θεωρήση· τω όντι, το δικαστήριον εκείνο ήτον εργαστήριον ανομίας και αδικίας· αλλά δι' ών έπραξεν υπερεπήδησε τους όρους και του δικαίου και του ανθρωπισμού· δυνάμενος να ικανοποιηθή, ως ικανοποιούντο οι αρχηγοί των άλλων ευρωπαϊκών μοιρών διά παρόμοια παθήματα, ησέβησε μεταχειρισθείς τρόπους καταστροφής, ους πάσα ευνομουμένη πολιτεία αποδοκιμάζει και ουδείς άλλος των ευρωπαίων συναδέλφων του μετήλθεν, εις φθοράν ολοκλήρου στόλου, όθεν εκρέματο η σωτηρία όλου του έθνους. Ολόκληρος δε ο στόλος των Σπετσών θα εφθείρετο, αν δεν επρόφθαναν οι Έλληνες να σβέσωσι την εν μέσω αυτού εξαφθείσαν φλόγα.
Ο δε Ιβραήμης, αφ' ού ανεπαύθη ικανόν καιρόν εν τοις μεσσηνιακοίς φρουρίοις, εξεστράτευσεν, αρχομένου του έαρος, εις Ηλείαν και Αχαΐαν, και διέταξε να παραπλέωσι καί τινα πλοία· πρώτον δε έργον του υπήρξε το εξής.
Προ ενός ήμισυ έτους ανεφάνη κατά τα Τριπόταμα της επαρχίας Γαστούνης ασκητής καταγόμενος εξ Ιθάκης και κοινώς λεγόμενος διά μεν το μικρόν ανάστημά του Παπουλάκης, διά δε την πολλήν αρετήν του Αγιοπατέρας· τον ασκητήν τούτον συνώδευεν ασκήτρια θαυμάζουσα και εξυμνούσα την οσιότητα του βίου του. Διαδοθείσης της φήμης της αγιότητος του Παπουλάκη, προσήρχοντο καθ' ημέραν χριστιανοί αιτούμενοι τας ευχάς του και προσφέροντες αυτώ χάριν ευλαβείας δώρα. Ο Παπουλάκης, επί λόγω ότι ήθελε να οικοδομήση επί της θέσεως εκείνης μονήν, δεν απεποιείτο τα προσφερόμενα, και έκτισε την μονήν του· και οι μεν χωρικοί ευλαβεία κινούμενοι δεν έπαυαν φέροντες αναθήματα, αυτός δε απεταμίευεν· ως απαρνηθείς δε τα εγκόσμια και αφωσιωμένος εις τα θεία σπανίως εφαίνετο, και εδέχετο τους προσερχομένους η γυνή διηγουμένη την ισάγγελον πολιτείαν και τας θείας οράσεις αυτού· δεν έπαυε δε εξ ονόματός του και να παρηγορή τους φοβουμένους τους Τούρκους λέγουσα, ότι ο Ύψιστος απεφάσισε την καταστροφήν των ασεβών, και ότι απεκάλυψε τω πιστώ του θεράποντι, Παπουλάκη, την ημέραν, καθ' ήν θα ωδήγει αυτός τους Έλληνας εις εκτέλεσιν της θείας βουλής βαστών μόνον ρόπαλον. Επίστευαν οι απλοί τους λόγους της γυναικός, και ο Παπουλάκης, φωτιζόμενος υπό των ανακαλύψεων αυτής, εθεωρήθη μετ' ολίγον, εξ ών έλεγεν, ως λαβών θεόθεν και το διορατικόν χάρισμα. Τόσον δε ηύξησεν η προς αυτόν ευλάβεια του κοινού, ώστε ουδείς ετόλμα να δείξη ότι εδυσπίστει εις την αγιότητά του· όλοι δε, όσους έκρινεν αξίους της παρουσίας του, ίσταντο ενώπιόν του ασκεπείς, και εσταυρωμένας κρατούντες τας χείρας ηκροάζοντο όσα έλεγεν ως θεόπνευστα. Εν τοσούτω, ακούσας ο Ιβραήμης επί της πορείας του τα φημιζόμενα περί του ανδρός, και κυρίως περί των θησαυρισμάτων αυτού, έστειλεν έν σώμα εις Τριπόταμα, όπερ επιπεσόν αίφνης ήρπασεν όλα τα εκεί αναθήματα, έκαυσε την μονήν, συνέλαβε τον ασκητήν και την ασκήτριαν, και τον μεν έσφαξε, την δε εδημοπράτησε.
Χωρών δε ο εχθρός προς την Ηλείαν διέβη ανεμπόδιστος και ατουφέκιστος το Κλειδί, επέρασε τον Αλφειόν και συνέλαβέ τινας των καταφυγόντων εις τα νησίδια και πολλούς των κατά το Κατάκολον συσσωρευθέντων και χάριν ασφαλείας εις Ζάκυνθον διαπορθμευμένων, τους μεν επί της ξηράς τους δ' επί της θαλάσσης· ηχμαλώτευσε και πολλάς οικογενείας εις τα παρακείμενα πυκνά δάση καταφυγούσας και διά του πυρός και του γαυγίσματος των ρινηλατούντων σκύλων ανευρισκομένας. Πολλαί γυναίκες επί της καταδιώξεως ταύτης αυτολοκαυτώθησαν εις αποφυγήν των δεινών της αιχμαλωσίας. Δήμος δέ τις Κόλιας εφόνευσεν αυτοχειρί την σύμβιόν του και το τέκνον του, και διασωθείς ως ταχύπους εδικαιολογείτο, ότι εισήγαγεν αμίαντα εις τον παράδεισον τα θύματα της χειρός του. Πατήσας ο Ιβραήμης και κακοποιήσας την επαρχίαν της Γαστούνης απέστειλε διά των Πατρών μέρος του στρατεύματός του εις την στερεάν Ελλάδα, ίνα συνοδεύση τρισχιλίους ίππους μακρόθεν μετακομιζομένους προς αναπλήρωσιν του καθ' ημέραν φθειρομένου ιππικού του και των υποζυγίων του· αυτός δε εξεστράτευσεν εις άλωσιν του Χλουμουτσίου και έφθασεν έξωθεν αυτού την 15 απριλίου.
Το φρούριον τούτο ήτο, ως είρηται, πάντη ημελημένον και εγκαταλελειμμένον επί της επαναστάσεως. Αρχομένου δε του μαρτίου του έτους τούτου, εναυάγησε παρά τω παρακειμένω λιμένι της Γλαρέντσας πολεμικόν τουρκικόν πλοίον 14 κανονίων· εξ αυτών ετέθησαν 8 επί του φρουρίου τούτου· αλλ' αι δεξαμεναί του ρανίδα νερού δεν είχαν, διότι ουδέποτε εκαθαρίσθησαν ουδ' επεσκευάσθησαν. Επί δε της επιδρομής ταύτης κατέφυγαν εις αυτό, καθώς κατέφευγαν και άλλοτε, χάριν ασφαλείας 1500 ψυχαί και εισήλθαν εις υπεράσπισιν αυτού 300 μαχηταί υπό τον Μιχάλην Σισίνην. Ο Ιβραήμης, προσκαλέσας τους εγκλείστους να παραδοθώσι και μη εισακουσθείς, τους επολιόρκησε, και στήσας τρία ελαφρά κανόνια και αποβιβάσας εκ των πλοίων δύο βομβοβόλους τους επολέμει. Αντείχαν οι έγκλειστοι κατ' αρχάς γενναίως, και τρις εξώρμησαν διά νυκτός επί τον εχθρόν· αλλά δεν ήσαν προητοιμασμένοι εις μακράν πολιορκίαν, ουδέ την επροσδόκων· διότι και άλλοτε οι εχθροί διέβησαν απέμπροσθεν του φρουρίου και δεν τo επολιόρκησαν· εψεύσθησαν όμως αι πρροδοκίαι των, και οι εχθροί διέμειναν ταύτην την φοράν πολιορκούντες αυτό τρεις εβδομάδας, έως ου η δίψα ηνάγκασε τους εγκλείστους να παραδοθώσι την 5 μαΐου εις την διάκρισιν του εχθρού απορρίψαντος πάντα συμβιβασμόν. Τόσον δε σφοδρά ήτον η καταβασανίζουσα αυτούς δίψα, ώστε πάμπολλοι απέθαναν άμα εξελθόντες και πιόντες διά μιας κατά κόρον. Εκτός του Σισίνη καί τινων άλλων, οι λοιποί κατεδικάσθησαν εις δουλείαν· δεκαπέντε δε Έλληνες εφονεύθησαν επί της πολιορκίας.
Εν ώ δε ο Ιβραήμης κατεγίνετο εις τα της Ηλείας, εξέπλευσε του Ελλησπόντου εις υποστήριξιν των επιχειρημάτων αυτού ο οθωμανικός στόλος συγκείμενος εξ ενός δικρότου, εννέα φρεγατών και δεκαοκτώ βρικίων και γολεττών υπό τον Ταχήρπασαν και τον Πατρονάμπεην, και μηδέν απαντήσας κατά τον πλουν εμπόδιον κατευοδώθη εις Νεόκαστρον.
Ο δε αποπλεύσας του Πειραιώς Κοχράνης επεσκέφθη την Ύδραν και τας Σπέτσας. Συνήλθαν συγχρόνως κατά διαταγήν του εις Χέλι αντικρύ των Σπετσών αι μοίραι των τριών ναυτικών νήσων. Η ψαριανή δεν είχε την φοράν ταύτην τον αρχηγόν της Νικολήν Αποστόλη, υφ' όν πολλάκις εδοξάσθη. Ο αξιότιμος ούτος και αρχαϊκός ανήρ επλήρωσε το κοινόν χρέος την 6 απριλίου εν Αιγίνη, όπου μετώκησε καταστραφείσης της πατρίδος του. Έτοιμοι ήσαν αι ελληνικαί μοίραι να εκπλεύσωσιν· αλλ' ο Κοχράνης, μαθών ότι ο Ιβραήμης διέμενεν εντός τινος εν τω λιμένι της Γλαρέντσας βρικίου, διαρκούσης της πολιορκίας του Χλουμουτσίου, έβαλε κατά νουν να τον αφαρπάση, και αφήσας όλον τον στόλον απέπλευσεν επί της φρεγάτας επαγόμενος και την Καρτερίαν. Την 10 μαΐου προς το εσπέρας επλησίασεν η Ελλάς την Γλαρέντσαν υπ' αυστριακήν σημαίαν· αλλ' ο Ιβραήμης, είτε εξ υποψίας είτε εκ περιστάσεως, προλαβών απέβη εις την ξηράν· ο δε Κοχράνης, μη ευρών το θήραμά του προσέβαλε δύο αιγυπτίας κορβέττας, έβλαψε την μίαν και εσκότωσε πολλούς του πληρώματος, αλλ' ουδεμίαν συνέλαβε. Καθ' ήν δε ημέραν έπλευσεν η Ελλάς προς την Γλαρέντσαν, έπλευσε και η Καρτερία προς τας Πάτρας· αλλά, παθούσης της μηχανής της, επόδισε, και εν ώ παρήλλαττε τον Μαλέαν, σφοδρός ανεμοστρόβιλος έρριψε τα δύο της κατάρτια. Δέκα δε ημέρας περιπλεύσας ο Κοχράνης το ιόνιον πέλαγος συνέλαβε πλοίον φέρον πολεμεφόδια και αιχμαλώτους Έλληνας μετακομιζομένους εις Νεόκαστρον προς μεταβίβασιν εις Αίγυπτον και το απέστειλεν εις Πόρον αποβιβάσας αβλαβείς εις το Λοιμοκαθαρτήριον της Ζακύνθου δέκα Τούρκους ευρεθέντας εν αυτώ· την δε 25 απήντησεν εκτός των Κυθήρων τον ελληνικόν στολίσκον αναμένοντα αυτόν εκεί κατά δευτέραν διαταγήν του και συγκείμενον εξ ενός τρικατάρτου, δεκατεσσάρων βρικίων και οκτώ πυρπολικών, και συναπέπλευσεν εις Αλεξάνδρειαν επί σκοπώ να πέση αίφνης εις τον λιμένα και καύση διά των πυρπολικών τον εν αυτώ στόλον του Μεχμέτ-Αλή ανέτοιμον εις αντίστασιν και εις έκπλουν.
Ιούνιος Την 4 Ιουνίου, μετά μεσημβρίαν, εφάνησαν τα ελληνικά πλοία έμπροσθεν της Αλεξανδρείας υπό αυστριακήν σημαίαν· και εν πρώτοις μεν υπελήφθησαν ως αυστριακά εμπορικά υπό συνοδίαν φρεγάτας· αλλά πλησιάσαντα εγνωρίσθησαν, και αι προφυλακίδες του στόλου του Μεχμέτ-Αλή φοβηθείσαι έδραμαν εις τον λιμένα, και μία αυτών εκάθησεν επί του στόματος. Η Ελλάς ηγκυροβόλησε δύο μίλια μακράν της ξηράς, και ο Κοχράνης διέταξε τα οκτώ πυρπολικά να εισπλεύσωσιν· εισέπλευσαν δύο και έκαυσαν την επί του στόματος προφυλακίδα 22 κανονίων. Κατεταράχθησαν οι Αιγύπτιοι ιδόντες τον εχθρόν προ των θυρών, ηγωνίσθησαν δι' όλης της νυκτός να ετοιμάσωσι τα πλοία των, και, πρωίας γενομένης, ο Μεχμέτ-Αλής έπλευσεν ως παρατηρητής προς το στόμα του λιμένος επί τινος πολεμικού βρικίου νεωστί κατασκευασθέντος εν Μασσαλία· εξέπλευσαν μετ' ολίγον καί τινες κανονοφόροι επί σκοπώ να κυριεύσωσι πυρπολικόν ελληνικόν κείμενον υπό την ξηράν εν άκρα νηνεμία, αλλ' ουδέν κατώρθωσαν. Τα ελληνικά πλοία διέμειναν όλην την ημέραν έμπροσθεν του λιμένος και προς το εσπέρας εστράφησαν αρκτοδυτικώς· την δε επαύριον εξέπλευσαν έξ φρεγάται, έξ κορβέτται και δέκα βρίκια εις καταδίωξιν αυτών υπό την οδηγίαν του Μεχμέτ-Αλή. Ο στόλος ούτος ηκολούθησε τα ελληνικά μέχρι της Ρόδου μακρόθεν, έως ου έγειναν άφαντα· την δε 20 επανήλθαν εις τα ίδια, και η Ελλάς ηγκυροβόλησεν εν Πόρω.
Μετά δε την πτώσιν του Χλουμουτσίου μετέβη ο Ιβραήμης εις Πάτρας, δουλαγωγήσας καθ' οδόν επτακοσίας ψυχάς καταφυγούσας εις την λίμνην της Καλογραίας κατά τον Πάπαν και μετέβη την 25 μαΐου εις Ρίον, όπου παρέλαβε τους τρισχιλίους ίππους του. Την δε 2 Ιουνίου εξαπέστειλεν εις χρήσιν της εν Τριπολιτσά φρουράς δισχίλια τροφοφόρα ζώα υπό την συνοδίαν του Δελή-Αχμέτη.
Δύο ήμισυ έτη παρήλθαν αφ' ού επάτησε την Πελοπόννησον ο Ιβραήμης και μεγάλα τα εντεύθεν παθήματα των Πελοποννησίων. Τα ζοφερά σπήλαια, αι δυσανάβατοι ακρώρειαι, τα δυσπρόσιτα έλη, οι κρημνοί και οι απότομοι βράχοι ήσαν τα μόνα ασφαλή κατοικητήριά των, το χώμα δε πολλάκις στρωμνή και τροφή τα άγρια χόρτα· εφονεύοντο, ηχμαλωτίζοντο, ελαφυραγωγούντο, κατεστρέφετο η πατρίς των, αλλά δεν επροσκύνουν. Επί των ημερών όμως τούτων οι κάτοικοί τινων επαρχιών απηρνήθησαν τον εθνικόν αγώνα. Πρό τινος καιρού είχε μυστικάς σχέσεις προς τον Ιβραήμην είς των υποπλαρχηγών της επαρχίας των Πατρών, ο εκ Ζουμπάτης Δημήτρης Νενέκος. Ούτος απέρριψεν επί της εκστρατείας ταύτης το προσωπείον, εστράτευσε μετά του Ιβραήμη κατά των συμπολιτών του, και συμβουλεύσας αυτόν να ανεξικακή και να πολιτεύεται τους Έλληνας επιεικώς, εδείχθη θερμός απόστολός του. Το παράδειγμα και η φωνή του αρνησιπάτριδος Νενέκου, η πλαστή εξημέρωσις του αγρίου Ιβραήμη, αι ευτυχείς εκστρατείαι του, η απελπισία των λαών από πάσης αντιλήψεως και η γενική παράλυσις των ελληνικών πραγμάτων τόσον επηρέασαν τα πνεύματα των ανθρώπων, ώστε τα πλείστα χωρία των επαρχιών Πύργου, Γαστούνης, Πατρών, Βοστίτσης και Καλαβρύτων επροσκύνησαν, και το μόλυσμα φόβος μέγας ήτο μη διεδίδετο και αλλού· θεραπείαν το κακόν δεν είχεν ειμή την εμψύχωσιν των λαών διά της εν Πελοποννήσω συστάσεως στρατοπέδων. Ακάματος εδείχθη ο Κολοκοτρώνης εν τη δεινή ταύτη ώρα· έγραψε παντού απειλών και συμβουλεύων, εκίνησε στρατιωτικά σώματα εις διάφορα μέρη της Πελοποννήσου, προητοίμασε το εν τω ομφαλώ αυτής φρούριον της Καρυταίνης εις αντίστασιν και καταφύγιον των περιοικούντων, και έστειλεν ικανούς εις υπεράσπισιν του μεγάλου Σπηλαίου, καταφυγίου των γειτονικών επαρχιών, διότι εμελέτα ο Ιβραήμης να το πατήση είτε ως εχθρός είτε ως φίλος.
Την δε 13 επανήλθεν ο Δελή-Αχμέτης εκ Τριπολιτσάς εις Πάτρας, αφ' ού εξετέλεσεν ευτυχώς το έργον του, και την 17 εστράτευσεν ο Ιβραήμης εις την επαρχίαν των Καλαβρύτων μηδεμίαν προξενήσας καθ' οδόν επί τη συμβουλή του Νενέκου βλάβην, και εσκήνωσε κατά το μετόχιον του μεγάλου Σπηλαίου, Σάλμενα, δύο ώρας μακράν της πόλεως των Καλαβρύτων και δύο ήμισυ του μοναστηρίου, και έγραψε προς τους πατέρας περιποιητικώ τω τρόπω προσκαλών αυτούς εις το στρατόπεδόν του ίνα λάβωσι τα αμνηστήρια και συμβουλεύσωσιν, ως υπηρέται του Θεού του ελέους και της ειρήνης, τους προκρίτους της Πελοποννήσου να μη γίνωνται αφορμή της φθοράς του τόπου και της αιματοχυσίας των αδελφών των. Φοβηθέντες οι πατέρες υπεκρίθησαν υποταγήν, αλλ' απεποιήθησαν να μεταβώσιν εις το στρατόπεδόν του. Απήτησε και εκ δευτέρου ο Ιβραήμης την παρουσίαν των ενώπιον του ως αναγκαίαν, αλλά παρήκουσαν και εκ δευτέρου, επαναλαμβάνοντες πάντοτε την προς την υψηλήν Πύλην πίστιν και υποταγήν των. Τοις έγραψεν ο Ιβραήμης και τρίτην φοράν αυστηρότερον, και επειδή ουδέ τότε εισηκούσθη, απεφάσισε να τους τιμωρήση. Την νύκτα της 23 ανέβησαν τρισχίλιοι εχθροί υπό την οδηγίαν των περί τον Νενέκον διά δυσβάτων μερών και δι' αγνώστων μονοπατίων εις τον υπερκείμενον του μοναστηρίου υψηλόν σταυρόν, και εξημερώθησαν ενώπιον των απειθών πατέρων· εξακόσιοι ήσαν οι υπερασπισταί του μοναστηρίου, κληρικοί και λαϊκοί, κατέχοντες νεοδμήτους τινάς πύργους δυναμωθέντας προ ολίγου διά κανονίων. Μετά την ανατολήν του ηλίου ήρχισεν η μάχη και διήρκεσε μέχρι του δειλινού. Οι Τούρκοι απέτυχαν και ωπισθοδρόμησαν αυθημερόν εις το στρατόπεδόν των, εφονεύθησαν και επληγώθησαν ικανοί εξ αυτών ως πολλάκις ορμήσαντες, ένδεκα δ' εκ των Ελλήνων· εφονεύθη και ο Ανδρέας Σαρδελιάνος. Τοιουτοτρόπως διετηρήθη και την φοράν ταύτην το μοναστήριον απάτητον.
Τούτων γενομένων, ο μεν Ιβραήμης εστράτευσε πανστρατιά εις Τριπολιτσάν· ο δε Νενέκος, όστις δεν έπαυε δίδων τρανά δείγματα πίστεως προς τους καταστροφείς της πατρίδος του και τους δημίους και ανδραποδιστάς των συμπολιτών του, μετέβη μετά των περί αυτόν εις Πάτρας, συνηνώθησαν πολλοί των εκεί Τούρκων,
Ιούλιος και την 3 Ιουλίου προσέβαλαν τους περί τον Βασίλην Πετμεζάν κατά τον Άγιον Βλάσην και τους διεσκόρπισαν· προσέβαλαν την 17 και τους περί τον Χελιώτην και Φεϊζόπουλον κατά την εν τη επαρχία Βοστίτσης μονήν του αγίου Ιωάννου, και κυριεύσαντες δι' επανειλημμένων εφόδων το έξωθεν οχύρωμα, και καταστρέψαντες όλους σχεδόν τους εν αυτώ, ως 60, ανεχώρησαν αυθημερόν πολλά και αυτοί παθόντες.
Δεν εχάρη επί πολύ ο ανοσιουργός Νενέκος τας τιμάς της προδοσίας του, δολοφονηθείς μετά τα συμβάντα ταύτα ενεργεία του Κολοκοτρώνη.
Φθάσας δε ο Ιβραήμης εις Κατσάναν, διήρεσε το στράτευμα, και τους μεν απέστειλεν εις Λαγκάδια διά της γεφύρας της Κυράς προς αφανισμόν και αυτού και των λοιπών χωρίων της επαρχίας Καρυταίνης, ως μη δεχομένων τα αμνηστήρια (α), αυτός δε και οι λοιποί ώδευσαν κατ' ευθείαν, όπως συνενωθώσιν εν τη πεδιάδι της Καρυταίνης.
Ταις ημέραις εκείναις ευρίσκοντο δισχίλιοι Έλληνες εν Λιβαρτσίω υπό τον Πλαπούταν και τον Γενναίον προς εμψύχωσιν των λαών. Ούτοι μετέβησαν εις Καρνέσι, όπου ήτον οχύρωμα εχθρικόν, απεδίωξαν τους Τούρκους και το εκυρίευσαν. Ανεφάνησαν αίφνης οι περί τον Ιβραήμην και εφώρμησαν. Οι Έλληνες αντεστάθησαν μέχρι τινός, άφησαν μετά ταύτα το οχύρωμα και απεμακρύνθησαν· επέστρεψαν μετ' ολίγον και ηκροβολίσθησαν, αλλ' επιφανέντος άλλου εχθρικού σώματος ανεχώρησαν· 20 Τούρκοι και 7 Έλληνες εφονεύθησαν και επληγώθησαν. Μετά τον ακροβολισμόν τούτον εισήλθε το εχθρικόν στράτευμα όλον εις Τριπολιτσάν, και, αρχομένου του ιουλίου, κατέβη εις Μεσσηνίαν, όπου κατέβη και ο Ιβραήμης.
Την δε 26 εφάνησαν έμπροσθεν των Κυτριών και της Σκαρδαμούλας δεκατέσσαρα πλοία εχθρικά εκπλεύσαντα του Νεοκάστρου, τα πλείστα φρεγάται και κορβέτται, και έρριψαν αυθημερόν 1700 κανονίας, αλλ' αντισταθέντων γενναίως των Μανιατών ανέπλευσαν άπρακτα. Προσέβαλαν την αυτήν ημέραν οι εχθροί διά ξηράς και τους εν Φρουτσάλα υπό τον Νικήταν, αλλ' ουδ' εκεί ευδοκίμησαν. Ανεχώρησαν μετ' ολίγον εκ Νεοκάστρου εις Τριπολιτσάν τετρακισχίλιοι εχθροί συνοδεύοντες μέγα πλήθος τροφοφόρων ζώων. Ο Νικήτας, προκαταλαβών το στενόν του Λεονταρίου, ενέδρευσε, και εφόνευσεν ικανούς, αλλά δεν εμπόδισε την πορείαν των εχθρών· επληγώθησαν δ' εν τη μάχη ταύτη και δέκα Έλληνες.
Ο δ' επανελθών εις Πάτρας Δελή-Αχμέτης εξεστράτευσε λήγοντος του ιουλίου, διέβη ατουφέκιστος τα Σελλά, διεσκόρπισε τους εν τω χωρίω Κουνινά υπό τον Φεϊζόπουλον και τον Λεχουρίτην φονεύσας τινάς αυτών, εν οίς και τον Γεώργιον Μωραΐτην, και προχωρήσας εις το ξενοδοχείον της Ακράτας επανήλθεν εις Πάτρας· εστράτευσε μετ' ολίγας ημέρας και προς το μέρος της Καφικαριάς πλησίον των Λαπαναγών, χωρίου των Καλαβρύτων, όπου έμαθεν ότι συνήλθεν ελληνικόν στράτευμα. Η θέσις αύτη έχει δύο πορείας, την μεν προς το μέρος των Πατρών βατήν, την δε προς το των Καλαβρύτων και της Βοστίτσης σχεδόν άβατον. Εν ταύτη ετοποθετήθησαν 1500 Έλληνες υπό τον Πλαπούταν, τον Μελετόπουλον, τον Ροδόπουλον, τον Χρήστον Φωτομάραν και άλλους. Την 26 αυγούστου πρωί εσκήνωσαν τετρακισχίλιοι εχθροί τακτικοί και άτακτοι, ιππείς και πεζοί, υπό την θέσιν εκείνην, και την α' ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου ανέβησάν τινες αυτών και επολέμησαν τους Έλληνας· αλλά, μη δυνηθέντες να προχωρήσωσι διά το κατωφερές και κρημνώδες του μέρους εκείνου, επανήλθαν αυθεσπερί εις τας σκηνάς των. Την επαύριον εκίνησαν πανστρατιά κατά το αυτό μέρος στήσαντες απέναντι των Ελλήνων δύο κανόνια· αλλ' οι Έλληνες τους αντέκρουσαν κυλίοντες λίθους, και τους ηνάγκασαν να στρέψωσι τα νώτα· εφώρμησαν οι εχθροί και μετά την μεσημβρίαν, αλλ' έπαθαν και τότε όσα και την πρωίαν. Ιδόντες δε ότι ορμώντες εβλάπτοντο και δεν έβλαπταν, απεχώρησαν κανονοβολούντες, και, σκότους γενομένου, ανεχώρησαν. Πολλοί επί της διημέρου μάχης εχθροί τακτικοί και άτακτοι εφονεύθησαν και επληγώθησαν, καί τινες ηχμαλωτίσθησαν, εν οίς και δύο σημαιοφόροι· τρεις δε Έλληνες εφονεύθησαν και δέκα επληγώθησαν. Μετά την μάχην ταύτην, οι μεν Έλληνες κατέβησαν εις Πετσάκους δύο ώρας μακράν της Καφικαριάς, οι δ' εχθροί, διασκορπισθέντες εις τα χωρία, τα ελεηλάτησαν και συνενωθέντες πάλιν εις Βοστίτσαν εστράτευσαν προς το Διακοπτόν, όπως προχωρήσωσι κατά την Ακράταν· αλλ' ευρόντες αντίστασιν, προκαταλαβόντων αυτό των εν Πετσάκοις Ελλήνων, ωπισθοδρόμησαν εις Βοστίτσαν.
Επικειμένης δε της συγκομιδής της σταφίδος, αμφιβάλλετο αν θα ήσαν συγκομισταί οι Τούρκοι ή οι Χριστιανοί. Οι πατέρες του Σπηλαίου εκάλεσαν τους περί τον Κολοκοτρώνην εις υπεράσπισιν της ιδιοκτησίας των επί αντιμισθία. Ήλθαν οι κληθέντες, αλλ' ούτε των πατέρων ούτε των άλλων την ιδιοκτησίαν εδυνήθησαν να προστατεύσωσιν ως κειμένην επί πεδιάδος· οι δε εχθροί μετεκόμισαν την σταφίδα εις τα πλοία των, επανήλθαν εις Πάτρας και ανεχώρησαν μετά τινας ημέρας εις Νεόκαστρον υπό τον Δελή-Αχμέτην διά Γαστούνης και Πύργου.
Απάρας δε ο Κοχράνης του Πόρου τα τέλη Ιουνίου, περιήλθε το Αιγαίον επί εισπράξει των εθνικών προσόδων εις κίνησιν της ναυτικής δυνάμεως, και επέβαλεν είκοσι χιλιάδων διστήλων φόρον επί τους εμπόρους της Σύρας· επεσκέφθη μετά ταύτα το Ναύπλιον, διαρκούντων των εμφυλίων δεινών,
Ιούλιος επανήλθεν εις Πόρον και απέπλευσε την 15 ιουλίου προς τα μεσημβρινά παράλια της Πελοποννήσου, ουδενός άλλου πλοίου συνοδεύοντος την Ελλάδα. Την επαύριον απήντησε τον Σωτήρα, δικάταρτον δωρηθέν παρά της εν Παρισίοις φιλελληνικής εταιρίας και διοικούμενον παρά του Άγγλου Θωμά, και τα συμπαρέλαβε· την δε 18, καθ' ήν έπλεαν τα δύο ταύτα πλοία έξωθεν του Νεοκάστρου, εφάνησαν 16 οθωμανικά ερχόμενα απ' άρκτου εις Νεόκαστρον υπό εναντίον άνεμον· εξ αυτών μία κορβέττα, δύο βρίκια και δύο γολέτται απεκόπησαν ένεκα της αντιπνοίας και έπλεαν παρά την παραλίαν της Ζακύνθου· επέπλευσαν η Ελλάς και ο Σωτήρ, και περί την μεσημβρίαν της 20 τα κατέφθασαν έμπροσθεν της Γλαρέντσας και τα προσέβαλαν· και η μεν Ελλάς εκυρίευσε την κορβέτταν μετά γενναίαν αντίστασιν, καθ' ήν εφονεύθησαν εκ του πληρώματος ταύτης, εις 300 συμπληρουμένου, 25, εν οίς και ο πλοίαρχος και ο υποπλοίαρχος, και επληγώθησαν 35· επληγώθησαν και 2 του πληρώματος της φρεγάτας· ο δε Σωτήρ εκυρίευσε μίαν των γολεττών, φονευθέντων και πληγωθέντων, εκ του πληρώματος αυτής 15, τα δε άλλα τρία πλοία κατέφυγαν εις Πάτρας. Η γολέττα ήτο τουνεζική 10 κανονίων, η δε κορβέττα 28 και εφημίζετο ως η ταχυπλουστέρα του εχθρικού στόλου· ευρέθησαν δε εν αυτή 20 αιχμαλωτίδες.
Αύγουστος Την δε 2 αυγούστου κατέπλευσαν η Ελλάς, ο Σωτήρ και αι δύο λείαι εις Πόρον, αποβιβασθέντων των παραδοθέντων Τούρκων σώων και αβλαβών εις Κρήτην. Ο δε Κοχράνης διέταξε να συναχθή εκ νέου ο στόλος εις Σπέτσας, όπου έπλευσε και αυτός την 24· την δε επαύριον είς των υιών του Λουκιανού Βοναπάρτου, συμπλέων επί της Ελλάδος, επληγώθη κατά περίστασιν εις την κοιλίαν υπό της πιστόλας του, εν ώ την εξεκρέμα, και απέθανεν αυθωρί. Ο Κοχράνης, διατάξας να ταριχεύσωσι και αποκομίσωσι τον νεκρόν εις το μοναστήριον των Σπετσών μέχρι δευτέρας διαταγής του, απέπλευσε παραγγείλας να μεταπλεύσωσι τα πλοία εις Βάτικα, αφ' ού συναχθώσιν όλα, και να τον προσμείνωσιν.
Σεπτέμβριος Συνήχθησαν τα πλοία, μετέπλευσαν όπου παρήγγειλε, και την 1 σεπτεμβρίου ανέπλευσαν υπό την οδηγίαν του· ήσαν δε όλα 23, ό εστιν η Ελλάς, η Καρτερία, ο Σωτήρ, 2 τρικάταρτα, 11 βρίκια, 4 πυρπολικά και 3 κανονοφόροι. Την 6 πρωί, ηγκυροβόλησεν όλος ο στόλος απέναντι του Μεσολογγίου, αι δε τρεις κανονοφόροι όσον εδύναντο πλησιέστερον του Βασιλαδίου. Επειδή δε τα πλοία ήσαν υπό άλλην σημαίαν, οι επί του Βασιλαδίου Τούρκοι δεν υπώπτευσαν κατ' αρχάς ότι ήσαν ελληνικά. Την α' δε ώραν μετά την ανατολήν του ηλίου εμβήκεν ο Κοχράνης εις πλοιάριον, επλησίασε το Βασιλάδι και έρριψε πυροσίφωνας, αλλ' ουδείς εισέπεσεν· εκανονοβόλησαν και αι κανονοφόροι, αλλά και αύται ανωφελώς. Εξύπνησαν τότε οι Τούρκοι και αντεκανονοβόλησαν, αλλά και ούτοι εις μάτην. Επανελήφθη και την επαύριον ο κανονοβολισμός, καθ' όν επληγώθησαν βαρέως δύο ναύται μιας των κανονοφόρων, οίτινες μετεκομίσθησαν χάριν θεραπείας εις την Ελλάδα· οι δε λοιποί της αυτής κανονοφόρου, μη πεισθέντες να πλησιάσωσιν εκ νέου ως διετάχθησαν, ετέθησαν κατά διαταγήν του στολάρχου έν τινι λέμβω και περιεφέροντο εν τω μέσω του στόλου υπό τον ήχον του τυμπάνου προς καταισχύνην και ποινήν ως απειθείς και φυγόμαχοι. Εν τοσούτω ητοιμάσθη επί της Ελλάδος εις βομβολισμόν σχεδία, ερρίφθη εις την θάλασσαν και εβομβοβολήθη εκείθεν το Βασιλάδι, αλλ' ουδεμίαν έπαθεν ουδέ τότε ζημίαν. Ιδών δε ο Κοχράνης, ότι διά των τρόπων τούτων δεν κατωρθούτο η κυρίευσις του Βασιλαδίου, διέταξε τας λέμβους των πλοίων επί τη συμβουλή του Μιαούλη να έμβωσι διά του στενού αύλακος του Προκοπανίστου και να το αποκλείσωσιν. Η διαταγή του επιτυχώς εξετελέσθη υπό την οδηγίαν τινών Μεσολογγιτών ειδότων τον είσπλουν, αλλά δεν ετελεσφόρησε, προλαβόντων των εν τη πόλει Τούρκων και εφοδιασάντων την προτεραίαν το Βασιλάδι παντός αναγκαίου. Μετά την ανωφελή ταύτην δοκιμήν ανήχθη ο στόλος· εναπέμειναν δε ο Σωτήρ δύο κανονοφόροι, δύο γολέτται και η Καρτερία, ήτις ανάψασι εξ απροσεξίας εκινδύνευσε να καή. Εκείναις ταις ημέραις έφθασεν εις Ελλάδα και το προ καιρού κατασκευαζόμενον εν Αγγλία δεύτερον ατμόπλουν η Επιχείρησις.
Επειδή δ' εγνώσθη ότι εντός του κορινθιακού κόλπου ήσαν πλοία τινα τουρκικά, διέπλευσαν την 9 εν πλήρει μεσημβρία εις άλωσιν ή καταστροφήν αυτών αι δύο γολέτται και ο Σωτήρ ρυμουλκών μίαν κανονοφόρον υπό τον κανονοβολισμόν των επί του στόματος φρουρίων. Την επαύριον, πνέοντος σφοδρού ανέμου, εδοκίμασε να διαπλεύση και η Καρτερία ιστιοφορούσα δι' έλλειψιν γαιανθράκων· αλλά προχωρήσασα έπεσεν εις γαλήνην και έμεινεν έξωθεν μέχρι της 11, καθ' ήν ρυμουλκουμένη παρ' άλλης κανονοφόρου διέπλευσε και αύτη αβλαβής. Ήσαν εν τω λιμένι των Σαλώνων 3 εμπορικά αυστριακά και 9 τουρκικά, τουτέστι μία γολέττα 14 κανονίων, έν βρίκι 16, τρεις μικρότεραι γολέτται, δύο ένοπλα φορτηγά, και δύο κανονοφόροι· επροστατεύοντο δε τα πλοία ταύτα υπό τινος επί της ξηράς κανονοστασίου.
Πριν δε διαπλεύση η Καρτερία, εκινήθησαν επί τα εχθρικά πλοία ο Σωτήρ και αι δύο γολέτται· αλλά, πνέοντος βιαίου ανέμου, απέτυχαν και κατέφυγαν εις τον λιμένα του Λουτρακίου. Την δε 14 έπλευσεν η Καρτερία μετά της παρακολουθούσης κανονοφόρου προς τον λιμένα των Σαλώνων και φθάσασα εις το στενότερον αυτού μέρος ηναγκάσθη εξ αιτίας εναντίου ανέμου να ποδίση. Την δε 18 επανέπλευσεν ευτυχώς εις τον αυτόν λιμένα και συνεπανέπλευσαν και ο Σωτήρ και τα λοιπά ελληνικά πλοία, επήραν τα 3 αυστριακά ως παραβιάσαντα τον αποκλεισμόν, κατέστρεψαν 7 εκ των 9 τουρκικών, και εφόνευσαν πολλούς εχθρούς· επληγώθησαν δε επί της ναυμαχίας ταύτης ελαφρώς μεν ο πλοίαρχος του Σωτήρος Θωμάς εις τον πόδα, βαρέως δε ο υποπλοίαρχός του Σκάνλανος Ιρλανδός.
Ο δε Ιβραήμης, ασχοληθείς παντοίοις τρόποις μετά την εις τα φρούρια επάνοδόν του να εφελκύση τους Μεσσηνίους, όπως εφείλκυσε τους Αχαιούς, απέστειλε την 20 τα στρατεύματά του υπό τον Κεχαγιάμπεην, τα μεν εις την άνω, τα δε εις την κάτω Μεσσηνίαν, προς ερήμωσιν του τόπου, αν οι κάτοικοι δεν επροσκύνουν. Εκάλεσεν ο Κεχαγιάμπεης τους κατοίκους εις υποταγήν και μη εισακουσθείς (β) διέταξε την πελέκησιν όλων των καρπίμων δένδρων και την πυρπόλησιν των χωρίων. Ουδέποτε τα εχθρικά στρατεύματα εφάνησαν τόσον φθοροποιά όσον εν τη παρούση εκστρατεία. 60,000 ελογίσθησαν αι κατακοπείσαι συκαί, και 95.000 αι ελαίαι και αι συκαμινέαι· καπνοί δε και φλόγες πολυήμεροι εσκέπαζαν τον ορίζοντα.
1827
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΘ'.
Εξωτερική πολιτική. — Συνθήκη της 24 Ιουνίου. — Ναυμαχία Νεοκάστρου. — Αναχώρησις των πρέσβεων των συμμάχων εκ Κωνσταντινουπόλεως.
ΟΛΟΚΛΗΡΟΝ έτος παρήλθεν αφ' ού ο εν Κωνσταντινουπόλει Κάννιγγ ανεδέχθη τον συμβιβασμόν Ελλάδος και Τουρκίας και δεν ίσχυσαν παντάπασιν οι λόγοι του. Αγέρωχος πάντοτε η Πύλη, αγερωχοτέρα εδείχθη μετά την κυρίευσιν του Μεσολογγίου και την στενήν πολιορκίαν των Αθηνών, θεωρούσα επικειμένην την παντελή καταστροφήν του ελληνικού αγώνος. Ο Κάννιγγ, μη θέλων να παρεμβάλη εις την διαπραγμάτευσιν νέα προσκόμματα, δεν επρόσφερεν εγγράφως την μεσιτείαν της αυλής του ειμή την 24 Ιανουαρίου του έτους τούτου. Τον αυτόν δε μήνα η εχθρωδώς πάντοτε προς την Ελλάδα διακειμένη αυλή της Αυστρίας, προθεμένη να διασκεδάση τας υπέρ αυτής σωτηρίους ταύτας προσπαθείας, έστειλεν εις Ελλάδα αξιωματικόν της και ανήγγειλεν, ότι περί πολλού ποιουμένη τα συμφέροντα των Ελλήνων, ετοίμη ήτο να έλθη εις αντίληψίν των και μεσιτεύση παρά τω σουλτάνω, αν επεκαλούντο την συνδρομήν της· ήλπιζε δε να εισακουσθή διά την έως τότε αποτυχίαν της μεσιτείας της Αγγλίας και την εντεύθεν απελπισίαν των Ελλήνων. Αλλ' η κυβέρνησις της Ελλάδος, έχουσα υπ' όψιν τα κακά όσα έπασχεν η Ελλάς αδιακόπως και εκ της πολιτικής της αυλής ταύτης και εκ της αισχράς διαγωγής του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού της και υποπτεύουσα επιβουλήν, απεποιήθη την προσφοράν της.
Μετ' ολίγας δε ημέρας αφ' ού ο Κάννιγγ επρόσφερε τη Πύλη εγγράφως την μεσιτείαν της αυλής του, έφθασεν εις Κωνσταντινούπολιν ο πρέσβυς της Ρωσσίας Ριβωπιέρρος, είς των δύο εν Ακερμάνη πληρεξουσίων της, και εσύστησε και ούτος θερμώς την πρότασιν του Καννιγγος. Εις ένδειξιν δε της ανάγκης της περί ης επρόκειτο ειρηνεύσεως ανέφεραν αμφότεροι την πολυετή παράτασιν του αγώνος της Ελλάδος, την εις παύσιν του ανικανότητα της Πύλης, την εντεύθεν αιματοχυσίαν και καταστροφήν, την βλάβην του ευρωπαϊκού εμπορίου εξ αιτίας της αναφυείσης πειρατείας και την υπόθαλψιν του διά τόσων θυσιών και αγώνων σβεσθέντος αλλά μη αποσβεσθέντος φιλοταράχου πνεύματος των λαών της Ευρώπης.
Γνωστοποιούντες δε κατά πρώτην φοράν και την επί σκοπώ της περί ης ο λόγος ειρηνεύσεως γενομένην πράξιν εν Πετρουπόλει και συνιστώντες τους όρους αυτής εσυμβούλευαν την Πύλην δεχομένη την μεσιτείαν να προομοιάση διά της παύσεως των εχθροπραξιών έλεγαν δε ότι, αν άλλως επολιτεύετο, θα ηναγκάζοντο αι Δυνάμεις να σχετισθώσι προς τους Έλληνας. Η Πύλη, συμφέρον έχουσα εξ αιτίας των κατά την στερεάν Ελλάδα και την Πελοπόννησον ευτυχών προόδων της ν' αναβάλλη την απάντησίν της, μόλις την έδωκε την 28 μαΐου, ίσως καθ' ήν ημέραν έμαθε την παράδοσιν των Αθηνών. Διά της απαντήσεως δε ταύτης, δι' ής έθετεν αρχάς τινας, καθ' άς καθίστανται, συντηρούνται και διοικούνται κατά θείαν νεύσιν αι κοινωνίαι, και δεν επιτρέπεται η παρέμβασις μιας Δυνάμεως εις τα εσωτερικά άλλης, και δι' ής έλεγεν, ότι όλαι αι διατάξεις αυτής θεμελιουνται επί του ιερού νόμου, και διά τούτο είναι και δίκαιαι και αμετάτρεπτοι, διεσάλπιζε την προς τους ραγιάδας γενναιότητα των Μουσουλμάνων και ιδιαιτέρως τα καλά όσα ούτοι απελάμβαναν υπό την αγαθοποιόν σκιάν του θρόνου του τωρινού σουλτάνου, εμέμφετο την προς τον μεγαλόδωρον αυθέντην των αχαριστίαν των αποστατών Ελλήνων, κατέκρινε τας κατά των Μουσουλμάνων απανθρωπίας των, εκήρυττε την μεγάλην μακροθυμίαν της, την εντός του ιερού νόμου προς πάντας πάντοτε τους Έλληνας επιεική διαγωγήν της, και την προς τους εν μετανοία προσερχομένους ευσπλαγχνίαν της· διετείνετο δε ότι, περί πολλού ποιουμένη την επάνοδον της ησυχίας ηγωνίζετο να καταστέλλη την αποστασίαν, αλλά ξένοι την υπέθαλπαν και την διετήρουν, και η κυβέρνησις των ξένων τούτων (ενόει δε την αγγλικήν) επροφασίζετο, ότι δεν ημπόρει να τους εμποδίση, παραβαίνουσα τοιουτοτρόπως όσα κυβέρνησις ώφειλε προς φιλικήν κυβέρνησιν· ηπόρει δε πώς Δυνάμεις τινές εσυνθηκολόγησαν περί των αφορώντων τους αποστάτας υπηκόους της παρά γνώμην και εν αγνοία αυτής, και πώς παρέμβαιναν παρά το δημόσιον δίκαιον εις τα εσωτερικά της, εν ώ αύτη είπε ρητώς και επανειλημμένως, ότι απεποιείτο πάσαν ξένην παρέμβασιν υπενθύμιζε δε ότι και ο Στραγγφόρδος, επανελθών εκ βερώνης, την εβεβαίωσεν εξ ονόματος όλων των ανάκτων, ότι εις εαυτήν και μόνην απέκειτο να πράξη ό,τι δέον έκρινεν ως προς τους απειθείς ραγιάδας της, και ότι οι εν Ακερμάνη πληρεξούσιοι της Ρωσσίας είπαν, ότι ο αυτοκράτωρ περιωρίζετο εις μόνην την εξίσασιν των ιδιαιτέρων διαφορών του (α), και σκοπόν δεν είχε να παρέμβη εις τα της Ελλάδος· ηπόρει δε πώς δεν εσυστέλλοντο αι Δυνάμεις λέγουσαι ότι επί τη μη παραδοχή, της μεσιτείας σκοπόν είχαν να θεωρήσωσιν ως Δύναμιν συμμορίαν ληστών, και πώς, προκειμένου λόγου περί των αφορώντων την επί αποστατών υπηκόων νόμιμον εξουσίαν της Πύλης, ανέφεραν τας λέξεις μ ε σ ι τ ε ί α ν, ο υ δ ε τ ε ρ ό τ η τ α, α ν α κ ω χ ή ν, ε ι ρ ή ν ε υ σ ι ν, εν ώ αι λέξεις αύται αναφέρονται μόνον ως προς σχέσεις κράτους προς κράτος· ηρνείτο δε ότι εξ αιτίας των ταραχών εζημιούτο το ευρωπαϊκόν εμπόριον, λέγουσα, ότι μόνα τα συμφέροντα αυτής έπασχαν, και επανελάμβανεν ότι ούτε εις βλάβην ούτε εις ύβριν της χριστιανικής θρησκείας εκινείτο ουδέ κατεφέρετο καθ' όλου του έθνους των Ελλήνων, αλλά μόνον κατά των ταραχοποιών· παραπονουμένη δε ότι αι Δυνάμεις κακώς πολιτευόμεναι εθάρρυναν τους αποστάτας λόγω και έργω, έλεγεν, ότι ουδέποτε θα απηρνείτο τα επί της Ελλάδος δίκαιά της, και ουδέποτε θα παρέβαινεν, ενδίδουσα, τα παραγγέλματα του ιερού νόμου· διεκήρυττε δ' επί τέλους διά τελευταίαν φοράν, ότι απέρριπτε διά παντός πάσαν ξένην μεσιτείαν και πάσαν παρέμβασιν, ότι μιας και της αυτής γνώμης ήσαν κατά τούτο και ο σουλτάνος και οι υπουργοί του και το έθνος όλον των Μουσουλμάνων, και ότι επεθύμει να παύσωσιν εις τα εξής αι ξέναι Δυνάμεις του να την ενοχλώσι περί τούτου.
Καθ' όν δε καιρόν εματαιοπόνουν οι πρέσβεις εν Κωνσταντινουπόλει, η Ρωσσία και η Αγγλία, αι επ' ειρηνεύσει της Ελλάδος συνδεθείσαι, κατεγίνοντο να παραλάβωσι και τας τρεις άλλας μεγάλας αυλάς συνεργούς· αλλ' η μεν Πρωσσία απεποιήθη επί λόγω, ότι δεν είχε το αυτό συμφέρον, και υπεσχέθη μόνον την φιλικήν παρά τη Πύλη σύμπραξίν της. Η δε Αυστρία, η πρώτη άλλοτε προτείνασα την αναγνώρισιν της ανεξαρτησίας της Ελλάδος, απήντησεν, ελθούσης της κρισίμου ταύτης ώρας, ότι έχαιρε μεν επί τη ενώσει των δύο αυλών εις κατάπαυσιν των μεταξύ Τούρκων και Ελλήνων εχθροπραξιών, αλλά δεν ημπόρει ν' αναδεχθή επί αιτήσει αποστατών μεσιτεία· προθεμένην απόσπασιν μεγάλου μέρους της Ελλάδος από της εξουσίας του σουλτάνου, δεν απεποιείτο όμως ουδ' αυτή την παρά τη Πύλη φιλικήν συνδρομήν της. Μόνη η γαλλική κυβέρνησις πρόθυμος εφάνη. Η εν Γαλλία υπερισχύσασα κοινή γνώμη υπέρ Ελλάδος, αι εν αμφοτέραις ταις βουλαίς βαρείαι και συνεχείς προσβολαί κατά του υπουργείου ως τουρκίζοντος, και η αείποτε και υπεράλλοτε ευμενής τότε προς τον χριστιανικόν αγώνα διάθεσις του βασιλέως επερρέασαν επί τέλους την επί Βιλλέλου κυβέρνησιν και την ηνάγκασαν όχι μόνον ν' ασπασθή την υπέρ των Ελλήνων πράξιν των δύο Δυνάμεων, αλλά και να προβάλη ίνα μετασχηματισθή η πράξις αύτη εις συνθήκην, να εγγυηθή παρά των τριών Δυνάμεων ό,τι ορισθή, και να πειθαναγκασθή η Πύλη εις παραδοχήν αυτής· συνέταξε δε, επί τη αξιώσει Αγγλίας και Ρωσσίας, και την συνθήκην, ήτις τροπολογηθείσα υπεγράφη εν Λονδίνω την 24 Ιουνίου υπό των πληρεξουσίων των τριών Δυνάμεων ορίζουσα εν συνόψει τα εξής.
Αι Δυνάμεις να προσφέρωσι τη Πύλη την μεσιτείαν των εις συνδιαλλαγήν αυτής και των Ελλήνων, και ν' απαιτήσωσιν άνευ αναβολής ανακωχήν.
Οι Έλληνες να κυβερνώνται υπό την κυριαρχίαν του σουλτάνου επί ετησίω φόρω υπό Αρχών εκλεγομένων παρ' αυτών, συνευδοκούντος και του σουλτάνου.
Οι Έλληνες να ιδιοποιηθώσι την παρ' αυτοίς ιδιοκτησίαν των Τούρκων αποζημιούντες αυτούς.
Η οροθετική γραμμή να χαραχθή μετά ταύτα.
Μηδεμίαν ωφέλειαν να ζητήσωσιν αι Δυνάμεις δι' εαυτάς ή διά τους υπηκόους των.
Ν' ασφαλισθώσιν οι συμβιβασθησόμενοι όροι υπό την εγγύησιν των Δυνάμεων όπως μετά ταύτα εγκριθή.
Και ταύτα μεν διέταττε φανερά η συνθήκη. Κατά πρότασιν δε της γαλλικής κυβερνήσεως, της υπέρ πάσαν άλλην προθεμένης να φέρη εις αίσιον και ταχύ πέρας την συνθήκην, υπεγράφησαν ταυτοχρόνως και οι εξής μυστικοί όροι.
Αν η Πύλη δεν εδέχετο εντός ενός μηνός την μεσιτείαν των Δυνάμεων, να συνδέσωσιν αύται εμπορικάς και προξενικάς σχέσεις μετά των Ελλήνων. Αν δε η Πύλη δεν εδέχετο την ανακωχήν ή οι Έλληνες απεποιούντο την εφαρμογήν αυτής, να κηρύξωσιν αι Δυνάμεις, ότι και εν τοιαύτη περιπτώσει εσκόπευαν να την πραγματοποιήσωσι διά των καταλληλοτέρων τρόπων, αμέτοχοι πάντοτε των εχθροπραξιών των αλληλομαχούντων. Αν δε παρά πάσαν προσδοκίαν η Πύλη εθεώρει τα ανωτέρω ανεπαρκή εις παραδοχήν των προτάσεών των, ή οι Έλληνες απέρριπταν τους όρους της συνθήκης, αι Δυνάμεις να μη παύσωσιν ουδέ τότε εργαζόμεναι εις ευόδωσιν της προκειμένης ειρηνεύσεως εφ' ών έθεσαν όρων.
Μοναδικόν φαινόμενον της αείποτε ιδιοτελούς πολιτικής θα θεωρήσει την συνθήκην ταύτην όστις αναλογισθή υπό ποίων, κατά ποίας περιστάσεις, διά ποία τέλη, και υπέρ ποίων αρχών εγράφη. Όσα αι Δυνάμεις διεσάλπισαν και εν Λαϋβάχη και εν Βιέννη κατά των εις βλάβην της εξουσίας εις ην υπάγονται εξανισταμένων λαών, όλα διά της συνθήκης ταύτης εματαιώθησαν. Η συνθήκη επρόσφερε θύμα εις εξιλέωσιν των λαών τας αρχάς της ιεράς συμμαχίας, εμυκτήρισε την υπό το ιερόν όνομα αυτής ανίερον πολιτικήν των αυλών βάσιν αληθή έχουσαν την φιλαρχίαν αυτών και την καταπίεσιν των λαών, και καθιέρωσε νέον δημόσιον δίκαιον νομιμοποιούσα ανέγερσιν τυραννουμένων κατά τυραννούντων. Ως αίτια δε της συνθήκης ταύτης ανεφέροντο ο παρατεινόμενος αιματηρός και καταστρεπτικός πόλεμος, η κορυφωθείσα αταξία και αναρχία, και η εντεύθεν πηγάσασα εις βλάβην όλου του ευρωπαϊκού εμπορίου πειρατεία· αλλ' απεσιωπήθησαν τα δύο ισχυρότερα αίτια, η ένθερμος συμπάθεια όλων ανεξαιρέτως των χριστιανικών λαών υπέρ των Ελλήνων, και ο φόβος της ενόπλου παρεμβάσεως της Ρωσσίας. Εγένετο δε η μεσολάβησις των αυλών, κατά το λέγειν της συνθήκης, επί τη αιτήσει των Ελλήνων προς την Γαλλίαν και την Αγγλίαν.
Είδαμεν ότι μόνης της Αγγλίας εζήτησαν οι Έλληνες την μεσιτείαν εθνικώς και επισήμως· αλλ' ο Ρόσχης διά του επί της εν Ελλάδι διατριβής του αναφανέντος γαλλικού κόμματος (β) υπενήργησεν αναφοράς πολιτών αιτουμένων την μεσιτείαν της Γαλλίας, σταλείσας προς αυτήν μυστικώ τω τρόπω, ας ανακαλύψασα η ελληνική κυβέρνησις και αυτάς κατέκρινεν ως απαδούσας προς όσα το έθνος εν Επιδαύρω εψήφισε και τους πρωταιτίους αυτών ετιμώρησεν.
Αύγουστος Έπλεαν ήδη κατά το Αιγαίον δύο μοίραι· η μεν αγγλική υπό τον Κοδριγκτώνα, η δε γαλλική υπό τον Δεριγνήν, και ανεμένετο και ρωσσική. Την 5 αυγούστου αφίχθησαν εις Ναύπλιον ο Κοδριγκτών και ο Δεριγνής και ανήγγειλαν ανεπισήμως τα της συνθήκης συμβουλεύοντες την κυβέρνησιν να καλέση τους λαούς εις ομόνοιαν και ευταξίαν, να τους προετοιμάση εις παραδοχήν ανακωχής, και να μεταβή και αύτη εις Αίγιναν εξ αιτίας των εν Ναυπλίω εμφυλίων τότε ταραχών, ίνα σκέπτεται και ενεργή εν ησυχία και ανεπηρεάστως. Συνήνεσεν η κυβέρνησις, εξέδωκε την 9 προκήρυξιν κατά την έννοιαν των συμβουλών των ναυάρχων (γ), και, απάρασα την 15 από του θαλασσοπύργου, όπου έδρευε· εξ αιτίας των εν τη πόλει ταραχών, κατήρε την 17 εις Αίγιναν. Μετέβη δ' εκεί συγχρόνως και η Βουλή, ης ο πρόεδρος, πέντε μέλη και ο επί των εξωτερικών γραμματεύς απετέλουν κατά το ις' ψήφισμα της εν Τροιζήνι συνελεύσεως το συμβούλιον, εις ό ανετέθησαν τα του συμβιβασμού (δ). Την δε 20 ο Χαμιλτών, ο Γάλλος πλοίαρχος Χουγών και ο σύμβουλος της εν Κωνσταντινουπόλει ρωσσικής πρεσβείας Τιμώνης απήτησαν επισήμως παρά των Ελλήνων ανακωχήν. Ό,τι απήτησαν αι Δυνάμεις παρά των Ελλήνων ήτον ό,τι εζήτησαν οι Έλληνες παρά των Δυνάμεων επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως· δι' ο προθύμως συνήνεσαν. Αλλ' ήσαν και πολλοί αυτών και όλοι σχεδόν οι φιλέλληνες, οίτινες αντέλεγαν και αντέπρατταν πρόφασιν έχοντες αυτήν την συνθήκην ως μη διαγράφουσαν τα όρια της νέας επικρατείας και ως υποκινούσαν αμφιβολίας ως προς την μέλλουσαν τύχην της τόσα παθούσης στερεάς Ελλάδος.
Την δε 4 αυγούστου έφεραν οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των τριών Δυνάμεων εις γνώσιν της Πύλης την συνθήκην δι' ενός και του αυτού εγγράφου διαλαμβάνοντος ότι έξ έτη ματαίως ηγωνίσθησαν αι Δυνάμεις να την πείσωσιν εις ειρήνευσιν της Ελλάδος· ότι, εξ αιτίας τόσων δυστυχημάτων όσα έπαθεν εντεύθεν η ανθρωπότης, και τόσων ζημιών όσας υπέστη το εμπόριον όλων των εθνών, το ζήτημα κατέστη ευρωπαϊκόν· ότι αι Δυνάμεις ηναγκάσθησαν να παρέμβωσιν εις παύσιν του μεγάλου τούτου κακού, και ότι, αν η Πύλη απέρριπτε την μεσιτείαν των και δεν διέταττεν εντός 15 ημερών διακοπήν των εχθροπραξιών, απόφασιν είχαν να ενεργήσωσιν ό,τι απήτει το αληθές συμφέρον αυτής της Πύλης, η ασφάλεια του εμπορίου και η ησυχία της Ευρώπης.
Παρελθούσης δε της δεκαπενθημέρου προθεσμίας, υπήγαν οι διερμηνείς των τριών πρεσβειών ζητούντες απάντησιν. «Αν ήξευρα», τοις απεκρίθη ο Ρεήζ-εφέντης, «ότι το έγγραφον απέβλεπε τα της Ελλάδος, δεν θα το εδεχόμην· αλλά μαθών τι περιείχε, δεν το ανέγνωσα· είπατε προς τους αποστείλαντάς σας ότι η θετική, η οριστική, η αμετάτρεπτος, η αιώνιος απάντησις της υψηλής Πύλης είναι, ότι ουδεμίαν δέχεται πρότασιν περί Ελλήνων, ότι επιμένει εις ην εξέφρασεν άλλοτε γνώμην και θα επιμένει μέχρι συντελείας του αιώνος». Οι πρέσβεις, μαθόντες ταύτα, ανήγγειλαν την επαύριον τω Ρεήζ-εφέντη ότι, επειδή απερρίφθη η πρότασίς των, αι Δυνάμεις εσκόπευαν να ενεργήσωσιν αυταί τα της συνθήκης. Η Πύλη εζήτησέ τινας διασαφήσεις, επανέλαβε τα αυτά, εκήρυξεν ότι δεν δέχεται εις το εξής έγγραφον περί ταύτης της υποθέσεως, και ότι εθεώρει το δοθέν ως μη δοθέν· διέταξε δε να οχυρωθώσιν αμέσως τα του Βοσπόρου και Ελλησπόντου φρούρια, έφερε στρατεύματα εν τη βασιλευούση και παρεσκευάζετο εις πόλεμον. Επεσκέφθησαν οι διερμηνείς των πρεσβειών τον Ρεήζ-εφέντην και την 2 σεπτεμβρίου και συνδιελέχθησαν, αλλά και τότε απέτυχαν. Προκαλούμενος εν τη συνδιαλέξει ταύτη ο Ρεήζ-εφέντης παρά του διερμηνέως της Αγγλίας ν' ανακαλύψη τι διενοείτο να πράξη η Πύλη επί τη περιστάσει ταύτη, είπεν· «Ο Θεός και το δίκαιόν μου είναι το ρητόν της αυλής σου· ουδέν άλλο ρητόν εγκριτώτερον και παρ' ημίν, εν ώ προτίθεσθε να μας προσβάλετε». Οι πρέσβεις εγνωστοποίησαν την κατάστασιν των πραγμάτων τοις προξένοις και δι' αυτών τοις υπηκόοις των τριών αυλών, οίτινες, θεωρούντες άφευκτον τον πόλεμον, ητοιμάζοντο ν' αναχωρήσωσι. Διετάχθησαν δε συγχρόνως παρά των πρέσβεων και οι ναύαρχοι να ενεργήσωσιν ό,τι ώριζεν η συνθήκη, απεχόμενοι μεν πάσης εχθροπραξίας, αλλ' εμποδίζοντες τον επισιτισμόν του τουρκοαιγυπτίου στρατού και διά της βίας, αν η χρεία το εκάλει. Διετάχθησαν παρά της γαλλικής κυβερνήσεως και οι παρά τω Μεχμέτ-Αλή Γάλλοι να παραιτηθώσι της υπηρεσίας του.
Εκείναις ταις ημέραις, είτε εκ συγκυρίας είτε εκ προμελέτης, έφερεν επισήμως προς την Πύλην ο τότε πατριάρχης Αγαθάγγελος αναφοράς των κατοίκων των υπό τα οθωμανικά όπλα επαρχιών της στερεάς Ελλάδος και της Ευβοίας, δι' ών εκθειάζοντες την φιλανθρωπίαν του Κιουταχή οι υπό το κοπτερόν ξίφος αυτού Έλληνες και μετανοούντες δι' όσα έπραξαν κατέφευγαν εις το έλεος της Πύλης αιτούμενοι διά της μεσιτείας του πατριάρχου την απόδοσιν των κτημάτων αυτών και την άφεσιν των επί της αποστασίας και των επί του παρόντος έτους οφειλομένων φόρων. Η Πύλη, θέλουσα να κατασιγάση τας φωνάς της μεσιτευούσης συμμαχίας και να εφελκύση και άλλους αποστάτας, έδραξε την ευκαιρίαν ταύτην, ήνοιξε δι' εγγράφου της προς τον πατριάρχην την θύραν του ελέους, τον διέταξε να καλέση όλους τους αποπλανηθέντας εις μετάνοιαν, υποσχομένη άφεσιν αμαρτιών και παραδεχομένη τας λοιπάς αιτήσεις των· απέλυσε δε και όλους τους επί πολιτικώ λόγω κρατουμένους Έλληνας.
Αφ' ού αι Δυνάμεις απεφάσισαν να παύσωσι τον πόλεμον άκοντος του σουλτάνου, ώφειλαν ν' αποκλείσωσι τον λιμένα της Αλεξανδρείας, όπου ευρίσκοντο ταις ημέραις εκείναις πολεμικά πλοία της Κωνσταντινουπόλεως, της Αιγύπτου, και του Τουνεζίου έτοιμα εις έκπλουν. Αν εγίνετο τούτο, και απεκλείοντο διά τινας μόνον ημέρας και τα μεσημβρινοδυτικά παράλια της Πελοποννήσου, δι' ών ετροφοδοτούντο τα εχθρικά στρατεύματα, και τα ολέθρια σχέδια του Ιβραήμη θα εματαιούντο, και αυτός θα ηναγκάζετο να επιθυμήση την εις Αίγυπτον επάνοδον· αλλ' η συμμαχία ηρκέσθη να στείλη τον συνταγματάρχην Κραδόκον προς τον Μεχμέτ-Αλήν εις αναβολήν του έκπλου των στόλων συμβουλευτικώ τω τρόπω· ο δε φέρων την εντολήν ταύτην δεν έφθασεν εν καιρώ εις Αίγυπτον αλλά και εν καιρώ αν έφθανε, δεν θα εισηκούετο βεβαίως· Εχρειάζετο βία και όχι πειθώ· διότι, και αν επείθετο ο Μεχμέτ-Αλής, θα εχρειάζετο και τότε βία κατ' επιφάνειαν εις δικαιολογίαν του παρά τω σουλτάνω.
Εν τούτοις, λήγοντος του Ιουλίου, εξέπλευσαν του λιμένος της Αλεξανδρείας 92 πλοία, εξ ών 51 πολεμικά, και τα λοιπά φορτηγά· και ο μεν βυζαντινός στόλος υπό τον καπητανάμπεην συνίστατο εις δύο δίκροτα, πέντε φρεγάτας, και εννέα κορβέττας· ο δε αιγύπτιος υπό τον Μουχαρέμπεην εις τέσσαρας φρεγάτας, ένδεκα κορβέττας, τέσσαρα βρίκια, έξ γολέττας και έξ πυρπολικά· συνέπλεαν δε και τρεις τουνεζικαί φρεγάται μικραί μεθ' ενός βρικίου, και ως οδηγός του Μουχαρέμπεη ο Γάλλος υποναύαρχος Τελλιέρος, υφ' όν και υπό τινας άλλους Γάλλους αξιωματικούς εξησκήθησαν τρισχίλιοι Άραβες περί τα ναυτικά (ε)· τα δε φορτηγά, τα μεν 36 ήσαν υπό σημαίαν τουρκικήν, τα δε 5 υπό αυστριακήν, φέροντα όλα 1000 τακτικούς, 100 ιππείς ανίππους, τρόφιμα, πολεμεφόδια και έν εκατομμύριον διστήλων. Εσκόπει δε ο Ιβραήμης να προσβάλη μετά την άφιξιν της δυνάμεως ταύτης την Ύδραν. Τα πλοία ταύτα κατευωδώθησαν την 20 αυγούστου εις Νεόκαστρον, ουδέν συμμαχικόν ή ελληνικόν πλοίον απαντήσαντα καθ' όλον τον πλουν.
Ο δε δραστήριος Ιβραήμης ήρχισεν αμέσως να επιβιβάζη εις άλλα πλοία άλλα στρατεύματα προς ταχείαν εκπλήρωσιν του μεγάλου σκοπού του. Καθ' ήν δε ημέραν κατέπλευσεν η εχθρική αύτη δύναμις εις Νεόκαστρον, ο μεν Κοδριγκτών ευρίσκετο εν Ναυπλίω, ο δε Δεριγνής εν Μήλω· αμφότεροι δε μαθόντες τον κατάπλουν, ανεχώρησαν· και ο μεν Κοδριγκτών,
Σεπτέμβριος αφιχθείς πρώτος έμπροσθεν του Νεοκάστρου, έστειλε την 7 επιστολήν προς τον καπητανάμπεην κοινοποιούσαν τα της συνθήκης και λέγουσαν, ότι κατ' αυτήν απηγορεύετο πάσα κίνησις πλοίων και στρατευμάτων και πάσα μεταφορά πολεμεφοδίων εις βλάβην οποιουδήποτε μέρους της στερεάς Ελλάδος και των νήσων, και ότι, αν μία κανονία ερρίπτετο επί την βρεττανικήν σημαίαν, θα κατεστρέφετο όλος ο στόλος του. Την 10 αφίχθη και ο Δεριγνής, και έγραψαν αμφότεροι αυθημερόν τω Ιβραήμη τα αυτά. Την δ' επαύριον επεσκέφθη ο Δεριγνής τον Ιβραήμην συναινέσει και του Κοδριγκτώνος και τον ηύρεν εις άκραν αμηχανίαν περί του πρακτέου, διότι ούτε τας δυνάμεις του ήθελε να ριψοκινδυνεύση, ούτε τας διαταγάς του σουλτάνου να παρακούση· ηγνόει δε και την γνώμην του πατρός του. Την δε 1 εξήλθαν εις επίσκεψίν του οι δύο ναύαρχοι, και παρόντων των αρχηγών των στόλων επανέλαβαν όσα έγραψαν. Ο Ιβραήμης απεκρίθη εις επήκοον όλων, ότι δεν ήτον αυτεξούσιος, αλλ' υπηρέτης της υψηλής Πύλης, και ότι, διαταχθείς να καταστρέψη την ελληνικήν επανάστασιν διά της καταστροφής της Ύδρας, χρέος του ενόμισε να εκτελέση την θέλησιν του κυρίου του· επειδή όμως ενδεχόμενον να μη προείδεν ο κύριός του την νέαν φάσιν των πραγμάτων, εθεώρει αναγκαίον να ζητήση νέας διαταγάς, έτοιμος πάντοτε να υπακούση, oποίαι και αν ήσαν· αλλ' υπέσχετο ε π ί-λ ό γ ω-τ ι μ ή ς μηδένα έκπλουν να επιτρέψη εν τω μεταξύ τούτω. Οι ναύαρχοι της συμμαχίας ευχαριστήθησαν και ανεχώρησαν, ο μεν Κοδριγκτών εις Ζάκυνθον, ο δε Δεριγνής εις Ελαφοννήσια, αφήσαντες ανά μίαν φρεγάταν έφορμον.
Την δε 19, περί το δειλινόν, ειδοποιήθη ο Κοδριγκτών, ότι 30 πλοία, των εν Νεοκάστρω, πολεμικά και φορτηγά, έπλεαν υπό επιτήδειον άνεμον προς τας Πάτρας εις τιμωρίαν, ως εγνώσθη μετά ταύτα, των περί τον Χάστιγγα και εις επισιτισμόν του στρατού. Ανήχθη επί τη αγγελία ταύτη η αγγλική ναυαρχίς, και πρωίας γενομένης ευρέθη μεταξύ του στόματος του κόλπου και της τουρκικής ταύτης μοίρας παρακολουθουμένη υπό των φρεγατών Δαρτμούθης και Ταλβότης καί τινος βρικίου. Ο Κοδριγκτών έσπευσε να ειδοποιήση τον αρχηγόν της τουρκικής μοίρας, ότι παράβασιν του λόγου της τιμής του γενικού αρχηγού εθεώρει τον έκπλουν της μοίρας ταύτης και δεν επέτρεπε να προχωρήση. Επί τη κοινοποιήσει ταύτη επόδισεν η μοίρα προς το Νεόκαστρον, και την επαύριον απήντησεν άλλην παρακολουθούσαν εκ του Νεοκάστρου, εν ή και ο Ιβραήμης. Επόδισε και αύτη προς το Νεόκαστρον μαθούσα τα του Κοδριγκτώνος. Επανέπλευσαν τότε εις Ζάκυνθον τα αγγλικά πλοία. Σκότους δε γενομένου, εστράφησαν αι δύο αιγύπτιαι μοίραι προς τας Πάτρας· αλλ', επικρατούσης καθ' όλην την νύκτα σφοδράς αντιπνοίας, ολίγον επροχώρησαν. Οι δε περί τον Κοδριγκτώνα, ιδόντες την επαύριον τα πλοία ταύτα, ανήχθησαν, και, θαλασσομαχούντες εξ αιτίας της δεινής κακοκαιρίας, τα επρόφθασαν το εσπέρας έμπροσθεν του Πάπα, τα εκανονοβόλησαν και τα ηνάγκασαν να επαναπλεύσωσιν εις Νεόκαστρον. Εν τούτοις έφθασε και η ρωσσική μοίρα υπό τον υποναύαρχον Χεϋδένον.
Οκτώβριος Αφ' ού παρέβη ο Ιβραήμης τον λόγον του, οι ναύαρχοι εσκέφθησαν, ότι δεν ησφαλίζοντο ειμή παραφυλάττοντές τον. Επί τω σκοπώ τούτω συνήνωσαν τα πλοία των την 6 οκτωβρίου έμπροσθεν του Νεοκάστρου· αλλ' επειδή εθεώρησαν και βαρύ και επικίνδυνον να θαλασσομαχώσι παρά την δυσπαράπλευστον εκείνην ακτήν, απεφάσισαν να εισπλεύσωσιν εν ειρηνικώ πνεύματι. Ηρεθισμένοι δε διά την παράβασιν του λόγου του Ιβραήμη, ηρεθίσθησαν έτι μάλλον κατ' αυτού ως δις συμβουλεύσαντές τον προ ολίγου να μη καταστρέφη ως αγενής εχθρός την Μεσσηνίαν διά πυρός και σιδήρου και μη εισακουσθέντες. Ουδέν ήττον ηρεθισμένοι κατά των ναυάρχων ήσαν και οι Τούρκοι, βλέποντες τα μεγάλα σχέδιά των διασκεδαζόμενα καθ' ήν ώραν εφαίνετο βεβαία η ευόδοσίς των, τους τόσον αιματηρούς και πολυδαπάνους αγώνας των ματαιουμένους, και εαυτούς ενώπιον των αποστατών εξευτελιζομένους. Υποπτεύοντες δε μάχην προητοιμάσθησαν θέσαντες τα πλοία των εις σχήμα πετάλου επί δύο γραμμών αρχομένων από της μιας άκρας της εισόδου του λιμένος, παρατεινομένων εις το εν μέσω αυτού κείμενον νησίδιον του Χελωνακίου και εις την άλλην άκραν περατουμένων· το σχήμα δε τούτο έθετε τα εισπλέοντα πλοία υπό την πυροβολήν όλου του στόλου. Συνίστατο δε η εν τω λιμένι του Νεοκάστρου δύναμίς των την ημέραν εκείνην εις τρία δίκροτα, δεκαεννέα φρεγάτας, ων αι τέσσαρες αιγύπτιαι ήσαν δίφρακτοι (vaisseau rasés), εικοσιέξ κορβέττας, δώδεκα βρίκια και έξ πυρπολικά, φέροντα όλα κανόνια 1994 (ς)· εφρουρείτο δε το στόμα του λιμένος και υπό του πυρός του φρουρίου και μιας εκατέρωθεν του στόματος κανονοστοιχίας. Και η μεν ένδον γραμμή εσχηματίζετο εκ δικρότων και φρεγατών, έχουσα επί των εσχατιών της εκατέρωθεν τα πυρπολικά, η δ' εκτός υπό κορβεττών και βρικίων κατά τα κενά της ένδον· εσάλευαν δ' επ' αγκύρας όπισθεν της έξω γραμμής καί τινα των μικροτέρων πλοίων διαγράφοντα τρίτην ατελή γραμμήν προς τα άνω και κατά την αριστεράν πλευράν του πετάλου· εναυλόχουν δε τα τουνεζικά εκείθεν του Χελωνακίου· τα δε φορτηγά έκειντο όλα παρά τον νοτιοανατολικόν αιγιαλόν. Και οι μεν περί τον καπητανάμπεην και Μουχαρέμπεην κατείχαν τα δεξιά, οι δε περί τον Ταχήρπασαν και πατρονάμπεην τα αριστερά. Εν τούτοις εισέπλευσαν τον λιμένα δύο συμμαχικά πλοία μη φέροντα σημαίαν, και περιπλεύσαντα εις κατασκόπευσιν, ως εικάζεται, εξέπλευσαν ακοινώνητα και ανεπηρέαστα.
Ο δε Κοδριγκτών, όστις, έχων βαθμόν αντιναυάρχου, ήρχεν όλου του συμμαχικού στόλου, εχόντων των δύο συναδέλφων του τον του υποναυάρχου, διέταξε τον είσπλουν, μεσούσης της ημέρας της 8, παραγγείλας ουδείς των υπό την οδηγίαν του να κανονοβολήση, αν δεν εκανονοβόλουν οι Τούρκοι πρώτοι. Συνεκροτούντο δε αι συμμαχικαί μοίραι, η μεν αγγλική εκ τριών δικρότων, της ναυαρχίδος Ασίας, της Γενούης και της Αλβιώνος, εκ τεσσάρων φρεγγατών, της Γλασκόβης, της Καμβρίας, της Δαρτμούθης και της Ταλβότης, και εκ πέντε βρικίων και γολεττών, του Ρόδου, του Κώνωπος, του Γοργού, της Φιλομήλας και της Ελάφου· η δε γαλλική εκ τριών δικρότων, της Βρεσλαβίας, του Σκιπίωνος και της Τριαίνης, εκ δύο φρεγατών, της ναυαρχίδος Σειρήνος και της Αρμίδας, και εκ δύο γολεττών, της Δάφνης και της Αλκυώνος· η δε ρωσσική εκ τεσσάρων δικρότων, της ναυαρχίδος Αζόφης, του Αλεξάνδρου Νεύσκη, της Γαγγούτης και του Ιεζεκιήλ, και εκ τεσσάρων φρεγατών, του Κάστορος, του Κωνσταντίνου, της Ελένης και της Προβονόης. Ιδού τα ονόματα των πλοίων τούτων των μεν Αγγλιστί των δε Γαλλιστί· Asia, Genoa, Albion, Glasgow, Cambria, Dartmouth, Talbot, The Rose, Muskitto, Alegro, Philomelus, Zebra. — Breslaw, Scipion, Trident, Sir;ene, Armide, Daphn;e, Alcyon. — Asof, Alexandre Newsky, Slanat, Jeseckiel, Castore, Constantin, Hellène, Provonnog· έφεραν δε αι τρεις αύται μοίραι κανόνια 1276 (ζ)· αλλ' η δύναμις αύτη, αν και υποδεεστέρα της τουρκικής κατά τον αριθμόν των κανονίων, ήτο λίαν επικρατεστέρα ως εμπεριλαμβάνουσα δέκα δίκροτα, και, αν προσέβαλλε την τουρκικήν μετέωρον, θα την κατέστρεφε και ευκόλως και ταχέως. Έπλεαν δε αι σύμμαχοι μοίραι εις δύο γραμμάς, υπήνεμον μεν η αγγλική και γαλλική, υπερήνεμον δε η ρωσσική. Και κατ' αρχάς μεν προέπλεεν αύτη· αλλ', αφ' ού έφθασε προς το στόμιον του λιμένος, φοβηθείς ο Κοδριγκτών μη τα φρούρια και αι κανονοστοιχίαι πυροβολήσωσι τα πλοία διαπλέοντα προς τα ακροστόμια, την διέταξε ν' ανακωχεύση, και, τούτου γενομένου, κατέλαβε την πρώτην τάξιν η αγγλική, την δευτέραν η γαλλική και την τελευταίαν η ρωσσική επί σκοπώ να διαπλεύσωσιν επί μιας γραμμής το στόμα του λιμένος κατάμεσον.
Μόλις εφάνη εισπλέουσα η αγγλική ναυαρχίς και κανονοκρότησις από του φρουρίου έβαλεν εις κίνησιν ως εκ συνθήματος όλον τον τουρκοαιγύπτιον στόλον. Ο δε καπητανάμπεης, βλέπων αυτήν προβαίνουσαν είπεν, «ο κύβος ερρίφθη, οι Άγγλοι δεν παίζονται», παρήγγειλε δ' εν τω άμα τω Κοδριγκτώνι να εκπλεύση. «Δεν ήλθα να λάβω, ήλθα να δώσω διαταγάς», απεκρίθη ο υπερήφανος Άγγλος, προσθέσας, ότι η απιστία του Ιβραήμη ηνάγκασε τους συμμάχους να εισπλεύσωσι, και ότι, αν επυροβολείτο η σημαία των, θα κατεστρέφετο ο τουρκοαιγύπτιος στόλος.
Την β' ώραν μετά μεσημβρίαν εισέπλευσαν υπό λεπτόν εμβάτην, εξαιρουμένων της Καμβρίας και της Γλασκόβης, ανενόχλητα τα αγγλικά πλοία· και αγκυροβόλησαν τα μεν τρία δίκροτα κατά σειράν παράπλευρα της τουρκικής ναυαρχίδος, ενός άλλου δικρότου και μιας φρεγάτας· η δε Δαρτμούθη, τα βρίκια και αι γολέτται παρά τα προς τον είσπλουν πυρπολικά, τα μεν κατά την Σφακτηρίαν, όπου και η Ταλβότη, τα δε αντικρύ, εν οίς και η Δαρτμούθη. Συνεισέπλευσαν καί τινα της γαλλικής μοίρας μετά της ναυαρχίδος. Και η μεν Σειρήν ηγκυροβόλησεν εντεύθεν των αγγλικών δικρότων παρά τα κατά την αυτήν πλευράν αιγύπτια πλοία, όπου διετάχθησαν να παραπλαγιάσωσι και δύο των εισέτι έξω του λιμένος τριών γαλλικών δικρότων· η δε Αρμίδα ηγκυροβόλησε παρά την Ταλβότην, η δε Δάφνη και η Αλκυών παρά την Ασίαν· τα δε λοιπά και όλη η ρωσσική μοίρα ενηνέμουν έξωθεν του λιμένος.
Εν τούτοις, απέστειλεν ο πλοίαρχος της Δαρτμούθης την λέμβον του προς τους εν τω παρ' αυτή πυρπολικώ παραγγέλλων ν' απομακρυνθή· αλλ' οι εν αυτώ, υποπτεύσαντες ότι ήρχοντο οι Άγγλοι να το κυριεύσωσι, τους ετουφέκισαν ερχομένους απροφυλάκτως και εσκότωσαν τον αξιωματικόν καί τινας των ναυτών· αντετουφέκισαν οι εν τη Δαρτμούθη και οι εν τη παρελλιμενιζούση Σειρήνι· έπεσε παρά τινος των αιγυπτίων πλοίων μία κανονία εις την Σειρήνα· αντεκανονοβολησεν η Σειρήν· συνεκανονοβόλησεν η Ασία την βυζαντινήν ναυαρχίδα κανονοβολήσασαν αυτήν πρώτην, και ούτως εξήφθη η μάχη. Επί δε τη θέα ταύτη, ανήγγειλεν ο Μουχαρέμπεης, ούτινος το πλοίον έκειτο και αυτό παράπλευρον της Ασίας αριστερόθεν ότι σκοπόν δεν είχε να την κανονοβολήση· απέστειλε και ο Κοδριγκτών τον πρωρέα του, Πέτρον Μικέλλην, ίνα αναγγείλη ότι, μη κανονοβολούμενος, ουδ' αυτός θα εκανονοβόλει· αλλ' οι περί τον Μουχαρέμπεην, είτε κατά διαταγήν είτε εν αγνοία αυτού, και τον στελλόμενον εσκότωσαν, προσερχομένης της λέμβου, και πρώτοι εκανονοβόλησαν την Ασίαν. Ήρχισε τότε η μέχρι τούδε κανονοβολούσα την βυζαντινήν ναυαρχίδα δεξιόθεν Ασία να κανονοβολή και την αιγυπτίαν αριστερόθεν και κατεναυμάχησεν αμφοτέρας· οι δ' εκθρώσκοντες ουρανομήκεις καπνοί τόσον την περιεκάλυψαν υπό παχείαν νεφέλην, ώστε οι παρεστώτες την εξέλαβαν ως συναπολεσθείσαν αλλά, διασκεδασθέντος του καπνού, την εχαιρέτησαν αναφανείσαν αλαλάζοντες. Πολλά δε παθούσα επί της συμπλοκής ταύτης, πλείστα έπαθεν αρθέντων των πλοίων τούτων εκ του μέσου από της πυκνής πυροβολής της δευτέρας και τρίτης γραμμής.
Διεκρίθη και η Γενούη προς έν δίκροτον και μίαν μαχομένη φρεγάταν· και το μεν δίκροτον κατεπολέμησε, την δε φρεγάταν αύτανδρον εβύθισεν· αλλ' η καταναυμαχηθείσα τουρκική ναυαρχίς εξοκείλασα όπισθεν της Γενούης και εκκενώσασα την κανονοστοινίαν της, καιρίως την έβλαψε και πολλούς των εν αυτή εφόνευσεν, εν οίς και τον πλοίαρχον Βαθούρστην ιστάμενον επί της στέγης του πλοίου άφοβον καθ' όλην την πάλην.
Προσέβαλε και η Αλβιών μίαν εχθρικήν φρεγάταν, και πλήρεις τόλμης οι ναύται της επιπεσόντες ξιφήρεις την επάτησαν αλλ' οι εν αυτή προφθάσαντες την επυρπόλησαν και ερρίφθησαν προς σωτηρίαν εις την θάλασσαν· παρ' ολίγον δε συνεπυρπόλησαν και την Αλβιώνα. Αποφυγούσα δε τον κίνδυνον τούτον η Αλβιών, έπεσεν εν μέσω τριπλού πυρός προσβαλλομένη ταυτοχρόνως υπό μιας φρεγάτας και των δύο παθόντων δικρότων εξοκειλάντων προς την πρύμνην της και απώλεσέ τινας, εν οίς και τον υποπλοίαρχον. Καλή τύχη, εισέπλευσε την ώραν εκείνην η Βρεσλαβία, και δραμούσα την απήλλαξε των δεινών τα δύο δ' εχθρικά δίκροτα, εξοκείλαντα επί της όχθης, εκάησαν.
Τα δε πλοία τα παραφυλάττοντα τα πυρπολικά ριψοκινδύνως επάλαισαν ποτέ απωθούντα αυτά και ποτέ καταστρέφοντα. Έν δε των πυρπολικών μετέδωκε τας φλόγας του εις την Δαρτμούθην, αλλά και αι φλόγες εσβέσθησαν και το φλέξαν αυτήν πλοίον κανονοβολούμενον εβυθίσθη· κατέστρεψε δε η Δαρτμούθη καί τινα παρά την πόλιν μικρά πλοία, και κατεσίγασε και το επί του αιγιαλού παρακείμενον κανονοστάσιον. Μεγάλως ηρίστευσαν και αι συμπολεμούσαι Ταλβότη και Αρμίδα, προκαλέσασαι δι' ών κατώρθωσαν τας ευφημίας των ορώντων. Ουδέν ήττον ηρίστευσαν και τα μικρά πλοία.