IΣΤΟΡIΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ (continued 4)
Reading edition
Η δε Σειρήν μέγαν αγώνα υπέστη, αρξαμένης της μάχης, μόνη παλαίουσα προς τρεις διφράκτους φρεγάτας· αλλ' εισπλεύσασα μετ' ολίγον η Τρίαινα ήλθεν εις αντίληψίν της, και διήρεσε τας κατ' αυτής δυνάμεις. Επί δε της συμπλοκής ταύτης κατεφλέχθη μία των διφράκτων φρεγατών, και παρακειμένη η Σειρήν εκινδύνευε μέγαν κίνδυνον· αλλ' ελκομένη διά σχοινίων υπό της Δαρτμούθης, και υπό διαφόρων λέμβων ρυμουλκουμένη, διεσώθη απομακρυνθείσα. Εισέπλευσεν εν τούτοις ο Σκιπίων. Τρις εξερράγη το πυρ εντός αυτού, εφορμήσαντος ενός πυρπολικού, και ως εκ θαύματος διεσώθη καταστρέψας επί τέλους το πυρπολικόν.
Μόλις την γ' ώραν εισέπλευσεν εξ αιτίας της νηνεμίας η ρωσσική μοίρα, και ισχυρώς από του φρουρίου και υπό των επί της Σφακτηρίας κανονίων προσβληθείσα και παθούσα, αντιπαρετάχθη προς όλην την δεξιάν πλευράν των εχθρών. Πρωταγωνιζομένου δε του γηραιού Χεϋδένου ανηβήσαντος εν τη μάχη έθραυσε τους παρατεταγμένους εχθρούς συνεργεία προς μεν τα άνω της Βρεσλαβίας, προς δε το στόμιον της Αρμίδας και Ταλβότης και των βραδύτερον εισπλευσασών Καμβρίας και Γλασκόβης· αποβιβάσασα δε ναυμάχους ηνάγκασε τους κατέχοντας την επί της Σφακτηρίας κανονοστοιχίαν να την εγκαταλείψωσιν· εφαίνετο δε η νήσος αύτη όλη φλεγομένη, εξαπτομένων υπό της διακαούς πυροβολής των επικειμένων θάμνων.
Τετράωρος διήρκεσεν η καταστρεπτική αύτη μάχη. Απαξάπαντες οι υπό τας συμμαχικάς σημαίας διέπρεψαν αμιλλώμενοι τις να φανή ευτολμότερος και επιδεξιώτερος. Ευτόλμως και ριψοκινδύνως ηγωνίσθη και ο τουρκοαιγύπτιος στόλος, αλλ' έπαθε τα πάνδεινα διά την υπερέχουσαν δύναμιν και την πείραν των πολεμίων. Δίκροτα, φρεγάται, κορβέτται, βρίκια, τα μεν κατεσυντρίφθησαν, τα δε εκάησαν, τα δε εβυθίσθησαν ή εις την ξηράν εξεβράσθησαν· τινά δε και επ' αγκύρας εισέτι σαλεύοντα κατήντησαν άχρηστα· ολιγώτατα δε τα μη παθόντα.
Υπερπεντακισχίλιοι ελογίσθησαν οι απολεσθέντες και πάμπολλοι οι πληγωθέντες, εν οίς και ο Μουχαρέμπεης και ο καπητανάμπεης, αποκοπέντος του ποδός του· πολλοί επί των κυμάτων διεσώθησαν υπό των ναυτών των υπό τας συμμαχικάς σημαίας πλοίων, καί τινες αποβάντες εις την άκραν του λιμένος απηυδημένοι έπεσαν εις χείρας των παρενεδρευόντων Ελλήνων. Εφονεύθησαν δε και εκ των υπό τας συμμαχικάς σημαίας 175, και επληγώθησαν 451, εν οίς και ο υιός του Κοδριγκτώνος (η).
Παυσάσης της μάχης, οι ναύαρχοι της συμμαχίας έγραψαν τω Ιβραήμη (θ) και τοις αρχηγοίς του στόλου ότι δεν εισέπλευσαν ως εχθροί, ότι δεν θα τους επολέμουν, αν δεν επυροβόλουν την σημαίαν των εκείνοι πρώτοι, και ότι ουδέ μετά την απρομελέτητον μάχην είχαν σκοπόν να συντρίψωσι τα διασωθέντα πλοία των· αλλ', αν επυροβολούντο εκ νέου, και τα διασωθέντα θα κατέστρεφαν, και τα φρούριά των θα κατηδάφιζαν, και ως κήρυξιν πολέμου του σουλτάνου κατά των συμμάχων την πράξιν ταύτην θα εξελάμβαναν· επί τέλους δε τοις έλεγαν να υψώσωσιν αυθημερόν επί των φρουρίων λευκήν σημαίαν, αν ήθελαν να θεωρώνται εις το εξής ως φίλοι. Έντρομοι οι τουρκοαιγύπτιοι ύψωσαν την λευκήν σημαίαν, αι εχθροπραξίαι δεν επανελήφθησαν, και την 13 απέπλευσαν αι συμμαχικαί μοίραι, διότι πολλά των πλοίων αυτών έπαθαν και εστάλησαν προς επισκευήν τα μεν εις Μάλταν, τα δε εις Τολώνην, τα δε εις Αγγλίαν, αλλ' ουδέν αυτών απωλέσθη.
Ο δε Ιβραήμης, όστις, εν ώ κατεστρέφετο ο τουρκοαιγύπτιος στόλος, περιεφέρετο εις τα πλησιόχωρα μέρη καταστρέφων και αυτός, επανήλθε την επαύριον της μάχης εις Νεόκαστρον, όπου αφήσας προ ολίγου λαμπρούς στόλους ηύρε ναυάγια· ανακαλέσας δε τα στρατεύματά του και συγκεντρώσας αυτά παρά τα φρούρια ησχολήθη σπουδαίως να επισκευάση όσα των παθόντων πλοίων ήσαν επισκευάσιμα, και την 6 δεκεμβρίου απεστάλησαν εις Αλεξάνδρειαν έν δίκροτον, τέσσαρες φρεγάται, δύο κορβέτται, τρία βρίκια και πολλά φορτηγά· έφεραν δε τα πλοία ταύτα και τους διασωθέντας των φθαρέντων ναύτας, τους ασθενείς και πληγωμένους, τας γυναίκας του Ιβραήμη και των αγάδων και τρισχιλίους αιχμαλώτους Έλληνας και Ελληνίδας.
Ανεκλάλητον χαράν εχάρη όλη η Ελλάς επί τη καταστροφή του τουρκοαιγυπτίου στόλου, ανέπεμψε προς Θεόν ευχαριστίας επ' εκκλησίας και υπέλαβε το ακούσιον έργον των ναυάρχων της συμμαχίας ως έργον της αοράτου χειρός του. Εχάρησαν και η Αμερική και η Ευρώπη αι υιοθετήσασαι τον αγώνα. Συνεχάρησαν και αι κυβερνήσεις Γαλλίας και Ρωσσίας· αλλ' η της Αγγλίας ελυπήθη και παρέστησεν ενώπιον των βουλών της την ναυμαχίαν ως απαίσιον συμβάν. Είχεν ήδη αποθάνει ο Γεώργιος Κάννιγγ, και η εξουσία περιήλθεν εις άλλας άλλως πολιτευομένων χείρας· ευάριθμοι δε ήσαν οι εν ταις βουλαίς φιλελληνίζοντες, και εις μάτην οι γενναιόφρονες Ολλανδός εν τη άνω βουλή και Βρούχαμος εν τη κάτω ωνείδιζαν τους βλασφημούντας την κατά των βαρβάρων ναυμαχίαν υπουργούς (ι).
Οκτώβριος Πριν δε μάθη το μέγα συμβάν η Πύλη, τα έμαθαν οι παρ' αυτή πρέσβεις. Πλοίαρχός τις Άγγλος ειδοποίησεν εκ Σμύρνης τον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν, ότι την 8 οκτωβρίου, μετά μεσημβρίαν, εν ώ έπλεε μεταξύ Κυθήρων και Μάνης, εφαίνοντο λάμψεις εναέριοι και ηκούοντο βαρείαι βρονταί κατά τα παράλια της Μεσσηνίας, και ότι, απαντήσας την αυτήν ημέραν πλοίον ελληνικόν αποπλεύσαν την προτεραίαν εκ Νεοκάστρου, έμαθεν, ότι οι σύμμαχοι στόλοι ητοιμάζοντο να εισπλεύσωσι την επαύριον. Την δε 16 εβεβαιώθησαν οι καταταραχθέντες επί τη ανωτέρω αγγελία πρέσβεις εκ γραμμάτων των ναυάρχων, ότι αι αναφανείσαι λάμψεις ήσαν αι αναβαίνουσαι φλόγες των καιομένων πλοίων, και αι ακουόμεναι βρονταί ήσαν οι συντριμμοί των. Ήκουσε και η Πύλη όσα εφημίζοντο, και καλέσασα τους διερμηνείς των πρεσβειών την 21, έμαθεν ότι, παραβάντος του Ιβραήμη τον λόγον της τιμής, έπλευσαν εν ειρηνικώ πνεύματι οι συμμαχικοί στόλοι εις τον λιμένα του Νεοκάστρου, ότι κατεστράφη ο τουρκοαιγύπτιος δώσας πρώτος αιτίαν, ότι ελυπούντο οι πρέσβεις, διότι ηναγκάσθησαν οι στόλοι της συμμαχίας ν' αντιτάξωσι βίαν προς την βίαν, και ηύχοντο η φρόνησις της υψηλής Πύλης ν' αποτρέψη καν εις τα εξής άλλα δυστυχήματα.
Τοιούτον συμβάν, οποίον το εν Νεοκάστρω, αν συνέβαινε καθ' ούς καιρούς επεκράτει ο γενιτσαρισμός, θα έφερεν άνω κάτω την Κωνσταντινούπολιν και θα έβαλλεν εις κίνδυνον και την ζωήν και την τιμήν των Φράγκων· αλλ' επί της παρούσης περιστάσεως εγόγγυσαν μεν οι Μουσουλμάνοι, αλλά δεν ητάκτησαν, και ανέθεσαν παρά πάσαν προσδοκίαν τα πάντα εις την φρόνησιν της κυβερνήσεώς των. Η δε κυβέρνησίς των ησθάνθη και την μεγάλην φθοράν και την μεγάλην περιφρόνησιν, εθεώρησε και παρέστησε το συμβάν προς τους πρέσβεις, ομολογούντας πάντοτε τα προς αυτήν φιλικά αισθήματα των αυλών, ως έργον πολέμιον, εκώλυσε τον πλουν των υπό τας σημαίας αυτών εν τω λιμένι πλοίων, δεν έδωκε τα συνήθη οδοιπορικά φιρμάνια τοις ταχυδρόμοις αυτών, απήτησεν ικανοποίησιν και αποζημίωσιν, και διέκοψε μέχρι τινός τας προς αυτούς αμέσους σχέσεις της· αλλ’, αισθανομένη την αδυναμίαν της, δεν επροχώρησε περαιτέρω. Εν μέσω δε του αναφανέντος κινδύνου μεγάλην σταθερότητα έδειξαν οι πρέσβεις κατ' αρχάς ως προς τον υπέρ της εκτελέσεως της συνθήκης σκοπόν της συμμαχίας εντός πάντοτε των όρων της ειρήνης. «Δεν θέλω ν' ακούσω παραμικρόν λόγον περί Ελλάδος», τοις έλεγεν ο Ρεήζ-εφέντης, «και συμβιβαζόμεθα περί παντός άλλου»· «αχώριστα είναι», απεκρίνοντο οι πρέσβεις, «τα της Ελλάδος και τα των τριών αυλών». Η Πύλη τοις έλεγεν ότι απέλυε τα κρατούμενα πλοία και εξέδιδε τα οδοιπορικά φιρμάνια, αν υπέσχοντο να μη επέμβωσι πλέον αι αυλαί εις τα της Ελλάδος, να την αποζημιώσωσι διά την φθοράν του στόλου της, και να την ικανοποιήσωσι διά την ύβριν της σημαίας της. Οι δε πρέσβεις απεκρίνοντο, ότι η περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος κατά την συνθήκην απόφασις των αυλών ήτον αμετάτρεπτος, ότι ουδεμία αποζημίωσις ωφείλετο διά την φθοράν του στόλου της ως προκληθείσαν παρ' αυτής, και ότι, υβρίσασα η Πύλη πρώτη την σημαίαν των, αδίκως απήτει ικανοποίησιν· την ηρώτων δε αν είχε σκοπόν να παύση ενεργούσα παρά τας συνθήκας, κρατούσα τα πλοία και μη δίδουσα τα συνήθη οδοιπορικά φιρμάνια, και αν συγκατετίθετο εις τας προς αυτήν περί Ελλάδος προτάσεις των. Επί τη κοινοποιήσει ταύτη, η Πύλη μη αλλάξασα σκοπόν ήλλαξεν ύφος, και επ' ελπίδι να φέρη διαίρεσιν μεταξύ των πρέσβεων, ήλθεν εις λόγους ιδιαιτέρους ποτέ μετά του ενός ποτέ μετά του άλλου δώσασα καί τινας ελπίδας συμβιβασμού ηθέλησε δε να παρεμβάλη μεταξύ εαυτής και των τριών πρεσβειών την αυστριακήν πρεσβείαν, ήτις επί τη αιτήσει αυτής έγραψε ταις συναδέλφαις της, ότι η υψηλή Πύλη απεφάσισε ν' απολύση τα υπό την σημαίαν των αυλών αυτών πλοία και απήτει να τη στείλωσι την συνήθη περί αυτών σημείωσιν^ ητιολόγει δε την παρέμβασίν της επί τη μη προσελεύσει των διερμηνέων αυτών εις την Πύλην, ως και πρότερον. Αλλ' οι πρέσβεις απέρριψαν ομοθυμαδόν την φιλικήν παρέμβασιν της Αυστρίας, και απέδειξαν ανίσχυρον την δικαιολογίαν της, ειπόντες, ότι η Πύλη συνείθιζε να καλή παρ' εαυτή τους διερμηνείς των, οσάκις είχε τι να τοις κοινοποιήση· έστειλαν δε προς την Πύλην αυθημερόν τους διερμηνείς ζητούντες κατ' ευθείαν απάντησιν επί των τελευταίων προτάσεων αλλ' η Πύλη επανέλαβε το πρώτον ύφος· και ως προς μεν το κατά το Νεόκαστρον συμβάν απήντησεν, ότι, μη λαβούσα εισέτι καθαράς πληροφορίας, ηναγκάζετο ν' αναβάλη πάσαν συζήτησιν, αλλ' ότι το εθεώρει παράβασιν των συνθηκών και κήρυξιν πολέμου· περί δε των ελληνικών πραγμάτων είπε και ήδη όσα και πάντοτε, δηλαδή ότι απέρριπτε την παρέμβασιν· απεσιώπησε δε το περί απολύσεως των πλοίων. Ωργίσθησαν οι πρέσβεις επί τη απαντήσει ταύτη και απήτησαν να τοις αναγγείλη σαφώς, αν, συγκατατιθεμένη εις την επανόρθωσιν των σχέσεων, απέλυε τα κρατούμενα πλοία, και αν εδέχετο τας περί μεσιτείας και ανακωχής προτάσεις, διότι άλλως θ' ανεχώρουν. Η Πύλη εδείχθη ευδιάθετος μεν ως προς την απόλυσιν των πλοίων, αλλ' εναντία, ως αείποτε, ως προς τα της Ελλάδος· επειδή όμως απεφάνθησαν οι πρέσβεις την φοράν ταύτην ότι ανεχώρουν, αν απερρίπτετο το περί Ελλάδος ζήτημα, ανέβαλε την οριστικήν απάντησιν περί πάντων.
Εν τούτοις, κατέπλευσεν εις Κωνσταντινούπολιν ο εν Νεοκάστρω επί τη καταστροφή του στόλου Ταχήρπασας, και έπαθεν η Πύλη επί τη ελεύσει του ανδρός τούτου ό,τι πάσχει μήτηρ επί τη πρώτη συνεντεύξει οικείου παρευρεθέντος επί τω εν τη αλλοδαπή θανάτω αγαπητού τέκνου. Ο Ταχήρης, ανήρ πλήρης προλήψεων και μίσους προς τους Φράγκους, τόσον εξηγείωσε την Πύλην αναξήνας τας πληγάς της δι' ών ανέφερεν, ώστε οι μέχρι τούδε ακλόνητοι πρέσβεις εκλονίσθησαν εξ αιτίας του τραχέος και αποτόμου ύφους αυτής· και επί μακράς συνεντεύξεως αυτών και του Ρεήζ-εφέντη (κ) ηρώτησαν, αν η Πύλη, απορρίπτουσα την υπέρ των Ελλήνων μεσιτείαν, ευηρεστείτο καν να τοις χαρίση αυθόρμητος προνόμια ανάλογα της συνθήκης, ό εστι Μολδοβλαχικά, αν κατέφευγαν εις το έλεός της. Ο Ρεήζ-εφέντης ανέβαλε την απάντησιν, και μετά την συνέντευξιν ταύτην εκλήθησαν οι μεγιστάνες του κράτους εις γενικόν συμβούλιον, και, γενομένου λόγου περί των τελευταίων προτάσεων της συμμαχίας ως παραιτουμένης από πάσης παρεμβάσεως, ενέκριναν όλοι ομοθυμαδόν ως υπέρτατον όρον των προς τους αποστάτας βασιλικών δωρεών, αλλά και αυτών προς χάριν της συμμαχίας, την λήθην των παρελθόντων, την απόδοσιν των κτημάτων και την άφεσιν των οφειλομένων φόρων· ο δε σουλτάνος, καμφθείς εις τας θερμάς παρακλήσεις του αρχιβεζίρη επικαλεσθέντος γονυκλινώς το προς τους πταίσαντας έλεός του, συγκατένευσε να τοις χαρίση και τον του χαρατσίου φόρον του πρώτου έτους αφ' ού επροσκύνουν. Οι πρέσβεις, ιδόντες ότι και από των όρων της συνθήκης παρεκτραπέντες δεν εισηκούσθησαν, εζήτησαν μετά τρεις ημέρας τα αποδημητήριά των. Η Πύλη δεν αντέτεινεν εις την αναχώρησίν των, αλλά δεν έδωκε τα αποδημητήρια μη θέλουσα να φανή ότι συγκατετίθετο. Εζήτησαν μετά ταύτα αξιωματικούς της Πύλης ως συμπλωτήρας μέχρι των φρουρίων εις εξομαλισμόν ενδεχομένων δυσκολιών, αλλ' ουδέ και κατά τούτο εισηκούσθησαν· ανήγγειλαν, ότι αναχωρούντες έθεταν τους υπηκόους των αυλών των και τα συμφέροντά των υπό την προστασίαν του πρέσβεως της Ολλανδίας, αλλ' ουδέ τούτο εδέχθη η Πύλη, ειπούσα, ότι αύτη είχε σκοπόν ν' αποπέμψη όλους τους κακούς, και να κρατήση υπό την προστασίαν της μόνους τους καλούς· επρόβαλαν ν’ απολύση τα υπό τας σημαίας των αυλών των πλοία, αλλά και την πρότασιν ταύτην ετροποποίησεν η Πύλη υπό τον όρον ν' αποβιβάσωσι τας τροφάς επί πληρωμή μέρους της τιμής επί του παρόντος, και του υπολοίπου βραδύτερον. Οι πρέσβεις ανήγγειλαν την αναχώρησίν των τοις εν Κωνσταντινουπόλει συναδέλφοις των, τοις ναυάρχοις της συμμαχίας και τοις κατά την οθωμανικήν αυτοκρατορίαν προξένοις·
Νοέμβριος την δε 23 νοεμβρίου ειδοποίησαν την Πύλην, ότι την εθεώρουν υπεύθυνον, αν, εξ αιτίας της διαγωγής της, συνέβαινε τι δεινόν είτε προς αυτούς αναχωρούντας, είτε προς τους υπηκόους των αυλών των μένοντας· και οι μεν της Αγγλίας και Γαλλίας απέπλευσαν την 26, ο δε της Ρωσσίας την 4 δεκεμβρίου.
Όχι μόνον ουδεμιάς μομφής αλλά και πολλών επαίνων φαίνεται αξία η Πύλη, ως ανεξάρτητος Αρχή, διά την ακλόνητον επιμονήν της εις απόρριψιν της δι' επιρροής ξένων αυλών ειρηνεύσεως του κράτους της· ο δε επί των εξωτερικών υπουργός, Πετέρ-εφέντης, εδείχθη ανήρ πολλής ικανότητος. Αλλά μωρά και ανεπιτήδειος εφάνη, μη θελήσασα επί τη προτάσει των τριών πρέσβεων να παραχωρήση ο ί κ ο θ ε ν-κ α ι-ά ν ε υ-ξ έ ν η ς-π α ρ ε μ β ά σ ε ω ς τα Βλαχομολδαυικά προνόμια, απατηλά και αυτά ως ανεγγύητα. Άπορον δε πώς οι πρέσβεις, κατά παράβασιν των όρων της συνθήκης και εν αγνοία, των Ελλήνων, επρότειναν τοιούτον αισχρόν συμβιβασμόν. Αλλά καλή τύχη η δυσμενής Πύλη διά της άφρονος και ιδιοβλαβούς αποποιήσεώς της διέσωσε τας συμμάχους αυλάς από του δικαίου τούτου επί τη παλινωδία των πρέσβεων ονειδισμού, και προητοίμασεν άκουσα ευτυχεστέραν λύσιν του ελληνικού ζητήματος.
1827-28
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ο'.
Εκστρατείαι των Ελλήνων εις Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα εις Κρήτην και Χίον.
ΑΦ' ού οι Τούρκοι απέρριψαν τας περί Ελλάδος προτάσεις των πρέσβεων, απελύθησαν και οι Έλληνες του χρέους της ανακωχής. Επειδή δε εθεώρησαν ενδεχόμενον να πραγματοποιηθή ο μέλλων συμβιβασμός υπό τον όρον του να διατηρήση έκαστος ό,τι κατείχεν, επεχείρησαν να κινήσωσιν δίπλα εις Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα, εις Κρήτην και Χίον προς αναζωπύρησιν του αγώνος.
Λήγοντος του αυγούστου, ο επί του ισθμού της Κορίνθου στρατοπεδεύων αρχιστράτηγος διέταξε τον Βάσσον και τον Κριεζώτην να συνεκστρατεύσωσι μετά των περί αυτούς εις Ανατολικήν Ελλάδα. Συνήλθαν ούτοι εις Σαλαμίνα, και συναποπλεύσαντες έφθασαν εις Σκόπελον τέλη σεπτεμβρίου· εκεί συνήλθαν και οι Θετταλομακεδόνες οπλαρχηγοί, Καρατάσος, Γάτσος, Δουμπιώτης και άλλοι· και κατ' αρχάς μεν, βουλήν έβαλαν να πέσωσιν εις Εύβοιαν·
Νοέμβριος μαθόντες δε, ότι η κωμόπολις των Τρικέρων ήτον αφρούρητος και ευάλωτος, απέβησαν την 5 νοεμβρίου αίφνης πλησίον αυτής και επροχώρησαν αυθωρεί εις άλωσίν της· αλλ' ωπισθοδρόμησαν άπρακτοι ευρόντες αντίστασιν όχι μόνον παρά των εν αυτή Τούρκων, αλλά και παρά των εγχωρίων Ελλήνων ενθυμουμένων όσα κακά έπαθαν άλλοτε παρά τινων των εις λύτρωσιν αυτών ελθόντων. Μετά την αποτυχίαν ταύτην, οι αποβάντες διηρέθησαν, και οι μεν επολιόρκησαν την κωμόπολιν, οι δε ετοποθετήθησαν όπισθεν του επί του ισθμού τείχους εις εμπόδιον πάσης ενδεχομένης επιδρομής των έξωθεν εχθρών. 200 Έλληνες και τα ελληνικά πλοία εκινήθησαν την νύκτα της 9 εις άλωσιν των παραθαλασσίων αποθηκών· και οι μεν της ξηράς εκυρίευσαν σχεδόν αναιμωτί δύο κανονοστάσια, οι δε των πλοίων μίαν γολέτταν και 50 άλλα πλοιάρια. Φοβηθέντες οι Τούρκοι και αφήσαντες όλας τας άλλας θέσεις εκλείσθησαν την αυτήν νύκτα εντός τριών αποθηκών αλλά παρεδόθησαν την επαύριον· ήσαν δε 50· συν αυτοίς ήτο και ο ανεψιός του αρχηγού της φρουράς Ταχήραγα, αλλά προφθάσας έφυγε. Την δε 14 εφάνησαν ερχόμενοι εκ Λαρίσσης και Βώλου εις βοήθειαν των πολιορκουμένων 1200, και την 17 εστρατοπέδευσαν μίαν ώραν μακράν των Ελλήνων και εχαρακώθησαν. Δις εφώρμησαν περί το δειλινόν της αυτής ημέρας οι όπισθεν του τείχους Έλληνες, και επί της δευτέρας ορμής έτρεψαν τους εχθρούς και τους εδίωξαν μέχρι του χωρίου Λευκού, ικανούς εφόνευσαν και αιχμαλώτισαν, πέντε σημαίας εκυρίευσαν, και πολλά επήραν λάφυρα· αλλ' ακούσαντες ότι υπάρχοντα πολλοί άλλοι, όντες και ανεφοδίαστοι των εις διατήρησιν της πολιορκίας αναγκαίων, διέλυσαν μετ' ολίγον το στρατόπεδον και ανεχώρησαν εις τα ίδια.
Εν ώ δε εστρατοπέδευεν ο αρχιστράτηγος επί του ισθμού, στρατιώται τινές επροχώρησαν έως εις Θήβας, ήρπασαν 60 καμήλους, και ήλασαν 4000 πρόβατα· αλλ' επελθόντων των εχθρών μόλις διέσωσαν το δέκατον.
Αναχωρούντος δε του Κιουταχή εις την Άπειρον, φόβος εχθρικής εισβολής εις Πελοπόννησον δεν υπήρχε πλέον, και ο αρχιστράτηγος μετέφερε το στρατόπεδον εις Διακοπτόν, εκείθεν εις Νεύρα, και απεφάσισε να το μεταβιβάση εις Δυτικήν Ελλάδα προς ανέγερσιν εκείνου του μέρους.
Η Δυτική Ελλάς επροσκύνησεν όλη μετά την κυρίευσιν του Μεσολογγίου. Απόκρυφων τι και άβατον μέρος αυτής, το νησίδιον του Λεσινίου, διετηρείτο εισέτι ελεύθερον υπό πρόσχημα υποταγής ως σπινθηροβόλος αστήρ εν μέσω πυκνής νεφέλης. Το νησίδιον τούτο ενός μιλίου περιφερείας κείται εντός μακράς και δυσδιεξιτήτου λίμνης μίαν ώραν μακράν της Παληοκατούνας. Οσάκις εισέβαλλεν ο εχθρός εις την Δυτικήν Ελλάδα, το νησίδιον τούτο, εν ώ σώζεται μοναστήριον, εχρησίμευεν ως τόπος καταφυγής πολλών οικογενειών^ ποτέ δεν το επάτησεν ο εχθρός, και απάτητον το διεφύλαξεν ο καλός ηγούμενος του και επί της γενικής καταπατήσεως της Δυτικής Ελλάδος υποκριθείς τον πιστόν ραγιάν. Αρχομένου δε του 1827, καθ' όν καιρόν ο Καραϊσκάκης περιήρχετο ανεγείρων την πεσούσαν Ανατολικήν Ελλάδα, ο Δημοτσέλιος κατέλαβε το νησίδιον τούτο κατά διαταγήν αυτού· κατέλαβαν μετ' ολίγον οι περί τον Ράγκον και Μακρήν και την Παληοκατούναν. Εστράτευσαν οι Τούρκοι υπό την οδηγίαν του Βαρνακιώτη εις διωγμόν των, αλλ' αψιμαχήσαντες ανεχώρησαν άπρακτοι. Εγκαρδιωθέντες οι Έλληνες επί τη αποτυχία των εχθρών, κατέλαβαν και άλλας θέσεις, ο μεν Ράγκος το Δραγαμέστον, ο δε Δημοτσέλιος τον Μύτικαν. Οι Τούρκοι εστράτευσαν πάλιν και κατέλαβαν την Κανδύλαν. Και οι μεν περί τον Ράγκον, ιδόντες πλησίον τους εχθρούς, εγκατέλειψαν την θέσιν των· οι δε περί τον Δημοτσέλιον τους επολέμησαν επελθόντας και τους έτρεψαν· αλλ' ηκούσθη μετά ταύτα ότι πλήθος ήρχετο να κυριεύση τον Μύτικαν και οι περί τον Δημοτσέλιον, ανίκανοι διά την ολιγότητά των ν' αντισταθώσι, κατέφυγαν διά νυκτός εις Πεταλάν, κακείθεν επανήλθαν εις το νησίδιον του Λεσινίου διατηρούντες την εν αυτώ λαμπάδα της ελευθερίας άσβεστον. Οι δε Τούρκοι, καταλαβόντες έκτοτε όλας τας παραθαλασσίους θέσεις της Ακαρνανίας, τας διετήρησαν υπεξουσίους των. Τοιαύτη ήτον η πολεμική κατάστασις της Δυτικής Ελλάδος καθ' όν καιρόν εμελέτησεν ο αρχιστράτηγος να μεταφέρη εκεί το στρατόπεδον του διά θαλάσσης.
Μεθ' ημέρας δε ολίγας της καταστροφής των εν τω λιμένι των Σαλώνων εχθρικών πλοίων, εξέπλευσεν ο Σωτήρ του κόλπου της Κορίνθου·
Νοέμβριος η δε Καρτερία και τα λοιπά υπό τον Χάστιγγα πλοία εξέπλευσαν την 6 νοεμβρίου επί τη αιτήσει του αρχιστρατήγου εις διαβίβασιν των στρατευμάτων του από του παραλίου του Πάπα εις το της Ακαρνανίας. Διαπλέουσα η Καρτερία το στόμα του κόλπου απώλεσε δύο ναύτας υπό τον κανονοβολισμόν των φρουρίων, εβύθισεν εν τω λιμένι των Πατρών έν αυστριακόν ως παραβιάσαν τον αποκλεισμόν και μη θελήσαν ν' απομακρυνθή καθώς διετάχθη, και ηγκυροβόλησεν υπό το Καραβοστάσι, αναμένουσα τους περί τον αρχιστράτηγον· συνηκολούθουν δε την Καρτερίαν αι δυο γολέτται και τα τρία αυστριακά. Εν τω μεταξύ δε τούτω εξεστράτευσαν και περί τον αρχιστράτηγον εκ Νεζερών· και μαθόντες καθ' οδόν, ότι, επιστρέφων ο Δελή-Αχμέτης εκ των μεσσηνιακών φρουρίων εις Πάτρας μετά 4000 πεζών και 500 ιππέων, έφθασεν εις Γαστούνην, δεν επροχώρησαν ως μη αξιόμαχοι διά την δυσαναλογίαν του πεζικού και την παντελή έλλειψιν ιππικού, έως ου έμαθαν ότι οι εχθροί επέρασαν τον ποταμόν της Καμινίτσας, και τότε, επιδεξίως επιλαβόμενοι του έργου, ερρίφθησαν, επικρατούσης δεινής καταιγίδος και ραγδαίας βροχής, εις την ελώδη πεδιάδα της Παληαχαϊάς, και φθάσαντες δρομαίοι εις Καραβοστάσι, εν αγνοία των εχθρών, επέζησαν όσοι εχώρησαν εις τα υπό τον Χάστιγγα εκεί πλοία και απεβιβάσθησαν την 18 εις Δραγαμέστον, όθεν οι εχθροί φοβηθέντες έφυγαν. Οι δε περί τον αρχιστράτηγον κατέλαβαν και άλλας θέσεις μέχρι του Λιγοβιτσίου. Μετά δε την πρώτην ταύτην απόβασιν, επανήλθαν τα πλοία εις Καραβοστάσι και μετεκόμισαν το υπόλοιπον του στρατού υπό την οδηγίαν του Κώστα Μπότσαρη. Αναζωογονήσας ο αρχιστράτηγος διά της εκστρατείας ταύτης τον τόπον εκείνον, εξέδωκε την 24 διακήρυξιν, δι' ής εκάλει όπου εστρατοπέδευε τους εν Πελοποννήσω Δυτικοελλαδίτας οπλοφόρους, εξέδωκε και άλλην την 26 καλών όλους γενικώς τους Δυτικοελλαδίτας εις τα όπλα· και επειδή πολλοί αυτών επροσκύνησαν, τοις έλεγεν, ότι παρέδιδεν εις λήθην τα παρελθόντα, και ότι ανεγνώριζεν ως πατριώτας· όλους τους Έλληνας, όσοι, καθ' ήν στιγμήν εβάπτετο κάλαμος αποφάσεως, ήρχοντο υπό την σημαίαν της πατρίδος. Η φωνή του αρχιστρατήγου ηκούσθη και υπό των οπλαρχηγών και υπό των πολιτών, και εντός ολίγου εσυστήθη υπό την οδηγίαν του αξιόμαχον στρατόπεδον.
Ο δε άοκνος Χάστιγξ, διαβιβάσας τους περί τον αρχιστράτηγον εις Δραγαμέστον, έπλευσεν εις κυρίευσιν του Βασιλαδίου.
Δεκέμβριος Την νύκτα της 6 δεκεμβρίου ηγκυροβόλησαν έμπροσθεν αυτού η Καρτερία καί τις κανονοφόρος, και την 10 εβομβοβόλησαν αλλ' ανωφελώς. Συνέπεσαν εν τω μεταξύ κακοκαιρίαι και ανεβλήθησαν αι εχθροπραξίαι μέχρι της 15, καθ' ήν ερρίφθησαν επτά βόμβαι, εξ ών αι τέσσαρες έπεσαν εις την στενήν περιφέρειαν του νησιδίου, και μία εξ αυτών έκχυσε την εν αυτώ πυριτοθήκην. Τούτου γενομένου, εμβάντες οι Έλληνες εις τας λέμβους ώρμησαν εις κυρίευσιν του νησιδίου, και η φρουρά ταραχθείσα και δειλιάσασα παρεδόθη. 50 ήσαν οι επί του νησιδίου προ της μάχης, αλλά 31 επέζων επί της παραδόσεώς του· ευρέθησαν και 12 κανόνια. Ο δε Χάστιγξ, αν και η φρουρά, διαρκούσης της πολιορκίας, ετουφέκισε πλοιάριον σταλέν παρ' αυτού υπό λευκήν σημαίαν και φέρον προτάσεις συμβιβασμού, δεν εμνησικάκησεν ουδ' επαίδευσέ τινα, αλλά τους απεβίβασεν όλους σώους πλησίον του Μεσολογγίου, και ανέστησεν επί του Βασιλαδίου την προ δύο ετών πεσούσαν ελληνικήν σημαίαν.
Γνωστής δε γενομένης της συμμαχικής συνθήκης, οι Κρήτες επί σκοπώ να συμμεθέξη των καλών αυτής και η πατρίς των, εσκέφθησαν πώς να τακτοποιήσωσι και ενισχύσωσι τα πολεμικά κινήματά των, και επί τω σκοπώ τούτω εστρατολογήθησαν χίλιοι εντόπιοι, εμισθώθησαν και χίλιοι μη Κρήτες, και ητοιμάσθη και ναυτική μοίρα εις υποστήριξιν των κατά ξηράν κινημάτων. Η μοίρα αύτη έφθασεν εις Γραμβούσαν υπό τον Μιαούλην την 25 Οκτωβρίου, αλλά μη ευρούσα την εκστρατείαν ετοίμην ανεχώρησεν. Εν τοσούτω κίνησις μεγάλη κατέλαβε πολλάς επαρχίας της Κρήτης. Οι εν τη επαρχία των Χανιών Χριστιανοί, οι Αποκορωνίται, οι Αυλοποταμίται και άλλοι άλλων επαρχιών εκινήθησαν εις τα όπλα.
Νοέμβριος Οι δε ξεναγωγηθέντες οπλοφόροι, αφ' ού αφίχθησαν εις Γραμβούσαν, απεβιβάσθησαν μετά πολλών εντοπίων υπό την γενικήν αρχηγίαν του Γιάννη Χάλη, οι μεν την 20 οι δε την 21 νοεμβρίου εις τον κατά την Σπιναλόγκαν λιμένα άγιον Νικόλαον. Εφοβήθη φόβον μέγαν ο εν τω μεγάλω Κάστρω Σουλεημάμπεης ιδών την μεγάλην ταύτην κίνησιν, και εζήτησε ταχείαν βοήθειαν παρά του Μουσταφάπασα επί λόγω ότι οι εχθροί επροχώρησαν μίαν ώραν από του φρουρίου. Οι δε αποβιβασθέντες, οι μεν διεσπάρησαν εις τας πλησιοχώρους επαρχίας φονεύοντες σποράδην και λεηλατούντες, οι δε πεσόντες επί την πρωτεύουσαν της επαρχίας του Μιραμπέλου, το Καινούριον χωρίον, όπου ήσαν 200 Τούρκοι, εφόνευσαν και εζώγρησαν 40· απέκλεισαν δε τους λοιπούς, εν οίς και τον διοικητήν της επαρχίας είς τινα δυνατόν πύργον. Εν ώ δε τους εκανονοβόλουν αποβιβάσαντες έν κανόνι 48 λιτρών ήλθαν εις βοήθειαν αυτών 300 έξωθεν· αλλά πολεμηθέντες και αποκρουσθέντες ωπισθοδρόμησαν· εζωγρήθησαν δε 14 εξ αυτών, και εφονεύθησαν 4 Έλληνες και επληγώθησαν 7. Την δε 25 εφάνησαν ερχόμενοι 1000 επιβοηθοί υπό τον κεχαγιάμπεην έλκοντες τρία κανόνια και μίαν βομβοβόλον· αλλ' επιπεσόντων των Ελλήνων ηναγκάσθησαν να στρατοπεδεύσωσιν εν οχυρά θέσει παρά τινι μοναστηρίω αντικρύ των ελληνικών οχυρωμάτων. Επτά ώρας ετουφεκίζοντο και εκανονοβολούντο και εβιάσθησαν επί τέλους να εγκαταλείψωσι τα οχυρώματά των, να κλεισθώσιν εντός του μοναστηρίου και την α' ώραν της νυκτός να φύγωσι κακώς έχοντες αφήσαντες τα κανόνια, την βομβοβόλον, τα πολεμεφόδια και τας τροφάς. 150 ελογίσθησαν οι πεσόντες εχθροί, μεθ' ών και σημαντικός τις Αγάς, Λαδαόγλους, και 36 οι ζωγρηθέντες· επληγώθη και ο κεχαγιάμπεης, και εζωγρήθησαν και 150 υποζύγια. Οι δε εν τω πύργω πολιορκούμενοι, εν οίς και 20 Αλβανοί, απελπισθέντες μετά την φυγήν των συναδέλφων των παρεδόθησαν επί συμφωνία ν' αποπεμφθώσιν ασφαλώς εις Γεράπετρον· και οι μεν Αλβανοί απεπέμφθησαν, οι δε εντόπιοι μετετέθησαν προσωρινώς εις το ζαμίον· αλλ' υποπτεύσαντες ότι εμελετάτο κατ' αυτών επιβουλή, εμαχαίρωσαν τον επί παραλαβή των όπλων και των χρημάτων κατά τα συνομολογηθέντα εισελθόντα προ των άλλων οπλαρχηγόν Κουμάκην και εφόνευσαν 9 εκ των οπαδών του. Εξαγριωθέντες οι Έλληνες επί τη απιστία ταύτη εφώρμησαν και έκαυσαν όλους εκτός των δύο υιών του Καρακάσαγα και του υπηρέτου αυτών. Μετά τα συμβάντα ταύτα ήλθαν εις το ελληνικόν στρατόπεδον άλλοι 700 Κρήτες στρατολογηθέντες κατά το Αιγαίον και συνεπληρώθησαν εις 3000, αλλ' ερίζοντες περί αρχηγίας και καταντήσαντες ακέφαλοι, άφησάν τινας εις φρουράν της Σπιναλόγκας, και την 9 δεκεμβρίου εξεστράτευσαν οι λοιποί προς τα εν τη επαρχία της Πεδιάδος Μάλια, όπου ήσαν εχθροί, και αυλισθέντες παρά το χωρίον Μοχόν ήρχισαν να οχυρόνωνται· αλλ' επέπεσαν οι εχθροί, και εν πρώτοις ώρμησαν επί τον προμαχώνα του Κίτσου Βούλγαρη, και ευρόντες αυτόν οχυρόν απεμακρύνθησαν· έπεσαν έπειτα επί τον του Μαγουλάκη, του Φαρμάκη και Κουρμουλάκη και διεσκόρπισαν τους εν αυτώ φονεύσαντες προς τοις άλλοις και τον Μαγουλάκην και τον Κουρμουλάκην. Τούτου γενομένου, οι Έλληνες ετράπησαν πανταχόθεν και απώλεσαν και το κανόνι των· θα ηφανίζοντο δε όλοι, αν ενεδρεύοντες ο Καζανάκης και ο Καθεκλής δεν ανεχαίτιζαν τους εχθρούς. Παθόντες οι χριστιανοί επί της μάχης ταύτης έπαθαν πλείονα περώντες τον παραρρέοντα ποταμόν, ούσης μεγάλης πλημμύρας. Υπερδιακόσιοι εχάθησαν επί της μάχης, της τροπής και της ποταμοπορίας. Μετά τα δεινά ταύτα διελύθη η εκστρατεία, και οι μεν ελειποτάκτησαν, οι δε επανήλθαν εις Γραμβούσαν.
Τα δε της Χίου είχαν ούτω.
Μετά την καταστροφήν αυτής, τινές των πολιτών της συνοικισθέντες εν Σύρα χάριν εμπορίου, και πεινώντες και διψώντες την ανέγερσιν της πατρίδος των, έδραξαν την περίστασιν, καθ' ήν απέρριψεν η Πύλη τας προτάσεις των συμμάχων, και συνάξαντες ικανά χρήματα παρά των εν τη αλλοδαπή συμπολιτών, και καταθέσαντες και αυτοί εις κίνησιν ναυτικής και στρατιωτικής δυνάμεως και πορισμόν των αναγκαίων, ανέθεσαν την πραγματοποίησιν του πατριωτικού σκοπού των εις τρεις εντίμους συναδέλφους των, τον Αμβροσήν Σκαραμαγκάν, τον Λουκάν Ράλλην και τον Γεώργιον Ψύχαν. Συσταθείσα η επιτροπή αύτη κατ' έγκρισιν της κυβερνήσεως, συνενοήθη μετά του Φαβιέρου, όστις δυσανασχετών επί τοις μετά την πτώσιν της ακροπόλεως παθήμασί του και επί τη αρχιστρατηγία του Τσώρτση, ον ούτ' ετίμα ούτ' υπήκουεν, εμόναζεν εν Μεθένοις εξασκών το τακτικόν του· χορηγήσασα δε αυτώ τα εις κίνησιν του τακτικού εμίσθωσε και 1500 ατάκτους υπό την οδηγίαν και αυτούς του Φαβιέρου και έβαλεν εις κίνησιν και ναυτικήν δύναμιν προς διακοπήν της κοινωνίας της ξηράς και της Χίου. Έμαθαν οι ναύαρχοι της συμμαχίας όσα εμελετώντο εις ανάκτησιν της Χίου, και έσπευσαν δι' αποστολών προς την εν Αιγίνη κυβέρνησιν, την εν Σύρα επιτροπήν και τον εν Μεθένοις Φαβιέρον να εμποδίσωσι την εκστρατείαν, ως μη περιλαμβανομένης της Χίου εις την οροθετικήν γραμμήν κατά το σχέδιον των συμμάχων· αλλ', επειδή εσυμβούλευαν και δεν διέτατταν, δεν εισηκούσθησαν. Εκυβέρνα την Χίον τω καιρώ εκείνω ο γηραιός Ισούφπασας, και η υπ' αυτόν φρουρά της συνίστατο εις 400 τακτικούς, 700 ατάκτους και 150 κανονοβολιστάς· ήσαν δε εν τω λιμένι και δύο ένοπλοι γολέτται και δύο μίστικα.
Οκτώβριος Την 9 Οκτωβρίου ανεχώρησεν ο Φαβιέρος και οι περί αυτόν εκ Μεθένων εις Ψαρά· συνεκροτείτο δε η τακτική δύναμίς του εκ τριών ταγμάτων 700 στρατιωτών, ενός λόχου πυροβολιστών, 60 ιππέων εφίππων, 140 ανίππων, 3 κανονίων ελαφρών, 7 βαρέων, και 10 βομβοβόλων· συνήλθαν εις Ψαρά και οι 1500 μη τακτικοί Στερεοελλαδίται και Χίοι, εν οίς και υιοί προκρίτων της νήσου, και αποπλεύσαντες όλοι υπό την γενικήν οδηγίαν του Φαβιέρου προσωρμίσθησαν την εσπέραν της 16 εις Μαυρολιμένα, και την επιούσαν, ανατείλαντος του ηλίου, απέβησαν απέναντι εχθρικού τινος σώματος τακτικών, και, μάχης γενομένης, τους έτρεψαν και τους κατεδίωξαν. 36 Έλληνες και 100 Τούρκοι ελέγετο ότι εφονεύθησαν και επληγώθησαν· ο δε αρχηγός Σακήζ-εμίνης, μη προφθάσας να καταφύγη εις το φρούριον, όπου κατέφυγαν οι λοιποί, εκλείσθη μετά τινων άλλων έν τινι των εν Βαρβασίω πύργων, και μετά διήμερον αντίστασιν παρεδόθη. Ήσαν δε όλοι οι εν τω πύργω 14, εν οίς και 2 Εβραίοι· και ο μεν Σακήζ-εμίνης απελύθη άλυτρος επί τη αιτήσει των Χίων ως καλώς προς αυτούς πολιτευσάμενος και επ' ελπίδι απελευθερώσεως δι' αυτού αιχμαλώτων Χριστιανών· οι δε Εβραίοι εστάλησαν εις Σμύρνην επί εξαγορά· αλλά, θορυβηθέντων των ατάκτων, ανεκλήθησαν. Πολλοί δε των κατοίκων κατέφυγαν επί της αποβάσεως ως και άλλοτε εις τα προξενεία, εξ ών το μεν αυστριακόν διηρπάγη, το δε αγγλικόν παρ' ολίγον επατήθη, διότι έγκλειστοί τινες Τούρκοι τουφεκίζοντες εκείθεν εσκότωσαν πέντε Έλληνας. Και οι μεν των αποβάντων διέμειναν εν τη πόλει, οι δε διεσπάρησαν εις τα χωρία καί τινες κατέλαβαν την προς δυσμάς της πόλεως άνωθεν του φρουρίου Τρουλωτήν, και το επί του παραθαλασσίου Ψωμίον· οι δε εχθροί κατέφευγαν πανταχόθεν εις το φρούριον, ώστε την 18 ούτε εν τη πόλει ούτε έν τινι των χωρίων ευρίσκετο Τούρκος· έπεσαν δε και αιχμάλωτοι εις χείρας των Ελλήνων μέχρι της ημέρας εκείνης 120, ους έστειλεν ο Φαβιέρος εις την κυβέρνησιν, ήτις τους απέλυσε. Την δε εσπέραν της 18 εισέπλευσε τον πορθμόν της Χίου η Ελλάς, και την επαύριον ύψωσεν ο Κοχράνης τας τρεις συμμαχικάς σημαίας και την τουρκικήν υπ' αυτάς, τας εχαιρέτησεν, απεβίβασε πέντε βομβοβόλους, και μετά τέσσαρας ημέρας απέπλευσεν, επανήλθεν εις Αίγιναν, και την 29 δεκεμβρίου ανεχώρησεν επί του Μονόκερω εις Αγγλίαν αφήσας την φρεγάταν υπό τον Μιαούλην· μετά οκτάμηνον δε αποδημίαν ανεφάνη επί του Ερμού, ατμόπλου εθνικού, εξώφλησε τους λογαριασμούς του και απεχαιρέτησε διά παντός την Ελλάδα μηδέν πράξας άξιον της φήμης του ή των προσδοκιών και των θυσιών των Ελλήνων και των φιλελλήνων.
Οκτώβριος Αφ' ού οι Τούρκοι συνήχθησαν όλοι εις το φρούριον, τινές δε αυτών κατείχαν και τον θαλασσόπυργον, οι περί τον Φαβιέρον έστησαν την 19 επί του Ψωμίου πέντε βομβοβόλους, και ήρχισαν περί το μεσονύκτιον να βομβοβολώσι το φρούριον υπό τον θούριον ήχον της μουσικής. Μετά δύο δε ημέρας έστησαν επί της αυτής θέσεως έκτην βομβοβόλον και δύο κανόνια πλησίον αυτής, δι' ών κατεσίγασαν τον θαλασσόπυργον και εβύθισαν και έν των εν τω λιμένι εχθρικών πλοίων. Την δε 24 ετάφρευσαν το μεταξύ της άκρας της πόλεως και της θαλάσσης κενόν διάστημα προς τους ανεμομύλους, όπου ετοποθετήθησαν οι εντόπιοι, και την αυτήν ημέραν έστειλεν ο Φαβιέρος προς τον Ισούφπασαν διά τινος αιχμαλώτου επιστολήν λέγουσαν, ότι ο εν Νεοκάστρω τουρκοαιγύπτιος στόλος εκάη, ότι οι σύμμαχοι απέκλεισαν τον Ελλήσποντον, ότι η Αλβανία απεστάτησεν, ότι ουδεμίαν ελπίδα βοηθείας είχεν ο πασάς, και ότι, αν ήθελε να παραδοθή, τω υπέσχετο την ασφαλή μεταβίβασιν όλης της φρουράς εις Τσεσμέν ή εις Μιτυλήνην· ει δε μη, θα επάθαινεν όσα έπαθαν άλλοτε οι Χριστιανοί της Χίου και των Ψαρών. Εις την κομπορρήμονα ταύτην επιστολήν απήντησεν ο πασάς δι' ευστόχων κανονοβολών. Την νύκτα δε της 26 ετέθησαν επί της Τρουλωτής δύο κανόνια. Την δε 29 ηγκυροβόλησεν έμπροσθεν της Χίου γαλλική τις κορβέττα, και ο πλοίαρχος αυτής αποβάς, είπε τω Φαβιέρω, ότι ο ναύαρχος Δεριγνής εκέλευε να κενώση την νήσον. Ο Φαβιέρος δεν εδέχθη το κέλευσμα, και την επαύριον έθεσε δύο βομβοβόλους επί της Τρουλωτής. Εφάνη δε την αυτήν ημέραν εν τω λιμένι και αυστριακή γολέττα, ο Φοίνιξ, και υψώσασα σημεία τινα, γνωστά αναμφιβόλως τοις εν τω φρουρίω, ανεχώρησε την επιούσαν νύκτα.
Νοέμβριος Την δε 2 νοεμβρίου, παρεισδύσαντός τινος των υποπλαρχηγών εις την περί το φρούριον τάφρον επί συνομιλία, ο συνομιλών Αλβανός του έκοψε την κεφαλήν και την έρριψεν έμπροσθεν των συναδέλφων αυτού. Την αυτήν νύκτα εφάνησαν φανοί προς τον θαλασσόπυργον, όπου εισήλθαν, πριν εξημερώση, 150 Τούρκοι επί τριών ολκάδων από της αντικρύ ξηράς διαπορθμευθέντες. Την επαύριον επανήλθεν η αυτή σημειοποιός αυστριακή γολέττα, και έστειλε την λέμβον της εις την ξηράν αλλά βομβοβοληθείσα κατά διαταγήν του Φαβιέρου έκοψε την άγκυραν, εγκατέλειψεν εκ της βίας την επί του αιγιαλού λέμβον και έγεινεν άφαντος· επαναπλεύσασα δε μετά τινας ημέρας ανείλκυσε την άγκυραν και παρέλαβε και την λέμβον αδεία του Φαβιέρου. Την δε 4 έφερεν έν αγγλικόν βρίκι διαταγήν των τριών ναυάρχων της συμμαχίας προς τον Φαβιέρον ίνα κενώση την νήσον· ο Φαβιέρος απεκρίθη ότι εχρειάζετο διαταγή προς αυτόν της ελληνικής κυβερνήσεως. Την επιούσαν έφθασεν ο Αλμέιδας, φέρων 200 στρατιώτας και 60 ίππους εις χρήσιν των ανίππων του τακτικού· έφερε και 3 κανόνια και ικανάς κανονοσφαίρας. Εστάλησαν μετ' ολίγας ημέρας και άλλα κανόνια και βομβοβόλοι εκ Ναυπλίου, έφθασαν και ο γνωστός υπόνομοποιός Κώστας και 40 συντεχνίται του, και ήρχισαν να υπονομεύωσι προς την επάνω πύλην του φρουρίου. Αλλά την νύκτα της 30 εξώρμησαν οι εν τω φρουρίω, έτρεψαν τους φυλάττοντας το στόμιον της υπονόμου, το παρεγέμισαν, εφόνευσαν και ηχμαλώτισάν τινας των υπονομοποιών, και επανήλθαν εις το φρούριον αρπάσαντες και έν ελαφρόν κανόνι.
Η δε θέσις του θαλασσοπύργου, επικίνδυνος ως υπό το πυρ του φρουρίου, εθεωρείτο πολλά αναγκαία, διότι, αν την εκυρίευαν οι Έλληνες, εκόπτετο η των πολιορκουμένων και της ασιατικής παραλίας κοινωνία· διά τούτο, αφ' ού έστησεν ο Φαβιέρος κατ' αυτού έν άλλο κανονοστάσιον, ώπλισε τέσσαρας λέμβους,
Δεκέμβριος και την νύκτα της 1 δεκεμβρίου εκίνησαν 200 Έλληνες και φιλέλληνες τακτικοί και άτακτοι εις άλωσίν του· αλλ' οι άτακτοι τόσον εθορύβουν επί της θαλασσοπορείας των, ώστε εξύπνησαν οι εν τω θαλασσοπύργω κοιμώμενοι εχθροί και απεδίωξαν τους επερχομένους κανονοβολούντες και τουφεκίζοντες. Έκτοτε ηναγκάσθη ο Φαβιέρος να περιορισθεί εις απλήν πολιορκίαν του φρουρίου μη ελπίζων να το κυριεύση ειμή διά μόνης της πείνας. Αλλ' εν καιρώ χειμώνος δυσκόλως και επικινδύνως επολιορκείτο διά θαλάσσης· διά τούτο συνέλαβε την ιδέαν να καταστρέψη διά τολμηράς επιδρομής τας επί του αντικρύ αιγιαλού αποθήκας των εχθρών και τα πλοία τα μετακομίζοντα εν καιρώ νυκτός εις το φρούριον τα αναγκαία, και ούτω να ματαιώση πάσαν στρατιωτικήν επικουρίαν. Επί τω σκοπώ τούτω εισβιβάσας την 5 το πρώτον τάγμα είς τι πλοίον το απεβίβασε διά νυκτός ημιώριον μακράν του Τσεσμέ, και τους μεν ετοποθέτησεν εκεί, τους δ' έστειλεν εις την πόλιν επί παραγγελία να μη επιχειρήσωσί τι πριν βάλωσιν οι ναύται πυρ εις τα εν τω λιμένι εχθρικά πλοία. Τέσσαρα πλοιάρια, κωπηλατούντων φιλελλήνων, εισέπλευσαν υπό το βαθύ σκότος και οι εν αυτοίς ανήγαγαν τρεις τροφοφόρους σακολέβας, αλλ' αι δύο εκάθησαν εν τω στομίω του λιμένος· θα έκαιαν δε και όλα τα άλλα πλοία, αν είχαν πυροσίφωνας· αλλ' η περί τούτου φροντίς ανετέθη εις τον έμπειρον Κανάρην παρακολουθούντα επί του πυρπολικού του· ο άνεμος όμως ήτον ενάντιος, το πυρπολικόν δεν εδυνήθη να εισπλεύση, και τα πλοία δεν εκάησαν, ώστε οι περί τον Φαβιέρον επανήλθαν εις Χίον άπρακτοι.
Ιανουάριος Αρχομένου δε του Ιανουαρίου, έφθασαν εις ενδυνάμωσιν του αποκλεισμού η αλωθείσα τουρκική κορβέττα μετονομασθείσα Ύδρα και ο Σωτήρ· ο δε άοκνος Φαβιέρος έβαλε κατά νουν να πλεύση μεθ' όλων των πλοίων και του πλείστου μέρους του στρατεύματός του εις τον κόλπον της Σμύρνης και ν' αρπάση πολυαρίθμους τινάς αγέλας πλησίον των Βουρλών βοσκούσας· αλλά την 6, καθ' ήν εμελέτα να επιβιβάση τον στρατόν του, σφοδρά καταιγίς επιπεσούσα έβλαψε τα πλείστα των ελληνικών πλοίων εντός του λιμένος, και ρίψασα τον Σωτήρα εις την ξηράν, τον εσύντριψεν. Εξαιτίας τούτου ανεβλήθη η επιβίβασις του στρατού εις την 11· αλλά την νύκτα της 10, όρθρου βαθέος, ανοίξαντες οι εχθροί την επί της προς τους ανεμομύλους πλευράς του φρουρίου πύλην εξώρμησαν ως χίλιοι, έπεσαν επί την έμπροσθεν αυτής γραμμήν των χαρακωμάτων των Ελλήνων, και την εκυρίευσαν όλην αμαχητί, φυγόντων των υπερασπιστών αυτής· μόνοι οι περί τον οπλαρχηγόν Γκέγκαν διέμειναν γενναίως μαχόμενοι εν τω προς την θάλασσαν επί της αυτής γραμμής χαρακώματί των. Πλησίον της κυριευθείσης γραμμής ηυλίζοντο 225 τακτικοί του β' τάγματος. Ιδόντες ούτοι την τροπήν των πολλών και την αντίστασιν των περί τον Γκέγκαν ώρμησαν επί τους εν τη γραμμή εκείνη εχθρούς, και προφθάσαντες πολλούς αυτών διαβαίνοντας την τάφρον τους εφόνευσαν. Οι δε προλαβόντες και διαβάντες, οι και πλειότεροι, έδραμαν και εκυρίευσαν σχεδόν αμαχητί την Τρουλωτήν, φυγόντων των φυλαττόντων αυτήν, και εκάρφωσαν και τα εκεί κανόνια εκτός ενός στρέψαντές το προς την πόλιν. Κατεθορυβήθησαν οι εν τη πόλει Έλληνες ιδόντες τους εχθρούς άνωθεν αυτών, και πολλοί, αφήσαντες τας οικίας όπου διέμεναν, έφυγαν· ο δε Φαβιέρος, ιδών εκ του καταλύματός του τας εχθρικάς σημαίας επί της Τρουλωτής, εξήλθε δρομαίος, παρέλαβε δύο λόχους του γ' τάγματος, 200 στρατιώτας του α' και 20 ιππείς και έδραμε προς αυτήν. Καθώς δε εφοβήθη και έφυγεν η ελληνική φρουρά εκείθεν προ ολίγου ιδούσα μόνον τους Τούρκους κινουμένους προς αυτήν, ούτως εφοβήθησαν και έφυγαν και οι Τούρκοι ιδόντες τους τακτικούς αναβαίνοντας υπό τον Φαβιέρον. Μη δυνάμενοι δε να εισέλθωσιν εις το φρούριον δι’ ής εξήλθαν οδού, ερρίφθησαν εις την πόλιν επί σκοπώ να εισέλθωσι δι' αυτής· αλλ' οι άτακτοι ιδόντες τους τακτικούς επί της Τρουλωτής και εμψυχωθέντες, έτρεξαν και κατέλαβαν εκ νέου τας εγκαταλειφθείσας οικίας, ώστε οι Τούρκοι φονευόμενοι και φεύγοντες εύρισκαν άλλους φονείς έμπροσθέν των, έπιπταν σφάγια σωρηδόν, και, κατά το λέγειν του Φαβιέρου, μόλις 150 επέστρεψαν σώοι εις το φρούριον· αλλά θα εχάνοντο και ούτοι, αν προκατελάμβαναν οι Έλληνες την μεταξύ της πόλεως και του φρουρίου τάφρον. Ηχμαλωτίσθησαν δε 30, εν οίς και ο αρχηγός του κινήματος Ιβραήμαγας Μαγδαρής Αλβανός, και έπεσαν εις χείρας των Ελλήνων επτά σημαίαι. Εφονεύθησαν και επληγώθησαν και εκ τούτων 39, εφονεύθη καί τις φιλέλλην Άγγλος Λουτχίνος και επληγώθη ελαφρώς και ο Φαβιέρος.
Μετά την φθοροποιάν ταύτην έξοδον, οι μεν Τούρκοι ησύχασαν εντός του φρουρίου, οι δε Έλληνες ησχολήθησαν σπουδαιότερον εις την διακοπήν πάσης κοινωνίας της ασιανής ξηράς και του φρουρίου και έστειλαν ανθρώπους πολλαχού της Ελλάδος προς εύρεσιν πλοιαρίων επιτηδείων εις πολιορκίαν. Τοις έστειλαν τοιαύτα πλοία οι Σάμιοι και οι Ψαριανοί· τοις έστειλε και ο Εϋδέκος μίαν κανονοφόρον υπό τον Δανόν φιλέλληνα Φαλσίνον κατασκευασθείσαν εν Πόρω· αλλ' εχθρική κανονία επιπεσούσα την εβύθισεν. Εν τούτοις η διά θαλάσσης πολιορκία εγίνετο καθ' εκάστην αυστηροτέρα. Την 24 τα ελληνικά πλοιάρια έτρεψαν εις φυγήν τέσσαρα τροφοφόρα εχθρικά· την 20 συνέλαβαν δύο φέροντα φορέματα και τροφάς, και μεσούντος του φεβρουαρίου διέκοψαν διόλου πάσαν κοινωνίαν της ασιανής ξηράς και του φρουρίου, ώστε η πείνα ήρχισε να προμηνύη την εγγίζουσαν πτώσιν αυτού· αλλά έπασχαν και οι πολιορκούντες άλλα κακά επίσης δεινά. Εξ αιτίας της μακράς και απροσδοκήτου παρατάσεως της πολιορκίας του φρουρίου εξηντλήθησαν οι πόροι της επιτροπής, και το άτακτον στράτευμα στερούμενον των μισθών του και κακουχούμενον εν ακμή βαρέως χειμώνος ητάκτει, ηπείθει και περιφερόμενον εις τα χωρία ελεηλάτει. Το μόλυσμα της αταξίας διεδόθη και εις το τακτικόν πάσχον και αυτό όσα και το άτακτον. Οι του γ' τάγματος απεμακρύνθησαν του στρατοπέδου ως μη μισθοδοτούμενοι και δεν επανήλθαν ειμή εντραπέντες τον αρχηγόν των, ώστε το ελληνικόν στρατόπεδον εκινδύνευε να διαλυθή πριν παραδοθή το φρούριον. Ανεφύησαν και διχόνοιαι και εγεννήθησαν και βαρείαι λογομαχίαι μεταξύ της επιτροπής και του Φαβιέρου εξ αυτής της αρχής της αποβάσεως, και τα κακά ταύτα εκορυφώθησαν μετά ταύτα εξ αιτίας της αποτυχίας, καθώς πάντοτε συμβαίνει· ηύξαναν δε τα κακά και αι επανειλημμέναι απειλαί των ναυάρχων της συμμαχίας τρίτην φοράν καλεσάντων την επιτροπήν και τον Φαβιέρον ν' απομακρυνθώσι της νήσου επί απειλή παντελούς εγκαταλείψεως, αν τουρκική δύναμις επήρχετο· αλλά και η επιτροπή και ο Φαβιέρος επέμεναν εις την πολιορκίαν πεποιθότες ότι ήγγιζεν η ώρα της πτώσεως του φρουρίου διά την έλλειψιν των αναγκαίων. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις της πολιορκίας ταύτης λήγοντος του φεβρουαρίου.
1828
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΑ'.
Προσπάθειαι Καποδιστρίου εν Ευρώπη υπέρ Ελλάδος μετά την εκλογήν του. — Κατάβασις αυτού εις Ελλάδα και εγκαθίδρυσις της κυβερνήσεώς του.
Η ΠΡΟΣ αλλήλους διχόνοια και δυσπιστία των πρωταγωνιστών Ελλήνων ηνάγκασαν την εθνικήν συνέλευσιν της Τροιζήνος, ως είδαμεν, να εκλέξη κυβερνήτην της Ελλάδος τον Ιωάννην Καποδίστριαν συνενώσασα εις χείρας αυτού και μόνου την έως τότε διηρημένην εις πολλάς νομοτελεστικήν δύναμιν.
Υπηρέτει προ πολλών ετών ο ανήρ ούτος την Ρωσσίαν, ευφημούμενος δικαίως διά την πολιτικήν ικανότητά του, τας ιδιωτικάς αρετάς του και την ακεραιότητα του χαρακτήρος του· διήγε δ' εν Λαϋβάχη, παρά τω αυτοκράτορι Αλεξάνδρω καθ' όν καιρόν εξερράγη η ελληνική επανάστασις, ην κατέκρινε και ως υπηρέτης της Ρωσσίας ως τείνουσαν εις ανατροπήν όσων προς διατήρησιν της γενικής ειρήνης ωρίσθησαν, και ως Έλλην ως παράκαιρον και κινδυνώδη· αλλά άλλων αυλών πολιτευταί αμφίβαλλαν περί της ειλικρινείας του και δεν έπαυαν διαβάλλοντές τον παρά τω αυτοκράτορι, επί σκοπώ να τον απομακρύνωσι των συμβουλίων του, ως ακριβή γνώσιν έχοντα των της εταιρίας και ως υποκινήσαντα τον Υψηλάντην εις την επανάστασιν, ή ως δυνάμενον να τον εμποδίση και μη θελήσαντα· αλλά δεν ίσχυσεν η κατ' αυτού διαβολή, διότι εξεμυστηρεύετο ο διαβαλλόμενος κατά καιρούς τω αυτοκράτορι όσα εμάνθανε περί της εταιρίας. Αλλ' ό,τι δεν κατώρθωσεν η κατ' αυτού διαβολή, το κατώρθωσεν η περί ης άλλοτε ανεφέραμεν (α) παρά τη αυλή της Ρωσσίας υπέρ ειρήνης λύσις του μεταξύ αυτής και Τουρκίας ζητήματος· ώστε καθ' όν καιρόν ητοιμάζετο να μεταβή ο αυτοκράτωρ εις Βερώνην, μετέβη και ο Καποδίστριας, ο υπέρ πολέμου τότε γνωμοδοτήσας και μη εισακουσθείς, εις Γενεύην επ' αορίστου απουσίας αδεία ως μη δυνάμενος να εργασθή υπέρ ου δεν ενέκρινε συστήματος· έζη δε ιδιωτεύων μακράν της Ρωσσίας μέχρι του θανάτου του Αλεξάνδρου απολαμβάνων την εύνοιαν, την υπόληψιν και την προστασίαν του. Επί δε τη αναγορεύσει του Νικολάου, απήλθεν εις προσκύνησίν του· καθ' οδόν έμαθε την εν Τροιζήνι εκλογήν του, και φθάσας εις Πετρούπολιν, μεσούντος του μαΐου, έλαβε τα περί αυτής εθνικά έγγραφα.
Εβάδισεν, ως είδαμεν, ο νέος αυτοκράτωρ την πολιτικήν οδόν, ως προς την Πόλιν, ην ηύχετο ο Καποδίστριας να βαδίση ο προκάτοχός του. Εκ της πολιτικής δε ταύτης ομοφροσύνης ηύξησεν η προς αυτόν προϋπάρχουσα ευμένεια της ρωσσικής αυλής. Δεσμοί πολιτικοί συνέδεαν τον Καποδίστριαν μέχρι τούδε μετά της αυλής εκείνης· αλλ' οι μετά της Ελλάδος νέοι δεσμοί απήτουν την λύσιν εκείνων^ δι' ό και απελύθη επί τη αιτήσει του της ρωσσικής υπηρεσίας, και απεποιήθη γενναίως ην τω επρόσφερεν η αυλή σύνταξιν, ασυμβίβαστον θεωρήσας να ήναι αρχηγός ενός έθνους και μισθωτός άλλου. Εκείναις ταις ημέραις διεπραγματεύετο η υπέρ Ελλάδος συνθήκη, και η πρόοδος των ελληνικών πραγμάτων θα εξωμάλυνε τας εις την παραδοχήν και εκτέλεσιν αυτής δυσκολίας. Επί τω σκοπώ τούτω εισακούσασα η ρωσσική αυλή τας υπέρ της προόδου του ελληνικού αγώνος αιτήσεις του κυβερνήτου συγκατετέθη να δοθώσιν επί λόγω δανείου τη ελληνική κυβερνήσει οι εξ αρχής της ελληνικής επαναστάσεως συσσωρευθέντες τόκοι των άλλοτε παρ' Ελλήνων εν τη ρωσική τραπέζη παρακατατεθέντων χρημάτων προς διατήρησιν των εν Ιωαννίνοις Σχολείων, συμποσούμενοι εις φράγκα 200,000, να μη εξοδευθώσι δε ειμή επί τη προτάσει του κυβερνήτου ρούβλια 400,000 προσενεχθέντα παρά των φιλανθρώπων και ομοθρήσκων Ρώσσων προς εξαγοράν αιχμαλώτων Ελλήνων. Προς αύξησιν δε των υπέρ της βελτιώσεως των πραγμάτων του έθνους έξωθεν πόρων, εκάλεσεν ο κυβερνήτης τους εντός και εκτός της Ρωσσίας πλουσίους Έλληνας εις χορηγίας επί λόγω δανείου, και κατέθεσε πρώτος αυτός φράγκα 50,000· ενεργήσας δε όσα η νέα θέσις του και η περίστασις απήτουν ανεχώρησεν εκ Πετρουπόλεως την 10 Ιουλίου πλήρης ελπίδων, και διαβάς διά του Βερολίνου έφθασεν εις Λονδίνον την 1 αυγούστου.
Άνθρωπος, ως ο Καποδίστριας, τόσα έτη και τόσον πιστώς υπηρετήσας την Ρωσσίαν, και εξ αυτής της θέσεώς του αντιπολιτευθείς πολλάκις τας αντιζήλους αυλάς της αυλής εκείνης, δεν ήτο πιθανόν να δυνηθή να εμπνεύση μέγα θάρρος τη Αγγλία, όσον ειλικρινώς ελληνική και αφιλόρρωσσος και αν ήτον η πολιτική του. Αι συμπάθειαι και αι αντιπάθειαι των ανθρώπων επιζούν ως επί το πλείστον και μετά τας μη εισέτι ζώσας σχέσεις των αλλά και οσάκις δεν επιζούν, επιζώσαι και τότε θεωρούνται· διά τούτο, αν και πάντα τρόπον μετεχειρίσθη ο Καποδίστριας εις εξάλειψιν της τοιαύτης περί αυτού γνώμης της Αγγλίας, δεν ίσχυσε να την εξαλείψη, και τα πολιτικά σχέδιά του δεν ευδοκίμησαν εν Λονδίνω.
Αξιοσημείωτος είναι ο τρόπος, καθ' όν τον εδέχθη Γεώργιος ο Δ' (β).
Φθάσας ο Καποδίστριας εις Αγγλίαν εζήτησε να προσκυνήση τον βασιλέα και μετά πολλάς ημέρας αφιχθείς κατά διαταγήν αυτού εις Βινδσώρην, όπου διέτριβεν, εισήχθη εις την πινακοθήκην του παλατίου· μετά πολλήν δε ώραν ήνοιξεν άλλη θύρα, εισήλθεν άνθρωπος υψηλού αναστήματος ιδιωτικώς και αμελώς ενδεδυμένος, έκλεισε την θύραν και ήρχισε να παρατηρή τας ανακειμένας εικόνας και να προχωρή όπου ίστατο ο Καποδίστριας. Ούτος και εκ του προσώπου και εκ του αναστήματος επείσθη ότι ήτον ο βασιλεύς, όν είχεν άλλοτε ιδεί συνοδεύων εις Αγγλίαν τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον· απορών δ' επί τω παραδόξω τούτω τρόπω της εντεύξεως ανέμενε το αποβησόμενον όρθιος, άφωνος και ακίνητος. Προχωρών ο βασιλεύς κατήντησεν όπου ίστατο ο Καποδίστριας, και ως αν τον συνήντησεν απροσδοκήτως ανεφώνησεν «Ah! vous êtes ici, monsier le comte! je suis bien aise de vous voir». Ταύτα είπε και μηδ' απάντησιν αναμείνας απεχαιρέτησεν, απεμακρύνθη ησύχως παρατηρών τας λοιπάς εικόνας και εξήλθε δι' ής είχεν εισέλθει θύρας· τούτου γενομένου ήνοιξέ τις την θύραν δι' ής εισήχθη ο Καποδίστριας, και τον προέπεμψεν εις την άμαξάν του, ως λαβούσης χώραν της μετά του βασιλέως εντεύξεώς του. Ο τρόπος ούτος εξεικόνισεν αποχρώντως την διάθεσιν της αγγλικής κυβερνήσεως προς τον κυβερνήτην της Ελλάδος.
Εν Λονδίνω ο Καποδίστριας διατρίβων απήντησε την 11 ιουλίου εις τα προς αυτόν της εθνικής συνελεύσεως έγγραφα, λέγων, ότι έλαβεν εν Πετρουπόλει τα δύο ψηφίσματα, το μεν περί του διορισμού του, το δε περί ευρέσεως δανείων· ότι και προ της παραλαβής των εγγράφων και επί μόνη τη διά των εφημερίδων αγγελία του διορισμού του κατέβαλε πάσαν φροντίδα περί ευρέσεως πόρων· ότι διέμενεν εισέτι μακράν της Ελλάδος, ίνα μεμονωμένην την σχετίση προς τας Δυνάμεις και τη προμηθεύση πόρους πλουσιωτέρους και σταθερωτέρους· ότι η επ' αγαθώ της Ελλάδος τάσις της εξωτερικής πολιτικής διά της παρεμβάσεως των αυλών εκρέματο εκ του πατριωτισμού των στρατιωτικών και των πολιτικών της Ελλάδος, των μεν πειθομένων εις τους αρχηγούς των, των δε διοικούντων τον τόπον διά τον τόπον, και ότι ήλπιζεν επί της καταβάσεώς του να τω δοθή η απαιτουμένη δύναμις εις επωφελή συμβιβασμόν των μεταξύ Ελλάδος και Δυνάμεων. Διά της επιστολής ταύτης υπηνίττετο και την υπέρ της Ελλάδος των τριών αυλών συνθήκην· διότι, αν και καθ' όν καιρόν έγραφεν, η συνθήκη είχεν υπογραφή, δεν είχεν όμως επικυρωθή· την δε 19 αυγούστου ό εστι μετά την επικύρωσίν της, έγραψε πλατύτερον περί αυτής και καθαρώτερον, προτρέπων την προσωρινήν κυβέρνησιν να την δεχθή αδιστάκτως ως σωτήριον.
Έξ περίπου εβδομάδας διέτριψεν ο Καποδίστριας εν Λονδίνω, καταγινόμενος πολυειδώς και πολυτρόπως και παρά τω συμβουλίω της συμμαχίας, και παρά τοις δυνατοίς του τόπου επ' ωφελεία του έθνους του αναθέσαντος αυτώ τα της κυβερνήσεώς του· και μεταξύ άλλων εσχεδίασε να φέρη εις Ελλάδα ξένα στρατεύματα εις πρόοδον του πολέμου και τακτοποίησιν του εσωτερικού. Αλλ' επειδή δεν επραγματοποίησε το υπό της εν Τροιζήνι συνελεύσεως ψηφισθέν δάνειον, δεν επραγματοποιήθη ούτε το περί επικουρικών στρατευμάτων σχέδιον. Εκ Λονδίνου μετέβη εις Παρισίους, όπου ηύρε καλλίστην υποδοχήν, και διέτριψεν αγωνιζόμενος υπέρ της Ελλάδος τέσσαρας εβδομάδας· εκείθεν μετέβη εις Αγκώνα την 8 νοεμβρίου, και μη ευρών το επί διάπλω του ταχθέν κατά την αίτησίν του αγγλικόν πλοίον διέμεινεν έξ εβδομάδας και απέπλευσεν επί της αγγλικής κορβέττας Λύκου· κατά δε τον διάπλουν μετεβιβάσθη εις το δίκροτον Warspite, και έφθασεν εις Μάλταν την 28 δεκεμβρίου, όπου διέτριβε τότε ο Κοδριγκτών·
Ιανουάριος απέπλευσεν επί του αυτού πλοίου την 2 ιανουαρίου και κατευωδώθη την 8 εις Ναύπλιον και η πόλις εκείνη, η τα πάνδεινα πάσχουσα εξ αιτίας των εσωτερικών ταραχών και διαιρέσεων, απηλλάχθη παντός φόβου, φανέντος μόνον του φέροντος τον κυβερνήτην πλοίου, και οι αντιφερόμενοι φρούραρχοι του παλαμηδίου και της ακροναυπλίας, οι παρακούοντες και κυβέρνησιν και αρχιστρατηγίαν, επρόσφεραν αυτώ αυθόρμητοι και αυθημερόν την υποταγήν των και τας κλεις της πόλεως και των φρουρίων· αλλά δεν εδέχθη την προσφοράν επί λόγω ότι δεν ενήργει εισέτι ως κυβερνήτης. Την δε 8 απέβη εις την πόλιν υποδεχθείς επί του παραθασσαλίου μετά πάσης χαράς και τιμής· προπροευομένου δε του κλήρου ιεροφορούντος και του λαού παρακολουθούντος, υπήγεν υπό τον ήχον των δοξολογιών και των ευφημιών εις την μητρόπολιν, και μετά την τελετήν εδέχθη τον κλήρον, τους πολιτικούς και στρατιωτικούς αρχηγούς της πόλεως και λοιπούς προκρίτους, επέβη το εσπέρας εις το δίκροτον, απέπλευσε την επαύριον και κατευωδώθη την 11 εις Αίγιναν, όπου έδρευαν η βουλή και η αντικυβερνητική επιτροπή. Την αυτήν ημέραν τον επεσκέφθησαν επί του πλοίου τα μέλη της αντικυβερνητικής επιτροπής ιδιωτικώς, την επαύριον δε και επισήμως και συν αυτοίς ο πρόεδρος της βουλής, επί σκοπώ να τον συνοδεύσωσιν εις την ξηράν. Κατά την επίσημον δε ταύτην επίσκεψιν ανυψώθη η ελληνική σημαία επί του αγγλικού δικρότου και επί της γαλλικής φρεγάτας, Ήρας, ελλιμενιζούσης εν Αιγίνη, και εχαιρετήθη διά 15 κανονοβολών. Αριστήσαντες δε όλοι επί του δικρότου, έπιαν εις υγείαν των τριών ανάκτων, του κυβερνήτου, και εις ευτυχίαν της Ελλάδος, και υπό την κανονοβολήν όλων των εν τω λιμένι πλοίων συνώδευσαν τον κυβερνήτην εις την ξηράν αι ελληνικαί Αρχαί και οι πλοίαρχοι και οι αξιωματικοί του δικρότου και της φρεγάτας· τον υπεδέχθησαν δ' επί της αποβάσεώς του κληρικοί ιεροφορούντες και λαϊκοί, και τον έφεραν ψάλλοντες και αγαλλόμενοι εις το επί τούτω δαφνοστρωθέν προαύλιον της μητροπόλεως, όπου τον ανέμεναν η βουλή και οι λοιποί εν τη νήσω προύχοντες, και όπου προσήκουσαι ευχαί προς Θεόν ανεγνώσθησαν, ευφημίαι εις τιμήν των υπερμάχων τριών Δυνάμεων και του κυβερνήτου επλήρωσαν όλων τα στόματα, λόγος πατριωτικός εξεφωνήθη υπό του διδασκάλου Καήρη, και μετά την τελετήν, ο κλήρος, αι Αρχαί, οι Βουλευταί, οι παρευρεθέντες λοιποί προύχοντες, ο λαός και οι συναποβάντες ξένοι συνώδευσαν τον κυβερνήτην εις την κατοικίαν του.
Ουδέποτε άνθρωποι εδέχθησαν ευνοϊκώτερον τον λυτρωτήν των. Και ο στρατιωτικός και ο πολιτικός και ο ιδιώτης της Ελλάδος εχάρησαν όλοι την αυτήν χαράν, διότι όλοι ησθάνοντο την αυτήν χρείαν.
Είδαμεν, ότι θέατρον δεινών καταχρήσεων εδείχθη η ξηρά και κατ' εξοχήν η θάλασσα, και η Ελλάς εφαίνετο πλοίον εγκαταλελειμμένον εις την διάκρισιν των ανέμων· διά τούτο η έλευσις του κυβερνήτου εξελήφθη ως εμφάνισις εωθινού αστέρος εν μέσω νεφέλης· αλλ', αν η θέσις της Ελλάδος ήτο κακή ως θέσις αναρχική, η διάθεσις όλου του λαού ήτο καλή ως διψώντος την εγκατάστασιν της ευταξίας· την εδίψων και αυτοί οι αίτιοι της αταξίας, οι κατέχοντες τα φρούρια του Ναυπλίου, και τους είδαμεν αυτοπροαιρέτως προσφέροντας τω κυβερνήτη και τας κλεις των φρουρίων και εαυτούς. Εκ ταύτης της αιτίας ευχερεστέρον ήτο το υπέρ τακτοποιήσεως του κράτους έργον του κυβερνήτου παρ' ό,τι επιπολαίως εφαίνετο, διότι το επικρατούν κακόν ήτο των περιστάσεων και όχι των διαθέσεων, αι δε περιστάσεις δεν ήσαν πλέον αι αυταί επί της αφίξεώς του εξ αιτίας της συμμαχικής αντιλήψεως και τόσων άλλων καλών της πολιτικής θέσεώς του.
Η εν Τροιζήνι συνέλευσις, η ψηφίσασα τον Καποδίστριαν κυβερνήτην, συνεψήφισεν, ως είδαμεν, και σύνταγμα εις κυβέρνησιν της Ελλάδος. Βάσις αυτού ήτον η πλήρης και τελεία ανεξαρτησία του έθνους· απηγορεύετο δε η δι' οποιονδήποτε λόγον και εν οιαδήποτε περιστάσει κατάργησις της ανεξαρτησίας. Αλλ' η συνθήκη της συμμαχίας ανεδείκνυε την Ελλάδα υποτελή, ό εστιν ανέτρεπε την βάσιν της ανεξαρτησίας, εφ' ής εσάλευε το σύνταγμα· οι δε Έλληνες, οι συντάξαντες αυτό τον απρίλιον, καθ' όν δεν υπήρχεν η συμμαχία, έσπευσαν να δεχθώσιν ευγνωμονούντες και την επί της συστάσεως αυτής συνθήκην, ώστε εδέχθησαν πανδήμως δύο συστήματα ανατρεπτικά αλλήλων, το του συντάγματος και το της συνθήκης. Αι διτταί αύται αρχαί της υποτελείας και της ανεξαρτησίας αδύνατον ήτο να συγχωνευθώσι, και έπρεπε να προτιμηθή η συφερωτέρα. Το σύνταγμα της Τροιζήνος παρείχε την ανεξαρτησίαν, πλην γραπτήν· η δε Ελλάς, εξαντληθείσα εν μέσω μακρών αγώνων και αταξιών, δεν είχε πλέον τρόπους εις υπεράσπισίν της. Αλλ', αν παρείχε μετριωτέρα καλά η συνθήκη, η απόλαυσις αυτών και βεβαία ήτον υπό την εγγύησιν τριών μεγάλων αυλών και προαγωγός εφαίνετο εις το μετά ταύτα και αυτής της ανεξαρτησίας. Η συνθήκη αύτη δεχθείσα παρά της Ελλάδος εφηρμόζετο ήδη δι' όπλων και διαπραγματεύσεων, διότι η Ελλάς εφρουρείτο διά θαλάσσης υπό την προστασίαν αυτής, και η μάχη του Νεοκάστρου ήτον αποκύημα.
Ο κυβερνήτης είχε σταθεράν απόφασιν, και πριν πατήση το έδαφος της Ελλάδος, να βαδίση ην διέγραφεν η συνθήκη οδόν· ουδέ δυνατόν ήτο να βαδίση άλλην· μαρτυρεί δε την απόφασίν του ταύτην αυτός έν τινι προς τον αυτοκράτορα της Ρωσσίας αναφορά προ της εκείθεν αναχωρήσεώς του (γ) λέγων, ότι τότε θ' ανεδέχετο τα της εντολής του εν Ελλάδι, ότε ελάμβανε την αναγκαίαν πληρεξουσιότητα παρά των Ελλήνων εις διευθέτησιν της μελλούσης υπάρξεώς των επί των όρων της εν Λονδίνω συνθήκης· αν δε οι Έλληνες επέμεναν εις τα της παντελούς ανεξαρτησίας, δεν θ' ανεμιγνύετο εις τα πράγματα και θ' ανεχώρει εις την γενέθλιον εστίαν του. Αλλ' εχρειάζετο και νομιμότης εις μεταβολήν του συνταγματικού συστήματος, και νομιμότης δεν υπήρχεν. Οι λόγοι του κυβερνήτου εις αλλοίωσιν των αρχών, εφ' ών έθεσεν η εν Τροιζήνι συνέλευσις την υπ' αυτόν κυβέρνησιν, ήσαν ακαταμάχητοι· αλλά τις εδύνατο να μετακινήση ό,τι έθεσεν εθνική συνέλευσις ως αμετακίνητον; όχι άλλος βεβαίως ειμή εθνική συνέλευσις, και ο κυβερνήτης ώφειλε να την συγκαλέση ευθύς εις νομιμοποίησιν της κυβερνήσεώς του· αλλ' εβάδισεν άλλην οδόν· εζήτησε και έλαβεν εξουσίαν εις σύστασιν του νέου κυβερνητικού οργανισμού παρά των ενυπαρχόντων δύο σωμάτων, του βουλευτικού και του νομοτελεστικού, ήγουν παρά των μηδεμίαν εχόντων εξουσίαν να δώσωσι, διότι ουδεμίαν εξουσίαν έδωκεν αυτοίς η εθνική συνέλευσις. Ο Καποδίστριας εφοβήθη τα αποτελέσματα εθνικής συνελεύσεως και επρόκρινεν ατυχώς τον τρόπον τούτον. Αλλ' ήτο πρέπον να στήση την κυβέρνησίν του επί παρανομήσεως; επροφασίσθη την επικρατούσαν αταξίαν ως πρόσκομμα των εκλογών· και μήπως όλαι αι προλαβούσαι εκλογαί δεν έγειναν, και όλαι αι προλαβούσαι εθνοσυνελεύσεις δεν συνεκροτήθησαν εν μέσω εθνικής αταξίας; αλλ' η μετά ταύτα διαγωγή του επί της συντάξεως του περί εκλογών νόμου και επί των εκλογών αυτών ανεκάλυψε φανερά τα αληθή αίτια της αναβολής της εθνικής συνελεύσεως. Ήθελε να επιρρεάση τας εκλογάς διά της υπαλληλίας του, και διά τούτο ήθελε να εγκαταστήση εν πρώτοις αυτήν· αλλ' η λαμπρά και εγκάρδιος εθνική υποδοχή του, η υπακοή όλων, ως και αυτών των στασιαστών, εις τας διαταγάς του, η πλήρης πεποίθησις των Ελλήνων εις την ικανότητά του και τον πατριωτισμόν του, και προ πάντων η αναπόδραστος ανάγκη της εις τα πράγματα κλήσεώς του έπρεπε να τον πείσωσιν, ότι επί συνελεύσεως είχε το παν να κερδίση και ουδέν να φοβηθή· αλλ' ο κυβερνήτης, καθώς απέδειξεν όλη η εν Ελλάδι πολιτική διαγωγή του, ήτον άτολμος πολιτευτής και αμφίβαλλε μόνος αυτός περί ου ουδείς άλλος αμφίβαλλεν. Αν άλλως επολιτεύετο, δεν θα εστηλιτεύετο η κυβέρνησίς του υπό της μετ' ολίγον αναφανείσης αντιπολιτεύσεως ως παράνομος, δεν θα έπασχεν όσους έπαθε κλονισμούς το δύστυχές έθνος υπό την πρόφασιν της παρανομήσεως, και δεν θα έπινεν ουδ' αυτός τόσα φαρμάκια.
Πεσούσης της βουλής διά της συγκαταθέσεως αυτής, ανύψωσεν ο κυβερνήτης επί των ερειπίων της και διά της συναινέσεώς της πολιτικόν σώμα εξ 27 μελών, «το Π α ν ε λ λ ή ν ι ο ν», και το διήρεσεν εις τρία τμήματα διαιρέσας τας εργασίας του εις διοικητικάς, οικονομικάς και δικαστικάς· έκαστον δε των τριών τμημάτων είχε πρόεδρον ονομαζόμενον πρόβουλον· ο δ' επί των οικονομικών ήτο και πρόβουλος όλου του σώματος· ώρισε δε και τα καθήκοντα του σώματος τούτου. Κατ' αυτά επάναγκες ήτο τα ψηφίσματα του κυβερνήτου να εκδίδωνται επί των εγγράφων αναφορών του πανελληνίου ή των τμημάτων αυτού, είτε διοικητικά ήσαν τα αντικείμενα είτε νομοθετικά· και διοικητικά μεν ήσαν τα περί ων αι πράξεις της εν Τροιζήνι συνελεύσεως επρονόησαν, νομοθετικά δε τα περί ων ουδέν ενομοθετήθη.
Καθ' ήν δε ημέραν εξεδόθη ο κυβερνητικός ούτος οργανισμός εξεδόθη και διακήρυξις προς τους Έλληνας λέγουσα τας αιτίας, δι' άς εχρονοτρίβησεν ο κυβερνήτης περιοδεύων επ' ωφελεία της πατρίδος την Ευρώπην, δεικνύουσα την ανάγκην εγκαθιδρύσεως ισχυράς και νομίμου κυβερνήσεως εις κτήσιν των αγαθών της συνθήκης της συμμαχίας, προαναγγέλλουσα συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως τον προσεχή απρίλιον, και δικαιούσα επί λόγω κατεπειγουσών περιστάσεων την απαραίτητον σύστασιν του προσωρινού συστήματός του συναινέσει της βουλής και των εγκριτωτέρων του έθνους. Μετά τινας δε ημέρας ο κυβερνήτης ωρκίσθη τον εξής όρκον.
«Εν ονόματι της αγιωτάτης και αδιαιρέτου Τριάδος ορκίζομαι να εκπληρώσω, κατά τας οποίας αι πράξεις της Επιδαύρου, του Άστρου και της Τροιζήνος έθεσαν βάσεις, τα εμπιστευθέντα μοι χρέη παρά του έθνους. Ορκίζομαι να τα εκπληρώσω μέχρι της συγκαλέσεως της εθνικής συνελεύσεως κατά τους κανόνας διά της καταστάσεως της προσωρινής κυβερνήσεως ορισθέντας, μόνον σκοπόν έχων να προάξω την πρόοδον της εθνικής και πολιτικής ανακαινίσεως της Ελλάδος, ώστε να δυνηθή όσον τάχιστα να απολαύση των σημαντικών ωφελειών τας οποίας η εν Λονδίνω συνθήκη της 24 Ιουνίου 1827 τη επαγγέλλεται.
«Καθίστημι εμαυτόν υπεύθυνον δι' όλας τας πράξεις της διοικήσεώς μου και εγγυώμαι να υποβάλω αυτάς εις την κύρωσιν της εθνικής συνελεύσεως, ήτις θέλει συνέλθει τον απρίλιον μήνα».
Πλημμελής φαίνεται ο τύπος του όρκου τούτου, αν και τον συνέταξεν αυτός ο κυβερνήτης γαλλιστί, διότι ελάλει αλλά δεν έγραφεν ελληνιστί. Ορκισθείς να κυβερνήση την Ελλάδα καθ' άς έθεσαν βάσεις αι πράξεις της Επιδαύρου, του Άστρου και της Τροιζήνος, βάσεις πλήρους ανεξαρτησίας και αντιπροσωπικού πολιτεύματος, ωρκίσθη να την κυβερνήση και καθ' ό εισήξε πολίτευμα μέχρις ου συνεκαλείτο η εθνική συνέλευσις εις απόλαυσιν ρητώς των καλών όσα η εν Λονδίνω συνθήκη επηγγέλλετο· η συνθήκη δε αύτη καθίστα την Ελλάδα υποτελή τω σουλτάνω, και το πολίτευμά του δεν ήτον αντιπροσωπικόν.
1828
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΒ'.
Πειρατεία και εξάλειψις αυτής. — Τα κατά την Γραμβούσαν. — Τακτοποίησις του ναυτικού και του στρατιωτικού. — Παράδοσις των φρουρίων Ναυπλίου εις την κυβέρνησιν και αλλαγή φρουρών. — Πώλησις προσόδων — Διοικητικός οργανισμός της Ελλάδος. — Κατεδαφισμός Τριπολιτσάς παρά του Ιβραήμη.
ΚΑΙ άλλοτε ανεφέραμεν περί της πειρατείας, αλλά πρό τινος καιρού το κακόν υπερεπλεόνασε. Μοναδικόν και αίσχιστον φαινόμενον εν τη ιστορία των εθνών ανεδεικνύετο. Καθ' όν καιρόν οι στόλοι των ευρωπαϊκών Δυνάμεων, καταβάντες εις Ελλάδα προς σωτηρίαν των Ελλήνων, κατέστρεφαν τας δυνάμεις, και κατεπόντιζαν χιλιάδας των εχθρών αυτών, τινές των Ελλήνων περιτρέχοντες την θάλασσαν ελήστευαν τα υπό ευρωπαϊκήν σημαίαν πλοία και εκακοποίουν ενίοτε και αυτά τα πληρώματά των· το δε πάντων αίσχιστον, έπρατταν τα τοιαύτα πολλάκις υπό την σκέπην καταγωγικών εγγράφων της κυβερνήσεώς των· μετακομιζόμενα δε τα πλοία, όπου έδρευεν αύτη, κατεδικάζοντο ενώπιον αυτής δι' ασεβούς και αναιδούς δικαστηρίου. Ηγανάκτησεν η Ευρώπη όλη, εφρύαξαν οι ναύαρχοι της συμμαχίας επί τη τοιαύτη διαγωγή, εστηλίτευσαν την κυβέρνησιν ως ανίσχυρον και κακοήθη, και την ηνάγκασαν εκούσαν άκουσαν να διακηρύξη, ότι επ' ουδεμία προφάσει επετρέπετο του λοιπού έκπλους εις καταγωγήν, ή σύλληψίς τινος των υπό ουδετέραν σημαίαν πλοίων, ότι μόνα ήσαν αλώσιμα όσα απεδεικνύοντο ένοχα παραβιάσεως πραγματικού αποκλεισμού εντός ρητής αποστάσεως, και ότι εθεωρούντο ως πειραταί οι παραβάται των κανόνων τούτων, και εφωδιασμένοι αν ήσαν διά τακτικών εγγράφων καταγωγής.
Καθ’ άς δε ημέρας ήλθεν εις Ελλάδα ο κυβερνήτης, η μεταξύ Ελλησπόντου, Ρόδου και ανατολικών παραλίων της Πελοποννήσου θάλασσα ήτο θέατρον πειρατείας· αλλ' η Γραμβούσα και αι βόρειοι σποράδες ήσαν καθ' αυτό πειρατήρια, και όλον το ευρωπαϊκόν εμπόριον έπασχε δεινώς. Εις θεραπείαν του κακού διέταξεν η αγγλική κυβέρνησις να εμποδίζεται παν ένοπλον πλοίον υπό σημαίαν ελληνικήν του να θαλασσοπορή μέχρι της συστάσεως εν Ελλάδι κυβερνήσεως ικανής ν' ασφαλίση την θαλασσοπλοΐαν, εξαιρουμένων των πολεμικών της ελληνικής κυβερνήσεως και των υπό τας διαταγάς αυτής πλεόντων. Κατά την διαταγήν ταύτην τα περί ων ο λόγος μέρη, όπου επλεόνασεν η πειρατεία, είλκυσαν κυρίως την προσοχήν και των ναυάρχων της συμμαχίας και του κυβερνήτου· και ο μεν Κοδριγκτών ανεδέχθη, επί της κατά την Μάλταν εντεύξεώς του μετά του κυβερνήτου, να καθαρίση την Γραμβούσαν, ο δε κυβερνήτης τας βορείους σποράδας. Επί τω σκοπώ τούτω απεστάλη ο μοίραρχος Άγγλος Θωμάς Σταίνης εις Γραμβούσαν έχων υπό τας διαταγάς του τρεις φρεγάτας, δύο δικάταρτα και δύο γολέττας· παρηκολούθουν δε και μία κορβέττα, έν δικάταρτον και δύο γολέτται υπό σημαίαν γαλλικήν υπό τον Ρεβερσώνα· συναπέπλευσε και ο Μαυροκορδάτος ως επίτροπος της ελληνικής κυβερνήσεως. Απόρθητος είναι η Γραμβούσα και δυσπρόσιτος διά την αλίμενον, κρημνώδη και ανεμώδη θέσιν της· το δε ορμητήριον τούτο των πειρατών ήτον εν ταυτώ και ορμητήριον των υπέρ ελευθερίας της νήσου αγωνιστών· εκείθεν εξώρμων συγχρόνως κακούργοι επί της θαλάσσης και πολεμισταί κατά των Τούρκων επί της ξηράς. Οι δε σύμμαχοι, οι θέλοντες την παύσιν της πειρατείας, ήθελαν και την πρόοδον του ελληνικού αγώνος, ελπίζοντες ν' αναγκάσωσι τοιουτοτρόπως έτι μάλλον την Πύλην εις συμβιβασμόν. Διά τούτο, αφ' ού η ρηθείσα αγγλογαλλική δύναμις εφάνη έξωθεν της Γραμβούσης, έγραψεν ο μοίραρχος Άγγλος προς την εν τω φρουρίω εκείνω επιτροπήν των Κρητών, ότι ήλθε να εξαλείψη την πειρατείαν, αλλ' όχι και να εμποδίση τους υπέρ ελευθερίας της νήσου αγώνας. Εζήτει δε εις ευόδωσιν του σκοπού, δι' όν εστάλη, να τω παραδοθώσι τα πλοία των, τα εξ αρπαγής σωζόμενα πράγματα και δώδεκα Κρήτες ονομαστί θεωρούμενοι ως οι μάλλον ένοχοι· να παραδοθή δε και το φρούριον εις την ελληνικήν κυβέρνησιν. Κατ' εκείνον τον καιρόν κατεγίνοντο οι Κρήτες να διαβιβάσωσιν εκ Γραμβούσας εις τον λιμένα των Σφακιών τα υπό τον Χατσή-Μιχάλην και άλλους καταπλεύσαντα εκεί στρατιωτικά σώματα καί τινα εντόπια εις έξαψιν του ήδη αναρριπισθέντος πολέμου, και επρότειναν τω μοιράρχω να μη εμποδίση την ήδη ετοίμην διαβίβασιν αυτών, υποσχόμενοι να τω παραδώσωσι μετά ταύτα και το φρούριον και τα πλοία των, αλλ' αποποιούμενοι την παράδοσιν των δώδεκα επί λόγω, ότι ουδείς αυτών ευρίσκετο εντός του φρουρίου. Την πρότασιν ταύτην υπεστήριζαν και ο Χαμιλτών και ο Μαυροκορδάτος ως ούσαν κατά το πνεύμα των οδηγιών της συμμαχίας. Αλλ' ο μοίραρχος, άνθρωπος του γράμματος μάλλον ή του πνεύματος των οδηγιών του, και θεωρών ένοχον την επιτροπήν, διότι μέλη τινά αυτής ήσαν εκ των δώδεκα, μηδέ πιστεύων τους λόγους της, έδωκεν επί τη παρακοή αυτής το σημείον της προσβολής, και πρώτος αυτός επί της Φρεγάτας, Ίσιδος, εκανονοβόλησε τα έμπροσθεν του φρουρίου πλοία και αυτό το φρούριον.
Ήτον η 19 ιανουαρίου, και έπνεε την ώραν εκείνην σφοδρός λίβας. Η Ίσις, παραπλέουσα την γην επί σκοπώ να βλάψη έτι μάλλον τα εν τω λιμένι πλοία, ευρέθη αίφνης πλησίον υφάλου, και εις αποφυγήν του κινδύνου ανεκρούσθη. Αλλ' επί τη απροσδοκήτω ανακρούσει έπεσεν επί την παραπλέουσαν Καμβρίαν, και αι δύο φρεγάται περιεπλέχθησαν. Εις διαχωρισμόν δε αυτών έκοψαν οι ναύται τον δόλωνα της Καμβρίας, και η μεν Ίσις διεσώθη, αλλ' η Καμβρία ωθουμένη προς την ξηράν υπό του επικρατούντος ανέμου, και μη δυναμένη να ορθοπλεύση εξ αιτίας του παθήματός της, εκάθησεν επί της υφάλου και εναυάγησεν· εκινδύνευσε δε και η την επί της υφάλου πεσούσαν παρακολουθούσα τρίτη φρεγάτα, πλην δεν έπαθε ρίψασα την άγκυράν της εις πυθμένα βαθύτατον. Αλλά τα παθήματα ταύτα δεν απέτρεψαν τον μοίραρχον του σκοπού του. Δώδεκα μεγάλα πλοία ευρέθησαν εν τω λιμένι της Γραμβούσης, εξ ών τέσσαρα εκάησαν, τρία εβυθίσθησαν, και πέντε αφηρπάγησαν και εστάλησαν εις Μάλταν· εις παύσιν δε πάσης εχθροπραξίας απήτει ο μοίραρχος την παράδοσιν των δώδεκα και την του φρουρίου. Οι Κρήτες παρέδιδαν το φρούριον, αλλ' ουδένα των δώδεκα επαναλέγοντες, ότι ουδείς αυτών ήτον εντός· διά τούτο το φρούριον επολιορκείτο υπό των συμμαχικών πλοίων και εις ουδένα των εν αυτώ επετρέπετο έξοδος, διότι όσον περισσότεροι ήσαν οι εν αυτώ, τόσον ταχυτέρα ηλπίζετο η παράδοσις αυτών, καταναλισκομένων των τροφών. Ελέγετο δε ότι ενήσαν επτακισχίλιοι ψυχαί. Εν τούτοις εισήχθη επί παραλαβή του φρουρίου φρουρά της ελληνικής κυβερνήσεως εξ εκατόν τακτικών υπό τον φιλέλληνα Ουρκουάρτον, αλλ' ούτε ευπειθής ήτον η φρουρά, ούτε όσην απήτει η εν τω φρουρίω ευταξία, διότι οι εν αυτώ οπλοφορούντες και μη αποτελούντες μέρος αυτής ήσαν δεκαπλάσιοι· διά ταύτην την αιτίαν προσαπέβησαν εκατόν αγγλογάλλοι εις ενίσχυσιν αυτής και αποκατάστασιν της ευταξίας. Αλλ' οι εν τω φρουρίω, βλέποντες αυτούς ερχομένους και φοβούμενοι μη, ενδυναμωθείσης της φρουράς, κακοπάθωσί τινες αυτών και απολέσωσιν όσα πράγματα εσώζοντο εισέτι εκ της πειρατείας, έκλεισαν την πύλην του φρουρίου κατά πρόσωπον αυτών· αφ' ού όμως τους είδαν πλησιάσαντας και ετοίμους εις προσβολήν, την ήνοιξαν^ εσκόπευαν δε να εξέλθωσί τινες αυτών επ' ελπίδι να τους πείσωσιν ίνα επανέλθωσιν εις τα πλοία των, διότι δεν ήθελαν να δώσωσιν αφορμήν αλληλομαχίας. Αλλ', εν ώ ηνοίχθη η πύλη, ώρμησαν οι αγγλογάλλοι και εισήλθαν βία εις το φρούριον, μηδενός εναντιωθέντος. Εισήλθαν δε την επαύριον και άλλοι 200 εξ αυτών. Αφ' ού δε το φρούριον κατελήφθη, εδόθη άδεια ν' αναχωρήσωσιν οι θέλοντες, αλλά προσείχαν οι φύλακες επί της πύλης μη υπεκφύγη τις των δώδεκα, όντων, κατά το λέγειν του μοιράρχου, εν τω φρουρίω.
Κατ' εκείνας τας ημέρας εσκοτώθη ο φρούραρχος Ουρκουάρτος επιπεσούσης της στέγης της σεσαθρωμένης κατοικίας του, πνεύσαντος σφοδρού ανέμου. Εστάλη δε ως διάδοχός του ο εκ Χανόβρης φιλέλλην Χάνης.
Αφ' ού δε οι αγγλογάλλοι κατέλαβαν το φρούριον, ο φόβος των εν αυτώ ενόχων ηύξησε, και τόσω μάλλον, καθ' όσον ο μοίραρχος δεν έπαυεν απαιτών τους δώδεκα, και μεταχειριζόμενος παντίους τρόπους εις σύλληψίν των· οι πλείστοι δε των ενόπλων Κρητών εκάθηντο έγκλειστοι εντός των οικιών έτοιμοι εις αντίστασιν, αν επεφέρετο βία. Εν ώ δε επεκράτουν υποψίαι και φόβοι, ειδοποιήθη ο μοίραρχος ότι οι επί της ξηράς αγγλογάλλοι εκινδύνευαν να εξόλοθρευθώσιν εν ρητή νυκτί δι' υπονομής. Επί τη ειδοποιήσει ταύτη έτρεξεν ο αρχηγός αυτώ Στραγκουαίης εις τον υποδειχθέντα τόπον της υπονόμου και συνέλαβέ τινας καθ' ήν ώραν έθεταν την εις ανατροπήν του κτιρίου, όπου διέτριβαν οι αγγλογάλλοι, πυρίτιδα, και ούτως η βδελυρά πράξις διεσκεδάσθη. Οι δε εν τω φρουρίω εθορυβήθησαν όλοι, και πολλοί των ενόχων έντρομοι εδραπέτευσαν υπό το σκότος της νυκτός· αλλά συνελήφθησαν καί τινες, εν οίς και έξ εκ των δώδεκα, και εστάλησαν σιδηροδέσμιοι εις Αίγιναν· εστάλησαν συγχρόνως εις Μάλταν και τα συλληφθέντα σώα έξ πλοία και κατεδικάσθησαν μεν ως πειρατικά, αλλ' απεπέμφθησαν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν προς χρήσιν αυτής επί ρητή απαγορεύσει του ν' αποδοθώσιν εις τους ιδιοκτήτας· συναπεστάλησαν δε εις Μάλταν και όσα είδη εκ των διά πειρατείας αρπαγέντων ευρέθησαν εν τω φρουρίω· απέβησαν επί τη ανακαλύψει της υπονόμου και άλλοι στρατιώται εκ των συμμαχικών πλοίων, το φρούριον εκενώθη όλον, οι υπό τον Χατσή-Μιχάλην και λοιπούς απέπλευσαν, πάμπολλαι οικίαι κατηδαφίσθησαν, και ούτως ετελείωσαν τα της Γραμβούσης.
Ο δε κυβερνήτης αναδεχθείς την κατά τας βορείους σποράδας εξάλειψιν της πειρατείας, ανέθεσε την φροντίδα εις τον Μιαούλην. Δεν υπέστη ούτος όσα οι κατά την Γραμβούσαν πειρατοδιώκται, διότι οι παρεπιδημούντες κατά τας νήσους εκείνας Ολύμπιοι, οι κύριοι όλων σχεδόν των επί πειρατεία πλοιαρίων, τα παρέδωκαν οικειοθελώς, 80 τον αριθμόν· ο δε ναύαρχος τα μεν έκαυσε τα δε έστειλεν εις την κυβέρνησιν προς χρήσιν αυτής· επί σκοπώ δε να μη αναβλαστήση το κακόν, μετέφερεν ο κυβερνήτης όλους τους επί των νήσων τούτων Ολυμπίους πειθοί και βία εις Ελευσίνα. Διά των κινημάτων τούτων απηλλάγη η θάλασσα των πειρατών. Ετακτοποιήθη δε και η πολεμική και η εμπορική ναυτιλία διά προσφόρου κανονισμού παρέχοντος αποχρώσας εγγυήσεις, και ηγρύπνει η κυβέρνησις επί τη αυστηρά εφαρμογή του. Η δε Ευρώπη ευφήμισεν όλη τον εξαλείψαντα την πειρατείαν κυβερνήτην.
Πρωτίστη φροντίς του κυβερνήτου ήτο και η τακτοποίησις του στρατιωτικού. Εξ αρχής της επαναστάσεως μέχρι της ελεύσεώς του το στρατιωτικόν δεν ετακτοποιήθη· ο στρατιώτης υπέκειτο μάλλον εις τον αρχηγόν του ή εις την κυβέρνησιν, διότι ο αρχηγός του εφαίνετο ότι τον έτρεφε, τον εμισθοδότει και τον επροβίβαζεν· οι πλείστοι δ' αυτών συνήθως είχεν το πολλοστημόριον όσων ελάμβαναν διαταγήν να στρατολογήσωσι, τινές δε μόνους τους ψυχουιούς των· απήτουν όμως σιτηρέσια και μισθούς δι' ολόκληρον τον εν τη διαταγή αριθμόν. Αλλ' η παράλυσις, εν ή ευρέθη το στρατιωτικόν επί της ελεύσεως του κυβερνήτου, βλαπτική κατά τα άλλα, συνέτεινεν εις την επί το βέλτιον ανάπλασίν του ως διαλύσασα τον προϋπάρχοντα σύνδεσμον αρχηγού και στρατιώτου. Ο κυβερνήτης ήθελε να οργανίση το στρατιωτικόν εις χιλιαρχίας· πάμπολλοι στρατιώται Στερεοελλαδίται επλανώντο εν τη Πελοποννήσω άποροι και κακοποιούντες τους αδυνάτους. Ο κυβερνήτης, προθέμενος ν' απαλλάξη την Πελοπόννησον της μάστιγος ταύτης, να εξοικονομήση τους στρατιώτας τούτους και να τους αναδείξη ωφελίμους εν τη κατά την στερεάν Ελλάδα εκστρατεία, τους εκάλεσεν όλους εις Τροιζήνα, όλους ηύρε προθύμους και ανέδειξε κατά πρώτην φοράν τους στρατιώτας των αρχηγών στρατιώτας της κυβερνήσεως, αποσπάσας αυτούς εκείνων αθορυβήτως και θέσας υπό την οδηγίαν άλλων αρχηγών αγογγύστως. Αφ' ού δε ειδοποιήθη ότι συνήχθησαν, επέβη εις το υπό τας διαταγάς του αγγλικόν δίκροτον την 12 φεβρουαρίου, και συνοδευόμενος υπό δύο φρεγατών ρωσσικών και μιας γαλλικής, μετέβη εις Πόρον, όπου τα μεν συμμαχικά πλοία τον εχαιρέτησαν ως αρχηγόν έθνους, οι δε κάτοικοι πάσης τάξεως και οι επί τούτω μεταβάντες εκεί εκ Τροιζήνος αξιωματικοί των ατάκτων Ελλήνων τον εδέχθησαν όλοι ενθουσιώντες επί του παραθαλασσίου, τον συνώδευσαν εις την εκκλησίαν, όπου εψάλη η συνήθης δοξολογία, και εκείθεν εις την κατοικίαν του. Την πέμπτην δε ημέραν της εις Πόρον αφίξεώς του, συνοδευόμενος υπό των διοικητών των συμμαχικών πλοίων και των αξιωματικών Ελλήνων, μετέβη εις την επί της απέναντι όχθης Τροιζηνίαν, όπου χαίροντες και αλαλάζοντες τον εδέχθησαν οι στρατιώται, προηγουμένου του Υψηλάντου, ον απρακτούντα μελετών ο κυβερνήτης να διορίση γενικόν αρχηγόν αυτών έστειλεν εκεί πρότερον εις διατήρησιν της ευταξίας και εις οργανισμόν των χιλιαρχιών· επιθεωρήσας δε το στράτευμα απέπλευσε την επιούσαν, διαρκούντος του οργανισμού των χιλιαρχιών, υπό την αυτήν συμμαχικήν συνοδίαν εις Ναύπλιον. Είπαμεν, ότι επί της εκείθεν διαβάσεώς του οι κατέχοντες τα φρούρια τω επρόσφεραν αυθόρμητοι και αυτά και εαυτούς· πολλοί όμως αμφίβαλλαν περί της ειλικρίνειας των· αμφίβαλλε και αυτός ο κυβερνήτης· αλλ' οι φρούραρχοι εφάνησαν ευπειθέστατοι και παρέδωκαν και τα φρούρια και εαυτούς και τα μεν φρούρια έθεσεν ο κυβερνήτης υπό τας διαταγάς του Εϋδέκου, αυτούς δε διέταξε να τον συνακολουθήσωσιν εις Τροιζήνα, ίνα καταταχθώσιν εν ταις οργανιζομέναις χιλιαρχίαις. Η παράδοσις των φρουρίων τούτων εκραταίωσε την αρτισύστατον κυβέρνησιν και εμεγάλυνε δικαίως το όνομα του κυβερνήτου και εντός και εκτός της Ελλάδος.
Τοιουτοτρόπως διαθέσας τα του Ναυπλίου, επανήλθε διά ξηράς εις Τροιζήνα, όπου, αφ' ού αι χιλιαρχίαι διοργανίσθησαν, έστη εις το μέσον αυτών, τας ώρκισε, ταις παρέδωκε τας σημαίας, και τας μεν απέστειλεν εις Ελευσίνα υπό τον Υψηλάντην ως στρατάρχην κατά την Ανατολικήν Ελλάδα, δύο δε ατελείς εις την Δυτικήν υπό τον εκεί αρχιστράτηγον, διατάξας αυτόν να οργανίση ομοιομόρφως και τα εκεί στρατιωτικά σώματα.
Τακτοποιηθέντων των στρατευμάτων, εκηρύχθη η πώλησις των προσόδων της Πελοποννήσου, και εγένετο μετά πολλής ωφελείας του ταμείου. Αι πρόσοδοι του αιγαίου ήσαν ήδη εν μικρά τιμή εξ αιτίας των ανωμαλιών ηγορασμέναι, η δε ασφάλεια, ην ήρχισε ν' απολαμβάνη εσωτερικώς και εξωτερικώς η επικράτεια, υπέσχετο σημαντικόν κέρδος. Ο κυβερνήτης, ευρών ευλογοφανή αφορμήν το άτακτον της τότε δημοπρασίας, τας εδημοπράτησεν εκ νέου, αποζημιώσας τους πρώην αγοραστάς και ωφελήσας το ταμείον.
Διαθέσας δε τα των προσόδων επανήλθεν εις Ναύπλιον διαβάς την Κόρινθον και αντικαταστήσας τακτικήν φρουράν επί της Ακροκορίνθου· ησχολήθη δ' επί της εν Ναυπλίω διατριβής του και εις τα περί του διοικητικού οργανισμού του κράτους. Επί της διοικητικής επιτροπής τα διοικητικά καθήκοντα ανετέθησαν εις τας κατά τόπους δημογεροντίας. Το σύστημα τούτο επεκράτησε και επί της αντικυβερνήσεως, ώστε διοικηταί δεν υπήρχαν· μόνα τα αστυνομικά και φρουραρχικά καθήκοντα μετήρχοντο άνδρες στελλόμενοι παρά της κυβερνήσεως. Η δε συνέλευσις της Τροιζήνος, αισθανομένη την κατά το επί τουρκοκρατίας σύστημα ατοπίαν των πολυαρίθμων επαρχιών, εψήφισε την συνένωσιν πολλών, και τα αθροίσματα των επαρχιών τούτων επωνόμασεν ως επί των βυζαντινών θεματαρχίας. Την αυτήν οδόν βαδίσαντος του κυβερνήτου συναινέσει του πανελλήνιου, διηρέθη η Πελοπόννησος εις επτά τμήματα, αι δε νήσοι εις έξ. Εδόθησαν δε αυτοίς αρχαίαι ονομασίαι. Το πρώτον τμήμα της Πελοποννήσου εκ των επαρχιών Άργους, Ναυπλίου, Κάτω-Ναχαγέ και Κορίνθου ωνομάσθη Α ρ γ ο λ ί ς· το δεύτερον εκ των επαρχιών Καλαβρύτων, Βοστίτσης και Π. Πατρών, Α χ α ΐ α· το τρίτον εκ των επαρχιών Γαστούνης και Πύργου, Ή λ ι ς· το τέταρτον εκ των επαρχιών Αρκαδίας, Νεοκάστρου, Μοθώνης και Κορώνης, Ά ν ω-Μ ε σ σ η ν ί α· τα πέμπτον εκ των επαρχιών Νησίου, Καλαμάτας, Εμλακίων, Ανδρούσης, Λεονταρίου, Μικρομάνης και δυτικής Σπάρτης, Κ ά τ ω Μ ε σ σ η ν ί α· το έκτον εκ των επαρχιών Μονεμβασίας, Μιστρά, Πραστού και ανατολικής Σπάρτης, Λ α κ ω ν ί α· και το έβδομον, εκ των επαρχιών Φαναρίου, Καρυταίνης, Τριπολιτσάς και αγίου Πέτρου, Α ρ κ α δ ί α.
Αι δε νήσοι διηρέθησαν εις δύο κλάσεις, εις Σποράδας και Κυκλάδας, εκατέρα δε υποδιηρέθη εις τρία τμήματα λαβόντα και ταύτα την ονομασίαν από της φυσικής θέσεώς των· ωνομάσθησαν δε εκ μεν των Σποράδων, β ό ρ ε ι ο ι μεν ή Σκιάθος, η Σκόπελος, η Σκύρος, τα Ηλιοδρόμια και τα Ψαρά· α ν α τ ο λ ι κ α ί δε η Σάμος, η Κάλυμνος, η Λαίρος, η Πάτμος και η Ικαρία· δ υ τ ι κ α ί δε η Ύδρα, αι Σπέτσαι, ο Πόρος, η Αίγινα και η Σαλαμίς· εκ δε των Κυκλάδων, β ό ρ ε ι ο ι μεν η Σύρα, η Σέριφος, τα Θερμιά, η Ζέα, η Άνδρος, η Τήνος και η Μύκωνος· κ ε ν τ ρ ι κ α ί δε η Νάξος, η Πάρος, η Ίος, η Σύκινος η Πολύκανδρος, η Μήλος, η Κίμηλος, και η Σίφνος· και ν ό τ ι α ι η Σαντωρήνη, η Ανάφη, η Αστυπαλαία, η Κάσσος και η Κάρπαθος. Έκαστον δε των δεκατριών τούτων τμημάτων έθεσεν ο κυβερνήτης υπό έκτακτον επίτροπον, και διέταξε τας διοικητικάς ταύτας Αρχάς να συστήσωσι δημογεροντίας κατά χωρία, κώμας, πόλεις, και επαρχίας υπό νέας διατάξεις, βάσιν όμως εχούσας τον ενυπάρχοντα περί εκλογής δημογερόντων νόμον, και οριζούσας ακριβεστέρον τα καθήκοντα των τοπικών τούτων Αρχών. Ασχοληθείς δε και εις την αύξησιν του τακτικού ανεκαίνισε τον περί απογραφής νόμον της τρίτης διοικητικής περιόδου.
Τοιουτοτρόπως διά της εξοντώσεως της πειρατείας, διά του κανονισμού του πολεμικού και εμπορικού ναυτικού, διά της τακτοποιήσεως του στρατιωτικού και διά της εφαρμογής του διοικητικού και δημογεροντικού οργανισμού η επικράτεια έλαβε μορφήν ταις ημέραις εκείναις οποίαν δεν είχε πριν.
Καθ' όν δε καιρόν διώριζε τους εκτάκτους επιτρόπους συνέπεσε και να τους διδάξη εμπράκτως τα καθήκοντά των. Επί της αφίξεώς του διώρισεν εκ του προχείρου χάριν της υπηρεσίας διοικητάς προσωρινούς εν Αιγίνη, Πόρω, Σύρα και Ναυπλίω. Ο του Ναυπλίου Ιωάννης Θεοτόκης εδαπάνησε χρήματα του κοινού εις επισκευήν οικιών τινων εθνικών, και αντιφερόμενος προς την ενυπάρχουσαν δημογεροντίαν εδέχθη την παραίτησίν της και αντικατέστησεν άλλην· αλλ' ούτε περί της δαπάνης ούτε περί της αντικαταστάσεως εζήτησε την άδειαν της κυβερνήσεως. Μαθών ο κυβερνήτης ταύτα έπαυσε τον υπάλληλόν του και τον επέπληξεν επισήμως ως παραβάτην των καθηκόντων του. Η αυστηρότης αύτη ενέπνευσε τω λαώ μέγα θάρρος. Υπό τοιούτους οιωνούς ήρχισεν ή νέα κυβέρνησις τας διοικητικάς εργασίας της.
Φεβρουάριος Καθ' άς δε ημέρας κατεγίνετο ο κυβερνήτης εις τα του διοικητικού οργανισμού, ο Ιβραήμης εξεστράτευσε πανστρατιά από των μεσσηνιακών φρουρίων, και θύων καθ' οδόν, καίων, καταστρέφων, λεηλατών και αιχμαλωτίζων, ανέβη την 9 Φεβρουαρίου εις Τριπολιτσάν, όπου διετήρει πολλήν φρουράν, ην απέπεμψεν εις τα μεσσηνιακά φρούρια την επαύριον, και συναπέπεμψε και όλους τους αιχμαλώτους υπό τον Σουλεϊμάμπεην. Μετά δε ταύτα διέταξε τον κατεδαφισμόν της πόλεως, και λαβών πέλεκυν έδωκε το παράδειγμα πρώτος αυτός. Πέντε ολοκλήρους ημέρας ειργάζετο, επιστατούντος αυτού, όλον το στράτευμα υπό τον ήχον των σαλπίγγων και των τυμπάνων· τα τείχη, αι εκκλησίαι, τα ζαμία, αι βρύσεις και λοιπά δυνατά κτίρια εντός της πόλεως κατηδαφίσθησαν δι' υπονόμων· δι' υπονόμων κατηδαφίσθησαν και αι εκτός της πόλεως θολωταί εκκλησίαι του αγίου Νικολάου και της αγίας Βαρβάρας. Τούτων δε γενομένων, οι κατεδαφισταί προσευχήθησαν, και μετά την προσευχήν ετουφέκισαν· την δε β' ώραν της 16 έβαλαν πυρ πολλαχού της πόλεως, έσπειραν άλας, και εξήλθαν ευχόμενοι μεγαλοφώνως την αυτήν καταστροφήν και τω Ναυπλίω. Ενέδρευσαν καί τινες ιππείς όπισθεν των ερειπίων της πόλεως και εντός τινων κοιλωμάτων της πεδιάδος και συνέλαβαν χωρικούς τρέξαντας προθύμως και ανυπόπτως εις την καυθείσαν και εγκαταλειφθείσαν πόλιν.
Η αναχώρησις των αιγυπτίων από του ομφαλού της Πελοποννήσου και ο περιορισμός έκτοτε όλων των εχθρικών δυνάμεων εις μόνα τα μεταξύ του μεσσηνιακού κόλπου και των Πατρών παράλια της Πελοποννήσου διευκόλυναν την εφαρμογήν του νέου διοικητικού οργανισμού της Πελοποννήσου.
1828
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΓ'.
Τα μεταξύ σουλτάνου και συμμάχων. — Κήρυξις πολέμου Ρωσσίας κατά Τουρκίας. — Τα μεταξύ αυτών των συμμάχων.
ΚΑΘ' όν καιρόν η Ελλάς διά της υπό τον κυβερνήτην τακτοποιήσεώς της εσχετίζετο στενότερον προς τας ευρωπαϊκάς αυλάς, η Πύλη, αποποιουμένη πάσαν περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος πρότασιν, διέλυε τας προς αυτάς σχέσεις της. Η αναχώρησις των πρέσβεων εκ Κωνσταντινουπόλεως εξ αιτίας της προς αυτούς διαγωγής της και κωφεύσεως εις τας περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος προτάσεις κατετάραξε και εφόβισε την συμμαχίαν. Σκοπόν έχουσα αύτη να ειρηνεύση διά της συνθήκης τα της Τουρκίας και Ελλάδος εκινδύνευε να έλθη αυτή η ιδία εις πόλεμον μετά της Πύλης· τόσον δε τον εθεώρησε πιθανόν, ώστε την 31 [;] νοεμβρίου επανέλαβεν επί του συμμαχικού συμβουλίου, ότι και εν πολέμω και εν ειρήνη θα διέμενεν εντός των όρων της συνθήκης, ους διέγραψε, και μακράν πάσης ιδιωφελείας. Αλλ' αν αι Δυνάμεις ήσαν σύμφωνοι κατά τούτο προς αλλήλας, ήσαν ασύμφωνοι κατά τάλλα. Η διακοπή των προς την Πύλην σχέσεών των και η διαγωγή αυτής μετά την αναχώρησιν των πρέσβεων ως προς το εμπόριον και τους υπηκόους των, δεν έβλαπταν εξίσου τας τρεις Δυνάμεις· διά τούτο δεν εθεωρείτο παρ' αυτών η ρήξις κατά τον αυτόν τρόπον. Ακερδής απέβαινεν η άλλοτε επικερδής πρός τινας Άγγλους και Γάλλους εμπορία, διακοπτομένης της θαλασσοπλοΐας της Μαύρης θαλάσσης, αλλά καιρίως εβλάπτοντο αι μεσημβριναί επαρχίαι της Ρωσσίας, διότι εμποδίζετο η εξαγωγή των προϊόντων αυτών. Ανεκτέλεστοι ήσαν εισέτι καί τινες των της εν Ακερμάνη συνθήκης όρων, ους είχε περί πολλού η Ρωσσία· διέφερεν ουσιωδώς και η προς την οθωμανικήν αυτοκρατορίαν γενική πολιτική των Δυνάμεων, των μεν τείνουσα εις συντήρησιν, της δε εις διάλυσιν αυτής. Εκ διαφόρων λοιπόν αιτιών αι Δυνάμεις ορμώμεναι διαφόρους επρόβαλαν τρόπους εις επίτευξιν του σκοπού των επί τη αναχωρήσει των πρέσβεων· ηπίους μεν η Αγγλία και η Γαλλία, πολεμίους δε η Ρωσσία. Επρόβαλεν η Δύναμις αύτη, αν εντός ρητής προθεσμίας δεν υπήκουεν η Πύλη, να διαβώσι τα ρωσσικά στρατεύματα τον Προύθον εν ονόματι της συμμαχίας και να μη σταθώσιν ει μη αφ' ού ευωδούτο ο σκοπός της· οι δε στόλοι της συμμαχίας ν' αποκλείσωσι την Κωνσταντινούπολιν, να θεωρήσωσιν ως εχθρικά όλα τα επιχειρούντα να διαπλεύσωσι τον Ελλήσποντον οθωμανικά και αιγύπτια πλοία, να υπαγορεύσωσιν υπό τα τείχη των ανακτόρων τους όρους της ειρήνης, ν' αποκλείσωσι την Αλεξάνδρειαν και να βομβοβολήσωσι τα κατεχόμενα υπό των Αιγυπτίων φρούρια της Πελοποννήσου εις αποπομπήν των. Επρόβαλεν εν ενί λόγω η Ρωσσία να πολεμήσωσιν αι Δυνάμεις την Τουρκίαν εις πραγματοποίησιν της συνθήκης διά ξηράς και θαλάσσης. Η πρότασις αύτη επραγματοποίει αναμφιβόλως τον σκοπόν της συμμαχίας, αλλά δεν την εδέχθησαν αι άλλαι δύο Δυνάμεις, και κυρίως η Αγγλία, επί λόγω, ότι η παραδοχή της διεκινδύνευε την ειρήνην της Ευρώπης και αντέκειτο προς το ειρηνικόν πνεύμα αυτής της συνθήκης, ην σκοπόν είχεν η πρότασις αύτη να πραγματοποιήση. Πολλών δε λόγων γενομένων, εσυμβιβάσθησαν να εμποδίσωσι διά θαλασσίου αποκλεισμού παντός είδους εισαγωγήν εις χρήσιν των περί τον Ιβραήμην, εξέτειναν την γραμμήν του αποκλεισμού αρκτικώς μεν μέχρι των παραλίων Ακαρνανίας, μεσημβρινώς δε μέχρι Κρήτης, και εκάλεσαν την ελληνικήν κυβέρνησιν να στείλη και αύτη πλοία εις αποκλεισμόν των μεσσηνιακών φρουρίων. Επί τη κλήσει ταύτη εξέπλευσαν 8 υπό τον Σαχτούρην· αλλ', αν αι δύο Δυνάμεις απεδοκίμασαν τα κατά της Πύλης πολεμικά σχέδια της Ρωσσίας ως ολέθρια, η Πύλη διά της αλαζονίας και αφροσύνης της εδικαίωσε την πραγματοποίησιν αυτών προς βλάβην και καταισχύνην της.
Είπαμεν, ότι, αναχωρησάντων των πρέσβεων εκ Κωνσταντινουπόλεως, η Πύλη ηθέλησε παρά γνώμην αυτών ν' αναδεχθή την προστασίαν των υπηκόων των τριών Δυνάμεων, των συμφερόντων αυτών και των πλοίων των υπό την σημαίαν των Δυνάμεων. Αλλ' ιδού τι έπραξεν· απέκλεισε τον Βόσπορον και εμπόδιζε τον διάπλουν παντός υπό ρωσσικήν ή άλλην σημαίαν πλοίου, απεβίβαζε διά της βίας τα φορτία των εν Κωνσταντινουπόλει πλοίων, και ώριζεν αυθαιρέτως την τιμήν· αλλ' ούτε και αυτήν έδιδεν ευθύς· προσεπεζημίονε δε τους ενδιαφερομένους αναβιβάζουσα εν τω μεταξύ τούτω την τιμήν των νομισμάτων της· εθεώρει δε και τους υπηκόους των τριών Δυνάμεων ως υπηκόους της, και τους μεν επαίδευεν ως πταίστας, τους δε εξώριζεν ως ταραξίας, κρίνουσα και αποφασίζουσα τα περί αυτών κατά την τουρκικήν δικαιοσύνην· πολλούς δε μη δυναμένους άλλως πως ν' ασφαλίσωσι τα συμφέροντά των ηνάγκαζε να εγγραφώσι ραγιάδες· και ταύτα πάντα απέβλεπαν κυρίως την Ρωσσίαν, διότι και οι εν Τουρκία υπήκοοί της ήσαν οι πολυαριθμότεροι, και τα υπό την σημαίαν της πλοία πλειότερα, και αι μεσημβριναί της επαρχίαι δεινώς έπασχαν εξ αιτίας της διακοπής του πλου της Μαύρης θαλάσσης.
Δεκέμβριος Το δεινότερον δε πάντων, εξέδωκε συγχρόνως εις έκστασιν όλης της Ευρώπης την 8 δεκεμβρίου 1827 Χάτι-Σερίφι αναγνωσθέν εν τη βασιλευούση και λέγον εν περιλήψει, ότι όλοι οι άπιστοι, και κατ' εξοχήν οι Ρώσσοι, ήσαν εχθροί θανάσιμοι των Μουσουλμάνων· ότι η Ρωσσία ηγωνίζετο προ 50 ή 60 ετών να πραγματοποιήση τους ολεθρίους κατά της Τουρκίας σκοπούς της και εκίνησεν εις επανάστασιν τους ομοθρήσκους της Έλληνας· ότι Έλληνες και Ρώσσοι συνώμοσαν την εξολόθρευσιν των Μουσουλμάνων και η συνωμοσία αύτη ανεκαλύφθη· ότι η Ρωσσία εκέρδισε διά της απάτης την Αγγλίαν και την Γαλλίαν κατά των Μουσουλμάνων και υπέρ των Ελλήνων, και αν η Πύλη συγκατετίθετο εις όσα υπέρ των Ελλήνων επρότειναν αι Δυνάμεις, εμηδενίζοντο και το κράτος και το γένος των Μουσουλμάνων· ότι η Πύλη προείδεν ότι μόνος ο πόλεμος θα έλυε το ελληνικόν ζήτημα, αλλ' επολιτεύετο μέχρι τούδε τας Δυνάμεις, ίνα μη ταράξη την ησυχίαν των πιστών και κερδίση καιρόν χάριν των αναγκαίων του πολέμου προετοιμασιών· ότι απαράδεκτοι ήσαν αι εν τη Ακερμάνη απαιτήσεις της Ρωσσίας, αλλά τας εδέχθη και επραγματοποίησε τας πλείστας ένεκα των κατεπειγουσών περιστάσεων· ότι η Ρωσσία ετάραττε πάντοτε την Τουρκίαν φθονούσα την στρατιωτικήν μεταρρύθμισίν της και λυπουμένη διά την εξόντωσιν των γενιτσάρων, διότι επί των ημερών αυτών έτρεχε το οθωμανικόν κράτος εις τον όλεθρόν του· ότι ήλθε τέλος πάντων η ώρα του πολέμου και ότι ο πόλεμος ούτος δεν ήτο πολιτικός αλλά θρησκευτικός και εθνικός, διότι οι άπιστοι συνώμοσαν τον αφανισμόν του ισλαμισμού και την πτώσιν του μουσουλμανικού γένους, και διά τούτο ώφειλαν οι πιστοί, θεωρούντες τον πόλεμον χρέος, όχι μόνον να μη ζητήσωσι μισθούς, αλλά και να θυσιάσωσι το παν εις ευόδωσιν αυτού.
Δημοσιεύσασα δε η Πύλη το περί ου ο λόγος Χάτι-Σερίφι, ηθέλησε να καθαρίση έτι μάλλον την βασιλεύουσαν των υπόπτων Φράγκων, και εις τόσην αυστηρότητα και σκληρότητα κατήντησεν, ώστε διέταξε και τους προ πολλών ετών διατρίβοντας εν τη βασιλευούση Αρμενίους καθολικούς να εγκαταλείψωσιν εντός δέκα ημερών τας οικίας, τα εργαστήρια και όλα τα κτήματά των, και να επανακάμψωσιν εις Άγκυραν, όθεν άλλοτε μετώκησαν· τους απέπεμψε δε συν γυναιξί και τέκνοις, διότι ήσαν, κατά το λέγειν της Πύλης, Φράγκοι· ελέγετο δε ότι οι αποπεμφθέντες ήσαν 27,000. Τοιουτοτρόπως η Πύλη δι' ών έπραξε κατά της σημαίας της Ρωσσίας, κατά των υπηκόων της και κατά του εμπορίου της επί φανερά παραβάσει των συνθηκών, δι' ών ερραδιούργησε παρά τη αυλή της Περσίας κατά της Ρωσσίας, και δι' ών μάλιστα είπε διά του εγγράφου της την 8, εματαίωσεν όλους τους απ' αρχής της ελληνικής επαναστάσεως υπέρ διατηρήσεως της ειρήνης βαρείς αγώνας των Δυνάμεων, και την 14 απριλίου εκήρυξεν ο αυτοκράτωρ της Ρωσσίας πόλεμον κατ' αυτής, και αναγγείλας το γεγονός τοις συμμάχοις του απηγόρευε μεν πάσαν παρέμβασιν μεταξύ αυτού και του σουλτάνου ως προς τα του κράτους του και τους όρους των συνθηκών του, ενέμενεν όμως εντός των ορίων της συμμαχίας ως προς τα της Ελλάδος και άφησεν αυτά υπό την κοινήν διάσκεψιν και απόφασιν ως και μέχρι τούδε· αλλά κηρύξας τον πόλεμον υπέρ ρωσσικών συμφερόντων εκήρυξε συγχρόνως, ότι, αναγκασθείς να τον αναδεχθή, δεν κατέθετε τα όπλα, αν δεν επραγματοποιείτο και η περί της Ελλάδος συνθήκη.
Η δε κήρυξις του πολέμου κατετάραξε μάλλον τους συμμάχους ή εφόβισε την Πύλην. Η Πύλη ήλπιζε διά του πολέμου, ον απεδοκίμαζαν όλαι αι άλλαι αυλαί, να διαρραγή ο δεσμός της συμμαχίας και ν' απαλλαγή τοιουτοτρόπως των περί Ελλάδος βαρειών απαιτήσεών της· ήλπιζε δε και να βοηθηθή, διότι ήξευρεν ότι τα συμφέροντα αυτής εθεωρούντο συμφέροντα της ευρωπαϊκής ισορροπίας. Εις διάρρηξιν δε της συμμαχίας εκάλεσε τους πρέσβεις Γαλλίας και Αγγλίας να επανέλθωσιν εις Κωνσταντινούπολιν, αλλά δεν εισηκούσθη, διότι δεν έλεγεν ότι εδέχετο ούτε τα της μεσιτείας, ούτε τα της ανακωχής, θεωρούμενα παρά της συμμαχίας ως προεισαγωγικά της ειρηνεύσεως της Ελλάδος. Παρ' ολίγον δε διερρήγνυτο η συμμαχία, διότι η θέσις του αυτοκράτορος της Ρωσσίας εφαίνετο νεοφανής και ασυμβίβαστος προς τους σκοπούς της. Η Ρωσσία ήτο πολέμιος μεν προς την Πύλην διά τα συμφέροντα της, ειρηνική δε προς αυτήν ως μέλος της συμμαχίας· αλλ' εν τω περί πολέμου κηρύγματι περιέλαβε και τα της Ελλάδος και ήθελε δι' ού υπεράσπιζε ξίφους τα συμφέροντά της να φέρη εις πέρας και τα του ελληνικού αγώνος, εν ώ ως μέλος της συμμαχίας παρεδέχθη εις έκβασιν του σκοπού τούτου την χρήσιν μόνον ειρηνικών τρόπων· ήθελε προς τούτοις να συμπαραλάβη εις τας κατά της Πύλης εχθροπραξίας της και τους δύο συμμάχους της επί λόγω πραγματοποιήσεως των όρων της περί Ελλάδος συνθήκης, και τοις επρόβαλε να συμπράξωσιν εντός της μεσογείου διά θαλάσσης κατά της Πύλης· και επειδή επρόβλεπεν ότι δεν θα εισηκούετο, τοις είπεν ότι, αν δεν εβοηθείτο τοιουτοτρόπως εις την πραγματοποίησιν της περί Ελλάδος συνθήκης, θα ηναγκάζετο να την πραγματοποίηση καθ' όν τρόπον απήτει αυτής και μόνης το συμφέρον. Ιδούσα η αγγλική κυβέρνησις ότι εξερράγη ο πόλεμος, ον προθεμένη να εμποδίση διεπραγματεύθη την συνθήκην, όχι μόνον απεποιήθη την ζητηθείσαν σύμπραξίν της, αλλ' εθεώρησε και την συμμαχίαν διαλελυμένην· διά τούτο και αι κοιναί συνδιαλέξεις έκτοτε διεκόπησαν, και εζήτει η Δύναμις αύτη νέους πολιτικούς συνδυασμούς προς άλλας Δυνάμεις· επρόβαλε δε και τη γαλλική κυβερνήσει να ορίσωσιν αι δύο μόνον αυλαί όσα περί Ελλάδος ζητήματα ήσαν αόριστα· αλλ' η γαλλική, μη θεωρούσα ως η αγγλική την συμμαχίαν διαλελυμένην, αντέτεινεν. Ήσαν δε τότε υπ' όψιν δύο σχέδια πολιτικής· το μεν ρωσσικόν, δηλαδή να πολεμήσωσι και οι τρεις σύμμαχοι την Πύλην διά θαλάσσης εντός της μεσογείου· το δε αγγλικόν, δηλαδή να παραιτηθεί η Ρωσσία πάσης προς την Πύλην εχθροπραξίας εντός της μεσογείου. Αφ' ού η Αγγλία απέρριψε το ρωσσικόν, δεν έμενεν ει μη ή να συγκατατεθή η Ρωσσία εις το αγγλικόν, και τότε να διατηρηθή η συμμαχία, ή να ενεργήση ό,τι επρόβαλε, και τότε να διαλυθή· αλλ' η διάλυσίς της έβλαπτε την Ρωσσίαν εν τη ακμή του πολέμου· διά τούτο παρεδέχθη άκουσα την γνώμην της Αγγλίας, και ούτω διεσώθη η κινδυνεύουσα συμμαχία, επανελήφθησαν αι διακοπείσαι των πληρεξουσίων των τριών Δυνάμεων συνδιαλέξεις, και την 3 Ιουνίου υπέγραψεν ο πληρεξούσιος της Ρωσσίας μετά των αντιπροσωπευόντων παρά τω συμμαχικώ συμβουλίω την Αγγλίαν και την Γαλλίαν πράξιν, δι' ής ο αυτοκράτωρ παρητείτο πάσης εχθροπραξίας εντός της μεσογείου. Τοιουτοτρόπως ειρήνευσεν η Ρωσσία εντός της μεσογείου, εν ώ επολέμει εκτός.
Επειδή δε έλεγεν η συνθήκη ότι, αν η Πύλη δεν εδέχετο την μεσιτείαν των αυλών, θα εσχετίζοντο αι αυλαί προς την Ελλάδα στέλλουσαι και δεχόμεναι προξένους, αν αι Αρχαί της ήσαν άξιαι τοιούτων σχέσεων, και επειδή ο όρος ούτος επληρούτο, ελθόντος εις την Ελλάδα του κυβερνήτου, το συμμαχικόν συμβούλιον επεφάσισεν όχι μόνον να σταλώσι πρόξενοι, αλλά και οι προαναχωρήσαντες εκ Κωνσταντινουπόλεως τρεις πρέσβεις να συνέλθωσιν εις Κορυφούς, και η μένοντες αυτού ή μεταβαίνοντες αλλού, να συζητήσωσι μετά των Ελλήνων τα περί της συνθήκης ως προς τα όρια, τον φόρον, την αποζημίωσιν και την συμμέθεξιν της Πύλης εις την εκλογήν των ελληνικών Αρχών. Επειδή δε το συμβούλιον ενδεχόμενον εθεώρησε το να μεταβάλη η Πύλη εξ αιτίας των δεινών περιστάσεων την πολιτικήν της, δεχομένη την μεσιτείαν της συμμαχίας και διατάττουσα την ανακωχήν, ωδήγησε τους πρέσβεις περί του πρακτέου και κατά την τοιαύτην περίστασιν· αλλ' η Πύλη, αν και δεν έπαυε προσπαθούσα να αποσπάση την Αγγλίαν και την Γαλλίαν από της Ρωσσίας, ό εστι να διαλύση την συμμαχίαν, απεποιείτο και τότε, καθώς και προτού, και τα της μεσιτείας και τα της ανακωχής.
1828
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΔ'.
Τα κατά την Χίον, την Δυτικήν Ελλάδα και την Κρήτην — Φθορά μιας τουρκικής κορβέττας και ενός δικατάρτου υπό το Μέλαν ακρωτήριον (Καρά-Μπαμπάν). — Πανώλης εν Ελλάδι. — Αποστολή αρχιερέων εις Ελλάδα παρά της μεγάλης εκκλησίας. — Χορηγήματα Ρωσσίας και Γαλλίας — Σύστασις επιτροπής γενικής διοικήσεως, περιοδεύοντος του κυβερνήτου.
Η ΕΙΣ ανάκτησιν της πολυπαθούς Χίου εκστρατεία εν μέσω τόσων εσωτερικών και εξωτερικών δυσκολιών και επικρατούσης διαφωνίας του αρχηγού αυτής Φαβιέρου και της επιτροπής των Χίων δεν ευδοκίμει· αλλά χάρις εις τον ζήλον των ενδιαφερομένων διετηρείτο παρά γνώμην και αυτών των ναυάρχων της συμμαχίας.
Ελθόντος του κυβερνήτου, η μεν επιτροπή και ο αρχηγός επεκαλούντο την θερμήν συνδρομήν του εις ενίσχυσιν των έργων των, οι δε ναύαρχοι επροσπάθουν να ενεργήσωσι δι' αυτού την ανάκλησιν των στρατευμάτων, όχι δυσμεναίνοντες προς τον ελληνικόν αγώνα, αλλά πεποιθότες ότι, όπως και αν απέβαινεν, η Χίος θ' απεκλείετο της οροθετικής γραμμής διά την γεωγραφικήν θέσιν της. Ο κυβερνήτης, όστις ούτε να υπακούση τους ναυάρχους ηναγκάζετο, ούτε να υποστηρίξη όσον έπρεπε τον αγώνα δι' έλλειψιν πόρων εδύνατο, έστειλε τω Φαβιέρω εις εξοικονόμησιν του στρατοπέδου εξακισχίλια δίστηλα, εξ ών χίλια συνεισέφεραν οι εν Μάλτα Χίοι, και τον ανέδειξεν έκτακτον επίτροπον της κυβερνήσεως επί της νήσου, εμπιστευθείς αυτώ την γενικήν διεύθυνσιν των πολεμικών και πολιτικών υπό θέσεων· απέστειλε δε και τον Μιαούλην επί της φρεγάτας, παρακολουθούντων και άλλων τινών μικρών πλοίων, επί σκοπώ αν ευδοκίμει ο αγών, να τον υποστηρίξη· ειδέ μη, να φροντίση περί της των επί της νήσου σωτηρίας διά της διαβιβάσεως τω τακτικών εις Μέθενα, των ατάκτων εις Αίγιναν, των δ' εντοπίων, όπου ήθελαν. Αλλά, πριν φθάση ο Μιαούλης εις Χίον, ό εστι την 28 Φεβρουαρίου, εφάνη εν τω πορθμώ της Χίου ο Ταχήρπασας έχων υπό την οδηγίαν του μίαν φρεγάταν, μίαν κορβέτταν, δύο πολεμικά δικάταρτα και έν φορτηγόν και κανονοβολήσας τρία ελληνικά πλοία ευρεθέντα εντός του πορθμού και υπερισχύσας έμεινε κύριος αυτού. Τότε επέβησαν εις τα επί τούτω προετοιμασθέντα πλοιάρια οι πρό τινων ημερών αντίπεραν συναχθέντες Τούρκοι υπό τον πασάν της Σμύρνης Χασάνην και τον σιλιχτάρην του αρχιβεζίρη, ως 2500, και διέπλευσαν εις Χίον ασφαλώς· και κατ' αρχάς μεν, δοκιμάσαντες ν' αποβώσιν εις την αγίαν Ελένην, απεκρούσθησαν, τινές δε και εφονεύθησαν· αλλά, πολλών εκ των υπερασπιστών της θέσεως εκείνης λειποτακτησάντων, των δ' εναπομεινάντων μη ευπορούντων πολεμεφοδίων, απεβιβάσθησαν την 2 μαρτίου και εισήλθαν εις το φρούριον ανατέλλοντος του ηλίου. Η απόβασις αύτη διέλυσε διά μιας την διά ξηράς πολιορκίαν του φρουρίου, αποχωρησάντων και των τακτικών και των ατάκτων· οι δε άθλιοι κάτοικοι της νήσου, φοβούμενοι μη πάθωσι πάλιν όσα επί της πρώτης καταστροφής, συνεσωρεύοντο προς το δυτικόν παραθαλάσσιον της νήσου· αλλ' αυθημερόν ανεθαρρύνθησαν, διότι γενομένης της αποβάσεως ανεχώρησαν ευθύς τα τουρκικά πλοία, επρόφθασαν εις Χίον ο επί της Τριαίνης παρακολουθών Δεριγνής και η φρεγάτα Κρίνον, έφθασε μετά δύο ημέρας και ο Μιαούλης και στήσας εκ νέου την θαλάσσιον πολιορκίαν εστενοχώρει τους εν τω φρουρίω Τούρκους πεινώντας και μη προφθάσαντας να εισφέρωσι τροφάς. Βελτιωθέντων τοιουτοτρόπως των κατά θάλασσαν πραγμάτων, εγένετο πολύς λόγος να επαναληφθή η διά ξηράς πολιορκία του φρουρίου· αλλά οι Έλληνες επείνων ως και οι Τούρκοι, ουδέ πολεμεφόδια είχαν· διά τούτο, θελόντων και μη των αρχηγών, οι μεν εις τα γαλλικά πλοία, οι δε εις την Ελλάδα και εις άλλα ελληνικά επιβάντες, ανεχώρησαν όλοι εκ της νήσου αποκομίζοντες μίαν και μόνην βομβοβόλον και αφήσαντες το άλλο πυροβολικόν εις χείρας των εχθρών· συνανεχώρησαν δε και πάμπολλοι των εντοπίων· οι δε εναπομείναντες υπό τους Τούρκους δεν εκακόπαθαν.
Διατηρήσιμος εθεωρείτο η πολιορκία καθ' όν καιρόν ελύθη διά τούτο γενική η αγανάκτησις του κοινού· και αποβάς εις Σύραν ο Φαβιέρος ηναγκάσθη να υπερασπίση εαυτόν διά του ξίφους από της προσβολής τινων των εκεί Χίων· κατηγορούντο δε και αυτός και η κυβέρνησις και η επιτροπή ως μη εκπληρώσαντες δεόντως τα καθήκοντά των, και κατήντησαν και αυτοί εν ταις λογομαχίαις των, ως αλληλαίτιοι, εις αμοιβαίας καταδιώξεις προς εξόφλησιν του κατά την εκστρατείαν χρέους.
Ο δε Χάστιγξ, κυριεύσας το Βασιλάδι, εμελέτησε την άλωσιν του Ανατολικού· επί τω σκοπώ τούτω συνήχθησαν οι αναγκαίοι στρατιώται επί των νησιδίων του Βασιλαδίου και του Αγίου-Σώστη, και την νύκτα της 10 απριλίου μετεβιβάσθησαν διά προετοιμασθέντων ενόπλων πλοιαρίων επί του Δολμά καί τινος άλλου παρακειμένου νησιδίου, εφ' ού ανήγειραν πυροβολοστάσιον.
Εκείναις ταις ημέραις τινά των επί της ξηράς ταγμάτων, καταλαβόντα το στενόν του προφήτου Ηλίου, προσέβαλαν τους επί εισκομιδή τροφών ανυπόπτως εξελθόντας του Μεσολογγίου, συνέλαβαν τα φορτηγά των ζώα, εφόνευσαν 15 εκ των συνοδευόντων αυτά και εζώγρησαν 10. Έπαθαν δε καί τινες αυτών.
Αφ' ού εκυριεύθη το Βασιλάδι, οι εν τω Ανατολικώ Τούρκοι εφοβούντο την διά θαλάσσης έφοδον των Ελλήνων· διά τούτο το μεν στόμιον του αύλακος, τον Πόρον, ετοίχισαν, το δε επί του στομίου νησίδιον οχυρώσαντες εφρούρουν· αλλ' οι Έλληνες και τον τοίχον έρριψαν πεσόντες εις την θάλασσαν, και τον Πόρον εκυρίευσαν, και την φρουράν του αιχμαλώτισαν.
Μάιος Τούτων γενομένων, προητοιμάσθησαν εις κυρίευσιν του Ανατολικού, και αφ' ού συνήλθαν και τα επί της ξηράς στρατεύματα αντικρύ επί συμπράξει, έφεραν οι ναύται την 11 μαΐου πλήρεις θάρρους τα πλοιάριά των υπό τον Χάστιγγα εντός βολής τουφεκίου από της πόλεως, και κατέστρεφαν αυτήν, αδιακόπως πυροβολούντες και πυροβολούμενοι επί ασκέπων πλοιαρίων απροφύλακτοι. Αλλ', εν ώ τα πάντα εφαίνοντο αίσια, άναψε διά μιας το φέρον τα πολεμεφόδια πλοιάριον, επληγώθη μετ' ολίγον εις την αριστεράν χείρα ο Χάστιγξ, επληγώθησαν και 20 συναγωνισταί του, και έπεσε νεκρός ο αρχηγός των κανονοφόρων Ανδρέας Παπαπάνου θύμα της μεγάλης τόλμης του. Τα παθήματα ταύτα εματαίωσαν το τολμηρόν επιχείρημα, οι αγωνισταί απεμακρύνθησαν, και ο Χάστιγξ δεινώς πάσχων μετεκομίσθη επί της Καρτερίας εις Ζάκυνθον χάριν θεραπείας και απεβιβάσθη εις το λοιμοκαθαρτήριον, όπου απέθανε την 20 καταλιπών μνήμην ανεπίληστον αφιλοκερδούς Φιλελληνισμού, ενδόξων υπέρ ελευθερίας αγώνων, και ακεραίου χαρακτήρος· δημοτελές δ' ετέλεσε μνημόσυνον εις τιμήν αυτού μετά έν έτος ο κυβερνήτης εν Πόρω όπου τω ανήγειρε και προσωρινόν μνημείον (α).
Δεινότερα παθήματα των εν τη λίμνη του Μεσολογγίου έπαθαν οι Έλληνες εν Κρήτη τας αυτάς ημέρας.
Αρχομένου του Ιανουαρίου, είχε κατευοδωθή εις Γραμβούσαν νέα επικουρία πεζών και ιππέων στρατολογηθέντων και αυτών, ως και των άλλοτε εκεί αποβάντων, διά συνεισφορών των Κρητών· ηγουμένου δε του Χατσή-Μιχάλη, 600, εν οίς και 100 ιππείς, απέβησαν εις το επί της μεταξύ Σφακιών και αγίου Βασιλείου παραλίας Φραγκοκάστελλον προς διέγερσιν των Σφακιανών· αλλ' ούτοι διεφώνουν· οι μεν ήσαν γνώμης να διαμείνωσιν ήσυχοι, οι δε να κινηθώσι, διότι άλλως δεν εδίδετο αφορμή να συμπεριληφθή και η Κρήτη εις την εισέτι αόριστον νέαν ελληνικήν επικράτειαν, και της γνώμης ταύτης ήσαν οι πλείστοι. Έμφοβος ο Μουσταφάπασας μη υπερισχύση η φιλοπόλεμος αύτη γνώμη, εξεστράτευσεν, αρχομένου του απριλίου, και εστρατοπέδευσεν εν τη επαρχία του Αποκορώνου εις συστολήν των Σφακιανών, γράψας αυτοίς ότι, αν δεν επρολάμβαναν ν' αποδιώξωσι τους εμφωλεύσαντας εν τοις παραλίοις των εχθρούς του, θα επάτα τα βουνά των και θα τους ετιμώρει· διέταξε δε και να συγκεντρωθώσι περί αυτόν πολλαχόθεν τα στρατεύματά του. Εν τοσούτω η θέσις των περί τον Χατσή-Μιχάλην ήτο δεινή. Οι Σφακιανοί, εις ους ήλπιζαν, εταλαντεύοντο· η δύναμίς των αυτή καθ' εαυτήν ήτον ολίγη· ο κυβερνήτης, προς ον ανέφερε τα δέοντα ο Χατσή-Μιχάλης, ούτε χρήματα έστειλεν εις αύξησιν αυτής, διότι δεν είχεν, ούτε άδειαν τω έδωκε ν' αναχωρήση· εσπάνιζαν και αι τροφαί του στρατού τούτου, διότι δεν είχεν ειμή όσας ελάμβανεν εκ Γραμβούσης· οι δε συγκροτούντες αυτόν, άνδρες θερμουργοί και φιλοπόλεμοι, άλλα ελπίζοντες και άλλα βλέποντες, εγόγγυζαν κατά του αρχηγού και επέμεναν ή να πολεμήσωσιν ή ν' αναχωρήσωσι. Φιλότιμος και φιλοπόλεμος και ο αρχηγός, επρόκρινε τον πόλεμον, και αφήσας 100 στρατιώτας εντός του Φραγκοκαστέλλου και παραλαβών τους λοιπούς πεζούς και ιππείς, ενωθέντων καί τινων εντοπίων υπό τον Μανουσογιαννάκην,
Μάιος εκίνησε την 8 μαΐου κατά την επαρχίαν της Ρεθύμνης εις λεηλασίαν, και την επαύριον έπεσε κατά συγκυρίαν εις το υπό την οδηγίαν του πασά της Ρεθύμνης προς το γενικόν στρατόπεδον αναβαίνον τουρκικόν σώμα. Ανέτοιμον το σώμα τούτο ως μηδέ καν υποπτεύον το κίνημα των Ελλήνων κατεθορυβήθη επί τη απροσδοκήτω προσβολή, ωπισθοδρόμησε και κατεδιώχθη μέχρι του φρουρίου· 40 Τούρκοι εσκοτώθησαν και συνελήφθησαν· συνελήφθη και ο εκ Χανιών Ικιντσήαγας. Οι δε περί τον Χατσή-Μιχάλην, εξ ών είς και μόνος εσκοτώθη, θερίσαντες τα εν ώρα θέρους γεννήματα της επαρχίας, και αρπάσαντες τα ευρεθέντα ποίμνια, επανήλθαν εις το Φραγκοκάστελλον.
Ταύτα μαθών ο Μουσταφάς εισήλασεν εις Σφακιά μετά τετρακισχιλίων πεζών και τριακοσίων ιππέων έλκων δύο κανόνια και μίαν βομβοβόλον, μηδεμίαν δε προξενήσας βλάβην όθεν διέβαινεν, έστησε την 16 τας σκηνάς του εν τοις χωρίοις Πατσανώ και Καψοδάσω, ημιώριον μακράν του Φραγκοκαστέλλου· την δε επαύριον, αφήσας εκεί μέρος του στρατού του εκινήθη προς το Φραγκοκάστελλον· εξήλθαν οι εν τω φρουρίω εις συνάντησίν του, πεποιθότες επί την ανδρίαν των, και πλήρεις θάρρους διά την παρελθούσαν νίκην των, ουδεμίαν άφησαν εν αυτώ φρουράν εις ασφαλή υποχώρησιν εν καιρώ ανάγκης. Στήσαντες δε εκ του προχείρου πέντε προμαχώνας ανέμεναν τους εχθρούς, και πλησιάζοντας τους εκάλεσαν εις μάχην· δεν εφρόντισαν δε ουδ' εντός τουφεκοβολής απ' αλλήλων να στήσωσι τον ένα προμαχώνα του άλλου εις συναρωγήν Οι Τούρκοι έπεσαν την 18 επί τον κεντρικόν προμαχώνα, όπου ήσαν 100 Έλληνες, υπό τον Κυριακούλην Αργυροκαστρίτην. Ούτοι ορκισθέντες ή να νικήσωσιν ή ν' απολεσθώσι, συνέθεσαν τους πόδας των επί σκοπώ να συλλυτρωθώσιν ή να συναποθάνωσιν· αλλά μόλις εκένωσαν τα τουφέκια και οι εχθροί δεκαπλάσιοι αυτών εισεπήδησαν τον προμαχώνα ξιφήρεις, και κατέκοψαν όλους παρά δύο φυγόντας. Εφοβήθησαν τότε οι εντός των τεσσάρων άλλων προμαχώνων μη πάθωσιν ό,τι και οι συνάδελφοί των, έφυγαν εκείθεν όλοι και έτρεξαν να κλεισθώσιν εν τω φρουρίω· αλλ' έτρεξαν συγχρόνως και οι Τούρκοι εις προκατάληψιν αυτού. Ο δε Χατσή-Μιχάλης, θέλων να φέρη αντιπερισπασμόν, έπεσεν εις το εχθρικόν ιππικόν και το διεσκόρπισεν, αν και τριπλάσιον, αλλά δεν το κατεδίωξε, και ήλθε και ούτος προς την περιμάχητον είσοδον του φρουρίου· η δε σφοδρά αυτόθι μάχη έγεινε σφοδροτέρα ελθόντος του ελληνικού ιππικού και προσελθόντος και του τουρκικού. Τόση δε σύγχυσις και τύφλωσις επήλθεν εκ του καπνού και του κονιορτού, ώστε πολλοί εφονεύοντο υπό συμπολεμιστών μη διακρινόντων τους εχθρούς των φίλων. Περιμάχητος ήτον εισέτι η είσοδος, ότε ηκούσθησαν τουφεκισμοί κατά τα χωρία Πατσανόν και Καψόδασον. Τινές των Σφακιανών, μαθόντες ότι ο Μουσταφάς εκινήθη πανστρατιά προς το Φραγκοκάστελλον, εφιλοτιμήθησαν να τρέξωσι προς βοήθειαν των εν αυτώ, και έπεσαν διαρκούσης της προ της πύλης του φρουρίου μάχης εις τους εν Καψοδάσω και Πατσανώ εχθρούς. Η προσβολή αύτη αφείλκυσε πολλούς των έμπροσθεν της πύλης του φρουρίου μαχομένων εχθρών, και τοιουτοτρόπως, προκαταλαβόντος τον πυλώνα του αξιωματικού Παλάσκα και φονεύσαντος τον πρώτον του εχθρού σημαιοφόρον εν ώ ανύψωνεν επί του πυλώνος την σημαίαν, εμβήκαν οι Έλληνες εις το φρούριον και εκλείσθησαν· αλλ' επί της μάχης έπαθαν μεγίστην φθοράν. 338, εν οίς και όλοι σχεδόν οι ιππείς, τέσσαρες οπλαρχηγοί και αυτός ο εν γενναίοις γενναίος Χατσή-Μιχάλης εφονεύθησαν· και το μεν σώμα αυτού μεληδόν κατέκοψαν οι εχθροί, την δε κεφαλήν έφεραν ενώπιον του πασά· άλλοι τόσοι εχθροί εφονεύθησαν, εν οίς πολλοί αξιωματικοί και ιππείς.
Αφ' ού δε έμαθαν οι επί τους εν Πατσανώ και Καψοδάσω εχθρούς πεσόντες Σφακιανοί, ότι ησφαλίσθησαν εν τω φρουρίω οι επιζήσαντες συνάδελφοί των, ανεχώρησαν ολίγοι όντες. Εσκοτώθησαν και εξ αυτών 5 και επληγώθησαν 13.
Την επαύριον δε της μάχης απέκλεισεν ο Μουσταφάς το φρούριον και το εκανονοβόλει· οι δ' εν αυτώ ήσαν εις άκραν αμηχανίαν, διότι, αν και άφθονα τα κρέατα και τα γεννήματα, ήσαν δι' έλλειψιν ξύλων άχρηστα· μόνη ελπίς σωτηρίας εφαίνετο η φυγή· αλλ' ήσαν πολλοί πληγωμένοι και ανίκανοι να τρέξωσιν, οι δε υγιείς δεν ήθελαν να τους εγκαταλείψωσιν· ελυτρώθησαν όμως απροσδοκήτως διά του ακολούθου περιστατικού. Κατά την πρώτην ημέραν της πολιορκίας των έμαθεν ο Μουσταφάς, ότι τα Σφακιά εκινήθησαν και έμελλαν να επιπέσωσι. Τούτου χάριν επρόβαλε τοις πολιορκουμένοις ν' αναχωρήσωσι διά θαλάσσης φέροντες τα όπλα και τα πράγματά των, αλλ' υπό τον όρον να μη πολεμήσωσιν εις το εξής εν Κρήτη· τοις υπέσχετο δε τροφάς επί της μεταβιβάσεώς των. Αρεστοί ήσαν οι σωτήριοι και έντιμοι ούτοι όροι· αλλ' υπό ποίαν ασφάλειαν έμελλαν να πληρωθώσιν; οι Έλληνες υπώπτευαν επιβουλήν, ο δε Μουσταφάς παράβασιν του όρου της ουδετερότητος. Ιδού τι συνέβη εις λύσιν των δυσκολιών. Πάμπολλοι των πολιορκούντων και όλοι σχεδόν οι πολιορκούμενοι ήσαν Ηπειρώται και κυρίως Αλβανοί, εκείνοι μεν Μωαμεθανοί, ούτοι δε Χριστιανοί· έτυχαν καί τινες γνώριμοι και πατρικοί φίλοι. Ούτοι, αφ' ού εξ αιτίας των εν πολέμω συνήθων συνομιλιών ανεγνωρίσθησαν, μετέβαλαν την έχθραν εις φιλίαν, εφιλοτιμήθησαν οι μη πάσχοντες να φανώσιν ωφέλιμοι προς τους πάσχοντας, και έσπευσαν να εγγυηθώσι τω μεν Μουσταφά την ακριβή τήρησιν του όρου της ουδετερότητος παρά των πολιορκουμένων, τοις δε πολιορκουμένοις την προς αυτούς καλήν πίστιν του Μουσταφά· εις πίστωσιν δε τούτων, έδωκαν πολλοί εαυτούς ως ομήρους· ώστε οι χθες κινδυνεύοντες να θυσιασθώσιν υπ' αυτών, επρόσφεραν αυθόρμητοι σήμερον την ζωήν των υπέρ αυτών. Υπό τοιαύτας ευτυχείς και απροσδοκήτους περιστάσεις ανεχώρησαν οι έγκλειστοι την 24 όλοι αβλαβείς, ανταλλάξαντες και δώρα· έμειναν δε και 20 παρά τω Μουσταφά. Η τόσον γενναία αύτη πράξις απολιτεύτων ανθρώπων, τιμώσα την ανθρωπίνην φύσιν, θέτει την ανεπίδεικτον απλοϊκότητα υπεράνω του μεγαλαύχου πολιτισμού, και ενθυμίζει τα κατά τον Γλαύκον και Διομήδην τους αναγνωρισθέντας επί της μάχης ως πατρικούς φίλους, και τους εν εκείνη τη ώρα μελισταγείς προς αλλήλους λόγους.
«Έγχεσι δ' αλλήλων αλεώμεθα και δι' ομίλου . . . . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
«Τεύχεα δ' αλλήλοις επαμείψομεν, όφρα και οίδε
«Γνώσιν ότι ξείνοι πατρώοι ευχόμεθ' είναι».
Μετά δε τα κατά το Φραγκοκάστελλον συμβάντα, ο Μουσταφάς ανατρέψας το τείχος ανεχώρησε, και δεν εισέβαλεν εις τα Σφακιά ως εσκόπευεν· αλλ' οι Σφακιανοί, οι κατ' αρχάς κινηθέντες εις ιδίαν άμυναν, δυναμωθέντες ήδη υπό των Ριζιτών, των Λακιωτών και άλλων, και συμπληρωθέντες εις δισχιλίους απεφάσισαν να κινηθώσι προς βλάβην του εχθρού και κατέλαβαν τα στενά, δι' ών θα διέβαινεν ο Μουσταφάς πορευόμενος εις Ρεθύμνην. Έσπευσεν ούτος να τους πληροφορήση ότι δεν είχεν εχθρικούς σκοπούς κατ' αυτών, ότι εκινήθη μόνον κατά των έξωθεν εις διατάραξιν του τόπου ελθόντων, και ότι δεν εμνησικάκει κατά των επιπεσόντων Σφακιανών, ους και ημνήστευσεν. Αλλ' οι Σφακιανοί δεν εδυσωπήθησαν, προσέβαλαν την 25 τους υπ' αυτόν τετρακισχιλίους πεζούς και ιππείς προς τα στενά των Χαλάρων και τους απώθησαν· επανήλθαν οι Τούρκοι την επαύριον και πολλά παθόντες διέβησαν. Εκείθεν προχωρούντες έφθασαν την εφεξής εις άλλο δυσβατώτερον στενόν, το του Κόρακος, όπου έπαθαν χείρονα των πρώτων, απεκρούσθησαν, και απεκλείσθησαν εν μέσω ανύδρου τινός κοιλάδος εστερημένοι τροφών. Τότε εκάλεσεν ο Μουσταφάς εις γενικόν συμβούλιον τους αξιωματικούς του, και αφ' ού συνωμολογήθη ότι η θέσις του στρατεύματος ήτο δεινή, τοις είπεν ότι μίαν και μόνην έβλεπεν ελπίδα σωτηρίας, να ρίψωσι κατά γης έμπροσθεν των εχθρών τα πράγματά των, ώστε, δοθέντων αυτών εις αρπαγήν, να λάβωσιν ούτοι καιρόν και διέλθωσιν. Ούτως έγεινε και οι μεν εχθροί διήλθαν ακαταδίωκτοι, η δε πολυπαθής Κρήτη, εν ώ εταλαντεύετο εξωτερικώς η τύχη της, έχασε διά την αισχροκέρδειάν τινων τον ισχυρότερον παρά τω συμμαχικώ συμβουλίω συνήγορόν της, την παντελή καταστροφήν των πολεμίων της, εξ ών 1050 εν τη δεκαπενθημέρω ταύτη εκστρατεία απωλέσθησαν, 50 ηχμαλωτίσθησαν και 40 μόνον ίπποι εξ όλου του ιππικού διεσώθησαν· απωλέσθησαν δε και 25 Χριστιανοί, και επληγώθησαν βαρέως τρεις οπλαρχηγοί των.